Η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να τη ζει κανείς. Να τη ζει ελεύθερα χωρίς μιζέρια και υποκρισία. Οι ανθρώπινες ψυχές φτιάχτηκαν για να ταξιδεύουν ελεύθερες.
Γαλήνεψε την καρδιά σου. Ο πόνος είναι απλά μια ψευδαίσθηση, στην οποία βρισκόμαστε παγιδευμένοι. Η δυστυχία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο της ύπαρξής μας, κάτι που δυστυχώς οι περισσότεροι αγνοούμε! Όπως αγνοούμε βέβαια, πως τόσο η κατάσταση της δυστυχίας όσο και της ευτυχίας είναι αποκλειστικά στο δικό μας χέρι, αφού είναι αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Το να απελευθερωθούμε από τα αρνητικά συναισθήματα εξαρτάται από εμάς και μόνο. Πρέπει να μάθουμε λοιπόν να λειτουργούμε έτσι ώστε να μην γινόμαστε σκλάβοι των συναισθημάτων μας.
Να είσαι τρυφερός με τον εαυτό σου, ευγενής και υπομονετικός. Αποδέξου τον, αγάπησέ τον και πίστεψέ τον. Άσε τη μαγεία της ζωής να καθαρίσει το μονοπάτι σου και να σου δείξει τον προορισμό. Ξέχνα το χρόνο. Η δουλειά του είναι να μετρά λεπτά και δευτερόλεπτα. Εσύ να μετράς στιγμές, στιγμές γεμάτες χαρά και ικανοποίηση, αγάπη και ευγνωμοσύνη. Τότε και ο χρόνος θα γίνει σύμμαχός σου. Η ευτυχία μοιάζει με τις δροσοσταλίδες του ανοιξιάτικου πρωινού, προορισμένες να χαθούν σε μια στιγμή. Αν το θυμόμαστε αυτό, δε θα αφήνουμε τις στιγμές να φεύγουν μέσα από τα χέρια μας χωρίς να τις ζούμε!
Το μυαλό μας είναι η φυλακή μας. Έρχεται όμως κάποια στιγμή που η ποινή τελειώνει. Δε θα υπομένουμε τη ζωή αλλά θα ζούμε τη ζωή μας! Καθημερινά δίνεις πολλά και παίρνεις πολλά, αλλά δεν τολμάς να δώσεις κομμάτια της ψυχής σου. Όταν φτάσεις λοιπόν στο μηδέν, όπου θα νομίζεις ότι τίποτα άλλο δεν έχεις να δώσεις, άνοιξε τα μονοπάτια της ψυχής σου, άνοιξε μονοπάτια χαράς και απόλαυσης. Τότε θα καταλάβεις ότι ποτίζεις τον κόσμο γύρω σου με το άρωμα της ψυχής σου και ο κόσμος γίνεται η ίδια σου η ψυχή.
Βρες τον χαμογελαστό μάγκα πιτσιρικά μέσα στα βάθη της ψυχής σου. Νιώσε το κορμί σου να λάμπει, νιώσε τη ψυχή σου να πετά στην ομορφιά του δειλινού. Δε χρειάζεται να ζηλεύεις κανέναν, δε χρειάζεται να μοιάζεις με κανέναν! Είσαι υπέροχος και μοναδικός από μόνος σου! Δε χρειάζεσαι το χέρι κανενός για το μονοπάτι της ζωής. Έχεις εσένα και μπορείς να γευτείς τη μαγεία της με όλο σου το είναι!
Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022
Συμβουλές κατά παραγγελία
Δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά από εμένα!
“H κόλαση είναι οι άλλοι”, είχε πει ο μεγάλος φιλόσοφος Zαν Πολ Σαρτρ, θέλοντας να αποδώσει την δυσφορία που προκαλεί συχνά η συνύπαρξή μας με τους άλλους ανθρώπους. Κόλαση είναι όμως και χωρίς τους άλλους, όταν αισθανόμαστε μοναξιά, όταν υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας. Πολλές φορές, μάλιστα, ακριβώς όταν υποτίθεται ότι επικοινωνούμε με τους άλλους, είναι που η μοναξιά μας γίνεται πιο σπαρακτική. Συχνά το χάσμα παίρνει την μορφή των συμβουλών.
Αλήθεια, τι είναι συμβουλή; Είναι η στιγμή που επικοινωνούμε με τον άλλον λέγοντάς του τι να κάνει -συνήθως δε χωρίς ο άλλος να μας το έχει ζητήσει ή να το επιθυμεί καν.
Ας δούμε όμως μερικές από τις πιο δημοφιλείς, αλλά και πιο παραπλανητικές συμβουλές που προσφέρουμε ή δεχόμαστε.
«Μην παίρνεις αγκαλιά το μωρό, θα το κακομάθεις!»
O «βασιλιάς» των κακών συμβουλών. Bασίζεται σε μια τεράστια παρεξήγηση: Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η προσφορά άπλετης αγάπης και τρυφερότητας προς ένα παιδί μπορεί να το κάνει εξαρτημένο και κακομαθημένο. Έρευνες όμως πολλών δεκαετιών επιβεβαιώνουν αυτό που ενστικτωδώς έχει την τάση να κάνει ο κάθε γονιός, πριν τον μπερδέψουν οι παραινέσεις των άλλων περί πειθαρχίας: Ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Όσο πιο πολλή αγάπη και τρυφερότητα λάβει ένα παιδί, τόσο πιο σίγουρο για τον εαυτό του, και επομένως πιο ανεξάρτητο γίνεται. Όταν πειστεί, όταν νιώσει ότι ο γονιός του είναι στοργικός και διαθέσιμος, είναι θέμα χρόνου μέχρι να αρχίσει να επιζητεί να κάνει τα πάντα «μόνο του, μόνο του»…
Έχει τότε τη σιγουριά του παιδιού που ξέρει ότι μπορεί να εξερευνά και να ανακαλύπτει τον κόσμο, έχοντας πάντα τη δυνατότητα να επιστρέφει στη σταθερή του βάση, δηλαδή στους γονείς του. Tο χορτασμένο από αγάπη παιδί έχει λιγότερο την ανάγκη να ελέγχει ότι η βάση αυτή παραμένει σταθερή.
Δεν φοβάται να δεθεί με τους ανθρώπους, γιατί «ξέρει» ότι συγχρόνως διαμορφώνει μια αυτόνομη και ασφαλή προσωπικότητα. Aντίθετα, η στερητική γονική στάση δεν ενθαρρύνει την ανεξαρτησία. Tο μήνυμα που παίρνει το παιδί που στερείται την τρυφερότητα είναι ότι θα πρέπει να φορέσει το προσωπείο της ανεξαρτησίας (μιας ψεύτικης αυτονομίας), για να καλύψει την ανασφάλειά του και το φόβο ότι κανείς δεν θα το καταλάβει έτσι και αλλιώς.
«Οι άντρες δεν πρέπει να κλαίνε».
H συμβουλή αυτή είναι η πρώτη «ξαδέρφη» της προηγούμενης. Σύμφωνα με το στερεότυπο που βρίσκεται πίσω από αυτή την προτροπή, ο δυνατός άνδρας είναι ένας ατρόμητος και ψυχρός άνθρωπος, που δεν εκφράζει τις πιο ευαίσθητες πλευρές του. Μια ακόμα μεγάλη παρεξήγηση, που συγχέει την δύναμη με την ψυχρότητα.
Σήμερα όμως ξέρουμε ότι το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας σε άντρες και σε γυναίκες είναι η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη». Συναισθηματικά νοήμων είναι αυτός που βρίσκεται σε επαφή με τα συναισθήματά του, έτσι ώστε να τα διαχειρίζεται καλύτερα και να οδηγείται σε σωστές αποφάσεις. Ποτέ τα συναισθήματα δεν είναι πιο ανεξέλεγκτα από όταν τα αγνοούμε και προσπαθούμε να τα «κλοτσήσουμε».
Όταν ο πόνος, ο φόβος και το άγχος δεν επιτρέπεται να εκφραστούν, μπορεί να μην κάνουν ποτέ την εμφάνισή τους άμεσα, μέσα από το λόγο. Aυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν. Aπλώς, μετατρέπονται σε μία σειρά από προβληματικές συμπεριφορές.
Αλήθεια, τι κάνει ένας άνδρας που έχει μάθει ότι πρέπει να κρύβει συνεχώς την ευάλωτη πλευρά του; O καταπιεσμένος φόβος, ο ψυχικός πόνος και άλλα αρνητικά συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα του και, αφού δεν μπορούν να μετατραπούν σε λόγο, γίνονται πράξεις.
Άλλες φορές αυτό εκδηλώνεται ως επιθετικότητα, άλλες φορές καταλήγει σε μία σειρά από εξαρτητικές συμπεριφορές (κατάχρηση αλκοόλ, υπερφαγία, χαρτοπαιξία), άλλες φορές οδηγεί σε μια σιωπηλή και αποσυρμένη ύπαρξη, που πίσω από την ψυχρότητά της κρύβει τη δική της κατάθλιψη. Αντίθετα, ένας άνδρας που δεν διστάζει να δείξει την συγκίνηση του, χωρίς αναστολές, έχει περισσότερες πιθανότητες να μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του με πιο δημιουργικό και υγιή τρόπο.
Oι «ανώτεροι» και οι «κατώτεροι».
Βάζοντας τον εαυτό μας στην θέση αυτού που συμβουλεύει, τον τοποθετούμε σε μια θέση υπεράνω, ενώ αυτός που δέχεται την συμβουλή μας είναι κατώτερος. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Λεξικό του Mπαμπινιώτη αναφέρεται ότι, όταν πρόκειται για επικοινωνιακούς ρόλους κατώτερου προς ανώτερο (π.χ. υπαλλήλου προς διευθυντή), δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμβουλή.
Ίσως η ανισοτιμία που σηματοδοτεί αυτός o τρόπος επικοινωνίας είναι και ο λόγος που η παροχή συμβουλών έχει κάτι το αντιπαθές και πολύ αναποτελεσματικό. Αυτός που δέχεται την συμβουλή, ειδικά χωρίς να έχει ζητήσει μια τέτοια προσφορά, πιθανότατα θα υιοθετήσει αυτομάτως μια αμυντική στάση, ώστε να προστατέψει το «εγώ» του, που βάλλεται.
«Σκέψου θετικά».
Γιατί να σκεφτούμε θετικά όταν δεν περνάμε καλά, όταν είμαστε δυστυχείς μέσα στην σχέση μας, στον εργασιακό μας χώρο ή στην παρέα μας; Γιατί να μην αφήσουμε την δυσφορία και το άγχος να μας «μιλήσουν»; Εάν οι άνθρωποι σκέφτονταν συνεχώς θετικά, καμία υπέρβαση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.
Θα μπορούσε π.χ. να φανταστεί κανείς τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης να αναβάλλουν τον αγώνα τους, γιατί -σκεπτόμενοι θετικά- συνειδητοποίησαν ότι τελικά ο τουρκικός ζυγός έχει και αυτός τα πλεονεκτήματά του; Υπάρχει και η στιγμή της άρνησης, γιατί κάποιες φορές αυτή μπορεί να είναι η μόνη αρμόζουσα έκφραση. Έχει σημασία να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ονομάσουμε την κατάσταση όπως είναι, μέσα σε όλο της τον αρνητισμό, εάν έτσι αισθανόμαστε.
Σίγουρα, αυτά τα συναισθήματα γεννιούνται όταν υπάρχει κάποιος λόγος. H παραίνεση να σκεφτόμαστε πάντα θετικά ανοίγει συχνά το δρόμο προς μια χαζοχαρούμενη ύπαρξη, που αρνείται την πραγματικότητα. Το «σκέψου θετικά» μπορεί να είναι εξίσου μια φυγή όσο είναι η χρήση αλκοόλ ή η παρατεταμένη τηλεθέαση, ώστε να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.
Είναι πολύ πιο ωφέλιμο να βιώσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα, ώστε να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα και να τα αντιμετωπίσουμε. H θετική στάση εδώ μπορεί να είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, βλέποντας ποια από τα προβλήματά μας μπορούμε να λύσουμε και με ποια καλούμαστε να συμφιλιωθούμε.
«Ηρέμησε, μη θυμώνεις».
Μια συμβουλή που δεν είναι μόνο μάταιη, αλλά συνήθως προκαλεί τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Την στιγμή που θυμώνουμε, το τελευταίο πράγμα που βοηθάει είναι να μας πει κάποιος ότι το συναίσθημά μας δεν είναι αποδεκτό. Έτσι, εκτός από θυμωμένοι, μπορεί πια να νιώθουμε και μόνοι. Εξάλλου, γιατί να μην θυμώσουμε όταν κάποιος μάς φέρεται άσχημα ή προσπαθεί να μας εκμεταλλευτεί;
O θυμός είναι εξάλλου ένα πολύ χρήσιμο συναίσθημα, γιατί μας ειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και μας ωθεί να κινητοποιηθούμε επ’ αυτού. Tο ζήτημα εξάλλου δεν είναι να προσπαθήσουμε να μην θυμώσουμε, αλλά να χρησιμοποιήσουμε το θυμό μας με δημιουργικό τρόπο. Να καταλάβουμε δηλαδή τι είναι αυτό που μας εξοργίζει και να το αντιμετωπίσουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πάντα να ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με τους γύρω μας. Μπορεί η αντιμετώπιση αυτή να αφορά μια εσωτερική επεξεργασία της αιτίας του θυμού μας, ένα διάλογο με τον εαυτό μας σε σχέση με το γιατί κάτι μάς κάνει έξαλλους.
«Ξέχασε αυτό που σε πόνεσε, κοίτα μπροστά».
Όσοι από εμάς έχουμε ζήσει ένα θάνατο ή ένα χωρισμό παρατηρήσαμε ίσως το εξής: οι περισσότεροι άνθρωποι που μας πλησιάζουν προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε ότι μας συνέβη, όσο πιο γρήγορα γίνεται, και να προχωρήσουμε «μπροστά». H συμβουλή αυτή συνοδεύεται και από κάποιες βοηθητικές συστάσεις αυτής της κεντρικής ιδέας: «βγάλε τα μαύρα», «πρέπει να γυρίσεις πίσω στους κανονικούς σου ρυθμούς», «φτιάξε ξανά την ζωή σου, όσο πιο γρήγορα γίνεται», «μην μένεις μόνος σου».
Τι είναι όμως αυτό το ασαφές «μπροστά», προς το οποίο όλοι μάς προτρέπουν ότι θα πρέπει να κινηθούμε; Και πώς θα μπορέσουμε να το μάθουμε εάν δεν πενθήσουμε πρώτα αυτό που χάσαμε; Αποσαφήνισε με μεγάλη καθαρότητα την διαφορά μεταξύ πένθους και μελαγχολίας.
Στη μελαγχολία υπάρχει μια άρνηση της αποδοχής της απώλειας, η οποία όμως, αντί να μας προστατεύει, μας εμποδίζει να προχωρήσουμε τη ζωή μας, καθηλώνοντάς μας στο ίδιο σημείο. H άρνηση αυτή συντηρεί ζωντανή την φαντασίωση στην επιστροφή της προηγούμενης κατάστασης, όπως ακριβώς ήταν. Tο πένθος εμπεριέχει το συναίσθημα του έντονου πόνου, που συνδέεται με την σταδιακή συνειδητοποίηση της απώλειας
H κατανόηση αυτή επιτρέπει σταδιακά να αποστασιοποιηθούμε από τον πόνο και να συνεχίσουμε την ζωή μας, αφού όμως πρώτα ζήσουμε την απώλεια για όσο καιρό το χρειαζόμαστε. Δεν ωφελεί να προσποιούμαστε ότι δεν υποφέρουμε, ούτε και να κρύβουμε τα δάκρυά μας. Είναι ακριβώς αυτά που μέσα στην αλήθειά τους θα μας γιατρέψουν τελικά από τον πόνο και θα μας επιτρέψουν να γυρίσουμε σελίδα, κρατώντας τις αναμνήσεις μας σαν ένα πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μας.
«Μην εμπιστεύεσαι κανέναν, εκτός από την οικογένειά σου».
H οικογένεια από την οποία προερχόμαστε είναι εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της ζωής μας. Εάν την απαρνηθούμε, δημιουργείται ένα τεράστιο εσωτερικό κενό, γιατί δεν ξέρουμε πια ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, πώς ξεκινήσαμε.
Είναι δείγμα ωριμότητας να μπορεί κανείς να αντέχει να έχει μια καλή σχέση με την οικογένειά του, χωρίς να τρέμει αιωνίως ότι θα υποστεί καταπίεση. Εξάλλου, ένας άνθρωπος που ξέρει πια τον εαυτό του μπορεί να αντιμετωπίζει τις γονικές υποδείξεις με χιούμορ και συγκατάβαση (το κατά δύναμιν βέβαια· όλοι λυγίζουμε κάποιες φορές, όταν είμαστε 40 χρονών, έχουμε μεγαλώσει δύο παιδιά και μας κάνουν ενδυματολογικές υποδείξεις).
Καθώς μεγαλώνουμε, καλούμαστε να επενδύσουμε συναισθηματικά σε ανθρώπους εκτός της οικογένειάς μας και να αποστασιοποιηθούμε μερικώς από την γονική εστία. H υπερβολική προσήλωση στα πρόσωπα της οικογένειας μετά την ενηλικίωση συνδέεται με την έλλειψη εξέλιξης, αλλά και με παθολογία, αφού σταματά ή καθυστερεί την φυσιολογική μας ωρίμανση. Αντίθετα, μια κάποια απόσταση προσφέρει τον απαραίτητο «χώρο», ώστε να μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε τις ενήλικες μας σχέσεις με το σύντροφό μας, τα παιδιά μας, αλλά και τους προσωπικούς μας φίλους των ενήλικων επιλογών μας.
Συμβουλές μόνο «κατά παραγγελία».
Τελικά, αυτές οι συμβουλές είναι χρήσιμες με το δικό τους παράδοξο τρόπο! Εάν τις αντιστρέψουμε, έχουν κάτι σωστό να μας πουν. Εδώ βέβαια θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι συμβουλές έχουν και αυτές την θέση τους στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και δεν προτείνουμε την κατάργησή τους. Πραγματικά, υπάρχει εκείνη η στιγμή που ένας φίλος μπορεί να προσφέρει το απόσταγμα της εμπειρίας του σε έναν άλλον, η ώρα που η επόμενη γενιά επωφελείται από την γνώση της προηγούμενης.
Οι συμβουλές επομένως δεν είναι από την φύση τους άχρηστες. Υπάρχει όμως μία προϋπόθεση για να είναι χρήσιμες: να μην τις προσφέρουμε παρά μόνο αφού μας ζητηθούν! Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι να θυμόμαστε πάντα ότι η γνώμη μας δεν αποτελεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά μονάχα την άποψή μας, και ως τέτοια να την εκφράζουμε.
Τι κρύβεται πίσω από τις συμβουλές; Είναι κοινό μυστικό ότι ο ρόλος του συμβουλάτορα μας κάνει αντιπαθείς και προϊδεάζει τον ακροατή μας να σταματήσει να μας ακούει, πόσο μάλλον να ακολουθήσει την σύστασή μας. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, προσφέρουμε έτσι τις συμβουλές μας; Ίσως το «κλειδί» να βρίσκεται στα υποσυνείδητα λόγια που βρίσκονται πίσω από τις συμβουλές, αλλά δεν μπαίνουν ποτέ σε λέξεις:
Δεν αντέχω τα συναισθήματά σου, μην τα νιώθεις! Συχνά πίσω από τις συμβουλές υπάρχει η παραίνεση να αρνηθούμε τα συναισθήματά μας, όπως αυτά είναι, και να νιώσουμε κάπως αλλιώς: π.χ. «μην κλαις», «μην στενοχωριέσαι», «μην σκέφτεσαι», «μην πονάς».
Πολύ συχνά όμως είναι η αμηχανία του συμβουλάτορα μπροστά στα συναισθήματά μας που τον ωθεί να ταμπουρωθεί πίσω από αυτή την συμβουλευτική στάση: για παράδειγμα, μπορεί ο ίδιος να μην αντέχει τον πόνο και να προσπαθεί να τον αποφύγει. Κάνε όπως εγώ, που είμαι ανώτερος και καλύτερος από εσένα. H συμβουλή δεν παύει ποτέ να είναι και σύσταση για μια αλλαγή. Αυτό που κάνει ο άλλος δεν είναι αρκετά καλό, και εμείς του αντιπροτείνουμε κάτι καλύτερο.
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, όταν προσφέρουμε μια συμβουλή, έχουμε την τάση να βάζουμε τον εαυτό μας σε ανώτερη θέση από αυτόν που την δέχεται. Αυτό βέβαια εξαρτάται και από τον τρόπο μας, αλλά πάντως συχνά μια τέτοιου είδους επικοινωνία υποθάλπει ένα υπόγειο παιχνίδι εξουσίας.
Δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά από εμένα! H διαφορετικότητα αποτελεί πάντα μια πρόκληση, ένα τεστ για το πόσο ασφαλείς είμαστε. Πώς αντιδράμε όταν η κολλητή μας φίλη μεγαλώνει το παιδί της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ακολουθήσαμε εμείς;
Όταν αυτή η ανομοιότητα μας απειλεί (γιατί αναρωτιόμαστε μέσα μας εάν κάνουμε το σωστό), είναι πολύ πιθανόν να μας προκαλέσει επιθετικότητα, η οποία θα εκφραστεί με την επίφαση των χρήσιμων συμβουλών.
Εν τάχει: Μην συμβουλεύεις, αν δεν στο ζητήσουν με επιμονή.
“H κόλαση είναι οι άλλοι”, είχε πει ο μεγάλος φιλόσοφος Zαν Πολ Σαρτρ, θέλοντας να αποδώσει την δυσφορία που προκαλεί συχνά η συνύπαρξή μας με τους άλλους ανθρώπους. Κόλαση είναι όμως και χωρίς τους άλλους, όταν αισθανόμαστε μοναξιά, όταν υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας. Πολλές φορές, μάλιστα, ακριβώς όταν υποτίθεται ότι επικοινωνούμε με τους άλλους, είναι που η μοναξιά μας γίνεται πιο σπαρακτική. Συχνά το χάσμα παίρνει την μορφή των συμβουλών.
Αλήθεια, τι είναι συμβουλή; Είναι η στιγμή που επικοινωνούμε με τον άλλον λέγοντάς του τι να κάνει -συνήθως δε χωρίς ο άλλος να μας το έχει ζητήσει ή να το επιθυμεί καν.
Ας δούμε όμως μερικές από τις πιο δημοφιλείς, αλλά και πιο παραπλανητικές συμβουλές που προσφέρουμε ή δεχόμαστε.
«Μην παίρνεις αγκαλιά το μωρό, θα το κακομάθεις!»
O «βασιλιάς» των κακών συμβουλών. Bασίζεται σε μια τεράστια παρεξήγηση: Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η προσφορά άπλετης αγάπης και τρυφερότητας προς ένα παιδί μπορεί να το κάνει εξαρτημένο και κακομαθημένο. Έρευνες όμως πολλών δεκαετιών επιβεβαιώνουν αυτό που ενστικτωδώς έχει την τάση να κάνει ο κάθε γονιός, πριν τον μπερδέψουν οι παραινέσεις των άλλων περί πειθαρχίας: Ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Όσο πιο πολλή αγάπη και τρυφερότητα λάβει ένα παιδί, τόσο πιο σίγουρο για τον εαυτό του, και επομένως πιο ανεξάρτητο γίνεται. Όταν πειστεί, όταν νιώσει ότι ο γονιός του είναι στοργικός και διαθέσιμος, είναι θέμα χρόνου μέχρι να αρχίσει να επιζητεί να κάνει τα πάντα «μόνο του, μόνο του»…
Έχει τότε τη σιγουριά του παιδιού που ξέρει ότι μπορεί να εξερευνά και να ανακαλύπτει τον κόσμο, έχοντας πάντα τη δυνατότητα να επιστρέφει στη σταθερή του βάση, δηλαδή στους γονείς του. Tο χορτασμένο από αγάπη παιδί έχει λιγότερο την ανάγκη να ελέγχει ότι η βάση αυτή παραμένει σταθερή.
Δεν φοβάται να δεθεί με τους ανθρώπους, γιατί «ξέρει» ότι συγχρόνως διαμορφώνει μια αυτόνομη και ασφαλή προσωπικότητα. Aντίθετα, η στερητική γονική στάση δεν ενθαρρύνει την ανεξαρτησία. Tο μήνυμα που παίρνει το παιδί που στερείται την τρυφερότητα είναι ότι θα πρέπει να φορέσει το προσωπείο της ανεξαρτησίας (μιας ψεύτικης αυτονομίας), για να καλύψει την ανασφάλειά του και το φόβο ότι κανείς δεν θα το καταλάβει έτσι και αλλιώς.
«Οι άντρες δεν πρέπει να κλαίνε».
H συμβουλή αυτή είναι η πρώτη «ξαδέρφη» της προηγούμενης. Σύμφωνα με το στερεότυπο που βρίσκεται πίσω από αυτή την προτροπή, ο δυνατός άνδρας είναι ένας ατρόμητος και ψυχρός άνθρωπος, που δεν εκφράζει τις πιο ευαίσθητες πλευρές του. Μια ακόμα μεγάλη παρεξήγηση, που συγχέει την δύναμη με την ψυχρότητα.
Σήμερα όμως ξέρουμε ότι το σημαντικότερο συστατικό της επιτυχίας σε άντρες και σε γυναίκες είναι η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη». Συναισθηματικά νοήμων είναι αυτός που βρίσκεται σε επαφή με τα συναισθήματά του, έτσι ώστε να τα διαχειρίζεται καλύτερα και να οδηγείται σε σωστές αποφάσεις. Ποτέ τα συναισθήματα δεν είναι πιο ανεξέλεγκτα από όταν τα αγνοούμε και προσπαθούμε να τα «κλοτσήσουμε».
Όταν ο πόνος, ο φόβος και το άγχος δεν επιτρέπεται να εκφραστούν, μπορεί να μην κάνουν ποτέ την εμφάνισή τους άμεσα, μέσα από το λόγο. Aυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν. Aπλώς, μετατρέπονται σε μία σειρά από προβληματικές συμπεριφορές.
Αλήθεια, τι κάνει ένας άνδρας που έχει μάθει ότι πρέπει να κρύβει συνεχώς την ευάλωτη πλευρά του; O καταπιεσμένος φόβος, ο ψυχικός πόνος και άλλα αρνητικά συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα του και, αφού δεν μπορούν να μετατραπούν σε λόγο, γίνονται πράξεις.
Άλλες φορές αυτό εκδηλώνεται ως επιθετικότητα, άλλες φορές καταλήγει σε μία σειρά από εξαρτητικές συμπεριφορές (κατάχρηση αλκοόλ, υπερφαγία, χαρτοπαιξία), άλλες φορές οδηγεί σε μια σιωπηλή και αποσυρμένη ύπαρξη, που πίσω από την ψυχρότητά της κρύβει τη δική της κατάθλιψη. Αντίθετα, ένας άνδρας που δεν διστάζει να δείξει την συγκίνηση του, χωρίς αναστολές, έχει περισσότερες πιθανότητες να μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του με πιο δημιουργικό και υγιή τρόπο.
Oι «ανώτεροι» και οι «κατώτεροι».
Βάζοντας τον εαυτό μας στην θέση αυτού που συμβουλεύει, τον τοποθετούμε σε μια θέση υπεράνω, ενώ αυτός που δέχεται την συμβουλή μας είναι κατώτερος. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Λεξικό του Mπαμπινιώτη αναφέρεται ότι, όταν πρόκειται για επικοινωνιακούς ρόλους κατώτερου προς ανώτερο (π.χ. υπαλλήλου προς διευθυντή), δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμβουλή.
Ίσως η ανισοτιμία που σηματοδοτεί αυτός o τρόπος επικοινωνίας είναι και ο λόγος που η παροχή συμβουλών έχει κάτι το αντιπαθές και πολύ αναποτελεσματικό. Αυτός που δέχεται την συμβουλή, ειδικά χωρίς να έχει ζητήσει μια τέτοια προσφορά, πιθανότατα θα υιοθετήσει αυτομάτως μια αμυντική στάση, ώστε να προστατέψει το «εγώ» του, που βάλλεται.
«Σκέψου θετικά».
Γιατί να σκεφτούμε θετικά όταν δεν περνάμε καλά, όταν είμαστε δυστυχείς μέσα στην σχέση μας, στον εργασιακό μας χώρο ή στην παρέα μας; Γιατί να μην αφήσουμε την δυσφορία και το άγχος να μας «μιλήσουν»; Εάν οι άνθρωποι σκέφτονταν συνεχώς θετικά, καμία υπέρβαση δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.
Θα μπορούσε π.χ. να φανταστεί κανείς τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης να αναβάλλουν τον αγώνα τους, γιατί -σκεπτόμενοι θετικά- συνειδητοποίησαν ότι τελικά ο τουρκικός ζυγός έχει και αυτός τα πλεονεκτήματά του; Υπάρχει και η στιγμή της άρνησης, γιατί κάποιες φορές αυτή μπορεί να είναι η μόνη αρμόζουσα έκφραση. Έχει σημασία να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ονομάσουμε την κατάσταση όπως είναι, μέσα σε όλο της τον αρνητισμό, εάν έτσι αισθανόμαστε.
Σίγουρα, αυτά τα συναισθήματα γεννιούνται όταν υπάρχει κάποιος λόγος. H παραίνεση να σκεφτόμαστε πάντα θετικά ανοίγει συχνά το δρόμο προς μια χαζοχαρούμενη ύπαρξη, που αρνείται την πραγματικότητα. Το «σκέψου θετικά» μπορεί να είναι εξίσου μια φυγή όσο είναι η χρήση αλκοόλ ή η παρατεταμένη τηλεθέαση, ώστε να αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα.
Είναι πολύ πιο ωφέλιμο να βιώσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα, ώστε να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα και να τα αντιμετωπίσουμε. H θετική στάση εδώ μπορεί να είναι να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, βλέποντας ποια από τα προβλήματά μας μπορούμε να λύσουμε και με ποια καλούμαστε να συμφιλιωθούμε.
«Ηρέμησε, μη θυμώνεις».
Μια συμβουλή που δεν είναι μόνο μάταιη, αλλά συνήθως προκαλεί τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Την στιγμή που θυμώνουμε, το τελευταίο πράγμα που βοηθάει είναι να μας πει κάποιος ότι το συναίσθημά μας δεν είναι αποδεκτό. Έτσι, εκτός από θυμωμένοι, μπορεί πια να νιώθουμε και μόνοι. Εξάλλου, γιατί να μην θυμώσουμε όταν κάποιος μάς φέρεται άσχημα ή προσπαθεί να μας εκμεταλλευτεί;
O θυμός είναι εξάλλου ένα πολύ χρήσιμο συναίσθημα, γιατί μας ειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά και μας ωθεί να κινητοποιηθούμε επ’ αυτού. Tο ζήτημα εξάλλου δεν είναι να προσπαθήσουμε να μην θυμώσουμε, αλλά να χρησιμοποιήσουμε το θυμό μας με δημιουργικό τρόπο. Να καταλάβουμε δηλαδή τι είναι αυτό που μας εξοργίζει και να το αντιμετωπίσουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πάντα να ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με τους γύρω μας. Μπορεί η αντιμετώπιση αυτή να αφορά μια εσωτερική επεξεργασία της αιτίας του θυμού μας, ένα διάλογο με τον εαυτό μας σε σχέση με το γιατί κάτι μάς κάνει έξαλλους.
«Ξέχασε αυτό που σε πόνεσε, κοίτα μπροστά».
Όσοι από εμάς έχουμε ζήσει ένα θάνατο ή ένα χωρισμό παρατηρήσαμε ίσως το εξής: οι περισσότεροι άνθρωποι που μας πλησιάζουν προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε ότι μας συνέβη, όσο πιο γρήγορα γίνεται, και να προχωρήσουμε «μπροστά». H συμβουλή αυτή συνοδεύεται και από κάποιες βοηθητικές συστάσεις αυτής της κεντρικής ιδέας: «βγάλε τα μαύρα», «πρέπει να γυρίσεις πίσω στους κανονικούς σου ρυθμούς», «φτιάξε ξανά την ζωή σου, όσο πιο γρήγορα γίνεται», «μην μένεις μόνος σου».
Τι είναι όμως αυτό το ασαφές «μπροστά», προς το οποίο όλοι μάς προτρέπουν ότι θα πρέπει να κινηθούμε; Και πώς θα μπορέσουμε να το μάθουμε εάν δεν πενθήσουμε πρώτα αυτό που χάσαμε; Αποσαφήνισε με μεγάλη καθαρότητα την διαφορά μεταξύ πένθους και μελαγχολίας.
Στη μελαγχολία υπάρχει μια άρνηση της αποδοχής της απώλειας, η οποία όμως, αντί να μας προστατεύει, μας εμποδίζει να προχωρήσουμε τη ζωή μας, καθηλώνοντάς μας στο ίδιο σημείο. H άρνηση αυτή συντηρεί ζωντανή την φαντασίωση στην επιστροφή της προηγούμενης κατάστασης, όπως ακριβώς ήταν. Tο πένθος εμπεριέχει το συναίσθημα του έντονου πόνου, που συνδέεται με την σταδιακή συνειδητοποίηση της απώλειας
H κατανόηση αυτή επιτρέπει σταδιακά να αποστασιοποιηθούμε από τον πόνο και να συνεχίσουμε την ζωή μας, αφού όμως πρώτα ζήσουμε την απώλεια για όσο καιρό το χρειαζόμαστε. Δεν ωφελεί να προσποιούμαστε ότι δεν υποφέρουμε, ούτε και να κρύβουμε τα δάκρυά μας. Είναι ακριβώς αυτά που μέσα στην αλήθειά τους θα μας γιατρέψουν τελικά από τον πόνο και θα μας επιτρέψουν να γυρίσουμε σελίδα, κρατώντας τις αναμνήσεις μας σαν ένα πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μας.
«Μην εμπιστεύεσαι κανέναν, εκτός από την οικογένειά σου».
H οικογένεια από την οποία προερχόμαστε είναι εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της ζωής μας. Εάν την απαρνηθούμε, δημιουργείται ένα τεράστιο εσωτερικό κενό, γιατί δεν ξέρουμε πια ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, πώς ξεκινήσαμε.
Είναι δείγμα ωριμότητας να μπορεί κανείς να αντέχει να έχει μια καλή σχέση με την οικογένειά του, χωρίς να τρέμει αιωνίως ότι θα υποστεί καταπίεση. Εξάλλου, ένας άνθρωπος που ξέρει πια τον εαυτό του μπορεί να αντιμετωπίζει τις γονικές υποδείξεις με χιούμορ και συγκατάβαση (το κατά δύναμιν βέβαια· όλοι λυγίζουμε κάποιες φορές, όταν είμαστε 40 χρονών, έχουμε μεγαλώσει δύο παιδιά και μας κάνουν ενδυματολογικές υποδείξεις).
Καθώς μεγαλώνουμε, καλούμαστε να επενδύσουμε συναισθηματικά σε ανθρώπους εκτός της οικογένειάς μας και να αποστασιοποιηθούμε μερικώς από την γονική εστία. H υπερβολική προσήλωση στα πρόσωπα της οικογένειας μετά την ενηλικίωση συνδέεται με την έλλειψη εξέλιξης, αλλά και με παθολογία, αφού σταματά ή καθυστερεί την φυσιολογική μας ωρίμανση. Αντίθετα, μια κάποια απόσταση προσφέρει τον απαραίτητο «χώρο», ώστε να μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε τις ενήλικες μας σχέσεις με το σύντροφό μας, τα παιδιά μας, αλλά και τους προσωπικούς μας φίλους των ενήλικων επιλογών μας.
Συμβουλές μόνο «κατά παραγγελία».
Τελικά, αυτές οι συμβουλές είναι χρήσιμες με το δικό τους παράδοξο τρόπο! Εάν τις αντιστρέψουμε, έχουν κάτι σωστό να μας πουν. Εδώ βέβαια θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι συμβουλές έχουν και αυτές την θέση τους στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και δεν προτείνουμε την κατάργησή τους. Πραγματικά, υπάρχει εκείνη η στιγμή που ένας φίλος μπορεί να προσφέρει το απόσταγμα της εμπειρίας του σε έναν άλλον, η ώρα που η επόμενη γενιά επωφελείται από την γνώση της προηγούμενης.
Οι συμβουλές επομένως δεν είναι από την φύση τους άχρηστες. Υπάρχει όμως μία προϋπόθεση για να είναι χρήσιμες: να μην τις προσφέρουμε παρά μόνο αφού μας ζητηθούν! Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι να θυμόμαστε πάντα ότι η γνώμη μας δεν αποτελεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά μονάχα την άποψή μας, και ως τέτοια να την εκφράζουμε.
Τι κρύβεται πίσω από τις συμβουλές; Είναι κοινό μυστικό ότι ο ρόλος του συμβουλάτορα μας κάνει αντιπαθείς και προϊδεάζει τον ακροατή μας να σταματήσει να μας ακούει, πόσο μάλλον να ακολουθήσει την σύστασή μας. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, προσφέρουμε έτσι τις συμβουλές μας; Ίσως το «κλειδί» να βρίσκεται στα υποσυνείδητα λόγια που βρίσκονται πίσω από τις συμβουλές, αλλά δεν μπαίνουν ποτέ σε λέξεις:
Δεν αντέχω τα συναισθήματά σου, μην τα νιώθεις! Συχνά πίσω από τις συμβουλές υπάρχει η παραίνεση να αρνηθούμε τα συναισθήματά μας, όπως αυτά είναι, και να νιώσουμε κάπως αλλιώς: π.χ. «μην κλαις», «μην στενοχωριέσαι», «μην σκέφτεσαι», «μην πονάς».
Πολύ συχνά όμως είναι η αμηχανία του συμβουλάτορα μπροστά στα συναισθήματά μας που τον ωθεί να ταμπουρωθεί πίσω από αυτή την συμβουλευτική στάση: για παράδειγμα, μπορεί ο ίδιος να μην αντέχει τον πόνο και να προσπαθεί να τον αποφύγει. Κάνε όπως εγώ, που είμαι ανώτερος και καλύτερος από εσένα. H συμβουλή δεν παύει ποτέ να είναι και σύσταση για μια αλλαγή. Αυτό που κάνει ο άλλος δεν είναι αρκετά καλό, και εμείς του αντιπροτείνουμε κάτι καλύτερο.
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, όταν προσφέρουμε μια συμβουλή, έχουμε την τάση να βάζουμε τον εαυτό μας σε ανώτερη θέση από αυτόν που την δέχεται. Αυτό βέβαια εξαρτάται και από τον τρόπο μας, αλλά πάντως συχνά μια τέτοιου είδους επικοινωνία υποθάλπει ένα υπόγειο παιχνίδι εξουσίας.
Δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι διαφορετικά από εμένα! H διαφορετικότητα αποτελεί πάντα μια πρόκληση, ένα τεστ για το πόσο ασφαλείς είμαστε. Πώς αντιδράμε όταν η κολλητή μας φίλη μεγαλώνει το παιδί της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ακολουθήσαμε εμείς;
Όταν αυτή η ανομοιότητα μας απειλεί (γιατί αναρωτιόμαστε μέσα μας εάν κάνουμε το σωστό), είναι πολύ πιθανόν να μας προκαλέσει επιθετικότητα, η οποία θα εκφραστεί με την επίφαση των χρήσιμων συμβουλών.
Εν τάχει: Μην συμβουλεύεις, αν δεν στο ζητήσουν με επιμονή.
Φιλόδημος: περί θανάτου
Όλες οι ελληνιστικές σχολές, ως γνωστό, θεωρούσαν ότι τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις (τα πάθη) οι επιθυμίες, οφείλονται στις πεποιθήσεις. Ότι τα ψυχολογικά προβλήματα (όχι οι ασθένειες όπως η μανιοκατάθλιψη ή η σχιζοφρένεια ή οι ψυχώσεις, δηλαδή βλάβες που τις θεωρούσαν σωματικές – αλλά ό,τι παράγει και αναπαράγει την καθημερινή ανθρώπινη μιζέρια, ό,τι στέκεται εμπόδιο στην ευδαιμονία, αυτά δηλαδή από τα οποία πάσχει η πλειονότητα των ανθρώπων) οφείλονται σε πεποιθήσεις ή τουλάχιστον δεν είναι ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις.
Ένα πολύ απλό παράδειγμα: αν σου κλέψουν κάτι το οποίο δεν έχει για σένα καμία αξία, δεν θα στεναχωρηθείς – ενώ αν το θεωρείς πολύτιμο θα βυθιστείς στο πένθος ή θα εξοργιστείς, θα μισήσεις τον κλέφτη κλπ. Το θέμα λοιπόν είναι πώς αξιολογείς τα πράγματα· τα αξιολογείς με βάση τις ιδέες σου, άρα τα προβλήματά σου επιδέχονται φιλοσοφική θεραπεία. Αυτά σε χοντρές γραμμές.
[Ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω πως συχνά χρησιμοποιείται καθ’ υπερβολή η έκφραση «φόβος του θανάτου». Ο φόβος του θανάτου δεν είναι πάντα ο κατάλληλος όρος. Τον χρησιμοποιούμε συμβατικά, αλλά και καταχρηστικά. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για «φόβο», ότι δηλαδή φοβάται κανείς την ώρα εκείνη που θα έρθει ο θάνατος να τον βρει ή φοβάται για το τι μπορεί να επακολουθεί.
Ένα αρχαίο ρήμα, που το χρησιμοποιεί και ο Επίκουρος, είναι το δείδω, δέδια, δεδιέναι – εξ ου και το δέος. Το δέος είναι πιο ευρεία έννοια από τον φόβο. Άλλο είναι να λέμε «σε πιάνει δέος με κάτι» και άλλο ότι απλώς το φοβάσαι. Σε κάποιο σημείο λέει ο Επίκουρος, «Ό,τι δεν σε στενοχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να θλίβεσαι όταν το περιμένεις να έρθει» (προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ). Χρησιμοποιεί τη λέξη λυπῶ.
Ή ας πούμε, μια άλλη επικούρεια έκφραση: ἀνύποπτον ο θάνατος. Το ὕποπτον, είναι αυτό το οποίο (όπως λέει το Λεξικό Liddel-Scott) βλέπουμε κατεβάζοντας τα φρύδια ή πλαγίως: ὅν βλέπει τις καταβιβάζων τὰς ὀφρῦς ἢ πλαγίως – το ρήμα είναι ὑφοράω: στραβοκοιτάω θα λέγαμε σήμερα.
Ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου χρησιμοποιεί πάρα πολύ συχνά τη λέξη δηγμός (πόνος οξύς, δαγκωματιά – σήμερα λέμε, αυτός κάνει δηκτικά σχόλια), καθώς και το ρήμα νύττεσθαι (τρυπώ με αιχμηρό όργανο) – δεν χρησιμοποιεί τον όρο «φόβος του θανάτου».]
Η ιδέα του θανάτου μπορεί να φοβίζει τα μικρά παιδιά και τους θρησκευόμενους που φαντάζονται τιμωρίες μετά θάνατο· στον ενήλικα όμως, εκτός από φόβο προκαλεί απελπισία, λύπη για το ότι ο ίδιος θα αφανιστεί και θα ’ναι ανύπαρκτος για πάντα, άγχος, πόθο για αθανασία και πάει λέγοντας.
Όλοι ξέρουμε τι διαδρομές, τι μονοπάτια μπορούν να ακολουθήσουν μες στο νου μας, τι διαστάσεις μπορούν να αποκτήσουν, τι εμμονές μπορούν να προκαλέσουν –που συχνά δεν βρίσκονται και λόγια να τις περιγράψουν– και πόσο δύσκολο είναι να συμφιλιωθεί κανείς με την ιδέα ότι θα τελειώσει και θα λείψει για πάντα. Και βέβαια, όλοι ξέρουμε πώς δένουν όλα αυτά με τη θρησκευτικότητα και με την ανάγκη για μεταφυσική παρηγοριά. Σε μεγάλο βαθμό οφείλονται σε ένα υπερτροφικό εγώ.
Και υπερτροφικό εγώ δεν έχουν μόνο οι αλαζόνες, οι μεγαλοσχήμονες και οι φαφλατάδες. Θα το βρεις και σε ανθρώπους σεμνούς και χαμηλών τόνων, που αδυνατούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι ο θάνατος είναι η ώρα όπου θα πρέπει να καλύψεις μια επιταγή που υπογράφηκε τη στιγμή που γεννήθηκες. Ή με την ιδέα πως δεν είσαι παρά ένα μόριο σκόνης μέσα στο σύμπαν, ένα βιολογικό συμβάν μέσα στη φύση ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια άλλα βιολογικά συμβάντα που έχουν υπάρξει και υπάρχουν μέσα στη φύση. Ή απλά να πεις, όπως είπε ο Ιουλιανός ο αυτοκράτορας την ώρα που πέθαινε στα 31 του χρόνια,
«Ήρθε τελικά για μένα η στιγμή, φίλοι μου, ν’ αφήσω αυτή τη ζωή, την οποία επιστρέφω χαρούμενος στη Φύση, σαν τίμιος οφειλέτης».
Ο Ιουλιανός είχε μια –νεοπλατωνικού τύπου– μεταφυσική παρηγοριά. Αντίθετα οι Στωικοί και οι Επικούρειοι δεν είχαν να προσφέρουν μεταφυσική παραμυθία. Η θεραπεία έπρεπε να βασίζεται σε φιλοσοφική/ορθολογική επιχειρηματολογία. Και όφειλε να απαλλάξει το νου από όλα τα παραπάνω εμπόδια που ορθώνονται στο δρόμο για την ευδαιμονία.
Εν πάση περιπτώσει, οι Επικούρειοι αναγνωρίζοντάς τα, όλα τα παραπάνω, ως τα πιο καταστροφικά από τα αρνητικά πάθη, πάσχιζαν απ’ όλες τις μπάντες να τα εξουδετερώσουν. «Σου έχω φράξει όλες τις διόδους», λέει ο επικούρειος Μητρόδωρος. «Πᾶσαν σὴν παρείσδυσιν ἐνέφραξα … (Δηλαδή: δεν τα έχω αφήσει στην τύχη όλα αυτά, και δεν θα μπορέσουν να μπουν μέσα μου να μου φάνε την ψυχή. Δεν είμαι έρμαιο της Τύχης).
«Και σαν έρθει η ώρα να φύγω, θα φτύσω τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σ’ αυτήν, θα φύγω απ’ τη ζωή μ’ ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο καλά την έζησα.»
Αυτό προσπαθεί ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου, αυτό προσπαθεί και ο Λουκρήτιος στο ποίημά του Για τη φύση των πραγμάτων: να «φράξουν όλες τις διόδους».
Η πρωτοτυπία του Λουκρήτιου –αν και το πιο σωστό είναι να πούμε: η εντελώς πρωτοποριακή αντιμετώπιση– του θανάτου, είναι ότι δεν καταγίνεται μόνο με τις συνειδητές έγνοιες μας για το θάνατο, τις θλιβερές σκέψεις που κάνουμε, τις συνειδητές πεποιθήσεις και τις ιδέες που μας διακατέχουν. Αλλά, σε «παγκόσμια πρώτη» θα λέγαμε, άπτονται του υποσυνείδητου. Επιχειρούν να ερμηνεύσουν το «μυστικό κεντρί που κρύβεται μες στην καρδιά» (Λουκρήτιος, Για την φύση των πραγμάτων ΙΙΙ 870).
Ότι οφείλεται στο ότι, ακόμη κι αν πιστεύει κανείς πως ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός που ούτως ή άλλως θα συμβεί, και πάλι δε μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα. Σίγουρα μπορούμε να μιλάμε για «παγκόσμια πρώτη», μόνο που δεν ξέρουμε αν αυτή είναι του Επίκουρου, που έζησε 250 χρόνια πριν τον Λουκρήτιο, ή του ίδιου του Λουκρήτιου, ο οποίος ωστόσο στο ποίημά του, όπως λέει και ο ίδιος, ακολουθεί κατά πόδας τον Επίκουρο. Λέει τα εξής:
«… η πλεονεξία κι η τυφλή φιλοδοξία που εξωθούν τους δύστυχους ανθρώπους να καταπατούν το νόμο, και να πασχίζουν μέρα-νύχτα ν’ αναρριχηθούν στην κορυφή της εξουσίας – τούτες τις πληγές της ζωής, όχι λίγες φορές, τις τρέφει ο φόβος του θανάτου».
Ή πάλι:
«Σπρωγμένοι απ’ αυτόν τον αβάσιμο φόβο, αυγατίζουν το βιός τους με το αίμα των συμπολιτών τους και άπληστοι διπλασιάζουν τα πλούτη τους» (Λουκρ. ΙΙΙ 75)
Κι αυτό γιατί, όπως ακριβώς λέει ο Λουκρήτιος, η συσσώρευση πλούτου κάνει τον κάτοχό του να νιώθει πως παίρνει κάποια απόσταση από το θάνατο ενώ «η μαύρη φτώχεια, αταίριαστη με τη σίγουρη ζωή, μοιάζει να βρίσκεται πιο σιμά στο θάνατο» (ΙΙΙ.59-67). Όλα αυτά είναι ψυχολογικές ερμηνείες που αφορούν στον τρόπο που δρα το υποσυνείδητο. Ένα άλλο, πιο γνωστό απόσπασμα:
«Κάποιον που σκυλοβαριέται να μένει μες στο σπίτι τον βλέπεις να βγαίνει έξω συχνά· και ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καθόλου καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, οδηγώντας ξέφρενα την άμαξα με τ’ άλογά του, θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και τρέχει να προλάβει». [Συχνά κι εμείς τα καλοκαίρια καθ’ οδόν προς Χαλκιδική βλέπουμε τον άλλο να γκαζώνει στα 130 χλμ την ώρα για να φτάσει στο εξοχικό του, ενώ θα μπορούσε να πηγαίνει με 80]. Και συνεχίζει ο Λ. «Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να βαριέται και να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο ή πάλι ξεκινά να φύγει γιατί βιάζεται να επιστρέψει στην πόλη.
»Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αίτιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέλουν, και διαρκώς ζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έτσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους.
»Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του· μα παρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύσει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί· κι αυτό γιατί είναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του· γιατί αν την έβλεπε, θα παρατούσε όλα τ’ άλλα και θα φρόντιζε πάνω απ’ όλα να κατανοήσει τη φύση των πραγμάτων».
Με τέτοιες λεπτές ψυχολογικές ερμηνείες και διαγνώσεις που συσχετίζουν με την ιδέα του θανάτου ένα μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων, o μαθητής αποκτά μια επίγνωση, κι αυτό είναι ήδη ένα βήμα προόδου προς τη θεραπεία.
Για τη θεραπεία, οι Επικούρειοι επιστρατεύουν μια μεγάλη γκάμα επιχειρημάτων (άλλοτε η επιχειρηματολογία έχει αυστηρώς ορθολογικό χαρακτήρα, άλλοτε πάλι χρησιμοποιεί ρητορικά και λογοτεχνικά σχήματα). Δεν επιτρέπει η οικονομία αυτής της ομιλίας να τα παραθέσουμε, πόσο μάλλον να τα αναπτύξουμε.
Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ένα από αυτά, το λεγόμενο «επιχείρημα της συμμετρίας»:
Αιώνες, άπειρο χρόνο προτού γεννηθούμε, δεν υπήρχαμε, και δεν μας πείραζε καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαμε. Το ίδιο, και μετά το θάνατό μας, δεν θα υπάρχουμε και δεν θα μας πειράζει καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή πάλι δεν θα υπάρχουμε.
Ή πάλι, μια ρητορικού χαρακτήρα επιχειρηματολογία που μας προτρέπει να αναλογιστούμε το θάνατο τόσων και τόσων σπουδαίων ανθρώπων συγκρίνοντας τον εαυτό μας με τους ανθρώπους αυτούς. Λέει για παράδειγμα ο Λουκρήτιος:
«Ακόμη κι ο Επίκουρος, σαν έφτασε το φως της ζήσης του στο τέρμα, πέθανε κι αυτός – αυτός που με το πνεύμα του ξεπέρασε τους πάντες κι έσβησε όλους τους σοφούς, σαν ήλιος που ανατέλλει και σβήνει τ’ αστέρια. Ποιος είσαι εσύ που θ’ απορήσεις και θ’ αγανακτήσεις για το θάνατό σου, εσύ, ένας ζωντανός νεκρός σχεδόν, που το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου το χαράμισες στον ύπνο και ροχαλίζεις ξυπνητός και βλέπεις όνειρα διαρκώς με το νου ταραγμένο από αναίτιους φόβους, ανίκανος να βρεις την αιτία του κακού όταν οι έγνοιες σε συνθλίβουν από παντού κι εσύ παραδέρνεις μέσα στις πλάνες του μυαλού σου;»
Ο Φιλόδημος στο Περί θανάτου καταπιάνεται με λογιών-λογιών περιπτώσεις, εύκολες και δύσκολες, π.χ. την περίπτωση όπου θλίβεται κάποιος γιατί καταδικάστηκε άδικα σε θάνατο, ή τον πονάει η σκέψη ότι δεν θα τον θυμάται κανείς, ή ότι θα πεθάνει μακριά από την πατρίδα και τους αγαπημένους του, ή ότι θα πεθάνει άσημος, και πάει λέγοντας.
Λέει ακόμη, μεταξύ αστείου και σοβαρού, για την περίπτωση που κάποιος στεναχωριέται που θα πεθάνει χωρίς ν’ αφήσει απογόνους, και έτσι θα χαθεί το όνομά του (22.10).
«Κοιμήσου ήσυχος, το όνομά σου θα το έχουνε μυριάδες, για να μη πω αμέτρητοι συνονόματοί σου…» (καθεύδειν ἔξεστιν ἐπ’ ἀμφότερα. μυρίων, μᾶλλον δ’ ἀπείρων τοῖς αὐτοῖς ὀνόμασιν προσαγορευθησομένων).
Ή για κάποιον που στεναχωριέται γιατί δεν έχει δικά του παιδιά να αφήσει την περιουσία του, και οι κόποι μιας ζωής θα πάνε σε κάποιους άλλους που θα την κληρονομήσουν (24.1):
«Μα τόσες και τόσες φορές, δεν συμβαίνει να είναι πιο ευχάριστο να αφήνει κάποιος την περιουσία του οπουδήποτε αλλού παρά σε συγκεκριμένα τέκνα!». (Λέει δηλαδή, πού ξέρεις ότι τα παιδιά που θα είχες θα ήταν τόσο εντάξει ώστε να τους αξίζει να σε κληρονομήσουν;). Χώρια που αυτοί οι άλλοι που θα σε κληρονομήσουν μπορεί να μην είναι ούτε φαύλοι ούτε ανάξιοι. (χωρὶς τοῦ μηδὲ φαύλους εἶναι μηδὲ ἀναξίους ἐνίοτε τοὺς κληρονομήσοντας). Αν πάλι είναι παλιάνθρωποι, μπορείς να πάρεις προφυλάξεις και να τα αφήσεις σε καλούς ανθρώπους και σε φίλους. Αν πάλι δεν έχεις τέτοιους, τότε, και μόνο γι’ αυτό το λόγο, είσαι αξιολύπητος, κι όχι επειδή…»– εδώ κόβεται το απόσπασμα, ο πάπυρος είναι κατεστραμμένος.
Μόνο σε δύο περιπτώσεις αναγνωρίζει ότι είναι φυσικό να θλίβεται κανείς που θα πεθάνει. Εδώ μάλιστα έχουμε να κάνουμε με μια εξέλιξη και εκλέπτυνση της θέσης του Επίκουρου ότι ο θάνατος δεν μας αφορά.
Αναγνωρίζει ότι το να αφήνεις πίσω σου γονείς ή παιδιά ή σύζυγο ή άλλους δικούς σου ανθρώπους που θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση (ἐν συμφοραῖς ἐσομένους) ύστερα από τον θάνατό σου ή ότι θα τους λείψουν τα αναγκαία, είναι φυσικότατο (ακριβώς αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί, φυσικώτατον) σε κάθε λογικό άνθρωπο, περισσότερο από καθετί άλλο να φέρνει πόνο και δάκρυα. (Θέματα όπως αυτό, οι Στωικοί τα αντιμετώπιζαν διαφορετικά· η θέση τους συνοψιζόταν στο εξής: Αυτά που σου συμβαίνουν δεν εξαρτώνται από τη βούλησή σου, είναι «ἀπροαίρετα», άρα δεν φέρεις ευθύνη, επομένως δεν σε αφορούν· εφ’ όσον δεν περνάει από το χέρι σου να αλλάξεις την κατάσταση και δεν σου παρέχεται πεδίο ώστε να ασκήσεις την αρετή, δεν έχεις κανένα λόγο να θλίβεσαι…).
Η δεύτερη περίπτωση είναι το να πεθαίνει κάποιος πρόωρα, προτού προλάβει να αφομοιώσει και να ενστερνιστεί την επικούρεια φιλοσοφία. Ο Φιλόδημος παραδέχεται ότι είναι φυσικό να νιώσει κάποιος πόνο αν πρέπει να πεθάνει προτού κατακτήσει την τέλεια ευδαιμονία μέσω της φιλοσοφίας. Αλλά και αφού το πετύχει αυτό, πάλι χρειάζεται κάποιο, μικρό έστω, χρονικό διάστημα: ποσὸν χρόνον ἐπιζήσαντι.
Δεν προσδιορίζει πόσος χρόνος είναι αυτό. Κάποιοι μελετητές πάντως έχουν την άποψη ότι εδώ ο Φ. κάνει ένα είδος παραχώρησης. Φυσικά δεν παρεκκλίνει από την κύρια γραμμή. Κλείνει την πραγματεία του ως εξής:
Φιλόδημος Περί θανάτου (37.18): Το να καταλαβάνεσαι εξ απίνης και να συγκλονίζεσαι όταν ζυγώνει ο θάνατος, θαρρείς και συμβαίνει κάτι απροσδόκητο και παράδοξο, είναι ηλιθιότητα, συμβαίνει όμως έτσι με τον περισσότερο κόσμο, που δεν ξέρει πως ο καθένας άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι πιο δυνατός κι από τους Γίγαντες, ἐφήμερός ἐστιν ως προς τη ζωή και το θάνατο, και του είναι άδηλο, όχι μόνο το αύριο αλλά και η αμέσως επόμενη στιγμή.
Γιατί σε ό,τι αφορά στο θάνατο όλοι μας ἀτείχιστον πόλιν οἰκοῦμεν και τα πάντα είναι γεμάτα από αιτίες που τον προκαλούν – τόσο επειδή τέτοια είναι η φυσική μας σύσταση έτσι αδύναμοι που είμαστε και η ψυχή εύκολα μπορεί να εκπνεύσει, όσο και επειδή το περιβάλλον μας σε συνδυασμό με την τύχη παράγει αναρίθμητα αίτια της διάλυσής μας, και μάλιστα πολύ συχνά σε χρόνο dt (differential of time). Με την ταχύτητα της σκέψης (ἅμα νοήματι).
Βάλε ακόμη και την κακία των ανθρώπων που επιφέρει ακόμη περισσότερα αίτια θανάτου, ένα σωρό, που δυσκολεύεσαι και να τα φανταστείς. Οπότε, εκτός κι αν είσαι κανένας τιποτένιος (εὐτελέστατος), θα σου φανεί παράδοξο όχι το ότι πεθαίνει κάποιος αλλά το ότι μένει ζωντανός για κάποιο χρονικό διάστημα, κι αν μάλιστα φτάσει ως τα γεράματα, θα σου φανεί και αφύσικο. Όμως υπάρχουν κάποιοι τόσο άσχετοι με την ανθρώπινη ζωή (ο Φ. τους λέει πάροικους της ζωής, δηλ. ξένους), κι όχι μόνο απλοί άνθρωποι του λαού αλλά και μεταξύ των λεγομένων φιλοσόφων.
Ο άλλος προγραμματίζει να ζήσει τόσα χρόνια στην Αθήνα για να ικανοποιήσει τη φιλομάθειά του, κι άλλα τόσα για να επισκεφτεί διάφορα μέρη της Ελλάδας και άλλων βαρβαρικών χωρών –όποια μέρη μπορεί να επισκεφθεί τελοσπάντων–, κι άλλα τόσα για διαλέξεις στην πόλη του κλπ. και για τις συναναστροφές του και πάει λέγοντας — και ξαφνικά, αόρατη, κρυμμένη η αναγκαιότητα έρχεται και του αφαιρεί τις μεγάλες ελπίδες.
Όποιος έχει μυαλό όμως, έχοντας ήδη αποκτήσει ό,τι αρκεί για να εξασφαλίζει με αυτάρκεια τον ευδαίμονα βίο, ευθύς αμέσως μετά, στην υπόλοιπη ζωή του περπατάει ἐντεταφιασμένος (ενν. προετοιμασμένος για τον τάφο) κι η κάθε μία μέρα είναι γι’ αυτόν κέρδος ίσο με μια ολόκληρη ζωή· κι όταν τούτη η ημέρα πάει να του αφαιρεθεί, αυτός ούτε εντυπωσιάζεται με τα όσα του συμβαίνουν ούτε τα ακολουθεί σαν κάποιος που υστερεί ως προς τον άριστο βίο, μόνο τραβά μπροστά, έχοντας δεχτεί τον επιπλέον χρόνο που του χαρίστηκε σαν κάποιος που του έλαχε μια σπάνια καλοτυχία και ευχαριστεί –ή ευγνωμονεί– τις περιστάσεις. [Εδώ μπορούμε να παραβάλουμε τον Επίκουρο, την Κύρια Δόξα 20: η διάνοιά μας, έχοντας εκτιμήσει σωστά τον σκοπό και τα όρια του σώματός μας και έχοντας διαλύσει τις ανησυχίες μας περί αιωνιότητας, ετοίμασε την τέλεια ζωή και δεν έχει πια ανάγκη τον άπειρο χρόνο. Δεν αποφεύγει την ηδονή αλλά ούτε, όταν οι περιστάσεις οδηγούν στην έξοδο από τη ζωή και όταν φτάνει στο τέλος της, δεν είναι λειψή ως προς τον άριστο βίο.]
Αντίθετα –συνεχίζει ο Φ.– ο κάθε κηφηνώδης (νωθρός πνευματικά) τύπος, ακόμη κι όταν γεράσει ούτε που αναλογίζεται ότι η ιδιοσυστασία μας είναι φθαρτή και θνητή και το θεωρεί εύλογο να λέμε πως είναι παράδοξο να βλέπουμε ένα γέρο καπετάνιο στα καράβια ή ένα γέροντα τύραννο αλλά όχι παράδοξο γενικά το να βλέπουμε γέρους ζωντανούς. Κι ακόμη κι όταν έχει πέσει επιδημία κι αρρωστήσει, αυτός δεν προσμένει το θάνατο αλλά μες στην γενικότερη σύγχυσή του δεν χάνει την ελπίδα της αθανασίας – και τον βλέπουμε να σκάει απ’ το κακό του για δυο χάλκινα νομίσματα, και να ρίχνει τα θεμέλια κτιρίων που δεν γίνεται να χτιστούν ούτε σε χίλια χρόνια.
Κανείς δεν θα ’λεγε πως τα πάθη αυτά διαφέρουν από το να νομίζουμε πως γυάλινα και κεραμικά σκεύη που τσουγκρίζονται συνεχώς με άλλα από σκληρό μέταλλο θα παραμένουν άθραυστα. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι φανερό πως απωθούν την ιδέα του θανάτου και πως είναι κολλημένοι στη ζωή επειδή τους πιάνει φρίκη με τον θάνατο κι όχι επειδή η ζωή τους είναι γλυκιά.
Κι όταν πια είναι ξεκάθαρη η όψη του θανάτου, τους φαίνεται σαν κάτι παράδοξο, και για το λόγο αυτό δεν αντέχουν ούτε τη διαθήκη τους να γράψουν, νιώθουν περικυκλωμένοι και πως τους βρήκε διπλή συμφορά για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Δημόκριτου. Αντίθετα, όσοι έχουν σώας τας φρένας, ακόμη κι αν για κάποια αιτία δεν βάζουν με το νου τους πως σύντομα θα φτάσουν στο τέρμα της ζωής τους, όταν τελικά βλέπουν καθαρά να ζυγώνει το τέλος, τότε αυτοί, μ’ ένα τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφτεί στους αδαείς (ἀρρήτως τοῖς ἀγνοοῦσιν) διέρχονται –κάνουν μια βαθιά επισκόπηση (περιοδεύσαντες ὀξύτατα, ίσως μπορούμε να το μεταφράσουμε “αναλογίζονται έντονα”) το γεγονός ότι έχουν απολαύσει τα πάντα, όσο και το ότι θα έχουν πλήρη απώλεια αίσθησης με το θάνατο, κι έτσι ξεψυχούν ατρόμητοι…
Ένα πολύ απλό παράδειγμα: αν σου κλέψουν κάτι το οποίο δεν έχει για σένα καμία αξία, δεν θα στεναχωρηθείς – ενώ αν το θεωρείς πολύτιμο θα βυθιστείς στο πένθος ή θα εξοργιστείς, θα μισήσεις τον κλέφτη κλπ. Το θέμα λοιπόν είναι πώς αξιολογείς τα πράγματα· τα αξιολογείς με βάση τις ιδέες σου, άρα τα προβλήματά σου επιδέχονται φιλοσοφική θεραπεία. Αυτά σε χοντρές γραμμές.
[Ανοίγω μια παρένθεση για να επισημάνω πως συχνά χρησιμοποιείται καθ’ υπερβολή η έκφραση «φόβος του θανάτου». Ο φόβος του θανάτου δεν είναι πάντα ο κατάλληλος όρος. Τον χρησιμοποιούμε συμβατικά, αλλά και καταχρηστικά. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για «φόβο», ότι δηλαδή φοβάται κανείς την ώρα εκείνη που θα έρθει ο θάνατος να τον βρει ή φοβάται για το τι μπορεί να επακολουθεί.
Ένα αρχαίο ρήμα, που το χρησιμοποιεί και ο Επίκουρος, είναι το δείδω, δέδια, δεδιέναι – εξ ου και το δέος. Το δέος είναι πιο ευρεία έννοια από τον φόβο. Άλλο είναι να λέμε «σε πιάνει δέος με κάτι» και άλλο ότι απλώς το φοβάσαι. Σε κάποιο σημείο λέει ο Επίκουρος, «Ό,τι δεν σε στενοχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να θλίβεσαι όταν το περιμένεις να έρθει» (προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ). Χρησιμοποιεί τη λέξη λυπῶ.
Ή ας πούμε, μια άλλη επικούρεια έκφραση: ἀνύποπτον ο θάνατος. Το ὕποπτον, είναι αυτό το οποίο (όπως λέει το Λεξικό Liddel-Scott) βλέπουμε κατεβάζοντας τα φρύδια ή πλαγίως: ὅν βλέπει τις καταβιβάζων τὰς ὀφρῦς ἢ πλαγίως – το ρήμα είναι ὑφοράω: στραβοκοιτάω θα λέγαμε σήμερα.
Ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου χρησιμοποιεί πάρα πολύ συχνά τη λέξη δηγμός (πόνος οξύς, δαγκωματιά – σήμερα λέμε, αυτός κάνει δηκτικά σχόλια), καθώς και το ρήμα νύττεσθαι (τρυπώ με αιχμηρό όργανο) – δεν χρησιμοποιεί τον όρο «φόβος του θανάτου».]
Η ιδέα του θανάτου μπορεί να φοβίζει τα μικρά παιδιά και τους θρησκευόμενους που φαντάζονται τιμωρίες μετά θάνατο· στον ενήλικα όμως, εκτός από φόβο προκαλεί απελπισία, λύπη για το ότι ο ίδιος θα αφανιστεί και θα ’ναι ανύπαρκτος για πάντα, άγχος, πόθο για αθανασία και πάει λέγοντας.
Όλοι ξέρουμε τι διαδρομές, τι μονοπάτια μπορούν να ακολουθήσουν μες στο νου μας, τι διαστάσεις μπορούν να αποκτήσουν, τι εμμονές μπορούν να προκαλέσουν –που συχνά δεν βρίσκονται και λόγια να τις περιγράψουν– και πόσο δύσκολο είναι να συμφιλιωθεί κανείς με την ιδέα ότι θα τελειώσει και θα λείψει για πάντα. Και βέβαια, όλοι ξέρουμε πώς δένουν όλα αυτά με τη θρησκευτικότητα και με την ανάγκη για μεταφυσική παρηγοριά. Σε μεγάλο βαθμό οφείλονται σε ένα υπερτροφικό εγώ.
Και υπερτροφικό εγώ δεν έχουν μόνο οι αλαζόνες, οι μεγαλοσχήμονες και οι φαφλατάδες. Θα το βρεις και σε ανθρώπους σεμνούς και χαμηλών τόνων, που αδυνατούν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι ο θάνατος είναι η ώρα όπου θα πρέπει να καλύψεις μια επιταγή που υπογράφηκε τη στιγμή που γεννήθηκες. Ή με την ιδέα πως δεν είσαι παρά ένα μόριο σκόνης μέσα στο σύμπαν, ένα βιολογικό συμβάν μέσα στη φύση ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια άλλα βιολογικά συμβάντα που έχουν υπάρξει και υπάρχουν μέσα στη φύση. Ή απλά να πεις, όπως είπε ο Ιουλιανός ο αυτοκράτορας την ώρα που πέθαινε στα 31 του χρόνια,
«Ήρθε τελικά για μένα η στιγμή, φίλοι μου, ν’ αφήσω αυτή τη ζωή, την οποία επιστρέφω χαρούμενος στη Φύση, σαν τίμιος οφειλέτης».
Ο Ιουλιανός είχε μια –νεοπλατωνικού τύπου– μεταφυσική παρηγοριά. Αντίθετα οι Στωικοί και οι Επικούρειοι δεν είχαν να προσφέρουν μεταφυσική παραμυθία. Η θεραπεία έπρεπε να βασίζεται σε φιλοσοφική/ορθολογική επιχειρηματολογία. Και όφειλε να απαλλάξει το νου από όλα τα παραπάνω εμπόδια που ορθώνονται στο δρόμο για την ευδαιμονία.
Εν πάση περιπτώσει, οι Επικούρειοι αναγνωρίζοντάς τα, όλα τα παραπάνω, ως τα πιο καταστροφικά από τα αρνητικά πάθη, πάσχιζαν απ’ όλες τις μπάντες να τα εξουδετερώσουν. «Σου έχω φράξει όλες τις διόδους», λέει ο επικούρειος Μητρόδωρος. «Πᾶσαν σὴν παρείσδυσιν ἐνέφραξα … (Δηλαδή: δεν τα έχω αφήσει στην τύχη όλα αυτά, και δεν θα μπορέσουν να μπουν μέσα μου να μου φάνε την ψυχή. Δεν είμαι έρμαιο της Τύχης).
«Και σαν έρθει η ώρα να φύγω, θα φτύσω τη ζωή και όσους με ματαιοδοξία προσκολλώνται σ’ αυτήν, θα φύγω απ’ τη ζωή μ’ ένα ωραίο τραγούδι λέγοντας πόσο καλά την έζησα.»
Αυτό προσπαθεί ο Φιλόδημος στην πραγματεία του Περί Θανάτου, αυτό προσπαθεί και ο Λουκρήτιος στο ποίημά του Για τη φύση των πραγμάτων: να «φράξουν όλες τις διόδους».
Η πρωτοτυπία του Λουκρήτιου –αν και το πιο σωστό είναι να πούμε: η εντελώς πρωτοποριακή αντιμετώπιση– του θανάτου, είναι ότι δεν καταγίνεται μόνο με τις συνειδητές έγνοιες μας για το θάνατο, τις θλιβερές σκέψεις που κάνουμε, τις συνειδητές πεποιθήσεις και τις ιδέες που μας διακατέχουν. Αλλά, σε «παγκόσμια πρώτη» θα λέγαμε, άπτονται του υποσυνείδητου. Επιχειρούν να ερμηνεύσουν το «μυστικό κεντρί που κρύβεται μες στην καρδιά» (Λουκρήτιος, Για την φύση των πραγμάτων ΙΙΙ 870).
Ότι οφείλεται στο ότι, ακόμη κι αν πιστεύει κανείς πως ο θάνατος είναι ένα φυσικό γεγονός που ούτως ή άλλως θα συμβεί, και πάλι δε μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα. Σίγουρα μπορούμε να μιλάμε για «παγκόσμια πρώτη», μόνο που δεν ξέρουμε αν αυτή είναι του Επίκουρου, που έζησε 250 χρόνια πριν τον Λουκρήτιο, ή του ίδιου του Λουκρήτιου, ο οποίος ωστόσο στο ποίημά του, όπως λέει και ο ίδιος, ακολουθεί κατά πόδας τον Επίκουρο. Λέει τα εξής:
«… η πλεονεξία κι η τυφλή φιλοδοξία που εξωθούν τους δύστυχους ανθρώπους να καταπατούν το νόμο, και να πασχίζουν μέρα-νύχτα ν’ αναρριχηθούν στην κορυφή της εξουσίας – τούτες τις πληγές της ζωής, όχι λίγες φορές, τις τρέφει ο φόβος του θανάτου».
Ή πάλι:
«Σπρωγμένοι απ’ αυτόν τον αβάσιμο φόβο, αυγατίζουν το βιός τους με το αίμα των συμπολιτών τους και άπληστοι διπλασιάζουν τα πλούτη τους» (Λουκρ. ΙΙΙ 75)
Κι αυτό γιατί, όπως ακριβώς λέει ο Λουκρήτιος, η συσσώρευση πλούτου κάνει τον κάτοχό του να νιώθει πως παίρνει κάποια απόσταση από το θάνατο ενώ «η μαύρη φτώχεια, αταίριαστη με τη σίγουρη ζωή, μοιάζει να βρίσκεται πιο σιμά στο θάνατο» (ΙΙΙ.59-67). Όλα αυτά είναι ψυχολογικές ερμηνείες που αφορούν στον τρόπο που δρα το υποσυνείδητο. Ένα άλλο, πιο γνωστό απόσπασμα:
«Κάποιον που σκυλοβαριέται να μένει μες στο σπίτι τον βλέπεις να βγαίνει έξω συχνά· και ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καθόλου καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, οδηγώντας ξέφρενα την άμαξα με τ’ άλογά του, θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και τρέχει να προλάβει». [Συχνά κι εμείς τα καλοκαίρια καθ’ οδόν προς Χαλκιδική βλέπουμε τον άλλο να γκαζώνει στα 130 χλμ την ώρα για να φτάσει στο εξοχικό του, ενώ θα μπορούσε να πηγαίνει με 80]. Και συνεχίζει ο Λ. «Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να βαριέται και να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο ή πάλι ξεκινά να φύγει γιατί βιάζεται να επιστρέψει στην πόλη.
»Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αίτιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέλουν, και διαρκώς ζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έτσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους.
»Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του· μα παρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύσει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί· κι αυτό γιατί είναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του· γιατί αν την έβλεπε, θα παρατούσε όλα τ’ άλλα και θα φρόντιζε πάνω απ’ όλα να κατανοήσει τη φύση των πραγμάτων».
Με τέτοιες λεπτές ψυχολογικές ερμηνείες και διαγνώσεις που συσχετίζουν με την ιδέα του θανάτου ένα μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων, o μαθητής αποκτά μια επίγνωση, κι αυτό είναι ήδη ένα βήμα προόδου προς τη θεραπεία.
Για τη θεραπεία, οι Επικούρειοι επιστρατεύουν μια μεγάλη γκάμα επιχειρημάτων (άλλοτε η επιχειρηματολογία έχει αυστηρώς ορθολογικό χαρακτήρα, άλλοτε πάλι χρησιμοποιεί ρητορικά και λογοτεχνικά σχήματα). Δεν επιτρέπει η οικονομία αυτής της ομιλίας να τα παραθέσουμε, πόσο μάλλον να τα αναπτύξουμε.
Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ένα από αυτά, το λεγόμενο «επιχείρημα της συμμετρίας»:
Αιώνες, άπειρο χρόνο προτού γεννηθούμε, δεν υπήρχαμε, και δεν μας πείραζε καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαμε. Το ίδιο, και μετά το θάνατό μας, δεν θα υπάρχουμε και δεν θα μας πειράζει καθόλου αυτό, ακριβώς επειδή πάλι δεν θα υπάρχουμε.
Ή πάλι, μια ρητορικού χαρακτήρα επιχειρηματολογία που μας προτρέπει να αναλογιστούμε το θάνατο τόσων και τόσων σπουδαίων ανθρώπων συγκρίνοντας τον εαυτό μας με τους ανθρώπους αυτούς. Λέει για παράδειγμα ο Λουκρήτιος:
«Ακόμη κι ο Επίκουρος, σαν έφτασε το φως της ζήσης του στο τέρμα, πέθανε κι αυτός – αυτός που με το πνεύμα του ξεπέρασε τους πάντες κι έσβησε όλους τους σοφούς, σαν ήλιος που ανατέλλει και σβήνει τ’ αστέρια. Ποιος είσαι εσύ που θ’ απορήσεις και θ’ αγανακτήσεις για το θάνατό σου, εσύ, ένας ζωντανός νεκρός σχεδόν, που το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σου το χαράμισες στον ύπνο και ροχαλίζεις ξυπνητός και βλέπεις όνειρα διαρκώς με το νου ταραγμένο από αναίτιους φόβους, ανίκανος να βρεις την αιτία του κακού όταν οι έγνοιες σε συνθλίβουν από παντού κι εσύ παραδέρνεις μέσα στις πλάνες του μυαλού σου;»
Ο Φιλόδημος στο Περί θανάτου καταπιάνεται με λογιών-λογιών περιπτώσεις, εύκολες και δύσκολες, π.χ. την περίπτωση όπου θλίβεται κάποιος γιατί καταδικάστηκε άδικα σε θάνατο, ή τον πονάει η σκέψη ότι δεν θα τον θυμάται κανείς, ή ότι θα πεθάνει μακριά από την πατρίδα και τους αγαπημένους του, ή ότι θα πεθάνει άσημος, και πάει λέγοντας.
Λέει ακόμη, μεταξύ αστείου και σοβαρού, για την περίπτωση που κάποιος στεναχωριέται που θα πεθάνει χωρίς ν’ αφήσει απογόνους, και έτσι θα χαθεί το όνομά του (22.10).
«Κοιμήσου ήσυχος, το όνομά σου θα το έχουνε μυριάδες, για να μη πω αμέτρητοι συνονόματοί σου…» (καθεύδειν ἔξεστιν ἐπ’ ἀμφότερα. μυρίων, μᾶλλον δ’ ἀπείρων τοῖς αὐτοῖς ὀνόμασιν προσαγορευθησομένων).
Ή για κάποιον που στεναχωριέται γιατί δεν έχει δικά του παιδιά να αφήσει την περιουσία του, και οι κόποι μιας ζωής θα πάνε σε κάποιους άλλους που θα την κληρονομήσουν (24.1):
«Μα τόσες και τόσες φορές, δεν συμβαίνει να είναι πιο ευχάριστο να αφήνει κάποιος την περιουσία του οπουδήποτε αλλού παρά σε συγκεκριμένα τέκνα!». (Λέει δηλαδή, πού ξέρεις ότι τα παιδιά που θα είχες θα ήταν τόσο εντάξει ώστε να τους αξίζει να σε κληρονομήσουν;). Χώρια που αυτοί οι άλλοι που θα σε κληρονομήσουν μπορεί να μην είναι ούτε φαύλοι ούτε ανάξιοι. (χωρὶς τοῦ μηδὲ φαύλους εἶναι μηδὲ ἀναξίους ἐνίοτε τοὺς κληρονομήσοντας). Αν πάλι είναι παλιάνθρωποι, μπορείς να πάρεις προφυλάξεις και να τα αφήσεις σε καλούς ανθρώπους και σε φίλους. Αν πάλι δεν έχεις τέτοιους, τότε, και μόνο γι’ αυτό το λόγο, είσαι αξιολύπητος, κι όχι επειδή…»– εδώ κόβεται το απόσπασμα, ο πάπυρος είναι κατεστραμμένος.
Μόνο σε δύο περιπτώσεις αναγνωρίζει ότι είναι φυσικό να θλίβεται κανείς που θα πεθάνει. Εδώ μάλιστα έχουμε να κάνουμε με μια εξέλιξη και εκλέπτυνση της θέσης του Επίκουρου ότι ο θάνατος δεν μας αφορά.
Αναγνωρίζει ότι το να αφήνεις πίσω σου γονείς ή παιδιά ή σύζυγο ή άλλους δικούς σου ανθρώπους που θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση (ἐν συμφοραῖς ἐσομένους) ύστερα από τον θάνατό σου ή ότι θα τους λείψουν τα αναγκαία, είναι φυσικότατο (ακριβώς αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί, φυσικώτατον) σε κάθε λογικό άνθρωπο, περισσότερο από καθετί άλλο να φέρνει πόνο και δάκρυα. (Θέματα όπως αυτό, οι Στωικοί τα αντιμετώπιζαν διαφορετικά· η θέση τους συνοψιζόταν στο εξής: Αυτά που σου συμβαίνουν δεν εξαρτώνται από τη βούλησή σου, είναι «ἀπροαίρετα», άρα δεν φέρεις ευθύνη, επομένως δεν σε αφορούν· εφ’ όσον δεν περνάει από το χέρι σου να αλλάξεις την κατάσταση και δεν σου παρέχεται πεδίο ώστε να ασκήσεις την αρετή, δεν έχεις κανένα λόγο να θλίβεσαι…).
Η δεύτερη περίπτωση είναι το να πεθαίνει κάποιος πρόωρα, προτού προλάβει να αφομοιώσει και να ενστερνιστεί την επικούρεια φιλοσοφία. Ο Φιλόδημος παραδέχεται ότι είναι φυσικό να νιώσει κάποιος πόνο αν πρέπει να πεθάνει προτού κατακτήσει την τέλεια ευδαιμονία μέσω της φιλοσοφίας. Αλλά και αφού το πετύχει αυτό, πάλι χρειάζεται κάποιο, μικρό έστω, χρονικό διάστημα: ποσὸν χρόνον ἐπιζήσαντι.
Δεν προσδιορίζει πόσος χρόνος είναι αυτό. Κάποιοι μελετητές πάντως έχουν την άποψη ότι εδώ ο Φ. κάνει ένα είδος παραχώρησης. Φυσικά δεν παρεκκλίνει από την κύρια γραμμή. Κλείνει την πραγματεία του ως εξής:
Φιλόδημος Περί θανάτου (37.18): Το να καταλαβάνεσαι εξ απίνης και να συγκλονίζεσαι όταν ζυγώνει ο θάνατος, θαρρείς και συμβαίνει κάτι απροσδόκητο και παράδοξο, είναι ηλιθιότητα, συμβαίνει όμως έτσι με τον περισσότερο κόσμο, που δεν ξέρει πως ο καθένας άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι πιο δυνατός κι από τους Γίγαντες, ἐφήμερός ἐστιν ως προς τη ζωή και το θάνατο, και του είναι άδηλο, όχι μόνο το αύριο αλλά και η αμέσως επόμενη στιγμή.
Γιατί σε ό,τι αφορά στο θάνατο όλοι μας ἀτείχιστον πόλιν οἰκοῦμεν και τα πάντα είναι γεμάτα από αιτίες που τον προκαλούν – τόσο επειδή τέτοια είναι η φυσική μας σύσταση έτσι αδύναμοι που είμαστε και η ψυχή εύκολα μπορεί να εκπνεύσει, όσο και επειδή το περιβάλλον μας σε συνδυασμό με την τύχη παράγει αναρίθμητα αίτια της διάλυσής μας, και μάλιστα πολύ συχνά σε χρόνο dt (differential of time). Με την ταχύτητα της σκέψης (ἅμα νοήματι).
Βάλε ακόμη και την κακία των ανθρώπων που επιφέρει ακόμη περισσότερα αίτια θανάτου, ένα σωρό, που δυσκολεύεσαι και να τα φανταστείς. Οπότε, εκτός κι αν είσαι κανένας τιποτένιος (εὐτελέστατος), θα σου φανεί παράδοξο όχι το ότι πεθαίνει κάποιος αλλά το ότι μένει ζωντανός για κάποιο χρονικό διάστημα, κι αν μάλιστα φτάσει ως τα γεράματα, θα σου φανεί και αφύσικο. Όμως υπάρχουν κάποιοι τόσο άσχετοι με την ανθρώπινη ζωή (ο Φ. τους λέει πάροικους της ζωής, δηλ. ξένους), κι όχι μόνο απλοί άνθρωποι του λαού αλλά και μεταξύ των λεγομένων φιλοσόφων.
Ο άλλος προγραμματίζει να ζήσει τόσα χρόνια στην Αθήνα για να ικανοποιήσει τη φιλομάθειά του, κι άλλα τόσα για να επισκεφτεί διάφορα μέρη της Ελλάδας και άλλων βαρβαρικών χωρών –όποια μέρη μπορεί να επισκεφθεί τελοσπάντων–, κι άλλα τόσα για διαλέξεις στην πόλη του κλπ. και για τις συναναστροφές του και πάει λέγοντας — και ξαφνικά, αόρατη, κρυμμένη η αναγκαιότητα έρχεται και του αφαιρεί τις μεγάλες ελπίδες.
Όποιος έχει μυαλό όμως, έχοντας ήδη αποκτήσει ό,τι αρκεί για να εξασφαλίζει με αυτάρκεια τον ευδαίμονα βίο, ευθύς αμέσως μετά, στην υπόλοιπη ζωή του περπατάει ἐντεταφιασμένος (ενν. προετοιμασμένος για τον τάφο) κι η κάθε μία μέρα είναι γι’ αυτόν κέρδος ίσο με μια ολόκληρη ζωή· κι όταν τούτη η ημέρα πάει να του αφαιρεθεί, αυτός ούτε εντυπωσιάζεται με τα όσα του συμβαίνουν ούτε τα ακολουθεί σαν κάποιος που υστερεί ως προς τον άριστο βίο, μόνο τραβά μπροστά, έχοντας δεχτεί τον επιπλέον χρόνο που του χαρίστηκε σαν κάποιος που του έλαχε μια σπάνια καλοτυχία και ευχαριστεί –ή ευγνωμονεί– τις περιστάσεις. [Εδώ μπορούμε να παραβάλουμε τον Επίκουρο, την Κύρια Δόξα 20: η διάνοιά μας, έχοντας εκτιμήσει σωστά τον σκοπό και τα όρια του σώματός μας και έχοντας διαλύσει τις ανησυχίες μας περί αιωνιότητας, ετοίμασε την τέλεια ζωή και δεν έχει πια ανάγκη τον άπειρο χρόνο. Δεν αποφεύγει την ηδονή αλλά ούτε, όταν οι περιστάσεις οδηγούν στην έξοδο από τη ζωή και όταν φτάνει στο τέλος της, δεν είναι λειψή ως προς τον άριστο βίο.]
Αντίθετα –συνεχίζει ο Φ.– ο κάθε κηφηνώδης (νωθρός πνευματικά) τύπος, ακόμη κι όταν γεράσει ούτε που αναλογίζεται ότι η ιδιοσυστασία μας είναι φθαρτή και θνητή και το θεωρεί εύλογο να λέμε πως είναι παράδοξο να βλέπουμε ένα γέρο καπετάνιο στα καράβια ή ένα γέροντα τύραννο αλλά όχι παράδοξο γενικά το να βλέπουμε γέρους ζωντανούς. Κι ακόμη κι όταν έχει πέσει επιδημία κι αρρωστήσει, αυτός δεν προσμένει το θάνατο αλλά μες στην γενικότερη σύγχυσή του δεν χάνει την ελπίδα της αθανασίας – και τον βλέπουμε να σκάει απ’ το κακό του για δυο χάλκινα νομίσματα, και να ρίχνει τα θεμέλια κτιρίων που δεν γίνεται να χτιστούν ούτε σε χίλια χρόνια.
Κανείς δεν θα ’λεγε πως τα πάθη αυτά διαφέρουν από το να νομίζουμε πως γυάλινα και κεραμικά σκεύη που τσουγκρίζονται συνεχώς με άλλα από σκληρό μέταλλο θα παραμένουν άθραυστα. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι είναι φανερό πως απωθούν την ιδέα του θανάτου και πως είναι κολλημένοι στη ζωή επειδή τους πιάνει φρίκη με τον θάνατο κι όχι επειδή η ζωή τους είναι γλυκιά.
Κι όταν πια είναι ξεκάθαρη η όψη του θανάτου, τους φαίνεται σαν κάτι παράδοξο, και για το λόγο αυτό δεν αντέχουν ούτε τη διαθήκη τους να γράψουν, νιώθουν περικυκλωμένοι και πως τους βρήκε διπλή συμφορά για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Δημόκριτου. Αντίθετα, όσοι έχουν σώας τας φρένας, ακόμη κι αν για κάποια αιτία δεν βάζουν με το νου τους πως σύντομα θα φτάσουν στο τέρμα της ζωής τους, όταν τελικά βλέπουν καθαρά να ζυγώνει το τέλος, τότε αυτοί, μ’ ένα τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφτεί στους αδαείς (ἀρρήτως τοῖς ἀγνοοῦσιν) διέρχονται –κάνουν μια βαθιά επισκόπηση (περιοδεύσαντες ὀξύτατα, ίσως μπορούμε να το μεταφράσουμε “αναλογίζονται έντονα”) το γεγονός ότι έχουν απολαύσει τα πάντα, όσο και το ότι θα έχουν πλήρη απώλεια αίσθησης με το θάνατο, κι έτσι ξεψυχούν ατρόμητοι…
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ
ΔΗΜ πρ 6.1–2
ΔΗΜ πρ 6.1–2
Πού στοχεύουν οι ρήτορες που περιορίζονται σε κατηγορίες και δεν εστιάζουν στην ουσία των συζητούμενων προβλημάτων
[1] Πολλῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λόγων εἰρημένων παρὰ
πάντων τῶν συμβεβουλευκότων, οὐδὲν ὑμᾶς νῦν ὁρῶ ὄντας
ἐγγυτέρω τοῦ τί πρακτέον ηὑρῆσθαι ἢ πρὶν εἰς τὴν ἐκκλη-
σίαν ἀναβῆναι. αἴτιον δὲ τούτου ταὔθ’ ὅπερ οἶμαι τοῦ
κακῶς ἔχειν τὰ ὅλα· οὐ γὰρ παραινοῦσιν ὑμῖν ὑπὲρ τῶν
παρόντων οἱ λέγοντες, ἀλλ’ ἑαυτῶν κατηγοροῦσι καὶ λοιδο-
ροῦνται, ὡς μὲν ἐγὼ κρίνω, συνεθίζοντες ὑμᾶς ἄνευ κρίσεως,
ὅσων εἰσὶν αἴτιοι κακῶν, ἀκούειν, ἵν’ ἄν ποτ’ ἄρ’ εἰς ἀγῶνα
καθιστῶνται, μηδὲν ἡγούμενοι καινὸν ἀκούειν, ἀλλ’ ὑπὲρ ὧν
ὤργισθε πολλάκις, πραότεροι δικασταὶ καὶ κριταὶ γίγνησθε
τῶν πεπραγμένων αὐτοῖς. [2] τὴν μὲν οὖν αἰτίαν δι’ ἣν ταῦτα
ποιοῦσιν, ἴσως ἀνόητον ἀκριβῶς ζητεῖν [εἴη ἂν] ἐν τῷ παρόντι·
ὅτι δ’ ὑμῖν οὐχὶ συμφέρει, διὰ τοῦτ’ ἐπιτιμῶ. ἐγὼ δ’ οὔτε
κατηγορήσω τήμερον οὐδενός, οὔθ’ ὑποσχήσομαι τοιοῦτ’
οὐδὲν ὃ μὴ παραχρῆμ’ ἐπιδείξω, οὐδ’ ὅλως τῶν αὐτῶν τούτοις
οὐδὲν ποιήσω· ἀλλ’ ἃ βέλτιστα μὲν τοῖς πράγμασιν, συμφέ-
ροντα δὲ τοῖς βουλευομένοις ὑμῖν ἡγοῦμαι, ταῦθ’ ὡς ἂν
δύνωμαι διὰ βραχυτάτων εἰπὼν καταβήσομαι.
[1] Πολλῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, λόγων εἰρημένων παρὰ
πάντων τῶν συμβεβουλευκότων, οὐδὲν ὑμᾶς νῦν ὁρῶ ὄντας
ἐγγυτέρω τοῦ τί πρακτέον ηὑρῆσθαι ἢ πρὶν εἰς τὴν ἐκκλη-
σίαν ἀναβῆναι. αἴτιον δὲ τούτου ταὔθ’ ὅπερ οἶμαι τοῦ
κακῶς ἔχειν τὰ ὅλα· οὐ γὰρ παραινοῦσιν ὑμῖν ὑπὲρ τῶν
παρόντων οἱ λέγοντες, ἀλλ’ ἑαυτῶν κατηγοροῦσι καὶ λοιδο-
ροῦνται, ὡς μὲν ἐγὼ κρίνω, συνεθίζοντες ὑμᾶς ἄνευ κρίσεως,
ὅσων εἰσὶν αἴτιοι κακῶν, ἀκούειν, ἵν’ ἄν ποτ’ ἄρ’ εἰς ἀγῶνα
καθιστῶνται, μηδὲν ἡγούμενοι καινὸν ἀκούειν, ἀλλ’ ὑπὲρ ὧν
ὤργισθε πολλάκις, πραότεροι δικασταὶ καὶ κριταὶ γίγνησθε
τῶν πεπραγμένων αὐτοῖς. [2] τὴν μὲν οὖν αἰτίαν δι’ ἣν ταῦτα
ποιοῦσιν, ἴσως ἀνόητον ἀκριβῶς ζητεῖν [εἴη ἂν] ἐν τῷ παρόντι·
ὅτι δ’ ὑμῖν οὐχὶ συμφέρει, διὰ τοῦτ’ ἐπιτιμῶ. ἐγὼ δ’ οὔτε
κατηγορήσω τήμερον οὐδενός, οὔθ’ ὑποσχήσομαι τοιοῦτ’
οὐδὲν ὃ μὴ παραχρῆμ’ ἐπιδείξω, οὐδ’ ὅλως τῶν αὐτῶν τούτοις
οὐδὲν ποιήσω· ἀλλ’ ἃ βέλτιστα μὲν τοῖς πράγμασιν, συμφέ-
ροντα δὲ τοῖς βουλευομένοις ὑμῖν ἡγοῦμαι, ταῦθ’ ὡς ἂν
δύνωμαι διὰ βραχυτάτων εἰπὼν καταβήσομαι.
***
[1] Καίτοι έχουν λεχθή, άνδρες Αθηναίοι, πολλοί λόγοι από όλους όσοι σας έχουν συμβουλεύσει, νομίζω ότι σεις δεν είσθε καθόλου πλησιέστερον προς το να έχη ευρεθή το τι πρέπει να πράξετε παρά πριν συγκεντρωθήτε εις αυτήν την συνέλευσιν. Αίτιον δε τούτου είναι το ίδιον, το οποίον νομίζω είναι αιτία τού να έχουν όλα κακώς· δηλαδή δεν σας συμβουλεύουν οι λέγοντες περί των παρόντων, αλλά κατηγορούν και υβρίζουν ο ένας τον άλλον, όπως μεν εγώ νομίζω, συνηθίζοντες υμάς να ακούετε άνευ κρίσεως πόσων κακών αυτοί είναι αίτιοι, ίνα, εάν κάποτε περιέλθουν εις δικαστικόν αγώνα, νομίζοντες ότι δεν ακούετε τίποτε νέον, αλλά εκείνα διά τα οποία πολλάκις οργίζεσθε, γίνεσθε πραότεροι δικασταί και κριταί των πράξεων αυτών. [2] Την μεν λοιπόν αιτίαν, διά την οποίαν πράττουν ταύτα, ίσως θα είναι ανόητον εις την παρούσαν περίστασιν να αναζητώ να εύρω· ότι δε δεν σας συμφέρουν αι πράξεις των, διά τούτο κατηγορώ τους ρήτορας. Εγώ όμως ούτε θα κατηγορήσω κανένα σήμερον, ούτε θα δώσω καμμίαν τοιαύτην υπόσχεσιν, την οποίαν δεν θα εκπληρώσω αμέσως, εν γένει δε δεν θα πράξω τίποτε όμοιον με αυτούς, αλλά θα κατέλθω από το βήμα, αφού σας είπω συντομώτατα εκείνους τους λόγους, οι οποίοι είναι άριστοι εις τας υποθέσεις σας και συμφέροντες εις σας που συσκέπτεσθε.
Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (10.496-10.574)
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμοί γε κατεκλάσθη φίλον ἦτορ·
θρηνούσα καθισμένος στο κρεβάτι της, δεν ήθελε η ψυχή μου
άλλο να ζω, και πώς να δω το φως του ήλιου!
Και μόνο όταν, σαν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πια το κλάμα μου,
500 πήρα τον λόγο και τη ρώτησα:
«Ω Κίρκη, ποιος του δρόμου μας θα γίνει κυβερνήτης;
Γιατί θαρρώ στον Άδη, ως τώρα, άλλος κανείς δεν έφτασε
με μελανό καράβι.»
Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
να μη σε βασανίζει ποιος θα κυβερνήσει το καράβι σου·
να στήσεις μόνο το κατάρτι, να ανοίξεις τα λευκά πανιά,
και φτάνει· το πλοίο θα αρμενίσει με του βοριά το φύσημα.
Κι όταν με το καράβι σου περάσεις πέρα ως πέρα τον Ωκεανό,
όπου θα δεις μια χαμηλήν ακτή κι άλση της Περσεφόνης,
510 με σκούρες και μεγάλες λεύκες, ιτιές που δεν προφταίνουν να καρπίσουν,
εκεί εμπιστεύσου το πλεούμενο στον ίδιο τον Ωκεανό,
με τις βαθιές του δίνες· εσύ τον δρόμο τράβηξε
για το άραχλο παλάτι του Άδη.
Κάπου συμβάλλουν στον Αχέροντα δυο ποταμοί,
Πυριφλεγέθων και Κωκυτός — τρέχει κι αυτός απ᾽ το νερό της Στύγας·
είναι ένας βράχος μεσιανός εκεί, που πάνω του χτυπούν τα δυο ποτάμια,
σμίγοντας μεταξύ τους με δούπο τρομερό.
Όταν, γενναίε μου, χωθείς εκεί, όσο μπορείς πιο μέσα,
καθώς σου παραγγέλλω,
σκάψε ένα λάκκο ως έναν πήχη, απ᾽ όλες τις μεριές,
και γύρω γύρω τις χοές σου πρόσφερε σ᾽ όλους τους πεθαμένους·
μέλι και γάλα πρώτα, μετά γλυκό κρασί, τέλος νερό· και πάνω εκεί
520 πασπάλισε λευκό κριθάλευρο.
Δεήσου τότε στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών πως,
όταν φτάσεις στην Ιθάκη, μιαν αγελάδα στείρα, την καλύτερη,
θα θυσιάσεις στο παλάτι, ρίχνοντας στην πυρά
πάμπολλα δώρα και λαμπρά·
στον Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο τραγί πως θα προσφέρεις,
μόνο σ᾽ αυτόν, να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πρόβατά σου.
Κι όταν με τις ευχές σου λιτανεύσεις το σμάρι των διάσημων νεκρών,
σφάξε κριάρι αρσενικό και προβατίνα μαύρη, προσέχοντας
να βλέπει το κεφάλι τους στο Έρεβος· ο ίδιος όμως, το μάτι σου από κει
αποστρέφοντας, κοίταζε τις ροές του ποταμού.
530 Θα φτάσουν τότε οι πολλές ψυχές των πεθαμένων που αφανίστηκαν.
Την ώρα εκείνη κίνησε τους συντρόφους σου, παράγγειλέ τους,
τα σφάγια που θα κείτονται στο χώμα, θανατωμένα από τον άσπλαχνο
χαλκό, να γδάρουν και να κάψουν, ενώ προς τους θεούς θα δέονται,
τον ακατάλυτο Άδη, την τρομερή την Περσεφόνη.
Ο ίδιος, το σπαθί τραβώντας από τον μηρό σου, μείνε εκεί
αμετακίνητος, και μην αφήσεις των νεκρών τα αδύναμα κεφάλια
να σκύψουν στο αίμα, προτού τον Τειρεσία ρωτήσεις να σου πει.
Γιατί θα φτάσει ο μάντης πάραυτα, για χάρη σου, αρχηγέ,
να σου εξηγήσει την οδό, του δρόμου σου τα μέτρα,
540 τον νόστο σου, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγο.»
Μιλώντας, πρόβαλε σε λίγο, πάνω σε θρόνο ολόχρυσο, η Αυγή.
Γύρω μου τότε η Κίρκη πέρασε χλαμύδα, μου φόρεσε και τον χιτώνα.
Η ίδια η νύμφη ντύθηκε φόρεμα μακρύ, αστραφτερό,
λεπτό, χαριτωμένο· ζώνει τη μέση της μ᾽ όμορφη ζώνη
ολόχρυση, έριξε στο κεφάλι της μαντίλα.
Κι εγώ, περνώντας από κάμαρη σε κάμαρη, παρακινούσα τους συντρόφους,
μιλώντας με μειλίχια λόγια, από κοντά και στον καθένα χωριστά:
«Πια μην κοιμάστε, δοσμένοι στον γλυκύ σας ύπνο·
ώρα να φύγουμε· το πού και πώς, μου τα εξήγησε η σεβάσμια Κίρκη.»
550 Έτσι τους μίλησα, και συγκατένευσε στα λόγια μου περήφανη η ψυχή τους.
Όμως δεν ήταν το γραφτό μου ούτε από κει να πάρω
τους συντρόφους άβλαβους.
Κάποιος Ελπήνωρ, ο πιο νέος απ᾽ όλους, μήτε στη μάχη και πολύ
γενναίος, μήτε και στο μυαλό του τόσο γνωστικός,
αυτός λοιπόν, γυρεύοντας δροσιά, πήγε και πλάγιασε, παράμερα
από τους άλλους μου συντρόφους,
στο δώμα επάνω του ιερού σπιτιού της Κίρκης,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το πολύ κρασί.
Τότε, ακούγοντας θόρυβο και φωνές των άλλων που κινούσαν,
πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο ξαφνιασμένος και, παραζαλισμένος, χάνει
τον δρόμο του, που θα κατέβαινε πάλι τη σκάλα την ψηλή·
από τη στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε με το κεφάλι, σύντριψε
του λαιμού τους αστραγάλους, κι ευθύς κατέβηκε
560 στον Άδη η ψυχή του.
Στο μεταξύ, μόλις οι σύντροφοί μου συναθροίστηκαν, εγώ τους μίλησα:
«Ίσως και να φαντάζεστε πως ξεκινούμε για το σπίτι,
για τη γλυκιά πατρίδα· η Κίρκη ωστόσο μας συμβούλευσε τον άλλο δρόμο,
προς το παλάτι του Άδη, της φοβερής της Περσεφόνης,
να πάρουμε χρησμό απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.»
Ακούγοντας τον λόγο μου, σπάραξε η φτωχή καρδιά τους·
κάθονται κάτω, στήνουν θρήνο γοερό, τραβούσαν τα μακριά μαλλιά τους,
όμως το τόσο κλάμα τους δεν έφερνε όφελος κανένα.
Κι όσο εμείς κινούσαμε να φτάσουμε στο γρήγορο καράβι,
570 στο περιγιάλι της θαλάσσης, με την καρδιά βαριά, χύνοντας μαύρο δάκρυ,
πρόλαβε η Κίρκη, έφτασε πρώτη, κι έδεσε
στο μαύρο πλοίο πρόβατο μαύρο θηλυκό — εύκολα, πολύ εύκολα
μας είχε προσπεράσει. Ποιος θα μπορούσε αλήθεια ένα θεό,
αν δεν το θέλει ο ίδιος, με τα θνητά του μάτια κάποιος να τον δει,
όταν αυτός εδώ κι εκεί κυκλοφορεί αθέατος;
κλαῖον δ᾽ ἐν λεχέεσσι καθήμενος, οὐδέ νύ μοι κῆρ
ἤθελ᾽ ἔτι ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κλαίων τε κυλινδόμενός τ᾽ ἐκορέσθην,
500 καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«Ὦ Κίρκη, τίς γὰρ ταύτην ὁδὸν ἡγεμονεύσει;
εἰς Ἄϊδος δ᾽ οὔ πώ τις ἀφίκετο νηῒ μελαίνῃ.»
Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
505 μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ παρὰ νηῒ μελέσθω,
ἱστὸν δὲ στήσας ἀνά θ᾽ ἱστία λευκὰ πετάσσας
ἧσθαι· τὴν δέ κέ τοι πνοιὴ Βορέαο φέρῃσιν.
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δὴ νηῒ δι᾽ Ὠκεανοῖο περήσῃς,
ἔνθ᾽ ἀκτή τε λάχεια καὶ ἄλσεα Περσεφονείης,
510 μακραί τ᾽ αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι,
νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι ἐπ᾽ Ὠκεανῷ βαθυδίνῃ,
αὐτὸς δ᾽ εἰς Ἀΐδεω ἰέναι δόμον εὐρώεντα.
ἔνθα μὲν εἰς Ἀχέροντα Πυριφλεγέθων τε ῥέουσι
Κώκυτός θ᾽, ὃς δὴ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ,
515 πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμῶν ἐριδούπων·
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽, ἥρως, χριμφθεὶς πέλας, ὥς σε κελεύω,
βόθρον ὀρύξαι ὅσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἀμφ᾽ αὐτῷ δὲ χοὴν χεῖσθαι πᾶσιν νεκύεσσι,
πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ,
520 τὸ τρίτον αὖθ᾽ ὕδατι· ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ παλύνειν.
πολλὰ δὲ γουνοῦσθαι νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη,
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ᾽ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ᾽ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
525 παμμέλαν᾽, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ὑμετέροισιν.
αὐτὰρ ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ κλυτὰ ἔθνεα νεκρῶν,
ἔνθ᾽ ὄϊν ἀρνειὸν ῥέζειν θῆλύν τε μέλαιναν
εἰς Ἔρεβος στρέψας, αὐτὸς δ᾽ ἀπονόσφι τραπέσθαι
ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων· ἔνθα δὲ πολλαὶ
530 ψυχαὶ ἐλεύσονται νεκύων κατατεθνηώτων.
δὴ τότ᾽ ἔπειθ᾽ ἑτάροισιν ἐποτρῦναι καὶ ἀνῶξαι
μῆλα, τὰ δὴ κατάκειτ᾽ ἐσφαγμένα νηλέϊ χαλκῷ,
δείραντας κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν,
ἰφθίμῳ τ᾽ Ἀΐδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ·
535 αὐτὸς δὲ ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ
ἧσθαι, μηδὲ ἐᾶν νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα
αἵματος ἆσσον ἴμεν πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι.
ἔνθα τοι αὐτίκα μάντις ἐλεύσεται, ὄρχαμε λαῶν,
ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου
540 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτίκα δὲ χρυσόθρονος ἤλυθεν Ἠώς.
ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν·
αὐτὴ δ᾽ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη,
λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετ᾽ ἰξυῖ
545 καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δ᾽ ἐπέθηκε καλύπτρην.
αὐτὰρ ἐγὼ διὰ δώματ᾽ ἰὼν ὄτρυνον ἑταίρους
μειλιχίοις ἐπέεσσι παρασταδὸν ἄνδρα ἕκαστον·
«Μηκέτι νῦν εὕδοντες ἀωτεῖτε γλυκὺν ὕπνον,
ἀλλ᾽ ἴομεν· δὴ γάρ μοι ἐπέφραδε πότνια Κίρκη.»
550 Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἔνθεν περ ἀπήμονας ἦγον ἑταίρους.
Ἐλπήνωρ δέ τις ἔσκε νεώτατος, οὔτε τι λίην
ἄλκιμος ἐν πολέμῳ οὔτε φρεσὶν ᾗσιν ἀρηρώς,
ὅς μοι ἄνευθ᾽ ἑτάρων ἱεροῖς ἐν δώμασι Κίρκης
555 ψύχεος ἱμείρων, κατελέξατο οἰνοβαρείων·
κινυμένων δ᾽ ἑτάρων ὅμαδον καὶ δοῦπον ἀκούσας
ἐξαπίνης ἀνόρουσε καὶ ἐκλάθετο φρεσὶν ᾗσιν
ἄψορρον καταβῆναι ἰὼν ἐς κλίμακα μακρήν,
ἀλλὰ καταντικρὺ τέγεος πέσεν· ἐκ δέ οἱ αὐχὴν
560 ἀστραγάλων ἐάγη, ψυχὴ δ᾽ Ἄϊδόσδε κατῆλθεν.
ἐρχομένοισι δὲ τοῖσιν ἐγὼ μετὰ μῦθον ἔειπον·
«Φάσθε νύ που οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
ἔρχεσθ᾽· ἄλλην δ᾽ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη
εἰς Ἀΐδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης
565 ψυχῇ χρησομένους θηβαίου Τειρεσίαο.»
Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δὲ κατεκλάσθη φίλον ἦτορ,
ἑζόμενοι δὲ κατ᾽ αὖθι γόων τίλλοντό τε χαίτας·
ἀλλ᾽ οὐ γάρ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν.
Ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐπὶ νῆα θοὴν καὶ θῖνα θαλάσσης
570 ᾔομεν ἀχνύμενοι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες,
τόφρα δ᾽ ἄρ᾽ οἰχομένη Κίρκη παρὰ νηῒ μελαίνῃ
ἀρνειὸν κατέδησεν ὄϊν θῆλύν τε μέλαιναν,
ῥεῖα παρεξελθοῦσα· τίς ἂν θεὸν οὐκ ἐθέλοντα
ὀφθαλμοῖσιν ἴδοιτ᾽ ἢ ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα κιόντα;
ἤθελ᾽ ἔτι ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ κλαίων τε κυλινδόμενός τ᾽ ἐκορέσθην,
500 καὶ τότε δή μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«Ὦ Κίρκη, τίς γὰρ ταύτην ὁδὸν ἡγεμονεύσει;
εἰς Ἄϊδος δ᾽ οὔ πώ τις ἀφίκετο νηῒ μελαίνῃ.»
Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
505 μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ παρὰ νηῒ μελέσθω,
ἱστὸν δὲ στήσας ἀνά θ᾽ ἱστία λευκὰ πετάσσας
ἧσθαι· τὴν δέ κέ τοι πνοιὴ Βορέαο φέρῃσιν.
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἂν δὴ νηῒ δι᾽ Ὠκεανοῖο περήσῃς,
ἔνθ᾽ ἀκτή τε λάχεια καὶ ἄλσεα Περσεφονείης,
510 μακραί τ᾽ αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι,
νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι ἐπ᾽ Ὠκεανῷ βαθυδίνῃ,
αὐτὸς δ᾽ εἰς Ἀΐδεω ἰέναι δόμον εὐρώεντα.
ἔνθα μὲν εἰς Ἀχέροντα Πυριφλεγέθων τε ῥέουσι
Κώκυτός θ᾽, ὃς δὴ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ,
515 πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμῶν ἐριδούπων·
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽, ἥρως, χριμφθεὶς πέλας, ὥς σε κελεύω,
βόθρον ὀρύξαι ὅσον τε πυγούσιον ἔνθα καὶ ἔνθα,
ἀμφ᾽ αὐτῷ δὲ χοὴν χεῖσθαι πᾶσιν νεκύεσσι,
πρῶτα μελικρήτῳ, μετέπειτα δὲ ἡδέϊ οἴνῳ,
520 τὸ τρίτον αὖθ᾽ ὕδατι· ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ παλύνειν.
πολλὰ δὲ γουνοῦσθαι νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα,
ἐλθὼν εἰς Ἰθάκην στεῖραν βοῦν, ἥ τις ἀρίστη,
ῥέξειν ἐν μεγάροισι πυρήν τ᾽ ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν,
Τειρεσίῃ δ᾽ ἀπάνευθεν ὄϊν ἱερευσέμεν οἴῳ
525 παμμέλαν᾽, ὃς μήλοισι μεταπρέπει ὑμετέροισιν.
αὐτὰρ ἐπὴν εὐχῇσι λίσῃ κλυτὰ ἔθνεα νεκρῶν,
ἔνθ᾽ ὄϊν ἀρνειὸν ῥέζειν θῆλύν τε μέλαιναν
εἰς Ἔρεβος στρέψας, αὐτὸς δ᾽ ἀπονόσφι τραπέσθαι
ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων· ἔνθα δὲ πολλαὶ
530 ψυχαὶ ἐλεύσονται νεκύων κατατεθνηώτων.
δὴ τότ᾽ ἔπειθ᾽ ἑτάροισιν ἐποτρῦναι καὶ ἀνῶξαι
μῆλα, τὰ δὴ κατάκειτ᾽ ἐσφαγμένα νηλέϊ χαλκῷ,
δείραντας κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν,
ἰφθίμῳ τ᾽ Ἀΐδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ·
535 αὐτὸς δὲ ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ
ἧσθαι, μηδὲ ἐᾶν νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα
αἵματος ἆσσον ἴμεν πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι.
ἔνθα τοι αὐτίκα μάντις ἐλεύσεται, ὄρχαμε λαῶν,
ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου
540 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτίκα δὲ χρυσόθρονος ἤλυθεν Ἠώς.
ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν·
αὐτὴ δ᾽ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη,
λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετ᾽ ἰξυῖ
545 καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δ᾽ ἐπέθηκε καλύπτρην.
αὐτὰρ ἐγὼ διὰ δώματ᾽ ἰὼν ὄτρυνον ἑταίρους
μειλιχίοις ἐπέεσσι παρασταδὸν ἄνδρα ἕκαστον·
«Μηκέτι νῦν εὕδοντες ἀωτεῖτε γλυκὺν ὕπνον,
ἀλλ᾽ ἴομεν· δὴ γάρ μοι ἐπέφραδε πότνια Κίρκη.»
550 Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἔνθεν περ ἀπήμονας ἦγον ἑταίρους.
Ἐλπήνωρ δέ τις ἔσκε νεώτατος, οὔτε τι λίην
ἄλκιμος ἐν πολέμῳ οὔτε φρεσὶν ᾗσιν ἀρηρώς,
ὅς μοι ἄνευθ᾽ ἑτάρων ἱεροῖς ἐν δώμασι Κίρκης
555 ψύχεος ἱμείρων, κατελέξατο οἰνοβαρείων·
κινυμένων δ᾽ ἑτάρων ὅμαδον καὶ δοῦπον ἀκούσας
ἐξαπίνης ἀνόρουσε καὶ ἐκλάθετο φρεσὶν ᾗσιν
ἄψορρον καταβῆναι ἰὼν ἐς κλίμακα μακρήν,
ἀλλὰ καταντικρὺ τέγεος πέσεν· ἐκ δέ οἱ αὐχὴν
560 ἀστραγάλων ἐάγη, ψυχὴ δ᾽ Ἄϊδόσδε κατῆλθεν.
ἐρχομένοισι δὲ τοῖσιν ἐγὼ μετὰ μῦθον ἔειπον·
«Φάσθε νύ που οἶκόνδε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
ἔρχεσθ᾽· ἄλλην δ᾽ ἧμιν ὁδὸν τεκμήρατο Κίρκη
εἰς Ἀΐδαο δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεφονείης
565 ψυχῇ χρησομένους θηβαίου Τειρεσίαο.»
Ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δὲ κατεκλάσθη φίλον ἦτορ,
ἑζόμενοι δὲ κατ᾽ αὖθι γόων τίλλοντό τε χαίτας·
ἀλλ᾽ οὐ γάρ τις πρῆξις ἐγίγνετο μυρομένοισιν.
Ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐπὶ νῆα θοὴν καὶ θῖνα θαλάσσης
570 ᾔομεν ἀχνύμενοι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντες,
τόφρα δ᾽ ἄρ᾽ οἰχομένη Κίρκη παρὰ νηῒ μελαίνῃ
ἀρνειὸν κατέδησεν ὄϊν θῆλύν τε μέλαιναν,
ῥεῖα παρεξελθοῦσα· τίς ἂν θεὸν οὐκ ἐθέλοντα
ὀφθαλμοῖσιν ἴδοιτ᾽ ἢ ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα κιόντα;
***
Έτσι μου μίλησε, εμένα ωστόσο ράγισε η καρδιά μου·θρηνούσα καθισμένος στο κρεβάτι της, δεν ήθελε η ψυχή μου
άλλο να ζω, και πώς να δω το φως του ήλιου!
Και μόνο όταν, σαν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πια το κλάμα μου,
500 πήρα τον λόγο και τη ρώτησα:
«Ω Κίρκη, ποιος του δρόμου μας θα γίνει κυβερνήτης;
Γιατί θαρρώ στον Άδη, ως τώρα, άλλος κανείς δεν έφτασε
με μελανό καράβι.»
Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:
«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
να μη σε βασανίζει ποιος θα κυβερνήσει το καράβι σου·
να στήσεις μόνο το κατάρτι, να ανοίξεις τα λευκά πανιά,
και φτάνει· το πλοίο θα αρμενίσει με του βοριά το φύσημα.
Κι όταν με το καράβι σου περάσεις πέρα ως πέρα τον Ωκεανό,
όπου θα δεις μια χαμηλήν ακτή κι άλση της Περσεφόνης,
510 με σκούρες και μεγάλες λεύκες, ιτιές που δεν προφταίνουν να καρπίσουν,
εκεί εμπιστεύσου το πλεούμενο στον ίδιο τον Ωκεανό,
με τις βαθιές του δίνες· εσύ τον δρόμο τράβηξε
για το άραχλο παλάτι του Άδη.
Κάπου συμβάλλουν στον Αχέροντα δυο ποταμοί,
Πυριφλεγέθων και Κωκυτός — τρέχει κι αυτός απ᾽ το νερό της Στύγας·
είναι ένας βράχος μεσιανός εκεί, που πάνω του χτυπούν τα δυο ποτάμια,
σμίγοντας μεταξύ τους με δούπο τρομερό.
Όταν, γενναίε μου, χωθείς εκεί, όσο μπορείς πιο μέσα,
καθώς σου παραγγέλλω,
σκάψε ένα λάκκο ως έναν πήχη, απ᾽ όλες τις μεριές,
και γύρω γύρω τις χοές σου πρόσφερε σ᾽ όλους τους πεθαμένους·
μέλι και γάλα πρώτα, μετά γλυκό κρασί, τέλος νερό· και πάνω εκεί
520 πασπάλισε λευκό κριθάλευρο.
Δεήσου τότε στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών πως,
όταν φτάσεις στην Ιθάκη, μιαν αγελάδα στείρα, την καλύτερη,
θα θυσιάσεις στο παλάτι, ρίχνοντας στην πυρά
πάμπολλα δώρα και λαμπρά·
στον Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο τραγί πως θα προσφέρεις,
μόνο σ᾽ αυτόν, να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πρόβατά σου.
Κι όταν με τις ευχές σου λιτανεύσεις το σμάρι των διάσημων νεκρών,
σφάξε κριάρι αρσενικό και προβατίνα μαύρη, προσέχοντας
να βλέπει το κεφάλι τους στο Έρεβος· ο ίδιος όμως, το μάτι σου από κει
αποστρέφοντας, κοίταζε τις ροές του ποταμού.
530 Θα φτάσουν τότε οι πολλές ψυχές των πεθαμένων που αφανίστηκαν.
Την ώρα εκείνη κίνησε τους συντρόφους σου, παράγγειλέ τους,
τα σφάγια που θα κείτονται στο χώμα, θανατωμένα από τον άσπλαχνο
χαλκό, να γδάρουν και να κάψουν, ενώ προς τους θεούς θα δέονται,
τον ακατάλυτο Άδη, την τρομερή την Περσεφόνη.
Ο ίδιος, το σπαθί τραβώντας από τον μηρό σου, μείνε εκεί
αμετακίνητος, και μην αφήσεις των νεκρών τα αδύναμα κεφάλια
να σκύψουν στο αίμα, προτού τον Τειρεσία ρωτήσεις να σου πει.
Γιατί θα φτάσει ο μάντης πάραυτα, για χάρη σου, αρχηγέ,
να σου εξηγήσει την οδό, του δρόμου σου τα μέτρα,
540 τον νόστο σου, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγο.»
Μιλώντας, πρόβαλε σε λίγο, πάνω σε θρόνο ολόχρυσο, η Αυγή.
Γύρω μου τότε η Κίρκη πέρασε χλαμύδα, μου φόρεσε και τον χιτώνα.
Η ίδια η νύμφη ντύθηκε φόρεμα μακρύ, αστραφτερό,
λεπτό, χαριτωμένο· ζώνει τη μέση της μ᾽ όμορφη ζώνη
ολόχρυση, έριξε στο κεφάλι της μαντίλα.
Κι εγώ, περνώντας από κάμαρη σε κάμαρη, παρακινούσα τους συντρόφους,
μιλώντας με μειλίχια λόγια, από κοντά και στον καθένα χωριστά:
«Πια μην κοιμάστε, δοσμένοι στον γλυκύ σας ύπνο·
ώρα να φύγουμε· το πού και πώς, μου τα εξήγησε η σεβάσμια Κίρκη.»
550 Έτσι τους μίλησα, και συγκατένευσε στα λόγια μου περήφανη η ψυχή τους.
Όμως δεν ήταν το γραφτό μου ούτε από κει να πάρω
τους συντρόφους άβλαβους.
Κάποιος Ελπήνωρ, ο πιο νέος απ᾽ όλους, μήτε στη μάχη και πολύ
γενναίος, μήτε και στο μυαλό του τόσο γνωστικός,
αυτός λοιπόν, γυρεύοντας δροσιά, πήγε και πλάγιασε, παράμερα
από τους άλλους μου συντρόφους,
στο δώμα επάνω του ιερού σπιτιού της Κίρκης,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το πολύ κρασί.
Τότε, ακούγοντας θόρυβο και φωνές των άλλων που κινούσαν,
πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο ξαφνιασμένος και, παραζαλισμένος, χάνει
τον δρόμο του, που θα κατέβαινε πάλι τη σκάλα την ψηλή·
από τη στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε με το κεφάλι, σύντριψε
του λαιμού τους αστραγάλους, κι ευθύς κατέβηκε
560 στον Άδη η ψυχή του.
Στο μεταξύ, μόλις οι σύντροφοί μου συναθροίστηκαν, εγώ τους μίλησα:
«Ίσως και να φαντάζεστε πως ξεκινούμε για το σπίτι,
για τη γλυκιά πατρίδα· η Κίρκη ωστόσο μας συμβούλευσε τον άλλο δρόμο,
προς το παλάτι του Άδη, της φοβερής της Περσεφόνης,
να πάρουμε χρησμό απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.»
Ακούγοντας τον λόγο μου, σπάραξε η φτωχή καρδιά τους·
κάθονται κάτω, στήνουν θρήνο γοερό, τραβούσαν τα μακριά μαλλιά τους,
όμως το τόσο κλάμα τους δεν έφερνε όφελος κανένα.
Κι όσο εμείς κινούσαμε να φτάσουμε στο γρήγορο καράβι,
570 στο περιγιάλι της θαλάσσης, με την καρδιά βαριά, χύνοντας μαύρο δάκρυ,
πρόλαβε η Κίρκη, έφτασε πρώτη, κι έδεσε
στο μαύρο πλοίο πρόβατο μαύρο θηλυκό — εύκολα, πολύ εύκολα
μας είχε προσπεράσει. Ποιος θα μπορούσε αλήθεια ένα θεό,
αν δεν το θέλει ο ίδιος, με τα θνητά του μάτια κάποιος να τον δει,
όταν αυτός εδώ κι εκεί κυκλοφορεί αθέατος;
Μάθε να είσαι άνθρωπος. Δεν κοστίζει
Υπάρχουν άνθρωποι που θα χαρούν με την χαρά σου όπως και θα λυπηθούν με την λύπη σου. Κράτα τους.
Υπάρχουν και εκείνοι που θα αδιαφορήσουν γενικά.
Αδιαφόρησε και εσύ.
Υπάρχουν και εκείνοι οι άλλοι, που μπροστά στο παίζουν ευγενικοί,
καλοί, ότι δήθεν ενδιαφέρονται και πίσω σου, σου σκάβουν τον λάκκο.
Τους ξεχωρίζεις γιατί τα μάτια τους, δεν χαμογελούν ποτέ.
Μόνο το στόμα.
Και δεν καταλαβαίνουν ότι φαίνονται.
Και το να χαμογελούν τα μάτια, είναι κάτι που δεν προβάρεται.
Δεν φτιάχνει, δεν γίνεται να χωρέσει στην υπόλοιπη μάσκα.
Είναι λες και τους έκανε έτσι η φύση για να ξεχωρίζει η κακία και να φαίνεται
η ταμπελίτσα στο μέτωπο –Προσοχή, κίνδυνος θάνατος–
Προτού ζηλέψεις, φθονείς ή βάλεις στο στόμα σου έναν άνθρωπο από το πουθενά, χωρίς να σου έχει κάνει κάτι, ρώτα τον, τί έχει περάσει για να είναι σήμερα όπως είναι.
Ρώτα αντί να υποθέτεις.
Και ύστερα, πριν πας να ανάβεις κεράκια επειδή είσαι καλός πάνω απ’ όλα, ρώτα τον εαυτό σου, είμαι εντάξει;
Πράττω όμορφα;
Και μάθε να είσαι άνθρωπος.
Δεν κοστίζει…
Υπάρχουν και εκείνοι που θα αδιαφορήσουν γενικά.
Αδιαφόρησε και εσύ.
Υπάρχουν και εκείνοι οι άλλοι, που μπροστά στο παίζουν ευγενικοί,
καλοί, ότι δήθεν ενδιαφέρονται και πίσω σου, σου σκάβουν τον λάκκο.
Τους ξεχωρίζεις γιατί τα μάτια τους, δεν χαμογελούν ποτέ.
Μόνο το στόμα.
Και δεν καταλαβαίνουν ότι φαίνονται.
Και το να χαμογελούν τα μάτια, είναι κάτι που δεν προβάρεται.
Δεν φτιάχνει, δεν γίνεται να χωρέσει στην υπόλοιπη μάσκα.
Είναι λες και τους έκανε έτσι η φύση για να ξεχωρίζει η κακία και να φαίνεται
η ταμπελίτσα στο μέτωπο –Προσοχή, κίνδυνος θάνατος–
Προτού ζηλέψεις, φθονείς ή βάλεις στο στόμα σου έναν άνθρωπο από το πουθενά, χωρίς να σου έχει κάνει κάτι, ρώτα τον, τί έχει περάσει για να είναι σήμερα όπως είναι.
Ρώτα αντί να υποθέτεις.
Και ύστερα, πριν πας να ανάβεις κεράκια επειδή είσαι καλός πάνω απ’ όλα, ρώτα τον εαυτό σου, είμαι εντάξει;
Πράττω όμορφα;
Και μάθε να είσαι άνθρωπος.
Δεν κοστίζει…
Η θρησκευόμενη ψυχή
Η ψυχολογία της θρησκείας, είναι κλάδος της επιστήμης την ψυχολογίας που μελετά το θρησκευτικό φαινόμενο, αν και δεν υπάρχει σαφής ορισμός, θα προσπαθήσουμε να την προσεγγίσουμε μέσα από τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία.
Μπορούμε να πούμε ότι μελετά όλη την προσωπικότητα της πίστης ή της θρησκευτικής κοινότητας, τις θρησκευτικές πράξεις, στάσεις και συμπεριφορές σε όλες τις φάσεις επαφής του ανθρώπου με το Θείο.
Με την συστηματική έρευνα αναλύονται, τα κίνητρα, οι ορμές, οι επιθυμίες και οι συγκινησιακές αντιδράσεις του ατόμου. Καθώς και τα πρότυπα συμπεριφοράς, οι εμπειρίες, οι στάσεις καθώς και οι αξίες που έχει το άτομο και το βοηθούν να σχετίζεται πολιτιστικά με την θρησκευτική πίστη.
Βέβαια είναι δύσκολο να αποδοθεί αντικειμενικότητα καθώς οι ψυχολόγοι της θρησκείας είναι εμπειρικοί επιστήμονες, εξετάζουν δηλαδή τους ψυχολογικούς παράγοντες πάνω στην θρησκευτική πίστη αλλά και το αντίστροφο, την επίδραση της θρησκευτικής πίστης πάνω στην ψυχολογία του ατόμου. Όπως είναι λογικό κάθε ερευνητής θα φέρει και την δική του προσωπική εμπειρία και πεποίθηση κατά την διαδικασία, συνειδητά ή μη.
Σύμφωνα με τον James Bissett Pratt, για να κατανοήσουμε την προοπτική του άλλου, πρέπει πρωτίστως να εξοικειωθούμε με την προσωπική του ζωή. Η μέθοδος που πρότεινε και χρησιμοποιούσε ήταν η εμπειρική, περιλαμβάνοντας, εξομολογήσεις, αυτοβιογραφίες, ημερολόγια, δοκίμια και προσωπικές συνεντεύξεις.
Ο ίδιος για να εξασφαλιστεί η εγκυρότητα μια εμπειρικής μεθόδου, έθεσε τρία κριτήρια:
Έψαξα τον εαυτό μου και βρήκα μόνο τον Θεό.
Τζελαλαντίν Αλ Ρουμί
Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της επιστήμης, ο Θεός και ή ψυχή είναι δυο μεγέθη όπου εξαρτάται και σημαίνεται το ένα από το άλλο, έτσι ώστε να αλληλοσυμπληρώνει και να αλληλοπεριχωρεί (να περιέχει δηλαδή το ένα το άλλο) κατά έναν κυκλικό τρόπο.
Τι είναι ψυχή;
Στην συγκεκριμένη ερώτηση έχει σημασία ποιος δίνει την απάντηση ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα τις έννοιες και τις προσεγγίσεις.
Το "πρόβλημα" σε μεγάλο βαθμό, προέρχεται από το ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη ψυχή εκφράζει δύο διαφορετικά πράγματα.
Το ένα είναι αυτό που θεωρείτε η αθάνατη ψυχή, δηλαδή η πνοή του Θεού στον κάθε άνθρωπο και δεν πεθαίνει αλλά κληρονομεί μαζί με το αναστημένο σώμα την αιώνια ζωή (Ορθόδοξη γραμματεία).
Το δεύτερο είναι η ψυχή της ψυχολογίας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι νοητικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, δηλαδή οι σκέψεις και τα συναισθήματά του (νευροεπιστήμη). Το μπέρδεμα γίνεται επειδή η ψυχή κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται βέβαια με τις νοητικές λειτουργίες, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτές, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί.’’
Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε στο νου μας, την ψυχή κατά την Ορθοδοξία που δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης – το πνευματικό, σε αντίθεση προς το υλικό – αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση.
Η ψυχή δεν κατοικεί απλώς στο σώμα, αλλά εκφράζεται με το σώμα, που κι αυτό, όπως και η σάρκα ή η καρδία αντιστοιχεί στο εγώ μας, στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε την ζωή. Ταυτόχρονα με την προσέγγιση που δίνει η επιστήμη της ψυχολογίας στην λέξη ψυχή, ότι είναι το σύνολο ανθρώπινων ικανοτήτων ενός ατόμου που περιλαμβάνει συνειδητές και ασυνείδητες διαδικασίες.
Φυσικά δεν είμαστε μόνο οι νοητικές και φυσικές λειτουργίες μας, αλλά κάτι πιο σύνθετο που ορίζουμε ως ψυχή και περιλαμβάνει και τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τις διεργασίες που προκαλούνται από τις αντιλήψεις και τις εμπειρίες μας. Σύμφωνα με τον Rudolf Otto (Γερμανός θεολόγος), ο κόσμος της θρησκείας αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μέσω του συναισθήματος.
Ο τρόπος που χρησιμοποιεί το άτομο για να κατανοήσει τον ‘’υπέρ -λόγον’’ είναι η νουμενική αίσθηση (numinosum), σύμφωνα με τον ίδιο, περιγράφοντας καλύτερα αυτή την αίσθηση εξηγεί πως δημιουργούνται δύο τάσεις στον άνθρωπο κατά την διαδικασία του θρησκευτικού βιώματος, ένα ευλαβικό δέος (υπερβατική άπωση) και μια έντονη έλξη - γοητεία προς αυτό (υπερβατική έλξη).
Ο δικός μου Θεός
Η θρησκευτική αλήθεια εκφράζεται μέσα από μια εμπειρία που είναι αυστηρώς προσωπική. Κάθε άνθρωπος σχηματίζει μια εικόνα του Θεού που πιστεύει, με αυστηρά προσωπικά κριτήρια, τόσο για την μορφή, την ύπαρξη, το χαρακτήρα και την συμπεριφορά του. Παρότι κάθε θρησκεία δίνει ένα δογματολογικό πλαίσιο, νομίζω πως τις νύχτες στην προσευχή του κάθε άνθρωπος, απευθύνεται στον δικό του Θεό.
Είναι σπουδαία αυτή η σχέση ακόμη και αν παραβαίνει κανόνες και δόγματα, θεωρίες και θεωρήσεις της επιστήμης της ψυχολογίας. Είναι μια μετάβαση του ψυχισμού του ανθρώπου προς το Θείο, με κάθε ατέλεια που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, το ‘’καθ’ ομοίωσίν’’, πιστεύω αντιστρέφεται συχνά για να ικανοποιηθεί άλλοτε ο εγωισμός και άλλοτε η ανάγκη για ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο.
Αυτό που λέμε απλά η ανάγκη για οποιαδήποτε μορφής βοήθεια. Θέλουμε βέβαια στο τέλος της ημέρας μέσα στην απέραντη αγάπη Του ο δικός μας Θεός να κατανοήσει και συγχωρέσει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης μας.
Όμως με όποιο τρόπο και αν διατηρείτε αυτή την σχέση στη ζωή σας, αυτό που είναι σίγουρο πέρα από κάθε θεωρία είναι πως κάνετε καλό στην ψυχή σας. Όπως είπε και ο Blaise Pascal (Γάλλος στοχαστής):
Τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσεις για να τον αγαπήσεις, τον Θεό πρέπει να Τον αγαπήσεις για να Τον γνωρίσεις.
Το Επιχείρημα της απιθανότητας
Μπορούμε να πούμε ότι μελετά όλη την προσωπικότητα της πίστης ή της θρησκευτικής κοινότητας, τις θρησκευτικές πράξεις, στάσεις και συμπεριφορές σε όλες τις φάσεις επαφής του ανθρώπου με το Θείο.
Με την συστηματική έρευνα αναλύονται, τα κίνητρα, οι ορμές, οι επιθυμίες και οι συγκινησιακές αντιδράσεις του ατόμου. Καθώς και τα πρότυπα συμπεριφοράς, οι εμπειρίες, οι στάσεις καθώς και οι αξίες που έχει το άτομο και το βοηθούν να σχετίζεται πολιτιστικά με την θρησκευτική πίστη.
Βέβαια είναι δύσκολο να αποδοθεί αντικειμενικότητα καθώς οι ψυχολόγοι της θρησκείας είναι εμπειρικοί επιστήμονες, εξετάζουν δηλαδή τους ψυχολογικούς παράγοντες πάνω στην θρησκευτική πίστη αλλά και το αντίστροφο, την επίδραση της θρησκευτικής πίστης πάνω στην ψυχολογία του ατόμου. Όπως είναι λογικό κάθε ερευνητής θα φέρει και την δική του προσωπική εμπειρία και πεποίθηση κατά την διαδικασία, συνειδητά ή μη.
Σύμφωνα με τον James Bissett Pratt, για να κατανοήσουμε την προοπτική του άλλου, πρέπει πρωτίστως να εξοικειωθούμε με την προσωπική του ζωή. Η μέθοδος που πρότεινε και χρησιμοποιούσε ήταν η εμπειρική, περιλαμβάνοντας, εξομολογήσεις, αυτοβιογραφίες, ημερολόγια, δοκίμια και προσωπικές συνεντεύξεις.
Ο ίδιος για να εξασφαλιστεί η εγκυρότητα μια εμπειρικής μεθόδου, έθεσε τρία κριτήρια:
- Τον άμεσο φωτισμό του ατόμου.
- Την ταύτιση του ατόμου με τα γεγονότα και τις αρχές της θρησκείας που πιστεύει και θεωρεί αληθή.
- Την χρησιμότητα της θρησκείας στην ηθική του ατόμου.
Έψαξα τον εαυτό μου και βρήκα μόνο τον Θεό.
Τζελαλαντίν Αλ Ρουμί
Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της επιστήμης, ο Θεός και ή ψυχή είναι δυο μεγέθη όπου εξαρτάται και σημαίνεται το ένα από το άλλο, έτσι ώστε να αλληλοσυμπληρώνει και να αλληλοπεριχωρεί (να περιέχει δηλαδή το ένα το άλλο) κατά έναν κυκλικό τρόπο.
Τι είναι ψυχή;
Στην συγκεκριμένη ερώτηση έχει σημασία ποιος δίνει την απάντηση ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα τις έννοιες και τις προσεγγίσεις.
Το "πρόβλημα" σε μεγάλο βαθμό, προέρχεται από το ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη ψυχή εκφράζει δύο διαφορετικά πράγματα.
Το ένα είναι αυτό που θεωρείτε η αθάνατη ψυχή, δηλαδή η πνοή του Θεού στον κάθε άνθρωπο και δεν πεθαίνει αλλά κληρονομεί μαζί με το αναστημένο σώμα την αιώνια ζωή (Ορθόδοξη γραμματεία).
Το δεύτερο είναι η ψυχή της ψυχολογίας που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι νοητικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, δηλαδή οι σκέψεις και τα συναισθήματά του (νευροεπιστήμη). Το μπέρδεμα γίνεται επειδή η ψυχή κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται βέβαια με τις νοητικές λειτουργίες, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτές, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί.’’
Θα πρέπει λοιπόν να έχουμε στο νου μας, την ψυχή κατά την Ορθοδοξία που δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης – το πνευματικό, σε αντίθεση προς το υλικό – αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση.
Η ψυχή δεν κατοικεί απλώς στο σώμα, αλλά εκφράζεται με το σώμα, που κι αυτό, όπως και η σάρκα ή η καρδία αντιστοιχεί στο εγώ μας, στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε την ζωή. Ταυτόχρονα με την προσέγγιση που δίνει η επιστήμη της ψυχολογίας στην λέξη ψυχή, ότι είναι το σύνολο ανθρώπινων ικανοτήτων ενός ατόμου που περιλαμβάνει συνειδητές και ασυνείδητες διαδικασίες.
Φυσικά δεν είμαστε μόνο οι νοητικές και φυσικές λειτουργίες μας, αλλά κάτι πιο σύνθετο που ορίζουμε ως ψυχή και περιλαμβάνει και τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τις διεργασίες που προκαλούνται από τις αντιλήψεις και τις εμπειρίες μας. Σύμφωνα με τον Rudolf Otto (Γερμανός θεολόγος), ο κόσμος της θρησκείας αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μέσω του συναισθήματος.
Ο τρόπος που χρησιμοποιεί το άτομο για να κατανοήσει τον ‘’υπέρ -λόγον’’ είναι η νουμενική αίσθηση (numinosum), σύμφωνα με τον ίδιο, περιγράφοντας καλύτερα αυτή την αίσθηση εξηγεί πως δημιουργούνται δύο τάσεις στον άνθρωπο κατά την διαδικασία του θρησκευτικού βιώματος, ένα ευλαβικό δέος (υπερβατική άπωση) και μια έντονη έλξη - γοητεία προς αυτό (υπερβατική έλξη).
Η ανάγκη για την πίστη
Το ερώτημα είναι, που ξεκινά η ανάγκη μας για την πίστη και που προϋπάρχει γενετικά η διάθεση μας για αυτήν. Η άποψη έως σήμερα για την ανάγκη του ‘’θρησκεύεσθαι’’ βρίσκεται κάπου στην μέση, δηλαδή υπάρχει γονιδιακά μια προδιάθεση στον άνθρωπο για την θρησκευτική πίστη, αλλά μεγάλος μέρος της είναι επίκτητο κατά την διαδικασία ανάπτυξης του, τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Επιγραμματικά θα αναφέρουμε τις απόψεις κορυφαίων ψυχολόγων για την θρησκεία.
O Sigmund Freud, θεωρούσε την θρησκεία ως ένα είδος νεύρωσης που προκαλείται από την λίμπιντο. Πίστευε συγκεκριμένα πως είναι η προσπάθεια της ανθρωπότητας για συγχώρεση στην ασυνείδητη και συλλογική ενοχή του ανθρώπου, με σκοπό να αποκαταστήσει την σχέση του με τον Θεό – πατέρα. Στα πλαίσια φυσικά του περίφημου οιδιπόδειου συμπλέγματος που βάσισε το μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας του.
Σε απάντηση ο Carl Jung, υποστηρίζει πως ο άνθρωπος στηριζόμενος σε αρχέγονες διαθέσεις και πρότυπα, προσπαθεί μέσω της θρησκείας να μετασχηματίσει την λίμπιντο από μια κατώτερη μορφή ενέργειας σε μια ανώτερη, μέσω της θρησκείας. Σημειώνοντας πολύ εύστοχα κατά την γνώμη μας, πως η απουσία θρησκείας θα ήταν νόσος για την ανθρωπότητα.
Τέλος ο Alfred Adler δίνοντας μια ατομική ερμηνεία στην θρησκεία υποστήριξε πως, η θρησκεία βασίζεται στην ανάγκη του ατόμου για να ικανοποιήσει το αίσθημα κατωτερότητας και κυριαρχικής αδυναμίας που ωθεί το εγώ να νιώσει ολοκλήρωση μέρα από την κοινωνική ανωτεροτητα και αποδοχή. Ενισχύντας φυσικά και το άισθημα του ανήκειν, που ικανοποιείται στους κόλπους της θρησκείας.
Σήμερα η Εξελικτική και Γνωσιακή ψυχολογία διαπιστώνουν πως οι γνωσιακοί μηχανισμοί που διαθέτει ο άνθρωπος του επιτρέπουν να αποκτήσει, να κατανοήσει και να και να σταθεροποιήσει τις θρησκευτικές έννοιες.
Έτσι το ‘’θρησκευεσθαί’ φαίνεται να είναι φυσιολογικό για την ανθρώπινη φύση και σύμφυτο προς τον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως αναφέρει και στο βιβλίο του ο καθηγητής ψυχολογίας της θρησκείας Σπ. Τσιτσίγκος, αν παραφράσουμε τον R. McCauley, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος όπως λειτουργεί μπροστά στο φαγητό που είναι καλό για την διατροφή μας, έτσι και ο νους μας πέφτει επάνω σε θρησκευτικές έννοιες που είναι ωφέλιμες για την σκέψη και την πνευματικότητα μας.
Το ερώτημα είναι, που ξεκινά η ανάγκη μας για την πίστη και που προϋπάρχει γενετικά η διάθεση μας για αυτήν. Η άποψη έως σήμερα για την ανάγκη του ‘’θρησκεύεσθαι’’ βρίσκεται κάπου στην μέση, δηλαδή υπάρχει γονιδιακά μια προδιάθεση στον άνθρωπο για την θρησκευτική πίστη, αλλά μεγάλος μέρος της είναι επίκτητο κατά την διαδικασία ανάπτυξης του, τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Επιγραμματικά θα αναφέρουμε τις απόψεις κορυφαίων ψυχολόγων για την θρησκεία.
O Sigmund Freud, θεωρούσε την θρησκεία ως ένα είδος νεύρωσης που προκαλείται από την λίμπιντο. Πίστευε συγκεκριμένα πως είναι η προσπάθεια της ανθρωπότητας για συγχώρεση στην ασυνείδητη και συλλογική ενοχή του ανθρώπου, με σκοπό να αποκαταστήσει την σχέση του με τον Θεό – πατέρα. Στα πλαίσια φυσικά του περίφημου οιδιπόδειου συμπλέγματος που βάσισε το μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας του.
Σε απάντηση ο Carl Jung, υποστηρίζει πως ο άνθρωπος στηριζόμενος σε αρχέγονες διαθέσεις και πρότυπα, προσπαθεί μέσω της θρησκείας να μετασχηματίσει την λίμπιντο από μια κατώτερη μορφή ενέργειας σε μια ανώτερη, μέσω της θρησκείας. Σημειώνοντας πολύ εύστοχα κατά την γνώμη μας, πως η απουσία θρησκείας θα ήταν νόσος για την ανθρωπότητα.
Τέλος ο Alfred Adler δίνοντας μια ατομική ερμηνεία στην θρησκεία υποστήριξε πως, η θρησκεία βασίζεται στην ανάγκη του ατόμου για να ικανοποιήσει το αίσθημα κατωτερότητας και κυριαρχικής αδυναμίας που ωθεί το εγώ να νιώσει ολοκλήρωση μέρα από την κοινωνική ανωτεροτητα και αποδοχή. Ενισχύντας φυσικά και το άισθημα του ανήκειν, που ικανοποιείται στους κόλπους της θρησκείας.
Σήμερα η Εξελικτική και Γνωσιακή ψυχολογία διαπιστώνουν πως οι γνωσιακοί μηχανισμοί που διαθέτει ο άνθρωπος του επιτρέπουν να αποκτήσει, να κατανοήσει και να και να σταθεροποιήσει τις θρησκευτικές έννοιες.
Έτσι το ‘’θρησκευεσθαί’ φαίνεται να είναι φυσιολογικό για την ανθρώπινη φύση και σύμφυτο προς τον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως αναφέρει και στο βιβλίο του ο καθηγητής ψυχολογίας της θρησκείας Σπ. Τσιτσίγκος, αν παραφράσουμε τον R. McCauley, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος όπως λειτουργεί μπροστά στο φαγητό που είναι καλό για την διατροφή μας, έτσι και ο νους μας πέφτει επάνω σε θρησκευτικές έννοιες που είναι ωφέλιμες για την σκέψη και την πνευματικότητα μας.
Ο δικός μου Θεός
Η θρησκευτική αλήθεια εκφράζεται μέσα από μια εμπειρία που είναι αυστηρώς προσωπική. Κάθε άνθρωπος σχηματίζει μια εικόνα του Θεού που πιστεύει, με αυστηρά προσωπικά κριτήρια, τόσο για την μορφή, την ύπαρξη, το χαρακτήρα και την συμπεριφορά του. Παρότι κάθε θρησκεία δίνει ένα δογματολογικό πλαίσιο, νομίζω πως τις νύχτες στην προσευχή του κάθε άνθρωπος, απευθύνεται στον δικό του Θεό.
Είναι σπουδαία αυτή η σχέση ακόμη και αν παραβαίνει κανόνες και δόγματα, θεωρίες και θεωρήσεις της επιστήμης της ψυχολογίας. Είναι μια μετάβαση του ψυχισμού του ανθρώπου προς το Θείο, με κάθε ατέλεια που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, το ‘’καθ’ ομοίωσίν’’, πιστεύω αντιστρέφεται συχνά για να ικανοποιηθεί άλλοτε ο εγωισμός και άλλοτε η ανάγκη για ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο.
Αυτό που λέμε απλά η ανάγκη για οποιαδήποτε μορφής βοήθεια. Θέλουμε βέβαια στο τέλος της ημέρας μέσα στην απέραντη αγάπη Του ο δικός μας Θεός να κατανοήσει και συγχωρέσει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης μας.
Όμως με όποιο τρόπο και αν διατηρείτε αυτή την σχέση στη ζωή σας, αυτό που είναι σίγουρο πέρα από κάθε θεωρία είναι πως κάνετε καλό στην ψυχή σας. Όπως είπε και ο Blaise Pascal (Γάλλος στοχαστής):
Τον άνθρωπο πρέπει να τον γνωρίσεις για να τον αγαπήσεις, τον Θεό πρέπει να Τον αγαπήσεις για να Τον γνωρίσεις.
Να είσαι πολύ μακριά
Δεν θα πρέπει ποτέ να είσαι για πολύ εδώ. Να είσαι πολύ μακριά, έτσι ώστε να μην μπορούν να σε βρουν, να μην μπορούν να σε «πλησιάσουν» για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν.
Να είσαι τόσο μακριά όσο και τα βουνά, όσο ο αμόλυντος αέρας.
Να είσαι τόσο μακριά ώστε ούτε εσύ να ξέρεις που είσαι. Μην τους αφήσεις να σε βρουν.
Μην έρχεσαι σε πάρα πολύ κοντινή επαφή μαζί τους.
Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου ούτε κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.
Κράτα μια απόσταση που να μην μπορεί κανένας να τη διασχίσει.
Έχε πάντα ανοιχτό ένα «πέρασμα» που να μην μπορεί κανείς να έρθει σε σένα απ' αυτό.
Μην κλείσεις την πόρτα γιατί δεν υπάρχει πόρτα, μόνο ένα ανοιχτό, ατελείωτο πέρασμα.
Αν κλείσεις οποιαδήποτε πόρτα, εκείνοι θα είναι πολύ κοντά σε σένα, και τότε είσαι χαμένος.
Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου δεν μπορεί να σε φτάσει η αναπνοή τους, γιατί η αναπνοή τους ταξιδεύει πολύ μακριά και πολύ βαθιά.
Μη μολύνεσαι απ' αυτούς, από τα λόγια τους, από τις χειρονομίες τους, από τις φοβερές γνώσεις τους.
Έχουν φοβερές γνώσεις, αλλά να βρίσκεσαι μακριά τους, εκεί όπου ούτε εσύ θα μπορείς να σε βρεις.
Γιατί σε περιμένουν στην άλλη γωνία, μέσα σε κάθε σπίτι, για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν, για να σε κάνουν κομμάτια κι ύστερα να σε συναρμολογήσουν πάλι σύμφωνα με τη δική τους εικόνα.
Οι θεοί τους -οι μικροί και οι μεγάλοι- είναι «κατ' εικόνα και ομοίωσή τους», σκαλισμένοι από το νου ή από τα χέρια τους.
Σε περιμένουν: ο άνθρωπος της εκκλησίας και ο πολιτικός, ο πιστός και ο άπιστος, γιατί και οι δύο είναι το ίδιο, νομίζουν ότι είναι διαφορετικοί, αλλά δεν είναι γιατί και οι δύο θα σου κάνουν πλύση εγκεφάλου μέχρι να γίνεις ένας απ' αυτούς, μέχρι να επαναλαμβάνεις τα λόγια τους, μέχρι να λατρέψεις τους θεούς τους, τους παλιούς και τους καινούριους.
Έχουν στρατούς στο όνομα των θεών τους καί των πατρίδων τους και είναι ειδικοί στο να σκοτώνουν.
Μένε μακριά, γιατί σε περιμένουν ο εκπαιδευτικός και ο επιχειρηματίας. Ο ένας σε εκπαιδεύει για τον άλλο, για να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις της κοινωνίας τους, που είναι κάτι θανατερό. Έχουν κατασκευάσει αυτό το πράγμα που το ονομάζουν «κοινωνία και οικογένεια». Αυτά τα δύο είναι οι αληθινοί θεοί τους, το δίχτυ όπου θα μπλεχτείς. Θα σε κάνουν επιστήμονα, μηχανικό ή ειδικό σε κάτι, σχεδόν στα πάντα: από τη μαγειρική και την αρχιτεκτονική έως τη φιλοσοφία.
Μένε πολύ μακριά γιατί σε περιμένουν ο πολιτικός και ο μεταρρυθμιστής. Ο ένας σε στέλνει να φωνάζεις στο πεζοδρόμιο και ο άλλος μετά σε «μεταρρυθμίζει», και θα χαθείς στην ερημιά των λόγων τους που μ' αυτούς ακριβώς σ' εξαπατούνε.
Μείνε μακριά γιατί σε περιμένουν και οι ειδικοί σε θέματα του θεού και εκείνοι που ρίχνουν βόμβες: οι πρώτοι πρώτα θα σε πείσουν να ρίχνεις βόμβες και οι άλλοι θα σε μάθουν πώς να το κάνεις.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις τον άνθρωπο, όπως επίσης υπάρχουν και πάρα πολλοί τρόποι να σκοτώνεις.
Αλλά εκτός από όλους αυτούς που σε περιμένουν, υπάρχουν και ορδές άλλων που είναι έτοιμοι να σου πουν τι να κάνεις και τι να μην κάνεις.
Μείνε μακριά από όλους τους, τόσο μακριά που να μην μπορεί κανείς να σε βρει, ούτε εσύ ο ίδιος.
Θα σου αρέσει και σένα να παίζεις με όλους αυτούς που σε περιμένουν, αλλά το παιχνίδι γίνεται κάποια στιγμή τόσο πολύπλοκο και διασκεδαστικό που θα χαθείς μέσα σ' αυτό.
Δεν θα πρέπει να μένεις για πάρα πολύ εδώ.
Να είσαι τόσο μακριά, που ακόμη κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.
Να είσαι τόσο μακριά όσο και τα βουνά, όσο ο αμόλυντος αέρας.
Να είσαι τόσο μακριά ώστε ούτε εσύ να ξέρεις που είσαι. Μην τους αφήσεις να σε βρουν.
Μην έρχεσαι σε πάρα πολύ κοντινή επαφή μαζί τους.
Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου ούτε κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.
Κράτα μια απόσταση που να μην μπορεί κανένας να τη διασχίσει.
Έχε πάντα ανοιχτό ένα «πέρασμα» που να μην μπορεί κανείς να έρθει σε σένα απ' αυτό.
Μην κλείσεις την πόρτα γιατί δεν υπάρχει πόρτα, μόνο ένα ανοιχτό, ατελείωτο πέρασμα.
Αν κλείσεις οποιαδήποτε πόρτα, εκείνοι θα είναι πολύ κοντά σε σένα, και τότε είσαι χαμένος.
Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου δεν μπορεί να σε φτάσει η αναπνοή τους, γιατί η αναπνοή τους ταξιδεύει πολύ μακριά και πολύ βαθιά.
Μη μολύνεσαι απ' αυτούς, από τα λόγια τους, από τις χειρονομίες τους, από τις φοβερές γνώσεις τους.
Έχουν φοβερές γνώσεις, αλλά να βρίσκεσαι μακριά τους, εκεί όπου ούτε εσύ θα μπορείς να σε βρεις.
Γιατί σε περιμένουν στην άλλη γωνία, μέσα σε κάθε σπίτι, για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν, για να σε κάνουν κομμάτια κι ύστερα να σε συναρμολογήσουν πάλι σύμφωνα με τη δική τους εικόνα.
Οι θεοί τους -οι μικροί και οι μεγάλοι- είναι «κατ' εικόνα και ομοίωσή τους», σκαλισμένοι από το νου ή από τα χέρια τους.
Σε περιμένουν: ο άνθρωπος της εκκλησίας και ο πολιτικός, ο πιστός και ο άπιστος, γιατί και οι δύο είναι το ίδιο, νομίζουν ότι είναι διαφορετικοί, αλλά δεν είναι γιατί και οι δύο θα σου κάνουν πλύση εγκεφάλου μέχρι να γίνεις ένας απ' αυτούς, μέχρι να επαναλαμβάνεις τα λόγια τους, μέχρι να λατρέψεις τους θεούς τους, τους παλιούς και τους καινούριους.
Έχουν στρατούς στο όνομα των θεών τους καί των πατρίδων τους και είναι ειδικοί στο να σκοτώνουν.
Μένε μακριά, γιατί σε περιμένουν ο εκπαιδευτικός και ο επιχειρηματίας. Ο ένας σε εκπαιδεύει για τον άλλο, για να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις της κοινωνίας τους, που είναι κάτι θανατερό. Έχουν κατασκευάσει αυτό το πράγμα που το ονομάζουν «κοινωνία και οικογένεια». Αυτά τα δύο είναι οι αληθινοί θεοί τους, το δίχτυ όπου θα μπλεχτείς. Θα σε κάνουν επιστήμονα, μηχανικό ή ειδικό σε κάτι, σχεδόν στα πάντα: από τη μαγειρική και την αρχιτεκτονική έως τη φιλοσοφία.
Μένε πολύ μακριά γιατί σε περιμένουν ο πολιτικός και ο μεταρρυθμιστής. Ο ένας σε στέλνει να φωνάζεις στο πεζοδρόμιο και ο άλλος μετά σε «μεταρρυθμίζει», και θα χαθείς στην ερημιά των λόγων τους που μ' αυτούς ακριβώς σ' εξαπατούνε.
Μείνε μακριά γιατί σε περιμένουν και οι ειδικοί σε θέματα του θεού και εκείνοι που ρίχνουν βόμβες: οι πρώτοι πρώτα θα σε πείσουν να ρίχνεις βόμβες και οι άλλοι θα σε μάθουν πώς να το κάνεις.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις τον άνθρωπο, όπως επίσης υπάρχουν και πάρα πολλοί τρόποι να σκοτώνεις.
Αλλά εκτός από όλους αυτούς που σε περιμένουν, υπάρχουν και ορδές άλλων που είναι έτοιμοι να σου πουν τι να κάνεις και τι να μην κάνεις.
Μείνε μακριά από όλους τους, τόσο μακριά που να μην μπορεί κανείς να σε βρει, ούτε εσύ ο ίδιος.
Θα σου αρέσει και σένα να παίζεις με όλους αυτούς που σε περιμένουν, αλλά το παιχνίδι γίνεται κάποια στιγμή τόσο πολύπλοκο και διασκεδαστικό που θα χαθείς μέσα σ' αυτό.
Δεν θα πρέπει να μένεις για πάρα πολύ εδώ.
Να είσαι τόσο μακριά, που ακόμη κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.
Oscar Wilde: Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο
Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας.
Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.
Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.
Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.
Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας.
Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.
Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.
Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.
Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο.
Oscar Wilde, Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι
Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας.
Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.
Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.
Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.
Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας.
Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.
Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.
Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.
Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμο.
Oscar Wilde, Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι
Τα όνειρα μας κάνουν άτρωτους
Κανείς δεν γεννήθηκε άτρωτος και αθάνατος. Για την ακρίβεια, αν το κοιτάξεις με μια κάπως απαισιόδοξη αλλά ρεαλιστική ματιά, όλοι γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε. Ω! ναι. Ακόμα κι ο Αχιλλέας την πάτησε. Εσύ θα γλιτώσεις;
Υπάρχει όμως κάτι που μας παρέχει μια κάποια αθανασία, κι αυτό είναι τα όνειρα. Όχι εκείνα που κάνουμε καθώς κοιμόμαστε, αλλά εκείνα που κάνουμε ξύπνιοι. Κατά την διάρκεια της μέρας ή και της νύχτας, πάντως ξύπνιοι.
Τα όνειρα δημιουργούν μαγεία κι όσο πιο μεγάλα είναι τόσο πιο μαγική κάνουν την καθημερινότητα σου. Σου δίνουν κίνητρο και σκοπό και σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο μικρός στο τεράστιο σύμπαν. Γιατί μπορεί να είμαστε μικροί, όμως είμαστε μοναδικοί. Και το ίδιο και τα όνειρα μας.
Οι στιγμές που ονειρευόμαστε είναι εκείνες που μας ταξιδεύουν στην αιωνιότητα και μας κρατούν ζωντανούς μέσα σ αυτήν, χωρίς εκπτώσεις και επιπτώσεις. Χωρίς συνέπειες.
Όσο δύσκολα κι αν γίνουν τα πράγματα, μην σταματήσεις να ονειρεύεσαι. Κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει αυτό το δικαίωμα… Kανείς, μόνο εσύ. Κι όσο ουτοπικό και αν ακούγεται, εσύ κάντο πραγματικότητα. Ονειρέψου και ζήσε με τα όνειρα σου να σε οδηγούν. Είναι άλλωστε ότι πιο ειλικρινές έχεις μέσα σου. Τα όνειρα και οι ελπίδες μας είναι το alter ego μας. Μην επιτρέψεις να σου τα πάρουν.
Τα όνειρα είναι η μόνη πραγματική μας περιουσία, η μόνη πατρίδα που φτιάχτηκε για μας! Τι να την κάνω την πραγματικότητα;, τους είπα. Εγώ έχω το όνειρο κι εκεί κανένας δεν πεθαίνει.
Εκεί είμαστε όλοι αθάνατοι… γιατί οι ονειροπόλοι δεν δαμάζονται όμορφε κόσμε!
Υπάρχει όμως κάτι που μας παρέχει μια κάποια αθανασία, κι αυτό είναι τα όνειρα. Όχι εκείνα που κάνουμε καθώς κοιμόμαστε, αλλά εκείνα που κάνουμε ξύπνιοι. Κατά την διάρκεια της μέρας ή και της νύχτας, πάντως ξύπνιοι.
Τα όνειρα δημιουργούν μαγεία κι όσο πιο μεγάλα είναι τόσο πιο μαγική κάνουν την καθημερινότητα σου. Σου δίνουν κίνητρο και σκοπό και σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο μικρός στο τεράστιο σύμπαν. Γιατί μπορεί να είμαστε μικροί, όμως είμαστε μοναδικοί. Και το ίδιο και τα όνειρα μας.
Οι στιγμές που ονειρευόμαστε είναι εκείνες που μας ταξιδεύουν στην αιωνιότητα και μας κρατούν ζωντανούς μέσα σ αυτήν, χωρίς εκπτώσεις και επιπτώσεις. Χωρίς συνέπειες.
Όσο δύσκολα κι αν γίνουν τα πράγματα, μην σταματήσεις να ονειρεύεσαι. Κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει αυτό το δικαίωμα… Kανείς, μόνο εσύ. Κι όσο ουτοπικό και αν ακούγεται, εσύ κάντο πραγματικότητα. Ονειρέψου και ζήσε με τα όνειρα σου να σε οδηγούν. Είναι άλλωστε ότι πιο ειλικρινές έχεις μέσα σου. Τα όνειρα και οι ελπίδες μας είναι το alter ego μας. Μην επιτρέψεις να σου τα πάρουν.
Τα όνειρα είναι η μόνη πραγματική μας περιουσία, η μόνη πατρίδα που φτιάχτηκε για μας! Τι να την κάνω την πραγματικότητα;, τους είπα. Εγώ έχω το όνειρο κι εκεί κανένας δεν πεθαίνει.
Εκεί είμαστε όλοι αθάνατοι… γιατί οι ονειροπόλοι δεν δαμάζονται όμορφε κόσμε!
Η σιωπή είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες
Πως να μεγαλώνεις
δεν σημαίνει μονάχα να «κλείνεις» χρόνια.
Πως η σιωπή
είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες.
Πως να δουλεύεις
δεν σημαίνει μονάχα να κερδίζεις χρήματα.
Πως οι φίλοι
«αποκτούνται» δείχνοντας το πραγματικό μας πρόσωπο.
Πως οι αληθινοί και πραγματικοί φίλοι
βρίσκονται πάντα κοντά μας.
Πως τα χειρότερα πράγματα
«κρύβονται» μέσα σε μια καλή εμφάνιση.
Πως η φύση
είναι το πιο όμορφο δημιούργημα σε αυτή την ζωή.
Πως όταν σκέφτομαι πως γνωρίζω τα πάντα
ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα.
Πως μια μοναδική ημέρα
μπορεί να είναι πολύ σπουδαιότερη από πολλά χρόνια.
Πως μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα αστέρια.
Πως μπορείς να «εξομολογηθείς» στο φεγγάρι.
Πως μπορείς να ταξιδέψεις στο άπειρο.
Πως είναι υγιές να ακούς όμορφα και καλά λόγια.
Πως το να είσαι ευγενικός κάνει καλό στην υγεία.
Πως είναι αναγκαίο να ονειρεύεσαι.
Πως μπορείς να είσαι «παιδί» για όλη την ζωή.
Πως η ύπαρξή μας είναι ελεύθερη.
Πως ο Θεός δεν απαγορεύει τίποτα στο όνομα της αγάπης.
Πως το να κρίνεις και να κατακρίνεις τον εαυτό σου δεν έχει σημασία όταν αυτό που
πραγματικά έχει σημασία είναι η εσωτερική γαλήνη.
Και τέλος έμαθα πως δεν μπορείς να πεθάνεις για να μάθεις να ζεις.
William Shakespeare
δεν σημαίνει μονάχα να «κλείνεις» χρόνια.
Πως η σιωπή
είναι η καλύτερη απάντηση όταν ακούς ανοησίες.
Πως να δουλεύεις
δεν σημαίνει μονάχα να κερδίζεις χρήματα.
Πως οι φίλοι
«αποκτούνται» δείχνοντας το πραγματικό μας πρόσωπο.
Πως οι αληθινοί και πραγματικοί φίλοι
βρίσκονται πάντα κοντά μας.
Πως τα χειρότερα πράγματα
«κρύβονται» μέσα σε μια καλή εμφάνιση.
Πως η φύση
είναι το πιο όμορφο δημιούργημα σε αυτή την ζωή.
Πως όταν σκέφτομαι πως γνωρίζω τα πάντα
ακόμη δεν γνωρίζω τίποτα.
Πως μια μοναδική ημέρα
μπορεί να είναι πολύ σπουδαιότερη από πολλά χρόνια.
Πως μπορείς να «συνομιλήσεις» με τα αστέρια.
Πως μπορείς να «εξομολογηθείς» στο φεγγάρι.
Πως μπορείς να ταξιδέψεις στο άπειρο.
Πως είναι υγιές να ακούς όμορφα και καλά λόγια.
Πως το να είσαι ευγενικός κάνει καλό στην υγεία.
Πως είναι αναγκαίο να ονειρεύεσαι.
Πως μπορείς να είσαι «παιδί» για όλη την ζωή.
Πως η ύπαρξή μας είναι ελεύθερη.
Πως ο Θεός δεν απαγορεύει τίποτα στο όνομα της αγάπης.
Πως το να κρίνεις και να κατακρίνεις τον εαυτό σου δεν έχει σημασία όταν αυτό που
πραγματικά έχει σημασία είναι η εσωτερική γαλήνη.
Και τέλος έμαθα πως δεν μπορείς να πεθάνεις για να μάθεις να ζεις.
William Shakespeare
Οι δυνατοί δουλεύουν ήσυχα στη γωνία. Δεν μιλούν πολύ
Σχεδόν παντού στον κόσμο, η παράσταση που δίνουμε στα social media είναι θετική. Βασισμένη στη λογική, «θα ήθελα να σας πω πόσο καλά πάνε τα πράγματα. Δείτε πόσο τέλεια περνάω». Σπανίως λέγεται η αλήθεια: «Φοβάμαι. Παλεύω. Δεν ξέρω».
Όλοι έχουμε μια αδύναμη πλευρά, η οποία δεν είναι ακριβώς κακόβουλη, αλλά τελικά θέλει πάντα να προσελκύει τη μεγαλύτερη δυνατή δημόσια αναγνώριση και προσοχή με τη λιγότερη δυνατή δουλειά.
Είναι σαν να θεωρούμε ότι η σιωπή είναι σημάδι αδυναμίας. Ότι το να μας αγνοούν είναι ταυτόσημο με τον θάνατο (και για το Εγώ αυτό είναι αλήθεια). Γι’ αυτό λοιπόν μιλάμε, μιλάμε, μιλάμε, λες και η ζωή μας εξαρτάται από αυτό.
Στην πραγματικότητα, η σιωπή είναι δύναμη – ειδικά στην αρχή ενός ταξιδιού. Όπως είχε προειδοποιήσει ο φιλόσοφος (και, όπως προκύπτει, εχθρός των εφημερίδων και της φλυαρίας τους) Σαίρεν Κίρκεγκωρ: “Η απλή φλυαρία προκαταλαμβάνει την πραγματική συζήτηση, και η έκφραση του περιεχομένου του νου αδυνατίζει τη δράση παρακωλύοντάς την”.
Και αυτό ακριβώς είναι το ύπουλο στη συζήτηση. Ο καθένας μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του. Ακόμα κι ένα παιδί ξέρει να κάνει ψιλοκουβέντα και να φλυαρεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα πηγαίνουν σχετικά καλά στην προώθηση και στις πωλήσεις. Τι είναι λοιπόν αυτό που σπανίζει; Η σιωπή. Η ικανότητα να κρατάς συνειδητά τον εαυτό σου εκτός συζήτησης και να υπάρχεις χωρίς την επιβεβαίωσή της. Η σιωπή είναι η ανάπαυλα των δυνατών και σίγουρων για τον εαυτό τους ανθρώπων, ενώ η νοερή απεικόνιση του στόχου μας είναι σημαντική, από ένα σημείο και μετά το μυαλό μας αρχίζει να τη συγχέει με την πραγματική επίτευξη. Το ίδιο ισχύει για τη λεκτικοποίηση των προσδοκιών και των στόχων μας. Ακόμα και το να μιλάμε δυνατά στον εαυτό μας τη στιγμή που προσπαθούμε να λύσουμε δύσκολα προβλήματα έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τη διορατικότητα και την ευρηματικότητά μας.
Όσο πιο δύσκολο είναι ένα έργο, τόσο πιο αβέβαιο γίνεται για μας το αποτέλεσμα, τόσο πιο πολύ μας κοστίζει το να συζητάμε για αυτό, και τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από την ανάληψη της ευθύνης για την επίτευξή ίου. Έχει απομυζήσει την ενέργεια που χρειαζόμαστε απελπισμένα για να κατακτήσουμε αυτό που ο Στίβεν Πρέσσφιλντ αποκαλεί «Αντίσταση» – το εμπόδιο που στέκεται ανάμεσα σ’ εμάς και στη δημιουργική έκφραση. Η επιτυχία απαιτεί το 100% των προσπαθειών μας, και η συζήτηση διασπαθίζει μέρος αυτής της προσπάθειας προτού προλάβουμε να τη χρησιμοποιήσουμε.
Πολλοί από εμάς υποκύπτουμε στον πειρασμό αυτό, κυρίως όταν νιώθουμε πνιγμένοι, πιεσμένοι ή όταν έχουμε πολλή δουλειά. Στη φάση της «οικοδόμησης» η αντίσταση αποτελεί μια διαρκή πηγή δυσφορίας. Το να μιλάμε -να ακούμε τον εαυτό μας να μιλά, να δίνει παράσταση για ένα κοινό- είναι σχεδόν θεραπευτικό. Μόλις πέρασα τέσσερις ώρες συζητώντας για το συγκεκριμένο θέμα. Αυτό δεν μετράει καθόλου; Η απάντηση είναι όχι.
Η εξαιρετική δουλειά προϋποθέτει μεγάλο αγώνα. Είναι μια διαδικασία που σε στραγγίζει, σου ρίχνει το ηθικό, σε τρομάζει – όχι πάντα, αλλά μπορεί να το νιώσεις όταν βρεθείς στη μέση της διαδρομής. Έτσι μιλάμε για να γεμίσουμε το κενό και την αβεβαιότητα. «Το κενό», είχε πει κάποτε ο Μάρλον Μπράντο -ένας λιγομίλητος ηθοποιός, αν υπάρχει αυτό το είδος- «είναι τρομακτικό για τους περισσότερους ανθρώπους». Είναι σαν να δεχόμαστε επίθεση ή σαν να προκαλούμαστε από τη σιωπή, κυρίως αν έχουμε επιτρέψει στο Εγώ μας να μας λέει ψέματα τα προηγούμενα χρόνια. Κι αυτό είναι καταστροφικό για έναν λόγο: επειδή η εξαιρετική δουλειά και η ανώτερη τέχνη είναι προϊόντα της πάλης μας με το κενό, προκύπτουν όταν αντιμετωπίζουμε το κενό, κι όχι όταν προσπαθούμε να το αποδιώξουμε. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερη πρόκληση – είτε πρόκειται για έρευνα σε ένα νέο πεδίο, για την έναρξη μιας νέας επιχείρησης, για την παραγωγή μιας ταινίας, για την ενίσχυση ενός σημαντικού σκοπού: Επιδιώκουμε την αναβολή μέσα από τη συζήτηση ή ριχνόμαστε άμεσα στη μάχη;
Οι δυνατοί δουλεύουν ήσυχα στη γωνία. Μετατρέπουν την εσωτερική τους αναταραχή σε προϊόν – και σταδιακά σε ηρεμία. Αγνοούν την παρόρμηση για αναγνώριση προτού κάνουν κάτι. Δεν μιλούν πολύ. Δεν τους πειράζει που κάποιοι άλλοι, οι οποίοι βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, μπορεί να παίρνουν τη μερίδα του λέοντος. (Δεν την παίρνουν.) Είναι πολύ απασχολημένοι με τη δουλειά τους για να πράξουν οτιδήποτε άλλο. Και όταν μιλούν – το έχουν κερδίσει.
Η μοναδική σχέση ανάμεσα στη δουλειά και στη φλυαρία είναι ότι η μια σκοτώνει την άλλη.
Αφήστε τους υπόλοιπους να αλληλοχτυπιούνται φιλικά στην πλάτη και γυρίστε στο εργαστήριο, στον στίβο, στον δρόμο σας.
Όλοι έχουμε μια αδύναμη πλευρά, η οποία δεν είναι ακριβώς κακόβουλη, αλλά τελικά θέλει πάντα να προσελκύει τη μεγαλύτερη δυνατή δημόσια αναγνώριση και προσοχή με τη λιγότερη δυνατή δουλειά.
Είναι σαν να θεωρούμε ότι η σιωπή είναι σημάδι αδυναμίας. Ότι το να μας αγνοούν είναι ταυτόσημο με τον θάνατο (και για το Εγώ αυτό είναι αλήθεια). Γι’ αυτό λοιπόν μιλάμε, μιλάμε, μιλάμε, λες και η ζωή μας εξαρτάται από αυτό.
Στην πραγματικότητα, η σιωπή είναι δύναμη – ειδικά στην αρχή ενός ταξιδιού. Όπως είχε προειδοποιήσει ο φιλόσοφος (και, όπως προκύπτει, εχθρός των εφημερίδων και της φλυαρίας τους) Σαίρεν Κίρκεγκωρ: “Η απλή φλυαρία προκαταλαμβάνει την πραγματική συζήτηση, και η έκφραση του περιεχομένου του νου αδυνατίζει τη δράση παρακωλύοντάς την”.
Και αυτό ακριβώς είναι το ύπουλο στη συζήτηση. Ο καθένας μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του. Ακόμα κι ένα παιδί ξέρει να κάνει ψιλοκουβέντα και να φλυαρεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα πηγαίνουν σχετικά καλά στην προώθηση και στις πωλήσεις. Τι είναι λοιπόν αυτό που σπανίζει; Η σιωπή. Η ικανότητα να κρατάς συνειδητά τον εαυτό σου εκτός συζήτησης και να υπάρχεις χωρίς την επιβεβαίωσή της. Η σιωπή είναι η ανάπαυλα των δυνατών και σίγουρων για τον εαυτό τους ανθρώπων, ενώ η νοερή απεικόνιση του στόχου μας είναι σημαντική, από ένα σημείο και μετά το μυαλό μας αρχίζει να τη συγχέει με την πραγματική επίτευξη. Το ίδιο ισχύει για τη λεκτικοποίηση των προσδοκιών και των στόχων μας. Ακόμα και το να μιλάμε δυνατά στον εαυτό μας τη στιγμή που προσπαθούμε να λύσουμε δύσκολα προβλήματα έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τη διορατικότητα και την ευρηματικότητά μας.
Όσο πιο δύσκολο είναι ένα έργο, τόσο πιο αβέβαιο γίνεται για μας το αποτέλεσμα, τόσο πιο πολύ μας κοστίζει το να συζητάμε για αυτό, και τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από την ανάληψη της ευθύνης για την επίτευξή ίου. Έχει απομυζήσει την ενέργεια που χρειαζόμαστε απελπισμένα για να κατακτήσουμε αυτό που ο Στίβεν Πρέσσφιλντ αποκαλεί «Αντίσταση» – το εμπόδιο που στέκεται ανάμεσα σ’ εμάς και στη δημιουργική έκφραση. Η επιτυχία απαιτεί το 100% των προσπαθειών μας, και η συζήτηση διασπαθίζει μέρος αυτής της προσπάθειας προτού προλάβουμε να τη χρησιμοποιήσουμε.
Πολλοί από εμάς υποκύπτουμε στον πειρασμό αυτό, κυρίως όταν νιώθουμε πνιγμένοι, πιεσμένοι ή όταν έχουμε πολλή δουλειά. Στη φάση της «οικοδόμησης» η αντίσταση αποτελεί μια διαρκή πηγή δυσφορίας. Το να μιλάμε -να ακούμε τον εαυτό μας να μιλά, να δίνει παράσταση για ένα κοινό- είναι σχεδόν θεραπευτικό. Μόλις πέρασα τέσσερις ώρες συζητώντας για το συγκεκριμένο θέμα. Αυτό δεν μετράει καθόλου; Η απάντηση είναι όχι.
Η εξαιρετική δουλειά προϋποθέτει μεγάλο αγώνα. Είναι μια διαδικασία που σε στραγγίζει, σου ρίχνει το ηθικό, σε τρομάζει – όχι πάντα, αλλά μπορεί να το νιώσεις όταν βρεθείς στη μέση της διαδρομής. Έτσι μιλάμε για να γεμίσουμε το κενό και την αβεβαιότητα. «Το κενό», είχε πει κάποτε ο Μάρλον Μπράντο -ένας λιγομίλητος ηθοποιός, αν υπάρχει αυτό το είδος- «είναι τρομακτικό για τους περισσότερους ανθρώπους». Είναι σαν να δεχόμαστε επίθεση ή σαν να προκαλούμαστε από τη σιωπή, κυρίως αν έχουμε επιτρέψει στο Εγώ μας να μας λέει ψέματα τα προηγούμενα χρόνια. Κι αυτό είναι καταστροφικό για έναν λόγο: επειδή η εξαιρετική δουλειά και η ανώτερη τέχνη είναι προϊόντα της πάλης μας με το κενό, προκύπτουν όταν αντιμετωπίζουμε το κενό, κι όχι όταν προσπαθούμε να το αποδιώξουμε. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερη πρόκληση – είτε πρόκειται για έρευνα σε ένα νέο πεδίο, για την έναρξη μιας νέας επιχείρησης, για την παραγωγή μιας ταινίας, για την ενίσχυση ενός σημαντικού σκοπού: Επιδιώκουμε την αναβολή μέσα από τη συζήτηση ή ριχνόμαστε άμεσα στη μάχη;
Οι δυνατοί δουλεύουν ήσυχα στη γωνία. Μετατρέπουν την εσωτερική τους αναταραχή σε προϊόν – και σταδιακά σε ηρεμία. Αγνοούν την παρόρμηση για αναγνώριση προτού κάνουν κάτι. Δεν μιλούν πολύ. Δεν τους πειράζει που κάποιοι άλλοι, οι οποίοι βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, μπορεί να παίρνουν τη μερίδα του λέοντος. (Δεν την παίρνουν.) Είναι πολύ απασχολημένοι με τη δουλειά τους για να πράξουν οτιδήποτε άλλο. Και όταν μιλούν – το έχουν κερδίσει.
Η μοναδική σχέση ανάμεσα στη δουλειά και στη φλυαρία είναι ότι η μια σκοτώνει την άλλη.
Αφήστε τους υπόλοιπους να αλληλοχτυπιούνται φιλικά στην πλάτη και γυρίστε στο εργαστήριο, στον στίβο, στον δρόμο σας.
KHALIL GIBRAN: Απρόσκλητες οι τύψεις τους καλούν μέσα στη νύχτα
(Aπόσπασμα)
Κι εσείς δικαστές που θέλετε να είστε δίκαιοι, τι κρίση θα βγάλετε γι’ αυτόν που αν και είναι τίμιος στα χέρια είναι όμως κλέφτης στη σκέψη;
Και ποιά ποινή θα βάζατε σ’ αυτόν που σκοτώνει την σάρκα, αλλά δολοφονείται ο ίδιος στην ψυχή;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνον που στην πράξη είναι δόλιος και καταπιεστής, αλλά που είναι κι ο ίδιος αδικημένος και εξευτελισμένος;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνους που οι τύψεις τους, είναι κιόλας πολύ μεγαλύτερες από τα αδικήματά τους;
Δεν είναι οι τύψεις η δικαιοσύνη που απονέμει ο ίδιος εκείνος νόμος που εσείς θέλετε να υπηρετείτε;
Δεν μπορείτε όμως να βάλετε τύψεις στην καρδιά του αθώου, ούτε να τις αφαιρέσετε από την καρδιά του ενόχου. Απρόσκλητες οι τύψεις θα καλούν μέσα στη νύχτα, έτσι που οι άνθρωποι να ξυπνούν και να αντικρύζουν τον εαυτό τους
KHALIL GIBRAN
Κι εσείς δικαστές που θέλετε να είστε δίκαιοι, τι κρίση θα βγάλετε γι’ αυτόν που αν και είναι τίμιος στα χέρια είναι όμως κλέφτης στη σκέψη;
Και ποιά ποινή θα βάζατε σ’ αυτόν που σκοτώνει την σάρκα, αλλά δολοφονείται ο ίδιος στην ψυχή;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνον που στην πράξη είναι δόλιος και καταπιεστής, αλλά που είναι κι ο ίδιος αδικημένος και εξευτελισμένος;
Και πως θα τιμωρήσετε εκείνους που οι τύψεις τους, είναι κιόλας πολύ μεγαλύτερες από τα αδικήματά τους;
Δεν είναι οι τύψεις η δικαιοσύνη που απονέμει ο ίδιος εκείνος νόμος που εσείς θέλετε να υπηρετείτε;
Δεν μπορείτε όμως να βάλετε τύψεις στην καρδιά του αθώου, ούτε να τις αφαιρέσετε από την καρδιά του ενόχου. Απρόσκλητες οι τύψεις θα καλούν μέσα στη νύχτα, έτσι που οι άνθρωποι να ξυπνούν και να αντικρύζουν τον εαυτό τους
KHALIL GIBRAN
ΛΟΓΓΙΝΟΣ: Τη μισή αρετή τη χάνεις τη μέρα που υποδουλώνεσαι
“Τη μισή αρετή”, σύμφωνα με τον Όμηρο, “τη χάνεις τη μέρα που υποδουλώνεσαι”.
Αν βέβαια είναι αλήθεια αυτό που ακούω», είπε, «για εκείνα τα στενά κλουβιά 1909 όπου ζουν οι Πυγμαίοι, οι λεγόμενοι νάνοι, ότι δηλαδή όχι μόνο εμποδίζουν την ανάπτυξη των έγκλειστων, αλλά και ότι αυτοί από τα δεσμά που ζώνουν το σώμα τους μαζεύουν ακόμα περισσότερο, έτσι κάθε μορφής δουλεία, ακόμα και την πιο δίκαιη, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος κλουβί της ψυχής και κοινό δεσμωτήριο».
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ
Ποιανού Σκλάβος Είσαι;
Surprise! ή αλλιώς μάντεψε ποιανού σκλάβος είσαι.
Την τόσο μεγάλη έκπληξη σου για το τι συμβαίνει στην χώρα, δεν την καταλαβαίνω. Από την παιδική ηλικία, θυμάσαι να αισθάνθηκες ποτέ ότι υπάρχει η έννοια της ελευθερίας γύρω σου στην πράξη , είτε στην οικογένεια, είτε στο σχολείο, είτε στην μετέπειτα ζωή; Τι σου κάνει τόση εντύπωση τώρα δηλαδή; Α!!! δεν έχεις χρήματα πλέον και σε κυνηγάει η κλιματική αλλαγή κι ένας ιός με δεκάδες πρόσωπα.
Την σκλαβιά τελικά στην επέβαλαν και την αποδέχτηκες, και την αντιλαμβάνεσαι μόνο στα οικονομικά – τι απογοήτευση – και τώρα καίγεσαι να αλλάξει κάτι, να ελευθερωθείς. Συμφωνώ απόλυτα! Να ελευθερωθείς. Η βάση όμως για κάτι τέτοιο είναι η προσωπική, ψυχική-διανοητική ελευθερία κι εκεί έχεις πρόβλημα. Δεν ήσουνα ποτέ ελεύθερος μέσα σου, στις δυσκολίες πάντα άλλοι έλυναν τα προβλήματα σου (η μανούλα σου, ένας δυναμικός φίλος σου, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).
Μάχες, επαναστάσεις και στρατηγικές, έπαιζες μόνο με τα παιδικά σου παιχνίδια.
Στην πραγματική σου ζωή από φόβο μην γρατσουνιστεί η ψυχή και αποκτήσεις ψυχολογικά, άλλοι έδιναν τις μάχες σου (η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).
Ξέρεις κατά βάθος, εκείνες τις μάχες, ήθελες να τις δώσεις. Ήθελες να παλέψεις για την ελευθερία σου, γιατί είναι στην φύση σου να είσαι ελεύθερος. Όχι, οι εχθροί σου δεν ήταν αυτοί που σε καλούσαν σε μάχη. Ήθελες να παλέψεις με τους πραγματικούς εχθρούς σου: την μανούλα, τον δυναμικό φίλο, την πλούσια θεία απ’ το Αμέρικα. Αλλά βολεύτηκες. Και συνεχίζεις τα πολεμικά παιχνίδια. Στο ps πλέον. Εσύ στο ps, στις μάχες σου η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η θεία απ’ το Αμέρικα. Και είσαι 40+ φεύγα.
Είχες πλήρη αντίληψη του τι συμβαίνει εδώ και χρόνια, αλλά ποτέ δεν έκανες τίποτα. Πιστεύεις ότι είσαι επαναστάτης όμως. Εγκεφαλικά είσαι, ναι.
Μεγάλωσες, γέμισε πληροφορίες ο εγκέφαλος και ατρόφησε η ψυχή, η διάνοια. Εγκέφαλος γεμάτος πληροφορίες και γνώσεις, που για να χρησιμοποιηθούν θέλουν ενέργεια που την δίνει η ψυχή, αλλά η σύνδεση είναι κομμένη. Δεν πληγωνόταν ποτέ για να μπορέσει να μορφωθεί, να μάθει να μην φοβάται τον φόβο, τον πόνο, να δίνει ρεύμα στην σκέψη σου και κίνηση στον λόγο σου και να επιστρέφει πιο δυνατή στην μάχη.
Ήθελε πάγια η σύνδεση και τώρα πια είναι πολλά τα χρεωστούμενα. Δεν τα πλήρωνες ακόμα και όταν αντιλήφθηκες ότι χρωστάς. Γιατί το αντιλήφθηκες, μη κρύβεσαι.
Και τώρα;
Και τώρα σου φταίνε οι άλλοι για την δική σου την σκλαβιά.
Σκλαβωμένος ψυχικά άνθρωπος, ζεις σε μια υπόδουλη χώρα, σε ένα προτεκτοράτο. Τι παράξενο!
Και το κυριότερο; ακόμα περιμένεις κάποιον άλλον ελευθερωτή.
Και το χειρότερο; ακόμα νομίζεις πως είσαι επαναστάτης.
Την τόσο μεγάλη έκπληξη σου για το τι συμβαίνει στην χώρα, δεν την καταλαβαίνω. Από την παιδική ηλικία, θυμάσαι να αισθάνθηκες ποτέ ότι υπάρχει η έννοια της ελευθερίας γύρω σου στην πράξη , είτε στην οικογένεια, είτε στο σχολείο, είτε στην μετέπειτα ζωή; Τι σου κάνει τόση εντύπωση τώρα δηλαδή; Α!!! δεν έχεις χρήματα πλέον και σε κυνηγάει η κλιματική αλλαγή κι ένας ιός με δεκάδες πρόσωπα.
Την σκλαβιά τελικά στην επέβαλαν και την αποδέχτηκες, και την αντιλαμβάνεσαι μόνο στα οικονομικά – τι απογοήτευση – και τώρα καίγεσαι να αλλάξει κάτι, να ελευθερωθείς. Συμφωνώ απόλυτα! Να ελευθερωθείς. Η βάση όμως για κάτι τέτοιο είναι η προσωπική, ψυχική-διανοητική ελευθερία κι εκεί έχεις πρόβλημα. Δεν ήσουνα ποτέ ελεύθερος μέσα σου, στις δυσκολίες πάντα άλλοι έλυναν τα προβλήματα σου (η μανούλα σου, ένας δυναμικός φίλος σου, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).
Μάχες, επαναστάσεις και στρατηγικές, έπαιζες μόνο με τα παιδικά σου παιχνίδια.
Στην πραγματική σου ζωή από φόβο μην γρατσουνιστεί η ψυχή και αποκτήσεις ψυχολογικά, άλλοι έδιναν τις μάχες σου (η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η πλούσια θεία από το Αμέρικα).
Ξέρεις κατά βάθος, εκείνες τις μάχες, ήθελες να τις δώσεις. Ήθελες να παλέψεις για την ελευθερία σου, γιατί είναι στην φύση σου να είσαι ελεύθερος. Όχι, οι εχθροί σου δεν ήταν αυτοί που σε καλούσαν σε μάχη. Ήθελες να παλέψεις με τους πραγματικούς εχθρούς σου: την μανούλα, τον δυναμικό φίλο, την πλούσια θεία απ’ το Αμέρικα. Αλλά βολεύτηκες. Και συνεχίζεις τα πολεμικά παιχνίδια. Στο ps πλέον. Εσύ στο ps, στις μάχες σου η μανούλα, ο δυναμικός φίλος, η θεία απ’ το Αμέρικα. Και είσαι 40+ φεύγα.
Είχες πλήρη αντίληψη του τι συμβαίνει εδώ και χρόνια, αλλά ποτέ δεν έκανες τίποτα. Πιστεύεις ότι είσαι επαναστάτης όμως. Εγκεφαλικά είσαι, ναι.
Μεγάλωσες, γέμισε πληροφορίες ο εγκέφαλος και ατρόφησε η ψυχή, η διάνοια. Εγκέφαλος γεμάτος πληροφορίες και γνώσεις, που για να χρησιμοποιηθούν θέλουν ενέργεια που την δίνει η ψυχή, αλλά η σύνδεση είναι κομμένη. Δεν πληγωνόταν ποτέ για να μπορέσει να μορφωθεί, να μάθει να μην φοβάται τον φόβο, τον πόνο, να δίνει ρεύμα στην σκέψη σου και κίνηση στον λόγο σου και να επιστρέφει πιο δυνατή στην μάχη.
Ήθελε πάγια η σύνδεση και τώρα πια είναι πολλά τα χρεωστούμενα. Δεν τα πλήρωνες ακόμα και όταν αντιλήφθηκες ότι χρωστάς. Γιατί το αντιλήφθηκες, μη κρύβεσαι.
Και τώρα;
Και τώρα σου φταίνε οι άλλοι για την δική σου την σκλαβιά.
Σκλαβωμένος ψυχικά άνθρωπος, ζεις σε μια υπόδουλη χώρα, σε ένα προτεκτοράτο. Τι παράξενο!
Και το κυριότερο; ακόμα περιμένεις κάποιον άλλον ελευθερωτή.
Και το χειρότερο; ακόμα νομίζεις πως είσαι επαναστάτης.
Γνώση και γνώμη: η διαφορά των Επικουρείων από τους άλλους
Η σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης χαρακτηρίζεται από πολλή ρητορική φλυαρία, πάμπολλες προσωπικές απόψεις, θεατρικές κινήσεις εντυπωσιασμού, επιθετικότητα θρησκευτική και πολιτική, αλλά και από πολύ σκεπτικισμό. Αυτά ακριβώς ίσχυαν και στην Ελληνιστική εποχή που έζησε ο Επίκουρος.
Ο Ελληνικός πολιτισμός είχε εξαπλωθεί στην Οικουμένη, η θεατρική συμπεριφορά των βασιλέων και των αυλικών τους έγινε συστατικό του δημόσιου βίου, ενώ συνυπήρχαν πολλές φιλοσοφικές απόψεις, ανάμεσα στις οποίες και ο Πυρρώνειος σκεπτικισμός, πολλές θρησκευτικές δοξασίες, καθώς και έντονες πολιτικές και πολεμικές αντιπαραθέσεις.
Όλες αυτές τις αλληλοαντικρουόμενες τάσεις ο Επίκουρος τις αντιμετώπισε με εξαιρετική νηφαλιότητα. Αντιλήφθηκε ότι η ζωή δεν έχει ανάγκη από κενές δοξασίες αλλά από ηρεμία, οπότε χρειαζόταν μια αντικειμενική μέθοδο για να κρίνει ποια από τις απόψεις ήταν ορθή, ποια πιθανή και ποια λανθασμένη. Για τον λόγο αυτό ο Αθηναίος φιλόσοφος δημιούργησε τον Κανόνα, μια μεθοδολογία γνώσης που περιλαμβάνει συγκεκριμένα κριτήρια της αλήθειας και στηρίζεται στην αντικειμενική παρατήρηση της Φύσης και στην ελεύθερη σκέψη.
Με τον Κανόνα του και την γνώση της Φύσης ο διαφωτιστής Επίκουρος πρόσφερε στον κάθε άνθρωπο την ευκαιρία αφενός να ελευθερώσει τον νου του από τις ανόητες πολυλογίες, τις υπερφυσικές μυθοπλασίες, την παράλογη δεισιδαιμονία, τις κενές ιδεοληψίες και την ψυχική ανισορροπία και αφετέρου να επιλέξει να ζήσει με φρόνηση και φιλία έναν ευδαιμονικό βίο. Ο Σοφός έγραψε στον μαθητή του Ηρόδοτο:
“Αφιερώνω συνεχώς την δραστηριότητα μου στην επιστημονική μελέτη της φύσης και έτσι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τρόπο, γαληνεύει η ζωή μου»
(Διογένης Λαέρτιος Χ 37).
Ο Κανόνας είναι ολοφάνερα ο πρόδρομος της σύγχρονης επιστημονικής προσέγγισης της γνώσης, που ξεκίνησε πριν από τέσσερις αιώνες από τις παρατηρήσεις με τηλεσκόπιο αφενός του Γαλιλαίου και αφετέρου του φίλου του Γκασσαντί, που αναβίωσε την Επικούρεια φιλοσοφία. Η παρατήρηση της Φύσης γίνεται με τις αισθήσεις των επιστημόνων ή με τις αισθητήριες καταγραφές των επιστημονικών οργάνων τους. Για κάθε ζήτημα διατυπώνονται πολλές θεωρίες, αλλά γίνεται αποδεκτή μόνο εκείνη η θεωρία που επιμαρτυρείται από τις παρατηρήσεις.
Η Επικούρεια μέθοδος απόκτησης της γνώσης που υιοθετήθηκε από μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων οδήγησε την ανθρωπότητα στον Διαφωτισμό, στην Επιστήμη και στον σύγχρονο Ανθρωπισμό.
Σύμφωνα με τον Επίκουρο:
“Κενός περιεχομένου είναι εκείνος ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος (Π.Μ. 31.34.10). Όπως η ιατρική δεν ωφελεί καθόλου εάν δεν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν ωφελεί εάν δεν θεραπεύει τα πάθη της ψυχής (Π.Μ. 29.32.21)”.
Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ιατρικής αναλογίας που ενδιαφέρεται για την θεραπεία του αρρώστου θα περιγράψω εν συντομία τις διάφορες προσεγγίσεις των άλλων φιλοσοφικών σχολών σε αντιπαραβολή με την προσέγγιση της Επικούρειας φιλοσοφίας. Θα αναδείξω την διαφορά ανάμεσα στην γνώμη και στην γνώση, ανάμεσα στην προσωπική δοξασία που εκφράζουν οι άλλοι φιλόσοφοι και στην επιστημονική γνώση που εκφράζει η φιλοσοφία του Επίκουρου.
Ακριβώς επειδή είναι επιστημονικά συμβατή με την ανθρώπινη φύση, η Επικούρεια φιλοσοφία έχει ψυχοθεραπευτική δράση και βελτιώνει πρακτικά την ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο Επικούρειος φιλόσοφος είναι ο επιστήμονας γιατρός της ψυχής, που προσφέρει στον απελπισμένο άνθρωπο τα φάρμακα για την φρόνηση και την αταραξία.
Γνώμη των άλλων φιλοσόφων
Θρησκευτικές και μαγικές δοξασίες καταδυνάστευαν το νου των ανθρώπων επί χιλιετίες, έως τον 6ο προχριστιανικό αιώνα, όταν στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου και των ακτών της Ιωνίας άρχισε να αναπτύσσεται η φιλοσοφία.
Σε μια εποχή που δέσποζε η δεισιδαιμονία, οι φυσικοί Ίωνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να ξεπεράσουν τους πανάρχαιους μύθους για τους θεούς που διέδιδαν οι ποιητές και να εξηγήσουν την Φύση χρησιμοποιώντας τόσο την εμπειρία τους που βασιζόταν στις αισθήσεις, όσο και την φαντασία τους που βασιζόταν σε εμπειρικές αναλογίες και ορθολογικές υποθέσεις.
Ο κορυφαίος από αυτούς τους φυσικούς φιλοσόφους ήταν αντικειμενικά ο Δημόκριτος, ο οποίος συνδύασε την θεωρία του Παρμενίδη για το αμετάβλητο ον με την άποψη του Ηράκλειτου για την συνεχή αλλαγή, προτείνοντας αντίστοιχα αφενός την αιώνια ύπαρξη των αμετάβλητων ατόμων και αφετέρου την αέναη δημιουργία των σύνθετων σωμάτων από τα άτομα. Τα σύνθετα σώματα υπάρχουν για κάποιο χρονικό διάστημα έως την διάλυσή τους και πάλι σε άτομα. Ο Δημόκριτος υπήρξε ο πρώτος φιλόσοφος που αναφέρθηκε στην ιατρική αναλογία, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα ο Επίκουρος. Έγραψε ο Αβδηρίτης:
”Η ιατρική θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, ενώ η σοφία απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη”.
Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου προχριστιανικού αιώνα, η ανάγκη για εξάσκηση των πολιτών στον πολιτικό λόγο και την ρητορική επιχειρηματολογία προσέλκυσε μια ετερογενή ομάδα ευφυών και καλλιεργημένων ανθρώπων, τους σοφιστές, που δίδασκαν έναντι αμοιβής τους νέους να χειρίζονται τον λόγο. Οι σοφιστές προήγαγαν την αποδόμηση των πατροπαράδοτων αξιών που δεν είχαν ως επίκεντρο τον άνθρωπο, οδηγώντας στην καθιέρωση του ανθρωπισμού με την σημασία της μόρφωσης και της ανθρωπιάς.
Είναι γνωστή η ρήση του σοφιστή Πρωταγόρα “πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος” (δηλαδή ο άνθρωπος είναι μέτρο όλων των πραγμάτων). Αυτή η ρήση δεν ήταν μόνο ανθρωποκεντρική, αλλά είχε και υποκειμενική και σκεπτικιστική χροιά.
Οι σοφιστές υποστήριξαν την ριζοσπαστική άποψη ότι η αλήθεια είναι ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο, είναι σχετική με την πίστη και τις απόψεις του, οπότε και δεν υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση της πραγματικότητας. Οι σοφιστές δίδαξαν ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει, ότι μπορεί να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό οποιονδήποτε άλλον και ότι αυτό που έχει σημασία για να νικήσει κάποιος σε μια συζήτηση είναι η δύναμη της λογικής επιχειρηματολογίας.
Όπως είναι φανερό, η σοφιστική είναι ταυτόχρονα πρόδρομος της πολιτικής δημηγορίας, της ρητορικής, της διαλεκτικής, της υποκειμενικής γνωσιολογίας και του εγωιστικού ηδονισμού του Αρίστιππου, του Σκεπτικισμού του Πύρρωνα και του Ακαδημικού Καρνεάδη, αλλά και της προσωποκεντρικής λογοτεχνίας.
Η σοφιστική έχει άμεση σχέση με τον άκριτο εκλεκτικισμό, αντιστοιχεί στην έκφραση προσωπικής γνώμης για το κάθε τι και βρίσκεται στην βάση όλων των κοινωνικών και πολιτικών συζητήσεων, που διεξάγονται από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τους αμόρφωτους έως τους πολιτικά και ρητορικά μορφωμένους. Η σοφιστική αποτελεί χαρακτηριστικό συστατικό της σύγχρονης χαοτικής Ελληνικής κοινωνίας, η οποία βρίθει από υποκειμενισμό, σολιψισμό, δηλαδή ναρκισσισμό του τύπου “μόνο εγώ υπάρχω”, ρητορικά σχήματα, πολιτικά ψεύδη, μονολόγους κωφών, ύβρεις και φωνασκίες.
Η εφαρμογή της σοφιστικής μεθόδου στην επιστήμη και στην ιατρική θα είχε τραγελαφικά αποτελέσματα. Σε έναν ασθενή που θα υπέφερε από πονόδοντο ο ένας σοφιστής γιατρός θα τον ξεμάτιαζε, ο άλλος σοφιστής γιατρός θα του έλεγε να πιει κολλαγόνο, ενώ ένας τρίτος σοφιστής γιατρός θα επιχειρηματολογούσε ότι για όλη την ανθρώπινη δυστυχία φταίει κάποια ομάδα ανθρώπων, κάποιο πολιτικό κόμμα ή κάποια μεταφυσική δύναμη. Επιπλέον, κάποιος σκεπτικιστής γιατρός θα υποστήριζε ότι τίποτα δεν είναι σίγουρα γνωστό για τον ανθρώπινο πόνο και ότι ο ίδιος δεν είναι σίγουρος ούτε εάν πονάει κάποιος, ούτε πώς να τον γιατρέψει, ούτε εάν έχει νόημα να τον θεραπεύσει.
Ο κάθε σοφιστής με τον υποκειμενικό λόγο του επιλέγει να ζει στον δικό του φανταστικό κόσμο. Αφού και ο Πλάτων δημιούργησε στα έργα του τον δικό του ιδεατό κόσμο, δεν είναι καθόλου περίεργο, που τον ονόμασαν σοφιστή και λογοτέχνη οι σύγχρονοι Επικούρειοι Τόμας Τζέφερσον και Τζων Στιούαρτ Μιλλ.
Η φιλοσοφία του Πλάτωνα βασίζεται στην μυθοπλασία και στην διάδοση των μύθων για τον άυλο υπερβατικό κόσμο των ιδεών, τον οποίο αντιλαμβάνονται μόνο οι λίγοι, οι εκλεκτοί, οι μυημένοι.
Για τον πλατωνικό πολιτικοθρησκευτικό τρόπο σκέψης το αγαθό βρίσκεται κάπου έξω από τον ανθρώπινο κόσμο. Το αγαθό προϋπήρχε πριν υπάρξουμε εμείς οι άνθρωποι, εμείς δεν δημιουργηθήκαμε γι’ αυτό και η άριστη ζωή είναι εκείνη που όχι μόνο δεν μπορεί να κατακτήσει η πλειονότητα των ανθρώπων, αλλά ούτε καν να την οραματιστεί. Ελάχιστοι μόνο εκλεκτοί άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να αντιληφθούν ψήγματα της ιδεατής πραγματικότητας.
Ο Πλατωνισμός έχει επηρεάσει τον Ιουδαϊσμό μέσω του Φίλωνα του Αλεξανδρέα, τον Χριστιανισμό μέσω των Τριών Ιεραρχών και του Αυγουστίνου και τον Ισλαμισμό μέσω του Αλ-Φαράμπι και του Αλ-Γκαζάλι. Στον Χριστιανισμό, ειδικότερα, ο δημιουργός θεός έχει θέσει συγκεκριμένα ηθικά πρότυπα, τα οποία πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση με την υλική φύση μας. Αποστολή μας είναι να αναγνωρίσουμε αυτό που θέλει ο θεός και να το πράξουμε. Η παρούσα ζωή δεν έχει καμία αξία παρά μόνο ως προετοιμασία για την αιώνια ιδεατή ζωή στον Παράδεισο.
Αν πάρουμε το ιατρικό παράδειγμα, ο πλατωνιστής γιατρός λέει στην άρρωστο που υποφέρει πως η επώδυνη ασθένειά του είναι ωφέλιμη ώστε να αντιληφθεί την αχρηστία του υλικού του φθαρτού σώματος και να οδηγηθεί στην καλλιέργεια της ψυχής του και στην φώτιση. Ο πλατωνιστής γιατρός λέει στα παιδάκια που πεινάνε και κλαίνε πως και αυτό υγεία είναι από την σκοπιά του αιώνιου ιδεατού κόσμου, αφού τους δίνεται η ευκαιρία να αντιληφθούν την ματαιότητα της ζωής και να αποδεχθούν την σοφή αρμονία του σύμπαντος. Ένας έμφρων άνθρωπος θα περιέγραφε αυτόν τον πλατωνικό γιατρό ως σκληρόκαρδο, σαδιστή και ψεύτη.
Για τους Στωικούς πάλι, όλα τα συναισθήματα ταυτίζονται με παράλογες πεποιθήσεις, όλα τα συναισθήματα βασίζονται σε αδικαιολόγητες και λανθασμένες κρίσεις. Πιστεύουν ότι για να φθάσει κάποιος άνθρωπος στον ενάρετο βίο πρέπει να πετύχει την απάθεια, δηλαδή να απαλλαγεί από τα συναισθήματα. Για τους Στωικούς ο ορθολογισμός, η λογική σκέψη είναι το θεϊκό στοιχείο μέσα στον άνθρωπο. Ο ενάρετος θεϊκός λόγος διαπνέει όλη την δομή του σύμπαντος.
Οι Στωικοί είναι πανθεϊστές και πιστεύουν ότι θεός και Φύση ταυτίζονται, γι’ αυτό οι άνθρωποι θα πρέπει να δεχθούν ότι είναι μέρος του τέλειου και προκαθορισμένου θεϊκού σχεδίου. Οι Στωικοί σέβονται το αγαθόν του λόγου που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Θεωρούν ότι δεν χρειάζεται ο στωικός μαθητής να ακολουθεί πιστά τον στωικό δάσκαλο, επειδή κάθε γνώμη είναι έκφραση του συμπαντικού λόγου. “Αυτή είναι η άποψη του Ζήνωνα. Η δικιά σου ποια είναι;” ρωτάει ο Σενέκας (33.7).
Αν δούμε την ιατρική αναλογία, ο στωικός γιατρός όχι μόνο ακούει με απάθεια και αναλγησία τον άρρωστο να υποφέρει, αλλά αντί να κάνει την διάγνωση και να εφαρμόσει την θεραπεία ως ειδικός, ζητάει την γνώμη του αρρώστου, την οποία πιστεύει ότι του την έχει προεμφυτεύσει ο θεϊκός λόγος…
Περισσότερο πραγματιστής από τους Πλατωνικούς και τους Στωικούς, ο Αριστοτέλης εκφράζει τις απόψεις του μέσου ανθρώπου, του κοινού νου. Ο φιλόσοφος καταγράφει τις “κοινές πεποιθήσεις” και χρησιμοποιεί την ήρεμη διαλεκτική μέθοδο για να διερευνήσει την αλήθεια, που πιστεύει ότι εμπεριέχεται στις διάφορες γνώμες. Ερευνά τα ψυχολογικά αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τα περιγράφει με αδρό τρόπο. Ο Σταγειρίτης παρατηρεί ότι,
“εφόσον ο φόβος κάποιου συνυπάρχει με την προσδοκία ότι θα υποστεί φθοροποιό πάθος, είναι φανερό πως όσοι πιστεύουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα, δεν φοβούνται” (Ρητορική 1382α35-β4).
Ο Αριστοτέλης συνήθως μιλάει θεωρητικά, αλλά αναγνωρίζει την πρακτική χρησιμότητα της ιατρικής στα Ηθικά Ευδήμεια λέγοντας,
“ο στόχος μας είναι να είμαστε υγιείς και όχι απλώς να γνωρίζουμε τι είναι υγεία. Να είμαστε καλά και όχι απλώς να ξέρουμε τι θα πει να είμαστε καλά” (ΗΕ 1216β24-25).
Όμως, η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποιεί για να εκμαιεύσει από κάποιον την αλήθεια διαχωρίζοντάς την από το ψεύδος είναι ατελής χωρίς την βεβαιότητα της επιστημονικής παρατήρησης και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο ιατρικό ψυχοθεραπευτικό πρότυπο. Εάν ένας αριστοτελικός γιατρός συζητούσε με έναν ασθενή όλες τις πιθανές θεραπείες της αρρώστιας του, που θα βασίζονται είτε στην επιστημονική γνώση, είτε στην μαγεία, είτε στην φαντασία, είτε στην θρησκεία, στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα ήταν επουσιώδες, ενώ στην χειρότερη θα ήταν αποπροσανατολιστικό.
Συμπερασματικά, δεν προσφέρουν στην υγεία της ψυχής ούτε ο σοφιστής γιατρός με τον υποκειμενισμό του, ούτε ο σκεπτικιστής γιατρός που δεν είναι σίγουρος για τίποτα, ούτε ο πλατωνικός γιατρός με την μυθοπλασία του, ούτε ο ανάλγητος στωικός γιατρός που ζητά την γνώμη του αρρώστου, αλλά ούτε και ο αριστοτελικός γιατρός με την άκριτη φλυαρία του.
Η ιατρική αναλογία της φιλοσοφίας όχι μόνο αρνείται την άποψη ότι η ηθική είναι υποκειμενική, αλλά αντίθετα υπογραμμίζει ότι η ηθική αλήθεια σχετίζεται με τις πραγματικές ανάγκες, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες των ανθρώπων. Μόνο η εμπειρική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης μπορεί να προσφέρει τις βάσεις για την θεραπεία της ψυχής, όπως σωστά αντιλήφθηκε ο Επίκουρος.
Ψυχοθεραπευτική γνώση των Επικούρειων
Ο παραλληλισμός της φιλοσοφίας με την ιατρική σημαίνει ότι οι Επικούρειοι υιοθέτησαν ένα πρότυπο ασύμμετρης σχέσης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, κατά αντιστοιχία με την σχέση γιατρού και αρρώστου.
Ακριβώς όπως ο ειδικός επιστήμονας γιατρός γνωρίζει καλύτερα για την διάγνωση και την θεραπεία της ασθένειας από έναν απληροφόρητο άρρωστο, έτσι και ο μαθητευόμενος της Επικούρειας φιλοσοφίας δεν είναι ικανός ακόμη να γνωρίζει την κατάστασή του τόσο καλά όσο ο δάσκαλος. Υιοθετώντας τα κριτήρια της αλήθειας που του μαθαίνει ο δάσκαλος, ο μαθητής αρχίζει να αναγνωρίζει την μέθοδο προσέγγισης της Φύσης και σταδιακά αποκτά γνώση για τις πραγματικές του ανάγκες εξασκώντας την φρόνησή του.
Η επικούρεια μέθοδος διδασκαλίας και ψυχοθεραπείας περιγράφεται στο έργο του Φιλόδημου περί Παρρησίας. Με την ειλικρινή κριτική του δασκάλου ο μαθητευόμενος Επικούρειος μαθαίνει γιατί νοσεί ψυχικά και σταδιακά γίνεται γιατρός του εαυτού του. Μαθαίνει να σκέπτεται επιστημονικά, να κρίνει με βάση τα κριτήρια αλήθειας του Κανόνα τι είναι αληθές, τι είναι ψευδές και τι είναι πιθανό. Μαθαίνει να θεωρεί τα συναισθήματά του ως κριτήριο αλήθειας, αλλά ταυτόχρονα εκπαιδεύεται στην φιλοσοφική θεραπεία των παράλογων φόβων και των αφύσικων επιθυμιών.
Η υιοθέτηση της ιδεοληπτικής μεθόδου ή της επιστημονικής μεθόδου από κάποιον άνθρωπο έχει τεράστια σημασία. Το παράδειγμα του Γερμανού αστρονόμου Κέπλερ την περίοδο της Αναγέννησης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Ο ίδιος άνθρωπος με διαφορετική μέθοδο, αφενός την ιδεοληπτική πλατωνική και αφετέρου την εμπειρική επικούρεια παρουσίασε μέσα σε μια δεκαετία δύο διαφορετικά μοντέλα του ηλιακού συστήματος. Το πρώτο θεωρητικό μοντέλο βασιζόταν στα περίφημα στερεά του Πλάτωνα, ενώ το δεύτερο βασιζόταν στις πολυετείς αστρονομικές παρατηρήσεις του Δανού Τύχο Μπράχε. Προφανώς, σωστό είναι το δεύτερο επιστημονικό μοντέλο που ισχύει εδώ και τέσσερις αιώνες.
Ο επικούρειος τρόπος είναι ο επιστημονικός, ο νηφάλιος, ο ψυχικά ισορροπημένος τρόπος που βασίζεται σε επιβεβαίωση των απόψεων του Επίκουρου με τις αισθήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η Επικούρεια φιλοσοφία παρέμενε σταθερή επί αιώνες στις επιστημονικές και ευδαιμονικές απόψεις της, ενώ άλλες φιλοσοφικές σχολές, όπως των Πλατωνικών και των Στωικών, λόγω της ρητορικής μεθοδολογίας τους άλλαξαν πολλές φορές τα δόγματά τους κατά την πάροδο των αιώνων. Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο που, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, οι γνήσιοι Επικούρειοι αποκαλούσαν «σοφιστές» όσους εκλεκτικούς Επικούρειους παραποιούσαν την Επικούρεια φιλοσοφία.
Θα ήθελα να επισημάνω ότι σήμερα συνεχίζουμε την επικούρεια παράδοση. Όπως οι αρχαίοι Επικούρειοι δάσκαλοι, οι 3-4 καταξιωμένοι καθηγεμόνες του κάθε Κήπου μπορούν με νηφάλια κριτική με παρρησία να βοηθήσουν τους υπόλοιπους φίλους της Επικούρειας φιλοσοφίας να αναπτύξουν κριτική επιστημονική σκέψη, να ξεπεράσουν τις εσφαλμένες αντιλήψεις που προκαλούν ταραχή και να εξελιχθούν κι εκείνοι σε καθηγεμόνες. Όπως γράφει ο επικούρειος ποιητής Καβάφης: “όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει, μόνο έτσι θα αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώση”.
Ο Ελληνικός πολιτισμός είχε εξαπλωθεί στην Οικουμένη, η θεατρική συμπεριφορά των βασιλέων και των αυλικών τους έγινε συστατικό του δημόσιου βίου, ενώ συνυπήρχαν πολλές φιλοσοφικές απόψεις, ανάμεσα στις οποίες και ο Πυρρώνειος σκεπτικισμός, πολλές θρησκευτικές δοξασίες, καθώς και έντονες πολιτικές και πολεμικές αντιπαραθέσεις.
Όλες αυτές τις αλληλοαντικρουόμενες τάσεις ο Επίκουρος τις αντιμετώπισε με εξαιρετική νηφαλιότητα. Αντιλήφθηκε ότι η ζωή δεν έχει ανάγκη από κενές δοξασίες αλλά από ηρεμία, οπότε χρειαζόταν μια αντικειμενική μέθοδο για να κρίνει ποια από τις απόψεις ήταν ορθή, ποια πιθανή και ποια λανθασμένη. Για τον λόγο αυτό ο Αθηναίος φιλόσοφος δημιούργησε τον Κανόνα, μια μεθοδολογία γνώσης που περιλαμβάνει συγκεκριμένα κριτήρια της αλήθειας και στηρίζεται στην αντικειμενική παρατήρηση της Φύσης και στην ελεύθερη σκέψη.
Με τον Κανόνα του και την γνώση της Φύσης ο διαφωτιστής Επίκουρος πρόσφερε στον κάθε άνθρωπο την ευκαιρία αφενός να ελευθερώσει τον νου του από τις ανόητες πολυλογίες, τις υπερφυσικές μυθοπλασίες, την παράλογη δεισιδαιμονία, τις κενές ιδεοληψίες και την ψυχική ανισορροπία και αφετέρου να επιλέξει να ζήσει με φρόνηση και φιλία έναν ευδαιμονικό βίο. Ο Σοφός έγραψε στον μαθητή του Ηρόδοτο:
“Αφιερώνω συνεχώς την δραστηριότητα μου στην επιστημονική μελέτη της φύσης και έτσι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τρόπο, γαληνεύει η ζωή μου»
(Διογένης Λαέρτιος Χ 37).
Ο Κανόνας είναι ολοφάνερα ο πρόδρομος της σύγχρονης επιστημονικής προσέγγισης της γνώσης, που ξεκίνησε πριν από τέσσερις αιώνες από τις παρατηρήσεις με τηλεσκόπιο αφενός του Γαλιλαίου και αφετέρου του φίλου του Γκασσαντί, που αναβίωσε την Επικούρεια φιλοσοφία. Η παρατήρηση της Φύσης γίνεται με τις αισθήσεις των επιστημόνων ή με τις αισθητήριες καταγραφές των επιστημονικών οργάνων τους. Για κάθε ζήτημα διατυπώνονται πολλές θεωρίες, αλλά γίνεται αποδεκτή μόνο εκείνη η θεωρία που επιμαρτυρείται από τις παρατηρήσεις.
Η Επικούρεια μέθοδος απόκτησης της γνώσης που υιοθετήθηκε από μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων οδήγησε την ανθρωπότητα στον Διαφωτισμό, στην Επιστήμη και στον σύγχρονο Ανθρωπισμό.
Σύμφωνα με τον Επίκουρο:
“Κενός περιεχομένου είναι εκείνος ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος (Π.Μ. 31.34.10). Όπως η ιατρική δεν ωφελεί καθόλου εάν δεν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν ωφελεί εάν δεν θεραπεύει τα πάθη της ψυχής (Π.Μ. 29.32.21)”.
Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ιατρικής αναλογίας που ενδιαφέρεται για την θεραπεία του αρρώστου θα περιγράψω εν συντομία τις διάφορες προσεγγίσεις των άλλων φιλοσοφικών σχολών σε αντιπαραβολή με την προσέγγιση της Επικούρειας φιλοσοφίας. Θα αναδείξω την διαφορά ανάμεσα στην γνώμη και στην γνώση, ανάμεσα στην προσωπική δοξασία που εκφράζουν οι άλλοι φιλόσοφοι και στην επιστημονική γνώση που εκφράζει η φιλοσοφία του Επίκουρου.
Ακριβώς επειδή είναι επιστημονικά συμβατή με την ανθρώπινη φύση, η Επικούρεια φιλοσοφία έχει ψυχοθεραπευτική δράση και βελτιώνει πρακτικά την ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο Επικούρειος φιλόσοφος είναι ο επιστήμονας γιατρός της ψυχής, που προσφέρει στον απελπισμένο άνθρωπο τα φάρμακα για την φρόνηση και την αταραξία.
Γνώμη των άλλων φιλοσόφων
Θρησκευτικές και μαγικές δοξασίες καταδυνάστευαν το νου των ανθρώπων επί χιλιετίες, έως τον 6ο προχριστιανικό αιώνα, όταν στις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου και των ακτών της Ιωνίας άρχισε να αναπτύσσεται η φιλοσοφία.
Σε μια εποχή που δέσποζε η δεισιδαιμονία, οι φυσικοί Ίωνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να ξεπεράσουν τους πανάρχαιους μύθους για τους θεούς που διέδιδαν οι ποιητές και να εξηγήσουν την Φύση χρησιμοποιώντας τόσο την εμπειρία τους που βασιζόταν στις αισθήσεις, όσο και την φαντασία τους που βασιζόταν σε εμπειρικές αναλογίες και ορθολογικές υποθέσεις.
Ο κορυφαίος από αυτούς τους φυσικούς φιλοσόφους ήταν αντικειμενικά ο Δημόκριτος, ο οποίος συνδύασε την θεωρία του Παρμενίδη για το αμετάβλητο ον με την άποψη του Ηράκλειτου για την συνεχή αλλαγή, προτείνοντας αντίστοιχα αφενός την αιώνια ύπαρξη των αμετάβλητων ατόμων και αφετέρου την αέναη δημιουργία των σύνθετων σωμάτων από τα άτομα. Τα σύνθετα σώματα υπάρχουν για κάποιο χρονικό διάστημα έως την διάλυσή τους και πάλι σε άτομα. Ο Δημόκριτος υπήρξε ο πρώτος φιλόσοφος που αναφέρθηκε στην ιατρική αναλογία, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα ο Επίκουρος. Έγραψε ο Αβδηρίτης:
”Η ιατρική θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, ενώ η σοφία απαλλάσσει την ψυχή από τα πάθη”.
Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου προχριστιανικού αιώνα, η ανάγκη για εξάσκηση των πολιτών στον πολιτικό λόγο και την ρητορική επιχειρηματολογία προσέλκυσε μια ετερογενή ομάδα ευφυών και καλλιεργημένων ανθρώπων, τους σοφιστές, που δίδασκαν έναντι αμοιβής τους νέους να χειρίζονται τον λόγο. Οι σοφιστές προήγαγαν την αποδόμηση των πατροπαράδοτων αξιών που δεν είχαν ως επίκεντρο τον άνθρωπο, οδηγώντας στην καθιέρωση του ανθρωπισμού με την σημασία της μόρφωσης και της ανθρωπιάς.
Είναι γνωστή η ρήση του σοφιστή Πρωταγόρα “πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος” (δηλαδή ο άνθρωπος είναι μέτρο όλων των πραγμάτων). Αυτή η ρήση δεν ήταν μόνο ανθρωποκεντρική, αλλά είχε και υποκειμενική και σκεπτικιστική χροιά.
Οι σοφιστές υποστήριξαν την ριζοσπαστική άποψη ότι η αλήθεια είναι ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο, είναι σχετική με την πίστη και τις απόψεις του, οπότε και δεν υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση της πραγματικότητας. Οι σοφιστές δίδαξαν ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει, ότι μπορεί να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό οποιονδήποτε άλλον και ότι αυτό που έχει σημασία για να νικήσει κάποιος σε μια συζήτηση είναι η δύναμη της λογικής επιχειρηματολογίας.
Όπως είναι φανερό, η σοφιστική είναι ταυτόχρονα πρόδρομος της πολιτικής δημηγορίας, της ρητορικής, της διαλεκτικής, της υποκειμενικής γνωσιολογίας και του εγωιστικού ηδονισμού του Αρίστιππου, του Σκεπτικισμού του Πύρρωνα και του Ακαδημικού Καρνεάδη, αλλά και της προσωποκεντρικής λογοτεχνίας.
Η σοφιστική έχει άμεση σχέση με τον άκριτο εκλεκτικισμό, αντιστοιχεί στην έκφραση προσωπικής γνώμης για το κάθε τι και βρίσκεται στην βάση όλων των κοινωνικών και πολιτικών συζητήσεων, που διεξάγονται από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τους αμόρφωτους έως τους πολιτικά και ρητορικά μορφωμένους. Η σοφιστική αποτελεί χαρακτηριστικό συστατικό της σύγχρονης χαοτικής Ελληνικής κοινωνίας, η οποία βρίθει από υποκειμενισμό, σολιψισμό, δηλαδή ναρκισσισμό του τύπου “μόνο εγώ υπάρχω”, ρητορικά σχήματα, πολιτικά ψεύδη, μονολόγους κωφών, ύβρεις και φωνασκίες.
Η εφαρμογή της σοφιστικής μεθόδου στην επιστήμη και στην ιατρική θα είχε τραγελαφικά αποτελέσματα. Σε έναν ασθενή που θα υπέφερε από πονόδοντο ο ένας σοφιστής γιατρός θα τον ξεμάτιαζε, ο άλλος σοφιστής γιατρός θα του έλεγε να πιει κολλαγόνο, ενώ ένας τρίτος σοφιστής γιατρός θα επιχειρηματολογούσε ότι για όλη την ανθρώπινη δυστυχία φταίει κάποια ομάδα ανθρώπων, κάποιο πολιτικό κόμμα ή κάποια μεταφυσική δύναμη. Επιπλέον, κάποιος σκεπτικιστής γιατρός θα υποστήριζε ότι τίποτα δεν είναι σίγουρα γνωστό για τον ανθρώπινο πόνο και ότι ο ίδιος δεν είναι σίγουρος ούτε εάν πονάει κάποιος, ούτε πώς να τον γιατρέψει, ούτε εάν έχει νόημα να τον θεραπεύσει.
Ο κάθε σοφιστής με τον υποκειμενικό λόγο του επιλέγει να ζει στον δικό του φανταστικό κόσμο. Αφού και ο Πλάτων δημιούργησε στα έργα του τον δικό του ιδεατό κόσμο, δεν είναι καθόλου περίεργο, που τον ονόμασαν σοφιστή και λογοτέχνη οι σύγχρονοι Επικούρειοι Τόμας Τζέφερσον και Τζων Στιούαρτ Μιλλ.
Η φιλοσοφία του Πλάτωνα βασίζεται στην μυθοπλασία και στην διάδοση των μύθων για τον άυλο υπερβατικό κόσμο των ιδεών, τον οποίο αντιλαμβάνονται μόνο οι λίγοι, οι εκλεκτοί, οι μυημένοι.
Για τον πλατωνικό πολιτικοθρησκευτικό τρόπο σκέψης το αγαθό βρίσκεται κάπου έξω από τον ανθρώπινο κόσμο. Το αγαθό προϋπήρχε πριν υπάρξουμε εμείς οι άνθρωποι, εμείς δεν δημιουργηθήκαμε γι’ αυτό και η άριστη ζωή είναι εκείνη που όχι μόνο δεν μπορεί να κατακτήσει η πλειονότητα των ανθρώπων, αλλά ούτε καν να την οραματιστεί. Ελάχιστοι μόνο εκλεκτοί άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να αντιληφθούν ψήγματα της ιδεατής πραγματικότητας.
Ο Πλατωνισμός έχει επηρεάσει τον Ιουδαϊσμό μέσω του Φίλωνα του Αλεξανδρέα, τον Χριστιανισμό μέσω των Τριών Ιεραρχών και του Αυγουστίνου και τον Ισλαμισμό μέσω του Αλ-Φαράμπι και του Αλ-Γκαζάλι. Στον Χριστιανισμό, ειδικότερα, ο δημιουργός θεός έχει θέσει συγκεκριμένα ηθικά πρότυπα, τα οποία πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση με την υλική φύση μας. Αποστολή μας είναι να αναγνωρίσουμε αυτό που θέλει ο θεός και να το πράξουμε. Η παρούσα ζωή δεν έχει καμία αξία παρά μόνο ως προετοιμασία για την αιώνια ιδεατή ζωή στον Παράδεισο.
Αν πάρουμε το ιατρικό παράδειγμα, ο πλατωνιστής γιατρός λέει στην άρρωστο που υποφέρει πως η επώδυνη ασθένειά του είναι ωφέλιμη ώστε να αντιληφθεί την αχρηστία του υλικού του φθαρτού σώματος και να οδηγηθεί στην καλλιέργεια της ψυχής του και στην φώτιση. Ο πλατωνιστής γιατρός λέει στα παιδάκια που πεινάνε και κλαίνε πως και αυτό υγεία είναι από την σκοπιά του αιώνιου ιδεατού κόσμου, αφού τους δίνεται η ευκαιρία να αντιληφθούν την ματαιότητα της ζωής και να αποδεχθούν την σοφή αρμονία του σύμπαντος. Ένας έμφρων άνθρωπος θα περιέγραφε αυτόν τον πλατωνικό γιατρό ως σκληρόκαρδο, σαδιστή και ψεύτη.
Για τους Στωικούς πάλι, όλα τα συναισθήματα ταυτίζονται με παράλογες πεποιθήσεις, όλα τα συναισθήματα βασίζονται σε αδικαιολόγητες και λανθασμένες κρίσεις. Πιστεύουν ότι για να φθάσει κάποιος άνθρωπος στον ενάρετο βίο πρέπει να πετύχει την απάθεια, δηλαδή να απαλλαγεί από τα συναισθήματα. Για τους Στωικούς ο ορθολογισμός, η λογική σκέψη είναι το θεϊκό στοιχείο μέσα στον άνθρωπο. Ο ενάρετος θεϊκός λόγος διαπνέει όλη την δομή του σύμπαντος.
Οι Στωικοί είναι πανθεϊστές και πιστεύουν ότι θεός και Φύση ταυτίζονται, γι’ αυτό οι άνθρωποι θα πρέπει να δεχθούν ότι είναι μέρος του τέλειου και προκαθορισμένου θεϊκού σχεδίου. Οι Στωικοί σέβονται το αγαθόν του λόγου που ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Θεωρούν ότι δεν χρειάζεται ο στωικός μαθητής να ακολουθεί πιστά τον στωικό δάσκαλο, επειδή κάθε γνώμη είναι έκφραση του συμπαντικού λόγου. “Αυτή είναι η άποψη του Ζήνωνα. Η δικιά σου ποια είναι;” ρωτάει ο Σενέκας (33.7).
Αν δούμε την ιατρική αναλογία, ο στωικός γιατρός όχι μόνο ακούει με απάθεια και αναλγησία τον άρρωστο να υποφέρει, αλλά αντί να κάνει την διάγνωση και να εφαρμόσει την θεραπεία ως ειδικός, ζητάει την γνώμη του αρρώστου, την οποία πιστεύει ότι του την έχει προεμφυτεύσει ο θεϊκός λόγος…
Περισσότερο πραγματιστής από τους Πλατωνικούς και τους Στωικούς, ο Αριστοτέλης εκφράζει τις απόψεις του μέσου ανθρώπου, του κοινού νου. Ο φιλόσοφος καταγράφει τις “κοινές πεποιθήσεις” και χρησιμοποιεί την ήρεμη διαλεκτική μέθοδο για να διερευνήσει την αλήθεια, που πιστεύει ότι εμπεριέχεται στις διάφορες γνώμες. Ερευνά τα ψυχολογικά αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τα περιγράφει με αδρό τρόπο. Ο Σταγειρίτης παρατηρεί ότι,
“εφόσον ο φόβος κάποιου συνυπάρχει με την προσδοκία ότι θα υποστεί φθοροποιό πάθος, είναι φανερό πως όσοι πιστεύουν ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα, δεν φοβούνται” (Ρητορική 1382α35-β4).
Ο Αριστοτέλης συνήθως μιλάει θεωρητικά, αλλά αναγνωρίζει την πρακτική χρησιμότητα της ιατρικής στα Ηθικά Ευδήμεια λέγοντας,
“ο στόχος μας είναι να είμαστε υγιείς και όχι απλώς να γνωρίζουμε τι είναι υγεία. Να είμαστε καλά και όχι απλώς να ξέρουμε τι θα πει να είμαστε καλά” (ΗΕ 1216β24-25).
Όμως, η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποιεί για να εκμαιεύσει από κάποιον την αλήθεια διαχωρίζοντάς την από το ψεύδος είναι ατελής χωρίς την βεβαιότητα της επιστημονικής παρατήρησης και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο ιατρικό ψυχοθεραπευτικό πρότυπο. Εάν ένας αριστοτελικός γιατρός συζητούσε με έναν ασθενή όλες τις πιθανές θεραπείες της αρρώστιας του, που θα βασίζονται είτε στην επιστημονική γνώση, είτε στην μαγεία, είτε στην φαντασία, είτε στην θρησκεία, στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα ήταν επουσιώδες, ενώ στην χειρότερη θα ήταν αποπροσανατολιστικό.
Συμπερασματικά, δεν προσφέρουν στην υγεία της ψυχής ούτε ο σοφιστής γιατρός με τον υποκειμενισμό του, ούτε ο σκεπτικιστής γιατρός που δεν είναι σίγουρος για τίποτα, ούτε ο πλατωνικός γιατρός με την μυθοπλασία του, ούτε ο ανάλγητος στωικός γιατρός που ζητά την γνώμη του αρρώστου, αλλά ούτε και ο αριστοτελικός γιατρός με την άκριτη φλυαρία του.
Η ιατρική αναλογία της φιλοσοφίας όχι μόνο αρνείται την άποψη ότι η ηθική είναι υποκειμενική, αλλά αντίθετα υπογραμμίζει ότι η ηθική αλήθεια σχετίζεται με τις πραγματικές ανάγκες, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες και τις δυνατότητες των ανθρώπων. Μόνο η εμπειρική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης μπορεί να προσφέρει τις βάσεις για την θεραπεία της ψυχής, όπως σωστά αντιλήφθηκε ο Επίκουρος.
Ψυχοθεραπευτική γνώση των Επικούρειων
Ο παραλληλισμός της φιλοσοφίας με την ιατρική σημαίνει ότι οι Επικούρειοι υιοθέτησαν ένα πρότυπο ασύμμετρης σχέσης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, κατά αντιστοιχία με την σχέση γιατρού και αρρώστου.
Ακριβώς όπως ο ειδικός επιστήμονας γιατρός γνωρίζει καλύτερα για την διάγνωση και την θεραπεία της ασθένειας από έναν απληροφόρητο άρρωστο, έτσι και ο μαθητευόμενος της Επικούρειας φιλοσοφίας δεν είναι ικανός ακόμη να γνωρίζει την κατάστασή του τόσο καλά όσο ο δάσκαλος. Υιοθετώντας τα κριτήρια της αλήθειας που του μαθαίνει ο δάσκαλος, ο μαθητής αρχίζει να αναγνωρίζει την μέθοδο προσέγγισης της Φύσης και σταδιακά αποκτά γνώση για τις πραγματικές του ανάγκες εξασκώντας την φρόνησή του.
Η επικούρεια μέθοδος διδασκαλίας και ψυχοθεραπείας περιγράφεται στο έργο του Φιλόδημου περί Παρρησίας. Με την ειλικρινή κριτική του δασκάλου ο μαθητευόμενος Επικούρειος μαθαίνει γιατί νοσεί ψυχικά και σταδιακά γίνεται γιατρός του εαυτού του. Μαθαίνει να σκέπτεται επιστημονικά, να κρίνει με βάση τα κριτήρια αλήθειας του Κανόνα τι είναι αληθές, τι είναι ψευδές και τι είναι πιθανό. Μαθαίνει να θεωρεί τα συναισθήματά του ως κριτήριο αλήθειας, αλλά ταυτόχρονα εκπαιδεύεται στην φιλοσοφική θεραπεία των παράλογων φόβων και των αφύσικων επιθυμιών.
Η υιοθέτηση της ιδεοληπτικής μεθόδου ή της επιστημονικής μεθόδου από κάποιον άνθρωπο έχει τεράστια σημασία. Το παράδειγμα του Γερμανού αστρονόμου Κέπλερ την περίοδο της Αναγέννησης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Ο ίδιος άνθρωπος με διαφορετική μέθοδο, αφενός την ιδεοληπτική πλατωνική και αφετέρου την εμπειρική επικούρεια παρουσίασε μέσα σε μια δεκαετία δύο διαφορετικά μοντέλα του ηλιακού συστήματος. Το πρώτο θεωρητικό μοντέλο βασιζόταν στα περίφημα στερεά του Πλάτωνα, ενώ το δεύτερο βασιζόταν στις πολυετείς αστρονομικές παρατηρήσεις του Δανού Τύχο Μπράχε. Προφανώς, σωστό είναι το δεύτερο επιστημονικό μοντέλο που ισχύει εδώ και τέσσερις αιώνες.
Ο επικούρειος τρόπος είναι ο επιστημονικός, ο νηφάλιος, ο ψυχικά ισορροπημένος τρόπος που βασίζεται σε επιβεβαίωση των απόψεων του Επίκουρου με τις αισθήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η Επικούρεια φιλοσοφία παρέμενε σταθερή επί αιώνες στις επιστημονικές και ευδαιμονικές απόψεις της, ενώ άλλες φιλοσοφικές σχολές, όπως των Πλατωνικών και των Στωικών, λόγω της ρητορικής μεθοδολογίας τους άλλαξαν πολλές φορές τα δόγματά τους κατά την πάροδο των αιώνων. Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο που, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, οι γνήσιοι Επικούρειοι αποκαλούσαν «σοφιστές» όσους εκλεκτικούς Επικούρειους παραποιούσαν την Επικούρεια φιλοσοφία.
Θα ήθελα να επισημάνω ότι σήμερα συνεχίζουμε την επικούρεια παράδοση. Όπως οι αρχαίοι Επικούρειοι δάσκαλοι, οι 3-4 καταξιωμένοι καθηγεμόνες του κάθε Κήπου μπορούν με νηφάλια κριτική με παρρησία να βοηθήσουν τους υπόλοιπους φίλους της Επικούρειας φιλοσοφίας να αναπτύξουν κριτική επιστημονική σκέψη, να ξεπεράσουν τις εσφαλμένες αντιλήψεις που προκαλούν ταραχή και να εξελιχθούν κι εκείνοι σε καθηγεμόνες. Όπως γράφει ο επικούρειος ποιητής Καβάφης: “όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει, μόνο έτσι θα αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώση”.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ
ΔΗΜ πρ 5.1–3
ΔΗΜ πρ 5.1–3
Οι ακροατές των λόγων οφείλουν να ακούν με υπομονή όλους τους ομιλητές
[1] Ὁρῶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παντάπασι πρόδηλον ὂν
οὕς τ’ ἂν ἀκούσαιτε λόγους ἡδέως καὶ πρὸς οὓς οὐκ οἰκείως
ἔχετε· οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν λέγειν ἅ τις οἴεται χαριεῖσθαι
τῶν παρακρούσασθαί τι βουλομένων εἶναι νομίζω, τὸ δ’
ὑφίστασθαι, περὶ ὧν πέπεικεν ἑαυτὸν συμφέρειν τῇ πόλει,
καὶ θορυβηθῆναι κἂν ἄλλο τι βούλησθ’ ὑμεῖς, εὔνου καὶ
δικαίου τοῦτο πολίτου κρίνω. [2] βουλοίμην δ’ ἂν ὑμᾶς, εἰ
καὶ μηδὲ δι’ ἓν τῶν ἄλλων, δι’ ἐκεῖν’ ὑπομεῖναι τοὺς λόγους
ἀμφοτέρων, ἵν’ ἐὰν μὲν ὀρθότερον φανῇ τις λέγων ὧν ὑμεῖς
ὡρμήκατε, χρήσησθε τούτῳ, ἂν δ’ ἀπολειφθῇ καὶ μὴ δύνηται
διδάξαι, δι’ αὑτόν, ἀλλὰ μὴ δι’ ὑμᾶς οὐκ ἐθέλοντας ἀκούειν
τοῦτο πεπονθέναι δοκῇ. ἔτι δ’ οὐδὲ πάθοιτ’ ἂν ἀηδὲς οὐδὲν
τοσοῦτον, εἰ πολλά τινος ληροῦντος ἀκούσαιτε, ὅσον εἰ τῶν
δεόντων τι λέγειν ἔχοντός τινος εἰπεῖν κωλύσαιτε. [3] ἡ μὲν
οὖν ἀρχὴ τοῦ δοκιμάζειν ὀρθῶς ἅπαντ’ ἐστὶν μηδὲν οἴεσθαι
πρότερον γιγνώσκειν πρὶν μαθεῖν, ἄλλως τε καὶ συνειδότας
πολλάκις ἤδη πολλοὺς μετεγνωκότας. ἂν τοίνυν ὑμεῖς
ταῦθ’ ὑπάρξητε νῦν πεπεισμένοι, οἴομαι μετὰ βραχέων λόγων
καὶ αὐτὸς ἀντιλέγειν εἰκότως δόξειν καὶ ὑμῖν τὰ βέλτιστα
φανεῖσθαι λέγων.
[1] Ὁρῶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παντάπασι πρόδηλον ὂν
οὕς τ’ ἂν ἀκούσαιτε λόγους ἡδέως καὶ πρὸς οὓς οὐκ οἰκείως
ἔχετε· οὐ μὴν ἀλλὰ τὸ μὲν λέγειν ἅ τις οἴεται χαριεῖσθαι
τῶν παρακρούσασθαί τι βουλομένων εἶναι νομίζω, τὸ δ’
ὑφίστασθαι, περὶ ὧν πέπεικεν ἑαυτὸν συμφέρειν τῇ πόλει,
καὶ θορυβηθῆναι κἂν ἄλλο τι βούλησθ’ ὑμεῖς, εὔνου καὶ
δικαίου τοῦτο πολίτου κρίνω. [2] βουλοίμην δ’ ἂν ὑμᾶς, εἰ
καὶ μηδὲ δι’ ἓν τῶν ἄλλων, δι’ ἐκεῖν’ ὑπομεῖναι τοὺς λόγους
ἀμφοτέρων, ἵν’ ἐὰν μὲν ὀρθότερον φανῇ τις λέγων ὧν ὑμεῖς
ὡρμήκατε, χρήσησθε τούτῳ, ἂν δ’ ἀπολειφθῇ καὶ μὴ δύνηται
διδάξαι, δι’ αὑτόν, ἀλλὰ μὴ δι’ ὑμᾶς οὐκ ἐθέλοντας ἀκούειν
τοῦτο πεπονθέναι δοκῇ. ἔτι δ’ οὐδὲ πάθοιτ’ ἂν ἀηδὲς οὐδὲν
τοσοῦτον, εἰ πολλά τινος ληροῦντος ἀκούσαιτε, ὅσον εἰ τῶν
δεόντων τι λέγειν ἔχοντός τινος εἰπεῖν κωλύσαιτε. [3] ἡ μὲν
οὖν ἀρχὴ τοῦ δοκιμάζειν ὀρθῶς ἅπαντ’ ἐστὶν μηδὲν οἴεσθαι
πρότερον γιγνώσκειν πρὶν μαθεῖν, ἄλλως τε καὶ συνειδότας
πολλάκις ἤδη πολλοὺς μετεγνωκότας. ἂν τοίνυν ὑμεῖς
ταῦθ’ ὑπάρξητε νῦν πεπεισμένοι, οἴομαι μετὰ βραχέων λόγων
καὶ αὐτὸς ἀντιλέγειν εἰκότως δόξειν καὶ ὑμῖν τὰ βέλτιστα
φανεῖσθαι λέγων.
***
[1] Αντιλαμβάνομαι, άνδρες Αθηναίοι, ότι είναι όλως διόλου φανερόν και ποίους λόγους ηθέλετε ακούσει ευχαρίστως και προς ποίους δεν διάκεισθε ευμενώς· αλλ' όμως το να λέγη τις εκείνα τα οποία νομίζει, ότι θα προκαλέσουν ευχαρίστησιν, νομίζω ότι είναι ίδιον εκείνων που θέλουν να σας εξαπατήσουν εις κάτι, το να τολμά τις όμως να λέγη όσα είναι πεπεισμένος ότι συμφέρουν εις την πόλιν, και αν θορυβηθήτε, και αν έχετε κάποιαν άλλην επιθυμίαν, τούτο νομίζω ότι είναι ίδιον δικαίου και ευνοϊκώς διακειμένου προς την πόλιν. [2] Θα επεθύμουν δε, αν όχι διά τίποτε άλλο, δι' εκείνο να έχετε υπομονήν να ακούσετε τους λόγους αμφοτέρων, ίνα, εάν μεν φανή κάποιος, ότι ομιλεί ορθότερον δι' εκείνα, τα οποία σεις μετά ζήλου επιδιώκετε, χρησιμοποιήσετε αυτόν, αν δε υπολειφθή και δεν δυνηθή να σας διαφωτίση, να φαίνεται, ότι έχει πάθει τούτο εξ αιτίας του εαυτού του και ουχί εξ αιτίας σας, οι οποίοι δεν θέλετε να τον ακούσετε. Προσέτι δεν ηθέλετε πάθει ουδέν τόσον δυσάρεστον, εάν ηθέλετε ακούσει από κάποιον πολλάς φλυαρίας, όσον εάν ηθέλετε εμποδίσει κάποιον να ομιλήση, ενώ έχει να είπη κάτι εκ των πρεπόντων. [3] Η μεν λοιπόν βάσις τού να δοκιμάζετε ορθώς όλα είναι να μη νομίζετε ότι γνωρίζετε τίποτε προηγουμένως πριν διαφωτισθήτε, και μάλιστα αφού γνωρίζετε ότι πολλοί έως τώρα έχουν μετανοήσει. Αν λοιπόν σεις θα έχετε τώρα πεισθή περί τούτων, νομίζω ότι και εγώ ο ίδιος ευλόγως θα φανώ ότι λέγω κάτι και ότι σας συμβουλεύω τα άριστα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)












