Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Τι διακυβευόταν όταν οι Αθηναίοι ψήφισαν να εμπλακούν σε πόλεμο εναντίον της Σπάρτης

Η διήγηση που ακολουθεί βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αφήγηση του Θουκυδίδη στο 1ο Βιβλίο της Ιστορίας.

Τα πρώτα σκιρτήματα των επεκτατικών τάσεων της Αθήνας μπορούν να εντοπιστούν αμέσως μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη περίπου το 508 π.Χ., με τις οποίες ιδρύθηκαν οι βασικές δομές και θεσμοί της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ύστερα από μια στρατιωτική νίκη στο γειτονικό νησί της Εύβοιας το 506 π.Χ., οι Αθηναίοι έστειλαν οικιστές για να ιδρύσουν την πρώτη κληρουχία της πόλης -ένα είδος αποικίας όπου οι οικιστές ήταν κάτοχοι της γης, αλλά διατηρούσαν το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη- στη Χαλκίδα. Εκείνη την περίοδο η Αθήνα ήταν ακόμη πολιτικά ασήμαντη. Ο Ηρόδοτος στο έργο του Ιστορίαι (τέλη 5ου αιώνα π.Χ.) αναφέρει πως όταν, τα πρώτα έτη του 5ου αιώνα π.Χ., οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αθήνας κατέπλευσαν για να βοηθήσουν τις πόλεις της Ιωνίας στην εξέγερσή τους εναντίον της περσικής κυριαρχίας (οι Αθηναίοι από εθνολογική άποψη ήταν Ίωνες), ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος αναγκάστηκε να ρωτήσει ποιοι ήταν (Ηρ. 5.105). Ανεξάρτητα από την ιστορική της ακρίβεια, η ανεκδοτολογική ιστορία υποδηλώνει ότι η επερχόμενη ακμή της Αθήνας θεωρούταν ταχύτατη.

Η πραγματική ηγεμονία της Αθήνας στην περιοχή του Αιγαίου φαίνεται ότι ξεκίνησε αμέσως μετά τις δύο αποτυχημένες περσικές εισβολές στην Ελλάδα, η πρώτη με επικεφαλής τον βασιλιά Δαρείο και η δεύτερη με επικεφαλής τον γιο του, τον Ξέρξη. Οι αποφασιστικές νίκες των Ελλήνων το έτος 479 π.Χ. στις μάχες των Πλαταιών (στη Βοιωτία της ηπειρωτικής Ελλάδας) και της Μυκάλης (στα μικρασιατικά παράλια, απέναντι από το νησί της Σάμου) ουσιαστικά έθεσαν ένα τέλος στη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα, εξασφάλισαν την απελευθέρωση των ελληνικών ιωνικών πόλεων και έστρεψαν τον ρου του πολέμου υπέρ της συμμαχίας των Ελλήνων. Η συμμαχία αυτή, η Ελληνική Συμμαχία, είχε συναφθεί σε μια σύνοδο κορυφής στην Κόρινθο δύο χρόνια νωρίτερα, ακριβώς πριν από τη δεύτερη επίθεση των Περσών στην Ελλάδα με επικεφαλής τον Ξέρξη.

Μετά τη νίκη στη Μυκάλη, οι Σπαρτιάτες επέστρεψαν στην πατρίδα τους, ενώ οι Αθηναίοι και άλλα μέλη της συμμαχίας συνέχισαν να μάχονται εναντίον των Περσών. Στην Αθήνα, άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης της πόλης, την οποία ο Ξέρξης και οι δυνάμεις του είχαν καταστρέψει αμέσως μετά τη νίκη τους στη Μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. Παρά τις διαμαρτυρίες των Σπαρτιατών, οι Αθηναίοι ανοικοδόμησαν ταχύτατα και επέκτειναν τα τείχη της πόλης τους, ενώ ολοκλήρωσαν και την οχύρωση στο λιμάνι του Πειραιά. Ο Θουκυδίδης πιστώνει αυτές τις πρωτοβουλίες στον στρατηγό Θεμιστοκλή, τον αρχιτέκτονα της ελληνικής νίκης στη Σαλαμίνα, ο οποίος «έθεσε τα θεμέλια της αθηναϊκής ηγεμονίας» ενθαρρύνοντας τους συμπατριώτες του να συνεχίσουν να επενδύουν στην άνευ προηγουμένου ναυτική υπεροχή τους (1.93).

Το 478 π.Χ., οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον στρατηγό Παυσανία, που είχε οδηγήσει τους Έλληνες στη νίκη των Πλαταιών, να διοικήσει τις δυνάμεις των Ελλήνων, ενωμένες ακόμη, σε επιθέσεις ενάντια στην Κύπρο και το Βυζάντιο, μια πόλη στη θέση της σημερινής Κωνσταντινούπολης. Ο Παυσανίας είχε προκαλέσει υποψίες ότι οι Πέρσες έτρεφαν συμπάθεια απέναντι στο πρόσωπό του και, σύμφωνα με του Θουκυδίδη, έχασε την εύνοια των Ελλήνων της Ιωνίας «γιατί ήταν βίαιος». Μόλις οι σύμμαχοι ζήτησαν από την Αθήνα να αναλάβει την ηγεσία, ο Παυσανίας ανακλήθηκε στη Σπάρτη για απολογία «καθώς φερόταν μάλλον ως τύραννος παρά ως στρατηγός». Οι Σπαρτιάτες απέστειλαν άλλον στρατηγό προς αντικατάστασή του, αλλά όταν εκείνος έφτασε στον προορισμό του, διαπίστωσε ότι οι Αθηναίοι είχαν ήδη αναλάβει την αρχηγία. Ο Θουκυδίδης εξηγεί ότι, εκείνη τη στιγμή, οι Σπαρτιάτες ήταν ικανοποιημένοι και μόνο με το γεγονός ότι θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους, καθώς επιθυμούσαν «να τελειώνουν με τον πόλεμο εναντίον της Περσίας και σκέφτηκαν ότι οι Αθηναίοι ήταν απολύτως κατάλληλοι να αναλάβουν την αρχηγία, κι εκείνη τη στιγμή διατηρούσαν καλές σχέσεις» (1.95).

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στους Αθηναίους, λοιπόν, «ανατέθηκε η ηγεμονία κατόπιν ελεύθερης βούλησης των συμμάχων». Αυτό σηματοδότησε τη γένεση της γνωστής Δηλιακής Συμμαχίας, ενός σύγχρονου όρου για κάτι που αρχικά ήταν μια ομοσπονδία υπό την ηγεσία της Αθήνας. Ως επικεφαλής της συμμαχίας, οι Αθηναίοι θέσπισαν το αξίωμα των δέκα «Ελληνοταμιών», οι οποίοι συνέλεγαν φόρους από τους συμμάχους για να χρηματοδοτήσουν τον καταστατικό σκοπό της συμμαχίας, που αφορούσε «την εκδίκηση για ό,τι είχαν υποστεί καταστρέφοντας ολοσχερώς τη γη του βασιλιά» της Περσίας (1.96). Αυτά τα χρήματα αρχικά φυλάσσονταν στο νησί της Δήλου, σ’ ένα ιωνικό ιερό αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα, όπου πραγματοποιούνταν οι συνελεύσεις της συμμαχίας. Κάποια ισχυρότερα νησιά (Χίος, Λέσβος και Σάμος) συνεισέφεραν με πλοία αντί για φόρο σε χρήμα.

Μέσα σε μια περίπου δεκαετία, η συμμαχία αριθμούσε περί τα διακόσια μέλη. Ο αριθμός αυτός έμελλε να αυξηθεί κατά το ήμισυ. Με επικεφαλής τον Κίμωνα, Αθηναίο στρατηγό και πολιτικό, η συμμαχία γινόταν όλο και πιο επιθετική στην επιδίωξη του ιδρυτικού τους στόχου, που αφορούσε την επίθεση εναντίον των Περσών. Με την υποστήριξη των συμμάχων τους, οι Αθηναίοι απέκτησαν πλήρη έλεγχο του Αιγαίου Πελάγους. Ωστόσο, καθώς παγιωνόταν η αθηναϊκή εξουσία, μεταξύ άλλων μελών της συμμαχίας άρχισε να αυξάνει η δυσαρέσκεια. Οι σύμμαχοι μπορεί να είχαν προσέλθει οικειοθελώς σε μια συμμαχία με την Αθήνα, αλλά η αποχώρησή τους ήταν ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Όταν τα νησιά της Νάξου και της  Θάσου επιχείρησαν να ανακτήσουν την ελευθερία τους τη δεκαετία του 460 π.Χ., η Αθήνα κατέστειλε βίαια τις εξεγέρσεις — εγκαινιάζοντας έναν τρόπο μεταχείρισης των «συμμάχων» της που θα υιοθετούσε τις επόμενες δεκαετίες (1.98-101).

Ο αθηναϊκός επεκτατισμός προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Σπάρτης, και ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ένα σχέδιο της Σπάρτης για εισβολή στην Αθήνα τελικά ματαιώθηκε από έναν ισχυρό σεισμό το 464 π.Χ. (1.101). Ο συγκεκριμένος σεισμός προκάλεσε εξέγερση στις τάξεις των δούλων της Σπάρτης, στους είλωτες, και όταν η Σπάρτη περιφρόνησε την προσφορά βοήθειας από τους Αθηναίους για την καταστολή της εξέγερσης, οι εντάσεις άρχισαν να κορυφώνονται. Το 460 π.Χ., η Αθήνα και οι σύμμαχοί της είχαν εμπλακεί σε πόλεμο εναντίον της Σπάρτης και της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, η οποία είχε ιδρυθεί τον προηγούμενο αιώνα. Κατά τις εκστρατείες αυτού τον Α’ Πελοποννησιακού Πολέμου (460-446 π.Χ.), οι Αθηναίοι εξακολούθησαν να κινούνται εναντίον της Περσίας σε απομακρυσμένα θέατρα επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, όπου τους είχε ζητηθεί να βοηθήσουν τους Αιγύπτιους να εξεγερθούν εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας. Οι Πέρσες, ωστόσο, κατάφεραν να καταστείλουν εκείνη την εξέγερση και να καταστρέψουν το μεγαλύτερο μέρος του αθηναϊκού στόλου.

Οι εχθροπραξίες μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης συνεχίστηκαν παρά την ορκισμένη πενταετή ανακωχή του 451 π.Χ. Τελικά, το 446 π.Χ. η Αθήνα συμφώνησε να παραχωρήσει εκ νέου ένα μέρος των εδαφών της στη Σπάρτη, και οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ειρήνη των Τριακονταετών Σπονδών. Ωστόσο, η Αθήνα εξακολούθησε να συγκρούεται με τους συμμάχους της, και το 440 π.Χ. μια φατρία από το νησί της Σάμου επιχείρησε να εξεγερθεί εναντίον της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Το  παράδειγμα της Σάμου ακολούθησε και το Βυζάντιο. Η εξέγερση των Σαμίων κατεστάλη ύστερα από εννιάμηνη πολιορκία των Αθηναίων, και τόσο η Σάμος όσο και το Βυζάντιο επέστρεψαν ως υποτελείς πόλεις-κράτη σε αυτό που ήταν πλέον η αθηναϊκή ηγεμονία, στα αρχαία ελληνικά αρχή.

Περίπου το 454 π.Χ., οι Αθηναίοι μετέφεραν τον θησαυρό της Δηλιακής Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, και στο εξής το ένα εξηκοστό του φόρου κάθε πόλης-κράτους αφιερωνόταν στη θεά Αθηνά. Τα εν λόγω ποσά καταγράφονταν, δημόσια σε στήλες, οι οποίες ήταν μεγάλες λίθινες πινακίδες γνωστές ως «αθηναϊκοί φορολογικοί κατάλογοι», σημαντικά τμήματα των οποίων έχουν σωθεί ως τις μέρες μας.

Ο φόρος συλλεγόταν σε ετήσια βάση τις μέρες πριν από τα Εν Άστει Διονύσια, τη μεγαλύτερη γιορτή των Αθηνών κατά την οποία παρουσιάζονταν οι πρεμιέρες των περισσότερων αρχαιοελληνικών θεατρικών έργων που σώζονται έως σήμερα. Οι σύμμαχοι, επίσης, ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν προσφορές στην αθηναϊκή γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, κατά την οποία εορταζόταν η προστάτιδα θεά της πόλης.

Στην Ιστορία, τόσο ο Περικλής όσο και ο Κλέωνας (στα κεφάλαια «Η διατήρηση σταθερής πορείας: η τελευταία δημηγορία του Περικλή» και «Ο πολιτικός ρεαλισμός (Realpolitik): ο διάλογος για τους Μυτιληναίους») αναφέρονται ρητά στην αθηναϊκή ηγεμονία ως «τυραννία», μια έννοια που επίσης ενίοτε δραματοποιούνταν με ευφάνταστο τρόπο στην α0ηνάίκή κωμική σκηνή (για παράδειγμα, στην κωμωδία του Αριστοφάνη Ιππής και στη χαμένη κωμωδία τον Εύπολη Δήμοι).

Η Αθήνα επιχείρησε να διατηρήσει τον έλεγχο επί των υποτελών της πόλεων-κρατών με διάφορούς τρόπούς. Τελικά, απαίτησε όλες οι μείζονες δίκες να πραγματοποιούνται στην Αθήνα, όπου το 461 π.Χ. το δικαστικό σύστημα είχε αναθεωρηθεί πλήρως και είχε διευρυνθεί με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη. Κάποια στιγμή, μεταξύ των δεκαετιών τον 440 και τον 420 π.Χ. (οι γνώμες των μελετητών διίστανται), η πόλη πέρασε επίσης ένα ψήφισμα που έθετε εκτός νόμου τη χρήση, σε όλη την έκταση της ηγεμονίας, οποιουδήποτε αργυρού νομίσματος εκτός από το αθηναϊκό τετράδραχμο (ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του διατάγματος αμφισβητείται). Οι κληρουχίες εξακολούθησαν να ιδρύονται σε κατεκτημένα εδάφη ακόμα και την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Η ηγεμονία, επίσης, χρησιμοποιήθηκε ως μέσο διάδοσης του αθηναϊκού πολιτισμού. Σε τακτική βάση, οι Αθηναίοι επέβαλλαν δημοκρατικά καθεστώτα στις συμμαχικές τους πόλεις-κράτη, τα οποία, επίσης σύμφωνα με ποικίλα διατάγματα, υιοθετούσαν συγκεκριμένες αθηναϊκές θρησκευτικές και πολιτιστικές πρακτικές. Μάρτυρας της «ήπιας εξουσίας» της Αθήνας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν η ταχύτατη διάδοση του ενθουσιασμού για το αθηναϊκό θέατρο στην ευρύτερη Μεσόγειο, ακόμα και πέρα από τις επικράτειες της ηγεμονίας. Η μεγάλη έκταση και πολυπλοκότητα της ηγεμονίας -και των αθηναϊκών μεθόδων διοίκησής της- οδήγησε σε μια τεράστια γραφειοκρατία, μεγάλο μέρος της οποίας διεκπεραιωνόταν από «δημόσιους» δούλους υψηλής εξειδίκευσης.

Η μορφή που κυριάρχησε στην Αθήνα κατά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν ο Περικλής, ένας αριστοκράτης, πολιτικός και εξαιρετικά επιτυχημένος στρατηγός. Η εκτίμηση του Θουκυδίδη για τα χαρίσματα τον Περικλή ως πολιτικού είναι σαφής στον λεγόμενο «Επιτάφιο» για τον ίδιο στο 2ο Βιβλίο της Ιστορίας (βλ. την εισαγωγή στο κεφάλαιο «Η διατήρηση σταθερής πορείας: η τελευταία δημηγορία του Περικλή»), όπου σημειώνει πως, υπό την ηγεσία τον Περικλή, η πόλη έγινε «μια δημοκρατία κατ’ όνομα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ενός ανδρός αρχή» (2.65). Εκεί ο Θουκυδίδης, επίσης, αποδίδει την τελική πολεμική ήττα της Αθήνας στα σφάλματα των διαδόχων του Περικλή, οι οποίοι επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους όχι στα συμφέροντα της πόλης, αλλά στη δική τους ατομική προώθηση λαϊκίστικου τύπου. Κείμενα από μεταγενέστερες δεκαετίες, ειδικά οι σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα, ασκούν πιο φανερή κριτική στον Περικλή, αλλά ομόφωνα αναγνωρίζουν τις ικανότητές του ως δημόσιού ρήτορα.

Ο Περικλής πιστώνεται το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα ανοικοδόμησης της πόλης κατά τις δεκαετίες του 440 και του 430 π.Χ., σχετικά με το οποίο ο Θουκυδίδης παραμένει απόλυτα σιωπηλός. Συχνά έχει υπονοηθεί ότι στο πρόγραμμα αυτό χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα της Δηλιακής Συμμαχίας, αν και αυτή η άποψη έχει πρόσφατα αμφισβητηθεί. Ανεξάρτητα από την πραγματική πηγή χρηματοδότησης, αυτά τα πολυτελή οικοδομήματα -μεταξύ αυτών και ο Παρθενώνας- χρησιμοποιήθηκαν για να αναδείξουν το κύρος της Αθήνας ως ηγεμονικής πόλης. Η Σπάρτη, από την άλλη πλευρά, παρέμεινε ένα ατείχιστο σύμπλεγμα μικρών οικισμών σε όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. Στην αρχή της Ιστορίας του ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι, αν εξαφανιζόταν η Σπάρτη, οι επερχόμενες γενιές θα ξεχνούσαν πόσο ισχυρή υπήρξε. «Αλλά αν αυτό συνέβαινε στην Αθήνα», συνεχίζει, «η μεγαλειώδης θέα των [ερειπίων] θα έδινε την εντύπωση ότι η ισχύς της πόλης θα ήταν διπλάσια από την πραγματική» (1.10). Ωστόσο, σε ό,τι η Σπάρτη υστερούσε όσον αφορά το μέγεθος της πόλης υπήρχε ως αντιστάθμισμα η σταθερότητα και η αρτιότητα των συνταγματικών βάσεών της. Την εποχή του Θουκυδίδη η πόλη λειτουργούσε με βάση το ίδιο σύνταγμα για τέσσερις και πλέον αιώνες (1.18). Στην Ιστορία η σπαρτιατική εγκράτεια, η προσκόλληση στην παράδοση και η ευτυχία μέσω της σιωπηλής γαλήνης περιγράφονται στον αντίποδα της εικόνας που δίνει ο Θουκυδίδης για την αθηναϊκή βιασύνη, την καινοτομία και την ανησυχία.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος

Ο Θουκυδίδης θεωρεί «αληθέστατη» αλλά λιγότερο δημόσια γνωστή αιτία για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου το 431 πΧ το γεγονός «ότι η Αθήνα είχε γίνει ισχυρή και αυτό προκαλούσε φόβο στη Σπάρτη» (1.23). Επομένως, αναγνωρίζει ότι η ανησυχία της Σπάρτης σχετικά με την ισχυροποίηση της Αθήνας ήταν η «βασική» αιτία του πολέμου, αλλά παράλληλα διαπραγματεύεται μια σειρά από «άμεσα» αίτια. Το πρώτο ήταν μια σύγκρουση που αναζωπυρώθηκε το 435 π.Χ. Εκείνο το έτος μια δημοκρατική επανάσταση ώθησε τους αριστοκράτες της Επιδάμνου (στα δυτικά της σύγχρονης πόλης των Τιράνων στην Αλβανία) να αναζητήσουν βοήθεια από τη «μητρόπολή» τους, την Κέρκυρα. Όταν αυτή η έκκληση για βοήθεια δεν βρήκε ανταπόκριση, οι Επιδάμνιοι στράφηκαν στην Κόρινθο, τη μητρόπολη της Κέρκυρας. Οι Κορίνθιοι, στο πλευρό της Σπάρτης στην Πελοποννησιακή Συμμαχία, ισχυρίστηκαν ότι είχαν υποχρεώσεις απέναντι στους Επιδαμνίους και δυσαρεστήθηκαν με την προφανή απαξιωτική στάση της Κέρκυρας. Όταν η Κόρινθος έστειλε στρατιωτική δύναμη στην Επίδαμνο, οι Κερκυραίοι ζήτησαν βοήθεια από την Αθήνα, η οποία συμφώνησε να ταχθεί μαζί τους στο πλαίσιο μιας αμυντικής συμμαχίας.- Η κορύφωση των «Κερκυραϊκών» (1.24-55) αφορούσε μια ναυμαχία μεταξύ Κορίνθου και Κέρκυρας. Οι Κορίνθιοι επικράτησαν αρχικά, αλλά υποχώρησαν όταν κατέφθασαν τριάντα αθηναϊκά πλοία προς υπεράσπιση της Κέρκυρας.

Σχετικά σύντομα, οι Αθηναίοι άρχισαν να πολιορκούν την Ποτίδαια, μια πόλη της χερσονήσου της, Παλλήνης (το πρώτο «πόδι» της Χαλκιδικής) στη βορειοανατολική Ελλάδα. Η Ποτίδαια ήταν υποτελής σύμμαχος της Αθήνας, αλλά διατηρούσε δεσμούς με την Κόρινθο, η οποία ήταν μητρόπολή της. Κατόπιν παροτρύνσεων της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, η Ποτίδαια εξεγέρθηκε κατά της Δηλιακής Συμμαχίας το 433/2 π.Χ. Η Αθήνα απάντησε πολιορκώντας την πόλη. Κατά συνέπεια, οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Πελοποννησιακής Συμμαχίας συνέχισαν να επιδεινώνονται και, ύστερα από επιμονή των Κορινθίων, το επόμενο έτος η Σπάρτη ψήφισε να προχωρήσει σε επίσημη ανακοίνωση ότι η Αθήνα είχε παραβιάσει τη συνθήκη ειρήνης (1.87). Οι Σπαρτιάτες, στη συνέχεια, απείλησαν την Αθήνα με πόλεμο αν δεν συμμορφωνόταν με μια σειρά αιτημάτων: να σταματήσει την πολιορκία της Ποτίδαιας, να επιτρέψει την ανεξαρτησία στο νησί της Αίγινας και να άρει τις οικονομικές κυρώσεις που είχε διατάξει εναντίον των Μεγάρων, ενός μέλους της Πελοποννησιακής Συμμαχίας στα βορειοδυτικά της Αθήνας.’ Όταν οι Αθηναίοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε από αυτές τις απαιτήσεις, οι απεσταλμένοι από τη Σπάρτη εξέδωσαν ένα τελευταίο τελεσίγραφο: «Οι Σπαρτιάτες επιθυμούν να συνεχιστεί η ειρήνη, αν εσείς είστε πρόθυμοι να επιτρέψετε στους ‘Έλληνες την αυτονομία τους» (1.139). Στην Εκκλησία του Δήμου που συγκλήθηκε στην Αθήνα για να αποφασιστεί η επόμενη κίνηση της πόλης, ο Περικλής ενθάρρυνε τους συμπατριώτες τον να μείνουν ακλόνητοι στις θέσεις τους (βλ. κεφάλαιο «Η αιτιολόγηση ενός πολέμου: η πρώτη πολεμική δημηγορία τον Περικλή»), και οι Αθηναίοι ψήφισαν να εμπλακούν σε πόλεμο. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε πλευρά θεωρούσε την αντίθετη επιτιθέμενη.

Η σύγκρουση που έμεινε γνωστή ως «Πελοποννησιακός Πόλεμος» έσπασε στη μέση της ειρήνης των Τριακονταετών Σπονδών που είχε συναφθεί το 446 π.Χ. και εκτυλίχθηκε σε τουλάχιστον τρεις διακριτές φάσεις, αν και ο Θουκυδίδης θεωρεί ότι η Ιστορία του είναι η εξιστόρηση ενός ενιαίου πολέμου και, αναφερόμενος σε αυτόν ως σύνολο, ισχυρίζεται στην έναρξη του έργου του ότι άρχισε να τον καταγράφει «πιστεύοντας ότι θα ήταν μεγάλος και πιο άξιος λόγου απ’ ό,τι όσοι είχαν προηγηθεί». Επίσης, σημειώνει ότι, πριν από τη λήξη τον πολέμου, όλη η Ελλάδα είχε αναγκαστεί να συνταχθεί με κάποια από τις δύο πλευρές.

Οι φάσεις του πολέμου συνήθως περιγράφονται ως εξής…

Οι φάσεις του πολέμου συνήθως περιγράφονται ως εξής:
  1. Ο Αρχιδάμειος Πόλεμος, που ονομάστηκε έτσι από τον Αρχίδαμο Β’, βασιλιά και στρατηγό της Σπάρτης, και είναι γνωστός στον Θουκυδίδη ως Δεκαετής Πόλεμος (431-421 π.Χ.). Αυτή η φάση έληξε με μια ασαφή νίκη της Αθήνας και με τnν ασταθή Νικίειο Ειρήνη.
  2. Η Σικελική Εκστρατεία (415-413 π.Χ.), η οποία ήταν καταστροφή για την Αθήνα.
  3. Ο Δεκελεικός Πόλεμος, που ονομάστηκε έτσι από το εχθρικό οχυρό των Λακεδαιμονίων στη Δεκέλεια Αττικής και ήταν γνωστός στον Θουκυδίδη ως Ιωνικός Πόλεμος (413-404 π.Χ.). Αυτή η φάση έληξε με την οριστική συνθηκολόγηση της Αθήνας.
Ο Θουκυδίδης ζούσε ακόμη όταν τελείωσε ο πόλεμος (βλ. παρακάτω, «Ο Θουκυδίδης και η Ιστορία του»), αλλά η αφήγησή του διακόπτεται στο 411 π.Χ. (οι μεταγενέστεροι αρχαίοι ιστοριογράφοι του πολέμου είχαν την τάση να αρχίζουν τη δική τους αφήγηση από το σημείο όπου σταμάτησε εκείνος). Ωστόσο, εκφράζει την άποψη ότι η αρχή του τέλους του πολέμου ήταν η λανθασμένη εισβολή της Αθήνας στη Σικελία, η λεγόμενη Σικελική Εκστρατεία (βλ. κεφάλαιο «Η εισβολή στο εξωτερικό: ο διάλογος για τη Σικελική Εκστρατεία»). Οι σπαρτιατικές ενισχύσεις προς υποστήριξη των σικελικών στρατευμάτων άλλαξαν τον ρου εκείνον τον πολέμου στην «ελληνική Δύση» και σφράγισαν την ήττα των Αθηναίων. Από τούς χιλιάδες στρατιώτες που είχε επιστρατεύσει η Αθήνα, «ελάχιστοι κατάφεραν να επιστρέψουν ζωντανοί στην πατρίδα τους» (7.87).

Παρά το μέγεθος του ολέθρου που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία, τόσο η Αθήνα όσο και η Σπάρτη ανυπομονούσαν να αρχίσουν προετοιμασίες για να εμπλακούν εκ νέου σε πόλεμο μεταξύ τους. Το 412 π.Χ., η Σπάρτη συνήψε συμμαχία με την Περσία, στρέφοντας τον ρου του πολέμου υπέρ των Πελοποννησίων. Οι σύμμαχοι της Αθήνας θεώρησαν ότι η αποδυναμωμένη της θέση ήταν ευκαιρία για να εξεγερθούν κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας. Η τελική μεγάλη μάχη του πολέμου διεξήχθη στον Ελλήσποντο στο τέλος του καλοκαιριού το 405 π.Χ. Με επικεφαλής τον στρατηγό τους, τον Λύσανδρο, οι Σπαρτιάτες κατέστρεψαν τον αθηναϊκό πολεμικό στόλο στη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς. Σε ένα περίφημο χωρίο των Ελληνικών του, ο Αθηναίος ιστορικός Ξενοφώντας, νεότερος του Θουκυδίδη και σύγχρονός του, περιγράφει τον τρόμο που σκόρπισε η είδηση σχετικά με τους Αιγός Ποταμούς όταν έφτασε στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι, όπως αφηγείται, πέρασαν ολόκληρη εκείνη τη νύχτα μοιρολογώντας τους νεκρούς τους, αλλά και «Θρηνώντας περισσότερο για τον εαυτό τούς, καθώς ανησυχούσαν ότι θα υφίσταντο τα δεινά που οι ίδιοι είχαν προκαλέσει στους Μήλιους και στους κατοίκους της Ιστιαίας, της Σκιώνης, της Τορώνης, της Αίγινας, και σε πολλούς άλλους Έλληνες» (Ξεν. Ελληνικά, 2.2.3).

Με μοναδική σύμμαχο τη Σάμο, οι πεινασμένοι Αθηναίοι τελικά παραδόθηκαν στον Λύσανδρο την άνοιξη τον 404 π.Χ. Οι σύμμαχοι των Σπαρτιατών ανυπομονούσαν να δουν την Αθήνα να υφίσταται το πεπρωμένο που οι ίδιοι φοβόνταν ότι θα τους αφορούσε αμέσως μετά τη μάχη στους Αιγός Ποταμούς. Ωστόσο, ο Ξενοφώντας περιγράφει ότι, τελείως απροσδόκητα, οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να καταστρέψουν την πόλη με το αιτιολογικό ότι δεν μπορούσαν «να υποδουλώσουν μια ελληνική πόλη που είχε κάνει τόσα καλά όταν η Ελλάδα είχε εκτεθεί σε μέγιστους κινδύνους», μια αναφορά στους Περσικούς Πολέμους. Οι όροι που υπαγόρευσαν, τελικά, απαιτούσαν η Αθήνα να γκρεμίσει τα τείχη της να παραδώσει όλο τον στόλο της, εκτός από δώδεκα πλοία, να επιτρέψει στους εξόριστούς πολίτες να επιστρέψουν, να έχει τούς ίδιους φίλούς και εχθρούς με τη Σπάρτη και «να ακολουθεί τούς Σπαρτιάτες σε στεριά και θάλασσα, όπου κι αν τους οδηγήσουν» (Ξεν. Ελληνικά, 2.2.20). Όταν η αντιπροσωπεία των Αθηναίων ενημέρωσε την αθηναϊκή Εκκλησία τον Δήμου σχετικά με αυτούς τους όρους, ο λαός ψήφισε την αποδοχή τούς. Οι Πελοποννήσιοι λέγεται ότι γκρέμισαν τα τείχη της Αθήνας με επευφημίες και με τη συνοδεία αυλών, «Θεωρώντας ότι εκείνη η μέρα σηματοδοτούσε την έναρξη της ελευθερίας για την Ελλάδα» (Ξεν. Ελληνικά, 2.20.23).

Πώς να μην σας πάρει από κάτω

«Η ευτυχία θεραπεύει το σώμα, μόνο» είχε πει ο Προυστ ενώ «η θλίψη αναπτύσσει τη δύναμη του νου». Φράση που ίσως ακούγεται βαρύγδουπη, μπορεί και ακατανόητη, αλλά στο βάθος της συγκεντρώνει μία σοφία που, αν την εμπεδώσουμε, μπορεί και να μας φτάσει μακριά.

«Όλα πηγαίνουν στραβά, δεν αντέχω άλλο!»

Ο πόνος, η θλίψη ή ακόμα κι αυτή η γλυκιά μελαγχολία των ανεκπλήρωτων επιθυμιών είναι συναισθήματα που, αν τους δώσουμε φωνή, μας διηγούνται ιστορίες για να γίνουμε λίγο πιο σοφοί και δυνατοί. Πολλές φορές η ζωή μοιάζει να μας φέρεται σκληρά και οι αναποδιές, μεγάλες και μικρές, μας επισκέπτονται διαδοχικά. Είναι εκείνες οι στιγμές που ακουμπάς το πρόσωπο στα χέρια σου μονολογώντας με απόγνωση: «Γιατί όλα να πηγαίνουνε στραβά;».

Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να δικαιολογήσουμε τα στραβά και τα ανάποδα, ούτε θα επικεντρωθούμε στις ρήσεις του Κοέλιο που δίνει νόημα και λόγο σε καθετί που μας συμβαίνει. Δεν θα σας πούμε να «διώξετε τις αρνητικές σκέψεις» λες και είναι εύκολο, ούτε να κάνετε ένα διάλειμμα λες και είναι εφικτό με δυο παιδιά.

Θα εστιάσουμε, όμως, σε εσάς, στους εαυτούς σας. Σε όλα εκείνα που θέλουν να σας υπενθυμίσουν οι αναποδιές μέχρι να τις μετατρέψετε σε εφόδια για μια ζωή πιο όμορφη, πιο ίσια, πιο υπεύθυνη.

Μην αγνοείτε τον πόνο και τη θλίψη σας

Όταν ο πόνος και η θλίψη σας χτυπούν την πόρτα, ανοίξτε τους! Βολέψτε τους στον καναπέ, κεράστε τους απ΄ το καλύτερο γλυκό σας κι αφήστε τους εκεί μέχρι να σας μιλήσουν. Και πιστέψτε μας, έχουν τόσα να σας πουν! Καθίστε δίπλα τους, κρατήστε τους να δείτε ότι είναι αληθινοί και αφεθείτε στα χέρια τους μ’ εμπιστοσύνη.

Η μάσκα του «είμαι καλά» δεν είναι χρήσιμη σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Το να είμαστε κάποιες φορές κακόκεφοι είναι πολύ καλύτερο απ’ το να αφήνουμε συνέχεια τον κρυμμένο πόνο και τη θλίψη να μας ρουφάν το κέφι και τη δημιουργικότητά μας. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, για να μην μας καταβάλλουν τα αρνητικά συναισθήματα, για να μην μας πάρει από κάτω, είναι η αποδοχή πως… ναι, είμαστε κάτω. Αλλά για λίγο.

Δώστε φωνή στην θλίψη σας

Όταν πονάμε νομίζουμε, συχνά, πως καταρρέουμε, πως γονατίζουμε κάτω απ’ το βάρος μιας κατάστασης που είναι ασήκωτη. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που την βαραίνει επιπλέον είναι πως την αφήνουμε μέσα μας χωρίς να την εκφράζουμε. Την ακουμπάμε σε μια μεριά που μας βολεύει και την αφήνουμε ν’ απλώνεται σιγά σιγά παντού. Δοκιμάστε, λοιπόν, να την ξεβολέψετε! Δώστε της φωνή κι αφήστε την να σας συστηθεί και να σας πει αυτά που θέλει. Αργά ή γρήγορα, θα ανακαλύψετε το πραγματικό αίτιο της θλίψης σας το οποίο, πιστέψτε μας, μάλλον θα σας ξαφνιάσει!

Ακόμα κι αν θεωρείτε υπαίτιο της οργής σας τον προϊστάμενό σας που σας μιλάει άσχημα, για παράδειγμα, σύντομα μπορεί να ανακαλύψετε πως αυτό που σας στεναχωρεί είναι η ίδια η φύση της δουλειάς, η οποία απέχει παρασάγγας από το παιδικό σας όνειρό. Δοκιμάστε να γράψετε σ’ ένα χαρτί αυτά που μοιάζουν να σας ενοχλούν ακόμα κι αν μοιάζουν με ανοησίες. Δοκιμάστε να τα πείτε σε μια φίλη αφιλτράριστα, χωρίς να εκλογικεύετε το κάθε σας συναίσθημα. Δοκιμάστε να το ζωγραφίσετε, να το χορέψετε, να κλάψετε ή να φωνάξετε. Μόνο εκφράστε το, πείτε το δυνατά!

Αλλάξτε αυτό που σας προκαλεί θλίψη

Εάν επιμείνετε, ακόμα κι αν χρειαστεί καιρός, θα ανακαλύψετε την πηγή της θλίψης σας. Μπορεί να είναι ο λίγος χρόνος για τον εαυτό σας, η κούραση, η δουλειά, οι σχέσεις σας, μία απώλεια ή μία λάθος κίνηση. Μπορεί να είναι χίλια δυο μα, ό,τι κι αν είναι, όταν το γνωρίζετε μπορείτε να το αντιμετωπίσετε ώστε να μην σας καταβάλλει.

Βάλτε μικρούς στόχους και προσπαθήστε να αλλάξετε όλα εκείνα που σας πνίγουν. Μπορείτε να διαμορφώσετε τη ζωή σας έτσι ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο εύκολη και όμορφη κι αυτό δεν είναι θεωρεία, γίνεται! Μπορείτε, για παράδειγμα, να βελτιώσετε σταδιακά τις διαπροσωπικές σας σχέσεις θέτοντας νέους όρους και όρια. Μπορείτε να αλλάξετε δουλειά, ακόμα κι αν τα χρήματα είναι λιγότερα. Η ψυχική υγεία μας δεν εξαγοράζεται κι αυτό είναι κάτι που το ξεχνάμε πολύ συχνά.

Ακόμα, όμως, κι αν αυτό που σας προκαλεί τη θλίψη και τον πόνο είναι μία κατάσταση που δεν αλλάζει, εκτονώστε το κι αφήστε το εκφραστεί με όποιον τρόπο επιλέξετε. Αποδεχτείτε το και προχωρήστε παρακάτω. Μπορεί να ακούγεται σκληρό κι απόλυτο, αλλά είναι ο μόνος τρόπος…

Όλως Παραδόξως Πληγώνουμε Αυτούς Που Αγαπάμε

Αποτελεί ένα από τα παράδοξα της αγάπης το ότι συχνά πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε περισσότερο. Επισημαίνουμε συνεχώς τα λάθη τους, επικρίνουμε τις αποφάσεις τους, αμφισβητούμε τα συμπεράσματά τους.

Κάποιες φορές, βάζουμε σ’ εκείνους πιο υψηλά στάνταρ απ’ ότι στον εαυτό μας. Δεν είναι κακό να θέλουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε να κάνουν το καλύτερο που μπορούν, αλλά αυτό δε θα το πετύχουμε ποτέ με τις επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια.

Η κριτική είναι μια σύνθετη και δύσκολη τέχνη, που δεν πρέπει να γίνεται με ελαφριά καρδιά. Μπορεί να είναι εποικοδομητική, αλλά μπορεί να είναι και ισοπεδωτική.

Την επόμενη φορά που θα μπούμε στον πειρασμό να πούμε «Το πρόβλημα με σένα είναι ότι…» θα πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουμε!

Το σχόλιό μας θα έχει πραγματικά κάποιο θετικό αποτέλεσμα ή μήπως είναι καλύτερα να σωπάσουμε; Θα ωφελήσει αν μιλήσουμε ή θα μειώσουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα; Ή μήπως έτσι θα χάσουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο;

Μύκητας που απορροφά ακτινοβολία του Τσερνόμπιλ, ίσως προστατεύει τους αστροναύτες στον Άρη

Ο Άρης παραμένει μυστήριο για τους επιστήμονες και μια νέα μελέτη προτείνει πως ένας που μύκητας που εντοπίστηκε στο Τσερνόμπιλ, ίσως βοηθά στην προστασία από την ακτινοβολία του «κόκκινου πλανήτη».

Ανατρεπτικά είναι τα δεδομένα μελέτης, που επικαλείται το «New Scientist» σύμφωνα με την οποία μύκητας που εντοπίστηκε στο Τσερνόμπιλ, εκεί όπου έγινε η πυρηνική καταστροφή, ίσως βοηθά στην προστασία των αστροναυτών στον Άρη.

Συγκεκριμένα, Αμερικανοί επιστήμονες προτείνουν τη χρήση ασπίδων ακτινοβολίας από μύκητα που ανακαλύφθηκε ότι αναπτύσσεται στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ, το 1991μ και ο οποίος εμφανίζει προφανώς ικανότητα αποκλεισμού και απορρόφησης κοσμικής ακτινοβολίας.

Μάλιστα, ο Νιλς Άβερες, καθηγητής στο Στάνφορντ και ένας εκ των συγγραφέων της μελέτης επισημαίνει:

«Αυτό που κάνει τον μύκητα υπέροχο είναι ότι χρειάζεστε μόνο λίγα γραμμάρια για να αρχίσετε. Πολλαπλασιάζεται μόνος του και αυτο-θεραπεύεται, επομένως ακόμα και αν ακόμα και αν υπάρχει ηλιακή έκλαμψη που καταστρέφει σημαντικά την ασπίδα ακτινοβολίας, θα μπορέσει να αναπτυχθεί ξανά σε λίγες ημέρες».

Οι ερευνητές υποστηρίζουν, ακόμα, ότι ένα στρώμα μύκητα πάχους περίπου 21 εκατοστών θα μπορούσε «να αναιρέσει σε μεγάλο βαθμό το ισοδύναμο δόσης της ακτινοβολίας του περιβάλλοντος στην επιφάνεια του Άρη».

Προηγουμένως, ο Δρ. Καστούρι Βενκατεσβαράν, ανώτερος ερευνητής σε εργαστήριο της NASA, ο οποίος πραγματοποίησε επίσης πειράματα στον μύκητα, πρότεινε η δύναμη απορρόφησης της ακτινοβολίας του οργανισμού να εξαχθεί και να συντεθεί ακόμα και σε μορφή φαρμάκου.

Εγκέφαλος ο 11διάστατος

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος χτίζει δομές σε 11 διαστάσεις, «ανακαλύπτουν» οι επιστήμονες.
'Ερευνα διαπιστώνει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δημιουργεί πολυδιάστατες νευρικές δομές.
 
Ο εγκέφαλος συνεχίζει να μας εκπλήσσει με την υπέροχη πολυπλοκότητά του. Πρωτοποριακή έρευνα που συνδυάζει νευροεπιστήμες με μαθηματικά, λέει ότι ο εγκέφαλός μας δημιουργεί νευρικές δομές με έως και 11 διαστάσεις όταν επεξεργάζεται πληροφορίες. Με τον όρο «διαστάσεις», εννοούμε αφηρημένους μαθηματικούς χώρους, όχι άλλες φυσικές πραγματικότητες. Ακόμα, οι ερευνητές «βρήκαν έναν κόσμο που δεν είχαμε φανταστεί ποτέ», είπε ο Henry Markram, διευθυντής του Blue Brain Project (προγράμματος μπλε εγκεφάλου), το οποίο έκανε την ανακάλυψη.
 
Ο στόχος του Blue Brain Project το οποίο εδρεύει στην Ελβετία, είναι να δημιουργήσει ψηφιακά μια «βιολογικά λεπτομερή» προσομοίωση του ανθρώπινου εγκεφάλου. Δημιουργώντας ψηφιακούς εγκεφάλους με ένα «άνευ προηγουμένου» επίπεδο βιολογικών πληροφοριών, οι επιστήμονες στοχεύουν στην προώθηση της κατανόησις μας για τον απίστευτα περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο, ο οποίος έχει περίπου 86 δισεκατομμύρια νευρώνες.
 
Για να έχουμε ένα σαφέστερο όραμα για το πώς λειτουργεί ένα τόσο τεράστιο δίκτυο για να σχηματίσει τις σκέψεις και τις δράσεις μας, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υπέρ-υπολογιστές και έναν ιδιόμορφο κλάδο των μαθηματικών. Η ομάδα βάσισε την τρέχουσα έρευνά της, στο ψηφιακό μοντέλο του νεοφλοιού που ολοκλήρωσε το 2015. Εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο ψηφιακός νεοφλοιός αντιδρούσε, χρησιμοποιώντας το μαθηματικό σύστημα της αλγεβρικής τοπολογίας.
 
Καθόρισαν λοιπόν, ότι ο εγκέφαλός μας δημιουργεί συνεχώς πολύ περίπλοκα πολυδιάστατα γεωμετρικά σχήματα και χώρους που μοιάζουν με «κάστρα άμμου».
 
Χωρίς την χρήση αλγεβρικής τοπολογίας, ένας κλάδος των μαθηματικών που περιγράφει συστήματα με οποιονδήποτε αριθμό διαστάσεων, η απεικόνιση του πολυδιάστατου δικτύου θα ήταν αδύνατη.
 
Χρησιμοποιώντας την νέα μαθηματική προσέγγιση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν τον υψηλό βαθμό οργάνωσης σε αυτό που προηγουμένως φαινόταν σαν «χαοτικά» μοτίβα των νευρώνων.
 
«Η αλγεβρική τοπολογία είναι σαν ένα τηλεσκόπιο και μικροσκόπιο ταυτόχρονα. Μπορεί να μεγεθύνει σε δίκτυα για να βρει κρυφές δομές -τα δέντρα στο δάσος- και να δει τους κενούς χώρους -τα ξέφωτα- όλα αυτά ταυτόχρονα», δήλωσε η συντάκτης της μελέτης, Κάθριν Χές.
 
Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν πρώτα δοκιμές στον εικονικό εγκεφαλικό ιστό που δημιούργησαν και στην συνέχεια επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα κάνοντας τα ίδια πειράματα σε πραγματικό εγκεφαλικό ιστό, από αρουραίους.
 
Όταν διεγείρονται, οι εικονικοί νευρώνες σχηματίζουν μια κλίκα, με κάθε νευρώνα να συνδέεται με έναν άλλο με τέτοιον τρόπο όπου σχηματίζεται ένα συγκεκριμένο γεωμετρικό αντικείμενο. 'Ενας μεγάλος αριθμός νευρώνων προσθέτουν περισσότερες διαστάσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τις 11. Οι δομές οργανώθηκαν γύρω από μια υψηλής διαστάσεων τρύπα που οι ερευνητές ονομάζουν «κοιλότητα». Και αφού ο εγκέφαλος επεξεργάστηκε τις πληροφορίες, η κλίκα και η κοιλότητα εξαφανίστηκαν.

Ο ερευνητής Ran Levi εξηγεί λεπτομερώς αυτήν την διαδικασία:
 
«Η εμφάνιση των υψηλών διαστάσεων κοιλοτήτων, όταν ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πληροφορίες, σημαίνει ότι οι νευρώνες στο δίκτυο αντιδρούν σε ερεθίσματα με εξαιρετικά οργανωμένο τρόπο.
 
Είναι σαν ο εγκέφαλος να αντιδρά σε ένα ερέθισμα οικοδομώντας και στην συνέχεια  ισοπεδώνοντας, έναν πύργο πολυδιάστατων μπλοκς, ξεκινώντας με ράβδους (1D), στην συνέχεια με σανίδες (2D), τότε κύβους (3D) και στην συνέχεια με πολυπλοκότερες γεωμετρίες σε 4D, 5D, κλπ. Η εξέλιξη της δραστηριότητας μέσω του εγκεφάλου, μοιάζει με ένα πολυδιάστατο κάστρο άμμου που υλοποιείται από άμμο και στην συνέχεια αποσυντίθεται.»
 
Η σημασία της ανακάλυψης έγκειται στο να μας επιτρέψει μεγαλύτερη κατανόηση σε «ένα από τα θεμελιώδη μυστήρια της νευροεπιστήμης – η σύνδεση μεταξύ της δομής του εγκεφάλου και του πώς επεξεργάζεται τις πληροφορίες,» δήλωσε η Kathryn Hess σε μια συνέντευξη στο Newsweek.
 
Οι επιστήμονες κοιτούν να χρησιμοποιήσουν την αλγεβρική τοπογραφία για να μελετήσουν τον ρόλο της «πλαστικότητας» που είναι η διαδικασία της ενίσχυσης και της αποδυνάμωσης των νευρικών συνδέσεων όταν αυτές διεγείρονται – ένα βασικό συστατικό στο πώς οι εγκέφαλοι μας «μαθαίνουν». Βλέπουν την περαιτέρω εφαρμογή των ευρημάτων τους, στην μελέτη της ανθρώπινης νοημοσύνης και του σχηματισμού των αναμνήσεων.
 
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στα Σύνορα στην Υπολογιστική Νευροεπιστήμη (Frontiers in Computational Neuroscience).
 
Το ότι ο εγκέφαλος δημιουργεί την πραγματικότητα που ζούμε είναι γνωστό, και γι΄ αυτό τα εξουσιαστικά ιερατεία κάθε είδους κάνουν τόσο μεγάλες προσπάθειες για να τον ελέγξουν, θέλουν την πραγματικότητα όπως βολεύει την δική τους ατζέντα κι όχι προς όφελος του αγελαίου ανθρωπόζωου.
 
Είναι καθήκον σου και η ΜΟΝΑΔΙΚΗ σου ευθύνη, να ελέγχεις εσύ τον Νου σου και να ζεις στην δική σου πραγματικότητα.
 
Εκτός κι αν ανήκεις σε κάποια αγέλη (sic) οπότε … ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΣ.-

B. Brecht: Η έννοια της αλλαγής στη ζωή μας

Bertolt Brecht: 1898-1956

Πώς φιλοσοφείται η αλλαγή;

§1 Ένα ποίημα:


ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ

Όλα αλλάζουν.

Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

Μα ό,τι έγινε έγινε.

Και το νερό που έριξες στο κρασί σου

δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.   



Ό,τι έγινε έγινε. Το νερό που έριξες στο κρασί σου

δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις·

όλα όμως αλλάζουν.

Να ξαναρχίσεις

Μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.


§2 Ένα σχόλιο

Ι. Το ποίημα είναι από τα πιο γνωστά του Μπ. Μπρεχτ και γράφτηκε γύρω στο 1944. Για θέμα του έχει την καθολική αλλαγή. Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην υπόκειται σε αλλαγή. Η αλλαγή δεν συνιστά κάποιο εξωτερικό χαρακτηριστικό της πραγματικότητας αλλά το πιο εσωτερικό της στοιχείο, που την καθιστά ενεργό πραγματικότητα. Το ζητούμενο είναι πώς το ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί να αποκτήσει συνείδηση αυτής της αλλαγής και να συντονίσει αντίστοιχα την ενεργό του στάση με την ενέργεια της πραγματικότητας.

ΙΙ. Ως προς την αρχιτεκτονική του ποιήματος ο Μπ. Μπρεχτ χρησιμοποιεί τις ίδιες διατυπώσεις και στις δυο στροφές, αλλά τις διατάσσει διαφορετικά και έτσι επιτυγχάνει αλλαγή του περιεχομένου.

ΙΙΙ. Ως προς την αναλυτική του περιεχομένου: στους στίχους βρίσκουμε να θεματοποιούνται δυο φαινόμενα: πρώτα πρώτα, αρχίζοντας ήδη από τον δεύτερο στίχο, ο ποιητής τονίζει με έμφαση πως πρέπει να ακολουθούμε το ρυθμό της αλλαγής και να δίνουμε προς τούτο όλο μας το Είναι έως και την τελευταία μας πνοή. Ως υπαρκτικές οντότητες δεν μπορούμε και δεν αξίζει να ακινητοποιούμαστε εντός των ορίων του παρελθόντος, εντός του πλαισίου των ανύπαρκτων δυνατοτήτων, όπου μας κρατάει χειραγωγημένους και αδύναμους για δράση ό,τι έχει συμβεί. Έτσι θέτει την αναγκαιότητα ενεργοποίησης του υποκειμένου με βάση τις επιταγές της πραγματικότητας, στην οποία είναι εκτεθειμένο το πεπρωμένο μας.

IV. Δεύτερον, αναφέρεται άμεσα στην αδυναμία μας να επηρεάσουμε το παρελθόν: ό,τι έχει γίνει, έχει γίνει και δεν αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι μόνο το παρόν και συναφώς το μέλλον.

V. Ενώ στην πρώτη στροφή ο Μπ. Μπρεχτ μιλάει πρώτα για τη δυνατότητα αλλαγής και μετά για το γεγονός: «ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει και δεν γυρίζει πίσω», στη δεύτερη στροφή ξεκινάει αντίστροφα. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν αφήνει περιθώρια για μερική πραγμάτευση του θέματος ούτε για οποιαδήποτε μορφή συμβιβασμού και υποχώρησης ή παραίτησης από το αγωνιστικό πνεύμα της ζωής, όπως μας έχει διδάσκει ο Ηράκλειτος: «πόλεμος πατήρ πάντων …».

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (216c-218c)

[216c] Ἔτι δὲ καὶ τόδε σκεψώμεθα, μὴ ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς λανθάνει τὸ φίλον ὡς ἀληθῶς οὐδὲν τούτων ὄν, ἀλλὰ τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακὸν φίλον οὕτω ποτὲ γιγνόμενον τοῦ ἀγαθοῦ. ―Πῶς, ἦ δ᾽ ὅς, λέγεις; ―Ἀλλὰ μὰ Δία, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐκ οἶδα, ἀλλὰ τῷ ὄντι αὐτὸς εἰλιγγιῶ ὑπὸ τῆς τοῦ λόγου ἀπορίας, καὶ κινδυνεύει κατὰ τὴν ἀρχαίαν παροιμίαν τὸ καλὸν φίλον εἶναι. ἔοικε γοῦν μαλακῷ τινι καὶ λείῳ καὶ λιπαρῷ· [216d] διὸ καὶ ἴσως ῥᾳδίως διολισθαίνει καὶ διαδύεται ἡμᾶς, ἅτε τοιοῦτον ὄν. λέγω γὰρ τἀγαθὸν καλὸν εἶναι· σὺ δ᾽ οὐκ οἴει; ―Ἔγωγε. ―Λέγω τοίνυν ἀπομαντευόμενος, τοῦ καλοῦ τε καὶ ἀγαθοῦ φίλον εἶναι τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακόν· πρὸς ἃ δὲ λέγων μαντεύομαι, ἄκουσον. δοκεῖ μοι ὡσπερεὶ τρία ἄττα εἶναι γένη, τὸ μὲν ἀγαθόν, τὸ δὲ κακόν, τὸ δ᾽ οὔτ᾽ ἀγαθὸν οὔτε κακόν· τί δὲ σοί; ―Καὶ ἐμοί, ἔφη. ―Καὶ οὔτε τἀγαθὸν τἀγαθῷ οὔτε τὸ κακὸν τῷ κακῷ οὔτε τἀγαθὸν τῷ [216e] κακῷ φίλον εἶναι, ὥσπερ οὐδ᾽ ὁ ἔμπροσθεν λόγος ἐᾷ· λείπεται δή, εἴπερ τῴ τί ἐστιν φίλον, τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακὸν φίλον εἶναι ἢ τοῦ ἀγαθοῦ ἢ τοῦ τοιούτου οἷον αὐτό ἐστιν. οὐ γὰρ ἄν που τῷ κακῷ φίλον ἄν τι γένοιτο. ―Ἀληθῆ. ―Οὐδὲ μὴν τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ ἔφαμεν ἄρτι· ἦ γάρ; ―Ναί. ―Οὐκ ἄρα ἔσται τῷ μήτε ἀγαθῷ μήτε κακῷ τὸ τοιοῦτον φίλον οἷον αὐτό. ―Οὐ φαίνεται. ―Τῷ ἀγαθῷ ἄρα [217a] τὸ μήτε ἀγαθὸν μήτε κακὸν μόνῳ μόνον συμβαίνει γίγνεσθαι φίλον. ―Ἀνάγκη, ὡς ἔοικεν.
Ἆρ᾽ οὖν καὶ καλῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ παῖδες, ὑφηγεῖται ἡμῖν τὸ νῦν λεγόμενον; εἰ γοῦν θέλοιμεν ἐννοῆσαι τὸ ὑγιαῖνον σῶμα, οὐδὲν ἰατρικῆς δεῖται οὐδὲ ὠφελίας· ἱκανῶς γὰρ ἔχει, ὥστε ὑγιαίνων οὐδεὶς ἰατρῷ φίλος διὰ τὴν ὑγίειαν. ἦ γάρ; ―Οὐδείς. ―Ἀλλ᾽ ὁ κάμνων οἶμαι διὰ τὴν νόσον. ―Πῶς γὰρ [217b] οὔ; ―Νόσος μὲν δὴ κακόν, ἰατρικὴ δὲ ὠφέλιμον καὶ ἀγαθόν. ―Ναί. ―Σῶμα δέ γέ που κατὰ τὸ σῶμα εἶναι οὔτε ἀγαθὸν οὔτε κακόν. ―Οὕτως. ―Ἀναγκάζεται δέ γε σῶμα διὰ νόσον ἰατρικὴν ἀσπάζεσθαι καὶ φιλεῖν. ―Δοκεῖ μοι. ―Τὸ μήτε κακὸν ἄρα μήτ᾽ ἀγαθὸν φίλον γίγνεται τοῦ ἀγαθοῦ διὰ κακοῦ παρουσίαν. ―Ἔοικεν. ―Δῆλον δέ γε ὅτι πρὶν γενέσθαι αὐτὸ κακὸν ὑπὸ τοῦ κακοῦ οὗ ἔχει. οὐ γὰρ δή γε κακὸν γεγονὸς [217c] ἔτι ἄν τι τοῦ ἀγαθοῦ [οὗ] ἐπιθυμοῖ καὶ φίλον εἴη· ἀδύνατον γὰρ ἔφαμεν κακὸν ἀγαθῷ φίλον εἶναι. ―Ἀδύνατον γάρ. ―Σκέψασθε δὴ ὃ λέγω. λέγω γὰρ ὅτι ἔνια μέν, οἷον ἂν ᾖ τὸ παρόν, τοιαῦτά ἐστι καὶ αὐτά, ἔνια δὲ οὔ. ὥσπερ εἰ ἐθέλοι τις χρώματί τῳ ὁτιοῦν [τι] ἀλεῖψαι, πάρεστίν που τῷ ἀλειφθέντι τὸ ἐπαλειφθέν. ―Πάνυ γε. ―Ἆρ᾽ οὖν καὶ ἔστιν τότε τοιοῦτον τὴν χρόαν τὸ ἀλειφθέν, οἷον τὸ ἐπόν; [217d] ―Οὐ μανθάνω, ἦ δ᾽ ὅς. ―Ἀλλ᾽ ὧδε, ἦν δ᾽ ἐγώ. εἴ τίς σου ξανθὰς οὔσας τὰς τρίχας ψιμυθίῳ ἀλείψειεν, πότερον τότε λευκαὶ εἶεν ἢ φαίνοιντ᾽ ἄν; ―Φαίνοιντ᾽ ἄν, ἦ δ᾽ ὅς. ―Καὶ μὴν παρείη γ᾽ ἂν αὐταῖς λευκότης. ―Ναί. ―Ἀλλ᾽ ὅμως οὐδέν τι μᾶλλον ἂν εἶεν λευκαί πω, ἀλλὰ παρούσης λευκότητος οὔτε τι λευκαὶ οὔτε μέλαιναί εἰσιν. ―Ἀληθῆ. ―Ἀλλ᾽ ὅταν δή, ὦ φίλε, τὸ γῆρας αὐταῖς ταὐτὸν τοῦτο χρῶμα ἐπαγάγῃ, τότε ἐγένοντο οἷόνπερ τὸ παρόν, λευκοῦ παρουσίᾳ [217e] λευκαί. ―Πῶς γὰρ οὔ; ―Τοῦτο τοίνυν ἐρωτῶ νῦν δή, εἰ ᾧ ἄν τι παρῇ, τοιοῦτον ἔσται τὸ ἔχον οἷον τὸ παρόν· ἢ ἐὰν μὲν κατά τινα τρόπον παρῇ, ἔσται, ἐὰν δὲ μή, οὔ; ―Οὕτω μᾶλλον, ἔφη. ―Καὶ τὸ μήτε κακὸν ἄρα μήτ᾽ ἀγαθὸν ἐνίοτε κακοῦ παρόντος οὔπω κακόν ἐστιν, ἔστιν δ᾽ ὅτε ἤδη τὸ τοιοῦτον γέγονεν. ―Πάνυ γε. ―Οὐκοῦν ὅταν μήπω κακὸν ᾖ κακοῦ παρόντος, αὕτη μὲν ἡ παρουσία ἀγαθοῦ αὐτὸ ποιεῖ ἐπιθυμεῖν· ἡ δὲ κακὸν ποιοῦσα ἀποστερεῖ αὐτὸ τῆς τε ἐπιθυμίας ἅμα καὶ τῆς φιλίας τοῦ ἀγαθοῦ. οὐ γὰρ ἔτι ἐστὶν [218a] οὔτε κακὸν οὔτε ἀγαθόν, ἀλλὰ κακόν· φίλον δὲ ἀγαθῷ κακὸν οὐκ ἦν. ―Οὐ γὰρ οὖν. ―Διὰ ταῦτα δὴ φαῖμεν ἂν καὶ τοὺς ἤδη σοφοὺς μηκέτι φιλοσοφεῖν, εἴτε θεοὶ εἴτε ἄνθρωποί εἰσιν οὗτοι· οὐδ᾽ αὖ ἐκείνους φιλοσοφεῖν τοὺς οὕτως ἄγνοιαν ἔχοντας ὥστε κακοὺς εἶναι· κακὸν γὰρ καὶ ἀμαθῆ οὐδένα φιλοσοφεῖν. λείπονται δὴ οἱ ἔχοντες μὲν τὸ κακὸν τοῦτο, τὴν ἄγνοιαν, μήπω δὲ ὑπ᾽ αὐτοῦ ὄντες ἀγνώμονες μηδὲ [218b] ἀμαθεῖς, ἀλλ᾽ ἔτι ἡγούμενοι μὴ εἰδέναι ἃ μὴ ἴσασιν. διὸ δὴ καὶ φιλοσοφοῦσιν οἱ οὔτε ἀγαθοὶ οὔτε κακοί πω ὄντες, ὅσοι δὲ κακοὶ οὐ φιλοσοφοῦσιν, οὐδὲ οἱ ἀγαθοί· οὔτε γὰρ τὸ ἐναντίον τοῦ ἐναντίου οὔτε τὸ ὅμοιον τοῦ ὁμοίου φίλον ἡμῖν ἐφάνη ἐν τοῖς ἔμπροσθεν λόγοις. ἢ οὐ μέμνησθε; ―Πάνυ γε, ἐφάτην. ―Νῦν ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, παντὸς μᾶλλον ἐξηυρήκαμεν ὃ ἔστιν τὸ φίλον καὶ οὔ. φαμὲν γὰρ αὐτό, καὶ κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ κατὰ τὸ [218c] σῶμα καὶ πανταχοῦ, τὸ μήτε κακὸν μήτε ἀγαθὸν διὰ κακοῦ παρουσίαν τοῦ ἀγαθοῦ φίλον εἶναι. ―Παντάπασιν ἐφάτην τε καὶ συνεχωρείτην οὕτω τοῦτ᾽ ἔχειν.

***
[216c] Ας εξετάσουμε ακόμη και τούτο, μια και είναι πιθανό ότι το φιλικό εξακολουθεί να μας διαφεύγει και ουσιαστικά δεν είναι τίποτε απ᾽ όσα έχουμε αναφέρει ως τώρα. Ίσως η φιλική σχέση αναπτύσσεται βασικά ανάμεσα στο αγαθό και σ᾽ αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. ―Πώς, είπε, το εννοείς αυτό; ―Μά το θεό, απάντησα, ούτε κι εγώ ξέρω· πραγματικά μου φέρνουν ίλιγγο οι δυσκολίες που υπάρχουν σ᾽ αυτή την πρόταση. Φαίνεται πως είναι σωστή εκείνη η παλαιά παροιμία που λέει ότι φιλικό είναι το όμορφο· έτσι κι αλλιώς μοιάζει με κάτι απαλό, λείο, στιλπνό. [216d] Κι ίσως γι᾽ αυτό ξεγλιστράει εύκολα και το χάνουμε απ᾽ τα μάτια μας, επειδή, υποθέτω, έχει αυτές ακριβώς τις ιδιότητες. Υποστηρίζω, δηλαδή, ότι το αγαθό είναι ωραίο. Δεν το νομίζεις κι εσύ; ―Συμφωνώ. ―Λέγω λοιπόν —και βασίζομαι σε κάποια διαίσθησή μου— ότι το αγαθό και το ωραίο πρέπει να είναι φιλικό με αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Κι άκουσε πού βασίζω την εικασία μου. Νομίζω ότι κατά βάση υπάρχουν τρία είδη: το αγαθό, το κακό, κι αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Εσύ τί νομίζεις; ―Κι εγώ το ίδιο, είπε. ―Νομίζω επίσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει φιλική σχέση ούτε ανάμεσα σε δύο αγαθά, ούτε ανάμεσα σε δύο κακά, ούτε ανάμεσα στο αγαθό και [216e] στο κακό· σύμφωνα με την εξέταση που κάναμε προηγουμένως αποκλείονται και οι τρεις αυτές περιπτώσεις. Απομένει λοιπόν, η εξής περίπτωση, εφόσον, βέβαια, δεχτούμε ότι το φιλικό είναι κάτι υπαρκτό: Αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό είναι φιλικό ή με το αγαθό ή με κάτι που και αυτό δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. Κι όσο για το κακό, με τούτο δεν θα γινόταν κανένας φίλος. ―Σωστά. ―Ούτε όμως και το όμοιο με το όμοιο, όπως άλλωστε είπαμε και μόλις πριν λίγο. Δεν είναι έτσι; ―Ναι. ―Επομένως, δεν είναι δυνατό αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό να είναι φιλικό με αυτό που επίσης δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. ―Ασφαλώς όχι. ―Κατά συνέπεια η μόνη δυνατή περίπτωση είναι το αγαθό να γίνει [217a] φιλικό με αυτό που δεν είναι ούτε κακό ούτε αγαθό, και μόνο με αυτό. ―Αναγκαστικά, καθώς φαίνεται.
Άραγε παιδιά, μπορούμε να βασιστούμε στο συμπέρασμα μας αυτό; Ας πάρουμε για παράδειγμα το σώμα. Όταν είναι γερό δεν έχει απολύτως καμία ανάγκη από ιατρική βοήθεια, λειτουργεί κανονικά και κανένας άνθρωπος, όσο είναι υγιής, δεν γίνεται φίλος του γιατρού για χάρη της υγείας του. Δεν είναι έτσι; ―Κανένας. ―Ο άρρωστος όμως θα γίνει φίλος του γιατρού εξαιτίας της αρρώστιας του. ―Ασφαλώς. [217b] ―Και η αρρώστια, είναι οπωσδήποτε κάτι κακό, ενώ η ιατρική κάτι ωφέλιμο και καλό. ―Ναι. ―Το σώμα όμως καθαυτό δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό. ―Πραγματικά. ―Και αναγκάζεται το σώμα να δέχεται και να αγαπάει την ιατρική εξαιτίας της αρρώστιας. ―Μάλιστα. ―Συνεπώς αυτό που δεν είναι ούτε κακό ούτε αγαθό γίνεται φίλο του αγαθού λόγω της παρουσίας κάποιου κακού. ―Έτσι φαίνεται. ―Είναι όμως φανερό, ότι τούτο συμβαίνει πριν η παρουσία του κακού προλάβει και το κάνει κι αυτό το ίδιο κακό. Γιατί αν τύχει να γίνει κακό, [217c] δεν θα μπορεί πια να αισθάνεται επιθυμία και αγάπη για το αγαθό, αφού, όπως έχουμε ήδη πει, το κακό δεν μπορεί να είναι φίλο του αγαθού. ―Πραγματικά είναι αδύνατο. ―Προσέξτε τώρα τί λέω. Υποστηρίζω δηλαδή ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που κάποιο πράγμα χαρακτηρίζεται από την παρουσία κάτινος άλλου το πράγμα εκείνο άλλοτε είναι όμοιο με αυτό που υπάρχει μαζί του κι άλλοτε όχι. Όταν λ.χ. αλείψουμε ένα οποιοδήποτε πράγμα με κάποιο χρώμα, αυτό το χρώμα κατά κάποιο τρόπο υπάρχει επάνω στο αντικείμενο που αλείφτηκε. ―Βέβαια. ―Δεν είναι λοιπόν το αντικείμενο αυτό όμοιο ως προς το χρώμα με ό,τι του βάλαμε επάνω του; [217d] ―Δεν καταλαβαίνω τί εννοείς, είπε εκείνος. ―Ας το πω τότε διαφορετικά. Αν αλείψει κάποιος τα ξανθά μαλλιά σου με άσπρη βαφή, τότε τί από τα δυο θα συμβεί: τα μαλλιά σου θα είναι ή θα φαίνονται λευκά; ―Θα φαίνονται, είπε αυτός. ―Κι όμως θα υπάρχει επάνω τους λευκός χρωματισμός. ―Ναι. ―Παρόλο τούτο όμως τα μαλλιά σου δεν θα είναι δυνατό με κανένα τρόπο να χαρακτηριστούν λευκά, αλλά παρά την παρουσία του λευκού χρώματος θα είναι τόσο λίγο λευκά όσο και μαύρα. ―Πραγματικά. ―Όταν όμως φίλε μου έρθουν τα γερατειά και σου τα ασπρίσουν, τότε τα μαλλιά σου θα γίνουν σαν κι αυτό που υπάρχει επάνω τους, δηλαδή λευκά λόγω της παρουσίας [217e] του λευκού χρώματος. ―Ασφαλώς. ―Νά λοιπόν ποιό είναι το ερώτημά μου: Όταν σε κάποιο πράγμα υπάρχει και κάτι άλλο, το πράγμα εκείνο γίνεται όμοιο με αυτό το άλλο; ή εξαρτάται από τον τρόπο της παρουσίας του άλλου, με αποτέλεσμα άλλοτε να είναι όμοιο και άλλοτε όχι; ―Μάλλον το δεύτερο συμβαίνει, είπε. ―Επομένως κι αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό, όταν βρίσκεται μαζί με κάτι κακό, άλλοτε δεν γίνεται και το ίδιο κακό, άλλοτε όμως γίνεται. ―Βέβαια. ―Όταν λοιπόν, παρά την παρουσία κάποιου κακού, δεν έχει γίνει ακόμη κακό, αισθάνεται επιθυμία για το αγαθό ακριβώς λόγω της παρουσίας του κακού. Όταν όμως η παρουσία του κακού έχει αποτέλεσμα να το κάνει και αυτό κακό, χάνει την επιθυμία και την αγάπη για το αγαθό. Γιατί τώρα πια δεν είναι [218a] «ούτε αγαθό ούτε κακό» αλλά κακό. Και, όπως είδαμε, το κακό δεν μπορεί να αισθανθεί φιλία για το αγαθό. ―Πραγματικά δεν μπορεί. ―Γι᾽ αυτό ακριβώς μπορούμε τώρα να πούμε ότι οι σοφοί, είτε θεοί είτε άνθρωποι, δεν αισθάνονται πια φιλία για τη σοφία· όπως επίσης δεν αισθάνονται φιλία γι᾽ αυτήν και όσοι εξαιτίας της μεγάλης αμάθειάς τους, είναι δυνατό να χαρακτηριστούν κακοί. Γιατί πραγματικά, κανένας κακός και αμαθής δεν αγαπά τη σοφία. Μένουν, λοιπόν, μόνο όσοι ενώ έχουν τούτο το κακό, δηλαδή την έλλειψη γνώσεων, ωστόσο δεν έχουν γίνει ακόμη εντελώς αλόγιστοι και [218b] μωροί εξαιτίας του, αλλά εξακολουθούν να έχουν επίγνωση της άγνοιάς τους. Έτσι, λοιπόν, αγάπη για τη σοφία έχουν μόνο όσοι είναι «ούτε αγαθοί ούτε κακοί»· γιατί, καθώς φάνηκε από τη συζήτηση που προηγήθηκε, ούτε το όμοιο μπορεί να είναι φίλο με το όμοιό του ούτε το αντίθετο με το αντίθετό του. Το θυμόσαστε, έτσι δεν είναι; ―Βέβαια, είπαν και οι δύο. ―Επομένως, Λύσι και Μενέξενε, τώρα πια έχουμε βρει ποιό είναι το φιλικό και ποιό δεν είναι: Μπορούμε να πούμε ότι σχετικά και με την ψυχή και με το [218c] σώμα αλλά και γενικά παντού, εκείνο που δεν είναι ούτε κακό ούτε αγαθό είναι φιλικό με το αγαθό εξαιτίας της παρουσίας κάποιου κακού. ―Παντού και πάντοτε, είπαν και οι δύο, και παραδέχτηκαν ότι έτσι έχουν τα πράγματα.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (815-842)

815 ΧΟ. — ἔα ἔα·
ἆρ᾽ ἐς τὸν αὐτὸν πίτυλον ἥκομεν φόβου,
γέροντες, οἷον φάσμ᾽ ὑπὲρ δόμων ὁρῶ;
— φυγῆι φυγῆι
νωθὲς πέδαιρε κῶλον, ἐκποδὼν ἔλα.
820 — ὦναξ Παιάν,
ἀπότροπος γένοιό μοι πημάτων.

ΙΡΙΣ
θαρσεῖτε Νυκτὸς τήνδ᾽ ὁρῶντες ἔκγονον
Λύσσαν, γέροντες, κἀμὲ τὴν θεῶν λάτριν
Ἶριν· πόλει γὰρ οὐδὲν ἥκομεν βλάβος,
825 ἑνὸς δ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὸς δώματα στρατεύομεν,
ὅν φασιν εἶναι Ζηνὸς Ἀλκμήνης τ᾽ ἄπο.
πρὶν μὲν γὰρ ἄθλους ἐκτελευτῆσαι πικρούς,
τὸ χρή νιν ἐξέσωιζεν οὐδ᾽ εἴα πατὴρ
Ζεύς νιν κακῶς δρᾶν οὔτ᾽ ἔμ᾽ οὔθ᾽ Ἥραν ποτέ·
830 ἐπεὶ δὲ μόχθους διεπέρασ᾽ Εὐρυσθέως,
Ἥρα προσάψαι κοινὸν αἷμ᾽ αὐτῶι θέλει
παῖδας κατακτείναντι, συνθέλω δ᾽ ἐγώ.
ἀλλ᾽ εἶ᾽ ἄτεγκτον συλλαβοῦσα καρδίαν,
Νυκτὸς κελαινῆς ἀνυμέναιε παρθένε,
835 μανίας τ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τῶιδε καὶ παιδοκτόνους
φρενῶν ταραγμοὺς καὶ ποδῶν σκιρτήματα
ἔλαυνε κίνει, φόνιον ἐξίει κάλων,
ὡς ἂν πορεύσας δι᾽ Ἀχερούσιον πόρον
τὸν καλλίπαιδα στέφανον αὐθέντηι φόνωι
840 γνῶι μὲν τὸν Ἥρας οἷός ἐστ᾽ αὐτῶι χόλος,
μάθηι δὲ τὸν ἐμόν· ἢ θεοὶ μὲν οὐδαμοῦ,
τὰ θνητὰ δ᾽ ἔσται μεγάλα, μὴ δόντος δίκην.

***
(Έρχεται η Λύσσα (Λύττα) ξαφνικά, ακολουθούμενη από την Ίρη).
ΧΟ. Ωιμένα, ωιμέ!
πάλι στην ίδια ταραχή ήρθαμε του φόβου;
τί φάντασμα, ω γερόντοι, πα στο σπίτι βλέπω;
Δρόμο, δρόμο,
τα αργά μέλη σήκωσε κα κρύψου!
820 Ω βασιλιά μου Απόλλωνα,
τις συμφορές απόδιωξέ μου!

ΙΡΙΣ
Θάρρος, ω γέροι, βλέποντας τη Λύσσα, γέννα
της Νύχτας, και την Ίριδα μένα, υπηρέτρα
των θεών· δεν ήρθαμε να βλάψουμε την πόλη,
σ᾽ ενού εκστρατεύομε μονάχα το παλάτι,
που λένε ότι είναι γιος του Διός και της Αλκμήνης.
Πριν να τελειώσει τους πικρούς του άθλους, το χρέος
τον έσωζε· ο πατέρας του Δίας ούτ᾽ εμένα
άφηνε να τον βλάψουμεν ούτε την Ήρα.
830 Τώρα που ξέκαμε τους άθλους του Ευρυσθέα,
με συγγενικό αίμα θέλ᾽ η Ήρα να τον βάψει
κι εγώ, σκοτώνοντας ο ίδιος τα παιδιά του.
Αλλά μπρος, κάμνοντας άσπλαχνη την καρδιά σου,
ω εσύ παρθέν᾽ ανύπαντρη της μαύρης Νύχτας,
τρέλα στον άντρ᾽ αυτόν και σάλεμα του νου του
παιδοχτόνο και τινάγματα των ποδιών του
φέρε του κι άπλωσε το φονικό σχοινί σου
κι απ᾽ τον Αχέροντα περνώντας το στεφάνι
της καλής νίκης των παιδιώνε του, που ο ίδιος
840 θα τα σκοτώσει, ας μάθει την οργή της Ήρας
και τη δική μου· αλλιώς πια τίποτε δεν είναι
οι θεοί και δύναμη έχουν οι άνθρωποι μεγάλη.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της πρώιμης κλασικής εποχής

4.3.1. Τα πρώτα μεγάλα χάλκινα αγάλματα: Το σύνταγμα των Τυραννοκτόνων και ο Ηνίοχος των Δελφών

Είδαμε ότι, σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες, στη μνημειακή χαλκοπλαστική διέπρεψαν ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. οι Αιγινήτες. Αλλά τα πρώτα μεγάλα χάλκινα αγάλματα που μνημονεύονται από αρχαίους συγγραφείς (αν εξαιρέσουμε εκείνο που κατασκεύασαν ο Ροίκος και ο Θεόδωρος) ήταν στημένα στην Αθήνα. Ο λόγος είναι για τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων, του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, έργα του γλύπτη Αντήνορα, που έχει υπογράψει τη μεγαλύτερη από τις σωζόμενες κόρες της Ακρόπολης και ήταν ίσως ο δημιουργός των γλυπτών συνθέσεων των αετωμάτων του υστεροαρχαϊκού ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, του οποίου την κατασκευή είχαν αναλάβει οι Αθηναίοι Αλκμεωνίδες. Τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων, όπως είδαμε, στήθηκαν στην Αγορά της Αθήνας μετά την εκδίωξη των Πεισιστρατιδών και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, στην τελευταία δεκαετία του 6ου αιώνα (510-500 π.Χ.), αλλά τα πήρε ως λάφυρα ο Ξέρξης, όταν κατέλαβε την πόλη το 480 π.Χ. Όταν οι Αθηναίοι επέστρεψαν νικητές μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποφάσισαν να στήσουν καινούργια αγάλματα των Τυραννοκτόνων στην Αγορά και ανέθεσαν την κατασκευή τους στους γλύπτες Κρίτιο και Νησιώτη. Τα αγάλματα αυτά τοποθετήθηκαν στη θέση τους το 476 π.Χ. και η μορφή τους μας είναι γνωστή από μαρμάρινα αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων. Σώζεται μάλιστα και ένα εκμαγείο τμήματος του προσώπου του Αριστογείτονα, του πιο ηλικιωμένου από τους δύο Τυραννοκτόνους, που βρέθηκε σε εργαστήριο γλυπτικής κοντά στη λουτρόπολη Baiae, βόρεια της Νεάπολης. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι τα καλύτερα αντίγραφα μπορούν να θεωρηθούν πιστές επαναλήψεις των πρωτοτύπων, αφού έγιναν με τη βοήθεια εκμαγείων.
 
Τα αγάλματα των Τυραννοκτόνων δείχνουν δύο άνδρες διαφορετικής ηλικίας που επιτίθενται με τα σπαθιά στα χέρια στον Ίππαρχο, τον γιο του Πεισιστράτου για να τον σκοτώσουν. Η έντονη κίνηση αποδίδεται με έναν τρόπο πρωτόγνωρο, που δεν τον συναντούμε στα γλυπτά της αρχαϊκής εποχής: ο διασκελισμός δείχνει καθαρά πώς στηρίζεται το σώμα, και η διαμόρφωση του κορμού και των βραχιόνων φανερώνει την ορμή της επίθεσης. Μια τέτοια δημιουργία προϋποθέτει άριστη γνώση όχι μόνο της ανατομίας, αλλά και της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος. Μια δεύτερη προϋπόθεση είναι η εξοικείωση με τη δημιουργία μεγάλων πήλινων προπλασμάτων και τη χρήση γύψινων εκμαγείων, τεχνικές απαραίτητες για την κατασκευή μεγάλων χάλκινων αγαλμάτων. Όλα αυτά σημαίνουν ότι στο πρώτο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. μια νέα γενιά καλλιτεχνών εισήγαγε μεθόδους εργασίας που στηρίζονταν όχι μόνο στην παρατήρηση, αλλά και στη μελέτη της φύσης και του ανθρώπινου σώματος με τρόπο επιστημονικό. Το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς νέα τεχνοτροπία, που συνδυάζει την αυστηρή ισορροπία στη δομή των μορφών, την τόλμη στην απεικόνιση της κίνησης και τον ρεαλισμό στην απόδοση των λεπτομερειών. Η τεχνοτροπία αυτή ονομάζεται «αυστηρός ρυθμός». Ένας επιπλέον λόγος που δικαιολογεί την ονομασία είναι η σοβαρή έκφραση του προσώπου στα αγάλματα αυτής της περιόδου, η οποία υποκαθιστά το λεγόμενο «αρχαϊκό μειδίαμα» των κούρων και των κορών.
 
Στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα εξαπλώνεται γρήγορα η χρήση του χαλκού στη μνημειακή γλυπτική. Δυστυχώς όμως τα μεγάλα χάλκινα γλυπτά που μας έχουν σωθεί από την Αρχαιότητα είναι ελάχιστα, επειδή ο χαλκός είναι μια πολύ χρήσιμη πρώτη ύλη, και στα μεταγενέστερα χρόνια, κυρίως μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, οι κάτοικοι της Ελλάδας έμπαιναν συχνά στον πειρασμό να καταστρέψουν τα έργα αυτά για να χρησιμοποιήσουν το υλικό τους. Παρ᾽ όλα αυτά, τα ευρήματα αρκούν για να συμπεράνουμε ότι μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα η χαλκοχυτική στην Ελλάδα σημείωσε εντυπωσιακή πρόοδο.
 
Το πρώτο λαμπρό παράδειγμα είναι ένα χάλκινο άγαλμα ηνιόχου από το ιερό των Δελφών, που στεκόταν επάνω σε ένα επίσης χάλκινο τέθριππο άρμα. Η διατήρηση του αγάλματος οφείλεται στο γεγονός ότι το λαμπρό ανάθημα από το οποίο προέρχεται καταστράφηκε στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. από σεισμό και τα υπολείμματά του, μαζί με τον Ηνίοχο, θάφτηκαν μέσα στο ιερό. Εκτός από το άγαλμα του Ηνιόχου και τα υπολείμματα του συνόλου στο οποίο ανήκε, σώθηκε και ένας γωνιόλιθος από τη βάση του αναθήματος με τμήμα της αναθηματικής επιγραφής, σύμφωνα με την οποία αναθέτης ήταν ο Πολύζαλος, ο μικρότερος αδελφός του Γέλωνα και του Ιέρωνα, τυράννων δύο σημαντικών πόλεων της Σικελίας, της Γέλας και των Συρακουσών, στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Είναι πολύ πιθανό ότι ο Πολύζαλος έγινε άρχοντας της Γέλας όταν ο Ιέρωνας ανέλαβε τη διακυβέρνηση των Συρακουσών μετά τον θάνατο του Γέλωνα, το 478 π.Χ. Αξιοσημείωτο είναι ότι η αρχική επιγραφή ξαναγράφτηκε εν μέρει αρκετά χρόνια μετά το στήσιμο του έργου. Οι λόγοι που οδήγησαν στη διόρθωση αυτή παραμένουν αδιευκρίνιστοι, είναι όμως σαφές ότι σχετίζονται με τον αναθέτη, ο οποίος στο αρχικό κείμενο αναφέρεται ως Γέλας ἀνάσσων, δηλαδή άρχοντας της Γέλας. Στο νέο κείμενο μνημονεύεται μόνο το όνομα Πολύζαλος. Η νίκη την οποία απαθανατίζει το λαμπρό ανάθημα μπορεί να τοποθετηθεί το 478 ή το 474 π.Χ. και η κατασκευή του λίγο αργότερα, κοντά στο 470 π.Χ.
 
Με τη βοήθεια των χάλκινων θραυσμάτων και του σωζόμενου τμήματος της βάσης μπορούμε να αποκαταστήσουμε με αρκετή ακρίβεια την αρχική μορφή του συμπλέγματος στο οποίο ανήκε το άγαλμα του Ηνιόχου. Το ανάθημα περιελάμβανε, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, εκτός από το τέθριππο άρμα, δύο νεαρά άλογα (κέλητες) με τους αναβάτες τους. Το σύνολο πρέπει να ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό. Ωστόσο, το άγαλμα του Ηνιόχου ακόμη και μόνο του προκαλεί τον θαυμασμό. Είναι ένα έργο με αυστηρή δομή, αλλά με δεξιοτεχνική και ακριβή απόδοση των επιμέρους λεπτομερειών του σώματος, όπως δείχνει η απόδοση των μαλλιών, των αφτιών και των άκρων ποδιών. Αν και η μορφή πατάει και στα δύο πόδια, η στάση της διαφέρει από εκείνη των κούρων, καθώς διακρίνουμε ότι το βάρος του σώματος πέφτει περισσότερο στο αριστερό σκέλος, ενώ ο κορμός στρέφεται προς τα δεξιά. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι η μορφή κινείται. Το χαρακτηριστικό αυτό το συναντούμε σε όλα τα γλυπτά του «αυστηρού ρυθμού».

Οι τοξικοί άνθρωποι είναι άκρως επικίνδυνοι για την ψυχική υγεία των άλλων

Με τον όρο “τοξικός”, οι ψυχολόγοι περιγράφουν τον επιβλαβή για την ψυχοσυναισθηματική και σωματική υγεία ενός ατόμου. Οι τοξικοί άνθρωποι έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά τους τα οποία και χρησιμοποιούν εξοντώνοντας το “θύμα” τους.

Μπορεί να είναι οι γονείς, μπορεί να είναι κάποιος άλλος συγγενής, ίσως ένας φίλος ή ακόμη και ένας σύντροφος. Η τοξική ταυτότητα δεν έχει πρόσωπο. Τοξικός μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και κατά συνέπεια είναι δυνατό να έχετε μία τοξική σχέση με έναν άνθρωπο που βρίσκεται πολύ κοντά σας ή είναι ένας “σημαντικός άλλος” στη ζωή σας.

Για παράδειγμα, εάν έχετε έναν τοξικό φίλο, είναι δύσκολο να το διαχειριστείτε ή να τον απομονώσετε αλλά είναι πολύ δυσκολότερο όταν έχετε έναν τοξικό γονιό ή σύζυγο.

Οι τοξικοί άνθρωποι είναι άκρως επικίνδυνοι για την ψυχική υγεία των άλλων, καθώς τον καταδυναστεύουν ψυχολογικά και συναισθηματικά και του προκαλούν έντονο στρες στον βωμό της επερχόμενης αντίδρασης του.

Η αδιάκοπη κριτική τους, η απουσία αποδοχής τους, η σκληρή απαιτητικότητά τους, η έντονη ενασχόληση με το τι θέλουν και τι χρειάζονται ΜΟΝΟ εκείνοι , είναι από τα βασικότερα χαρακτηριστικά τους που σφυροκοπούν την ψυχοσυναισθηματική υγεία των ατόμων που τους περιτριγυρίζουν.

Κατά κάποιο τρόπο, είναι τα άτομα που θεωρούν ότι μόνο εκείνα έχουν δικαιώματα και μπορούν να εξουσιάζουν τους άλλους μετατρέποντας τους σε μαριονέτες.

Τα τοξικά άτομα κακοποιούν μέσω πληθώρας μέσων ψυχολογικής κακοποίησης, όπως λεκτική εξύβριση/κριτική – προσβολές – υποτιμητικά σχόλια, απομόνωση του θύματος, απειλές, εκφοβισμό, οικονομική κακοποίηση/ έλεγχος μέσω των χρημάτων κλπ.

Το αποτέλεσμα είναι η ψυχολογική δηλητηρίαση του ατόμου. Φόβος, Άγχος, Θυμός, Θλίψη, Καταπίεση είναι από τα βασικότερα συναισθήματα που φωλιάζουν και καταπιέζονται σε έναν άνθρωπο που τον δηλητηριάζει ο ναρκισσισμός ενός τοξικού ατόμου.

Είναι κουραστικοί και εξαντλητικοί, ενώ προκαλούν φόβο εξαιτίας της σκληρής αντίδρασης και συμπεριφοράς τους. Μέσω αυτού του φόβου καταφέρνουν να εξουσιάζουν και να χειρίζονται τα θύματά τους τα οποία προσπαθούν να αποφύγουν τις προστριβές και τις εντάσεις – οι οποίες φυσικά είναι αναπόφευκτες όπως και να φερθούν οτιδήποτε και να κάνουν – και έτσι παγιδεύονται στις τοξικές διαθέσεις, ενώ απομακρύνονται από αυτά που επιθυμούν να πράξουν, να ακολουθήσουν και να υπερασπιστούν. Με λίγα λόγια απομακρύνονται από τον εαυτό τους.

Είναι γεγονός όμως πως οι τοξικοί άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με τίποτα. Η βαθιά αίσθηση αναξιότητας του εαυτού τους μετατρέπεται σε σκληρή κριτική και προσβλητικά σχόλια προς τους άλλους. Οτιδήποτε και να λάβουν ποτέ δεν θα τους είναι αρκετό. Τα άτομα που τους πλαισιώνουν προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους με αποτέλεσμα να αποδομούνται ψυχολογικά και να εξαντλούν τα ενεργειακά συναισθηματικά τους αποθέματα.

Αναμφίβολα είναι πολύ δύσκολο, να υπάρχεις ή να έχεις υπάρξει με ένα τέτοιο πρόσωπο. Ιδιαίτερα όταν αυτό το πρόσωπο είναι και πολύ οικείο. Είναι αναγκαίο όμως, να βρεις το κουράγιο να αντιμετωπίσεις όλα όσα πέρασες ή περνάς και να διεκδικήσεις την ταυτότητά σου, την ύπαρξη σου, τα δικαιώματά σου…. τον εαυτό σου!

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να σε ορίζει, να αποφασίζει για σένα, να σε μειώνει, να προσβάλει τις επιλογές και τα όνειρά σου….

Όλη αυτή η χειριστική συμπεριφορά αποσκοπεί στην εξάρτησή σου. Είναι πολύ σημαντικό για τον εαυτό σου να αποφασίσεις εάν θέλεις να είσαι εξαρτημένος ή ανεξάρτητος.

Υπάρχει τρόπος να μάθετε πως να διαχειρίζεστε τέτοιου είδους σχέσεις. Ένας ψυχολόγος θα μπορούσε να σας βοηθήσει σε αυτό. Επιπλέον θα μπορούσατε να συμβουλευτείτε κάποιο συγκεκριμένο εγχειρίδιο.

Να θυμάστε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τους άλλους, παρά μόνο τον εαυτό μας!

Οι συνθήκες άλλαξαν, μα η αίσθηση πως δεν μπορείς έμεινε ίδια

Πάντα αναρωτιόμουν πώς ένας μικρός πάσσαλος κι ένα σχοινί κατάφερνε να περιορίσει ένα τεράστιο και δυνατό ζώο όπως ο ελέφαντας. Μα γιατί δεν το ξηλώνει απλώς και να τρέξει να φύγει; Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι δεν είναι ο πάσσαλος που περιορίζει τον ελέφαντα, αλλά η κεκαλυμμένη βούλησή του. Όταν τον περιόρισαν μικρό, πάλευε με τις ώρες να ξεφύγει, αλλά δεν είχε τη δύναμη. Ύστερα από αλλεπάλληλες μάταιες προσπάθειες, έμαθε ότι είναι ανήμπορος να αλλάξει την κατάστασή του και συμμορφώθηκε με αυτήν. Δεν ξαναπροσπάθησε να ξεφύγει. Τώρα τα ίδια αυτά δεσμά που θα μπορούσε να είχε αποτινάξει εν ριπή οφθαλμού, φαντάζουν αξεπέραστο εμπόδιο κι έχουν υποτάξει την ρώμη τεσσάρων τόνων.

«Learned helplessness» ονομάστηκε αυτό το φαινόμενο, εννοώντας μαθημένη αβοηθησία, επίκτητη αδυναμία. Ένα αντιδεοντολογικό ψυχολογικό πείραμα που διεξήχθη το 1967 από τον Martin Seligman ρίχνει φως σε αυτή τη θεωρία. O Seligman πήρε κάποια σκυλιά και τα χώρισε σε τρεις ομάδες. Τα σκυλιά της πρώτης ομάδας (ομάδα ελέγχου) τα έκλεισε απλώς σ’ ένα κουτί. Αυτά της δεύτερης, κλεισμένα σ’ ένα άλλο κουτί δέχονταν ήπια ηλεκτροσόκ, τα οποία όμως μπορούσαν να αποτρέψουν πατώντας με τη μύτη τους ένα κουμπί. Η τρίτη ομάδα δεν ήταν τόσο τυχερή, καθώς ήταν δεμένη χωρίς κανένα τρόπο να αποφύγει τα τυχαία ηλεκτροσόκ.

Στη δεύτερη φάση του πειράματος, λοιπόν, οι συνθήκες ήταν ίδιες και για τις τρεις ομάδες, ωστόσο οι αντιδράσεις των σκύλων εκ διαμέτρου αντίθετες. Πλέον το κουτί είχε ένα χώρισμα στη μέση. Δέκα δευτερόλεπτα πριν το ηλεκτροσόκ τα φώτα χαμήλωναν προειδοποιώντας για το τι θα επακολουθήσει. Τα σκυλιά μπορούσαν εύκολα να πηδήξουν από το χώρισμα στην μη ηλεκτροφόρα μεριά, γλιτώνοντας το ηλεκτροσόκ. Τα σκυλιά των δύο πρώτων ομάδων γρήγορα έμαθαν να επιβιώνουν, ενώ τα σκυλιά της τρίτης ομάδας υπέμεναν πειθήνια και παθητικά τα σοκ. Παρόλο που οι συνθήκες είχαν αλλάξει, τα σκυλιά ήταν πεπεισμένα ότι δεν είχαν έλεγχο στο τι τους συνέβαινε. Η λύση ήταν μπροστά στα μάτια τους, αλλά η απελπισία από την προηγούμενη εμπειρία τους τα τύφλωνε. Νικημένα κι αφημένα στη μοίρα τους, απλώς κλαψούριζαν ακούνητα χωρίς καν να ψάχνουν να αποδράσουν.

Κι ο άνθρωπος δεν πήγε πίσω σε παρόμοιο πείραμα. Τρία γκρουπ ανθρώπων κλήθηκαν με πρόφαση να απαντήσουν σε κάποιες ερωτήσεις. Στο δωμάτιο του πρώτου γκρουπ δεν υπήρχε θόρυβος, ενώ σε αυτά του δεύτερου και του τρίτου ακουγόταν πού και πού ένας διαπεραστικός ενοχλητικός ήχος, με τη διαφορά ότι στο δεύτερο δωμάτιο υπήρχε δυνατότητα να σταματήσει ο θόρυβος με τις ενέργειες των υποκειμένων, ενώ στο τρίτο δε σταματούσε ό,τι κι αν έκαναν. Όταν στο δεύτερο σκέλος του πειράματος όλα τα γκρουπ τοποθετήθηκαν σε άλλο δωμάτιο, τα άτομα του πρώτου και του δεύτερου έψαξαν κι εύκολα ανακάλυψαν το μηχανισμό που σταματούσε τον αποσυντονιστικό ήχο, ενώ του τρίτου γκρουπ απλώς σιχτίριζαν για το κακό που τους βρήκε προσπαθώντας να συγκεντρωθούν στην εργασία τους.

Πολύ συχνά εμείς παγιδεύουμε τους εαυτούς μας σε μια κατάσταση κι όχι η ίδια η κατάσταση. Πόσες φορές λόγω αποτυχημένων παρελθοντικών σου αποπειρών ή λόγω αποθαρρυντικού περιβάλλοντος, κατέληξες να πιστεύεις πως δεν μπορείς; Οι συνθήκες άλλαξαν, οι δυνατότητες σου άλλαξαν, το μόνο που έμεινε στάσιμο είναι η αίσθηση ότι δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Και κάπως έτσι, εν τέλει δεν έκανες απολύτως τίποτα. Έχοντας δεδομένη την ανημποριά σου, βυθίστηκες στην απραξία. Απέκτησες παρωπίδες. Δεν είδες τις ευκαιρίες που σου παρουσιάστηκαν, δεν είδες την εξέλιξή σου, δεν ξαναπροσπάθησες καν. Μια ακινησία. Μια παθητικότητα.

Αν νομίζεις ότι είσαι ανίκανος για κάτι, αν νομίζεις ότι είναι πέραν του ελέγχου σου, τότε έχεις δίκιο, είναι. Τη στιγμή που θα πιστέψεις κάτι τέτοιο, το 'χασες το παιχνίδι. Όσο βάζεις αυτήν την ταμπέλα τόσο επιβεβαιώνεσαι, ακριβώς επειδή δένεις ο ίδιος τα χέρια σου. Τι κίνητρο να έχει κάποιος που έχει προδικάσει κάθε προσπάθεια ως απέλπιδα και τι αλλαγή μπορεί να συμβεί έτσι;

Κι αν λοιπόν ήσουν στα άτυχα γκρουπ, αν έφαγες τα μούτρα σου, αν έφαγες χαστούκια, η πραγματική πρόκληση είναι να τα μετατρέψεις σε δύναμη, σε προσαρμοστικότητα κι όχι σε απόγνωση κι απάθεια. Κι όταν η συνέχεια γίνεται ζόρικη, οι ζόρικοι συνεχίζουν. Το χθες μένει στο χθες. Σήμερα, πάρε τον έλεγχο, πίστεψε στον εαυτό σου και μπορεί να εκπλαγείς. Εσύ σε ποιον πάσσαλο δίνεις την εξουσία να σε κρατάει καρφωμένο;

Η ζωή είναι ένας λαβύρινθος, όχι μαραθώνιος

Φανταστείτε τη ζωή σαν ένα μαραθώνιο. Υπάρχει η αφετηρία, το τέρμα, και όσο πιο γρήγορα τρέχουμε, τόσο μεγαλύτερη απόσταση διανύουμε. Συγκεντρωνόμαστε στον στόχο μας, βάζουμε όλες μας τις δυνάμεις μας, και τρέχουμε διαρκώς μπροστά. Οι περισσότεροι ζούμε κάπως έτσι, αλλά η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή.

Η πραγματική ζωή δεν αποτελείται μόνο από ευθείες γραμμές, ούτε έχει σήματα που μας κατευθύνουν στο σωστό δρόμο. Αντίθετα, βρισκόμαστε μέσα σ' ένα λαβύρινθο που αποτελείται από πολλές επιλογές:

Κάποια μονοπάτια, όπως και κάποιες επαγγελματικές μας επιλογές, απαιτούν πολλαπλάσιο χρόνο για να μας οδηγήσουν εκεί που επιθυμούμε. Κάποια άλλα μονοπάτια, όπως και κάποιες σχέσεις στην ζωή μας, οδηγούν σε αδιέξοδα.

Αν προγραμματίζαμε ένα ρομπότ να βρει την έξοδο σε ένα λαβύρινθο, δεν θα δίναμε εντολές να κινείται πάντα προς τα εμπρός. Θα το προγραμματίζαμε να καταγράφει την πορεία που έχει ακολουθήσει, και όταν 'κολλήσει' σε κάποιο σημείο, να πηγαίνει πίσω και να δοκιμάζει μια διαφορετική πορεία.

Οι άνθρωποι, είμαστε πολύ καλοί στο να κινούμαστε προς τα εμπρός. Αλλά απεχθανόμαστε- και φοβόμαστε - να υποχωρούμε. Την κίνηση προς τα πίσω την εκλαμβάνουμε ως αποτυχία, ότι η απόφαση μας ήταν λανθασμένη, ότι ο χρόνος που δαπανήσαμε πήγε χαμένος. Και πράγματι, όλα αυτά είναι συνήθως αλήθεια. Αλλά δεν είναι κακό αυτό. Έτσι συμβαίνει μέσα σ' ένα λαβύρινθο. Έχουμε δύο επιλογές, είτε να επιστρέψουμε πίσω και να δοκιμάσουμε κάποιο άλλο δρόμο, είτε να μείνουμε 'κολλημένοι' στο λάθος μέρος.

Κανείς δεν γνωρίζει αν η επόμενη στροφή που θα επιλέξει, θα αποδειχτεί η σωστή. Είναι αναμενόμενο ότι θα χαθούμε κάποιες φορές και ότι θα χρειαστεί να επιστρέψουμε πίσω. Όμως, πολλές φορές αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι κάναμε λάθος επιλογή, ενώ άλλες φορές μας προκαλούν σύγχυση οι επιλογές που κάνουν οι γύρω μας.

Δύο τρόποι υπάρχουν για να προχωρήσουμε στη ζωή μας:

Είτε να προχωρούμε μπροστά για όσο διάστημα μπορούμε, είτε να κάνουμε βήματα προς τα πίσω και να δοκιμάζουμε άλλη διαδρομή, όταν διαπιστώνουμε ότι πήραμε λάθος δρόμο. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να μένουμε ακίνητοι σε κάποιο αδιέξοδο.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ - 1. Πόλεις και αποικίες

1.9. Πάντα πλήρη θεῶν

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν λέξη για τη θρησκεία. Τόσο πολύ ήταν οι θρησκευτικές πρακτικές συνυφασμένες με άλλους τομείς της ανθρώπινης δράσης που δεν σκέφτηκαν να αυτονομήσουν τη θρησκευτικότητα. Οι Έλληνες, επίσης, δεν είχαν ιερά βιβλία (όπως είναι η Βίβλος ή το Κοράνι) ούτε ξεχωριστή τάξη ιερέων, όπως υπήρχε σε πολλά μέρη της Εγγύς Ανατολής. Τη θρησκεία τους τη μάθαιναν στην πράξη, μέσα από συμμετοχή σε ιερές τελετουργίες και εορτές. Τις περισσότερες φορές ιερείς ήταν αξιοσέβαστοι πολίτες που επιλέγονταν με συγκεκριμένη θητεία - όπως και οι άλλοι αξιωματούχοι της πόλης. Κάθε ιερέας ή ιέρεια είχε τη φροντίδα ενός συγκεκριμένου ναού ή λατρείας για περιορισμένο χρονικό διάστημα, εκτός από εκείνους που εκλέγονταν διά βίου (όπως η Πυθία στους Δελφούς) ή προέρχονταν από τις ελάχιστες ιερατικές οικογένειες της Ελλάδας (όπως ήταν οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες στην Ελευσίνα).
 
Όσον αφορά τη γέννηση και τη δράση των θεών, υπήρχαν πάντοτε οι ποιητές για να υμνούν τους θεούς και να διδάσκουν συγχρόνους και μεταγενέστερους. Τόση ήταν μάλιστα η αίγλη των ποιητών σε θέματα θεολογικά, ώστε ο Ηρόδοτος θεώρησε ότι τη μυθολογία των Ελλήνων τη δημιούργησαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος.
 
Ο Ηρόδοτος είχε και δίκιο και άδικο. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος δεν ανακάλυψαν τους μύθους των θεών. Οι μύθοι υπήρχαν από πολύ παλιά και μετασχηματίζονταν με την προφορική μετάδοση στο μήκος πολλών γενεών. Οι ποιητές αυτοί όμως, και άλλοι λιγότερο ή περισσότερο ένδοξοι, πήραν τις λαϊκές διηγήσεις, τις αφηγήθηκαν ξανά και ξανά και τις συστηματοποίησαν τόσο υποδειγματικά, ώστε οι Έλληνες κατέφευγαν τελικά σε αυτούς για να μάθουν τι έκανε σε μια δεδομένη περίσταση η Ήρα ή ο Απόλλων.
 
Η αρχαία ελληνική θρησκεία δεν ήταν ζήτημα προσωπικών πεποιθήσεων και πίστης. Ήταν πρωτίστως λατρεία, δηλαδή ενεργητική συμμετοχή σε εορτές και πανηγύρεις, πομπές και τελετουργίες. Οι λατρευτικές αυτές πρακτικές διάνοιγαν ή ανανέωναν τους διαύλους επικοινωνίας των ανθρώπων με την αθάνατη φύση. Η κατεξοχήν και σχεδόν πανταχού παρούσα πράξη λατρευτικής επαφής με τους θεούς ήταν η θυσία.
 
Θυσία είναι γενικά μια αποστέρηση αγαθών και η προσφορά τους στους θεούς, δηλαδή η αφ-ιέρωση. Οτιδήποτε οι άνθρωποι θεωρούσαν πολύτιμο για τη ζωή τους, από τα πρώτα δείγματα σοδειάς του χωραφιού τους (ἀπαρχάς) έως και τον έφηβο γιο ή τη μονάκριβη κόρη τους, μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο θυσίας, πραγματικής ή φαντασιακής. Στην αρχαία Ελλάδα οι ανθρωποθυσίες, τις οποίες γνωρίζει ο Όμηρος, περιορίστηκαν στον μύθο και αντικαταστάθηκαν στην πραγματική λατρεία από συμβολικές θανατώσεις ανθρώπων - μάλλον επειδή θεωρήθηκαν ιδιαίτερα βάρβαρες για μια πολιτισμένη κοινωνία. Το αίμα από τις θυσίες των ζώων, όμως, έρεε άφθονο σε κάθε εκδήλωση θρησκευτικότητας.
 
Το πιο αγαπημένο θύμα ήταν το βόδι, λόγω της μεγάλης αξίας του και του εντυπωσιακού του όγκου. Μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε άλλο κατοικίδιο ζώο - ακόμη και το άλογο ή ο σκύλος, κάποτε μάλιστα και άγρια ζώα πιασμένα ειδικά για την περίσταση. Πριν από την έναρξη της μάχης και για να ευοδωθεί η έκβασή της, θυσιάζονταν κατσίκες στην Άρτεμη. Οι Έλληνες, και κυρίως οι ιδιαίτερα θεοφοβούμενοι Σπαρτιάτες, μετέφεραν στις εκστρατείες τους ολόκληρα κοπάδια ζώων για τις απαραίτητες θυσίες.
 
Η επιλογή του θύματος σχετιζόταν με τη θεότητα στην οποία απευθυνόταν η προσφορά και καθοριζόταν, συχνά με εξονυχιστική ακρίβεια, από απαράβατους ιερούς νόμους. (Ορισμένοι σώζονται σε επιγραφές.) Γενικά, για τις σκοτεινές και επικίνδυνες θεότητες της γης θυσιάζονταν, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ζώα μαύρου χρώματος, τα οποία καίγονταν ολόκληρα στην πυρά ενός σκάμματος πάνω στο χώμα (βόθρου ή ἐσχάρας), αφού πρώτα το αίμα τους είχε ποτίσει τη γη. Αυτά ήταν τα ὁλοκαυτώματα και συνέβαιναν σπανιότερα. Η συνηθέστερη θυσία αφορούσε τους μεγάλους ολύμπιους θεούς και γινόταν στο άπλετο φως της ημέρας. Σε αυτές τις πολύ συχνότερες περιπτώσεις οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν μαζί με τους θεούς σε μια συμβολική ευωχία, κατά την οποία οι αιθέριοι θεοί απολάμβαναν τις οσμές του καμένου λίπους και οι θνητοί τρέφονταν, λίγο πιο υλικά, με τα εντόσθια και το κρέας.
 
Η τελετουργική θανάτωση ενός ζωντανού γέμιζε τους συμμετέχοντες με ιερό δέος για τη σχέση ζωής και θανάτου. Σε αυτό αποσκοπούσε η απαραίτητη δραματοποίηση, που ήταν μέρος κάθε θυσίας ζώου. Ο Όμηρος, η εικονογραφία και άλλες μεταγενέστερες πηγές φανερώνουν τις λεπτομέρειες, καθώς το τελετουργικό της θυσίας διατηρήθηκε αναλλοίωτο για αιώνες.
 
Οι παρευρισκόμενοι παρακολουθούσαν τη θυσία όρθιοι, σχηματίζοντας κύκλο γύρω από το κέντρο που σηματοδοτούσε ο βωμός με την αναμμένη πυρά. Ένας ταύρος με χρυσωμένα τα κέρατα οδηγούνταν στον βωμό. Ο ιερέας ράντιζε αρχικά το κεφάλι του ζώου με νερό. Το ανάγκαζε έτσι να κατανεύσει συμβολικά στη θανάτωσή του. Η φωτιά τονωνόταν με σπονδές άκρατου οίνου. Μετά ο ιερέας έκοβε λίγες τρίχες από το μέτωπο του ζώου και τις πετούσε στη φωτιά ως απαρχή της προσφοράς που θα ακολουθούσε. Από ένα καλάθι με κριθάρι, όπου ήταν κρυμμένο το μαχαίρι της σφαγής, ο ιερέας έριχνε λίγους σπόρους πάνω στον ταύρο και έβγαζε το φονικό όπλο. Όλα ήταν έτοιμα για τη φοβερή κορύφωση της τελετής. Με ένα απότομο και επιδέξιο χτύπημα ο ιερέας ανάγκαζε τον ταύρο να αναπηδήσει και κατόπιν να σωριαστεί στο έδαφος. Μετά έκοβε τη βασική αιμοφόρο αρτηρία του λαιμού. Το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας. Οι παρευρισκόμενοι, και ιδίως οι γυναίκες που ως τότε παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα, έβγαζαν τώρα σπαρακτικές κραυγές (ὀλολυγάς). Η θανάσιμη και χαίνουσα πληγή του ταύρου στρεφόταν προς τον βωμό για να τον ραντίσει με αίμα. Ακολουθούσε η εκδορά του ζώου και ο τεμαχισμός του σώματος με βάση τις αρθρώσεις. Τα οστά καλύπτονταν με λίπος και τοποθετούνταν στην πυρά για τους θεούς. Τα βρώσιμα μέρη ψήνονταν για να αναλωθούν επιτόπου μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα γλεντιού μαζί με κρασί. Η ιερή πράξη τελέστηκε με επιτυχία. Οι θεοί θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι. Το ίδιο και οι θνητοί.
 
Θυσία ήταν η τελετουργική πράξη που καθαγίαζε τη θανάτωση έμψυχων ζώων και εξάγνιζε την κοινωνία. Οι μοναδικοί τρόποι αφαίρεσης ζωής με τους οποίους μπορούσε να φαγωθεί νόμιμα κρέας στην αρχαία Ελλάδα ήταν δύο: η θυσία και το κυνήγι - ένα είδος άγριας θυσίας προς τιμήν της Άρτεμης. Κάθε άλλη θανάτωση ζωντανού έμοιαζε με ανόσιο φόνο.
 
Θηριόμορφες και τερατόμορφες θεότητες εξακολούθησαν να λατρεύονται στην Ελλάδα μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Ωστόσο, οι κατεξοχήν ελληνικοί θεοί παρουσιάστηκαν στην ποίηση και την τέχνη, δηλαδή στο συλλογικό φαντασιακό των Ελλήνων, με ανθρώπινη μορφή. Ήταν βέβαια πιο λαμπροί, πιο ωραίοι και πιο δυνατοί από τους ανθρώπους και επίσης αθάνατοι. Στα ανάγλυφα και την αγγειογραφία παρουσιάζονται πάντοτε ψηλότεροι από τους θνητούς. Στον ανθρωπομορφισμό των θεών αντιστοιχούσε ο δυνητικός θεομορφισμός των ανθρώπων.
 
Οι περισσότεροι θεοί ήταν κοινοί για όλους. Κάθε περιοχή όμως ή πόλη προσηλωνόταν σε ορισμένες θεότητες με μεγαλύτερη αφοσίωση και τους χάριζε ειδικά λατρευτικά επίθετα - περίπου όπως συμβαίνει σήμερα με τους αγίους και την Παναγία. Η πόλις είχε τον προστάτη της ήρωα ή θεό, τις δικές της γιορτές και τους δικούς της ιερούς κανόνες. Το Άργος λάτρευε πρωτίστως την Ήρα, η Κόρινθος τον Απόλλωνα, η Αθήνα την Αθηνά. Η Αθηνά Χαλκίοικος, ο Απόλλων Κάρνειος και η Άρτεμις Ορθία ήταν οι τρεις βασικές θεότητες της Σπάρτης. Τα Θεσμοφόρια, μια γυναικεία γιορτή αφιερωμένη στη Δήμητρα όπου απαγορευόταν αυστηρά η συμμετοχή ανδρών, μαρτυρούνται σε πολλές πόλεις, αλλά όχι σε όλες. Η λατρεία του Ήλιου, αντίθετα, ήταν το ιδιάζον χαρακτηριστικό της δωρικής Ρόδου. Άλλα νησιά του Αιγαίου τιμούσαν το ηλιακό φως με τη μορφή του Απόλλωνα. Η πολυμορφία χαρακτήριζε τη θρησκεία, όπως και τόσους άλλους τομείς.
 
Η λατρεία ήταν σε μεγάλο βαθμό υπόθεση κοινωνική, μολονότι υπήρχαν και τελετές καθαρά ιδιωτικού χαρακτήρα. Αν και δεν εξαφανίστηκαν οι πατροπαράδοτες λατρείες που αποτελούσαν προνόμιο κάποιων ισχυρών οικογενειών, το μεγαλύτερο μέρος των ιερατικών καθηκόντων των παλαιών γενών μεταβιβάστηκε σταδιακά στο σώμα των πολιτών. Η πόλη στο σύνολό της ήταν πλέον υπεύθυνη για τη δημόσια λατρεία, για τις θυσίες, τις πομπές, τους ναούς - και τις αναγκαίες δαπάνες. Οι πολυτελείς ναοί, το κορυφαίο επίτευγμα της ελληνικής μνημειακής αρχιτεκτονικής, ήταν δική της υπόθεση.
 
Οι σεληνιακοί μήνες του πολιτικού ημερολογίου έπαιρναν το όνομα τους από τη βασική εορτή ή θεότητα του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος. Φυσικά ούτε στο θέμα αυτό υπήρξε ομοφωνία, αφού οι εορτές διέφεραν από τόπο σε τόπο. Διαφαίνεται ωστόσο μια γενική ανταπόκριση ανάμεσα στις ιερές τελετές και τον ετήσιο κύκλο των εποχών και της βλάστησης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική θρησκεία, προϊόν πολιτισμού η ίδια, ήταν στενά δεμένη με τη φύση - ή μάλλον συντονισμένη στους ρυθμούς της.
 
Κάθε επισφαλής τομέας της ανθρώπινης ζωής, όπως η γέννηση, η ενηλικίωση, ο γάμος, ο πόλεμος και ο θάνατος, είχε τον δικό του έφορο θεό - όχι τον ίδιο παντού και πάντοτε. Κάποτε μάλιστα συνεργάζονταν πολλές θεότητες για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τον τοκετό, για παράδειγμα, τον προστάτευαν τουλάχιστον τρεις γυναικείες θεότητες: η Ειλείθυια, η Ήρα Τελεία και η Άρτεμις Λοχία. Αφηρημένες έννοιες, όπως η Νίκη, ο Ίμερος (ερωτικός πόθος), η Ειρήνη, η Φήμη και το Γέλιο, μπορούσαν επίσης να προσλάβουν θεϊκές τιμές και να γίνουν το αντικείμενο δημόσιας λατρείας.
 
Είτε επρόκειτο για μια ιερή πομπή που κόμιζε στην τιμώμενη θεότητα ένα νέο ένδυμα, όπως στα Παναθήναια, είτε για θυσία, είτε για οποιοδήποτε άλλη τελετή, ανοιχτή σε όλους ή περιορισμένη σε κάποιες ηλικιακές ομάδες, η αρχαιοελληνική λατρεία ήταν κάτι που συνέβαινε στο ύπαιθρο, κάτω από τον καυτό ήλιο, τη σελήνη, τα σύννεφα ή τη βροχή. Ο ναός δεν ήταν παρά το περικαλλές οίκημα του αγάλματος του θεού. Ελάχιστα πράγματα, πλην προσφορών και προσκύνησης, συνέβαιναν στο εσωτερικό του. Εξαίρεση αποτελούν τα μυστήρια, τελετουργίες μύησης που συνοδεύονταν από αυστηρούς κανόνες μυστικότητας και τελούνταν σε κλειστούς χώρους κατά τη διάρκεια της νύχτας.
 
Τις περισσότερες φορές οι τελετουργίες είχαν τοπική μόνο εμβέλεια. Ωστόσο, δύο περιοχές απέκτησαν γρήγορα υπερτόπια αίγλη. Οι Δελφοί και η Ολυμπία μετατράπηκαν από επιχώριοι τόποι λατρείας σε πανελλήνια θρησκευτικά κέντρα.
 
Οι Δελφοί ήταν το κατεξοχήν μαντείο της αρχαίας Ελλάδας (όπως η Ολυμπία ο κατεξοχήν τόπος αγώνων), αλλά δεν ήταν το μόνο. Το απομακρυσμένο ιερό του Δία στη Δωδώνη της Ηπείρου ήταν ένας επίσης ονομαστός, αν και λιγότερο πλούσιος, τόπος πρόγνωσης του μέλλοντος. Οι τρόποι μαντείας δεν ήταν παντού οι ίδιοι. Στη Δωδώνη η ἱερὰ φηγός, μια τεράστια βαλανιδιά αφιερωμένη στον Δία, έδινε, με το θρόισμα των φύλλων της και τις κινήσεις των πουλιών που φώλιαζαν πάνω της, κρυπτικά σημάδια, τα οποία τρεις ιέρειες, που ενδεικτικά ονομάζονταν πελεῖαι («περιστερές»), αποκρυπτογραφούσαν για τους πελάτες τους.
 
Στους Δελφούς ακολουθούσαν άλλη μέθοδο. Η ίδρυση του μαντείου του Απόλλωνα στους Δελφούς συνέβη κατά τον ύστερο 9ο ή πρώιμο 8ο αιώνα. Από τις αρχές του 7ου αιώνα, το μαντείο είχε ήδη αποκτήσει πανελλήνια φήμη και έπαιξε σημαντικό ρόλο στον ελληνικό αποικισμό. Κατά τον 6ο αιώνα η αίγλη του ξεπέρασε τα όρια της Ελλάδας. Το συμβουλεύονταν πλέον τόσο ιδιώτες όσο και πόλεις, τόσο απλοί άνθρωποι για τα καθημερινά προβλήματα του βίου όσο και μέγιστοι άρχοντες και βασιλείς, όπως ο βασιλιάς των Λυδών Κροίσος, και ο Φίλιππος Β' των Μακεδόνων, για πολεμικές επιχειρήσεις και πολιτικούς σχεδιασμούς.
 
Για τον τρόπο με τον οποίο δίνονταν οι χρησμοί στους ενδιαφερόμενους διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες, κυρίως από ύστερους συγγραφείς (τον Πλούταρχο, τον Παυσανία και άλλους). Αρχικά έπρεπε ο θεός να συναινέσει. Την έβδομη μέρα κάθε μήνα, τότε που εορτάζονταν τα γενέθλια του Απόλλωνα, η θέληση του θεού «διαβαζόταν» στην αντίδραση μιας γίδας που ράντιζαν με νερό: αν το δέρμα του ζώου έτρεμε, αυτό σήμαινε ότι ο θεός ήταν σύμφωνος· αν το ζώο δεν αντιδρούσε, έπρεπε να περιμένουν. Στη χρησμοδοσία βασική ήταν η μορφή της Πυθίας, μιας γυναίκας άνω των πενήντα ετών από την τοπική κοινωνία, η οποία υπηρετούσε τον Απόλλωνα διά βίου και ήταν υποχρεωμένη να παραμένει αγνή. Ύστερα από τελετουργικό καθαρμό στην Κασταλία πηγή έκαιγε φύλλα δάφνης και κριθάρι στην εστία του ναού, και κατόπιν καθόταν, στεφανωμένη με δάφνη, πάνω στον ιερό τρίποδα του Απόλλωνα μέσα στο άδυτο του ναού. Από το σημείο αυτό, σε κατάσταση ενθουσιαστικής μανίας, προέφερε τους χρησμούς. Δύο ἱερεῖς και πέντε ὅσιοι ήταν υπεύθυνοι για όλες τις συναλλαγές με τους πελάτες του μαντείου, τις θυσίες και την εν γένει τήρηση της τάξης. Πιθανόν ένας από τους ιερείς (ο προφήτης) ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή των χρησμών ή την έμμετρη μεταγραφή τους.
 
Υπήρξε διαβόητη, ήδη από την αρχαιότητα, η αμφισημία αρκετών (πραγματικών ή επινοημένων) χρησμών. Για να αυξήσει το κόρος του, το μαντείο των Δελφών κατασκεύαζε κάποτε χρησμούς για γεγονότα που δεν είχε αρχικά προβλέψει ή τροποποιούσε αποτυχημένες προρρήσεις εκ των υστέρων. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι οι περισσότεροι χρησμοί δεν επιδέχονταν πολλαπλές ερμηνείες. Ο οικονομικότερος μάλιστα τρόπος μαντείας, ειδικά για τους ιδιώτες, ήταν να ζητηθεί μονολεκτική απάντηση του τύπου «ναι» ή «όχι», σε ένα κατάλληλα διατυπωμένο ερώτημα. Το μαντείο τότε περισσότερο συμβούλευε παρά δεσμευόταν για την έκβαση του μέλλοντος. Οι περισσότερες απαντήσεις του ήταν καταφατικές, γεγονός που δηλώνει ότι ο θεός έδινε την έγκριση του στις ιδιωτικές ή δημόσιες επιθυμίες. Σημαντικός και κάποτε καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του μαντείου σε θέματα ειρήνης και πολέμου, επίλυσης των εσωτερικών κρίσεων που μάστιζαν τις αρχαϊκές πόλεις και θεσμοθέτησης νέων νόμων. Πιθανότατα το μαντείο διέθετε εκτεταμένο σύστημα συγκέντρωσης γεωπολιτικών πληροφοριών και, με το θεοπρόβλητο κύρος του, μπορούσε έμμεσα να ασκεί πολιτική στις διακρατικές σχέσεις των ελληνικών πόλεων και στις διεθνείς σχέσεις τους με τους αλλοεθνείς πληθυσμούς των συνόρων.

Νίτσε: Να μην σκέφτεσαι πια τον εαυτό σου

Θα έπρεπε να σκεφτούμε σοβαρά: γιατί πηδούμε στο νερό για να ανασύρου­με κάποιον που βλέπουμε να πνίγεται, ενώ δεν τρέφουμε κα­μιά συμπάθεια γι' αυτόν;
 
Από έλεος: εδώ δεν σκέφτεσαι πια παρά τον πλησίον σου, - απαντά ο παραλογισμός. Η αλήθεια είναι ότι στον οίκτο, - εννοώ σ' αυτό που συνήθως αποκαλούμε εσφαλμένα οίκτο - δεν σκεπτόμαστε πια τον εαυτό μας συ­νειδητά, αλλά τον σκεφτόμαστε πολύ έντονα με ασυνείδητο τρόπο, όπως όταν το πόδι μας γλιστρά και κάνουμε ασυνείδη­τα τις αντίθετες κινήσεις που αποκαθιστούν την ισορροπία μας, χρησιμοποιώντας καταφανώς όλη μας τη λογική.

Το ατύ­χημα ενός άλλου προσώπου μας προσβάλλει γιατί μας κάνει να νιώσουμε την αδυναμία μας, ίσως και τη δειλία μας, αν δεν τον βοηθήσουμε. Ή μάλλον αυτό προκαλεί ήδη από μόνο του μείωση της τιμής μας μπροστά στους άλλους ή και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Ακόμη περισσότερο βρίσκουμε στο ατύχημα και στον πόνο ένα σήμα κινδύνου που παραμονεύει για μας. Και ήδη αυτές οι ενδείξεις της ανθρώπινης αβεβαιότητας και αδυ­ναμίας μπορούν να μας προκαλέσουν οδυνηρές συνέπειες. Απωθούμε αυτό το είδος αθλιότητας και προσβολής και απα­ντούμε σ' αυτό με μια πράξη συμπόνιας που μπορεί να κρύβει μια λεπτή άμυνα και ακόμη μια εκδίκηση.

Μαντεύει κανείς ότι στο βάθος σκεφτόμαστε πολύ τον εαυτό μας, όταν βλέπουμε την απόφαση που παίρνουμε σε όλες τις περιπτώσεις όπου μπο­ρούμε να αποφύγουμε το θέαμα του άλλου που πάσχει, που στερείται, που οδύρεται: αποφασίζουμε να μην το αποφύγου­με όταν μπορούμε να το πλησιάζουμε ως άνθρωποι δυνατοί και συμπονετικοί, σίγουροι για την επιδοκιμασία, θέλοντας να νιώσουμε την αντίθεση της δικής μας ευτυχίας, ή καλύτερα ελ­πίζοντας να διασκεδάσουμε την πλήξη μας.

Οδηγούμε στην παραπλάνηση όταν αποκαλούμε οίκτο (Mitleid) την οδύνη (Leid) που μας προκαλεί ένα τέτοιο θέαμα και που μπορεί να είναι πολύ ποικιλόμορφο, επειδή σε κάθε περίπτωση, είναι μια οδύνη από την οποία λυτρώνεται αυτός που υποφέρει μπρο­στά μας: αυτό είναι δικό μας, όπως εκείνου είναι δικός του ο πόνος του.

Όταν λοιπόν επιδιδόμαστε σε συμπονετικές πρά­ξεις, απαλλασσόμαστε μόνο από τον προσωπικό πόνο. Ωστό­σο, δεν ενεργούμε ποτέ έτσι από ένα μόνο κίνητρο: όπως είναι βέβαιο ότι θέλουμε να λυτρωθούμε από ένα πόνο, το ίδιο βέ­βαιο είναι ότι, για την ενέργεια, υποχωρούμε σε μια παρόρμηση ευχαρίστησης - και η ευχαρίστηση προκαλείται από το θέα­μα μιας κατάστασης αντίθετης με τη δική μας, επειδή η σκέψη της δύναμης να βοηθούμε μόνο αν θέλουμε, αποσκοπεί σε επαίνους και σε αναγνώριση στην περίπτωση που θα βοηθού­σαμε, με την πράξη της ίδιας της βοήθειας, εφόσον η πράξη πετυχαίνει (και όπως πετυχαίνει προοδευτικά, προκαλεί από μόνη της χαρά στον εκτελεστή της), αλλά κυρίως από το αί­σθημα ότι η παρέμβασή μας θέτει ένα όρο σε μια εξοργιστική αδικία (η εκτόνωση της οργής αρκεί ήδη για να ανακουφίσει).

Όλα αυτά μαζί με πολλά ακόμη λεπτότερα στοιχεία, είναι «οί­κτος» («Mitleid»): -πόσο αδέξια επιτίθεται η γλώσσα μας μ' αυ­τή τη λέξη για ένα τόσο περίπλοκο οργανισμό! - Το ότι, αντίθε­τα, η συμπόνια είναι ταυτόσημη με την οδύνη που την προκα­λεί η θέα της, ή το ότι έχει γι' αυτό μια ιδιαίτερα διεισδυτική και ευαίσθητη κατανόηση - αυτά αντιτίθενται στην εμπειρία, κι εκείνος που έχει εγκωμιάσει τον οίκτο μ' αυτές τις δύο σχέ­σεις, στερείται αρκετής πείρας στο ηθικό πεδίο.

Γι' αυτό μου εγείρονται αμφιβολίες όταν διαβάζω τα απίστευτα πράγματα που αναφέρει ο Σοπενχάουερ για την ηθική: αυτός που θα ήθε­λε με όλα αυτά να μας πείσει να πιστέψουμε στην μεγάλη και­νοτομία της εφεύρεσής του, ότι δηλαδή ο οίκτος - αυτός ο οί­κτος που παρατηρεί τόσο επιπόλαια και που περιγράφει τόσο αδέξια - είναι η πηγή κάθε ηθικής πράξης για το παρόν και για το μέλλον - ακριβώς εξαιτίας των ικανοτήτων που αυτός πρώ­τος επινόησε γι' αυτόν.

Στο κάτω- κάτω, τι ξεχωρίζει τα άτομα χωρίς έλεος από τα συμπονετικά άτομα;

Πριν απ' όλα -για να δώσουμε ακόμη ένα σκίτσο με αδρές γραμμές- δεν έχουν την ευερέθιστη φαντασία που προκαλεί ο φόβος, ούτε την επιδεξιότητα να προαισθάνονται τον κίνδυνο. Έτσι, η ματαιοδοξία τους πληγώνεται πιο αργά αν γίνει κάτι που θα μπορούσαν να το είχαν αποφύγει (για να διαφυλαχτεί η περηφάνια τους, τους προστάζει να μην αναμιχτούν ανώφελα σε υποθέσεις των άλ­λων, και μάλιστα, εφόσον ενεργούν έτσι, τους αρέσει να βοη­θά ο καθένας τον εαυτό του και να παίζει με τα δικά του χαρ­τιά). Επιπλέον, έχουν συνηθίσει γενικά να υπομένουν περισσό­τερα βάσανα απ' όσο οι συμπονετικοί άνθρωποι, και δεν τους φαίνεται άδικο να υποφέρουν οι άλλοι εφόσον έχουν υποφέ­ρει κι αυτοί οι ίδιοι.

Στο κάτω-κάτω, το θέαμα των ευαίσθητων αισθημάτων τους προκαλεί τον ίδιο πόνο που προκαλεί το θέα­μα της στωικής απάθειας στους συμπονετικούς ανθρώπους. Κι έχουν για τις ευαίσθητες καρδιές περιφρονητικά λόγια και φοβούνται ότι το αρρενωπό πνεύμα τους και η ψύχραιμη ανδρεία τους κινδυνεύουν: μπροστά στους άλλους κρύβουν τα δάκρυά τους και όταν είναι μόνοι τους τα σφουγγίζουν οργι­σμένοι με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Αυτοί ανήκουν σε ένα άλλο είδος εγωιστών από τους συμπονετικούς ανθρώπους. Αλλά με το να τους χαρακτηρίσουμε κακούς με διακριτική σημασία και να αποκαλέσουμε τα συμπονετικά άτομα καλούς, δεν σημαίνει τίποτα άλλο από μια ηθική της μόδας: ακριβώς όπως είχε η αντίθετη μόδα στην εποχή της, μια πολύ μακρόχρονη εποχή!
 
Νίτσε, Αυγή -σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις

Στοίχειωμα: Τα πνεύματα και η άλλη πλευρά της Νύχτας

Από μικροί μεγαλώσαμε με ιστορίες γεμάτες φαντάσματα, με σκοπό είτε να μας κάνουν πιο φρόνιμους είτε να μας τρομάξουν, όπως έκαναν οι παππούδες ή οι παρέες μας. Ίσως ορισμένοι να παρακολουθούσατε και τα καρτούν όπου εμφάνιζαν τα στοιχειωμένα σπίτια να κατοικούνται από ημιδιάφανα φιλικά φαντάσματα ή αιωρούμενα σεντόνια να πηγαινοέρχονται. Εκείνη η “ρομαντική” εποχή φαίνεται πως πέρασε πλέον, καθώς ο κινηματογράφος γίνεται ολοένα και πιο “τολμηρός” και πιο ενημερωμένος πάνω στα στοιχειώματα, όπως στις ταινίες “Μεταφυσική Δραστηριότητα”, “Το Κάλεσμα”, “Άναμπελ” αναφέροντας μερικά. Στην πραγματικότητα όμως, τι είναι το Στοίχειωμα;

Με τον όρο αυτό εννοούμε τις επαναλαμβανόμενες εκδηλώσεις από ανεξήγητα αισθητήρια και φυσικά φαινόμενα τα οποία προκαλούνται από τα Φαντάσματα, τα Πόλτεργκάϊστ ή τα Πνεύματα που έχουν προσκολληθεί σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή μέρος. Στα αγγλικά ο όρος “haunt” (στοιχειώνω) έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη “home” (σπίτι/ οικία). Συχνά, μια στοιχειωμένη τοποθεσία είναι η πάλαι ποτέ οικία του πεθαμένου ή το σημείο στο οποίο πέθανε. Στις στοιχειωμένες περιοχές συμπεριλαμβάνονται και μέρη τα οποία ήταν αγαπημένα ή σύχναζαν τακτικά οι νεκροί, καθώς και περιοχές με βίαιο θάνατο. Άλλα στοιχειώματα είναι απλά “άστοχα”, καθώς εκδηλώνονται χωρίς κάποια εξήγηση.

Δεν υπάρχει κάποιο κυρίαρχο μοτίβο όσον αφορά το στοίχειωμα. Δεν είναι σίγουρο ότι κάποιος που θα επισκεφτεί ή θα μείνει σε ένα στοιχειωμένο μέρος, θα βιώσει και τα φαινόμενα αυτά. Κάποια από αυτά τα φαινόμενα εκδηλώνονται περιοδικά ή συνεχώς ανά διαστήματα τα οποία είναι μικρά, διάρκειας μόλις λίγων ημερών ή και λιγότερο. Άλλα διαρκούν αιώνες ενώ υπάρχουν και στοιχειώματα που εκδηλώνονται μόνο σε συγκεκριμένες “Επετείους”.

Τα περισσότερα στοιχειώματα συμπεριλαμβάνουν θορύβους, όπως μυστηριώδη πατήματα, θρόισμα, ψιθύρους, ήχους από ζώα και ουρλιαχτά, χτυπήματα, γδούπους ακόμα και χτυπήματα με τις κλειδώσεις των δαχτύλων, μυρωδιές όπως αυτές των λουλουδιών, αρώματα, καμένο ξύλο, σάπια σάρκα ή κάτι σάπιο γενικότερα, απτικές αισθήσεις όπως παγωμένες βελονιές στο σώμα, κρύα ρεύματα και αίσθημα ότι κάποιο αόρατο χέρι σε ακουμπάει. Κάποια από τα στοιχειώματα παρουσιάζουν φαινόμενα Πόλτεργκάϊστ όπως την αναδιαμόρφωση των επίπλων, σταματημένα ρολόγια, σπασμένα γυαλικά και καθρέφτες, και η μετακίνηση των αντικειμένων. Ο κοινός ήχος μεταξύ των στοιχειωμάτων είναι αυτός της μετακίνησης βαριών αντικειμένων και το τράβηγμα τους επάνω στο πάτωμα, από τη μια μεριά στην άλλη. Παρόλα αυτά, τα δωμάτια στα οποία συμβαίνουν, παραμένουν άθικτα.

Οι άνθρωποι μπορεί να βιώσουν αρνητικά συναισθήματα στις στοιχειωμένες περιοχές, όπως είναι ο έντονος θυμός, ο φόβος ή ακόμα και μίσος. Μπορεί να αισθανθούν ακόμα και την παρουσία κάποια σκοτεινής οντότητας. Φυσικά, όλα τα στοιχειώματα δεν έχουν σκοτεινά πνεύματα ή παρουσίες. Υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις όπου σχετίζονται με καλόβουλα και φιλικά πνεύματα (όχι δεν είναι ο Κάσπερ). Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται τα φαντάσματα ζώων, όπως κατοικίδιων σκύλων, γατιών και αλόγων, τα οποία κάποιος μπορεί να τα αισθανθεί, να τα δει ή να τα ακούσει στα οικεία τους μέρη. Ακόμα και τα αντικείμενα και η τοποθεσία τους μπορεί να είναι στοιχειωμένα. Στην Βρετανία, υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές για στοιχειωμένα κρανία (τα “Ουρλιαχτά Κρανία”) τα οποία προκαλούν απόκοσμα ουρλιαχτά όταν είναι να απομακρυνθούν από το μέρος τους μέσα σε σπίτι. Οι περιπτώσεις των Πόλτεργκάϊστ είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία. Χαρακτηρίζονται από βίαιες φυσικές διαταραχές όπως το πέταγμα και η αιώρηση αντικειμένων, χτυπήματα στην πόρτα, επιθέσεις σε ανθρώπους, σεξουαλικές επιθέσεις και έντονους θορύβους. Αυτές οι διαταραχές συχνά φαίνεται να προκαλούνται από ζωντανό άνθρωπο. Υπάρχουν αποδείξεις ότι κάποια Πόλτεργκάϊστ μπορεί να είναι ασώματα πνεύματα.

Τα παραπάνω ήταν ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά των στοιχειωμάτων, καθώς η μία υπόθεση από την άλλη διαφέρει, λίγο ή πολύ. Πολλοί, ίσως και συ, να αναρωτιόνται τι είναι αυτό που προκαλεί ένα στοίχειωμα. Ποιοι είναι οι λόγοι και οι αιτίες. Λοιπόν, είναι ευρέως γνωστό, πως τα στοιχειώματα θεωρούνται ότι είναι τα πνεύματα των νεκρών, ειδικά αυτών που είχαν έναν τραγικό ή βίαιο θάνατο. Άλλωστε, τα Φαντάσματα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα είδος υπερφυσικής οντότητας. Πέρα από τα Πόλτεργκάϊστ, υπάρχουν και άλλα πολυάριθμα μη ανθρώπινα πνεύματα όπως οι Άγγελοι, οι Δαίμονες και οι Νεράιδες, που θα μπορούν να στοιχειώσουν ένα μέρος.

Δυστυχώς λίγα είναι γνωστά πάνω στο γιατί και το πως τα στοιχειώματα προκύπτουν ή γιατί δεν βιώνονται ομοιόμορφα μεταξύ των ανθρώπων. Χιλιάδες στοιχειώματα έχουν ερευνηθεί και ερευνώνται ακόμα και σήμερα, από φυσικούς ερευνητές και εξεταστές του Μεταφυσικού από τα τέλη του 19ου αιώνα. Πολλές εξηγήσεις έχουν προταθεί, αλλά δεν υπάρχει μια κυρίαρχη απόδειξη που να υποστηρίζει τη μια καλύτερα από την άλλη. Το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων που είναι συνδεδεμένα με ιστορικά γεγονότα, δεν είναι ευχάριστες εκ φύσεως, διότι οι νεκροί υπέφεραν συναισθηματικά ή πέθαναν ξαφνικά ή με δυσάρεστους τρόπους. Ορισμένες φορές, οι Κατάρες συμβάλλουν σε έναν στοιχειωμένο μέρος. Ωστόσο, υπάρχουν και καλόβουλα στοιχειώματα, όπου καλά πνεύματα λειτουργούν καλόβουλα απέναντι στους ζωντανούς.

Ένας από τους ιδρυτές της Κοινότητας Φυσικών Ερευνών (ΚΦΕ) του Λονδίνου, ο Φρέντερικ Ουίλιαμ Χένρι Μάγιερς (ήταν ποιητής, κλασσικιστής (πολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό κίνημα της Γαλλίας) και φιλόλογος) ο οποίος έκανε εκτενή έρευνα πάνω στις Οπτασίες στα τέλη του 19ου αιώνα, πίστευε πως τα περισσότερα στοιχειώματα είναι αποσπασματικά και ανούσια, τα κομμάτια ενός ενεργειακού κατάλοιπου αφημένο από τον ζωντανό μετά τον θάνατο του. Άλλοι που έχτισαν πάνω σε αυτή τη θεωρία υποστήριξαν πως τα στοιχειώματα δεν εμπλέκουν φαντασματικές προσωπικότητες, αλλά είναι εκείνες οι καταγραφές μια ενέργειας που αποκτάει προσωπικότητες για τους διορατικούς που είναι φυσικά ευαίσθητοι. Η ψυχική ευαισθησία μπορεί να λογαριαστεί για διάφορες εμπειρίες σε ένα στοιχειωμένο μέρος. Γιατί ένα άτομο μπορεί να βιώσει τα φαινόμενα και κάποιο άλλο όχι. Η πρώην γραμματέας της ΚΦΕ, Έλενορ Μίλντρεντ Σίντγουϊκ (φυσική ερευνήτρια και ακτιβίστρια για την ανώτερη μόρφωση των γυναικών), πίστευε πως τα στοιχειώματα ίσως να είναι μια μορφή Ψυχομετρίας. Όπως ένα αντικείμενο μπορεί να απορροφήσει και να διατηρήσει τις “δονήσεις” του κατόχου του, οι οποίες μπορούν να εμφανιστούν σαν εντυπώσεις όταν έρθει σε επαφή με ένα Διάμεσο ή Ψυχικό, τότε ένα σπίτι, ένα κτίριο ή ένα μέρος μπορεί να διατηρήσεις επίσης τις αναμνήσεις ή τις ψυχικές εντυπώσεις. Ένα σπίτι μπορεί να εμπλέκει σκέψεις, πράξεις και συναισθήματα από τους πρώην ενοίκους του, το οποίο μπορεί να εκδηλωθεί ως στοίχειωμα.

Πάνω στη θεωρία της Έλενορ επεκτάθηκαν οι φιλόσοφος Χάρυ Πράις και παραψυχολόγος Ουίλιαμ Ρολ. Η νέα θεωρία του Πράις, η οποία ονομαζόταν “Αναβληθείς Τηλεπάθεια”, θέτει πως υπάρχει ένας “ψυχικός αιθέρας ” ο οποίος είναι η γέφυρα ανάμεσα στον νου και την ύλη και γονιμοποιεί όλη την ύλη και τον χώρο. Ορισμένες σκέψεις και γεγονότα έχουν εντυπωθεί πάνω σε αυτόν τον αιθέρα και παραμένουν επάνω του για μεγάλες περιόδους, ακόμα και χρόνια. Όταν τραγωδίες λαμβάνουν χώρα, οι κατάλληλες ψυχικές συνθήκες δημιουργούνται και εντυπώσεις διαρκείας είναι το αποτέλεσμα τους. Οι ευαίσθητοι άνθρωποι όταν έρχονται σε επαφή με ένα στοιχειωμένο σπίτι, πιθανώς τηλεπαθητικά να συνδέονται με αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα τα οποία “επαναλαμβάνονται” ως στοιχειώματα. Η “Αναβληθείς Τηλεπάθεια” έχει κριθεί από άλλους για το γεγονός ότι δεν εξηγεί τις μετακινήσεις των αντικειμένων τα οποία αναφέρονται στις διάφορες υποθέσεις. Από την άλλη, ο Ρολ πρότεινε πως όλα τα αντικείμενα έχουν ένα ψυχικό πεδίο το οποίο διαχέεται και ρέει από αυτά. Ένας ευαίσθητος άνθρωπος μπορεί να έρθει σε επαφή και να διαβάσει τις εντυπώσεις ενός σπιτιού από το ψυχικό πεδίο κατά τη διάρκεια ενός στοιχειώματος. Η εξήγηση αυτή δέχτηκε παρόμοια κριτική με του Πράις, διότι άνθρωποι που είχαν λίγη ή καθόλου ευαπόδεικτη ψυχική ικανότητα, είχαν βιώσει στοίχειωμα.

Ο Ερνέστο Μποζάνο, ένας Ιταλός παραψυχολόγος, μελέτησε μερικές εκατοντάδες υποθέσεις που αφορούσαν στοιχειώματα και ανέλυσε τα χαρακτηριστικά τους, σχετίζοντας τες με διαφορετικές θεωρίες περί στοιχειώματος και στη δική του πνευματιστική θεωρία. Μέσα από την έρευνα του, κατέληξε σε 5 συμπεράσματα που υποστήριζαν την πίστη του ότι τα στοιχειώματα εκδηλώνονταν από τα πνεύματα των νεκρών. Οι Οπτασίες των νεκρών μπορούν να στοιχειώσουν μέρη που δεν πέθαναν ή δεν έζησαν. Τα στοιχειώματα αποτελούνται από τηλεκινητική μετακίνηση αντικειμένων πράγμα που δηλώνει κάποια ψυχική παρουσία. Τα στοιχειώματα συνδέονται με τους θανάτους σε μεγαλύτερη έκταση από άλλα είδη τραγωδίας ή συναισθημάτων. Τα στοιχειώματα είναι διαλείπων. Όταν πράξεις όπως ο εξορκισμός και οι προσευχές για τους νεκρούς εκτελούνται, τα στοιχειώματα τελειώνουν.

Αρκετοί ερευνητές φαντασμάτων έχουν μια αγαπημένη θεωρία, τουλάχιστον για κάποια από τα στοιχειώματα, η οποία έχει να κάνει με μια πύλη, ένα άνοιγμα σε άλλες διαστάσεις που επιτρέπει στα πνεύματα να εισέρχονται στον Φυσικό Κόσμο. Η πίστη στις πύλες είναι παγκόσμια και αρχαία. Ορισμένα μέρη, τα οποία είναι ιερά, εξυπηρετούν ως φυσικές πύλες, όπως επίσης και τα πηγάδια έχουν συνδεθεί με φυσική είσοδο για τα πνεύματα. Άλλες πύλες μπορούν να ανοίξουν σε μέρη που συνδέονται με τον θάνατο, όπως τα νεκροταφεία, τα πεδία μάχης ή μέρη που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές. Επίσης και τα μέρη που συνδέονται με τραύμα και έντονα συναισθήματα όπως ξενοδοχεία, νοσοκομεία, εκκλησίες και σχολεία. Σπάνια μεν αλλά είναι και αυτά φυσικές πύλες, τα σημεία που έχουν φάρους.

Επιστημονικές έρευνες γεωμαγνητικών και ηλεκτρομαγνητικών περιβαλλοντικών συντελεστών, δείχνουν ότι η ενέργεια του τόπου μπορεί να επηρεάσει το αν είναι ή δεν είναι στοιχειωμένο. Εδώ θα γνωρίσουμε τον Δρ. Τζέισον Μπρέιθγουέϊτ, γνωστικός ψυχολόγος και νευροεπιστήμονας του Πανεπιστημίου του Μπέρμινχαμ της Αγγλίας. Ο ίδιος δήλωσε πως οι έρευνες επί τόπου για φαινόμενα στοιχειώματος, έχουν αποκαλύψει ότι αξιοσημείωτες μαγνητικές υπογραφές μπορεί να υπάρξουν σε συγκεκριμένες τοποθεσίες που σχετίζονται με περίεργες εμπειρίες. Οι ερευνητές έχουν ανακαλύψει πως ασυνήθιστα και κυμαινόμενα φυσικά ενεργειακά πεδία είναι παρόν σε πολλά στοιχειωμένα μέρη. Αυτό δηλώνει πως ορισμένα πεδία επιτρέπουν μια “Μνήμη Χώρου” να συμβεί. Εντυπώσεις από γεγονότα και πρόσωπα έτσι χαράζονται σε ψυχικό χώρο και διατηρούνται και γίνονται αντιληπτά από αυτούς που μπορούν να “συντονιστούν”, είτε θελημένα είτε όχι. Η ενέργεια του σημείου μπορεί να παίξει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο στα στοιχειώματα που αφορούν τα Πόλτεργκάϊστ. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν λένε ότι οι μαγνητικές υπογραφές προκαλούν τα φαινόμενα, αλλά ότι η ενέργεια και τα φαινόμενα απλά συνδέονται. Ο Μπρέιθγουέϊτ δήλωσε πριν λίγα χρόνια ότι το συγκεκριμένο κομμάτι θέλει παραπάνω μελέτη.

Το 2004, ο Μπρέιθγουέϊτ μαζί με άλλους συναδέλφους χρησιμοποίησαν ένα προσαρμοσμένο Σύστημα Ανίχνευσης Μαγνητικής Ανωμαλίας (ΣΑΜΑ) για να ερευνήσουν μαγνητικές υπογραφές στο Κάστρο Μάνκαστερ στο Ρέϊβενγκλας της Δυτικής Κάμπρια της Αγγλίας. Το συγκεκριμένο κάστρο είναι στην περιοχή κοντά στη λίμνη, και είναι γνωστό για φαινόμενα στοιχειώματος. Στο μέρος εκείνο, όσοι το επισκέφτηκαν ανέφεραν φαινόμενα όπως ήχους από παιδιά να κλαίνε και να φωνάζουν, ήχους από ενήλικες, αίσθηση κάποιας παρουσίας και ότι κάποιος τους παρακολουθεί, φευγαλέες ορατές σκιές και Οπτασίες, ήχους από πατήματα, χτυπήματα και κρότους, κουδούνισμα στα αυτιά, έντονους πονοκεφάλους, ζαλάδα, κρίσιμο αίσθημα έντονου φόβου, αίσθηση βάρους στο στήθος και ότι κάτι τραβάει το σώμα προς τα κάτω.

Η μελέτη έδειξε ότι ένα ασυνήθιστο μαγνητικό πεδίο υπάρχει και στην περιοχή του κρεβατιού, ειδικά στο μαξιλάρι. Αν κάποιος μετακινεί το κεφάλι του συνέχεια κατά την διάρκεια του ύπνου, μαγνητικές διαστρεβλώσεις μπορεί να εμφανιστούν γύρω από το κρανίο. Σε παρόμοια κατεύθυνση, πολλοί Παραφυσικοί ερευνητές πιστεύουν στις Γεωενεργειακές Γραμμές (Ley Lines), τις αόρατες γραμμές φυσικής γήινης ενέργειας οι οποίες συμβάλουν στα στοιχειώματα. Οι περιοχές που διασταυρώνονται οι γεωενεργειακές γραμμές, εκεί που το χώμα είναι πλούσιο σε υψηλή περιεκτικότητα από νερό, χαλαζία, γρανίτη, θεωρούνται κυρίως ότι είναι στοιχειωμένα. Σε αντίθεση με τον ενεργειακό τόπο, η συνείδηση, οι σκέψεις, η πεποιθήσεις, το πολιτιστικό υπόβαθρο, οι προσδοκίες και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μπορεί να επηρεάσουν το αν ένα στοίχειωμα βιώνεται ή όχι.

Πλέον η επιστήμη έχει φτάσει σε επίπεδο να θεωρεί πιθανό να κατασκευαστεί ένα δωμάτιο, σχεδιασμένο έτσι ώστε να επιφέρει φαινόμενα στοιχειώματος, με έκθεση ατόμων σε υπόηχες και ηλεκτρομαγνητικές συχνότητες. Σε ένα πείραμα που πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία, με το όνομα “Πρότζεκτ Στοίχειωμα”, ορισμένα άτομα που εκτέθηκαν στο στοιχειωμένο δωμάτιο, ανέφεραν φαινόμενα όπως αίσθηση άλλης παρουσίας, ανησυχία σε συγκεκριμένο σημείο του δωματίου, ανατριχίλες σε όλο το σώμα, φωτεινές μπάλες να αιωρούνται στο δωμάτιο, ομίχλη και φωνές. Για την ώρα ακόμα βρίσκεται υπό έρευνα.

Ένα στοίχειωμα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μπορεί να τερματιστεί. Υπάρχουν πολυάριθμες παραδοσιακές και θρησκευτικές συνταγές παγκοσμίως. Άλλες είναι απλές ως προς τα υλικά και τη διαδικασία, όπως το σκούπισμα των πνευμάτων με το φρόκαλο ή σκούπα, από ανατολή προς δύση. Άλλες είναι πιο πολύπλοκες. Βέβαια τέτοιες συνταγές δεν είναι πάντα επιτυχής, λόγω ότι μπορεί η συνταγή να μην καλύπτει πλήρως το εν λόγω στοίχειωμα. Ορισμένες φορές, ένα στοίχειωμα μπορεί να τερματιστεί με την Απελευθέρωση του Πνεύματος ή με έναν Εξορκισμό. Για άγνωστο λόγο, τουλάχιστον επιστημονικά, ορισμένα στοιχειώματα τερματίζονται από μόνα τους. Ο Εξορκισμός δεν πιάνει σε στοιχειώματα τα οποία φαίνονται ως “αποτυπώματα” ή “καταγραφές” και δεν έχουν ευαίσθητη ευφυΐα και φαίνεται να επαναλαμβάνονται δίχως τέλος.

Μπορεί το Χόλυγουντ να δημιουργεί τρομακτικές ταινίες που είναι ευχάριστες στο να τις παρακολουθήσεις, αλλά δεν είναι σίγουρα το ίδιο με τα πραγματικά στοιχειώματα. Φυσικά, αν ανήκεις στη κατηγορία των σκεπτικιστών σχετικά με όλα αυτά, ίσως να σου φανούν ως παραδείγματα πνευματικής ασθένειας. Όπως και να έχει, για τους μυημένους στη Τέχνη είναι μια πραγματικότητα αλλά για την επιστήμη αποτελεί ακόμα ένα μυστήριο για έρευνα.