Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Χριστιανοί απολογητές και χριστιανική απολογητική - Η ιουδαιοχριστιανική «τέχνη» του «κάνουμε το μαύρο άσπρο, εκλογικεύουμε τον παραλογισμό και δεν απαντάμε επί της ουσίας»

Ως απολογητές καλούνται αυτοί που υπερασπίζονται τις δοξασίες τους, ερχόμενοι αντιμέτωποι και προσπαθώντας ν' αντικρούσουν όσους τις αμφισβητούν. Στη θέση αυτή, βρέθηκαν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, διάφοροι άνθρωποι της Εκκλησίας (ιερείς, εκκλησιαστικοί συγγραφείς κ.ά.), οι επονομαζόμενοι «χριστιανοί απολογητές», όταν η «αλήθεια» του Χριστιανισμού αμφισβητήθηκε, αλλά και διακωμωδήθηκε εντόνως, από σφοδρούς επικριτές της νέας θρησκείας που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική κοσμοθεωρία και την απλή λογική, όπως φιλόσοφους, σαν τον Κέλσο και τον Πορφύριο, ή τον αυτοκράτορα Ιουλιανό.

Εκ πρώτης όψεως, η χριστιανική απολογητική εμφανίζεται ως ρητορικό όργανο, δηλαδή όργανο του προφορικού και γραπτού λόγου, η χρήση του οποίου σκοπό έχει την αποσαφήνιση, προβολή και απόδειξη της υπέρτατης και εξ αποκαλύψεως αληθείας των «θέσεων» της χριστιανικής θρησκείας και συνεπώς η ανθρωπότητα οφείλει να την αποδεχθεί και όχι να την διώκει. Παρά ταύτα όμως, η χριστιανική απολογητική παρακάμπτει πλήρως την λογική συνδιαλλαγή και κατά βάθος και ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα τέχνασμα, μια σοφιστικοειδής (και όχι σοφιστική) τεχνική η οποία χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, γενικολογίες, παραπλανητικές απαντήσεις, κόλπα και παρόλες, σοφιστείες, τρικλοποδιές, εντυπώσεις, μορφασμούς, διάφορα σχήματα λόγου, μπερδέματα, κατάργηση ή διαστροφή της λογικής με λογικά σφάλματα και άλματα, κατάργηση της κριτικής, συσκότιση της Ιστορίας, παραποίηση γεγονότων και δεδομένων, κ.λπ. για να:

1. Δικαιολογεί με κάθε μέσο κάθε λάθος, αυθαιρεσία, αντίφαση και παραλογισμό που υπάρχει εντός της χριστιανικής πίστεως.

2. Να συγκρατεί τα θύματα των αδαών ή ημιμαθών και εξαθλιωμένων πιστών στις αγκάλες της χριστιανικής πίστεως και να αρπάζει εντός αυτών τους επιπολαίους και εκείνους που δεν έχουν καμία διάθεση για έρευνα, λογική εξέταση και κρίση.

3. Να χρησιμοποιεί τη γκρίνια, την ικεσία και κάθε άλλο παρόμοιο μέσο για να προκαλεί την ανοχή, την συμπάθεια, τον οίκτο, κ.λπ., των μη χριστιανών, αντιπάλων και μη, ώστε η χριστιανική θρησκεία να καρπούται ειρηνική συνύπαρξη όταν ήταν αδύνατη κατά τους τρεις πρώτους αιώνες.

4. Να δικαιολογεί κάθε είδους βία, νοθεία και καταστροφή που ήταν προς όφελός της όταν έγινε ισχυρή από τον «Μέγα» Κωνσταντίνο και μετά.

5. Να επιδεικνύει ψευδόμενη κάποιες ηθικές αρχές, τελετουργίες, μυστήρια, κ.λπ., ως χριστιανικές πρωτοτυπίες, ενώ όλα αυτά προϋπήρχαν σε πάρα πολλές προηγούμενες θρησκείες, διδασκαλίες, φιλοσοφικές τάσεις και σχολές. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Νεοπυθαγόρειοι, νεοπλατωνικοί, στωικοί, σοφιστές, θεραπευτές της Αιγύπτου, γνωστικοί, ζωροάστρες, μιθραϊστές, γυμνοσοφιστές (βουδιστές, ινδουιστές), η σχολή του Εβραίου γραμματοδιδασκάλου Χιλέλ του Πρεσβυτέρου (παππού του Γαμαλιήλ των Πράξεων των Αποστόλων 5: 33-41), διάφοροι άλλοι Εβραίοι ραβίνοι, κ.ά.

6. Να καυχάται για κοινωνικούς άθλους του Χριστιανισμού, τους οποίους ουδέποτε διέπραξε, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: Η κατάργηση της δουλείας, η καλυτέρευση της κοινωνικής θέσεως της γυναίκας, η απεμπόληση μυθολογιών και δεισιδαιμονιών ως ψεύδη, κ.λπ.

Σήμερα, όπως και κατά την βυζαντινή εποχή, στις διάφορες ιερατικές σχολές διδάσκουν το μάθημα της «ρητορικής». Αυτό δεν έχει καθόλου το νόημα που υπήρχε περί Ρητορικής στην Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Όπως και σε όλη τους την δισχιλιετή ιστορία, αυτό που συνεχώς προσπαθούν να μάθουν είναι το πως θα καταφέρουν να μπαλώσουν και να καμουφλάρουν τα συνεχώς προκύπτοντα ερωτήματα, προβλήματα, ζητήματα, αντιφάσεις, ανοησίες, βλακείες, κλπ, επί. της χριστιανικής πίστεως αντί να τα ξελασπώσουν με ορθά επιχειρήματα και να παράξουν πειστικές απαντήσεις για την αλήθεια που αυτοί μόνο κατέχουν και οι άλλοι «δεν μπορούν να δουν». Προσπαθούν να ανακαλύψουν ψευδοεπιχειρήματα, μπερδέματα, υπεκφυγές, διαστροφές λόγων και νοημάτων, κ.λπ., για να αντιπαρέλθουν τους αντιρρησίες και αμερόληπτους ερευνητές οι οποίοι συνεχώς και πειστικώς ανακαλύπτουν πόσο διάτρητη, φτιαχτή, επινενοημένη και ψευδής είναι η χριστιανική θρησκεία. Πολλές φορές προκειμένου να φτάσει στα συμπεράσματά της, η χριστιανική απολογητική εξιδανικεύει συστηματικά κάθε τι το παράλογο ή συμπτωματικό το οποίο ήθελε συναντήσει ή στο οποίο ήθελε σκοντάψει, αλλ’ όμως φαινόταν πως με την εξιδανίκευση του θα απέβαινε προς συμφέρον της, παρακάμπτοντας κάθε απλή ή σύνθετη λογική, κάθε απλό ή σύνθετο επιχείρημα.

Όλα αυτά φανερώνουν το παράλογο, το ψευδές και το ανέντιμο των επιχειρημάτων τών χριστιανών απολογητών και θεολόγων όπως και της πίστεώς τους. Όλα αυτά ξεμπροστιάζουν την κατάσταση, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Παρά τον παραλογισμό, το ψεύδος και το παραλήρημα τους, πολλοί απ’ αυτούς, μέσα στην σύγχυση, την πλύση εγκεφάλου και την πεποίθηση που τους διακατέχει αδυσώπητα, νομίζουν ότι καλώς πράττουν! Όμως, τόσο φτηνιάρικα και ανέντιμα είναι τα μέσα με τα οποία οι χριστιανοί απολογητές και θεολόγοι προσπαθούν να αγρεύουν και συγκρατούν τους αδαείς και τους αφελείς, οι οποίοι ατυχώς ή δυστυχώς αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, στην σαγήνη της χριστιανικής πίστεως. Ιδού τα μέσα τους και ιδού τα χάλια τους!

Με άλλα λόγια η χριστιανική απολογητική ουδέποτε απέδειξε ούτε προσπάθησε ή έθεσε ως στόχο της το να αποδείξει με αντικειμενικό (λογικό) τρόπο την υπέρτατη και αδιάσειστη αλήθεια αυτής της εξ αποκαλύψεως πίστεως και συνεπώς «γνώσεως». Τέτοια απόδειξη ή προσπάθεια αποδείξεως δεν υπάρχει πουθενά. Αυτό που έκαναν όλοι οι απολογητές όλο κι όλο είναι με όλα τα παραπάνω αθέμιτα μέσα και τεχνάσματα να προσπαθούν να μπαλώνουν τις ανοησίες, αντιφάσεις και τα άτοπα του Χριστιανισμού οσάκις οι φωστήρες του προκαλούντο γι’ αυτά από ερευνητές και σκεπτικιστές. Όμως, με μια σαφή και καθαρή απόδειξη της αλήθειας που κατείχαν θα έλυναν ανά πάσα στιγμή κάθε ζήτημα ή ερώτημα. Αφού όπως ισχυρίζονταν, κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια η οποία τους αποκαλύφθηκε άνωθεν διά θείας παρεμβολής, τότε λογικώς έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους και μπόλικους, αδιάσειστους, πειστικούς και ευκολονόητους τρόπους, εν ανάγκη και αυτούς άνωθεν αποκαλυφθέντες, ή τουλάχιστον έναν τέτοιο τρόπο για να διαλύουν κάθε αμφιβολία και αμφισβήτηση και να απαντούν σαφώς σε κάθε ερώτηση και πρόκληση περί της σαθρότητας και του αμφιβόλου της νέας αυτής πίστεως, «γνώσεως» και θρησκείας. Παρ’ όλα ταύτα κατάφευγαν σε κάθε είδους παραπλανητικά τεχνάσματα, κόλπα και κολπάκια, γενικολογίες, προκλήσεις εντυπώσεων και τρικλοποδιές για να μπερδέψουν κατά το δυνατόν τον αντίπαλο. Αν πάλι μέσα σ’ όλα τύχαινε ο αντίπαλός τους να κάνει κάπου ένα λαθάκι, ακόμα και επουσιώδες, αυτοί αμέσως δράττονταν της ευκαιρίας για να ισχυριστούν ότι όλα όσα ο αντίπαλος ξεμπροστιάζει είναι εσφαλμένα και συνεπώς όλοι πρέπει να τον αγνοήσουν. «Να του τη φέρουν» όπως λέμε λαϊκίστικα σήμερα. Όπως ακριβώς κάνει ένας δικηγόρος που έχει στο δικαστήριο έναν εγκληματία πελάτη και προσπαθεί με κάθε κολπάκι και παραθυράκι του ατελούς ανθρώπινου νόμου να πείσει τους δικαστές ότι ο πελάτης του είναι αθώος.

Πολύ περισσότερο όμως σε μια τέτοια αντιπαράθεση οι απολογητές σκόπευαν να φανούν οι νικητές μπροστά στους ανεγκέφαλους πιστούς των, οι οποίοι όχι μόνο γνώση δεν κατείχαν αλλά είχαν χάσει ή και οι ίδιοι απεμπολήσει κάθε ικανότητα και θέληση κρίσεως. Η νίκη αυτή είναι προφανώς ευκολότατη όταν κριτές είναι ένα πλήθος προκατειλημμένων αδαών και ανεξετάστων της θρησκευτικής χριστιανικής πίστεως. Το ζητούμενο όμως πάντα ήταν το ξεκαθάρισμα της αλήθειας και όχι το ποιος θα νικήσει κλέβοντας την παράσταση. Τις πιο πολλές φορές που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν λογικώς και ξεκάθαρα ένα ερώτημα ή ζήτημα που τους ετίθετο, προσπαθούσαν να αυγατίσουν με περιφερειακές μισοκουβέντες ή έφευγαν από το ένα θέμα στο άλλο και απαντούσαν σε άλλα πράγματα. Μάλλον και οι γλωσσολαλιές τους, θα ήταν πολύ πιο βολικές σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις. Αυτές τις γλωσσολαλιές τις εκθειάζει ο Παύλος στην «Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή», κεφάλαιο 14. Ο Κέλσος, στον «Αληθή Λόγο», τις καταγγέλλει ως απόδειξη της αποβλάκωσης των πιστών. Ο δε Λoυκιανός ο Σαμοσατεύς τις σατιρίζει στο έργο του «Περί Περεγρίνoυ Τελευτής». Οι γλωσσολαλιές είναι εν ενεργεία και σήμερα σε μερικές χριστιανικές αιρέσεις (π. χ. Πεντηκοστιανοί).

Ο «μέγας θεολόγος» Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Καππαδόκης, ο οποίος συγκαταλέχθηκε στους «Τρεις Ιεράρχας, Προστάτας των Ελληνικών Γραμμάτων», ορθά κοφτά λέει (όπως μας το μεταφέρει νοηματικώς η Helena Blavatsky): «Τίποτα δεν μπορεί να επιβληθεί καλύτερα στον κόσμο από τη μωρολογία· όσο λιγότερο καταλαβαίνουν τόσο περισσότερο θαυμάζουν» («Επειδή το μεν ραδίως ληπτόν, άπαν ευκαταφρόνητον· το δε υπέρ ημάς, όσω δυσεφικτότερον, τοσούτω θαυμασιώτερον και γυμνάζειν τον πόθον άπαν το διαφύγον την έφεσιν» [Λόγος ΙΔ, Περί Φιλοπτωχίας, ΛΓ]). Τί ειλικρινής και αξιοθαύμαστη ρήση του Γρηγορίου! Μελετήσετε όλον αυτόν τον λόγο να δείτε τι θα πει προβατοποίηση, από τον Μέγα Θεολόγο Γρηγόριο! Μια πλήρως αντιεπιστημονική ρήση που μοιάζει με τις απάτες και τις σαχλαμάρες του Τερτυλλιανού! Είχε λοιπόν ή δεν είχε δίκιο ο Κέλσος;

Μια άλλη γνωστή μέθοδος και παλιά τακτική των απολογητών είναι αυτή που λέει ότι, «αν δεν μπορείς να χτυπήσεις το μήνυμα, τότε χτύπα τον μηνυτή του». Έτσι πολλές φορές χρησιμοποιούν συκοφαντίες, λάθος πληροφορίες και ψέματα εναντίον του μηνυτή για να πείσουν τους άλλους να μην δώσουν σημασία στο μήνυμά του. Οι απολογητές κάνουν συχνή χρήση αυτής της μεθόδου. Η χριστιανική ιστορία και βιβλιογραφία αποδεικνύει σαφώς ότι όσες φορές οι χριστιανοί απολογητές δεν μπόρεσαν να βρουν επιχειρήματα και στοιχεία για να ανατρέψουν κάποιο νευραλγικό σημείο που κάποιος είχε γενικώς διαπιστώσει ή τους είχε υποβάλλει σε μια αντιπαράθεση, τότε κατάφυγαν σε κάθε αθέμιτο μέσο, όπως π. χ., η ύβρις, το μίσος, η συκοφαντία, κ.λπ. Αντί να επιχειρηματολογήσουν κατά του θέματος και του σημείου που ετέθη υπ’ όψη τους άρχισαν να καταφέρονται εναντίον εκείνου που τους το έθεσε. (Πρόκειται για σκόπιμη εφαρμογή του λογικού σφάλματος που αποκαλείται «ad hominem»).

Οι τρόποι και οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί απολογητές για να δικαιολογήσουν πάση θυσία αυτά που πιστεύουν καθώς και η συμπεριφορά την οποία επιδεικνύουν, φανερώνουν το κατά πόσο είναι αλήθεια όλα όσα διατείνονται και για τα οποία προσπαθούν να πείσουν τους άλλους. Μια αληθινή και εξ αποκαλύψεως θρησκεία και ο λόγος του μόνου αληθινού Θεού της, νομίζουμε, ότι δεν χρειάζεται τέτοια μέσα. Η αλήθειά μιας τέτοιας θρησκείας και του Θεού της, νομίζουμε, πρέπει να είναι καθαρός ουρανός που αστραπές δεν φοβάται. Πρέπει να είναι σαφής, απλή και κατανοητή από όλους και χωρίς περιτροπές. Δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται και να υπάρχει απολογητική. Δεν μπορούμε να δεχτούμε πως ένας πάνσοφος και παντοδύναμος Θεός θέλει να μπερδεύει συνεχώς τους ανθρώπους με τις ακαταστασίες, αντιφάσεις και ακαταλαβίστικες αλήθειές του και να χρειάζεται συνεχώς απολογητές για να του τις ξεμπερδεύουν. Με τον χριστιανικό Θεό και την απολογητική του όμως έχουμε να κάνουμε με κάθε είδους ακαταστασία, αντιφατικότητα, αυθαιρεσία, δόγμα, ισχυρισμό χωρίς κανένα φερέγγυο στοιχείο, κ.λπ. Άλλοτε πάλι έχουμε απαντήσεις παραπλανητικές και τόσο δαιδαλώδεις που δεν βρίσκεις άκρη, ούτε αρχή, ούτε τέλος.

Όπως λοιπόν ο αείμνηστος Ρόμπερτ Τέιλορ (Αγγλικανός ευαγγελικός ιερέας που αποσκίρτησε από τον Χριστιανισμό όταν μελέτησε αρκετά και ανακάλυψε την τρομακτική αντιφατικότητα, τα λάθη, την ανακολουθία και την καταστροφικότητα αυτής της θρησκείας [1784-1844]) μας γράφει συχνά στα συγγράμματά του, το πιο πειστικό, κατά τη γνώμη του, κριτήριο για την απόρριψη της ιστορικότητας του Ιησού και όλων όσων πρεσβεύει η χριστιανική θρησκεία είναι το ότι ο ίδιος και όλοι οι ορθολογιστές και σκεπτικιστές μέχρι την εποχή του έπρεπε να υποφέρουν στον μέγιστο βαθμό το μίσος, την ατιμία, τη διαβολή και στο τέλος φυλακίσεις και βασανιστήρια από τους χριστιανούς απολογητές και αξιωματούχους, για τις ερωτήσεις και αντιρρήσεις που τους υπέβαλαν. Ο Τέιλορ εκτός από διάφορα χρηματικά πρόστιμα που του επεβλήθησαν, υβρίστηκε, συκοφαντήθηκε και στο τέλος φυλακίστηκε και βασανίστηκε δύο φορές. Στα συγγράμματά του λοιπόν γράφει αρκετές φορές ότι επί τέλους κατάλαβε, εξ ιδίας πείρας, ποια είναι τα μόνα πειστικά και αποστομωτικά επιχειρήματα των χριστιανών...

Έχουμε βεβαίως το θεολογικό παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου: «Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονται ο Yμέναιος κι ο Aλέξανδρος, που τους παρέδωσα στον Σατανά, για να βάλουν μυαλό και να μάθουν να μη φέρονται με τρόπο βλάσφημο» (Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 20). Γιατί όμως έπρεπε να «βάλουν μυαλό» αυτοί οι δύο, παραδιδόμενοι στον Διάβολο; Γιατί, όπως μας εξηγεί ο Παύλος, «έπεσαν έξω σε θέματα της αλήθειας, ισχυριζόμενοι πως η ανάσταση έχει κιόλας γίνει και κλονίζουν έτσι την πίστη μερικών» (Β΄ Προς Τιμόθεον 2: 18). Ο Παύλος ξέρει καλά να διαβολοστέλνει, όπως το είχε ξανακάνει στην «Α΄ Προς Κορινθίους» (5: 4-5): «Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Kυρίου μας Iησού Xριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στον Σατανά, για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Kυρίου Iησού» ή «Εάν διά τoυ ψεύδoυς μoυ η αλήθεια τoυ Θεoύ κατεδείχθη μεγάλη πρoς δόξαν τoυ, γιατί ακόμη κατακρίνoμαι ως αμαρτωλός;». Απόστολος Παύλος (Προς Ρωμαίους Επιστολή, 3: 7).

Πολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι χριστιανοί όλων των χριστιανικών αιρέσεων, κυρίως όμως ορθόδοξοι, θεωρούν πουλημένους στον Σατανά ή τους Εβραιοσιωνιστές όλους όσους ασκούν κριτική επί του Χριστιανισμού και επί των αντιφάσεων, της διδασκαλίας, της θεολογίας και της ιστορίας του. Κύριε τάδε να μάθεις να μην κρίνεις αλλά να πιστεύεις στα τυφλά και να αναμασείς αυτά που μόνο ακούς. Μόνο τότε είσαι καλός ορθόδοξος χριστιανός. Αλλιώς είσαι όργανο του Σατανά και των Εβραίων! Εκτός από τον Παύλο είχαμε βεβαίως και τον Εβραιοχριστιανό Ιωάννη Χρυσόστομο στην Κωνσταντινούπολη να ωρύεται κατά των Ιουδαίων επειδή πολλοί χριστιανοί επισκεπτόταν την συναγωγή και οι Εβραίοι δεν ήθελαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Αυτή η νοοτροπία επικράτησε από τότε μέχρι και σήμερα. Οι κριτικοί του Χριστιανισμού όμως δεν παύουν να συμπεριλαμβάνουν και να στηλιτεύουν μαζί με τον Χριστιανισμό και τον Εβραϊσμό της ερήμου που είναι ο «πατέρας» του Χριστιανισμού. Ιδού η λογική τους! Άντε να βρεις λογική στο μυαλό αυτών των ανθρωπίνων όντων! Δεν μπορούν καν να δουν ότι ο Χριστιανισμός προήλθε ως αίρεση από τον Εβραϊσμό και οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους θα έπρεπε να προσκυνούν τους Εβραίους για το «καλό» που τους δώσανε!...

Πρέπει να τονισθεί άλλη μια φορά και μια για πάντα και εφ’ όλης της απολογητικής, θεολογικής, κλπ, ύλης και θεμάτων: Η εφεύρεση δικαιολογιών, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται πολλά κόλπα, λογικά σφάλματα και άλματα, για να δικαιολογήσει κανείς οτιδήποτε είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Όταν ακόμα οι άλλοι τις πιστεύουν στα τυφλά, τότε άνετα αυτός ο επιτήδειος μπορεί να αυτοβαπτίζεται και διδάκτωρ της δικανικής! Π. χ. για να δικαιολογήσει κάποιος το κάπνισμα, μάς είπε ότι: «Αυτός που δεν καπνίζει θα πεθάνει υγιής, οπότε μιας που θα πεθάνουμε ας καπνίζουμε για να μην πεθάνουμε υγιείς και πάμε τσάμπα χαμένοι!». Αυτό ικανοποίησε σφόδρα όλους τους καπνιστές που τον άκουσαν! Πάρα πολύ ωραία! Τέτοιου τύπου δικαιολογίες μπορεί ο καθένας να βγάλει με την σέσουλα.

Αν ο Χριστιανισμός ήταν η αληθής και εξ αποκαλύψεως θρησκεία δεν θα είχε ανάγκη καμίας απολογητικής. Όλα όσα τον αφορούν θα ήταν απολύτως καθαρά και ξάστερα χωρίς τριακόσιες ερμηνείες και αμέτρητα «ίσως»! Όπως πιστεύουν οι χριστιανοί, ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη για να μας αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά δυστυχώς ό,τι μας είπε έχει ανάγκη απολογητικής, ερμηνειών, εξηγήσεων και συνταιριασμάτων με όλα εκείνα τα «ίσως» ή με το «κάποια εξήγηση θα υπάρχει και γι’ αυτό ή για ‘κείνο», κ.λπ. Δηλαδή, κατέβηκε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός στη γη έπαθε, σταυρώθηκε, πέθανε, κ.λπ., για να μας επικυρώσει μεταφορές, παρομοιώσεις και σχήματα λόγου. Έκτοτε όμως όλοι οι χριστιανοί προσπαθούν να εξακριβώσουν τι να εννοεί άραγε με το ένα ή με το άλλο, αλλά ό,τι και να πούνε δεν είναι ποτέ τους σίγουροι. Από την άλλη μεριά όμως οι χριστιανοί διά της βίας απαίτησαν και απαιτούν από όλους τους άλλους να πιστεύουν αυτά τα παραμυθάκια με τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, αλλιώς δεν πρόκειται να σωθούν και θα πάνε στην αιώνια Κόλαση. Αυτό θα πει θράσος...

Ο Χριστιανισμός είναι ψευδής, τεχνητή και κακοφτιαγμένη θρησκεία και γι’ αυτό χρειάζεται αυτή την συνεχή απολογητική για να ρίχνει στάχτη στα μάτια των τυφλών οπαδών του, να μπαλώνει τα αδικαιολόγητα και αλλόκοτα και να προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με την κατάργηση κάθε λογικής! Ακόμα μέχρι και σήμερα, δηλαδή 2.000 χρόνια μετά τον Ιησού Χριστό, πέραν ορισμένων αυθαιρέτων δογμάτων τα οποία ετέθησαν κατόπιν πολλών αγρίων διαμαχών στις συνόδους, τα υπόλοιπα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Κάθε αίρεση λέει τα δικά της, τα οποία είναι και τα μόνα «σωστά». Εμείς όμως εδώ και παντού επί των θεολογικών θεμάτων και ζητημάτων ζητάμε τις σαφείς και πλήρεις απαντήσεις που οφείλουν να μας παρέχουν τα τέσσερα κανονικά «θεόπνευστα» Ευαγγέλια και όλα τα «θεόπνευστα» γραπτά της Μίας Αγίας Καθολικής Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και Αμπέλου του Θεού και Ιησού Χριστού. Δεν ζητάμε τις απαντήσεις που είναι δικαιολογίες αφού συνεχώς προτάσσονται με όλα εκείνα τα ατελεύτητα «ίσως» και «μπορεί» που καθιστούν ταυτολογία κάθε ισχυρισμό! Ή μιλάμε ευκρινώς και επακριβώς για την απόλυτη, θεϊκή και αποκαλυφθείσα αλήθεια για την οποία ξέρουμε τι μας γίνεται, αλλιώς απλώς προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε κάτι «θεϊκές» ιστοριούλες που δεν πιάνονται ούτε με δυο ξυλαράκια...

Άλλη συχνότατη και παραπλανητική τακτική είναι και η εξής: Προκειμένου οι απολογητές να δικαιολογήσουν κάτι διά των εβραιογνωστικοχριστιανικών γραφών επιλέγoυν από τις γραφές ό,τι ταιριάζει στην περίπτωση που αντιμετωπίζουν ενώ κάνουν την πάπια (ποιούν την νύσσα) για πάμπολλα άλλα χωρία τα οποία αποδεικνύουν ακριβώς την αντίθετη θέση αυτής της περίπτωσης. Οι χριστιανικές γραφές είναι πλήρεις αντιφάσεων και λαθών, ούτως ώστε βάσει αυτών μπορείς να ισχυριστείς ό,τι θέλεις! Ακόμα, και τα πιο αντιφατικά ή αντίθετα ζητήματα και συμπεράσματα...

Όταν οι απολογητές χάσουν κάθε λογικό ή θεολογικό επιχείρημα τότε καταφεύγουν σε ένα αλλόκοτο σόφισμα: Σου λένε ότι την Βίβλο, τον Χριστό, τον Χριστιανισμό τα βάζεις στην καρδιά σου και δεν τα βάζεις στο μυαλό σου ή στο μικροσκόπιο. Αυτό βεβαίως σημαίνει να τα δεχθείς εκ προοιμίου συναισθηματικώς χωρίς να τα εξετάσεις, έτσι επειδή τα γουστάρεις, και αν είναι δυνατόν να τα κάνεις βιώματά σου, έτσι αξιωματικώς. Κύριε τάδε, δεν τα εξετάζεις και δεν τα ψειρίζεις αλλά τα δέχεσαι αυτομάτως διά της θρησκοληπτικής πίστεως και συμμορφώσεως. Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα τότε γιατί έχουν καταναλώσει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες με το να γράφουν ερμηνείες και εξηγήσεις των γραφών, κατηχήσεις και κανόνες, κ.λπ.; Γιατί έχουν συγκαλέσει πάρα πολλές συνόδους για να αποφασίσουν το δόγμα; Γιατί έχουν φονεύσει πολλά εκατομμύρια αντιφρονούντων ή μη «μετατρεψίμων»; Γιατί εξηγούν την δημιουργία του κόσμου, την ύπαρξη ζωής, την δημιουργία του ανθρώπου διά της Βίβλου; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις επιστημονικές θεωρίες που αντιβαίνουν στην πίστη τους; Γιατί αυτοί θεωρούν τους εαυτούς των ως οι μονοπωλητές τις αλήθειας; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές αποφάσεις και αλλαγές που δεν τους συμφέρουν; Γιατί άλλα τέτοια χιλιάδες γιατί; Αυτό αποδεικνύει άλλη μια φορά όχι μόνο την σύγχυση αλλά και την ειλικρίνεια και των ιδίων και της θρησκείας που τυφλά υπηρετούν. Λες και η θρησκευτικότητα ή η κοσμοθέαση των ανθρώπων είναι απλώς ζήτημα γούστου, λες και πρόκειται για παγωτό, ή συναισθηματισμούς, λες και πρόκειται για τον πρώτο έρωτα, και όχι λογικών και σταθερών βάσεων. Ιδού τα χάλια και η κατάντια τους...

Με άλλα λόγια οι απολογητές θεολογούν και δογματίζουν χωρίς κανένα απροκατάληπτο, ερευνητικό και επιστημονικό υπόβαθρο. Τα επιχειρήματά τους είναι ακατάστατες θεολογίες και δόγματα. Κάτι ισχύει μόνο και μόνο επειδή έτσι το θέσπισαν σύνοδοι, θεολόγοι και πατέρες και επειδή ετέθη ως δόγμα. Πάει και τελείωσε αξιωματικά! Πολλές φορές η υποβολή μιας ερωτήσεως ή ενστάσεως σε ένα θέμα έχει σαν απάντηση έναν λαβύρινθο ερμηνειών ή πιθανών απαντήσεων χωρίς τελικά να δίδεται μια σαφής και συγκεκριμένη απάντηση. Για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή ζήτημα που θα έπρεπε να έχει σχετικώς σύντομη και σαφή απάντηση σε παραπέμπουν σε κάποια βιβλιογραφία για να βρεις την απάντησή του. Αυτή πάλι σε οδηγεί σε άλλη και μετά σε άλλη βιβλιογραφία άνευ τέλους. Έτσι για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή θέμα που όφειλε να έχει σαφή και σύντομη απάντηση αναλώνεται κανείς σε ένα χάος ερμηνειών, πιθανών απαντήσεων, μαγειρεμένων δικαιολογιών και πολλών τόμων θεολογικών βιβλίων χωρίς τελικά να λαμβάνει ποτέ ξεκάθαρη και σίγουρη απάντηση.

Η ύπαρξη χιλιάδων αντιφατικών χωρίων και η έλλειψη κάθε στοιχειώδους λογικής είναι ένας, αλλά όχι ο μόνος, από τους λόγους του τεραστίου αριθμού χριστιανικών αιρέσεων ήδη από τον 1ο αιώνα, δηλαδή από το ξεκίνημα αυτής της απόλυτα αληθινής θρησκείας... Βεβαίως και το αντίστροφο ισχύει. Ότι δηλαδή, οι πάμπολλες αιρέσεις δημιούργησαν μια τεράστια συλλογή αντιφατικών χωρίων. Περίεργα πράγματα για τη μόνη και πλήρη, θεϊκή, απόλυτη αλήθεια... Αλλά συγνώμη, ξεχάσαμε: «Αυτά έγιναν γιατί ο Διάβολος, ο Σατανάς, δεν έπαψε να σκανδαλίζει και να παραπλανά τον κόσμο, ακόμα και μετά την ανάσταση του σωτήρος». Το λέει και ο Ειρηναίος, στο «Κατά Αιρέσεων» βιβλίο του, ότι οι αιρετικοί ήταν όργανα του Διαβόλου. Ήδη στα χρόνια (180-185) του Ειρηναίου (επίσκοπος Λυών, Γαλλίας) οι αιρέσεις ήταν πάνω από εκατό. Βλέπετε «Για να γλιτώσει ο Θεός φτιάχτηκε ο Διάβολος. Αλλά για τη δημιουργία του Διαβόλου θα πρέπει να ζητηθούν κάποιες ευθύνες από τον –παντοδύναμο κ.λπ.- δημιουργό Θεό» (Σίγκμουντ Φρόιντ).

Δεν επιχειρηματολόγησαν ποτέ οι χριστιανοί απολογητές από τη θέση της ισχύος, πειστικότητας και βεβαιότητας που η όντως αληθής γνώση παρέχει και έπρεπε να είχαν δεδομένη εκ του Θεού τους, για να δείξουν απ’ ευθείας, λογικά και χωρίς περιτροπές την απόλυτη αλήθεια της εκ θεϊκής αποκαλύψεως πίστεως και «γνώσεώς» τους. Παντού και πάντοτε και όπου υπήρχε τρύπα στον σαθρότατο και ξεφτισμένο καμβά τους (και υπήρχαν συνεχώς χιλιάδες τρύπες) προσπαθούσαν εκ των υστέρων και κατόπιν μόνον προκλήσεως των αμφισβητούντων και σκεπτικιστών να ράψουν ένα κάποιο άχρηστο μπάλωμα, που νόμιζαν ότι εξυπηρετούσε την τότε παρούσα στιγμή. Όμως, το τελικό και μόνο επιχείρημα που τους απέμενε, όπως κραυγάζει ο «Μέγας» Κέλσος στον «Αληθή Λόγο», ήταν: «Πίστευε, πίστευε, πίστευε... Ποτέ γνώριζε...». Ο νοών νοησάτω...

Το «πίστευε και μη ερεύνα» και παρόμοια μηνύματα, έχουμε σε όλα τα γραπτά της νέας μονοθεϊστικής δοξασίας. Βεβαίως αυτήν την αρχή χρησιμοποιεί και κάθε άλλη καταστροφική θρησκεία διότι είναι η πιο βολική για να δικαιολογήσει οτιδήποτε επιβάλλει στους οπαδούς της. Στα πρώτα π. χ. γραπτά όπως, στην «B΄ Πρός Κορινθίους» στο κεφάλαιο 5 όπου ο Παύλος αναπτύσσει τις μεταφυσικές του δοξασίες, στον στίχο 7 δίνει την εξής δικαιολόγηση: «...διότι (στην εδώ ζωή) περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση». Τέρμα λοιπόν οι αισθήσεις, μόνον η τυφλή πίστη υπάρχει και καθοδηγεί... Οι απολογητές απέναντι στο «πίστευε και μη ερεύνα», προσπαθούν ν' αντιτάξουν το «ερευνάτε τας γραφάς». Η φράση «ερευνάτε τας γραφάς» δεν υπάρχει πουθενά στην Καινή Διαθήκη υπό προστακτική έννοια. Μόνο στον Ιωάννη απαντάται μια φορά υπό οριστική έννοια (το ρήμα είναι σε οριστική έγκλιση): «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού» (5: 39). Δηλαδή: «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές, γιατί σας φαίνεται λογικό πως σ' αυτές θα βρείτε ζωή αιώνια· και αυτές είναι που δίνουν τη μαρτυρία τους για μένα». Την ακούμε πολλές φορές παραπλανητικώς από τους αμαθείς χωρίς να υπάρχει καμία διαπίστωσή της απ’ αυτούς. Η Εκκλησία μόνο τα εγκώμια επί των γραφών επιδοκίμαζε, ποτέ όμως την κριτική μελέτη και έρευνα τους. Για πολλούς αιώνες αν κανείς έκανε τέτοιο λάθος, τότε ήταν χαμένος μέχρι την δευτέρα παρουσία. Ακόμα στον Ιωάννη (20: 29) «λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Η ρήση είναι σαφής. Πίστευε χωρίς να δεις και θα είσαι μακάριος. Πλήρης προβατισμός δηλαδή...

Ο ανεκδιήγητος θεολόγος και απολογητής Τερτυλλιανός (τέλος δεύτερου και αρχές τρίτου αιώνα), ο οποίος στο τέλος κατάντησε και αιρετικός, με αφορμή την υποτιθεμένη ανάσταση του Ιησού και την υποσχεθείσα ανάσταση των ανθρωπίνων σωμάτων, είχε ισχυριστεί τα εξής δύο παροιμιώδη αποφθέγματα:

1) «Αυτό το πιστεύω επειδή είναι απίστευτο».
2) «Αυτό είναι δυνατόν επειδή είναι αδύνατον».

Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι κάθε Τερτυλλιανός έχει δικαίωμα να πιστεύει ό,τι είναι απίστευτο ακόμα και το πιο αλλόκοτο αφού έτσι γουστάρει και εφ’ όσον βεβαίως δεν βλάπτει κανέναν. Εδώ βλέπουμε και πάλι ότι αυτή η ρήση θέτει εκ ποδών την έρευνα στη θρησκευτική πίστη αυτού του τύπου. Όταν κάποιος πει: «Αυτό το πιστεύω επειδή έτσι μου γουστάρει», τότε είναι προφανές ότι κάθε λογικό και επιστημονικό επιχείρημα ή αντίρρηση παύει να έχει ισχύ εμπρός στο εκ των προτέρων τεθέν θρησκευτικό γούστο του... Αλλά ως προς το δεύτερο, η κατάσταση είναι σχιζοφρενική. Διότι όταν κάτι είναι «αδύνατον», τότε λογικώς δεν είναι «δυνατόν». Εδώ δεν μιλάμε με όρους θρησκευτικής πίστεως αλλά με εμπειρικούς όρους. Η δυνατότητα κάποιου ενδεχομένου και η διαπίστωσή της είναι εμπειρικά φαινόμενα και ως εκ τούτου οι έννοιες «δυνατόν» και «αδύνατον» είναι αντίθετες. Συνεπώς η συνύπαρξή τους με το αυτό ενδεχόμενο είναι αντίφαση. Έτσι λοιπόν μόνο μια σχιζοειδής διανοητική κατάσταση μπορεί να ομιλεί περί ταυτοχρόνου συνυπάρξεώς των. Τα αποτελέσματα τέτοιων σχιζοειδών ισχυρισμών μόνο καταστροφικά δύνανται εν κατακλείδι να αποβούν. Αφού τα πάντα είναι δυνατά και ταυτοχρόνως αδύνατα και μάλιστα με θεία επικύρωση, τότε μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι σου καπνίσει. Έτσι η καταστροφική ιδιότητα και μανία του Εβραιογνωστικοχριστιανισμού απεδείχθη πλήρως στη θεωρία και στην πράξη από ολόκληρη τη γραμματεία, την ιστορία και τα πεπραγμένα του. Εύγε κύριε ανεπανάληπτε Τερτυλλιανέ!

Μερικοί επικαλούνται το μαρτύριο ελαχίστων χριστιανών για την πίστη τους ή τον μοναχισμό περισσοτέρων ως απόδειξη της ορθότητας της χριστιανικής πίστεως. Αυτά δεν αποτελούν καμία επιχειρηματολογία ούτε λογική απόδειξη αυτής της ορθότητας. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι φανατικές στάσεις φανατικών πιστών που κάθε μεταφυσική πίστη, ενίοτε και φυσική, χωρίς έρευνα δημιουργεί και ειδικά όταν υπόσχεται ότι με το μαρτύριο αυτό ή την εγκατάλειψη των εγκοσμίων θα ανταμειφθεί μυριάκις στη μετά θάνατον ζωή. Αν αυτές οι στάσεις αποτελούσαν λογικές αποδείξεις της ορθότητας της χριστιανικής πίστης, τότε κάθε θρησκεία και ιδεολογία θα ήταν εξ ίσου λογικώς ορθή, εφ’ όσον κάθε θρησκεία και ιδεολογία έχει έναν ικανό αριθμό μαρτύρων, ασκητών και αγίων. Ο φανατικός προτιμά να αποθάνει γι’ αυτά που πιστεύει και υποστηρίζει παρά να παραδεχθεί τα λάθη και την πλάνη του και συνεπώς να τα απορρίψει και μετά να αρχίσει τη ζωή του επί νέων βάσεων.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα θαύματα. Στην αρχαιότητα υπήρχαν πάρα πολλοί «θαυματοποιοί». Εκτός του μυθικού θεού της Ιατρικής Ασκληπιού, υπάρχουν και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Απολλώνιος Τυανεύς, ο Αυτοκράτωρ Βεσπασιανός Φλάβιος Σαβίνος ο οποίος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου θεράπευσε έναν τυφλό με λάσπης φτιαγμένη με χώμα και σάλιο του και έναν κουλό μόνο με το άγγιγμά του (βλέπε Τακίτος, Ιστορίες, Τόμος VI, κεφάλαιο 81), ο ραβίνος Χανίνα Μπεν Ντόσα (Μπερακόθ 17 β, 34 β, Εκκλησιαστής Ράμπα 1: 1, Μισνά 5: 5) κ. ά. Κάθε θρησκεία παρουσιάζει έναν μεγάλο κατάλογο θαυμάτων δικής της δικαιοδοσίας. Τα θαύματα της Καινής Διαθήκης έχουν ομόλογα θαύματα στην Παλαιά Διαθήκη, στα θαύματα του Απολλωνίου του Τυανέως και σε άλλες αρχαιότερες θρησκείες.

Στον Χριστιανισμό έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τον εξής τραγέλαφο: Τα μεν χριστιανικά θαύματα, τα διαπράττει ο Θεός Γιαχβέ διά δικής του άμεσης παρέμβασης ή διά του υιού του Γιεσούα (Ιησού) ή διά παρακλήσεως αγίων ανθρώπων (μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η Παναγία). Όλα δε τα μη χριστιανικά θαύματα τα διαπράττει ο Διάβολος. Όπως προαναφέραμε με τη ρήση του Σίγκμουντ Φρόιντ, το δίπολο Θεού–Διαβόλου (ζωροαστρικός δυϊσμός ή δυαδισμός) καθένας μπορεί να ερμηνεύσειτα πάντα χωρίς πολλές κουβέντες και άνευ αποδείξεων. Έτσι νομίζουν ακόμα ότι ευκόλως εξηγούν και δικαιολογούν την ύπαρξη του «κακού» και την πάλη του με το «καλό» μέσα στην τέλεια δημιουργία ενός παντοδυνάμου και παναγάθου Θεού. Παραβλέπουν όμως ότι το πρώτο–πρώτο βήμα του συλλογισμού τους είναι αντιφατικό και λανθασμένο ώστε όλος ο συλλογισμός τους να πάει περίπατο. Ένας τρόπος να τεθεί αυτό το πρώτο βήμα είναι ο εξής: Αφού ο Θεός που έφτιαξε τα πάντα και είναι τέλειος πάνσοφος και παντοδύναμος, τότε πως έφτιαξε το κακό και τους υπηρέτες του, τον Διάβολο και τους αγγέλους αυτού, μέσα στην τέλεια δημιουργία του; Μόνοι σας μπορείτε να διατυπώσετε και άλλους τρόπους. Μετά πάλι, αφού είναι παντοδύναμος και πανάγαθος γιατί με ένα φυσιματάκι του, «παφ», δεν σβήνει τους διαβόλους μια για πάντα να τελειώσομε με δαύτους;...

Αν εξαιρέσουμε διάφορες σκηνοθετημένες απάτες ή φανταστικές αφηγήσεις, κάθε σύμπτωση ή δυσεξήγητο φαινόμενο ή φαινόμενο που μπορεί να συμβαίνει από καιρού εις καιρόν αλλά κανείς να μην έχει ασχοληθεί για να βρει την επιστημονική ή κάποια εξήγησή του, η εκάστοτε ψευδής θρησκεία το οικειοποιείται ως ιδικό της θαύμα. Έτσι το παρουσιάζει σαν υπερβατικό (υπερφυσικό) φαινόμενο του οποίου η φυσική εξήγηση είναι αδύνατο να βρεθεί ποτέ. Γι' αυτό οφείλουμε να το δεχόμαστε και να το πιστεύομε ως θαύμα του θεού της, χωρίς να ρωτάμε τίποτα περί της εξηγήσεώς του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω θρησκεία προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της εξισώνει την έννοια του «μη εξηγηθέν» με την έννοια του «μη εξηγήσιμο». Άλλο μπέρδεμα που συχνά διαπράττει, είναι η εξίσωση του «εξωλόγου» με «υπερφυσικό θαύμα» (π. χ., διάφορα ψυχικά ή παραψυχολογικά φαινόμενα, παραληρήματα Poltergeist, κ.λπ.).

Οι απολογητές, ανάμεσα στις δραστηριότητές τους, ανέπτυξαν και την εφεύρεση παντός είδους δικαιολογιών για να δικαιολογούν τις ιδιαιτερότητες (χούγια) και τις ακρότητες των Χριστιανών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες (πράγμα που συνεχίστηκε διά μέσου των αιώνων, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και μέχρι σήμερα). Τέτοιες ιδιαιτερότητες ήταν: Ζωή φόβου και τρόμου, η άμεση προσμονή τους τέλους του κόσμου, ή άμεση εσχατολογία, η άρνηση στρατεύσεως, η διατήρηση της παρθενίας ως υπερτάτου αρετής, η αγαμία, η εκτός νόμου πράξη του ευνουχισμού (Βαλέσιοι, Εγκρατίτες, κ.ά.), ο αντιερωτισμός, η απλυσιά, οι παράξενες μυστικές τελετές τους, οι διάφορες εκδηλώσεις αναχωρητισμού, η άρνηση συμμετοχής στις εορτές της αυτοκρατορίας, η άρνηση τιμών προς τον αυτοκράτορα, οι ύβρεις κατά του πολιτισμού, οι διάφοροι τσακωμοί τους με μη χριστιανούς και μεταξύ των αιρέσεων τους, κ.λπ. (Αυτά κι’ αν είναι στοιχεία καταστροφικής θρησκείας! ...). Έτσι καταντούσαν συνεχής παραβίαση του κρατικού και τοπικού νόμου, ακατάπαυστη πρόκληση των ρωμαϊκών αρχών και της τοπικής αστυνομίας, προκλητικοί ταραξίες τοπικών κοινοτήτων και κοινής ησυχίας. Μόνοι τους επέσυραν την οργή των ρωμαϊκών αρχών εναντίον τους με φυλακίσεις, τιμωρίες και τοπικές διώξεις. Οι ταραξίες και ποινικοί υπόδικοι ανακαλύπτονταν και λάμβαναν ό,τι προέβλεπε ο νόμος κατά περίπτωση.

Όσο αφορά την απεμπόληση των μυθολογιών και δεισιδαιμονιών, ο Χριστιανισμός κατάφερε να αντικαταστήσει τις αρχαιότερες μυθολογίες και δεισιδαιμονίες με τις δικές του. Μας σέρβιρε τους εβραϊκούς μύθους και τις εβραϊκές δεισιδαιμονίες και τους (τις) επεξέτεινε με πολλούς (-ές) δικούς (-ές) του και με τρομερές παρερμηνείες των αρχικών. Οι κλεψίτυποι μύθοι της «Γενέσεως» είναι γνωστοί. Αν πάλι θέλετε να απολαύετε ισχυρή δόση δεισιδαιμονίας και δαιμονολογίας διαβάστε από περιέργεια τα βιβλία του Ιώβ, του Τωβίτ, της Αποκαλύψεως, κ.λπ. Οι περισσότεροι εβραϊκοί μύθοι είναι επηρεασμένοι από τους ασσυριακούς, βαβυλωνιακούς, χαλδαϊκούς, ζωροαστρικούς, ακόμα και ελληνικούς μύθους ή είναι κακιές παραλλαγές αυτών. Έπειτα, εκτός από τη μυθολογία της Καινής Διαθήκης (π. χ., το άστρο της Βηθλεέμ, η σφαγή των νηπίων από τον βασιλιά Ηρώδη τον Μέγα, κλπ.), η Εκκλησία υπέκλεψε και μετάλλαξε πολλούς αρχαίους μύθους. Ένα παράδειγμα είναι ο αρχαίος ελληνικός μύθος του Περσέως, της Ανδρομέδας και Δράκοντος, ο οποίος βρίσκει ομολόγους μύθους σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Αυτός μεταλλάχθηκε στον μύθο του εφίππου στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου της βασιλοπούλας και του Δράκοντος... Εν κατακλείδι οι χριστιανοί απολογητές και «πατέρες» καταδίκασαν όλους τους προηγουμένους μύθους των άλλων λαών ως αισχρά ψεύδη και παρουσίασαν και προπαγάνδισαν τους δικούς τους ως απολύτως αληθείς. Οι άλλοι λαοί ήσαν δεισιδαίμονες και βυθισμένοι στο σκοτάδι ενώ αυτοί σταμάτησαν κάθε δεισιδαιμονία και μας έφεραν το φως! Ουδέν ψευδότερον όλων τούτων! Έτσι επέβαλαν με κάθε βία και τρόμο το αυθαίρετο χριστιανικό αξίωμα: «Ό,τι λένε και πιστεύουν οι άλλοι είναι αυτομάτως λάθος ή ψέμα ενώ ό,τι λένε και πιστεύουν αυτοί είναι αυτομάτως η απόλυτη αλήθεια, την οποίαν οφείλουν να πιστεύουν άπαντες»! Είδατε λοιπόν τί έκαναν αυτοί που σέβονται και επικαλούνται την ελευθερία εκλογής και το δικαίωμα γνώμης όταν τους παρεδόθη η εξουσία εν λευκώ; Έτσι με την δογματική και διαστροφική τους δεισιδαιμονία απέβησαν η χειρότερη μάστιγα που γνώρισε η ιστορία του ανθρώπου...

Από τον τέταρτο αιώνα και εφεξής παρατηρούμε το εξής φοβερό φαινόμενο. Οι χριστιανοί εξαφανίζουν όχι μόνο τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων τους και τα αντικαθιστούν με νέες εκδόσεις αλλά εξαφανίζουν συστηματικά και κάθε αντίλογο. Τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων καθώς και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης όφειλαν να τα διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού, όπως ακριβώς διαφύλαξαν «λείψανα αγίων» τους που φτάνουν μέχρι τον Εβραίο ζηλωτή Γιοχανάν τον επονομαζόμενον από τους χριστιανούς «Βαπτιστή» (π. χ., μαλλιά, δόντια, δάχτυλα) και τον ίδιο τον Ιησού ή Γιεσούα (π. χ., 17 «αυθεντικές» ακροβυστίες της περιτομής του). Οι χριστιανοί λοιπόν κατάσφαξαν κάθε αντιφρονούντα ή σκεπτικιστή και κατέκαψαν κάθε βιβλίο αντιφρονούντος ή κατά την κρίση τους αιρετικού. Κατέκαψαν και όλες τις αρχαίες βιβλιοθήκες. Η καταστροφή των βιβλιοθηκών από την Περσία, Βόρειο Αφρική, Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Αμερική ήταν ολοκληρωτική. Άρχισε τον τέταρτον αιώνα με την βιβλιοθήκη της Αντιοχείας και τις 22 βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και τελείωσε τον δέκατο όγδοο με την βιβλιοθήκη της Γουατεμάλας. Ο κατάλογος της απώλειας είναι υπέρογκος και δεν θα τον παραθέσομε εδώ. Απλώς αναφέρουμε ότι μαζί με την αρχαία φιλοσοφία, επιστήμη, γνώση και τέχνη περί παντός επιστητού κατέκαψαν και τα αρχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιστορία χιλίων ετών δηλαδή. Τα αρχαία έργα που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα προς δέκα χιλιάδες (1/10.000). Εκτός ελαχίστων δεν έμεινε τίποτα.

Σήμερα πολλοί απολογητές καλυπτόμενοι πίσω από την ανωνυμία γράφουν ό,τι θέλουν και όπως το θέλουν και σε ότι θέλουν, χωρίς να παραθέτουν τις επιστημονικές έρευνες και κριτικές πάνω στο θέμα, τις οποίες το κοινό δεν γνωρίζει. Όταν δε κάποιος τους καταμαρτυρήσει, τότε χρησιμοποιούν κάθε λασπολογία και κακοήθεια εναντίον του, αφού η ανωνυμία τους προστατεύει ικανοποιητικά. Στην δε επιχειρηματολογία τους η ψευδεπιγραφία διαφόρων κειμένων τους έρχεται πάρα πολύ βολική. Βεβαίως από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, έχουμε το συχνότατο φαινόμενο ανωνύμων, ψευδεπιγράφων (ή ψευδωνύμων), αποκρύφων, κ.λπ., έργων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι λέξεις αποτελούν ίδιον γνώρισμα του Εβραιοχριστιανισμού, αν δεν είναι συνώνυμες με τον Χριστιανισμό...

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου (21-27)

[21] Ἀλλὰ γὰρ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ λίαν με ἀκριβῶς ἀπολογούμενον πρὸς ἓν ἕκαστον ὑμῖν τῶν εἰρημένων ἐνοχλεῖν πλείω χρόνον. εἰ γὰρ ὑπὲρ τῶν μεγίστων εἴρηκα, τί δεῖ περὶ τῶν φαύλων ὁμοίως τούτῳ σπουδάζειν; ἐγὼ δ᾽ ὑμῶν, ὦ βουλή, δέομαι πάντων τὴν αὐτὴν ἔχειν περὶ ἐμοῦ διάνοιαν, ἥνπερ καὶ πρότερον.

[22] μὴ οὗ μόνου μεταλαβεῖν ἔδωκεν ἡ τύχη μοι τῶν ἐν τῇ πατρίδι, τούτου διὰ τουτονὶ ἀποστερήσητέ με· μηδ᾽ ἃ πάλαι κοινῇ πάντες ἔδοτέ μοι, νῦν οὗτος εἷς ὢν πείσῃ πάλιν ὑμᾶς ἀφελέσθαι. ἐπειδὴ γάρ, ὦ βουλή, τῶν μεγίστων [ἀρχῶν] ὁ δαίμων ἀπεστέρησεν ἡμᾶς, ἡ πόλις ἡμῖν ἐψηφίσατο τοῦτο τὸ ἀργύριον, ἡγουμένη κοινὰς εἶναι τὰς τύχας τοῖς ἅπασι καὶ τῶν κακῶν καὶ τῶν ἀγαθῶν.

[23] πῶς οὖν οὐκ ἂν δειλαιότατος εἴην, εἰ τῶν μὲν καλλίστων καὶ μεγίστων διὰ τὴν συμφορὰν ἀπεστερημένος εἴην, ἃ δ᾽ ἡ πόλις ἔδωκε προνοηθεῖσα τῶν οὕτως διακειμένων, διὰ τὸν κατήγορον ἀφαιρεθείην; μηδαμῶς, ὦ βουλή, ταύτῃ θῆσθε τὴν ψῆφον. διὰ τί γὰρ ἂν καὶ τύχοιμι τοιούτων ὑμῶν;

[24] πότερον ὅτι δι᾽ ἐμέ τις εἰς ἀγῶνα πώποτε καταστὰς ἀπώλεσε τὴν οὐσίαν; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν εἷς ἀποδείξειεν. ἀλλ᾽ ὅτι πολυπράγμων εἰμὶ καὶ θρασὺς καὶ φιλαπεχθήμων; ἀλλ᾽ οὐ τοιαύταις ἀφορμαῖς τοῦ βίου πρὸς τὰ τοιαῦτα τυγχάνω χρώμενος.

[25] ἀλλ᾽ ὅτι λίαν ὑβριστὴς καὶ βίαιος; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν αὐτὸς φήσειεν, εἰ μὴ βούλοιτο καὶ τοῦτο ψεύδεσθαι τοῖς ἄλλοις ὁμοίως. ἀλλ᾽ ὅτι ἐπὶ τῶν τριάκοντα γενόμενος ἐν δυνάμει κακῶς ἐποίησα πολλοὺς τῶν πολιτῶν; ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὑμετέρου πλήθους ἔφυγον εἰς Χαλκίδα [τὴν ἐπ᾽ Εὐρίπῳ], καὶ ἐξόν μοι μετ᾽ ἐκείνων ἀδεῶς πολιτεύεσθαι, μεθ᾽ ὑμῶν εἱλόμην κινδυνεύειν ἁπάντων.

[26] μὴ τοίνυν, ὦ βουλή, μηδὲν ἡμαρτηκὼς ὁμοίως ὑμῶν τύχοιμι τοῖς πολλὰ ἠδικηκόσιν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ψῆφον θέσθε περὶ ἐμοῦ ταῖς ἄλλαις βουλαῖς, ἀναμνησθέντες ὅτι οὔτε χρήματα διαχειρίσας τῆς πόλεως δίδωμι λόγον αὐτῶν, οὔτε ἀρχὴν ἄρξας οὐδεμίαν εὐθύνας ὑπέχω νῦν αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ ὀβολοῦ μόνον ποιοῦμαι τοὺς λόγους.

[27] καὶ οὕτως ὑμεῖς μὲν τὰ δίκαια γνώσεσθε πάντες, ἐγὼ δὲ τοιούτων ὑμῶν τυχὼν ἕξω τὴν χάριν, οὗτος δὲ τοῦ λοιποῦ μαθήσεται μὴ τοῖς ἀσθενεστέροις ἐπιβουλεύειν ἀλλὰ τῶν ὁμοίων αὐτῷ περιγίγνεσθαι.

***
[21] Ωστόσο δεν βλέπω για ποιό λόγο πρέπει να αντικρούω με άκρα λεπτομέρεια σημείο προς σημείο αυτά που έχουν λεχθεί και να σας ενοχλώ περισσότερη ώρα. Γιατί αν έχω μιλήσει ήδη για τα πιο σημαντικά, ποιός ο λόγος να κατατριβώ όπως αυτός με τα επουσιώδη; Εγώ, μέλη της βουλής, απευθύνω έκκληση σε όλους εσάς να έχετε για μένα την ίδια γνώμη που είχατε και στο παρελθόν.

[22] Μη σταθεί αυτός αιτία να μου στερήσετε το μόνο από τα καλά της πατρίδας μου, στο οποίο μου επέτρεψε η τύχη να έχω συμμετοχή. Και εκείνα που άλλοτε ομοφώνως μου δώσατε όλοι, μη σας πείσει τώρα, ένας αυτός, να μου τα πάρετε πίσω. Επειδή, μέλη της βουλής, η μοίρα μας στέρησε τα μεγάλα, η πόλη αποφάσισε να μας χορηγεί αυτό το επίδομα, κρίνοντας ότι η δυστυχία και η ευτυχία είναι κοινή για όλους.

[23] Θα είμαι λοιπόν ή όχι τρισδυστυχισμένος, αν από τη μια έχω στερηθεί λόγω της συμφοράς τα πιο ωραία και τα πιο σημαντικά, και από την άλλη, εξαιτίας του κατήγορου, μου στερήσετε αυτά που η πόλη έδωσε, λαμβάνοντας πρόνοια για όσους βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση; Σε καμιά περίπτωση, μέλη της βουλής, μην ψηφίσετε έτσι. Για ποιό λόγο άλλωστε να με αντιμετωπίσετε με αυτό τον τρόπο;

[24] Μήπως γιατί εξαιτίας μου στο παρελθόν οδηγήθηκε κάποιος σε δίκη και έχασε την περιουσία του; Κανείς δεν θα μπορούσε να αποδείξει κάτι τέτοιο. Ή γιατί είμαι πολυπράγμων και θρασύς και εριστικός; Οι προϋποθέσεις της ζωής μου δεν είναι ανάλογες.

[25] Ή γιατί είμαι άκρως προκλητικός και βάναυσος; Κάτι τέτοιο δεν θα το ισχυριζόταν ούτε ο ίδιος, εάν δεν ήθελε να πει και σ᾽ αυτό ψέματα όπως και στα άλλα. Ή γιατί την εποχή των Τριάκοντα απέκτησα δύναμη και έβλαψα πολλούς πολίτες; Βρέθηκα εξόριστος στη Χαλκίδα με τους δημοκρατικούς πολίτες, και παρόλο που μπορούσα να ζω άφοβα στην πόλη με εκείνους, προτίμησα να κινδυνεύσω μαζί με όλους εσάς.

[26] Μη λοιπόν, μέλη της βουλής, ενώ δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα, με αντιμετωπίσετε όπως αυτούς που έχουν διαπράξει πολλά αδικήματα, αλλά ψηφίστε για μένα όπως οι προηγούμενες βουλές. Θυμηθείτε ότι ούτε χρήματα διαχειρίστηκα και προβαίνω σε απολογισμό για τη διάθεσή τους, ούτε ανέλαβα κάποιο αξίωμα και τώρα λογοδοτώ γι᾽ αυτό, μιλάω μόνο για έναν οβολό.

[27] Και έτσι όλοι εσείς θα λάβετε δίκαιη απόφαση, εγώ, αν έχω αυτή την αντιμετώπιση, θα σας είμαι ευγνώμων, και αυτός θα μάθει στο εξής να μην στρέφεται εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν τη δύναμη που έχει ο ίδιος, αλλά να προσπαθεί να υπερισχύει των ομοίων του.

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η οικολογία θεωρείται σχετικά πρόσφατος επιστημονικός κλάδος, διαμορφωμένος εννοιολογικά μετά τον 19ο αιώνα, με αντικείμενο τη διερεύνηση των σχέσεων αλληλεξάρτησης των ζώντων όντων προς το φυσικό τους περιβάλλον, τόσο από βιολογική άποψη αρχικά, όσο και από κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική σκοπιά αργότερα. Σχετικά με την ορολογία που χρησιμοποιείται, θεωρούμε απαραίτητες μερικές επεξηγήσεις: 
 
          Βιόσφαιρα: είναι η λεπτή μεμβράνη που περιβάλλει τον πλανήτη Γη. Αποτελείται από στεριά, ύδατα και αέρα και προσφέρει τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες για τη διατήρηση της ζωής. Χαρακτηριστικό της βιόσφαιρας είναι το εκπληκτικά μικρό μέγεθος της συγκριτικά με το συνολικόν όγκο του πλανήτη Γη. Όρια της βιόσφαιρας θεωρούνται προς τα κάτω μεν το βαθύτερο σημείο στο οποίο μπορεί να γίνει εκμετάλλευση ορυχείων, προς τα επάνω δε το ανώτερο σημείο της στρατόσφαιρας όπου ένα αεροπλάνο μπορεί να παραμένει «αεροφερόμενο».
 
Αυτό το λεπτό «δέρμα" της γης περιέχει όλες τις πηγές τροφής και ενέργειας που υπάρχουν στον πλανήτη και είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ζωής και φυσικά και του ίδιου του ανθρώπου.
 
Η διατήρηση της βιόσφαιρας στηρίζεται σε λεπτές ισορροπίες, η διαταραχή των οποίων μόνο μέχρις ενός σημείου μπορεί να αποκατασταθεί φυσιολογικά. Η εντατική εκμετάλλευση των πηγών πρώτων υλών, η συσσώρευση των απορριμμάτων και αποβλήτων, η ρύπανση του περιβάλλοντος δημιουργούν, στην εποχή μας, ασφυκτικές συνθήκες, επικίνδυνες για τον πλανήτη. Επιμέρους κλάδοι της οικολογίας:
 
Ανθρωποοικολογία, που ερευνά τις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον.
 
 Βιοοικολογία, που ερευνά τις σχέσεις ανάμεσα στα όντα, πλην του ανθρώπου, και το περιβάλλον.
 
Αυτοοικολογία, που μελετά ατομικούς οργανισμούς ή ομογενείς ομάδες. 
 
Συνοικολογία, που μελετά ομάδες ετερογενών οργανισμών, και τέλος 
 
Οικονομική του περιβάλλοντος, που θεωρεί την οικολογία αντικείμενο της οικονομικής ανάλυσης και ερευνά την επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων παραγωγής, κατανάλωσης κλπ. στο περιβάλλον.
 
Σκοπός του κειμένου αυτού είναι να αποδείξει, μέσα στα επιτρεπόμενα όρια ενός άρθρου, ότι η οικολογία έχει βαθιές καταβολές, σχεδόν προδρομικές, στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων, τόσο στη θεωρητική σκέψη τους, φιλοσοφική και οικονομική, όσο και στην καθημερινή πρακτική, στους θεσμούς, στην αγορά, στην πολιτική, την πολεοδομία και την κοινωνική συμπεριφορά, έως και τους κλασικούς χρόνους, κατάσταση που αλλάζει στην ελληνιστική περίοδο.
 
Ο άνθρωπος και το περιβάλλον. Η εξέλιξη της τεχνολογίας
 
Στην αυγή της ιστορίας του ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του ως τμήμα του γύρω κόσμου, υποκείμενο άμεσα στις επιδράσεις φυσικών δυνάμεων, ανέμων, καταιγίδων και άλλων, τις οποίες μάλιστα θεοποίησε, στην προσπάθειά του να τις εξευμενίσει ή να τις καθυποτάξει.
 
Οι διάφορες μυθολογίες μαρτυρούν την κατάσταση, που συμβολίζεται με τους πολέμους τεράτων, τιτάνων κλπ. Στη μακριά και δύσκολη πορεία του ο άνθρωπος πέρασε από διάφορα στάδια, που σηματοδοτούν την εξέλιξη της τεχνολογίας στον πλανήτη Γη ως τις μέρες μας.
 
Αφετηρία αυτής της πορείας μπορεί να θεωρηθεί εκείνη η μακρινή μέρα, κάπου μεταξύ 70.000 π.Χ. και 40.000 π.Χ,, που ο άνθρωπος χοντρολάξευσε μια πέτρα, ένα «λίθο», για να του δώσει πιο πρόσφορο, πιο χρήσιμο σχήμα, ως εργαλείο κοπής ή ως φονικό όπλο. Από τη στιγμή εκείνη άρχισε η αργή εξέλιξη, που οδήγησε τον άνθρωπο από τη συλλογή της τροφής και το κυνήγι στην καλλιέργεια της γης και την εκτροφή ζώων, στην εξημέρωση του σκύλου, του αλόγου, στην κεραμική. την υφαντική, την οικοδομική και αργότερα τη μεταλλουργία.
 
Σ' αυτά τα πρώτα στάδια εξέλιξης ο βαθμός επέμβασης του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον ήταν τόσος όσος χρειαζόταν για την επιβίωση του και όσος το οικοσύστημα μπορούσε να απορροφήσει και να αποκαταστήσει.
 
Υπήρχε γενικά μια ομοιόμορφη κατάσταση στο επίπεδο πολιτισμού των παλαιολιθικών οικι­σμών, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση, κατάσταση που άρχισε να ανατρέπεται στη νεολιθική εποχή και να διαφοροποιείται έντονα με συνεχώς επιταχυνόμενο ρυθμό από την εποχή των μετάλλων και μετά. Αν και ο σπόρος της επέμβασης του ανθρώπου στο φυσικό του περιβάλλον φυτεύτηκε στην πρώιμη παλαιολιθική εποχή, η έντονη επίδραση άρχισε με την εποχή των μετάλλων, για να καταλήξει στη σημερινή, σχεδόν καταλυτική, επέμβαση του ανθρώπου στη βιόσφαιρα, επέμβαση που απειλεί την ίδια την ύπαρξη της ζωής στον πλανήτη Γη.
 
Η μεταλλουργία, που άρχισε πριν από 6.000 περίπου χρόνια στη γη, έφερε επαναστατικές αλλαγές τόσο στη ζωή του ανθρώπου, την υλική και κοινωνική, όσο και στη σχέση του με το περιβάλλον.
 
Η υλική ευημερία συνοδεύτηκε από κοινωνικές διαφοροποιήσεις στον καταμερισμό της εργασίας και της εξουσίας, ενώ η καταστροφική επέμβαση στο περιβάλλον επιταχύνθηκε με την υλοτόμηση των δασών, για καυσόξυλα και για ναυπήγηση πλοίων, και με την εντατική χρήση των πρώτων υλών. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση του Ομήρου ότι ο «σιδερένιος πέλεκυς·» υπήρξε σοβαρό μέσο καταστροφής για την εποχή του1. Η έντονη διαφοροποίηση των πολιτισμών, μετά την εποχή των μετάλλων, οδήγησε στις ξεχωριστές ιστορίες των λαών ή των εθνών,
 
Η οικολογία στη θεωρητική σκέψη των αρχαίων Ελ­λήνων
 
α. Η επίδραση της θρησκείας: ελληνική μυθολογία
 
Η εικόνα που προβάλλει στα μάτια μας οπό την ανάγνωση της ελληνικής μυθολογίας είναι μια φύση «πλήρης θεών-, ένα παιχνίδι όπου οι θεοί, οι ημίθεοι και οι άνθρωποι είναι όλοι μέλη ενός συνόλου, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη τη γη, τα δάση, τα ποτάμια, τα ζώα. Οι θεοί, ως μέρος της φύσης, δίνουν ιερό περιεχόμενο στην προστασία του περιβάλλοντος. Υπάρχουν θεσπισμένες απαγορεύσεις θήρος, αλιείας, κοπής δέντρων στους ιερούς χώρους. Υπάρχουν γιορτές της φύσης και των εποχών, που τονίζουν την παράδοση της προστασίας της φύσης από τους θεούς. Υπάρχουν, ακόμη, μύθοι σχετικοί με την αέναη επιστροφή των φυσικών δυνάμεων, όπως οι μύθοι της Δήμητρας και Περσεφόνης, του Διονύσου κ.ά. Γενικά η θεοποίηση της φύσης στη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων βοηθούσε σημαντικά στο σεβασμό και την προστασία του περιβάλλοντος και στη σωστή σχέση του ανθρώπου με το υπόλοιπο οικοσύστημα. Αντίθετα, ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός, με την ανθρωποκεντρική τελεολογία τους, ώθησαν προς την υποτίμηση και υπερεκμετάλλευση της φύσης, αφού ο άνθρωπος, «η κορωνίς της δημιουργίας», θεωρήθηκε ως κυρίαρχος του κόσμου.
 
β. Η «φύσις» στη φιλοσοφία των Ελλήνων
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν συγγράψει, ως βασικό έργο τους, βιβλίο «περί φύσεως», όπου είναι κοινή η αναγνώριση βασικών αρχών, όπως η «ενότητα» της φύσης, βασική αρχή της οικολογίας, η επίδρασή της στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η παραδοχή της ως υποδείγματος μέτρου για την ανθρώπινη κοινωνία. Επιγραμματικά ο Χρύσιππος αναφέρει: «ἕν τε εἶναι θεόν καί νοῦν καί εἰμαρμένην καί Δία»2. Η θέση αυτή είναι κοινή στους προσωκρατικούς, τους στωικούς έως και τους επικούρειους φιλοσόφους. Ο Αναξιμένης τονίζει άτι «ὁ κό­σμος εἷς ἐστίν» και ο Ηράκλειτος δηλώνει ότι «ἕνα πάντα εἶ­ναι». Το ίδιο πρεσβεύουν και άλλοι πολλοί φιλόσοφοι3. Ανεξάρτητα από το κυρίαρχο στοιχείο που θεωρούν ως ουσία του κόσμου, όλοι συμφωνούν στην «ενότητα» αυτού του κόσμου, όπως και στη «λογική» του.
 
Ο Ηράκλειτος θεωρεί το φυσικό γεγονός και λογικό, ο Θαλής τονίζει ότι «νοῦν τοῦ κόσμου τόν Θεόν, τό δέ πᾶν ἔμψυχον ἅμα καί δαιμόνων πλῆρες», ο δε Αναξαγόρας δηλώνει ότι «πά­ντα νοῦς διεκόσμησε» και «πά­ντα νοῦς ἔγνω». Χαρακτηριστικό είναι ακόμη ότι στα κείμενα των φιλοσόφων αυτών μπορούμε να βρούμε τις ρίζες των θεωριών της ανακύκλησης και της εντροπίας, που τόσο συζητιούνται στις μέρες μας4.
 
Ο Ηράκλειτος επιγραμματικά αναφέρει ότι ο κόσμος «ἦν ἀεί και ἔστι καί ἔσται». Στα συγγράμματά του μπορού­με να ανιχνεύσουμε τη θεωρία της εντροπίας, οε φράσεις όπως «δίς εἰς τόν αὐτόν ποταμόν οὐκ ἄν ἐμβαίης».Τη θεωρία αυτή επεξεργάστηκαν σύγχρονοι μελετητές, όπως ο Νικόλας Γκεοργκέσκου - Ρέγκεν, και αποτελεί μια επανάσταση στην οικονομική επιστήμη. Με δυο λόγιο, κάθε διαδικασία μετασχηματισμού απορροφά φυσικούς πόρους και ενέργεια και δημιουργεί τα προϊόντα και τα λύματα. Η εισαγωγή του παράγοντα της ενέργειας στη διαδικασία της παραγωγής δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η θεωρία του Ηράκλειτου ότι η πορεία των πραγμάτων είναι μονοδρομική, ότι η μεταβολή είναι μη αντιστρεπτή, υλοποιείται στο παράδειγμα της φλόγας του κεριού, δηλαδή στην ενέργεια που χάνεται κατά την παραγωγική διαδικασία μετατρεπόμενη σε θερμότητα. Εκτός από τον Ηράκλειτο, που πιστεύει ότι η «εκπύρωση» δεν οδηγεί στον οριστικό θάνατο του σύμπαντος, ο Πλάτων και οι στωικοί δέχονται ότι ο κόσμος είναι φθαρτός, αλλά αναγεννάται με την «παλιγγενεσία» ή «αποκατάσταση» ή «διακόσμηση».
 
Να λοιπόν που οι έννοιες περί εντροπίας και ανακύκλησης, απόψεις βασικές για την οικολογία και την προστασία του περιβάλλοντος, υπάρχουν ήδη στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Είναι φυσικό, οι θεωρητικές αυτές απόψεις για τη φύση να οδηγούν στο σεβασμό της και στην αναγνώριση της επίδρασής της στον άνθρωπο. Η επίδραση αυτή, που αναπτύσσεται στο περίφημο βιβλίο του Ιπποκράτη «Περί αέρων, υδάτων και τόπων», όπου τονίζεται ότι όχι μόνο ο χαρακτήρας και η δημιουργικότητα των λαών διαμορφώνονται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος αλλά και η ίδια η υγεία τους - οι ασθένειες που τους βασανίζουν - είναι αποτέλεσμα των δεδομένων του μικροκλίματος, της διατροφής, της ποιότητας του πόσιμου νερού κλπ. Η αναγνώριση της φύσης ως υποδειγματικού μέτρου για την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων βρίσκεται στη βάση της φιλοσοφικής, ηθικής, αισθητικής, κοινωνικής και οικονομικής θέσης των αρχαίων Ελλήνων.
 
Η αγάπη προς το «μέτρον» και τη λιτότητα, η αποστροφή προς την υπερβολή και τη σπατάλη, η διάκριση των αναγκών σε αληθινές και επίπλαστες, η αποδοχή της εργασίας όχι μόνον ως πηγής μέσων επιβίωσης, αλλά και ως πηγής δημιουργίας και κοινωνικής καταξίωσης, η περιφρόνηση προς τις πολυτελείς επιδείξεις, η θεσμοθέτηση της «ύβρεως», η επιθυμία του «κατ' ἀρετήν ζῆν», είναι οι εκφράσεις της βαθιάς εσωτερικής πεποίθησης ότι η φύση, με το μέτρο και την πειθαρχία της, δίνει στον άνθρωπο τον κατάλληλο κανόνα συμπεριφοράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σημερινή κρίση περιβάλλοντος αποδίδεται από πολλούς στην έλλειψη ηθικοπολιτικού επιπέδου ζωής, το οποίο θα μπορούσε να διοχετευτεί σε στόχους μακριά από την υπερκατανάλωση και την πολυτέλεια.
 
γ. Η οικονομική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων
 
Κατευθυντήριος άξονας της οικονομικής σκέψης των αρχαίων Ελλήνων ήταν η φιλοσοφική τους πεποίθηση ότι προείχε η φυσική τάξη. Κάθε απόκλιση από αυτήν αποτελούσε «ύθριν» από τη σκοπιά της ηθικής και της δικαιοσύνης και άσκοπη ενέργεια από τη σκοπιά της οικονομίας.
 
Άρα η ορθολογική συμπεριφορά είναι η εναρμόνιση των ανθρώπινων ενεργειών ως προς τη φύση για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος με τη λιγότερη δυνατή σπατάλη πόρων, με στόχο την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού σε ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, επίπεδο αυτάρκειας αλλά ποτέ πολυτέλειας.
 
Βασικά οικονομικά συγγράμματα θεωρούνται ο «Οικονομικός» και «Οι Πόροι» του Ξενοφώντα και η «Κτητική κατά φύσιν» του Αριστοτέλη. Οικονομικές σκέψεις όμως διατυπώνονται και σε άλλα συγγράμματα, όπως η «Πολιτεία» και οι «Νόμοι» του Πλάτωνα. Ο Ξενοφών, ειδικότερα, ασχολείται κυρίως με την ορθολογιστική διαχείριση των φυσικών πόρων μιας περιοχής και με τη μελέτη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, ώστε οι ανθρώπινες ενέργειες να προσαρμόζονται πρακτικά προς το καλύτερο αποτέλεσμα της σχέσης πόρων - εδάφους - ανθρώπινης εργασίας. Με άλλα λόγια, ο Ξενοφών εισάγει την έννοια της παραγωγικότητας και της οικονομικής διαχείρισης του περιβάλλοντος. Ακόμη, ασχολείται με την παραγωγή αγαθών και το εμπόριο, τα οποία ερευνά τόσο σε επίπεδο ιδιωτικό -οικονομικό όσο και σε επίπεδο κοινωνικο-οικονομικό και δημοσιο-οικονομικό. Ο Αριστοτέλης θεωρεί αντικείμενο της οικονομίας την παραγωγή αγαθών για άμεση χρήση και προτείνει τον αποτελεσματικό χειρισμό των πόρων και την ορθή σχέση των ανθρώπινων ενεργειών προς τη φύση. ώστε η παραγωγή να καλύπτει τις φυσικές ανάγκες το δε εμπόριο να διαθέτει τα φυσικά πλεονάσματα.
 
Και οι δύο επισημαίνουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η υπερβολική παραγωγή αγαθών, πέρα από το επίπεδο αυτάρκειας, που οδηγεί στον άκοπο πλουτισμό και παρασύρει στον ευδαιμονισμό, την εκμετάλλευση ανθρώπων, την κατασπατάληση πόρων, τη δημιουρ­γία πλαστών αναγκών και τελικά τη διαστροφή του ανθρώπι­νου χαρακτήρα: «Ὁ δέ χρημα­τιστής βίαιος τις ἔστίν», αναφέρει ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νίκομάχεια». Πόσο κοντά είναι αυτές οι απόψεις στις σημερινές οικολογικές αντιλήψεις, που ζητούν να επαναφέρουν τη σχέση αναγκών - αγαθών στη σωστή της βάση, ώστε ο φυσικός πόρος «άνθρωπος» να απαλλαγεί από τις ψυχικές διαταραχές που του δημιουργούν οι πλαστές ανάγκες και η απληστία!
 
Όπως για τον Αριστοτέλη, έτσι και για τους σύγχρονους οικολόγους η φυσική τάξη πρέπει να παραμείνει κατά το δυνατόν απαραβίαστη και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά της από σωστές και έλλογες ανθρώπι­νες ενέργειες!
 
Η οικολογία στην καθημερινή πρακτική
 
α. Το έδαφος και οι άνθρωποι
 
Πολύ χαρακτηριστική είναι η επίδραση του εδάφους στο χαρακτήρα των ανθρώπων και την κοινωνική διάρθρωση των ομάδων.
 
Τα εδάφη της αρχαίας Ελλάδας, που πρέπει να είχαν πλούσια χλωρίδα και πανίδα και σημαντική δασοκάλυψη, όπως μαρτυρούν οι μύθοι (του Ηρακλή και του Λέοντα της Νεμέας), αποψιλώθηκαν πολύ γρήγορα, λόγω των συνεχών πολέμων και των εμφυλίων συγκρούσεων. Η αγροτική γη περιορίστηκε από την επέκταση των οικισμών και από τα έλη, που δημιουργήθηκαν σε αρκετές περιοχές (απόρροια της αποψίλωσης), παρόλο που υπήρχε αρκετή πρόνοια τόσο για τον εμπλουτισμό των εδαφών με λίπανση όσο και για τη διαμόρφωση κατάλληλων καλλιεργήσιμων εδαφών με την ανάμιξη ξηρής και αλμυρής γης. Υπήρχε ακόμα πρόνοια για την άρδευση και για την αποξήρανση των ελών.
 
Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι φτωχών αγροτικών εδαφών, όπως της Αττικής και των νησιών, στράφηκαν προς άλλες δραστηριότητες, τη μεταποίηση, τη βιοτεχνία, το εμπόριο, τη ναυτιλία, πράγμα που επηρέασε όχι μόνο το χαρακτήρα τους, αλλά και την κοινωνική οργάνωση της πολιτείας τους. Αντίθετα, οι κάτοικοι πλούσιων αγροτικών εδαφών, όπως οι Σπαρτιάτες και οι Θεσσαλοί, παρέμειναν δεμένοι με τη γη τους, υιοθετώντας διαφορετική μορφή διακυβέρνησης. Όσον αφορά την επίδραση του κλίματος ειδικότερα στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα, είναι ενδεικτικός ο ύμνος του Σοφοκλή προς το αθηναϊκό κλίμα, διατυπωμένος στον «Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ».
 
β. Χωροταξία - πολεοδομία - οι­κισμοί
 
Χαρακτηριστικό του σεβασμού των αρχαίων Ελλήνων προς το περιβάλλον είναι το γεγονός ότι στη χωροθέτηση των οικισμών τους, κύριο μέλημα έθεταν την επιλογή υγιεινής τοποθεσίας, δεύτερο την επιλογή οχυρής τοποθεσίας και τρίτο την επιλογή πλούσιας τοποθεσίας.
 
Όσο γιο τους οικισμούς, φρόντιζαν να οριοθετούν τις χρήσεις γης κατά τομείς ώστε να γίνεται σωστή πολεοδομική εξυπηρέτηση. Υπήρχαν τα τείχη της πόλης και οι στρατώνες, οι ναοί και τα ιερά, οι αγορές και τα δημόσια κτήρια, οι κατοικίες και τα εργαστήρια, οι κρήνες και τα άλση.
 
Από τα κτήρια, τα μεν δημόσια ήσαν επιβλητικά και λιθόκτιστα, αλλά μέσα στο πνεύμα του «μέτρου», της ισορροπίας και της σωστής χρήσης υλικών, τα δε ιδιωτικά, κυρίως κατοικίες και μικρά εργαστήρια, ήσαν απλά και απέριττα, με προσπάθεια προσαρμογής στο περιβάλλον. Τα σπίτια, κτισμένα με μικρές αποκλίσεις πάνω σε τυπική κάτοψη, είχαν την είσοδο που οδηγούσε από το δρόμο στην κεντρική αυλή, γύρω από την οποία δημιουργούνταν ημιυπαίθριος χώρος, σαν στοά στην οποία έβλεπαν τα δωμάτια.
 
Οι δρόμοι δεν ήταν πλακόστρωτοι παρά μόνον οι κύριοι άξονες, εξ ου και η σκόνη το καλοκαίρι και η λάσπη το χειμώνα, που αποτελούσαν μεγάλο πρόβλημα.
 
γ. Νομοθετική πρόνοια για το περιβάλλον
 
Σώζονται αρκετές πληροφορίες για τη θέσπιση μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος.
 
Υπήρχε πρόνοια π.χ. για την απαγόρευση κοπής περισσοτέρων από 2 δέντρων ελιάς το χρόνο από κάθε ιδιοκτήτη. Ο Σόλων είχε καθιερώσει αμοιβή 5 δρχ. για τη θανάτωση αρσενικού λύκου, αλλά μόνο 1 δρχ, για κάθε νεαρή λύκαινα, πράγμα που δείχνει ότι στόχος ήταν η μείωση αλλά όχι και η εξόντωση του είδους. Και για την αντιμετώπιση της ρύπανσης των πόλεων υπήρχαν νομοθετικά μέτρα, π.χ. η μεταφορά των σκουπιδιών και της κόπρου έπρεπε να γίνεται οε μεγάλη απόσταση5. Για τον έλεγχο των κρηνών υπήρχε στην αρχαία Αθήνα «αιρετός» και όχι «κληρωτός» αρμόδιος.
 
Ο Πεισίστρατος γέμισε την Αθήνα με κρήνες και καταιωνιστήρες, απαγόρευσε όμως τις δεξαμενές (πισίνες), για τον κίνδυνο των μολύνσεων και της σπατάλης νερού. Για την προστασία του περιβάλλοντος της πόλης, τα τυροκομείο και τα βυρσοδεψεία, που προκαλούσαν δυσάρεστες οσμές, ήταν υποχρεωτικό να εγκατασταθούν έξω από την πόλη. όπως και τα νεκροταφεία. Τα εργαστήρια ήταν εγκατεστημένα κατά ομοειδείς ομάδες και δεδομένου του μικρού μεγέθους των. με μέσο όρο απασχολουμένων τα 10 άτομα, δεν φαίνεται να ενοχλούσαν ιδιαίτερα το περιβάλλον. Προστατευτικά μέτρα λαμβάνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
 
Στο Λαύριο π.χ. τοποθετούσαν τα καμίνια για το λιώσιμο των μετάλλων στα Ν.Α. των οικισμών, επειδή οι επικρατούντες στην περιοχή άνεμοι είναι Β. και Β.Δ.
 
Στη Θήβα υπήρχε το αξίωμα της «τελεαρχίας», δηλαδή της φροντίδας να μη σκορπίζονται στους δρόμους της πόλης απόβλητα και νερά ρευμάτων. Πολλές πάλεις είχαν απαγορεύσει την εκτροφή κατσικιών, εξαιτίας των καταστροφών που προκαλούσαν στις καλλιέργειες και το πράσινο γενικά.
 
δ. Δημόσια υγεία
 
Η υγεία στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν ύψιστο αγαθό και κάθε ηλικία του ανθρώπου είχε αφιερωθεί σε κάποιο θεό-προστάτη.
 
Ο χαρακτηρισμός της Υγείας, από τον Ιπποκράτη, ως αρμονίας ψυχής και σώματος προς το σύμπαν, πλησιάζει πολύ το σύγχρονο ορισμό, όπως έχει γίνει παραδεκτός στη συνδιάσκεψη της Π.Ο.Υ. στην Άλμα -Άτα6.
 
Μέτρα για την υγιεινή του περιβάλλοντος υπήρχαν πολλά, τόσο για την αποξήρανση των ελών όσο και για την ύδρευση και αποχέτευση των οικισμών. Επίσης, παρά την έλλειψη επαρκών ποσοτήτων νερού, υπήρχε ιδιαίτερη πρόνοια για τη σωματική καθαριότητα και η Αθήνα κατά τον Ε' αιώνα είχε 40 και πλέον δημόσια λουτρά. Υπήρχαν όμως και ιδιωτικά λουτρά, είτε κρύα είτε θερμά, η δε «πύελος», το ατομικό λουτρό, είναι γνωστό από την εποχή του Ομήρου.
 
Γενικευμένα ήταν και τα θαλάσσια λουτρά και τα λουτρά σε ποτάμιο.
 
Ως καθαριστικά μέσα χρησιμοποιούνταν η κιμωλία, το ανθρακικό νάτριο και το διάλυμα ποτάσας είτε από αλισίβα είτε από ειδική άργιλο, το «χαλεστραίον»7.
 
Για την προστασία της δημόσιας υγείας φαίνεται ότι σε πολλές πόλεις υπήρχαν δημόσιοι γιατροί και η πολιτεία παρείχε δωρεάν περίθαλψη στους απόρους, έχοντας επιβάλει για το σκοπό αυτό ειδικό κεφαλικό φόρο, το «ιατρικόν». Ο θεσμός όμως αυτός δεν ίσχυε στην Αθήνα, όπου ο Πλάτων απέτρεπε τη χρήση φαρμάκων, συνιστώντας τη χρήση φυσιοθεραπευτικών μέσων8.
 
ε. Αισθητική του περιβάλλοντος
 
Συγκλονιστική εντύπωση μας κάνει σήμερα η εναρμόνιση της κλίμακας των κτηρίων και του φυσικού' περιβάλλοντος κατά την αρχαιότητα. Όχι μόνο τα μεγάλα δημόσια κτήρια μα και τα μικρά έργα και τα ιδιωτικά ακόμη σπίτια και τα εργαστήρια θεωρούνταν αυτονόητο ότι έπρεπε να υποτάσσονται στην κλίμακα ταυ χώρου, να εντάσσονται στην αισθητική διαμόρφωση του περίγυρου, να υπακούουν στις επιταγές του μέτρου και της ισορροπίας. Με άλλα λόγια, να συντελούν στην υλοποίηση ενιαίου αισθητικού αποτελέσματος. Η αίσθηση του «μέτρου» δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής, αλλά και κανόνας ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς. Η ίδια αίσθηση του «μέτρου», οι ίδιες αισθητικές και ηθικές αξίες διέπουν τη δημιουργία των καθημερινών αντικειμένων, των ρούχων και των επίπλων, αλλά και την καθημερινή συμπεριφορά των πολιτών, σε όλη την κλασική εποχή.
 
Ας θυμηθούμε τον «Επιτάφιο» του Περικλέους, όπως τον μεταφέρει ο Θουκυδίδης, όπου οι φράσεις «...φιλοκαλοῦμεν μετ' εὐτελείας...» και «...οὐ δι’ ὀργῆς τόν πέλας..., οὐδ’ ἀζημίους μέν, λυπηρός δέ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι» αποτελούν το καλύτερο μήνυμα για την εποχή μας9.
  
Επίλογος
 
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι οι βασικές αρχές της οικολογίας έχουν τις ρίζες τους στη σκέψη και στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Η αίσθηση του «μέτρου», τόσο στον ίδιο το σεβασμό προς τη φύση όσο και στις ανθρώπινες επιδιώξεις, είναι ο χρυσός κανόνας και οδηγός. Η επιδίωξη της αυτάρκειας, ο έλλογος περιορισμός, το ξεκαθάρισμα των αναγκών σε φυσικές και πλαστές, η δημιουργική εργασία, η αισθητική του περιβάλλοντος, η πρόσχαρη συμπεριφορά προς τους συνανθρώπους μπορούν και πρέπει να γίνουν οι στόχοι μας, για νο πετύ­χουμε μια ποιότητα ζωής και βέβαια τις συνθήκες επιβίωσης του πλανήτη Γη στο μέλλον.
 ------------ 
Σημειώσεις
 
1. Αθ. Κανελλόπουλος, Οικολογία και Οικονομική του Περιβάλλοντος, ο. 138.
2. Διογένης Λαέρτιος, VII, 136.
3. Ξενοφάνης. Παρμενίδης. Αναξαγόρας, Ευκλείδης. Διογένης ο Απολλωνιάτης.
4. Αναξίμανδρος. Παρμενίδης. Λεύκιππος. Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Πρωταγόρας.
5. Σε απόσταση μεγαλύτερη των 10 στα­δίων από τα τείχη της Αθήνας
6. «Σύγχρονη σκέψη", τεύχος 33.
7. Αρχαιολογία.·, τεύχος 31. β Πλάτων, Τίμαιος, XLII. 89Β.
9. Σε Ελεύθερη μετάφραση: «Αγαπάμε το ωραίο με απλά μέσο..,- και «Δεν αντιμετω­πίζουμε με οργή τον απέναντι μας.... ούτε τον φορτώνουμε με την κατήφειά μας. που δεν τον ζημιώνει μεν. του προκαλεί όμως
Environment and Antiquity
I. Vallera - Μ. Korma
The basic principles of Ecology originate from the thought and life ot ancient Greeks.
The governing rule of moderation in ihe attitude of respect towards nature as well as in every human pursuit is the optimum law and guide.
The pursuit of sel(-sufficiency, the ratio­nal reduction, the division of ηeθds in necessary and superfluous ones, the creative work and the aesthetic of the environment must become our goals if we want to claim a high quality of life and to safeguard the existence of plane! Earth in the future.
Βιβλιογραφία
1. Αθ. Κανελλόπουλος, Οικολογία και Οικονομική του Περιβάλλοντος, Αθήνο 19Β5. Εκδόσεις Καραμπελόπουλος
2. Α. J. Toynbee. Mankind and Mother Earth: narrative history of Ihe World, Oxford University Press, N.Y. 1976.
3. R.J. Dubos, Man, Medicine and Environ­ment Praeger, N.V. 1968
4. Ε S HYams. Soli and Civilization From the Series The Past in the Present. Thames
5. A.M. Snodgrass. An archaeology ot Greece: The Present State and Future Sco­pe of the Discipline. University of California Press, Berkeley 19S7.
6. R. Catalano. Health Behavior and Com­munity: An Ecological perspective From the Series Pergamon General Psychology. Vol 76, N Y Pergamon Press, 1979.
7. G Rosen. A History ol Public Health. From the Series M.D Monographs on Medi­cal History, Vol 1, Μ D. Publicaltons, N.Y. 1958
8. L.R. Dice, Man's Nature and Nature s Man The Ecology ot Human Communities, University of Michigan Press, Ann Arbor
9. W Durant. The Life of Greece From ihe Series Tne Story ot Civilization, Vol 2, Simon and Schuster, N.Y. 1939.

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να αισθανθούμε είναι το μυστήριο

Καθένας από εμάς βρίσκεται εδώ για μια σύντομη διαμονή. Δε γνωρίζει για ποιο σκοπό, αν και μερικές φορές το διαισθάνεται. Αλλά από τη σκοπιά της καθημερινής ζωής, χωρίς να πηγαίνουμε βαθύτερα, υπάρχουμε για τους συνανθρώπους μας – πρώτιστα γι αυτούς που από τα χαμόγελά τους και την καλή τους κατάσταση εξαρτάται η ευτυχία μας και έπειτα για όλους αυτούς τους άγνωστους σε μας προσωπικά, με τις τύχες των οποίων όμως είμαστε δεμένοι μέσω δεσμών συμπάθειας.

Εκατοντάδες φορές καθημερινά υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι η εσωτερική και η εξωτερική ζωή μου εξαρτώνται από την εργασία άλλων ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών, και πως πρέπει να προσπαθήσω να δίνω στον ίδιο βαθμό που έχω δεχτεί και ακόμα δέχομαι.

Τα ιδανικά που μου φώτισαν το δρόμο και που κάθε στιγμή μου έδιναν κουράγιο για να αντιμετωπίσω τη ζωή ευδιάθετα υπήρξαν η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ομορφιά. η δύναμη πάντα προσελκύει ανθρώπους ευτελούς ηθικής και πιστεύω ότι είναι ένας αμετάβλητος κανόνας όπου οι αχρείοι διαδέχονται τους τυράννους.

Χωρίς την έννοια της αδελφότητας με ανθρώπους με παρόμοιες σκέψεις, τη φροντίδα για το αντικειμενικό, το αιώνια απραγματοποίητο στο χώρο της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας, η ζωή θα μου φαινόταν άδεια. Οι καθημερινοί στόχοι της ανθρώπινης προσπάθειας – περιουσία, επιφανειακή επιτυχία, πολυτέλεια- πάντοτε μου φαίνονταν περιφρονητέοι. Ο ηρωισμός κατά διαταγή, η βία χωρίς νόημα και όλη η μολυσματική ανοησία που συμβαδίζει με τ’ όνομα του πατριωτισμού – πόσο τα απεχθάνομαι!

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να αισθανθούμε είναι το μυστήριο. Είναι το θεμελιώδες συναίσθημα που κυριαρχεί στην αληθινή τέχνη και την αληθινή επιστήμη. Αυτός που δεν το γνωρίζει και δεν μπορεί να το θαυμάσει ούτε να νιώσει δέος είναι σαν ένας νεκρός, ένα σβησμένο κερί. Η εμπειρία του μυστηρίου – ακόμη και αναμεμειγμένη με φόβο- ήταν αυτή που γέννησε τη θρησκεία.

Η γνώση της ύπαρξης ενός πράγματος ενός πράγματος στο οποίο δεν μπορούμε να εισχωρήσουμε, η γνώση των εκδηλώσεων του βαθύτερου λόγου και της πιο ακτινοβολούσας ομορφιάς, που η λογική μας έχει πρόσβαση μόνο στις πιο στοιχειώδεις μορφές τους, αυτή η γνώση και αυτή η συγκίνηση είναι που αποτελούν την πραγματική θρησκευτική στάση.

Ένας άνθρωπος που θα εξακολουθούσε να ζει και πέρα από το φυσικό του θάνατο είναι επίσης έξω από την αντίληψη μου, και ούτε θέλω να συμβεί διαφορετικά. Τέτοιες αντιλήψεις αρμόζουν στους φόβους ή τον παράλογο εγωισμό των μικρόψυχων. Για μένα είναι αρκετό το μυστήριο της αιωνιότητας της ζωής και ο πόθος της θαυμάσιας δομής της πραγματικότητας, μαζί με την προσπάθεια να καταλάβω ένα μέρος, όσο μικρό και αν είναι, της λογικής που διέπει τη φύση.
 
Albert Einstein: “ Πώς βλέπω τον κόσμο” 

Αγαπάμε εκείνους που μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους

Σαν πρώτη φορά γεννήθηκε ο έρωτας απ’ τα σπλάχνα μιας ανώτερης, υπέροχης δύναμης, θαρρείς κι ο κόσμος άρχισε να περιστρέφεται λίγο πιο αργά απ’ το κανονικό του. Τα πάντα επιβράδυναν, παρέμειναν να χαράζουν αργά την πορεία τους στην κυκλική τροχιά τους για να προλάβουμε να τα χαρούμε, να τα θαυμάσουμε μια ακόμα στιγμή πριν ολοκληρωτικά περάσουν. Η αχόρταγη ματιά μας να γεμίσει απ’ τα καλούδια που χαρίστηκαν απλόχερα στο γένος μας, να μας αλλάξουν, να μας φτιάξουν.
Σάμπως αυτή δεν είναι η ανώτερη των ανωτέρων δύναμη, που όλο λησμονούμε τ’ όνομά της κι όλο την ξαναβαφτίζουμε; Ανανέωση. Γέννηση. Δημιουργία. Τούτες οι χάρες συμβαδίζουν με τον έρωτα, τον έχουν από κοντά κι ούτε που λένε να τον αφήσουν να βαδίζει μόνος. Λυπούμαι μονάχα που τόσες και τόσες ταμπέλες κρέμονται από τον λαιμό του, τόσες που κουράστηκε πια να τις κουβαλά, έγειρε από το βάρος, έμεινε να ξαποστάσει και ξανά απ’ την αρχή να σιγομουρμουρίζει την αχαριστία του κόσμου που με τίποτε πια δεν ευχαριστιέται. Δε μας αρκούσε η ανανέωση, η γέννηση; Τι άλλο θέλαμε;

Την υποτιμήσαμε πολύ την ανανέωση. Κρίμα στις χαρές που μας τάζει, κρίμα στα χαρμόσυνα που μας υπόσχεται. Αν πριν ήμασταν ένας άνθρωπος, παρέα με τον έρωτα ξαναγεννηθήκαμε, γίναμε δύο. Μη στερηθούμε τον εαυτό μας μα και να φυλάμε έναν ακόμα εαυτό να τον χαρίσουμε στο αγαπημένο πρόσωπο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Κανείς όμως δε λέει να δει την ομορφιά στην υπέρτατη αξία ενός ξαναγεννημένου εαυτού.

Αγαπάνε, λένε, για να την ομορφιά, αγαπάνε για τη συμπαράσταση, ερωτεύονται από ανάγκη. Γήινα δημιουργήματα κι η ομορφιά κι η συμπαράσταση κι όλα. Γέννημα θρέμμα μιας τυποποιημένης ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος. Μέχρι που στάθηκε μπρος μου μια απάντηση που ούτε περίμενα ποτέ πως θα μου δινόταν. «Τον αγαπώ για τον άνθρωπο που με κάνει, για τον δεύτερο εαυτό που γεννάει μέσα απ’ την ανιδιοτέλεια της παρουσίας του. Τον αγαπώ για τη δύναμη που ΄χει να με αλλάζει κι ας μην το καταλαβαίνει. Κι αυτόν τον δεύτερο εαυτό τον αγαπώ περισσότερο μιας και χάρη του ήρθε στον κόσμο και κάθε φορά του τον χαρίζω κι όλο μου τον επιστρέφει με την ελπίδα να του τον ξαναδώσω πίσω».

Σάμπως αυτό δεν είναι αγάπη, δεν είναι έρωτας; Να σου δωρίζουν το ομορφότερο δημιούργημα που μπορεί να ισορροπήσει σε κάθε ανθρώπινο νου και με κινήσεις όλο ευγνωμοσύνη να το γυρίζουμε πίσω με την ελπίδα να μας ξαναδοθεί. Να σου χαρίζουν την ομορφότερη πτυχή του εαυτό σου, μα να μη σου αρκεί να την κρατήσεις και στο αγαπημένο πρόσωπο να την επιστρέφεις. Να αγαπάς για το άτομο που σε κάνει, για την ανανέωση που σου δωρίζει.

Όλοι έχουμε δυο εαυτούς. Αυτόν που είμαστε όταν ερωτευόμαστε κι αυτόν που είμαστε όταν δεν ερωτευόμαστε. Κι αν θεωρούμε χάρμα οφθαλμών τον πρώτο, η δεύτερη εκδοχή γίνεται ζηλευτή κι απ’ τους ωραιότερους των αγγέλων, επευφημούν τη χάρη του, ζητιανεύουν λιγοστή από τη λάμψη του.

Τον καταριούνται τον έρωτα επειδή τούτος ο πανάγαθος εαυτός τους δε φάνηκε να γίνεται αποδεκτός. Απέρριψαν την ομορφιά του, του στέρησαν τη δυνατότητα να ευδοκιμήσει σε έδαφος γόνιμο και να αποφέρει καρπούς. Αυτός ο δεύτερος εαυτός έμεινε να καρτερεί την ώρα που θα μπορέσει να ξεμυτίσει και να εκπληρώσει την έμφυτη ανάγκη του να δωρίζει και να δωρίζεται, να καταστρέφεται και να ξαναγεννιέται απ’ το ίδιο υλικό. Κι όσοι πικρά μετάνιωσαν για δαύτη την υπέροχη γέννηση της δεύτερής τους ύπαρξης, την κρύβουν όσο βαθύτερα γίνεται μη και τη δει κανείς και τους την πάρει και πίσω δεν τους τη δώσει ποτέ.

Ξεχνούν όμως, πως κάθε φορά η ανανέωση γίνεται ισχυρότερη στο χρόνο, άφθαρτη και διαρκώς καλύτερη. Ξαναγεννιέται ομορφότερη, διστακτική μα έτοιμη να εκπληρώσει το σκοπό της. «Σ’ αγαπώ για αυτό που γίνομαι κάθε φορά που είμαι μαζί σου» και μικρή κουβέντα δεν είναι. Λένε πως η αγάπη κι ο έρωτας είναι ανιδιοτελείς. Ούτε συμφέρον κοιτούν, ούτε τίποτα. Και τι πιο ανιδιοτελές απ’ το να δωρίζεις τον εαυτό σου, πόσο μάλλον την καλύτερη εκδοχή του; Τι πιο υπέροχο απ’ το να λησμονείς τον πειρασμό να τον κρατήσεις για τον εαυτό σου και προτιμάς χίλιες φορές να τον εναποθέσεις μπρος στα μάτια του αγαπημένου; «Πάρ’ τον και κάνε τον ό,τι θες. Μονάχα μην αμαυρώσεις την ομορφιά που γέννησες. Πάρε τον και κάνε τον ό,τι θες, είναι δικός σου.».

Αγαπάμε να μας βλέπουμε να ομορφαίνουμε, λατρεύουμε να μη χρειαζόμαστε λιγοστή από λάμψη των άλλων για να αναδειχθούμε. Να τους την παίρνουμε στα κλεφτά και να χαιρόμαστε την ευτυχία τους προσποιούμενοι πως είναι δικιά μας.

Μεγαλύτερη ευτυχία, μεγαλύτερη αγαλλίαση απ’ τη λάμψη του ερωτευμένου ούτε που φαντάστηκε ποτέ ο κόσμος. Ούτε κι ο Θεός. Ούτε καν αυτός, που με το που πρότεινε στο καταραμένο ζευγάρι των πρωτόπλαστων να τους γυρίσει στην Εδέμ τους, να επιστρέψουν στην αθωότητα της άγνοιας, εκείνοι απάντησαν: *«Όχι αυτό, έλεος, πατέρα. Αν αληθινά απόμεινε μέσα στην καρδιά σου μια στάλα έλεος για μας, άφησε μα να φύγουμε πίσω, πανάγαθε. Άφησέ μας στο αμάρτημα που έγινε ο πλούτος της ζωής μας. Άφησέ μας στην γνώση του καλού και του κακού που έγινε η πικρή σοφία μας. Άφησέ μας στην γύμνια μας που έλυσε την μοναξιά του κορμιού μας. Συμπάθησέ μας, Κύριε, που κάναμε έναν νέο παράδεισο την κατάρα σου. Βρήκαμε την νέα μας Εδέμ στον έρωτα και στη δημιουργική δουλειά. Μέσα στα δολερά λόγια του φιδιού ήτανε μια νέα αλήθεια.».
 -------------------
*Στρατής Μυριβήλης, Απόσπασμα από «Το γαλάζιο βιβλίο»

Όταν βλέπουμε τους δικούς μας ανθρώπους να δακρύζουν

Σε γενικές γραμμές, από ιατρικής αλλά και ψυχολογικής άποψης, το κλάμα είναι μια απολύτως φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού, ένας τρόπος έκφρασης των έντονων συναισθημάτων μας, ένας μηχανισμός αποτοξίνωσης και αποφόρτισης.
 
Συχνά-πυκνά, πιάνουμε τον εαυτό μας να δακρύζει σε ανύποπτο χρόνο, σε κάποια εξαιρετικά χαρμόσυνη φάση της ζωής μας, κατόπιν κάποιου θλιβερού περιστατικού αλλά πολλές φορές, απλά και για να αποβάλλουμε το συσσωρευμένο στρες και την αβάσταχτη πίεση της στιγμής. Τι γίνεται όμως όταν βλέπουμε άλλους και κυρίως δικούς μας ανθρώπους να κλαίνε; Είναι και σ’ αυτή την περίπτωση το ίδιο απλά τα πράγματα για εμάς;

Και ας πούμε ότι με το παιδικό κλάμα είμαστε κάπως πιο εξοικειωμένοι. Δε σου κάνει τόση εντύπωση βρε παιδί μου, δε σε ξαφνιάζει το ίδιο με το δάκρυ ενός ενήλικα. Ένα παιδάκι -πόσο μάλλον ένα μωράκι- θα κλάψει πολύ εύκολα, πολύ πιο συχνά, με την παραμικρή αφορμή ή νευρικότητα.

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, βέβαια, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, προς στιγμή -ειδικά αν είσαι νέα μανούλα- τα χάνεις λίγο. Πεινάει, πονάει, νυστάζει, βαριέται, πού να ξέρεις. Αμφιβάλλω αν ξέρει κι αυτό ακριβώς δηλαδή. Περνώντας ο καιρός, αρχίζεις και συνηθίζεις, εγκλιματίζεσαι, μαθαίνεις, καταλαβαίνεις κι αντιδράς πιο ψύχραιμα. Να σε πάω σε μια άλλη εικόνα τώρα. Όταν δακρύσει ο σύντροφός σου, άραγε, πώς το διαχειρίζεσαι; Στέκεσαι το ίδιο ψύχραιμος;
Μας πληγώνει να βλέπουμε τον άνθρωπό μας να πονάει. Πώς να μείνεις αμέτοχος; Πληγώνεσαι κι εσύ, σκορπίζεσαι, διαλύεσαι. H πρώτη, άμεση αντίδραση είναι μια ζεστή αγκαλιά, τόσο σφιχτή, που όλα του τα σπασμένα κομμάτια να ξανακολλήσουν. Ένα απαλό φιλί και ένα χάδι στο πρόσωπο με την πεποίθηση ότι όλα θα πάνε καλά κι ότι εσύ είσαι πάντα εκεί δίπλα, για ό,τι κι αν χρειαστεί.
Γιατί με τ’ αδέρφια μας; Πού το πας αυτό; Όποιος τολμήσει να τους κάνει να δακρύσουν γίνεται αυτομάτως εχθρός μας. Ξημεροβραδιάζεσαι κοντά τους, συζητώντας κι αναλύοντας τα γεγονότα, προσπαθώντας να βρεις ενδεδειγμένες λύσεις και να τους κάνεις να αισθανθούν καλύτερα το συντομότερο δυνατό.

Εκεί, όμως, που τα χάνεις πραγματικά είναι με το κλάμα των γονιών σου. Σοκ, μόνο σοκ μπορεί να περιγράψει το συναίσθημα που γεννιέται εκείνη τη στιγμή μέσα σου. Καταρρακώνεσαι, χάνεις τη γη κάτω απ τα πόδια σου, γίνεται θρύψαλα ένα κομμάτι του εαυτού σου. Βλέπεις, τους γονείς μας τους έχουμε συνηθίσει δυνατούς, σθεναρούς, μαχητές, είναι οι ήρωές μας, δε βάλλονται ποτέ, από πουθενά και για κανένα λόγο, πώς είναι δυνατόν να ξεσπούν σε κλάματα; Φαντάζει αδιανόητο.

Σε καταλαβαίνω, συμφωνώ και συμπάσχω απόλυτα. Ακόμη κι από συγκίνηση να ‘ναι, πάλι περίεργα εξακολουθείς να νιώθεις μπροστά στο κλάμα των γονιών. Για θυμήσου τότε που πήρες το πτυχίο σου, κατά την τελετή ορκωμοσίας, πόσα δάκρυα ευχαρίστησης κύλησαν απ’ τα μάτια τους, προκειμένου να διοχετευτεί η έντονη, συγκινησιακή φόρτιση. Κι απ’ τα δικά σου μόλις τους κοίταξες. Σε μια απ’ τις πιο σημαντικές εμπειρίες της ζωής σου, τότε ακριβώς που ήταν δίπλα σου όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι της καθημερινότητάς σου για να χαρούν με τη χαρά σου, για να γιορτάσουν μαζί σου.

Δε θέλω να επεκταθώ παρά ελάχιστα στο σενάριο του να έχεις προκαλέσει εσύ το κλάμα των δικών σου με κάποια σου κίνηση ή πράξη. Βλέπεις τη μάνα σου να κλαίει από ένα δικό σου φταίξιμο και δεν τη θες τη ζωή σου, σχεδόν μετανιώνεις για όλο το υπόλοιπό της που έβαλες τη μητέρα σου σ’ αυτή τη διαδικασία. Σου περνάνε και τα νεύρα μαζί της κι ο θυμός κι η δυσαρέσκεια και το μόνο που θες είναι να διακτινιστείς κοντά της, να της σφίξεις τα χέρια,  να χωθείς στην αγκαλιά της λυτρωτικά, να της συμπαρασταθείς και να την ανακουφίσεις. Την ίδια στιγμή εύχεσαι να μην το ξαναδείς ποτέ να συμβαίνει, ούτε δάκρυ, ούτε στάλα να τρέξει απ’ τα μάτια της ποτέ ξανά.

Η αντίδρασή μας στο ανθρώπινο κλάμα σαφέστατα και δεν έχει να κάνει με την ηλικία. Πάντα θα σε προβληματίζει όσο κι αν μεγαλώσεις, όσο κι αν πιστεύεις ότι μπορείς να το διαχειριστείς ήρεμα και ώριμα, για να μη σου πω ότι όσο μεγαλώνεις ευαισθητοποιείσαι ακόμη περισσότερο αντικρίζοντας ανθρώπους να κλαίνε. Πολύ περισσότερο δε, όταν μιλάμε για τα δάκρυα των δικών μας, των πολύ δικών μας ανθρώπων. Σχεδόν δεν το αντέχεις να συμβαίνει.

Μαζί σου. Εξαιρετική αφορμή και τροφή για σκέψη, προκειμένου να θυμηθείς πόσο ανάγκη έχεις να βλέπεις τους δικούς σου αγαπημένους ανθρώπους δυνατούς, ακμαίους, ευτυχισμένους και χαμογελαστούς και να μη χάνεις ευκαιρία να τους το υπενθυμίζεις και να τους το δείχνεις, ξεκινώντας τώρα αμέσως απ’ αυτή τη στιγμή. Κάνε το και θα θυμάσαι ότι σήμερα έγινες η αιτία να χαμογελάσει κάποιος που για σένα είναι πολύ σημαντικός. Αξία ανεκτίμητη.

Υπάρχουν άνθρωποι

Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κλειστεί στον εαυτό τους. Άνθρωποι που έχουν στερήσει τον εαυτό τους από τη ζεστασιά της αγάπης, από το φως της αλήθειας…
 
Ζουν δίπλα μας, ανάμεσά μας…
Άνθρωποι που δυσκολεύονται να αρθρώσουν το ‘σ’αγαπώ’, όχι γιατί δεν ένιωσαν πώς είναι να αγαπάς, μα γιατί πληγώθηκαν…
 
Άνθρωποι που επέλεξαν τη μοναξιά ή την απόσταση, γιατί το δέσιμο, το νοιάξιμο κι η αγκαλιά κλείστηκαν σ’ένα κουτί που σφραγίστηκε με την ταινία της ‘προστασίας’.
 
Άνθρωποι που πόνεσαν και πάγωσαν τα συναισθήματά τους, κάνοντάς τα δώρο σ’εκείνους που τους πλήγωσαν.
 
Άνθρωποι που πιστεύουν πως κρατώντας μια απόσταση γιατρεύουν την πληγή τους. Μόνο που δεν ξέρουν πως έτσι η πληγή αιμορραγεί ακόμα περισσότερο και κάθε σταγόνα δηλητηριάζει την ψυχή.
 
Οι άνθρωποι αυτοί θα σου δώσουν την εντύπωση πως είναι ‘παρτάκηδες’, νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους και πληγώνουν ανεξέλεγκτα τους υπόλοιπους. Μοιάζουν με ανθρώπους που έμαθαν μόνο να παίρνουν εγωιστικά, χωρίς να δίνουν. Άνθρωποι που σιωπούν, που διατηρούν την ψυχραιμία τους ή καλύτερα μια αδικαιολόγητη για σενα ψυχρότητα.
 
Άνθρωποι που στο άκουσμα του ‘σ’αγαπώ’ θα κλειστούν ακόμα περισσότερο στο καβούκι τους. Που όταν τα πράγματα γίνουν λίγο πιο προσωπικά θα κρατήσουν την ‘απόσταση ασφαλείας’ και θα απομακρυνθούν.
 
Άνθρωποι που αποφεύγουν τα συναισθήματα, σαν να προσπαθούν να ξεφύγουν από τη σκιά τους χωρίς να τα καταφέρνουν…Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί θέλουν τόσο πολύ ν’αγαπηθούν, ν’αγκαλιαστούν, να νιώσουν τη χαρά που κρύβει μέσα της το νοιάξιμο. Λαχταρούν να θεραπεύσουν τις πληγές τους, να έρθουν κοντά σου…Μα δεν τα καταφέρνουν…
 
Τους έμαθαν εκείνοι που τους πλήγωσαν πως για να μην υποφέρουν χρειάζεται να αποστειρώσουν τον εαυτό τους από το ‘μικρόβιο’ της αγάπης. Κι εκείνοι ‘θύματα’ των πληγών τους κάνουν δώρο στους ‘θύτες΄τους το πιο πολύτιμο: τον εαυτό τους, αντί να βουτήξουν στον ωκεανό της αγάπης και να γιατρευτούν…
 
Είναι δύσκολο λένε να βρίσκεσαι σ’ένα τέτοιο άνθρωπο. Απορείς με την ψυχραιμία του, θυμώνεις με τη σιωπή του, αγανακτείς με την άρνησή του να μοιραστεί, να έρθει πιο κοντά. Απογοητεύεσαι με την προσδοκία που δεν πραγματοποιείται, πως αυτός ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει και να δώσει πίσω. Κουράζεσαι να προσπαθείς. Σε πληγώνει να σε κρατάει σε απόσταση…
 
Αναλογίστηκες ποτέ πως αυτός ο άνθρωπος μπορεί να ήσουν κάποτε κι εσύ; Του έδωσες το χρόνο που θα χρειαζόσουν εσύ ο ίδιος για να δοκιμάσεις; Παραιτήθηκες από την οφθαλμαπάτη της προσδοκίας; Του έδωσες χώρο ν’αναπνεύσει; Του έδωσες την ευκαιρία ν’αποζητήσει την αγκαλιά, την επαφή; Ή αρκέστηκες στο να του κρεμάσεις την ταμπέλα του ‘αναίσθητου’, μιας κι εσύ είσαι ο…ευαίσθητος;
 
Αν συναντήσεις στη ζωή σου τέτοιους ανθρώπους, θεώρησε τον εαυτό σου τυχερό, γιατί θα μάθεις πως αγάπη είναι να δίνεις χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Μην προσδοκάς, μην εκβιάσεις, μην απαιτήσεις, μη ζητιανέψεις την αγάπη τους… Δώσε τους το χώρο που χρειάζονται, πάρε το δώρο της σιωπής τους και παρατήρησέ τους προσεκτικά. Μπορεί να μην αρθρώσουν ποτέ τη λέξη ‘σ’αγαπώ’, ίσως γιατί είχαν πάρει απουσία όταν η ζωή τους μάθαινε να κλίνουν αυτό το ρήμα…Παρατήρησέ τους… Θα βρεις την αγάπη τους σε μια αγκαλιά, σ’ένα χάδι άγαρμπο, σχεδόν πρωτόγονο, σ’ένα λιτό κοπλιμέντο που θα σου κάνουν, κι ας περίμενες να παίξει μουσική η φιλαρμονική για το καινούργιο σου ρούχο ή το φαγητό που μόλις έφτιαξες.
 
Δώσε τους την αγάπη σου άδολα, απόλυτα, διακριτικά….τις στιγμές που το χρειάζονται πιο πολύ κι ας μην τολμούν να το εκφράσουν. Δώσε τους χώρο και απόσταση, γιατί το έχουν ανάγκη. Αγάπα τους μες τη σιωπή τους. Φρόντισέ τους με μια αγκαλιά, μ’ένα χαμόγελο, μ’ ένα βλέμμα. Με το πρωινό που τους έχει λείψει…
 
Δώσε τους την αγάπη σου, ζεσταίνοντάς τους με τη φλόγα της φροντίδας και δρόσισέ τους με το αεράκι της ελευθερίας.
 
Δώσε τους την αγάπη και μάθε τους σαν να ήταν ‘πρωτάκια’ την πρώτη μέρα στο σχολείο πως το ‘σ’αγαπώ’ αρχίζει με το ‘α’ και τελειώνει με το ‘ω’ και πως όση απόσταση κι αν τα χωρίζει, αυτά βρίσκουν τρόπο να είναι μαζί.
 
Αν συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους, θεώρησε τον εαυτό σου τυχερό… κι αν το αντέχεις δώσε τους αγάπη, αγάπη, αγάπη…

Η ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και οικειότητα

Ο άνθρωπος διαφέρει από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο γιατί είναι προικισμένος με συνείδηση. Έχει συνείδηση του εαυτού του, του συνανθρώπου του, της προσωπικής του εμπειρίας, των δυνατοτήτων του μέλλοντος του.  Αυτή όμως η επίγνωση της μοναδικότητας του εαυτού του, της ξεχωριστής οντότητας του, της προσωρινότητας της ύπαρξης του, είναι κάτι που προκαλεί αγωνία.

Η αγωνία της μοναξιάς

Η εμπειρία της μοναξιάς προκαλεί αγωνία. Το να είναι κανείς μόνος  σημαίνει ότι είναι ξεκομμένος από το κοινωνικό σύνολο και δεν έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει ενεργητικά με τον κόσμο, να αξιοποιήσει τις ανθρώπινες δυνατότητές του. Πολλές φορές αυτή η εμπειρία της μοναξιάς, εκτός από πηγή μεγάλης αγωνίας για τον άνθρωπο, προκαλεί και συναισθήματα ντροπής και ενοχής.

Η πιο βαθιά και μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου είναι να ξεπεράσει, να ξεφύγει από αυτή την εμπειρία της μοναξιάς. Σε όλες τις εποχές και σε όλες τις μορφές κοινωνίας ο άνθρωπος προσπαθεί να υπερβεί την ατομικότητα του, να πετύχει την ένωση. Λύση σε αυτή την συνεχής προσπάθεια του ανθρώπου έρχεται να δώσει η πράξη της αγάπης. Η αγάπη σαν μια πράξη ενεργητική. Κατά την πράξη της ενεργητικής αγάπης επιτυγχάνεται η συνένωση μέσω της αντικειμενικής γνώσης του εαυτού μας και του άλλου με σκοπό την αντιμετώπιση της πραγματικότητας με τρόπους ρεαλιστικούς.

Η ανάγκη για συνένωση είναι μια πανανθρώπινη λαχτάρα αποφυγής της μοναξιάς. Αυτή η ανάγκη εκφράζεται με διάφορες μορφές αγάπης. Όμως ένα είδος αγάπης διαφέρει από τα υπόλοιπα είδη, καθώς η συνένωση επιτυγχάνεται με έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο σε αυτή την μορφή έκφρασης της αγάπης. Αυτή η μορφή είναι η ερωτική αγάπη. Η ερωτική αγάπη περιορίζεται σε ένα μόνο άτομο με την έννοια της σωματικής συνένωσης, υπάρχει μια αποκλειστικότητα που εκφράζεται ως μια βαθιά επιθυμία για ένωση και ταύτιση με ένα μόνο άλλο πρόσωπο.

Η σημασία της οικειότητας

Η σωματική συνένωση, η σεξουαλική επαφή, πέρα από μια σωματική επιθυμία, πολλές φορές καθοδηγείται από την ερωτική αγάπη. Σε αυτές τις περιπτώσεις της σωματικής σχέσης επιτυγχάνεται η συνένωση που περιλαμβάνει την τρυφερότητα και θεμελιώνει την οικειότητα. Η οικειότητα είναι το αίσθημα της εγγύτητας  που υπάρχει στις ερωτικές σχέσεις όταν φεύγει το συναίσθημα του έρωτα, του αιφνιδιασμού και αρχίζεις να γνωρίζεις τον άλλον λίγο καλύτερα. Η οικειότητα είναι η εντύπωση του ανθρώπου ότι συνδέεται συναισθηματικά με τον σύντροφό του.

Το να μοιραστεί κάποιος τις αγωνίες του, τις σκέψεις του, τις ανησυχίες του, να μοιραστεί κομμάτια του χαρακτήρα του και τις προσωπικότητάς του, να εξιστορήσει γεγονότα της προσωπικής του ζωής, το να κάνει κοινά σχέδια, να μοιράζεται επιθυμίες και όνειρα με έναν άλλον άνθρωπο, όλα αυτά αποτελούν μια επίτευξη της αποφυγής της μοναξιάς, μια επίτευξη της επιθυμητής συνένωσης.

Ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα, ο θυμός, η οργή, το μίσος ή η πλήρης έλλειψη αναστολών και ντροπής αποτελούν και αυτά δείγματα οικειότητας. Η οικειότητα μπορεί να καταστραφεί από την άρνηση των παραπάνω αρνητικών συναισθημάτων. Πολλές φορές ο φόβος της απόρριψης και η επιτηδευμένη επιφυλακτικότητα παρεμποδίζει την οικειότητα, καθώς οδηγεί στην υιοθέτηση μιας ψεύτικης ταυτότητας με σκοπό της να ικανοποιεί έναν άλλον άνθρωπο παρά να ικανοποιεί σημαντικές προσωπικές ανάγκες.

Οι ‘τροφές’ της Ψυχής: Απλότητα, Συγχώρεση και Αγάπη

Οι άνθρωποι αναρωτιούνται πώς πρέπει να είναι, τι πρέπει να κάνουν για να γεμίσουν από αγάπη. Η απάντηση βρίσκεται μόνο σε μια λέξη: τίποτα. Η σωστή διαδικασία είναι να ξεχάσεις ό,τι νομίζεις ότι πρέπει να είσαι, και να επιτρέψεις στην αληθινή σου φύση να ανέβει με ηρεμία στην επιφάνεια.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε σένα και τον φύση. Όπως ακριβώς και σε μια λίμνη, μετά από την ανατάραξη του λασπώδους βυθού της, τα νερά γίνονται πάλι διάφανα.

 Δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται να κάνεις. Μόνο να είσαι. Για να θρέψεις την ψυχή σου πρέπει να αφεθείς, να εμπιστευτείς την ύπαρξή σου. Όταν όμως αναφέρομαι στην τροφή της ψυχής, οι άνθρωποι ρωτούν: ‘πώς γίνεται αυτό; Με διαλογισμό; Με τον χορό, με την προσφορά στους άλλους ανθρώπους;’.

Η απάντηση είναι ναι, αν όλα αυτά τρέφουν το πνεύμα σας και σας επιτρέπουν να ξεπεράσετε την αγωνία σας για την εξωτερική σας εικόνα. Όμως, η πραγματική ευτυχία έρχεται μόνο όταν η καρδιά μας είναι ανοιχτή. Όπως ισχύει και το ανάποδο: Η μεγαλύτερη δυστυχία προέρχεται από τη συνεχή κι ατέρμονη επιθυμία.

Και η πιο πραγματική αίσθηση ειρήνης πηγάζει μόνο μέσα από την ύπαρξή μας.

Το πιο σοβαρό εμπόδιο για την καλλιέργεια της ψυχής είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης. Επειδή δεν εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας, μένουμε αγκιστρωμένοι και εγκλωβισμένοι στην παγίδα της άνεσης και της ευκολίας.

Εξαλείφουμε όσο περισσότερο πόνο μπορούμε από τη ζωή μας, και καταλήγουμε στρυμωγμένοι σε μια γωνιά που την ονομάζουμε: ασφάλεια. Η αλήθεια είναι οτι η ‘ασφάλεια’ είναι το λιγότερο ασφαλές πνευματικό μονοπάτι που μπορεί κανείς να ακολουθήσει στην πορεία της αυτοπραγμάτωσης.

Οδηγεί αποδεδειγμένα στην πνευματική νάρκωση και στο θάνατο. Συνήθως είμαστε απροετοίμαστοι όταν έρχεται η ώρα του θανάτου μας. Έχουμε αφήσει τον εαυτό μας να ζήσει πολύ λίγο…

Προκειμένου να προσφέρουμε στον εαυτό μας ό,τι αυτός χρειάζεται, πρέπει να είμαστε σε θέση να τον φροντίζουμε. Εκείνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι δεν μπορούμε να δώσουμε αγάπη παρά μόνο αν είμαστε έτοιμοι να την αποδεχτούμε.

Και η ικανότητά μας να δεχτούμε την αγάπη στηρίζεται στην ικανότητά μας να αισθανθούμε, αφού μόνο μέσα από τα συναισθήματά μας μπορούμε να δεχτούμε την στήριξη των άλλων, κι έτσι να την προσφέρουμε κι εμείς στους άλλους.

Το μυαλό μας κάνει όπως ακριβώς ένα χάμστερ στον τροχό: τρέχει όλο και γρηγορότερα, χωρίς στην πραγματικότητα να καταλήγει πουθενά.

Μόλις κανείς συνειδητοποιήσει ότι το μυαλό του στέλνει κάθε τόσο αναμενόμενα και συνήθη μηνύματα που δεν χρειάζεται να τα παίρνει και τόσο στα σοβαρά, τότε μόνο είναι ελεύθερος να επιστρέψει στον τρόπο λειτουργίας της ψυχής.

Στα εργαστήρια αυτογνωσίας συχνά κάνω την εξής ερώτηση: ‘Αν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία σας μέρα πάνω στη γη, πώς θα επιλέγατε να την περάσετε;’. Στη συντριπτική πλειοψηφία η απάντηση είναι: ‘έκανα ό,τι μπορούσα για να αγαπήσω τους άλλους και να προσφέρω κάτι στον κόσμο με την φροντίδα και τη συμπόνια μου’.

Παρ’ όλα αυτά όμως η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από μας δεν αντιμετωπίζουμε έτσι την καθημερινή μας ζωή.

Πιστεύουμε λανθασμένα ότι με το να κάνουμε χρήματα, ή να αποκτήσουμε ένα ακριβό αυτοκίνητο θα μας κάνει ευτυχισμένους. Έτσι, αντί να ζούμε στο παρόν, σκεφτόμαστε συνεχώς την επόμενη στιγμή.

Αν τελικά επιλέξουμε να θρέψουμε την ψυχή μας, αυτό θα σημαίνει ότι αναγνωρίσαμε ποιος είναι προορισμός μας: να συγχωρούμε και να αγαπάμε. Αν και φαίνεται απλό, σίγουρα δεν είναι εύκολο. Μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε ότι το παρόν είναι ο μόνος χρόνος που υπάρχει, και μέχρι να συγκινηθούμε με την ακινησία της στιγμής, η απλότητα θα μοιάζει μια δύσκολη ιδέα.

Όταν μάθουμε να κάνουμε επιλογές που θρέφουν την ύπαρξή μας, τότε θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε ότι η ουσία της ζωής μας είναι η αγάπη, και η συγχώρεση είναι το κλειδί της ευτυχίας μας.