Σάββατο 21 Μαΐου 2022

Η θρησκευτική πολιτική αυτοκράτορα Κωνσταντίνου

«Νομίζω ότι είναι σε όλους σαφές ότι τίποτα πολυτιμότερο δεν έχω προ οφθαλμών από τη θρησκεία», είχε δηλώσει σε μια επιστολή του ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος αυτοκράτορας αυτόκλητος προστάτης του χριστιανισμού. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος κέρδισε μια αποφασιστική μάχη εναντίον του συνδιεκδικητή του ρωμαϊκού θρόνου Μαξέντιου, στη Μουλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη, δεκαέξι χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Πριν από τη μάχη, ο Μαξέντιος, ακολουθώντας τη ρωμαϊκή συνήθεια, συμβουλεύθηκε τα Σιβυλλικά Βιβλία για να λάβει πρόβλεψη για την έκβαση της μάχης, τα οποία ανέφεραν ότι θα χανόταν ο εχθρός της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ερμήνευσε το χρησμό προς όφελός του, διαψεύστηκε όμως οικτρά. Ο Μαξέντιος κατατροπώθηκε από τον Κωνσταντίνο και το πτώμα του ρίχτηκε στον ποταμό Τίβερη σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής. Στη συνέχεια, το πτώμα ανασύρθηκε, αποκόπηκε το κεφάλι και τοποθετήθηκε σε μια λόγχη που οι νικητές περιέφεραν στην πόλη προς επιβεβαίωση και επίδειξη του θριάμβου τους.

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ο Κωνσταντίνος ερμήνευσε την αναμέτρησή του με τον Μαξέντιο ως αναμέτρηση ανάμεσα στον χριστιανικό Θεό και στην παλιά παραδοσιακή θρησκεία. Ο Κωνσταντίνος, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, αντιλήφθηκε τη δράση του ως σταυροφορία και απέδωσε τη νίκη του, όπως και όλες τις μεταγενέστερες επιτυχίες του, στην προστασία του μοναδικού αληθινού Θεού, του Θεού των χριστιανών.

Όπως πίστευε, ο Θεός τού είχε αποκαλυφθεί σε όραμα και σε όνειρο, το οποίο αργότερα διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια στον εκκλησιαστικό ιστορικό και βιογράφο του Ευσέβιο και μάλιστα ορκίστηκε για την αλήθεια των λεγομένων του. Την παραμονή της μάχης του με τον Μαξέντιο, την ώρα του δειλινού, ο Κωνσταντίνος καθόταν έξω από τη σκηνή του και αναλογιζόταν το σχέδιο της μάχης που θα ακολουθούσε όταν, ξαφνικά, είδε στον ουρανό το χριστόγραμμα, δηλαδή τα δύο πρώτα γράμματα του ονόματος του Χριστού, συνοδευμένο από την επιγραφή hoc signo victor es, ή στην ελληνική του απόδοση που μας παρέχει ο Ευσέβιος, τούτω νίκα. Σε όνειρο έλαβε την οδηγία να χαράξει το χριστόγραμμα και την επιγραφή στις ασπίδες των στρατιωτών του και να τα αποτυπώσει στα λάβαρά του ως αλέξημα, δηλαδή ως αποτροπαϊκό σύμβολο για την προστασία τους. Ο Κωνσταντίνος πρόθυμα υπάκουσε και αυτό πίστευε ότι του εξασφάλισε την εύνοια του παντοδύναμου Θεού και την τελική επικράτηση. Η απρόσμενη νίκη εδραίωσε μια για πάντα τη χριστιανική του πίστη. Από ευτυχή συγκυρία έχει σωθεί το κράνος του Κωνσταντίνου με χαραγμένο πάνω του το χριστόγραμμα. Ας σημειωθεί ότι συναντούμε το σύμβολο ΧΡ σε παπύρους της εποχής καθώς χρησιμοποιούνταν από ελληνόφωνους Αιγύπτιους εμπόρους για να δείξουν ότι ένα προϊόν ήταν χρηστόν (=χρήσιμο), δηλαδή καλό. Για πρώτη φορά ο Κωνσταντίνος το χρησιμοποίησε ως χριστιανικό σύμβολο. Ήταν ιδέα του αυτοκράτορα να μετατρέψει τη σύντμηση αυτή σε προστατευτικό σύμβολο του Θεού του.

Αυτό που είδε ο Κωνσταντίνος στον ουρανό και εντυπωσιάστηκε, όπως υποστηρίζουν πολλοί σήμερα, δεν ήταν τα δύο πρώτα γράμματα της λέξης Χριστός, παρά μια σπάνια, αλλά επιστημονικά εξακριβωμένη μορφή του φαινομένου της άλω. Καθώς οι ακτίνες του ήλιου συναντούν παγοκρυστάλλους δημιουργείται ένα θεαματικό πρόσκαιρο σχήμα φωτεινού σταυρού με τον ήλιο στο κέντρο, όπως το ουράνιο τόξο εμφανίζεται όταν οι ακτίνες του ήλιου ενώνονται με σταγόνες βροχής. Οποιαδήποτε εκδοχή κι αν βρίσκουμε πειστική, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Κωνσταντίνος εξέλαβε την εμπειρία του ως μεταφυσική και, αμέσως μετά, θέλησε να μάθει περισσότερα για το χριστιανισμό. Έτσι, άρχισε να μελετάει συστηματικά χριστιανικά κείμενα, να συναναστρέφεται τακτικά με χριστιανούς ιερείς και να τους έχει συνδαιτυμόνες και συνοδούς στα ταξίδια του.

Η ειλικρίνεια της μεταστροφής του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό αμφισβητήθηκε έντονα σχεδόν αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η σημασία της. Ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η διένεξη για το αν ο εκχριστιανισμός του αυτοκράτορα ήταν ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας ή αν πήγαζε από αγνά θρησκευτικά κίνητρα. Προσωπικά θεωρώ την αποδοχή της χριστιανικής πίστης από τον Κωνσταντίνο απόλυτα ειλικρινή. Στις επιστολές του ίδιου του αυτοκράτορα, που σώζονται μέχρι σήμερα, διακηρύσσει με σαφήνεια την παταγώδη αποτυχία των παραδοσιακών θεών και την ακράδαντη πίστη του ότι η παντοδυναμία του Θεού των χριστιανών θα φέρει αμέτρητα αγαθά στο κράτος που ηγείται. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο χριστιανισμός στην εποχή του Κωνσταντίνου δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος, οι χριστιανοί αποτελούσαν τότε μια μικρή μόνο μερίδα του πληθυσμού, μια ασήμαντη και ανίσχυρη ομάδα με λίγους μόνο φίλους στις ισχυρές ανώτερες τάξεις, οπότε δεν ήταν καθόλου αυτονόητη ούτε αναπόφευκτη η υποστήριξή τους από έναν αυτοκράτορα. Αμέσως μετά τον εκχριστιανισμό του Κωνσταντίνου, η κατάσταση άλλαξε ριζικά και σημειώθηκε ραγδαία άνοδος των μεταστροφών στο χριστιανισμό. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε την ασύγκριτη δυναμική του χριστιανικού κινήματος, την ξεχωριστή μαχητικότητα των οπαδών του και την πρωτόγνωρη για τον αρχαίο κόσμο οργάνωση του κλήρου, και ότι κατόρθωσε να διαβλέψει τη λαμπρή πορεία του. Έχει μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς ο Κωνσταντίνος έλαβε την απόφαση να υποστηρίξει το χριστιανισμό και να τον χρησιμοποιήσει ως συνεκτική ιδεολογία της αυτοκρατορίας και σε ποια χρονική στιγμή αντιλήφθηκαν οι σύγχρονοί του, χριστιανοί και εθνικοί, τη ρηξικέλευθη απόφασή του.

Ο Κωνσταντίνος υποστήριξε έμπρακτα το χριστιανισμό. Απάλλαξε τον κλήρο από φορολογικές υποχρεώσεις, παραχώρησε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και αποδοχής κληρονομιών στην Εκκλησία, καθιέρωσε την Κυριακή ως επίσημη ημέρα ανάπαυσης (από την οποία εξαίρεσε μόνο τους αγρότες που μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να συνεχίσουν τις εργασίες τους, για να μην διακινδυνεύσουν καταστροφή της σοδειάς τους, και τις απελευθερώσεις δούλων ως μια καλή πράξη που μπορούσε να γίνει ακόμα και σε αργίες), αναγνώρισε όλες τις χριστιανικές εορτές ως κρατικές, αποτύπωσε χριστιανικά σύμβολα στα νομίσματά του και ανέγειρε εντυπωσιακές εκκλησίες με χρήματα του αυτοκρατορικού ταμείου σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια.

Ωστόσο η πολιτική του Κωνσταντίνου απέναντι στο χριστιανισμό ήταν αντιφατική. Ο Κωνσταντίνος δεν απέβαλε ποτέ την ιδιότητα του pontifex maximus (= του υπάτου αρχιερέα) της παραδοσιακής θρησκείας των Ρωμαίων, δεν εξαφάνισε τα εθνικά σύμβολα από τα νομίσματά του (για παράδειγμα, στα νομίσματά του εμφανίζονται οι θεοί Δίας Σωτήρ, Άρης Σωτήρ, Ηρακλής Νικητής, Ήλιος, Ίσιδα, Σέραπις και Άνουβις), ενώ παράλληλα κυκλοφορούσαν και νομίσματα με χριστιανικά σύμβολα, στην Αψίδα του αυτοκράτορα στη Ρώμη, που ανήγειρε προς τιμήν του η ρωμαϊκή Σύγκλητος σε ανάμνηση της μάχης του 312, δεν κατονομάζεται ξεκάθαρα ο χριστιανικός Θεός ως ο προστάτης του, παρά υπάρχει μια παράσταση του θεού Ήλιου και η μονοθεϊστική ασαφής επιγραφή instinctu divinitatis (= με την έμπνευση της θεότητας νικά ο αυτοκράτορας). Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος συμβουλευόταν μάντεις και αστρολόγους μέχρι το τέλος της ζωής του και επέτρεπε στους υπηκόους του να καταφεύγουν στη μαγεία για τη θεραπεία ασθενειών ή την αποτροπή ανεπιθύμητων καιρικών φαινομένων, αποδέχτηκε πρόθυμα εθνικές τιμές από τους πολίτες της Αθήνας, πλήρωσε τα ταξιδιωτικά έξοδα ενός εθνικού ιερέα για προσκύνημα στην Αίγυπτο, ενίσχυσε οικονομικά τα Ελευσίνια Μυστήρια και, το κυριότερο ίσως, ποτέ δεν καταπίεσε εθνικούς.

Κάποιοι χαρακτηρίζουν τον Κωνσταντίνο ρεαλιστή και διπλωμάτη και θεωρούν ότι συνειδητά δεν ήθελε να προσβάλει τους εθνικούς υπηκόους του αλλά να τους προσφέρει μια γέφυρα να περάσουν ήπια, σταδιακά και ανώδυνα στο χριστιανισμό, ή ερμηνεύουν τις εθνικές του συνήθειες ως εξωτερικές τυπικές εκδηλώσεις που αναμένονταν από έναν αυτοκράτορα αλλά που είχαν χάσει το εθνικό τους νόημα για πολλούς από τους ανθρώπους της εποχής (και σίγουρα για τον Κωνσταντίνο), αποδίδουν τη φαινομενικά αλλόκοτη και συγκεχυμένη συμπεριφορά του σε απλή άγνοια ή σε γραφειοκρατική αδράνεια, και την περιοδική εμφάνιση μονοθεϊστικών συμβόλων και το δισταγμό να κατονομαστεί ξεκάθαρα ο Θεός των χριστιανών σε πρωτοβουλία των συγχρόνων του εθνικών Συγκλητικών (οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων και την κυκλοφορία νομισμάτων) που είχαν αντιληφθεί τη μεταστροφή του αυτοκράτορά τους αλλά ένιωθαν αιφνιδιασμένοι και αμήχανοι για να την ομολογήσουν απροκάλυπτα. Ο Κωνσταντίνος δίνει την εντύπωση ότι δεν είχε τους ενδοιασμούς που του αποδίδονται. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, ήταν αυθόρμητος, αλλά και σίγουρος για τις θρησκευτικές επιλογές του, τις οποίες, σε καμιά περίπτωση, δεν έκρυβε. Απλώς η μεταστροφή σε κάτι νέο δεν σημαίνει απαραίτητα ουσιαστική ρήξη με το παρελθόν, ούτε πάντα αυτόματη εγκατάλειψη των παλιών συνηθειών, τουλάχιστον όχι σε τόσο απόλυτο βαθμό όσο τείνουμε να πιστεύουμε. Ο Κωνσταντίνος δεν θεωρούσε ότι ενεργούσε κατά τρόπο αντιφατικό ή προβληματικό, όπως εμείς σήμερα.

Το πρώτο και κυριότερο βήμα του Κωνσταντίνου, που σήμανε την οριστική ρήξη με το εθνικό παρελθόν, ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος ύπαρξης του χριστιανισμού και η διακήρυξη της αρχής της ανεξιθρησκίας για τους όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Το 311 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος έπεισε τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο να δημοσιεύσουν από κοινού το Διάταγμα των Μεδιολάνων (στο σημερινό Μιλάνο) που όριζε τα ακόλουθα: «Όταν εγώ ο Κωνσταντίνος ο Αύγουστος και εγώ ο Λικίνιος ο Αύγουστος είχαμε την ευτυχία να συναντηθούμε στα Μεδιόλανα και να συζητήσουμε όλα τα σχετικά με το κοινό συμφέρον και όφελος, κρίναμε ότι μεταξύ των άλλων ζητημάτων που θα ωφελούσαν τους πάντες, πρώτο και κύριο επιβαλλόταν να ρυθμιστεί εκείνο που σχετίζεται με το σεβασμό προς το Θείο, δηλαδή να χορηγήσουμε στους χριστιανούς καθώς και σε όλους τους άλλους την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμεί ο καθένας, ώστε οποιαδήποτε και αν είναι η θεότητα και η ουράνια δύναμη να διάκειται ευμενώς απέναντί μας και απέναντι σε όλους εκείνους που βρίσκονται υπό την εξουσία μας. Κατά συνέπεια αποφασίσαμε να καταργηθούν όλοι οι σχετικοί με τους χριστιανούς προγενέστεροι περιορισμοί και από τώρα και στο εξής όποιος επιθυμεί να ακολουθήσει τη θρησκεία των χριστιανών είναι απεριόριστα ελεύθερος άνευ παρεμβάσεων ή ενοχλήσεων να την ακολουθήσει. Παραχωρήσαμε στους εν λόγω χριστιανούς απόλυτη ελευθερία να ασκούν τη λατρεία τους. Εφόσον τους παραχωρήσαμε αυτό το δικαίωμα και οι άλλοι ομοίως έχουν, προς χάριν της ειρήνης της βασιλείας μας, απόλυτη ελευθερία να εκλέγουν και να τιμούν όποια θρησκεία θέλουν. Και τούτο αποφασίστηκε για να μη φανεί ότι μειώνουμε οποιαδήποτε θρησκεία ή λατρεία». Ακολουθούν διαταγές για την άμεση απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες των τόπων λατρείας και της υπόλοιπης περιουσίας τους που είχαν βίαια αποσπαστεί κατά τη διάρκεια των διωγμών, είτε βρισκόταν ακόμη αυτή στην κατοχή του δημοσίου ταμείου, είτε είχε εκποιηθεί ή παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Στους αγοραστές και τους δωρεοδόχους δινόταν η υπόσχεση ότι τελικά θα αποζημιώνονταν από το δημόσιο ταμείο. «Έτσι ώστε, όπως εξηγήσαμε, η Θεία Εύνοια την οποία γνωρίσαμε σε τόσο μεγάλα συμβάντα, να εξακολουθήσει να μας στηρίζει εσαεί, για την δική μας επιτυχία και την ευτυχία του λαού» (μετάφραση δική μου και από Jones Arnold, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα χ.χ., σ. 88-89). Ο Κωνσταντίνος δεν όρισε το χριστιανισμό ως μόνη επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό έγινε το 380 μ.Χ. με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄.

Τίποτα δεν προμήνυε τη δημόσια μεταστροφή του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό. Η μεταστροφή του αυτοκράτορα ήταν μια απρόσμενη ευχάριστη έκπληξη που οι χριστιανοί αμέσως αγκάλιασαν και αξιοποίησαν προς όφελός τους. Ο Κωνσταντίνος αδιαφόρησε επιδεικτικά για τη θρησκευτική παράδοση αιώνων και έδωσε προτεραιότητα στο χριστιανισμό. Μία από τις πρώτες του ενέργειες όταν ανέβηκε στο θρόνο το 312 ήταν να επανορθώσει τις απώλειες που είχαν υποστεί οι χριστιανοί από τους προκατόχους του. Οι χριστιανοί εξόριστοι επαναπατρίστηκαν, οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα, ορυχεία και πορνεία απελευθερώθηκαν και ανέκτησαν την προηγούμενη νομική τους θέση, και οι δημευμένες περιουσίες, ιδιωτικές και εκκλησιαστικές, επιστράφηκαν, ενώ –το σημαντικότερο ίσως όλων– οι χριστιανοί έπαψαν να νιώθουν ντροπή και ανασφάλεια για την επιλογή τους.

Όταν ο Κωνσταντίνος ισχυροποίησε τη θέση του στο θρόνο υποστήριξε, σε μεγάλο βαθμό, τους στυλοβάτες της νέας θρησκείας, τους χριστιανούς ιερείς. Οι χριστιανοί ιερείς απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση ανάληψης δυσβάσταχτων δημοτικών αξιωμάτων. Ο Ευσέβιος ομολογεί ότι αυτό το μέτρο ώθησε πολλούς να ξεκινήσουν μια σταδιοδρομία στην Εκκλησία, παρακινημένοι όχι τόσο από θρησκευτικά κίνητρα αλλά για να αποφύγουν τα ανεπιθύμητα βάρη που συνεπάγονταν τα δημοτικά αξιώματα. Προς το τέλος της ζωής του, το 326, ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε την κατάχρηση του μέτρου και έθεσε περιορισμούς στις χειροτονίες κληρικών που δεν έπρεπε να ξεπερνούν τις ανάγκες των πόλεων. Η θέση ενός δημοτικού συμβούλου, που παραδοσιακά μεταβιβαζόταν από πατέρα σε γιο, υποχρέωνε τον κάτοχό της να ξοδέψει χρήματα για την πόλη του, να οργανώσει μεγαλοπρεπή θεάματα και εορτές, να ανεγείρει ή να επισκευάσει επιβλητικά δημόσια οικοδομήματα, ή το οδικό δίκτυο, και να συγκεντρώσει τους φόρους, και υπήρξε ένα εξαιρετικά τιμητικό καθήκον για τους επιφανείς πολίτες μιας πόλης από την κλασική εποχή έως και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου. Στην ύστερη αρχαιότητα η θέση δεν ήταν πλέον καθόλου ελκυστική, καθώς έπαψε να αποτελεί αξία για τις ανώτερες τάξεις η καταβολή χρημάτων προς όφελος των συμπολιτών με αντάλλαγμα την εξασφάλιση τιμής και κύρους στον τόπο διαμονής. Οι πλούσιοι δεν ήταν πια διατεθειμένοι να αποχωριστούν τον πλούτο τους με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά. Οι χριστιανοί, τελικά, τους έπεισαν να διοχετεύουν το περίσσευμά τους σε φιλανθρωπικές πράξεις με αντάλλαγμα τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος φρόντισε οι επίσκοποι να αποκτήσουν το δικαίωμα να ενεργούν ως δικαστές, η εκκλησιαστική περιουσία να μην φορολογείται, οι επαρχιακοί διοικητές υποχρεώθηκαν να διαθέτουν πόρους για την κατασκευή χριστιανικών ναών στις περιοχές της αρμοδιότητάς τους και να διανέμουν τρόφιμα στους χριστιανούς, χρηματοδοτήθηκαν μοναστήρια και εκκλησιαστικά ιδρύματα, δημεύτηκαν περιουσίες εθνικών ιερών και επιτράπηκαν κατεδαφίσεις εθνικών ιερών. Δεν άργησε να γίνει αντιληπτό ότι ο Κωνσταντίνος προωθούσε τους χριστιανούς αξιωματούχους και ότι η ομολογία της χριστιανικής πίστης ήταν ένα σίγουρο μέσο απόκτησης της εύνοιας του αυτοκράτορα. Ο Ευσέβιος με θλίψη αναφέρει ότι πολλοί καιροσκόποι προσποιούνταν τους ευλαβείς χριστιανούς με σκοπό να επωφεληθούν με χρήματα, τίτλους και διευκολύνσεις.

Η νομοθετική πολιτική του Κωνσταντίνου επηρεάστηκε από τους χριστιανούς συμβούλους του. Οι διατάξεις για την έκδοση διαζυγίων, που ήταν σχετικά απλές κατά τη διάρκεια της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, έγιναν πιο αυστηρές και δεν επιτρεπόταν πια στις γυναίκες να καταθέτουν αίτηση διαζυγίου με την αιτιολογία ότι οι σύζυγοί τους ήταν μέθυσοι, άπιστοι ή μη σοβαροί, μπορούσαν να τους χωρίσουν μόνο εάν ήταν δολοφόνοι, μάγοι ή τυμβωρύχοι, ενώ οι άνδρες μπορούσαν να χωρίσουν μόνο σε περίπτωση μοιχείας, φαρμακείας ή πορνείας της συζύγου. Επιπλέον, απαγορεύτηκε στους δουλοκτήτες η διάλυση των οικογενειών των δούλων και επιτράπηκαν οι χειραφετήσεις δούλων μέσα σε εκκλησίες. Στο σημείο αυτό εξαντλήθηκε η συμπόνια του Κωνσταντίνου απέναντι στους δούλους. Αν ένας δούλος πέθαινε από κακομεταχείριση στα χέρια του δεσπότη του, ο δεσπότης δεν θα διωκόταν, εκτός και αν το έπραξε εσκεμμένα, κάτι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί. Ακόμα και μετά την απελευθέρωση δούλου ο δεσπότης διατηρούσε το δικαίωμα να επανακτήσει το δούλο του, αν κρινόταν ότι ο δούλος είχε επιδείξει αγνωμοσύνη ή αυθάδεια εναντίον του. Τέλος, ο Κωνσταντίνος απαγόρευσε ρητά στους δούλους να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με ελεύθερες γυναίκες.

Ο Κωνσταντίνος επιδίωξε, αλλά δεν πέτυχε, κατάργηση των αγώνων των μονομάχων και διέταξε να σταλούν στα ορυχεία οι κατάδικοι που προορίζονταν για το αμφιθέατρο (οι διάδοχοί του χρειάστηκε να νομοθετήσουν προς αυτή την κατεύθυνση επανειλημμένα), κατάργησε τη θανάτωση με σταύρωση, που οι Ρωμαίοι επεφύλασσαν ως τιμωρία για τους εγκληματίες που προέρχονταν από τις κατώτερες τάξεις και για τους ενόχους εσχάτης προδοσίας κατά του ρωμαϊκού κράτους, καθώς την έκρινε βάναυση και καθώς εξαιτίας της υπέφερε ο Ιησούς, απαγόρευσε το στιγματισμό στο πρόσωπο ως ποινή, διέταξε να χορηγηθούν χρήματα, τρόφιμα και ρούχα από το δημόσιο ταμείο στους φτωχούς γονείς που αλλιώτικα θα έμπαιναν στον πειρασμό να πουλήσουν ή να εγκαταλείψουν έκθετα τα παιδιά τους (συνηθισμένη πρακτική για τα ανεπιθύμητα βρέφη σε εποχές με περιορισμένες μεθόδους αντισύλληψης, όπως η ελληνική και η ρωμαϊκή αρχαιότητα) και κατάργησε τις ρωμαϊκές νομοθετικές διακρίσεις εναντίον των άγαμων και των άκληρων.

Η ηθική απασχολούσε τον Κωνσταντίνο ώστε νομοθέτησε εναντίον τής απαγωγής και του βιασμού. Οι απαγωγείς και οι βιαστές θα καίγονταν ζωντανοί και δεν θα είχαν δικαίωμα έφεσης. Οι γυναίκες που συναινούσαν στο έγκλημα θα τιμωρούνταν με την ίδια ποινή. Οι γυναίκες που δεν συναίνεσαν αλλά και που δεν προέβαλαν σπουδαία αντίσταση, με γοερά κλάματα και φωνές, προκειμένου να σπεύσουν οι συγγενείς και οι γείτονες να τις σώσουν, θα έχαναν την περιουσία τους. Οι δούλοι που θα συνεργούσαν θα τιμωρούνταν με ρίψη καυτού μολυβιού στο λαιμό τους. Οι γονείς που θα έμεναν άπραγοι θα εξορίζονταν. Οι δούλοι που θα κατάγγελλαν το γεγονός θα αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη. Τέλος, οι άρρενες κηδεμόνες κοριτσιών τάχθηκαν υπεύθυνοι για την προστασία της παρθενίας τους και αν αποκαλυπτόταν ότι οι ίδιοι ευθύνονταν για την απώλειά της θα εξορίζονταν και θα δημευόταν η περιουσία τους. Τέλος, οι έγγαμοι άνδρες απαγορευόταν να διατηρούν παλλακίδες.

Ας σημειωθεί ότι ο Κωνσταντίνος δεν στράφηκε με τη νομοθεσία του εναντίον των Ιουδαίων και καταδίκαζε μόνο τους Ιουδαίους που δεν ανέχονταν τη μεταστροφή στο χριστιανισμό και λιθοβολούσαν όσους εκχριστιανίζονταν, ενώ δεν τους συμπαθούσε ιδιαίτερα και δεν επιθυμούσε τη διάδοση της θρησκείας τους, όπως δήλωνε επανειλημμένα στις επιστολές του, ενώ τιμώρησε σκληρά τους Ιουδαίους που προσπάθησαν να επισκευάσουν τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Ο Κωνσταντίνος δεν καταπίεσε συστηματικά Ιουδαίους, μόνο τους στέρησε το δικαίωμα απαλλαγής από τα δημοτικά συμβούλια. Ο Ιωσήφ ήταν ένας Ιουδαίος που εκχριστιανίστηκε και ο εκχριστιανισμός του προκάλεσε την οργή της ιουδαϊκής κοινότητας. Ο Κωνσταντίνος τον πήρε υπό την προστασία του και τον αντάμειψε με τον τίτλο του κόμητα και με ένα επίδομα από το αυτοκρατορικό ταμείο και όρισε ότι όσοι χειροδικούσαν εναντίον πρώην εθνικών ή Ιουδαίων που εκχριστιανίζονταν θα τιμωρούνταν με θάνατο στην πυρά.

Ο Κωνσταντίνος δεν καταπίεσε εθνικούς. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ας μην ενοχλεί κανείς τον πλησίον του. Ας έχει και ας απολαμβάνει ο καθένας ό,τι επιθυμεί η ψυχή του. Όσοι είναι σώφρονες πρέπει να είναι βέβαιοι ότι μόνον αυτοί θα ζήσουν μια αγνή και αγιασμένη ζωή, αυτοί που Εσύ καλείς να στηριχθούν στους αγίους νόμους Σου. Αλλά εκείνοι που μένουν μακριά Σου, ας έχουν αν το επιθυμούν τους ναούς του ψεύδους. Εμείς έχουμε τον ένδοξο οίκο της αλήθειας Σου» (μετάφραση από Jones, Κωνσταντίνος και εκχριστιανισμός, ό.π., σ. 203). Μόνο στο τέλος της ζωής του απαγόρευσε την τέλεση δημόσιων θυσιών, έκλεισε εθνικούς ναούς, όπως το ναό του Ασκληπιού των Αιγών της Κιλικίας και τους ναούς στα Άφακα και στην Ηλιούπολη της Φοινίκης, που ήταν φημισμένα κέντρα λατρευτικής πορνείας, και δήμευσε τις περιουσίες τους.

Προς το τέλος της ζωής του ο Κωνσταντίνος σχεδίαζε να βαπτιστεί χριστιανός στον ποταμό Ιορδάνη, όπως ο Ιησούς, έκρινε όμως ότι δεν επαρκούσαν οι δυνάμεις του για ένα τέτοιο ταξίδι και έτσι βαπτίστηκε σε μια εκκλησία σε ένα χωριό κοντά στη Νικομήδεια από τον επίσκοπο της πόλης Ευσέβιο (συνονόματο του βιογράφου του). Σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε γυμνός και μετά τη βάπτισή του φόρεσε λευκά ενδύματα (το εθιμοτυπικό προέβλεπε να φοράει ο νεοφώτιστος λευκά ενδύματα για μια εβδομάδα μετά τη βάπτισή του), και αποσύρθηκε στην οικία του στο Αχύριο κοντά στη Νικομήδεια, ξάπλωσε σε ένα λευκό άνετο κάθισμα και άφησε εκεί την τελευταία του πνοή το 337 (Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου 4.65-70). Η αργοπορία της βάπτισης του αυτοκράτορα προκαλεί έντονο προβληματισμό σε όσους αμφισβητούν τη γνησιότητα της μεταστροφής του και τα κίνητρά του στην απόφασή του να υποστηρίξει το χριστιανισμό. Οι αμφισβητίες ωστόσο παραβλέπουν, ή αγνοούν, το γεγονός ότι την εποχή εκείνη ο νηπιοβαπτισμός δεν είχε ακόμη καθιερωθεί (ο νηπιοβαπτισμός καθιερώθηκε λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του τέταρτου αιώνα). Οι πρώτοι χριστιανοί πίστευαν ότι η βάπτιση λυτρώνει την ψυχή από τις αμαρτίες, οπότε προτιμούσαν να την αναβάλουν μέχρι το τέλος της ζωής τους, ώστε να ελαχιστοποιήσουν το ποσοστό των αμαρτιών που θα ακολουθούσαν μετά τη βάπτιση και να μην διακινδυνεύσουν, έτσι, να χάσουν τη θέση τους στον παράδεισο από βιασύνη και κακό υπολογισμό. Η άποψη ότι ο Κωνσταντίνος δεν έκρινε απαραίτητη τη βάπτιση γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ήδη τέλειο χριστιανό, δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τις πηγές της εποχής.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

12.12. Ροντέν και Αρχαιότητα


«Αγαπώ την Αρχαιότητα με πάθος. Αντιπροσωπεύει για μένα την ύψιστη ομορφιά», διακηρύσσει ο Ροντέν, ένας από τους τελευταίους γλύπτες με κεντρικό θέμα τον άνθρωπο. Ο Ροντέν θα ανανεώσει τους πολυχρησιμοποιημένους και εξαντλημένους πλέον αρχαίους μύθους με μια δική του προσέγγιση: επιλέγει υπαρξιακά θέματα, που εξαίρουν τη γυναίκα, τον έρωτα, τον θάνατο, οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης συνείδησης. Μελετά ζωντανά κινούμενα μοντέλα και διαμορφώνει την πλαστική του γλώσσα συγκεντρώνοντας την προσοχή του στο γυμνό σώμα ως σύμβολο της αρχετυπικής ουσίας του μύθου. Η Αρχαιότητα δεν είναι γι᾽ αυτόν «ένα ορυχείο μυθικών θεμάτων, αλλά ένας κόσμος που οδήγησε την τέχνη στην πιο υψηλή της έκφραση» (Μ. Λαμπράκη-Πλάκα). Γι᾽ αυτό και αναζητεί σε αυτή αισθητικές αρχές και πλαστικές λύσεις και όχι το ανέκδοτο ή έναν ανέκφραστο κλασικιστικό ιδεαλισμό. Συνομιλώντας με τον ιστορικό Πολ Γκσελ εξομολογείται ότι σε όλη του τη ζωή ταλαντεύτηκε ανάμεσα σε δύο τάσεις της πλαστικής: ανάμεσα στην αντίληψη του Φειδία, που σημαίνει ισορροπία, λόγο και χάρη, και στην αντίληψη του Μιχαήλ Αγγέλου (των Φλωρεντινών) που σημαίνει στροφή προς τα μέσα, αναδίπλωση, κίνηση της μορφής προς τον εαυτό της. «Η αρχαία τέχνη είναι τέχνη της αλήθειας και της απλότητας και δεν μπορεί να διδαχθεί. Τι πιο εξωφρενικό από τον Κένταυρο; Γνωρίζετε ωστόσο τίποτε ωραιότερο από τους Κενταύρους της Ολυμπίας και του Παρθενώνα; Αυτοί οι γλύπτες ήξεραν τόσο καλά τη φύση, ώστε τελικά γίνονται συνεργοί της, δημιουργούν πλάσματα ζωντανά». Πίστευε ότι οι Έλληνες πήραν τα σχήματα των αγγείων τους από φυσικές μορφές. Έτσι σχεδιάζει ένα γονατιστό γυναικείο γυμνό (περ. 1900) με τον τίτλο Η γέννηση του ελληνικού αγγείου. Το 1905 στο βιβλίο του για τους καθεδρικούς ναούς της Γαλλίας, Les cathedrales de France (1914, σ. 8, 88) διαβάζουμε τη γνώμη του για τον Παρθενώνα: «Ο Παρθενώνας συνοψίζει όλη την Ελλάδα υπερασπίστηκε την Ελλάδα καλύτερα και από τους σοφούς πολιτικούς της».

Το κυριακάτικο προσκύνημα του Ροντέν στο Λούβρο αρχίζει με την επίσκεψη στη Νίκη της Σαμοθράκης: «Η Νίκη των Ελλήνων ήταν η Ελευθερία τους». Το 1910 γράφει τον "ύμνο" για την Αφροδίτη της Μήλου. «Όλη η ζωή πηγάζει από ένα κέντρο και διαχέεται από μέσα προς τα έξω. Έτσι στην καλή γλυπτική μαντεύουμε μια ρωμαλέα εσωτερική ώθηση. Αυτό είναι το μυστικό της αρχαίας τέχνης. Η Αφροδίτη της Μήλου μένει στα μάτια των προσκυνητών της ακέραιη και ας είναι ακρωτηριασμένη. Ένα κομμάτι της ομορφιάς είναι η ομορφιά ολόκληρη». Ο πρώτος που παρατήρησε ότι το άγαλμα κερδίζει από τον ακρωτηριασμό του ήταν ήδη το 1874 ο Ζαν Λικάρ: «Αλήθεια αν η Αφροδίτη της Μήλου έφτανε ως εμάς ακέραιη, άμωμη, κρατώντας ακόμη το ένδοξο μήλο, δεν θα κυρίευε το σύγχρονο πνεύμα τόσο έντονα… Τι παράξενο! Χάνοντας ακριβώς το σύμβολο που την έκανε στα μάτια των αρχαίων ενσάρκωση της γυναίκας, κατόρθωσε να γίνει η έκφραση του αιώνιου θηλυκού για μας τους μοντέρνους». Ο Ροντέν λίγο μετά (1877) φτιάχνει έργα όπως ο Άνθρωπος που βαδίζει (χωρίς κεφάλι), τα οποία όμως θα παρουσιάσει στο κοινό αργότερα, μετά το 1900. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συλλογή αρχαιοτήτων του Ροντέν περιλάμβανε κυρίως ακρωτηριασμένα έργα. Την αισθητική επανεκτίμηση των ακρωτηριασμένων έργων την είχε προετοιμάσει ο ρομαντισμός με την αγάπη των ερειπίων και του non finito στην τέχνη. Η προτίμηση του Ροντέν στο θέμα του torso (κορμός χωρίς κεφάλι και άκρα), που εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε γαλλικό σαλόν στα μέσα του 19ου αιώνα, ήταν η φυσική εξέλιξη αυτής της διαδρομής.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1382a20–1383b10

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1383b10: Λόγος περὶ παθῶν) 

Φόβος και θάρρος

Ποῖα δὲ φοβοῦνται καὶ τίνας καὶ πῶς ἔχοντες, ὧδ’ ἔσται
φανερόν. ἔστω δὴ ὁ φόβος λύπη τις ἢ ταραχὴ ἐκ φαντασίας
μέλλοντος κακοῦ φθαρτικοῦ ἢ λυπηροῦ· οὐ γὰρ πάντα τὰ
κακὰ φοβοῦνται, οἷον εἰ ἔσται ἄδικος ἢ βραδύς, ἀλλ’ ὅσα
λύπας μεγάλας ἢ φθορὰς δύναται, καὶ ταῦτα ἐὰν μὴ πόρρω
(25) ἀλλὰ σύνεγγυς φαίνηται ὥστε μέλλειν. τὰ γὰρ πόρρω σφόδρα
οὐ φοβοῦνται· ἴσασι γὰρ πάντες ὅτι ἀποθανοῦνται, ἀλλ’ ὅτι
οὐκ ἐγγύς, οὐδὲν φροντίζουσιν. εἰ δὴ ὁ φόβος τοῦτ’ ἐστίν,
ἀνάγκη τὰ τοιαῦτα φοβερὰ εἶναι ὅσα φαίνεται δύναμιν ἔχειν
μεγάλην τοῦ φθείρειν ἢ βλάπτειν βλάβας εἰς λύπην μεγάλην
(30) συντεινούσας· διὸ καὶ τὰ σημεῖα τῶν τοιούτων φοβερά· ἐγγὺς
γὰρ φαίνεται τὸ φοβερόν· τοῦτο γάρ ἐστι κίνδυνος, φοβεροῦ
πλησιασμός. τοιαῦτα δὲ ἔχθρα τε καὶ ὀργὴ δυναμένων ποιεῖν
τι (δῆλον γὰρ ὅτι βούλονταί τε καὶ δύνανται, ὥστε ἐγγύς εἰσιν
τοῦ ποιεῖν), καὶ ἀδικία δύναμιν ἔχουσα· τῷ προαιρεῖσθαι γὰρ ὁ
[1382b] ἄδικος ἄδικος. καὶ ἀρετὴ ὑβριζομένη δύναμιν ἔχουσα (δῆλον
γὰρ ὅτι προαιρεῖται μὲν ὅταν ὑβρίζηται, ἀεί, δύναται δὲ νῦν),
καὶ φόβος τῶν δυναμένων τι ποιῆσαι· ἐν παρασκευῇ γὰρ ἀνάγκη
εἶναι καὶ τὸν τοιοῦτον· ἐπεὶ δ’ οἱ πολλοὶ χείρους καὶ ἥττους τοῦ
(5) κερδαίνειν καὶ δειλοὶ ἐν τοῖς κινδύνοις, φοβερὸν ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ τὸ ἐπ’ ἄλλῳ αὐτὸν εἶναι, ὥστε οἱ συνειδότες πεποιηκότι
τι δεινὸν φοβεροὶ ἢ κατειπεῖν ἢ ἐγκαταλιπεῖν. καὶ οἱ δυνάμενοι
ἀδικεῖν τοῖς δυναμένοις ἀδικεῖσθαι· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ
ἀδικοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ὅταν δύνωνται. καὶ οἱ ἠδικημένοι ἢ
(10) νομίζοντες ἀδικεῖσθαι· ἀεὶ γὰρ τηροῦσι καιρόν. καὶ οἱ ἠδικη-
κότες, ἂν δύναμιν ἔχωσι, φοβεροί, δεδιότες τὸ ἀντιπαθεῖν·
ὑπέκειτο γὰρ τὸ τοιοῦτο φοβερόν. καὶ οἱ τῶν αὐτῶν ἀνταγω-
νισταί, ὅσα μὴ ἐνδέχεται ἅμα ὑπάρχειν ἀμφοῖν· ἀεὶ γὰρ
πολεμοῦσι πρὸς τοὺς τοιούτους. καὶ οἱ τοῖς κρείττοσιν αὐτῶν
(15) φοβεροί· μᾶλλον γὰρ ἂν δύναιντο βλάπτειν αὐτούς, εἰ καὶ τοὺς
κρείττους. καὶ οὓς φοβοῦνται οἱ κρείττους αὐτῶν, διὰ ταὐτό.
καὶ οἱ τοὺς κρείττους αὐτῶν ἀνῃρηκότες, καὶ οἱ τοῖς ἥττοσιν
αὐτῶν ἐπιτιθέμενοι· ἢ γὰρ ἤδη φοβεροὶ ἢ αὐξηθέντες. καὶ
τῶν ἠδικημένων καὶ ἐχθρῶν ἢ ἀντιπάλων οὐχ οἱ ὀξύθυμοι καὶ
(20) παρρησιαστικοί, ἀλλὰ οἱ πρᾶοι καὶ εἴρωνες καὶ πανοῦργοι·
ἄδηλοι γὰρ εἰ ἐγγύς, ὥστε οὐδέποτε φανεροὶ ὅτι πόρρω. πάντα
δὲ τὰ φοβερὰ φοβερώτερα ὅσα ἁμαρτάνουσιν ἐπανορθώσασθαι
μὴ ἐνδέχεται, ἀλλ’ ἢ ὅλως ἀδύνατα, ἢ μὴ ἐπ’ αὐτοῖς ἀλλ’ ἐπὶ
τοῖς ἐναντίοις. καὶ ὧν βοήθειαι μή εἰσιν ἢ μὴ ῥᾴδιαι. ὡς δ’
(25) ἁπλῶς εἰπεῖν, φοβερά ἐστιν ὅσα ἐφ’ ἑτέρων γιγνόμενα ἢ μέλ-
λοντα ἐλεεινά ἐστιν.

τὰ μὲν οὖν φοβερὰ καὶ ἃ φοβοῦνται σχεδὸν ὡς εἰπεῖν τὰ
μέγιστα ταῦτ’ ἐστίν, ὡς δὲ διακείμενοι αὐτοὶ φοβοῦνται, νῦν
λέγωμεν. εἰ δή ἐστιν ὁ φόβος μετὰ προσδοκίας τινὸς τοῦ πεί-
(30) σεσθαί τι φθαρτικὸν πάθος, φανερὸν ὅτι οὐδεὶς φοβεῖται τῶν
οἰομένων μηδὲν ἂν παθεῖν, οὐδὲ ταῦτα ἃ μὴ οἴονται <ἂν> παθεῖν
οὐδὲ τούτους ὑφ’ ὧν μὴ οἴονται, οὐδὲ τότε ὅτε μὴ οἴονται.
ἀνάγκη τοίνυν φοβεῖσθαι τοὺς οἰομένους τι παθεῖν ἄν, καὶ
τοὺς ὑπὸ τούτων καὶ ταῦτα καὶ τότε. οὐκ οἴονται δὲ παθεῖν
[1383a] ἂν οὔτε οἱ ἐν εὐτυχίαις μεγάλαις ὄντες καὶ δοκοῦντες (διὸ
ὑβρισταὶ καὶ ὀλίγωροι καὶ θρασεῖς, ποιεῖ δὲ τοιούτους πλοῦ-
τος ἰσχὺς πολυφιλία δύναμις), οὔτε οἱ ἤδη πεπονθέναι πάντα
νομίζοντες τὰ δεινὰ καὶ ἀπεψυγμένοι πρὸς τὸ μέλλον, ὥσπερ
(5) οἱ ἀποτυμπανιζόμενοι ἤδη· ἀλλὰ δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι
σωτηρίας, περὶ οὗ ἀγωνιῶσιν. σημεῖον δέ· ὁ γὰρ φόβος
βουλευτικοὺς ποιεῖ, καίτοι οὐδεὶς βουλεύεται περὶ τῶν ἀνελ-
πίστων· ὥστε δεῖ τοιούτους παρασκευάζειν, ὅταν ᾖ βέλτιον
τὸ φοβεῖσθαι αὐτούς, ὅτι τοιοῦτοί εἰσιν οἷον παθεῖν (καὶ γὰρ
(10) ἄλλοι μείζους ἔπαθον), καὶ τοὺς τοιούτους δεικνύναι πάσχον-
τας ἢ πεπονθότας, καὶ ὑπὸ τοιούτων ὑφ’ ὧν οὐκ ᾤοντο, καὶ
ταῦτα <ἃ> καὶ τότε ὅτε οὐκ ᾤοντο.

ἐπεὶ δὲ περὶ φόβου φανερὸν τί ἐστιν, καὶ τῶν φοβερῶν,
καὶ ὡς ἕκαστοι ἔχοντες δεδίασι, φανερὸν ἐκ τούτων καὶ τὸ
(15) θαρρεῖν τί ἐστι, καὶ περὶ ποῖα θαρραλέοι εἰσὶ καὶ πῶς διακεί-
μενοι θαρραλέοι εἰσίν· τό τε γὰρ θάρσος τὸ ἐναντίον τῷ
<φόβῳ, καὶ τὸ θαρραλέον τῷ> φοβερῷ, ὥστε μετὰ φαντασίας ἡ
ἐλπὶς τῶν σωτηρίων ὡς ἐγγὺς ὄντων, τῶν δὲ φοβερῶν <ὡς> ἢ
μὴ ὄντων ἢ πόρρω ὄντων. ἔστι δὲ θαρραλέα τά τε δεινὰ πόρρω
(20) ὄντα καὶ τὰ σωτήρια ἐγγύς, καὶ ἐπανορθώσεις ἂν ὦσι καὶ βοή-
θειαι πολλαὶ ἢ μεγάλαι ἢ ἄμφω, καὶ μήτε ἠδικημένοι μήτε
ἠδικηκότες ὦσιν, ἀνταγωνισταί τε ἢ μὴ ὦσιν ὅλως, ἢ μὴ
ἔχωσιν δύναμιν, ἢ δύναμιν ἔχοντες ὦσι φίλοι ἢ πεποιηκότες
εὖ ἢ πεπονθότες, ἢ ἂν πλείους ὦσιν οἷς ταὐτὰ συμφέρει,
(25) ἢ κρείττους, ἢ ἄμφω. αὐτοὶ δ’ οὕτως ἔχοντες θαρραλέοι
εἰσίν, ἂν πολλὰ κατωρθωκέναι οἴωνται καὶ μὴ πεπονθέναι, ἢ
ἐὰν πολλάκις ἐληλυθότες εἰς τὰ δεινὰ καὶ διαπεφευγότες
ὦσι· διχῶς γὰρ ἀπαθεῖς γίγνονται οἱ ἄνθρωποι, ἢ τῷ μὴ
πεπειρᾶσθαι ἢ τῷ βοηθείας ἔχειν, ὥσπερ ἐν τοῖς κατὰ
(30) θάλατταν κινδύνοις οἵ τε ἄπειροι χειμῶνος θαρροῦσι τὰ
μέλλοντα καὶ οἱ βοηθείας ἔχοντες διὰ τὴν ἐμπειρίαν. καὶ
ὅταν τοῖς ὁμοίοις φοβερὸν μὴ ᾖ, μηδὲ τοῖς ἥττοσι καὶ ὧν
κρείττους οἴονται εἶναι· οἴονται δὲ ὧν κεκρατήκασιν ἢ αὐτῶν
ἢ τῶν κρειττόνων ἢ τῶν ὁμοίων. καὶ ἂν ὑπάρχειν αὑτοῖς
(35) οἴωνται πλείω καὶ μείζω, οἷς ὑπερέχοντες φοβεροί εἰσιν·
[1383b] ταῦτα δέ ἐστι πλῆθος χρημάτων καὶ ἰσχὺς σωμάτων καὶ
φίλων καὶ χώρας καὶ τῶν πρὸς πόλεμον παρασκευῶν, ἢ πασῶν
ἢ τῶν μεγίστων. καὶ ἐὰν μὴ ἠδικηκότες ὦσιν μηδένα ἢ μὴ
πολλοὺς ἢ μὴ τούτους παρ’ ὧν φοβοῦνται, καὶ ὅλως ἂν τὰ πρὸς
(5) τοὺς θεοὺς αὐτοῖς καλῶς ἔχῃ, τά τε ἄλλα καὶ τὰ ἀπὸ σημείων
καὶ λογίων· θαρραλέον γὰρ ἡ ὀργή, τὸ δὲ μὴ ἀδικεῖν ἀλλ’ ἀδι-
κεῖσθαι ὀργῆς ποιητικόν, τὸ δὲ θεῖον ὑπολαμβάνεται βοηθεῖν
τοῖς ἀδικουμένοις. καὶ ὅταν ἐπιχειροῦντες ἢ μηδὲν ἂν παθεῖν
[μηδὲ πείσεσθαι] ἢ κατορθώσειν οἴωνται. καὶ περὶ μὲν τῶν
(10) φοβερῶν καὶ θαρραλέων εἴρηται.

***
Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο (25) αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. (30) Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. [1382b] Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, (5) δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: (10) οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: (15) από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, (20) αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.

Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. (25) Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.

Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, (30) είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι [1383a] α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: (5) για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.

Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· (10) να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.

Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, (15) τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, (20) και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.

(25) Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, (30) ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). (35) Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· [1383b] αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. (5) Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.

(10) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που προκαλούν θάρρος.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (24.322-24.388)

Σπερχόμενος δ᾽ ὁ γεραιὸς ἑοῦ ἐπεβήσετο δίφρου,
ἐκ δ᾽ ἔλασε προθύροιο καὶ αἰθούσης ἐριδούπου.
πρόσθε μὲν ἡμίονοι ἕλκον τετράκυκλον ἀπήνην,
325 τὰς Ἰδαῖος ἔλαυνε δαΐφρων· αὐτὰρ ὄπισθεν
ἵπποι, τοὺς ὁ γέρων ἐφέπων μάστιγι κέλευε
καρπαλίμως κατὰ ἄστυ· φίλοι δ᾽ ἅμα πάντες ἕποντο
πόλλ᾽ ὀλοφυρόμενοι ὡς εἰ θάνατόνδε κιόντα.
οἱ δ᾽ ἐπεὶ οὖν πόλιος κατέβαν, πεδίον δ᾽ ἀφίκοντο,
330 οἱ μὲν ἄρ᾽ ἄψορροι προτὶ Ἴλιον ἀπονέοντο,
παῖδες καὶ γαμβροί, τὼ δ᾽ οὐ λάθον εὐρύοπα Ζῆν
ἐς πεδίον προφανέντε· ἰδὼν δ᾽ ἐλέησε γέροντα,
αἶψα δ᾽ ἄρ᾽ Ἑρμείαν, υἱὸν φίλον, ἀντίον ηὔδα·
«Ἑρμεία, σοὶ γάρ τε μάλιστά γε φίλτατόν ἐστιν
335 ἀνδρὶ ἑταιρίσσαι, καί τ᾽ ἔκλυες ᾧ κ᾽ ἐθέλῃσθα,
βάσκ᾽ ἴθι, καὶ Πρίαμον κοίλας ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν
ὣς ἄγαγ᾽, ὡς μήτ᾽ ἄρ τις ἴδῃ μήτ᾽ ἄρ τε νοήσῃ
τῶν ἄλλων Δαναῶν, πρὶν Πηλεΐωνάδ᾽ ἱκέσθαι.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε διάκτορος Ἀργειφόντης.
340 αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα
ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ᾽ ὑγρὴν
ἠδ᾽ ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν ἅμα πνοιῇς ἀνέμοιο·
εἵλετο δὲ ῥάβδον, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει
ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει·
345 τὴν μετὰ χερσὶν ἔχων πέτετο κρατὺς Ἀργειφόντης.
αἶψα δ᾽ ἄρα Τροίην τε καὶ Ἑλλήσποντον ἵκανε,
βῆ δ᾽ ἰέναι κούρῳ αἰσυμνητῆρι ἐοικώς,
πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριεστάτη ἥβη.
Οἱ δ᾽ ἐπεὶ οὖν μέγα σῆμα παρὲξ Ἴλοιο ἔλασσαν,
350 στῆσαν ἄρ᾽ ἡμιόνους τε καὶ ἵππους, ὄφρα πίοιεν,
ἐν ποταμῷ· δὴ γὰρ καὶ ἐπὶ κνέφας ἤλυθε γαῖαν.
τὸν δ᾽ ἐξ ἀγχιμόλοιο ἰδὼν ἐφράσσατο κῆρυξ
Ἑρμείαν, ποτὶ δὲ Πρίαμον φάτο φώνησέν τε·
«φράζεο, Δαρδανίδη· φραδέος νόου ἔργα τέτυκται.
355 ἄνδρ᾽ ὁρόω, τάχα δ᾽ ἄμμε διαρραίσεσθαι ὀΐω.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ φεύγωμεν ἐφ᾽ ἵππων, ἤ μιν ἔπειτα
γούνων ἁψάμενοι λιτανεύσομεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ.»
Ὣς φάτο, σὺν δὲ γέροντι νόος χύτο, δείδιε δ᾽ αἰνῶς,
ὀρθαὶ δὲ τρίχες ἔσταν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσι,
360 στῆ δὲ ταφών· αὐτὸς δ᾽ ἐριούνιος ἐγγύθεν ἐλθών,
χεῖρα γέροντος ἑλὼν ἐξείρετο καὶ προσέειπε·
«πῇ, πάτερ, ὧδ᾽ ἵππους τε καὶ ἡμιόνους ἰθύνεις
νύκτα δι᾽ ἀμβροσίην, ὅτε θ᾽ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι;
οὐδὲ σύ γ᾽ ἔδεισας μένεα πνείοντας Ἀχαιούς,
365 οἵ τοι δυσμενέες καὶ ἀνάρσιοι ἐγγὺς ἔασι;
τῶν εἴ τίς σε ἴδοιτο θοὴν διὰ νύκτα μέλαιναν
τοσσάδ᾽ ὀνείατ᾽ ἄγοντα, τίς ἂν δή τοι νόος εἴη;
οὔτ᾽ αὐτὸς νέος ἐσσί, γέρων δέ τοι οὗτος ὀπηδεῖ,
ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ.
370 ἀλλ᾽ ἐγὼ οὐδέν σε ῥέξω κακά, καὶ δέ κεν ἄλλον
σεῦ ἀπαλεξήσαιμι· φίλῳ δέ σε πατρὶ ἐΐσκω.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα γέρων Πρίαμος θεοειδής·
«οὕτω πῃ τάδε γ᾽ ἐστί, φίλον τέκος, ὡς ἀγορεύεις.
ἀλλ᾽ ἔτι τις καὶ ἐμεῖο θεῶν ὑπερέσχεθε χεῖρα,
375 ὅς μοι τοιόνδ᾽ ἧκεν ὁδοιπόρον ἀντιβολῆσαι,
αἴσιον, οἷος δὴ σὺ δέμας καὶ εἶδος ἀγητός,
πέπνυσαί τε νόῳ, μακάρων δ᾽ ἔξ ἐσσι τοκήων.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε διάκτορος Ἀργειφόντης·
«ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, γέρον, κατὰ μοῖραν ἔειπες.
380 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
ἠέ πῃ ἐκπέμπεις κειμήλια πολλὰ καὶ ἐσθλὰ
ἄνδρας ἐς ἀλλοδαπούς, ἵνα περ τάδε τοι σόα μίμνῃ,
ἦ ἤδη πάντες καταλείπετε Ἴλιον ἱρὴν
δειδιότες· τοῖος γὰρ ἀνὴρ ὤριστος ὄλωλε
385 σὸς πάϊς· οὐ μὲν γάρ τι μάχης ἐπιδεύετ᾽ Ἀχαιῶν.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα γέρων Πρίαμος θεοειδής·
«τίς δὲ σύ ἐσσι, φέριστε, τέων δ᾽ ἔξ ἐσσι τοκήων;
ὥς μοι καλὰ τὸν οἶτον ἀπότμου παιδὸς ἔνισπες.»

***
Ανέβη ο γέρος σπουδακτά στο στιλβωτό θρονί του,
εκίνησε απ᾽ το πρόθυρο και απ᾽ την αυλήν τους ίππους.
Εμπρός του το τετράκυκλον αμάξι τα μουλάρια
325 τραβούσαν και ο συνετός το κυβερνούσε Ιδαίος·
οπίσ᾽ ο γέρος ράβδιζε διαβαίνοντας την πόλιν
τους ίππους του με ορμήν πολλήν· και όλ᾽ οι δικοί του εκλαίαν
κατόπι του, ως να πήγαινε εκείνος του θανάτου.
Και ότε απ᾽ την πόλιν έφθασαν στην πεδιάδα κάτω,
330 στην Ίλιον κείνοι εγύρισαν, τα τέκνα και οι γαμπροί του.
Και άμα τους είδε να φανούν εκεί στην πεδιάδα
ο μέγας Ζευς από ψηλά τον γέροντα ελυπήθη
κι ευθύς εστράφη στον Ερμήν, το αγαπητό παιδί του:
«Ερμή, που τόσον αγαπάς την συντροφιάν του ανθρώπου
335 όσο κανείς άλλος θεός, και ακούεις όποιον θέλεις,
κατέβα και τον Πρίαμον στων Αχαιών τα πλοία
οδήγα να μην τον ιδεί κανείς ή τον νοήσει
από τους άλλους Δαναούς, πριν φθάσει στον Πηλείδην».
Και άμα τον λόγον άκουσεν ο μέγας Αργοφόνος,
340 τα σάνδαλα εποδέθηκε τα ολόχρυσα, τα ωραία,
τ᾽ άφθαρτα που τον σήκωναν σαν άνεμος επάνω
στην γην όλην την άπειρον και στα θαλάσσια πλάτη,
το ραβδί πήρε που μ᾽ αυτό τα βλέμματα κοιμίζει
όποιου θνητού θελήσει αυτός και όποιον κοιμάτ᾽ εγείρει.
345 Μ᾽ αυτό στα χέρια πεταχτά στην άκρην του Ελλησπόντου,
στην Τροίαν έφθασ᾽ ο Ερμής και στην μορφήν ομοιώθη
με αγόρι γενεάς λαμπρής, πόχει το πρώτο χνούδι,
καιρός που η νιότη φαίνεται με όσην χάριν έχει.
Και αφού το μνήμα επέρασαν του Ίλου, εσταματήσαν
350 εις το ποτάμι, τ᾽ άλογα να πιουν και τα μουλάρια·
που ήδη απλώνονταν στην γην της νύκτας το σκοτάδι.
Και τον Ερμήν που εσίμωνεν εννόησεν ο κήρυξ,
και είπε προς τον Πρίαμον: «Ω Δαρδανίδη, σκέψου·
σκέψις εδώ χρειάζεται· βλέπ᾽ άνθρωπον κοντά μας,
355 θενά μας σφάξει άσφαλτα· κι ευθύς ας ανεβούμε
στ᾽ αμάξι σου να φύγομεν· ή και τα γόνατά του
πιάνοντας ας προσπέσομεν, ίσως μας ελεήσει».
Και ως τ᾽ άκουσεν ο γέροντας ζαλίσθη από τον τρόμον
και ορθές σ᾽ όλα τα μέλη του οι τρίχες σηκωθήκαν
360 κι έμεινε ακίνητος βουβός· ήλθε ο θεός σιμά του
και από το χέρι έπιασε τον γέροντα και του ᾽πε:
«Για πού, πατέρα, το κινάς με ίππους και μουλάρια
την θείαν νύκτα, οπού οι θεοί γλυκοκοιμούνται όλοι;
Και τους ανδρείους Αχαιούς ποσώς δεν εφοβήθης,
365 που εχθροί σου είναι θανάσιμοι και οπού σιμά τους έχεις;
Και αν απ᾽ αυτούς κανείς σε ιδεί μέσα στην μαύρην νύκτα,
τόσους να φέρεις θησαυρούς, τι θα αισθανθείς φαντάσου·
νέος δεν είσαι, γέροντας κι αυτός ο σύνοδός σου,
και αν πέσει επάνω σας κανείς, πώς θα του αντισταθείτε;
370 Αλλ᾽ από εμέ μη φοβηθείς και μάλιστα σιμά σου
θα σε φυλάξω, αν χρειασθεί, τι ομοιάζεις του πατρός μου».
Και τότε ο θείος Πρίαμος του απάντησεν ο γέρος:
«Αυτά τωόντι στέκονται, παιδί μου, όπως τα λέγεις,
αλλά για με κάποιος θεός το χέρι του έχει υψώσει,
375 που καλοσυναπάντητον μου έστειλε οδοιπόρον,
οποίος είσαι, θαυμαστός στην όψη και στο σώμα
και συνετός από γονείς, που τους καλοτυχίζω».
Και προς αυτόν ο μηνυτής απάντησε Αργοφόνος:
«Είναι καλά και φρόνιμα, ω γέρε, αυτά που είπες·
380 αλλ᾽ αυτό θέλω να μου ειπείς καλά να μου εξηγήσεις,
βγάζεις αυτούς τους θησαυρούς από την πόλιν έξω
εις τόπον ξένον να σταλούν, να είναι ασφαλισμένοι,
ή δειλιασμένοι αφήνετε την Ίλιον την αγίαν
όλοι, αφού ο πρώτος σας εχάθη πολεμάρχος
385 ο υιός σου, που τους Αχαιούς στην μάχην δεν φοβόνταν;»
Και ο γέρος του αποκρίθηκεν: «Ω θαυμαστέ, ποιος είσαι,
ποίοι θνητοί σ᾽ εγέννησαν, εσύ που τόσ᾽ ωραία
μου είπες για τον θάνατον του άμοιρου παιδιού μου;»

Πώς θα καταλάβετε αν έχετε όντως ενσυναίσθηση ή απλά κατανόηση απέναντι στα συναισθήματα των άλλων

Μήπως δείχνετε απλά κατανόηση στα συναισθήματα των άλλων χωρίς να έχετε ενσυναίσθηση;

Τον τελευταίο καιρό όλοι μιλούν λίγο παραπάνω γι’ αυτό που ορίζεται ως ενσυναίσθηση. Όλοι ξαφνικά μπορούμε να μπούμε στη θέση των προσώπων που απασχολούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την επικαιρότητα αλλά κατά πόσο κάτι τέτοιο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;

Μήπως τελικά δείχνουμε απλά κατανόηση για όσα συμβαίνουν κι όχι ενσυναίσθηση που είναι η βασικότερη διάσταση της συναισθηματικής νοημοσύνης; Η ψυχοθεραπεύτρια Lucy Fry περιγράφει στο Stylist τις βασικές διαφορές. Η Αμερικανίδα ψυχίατρος και συγγραφέας του The Empath’s Survival Guide, Dr Judith Orloff από την άλλη, ορίζει τα άτομα με ενσυναίσθηση «ως υπερευαίσθητα και ικανά να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν στον απόλυτο βαθμό τα συναισθήματα των άλλων».

Κι όμως η ενσυναίσθηση είναι πολύ πιο σπάνια και υπάρχουν κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα, σύμφωνα με τη Lucy Fry, που μαρτυρούν ότι είναι ένα από τα χαρακτηριστικά σου.

Τα άτομα με ενσυναίσθηση λοιπόν:

1. Χάνονται μέσα σε συναισθήματα

Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν ότι μπορούν να δουν μέσα από τα μάτια των άλλων και πράγματι το καταφέρνουν. Νιώθουν σε τέτοιο βαθμό τα συναισθήματα των άλλων που αρχίζουν και μπερδεύονται για το ποια είναι δικά τους και ποια των άλλων. Όλο αυτό επηρεάζει την ψυχική τους κατάσταση καθώς τα όρια εδώ είναι πολύ λεπτά. Ακριβώς γι΄αυτό, είναι πολύ σημαντικό να μάθουν να προστατεύουν τον εαυτό τους από έναν χείμαρρο συναισθημάτων από καταστάσεις που δεν είναι δικές τους.

2. Αντιλαμβάνονται συναισθήματα που οι άλλοι προσπαθούν να καταπιέσουν

Τα άτομα με ενσυναίσθηση μπορούν να καταλάβουν πότε οι άλλοι προσπαθούν να κρύψουν ή να καταπιέσουν τα συναισθήματά τους. Αν προσπαθείτε να το παίξετε χαρούμενοι μπροστά τους ενώ κάτι σας απασχολεί, θα το αντιληφθούν αμέσως και μάλιστα πριν από εσάς. Είναι ένα από τα βασικά τους χαρίσματα, το οποίο είναι αρκετά σπάνιο αλλά υπαρκτό.

3. Είναι υπερευαίσθητα σε θορύβους, στα φώτα, σε συναισθηματικές διακυμάνσεις των άλλων

Τα άτομα με ενσυναίσθηση έχουν ευαίσθητο νευρικό σύστημα. Αν για παράδειγμα κάποιος βγει εκτός ελέγχου και αρχίσει να φωνάζει, τότε τα ίδια θα επηρεαστούν από αυτή τη συμπεριφορά για τις επόμενες ώρες ή και μέρες. Είναι γενικά υπερευαίσθητα στα φώτα, στις μυρωδιές, στους θορύβους, ακόμη και στους ήχους όπως της μουσικής.

4. Είναι σε μια διαρκή διαδικασία μάθησης και εξέλιξης

Όταν ένα άτομο έχει ενσυναίσθηση, δεν δίνει συμβουλές και δεν προσφέρει απλόχερα λύσεις που δεν είναι εφικτές. Μπαίνει στη θέση του άλλου και κατανοεί τη συναισθηματική του κατάσταση σε βαθμό που άλλοι αδυνατούν. Σε έναν βαθμό, αυτό είναι κάτι που καλλιεργείται αλλά προϋπάρχει από την παιδική ηλικία καθώς είναι έμφυτο.

Όλα τα άλλα είναι απλή κατανόηση!

Τα συναισθήματα του ανθρώπου καθορίζουν την μοίρα του

Είναι πλέον δεδομένο ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, είτε είναι ερωτικές, συντροφικές, φιλικές είτε επαγγελματικές, γίνονται όλο και δυσκολότερες με την πάροδο του χρόνου. Ο ενθουσιασμός της νεανικής ηλικίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί, το πάθος σπανίζει, σχεδόν οι μισοί γάμοι οδεύουν στο διαζύγιο, η οικονομική ύφεση έχει επηρεάσει την καθημερινότητα και η ψηφιακή εποχή έχει αλλοτριώσει την συναισθηματική επαφή.

Ξεκινήσαμε την ζωή μας μέσα σε ένα στενό οικογενειακό περιβάλλον. Για κάποιους η οικογένεια ήταν ένα κουκούλι, γεμάτο αγάπη, στοργή, προστασία και ελευθερία για προσωπική ανάπτυξη, ακόμα και αν ζήσαν φτωχικά. Για κάποιους άλλους όμως, η οικογένεια ήταν σκληρή, απαιτητική, απολυταρχική, «αγαπούσε» μόνο το υπάκουο παιδί και αυτό υπό προϋποθέσεις, ενώ σε ακόμα χειρότερες περιπτώσεις η οικογένεια ήταν ο δυνάστης της παιδικής ψυχής. Εκεί λοιπόν ξεκίνησαν οι πρώτες συναισθηματικές απογοητεύσεις της ζωής. Είτε από την απώλεια των αγαπημένων προσώπων της οικογένειας, είτε από την «απώλεια» της παιδικής αθωότητας μέσα στην τοξική οικογένεια. Μεγαλώνοντας, στο περιβάλλον αυτό προστέθηκαν φίλοι, δάσκαλοι, έρωτες, συμφοιτητές και αργότερα συνεργάτες, γείτονες και πάει λέγοντας…

Μέσα σε αυτή την πορεία των ετών, ο καθένας έζησε πολλές χαρές: το πρώτο φλερτ, μια πρωτιά στο σχολείο, την επιτυχία στην σχολή της επιλογής του… αλλά και πολλές λύπες: την προδοσία ενός φίλου, την αποτυχία σε ένα αγώνισμα ή την ανεργία…

Ο εγκέφαλος παίζει ένα παράδοξο παιχνίδι. Έχει τη δύναμη αφενός να αναπολεί τις καλές στιγμές παροδικά και αφετέρου να βασανίζει το άτομο με τις συναισθηματικές δυσκολίες που έχει περάσει, χαράσσοντας τες βαθιά στη μνήμη και στην καρδιά, για μέρες ή και χρόνια.

Από τις νευροεπιστήμες γνωρίζουμε πως μια ομάδα νευρώνων, η αμυγδαλή που βρίσκεται κοντά στο εγκεφαλικό στέλεχος και θεωρείται μέρος του πρωτόγονου εγκεφάλου, εξειδικεύεται στα συναισθηματικά ζητήματα. Αποτελεί την έδρα κάθε πάθους και αν απομονωθεί από τον υπόλοιπο εγκέφαλο προκαλεί μια εντυπωσιακή ανικανότητα αντίληψης της συναισθηματικής αξίας των γεγονότων της ζωής, δηλαδή προκαλεί συναισθηματική τύφλωση. Η αμυγδαλή λειτουργεί ως αποθήκη συναισθηματικής και συγκινησιακής μνήμης που μπορεί να πάρει τον έλεγχο των πράξεων μας, πριν ακόμα ο σκεπτόμενος εγκέφαλος καταλήξει σε μιαν απόφαση, προκαλώντας παρορμητικές αντιδράσεις που υπερισχύουν της λογικής.

…Και κάπως έτσι τα συναισθήματα του κάθε ανθρώπου γίνονται η μοίρα του…

Μεγαλώνοντας λοιπόν, ο καθένας κουβαλά στην αμυγδαλή του όλα τα συναισθήματα που έχει βιώσει: απογοητεύσεις, εσωτερικά κίνητρα, παρορμήσεις, αχαλιναγώγητα ένστικτα, φοβίες από εμπειρίες και γεγονότα του παρελθόντος. Συναισθήματα που εξουσιάζουν όποιον αδυνατεί να τα αναγνωρίσει στο συνειδητό επίπεδο.

Τα χρόνια περνούν και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως βαδίζεις προς το δεύτερο μισό αιώνα της ζωής σου, έχοντας κάνει παρορμητικά λάθη με μικρό ή μεγάλο κόστος. Κοιτάς στο παρελθόν και σκέπτεσαι όλες τις περιπτώσεις όπου θα μπορούσες να έχεις πράξει διαφορετικά ώστε σήμερα να είσαι περισσότερο ωφελημένος. Σίγουρα σκέφτεσαι κάτι που έκανες ή δεν έκανες, που είπες ή δεν είπες, που εγκατέλειψες ή δεν εγκατέλειψες ενώ έπρεπε… γιατί η αμυγδαλή σου αποφάσισε για εσένα πριν από εσένα!

Όμως αυτά ανήκουν στο χθες και το πιθανότερο είναι να μην μπορείς πλέον να τα αλλάξεις. Μπορείς όμως να αλλάξεις τον τρόπο που αντιδράς στον κατακλυσμό των συναισθημάτων σου σήμερα, ώστε να μην συνεχίσουν να ορίζουν τη ζωή σου και αύριο.

Ένα πρωταρχικό βήμα σε αυτή την αλλαγή αποτελεί η αυτοεπίγνωση. Η αναγνώριση ενός συναισθήματος την ώρα που δημιουργείται. Οφείλουμε στον αυτό μας να αναγνωρίσουμε τι νιώθουμε, να το ονομάσουμε και έπειτα να σκεφτούμε γιατί νιώθουμε έτσι και από αυτό πηγάζει. Με βάση τον Coleman, οι άνθρωποι που νιώθουν πιο σίγουροι με τα συναισθήματα τους διευθύνουν καλύτερα τη ζωή τους γιατί έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των αποφάσεων που λαμβάνουν για τον εαυτό τους, από τον ποιο θα επιλέξουν για σύντροφο μέχρι ποιο επάγγελμα θα ασκήσουν.

Το δεύτερο βήμα είναι ο αυτοέλεγχος. Η χειραγώγηση των παρορμητικών συναισθημάτων και ο έλεγχος των αντιδράσεων. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές για αυτό, η ευκολότερη ίσως είναι να μετρήσει κανείς ως το 10 παίρνοντας ήρεμες και βαθιές ανάσες και έπειτα αφού σκεφτεί λογικά να λάβει την απόφαση. Ένας άλλος τρόπος είναι το time-out, δηλαδή όταν αρχίσει ο κατακλυσμός των αρνητικών συναισθημάτων, ο αναστατωμένος ομιλητής ζητά τη διακοπή της συζήτησης μέχρι να ηρεμήσει. Μιλώντας ειλικρινά για το πως νιώθει, ζητά χρόνο για να χαλιναγωγήσει τα παρορμητικά του συναισθήματα και έπειτα θα επανέλθει.

Δεν είναι ντροπή, ούτε αγενές να πει κάποιος στον συνομιλητή του «συγγνώμη, αλλά δεν είμαι σε θέση να κάνω αυτή την κουβέντα τώρα, χρειάζομαι λίγο χρόνο να ηρεμήσω, να σκεφτώ λογικά και να αντιμετωπίσω το πρόβλημα αντικειμενικά». Αντιθέτως είναι μια ώριμη πράξη που δείχνει πως σεβόμαστε τον εαυτό μας και τον συνομιλητή μας γιατί επιθυμούμε έναν εποικοδομητικό διάλογο μακριά από παρορμήσεις και προκαταλήψεις.

Το τρίτο βήμα αποτελεί η αναζήτηση κινήτρων για τον εαυτό μας. Με απλά λόγια να αναλογιστούμε για ποιον λόγο πρέπει να καταστείλουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα. Πρόκειται για την αιώνια μάχη μεταξύ της παρόρμησης και της καταστολής της, του Εκείνο και του Εγώ, της επιθυμίας και του αυτοελέγχου, της ικανοποίησης και της υπομονής. Οι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα της αυτοκυριαρχίας, της καθυπόταξης της ανυπομονησίας, της χαλιναγώγησης της παρορμητικότητας και γενικά τον έλεγχο των αρνητικών συναισθημάτων τους τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικού και παραγωγικοί σε ότι και αν κάνουν.

Η ικανότητα να αναστείλουμε αυτά τα ένστικτα και να βρούμε κίνητρα για τον εαυτό μας, έχουν την ρίζα τους στην πρώιμη παιδική ηλικία, από τότε που μπορέσαμε ή όχι να αντισταθούμε στη δεύτερη καραμέλα και συνεχίζουν να παρεμβαίνουν στην ζωή μας ως σήμερα, από το να διατηρήσουμε μια δίαιτα μέχρι να διακόψουμε το κάπνισμα. Ο μόνος τρόπος για να επιτύχουμε σε αυτό το βήμα, είναι η προσήλωση στον στόχο της ανταμοιβής, δηλαδή στην εξυπηρέτηση του απώτερου σκοπού που δεν είναι άλλος από το προσωπικό όφελος και την πνευματική ανάπτυξη.

Η ενσυναίσθηση είναι το τέταρτο βήμα της αλλαγής και αποτελεί την αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων. Αυτό που λέμε, να έρθουμε στη θέση του άλλου και να καταλάβουμε πως νιώθει την παρούσα στιγμή. Τα ενσυναισθαντικά άτομα, έχουν αναπτυγμένη δεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που τα κάνει καλύτερους συντρόφους και επιτυχημένους επαγγελματίες στον τομέα των ανθρωπιστικών επαγγελμάτων. Για να αναπτύξει κάποιος –που δεν έχει γεννηθεί με αυτήν- την ενσυναίσθησή δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί πολλή μελέτη και προσωπική προσπάθεια μέσα από διάφορες τεχνικές. Στο εμπόριο υπάρχουν αρκετά βιβλία για αυτό το σκοπό, όπως υπάρχουν και αρκετά βίντεο στο διαδίκτυο.

Το πέμπτο και τελευταίο βήμα είναι η ικανότητα να αναπτύξει κανείς υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Το να μπορεί κάποιος να συσχετίζεται με ώριμο και υγιή τρόπο με τους συνανθρώπους του, να μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα τους, να διαθέτει κοινωνική παιδεία και επάρκεια, ευγένεια χαρακτήρα και καλοσύνη. Όσοι κατέχουν την τέχνη των διαπροσωπικών σχέσεων, διαπρέπουν σε ότι αφορά την ομαλή αλληλεπίδραση με τους άλλους και λάμπουν πάντα στο κοινωνικό στερέωμα. Από την άλλη, όσοι στερούνται αυτής οδηγούνται σε πολλαπλές αποτυχημένες σχέσεις, συχνά καταλήγουν μόνοι και χαρακτηρίζονται ως αναίσθητοι ή τοξικοί Αυτές οι δεξιότητες ωριμάζουν με την ηλικία αλλά και καλλιεργούνται.

Το κλειδί για αυτές είναι να μαθαίνει κανείς από τα λάθη του και να δοκιμάζει διαφορετικές λύσεις από τις πεπατημένες. Όπως λέει ο λαός «εκεί που φοβάσαι να πας θα βρεις την λύση». Στο εμπόριο υπάρχουν βιβλία που μπορούν να βοηθήσουν τον ενδιαφερόμενο στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Εν κατακλείδι, όποιος μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα του μπορεί να καθορίσει την πορεία της ζωής του. Αν προσπαθήσεις να κυριαρχήσεις στους ανθρώπους έχει ήδη ηττηθεί. Για να βγεις κερδισμένος πρέπει να κυριαρχήσεις στα αρνητικά σου συναισθήματα και στις παρορμητικές τους αντιδράσεις.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ανθρωπότητα: Η επιβίωση της Γης

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι τα δύο τελευταία χρόνια συνέβη το σηµαντικότερο γεγονός του 21ου αιώνα έως σήµερα, που ξεπέρασε ακόµα και τη µεγάλη οικονοµική ύφεση του 2008. Η ανθρωπότητα βρέθηκε αντιµέτωπη µε µια πανδηµία, την πρώτη σε ένα διάστηµα πέραν των 100 χρόνων.

Η επιστήµη θριάµβευσε, αλλά, όπως συµβαίνει σε όλα τα µεγάλα επιστηµονικά επιτεύγµατα, υπήρξε παραπληροφόρηση και πολλές επακόλουθες αποτυχίες στην πορεία. Θεωρώ πως, ως επί το πλείστον, το ευρύ κοινό απέκτησε µεγαλύτερη κατανόηση και εκτίµηση για τον κεντρικό ρόλο της επιστήµης για την ανάπτυξη και, ειδικότερα, για την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισµού όπως τον γνωρίζουµε. Και δεν διαθέτουµε “ούτε λεπτό για χάσιµο”.

Η νέα και σηµαντικότερη πρόκληση στο κατώφλι της ανθρωπότητας είναι εκείνη της Κλιµατικής Αλλαγής του πλανήτη. Παρά το γεγονός πως η αναγνώριση του ανθρωπογενούς παράγοντα στη δηµιουργία και εξέλιξη του φαινοµένου πραγµατοποιήθηκε στα µέσα της δεκαετίας του 1970, τα επιστηµονικά δεδοµένα ήταν ανεπαρκή, οι επικριτές ήταν πολλοί και οι οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες, στον βαθµό που εκείνες θα µπορούσαν να εκτιµηθούν, ήταν πολύ οδυνηρές για να τις αναλογιστούµε. Ακολούθησαν, έτσι, τέσσερις δεκαετίες όπου το ζήτηµα έλαβε διαστάσεις πολιτικής εκµετάλλευσης, κάτι που ισχύει ακόµα και σήµερα, π.χ. η “κινεζική απάτη” (και άλλα παρόµοια επίθετα) σε κάθε γωνιά της Γης. Η δηµοσίευση της έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιµατική Αλλαγή του ΟΗΕ στις 6 Αυγούστου (https://www.ipcc.ch/report/sixth-assessment-report-working-group-i/), µε τίτλο “Climate Change 2021: The Physical Science Basis”, βάζει ένα τέλος στις αµφιβολίες για την ορθότητα της επιστηµονικής βάσης. Επιπλέον, ποικίλα κατακλυσµιαία γεγονότα, από καταστροφικές πληµµύρες έως ανεξέλεγκτες πυρκαγιές και υψηλές θερµοκρασίες-ρεκόρ σε κάθε γωνιά της Γης, θα πρέπει να πείσουν όσους/-ες διατηρούν ακόµη αµφιβολίες ότι η παγκόσµια θέρµανση ή “Κλιµατική Κατάρρευση” (όρος που εισήχθη από τον Yuval Harari) είναι µια πραγµατικότητα, είναι εδώ για να µείνει, και µπορεί µόνο να γίνει χειρότερη.

Οφείλουµε, συνεπώς, να αναρωτηθούµε: Πώς θα αντιδράσει η ανθρωπότητα σε αυτή την υπαρξιακή απειλή για την επιβίωσή της ως είδος; Οι προτάσεις για λύσεις αφθονούν. Από το θάψιµο του διοξειδίου του άνθρακος (CO2) στο έδαφος, τη χρήση κατόπτρων για την ανάκλαση της ηλιακής ακτινοβολίας στο Διάστηµα, την τροφοδότηση της ατµόσφαιρας µε σωµατίδια για τη δηµιουργία ανακλαστικών νεφών κ.λπ.

Επί της ουσίας, όλες οι προτεινόµενες λύσεις περιλαµβάνουν υψηλού επιπέδου, αλλά και υψηλού ρίσκου τεχνολογίες, καθιστώντας δύσκολη την πρόγνωση τόσο των βραχυπρόθεσµων όσο και των µακροπρόθεσµων συνεπειών τους. Αυτό το άρθρο δεν αποσκοπεί στην αξιολόγηση µέρους ή του συνόλου των προτεινόµενων λύσεων, παρά µόνο σε µία εξ αυτών: Την υπόθεση ότι, στο διηνεκές, η ανθρωπότητα θα µπορεί να µεταναστεύσει σε έναν άλλο πλανήτη, και συγκεκριµένα τον πλανήτη Άρη, ή ακόµα και σε έναν εξωπλανήτη κάποιου “κοντινού” πλανητικού συστήµατος που να προσοµοιάζει τα χαρακτηριστικά του γήινου συστήµατός µας.

Η Αµερικανική Υπηρεσία Διαστήµατος (NASA), όπως και άλλες υπηρεσίες ανά την υφήλιο, διενεργούν µελέτες για εξερευνητικές αποστολές µε ανθρώπινα πληρώµατα στον πλανήτη Άρη. Μια τέτοια αποστολή θα µπορούσε να γίνει εφικτή ύστερα από το έτος 2030. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να γίνει κατανοητή η διάκριση µεταξύ εξερεύνησης και µετανάστευσης ή µακροπρόθεσµων σχεδίων εποικισµού. Η πρώτη περίπτωση αφορά αποστολές µε ανθρώπινα πληρώµατα που θα πατήσουν στον πλανήτη και θα εξερευνήσουν το άµεσο περιβάλλον και το υπέδαφος, θα εξετάσουν τις δυνατότητες χρήσης υδάτινων και ορυκτών πόρων για την επιβίωση και για πυραυλικά καύσιµα, αντίστοιχα, τη δυνατότητα καλλιέργειας φυτών για παραγωγή τροφίµων κ.ά.

Αντίθετα, ο εποικισµός δεν αφορά µόνο την επιβίωση του ανθρώπου σε ένα περιβάλλον γεµάτο προκλήσεις, αλλά τη δηµιουργία των προϋποθέσεων για την εγκαθίδρυση ενός µακροπρόθεσµου οικοτόπου που θα επιτρέψει την επανάληψη ενός modus vivendi/operandi, στο οποίο το ανθρώπινο είδος έχει συνηθίσει στον πλανήτη µας: βιώσιµη ατµόσφαιρα, παραγωγή τροφής, εξόρυξη ορυκτών για τη δηµιουργία παραγωγικής βάσης, µέσα για την προστασία µας από τα στοιχεία της φύσης, συµπεριλαµβανοµένου του “διαστηµικού καιρού” που συνιστά ένα “κλίµα” σηµαντικά διαφορετικό κ.ά. Εν συντοµία, εποικισµός αναφέρεται στη δηµιουργία υποδοµών που θα µοιάζουν µε εκείνες που έχει δηµιουργήσει η ανθρωπότητα στον πλανήτη µας.

Πόσο εφικτή είναι, όµως, η µετανάστευση και επιβίωση µερικών δισεκατοµµυρίων ανθρώπων από τη Γη στον Άρη, αν µάλιστα αναλογιστούµε λίγες από τις προκλήσεις που απαριθµήθηκαν παραπάνω; Η σύντοµη απάντηση είναι πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, τουλάχιστον όχι για µερικές χιλιάδες χρόνια ακόµα.

Ας εξετάσουµε µερικά µόνο από αυτά τα ζητήµατα, µε βάση τα επιστηµονικά δεδοµένα για τον Άρη: η ατµόσφαιρα αποτελείται κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, ενώ η ατµοσφαιρική πίεση είναι µόλις το 0,6% της αντίστοιχης πίεσης στη Γη. Συνεπώς, τόσο η αναπνοή όσο και η βάδιση στην επιφάνεια του πλανήτη χωρίς τη χρήση εξειδικευµένης διαστηµικής ένδυσης θα ήταν αδύνατο να συµβούν. Επιπλέον, ο Άρης έχει απολέσει το µαγνητικό του πεδίο πριν από µερικά δισεκατοµµύρια χρόνια, κάτι που συνεπάγεται πως οι γαλαξιακές κοσµικές ακτίνες (ακτινοβολία υψηλής ενέργειας που προέρχεται έξω από το ηλιακό µας σύστηµα) “βοµβαρδίζουν” ανεµπόδιστες την επιφάνειά του µε ρυθµό 1.000 φορές µεγαλύτερο από τα επίπεδα της ακτινοβολίας που δέχεται η γήινη επιφάνεια.

Ακόµα, οι περιστασιακές, αλλά έντονες, ηλιακές εκρήξεις παράγουν υψηλής ενέργειας ακτινοβολία, ικανή να οδηγήσει τον άνθρωπο στον θάνατο µέσα σε διάστηµα µόλις λίγων ωρών από την έκθεση στο διαστηµικό περιβάλλον. Το περιβάλλον της Γης µάς προστατεύει από αυτά τα φαινόµενα: το ισχυρό της µαγνητικό πεδίο εκτρέπει το µεγαλύτερο µέρος αυτής της ακτινοβολίας, ενώ η πυκνή της ατµόσφαιρα ουσιαστικά καθιστά ακίνδυνες ακόµα και τις ακτινοβολίες υψηλής ενέργειας. Συµπερασµατικά, ανθρώπινος βιότοπος στον πλανήτη Άρη θα πρέπει να εγκατασταθεί περίπου ένα µέτρο κάτω από το έδαφος, µε τους ανθρώπους να διατηρούν περιορισµένη, βραχυπρόθεσµη πρόσβαση σε δραστηριότητες στην επιφάνεια.

Αν και στο παρόν άρθρο δεν αναλύθηκε το ζήτηµα της “απλής” µεταφοράς µερικών δισεκατοµµυρίων ανθρώπων σε αυτόν τον κοντινό προορισµό, τον Άρη, πρέπει να επισηµανθεί ότι η τυπική διάρκεια ενός τέτοιου ταξιδιού, µε ανθρώπινο φορτίο ή χωρίς, είναι της τάξης των οκτώ µηνών. Ακόµα και µε προηγµένα πυραυλικά συστήµατα προώθησης, π.χ. πυρηνικούς κινητήρες, εάν και εφόσον αυτά γίνουν διαθέσιµα, η εκτιµώµενη διάρκεια του ταξιδιού δεν θα είναι µικρότερη από έναν µήνα. Και ένα ταξίδι στο πλησιέστερο εξωπλανητικό σύστηµα, π.χ. στον Άλφα του Κενταύρου, ακόµα και µε την ταχύτητα του φωτός (300.000 χλµ. το δευτερόλεπτο), θα διαρκούσε 4,4 χρόνια.

Για σύγκριση, µπορούµε να αναλογιστούµε πως το ταχύτερο ροµποτικό σκάφος, το “Voyager 1”, που βρίσκεται σήµερα εκτός του ηλιακού περιβάλλοντος σε µια απόσταση περίπου 22 δισεκατοµµυρίων χιλιοµέτρων από τη Γη και ταξιδεύει µε ταχύτητα 17 χιλιοµέτρων το δευτερόλεπτο, ή διαφορετικά είναι 17.647 φορές πιο αργό από το φως, θα χρειαζόταν περίπου 77.000 χρόνια για να φτάσει στον Άλφα του Κενταύρου, αν το “Voyager” κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση (κάτι που δεν συµβαίνει).

Επιστρέφοντας στην αρχική τοποθέτηση, η µεγαλύτερη πρόκληση για την ανθρωπότητα σήµερα, αλλά και για τις επόµενες δεκαετίες, είναι η υπερθέρµανση του πλανήτη, µε πρώτο στόχο τη δραστική ελάττωση του διοξειδίου του άνθρακος και της µεθάνης.

Πιθανά αντίµετρα δεν είναι προφανή και δεν λαµβάνονται σοβαρά υπόψη από το σύνολο του πολιτικού και επιχειρηµατικού φάσµατος, αν και υπάρχουν ελάχιστες πλέον αµφιβολίες στον δηµόσιο διάλογο πως το ζήτηµα οφείλει να αντιµετωπιστεί άµεσα. Η ιδέα της “απόδρασής” µας σε έναν άλλο πλανήτη δεν συνιστά απλώς µια ψευδαίσθηση για τα σηµερινά δεδοµένα, αλλά πιθανό να παραµείνει έτσι και για αρκετούς αιώνες ακόµα. Η ανθρωπότητα δεν έχει στη διάθεσή της µία “Κιβωτό του Νώε”.

Η µόνη λύση είναι να σώσουµε το διαστηµόπλοιο πάνω στο οποίο είµαστε συνταξιδιώτες: τον πλανήτη µας, τη Γη, τη “Γαλάζια Κουκκίδα, το µόνο σπίτι που γνωρίζουµε”, όπως έλεγε κι ο εκλιπών στις αποστολές Voyager, Carl Sagan.

“Βολεύομαι” σημαίνει ζω κακόμοιρα

Η ετυμολογία της λέξης «Βολεύομαι» μου φαίνεται συμπαθητική. Μου φέρνει στο νου άνεση, ηρεμία, χαλάρωση. Τι το κακό υπάρχει άραγε σε αυτήν;

Κι όμως στα αυτιά μου ακούγεται σήμερα σαν κατάρα. «Με βολεύει αυτός ο άντρας, με βολεύει αυτή η γυναίκα, με βολεύει αυτή η δουλειά, με βολεύει αυτό το σπίτι, με βολεύει αυτό το αυτοκίνητο, με βολεύει…»

Αλήθεια, τι κάνει τον κόσμο να βολεύεται; Τι δύναμη κάνει τον άνθρωπο να υπακούει στη «βολή» κι όχι στο «αγαπάω τη δουλειά μου, λατρεύω αυτόν τον άντρα, με εμπνέει αυτή η γυναίκα, με εξιτάρει αυτό το αυτοκίνητο»; Τι κινητήριος δύναμις υπάρχει πίσω από το «ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ»;

Για μένα «βολεύομαι» είναι ανέχεια, συμφέρον, έλλειψη αυτοπεποίθησης, πλαδαρότητα, μιζέρια, κακομοιριά. Πώς αντέχουν οι άνθρωποι τη βολή; Γιατί δεν κάνουν την υπέρβαση, περιμένοντας την ημέρα της μεγάλης αγάπης, της ανεξάντλητης έμπνευσης, του μεγαλειώδους έρωτα; Πώς αντέχουν στο «λίγο»; Πώς συμβιβάζονται με το «κάτι»; Πώς τους αρέσει να γλείφουν κόκαλα; Δεν μπορούν να φανταστούν ότι ένα γεύμα πολυτελείας ισοδυναμεί με το απόλυτο τίποτα;

Πιστεύω πως και τα δύο έχουν την ίδια δύναμη, ενώ το «λίγο» ή το «κάτι» είναι συμπαντική μιζέρια, συμπαντική κατάντια.

Τι ακριβώς φοβούνται; Τον εαυτό τους, την κοινωνία, την κακή κριτική ίσως;

Ειλικρινά δε ξέρω, εγώ το μόνο που γνωρίζω είναι ότι βλέποντάς τους αισθάνομαι πότε θλίψη, πότε θυμό, πότε ένα σφίξιμο στην καρδιά μου ξέροντας ότι κρατώντας ασφυκτικά αυτό το «κάτι» της βολής τους, χάνουν αυτό το ΜΕΓΑΛΟ της επόμενης μέρας!

Δυστυχώς το ζήτημα “ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ” είναι μία νέα πραγματικότητα της σύγχρονης εποχής, η οποία γίνεται αντιληπτή σε κάθε τομέα.

Αδυνατούν να αντιμετωπίσουν καταστάσεις όπου επιβάλλεται να λογομαχήσουν με άλλους, και γιατί άραγε; Μα φυσικά γιατί δεν αντέχουν την αντιπαράθεση… Προτιμούν την ασφάλεια και τη σιγουριά του “βολεύομαι”.

Πέρα από το γεγονός ότι δεν εξελίσσονται μέσα από αυτήν την κατάσταση σε κανένα επίπεδο, δέχονται τους ανθρώπους και τις πράξεις τους χωρίς να αντισταθούν και να επιδιώξουν την αλλαγή… Γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη να χάσεις τη βολή σου; Όχι βέβαια…

Μάλιστα, αυτή η κατάσταση διαιωνίζεται καθώς ξεκινά από την οικογένεια: Βολεύεται η μαμά με τον μπαμπά, άρα θα βολευτώ κι εγώ με τον πρώτο σύντροφο που θα γνωρίσω με την προϋπόθεση ότι καλύπτει όλες μου τις ανάγκες, άσχετα αν δεν τον αγαπάω και πάει λέγοντας.

Προσωπικά, επιλέγω το “τίποτα”. Αρνούμαι πεισματικά να συμβιβαστώ με το “λίγο” ή το “κάτι”. Έτσι, θα κρατήσω αυτό που πραγματικά με ωφελεί, θα κρατήσω έναν άνθρωπο που πραγματικά με καλύπτει και μόνο τότε θα εκτιμήσω όσα κάνει πραγματικά για μένα… Θα βρω την απόλυτη ευτυχία μέσα στην αληθινή ζωή κι όχι στο παραμύθι του ” βολεύομαι”. Κι αν σταματήσω να είμαι ευτυχισμένη, δεν θα καταπιώ τα αισθήματά μου αλλά θα διεκδικήσω τα διακαιώματά μου. Μπορούν οι άλλοι να τα δεχτούν; Καλώς… Όχι; Δεν τους χρειάζομαι στη ζωή μου… γιατί όχι μόνο δεν με “βολεύουν” όπως πολλοί νομίζουν αλλά αντίθετα με πικραίνουν.

Μην πλανηθείτε από την ανόητη ιδέα πως είναι επικίνδυνο να έχετε υπερβολικές ελπίδες

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
για τους περισσότερους από εμάς
δεν είναι πως οι στόχοι μας είναι
υπερβολικά ψηλοί
για να τους φτάσουμε,
αλλά ότι είναι
υπερβολικά χαμηλοί
και τους φτάνουμε.

ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΣ (ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ) (1475 – 1564)

Ιταλός ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης Μικελάντζελο Μπουοναρότι είναι μία εξέχουσα μορφή στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.

Μία από τις πιο συχνές κριτικές που δέχομαι είναι ότι προσφέρω υπερβολικά πολλές ελπίδες σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δεινές συνθήκες, και ότι αυτό θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο. Παρ’ όλα αυτά, εγώ εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς το να έχει κάποιος πολλές ελπίδες θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο.

Όταν οι άνθρωποι μου λένε για κάποια ιατρική διάγνωση που θεωρεί την πάθησή τους ανίατη, εγώ τους παροτρύνω να εστιάσουν σε ένα αποτέλεσμα εξ ολοκλήρου αντίθετο από το προβλεπόμενο. Τους μιλώ συχνά για τον νόμο εκείνο που καθιστά τα θαύματα δυνατά, από την αρχή του χρόνου. Τους εξηγώ ότι ο νόμος αυτός ουδέποτε καταργήθηκε και πως εξακολουθεί να ισχύει. Αναφέρω περιπτώσεις ανθρώπων που, ενώ τους έδιναν έξι μήνες ζωής και τους έστειλαν στα σπίτια τους για να πεθάνουν, εκείνοι απελευθερώθκαν τόσο από την ασθένειά τους όσο και από τη διάγνωση. Λαμβάνω καθημερινά επιστολές από ανθρώπους οι οποίοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν τις αρνητικές προγνώσεις και τις λιγοστές ελπίδες που άλλοι είχαν καθορίσει γι’ αυτούς, και σε αυτές τις επιστολές μου περιγράφουν πόσο ευγνώμονες ήταν για το μήνυμα ελπίδας που τους έδωσα στους δύσκο λους καιρούς.

Πιστεύω πως ο Μιχαήλ Άγγελος, που πέθανε μόλις λίγες ημέρες προτού συμπληρώσει τα ογδόντα εννέα χρόνια του, φιλοτεχνώντας αγάλματα και πίνακες και επίσης συγγράφοντας και σχεδιάζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή –σε μία εποχή όπου η ηλικία των ενενήντα ετών υπερέβαινε κατά εξήντα περίπου χρόνια τον μέσο όρο ζωής- μιλά μέσα από το περίφημο αυτό χωρίο του έργου του για την ιδέα να έχουμε υψηλούς στόχους και μεγάλες ελπίδες. Ο κίνδυνος δεν καραδοκεί στις μεγάλες ελπίδες, ούτε καν στις απατηλές, αλλά στις υπερβολικά μικρές ή στην απουσία ελπίδας. Αυτή η τελευταία εξαλείφει τους στόχους και τα σχέδιά μας προτού καν προσπαθήσουμε να τα υπολογίσουμε.

Αυτό δεν αφορά μόνο την ανάρρωση από τις σωματικές ασθένειες, αλλά περιλαμβάνει στην κυριολεξία τα πάντα.

Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που στόχευσαν χαμηλά και η σκέψη τους στάθηκε πάντοτε άτολμη, και που θέλουν να επιβά λουν αυτόν τον μηδαμινό τρόπο σκέψης σε οποιονδήποτε τους δίνει κάποια σημασία. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι η παραίτηση ή το να προδιαγράφουμε πολύ στενά όρια για τον εαυτό μας, με υπερβολικά χαμηλές προσδοκίες.

Ακούστε με προσοχή τον Μιχαήλ Άγγελο, τον άνθρωπο που θεωρείται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης όλων των εποχών. Θυμάμαι τον εαυτό μου να στέκεται καθηλωμένος μπροστά στο άγαλμα του Δαβίδ στη Φλωρεντία. Το μέγεθος, το μεγαλείο, το πνεύμα που έμοιαζε να ξεπηδά κατευθείαν από το μάρμαρο, ήταν ο ίδιος ο Μιχαήλ Άγγελος που έλεγε σε όλους εμάς: «Στόχευε ψηλά». Όταν τον είχαν ρωτήσει πώς κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο αριστούργημα, εκείνος απάντησε πως ο Δαβίδ βρισκόταν ήδη μέσα στο μάρμαρο κι εκείνος έπρεπε απλώς να αφαιρέσει με τη σμίλη του ό,τι περίσσευε ώστε να του επιτρέψει να απελευθερωθεί. Υψηλός στόχος, μα την αλήθεια. Και μια που μιλάμε για ύψος, ρίξτε κάποια φορά μια ματιά στην Καπέλα Σιξτίνα, όπου ο Μιχαήλ Άγγελος ζωγράφισε την οροφή, ξαπλωμένος ανάσκελα και δουλεύοντας σε καθημερινή βάση επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από το 1508 ως το 1512. Ήταν ένα πλάνο που καλλιτέχνες μικρότερου μεγέθους θα είχαν θεωρήσει ανέφικτο, όμως Ο Μιχαήλ Άγγελος το ανέλαβε, όπως και πολλά άλλα εξίσου μεγαλόπνοα σχέδια, στη διάρκεια μιας ζωής γεμάτης ενέργεια, τεράστιο ταλέντο και φυσικά, υψηλούς στόχους.

Η συμβουλή του Μιχαήλ Άγγελου μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα στη ζωή σας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ίσχυε και τότε για τη δική του ζωή, εδώ και περισσότερα από πεντακόσια χρόνια . Ποτέ μην ακούσετε αυτούς που προσπαθούν να σας επηρεάσουν με τον πεσιμισμό τους. Έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητά σας να νιώσετε κι εσείς την αγάπη που ακτινοβολεί μέσα από τον Δαβίδ ή τη Μαντόνα και το Βρέφος ή τις ουράνιες νωπογραφίες στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Η αγάπη είναι η συνειδητή επαφή σας με τον καλλιτέχνη ο οποίος μοιράστηκε το ίδιο συμπαντικό πνεύμα ενότητας με εσάς και με κάθε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη που βάδισε ποτέ επάνω στη γη.

Στοχεύετε ψηλά, αρνηθείτε να έχετε περιορισμένες σκέψεις και χαμηλές προσδοκίες, και, πάνω απ’ όλα, μην πλανηθείτε από την ανόητη ιδέα πως είναι επικίνδυνο να έχετε υπερβολικές ελπίδες.

Πως συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον φόβο για να εξημερώσουν τους άλλους, και ο φόβος μας αυξάνεται όταν βιώνουμε την αδικία. Το αίσθημα της αδικίας είναι σαν ένα μαχαίρι που ανοίγει πληγές στο συναισθηματικό μας σώμα. Το συναισθηματικό δηλητήριο δημιουργείται από την αντίδρασή μας σε αυτό που θεωρούμε άδικο. Κάποιες πληγές επουλώνονται, άλλες ωστόσο μολύνονται με όλο και περισσότερο δηλητήριο. Μόλις γεμίσουμε με συναισθηματικό δηλητήριο, έχουμε ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτό και εξασκούμαστε στο να το απελευθερώνουμε στέλνοντάς το σε κάποιον άλλο. Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Τραβώντας τους την προσοχή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός συνηθισμένου ζευγαριού.

Για έναν οποιονδήποτε λόγο, η γυναίκα είναι θυμωμένη. Έχει συναισθηματικό δηλητήριο από κάποια αδικία που έκανε ο άντρας της. Ο άντρας της δεν είναι σπίτι, αλλά εκείνη θυμάται την αδικία και το δηλητήριο συσσωρεύεται μέσα της. Όταν εκείνος γυρίζει, το πρώτο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να του τραβήξει την προσοχή, γιατί μόλις το κάνει, όλο το δηλητήριο θα πάει στον άντρα της και η ίδια θα ανακουφιστεί. Με το που θα του πει πόσο κακός, πόσο χαζός ή πόσο άδικος είναι, το δηλητήριο που έχει μέσα της μεταδίδεται σε εκείνον.

Μιλάει συνεχώς, μέχρι να του τραβήξει την προσοχή. Εκείνος, τελικά, αντιδρά και θυμώνει, και τότε η γυναίκα αισθάνεται καλύτερα. Όμως, τώρα έχει εκείνος το δηλητήριο μέσα του και πρέπει να την εκδικηθεί. Πρέπει να της τραβήξει την προσοχή και να το απελευθερώσει, κι όχι μόνο όσο του μετέδωσε, αλλά το δικό της συν το δικό του. Αν προσέξετε αυτή την αλληλεπίδραση, θα δείτε ότι αγγίζει ο ένας τις πληγές του άλλου και παίζουν συναισθηματικό πιγκ πογκ με το δηλητήριο. Έτσι, αυτό συνεχίζει να αυξάνεται, μέχρι που μια μέρα ένας από τους δύο θα ξεσπάσει. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.

Τραβώντας την προσοχή, η ενέργεια μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο. Η προσοχή είναι μια πανίσχυρη λειτουργία του ανθρώπινου νου. Όλοι πασχίζουμε να τραβήξουμε την προσοχή των άλλων. Όταν τα καταφέρνουμε, δημιουργούμε κανάλια επικοινωνίας. Το όνειρο μεταδίδεται, η δύναμη μεταδίδεται, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το συναισθηματικό δηλητήριο.

Συνήθως, απελευθερώνουμε το δηλητήριο στο άτομο που θεωρούμε υπεύθυνο για την αδικία, αλλά αν το άτομο αυτό είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορούμε να του το μεταφέρουμε, δεν μας νοιάζει σε ποιον θα το στείλουμε, αρκεί να το ξεφορτωθούμε. Έτσι, το στέλνουμε στα παιδιά, που δεν έχουν αναπτύξει άμυνες εναντίον μας, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι σχέσεις κακοποίησης. Οι ισχυροί κακοποιούν τους λιγότερο ισχυρούς, επειδή θέλουν να απελευθερώσουν το συναισθηματικό τους δηλητήριο. Είναι μια ανάγκη που έχουμε, και πολλές φορές δεν θέλουμε δικαιοσύνη παρά μόνο να απελευθερώσουμε το δηλητήριό μας για να ηρεμήσουμε. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αποζητούν συνεχώς τη δύναμη, επειδή όσο δυνατότεροι είναι, τόσο ευκολότερο είναι να απελευθερώσουν το δηλητήριό τους σε όσους δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Φυσικά, μιλάμε για τις σχέσεις στην κόλαση αυτής της ζωής, για την ψυχική ασθένεια που υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν φταίει κάποιος για αυτή, δεν είναι καλή ή κακή, δίκαιη ή άδικη- είναι η φυσιολογική παθολογία της ασθένειας. Κανείς δεν φταίει για την παθολογική του συμπεριφορά. Όπως οι άνθρωποι του φανταστικού πλανήτη δεν έφταιγαν για τη δερματική τους ασθένεια, ούτε εσείς φταίτε που οι πληγές σας είναι μολυσμένες με συναισθηματικό δηλητήριο. Όταν έχετε κάποια σωματική ασθένεια ή έναν τραυματισμό, δεν κατηγορείτε τον εαυτό σας ούτε αισθάνεστε ένοχοι. Τότε, γιατί να αισθάνεστε άσχημα ή να νιώθετε ενοχές επειδή νοσεί το συναισθηματικό σας σώμα;

Το σημαντικό είναι να έχετε επίγνωση του προβλήματος. Όταν έχουμε επίγνωση, έχουμε την ευκαιρία να θεραπεύσουμε το συναισθηματικό μας σώμα και τον συναισθηματικό μας νου, και να σταματήσουμε να υποφέρουμε. Χωρίς αυτή την επίγνωση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, παρά μόνο να συνεχίσουμε να υποφέρουμε από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας, γιατί αγγίζουμε και μόνοι μας τις πληγές μας, για να αυτοτιμωρηθούμε.

Χαλίλ Γκιμπράν – Η ψυχή μου μου μίλησε

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου -δίδαξε -ν’ αγαπώ εκείνους πού οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους πού οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο πού αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο πού αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και, του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το ’Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το ’Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο ’Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν’ ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες’ τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

’Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

“Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. “Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. “Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. ’Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.

Χαλίλ Γκιμπράν, Σκέψεις και διαλογισμοί

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

12.11. Ιδεαλιστικά ρεύματα - ακαδημαϊσμός - συμβολισμός

Η Ευρώπη κατακλύζεται τον 19ο αιώνα από μια ζωγραφική που ανταποκρίνεται στην κλασική παιδεία του μορφωμένου αστού και που μεταφέρει τον θεατή σε έναν γοητευτικό, άχρονο, ονειρικό χώρο μιας απρόσωπης Αρχαιότητας, συχνά με αισθησιακά γυμνά ή συμβολικά στοιχεία. Πρόκειται ίσως για την τελευταία αναλαμπή μιας ευρύτερης επίδρασης της κλασικής τέχνης.

Παράλληλα με τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, ιδιαίτερα στη Γερμανία με τους φιλοσόφους Φίχτε και Χέγκελ αποκτούν επικαιρότητα οι θεωρίες του Πλάτωνα (φυγή στον κόσμο των ιδεών) ενώ ο ρεαλισμός ήταν μια νίκη του Αριστοτέλη. Γεννιέται έτσι ένας φιλοσοφικός ιδεαλισμός, που είχε γενικότερα ιδιαίτερη επίδραση στην τέχνη. Τον θαυμασμό του για την Αρχαιότητα και τους αρχαίους Έλληνες διακήρυσσε με κάθε τρόπο ο πιο χαρακτηριστικός συνθέτης αυτής της ιδεαλιστικής έκφρασης, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η τετραλογία του Δαχτυλιδιού των Νιμπελούγκεν οφείλει πολλά στην Ορέστεια του Αισχύλου, ενώ στον Τανχόιζερ για μοναδική φορά αγγίζει άμεσα την Αρχαιότητα, καθώς στη μορφή της Venus (Αφροδίτης) στο Venusberg τον μαγεύει η μοιραία δαιμονική πλευρά της γυναίκας.

Στα ιδεαλιστικά ρεύματα της ζωγραφικής ανήκουν οι ναζαρηνοί (Γερμανία), οι προραφαηλίτες (Αγγλία), οι συμβολιστές (κυρίως Γαλλία) και ανεξάρτητοι δημιουργοί που συνδέονται με τον ακαδημαϊσμό, τον εκλεκτικισμό κ.ά. Όλοι, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, αναζητούν πηγές στην Αρχαιότητα, με διαφορετική χρήση των αναφορών σε αυτή. Τη χρήση αρχαίων συμβόλων στην τέχνη ευνοεί ιδιαίτερα ο συμβολισμός, ένα λογοτεχνικής προέλευσης κίνημα, που προσεγγίζει συχνά νεοκλασικές αντιλήψεις.

Ο πιο χαρακτηριστικός προραφαηλίτης ζωγράφος, ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι (1828-1882), μετατρέπει την Ελίζαμπεθ Σίνταλ, την αινιγματική γυναίκα που τον εμπνέει, μια οπτασία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, άλλοτε σε Αστάρτη και άλλοτε σε Σίβυλλα, σε Σιωπή ή σε Περσεφόνη (1874) κ.ά. Σε έναν ιδιότυπο, αινιγματικό και ονειρικό κόσμο προσωπικών οραμάτων μεταφέρει τον θεατή ο Γκυστάβ Μορό (1826-1896), όπου εντυπωσιάζουν τα πολλά διακοσμητικά στοιχεία, κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι, σύμβολα ζωής και θανάτου και όπου ο Ορφέας, οι Μαινάδες, ο Απόλλωνας, ο Προμηθέας, ο Φαέθων, ο Οδυσσέας, ο Οιδίποδας και η Σφίγγα αποκτούν άλλες διαστάσεις.

Ο ακαδημαϊσμός, η τέχνη των ακαδημιών, είναι η τέχνη των επιτυχημένων ζωγράφων των μεγάλων επίσημων κρατικών εκθέσεων. Χαρακτηριστικό των έργων τους είναι συχνά το μέγεθος, η αγάπη για διακοσμητικές λεπτομέρειες, η μεγαλοστομία και η ρητορεία. Οι αναφορές στην Αρχαιότητα δημιουργούν κάποτε μιαν αινιγματική ατμόσφαιρα μυστηρίου, μια φυγή σε ένα απροσδιόριστο παρελθόν με σύμβολα, υπαινιγμούς και οράματα, όπου κυριαρχεί η ιδέα μιας γενικής απρόσωπης ομορφιάς με το χρωματικό ένδυμα του ρομαντισμού. Άλλοτε εξαιρετικά λεπτομερής, σχεδόν φωτογραφικά πιστή, η αναπαράσταση της ζωής στην Αρχαιότητα μπορεί να αγγίζει τα όρια του κιτς.

Στο Παρίσι λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα η μόδα της Αρχαιότητας ενισχύεται από την έκθεση της περίφημης συλλογής αρχαίων αγγείων Καμπάνα (Campana), που αγόρασε ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ' και που κατέληξε τελικά στο Λούβρο. Αυτή την εποχή στη Γαλλία η Φρύνη, η διάσημη εταίρα του 4ου αιώνα π.Χ. που ενέπνευσε τον Πραξιτέλη για την Κνιδία Αφροδίτη του, κάνει μια δεύτερη εξαιρετική καριέρα. Ο μύθος της και ιδιαίτερα το επεισόδιο στον Άρειο Πάγο, όπου ήταν έτοιμη να καταδικαστεί για ασέβεια και αθωώθηκε την τελευταία στιγμή, όταν ο συνήγορός της Υπερείδης τράβηξε το πέπλο της και αποκάλυψε τη θεϊκή ομορφιά του κορμιού της, έγινε αφορμή για μια σειρά έργων στη γλυπτική και στη ζωγραφική που αναδείκνυαν το αισθησιακό γυμνό. Ο Ελβετός γλύπτης Τζέιμς Πραντιέ (1790-1852) δημιούργησε μια Φρύνη στο μάρμαρο πριν το 1845, ο Αλεξάντρ Φαλγκιέρ (1831-1912) μιαν άλλη το 1868, ενώ η ομώνυμη κωμική όπερα σε μουσική του Καμίγ Σεν Σανς και σκηνικά του Φιλίπ Σαπερόν ανεβάστηκε στο Παρίσι το 1893. Τη μεγαλύτερη αίσθηση, ωστόσο, δημιούργησε το 1861 ο πίνακας Φρύνη του Ζαν Λεόν Ζερόμ (1824-1904), χαρακτηριστικό έργο για το ακαδημαϊκό-ιδεαλιστικό στιλ που επικρατεί στη Γαλλία και που θα καταλήξει στο νέο στιλ (art nouveau).

Το ατελιέ της Τανάγρας (περ. 1850), Οι νεαρές Ελληνίδες παίζουν μπάλα (1889) του Ζερόμ, ή Οι Ρωμαίοι της παρακμής (1847) του Τομά Κουτύρ (1815-1879) είναι έργα που μεταφέρουν τον θεατή σε μια φανταστική, πολύχρωμη και εντυπωσιακά σκηνογραφημένη καθημερινότητα της Αρχαιότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα έργα αυτών των ζωγράφων, όπως και του Άλμα Τάντεμα παρακάτω, θα χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα για τη δημιουργία εντυπωσιακών ντεκόρ σε ταινίες εποχής στον αμερικάνικο κυρίως κινηματογράφο της δεκαετίας του 1950 (Μπεν Χουρ, Χιτών κ.ά.). Έχουν τις λεπτομέρειες, τη θεατρικότητα, τον πλούτο και τη φαντασία που χρειάζεται για να αξιοποιηθούν σκηνογραφικά.

Ολλανδός στην καταγωγή, με σπουδές στην Ιταλία που τον επηρεάζουν καθοριστικά ο Λόρενς Άλμα Τάντεμα (1836-1912) εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία ιδιαίτερα χάρη στα κλασικά θέματα. Ο Μαραθωνομάχος, Ο Φειδίας και η ζωφόρος του Παρθενώνα, Σαπφώ, Ανάγνωση Ομήρου κ.ά. του χαρίζουν εκτίμηση και αναγνώριση. Στο έργο του Ρωμαίος φιλότεχνος του 1868 διακρίνεται χαρακτηριστικά το λεπτό του γούστο, η αρχαιολογική ακρίβεια στις λεπτομέρειες, τα καθαρά, λαμπερά, εορταστικά χρώματα, η πειστική —φωτογραφική σχεδόν— απόδοση διαφόρων υλικών και ποιοτήτων, όπως το γυάλισμα του μαρμάρου, το μέταλλο, τα υφάσματα κτλ. Τον θαυμάζουν για τη δεξιοτεχνική του απόδοση, μα τον κατηγορούν για ψυχρότητα και ακαδημαϊσμό.

Στη Γερμανία η Αρχαιότητα επιζεί σε μεγαλόστομα εντυπωσιακά θέματα του Καρλ Τέοντορ φον Πίλοτυ (1826-1886), δασκάλου πολλών Ελλήνων καλλιτεχνών στην Ακαδημία του Μονάχου, και του αυστριακού Χανς Μάκαρτ (1840-1884), που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στην εποχή τους. Ιδιαίτερη προσωπικότητα έχει ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901), που δημιουργεί μια δική του Αρχαιότητα με αναγεννησιακά, συμβολικά στοιχεία, που προβάλλουν τις μυστηριακές δυνάμεις της φύσης σε έργα όπως Παν στα Καλάμια, Νηρηίδες, Δρυάδες, Οδυσσέας και Καλυψώ, Νησί των νεκρών - Είσοδος στον Άδη, Ειδύλλιο (1875) κ.ά. Αν και σύγχρονος του Βάγκνερ, δεν συνεργάστηκαν ποτέ. Επηρέασε τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ώστε πολλοί φθάνουν να τον θεωρούν πρόδρομο του σουρεαλισμού.

Η γλυπτική σε όλο τον 19ο αιώνα δεν έπαψε να αντλεί θέματα ή τρόπους απόδοσης από την Αρχαιότητα. Στενότερα δεμένη με την αρχιτεκτονική θα καθορίσει τον αρχιτεκτονικό διάκοσμο των προσόψεων σε μεγαλοπρεπή κτήρια των ευρωπαϊκών πόλεων. Ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα πλατείες, πάρκα και δημόσιοι χώροι θα κατακλυστούν από μεγάλες γλυπτές συνθέσεις με προσωποποιήσεις, αλληγορίες και μυθολογικά θέματα που αποδίδονται με ακαδημαϊκό τρόπο ή προσαρμόζονται στη γενικότερη μόδα του νέου στιλ. Γλύπτες όπως ο Αλεξάντρ Φαλγκιέρ (1831-1912) ή ο Τεοντόρ Ριβιέρ (1859-1912) ανταποκρίνονται στο γούστο του ευρύτερου κοινού που προτιμά τον κλασικό δρόμο του ακαδημαϊσμού ή του εκλεκτικισμού. Το άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη (1884-1886) του Φρεντερίκ Μπαρτολντί (1834-1904) τονίζει τις κλασικές αξίες του Νέου Κόσμου. Τα νερά θα ταράξει στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο γλύπτης με τη μεγαλύτερη ίσως ακτινοβολία και διεθνή αναγνώριση μετά την Αναγέννηση, ο Ογκύστ Ροντέν (1840-1917), ο οποίος θα αντιμετωπίσει την Αρχαιότητα με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1382a19

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1383b10: Λόγος περὶ παθῶν) 

Αγάπη και έχθρα

Στο δεύτερο βιβλίο ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εφοδιάσει τους ρήτορες με τα εργαλεία πειθούς που απευθύνονται στο θυμικό του ακροατηρίου τους. Ο ρήτορας οφείλει να γνωρίζει πώς θα διεγείρει ή θα κατευνάσει στην ψυχή των ακροατών του τα λεγόμενα πάθη (ως πάθη θεωρεί ο φιλόσοφος όσα προκαλούν μεταβολές στην ψυχική, σωματική και νοητική κατάσταση των ανθρώπων και συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια). Μετά την οργή και την πραότητα εξετάζονται η φιλία και το μῖσος.

Τίνας δὲ φιλοῦσι καὶ μισοῦσι, καὶ διὰ τί, τὴν φιλίαν καὶ
τὸ φιλεῖν ὁρισάμενοι λέγωμεν. ἔστω δὴ τὸ φιλεῖν τὸ βούλε-
σθαί τινι ἃ οἴεται ἀγαθά, ἐκείνου ἕνεκα ἀλλὰ μὴ αὑτοῦ, καὶ τὸ
[1381a] κατὰ δύναμιν πρακτικὸν εἶναι τούτων. φίλος δέ ἐστιν ὁ φιλῶν
καὶ ἀντιφιλούμενος· οἴονται δὲ φίλοι εἶναι οἱ οὕτως ἔχειν
οἰόμενοι πρὸς ἀλλήλους. τούτων δὲ ὑποκειμένων ἀνάγκη φίλον
εἶναι τὸν συνηδόμενον τοῖς ἀγαθοῖς καὶ συναλγοῦντα τοῖς
(5) λυπηροῖς μὴ διά τι ἕτερον ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον· γιγνομένων γὰρ
ὧν βούλονται χαίρουσιν πάντες, τῶν ἐναντίων δὲ λυποῦνται,
ὥστε τῆς βουλήσεως σημεῖον αἱ λῦπαι καὶ αἱ ἡδοναί. καὶ οἷς
δὴ ταὐτὰ ἀγαθὰ καὶ κακά, καὶ οἱ τοῖς αὐτοῖς φίλοι καὶ οἱ τοῖς
αὐτοῖς ἐχθροί· ταὐτὰ γὰρ τούτοις βούλεσθαι ἀνάγκη, ὥστε
(10) ἅπερ αὑτῷ καὶ ἄλλῳ βουλόμενος τούτῳ φαίνεται φίλος εἶναι.
καὶ τοὺς πεποιηκότας εὖ φιλοῦσιν, ἢ αὐτοὺς ἢ ὧν κήδονται,
ἢ εἰ μεγάλα, ἢ εἰ προθύμως, ἢ εἰ ἐν τοιούτοις καιροῖς, καὶ
αὐτῶν ἕνεκα, ἢ οὓς ἂν οἴωνται βούλεσθαι ποιεῖν εὖ. καὶ τοὺς
τῶν φίλων φίλους καὶ φιλοῦντας οὓς αὐτοὶ φιλοῦσιν. καὶ τοὺς
(15) φιλουμένους ὑπὸ τῶν φιλουμένων αὐτοῖς. καὶ τοὺς τοῖς
αὐτοῖς ἐχθροὺς καὶ μισοῦντας οὓς αὐτοὶ μισοῦσιν, καὶ τοὺς
μισουμένους ὑπὸ τῶν αὐτοῖς μισουμένων· πᾶσιν γὰρ τούτοις
τὰ αὐτὰ ἀγαθὰ φαίνεται εἶναι καὶ αὐτοῖς, ὥστε βούλεσθαι τὰ
αὐτοῖς ἀγαθά, ὅπερ ἦν τοῦ φίλου. ἔτι τοὺς εὐποιητικοὺς εἰς
(20) χρήματα καὶ εἰς σωτηρίαν· διὸ τοὺς ἐλευθερίους καὶ ἀνδρείους
τιμῶσι καὶ τοὺς δικαίους· τοιούτους δ’ ὑπολαμβάνουσι τοὺς
μὴ ἀφ’ ἑτέρων ζῶντας· τοιοῦτοι δ’ οἱ ἀπὸ τοῦ ἐργάζεσθαι, καὶ
τούτων οἱ ἀπὸ γεωργίας, καὶ τῶν ἄλλων οἱ αὐτουργοὶ μάλιστα.
καὶ τοὺς σώφρονας, ὅτι οὐκ ἄδικοι. καὶ τοὺς ἀπράγμονας
(25) διὰ τὸ αὐτό. καὶ οἷς βουλόμεθα φίλοι εἶναι, ἂν φαίνωνται
βουλόμενοι· εἰσὶ δὲ τοιοῦτοι οἵ τ’ ἀγαθοὶ κατ’ ἀρετὴν καὶ οἱ
εὐδόκιμοι ἢ ἐν ἅπασιν ἢ ἐν τοῖς βελτίστοις ἢ ἐν τοῖς θαυ-
μαζομένοις ὑφ’ αὑτῶν ἢ ἐν τοῖς θαυμάζουσιν αὐτούς. ἔτι
τοὺς ἡδεῖς συνδιαγαγεῖν καὶ συνδιημερεῦσαι· τοιοῦτοι δ’
(30) οἱ εὔκολοι καὶ μὴ ἐλεγκτικοὶ τῶν ἁμαρτανομένων καὶ μὴ
φιλόνικοι μηδὲ δυσέριδες (πάντες γὰρ οἱ τοιοῦτοι μαχη-
τικοί, οἱ δὲ μαχόμενοι τἀναντία φαίνονται βούλεσθαι), καὶ
οἱ ἐπιδέξιοι καὶ τῷ τωθάσαι καὶ τῷ ὑπομεῖναι· ἐπὶ ταὐτὸ γὰρ
ἀμφοτέρως σπεύδουσι τῷ πλησίον, δυνάμενοί τε σκώπτεσθαι
(35) καὶ ἐμμελῶς σκώπτοντες. καὶ τοὺς ἐπαινοῦντας τὰ ὑπ-
άρχοντα ἀγαθά, καὶ τούτων μάλιστα ἃ φοβοῦνται μὴ ὑπ-
[1381b] άρχειν αὐτοῖς. καὶ τοὺς καθαρείους περὶ ὄψιν, περὶ ἀμπεχόνην,
περὶ ὅλον τὸν βίον. καὶ τοὺς μὴ ὀνειδιστὰς μήτε τῶν ἁμαρ-
τημάτων μήτε τῶν εὐεργετημάτων· ἀμφότεροι γὰρ ἐλεγ-
κτικοί. καὶ τοὺς μὴ μνησικακοῦντας, μηδὲ φυλακτικοὺς τῶν
(5) ἐγκλημάτων, ἀλλ’ εὐκαταλλάκτους· οἵους γὰρ ἂν ὑπολαμ-
βάνωσιν εἶναι πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ πρὸς αὑτοὺς οἴονται.
καὶ τοὺς μὴ κακολόγους μηδὲ εἰδότας μήτε τὰ τῶν πλησίον
κακὰ μήτε τὰ αὐτῶν, ἀλλὰ τἀγαθά· ὁ γὰρ ἀγαθὸς ταῦτα
δρᾷ. καὶ τοὺς μὴ ἀντιτείνοντας τοῖς ὀργιζομένοις ἢ σπουδά-
(10) ζουσιν· μαχητικοὶ γὰρ οἱ τοιοῦτοι. καὶ τοὺς πρὸς αὐτοὺς
σπουδαίως πως ἔχοντας, οἷον θαυμάζοντας αὐτοὺς καὶ σπου-
δαίους ὑπολαμβάνοντας καὶ χαίροντας αὐτοῖς, καὶ ταῦτα
μάλιστα πεπονθότας περὶ ἃ μάλιστα βούλονται αὐτοὶ ἢ
θαυμάζεσθαι ἢ σπουδαῖοι δοκεῖν εἶναι ἢ ἡδεῖς. καὶ τοὺς
(15) ὁμοίους καὶ ταὐτὰ ἐπιτηδεύοντας, ἐὰν μὴ παρενοχλῶσι μηδ’
ἀπὸ ταὐτοῦ ᾖ ὁ βίος· γίγνεται γὰρ οὕτω τὸ «κεραμεὺς κεραμεῖ».
καὶ τοὺς τῶν αὐτῶν ἐπιθυμοῦντας, ὧν ἐνδέχεται ἅμα μετ-
έχειν αὐτούς· εἰ δὲ μή, ταὐτὸ καὶ οὕτω συμβαίνει. καὶ
πρὸς οὓς οὕτως ἔχουσιν ὥστε μὴ αἰσχύνεσθαι τὰ πρὸς
(20) δόξαν, μὴ καταφρονοῦντες. καὶ πρὸς οὓς αἰσχύνονται τὰ
πρὸς ἀλήθειαν. καὶ πρὸς οὓς φιλοτιμοῦνται, ἢ ὑφ’ ὧν
ζηλοῦσθαι βούλονται καὶ μὴ φθονεῖσθαι, τούτους ἢ φιλοῦσιν
ἢ βούλονται φίλοι εἶναι. καὶ οἷς ἂν τἀγαθὰ συμπράττωσιν,
ἐὰν μὴ μέλλῃ αὐτοῖς ἔσεσθαι μείζω κακά. καὶ οἳ ὁμοίως
(25) καὶ τοὺς ἀπόντας καὶ τοὺς παρόντας φιλοῦσιν· διὸ καὶ τοὺς
περὶ τοὺς τεθνεῶτας τοιούτους πάντες φιλοῦσιν. καὶ ὅλως
τοὺς σφόδρα φιλοφίλους καὶ μὴ ἐγκαταλείποντας· μάλιστα
γὰρ φιλοῦσι τῶν ἀγαθῶν τοὺς φιλεῖν ἀγαθούς. καὶ τοὺς μὴ
πλαττομένους πρὸς αὐτούς· τοιοῦτοι δὲ οἱ καὶ τὰ φαῦλα τὰ
(30) ἑαυτῶν λέγοντες· εἴρηται γὰρ ὅτι πρὸς τοὺς φίλους τὰ πρὸς
δόξαν οὐκ αἰσχυνόμεθα· εἰ οὖν ὁ αἰσχυνόμενος μὴ φιλεῖ,
ὁ μὴ αἰσχυνόμενος φιλοῦντι ἔοικεν. καὶ τοὺς μὴ φοβερούς,
καὶ οὓς θαρροῦμεν· οὐδεὶς γὰρ ὃν φοβεῖται φιλεῖ.

εἴδη δὲ φιλίας ἑταιρεία οἰκειότης συγγένεια καὶ ὅσα τοιαῦτα.
(35) ποιητικὰ δὲ φιλίας χάρις καὶ τὸ μὴ δεηθέντος ποιῆσαι καὶ
τὸ ποιήσαντα μὴ δηλῶσαι· αὐτοῦ γὰρ οὕτως ἕνεκα φαίνεται
καὶ οὐ διά τι ἕτερον.

[1382a] περὶ δ’ ἔχθρας καὶ τοῦ μισεῖν φανερὸν ὡς ἐκ τῶν ἐναν-
τίων ἔστι θεωρεῖν. ποιητικὰ δὲ ἔχθρας ὀργή, ἐπηρεασμός, δια-
βολή. ὀργὴ μὲν οὖν ἐστιν ἐκ τῶν πρὸς αὑτόν, ἔχθρα δὲ καὶ
ἄνευ τοῦ πρὸς αὑτόν· ἂν γὰρ ὑπολαμβάνωμεν εἶναι τοιόνδε,
(5) μισοῦμεν. καὶ ἡ μὲν ὀργὴ ἀεὶ περὶ τὰ καθ’ ἕκαστα, οἷον Καλ-
λίᾳ ἢ Σωκράτει, τὸ δὲ μῖσος καὶ πρὸς τὰ γένη· τὸν γὰρ κλέ-
πτην μισεῖ καὶ τὸν συκοφάντην ἅπας. καὶ τὸ μὲν ἰατὸν
χρόνῳ, τὸ δ’ ἀνίατον. καὶ τὸ μὲν λύπης ἔφεσις, τὸ δὲ κακοῦ·
αἴσθεσθαι γὰρ βούλεται ὁ ὀργιζόμενος, τῷ δ’ οὐδὲν διαφέρει.
(10) ἔστι δὲ τὰ μὲν λυπηρὰ αἰσθητὰ πάντα, τὰ δὲ μάλιστα κακὰ
ἥκιστα αἰσθητά, ἀδικία καὶ ἀφροσύνη· οὐδὲν γὰρ λυπεῖ ἡ
παρουσία τῆς κακίας. καὶ τὸ μὲν μετὰ λύπης, τὸ δ’ οὐ
μετὰ λύπης· ὁ μὲν γὰρ ὀργιζόμενος λυπεῖται, ὁ δὲ μισῶν οὔ.
καὶ ὁ μὲν πολλῶν ἂν γενομένων ἐλεήσειεν, ὁ δ’ οὐδενός· ὁ μὲν
(15) γὰρ ἀντιπαθεῖν βούλεται ᾧ ὀργίζεται, ὁ δὲ μὴ εἶναι.

φανερὸν οὖν ἐν τούτων ὅτι ἐνδέχεται ἐχθροὺς καὶ φίλους
καὶ ὄντας ἀποδεικνύναι καὶ μὴ ὄντας ποιεῖν καὶ φάσκοντας
διαλύειν, καὶ δι’ ὀργὴν ἢ δι’ ἔχθραν ἀμφισβητοῦντας ἐφ’ ὁπο-
τέραν ἂν προαιρῆταί τις ἄγειν.

***
Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο ― αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι' αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· [1381a] κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος. Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια ―υποχρεωτικά― στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του (5) ― και αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου. Αλήθεια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη χαίρεται όταν πραγματοποιούνται όλα όσα επιθυμεί και να μη λυπάται όταν του συμβαίνουν τα αντίθετα· αυτό θα πει ότι σημάδι αυτού που επιθυμούμε είναι, κάθε φορά, οι λύπες και οι χαρές μας. Φίλοι γίνονται επίσης αυτοί που ό,τι θεωρεί καλό ο ένας, το θεωρεί καλό και ο άλλος· και ό,τι θεωρεί κακό ο ένας, το θεωρεί κακό και ο άλλος. Επίσης αυτοί που έχουν τους ίδιους φίλους και τους ίδιους εχθρούς· ο λόγος είναι ότι αναγκαστικά οι άνθρωποι αυτοί έχουν τις ίδιες επιθυμίες, (10) και φυσικά όποιος επιθυμεί για τον άλλο αυτά που επιθυμεί για τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί παρά να είναι φίλος αυτού του ανθρώπου. Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς από τους οποίους έχουν ευεργετηθεί, ή οι ίδιοι ή αυτοί για τους οποίους οι ίδιοι ενδιαφέρονται, και αν το καλό που τους έγινε ήταν μεγάλο, ή έγινε με προθυμία, ή κάτω από ορισμένες συνθήκες, και πάντως αποκλειστικά για χάρη τους ― και αυτούς όμως για τους οποίους πιστεύουν πως έχουν τη θέληση να τους ευεργετήσουν. Φίλους τους κάνουν επίσης οι άνθρωποι τους φίλους των φίλων τους, καθώς και αυτούς που αγαπούν όσους αγαπούν και οι ίδιοι· (15) επίσης όσους έχουν κερδίσει την αγάπη εκείνων που έχουν κερδίσει τη δική τους αγάπη. Με τον ίδιο τρόπο: φίλους τους κάνουν αυτούς που έχουν γίνει μισητοί σ' αυτούς στους οποίους έγιναν μισητοί και οι ίδιοι, αυτούς που μισούν όσους μισούν και οι ίδιοι, τέλος αυτούς που μισούνται από αυτούς που μισούν οι ίδιοι: είναι φανερό ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι καλά είναι τα ίδια ακριβώς που θεωρούν καλά και οι ίδιοι, και έτσι επιθυμούν αυτά που είναι καλά για τους ίδιους· αυτό δεν ήταν το κύριο γνώρισμα του φίλου; Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που έχουν τη θέληση και τη δύναμη να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους άλλους, είτε σε χρήμα είτε για να τους σώσουν· (20) αυτός είναι ο λόγος που τιμούν τους γενναιόδωρους, τους ανδρείους και τους δίκαιους (δίκαιους θεωρούν οι άνθρωποι αυτούς που δεν ζουν σε βάρος άλλων· τέτοιοι είναι όσοι κερδίζουν τη ζωή τους από τη δουλειά τους· αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η περίπτωση των γεωργών και, από όλους τους άλλους, η περίπτωση αυτών που ασκούν χειρωνακτικά επαγγέλματα). Αυτούς, επίσης, που μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους ― γιατί αυτοί δεν μπορούν να είναι άδικοι. Για τον ίδιο λόγο και αυτούς που δεν ανακατεύονται στις ξένες υποθέσεις. (25) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς με τους οποίους επιθυμούμε να γίνουμε φίλοι (αν δείχνουν καθαρά ότι το επιθυμούν και αυτοί)· τέτοιοι είναι οι ενάρετοι άνθρωποι και αυτοί που έχουνκαλό όνομα ― είτε ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, είτε ανάμεσα στους πιο διαλεχτούς, είτε ανάμεσα σε αυτούς που θαυμάζουμε, είτε ανάμεσα σε αυτούς που μας θαυμάζουν. Επίσης αυτούς που είναι μια ευχαρίστηση να περνάς παρέα τη μέρα σου μαζί τους· (30) τέτοιοι είναι οι βολικοί άνθρωποι, αυτοί που δεν ζητούν να ελέγχουν τα σφάλματα των άλλων, αυτοί που δεν τα βάζουν με όλους και δεν τσακώνονται με όλους (όσοι τα κάνουν όλα αυτά είναι άνθρωποι εριστικοί, και οι εριστικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν επιθυμίες αντίθετες με τις δικές μας)· τέτοιοι είναι επίσης οι άνθρωποι που ξέρουν να πειράζουν, αλλά και να δέχονται το πείραγμα: και των δύο αυτών κατηγοριών τα άτομα στοχεύουν στο ίδιο πράγμα, αφού έχουν τη δύναμη και να δέχονται το πείραγμα και να πειράζουν τους άλλους με χάρη. (35) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς που επαινούν τις καλές μας ιδιότητες, ιδίως εκείνες που φοβούμαστε πως δεν τις έχουμε. [1381b] Όπως και αυτούς που έχουν καθαρή εξωτερική εμφάνιση, καθαρά ρούχα, καθαρό γενικά τρόπο ζωής. Αυτούς, επίσης, που δεν σπεύδουν να κάνουν τα σφάλματά μας ή τις ευεργεσίες που μας έχουν κάνει αφορμή για να μας ψέξουν: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που τους αρέσει να ελέγχουν και να επικρίνουν τους άλλους. Αγαπούν, επίσης, οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που δεν μνησικακούν και δεν φυλάγουν μέσα τους παράπονα για το κακό που τους έχει γίνει, (5) αλλά έχουν εύκολη τη συμφιλίωση: όπως τους βλέπουν να συμπεριφέρονται στους άλλους, ίδιοι, λένε, θα είναι και σ' αυτούς. Επίσης αυτούς που δεν κακολογούν ούτε καταγράφουν τις ελλείψεις ―των αλλωνών ή των φίλων τους― αλλά μόνο τα καλά τους: έτσι κάνουν οι καλοί άνθρωποι. Επίσης αυτούς που δεν αντιμιλούν στον θυμωμένο ή στον σοβαρά απασχολημένο με κάτι: (10) όσοι δεν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο είναι άνθρωποι εριστικοί. Επίσης αυτούς που τους δείχνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθήματα σεβασμού και ευλάβειας· που τους θαυμάζουν, λ.χ., ή τους θεωρούν καλούς ανθρώπους και ευχαριστιούνται μαζί τους και μάλιστα όταν τους δείχνουν τέτοια αισθήματα για πράγματα για τα οποία οι ίδιοι επιθυμούν να τους θαυμάζουν οι άλλοι ή να τους θεωρούν καλούς ή ευχάριστους ανθρώπους. (15) Κάνουν επίσης φίλους τους αυτούς που τους μοιάζουν και έχουν τις ίδιες με αυτούς ασχολίες ― φτάνει να μη γίνονται ενοχλητικοί στους ίδιους και να μη κερδίζουν με τον ίδιο τρόπο τη ζωή τους γιατί τότε γίνεται αυτό που λέμε «ο κανατάς μισεί τον κανατά». Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τις ίδιες επιθυμίες ― με τον όρο, βέβαια, ότι μπορούν να τις ικανοποιήσουν και οι δύο· αλλιώς θα συμβεί ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση. Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τέτοιου είδους σχέσεις, ώστε να μη ντρέπονται να κάνουν μπροστά τους πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα (20) ― με τον όρο, φυσικά, ότι η διαγωγή αυτή δεν οφείλεται σε περιφρόνηση. Επίσης αυτούς μπροστά στους οποίους ντρέπονται να κάνουν πράγματα που είναι πράγματι κακά. Αυτούς επίσης με τους οποίους έχουν τη φιλοδοξία να αναμετριούνται, ή αυτούς των οποίων θέλουν να προκαλούν τη ζηλοτυπία, όχι όμως τον φθόνο: όλους αυτούς ή τους αγαπούν ή θέλουν να τους έχουν φίλους τους. Επίσης αυτούς που οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν να πετύχουν κάτι καλό ― φτάνει να μη προκύψουν για τους ίδιους κακά μεγαλύτερα από το καλό που θα κερδίσουν εκείνοι. Επίσης αυτούς που όποιον αγαπούν, (25) τον αγαπούν το ίδιο παρόντα ή απόντα· να γιατί όλοι αγαπούν και θέλουν φίλους τους αυτούς που δείχνουν τέτοιου είδους αισθήματα απέναντι σε πρόσωπα που έχουν πια πεθάνει. Γενικά αυτούς που αγαπούν πάρα πολύ τους φίλους τους και δεν τους εγκαταλείπουν στις δύσκολες στιγμές τους· ο λόγος είναι ότι από όλους τους καλούς οι άνθρωποι αγαπούν πολύ περισσότερο αυτούς που είναι καλοί φίλοι. Επίσης αυτούς που δεν υποκρίνονται μπροστά τους· τέτοιοι είναι οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να τους μιλούν και για τα ελαττώματά τους· (30) το είπαμε πιο πριν: μπροστά στους φίλους μας δεν ντρεπόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα· αν λοιπόν αυτός που ντρέπεται δεν είναι φίλος, θα πρέπει λογικά να είναι φίλος αυτός που δεν ντρέπεται. Επίσης αυτούς που δεν μας προκαλούν κανέναν φόβο, αλλ', ίσα ίσα, ένα αίσθημα ασφάλειας· ποιος, αλήθεια, αγαπάει και θέλει για φίλο του έναν άνθρωπο που του προκαλεί φόβο;

Είδη φιλίας: η φιλία των συντρόφων, η φιλία των μελών μιας οικογένειας, η φιλία των συγγενών, και άλλα παρόμοια.

(35) Τη φιλία τη γεννάει το να κάνει κανείς μια χάρη, το να την κάνει δίχως να του τη ζητήσουν, και αφού την κάνει να μη την κοινολογήσει· γιατί τότε φαίνεται ότι έγινε για τον φίλο και όχι για κάποιον άλλο λόγο.

[1382a] Όσο για την έχθρα και το μίσος, είναι φανερό ότι μπορούμε να τα αναλύσουμε ως αντίθετα προς όσα είπαμε. Την έχθρα τη γεννούν η οργή, η κακεντρεχής εναντίωση στη θέλησή μας, η διαβολή. Η οργή γεννιέται από πράγματα που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας, ενώ μίσος υπάρχει και όταν τα πράγματα δεν στρέφονται προσωπικά εναντίον μας: μόλις σχηματίσουμε τη γνώμη πως ένας άνθρωπος έχει τον τάδε χαρακτήρα, (5) τον μισούμε. Έπειτα η οργή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, του τάδε ή του τάδε, π.χ. εναντίον του Καλλία ή εναντίον του Σωκράτη, ενώ το μίσος το αισθανόμαστε και για κατηγορίες ανθρώπων: όλοι μας μισούμε τους κλέφτες ή τους συκοφάντες. Την οργή τη θεραπεύει ο χρόνος, ενώ το μίσος δεν έχει γιατρειά. Η οργή επιθυμεί να προξενήσει προσωρινή στενοχώρια, ενώ το μίσος μόνιμη βλάβη: ο θυμωμένος θέλει να γίνει αντιληπτός από τον άλλον, ενώ αυτός που μισεί δεν δίνει καμιά σημασία σ' αυτό. (10) Τα οδυνηρά πράγματα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, ενώ τα μέγιστα κακά (η αδικία, ας πούμε, ή η παραφροσύνη) ελάχιστα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις· πραγματικά, η παρουσία της κακίας δεν προκαλεί καμία λύπη. Η οργή συνοδεύεται από λύπη, το μίσος όχι: όλοι το ξέρουμε πως ο θυμωμένος είναι στενοχωρημένος, ενώ δεν είναι εκείνος που μισεί. Εκτός αυτού, ο θυμωμένος μπορεί κάποτε, ύστερα από πολλά, να νιώσει συμπόνια γι' αυτόν με τον οποίο ήταν θυμωμένος· ο άλλος σε καμιά περίπτωση· (15) ο θυμωμένος ένα μόνο θέλει: να υποφέρει με τη σειρά του και αυτός με τον οποίο ο ίδιος είναι θυμωμένος, ενώ αυτός που μισεί επιθυμεί να πάψει να υπάρχει ο άλλος.

Είναι λοιπόν ―από αυτά που είπαμε― φανερό ότι είναι δυνατό από τη μια να αποδείξει ο ρήτορας ότι τα τάδε άτομα είναι πράγματι εχθροί μεταξύ τους ή φίλοι, και αν δεν είναι, να τους παρουσιάσει ως εχθρούς ή φίλους, και αν οι ίδιοι ισχυρίζονται πως είναι, να ανατρέψει τους ισχυρισμούς τους, και από την άλλη, σ' αυτούς που από θυμό ή έχθρα παίρνουν αντίπαλη θέση, να αναγάγει την αντίπαλη θέση τους σε όποιον από τους δύο λόγους προτιμήσει.