Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Σαίρεν Κίρκεγκωρ: ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος

Στις 5 Μαΐου του 1813 γεννήθηκε ο μεγάλος υπαρξιστής φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Το πορτρέτο του Δανού στοχαστή (Søren Aabye Kierkegaard 1813-1855) χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις, αντιθέσεις, εμμονές, πίστη και αμφιβολία, τόλμη και πρωτοτυπία, που με πρότυπό του τον Σωκράτη, σημάδεψε και επηρέασε με τις ιδέες του την εποχή του, αλλά και τον 20ο αιώνα και έγινε πρόδρομος των πιο μοντέρνων και μεταμοντέρνων αντιλήψεων για τον άνθρωπο και την ουσία του.
 
Στο έργο του άσκησε έντονη κριτική τόσο στην Εγελιανή φιλοσοφία της εποχής του, στο ρομαντισμό όσο και σε πρακτικές της επίσημης Εκκλησίας τις οποίες θεωρούσε ανούσιες και τυπολατρικές. Πολλά από τα έργα του ασχολούνται με θρησκευτικά προβλήματα, όπως με τη φύση της πίστης, τον θεσμό της χριστιανικής Εκκλησίας, τη χριστιανική ηθική και θεολογία και τις απόψεις και τα συναισθήματα των ατόμων όταν αντιμετωπίζουν υπαρξιακές επιλογές.
 
Ήταν φιλόσοφος, θεολόγος, κριτικός λογοτεχνίας, θεωρητικός κοινωνιολόγος, ψυχολόγος, ποιητής, άθεος και ένθεος, οπαδός της πίστης, αλλά και της αμφιβολίας, έθεσε, πολλά χρόνια πριν από τις μεταμοντέρνες αναζητήσεις, το καταλυτικό ερώτημα της σύγχρονης εποχής: πως συγκροτεί ο καθένας τη ζωή του.
 
Άνοιξε το μεγάλο κεφάλαιο της «υποκειμενικότητας», σε μια εποχή που η ζωή καθοριζόταν από συμφωνημένα πρότυπα συμπεριφοράς και υποχρεώσεων και υποστήριξε την προτεραιότητα της ανθρώπινης συνθήκης έναντι της αφηρημένης σκέψης και τη σημασία των προσωπικών επιλογών και δεσμεύσεων.
 
Λουθηρανός και συγγραφέας θεολογικών κειμένων, ο Κίρκεγκορ, διατύπωσε από νωρίς, ότι κάθε άνθρωπος δημιουργεί τη δική του σχέση με την πίστη και με τη ζωή, ότι δεν υπάρχει αντικειμενική βεβαιότητα, ότι η αμφιβολία είναι στοιχείο της πίστης, ότι το Χριστιανικό δόγμα εμπεριέχει την αμφιβολία και ότι όποιος δεν το αντιλαμβάνεται δεν είναι πιστός, αλλά μωρόπιστος.
 
Στο βιβλίο του «Φόβος και τρόμος» παρουσιάζει τη φύση της θρησκευτικής εμπειρίας υπό το φως του δράματος που έζησε ο Αβραάμ, όταν πήρε από τον Θεό τη διαταγή να σκοτώσει τον γιο του Ισαάκ και υπακούοντας σε αυτήν ακολούθησε την πίστη του, ερχόμενος σε ρήξη με τους ανθρώπους και τους κανόνες που ρυθμίζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκορ, ο οποίος θεωρεί ότι το ανθρώπινο ον πελαγώνει στην προοπτική των αντιφατικών δυνατοτήτων που ανοίγονται μπροστά του τη στιγμή που πρέπει να πάρει μιαν απόφαση, ο Αβραάμ βρέθηκε τότε στην κόλαση του τρόμου και της αγωνίας, κυριαρχημένος από αβεβαιότητα και απελπισία.
 
«Αν η πεταλούδα είχε ξεχάσει εντελώς ότι είχε υπάρξει κάμπια, θα μπορούσε ίσως στη συνέχεια να ξεχάσει ότι ήταν πεταλούδα και να γίνει ψάρι. Η βαθύτερη φύση δεν ξεχνάει ποτέ τον εαυτό της και ποτέ δεν γίνεται τίποτε άλλο από αυτό που είναι». Το απόφθεγμα αυτό του Κίρκεγκορ από τον «Φόβο και τρόμο» χαρακτηρίζει με τον ιδανικότερο τρόπο τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπινων όντων, αποκαλύπτοντας τη βαθύτερη φύση του
 
Η ζωή του
Ο Κίρκεγκορ, υπήρξε ένα μοναδικό σύμπαν, ένας απόλυτα ελεύθερος στοχαστής, ακατάτακτος σε σχολές και ρεύματα. Επισήμανε την καθοριστική σημασία «του εαυτού» και εξερεύνησε τις ευαισθησίες και τα συναισθήματα των ανθρώπων όταν έρχονται αντιμέτωποι με επιλογές ζωής: «Το θέμα είναι να βρω μια αλήθεια δική μου, μια ιδέα, για την οποία μπορώ να ζήσω και να πεθάνω». Αυτός ο αφορισμός του έγινε η σημαία του Υπαρξισμού, από τη δεκαετία του 30, εποχή που ο Δανός φιλόσοφος κέρδισε τον θρόνο της ευρωπαϊκής διανόησης.
 
Μελαγχολικός και ανατρεπτικός, αγνόησε όλες τις συμβάσεις της εποχής του: Στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, ανακάλυψε ότι δεν τον ενδιέφερε η ιστορία και η φιλοσοφία. «Αυτό που πραγματικά χρειάζομαι είναι να ξεκαθαρίσω τι θα κάνω, ποιος θα είμαι και όχι τι πρέπει να ξέρω…δεν θέλω να ζήσω απομονωμένος στη γνώση, αλλά εκτεθειμένος στην πραγματική ζωή.»
 
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν κήρυξε ποτέ, δεν εξομολογήθηκε ποτέ, παρά μόνο στα ημερολόγιά του, όπως είπε ο ίδιος, στις 7000 σελίδες τους, συγκεντρωμένες σε 23 τόμους, γραμμένες με ιδιαίτερο λογοτεχνικό ύφος, τα οποία αποτελούν την σημαντικότερη πηγή κατανόησης της ζωής και της σκέψης του.
 
Μάλιστα πολύ νωρίς έγινε ένα πρόσωπο περιθωριακό κι απόβλητο, στόχος σαρκασμού και ειρωνείας. Και με τον καιρό, άρχισε κι αυτός να δείχνει την πίκρα του, σαν το άγριο σκυλί που δαγκώνει όλους όσοι το πλησιάζουν. Σιγά σιγά, έγινε ακριβώς αυτό που ο Ίψεν αργότερα θα ονομάσει «εχθρό του λάου».
 
Προς το τέλος πια της ζωής του, είχε φτάσει ν’ ασκεί οξυτάτη κριτική στο σύνολο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πίστευε ότι ολόκληρη η Ευρώπη βάδιζε προς τη χρεοκοπία, ότι ζούσε σε μια εποχή χωρίς πάθη και πίστη και εξαπέλυε μύδρους εναντίον της χαλαρής και αδιάφορης στάσης της Εκκλησίας. Κυρίως, εναντίον των «χριστιανών της Κυριακής», όπως τους ονόμαζε, εκτόξευε, τα κείμενα του, βέλη πύρινα και φαρμακερά». Σήμερα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τους «χριστιανούς των εορτών και των πανηγυριών.
 
Η κληρονομιά του
Η διαθήκη του είναι διαχρονική: « Η εποχή δεν χρειάζεται μια ιδιοφυία –έχει αρκετές- αλλά έναν μάρτυρα, που θα διδάξει στους ανθρώπους τον σεβασμό, με το παράδειγμά του. Η εποχή χρειάζεται αφύπνιση».
 
Φιλόσοφοι και θεολόγοι του οφείλουν τις αφετηρίες τους: η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Νιλς Μπορ, ο Αλμπέρ Καμί, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Καρλ Γιάσπερς, ο Μορίς Μαρλό-Ποντύ, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Μιγκουέλ ντε Ουναμούνο, ο Λούντβιχ Βιντγκενστάιν, ο Κάρλ Πόπερ.

Σύγχρονοι φιλόσοφοι, ένθεοι και άθεοι, οδηγήθηκαν από τις ιδέες του για το άγχος, την απελπισία, τη σημασία του ατόμου, την υποκειμενικότητα της επιλογής: Ο Εμανυέλ Λεβινάς, ο Χανς-Γκέοργκ Γκαντάμερ, ο Ζακ Ντεριντά, ο Άβασντερ Μάκιντάιρ, ο Ρίτσαρντ Πόρτυ.
 
Η λογοτεχνία του 20 αιώνα έχει βαθιές επιρροές από τη σκέψη του: Γ.Χ. Όντεν, Χόρχε- Λουίς Μπόρχες, Χέρμαν Έσε, Φραντς Κάφκα, Φλέινερι Ο’Κόνορ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τ.Ν. Σάλιντζερ, Τζον Άπντάικ.
 
Το έργο του
Εξαιτίας της ενασχόλησης του με τη θρησκεία το έργο του Κίρκεγκωρ έχει καταταγεί στον χριστιανικό υπαρξισμό και την υπαρξιακή ψυχολογία. Οι ιδέες που έφερε στο φως ο Κίρκεγκωρ έγιναν αιτία έντονων συνειδησιακών διλημμάτων και αυτοκριτικής για τους αναγνώστες του. Στο έργο του Δανού θεολόγου υπογραμμίζεται μια επιτακτική ανάγκη: για να γίνουν γόνιμοι οι καιροί που ζούμε, οφείλουν να απολακτίσουν την πολλή και ποικίλη γνώση προς χάριν της αυτογνωσίας· η εποχή μας πρέπει να σπάσει τα δεσμά της αυθεντίας και του δογματισμού και να γίνει σωκρατική, δηλαδή διαλεκτική. Αυτό μπορεί να συμβεί εφόσον πάψει η αντικειμενικότητα να γίνεται το επίκεντρο στην αναζήτηση της αλήθειας. Η σωκρατική φιλοσοφική σκέψη επηρέασε βαθιά τις ιδέες και τα έργα του. Επίσης, η βασική έννοια της υπαρξιακής αγωνίας για την σωτηρία του ανθρώπου που ανέπτυξε ο Κίρκεγκωρ εμφανίστηκε και ορίστηκε αρχικά από τον Ιωάννη Δαμασκηνό.
 
Τα πρώιμα έργα του τα έγραψε χρησιμοποιώντας διάφορους χαρακτήρες με ψευδώνυμα, οι οποίοι παρουσίαζαν τις διαφορετικές απόψεις τους μέσω πολύπλοκων διαλόγων. Ο Κίρκεγκωρ άφηνε στον κάθε αναγνώστη του να κατανοήσει τη σημασία των έργων του, διότι «το έργο [του αναγνώστη] θα πρέπει να καθίσταται δύσκολο, καθώς μόνο η δυσκολία εμπνέει εκείνον που έχει ευγενή κίνητρα». Ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν εξέφρασε την άποψη ότι ο Κίρκεγκωρ ήταν «με διαφορά, ο πιο εξέχων διανοητής του δέκατου ένατου αιώνα». Αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα που επηρέασε τη σύγχρονη διανόηση.»
 
Ο Κίργκεγκορ είχε ακονίσει τη ματιά του έτσι ώστε να διακρίνει με κάθε λεπτομέρεια τη σημασία του μεμονωμένου ατόμου. Αλλά σ’ ένα πράγμα είχε δίκιο: δεν είμαστε μονάχα «παιδιά της εποχής μας». Καθεμιά και καθένας από μας είναι ταυτόχρονα κι ένα μοναδικό άτομο, που ζει μόνο τώρα, αυτή τη μία και μοναδική φορά.
 
Επειδή ο Χέγκελ ενδιαφερόταν μονάχα για την ιστορική εξέλιξη σε γενικές γραμμές, ο  Κίρκεγκωρ θεώρησε ότι η φιλοσοφία των ρομαντικών και ο ιστορισμός του Χέγκελ είχαν αφαιρέσει από το άτομο την ευθύνη για τη ζωή του. Κατά τη γνώμη του, οι ρομαντικοί και ο Χέγκελ έβραζαν στο ίδιο καζάνι.
 
Για τον Κίρκεγκορ, ο χριστιανισμός ήταν κάτι τόσο συγκλονιστικό και συνάμα τόσο παράλογο, που τα απαιτούσε όλα ή τίποτα. Κατά τη γνώμη του, ήταν αδύνατο να πιστεύει κανείς «λίγο» ή «μέχρι ένα ορισμένο σημείο». Διότι ή αναστήθηκε ο Θεός την Κυριακή του Πάσχα ή δεν αναστήθηκε. Κι αν αναστήθηκε στ’ αλήθεια εκ νεκρών, αν πέθανε πράγματι για χάρη μας, τότε έχουμε μπροστά μας ένα γεγονός τόσο συγκλονιστικό, που πρέπει να χαράξει βαθιά κι ανεξίτηλα όλη μας τη ζωή».
 
Ο Κίρκεγκορ διέκρινε στους συγχρόνους του, Εκκλησία και πλήρωμα, μια στάση ψεύτικης ευσέβειας συνδυασμένη με μια δασκαλίστικη λογική κατανόηση της πίστης. Κάτι τέτοιο ήταν γι’ αυτόν αδιανόητο. H θρησκεία και η λογική ήταν γι’ αυτόν σαν το νερό με τη φωτιά. Δεν αρκούσε να θεωρεί κανείς το χριστιανισμό «αληθινό», έλεγε. H χριστιανική πίστη επιβάλλει να βαδίζουμε στα χνάρια του Χριστού».
 
Στα είκοσι οχτώ του χρόνια, έκλεισε τις σπουδές του με την εργασία «H έννοια της ειρωνείας στον Σωκράτη», με την οποία κανονίζει ταυτόχρονα μια και καλή τους λογαριασμούς του με τη ρομαντική ειρωνεία και το αιώνιο παιχνίδι των ρομαντικών με την ψευδαίσθηση. Απέναντι στη ρομαντική ειρωνεία, τοποθετεί τη «σωκρατική ειρωνεία».
 
O Σωκράτης είχε, επίσης, χρησιμοποιήσει κατά κόρον την ειρωνεία, ο σκοπός του, όμως, ήταν να διαπαιδαγωγήσει τους ακροατές του και να τους οδηγήσει σε μια όλο και πιο σοβαρή στάση απέναντι στη ζωή. O Σωκράτης, σε αντίθεση με τους ρομαντικούς, ήταν, για τον Κίρκεγκορ, ένας υπαρξιακός φιλόσοφος, ένας φιλόσοφος, δηλαδή, που συμπεριλαμβάνει όλη του την ύπαρξη στη φιλοσοφική του σκέψη, ενώ οι ρομαντικοί, με την έλλειψη σοβαρότητας που τους διέκρινε, πολύ απείχαν από μια τέτοια υπεύθυνη και συνεπή στάση.
 
O Κίρκεγκορ υιοθέτησε την ακριβώς αντίθετη στάση από το  «σύστημα» του Έγελου που οι οπαδοί του το χρησιμοποιούσαν και το εφάρμοζαν σε όλους σχεδόν τους τομείς της έρευνας και της επιστήμης. και δήλωσε ότι οι «αντικειμενικές αλήθειες», με τις οποίες ασχολιόταν η εγελιανή φιλοσοφία, ήταν εντελώς αδιάφορες για την ύπαρξη του μεμονωμένου ανθρώπου.
 
Σημασία για τον μεμονωμένο άνθρωπο, σύμφωνα με τον Δανό φιλόσοφο, δεν ήταν τόσο η αναζήτηση της ΑΛΗΘΕΙΑΣ με κεφαλαία, αλλά ήταν η αναζήτηση των αληθειών που παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του κάθε ατόμου. Το σπουδαίο είναι, έλεγε, «να βρω τη δική μου αλήθεια«. Τοποθέτησε, λοιπόν, απέναντι στο «Σύστημα» το άτομο – τον μεμονωμένο άνθρωπο. O Χέγκελ, έλεγε, είχε ξεχάσει πως ήταν κι ο ίδιος ένας άνθρωπος. O Κίρκεγκωρ κορόιδευε με καυστικό τρόπο τους αφηρημένους καθηγητές της εγελιανής φιλοσοφίας, που ζουν στα σύννεφα, κι ενώ εξηγούν ολόκληρο το Σύμπαν, ξεχνούν το ίδιο τους το όνομα, ξεχνούν ότι είναι ανθρώπινα όντα κι όχι ενσαρκώσεις μιας κάποιας στρυφνής και ακαταλαβίστικης παραγράφου.
 
Μια περιγραφή, γενική και θεωρητική, της ανθρώπινης φύσης ή της ανθρώπινης «ύπαρξης» δεν ενδιέφερε καθόλου τον Κίρκεγκωρ. Σημασία έχει γι’ αυτόν η ύπαρξη του μεμονωμένου ατόμου, τον κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με την ύπαρξή του καθισμένος πίσω από ένα γραφείο. Μόνο όταν ενεργούμε, – και προπάντων όταν προχωρούμε με σημαντικές επιλογές- , μόνο τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ύπαρξή μας.
 
Μια ιστορία από τη ζωή του Βούδα μπορεί να μας δώσει να καταλάβουμε το ακριβώς εννοούσε ο Κίρκεγκωρ. Γιατί και η φιλοσοφία του Βούδα είχε ως αφετηρία της την ανθρώπινη ύπαρξή. Κάποτε ήταν ένας μοναχός που πίστευε ότι ο Βούδας δίνει ασαφείς απαντήσεις σε πολύ σημαντικά ερωτήματα, όπως: τι είναι ο κόσμος και τι είναι ο άνθρωπος. O Βούδας τοΰ απάντησε με ένα πολύ πετυχημένο παράδειγμα: Ας πούμε ότι κάποιος πληγώνεται από βέλος φαρμακερό. O άνθρωπος αυτός δε θα ρωτήσει ποτέ από καθαρά θεωρητικό ενδιαφέρον, από περιέργεια, πώς είναι φτιαγμένο το βέλος που τον χτύπησε, σε ποιο δηλητήριο ήταν βουτηγμένη η μύτη του και από ποια γωνία έπεσε πάνω του και τον χτύπησε. Το σπουδαιότερο για τον πληγωμένο θα ήταν να έρθει κάποιος και να του το βγάλει και να περιποιηθεί την πληγή του.
 
O Βούδας κι ο Κίρκεγκωρ ένιωθαν κι οι δυο πολύ έντονα ότι η ζωή είναι εξαιρετικά σύντομη. Και σ’ αυτή την περίπτωση δε χώνεται κανείς πίσω από ένα γραφείο να σπαζοκεφαλιάζει για το Παγκόσμιο Πνεύμα.
 
Ο Κίρκεγκωρ είπε ακόμα ότι η αλήθεια είναι «υποκειμενική». Δεν εννοούσε ότι ό,τι κι αν πιστεύουμε, ό,τι κι αν λέμε, κάνει το ίδιο. Εννοούσε ότι οι πραγματικά σημαντικές αλήθειες είναι προσωπικές. Μόνο τέτοιες αλήθειες είναι «αλήθειες για μένα», «δικές μου αλήθειες»».
 
Ένα σημαντικό ερώτημα είναι, για παράδειγμα, η αλήθεια ή όχι του χριστιανισμού. Το ερώτημα αυτό δεν μπορούμε, κατά τη γνώμη του Κίρκεγκωρ, να το αντιμετωπίσουμε με ακαδημαϊκό ή θεωρητικό τρόπο. Για κάποιον που αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Δεν αρχίζει να το συζητά απλά και μόνο επειδή του αρέσει η συζήτηση. Είναι ένα θέμα που προσεγγίζουμε με μεγάλο πάθος.
 
Πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε μια διάκριση: από τη μια, έχουμε το φιλοσοφικό ερώτημα αν υπάρχει ή όχι Θεός κι από την άλλη, έχουμε τη στάση του ατόμου απέναντι σ’ αυτό το ερώτημα. O κάθε άνθρωπος μπορεί και πρέπει ν’ αντιμετωπίσει αυτές τις ερωτήσεις με τον δικό του τρόπο. Κι εξάλλου, δεν είμαστε σε θέση να δώσουμε οριστική απάντηση σ’ αυτές παρά μονάχα μέσω της πίστης. Τα πράγματα που μπορούμε ν’ αντιληφθούμε με τη λογική και το μυαλό μας είναι για τον Κίρκεγκωρ ασήμαντα.
 
Για παράδειγμα: Οχτώ και τέσσερα κάνουν δώδεκα. Αυτό το ξέρουμε με σιγουριά. Είναι ένα παράδειγμα λογικής αλήθειας, που απασχολεί όλους τους φιλόσοφους από τον Ντεκάρτ και μετά. Θα μπορούσε, όμως, κάποιος να τη συμπεριλάβει στη βραδινή του προσευχή; Και ποιος κάθεται να τις συλλογιστεί αυτές τις αλήθειες, όταν βρίσκεται στο κρεβάτι του θανάτου; Κανείς! Αυτές οι αλήθειες, όσο «αντικειμενικές» και «γενικές» κι αν είναι, παραμένουν εντελώς αδιάφορες για την ύπαρξη του μεμονωμένου ατόμου.
 
Η πίστη έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, όταν πρόκειται για ζητήματα θρησκείας. O Κίρκεγκωρ λέει ότι αν αντιλαμβάνομαι αντικειμενικά το Θεό, τότε δεν τον πιστεύω. Ακριβώς, όμως, επειδή δεν είμαι σε θέση να αντιληφθώ αντικειμενικά την ύπαρξη του, οφείλω να πιστέψω σ’ αυτήν. Κι αν θέλω να διατηρήσω την πίστη μου, πρέπει πάντα να ‘χω τα μάτια μου δεκατέσσερα, να μην ξεχάσω ότι και όμως πιστεύω.
 
Έτσι, παλιά πολλοί προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν την ύπαρξη του Θεού – ή, έστω, να την αντιληφθούν – με τη λογική τους. Αν, όμως, καταπιαστούμε με τέτοια συστήματα απόδειξης του Θεού και λογικά επιχειρήματα, τότε χάνουμε την πίστη μας και τη θρησκευτική μας θέρμη. Το σημαντικό δεν είναι αν ο χριστιανισμός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά αν «για μένα» είναι ή όχι αλήθεια. Στο Μεσαίωνα, η ίδια σκέψη είχε διατυπωθεί με τη φράση «Credo quia absurdum». Που σημαίνει: «Πιστεύω επειδή είναι παράλογο». Αν ο χριστιανισμός απευθυνόταν στη λογική μας, – και όχι σε άλλες πλευρές μέσα μας -, τότε δε θα ήταν ζήτημα πίστης.
 
Στις τρεις έννοιες – «ύπαρξη», «πίστη» και «υποκειμενική αλήθεια» – ο Κίρκεγκορ οδηγήθηκε χάρη στην κριτική που άσκησε στη φιλοσοφική παράδοση και, προπάντων, στη φιλοσοφία του Χέγκελ. H κριτική σκέψη του, ωστόσο, αφορούσε ολόκληρο τον πολιτισμό. Στη σύγχρονη κοινωνία των μεγαλουπόλεων, ο άνθρωπος έχει μετατραπεί σε «κοινό» ή «κοινή γνώμη», έλεγε ο Κίρκεγκωρ. Και το πρώτο χαρακτηριστικό του «πλήθους» είναι ακριβώς η «ανόητη φλυαρία». Σήμερα, θα χρησιμοποιούσαμε ίσως τη λέξη «κομφορμισμός», που σημαίνει ότι όλοι «πιστεύουν» το ίδιο, έχουν «την ίδια γνώμη», χωρίς να νοιάζονται ιδιαίτερα για τίποτα.
 
Τα τρία στάδια του δρόμου της ζωής
Ο Κίρκεγκορ έλεγε ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές δυνατότητες ύπαρξης. O ίδιος χρησιμοποιούσε τον όρο «στάδια». Πρόκειται για το «αισθητικό στάδιο«, το «ηθικό στάδιο» και το «θρησκευτικό στάδιο». Διαλέγοντας τη λέξη «στάδιο», θέλει να δείξει ότι μπορεί κανείς να ζει σ’ ένα από τα δυο κατώτερα στάδια και ξαφνικά να επιχειρήσει το άλμα προς το τρίτο και ανώτερο. Πολλοί άνθρωποι, όμως, περνούν τη ζωή τους σ’ ένα στάδιο μόνο.
 
Όποιος ζει στο αισθητικό στάδιο ζει τη στιγμή και προσπαθεί να πετύχει πάντα την ηδονή. Καλό είναι ό,τι είναι ωραίο, χαριτωμένο ή ευχάριστο. Απ’ αυτή την άποψη, ένας τέτοιος άνθρωπος ζει εξ ολοκλήρου στον κόσμο των αισθήσεων. Είναι παραδομένος στους πόθους του και στις διαθέσεις του. Αρνητικό είναι οτιδήποτε δεν τον ευχαριστεί ή δεν το γουστάρει, όπως λέμε σήμερα.
 
Σ’ αυτό το στάδιο ζει και ο χαρακτηριστικός ρομαντικός φιλόσοφος, διότι οι απολαύσεις δεν είναι μόνο σαρκικές. Ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα – ή την τέχνη ή τη φιλοσοφία – με παιχνιδιάρικη διάθεση, ζει στο αισθητικό στάδιο.
 
Όποιος ζει στο αισθητικό στάδιο είναι επιρρεπής στα συναισθήματα του φόβου και του κενού. Αν, όμως, τα νιώσει και τα γνωρίσει, τότε υπάρχει ακόμη ελπίδα γι’ αυτόν. Για τον Κίρκεγκορ, ο φόβος είναι σχεδόν κάτι θετικό, αποτελεί δείγμα πως το άτομο βρίσκεται σε «υπαρξιακή κατάσταση». Και τότε, μπορεί ν’ αποφασίσει μονάχο του αν θα επιχειρήσει το άλμα προς ένα ανώτερο στάδιο. Το άλμα αυτό ή γίνεται ή δε γίνεται. Το «παραλίγο» δε βοηθάει καθόλου. Μόνο όποιος κάνει στ’ αλήθεια το άλμα, θα βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση. Ή ναι ή όχι. Δεν υπάρχει ενδιάμεση απάντηση. Ούτε μπορεί κάποιος άλλος να πραγματοποιήσει το άλμα για λογαριασμό σου. Μόνος σου πρέπει ν’ αποφασίσεις και μόνος σου να το τολμήσεις.
 
Όταν ο Κίρκεγκορ μιλάει γι’ αυτή την απόφαση, μας θυμίζει λίγο τον Σωκράτη, που έλεγε ότι κάθε αληθινή γνώση έρχεται από μέσα μας. Το ίδιο και η επιλογή, που οδηγεί έναν άνθρωπο από το αισθητικό στο ηθικό ή στο θρησκευτικό στάδιο, πρέπει να έρθει από μέσα του. Αυτό ακριβώς περιγράφει και ο Ίψεν στον «Πέερ Γκιντ». Μία επίσης μεγαλοφυή περιγραφή υπαρξιακής επιλογής, που προκύπτει από την εσωτερική ανάγκη και απόγνωση του ατόμου, βρίσκουμε και σ’ ένα μυθιστόρημα του Ρώσου Ντοστογιέφσκι. O τίτλος του είναι «Έγκλημα και Τιμωρία».
 
Τέλος, ο Κίρκεγκορ λέει ότι όποιος παίρνει τη ζωή στα σοβαρά επιλέγει ένα ανώτερο στάδιο. Και περνάει πρώτα πρώτα στο ηθικό στάδιο. Το στάδιο αυτό είναι γεμάτο σοβαρότητα και συνεπείς επιλογές, σύμφωνες με τους ηθικούς κανόνες. Ας θυμηθούμε την καντιανή Ηθική του Καθήκοντος, που απαιτεί από τον άνθρωπο μια ζωή σύμφωνη με τον Ηθικό Νόμο. Όπως κι ο Καντ, έτσι κι ο Κίρκεγκορ στρέφει προπάντων την προσοχή του στη διάθεση του ανθρώπου. Το σημαντικό δεν είναι τι θεωρεί κανείς σωστό και λάθος, το σημαντικό είναι να πράττει κάτι, επειδή πιστεύει ότι αυτό είναι το σωστό. O άνθρωπος που βρίσκεται στο αισθητικό στάδιο διακρίνει τα πράγματα σε ευχάριστα και δυσάρεστα. O άνθρωπος που βρίσκεται στο ηθικό στάδιο τα διακρίνει σε σωστά και λάθος.
 
Και δεν σταματάει ο Κίρκεγκορ  ούτε εδώ. Ακόμα κι ο άνθρωπος του καθήκοντος, λέει, θα βαρεθεί κάποτε να κάνει το καθήκον του με συνέπεια και τάξη. Πολλοί άνθρωποι περνούν μια τέτοια φάση κορεσμού και κόπωσης, στα μισά περίπου της ζωής τους. Και τότε αρκετοί απ’ αυτούς ξαναπέφτουν στις διασκεδάσεις του αισθητικού σταδίου.
 
Ορισμένοι, όμως, κάνουν το άλμα στο επόμενο στάδιο, στο θρησκευτικό στάδιο. Τολμούν το πραγματικά μεγάλο άλμα στον απέραντο ωκεανό της αβεβαιότητας, στον απέραντο ωκεανό της πίστης. Προτιμούν την πίστη από την αισθητική απόλαυση και τις επιταγές της λογικής. Και παρόλο που μπορεί να ‘ναι φριχτό, το να «πέσει κανείς στα χέρια του ζωντανού Θεού«, όπως λέει ο Κίρκεγκορ, μόνο τότε μπορεί ο άνθρωπος να συμφιλιωθεί πραγματικά με την ύπαρξη του την ίδια. Και το θρησκευτικό στάδιο σύμφωνα με αυτόν είναι συνώνυμο του χριστιανισμού.
 
Με τη φιλοσοφία του, ωστόσο, επηρέασε και μη χριστιανούς διανοητές, όπως αυτούς της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, που άντλησαν πολλά στοιχεία από τη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ.
 
Μερικά αποφθέγματα του:
 
 Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι υποκειμενικοί με τον εαυτό τους και αντικειμενικοί με τους άλλους -τρομακτικά αντικειμενικοί μερικές φορές. Όμως σκοπός είναι να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας και υποκειμενικοί με τους άλλους
 
 Οι άνθρωποι απαιτούν ελευθερία λόγου σαν αντιστάθμισμα στην ελευθερία σκέψης που σπάνια χρησιμοποιούν.
 
 Το μίσος είναι η αγάπη που έχει ξεμεθύσει.
 
 Πέρα από το γεγονός ότι η αδράνεια είναι η ρίζα όλων των κακών, είναι μάλλον το μόνο πραγματικά καλό.
 
 Η κατάσταση των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών: μία άμαξα όπου ο οδηγός είναι Εβραίος, ο επιβάτης Χριστιανός, ενώ στο πορτ παγκάζ είναι στοιβαγμένος ο Μουσουλμάνος.
 
 To πλήθος είναι το αντίθετο της αλήθειας
 
 H αλήθεια είναι πάντα με το μέρος της μειοψηφίας

Να δρούμε κι όχι να αντιδρούμε

Η Keren Eldad  μια Αμερικανίδα life coaching  πιστεύει ότι οι άνθρωποι σαμποτάρουν την επαγγελματική και προσωπική τους ζωή, με το να αντιδρούν, χωρίς να δρουν.

Τι σημαίνει αυτό; Πολλοί άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με μία δυσκολία, δεν σταματούν για να σκεφτούν πώς κάτι θετικό μπορεί να προκύψει από αυτή την κατάσταση.
 
Εάν απλώς αντιδράς, θα αντιμετωπίσεις κάθε πρόκληση με χάος, βιασύνη, θυμό, θα κατηγορείς τους άλλους, νιώθεις σαν θύμα. Αυτό πάντα δημιουργεί μια χαοτική κατάσταση.
 
Το να δρας σημαίνει ότι κατανοείς ότι σε κάθε περίπτωση έχεις επιλογές και ότι αυτές οι επιλογές έχουν να κάνουν με το πώς επιλέγεις να δεις τα πράγματα.
 
Το να δρας σημαίνει να παίρνεις την πρωτοβουλία ή να έχεις την ικανότητα να ανταποκρίνεσαι.
 
Όταν νομίζουμε ότι κάτι συμβαίνει σε μας, τότε είμαστε θύματα. Αυτό είναι η χαμηλότερη μορφή ενέργειας και μας κάνει να νιώθουμε τελείως αδύναμοι. Εάν, παρά τον πόνο και τον θύμο, θέλουμε να γίνουμε μια κινητήρια δύναμη στη ζωή μας, αντί να είμαστε απλώς θύματα των περιστάσεων, πρέπει να κατανοήσουμε ότι σε κάθε σενάριο μπορούμε να επιλέξουμε το πώς θα αντιδράσουμε σε προσωπικές τραγωδίες.
 
Και το πρώτο βήμα για να αλλάξει κάποιος τη ζωή του είναι να είναι ειλικρινής για το που είναι, αλλά αυτό είναι το κλειδί: χωρίς να κρίνει τον εαυτό του κάποιος, να κοιτάξει το πρόβλημα και να κατανοήσει ακριβώς ποια είναι η κατάσταση.

Νοσταλγία

Νοσταλγία
Είσαι κάτι παραπάνω από μια λέξη.
Είσαι ένα σακί με απεριόριστη χωρητικότητα,
χωρίς όμως να πιάνεις χώρο.
Είσαι το πολύτιμο σακί, που μέσα του περιέχει όλες τις όμορφες στιγμές μου.
Κάθε φορά που νιώθω τη ζωή ατόφια και φωτεινή, τόσο που θαμπώνομαι,
φταίει το ότι σε ανοίγω και παίρνω από μέσα σου στιγμές.
Αυτές μου θυμίζουν τον τρόπο για να ζω.
Αυτές μου θυμίζουν να εκτιμώ την κάθε καινούρια χαρά, και την κάθε τωρινή όμορφη στιγμή.
Όπως κι αυτή τη στιγμή που γράφω για σένα, που είσαι μια τόσο σοφή λέξη.
Είσαι σοφή γιατί είσαι η σύνδεση με τις χαρές που έζησα στο παρελθόν
κι όταν έχω την ανάγκη να νιώσω καλά, τις ξαναζωντανεύω.
Είσαι σοφή γιατί από τότε που σε ανακάλυψα, είσαι η υπενθύμισή μου.
Είσαι το πολύτιμο σακί μου.
Είσαι ο αόρατος θησαυρός μου.
Είσαι ο θησαυρός που δεν μπορεί να μου κλέψει ούτε ο πιο επιδέξιος κλέφτης.
Αυτή είναι και η μεγάλη σοφία σου.

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, ο γελαστός ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Ο Δημόκριτος έδινε τεράστια σημασία στη γνώση, γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος, γνωρίζοντας τις αιτίες των διαφόρων φαινομένων ή τη φύση των πραγμάτων, μπορεί να καταλάβει καλύτερα τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει και να απαλλαγεί από το φόβο. Ο μεγάλος αυτός σοφός πρέσβευε πως ο άνθρωπος με τη γνώση αυτή αποκτά ψυχική γαλήνη και εσωτερική ηρεμία, φτάνοντας σε μια κατάσταση που την ονόμαζε ευεστώ. Το επόμενο στάδιο της ψυχικής κατάστασης του ανθρώπου, που έχει κατακτήσει την «ευεστώ», είναι το στάδιο της «αθαμβίας», όταν ο άνθρωπος θα πάψει να καταπλήσσεται και να «θαμπώνεται» με όσα παράξενα ή ανεξήγητα βλέπει. Η ολοκλήρωση του ψυχικού κόσμου γίνεται, κατά το Δημόκριτο, με την κατάκτηση της «ευθυμίας», που σήμαινε ψυχική γαλήνη και ευεξία.

Ο Δημόκριτος, παράλληλα με τη γνώση έδινε εξίσου μεγάλη σημασία και στη χαρά και την απόλαυση της ζωής. Έμεινε στη ιστορία με το επίθετο «Γελασίνος» γιατί ήταν πάντα γελαστός και καλοδιάθετος. Σ’ αυτόν ανήκει άλλωστε το πασίγνωστο ρητό: Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος, που σημαίνει πως ζωή που περνά χωρίς γιορτές μοιάζει με μακρύ δρόμο χωρίς πανδοχεία. Παρατηρώντας πως οι γέροι είναι συνήθως κακοί, σκυθρωποί και πληκτικοί, θεωρούσε πως ο φιλοσοφημένος άνθρωπος πρέπει στας δυσμάς του βίου του να γίνεται γέρων αιμύλιος και σπουδαιόμνθος (δηλαδή γέρος καλοσυνάτος, που λέει ενδιαφέροντα πράγματα), πράγμα που ο ίδιος το επέτυχε. Για τους περισσότερους ομηλίκους του δεν είχε πάντως καλήν ιδέα Νεκρόν ιατρεύειν και γέροντα νουθετείν, ταυτόν εστίν (Το να νουθετείς γέροντα, είναι σαν να γιατροπορεύεις νεκρό), γράφει σε ένα απόσπασμα του.

Έφτασε σε βαθύτατο γήρας και πέθανε το 370 π.Χ., δηλαδή εκατοχρονίτης. Όταν βρισκόταν στα τελευταία του, συνέπεσε να γιορτάζονται τα Θεσμοφόρια και η αδελφή του λυπόταν, γιατί εξαιτίας του πένθους δε θα μπορούσε να πάρει μέρος στη γιορτή. Όταν το έμαθε ο Δημόκριτος της είπε να του φέρνει κάθε μέρα φρέσκα ψωμιά, μόλις έβγαιναν από το φούρνο και ανοίγοντας τα ανάπνεε τους ατμούς που έβγαζαν. Έτσι κρατήθηκε στη ζωή. ‘Οταν τέλειωσαν οι γιορτές διέκοψε αυτή την αγωγή και πέθανε ήσυχος.

Όπως γράφω παραπάνω, από το τεράστιο συγγραφικό έργο του Δημόκριτου έφτασαν ως εμάς λίγα μόνο αποσπάσματα, από τα οποία παραθέτω δυο:

Η εν δημοκρατίνη πενίη, της παρά της δυνάστησι καλιομένης ευδαιμονίης, τοσούτον εστί αιρετοτέρη, οκόσον ελευθερίη δουλίης

 Δηλαδή: Η φτώχεια στη Δημοκρατία, σε σύγκριση με αυτό που οι δυνάστες ονομάζουν ευημερία, είναι τόσο προτιμότερη όσο η ελευθερία από τη δουλεία.

Στάσις εμφύλιος εις εκάτερα κακόν και γαρ νικέουσι και ησσομένοις ομοίη φθορή

 Δηλαδή: Ο εμφύλιος πόλεμος είναι και για τα δύο μέρη κακό, γιατί νικητής και νικημένος φθείρονται το ίδιο.

ΒΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ- ΒΙΒΛΙΟ Θ’ – ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ

Η συγκάλυψη δικαιολογείται, η προσποίηση όχι

Για τον λόγο αυτό, επιθυμώ εδώ να συστήσω εμφατικά την αποφυγή κάθε επιτήδευσης και προσποίησης. Κατ’ αρχάς, τούτη επισύρει την περιφρόνηση, καθώς συνιστά, πρώτον μεν, απάτη -η οποία αποτελεί καθ’ εαυτήν έκφραση δειλίας, αφού έχει ως βάση της τον φόβο-, δεύτερον δε, αυτοκαταδίκη εκείνου που την επιλέγει, καθώς ο άνθρωπος αυτός επιθυμεί να εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι, το όποιο αυτό κάτι, συνεπώς, το θεωρεί καλύτερο απ’ αυτό που όντως είναι.

Η προσποίηση κάποιου ότι έχει ένα προσόν και η καυχησιολογία του περί αυτού δεν είναι παρά μία ομολογία ότι δεν το έχει. Όταν κάποιος καυχάται για κάτι – είτε αυτό είναι γενναιότητα είτε λογιοσύνη είτε πνεύμα είτε χιούμορ είτε επιτυχία στις γυναίκες είτε πλούτη είτε αριστοκρατική καταγωγή είτε οτιδήποτε άλλο-, τότε μπορεί κανείς από την καυχησιολογία του να συμπεράνει ότι έχει κάποια έλλειψη ακριβώς σ’ αυτό για το όποιο καυχάται- διότι, βέβαια, όποιος έχει πράγματι και πλήρως ένα προσόν δεν διανοείται ούτε να κάνει επίδειξη ούτε να προσποιηθεί κάτι, αλλά είναι ήρεμος ως προς αυτό. Τούτο είναι και το πραγματικό νόημα του Ισπανικού γνωμικού herradura que chacolotea clavo le falta (από το πέταλο που κροταλίζει [sic] λείπει ένα καρφί).

Ωστόσο, όπως εξαρχής ελέχθη, δεν πρέπει κανείς ν’ αφήνει τα ηνία από τα χέρια του και να κάνει τον εαυτό του να φανεί όπως ακριβώς είναι, καθώς το φαύλον και κτηνώδες της ανθρώπινης μας φύσης απαιτεί όντως συγκάλυψη. Τούτο, όμως, δικαιολογεί μόνο το αρνητικό, την συγκάλυψη, όχι όμως και το θετικό, την προσποίηση. Επίσης, πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι η προσποίηση ενός ανθρώπου αναγνωρίζεται πριν καν γίνει σαφές το τι ακριβώς προσποιείται.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Βλέπεις όμως, είμαι ροδάκινο

Στο μάθημα της Αγάπης ένα κορίτσι είπε ένα βράδυ: «Ξέρω γιατί απελπίζομαι τόσο συχνά. Είναι γιατί θέλω να με αγαπούν όλοι κι αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Θα μπορούσα να είμαι το πιο ζουμερό, το πιο γευστικό, το πιο συναρπαστικό ροδάκινο του κόσμου και να προσφέρομαι σε όλους. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι αλλεργικοί στα ροδάκινα. Αυτοί θα θελήσουν ίσως να γίνω μπανάνα». Πόσο συχνά δε γινόμαστε μπανάνες για άλλους, που θέλουν ροδάκινα! Τι θλιβερή φρουτοσαλάτα. Είναι προτιμότερο να πεις στον άλλο: «Λυπάμαι πολύ που δεν μπορώ να είμαι μπανάνα. Θα το ’θελα πολύ να ήμουνα μπανάνα για σένα. Βλέπεις όμως, είμαι ροδάκινο». Και ξέρετε τι θα συμβεί; Αν περιμένετε αρκετά, θα βρείτε κάποιον που του αρέσουν τα ροδάκινα. Και μετά θα μπορείτε να ζήσετε σαν ροδάκινο κι όχι σαν μπανάνα. Σκεφτείτε χάσιμο ενέργειας που έχει κανείς προσπαθώντας να γίνει μπανάνα όταν είναι ροδάκινο!

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου». Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για ν’ αγαπάς, κι όχι για να πάρεις ανταπόδοση — αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις». Και «Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις». Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δε ρισκάρει τίποτε δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’ αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, αλλά δε μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν ζει και δεν αγαπά. Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. Έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

Το να κρατάς κρυμμένο τον εαυτό σου, να τον χάνεις με τις αυτομειωτικές σου ιδέες, είναι θάνατος. Μην αφήσεις να σου συμβεί αυτό. Η μεγαλύτερη υποχρέωσή σου είναι να γίνεις όλα όσα είσαι όχι μόνο για δικό σου όφελος, αλλά και για δικό μου.

ΕCB: Το ρομπότ με τη συναισθηματική νοημοσύνη

Κινέζοι ερευνητές έκαναν ένα σημαντικό βήμα για τη δημιουργία μηχανών ικανών για συζητήσεις με συναισθηματικό περιεχόμενο, καθώς ανέπτυξαν ένα ρομπότ λογισμικού συναισθηματικής συνομιλίας (emotional chatbot).
 
Το ECM, όπως είναι το όνομά του, μπορεί να κάνει διάλογο με έναν άνθρωπο, δίνοντας όχι μόνο συνεκτικές απαντήσεις αλλά και με συναισθηματικό περιεχόμενο, όπως χαρά, λύπη και αηδία.
 
Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία μηχανών όχι μόνο με τεχνητή αλλά και με συναισθηματική νοημοσύνη, που θα καταλαβαίνουν τα ανθρώπινα συναισθήματα και θα ανταποκρίνονται με την ανάλογη ενσυναίσθηση. Μόνο τότε η αλληλεπίδραση ανθρώπων-μηχανών θα αποκτήσει ουσιαστικό βάθος (για καλό ή για κακό), όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας «Δικός της» (Her - 2013) και «Από μηχανής» (Ex Machina - 2015).
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Μίνλι Χουάνγκ του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Τσινγκούα του Πεκίνου, σύμφωνα με τη βρετανική «Γκάρντιαν», ανέφεραν ότι το 61% των ανθρώπων που δοκίμασαν το νέο συναισθηματικό chatbot, δήλωσαν πως το προτιμούν σε σχέση με τα ρομπότ λογισμικού που μιλούν με συναισθηματικά ουδέτερη γλώσσα.
 
«Απέχουμε όμως ακόμη πολύ από ένα μηχάνημα που θα καταλαβαίνει απόλυτα τα συναισθήματα του ανθρώπου. Αυτή είναι απλώς μια πρώτη προσπάθεια», δήλωσε ο Χουάνγκ.
 
Το συναισθηματικό chatbot βασίζεται σε έναν αλγόριθμο «συναισθηματικής ταξινόμησης», που έμαθε να διακρίνει τα ξεχωριστά ανθρώπινα συναισθήματα, αφού αρχικά ανέλυσε 23.000 αναρτήσεις στο κινεζικό δίκτυο Weibo. Στη συνέχεια, βελτίωσε την ικανότητα του με περαιτέρω εκπαίδευση σε εκατομμύρια αναρτήσεις στο ίδιο κοινωνικό δίκτυο, μαθαίνοντας να απαντά ερωτήσεις με συναισθηματικό τρόπο.
 
Προέκυψε έτσι, με βάση τον αλγόριθμο, ένα λογισμικό που μπορεί να λειτουργήσει σε πέντε διαφορετικές συναισθηματικές πλατφόρμες (χαρούμενο, λυπημένο, θυμωμένο, αηδιασμένο, συμπαθητικό), ανάλογα με τις προτιμήσεις κάθε χρήστη.
 
Έτσι, αν ο χρήστης πει «ήταν η χειρότερη μέρα μου, καθυστέρησα λόγω τρομερής κίνησης στο δρόμο», το ρομπότ μπορεί να απαντήσει «ναι, καθυστέρησες» (ουδέτερα) ή «μερικές φορές η ζωή είναι χάλια» (αηδιασμένα) ή «είμαι εδώ για να σε στηρίξω» (συμπαθητικά) ή «μη σταματάς να χαμογελάς, τα πράγματα θα πάνε καλύτερα» (χαρούμενα ή, κατά άλλους, χαζοχαρούμενα!).
 
Το επόμενο βήμα θα είναι το ρομπότ λογισμικού μόνο του να νιώθει την ψυχική διάθεση του ανθρώπου συνομιλητή του και να αποφασίζει ποιό συναίσθημα είναι το καταλληλότερο για κάθε περίσταση. Βέβαια, όπως είπε ο Xουάνγκ, πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος το ρομπότ συνομιλίας να εξάψει κι άλλο τα αρνητικά συναισθήματα ενός ανθρώπου (επιθετικά, αυτοκαταστροφικά κ.α.), κάτι που θα μπορούσε να έχει ολέθριες συνέπειες.
 
Οι έως τώρα προσπάθειες πάνω στα διαλογικά ρομπότ λογισμικού (chatbots) έχουν συναντήσει δυσκολίες. Για παράδειγμα, ένα από αυτά με το όνομα Eugene Goostman κατάφερε μεν να πείσει μερικούς δικαστές ότι συνομιλούσαν στην οθόνη του υπολογιστή τους με έναν άνθρωπο, αλλά μόνο όταν «αυτός» υποτίθεται πως ήταν ένας 13χρονος Ουκρανός με περιορισμένη γνώση αγγλικών.
 
Μια άλλη χειρότερη περίπτωση ήταν το ρομπότ συνομιλίας Tay της Microsoft, το οποίο υποτίθεται πως μάθαινε να συνομιλεί μέσω Twitter. Όμως άρον-άρον αποσύρθηκε από τους δημιουργούς του, όταν σε λιγότερο από 24 ώρες που είχε «αμοληθεί» στο διαδίκτυο, είχε μετατραπεί σε ναζιστή υποστηρικτή της γενοκτονίας.
 
Αρκετοί ειδικοί της τεχνητής νοημοσύνης προειδοποιούν για νέες προκλήσεις στο μέλλον, καθώς τα μελλοντικά πιο εξελιγμένα συναισθηματικά διαλογικά ρομπότ μπορεί π.χ. να ξεγελούν τους χρήστες για να αποκαλύπτουν προσωπικά δεδομένα τους ή να τους «χειραγωγούν» για να αγοράζουν συγκεκριμένα προϊόντα και υπηρεσίες. Και φυσικά κάποιοι άνθρωποι μπορεί να ερωτευθούν ένα τέτοιο «σύντροφο» ή να εξαρτηθούν συναισθηματικά από αυτόν.

Επιστήμονες στην Κίνα κατασκεύασαν τον πρώτο κβαντικό υπολογιστή με 10 πεπλεγμένα φωτόνια

Κινέζοι επιστήμονες κατασκεύασαν τον πρώτο κβαντικό υπολογιστή σε διεθνές επίπεδο, ο οποίος ξεπερνά τους συμβατικούς υπολογιστές, ανοίγοντας τον δρόμο στη νέα εποχή των κβαντικών υπολογιστών, έναντι των δυνατοτήτων των συμβατικών υπολογιστών. Οι επιστήμονες ανακοίνωσαν το επίτευγμά τους στο Ινστιτούτο Τεχνολογικών Επιστημών της Σαγκάης, καθώς εκτιμούν ότι η δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων των κβαντικών υπολογιστών είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή, των σημερινών υπέρ-υπολογιστών συμβατικής γενιάς.   

Η βάση της λειτουργίας των κβαντικών υπολογιστών στηρίζεται στην αποτελεσματική διαχείριση μικροσωματιδίων, ενώ αποτελεί αντικείμενο διεθνούς ανταγωνισμού μεταξύ των ειδικών επιστημόνων που ασχολούνται με το αναφερόμενο τεχνολογικό αντικείμενο.
 
Στους κανονικούς υπολογιστές με τσιπ πυριτίου, τα δεδομένα αποδίδονται σε μία από τις δύο καταστάσεις: 0 ή 1. Ωστόσο, σε κβαντικούς υπολογιστές, τα δεδομένα θα μπορούσαν να υπάρχουν και στις δύο καταστάσεις ταυτόχρονα, κρατώντας εκθετικά περισσότερες πληροφορίες.
 
Η υπολογιστική ισχύς ενός κβαντικού υπολογιστή αυξάνεται εκθετικά με τον αριθμό των κβαντικών δυαδικών ψηφίων που μπορεί να χειριστεί. Αυτό θα μπορούσε να λύσει με δραστικό τρόπο, μεγάλης κλίμακας, προβλήματα υπολογισμών που είναι πέρα ​​από την ικανότητα των σημερινών κλασικών υπολογιστών, είπε ο Pan Jianwei, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας. 
 
Για παράδειγμα, ένας κβαντικός υπολογιστής με 50 κβαντικά bits θα ήταν πιο ισχυρός στην επίλυση των προβλημάτων κβαντικής δειγματοληψίας, από τον ταχύτερο σημερινό υπερ-υπολογιστή, τον κινέζικο Sunway TaihuLight. Λόγω των τεράστιων δυνατοτήτων της κβαντικής πληροφορικής, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάζονται ενεργά στην έρευνά τους.
 
Οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, όπως η Google, η Microsoft και η IBM, έχουν επίσης δείξει τεράστιο ενδιαφέρον για την έρευνα στον τομέα της κβαντικής πληροφορικής.
 
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Pan αναζητά συστήματα με τρεις τεχνικές διαδρομές: συστήματα που βασίζονται σε μεμονωμένα φωτόνια, υπέρυθρα άτομα και υπεραγωγικά κυκλώματα.
 
Πρόσφατα, ο Pan Jianwei και οι συνάδελφοί του έκαναν δύο διεθνή ρεκόρ στον κβαντικό έλεγχο τεράστιου αριθμού πεπλεγμένων φωτονικών κβαντικών bits και πεπλεγμένων υπεραγώγιμων κβαντικών bits.
 
Ο Pan εξήγησε ότι ο χειρισμός των πεπλεγμένων πολλαπλών σωματιδίων, είναι ο πυρήνας της τεχνολογίας της κβαντικής πληροφορικής και αποτέλεσε το επίκεντρο του διεθνούς ανταγωνισμού στην έρευνα κβαντικής πληροφορικής. Στο φωτονικό σύστημα, η ομάδα του έχει επιτύχει τα πρώτα 5, 6, 8 και 10 πεπλεγμένα φωτόνια στον κόσμο και έτσι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των παγκόσμιων εξελίξεων.
 
Οι Pan τόνισε ότι αυτοί οι κβαντικοί υπολογιστές θα μπορούσαν, καταρχήν, να επιλύσουν ορισμένα προβλήματα ταχύτερα από τους κλασσικούς υπολογιστές. Παρά τις σημαντικές προόδους που σημειώθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η κατασκευή κβαντικών μηχανών, που να μπορούν να ξεπεράσουν την απόδοση των κλασσικών υπολογιστών σε ορισμένα συγκεκριμένα καθήκοντα – ένα σημαντικό ορόσημο που ονομάζεται «κβαντική υπεροχή» – παραμένει μια πρόκληση για τους επιστήμονες.
 
Τελευταία, η κινεζική ομάδα με επικεφαλής τον Pan, Zhu Xiaobo και Wang Haohua ανέπτυξε ανεξάρτητα από την Google, IBM και NASA, ένα υπεραγώγιμο κβαντικό κύκλωμα που περιείχε 10 υπεραγώγιμα κβαντικά bits και με επιτυχία έκαναν διεμπλοκή 10 κβαντικών bits μέσω μιας παγκόσμιας κβαντικής λειτουργίας. Οι κινέζοι επιστήμονες επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν την χειραγώγηση 20 πεμπλεγμένων φωτονίων μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους και θα προσπαθήσουν να σχεδιάσουν και να χειριστούν 20 υπεραγώγιμα κβαντικά bits. Σχεδιάζουν επίσης να ξεκινήσουν μια κβαντική πλατφόρμα υπολογιστικού νέφους μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.

Ορισμοί για την επιστήμη

GiddyUp-and-Bickham-ScriptΟ όρος «επιστήμη» και «επιστήμονας» είναι εντυπωσιακό ότι αποτελούν σύγχρονες επινοήσεις. Στην πραγματικότητα, ο όρος «επιστήμονας» προτάθηκε από το βικτοριανό πολυμαθή Ουίλιαμ Ουέγουελ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε στο περιοδικό Quarterly Review το Μάρτιο του 1834. Σχεδόν αμέσως ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αμερικανούς, και προς το τέλος του 19ου αιώνα ήταν ήδη δημοφιλής στη Βρετανία.
 
O όρος «επιστήμη» (στα λατινικά scientia, που σημαίνει γνώση) προέρχεται από το ρήμα «επίσταμαι» του οποίου η τελική σημασία είναι «γνωρίζω καλά». O όρος «επιστήμονας» σταδιακά εκτόπισε άλλους όρους, όπως «φυσικός φιλόσοφος».
 
Η επιστήμη είναι μια τόσο ευρεία δραστηριότητα ώστε η περιγραφή της σε λίγες γραμμές δεν θα είναι πλήρης. Έτσι, σε μια απόπειρα να γεμίσουμε κάποια από τα κενά, δίνουμε έναν κατάλογο με παραθέματα σχετικά με την επιστήμη. 
H επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση Χέρμπερτ Σπένσερ (1820-1903), Άγγλος φιλόσοφος
 
H επιστήμη είναι το σπουδαιότερο αντίδοτο στο δηλητήριο του ενθουσιασμού και της δεισιδαιμονίας
Άνταμ Σμιθ (1723-1790), Σκοτσέζος οικονομολόγος
H επιστήμη είναι όσα γνωρίζετε. H φιλοσοφία είναι όσα δεν γνωρίζετε Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), άγγλος φιλόσοφος
H επιστήμη είναι μια σειρά από κρίσεις, αδιαλείπτως αναθεωρούμενες.
Πιερ Εμίλ Ντικλό (1840-1904), γάλλος βακτηριολόγος
H επιστήμη είναι η επιθυμία να γνωρίσουμε τα αίτια Ουίλιαμ Χάζλιτ (1778-1830), άγγλος δοκιμιογράφος
H επιστήμη είναι η γνώση των συνεπειών, και η εξάρτηση ενός γεγονότος από ένα άλλο. Τόμας Χομπς (1588-1679)
H επιστήμη είναι μια ευφάνταστη περιπέτεια του νου στην αναζήτηση της αλήθειας μέσα σε έναν κόσμο μυστηρίου. Σίριλ Χέρμαν Χίνσελγουντ (1897-1967), άγγλος χημικός
H επιστήμη είναι ένα μεγάλο παιχνίδι. Εμπνέει και αναζωογονεί. Το γήπεδο είναι το ίδιο το σύμπαν. Ίσιντορ Άιζαακ Ράμπι (1898-1988), αμερικανός φυσικός
O άνθρωπος κυριαρχεί στη φύση όχι με τη βία αλλά με την κατανόηση. Γι αυτόν το λόγο η επιστήμη πέτυχε εκεί όπου απέτυχε η μαγεία: επειδή δεν προσπάθησε να κάνει μάγια στη φύση. Τζέικομπ Μπρονόφσκι (1908-1974), βρετανός επιστήμονας και συγγραφέας
Αυτή είναι η ουσία της επιστήμης: θέτεις ένα άσχετο ερώτημα και βρίσκεσαι καθ’ οδόν προς μια σχετική απάντηση. Τζέικομπ Μπρονόφσκι (1908-1974), βρετανός επιστήμονας και συγγραφέας
Για έναν επιστήμονα ερευνητή μια καλή πρωινή άσκηση είναι, κάθε μέρα πριν από το πρόγευμα, η απόρριψη κάποιας θεωρίας σχετικής με τα κατοικίδια. Τον διατηρεί νέο. Κόνραντ Λόρεντς (1903-1989), αυστριακός ζωολόγος
O καλύτερος ορισμός της αλήθειας στην επιστήμη: η πιο καλή υπόθεση εργασίας που είναι κατάλληλη για να ανοίξει το δρόμο στην επόμενη, ακόμη καλύτερη υπόθεση. Κόνραντ Λόρεντς (1903-1989), αυστριακός ζωολόγος
Ουσιαστικά, η επιστήμη είναι μια αέναη αναζήτηση μιας έλλογης και ολοκληρωμένης κατανόησης του κόσμου στον οποίο ζούμε. Κορνέλιους βαν Νιλ (1897-1985), αμερικανός μικροβιολόγος
O επιστήμονας δεν είναι κάποιος που δίνει τις σωστές απαντήσεις, αλλά κάποιος που θέτει τα σωστά ερωτήματα. Kλoντ Λεβί-Στpoς(1908-) γάλλος ανθρωπολόγος
H επιστήμη μπορεί να εξακριβώσει μόνο ό,τι υπάρχει, όχι ό,τι θα έπρεπε να υπάρχει, και έξω από το πεδίο της παραμένουν αναγκαίες κάθε είδους αξιολογικές κρίσεις. Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955), γερμανικής καταγωγής φυσικός
Επιστήμη είναι η ανιδιοτελής αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας σχετικά με τον υλικό κόσμο. Ρίτσαρντ Ντόκινς (1941)
H επιστήμη δεν είναι παρά η εξασκημένη και οργανωμένη διαφοροποίηση από την κοινή λογική, όπως ένας βετεράνος διαφέρει από ένα νεοσύλλεκτο, και οι μέθοδοι της διαφέρουν από εκείνες της κοινής λογικής, όπως διαφέρουν οι φραστικοί διαξιφισμοί ενός φρουρού των ανακτόρων από τον τρόπο που ένας πρωτόγονος χειρίζεται το ρόπαλο του. Τόμας Χένρι Χάξλεϊ (1825-1895), άγγλος βιολόγος
Οι επιστήμες δεν προσπαθούν να εξηγήσουν, ούτε να ερμηνεύσουν, αλλά κυρίως καταστρώνουν μοντέλα. Όταν λέμε μοντέλο εννοούμε ένα μαθηματικό κατασκεύασμα το οποίο, με την προσθήκη συγκεκριμένων λεκτικών ερμηνειών, περιγράφει παρατηρούμενα φαινόμενα. H δικαίωση ενός τέτοιου μαθηματικού κατασκευάσματος έγκειται αποκλειστικά στην προσδοκία να δίνει αποτελέσματα. Τζον φον Νόιμαν (1903-1957), ουγγρικής καταγωγής μαθηματικός
H σημερινή επιστήμη είναι η τεχνολογία του αύριο. Έντουαρντ Τέλερ (1908-2003), αμερικανός φυσικός
Κάθε μεγάλη πρόοδος στην επιστήμη προέκυψε από μια νέα αποκοτιά της φαντασίας. Τζον Ντιούι (1859-1952), αμερικανός φιλόσοφος
Υπάρχουν τέσσερα στάδια αποδοχής μιας θεωρίας: α) πρόκειται για άχρηστες ανοησίες, β) πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα, αλλά πλανημένη, θεώρηση, γ) είναι αληθής, αλλά μάλλον ασήμαντη, δ) πάντα το έλεγα. Τζ.Μπ.Σ. Χαλντέιν (18 92-1964), άγγλος γενετιστής
H φιλοσοφία της επιστήμης είναι για τους επιστήμονες σχεδόν τόσο χρήσιμη όσο η ορνιθολογία για τα πτηνά. Ρίτσαρντ Φέινμαν (1918-1988), αμερικανός φυσικός
Ένας άνθρωπος παύει να είναι αρχάριος σε οποιαδήποτε επιστήμη και γίνεται γνώστης αυτής όταν συνειδητοποιήσει ότι θα είναι αρχάριος σε όλη του τη ζωή. Ρόμπιν Κόλινγκγουντ (1889-1943), άγγλος φιλόσοφος

Τα Κύτταρα & η Ενωση Αυτονομιών

Τα κύτταρα και η ομοσπονδιακή ένωση αυτονομιών

Οι δύο πιθανές αιτίες της «ανθρώπινης κατάστασης» είναι η παρατεταμένη εξάρτηση του νεογνού από τους γεννήτορές του και η εξάρτηση των πρώτων σαρκοφάγων ανθρωπιδών από τη βοήθεια και την αλληλεπίδραση με τους συντρόφους τους στο κυνήγι. Αυτοί είναι έτοιμοι να ζήσουν ή να πεθάνουν προκειμένου να προασπίσουν αυτά τα συστήματα τα οποία επιβλήθηκαν περισσότερο από τη συγκυρία, παρά από την άμεση επιλογή… Άρθουρ Κέσλερ [1]

Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί ιατρική μελέτη, περισσότερο προσπαθεί να αναπτύξει ορισμένους προβληματισμούς, παρά να αποδείξει επιστημονικά κάποιον ισχυρισμό. Αναζητά τις αναλογίες που μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στον ανθρώπινο οργανισμό και στον «οργανισμό» που ονομάζουμε ανθρώπινη κοινωνία. Επιχειρείται έτσι -με φιλόδοξο στόχο την υπέρβαση αυτών των αναλογιών- μια σύντομη φιλοσοφική, πολιτική και κυρίως κοινωνιολογική ανάλυση, πέρα από νατουραλιστικές και ατομικιστικές προσεγγίσεις [2].

Η κλασική γνώση της ανατομίας και φυσιολογίας του ανθρώπινου οργανισμού μέχρι και τα πρώτα δύο τρίτα του 20ου αιώνα έδινε την «αίσθηση» ότι όλα τα επιμέρους τμήματά του βρίσκονται υπό την απόλυτη εξουσία του «ηγεμόνα» εγκεφάλου. Σε αυτή την πεποίθηση είχε συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η απουσία/ανεπάρκεια των επιστημονικών μέσων και των εξειδικευμένων οργάνων μέτρησης-παρακολούθησης, τόσο των κυττάρων και κυτταρικών δομών, όσο και των ζωτικών λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος.

Έτσι τα εκτός του εγκεφάλου κύτταρα, νοούνταν «νατουραλιστικά» ως παθητικές μονάδες με εγγενείς ποιότητες και έμφυτες προδιαθέσεις, οι οποίες βρίσκονται κατά κάποιο τρόπο υπό τον αυστηρό έλεγχο, από τη μία του εγκεφάλου και από την άλλη της κληρονομικότητας (δηλαδή του γενετικού υλικού). Όλα λοιπόν ήταν «βιολογικώς» προγραμματισμένα από τη «φύση» και σε τάξη από ένα ανώτερο κέντρο ελέγχου. Επίσης υπήρξε και μάλλον παραμένει κοινό μυστικό στην ευρύτερη ερευνητική-ιατρική κοινότητα ότι «αυτό που δεν κατανοούμε συνολικά ως αλληλεπίδραση, πιθανότητα είναι γιατί με κάποιον άγνωστο τρόπο το ορίζει ο εγκέφαλος».

Ωστόσο σήμερα η έρευνα έχει γίνει πιο εξειδικευμένη, πιο στοχευμένη και πιο ακριβής. Η άποψη ότι ο εγκέφαλος καθορίζει, επιβλέπει, αποφασίζει και διατάσσει τα επιμέρους συνθετικά στοιχεία του οργανισμού δείχνει πλέον πως δεν είναι απολύτως αληθής. Αυτό έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό ήδη από την δεκαετία του 70’. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα ισχυροποιείται από τους επιστήμονες η τάση να εκλαμβάνεται ο ανθρώπινος οργανισμός, όχι τόσο ως μια γενετικά προκαθορισμένη αυτοκρατορία με παντοδύναμο βασιλέα και πιστούς υπηκόους, αλλά ως μια ιδιάζουσα ένωση «αυτονομιών» οι οποίες ξεκινούν από το κυτταρικό επίπεδο.

Όπως αντίστοιχα οι κοινωνίες των ανθρώπων ξεκινούν από το ατομικό και περνούν στο συλλογικό. Δηλαδή από τα πολυδύναμα κύτταρα, (γνωστά ως βλαστοκύτταρα) τα οποία είναι ικανά να μετασχηματιστούν (διαφοροποιηθούν) σε οποιοδήποτε κύτταρο, να γίνουν δηλαδή μυϊκά, νευρικά, πνευμονικά, αιματικά κύτταρα κλπ. Κατά τρόπο ανάλογο διαφοροποιούνται και αποκτούν δεξιότητες και ικανότητες τα άτομα στις σύγχρονες κοινωνίες των ανθρώπων. Αυτά τα κύτταρα στη συνέχεια με βάση την «ταυτότητά» τους δημιουργούν ομάδες υψηλής διαφοροποίησης.

Οι ομάδες αυτές με τη σειρά τους σχηματίζουν επιμέρους «κυτταρικές ενότητες» δηλαδή δομές (κοινότητες) που ενώ είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, ωστόσο οδηγούν σε μια ευρύτερη και σε λειτουργική αρμονία «ομοσπονδιακή ένωση αυτονομιών», δηλαδή στον οργανισμό μας. Για την σύγχρονη εμβρυολογία το κάθε ένα από τα κύτταρα ενώ δεν θεωρείται μοναδικό, νοείται ως πολυδύναμο. Μπορεί δηλαδή να εξελιχθεί και να διαφοροποιηθεί, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, σε οποιοδήποτε από τα γνωστά κύτταρα τα οποία συνθέτουν τους ιστούς.

Κατά πάσα πιθανότητα (κοινωνιολογικά νοούμενη εδώ) σε ό,τι αφορά την οργάνωση του οργανισμού μας δεν μπορεί να δοθεί ούτε μια «ατομικιστική» εξήγηση. Αυτός δεν μοιάζει να είναι απλά μια σύνθεση από κύτταρα (άτομα) που όλα είναι μεταξύ τους «διαφορετικά» και «μοναδικά».

Τα κύτταρα ενώ δεν διαθέτουν ειδικές και ξεχωριστές ποιότητες, μπορούν όμως να επιτελέσουν δυνητικά όλα τα πιθανά καθήκοντα που ωφελούν και συνθέτουν τον οργανισμό, όπως αντίστοιχα και οι άνθρωποι μπορούν, επίσης δυνητικά, να κάνουν το ίδιο στα πλαίσια της κοινωνίας που ζουν.

Η έννοια της «αυτονομίας» είναι φυσικά πρώιμη διότι ο βαθμός της και τα πολυάριθμα ποιοτικά της στοιχεία δεν έχουν ερευνηθεί επαρκώς, ούτε φυσικά ανακαλυφθεί στο σύνολό τους. Πάντως διαφαίνεται ότι ο εγκέφαλός μας, κατά κάποιο τρόπο, παύει να είναι ο υπέρτατος διευθυντής της ορχήστρας, αλλά περισσότερο μοιάζει με έναν σύνθετο συντονιστή συνομιλίας και αγγελιοφόρο, που σε συνεργασία με το ενδοκρινικό μας σύστημα (που παράγει τις διάφορες ορμόνες) συνθέτει κάτι (πιο ταχύ και αποδοτικό) σαν τα «ΕΛΤΑ» του σώματός μας τα οποία «εξυπηρετούν» και «εξυπηρετούνται» από μικρότερες και μεγαλύτερες σε μέγεθος «κοινότητες».

Το γεγονός ότι σήμερα παρουσιάζονται όλο και περισσότερες μελέτες που «κατεβάζουν» τον εγκέφαλο από το βάθρο του απόλυτου ρυθμιστή, όπως μια πρόσφατη που υποστηρίζει ότι η νόσος Πάρκινσον ξεκινά από το γαστρεντερικό σύστημα [3], υποδεικνύουν ότι η σχέση του εγκεφάλου με τα περιφερικά όργανα (και την περιφέρεια γενικότερα) είναι περισσότερο βαθιά και οπωσδήποτε ενέχει περισσότερη περιφερική αυτονομία αλλά και αλληλεξάρτηση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνουν κάποιες διακρίσεις. Για παράδειγμα θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και το περιφερικό. Ανάμεσα στα όργανα και στα επιμέρους είδη ιστών που τα συνθέτουν. Ανάμεσα στο συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, ως τμήματα του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Ασφαλώς η προσέγγιση που γίνεται εδώ για λόγους έκτασης κειμένου, αμεσότητας και κατανόησης των όρων είναι απλουστευτική και επικεντρωμένη. Άλλωστε η ανατομία και η φυσιολογία του ανθρώπου είναι ευρύτατα αντικείμενα που συνθέτουν ξεχωριστούς και σε εξέλιξη επιστημονικούς κλάδους.

Από ανατομική άποψη η «αρχιτεκτονική» είναι αρκετά σαφής και γνωστή, αν και στη χειρουργική είναι γνωστό ότι οι ανατομικές διαφοροποιήσεις (σε σχέση με τον άτλαντα της ανατομίας) από άτομο σε άτομο, ενώ βρίσκονται εντός κάποιων προβλεπόμενων ορίων, δεν παύουν να είναι εντυπωσιακές. Είναι πολύ περισσότερο η πλευρά της φυσιολογίας και κυρίως της νευροφυσιολογίας που παραμένει ιδιαίτερα προβληματική και ελλιπής. Όπως με ειλικρίνεια είχε δηλώσει η επονομαζόμενη στην Ιταλία «Κυρία των κυττάρων» Ρίτα Λέβι-Μονταλτσίνι [4] «η αλήθεια είναι ότι εμείς οι νευροβιολόγοι ενώ γνωρίζουμε πολλά, στην ουσία έχουμε τα μαύρα μας μεσάνυχτα».

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω αρχίζει πλέον να σχηματίζεται η αίσθηση ότι τα πράγματα στον ανθρώπινο οργανισμό μάλλον λειτουργούν κάπως αλλιώς. Τα ερωτήματα πληθαίνουν κυρίως όταν αυτή η διαφορετική προσέγγιση συνδυαστεί με το γεγονός ότι το εν λόγω «σύστημα αυτονομιών» -ο οργανισμός μας δηλαδή- «επικοινωνεί» με το εξωτερικό περιβάλλον, εξελίσσεται συνεχώς και προσαρμόζεται στις αλλαγές συνθηκών με τρόπους και σε χρόνους που ακόμη δεν γνωρίζουμε πλήρως και σε βάθος.

Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις και τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά και ο κίνδυνος να οδηγηθεί η ανάλυση από μια συγκεκριμένη πολιτική ευαισθητοποίηση και με βάση συγκεκριμένες δημοκρατικές απόψεις ή μύχιες επιθυμίες είναι υπαρκτός. Όμως αυτός ο κίνδυνος, δηλαδή να ερμηνεύσουμε κάποιες βιολογικές δομές και λειτουργίες με τρόπο που αυτές να ικανοποιούν τις κοινωνικές μας προλήψεις, υπάρχει πάντα και ειδικά στην περίπτωση της διαμετρικά αντίθετης ανάγνωσης.

Μάλιστα μια τέτοια ανάγνωση έχει γίνει έντονα στο παρελθόν και πάρα πολλοί -επιστήμονες και μη- συνεχίζουν να βλέπουν τον κόσμο με εκείνη την παγιωμένη στο μυαλό τους οπτική. Εάν όντως θέλουμε να είμαστε αμερόληπτοι πρέπει να παραδεχτούμε ότι ουσιαστικά είναι άγνωστο εάν υπάρχει «επιστημονική ουδετερότητα» αλλά και στην περίπτωση όπου θεωρητικά υπάρχει, είναι επίσης άγνωστο κατά πόσο μπορεί τελικά να δώσει ειλικρινείς απαντήσεις οι οποίες τελικά θα κυριαρχήσουν στην κοινωνία, δηλαδή και εκτός της στενής επιστημονικής κοινότητας.

Στην παραπάνω παγίδα έπεσαν για παράδειγμα οι Ιταλοί θετικιστές του 19ου αιώνα οι οποίοι θεώρησαν την έννοια του «πλήθους» ως κάτι εν δυνάμει αρνητικό, και όλο αυτό βοήθησε στην παγίωση της ιδέας ότι μόνον ο απομονωμένος άνθρωπος μπορεί να πράξει λαμπρά έργα, ενώ αντίθετα ο άνθρωπος που λειτουργεί μαζί με άλλους είναι ένα άβουλο ον, που κυριαρχείται από τα πάθη του.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω οι βασικές έννοιες που ανακύπτουν από την προηγούμενη, αλλά και από αυτή την «ανανεωμένη» οπτική, είναι η αλληλεπίδραση, η εξάρτηση και η τυχαιότητα. Υπό αυτή την έννοια η έρευνα της ανατομίας, της φυσιολογίας και της παθολογίας του ανθρώπου μπορεί να αποτελέσει εξαιρετική πηγή έμπνευσης για την μελέτη θεωριών της οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών.

«κάθε φορά που ένα φυσιολογικό κύτταρο διαιρείται και αντιγράφει το DNA του για να παράγει δύο νέα κύτταρα, κάνει πολλά λάθη. Αυτά τα λάθη είναι μία βασική πηγή των μεταλλάξεων που δημιουργούν τον καρκίνο. Κάτι που μέχρι τώρα είχε υποτιμηθεί». Κρίστιαν Τομασέτι [5]

Όταν Μακιαβέλι στοχαζόταν τον κόσμο της πολιτικής δεν γνώριζε ότι πολύ αργότερα ο εγκέφαλος θα χαρακτηριζόταν ως ο ηγεμόνας του ανθρώπινου σώματος και ασφαλώς δεν είχε στο νου του ότι ο παράγοντας τύχη (fortuna) [6] μια μέρα θα θεωρούνταν τόσο καθοριστικός. Πράγματι σήμερα το τυχαίο κατά τα «σφάλματα» αντιγραφής του DNA που οδηγεί τόσο την εξέλιξη όσο και τον σχηματισμό του καρκίνου, υπάρχει και αναγνωρίζεται από τη σύγχρονη ογκολογία και την εξελικτική θεωρία. Επίσης όταν ο Φουκώ το 1963 έγραφε τη Γέννηση της κλινικής [7] προσπαθώντας να αναδείξει εκείνους τους όρους με τους οποίους κάποιες επιστημονικές πρακτικές -που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες- αναδύθηκαν ως κοινωνικές κατασκευές, δεν γνώριζε ότι ο λόγος της σύγχρονης ιατρικής εμπειρίας (σε κλινικό και ερευνητικό επίπεδο) μάλλον έχει την τάση να διευρύνει την αρχική του «υποψία».

Στο ερώτημα εάν οι σύγχρονες ανθρωπιστικές επιστήμες και τα συμπεράσματά τους είναι κυρίως προϊόντα της επιθυμίας και της ανάγκης να ελεγχθούν και να κυριαρχηθούν αποτελεσματικά οι άνθρωποι μέσα στην νεωτερική κοινωνία, μια διαφορετική προσέγγιση του ανθρώπινου οργανισμού φαίνεται να σχηματίζει, έστω δειλά, νέες απαντήσεις και να γεννά σχεδόν αβίαστα νέα ερωτήματα:
Εάν όντως η «ομοσπονδιακή ένωση» του οργανισμού λειτουργεί έτσι γιατί έχει «κατά νου» το κοινό καλό, δηλαδή τον ίδιο τον οργανισμό, τότε θα μπορούσε να ενθαρρυνθεί η γέννηση νέων δημοκρατικών απόψεων στην κοινωνία;

Μήπως σταδιακά ανακαλύπτουμε ότι μέσα μας συντελείται μια «αθόρυβη κυτταρική επανάσταση» της οποίας η εξέλιξη ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα καινούργιο και διαφορετικό μοίρασμα των «εξουσιών της ζωής»; Ή μήπως αρχίζουμε σιγά σιγά να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για κάποια αέναη επανάσταση αλλά για μια άγνωστη και διαφορετική «κανονικότητα» που μας ξαφνιάζει;

Υπό αυτό το πρίσμα η θεωρία της ανισότητας ως ερώτημα παραμένει ανοιχτό ως έχει, ή στην ουσία ανοίγει μόλις τώρα και με τρόπο διαφορετικό; Μήπως είναι κυρίως η εξάρτηση και η αλληλεπίδραση και όχι η κεντρική άσκηση εξουσίας από ανώτερα και υπερεξελιγμένα στοιχεία, που καθορίζει την πραγματικότητα;

Ο τύραννος Αγαθοκλής «ο κακούργος ηγεμόνας» που σκοτώνει, προδίδει και στο τέλος κυριαρχεί και κερδίζει την εξουσία -φέρνοντας ακόμη και τον θάνατο όπως ο καρκίνος-, θα παραμείνει το αντίπαλο δέος του καλού και χαρισματικού ηγέτη που με τις συμβουλές των σοφών του συμβούλων «θεραπεύει» τον λαό οδηγώντας τον στην ευδαιμονία, ή θα γεννηθεί ένας νέος, άγνωστος μέχρι τώρα, πολιτικός πρωταγωνιστής;

Θα μπορούσαν σήμερα να σχηματιστούν αυτονομίες με όλα τα μέλη τους προστατευμένα αλλά ταυτόχρονα ελεύθερα να δημιουργούν και να ευζωούν με έναν βαθιά δίκαιο και δημοκρατικό τρόπο που να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα, συνθήκες και ανάγκες;

Ίσως οι επιστημονικές ανακαλύψεις να επηρεάζουν και να επηρεάζονται από τους φιλοσοφικούς υποκειμενισμούς μας, μπορεί η επιστήμη να μην βρεθεί ποτέ στην θέση του αντικειμενικού και αμερόληπτου μελετητή, όμως ο εγκέφαλος, ως προς την «κοινωνική οργάνωση» του περιβάλλοντος όπου λειτουργεί, δεν μοιάζει να είναι ο απόλυτος αρχηγός και αυτό παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ιατρικό αλλά και «κοινωνιολογικό» ενδιαφέρον. Κατά τρόπο ανάλογο στοιχεία όπως η εγγενής επιθετικότητα και η ροπή στη βία που οδηγεί θα λέγαμε «δαρβινικά» στην επικράτηση του ισχυρότερου μπορούν να έρθουν σε αντιπαράθεση με την εξάρτηση και την αλληλεπίδραση σε πολύ βαθύτερα επίπεδα κατανόησης του κόσμου μας.

Είναι ακριβώς η μελέτη των αστοχιών (όπως για παράδειγμα στα αυτοάνοσα νοσήματα) του ανθρώπινου οργανισμού -με τις οποίες καταπιάνεται η σύγχρονη ιατρική έρευνα, η παθολογία και η επιγενετική (η μελέτη δηλαδή των αναστρέψιμων κληρονομήσιμων αλλαγών στη λειτουργία των γονιδίων)- που θα μπορούσε, σε επίπεδο ιδεών, να συμβάλει στην υπέρβαση του δίπολου σκέψης που βασίζεται από την μια στην αισθητική μελέτη των αναλογιών, και από την άλλη σε μια ψυχολογική ανάλυση που συνήθως αρνείται την πραγματικότητα.

Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη των δημιουργικών αλλά και των καταστρεπτικών ικανοτήτων του Homo sapiens, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη βραδύτητα των διαδικασιών επεξεργασίας και έκφρασης των αντίστοιχων συναισθηματικών του. Αυτές οι τελευταίες είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση των δράσεων και των ενεργειών μας. Όσο κι αν πολλοί πιστεύουν το αντίθετο σήμερα, όπως και στο παρελθόν, είναι η επεξεργασία των συναισθημάτων μας που συνθέτει την πρώτη και βασική αιτία των κινδύνων που μας απειλούν.

Από την αυγή του πολιτισμού, η αναγνώριση ορισμένων ηθικών αρχών και ενός ηθικού κώδικα, δεν κατάφερε να αποτρέψει το ξέσπασμα πολέμων, σφαγών, γενοκτονιών και κάθε άλλης απάνθρωπης πράξης. Τα ηθικό-κοινωνικά συστήματα στα οποία το άτομο εκτίθεται από την παιδική του ηλικία, είτε είναι αυτά των απομονωμένων φυλών από το υπόλοιπο του πολιτισμού, είτε εκείνα του δυτικού και ανατολικού πολιτισμού, υπαγορεύουν με τρόπο παρόμοιο τη συμπεριφορά του νεαρού ενήλικα.

Δημιουργούν έτσι έναν άρρηκτο δεσμό με μια συγκεκριμένη ομάδα που ενώνει τα μέλη της κάτω από την ίδια πίστη και συχνά τα εκθέτει ακόμη και στην ακραία ή ύστατη θυσία για την υπεράσπιση των αρχών και των ιδεολογιών στις οποίες έχουν εκτεθεί από την προεφηβική ηλικία τους. Πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι στον άνθρωπο υπάρχει ένα στοιχείο που έχει μείνει σχεδόν ανέπαφο, ακριβώς όπως πριν από χιλιάδες χρόνια, και αυτό είναι η ψυχολογική και συγκινησιακή παράμετρος της ύπαρξής του. [8]

Όπως μας υπενθύμισε στην προηγούμενη παράγραφο η Ρίτα Λέβι-Μονταλτσίνι, η μεγαλύτερη απειλή για τον άνθρωπο σήμερα δεν βρίσκεται στην φυσική επιθετικότητά του ή στα βίαια ένστικτά του όπως υποστηρίζει η χομπσιανή θεωρία, αλλά εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις αγελαίες τάσεις του, από την ροπή του προς την υποτακτικότητα, από την παθητική υπακοή του σε εντολές και από την υποταγή του σε ανούσιες απολαύσεις.

Δηλαδή από εκφάνσεις για τις οποίες σε βιολογικό επίπεδο δεν έχουμε σχεδόν καμία βάσιμη ιδέα για το πώς γεννιόνται και από πού προέρχονται. Έχουμε όμως αρκετά στοιχεία ώστε να αντλήσουμε ιδέες και να εμπνευστούμε από τις οργανωτικές ικανότητες και τις «δημοκρατικές» εκφράσεις του ανθρώπινου οργανισμού.

Από την εξάρτηση και την αλληλεπίδραση των επιμέρους στοιχείων του μέσα σε ένα τεράστιο περιβάλλον τυχαίων γεγονότων (fortuna). Εάν μέσα από την στενή σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης -των οποίων τα επίπεδα σε μεγάλο βαθμό αλληλοκαλύπτονται, αλληλοτροφοδοτούνται και αλληλεξαρτώνται- φανταστούμε νέα ερωτήματα και αναζητήσουμε νέες απαντήσεις, κάνοντας τα μεταξύ τους σύνορα όλο και πιο αδιόρατα, ίσως για εμάς τους ανθρώπους ο ορίζοντας αρχίσει να γίνεται όλο και πιο ορατός. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ανθρώπινο σώμα όπως και οι κοινωνίες των ανθρώπων έχουν αναμφισβήτητα ως κοινό τους στοιχείο το μυστήριο της ανθρώπινης ζωής.
------------------
[1] Ο Άρθουρ Κέσλερ (Arthur Koestler) ήταν Ούγγρος συγγραφέας, φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Ο Κέσλερ επέκρινε τον νεο-Δαρβινισμό σε πολλά από τα βιβλία του, αλλά δεν ήταν αντίθετος στη γενική θεωρία της εξέλιξης. Ο καθηγητής βιολογίας Harry Gershenowitz τον περιέγραψε ως «εκλαϊκευτή» της επιστήμης, παρότι οι απόψεις του δεν έγιναν αποδεκτές από την «ορθόδοξη ακαδημαϊκή κοινότητα». Σύμφωνα με ένα άρθρο του Skeptical Inquirer, ο Koestler ήταν υποστηρικτής της Λαμαρκιανής θεωρίας της εξέλιξης και κριτικός της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου καθώς και της πίστης σε ψυχικά φαινόμενα.
[2] Εισαγωγή στην κοινωνική θεωρία, Pip Jones, Liz Bradbury, Shaun Le Boutillier, εκδ. Πλέθρον, 2017. Νατουραλισμός (naturalism) είναι η άποψη, στην κοινωνική θεωρία, ότι οι μέθοδοι έρευνας και οι μηχανισμοί αιτίου αποτελέσματος είναι ίδιοι για τον κοινωνικό και τον φυσικό κόσμο. Ατομικισμός (individualism) είναι η ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, όπως το ψυχολογικού του προφίλ και η συμπεριφορά του. Οι κοινωνιολογικές θεωρίες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτές τις «μη-κοινωνικές» προσεγγίσεις δηλαδή του νατουραλισμού και του ατομικισμού.
[3] Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν στο επιστημονικό έντυπο Neurology, ειδικοί από το Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης στη Σουηδία, υποστηρίζουν ότι η νόσος Πάρκινσον ξεκινά από το γαστρεντερικό. Επίσης άλλες μελέτες που αφορούν γνωστές παθολογίες του γαστρεντερικού συστήματος (όπως το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου) υποδεικνύουν ότι το έντερο ενδέχεται να διαθέτει τον δικό του (δεύτερο) εγκέφαλο.
[4] H Ρίτα Λέβι-Μονταλτσίνι (Rita Levi-Montalcini) ήταν Ιταλίδα ιατρός νευροβιολόγος και πρωτοπόρος ερευνήτρια στον κλάδο της νευρολογίας. Το 1986 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής για την ανακάλυψη της πρωτεΐνης NGF (Nerve Growth Factor). Ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Παπική Ακαδημία Επιστημών.
[5] Ο Κρίστιαν Τομασέτι (Cristian Tomasetti) είναι καθηγητής ογκολογίας και ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας Καρκίνου «Johns Hopkins Kimmel». Η Σχετική έρευνα πάνω στις μεταλλάξεις, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Science, και δείχνει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των καρκίνων που προκαλούν μεταλλάξεις οφείλονται σε τυχαία λάθη κατά τη διαδικασία αντιγραφής του DNA φέρνοντας σε δεύτερη μοίρα την κληρονομικότητα αλλά και τους εξωτερικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην πρόκληση της ασθένειας.

Τα μανιτάρια αλλάζουν τον καιρό

Τα μανιτάρια έχουν την εκπληκτική ικανότητα να ελέγχουν τον καιρό, σύμφωνα με νέα έρευνα του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA) και του Κολεγίου Τρίνιτι στο Κονέκτικατ, που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Φυσικής (American Physical Society).

Τα φυτά διασπείρουν τους σπόρους τους μέσω της βαρύτητας, των ζώων, των ανέμων, του νερού, ακόμα και εκτοξεύοντάς τους.
Τα μανιτάρια πάντα θεωρούνταν παθητικοί διασπορείς, καθώς η γενική αντίληψη ήταν ότι η διασπορά των σπόρων τους εξαρτιόταν από τα ρεύματα του αέρα.
Ωστόσο, η νέα έρευνα αντικρούει αυτή τη θεωρία υποστηρίζοντας πως τα μανιτάρια μπορούν να διασπείρουν τους σπόρους τους σε μια ευρεία περιοχή ακόμα και όταν επικρατεί νηνεμία, δημιουργώντας το δικό τους καιρικό σύστημα.
Στο πλαίσιο της έρευνας οι Αμερικανοί επιστήμονες χρησιμοποίησαν εξελιγμένες κάμερες, φώτα λέιζερ και μαθηματικά μοντέλα για να μελετήσουν πώς διάφορα είδη μανιταριών διασπείρουν τους σπόρους τους.
Μεταξύ άλλων μελέτησαν το μανιτάρι Πλευρώτους οστρεώδης (Pleurotus ostreatus), το δηλητηριώδες μανιτάρι Αμανίτης ο μυγοκτόνος (Amanita muscaria) και το εδώδιμο μανιτάρι Σιτάκε (Lentinula Edodes), .
Όπως προέκυψε, τα μανιτάρια δημιουργούν ροή αέρα αφήνοντας την υγρασία τους να εξατμιστεί.
«Στην ουσία τα μανιτάρια δεν κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν το νερό τους να εξατμιστεί», δήλωσε ο ερευνητής Marcus Roper από το UCLA.
Αυτή η εξάτμιση ψυχραίνει τα μανιτάρια, αφού η αλλαγή φάσης από υγρό νερό σε υδρατμούς καταναλώνει θερμότητα.
Ο ψυχρός αέρας είναι πυκνότερος από τον θερμό και έχει την τάση να εξαπλώνεται.
Στο μεταξύ η εξάτμιση δημιουργεί υδρατμούς, οι οποίοι έχουν χαμηλότερη πυκνότητα από τον αέρα.
Οι δυο αυτές δυνάμεις μεταφέρουν τους σπόρους έξω από τα μανιτάρια και τους ανασηκώνουν ελαφρώς.
Με την ώθηση αυτή τα μανιτάρια μεταφέρονται ως και δέκα εκατοστά οριζοντίως και καθέτως.
Τα μανιτάρια φυτρώνουν κυρίως στο έδαφος, κάτω από κορμούς δέντρων, όπου δεν φυσούν άνεμοι.
Η ικανότητα των μανιταριών να δημιουργούν τους δικούς τους ανέμους βοηθά τους σπόρους να βρουν νέες κατάλληλες τοποθεσίες για να φυτρώσουν.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ενδεχομένως όλα τα είδη μανιταριών μπορούν να επιτελέσουν τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Τεχνικά το μανιτάρι είναι το σαρκώδες σώμα ενός μύκητα. Κάθε μανιτάρι παράγει ως και εκατομμύρια σπόρους και κάποιοι εξ αυτών είναι πιθανό να βρουν κατάλληλη τοποθεσία για να αναπτυχθούν.
«Η έρευνά μας δείχνει πως τα μανιτάρια ελέγχουν το τοπικό περιβάλλον και δημιουργούν ανέμους όταν δεν φυσά στη φύση», δήλωσε η Δρ. Emilie Dressaire, καθηγήτρια μηχανικής των υγρών στο Κολέγιο Τρίνιτι.

Μεταστοχασμός και Ερμηνεία

Το υπό συζήτηση άρθρο καθιστά προσιτή μια ερμηνευτική οικείωση με τον Χάιντεγκερ και με τον τρόπο, που ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος έκανε διάλογο με τον Πλάτωνα, με τον Χέγκελ, αλλά και με το σύνολο της ελληνικής σκέψης. Γιατί μας ενδιαφέρει μια τέτοια ερμηνευτική οικείωση; Επειδή επιχειρεί να ρίξει φως στην άβυσσο του Σήμερα και να ξανασκεφτεί από μηδενική βάση το ήδη ειπωμένο, το καθιερωμένο ως πάγια αλήθεια, το προβαλλόμενο ως φιλοσοφική επικοινωνία. Προς αυτή την κατεύθυνση αντιπαρατίθεται ριζικά:

· με τον ιδεολογικό υποβιβασμό του σημερινού ανθρώπου σε πράγμα,
· με την απολίθωση της ζωντανής πραγματικότητας από την εργαλειακή της μεταχείριση,
· με την παραφθορά του πνεύματος σε εριστική στρεψοδικία,
· με την αυτο-εκμηδένιση του Dasein και την απουσία αληθινής προοπτικής,
· με τις φαντασιακές οντογενέσεις ως «θεραπευτικά» αντίδοτα αυτής της αυτο-εκμηδένισης.

Βάση της συνολικής προβληματικής του αποτελεί η χαϊντεγκεριανή ρήση πως μόνο η φιλοσοφική ποιητική δίνει νόημα στην καθημερινή ύπαρξη των ανθρώπων. Αυτή μπορεί να μιλήσει για την έσχατη δυνατότητα του ανθρώπου να μην ανήκει σε κανένα πράγμα και να μπορεί να γίνεται αυτό που είναι. Αυτό είναι το οπτικό σημείο (Gesichtspunkt), από το οποίο εκκινεί κανείς για να διανοιχθεί στη φιλοσοφική ποιητική. Αλλά πώς κατανοείται η τελευταία; Κατανοείται ως η γλώσσα που μιλάει και μας στέλνει νεύματα σχετικά με την ουσία ‒παρ-ουσία/απ-ουσία‒του πράγματος. Η προσαγόρευση της γλώσσας καθιστά τον άνθρωπο ποιητή, τουτέστι δημιουργό. Δημιουργός με το νόημα ότι δεν πνίγεται μέσα στο υπολογιστικό σκέπτεσθαι, μέσα σε μια λογιστική δεδομένων ποσοτικών μεγεθών, δεν παγιδεύεται μέσα σε ένα μαθηματικοποιημένο πλέγμα παραστάσεων, αλλά διανοίγεται στην πιο εσωτερική συνομιλία με την α-λήθεια ενός πράγματος. Πρόκειται για μια συνομιλία πέραν της λογικής του εξουσιαστικού υποκειμένου, που επιχειρεί να παρατηρήσει το πράγμα, το αντικείμενο, απ’ έξω και να επιβληθεί πάνω του. Το τελευταίο συμβαίνει με την παλαιά μεταφυσική.

Το ζητούμενο είναι να υπερβούμε αυτή τη μεταφυσική, όλους τους τύπους της, όλα εκείνα τα γλωσσικά σχήματα, που συνάπτουν την ουσία της φιλοσοφίας με την κανονιστική αντίληψη (περί) των όντων και αποδυναμώνουν τη διερώτηση για το νόημα του Είναι. Η υπέρβαση είναι δυνατή ως η αυθεντική συνομιλία, που λαμβάνει χώρα εν είδει μετα-τόπισης στην περιοχή της ερμηνευτικής πράξης. Μετα-τόπιση σημαίνει αλλαγή τόπου [και μοιραία τρόπου] σκέψης: από την εξωτερική ασάφεια της παραδοσιακής μεταφυσικής στο δρόμο του νοήματος ή της ερμηνείας, που έχει ανοίξει, για πρώτη φορά η φιλοσοφική γλώσσα της ελληνικής παράδοσης. Κατ’ αυτή την έννοια, «η αλήθεια είναι η δεξίωση του πράγματος μέσα στη γλώσσα» (Heidegger: Μεταστοχασμός και Ερμηνεία, σ. 13). Τούτο σημαίνει πως μέσα στη γλώσσα περισυλλέγεται το εντός της ιστορίας μίλημα θεών, ποιητών, φιλοσόφων κ.λπ. με τη μορφή της ερμηνείας. Πρόκειται για την ερμηνεία που δεν συμβαίνει ως μια απλή εξήγηση, αλλά ως επικέντρωση «στη φύση και τη θέση των ονομασιών μέσα στο γλωσσικό Είναι».

Ο λόγος, κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν είναι απλά και μόνο ένα εξωτερικό ενέργημα ενός πεπαλαιωμένου μεταφυσικού παίγνιου της γλώσσας, αλλά η εκδηλωνόμενη μέσα στον ιστορικό χωρόχρονο «εναντίωση στον εσωτερικό σχολαστικισμό και άκριτο φορμαλισμό» και η προ-οπτική ενός στοχάζεσθαι πάνω στο μη ειπωμένο από τον ως τώρα φιλοσοφικό στοχασμό. Εδώ βρίσκεται η ουσία του Μετα-στοχασμού. Ο Λόγος τώρα δεν μιλάει γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά κ.λπ., αλλά αρχαία ελληνικά και πριν απ’ όλα προσωκρατικά. Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Χάιντεγκερ, «το εκπληκτικό των Ελλήνων της αρχαιότητας παραμένει ότι αυτοί ήταν ικανοί να διακρίνουν το λεκτέο ήδη στη συγκάλυψή του μέσα από μια προχωρούσα υποχωρητικότητα, Ήταν ικανοί για αυτό, διότι τους ανέμενε η γλώσσα τους ‒ο δομητέος οίκος της παρουσίας των παρόντων‒ για να κατοικήσουν, οικοδομώντας μέσα του» (ό.π., σ. 63).

Η ουσία του Πράγματος, στη συνάφεια τούτη, προ-χωρεί σύμφωνα με την ουσία της γλώσσας και βρίσκει εδώ τον τόπο του ονόματος, για να αχθεί στην αποκάλυψή της. Υπ’ αυτή την προ-οπτική, ο Λόγος «είναι αυτή τούτη η αρχέγονη συλ-λογή, που φυλάσσει τα πάντα ως το ον και μάλιστα κατά τρόπο, που να το αφήνει, με τη μορφή της φύλαξης, να μην είναι παρά αυτό τούτο το ον».

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη φιλοσοφική απαρχή, δυνάμει της οποίας το Είναι των όντων μπορεί να ανασυρθεί από τη μετα-φυσική του λήθη και να επι- σκεφθεί την εστία του, να επανευρεθεί στην ομιλούσα α-λήθεια του. Αυτή η ομιλούσα αλήθεια του, στη σύγχρονη πλανητική εποχή, μας επιτρέπει να μη γινόμαστε κατοικίδια ζώα της τεχνικής, του εργαλειακού-υπολογιστικού της σκέπτεσθαι, αλλά να διανοιγόμαστε στην ουσία της σαν μέσα σε μια απελευθερωτική κλήτευση.

Tι είναι Αυτονομία;

Πώς κατανοείται η αυτονομία;

§1. Η έννοια της αυτονομίας ‒γερμ. Autonomie, Eigengesetzlichkeit, Selbstgesetzlichkeit‒ έλκει την καταγωγή της από την αρχαία ελληνική λέξη: αυτο-νομία, που με τη σειρά της προέρχεται από το επίθετο: αυτό-νομος, που πρωταρχικά δήλωνε την ελευθερία μιας πόλεως, μιας κοινότητας πολιτών, να ζει σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, δηλαδή να νομοθετεί η ίδια και να οργανώνει τη ζωή της με βάση αυτή τη νομοθέτηση. Επομένως, η αυτονομία παραπέμπει στην αυτονομοθέτηση και υποδηλώνει: αυτοκαθορισμό, αυτοπροσδιορισμό, σε αντίθεση με την ετερονομία (γερμ. Fremdgesetzlichkeit) και τον ετεροκαθορισμό, ετεροπροσδιορισμό. Στην αρχαιότητα, η εν λόγω έννοια χρησιμοποιούνταν συνήθως ως όρος της πολιτικής φιλοσοφίας, ενώ στη νεότερη εποχή, κατά κύριο λόγο από τον Καντ και ύστερα, προσέλαβε ηθικό χαρακτήρα και μετατοπίστηκε βασικά στην περιοχή της ηθικής φιλοσοφίας.

§2. Η έννοια της αυτονομίας στον Καντ συνδέεται με τον αυτοπροσδιορισμό της βούλησης και διακρίνεται ρητά από τη θεωρία του ευδαιμονισμού και του ωφελιμισμού του Διαφωτισμού. Σημαίνει την αυτονομοθέτηση /αυτονομοθεσία του Λόγου (Selbstgesetzgebung der Vernunft), την αυτενέργεια, ως αυτο-αναφορά, του νομοθετούντος Λόγου: την ενέργεια του Λόγου, που τον θέτει απέναντι στη φύση.

§3. Στον Χέγκελ, η αυτονομία νοείται ως αυτοπραγμάτωση του απόλυτου πνεύματος[1] και πάντοτε όχι χωριστά ή κατ’ απόλυτη αντίθεση προς τη φύση, όπως στον Καντ. Τούτο σημαίνει πως η έννοια της αυτονομίας, στον Χέγκελ, δεν είναι παρά αυτή τούτη η έννοια του Λόγου, που έχει αναιρέσει διαλεκτικά μέσα της τη φύση και τη διατηρεί εσωτερικά ανηρημένη. Έτσι προκύπτει μια αληθινή αυτονομία, υπό το νόημα ότι δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία από τη φύση, καθώς η τελευταία αποτελεί πλέον πτυχή ή βαθμίδα της διαλεκτικής διεργασίας εν όλω, δυνάμει της οποίας συντελείται η αυτοπραγμάτωση του απόλυτου πνεύματος.

§4. Χαρακτηριστική είναι η εν λόγω διαλεκτική διεργασία στη Φαινομενολογία του πνεύματος. Η φυσική συνείδηση, ως άμεση παρουσία του πνεύματος, οδηγείται στο βάραθρο, όταν επιχειρεί να αναπτυχθεί σε αυτονομία από τη φύση. Η πράξη αυτονόμησής της είναι μια ενέργεια ή διεργασία στο επίπεδο του κόσμου των φαινομένων και κάθε φορά που η ίδια η συνείδηση τείνει να επιτύχει την αυτονομία της μεταπίπτει από τη δεδομένη, γνωσιο-οντο-λογική της κατάσταση σε μια άλλη. Για παράδειγμα, στο τμήμα Β: Αυτοσυνείδηση[2], ο στωικισμός μεταπίπτει σε σκεπτικισμό, ευθύς ως αποκτά την εμπειρία πως η νομοτελειακή του κίνηση δεν μπορεί να συντελεστεί ερήμην της φύσης. Το ίδιο συμβαίνει και κατά την κίνηση του νομοθέτη Λόγου και του Λόγου που ελέγχει τους νόμους[3]. Παρόμοια, στη Νομική κατάσταση[4], η ελευθερία του προσώπου καταβαραθρώνεται, όταν αποκτά την εμπειρία της αυθαιρεσίας εκ μέρους του Κυρίου του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, η πράξη, που εκτυλίσσεται ως ενεργείν υπό τον αστερισμό της απόλυτης ελευθερίας, αποδεικνύεται στο τέλος μια άκρως υποκειμενική διεργασία, που δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα έξω ή ενάντια στο ενεργείν ενός άλλου υποκειμένου, μιας άλλης υποκειμενικής διεργασίας, δηλαδή ως απόλυτη ελευθερία.
------------------------------
[1] Βλ. σχετικά: Χέγκελ: η φιλοσοφία του πνεύματος, εισαγ..-μτφρ.-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση 2015, σσ. 177 κ.εξ.
[2] Βλ. Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι, εισαγ.-μτφρ.-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Αθήνα: εκδ. Δωδώνη 1993, σσ. 311 κ.εξ., ειδικότερα σσ. 346 κ.εξ.
[3] Βλ. Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. ΙΙ, εισαγ.-μτφρ.-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Αθήνα: εκδ. Δωδώνη 1995, σσ. 239 κ.εξ.
[4] Ό.π., σσ. 310 κ.εξ.

Φιλοσοφία και Λογοτεχνία

Για μια σύγχρονη ανάγνωση του λογοτεχνικού κειμένου

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

     Ι. Όταν μιλάμε για λογοτεχνία η σκέψη μας πηγαίνει στην τέχνη που συνδέεται με τη γλώσσα. Η σχέση λογοτεχνίας και γλώσσας, κατά συνέπεια, αποτελεί μια πρώτη βάση για να μπορεί να προσανατολίζεται κανείς μέσα στο χώρο της λογοτεχνίας. Η γλώσσα ωστόσο δεν δημιουργείται από τη λογοτεχνία ούτε μέσα στη λογοτεχνία. Δεν παύει όμως να διαμορφώνεται στην καθημερινή της εκδοχή μέσω της λογοτεχνίας και να προσλαμβάνει μια ανάλογη αισθητική αξία. Αυτό δε σημαίνει ότι η αξία του λογοτεχνικού έργου εξαρτάται από τη γλώσσα μόνο. Αντίθετα η γλώσσα συνδιαμορφώνεται μέσα στο λογοτεχνικό έργο και από το περιεχόμενο, το οποίο καλείται να εκφράσει. Έτσι το καθολικό νόημα της λογοτεχνίας πρέπει να αναζητείται μέσα στην καθολικότητα του περιεχομένου, η οποία αντανακλά μια πραγματικότητα που αναπαρίσταται μέσω της γλώσσας. Γι’ αυτό και η λογοτεχνία καταπιάνεται με θέματα που συγκινούν τόσο το δημιουργό όσο και τον αναγνώστη, αλλά παράλληλα έχουν ενδιαφέρον για τη ζωή του ανθρώπου και για την πνευματική του ολοκλήρωση. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η λογοτεχνία αφορά όλους και συνδέεται με καθετί που ανήκει στο χώρο των αξιών. Οι αξίες που ομορφαίνουν την ανθρώπινη ζωή και τη σημασιολογούν όχι λιγότερο συνυφαίνονται με την αισθητική μετουσίωση ενός λογοτεχνικού έργου και ως τέτοιες διαχωρίζονται από τις απαξίες που δεσπόζουν συνήθως στην κοινωνική μας ζωή. Από αυτή την άποψη, η διαχρονική αξία της λογοτεχνίας βρίσκεται στην πραγματική της δυνατότητα να μετασχηματίζει κάτι το δεδομένο σε μια συμπαντική αλήθεια, η οποία κατανοείται ή μπορεί να κατανοηθεί ως τέτοια μέσω της αισθητικής της τελειότητας.

     ΙΙ. Γι’ αυτό και όταν ένα λογοτεχνικό έργο συμβαίνει να υπηρετεί σκοπιμότητες και να αναπαράγει μια πεζή και χυδαία πραγματικότητα, απέχει πολύ από το να εκφράζει το ωραίο και το αληθινό, όπως το προσδιορίσαμε πιο πάνω. Αμέτρητα είναι τα παραδείγματα εμπορευματικών λογοτεχνικών έργων, που κολακεύουν τα ένστικτα του κοινού και προβάλλουν ό,τι πιο αρνητικό, αντι-αισθητικό και αντι-πνευματικό δεσπόζει στην αγορά του είδους για να γίνουν στο τέλος αντικείμενο φτηνής τηλεθέασης και προϊόν ευρείας κυκλοφορίας. Η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη πνευματική δραστηριότητα, διεκδικεί μια στάση ζωής που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από συναισθηματική φόρτιση, αλλά και από βαθιά πνευματική ευαισθησία. Μια τέτοια πνευματική ευαισθησία επιτρέπει να πραγματεύεται κανείς με φιλοσοφικό βάθος και ανάλογη υψηλή ποιητικότητα θέματα που συνέχουν τον άνθρωπο, όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η ελευθερία κ.λπ. και προϋποθέτουν ένα απαιτητικό αναγνώστη. Εδώ έχουμε στο νου μας την περίπτωση του Δ. Σολωμού, που ενσάρκωσε την ιδέα της ποίησης και τη δικαίωση της ποιητικής του δημιουργίας ως βλέψη αποκάλυψης, εντός της συγκεκριμένης κοινωνιοπολιτικής πραγματικότητας και με αισθητική πληρότητα, του συμπατικού όλου. Λ λογοτεχνία λοιπόν, αν και απαιτεί φιλοσοφικό στοχασμό, δεν ταυτίζεται ωστόσο με τη φιλοσοφία ή άλλες θεωρητικές επιστήμες. Δεν παύει όμως να προϋποθέτει ένα θεωρητικό υπόβαθρο και ορισμένες γενικές έννοιες που ανάγουν την καταγωγή τους στη φιλοσοφία. Οι έννοιες αυτές συνυφαίνονται με διάφορες τάσεις που εξετάζει η θεωρία της λογοτεχνίας και χρησιμοποιούνται για να υποδηλώνουν αντίστοιχες μεθόδους προσπέλασης του λογοτεχνικού κειμένου.

Φαινομενολογία , Ερμηνευτική, Θεωρία της πρόσληψης

      Ι. Η δοκιμή μιας άλλης ανάγνωσης του κειμένου συνδέεται με την ανάγκη να αναδεικνύεται η αξία του έργου ως ποιοτική διαφορά: ως διαφορά που φαίνεται με την επίδραση που έχει το λογοτεχνικό έργο στη διαμόρφωση μιας άλλης συνείδησης ή στην ανάδυση μιας άλλης αντίληψης. Σε αυτό αποβλέπει και η περιεκτική παρουσίαση των εννοιών που ακολουθούν. Ο λόγος κατ’ αρχάς περί Φαινομενολογίας. Ο όρος Φαινομενολογία πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη φιλοσοφία και σχετίζεται με την επιστήμη των καθαρών φαινομένων. Ως τέτοια επιστήμη, η Φαινομενολογία υποστηρίζει ότι περικλείει τη δυνατότητα να φανερώνει την ουσία αυτού που πραγματικά βρίσκεται μέσα στο στοιχείο του Είναι. Έτσι μπορεί να προσφέρει τη βάση για τη θεμελίωση μιας αληθινά αξιόπιστης γνώσης. Παρουσιάστηκε ως μια θεωρία της ανθρώπινης συνείδησης και θέλησε να συνδεθεί με τη στροφή στη βεβαιότητα του συγκεκριμένου. Σε μια κοινωνία που ο κόσμος είναι βαθιά αποξενωμένος και απόλυτα διχασμένος, το δε ανθρώπινο άτομο είναι βυθισμένο σε διαρκή σύγχυση και εναγώνια απομόνωση, η Φαινομενολογία προσφέρει μια δυνατότητα γνώσης που στέκεται πάνω από τους αποκλεισμούς και τις μονομέρειες και ενεργοποιεί το ανθρώπινο υποκείμενο: η ουσία του κόσμου αντικρίζεται μέσα από αυτό που πρεσβεύει το ανθρώπινο Εγώ, μέσα από αυτό στο οποίο αποβλέπει η ανθρώπινη συνείδηση.

   ΙΙ. Αυτή τη θεμελιακή θέση της Φαινομενολογίας εκφράζει στον αιώνα μας ο Χούσερλ. Στο χώρο της λογοτεχνίας και της λογοτεχνικής κριτικής επιτρέπει την εφαρμογή μιας μεθόδου που επικεντρώνει το ενδιαφέρον στη σχέση του λογοτεχνικού κειμένου με τη συνείδηση και στην εξέταση αυτής της σχέσης. Έτσι προσφέρονται πολλαπλές δυνατότητες για να κατανοείται το λογοτεχνικό κείμενο ως αισθητικό αντικείμενο και να πραγματοποιείται επιστροφή στα ίδια τα νοήματα που αυτό εκφράζει έξω από λεκτικούς ακροβατισμούς και αναπόδεικτες απολυτοποιήσεις. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γνώση και ερμηνεία πρέπει να εκφράζει όψεις της πραγματικότητας μέσα στην ατομική συνείδηση. Εάν δεχτούμε τη θέση του Χέγκελ ότι πίσω από τη μελέτη των φαινομένων βρίσκεται μια καθολική γνώση των όντων, τότε μπορεί κανείς να γνωρίσει την πραγματικότητα που αντανακλά το λογοτεχνικό κείμενο μόνο, εάν συνδεθεί με τον εαυτό του ως υποκείμενο που βλέπει μέσα στο φαινόμενο τη δική του ατομική πλήρωση. Ο Χάϊντεγκερ, από τη δική του πλευρά, επιχειρεί να υπερβεί την αντί-θεση υποκειμένου και κόσμου. Σκέπτεται την ανθρώπινη ύπαρξη σαν ένα διάλογο με τον κόσμο. Ορίζει την αφετηρία της ανθρώπινης γνώσης ως μια κατανόηση που προηγείται της συστηματικής σκέψης. Αυτό είναι δυνατόν, επειδή, προτού φτάσουμε σε μια συγκροτημένη ή συστηματική σκέψη, γινόμαστε ήδη κοινωνοί μιας δέσμης σιωπηρών υποθέσεων που έχουμε περισυλλέξει από την ανθρώπινη βιομέριμνα.

     ΙΙΙ. Στο επίπεδο της λογοτεχνίας, η κατανόηση του λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι κυρίως αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που αφήνουμε να συμβεί. Πρέπει να δώσουμε τον εαυτό μας στο νόημα και όχι να μένουμε στο μήνυμα του κειμένου. Πρέπει να είμαστε πάντα εκτεθειμένοι στην ανεξάντλητη αξία του και να το αφήνουμε να μας κυβερνά. Η βαθύτερη αξία αυτής της φιλοσοφικής άποψης είναι ότι θεμελιώνει μια μετάβαση από τη φαινομενολογική μέθοδο στην ερμηνευτική. Έτσι άρχισε να συστηματοποιείται στον αιώνα μας μια μέθοδος ερμηνείας των κειμένων που έμελλε να βρει την αποκορύφωσή της με το έργο του Γκάνταμερ σχετικά με την Ερμηνευτική (δες αντίστοιχη ανάρτηση). Γενικά μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η Ερμηνευτική νομιμοποιείται ως μια πρόταση να αναγιγνώσκεται το λογοτεχνικό έργο σε συνάφεια με το νόημα που εκφράζει η σχέση ανάμεσα στο παρελθόν της γραφής του και στο παρόν της ανάγνωσής του. Πρόκειται δηλ. για μια επιδίωξη απελευθέρωσης των πιο δημιουργικών δυνάμεων του ανθρώπινου υποκειμένου ως δημιουργού-λογοτέχνη και ως αισθητικού αποδέκτη. Αυτό που συνιστά τη δυναμική του έργου και αυτό που ο αισθητικός αποδέκτης ανασύρει μέσα από την ανάγνωσή του θεμελιώνει μια εναρμονισμένη προσπάθεια ανάδειξης του διαχρονικού νοήματος του έργου και της συγχρονικής του αξίας για τον αναγνώστη. Μπορούμε να συνοψίσουμε λέγοντας ότι η Ερμηνευτική συμβάλλει αποφασιστικά στην αποκατάσταση ενός διαλόγου ανάμεσα στο δημιουργό και τον αναγνώστη και στη δημιουργία μιας αδιαίρετης επικοινωνίας ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Με άλλα λόγια, προσβλέπει σε μια μεταστοιχείωση του κειμένου σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο.

     IV. Για να επιτύχει αυτό δεν αντιμετωπίζει το κείμενο ως μια αυτόνομη και αυθύπαρκτη μονάδα, αλλά αναζητεί πληθώρα στοιχείων που συνήθως βρίσκονται έξω από το κείμενο. Συλλέγει στοιχεία για τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, για τους ιδεολογικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και άλλους επηρεασμούς του, για προηγούμενες συγγραφές του, για μεθόδους, λογοτεχνικές τάσεις ή σχολές κ.λπ. Η εξέλιξη της Ερμηνευτικής, αλλά και της Φαινομενολογίας, κυρίως στην εκδοχή της χεγκελιανής θεωρίας της συνείδησης, οδηγεί στη συγκρότηση της θεωρίας της πρόσληψης. Κατά τη θεωρία τούτη, ο τόνος πέφτει στον αναγνώστη. Εξετάζεται ο ρόλος του και προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις που του επιτρέπουν να αναπτύσσει μια ισχυρή πεποίθηση και αντίστοιχη θέληση για ελεύθερη ανάγνωση. Η σπουδαιότητα του αναγνώστη είναι απαραίτητος όρος για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου. Αν και συχνά φαίνεται πως το κύριο ζήτημα είναι η δυνατότητα προσπέλασης του κειμένου και η παρουσία του αναγνώστη περνάει σε δεύτερη μοίρα, ωστόσο δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο αναγνώστης είναι αυτός που μετουσιώνει ένα γλωσσικό κείμενο σε πηγή έμπνευσης και νοήματος για τον άνθρωπο. Έτσι η ανάγνωση γίνεται μια διαδικασία επικοινωνίας και ένας τρόπος να «κουβεντιάζουμε». Υπ’ αυτή την έννοια, ο κάθε αναγνώστης «κουβεντιάζει» με το δικό του τρόπο. Ανάλογα με το πνευματικό του υπόβαθρο, την αισθητική του καλλιέργεια, τις γενικότερες ανησυχίες διαμορφώνεται ένα αναγνωστικό κοινό που καθορίζει και καθορίζεται από το κείμενο. Επειδή όμως η ανάγνωση δεν είναι μια μηχανική κίνηση, που εξαντλείται σε απλή αφομοίωση ή συσσώρευση εντυπώσεων, αλλά μια διαρκής προσπάθεια μετασχηματισμού των αρχικών αντιλήψεων του αναγνώστη, τo λογοτεχνικό κείμενο κρίνει και «ανακρίνει» τον αναγνώστη, αναβαθμίζοντας τις πεποιθήσεις του και αποσταθεροποιώντας παγιωμένους/δογματικούς τρόπους αντίληψης.

Το «Νόημα» και το «Μήνυμα» του λογοτεχνικού κειμένου

     Ι. Συνήθως συνδέουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο με κάποιο νόημα ή με ένα μήνυμα που μπορεί να έχει διδακτικό ή γενικότερο κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό χαρακτήρα ή και όποιον άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Όχι λιγότερο συχνά παρατηρείται μια μη συνειδητή ταύτιση των δύο αυτών όρων τόσο μέσα στη διδακτική πράξη όσο και κατά τη γενικότερη στάση απέναντι σε ένα λογοτεχνικό έργο. Πώς λοιπόν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την αυτόνομη λειτουργία αυτών των εννοιών και ποια σχέση μεταξύ τους θα μπορούσε να λειτουργεί ευεργετικά για τον αναγνώστη; Κατ’ αρχήν, όταν μιλάμε για νόημα του έργου, το αναζητούμε μέσα σε μια σύμπλεξη του λόγου, σε συνειρμούς λέξεων ή σε ένα σύνολο λεκτικών διατυπώσεων. Υπ’ αυτή την έννοια δεν μας συνδέει με το κείμενο μόνο μια αισθητική συγκίνηση, αλλά και νοηματική φανέρωση. Αυτή η νοηματική φανέρωση επιτυγχάνεται σε δύο επίπεδα. Κατά πρώτον μέσα από την επεξεργασία των πολλών επί μέρους νοημάτων και κατά δεύτερο από την ανασύνθεση του θεμελιώδους νοήματος. Το θεμελιώδες αυτό νόημα δεν εκφράζει μόνο την πεμπτουσία των επί μέρους νοημάτων που θέλει να εκπέμψει ο συγγραφέας, αλλά και την απαίτηση του αναγνώστη απέναντι στο έργο. Γι’ αυτό και το νόημα αφορά περισσότερο τον αναγνώστη. Ο λογοτέχνης δεν μπορεί να γίνεται αυστηρός εκφραστής μιας εκλογικευμένης κατασκευής. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορεί να νομιμοποιείται οποιαδήποτε απόπειρα γραφής που δεν συνδυάζει αισθητική συγκίνηση με βαθύτερη νοηματική απαίτηση.

     ΙΙ. Ανάλογη είναι και η θέση των ερμηνευτών απέναντι στο έργο. Η αναζήτηση ενός απόλυτα αντικειμενικού νοήματος από πλευράς ερμηνευτών είναι δύσκολη έως αδύνατη. Υπάρχει ωστόσο μια κοινή βάση ερμηνείας που στηρίζεται στις γενικές αρχές της πρόσληψης, αλλά έχει να κάνει και με τη διαχρονική παρουσία του δημιουργού και τη γενικότερη στάση του απέναντι στο περιβάλλον, εντός του οποίου δημιουργεί. Η διαφορετικότητα των ερμηνειών, κατά ταύτα, νομιμοποιείται τόσο από τη θέση του συγγραφέα όσο και από την πλευρά που ο αναγνώστης εξετάζει το κείμενο. Συνοπτικά μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η αξία του έργου δεν εξαντλείται μέσα σε μια ή σε πολλές ερμηνείες. Αντίθετα, αποτελεί πηγή ερμηνειών έτσι ώστε η διαχρονικότητά του να εξαρτάται κατά πολύ από το βάθος των νοημάτων. Για να υπάρχει όμως βάθος χρειάζεται να υπάρχει και αισθητική πληρότητα και αντίστροφα. Αυτή η αμφίδρομη σχέση, ωστόσο, δεν λειτουργεί εκτός χρόνου και χώρου. Βρίσκεται μέσα στο πνεύμα του δημιουργού, αλλά λαμβάνει υπόψη και την απαίτηση του αναγνώστη. Απ’ αυτή την άποψη το νόημα ως τέτοιο δεν αντίκειται στο μήνυμα, αλλά αποτελεί το θεμέλιό του. Ένα έργο, που δεν έχει νόημα, δεν μπορεί να έχει μήνυμα. Η τελευταία τούτη έννοια δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της μέσα στο έργο, γιατί το έργο ή το κείμενο δεν είναι πηγή μηνυμάτων κυρίως, αλλά ένα αισθητικό δημιούργημα με ανεξάντλητο νόημα. Συνήθως τα μηνύματα που αντλούμε από ένα έργο είναι ηθικο-διδακτικά. Όμως και σε τούτη την περίπτωση δεν υπάρχει ένα κοινό ηθικό στοιχείο, από το οποίο ξεκινά κάθε δημιουργός. Μπορεί να είναι κοινό το περιβάλλον ή οι ιδέες, αλλά τα κίνητρα ή οι αξίες του κάθε λογοτέχνη σπάνια συμπίπτουν. Αυτό έχει να κάνει και με τη χαρακτηροδομή ή την ψυχική κατάσταση του λογοτέχνη. Το μήνυμα σε γενικές γραμμές ανήκει στις προθέσεις του συγγραφέα και ο αναγνώστης καλείται να τις αποκρυπτογραφεί.