Ο Προμηθέας και η κλοπή της φωτιάς: ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά ή πανανθρώπινο μυθολογικό μοτίβο;
Συγκριτική προσέγγιση του Προμηθέα, του Mātariśvan και των μη ινδοευρωπαϊκών παραδόσεων
Ο μύθος του Προμηθέα, ως φορέα της φωτιάς και ευεργέτη της ανθρωπότητας, έχει συχνά θεωρηθεί μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις του «πολιτιστικού ήρωα»: μιας μυθολογικής μορφής η οποία εξασφαλίζει στους ανθρώπους ένα αγαθό, μια τεχνική ή μια γνώση που προηγουμένως ανήκε στους θεούς ή σε υπερφυσικούς φύλακες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομοιότητα του ελληνικού μύθου με τη βεδική παράδοση του Mātariśvan, ο οποίος συνδέεται με την ανάκτηση, την κλοπή, το άναμμα και τη μεταφορά του Agni, της θεϊκής φωτιάς. Η ομοιότητα δεν περιορίζεται στη γενική ιδέα της φωτιάς: η βεδική ρίζα math- «κλέπτω, αρπάζω» έχει προταθεί ως ετυμολογικός συγγενής του ονόματος Προμηθεύς, ενώ τα σχετικά βεδικά χωρία παρουσιάζουν τον Mātariśvan ως εκείνον που αρπάζει ή φέρνει τη φωτιά στους Bhr̥gu.
Ωστόσο, το ίδιο βασικό μυθολογικό μοτίβο απαντά σε πολυνησιακές, αυστραλιανές, βορειοαμερικανικές και άλλες παραδόσεις λαών που δεν ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Ο Māui, το Κοράκι και άλλοι πολιτιστικοί ήρωες αποκτούν ή κλέβουν τη φωτιά από υπερφυσικούς κατόχους και την παραδίδουν στους ανθρώπους. Η διαπολιτισμική αυτή διάδοση καθιστά απίθανο να εξηγηθεί το σύνολο του μοτίβου αποκλειστικά ως αποτέλεσμα κοινής ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Η πιθανότερη μεθοδολογική λύση είναι η διάκριση ανάμεσα σε ένα γενικό, ενδεχομένως πολυγενετικό μοτίβο «απόκτησης της φωτιάς» και σε ένα ειδικότερο ελληνοϊνδικό ή ινδοευρωπαϊκό μυθολογικό σύμπλεγμα, του οποίου ο Προμηθέας και ο Mātariśvan ενδέχεται να αποτελούν απομακρυσμένες κληρονομικές παραλλαγές.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς «ποιος λαός είχε πρώτος τον Προμηθέα», αλλά ποιο μέρος του μύθου είναι τόσο κοινό στην ανθρώπινη εμπειρία ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί ανεξάρτητα και ποιο μέρος παρουσιάζει αρκετά ειδικές αντιστοιχίες ώστε να υποδεικνύει κοινή παράδοση.
Λέξεις-κλειδιά: Προμηθεύς, Mātariśvan, Agni, φωτιά, πολιτιστικός ήρωας, ινδοευρωπαϊκή μυθολογία, συγκριτική μυθολογία, Ησίοδος, Rigveda, Māui.
1. Εισαγωγή: το πρόβλημα της «κλοπής της φωτιάς»
Ανάμεσα στα μυθολογικά θέματα που εμφανίζονται σε διαφορετικούς πολιτισμούς, η απόκτηση της φωτιάς κατέχει ιδιαίτερη θέση. Σε πολλές παραδόσεις η φωτιά δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα φυσικό αντικείμενο αλλά ως ένα αγαθό που προηγουμένως βρισκόταν σε κατοχή θεών, πνευμάτων, υπερφυσικών όντων ή άλλων φορέων. Κάποιος ήρωας —και συχνά ένας πανούργος ή μεταμορφούμενος πολιτιστικός ήρωας— την αποκτά, την κλέβει, την ανακτά ή εξαπατά τον κάτοχό της και τελικά την παραδίδει στην ανθρωπότητα.
Το σχήμα αυτό είναι τόσο διαδεδομένο ώστε δημιουργεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα για τη συγκριτική μυθολογία. Η ομοιότητα μπορεί να έχει δύο διαφορετικές αιτίες.
Η πρώτη είναι η κοινή καταγωγή: διαφορετικοί λαοί μπορεί να κληρονόμησαν έναν παλαιότερο μύθο από κοινό πρόγονο και στη συνέχεια να τον μετασχημάτισαν σύμφωνα με τις δικές τους γλώσσες, θρησκείες και κοινωνικές δομές.
Η δεύτερη είναι η ανεξάρτητη δημιουργία: διαφορετικές κοινωνίες, αντιμετωπίζοντας το ίδιο θεμελιώδες ανθρώπινο πρόβλημα —την απόκτηση, διατήρηση και αναπαραγωγή της φωτιάς— μπορεί να δημιούργησαν ανεξάρτητα παρόμοιες αφηγήσεις.
Στην περίπτωση του Προμηθέα η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η ελληνική παράδοση παρουσιάζει πραγματικά εντυπωσιακές αντιστοιχίες με την ινδική, ενώ ταυτόχρονα το μοτίβο της κλοπής της φωτιάς απαντά και πέρα από κάθε πιθανό ινδοευρωπαϊκό δίκτυο.
2. Ο Προμηθεύς στην ελληνική παράδοση
Η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική λογοτεχνική παράδοση για τον Προμηθέα ανάγεται στον Ησίοδο, του οποίου η δραστηριότητα τοποθετείται περίπου γύρω στις αρχές του 7ου αιώνα π.κ.χ., αν και η ακριβής χρονολόγηση των ησιόδειων ποιημάτων παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Στη Θεογονία και στα Έργα και Ημέρες ο Προμηθεύς συνδέεται με δύο αλληλένδετα επεισόδια: την εξαπάτηση του Διός κατά τη διανομή του θυσιασμένου βοδιού και την κλοπή της φωτιάς.
Στα Έργα και Ημέρες ο Ησίοδος παρουσιάζει με εξαιρετική σαφήνεια τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος: ο Δίας, εξαιτίας της προηγούμενης εξαπάτησης, κρύβει τη φωτιά από τους ανθρώπους· ο Προμηθεύς την κλέβει εκ νέου και τη μεταφέρει στους θνητούς μέσα σε κοίλο βλαστό μάραθου. Ο Δίας αντιδρά επιβάλλοντας νέο κακό στην ανθρωπότητα, την Πανδώρα.
Η ησιόδεια εκδοχή, επομένως, δεν είναι ακόμη ακριβώς η νεότερη εικόνα του Προμηθέα ως απελευθερωτή της ανθρωπότητας. Ο Προμηθεύς είναι συγχρόνως πανούργος αντίπαλος του Διός και παραβάτης της θεϊκής τάξης. Η φωτιά αποτελεί αγαθό για τους ανθρώπους, αλλά η απόκτησή της πραγματοποιείται μέσω μιας παράβασης για την οποία ο Προμηθεύς και οι άνθρωποι υφίστανται συνέπειες.
Αργότερα, και ιδιαίτερα στον «Προμηθέα Δεσμώτη», ο μύθος αποκτά διαφορετική έμφαση. Εκεί η φωτιά γίνεται η αρχή ενός ολόκληρου συμπλέγματος τεχνῶν. Ο Προμηθεύς παρουσιάζεται ως εκείνος που μεταβιβάζει στους ανθρώπους τεχνικές γνώσεις και πρακτικές ικανότητες, ενώ η φωτιά γίνεται η βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης τεχνολογίας. Σύγχρονη έρευνα τονίζει ακριβώς αυτή τη διαφορά ανάμεσα στην ησιόδεια και την αισχύλεια διαμόρφωση του προσώπου.
Έτσι διαμορφώνονται δύο επίπεδα του ελληνικού μύθου:
Προμηθεύς ως κλέπτης της θεϊκής φωτιάς και
Προμηθεύς ως φορέας της τέχνης, της γνώσης και του πολιτισμού.
Το δεύτερο επίπεδο θα καταστήσει αργότερα τον Προμηθέα πρότυπο του πολιτιστικού ήρωα.
3. Ο Mātariśvan και η βεδική παράδοση
Η σύγκριση με την ινδική παράδοση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή αναζήτηση «παρόμοιων μύθων».
Στη Rigveda, ο Mātariśvan συνδέεται επανειλημμένα με την απόκτηση και μεταφορά του Agni. Σε ορισμένα χωρία η φωτιά παρουσιάζεται ως κρυμμένη και ο Mātariśvan ως εκείνος που την ανασύρει ή την φέρνει στους Bhr̥gu. Στο Rigveda 1.148.1 χρησιμοποιείται μάλιστα το ρήμα math, το οποίο η σύγχρονη φιλολογική έρευνα αποδίδει εδώ ως «έκλεψε/άρπαξε». Σε άλλο χωρίο, ο Mātariśvan ανάβει την κρυμμένη φωτιά για τους Bhr̥gu.
Η Rigveda είναι πολύ παλαιότερη ως ποιητικό σώμα από τις σωζόμενες ησιόδειες καταγραφές, αν και η χρονολόγησή της είναι ιδιαίτερα περίπλοκη επειδή πρόκειται για ποίηση που μεταδόθηκε επί μακρόν προφορικά. Η Oxford University Press τοποθετεί τη σύνθεση του κειμένου στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.κ.χ., ενώ επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί μία μοναδική ημερομηνία «σύνθεσης», δεδομένου του χαρακτήρα της προφορικής παράδοσης.
Η ομοιότητα με τον Προμηθέα είναι επομένως αξιοσημείωτη:
- και οι δύο συνδέονται με φωτιά που βρίσκεται σε θεϊκή ή υπερφυσική σφαίρα,
- και οι δύο συνδέονται με την απόκτηση ή κλοπή της φωτιάς,
- η φωτιά μεταφέρεται προς τον κόσμο των ανθρώπων,
- η πράξη συνδέεται με την έναρξη ή την ανανέωση της ανθρώπινης χρήσης της φωτιάς,
- και στις δύο παραδόσεις ο φορέας της φωτιάς βρίσκεται ανάμεσα στον θεϊκό και τον ανθρώπινο κόσμο.
4. Η ετυμολογία του Προμηθέα και το πρόβλημα της ρίζας *math₂-
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σε γλωσσικό επίπεδο.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε προταθεί ότι το όνομα Προμηθεύς συνδέεται με το ελληνικό σημασιολογικό πεδίο της πρόνοιας και της προνοητικότητας, δηλαδή με την παραδοσιακή ερμηνεία «ο προνοών», η οποία συνδέεται φυσικά με την αντίθεση Προμηθεύς–Επιμηθεύς.
Ωστόσο, η συγκριτική ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία έχει αναπτύξει και διαφορετική υπόθεση: ότι το όνομα μπορεί να συνδέεται με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα math₂-, «κλέπτω, αρπάζω». Η υπόθεση αυτή στηρίζεται κυρίως στη σύγκριση με το σανσκριτικό math- και με τη χρήση του ρήματος στην αφήγηση της κλοπής του Agni από τον Mātariśvan.
Η αντιστοιχία είναι αξιοπρόσεκτη:
Mātariśvan → math → κλοπή/αρπαγή της φωτιάς
και
Promētheús → πιθανή συγγένεια με math₂- → κλέπτης της φωτιάς.
Η σύγχρονη φιλολογική συζήτηση, ωστόσο, δεν έχει δώσει οριστική λύση στο θέμα. Ιδίως η παλαιότερη προσπάθεια σύνδεσης του Προμηθέα με το σανσκριτικό pramantha- «τρυπάνι/εργαλείο παραγωγής φωτιάς» θεωρείται φωνολογικά προβληματική. Η έρευνα που παρουσιάζεται στο Classics@ υποστηρίζει ειδικότερα τη σύνδεση με τη ρίζα math₂- «κλέπτω», ενώ απορρίπτει τη φωνολογική ταύτιση με manth₂- «τρίβω, αναδεύω».
Αυτό είναι μεθοδολογικά σημαντικό: η συγκριτική μυθολογία δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στην ομοιότητα των ιστοριών· η γλωσσική αντιστοιχία, όταν είναι φωνολογικά και μορφολογικά υπερασπίσιμη, αποτελεί πολύ ισχυρότερο τεκμήριο κοινής κληρονομιάς.
5. Γιατί όμως το μοτίβο υπάρχει και έξω από τον ινδοευρωπαϊκό κόσμο;
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό πρόβλημα.
Αν ο Προμηθεύς και ο Mātariśvan είναι κληρονόμοι ενός κοινού ινδοευρωπαϊκού μυθολογικού σχήματος, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μύθος κλοπής της φωτιάς στον κόσμο προέρχεται από το ίδιο σχήμα.
Υπάρχουν παραδόσεις σε κοινωνίες που δεν έχουν ιστορική ή γλωσσική σχέση με τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς.
Ο Māui στην Πολυνησία
Στις πολυνησιακές παραδόσεις ο Māui αποτελεί κατεξοχήν πολιτιστικό ήρωα και συνδέεται με την απόκτηση της φωτιάς. Στη μαορί παράδοση, η Mahuika είναι θεότητα ή προσωποποίηση της φωτιάς και ο Māui προσπαθεί να αποκτήσει από αυτήν το μυστικό της. Η παράδοση παρουσιάζει πολλές τοπικές παραλλαγές και δεν υπάρχει μία ενιαία πολυνησιακή αφήγηση. Η συγκριτική μελέτη των ανατολικοπολυνησιακών εκδοχών δείχνει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των νησιών, παρά την κοινή παρουσία του Māui.
Η δομή είναι σαφής:
φωτιά → υπερφυσικός κάτοχος → Māui → απόκτηση → ανθρώπινη χρήση.
Αλλά ο Māui δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν ινδοευρωπαϊκής μετάδοσης.
Το Κοράκι στη Βόρεια Αμερική
Σε βορειοδυτικές βορειοαμερικανικές παραδόσεις, το Κοράκι εμφανίζεται ως δημιουργός, διδάσκαλος και ευεργέτης, ενώ συνδέεται και με την κλοπή της φωτιάς από τον ήλιο. Αρχαιοεθνογραφικές και ανθρωπολογικές καταγραφές έχουν περιγράψει το Κοράκι ως φορέα τόσο της φωτιάς όσο και άλλων πολιτιστικών αγαθών.
Και εδώ το σχήμα είναι εξαιρετικά κοντά:
υπερφυσική κατοχή → κλοπή → πολιτιστικός ήρωας → φωτιά → άνθρωποι.
Αυστραλιανές παραδόσεις
Παρόμοιες ιστορίες έχουν καταγραφεί και στην Αυστραλία, όπου η φωτιά μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή συγκεκριμένων όντων ή προσώπων και να αποκτάται από έναν ήρωα ή ζώο. Οι παλαιότερες συγκριτικές συλλογές μυθολογικού υλικού είχαν ήδη επισημάνει την εξαιρετικά ευρεία γεωγραφική διασπορά του θέματος.
Το γεγονός αυτό είναι κρίσιμο. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε όλες αυτές τις παραδόσεις ως απογόνους ενός υποθετικού πρωτοϊνδοευρωπαϊκού μύθου.
6. Το πρόβλημα της πολυγένεσης
Η παρουσία του ίδιου μοτίβου σε μη συγγενείς πολιτισμούς οδηγεί σε μια δεύτερη ερμηνευτική δυνατότητα: την πολυγένεση, δηλαδή την ανεξάρτητη δημιουργία παρόμοιων μύθων.
Η φωτιά αποτελεί ιδανικό αντικείμενο για μια τέτοια διαδικασία.
Για τον προϊστορικό άνθρωπο η φωτιά έχει μια σχεδόν διπλή φύση. Από τη μία πλευρά είναι απολύτως αναγκαία για θερμότητα, φωτισμό, μαγείρεμα, προστασία και τεχνολογία. Από την άλλη, η φυσική της εμφάνιση —κεραυνός, πυρκαγιά, ηφαιστειακή δραστηριότητα— και η δυνατότητα τεχνητής παραγωγής της θα μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν μυθολογικό χαρακτήρα.
Επιπλέον, η φωτιά δεν είναι απλώς ένα αγαθό που χρησιμοποιείται. Είναι τεχνική γνώση.
Όποιος γνωρίζει πώς να παράγει φωτιά κατέχει μια γνώση που μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους. Επομένως η ερώτηση: «πώς απέκτησαν οι άνθρωποι τη φωτιά;» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε: «ποιος μας την έδωσε;» και, σε ένα μυθολογικό σύστημα όπου τα θεϊκά όντα κατέχουν τα μεγάλα αγαθά: «Ποιος την πήρε από τους θεούς;»
Η μετάβαση από το «διδάσκω την παραγωγή φωτιάς» στο «κλέβω τη φωτιά» είναι επομένως αφηγηματικά φυσική.
Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του μοτίβου σε δύο πολιτισμούς δεν αρκεί για να αποδείξει κοινή καταγωγή.
Η συγκριτική μέθοδος πρέπει να εξετάζει:
- πόσα στοιχεία συμπίπτουν,
- πόσο ειδικά είναι αυτά τα στοιχεία,
- αν υπάρχει γλωσσική αντιστοιχία,
- αν υπάρχει κοινό τελετουργικό υπόβαθρο,
- αν υπάρχουν ενδιάμεσες ιστορικές οδοί μετάδοσης,
- και αν το μοτίβο μπορεί να προκύψει φυσικά από την κοινή ανθρώπινη εμπειρία.
7. Το κρίσιμο ζήτημα: κοινή ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά ή ανεξάρτητη δημιουργία;
Η απάντηση δεν είναι διχοτομική.
Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στις δύο ακραίες προτάσεις ότι «Όλοι οι μύθοι της κλοπής της φωτιάς προέρχονται από έναν κοινό ινδοευρωπαϊκό πρόγονο» και ότι «Καμία σχέση δεν υπάρχει ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Mātariśvan.»
Μια περισσότερο οικονομική εξήγηση είναι ότι υπάρχουν δύο επίπεδα παράδοσης.
Πρώτο επίπεδο: το γενικό ανθρώπινο μοτίβο
Το σχήμα: υπερφυσικός κάτοχος της φωτιάς → ήρωας την αποκτά → άνθρωποι λαμβάνουν τη φωτιά μπορεί να έχει δημιουργηθεί ανεξάρτητα σε πολλές κοινωνίες.
Δεν απαιτεί κοινή γλωσσική ή πολιτισμική καταγωγή.
Δεύτερο επίπεδο: το ειδικό ινδοευρωπαϊκό σύμπλεγμα
Η σύγκριση Προμηθέα–Mātariśvan είναι διαφορετική επειδή περιλαμβάνει περισσότερα ειδικά στοιχεία:
- κρυμμένη ή απομακρυσμένη θεϊκή φωτιά,
- ανάκτηση ή κλοπή της,
- μεταφορά της προς τον κόσμο των ανθρώπων,
- σύνδεση με τεχνική/τελετουργική χρήση,
- ειδικό λεξιλογικό πεδίο γύρω από το math₂-,
- και αντίστοιχο ρόλο του ήρωα ως μεσολαβητή μεταξύ θεών και ανθρώπων.
Η έρευνα παρουσιάζει ακριβώς αυτή τη σύγκριση και χαρακτηρίζει τον Mātariśvan βεδικό αντίστοιχο του Προμηθέα σε σχέση με την κλοπή και το άναμμα της φωτιάς.
8. Ποιος είναι λοιπόν ο αρχαιότερος Προμηθέας;
Η ερώτηση χρειάζεται ιδιαίτερη ακρίβεια.
Αν εννοούμε: «Ποια είναι η αρχαιότερη καταγεγραμμένη παράδοση που γνωρίζουμε και μοιάζει με τον Προμηθέα», τότε η βεδική παράδοση του Mātariśvan αποτελεί πολύ ισχυρό υποψήφιο και προηγείται χρονικά της σωζόμενης ησιόδειας καταγραφής. Η Rigveda ανάγεται ως ποιητικό σώμα στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.κ.χ., ενώ η ησιόδεια παράδοση τοποθετείται περίπου επτά αιώνες αργότερα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Mātariśvan είναι ο «πρώτος Προμηθέας» στην ανθρώπινη ιστορία.
Η Rigveda δεν είναι η αρχή της βεδικής μυθολογίας. Είναι η παλαιότερη μεγάλη γραπτή μαρτυρία μιας πολύ παλαιότερης προφορικής ποιητικής παράδοσης. Η ίδια η έρευνα για τη χρονολόγησή της υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη δυσκολία.
Αντίστοιχα, ο Ησίοδος δεν δημιούργησε τον Προμηθέα. Κατέγραψε και ποιητικά επεξεργάστηκε ήδη υπάρχουσα ελληνική παράδοση.
Επομένως πρέπει να διακρίνουμε: αρχαιότερη καταγεγραμμένη μαρτυρία ≠ αρχαιότερη προφορική παράδοση ≠ αρχαιότερη δημιουργία του μύθου.
Αυτό είναι θεμελιώδες για κάθε επιστημονική συζήτηση περί «προέλευσης» ενός μύθου.
9. Μπορούμε να ανασυνθέσουμε έναν «Πρωτο-Προμηθέα»;
Η συγκριτική ινδοευρωπαϊκή μυθολογία επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ανασύνθεση παλαιότερων μυθολογικών σχημάτων. Δεν ανασυνθέτει όμως ένα ιστορικό κείμενο.
Εάν οι αντιστοιχίες μεταξύ Προμηθέα και Mātariśvan είναι πράγματι κληρονομημένες, τότε μπορούμε υποθετικά να ανασυστήσουμε έναν προγενέστερο μυθολογικό τύπο περίπου ως εξής:
Ένα υπεράνθρωπο ον αποκτά ή αρπάζει κρυμμένη θεϊκή φωτιά και τη μεταφέρει προς τον κόσμο των ανθρώπων, καθιστώντας δυνατή τη χρήση της σε τελετουργία και τεχνική.
Δεν μπορούμε όμως να ανασυστήσουμε με ασφάλεια:
- το ακριβές όνομα του ήρωα,
- την ακριβή μορφή του θεού που κατείχε τη φωτιά,
- την ακριβή αφήγηση,
- ούτε το αν η πράξη ήταν αρχικά «κλοπή», «ανάκτηση», «μεταφορά» ή «άναμμα».
Επομένως η έννοια ενός «Πρωτο-Προμηθέα» είναι χρήσιμη ως συμβατική ονομασία μιας ανασυντιθέμενης μυθολογικής δομής, όχι ως όνομα ενός ιστορικά αποδεδειγμένου θεού.
10. Η περίπτωση του Māui: ανεξάρτητη δημιουργία ή αρχαία διάχυση;
Ο Māui είναι ιδιαίτερα χρήσιμος επειδή η παράδοση έχει μεγάλη εσωτερική διάδοση στην Πολυνησία. Οι διάφορες παραλλαγές της ιστορίας δείχνουν ότι ο μύθος δεν είναι ένα ενιαίο, απαράλλακτο κείμενο αλλά ένα σύνολο τοπικών αφηγήσεων που έχουν κοινό πυρήνα. Η μελέτη των ανατολικοπολυνησιακών παραλλαγών καταλήγει ότι η παρουσία του Māui σε μεγάλο μέρος αυτών των παραδόσεων υποδεικνύει κοινή πολυνησιακή προέλευση της συγκεκριμένης παράδοσης.
Αυτό όμως αποτελεί διαφορετικό είδος κοινής καταγωγής από εκείνο που εξετάζεται στην περίπτωση Προμηθέα–Mātariśvan.
Στην Πολυνησία μπορούμε να μιλήσουμε για κοινή πολυνησιακή παράδοση, επειδή υπάρχει γνωστή ιστορική και γλωσσική συγγένεια των κοινωνιών που τη διατηρούν.
Δεν μπορούμε όμως να μεταφέρουμε αυτόματα την ίδια εξήγηση στον ελληνικό και στον πολυνησιακό κόσμο.
Η ομοιότητα Προμηθεύς — Māui, μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανεξάρτητης μυθοπλαστικής δημιουργίας πάνω σε κοινό ανθρώπινο πρόβλημα.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ομοιότητας. Αντιθέτως, την καθιστά ανθρωπολογικά ενδιαφέρουσα.
11. Ο πολιτιστικός ήρωας ως παγκόσμια μυθολογική κατηγορία
Ο Προμηθεύς δεν είναι μοναδικός ως προς τη βασική λειτουργία του. Σε πολλές μυθολογίες υπάρχει ο τύπος του πολιτιστικού ήρωα: μιας μορφής που μεταφέρει στην ανθρωπότητα στοιχεία τα οποία καθιστούν δυνατή την οργανωμένη ανθρώπινη ζωή.
Το αγαθό αυτό μπορεί να είναι:
- η φωτιά,
- η γεωργία,
- το κυνήγι,
- η τεχνική,
- η μεταλλουργία,
- η γνώση,
- η γραφή,
- οι νόμοι,
- ή ακόμη και συγκεκριμένες τελετουργικές πρακτικές.
Στον Ησίοδο η κλοπή της φωτιάς προκαλεί θεϊκή τιμωρία. Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», η φωτιά γίνεται η απαρχή μιας σειράς τεχνῶν και ο Προμηθεύς αποκτά πολύ εντονότερα τον χαρακτήρα του υπερασπιστή των ανθρώπων.
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσιωδέστερη ιδιαιτερότητα της ελληνικής επεξεργασίας.
Ο μύθος δεν απαντά απλώς στην ερώτηση: «Πώς απέκτησε ο άνθρωπος τη φωτιά;»
Αλλά μετατρέπεται σε βαθύτερη ερώτηση: «Ποιο είναι το τίμημα της ανθρώπινης τεχνολογικής δύναμης;»
12. Φωτιά και τεχνολογία
Η σύνδεση της φωτιάς με την τεχνολογία δεν είναι αυθαίρετη προσθήκη μεταγενέστερων ερμηνευτών. Είναι ήδη ενσωματωμένη στην αισχύλεια διαμόρφωση του μύθου.
Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», η φωτιά παρουσιάζεται ως θεμελιώδης πόρος για την ανάπτυξη των τεχνών. Η γνώση της φωτιάς δεν είναι επομένως απλώς γνώση ενός φυσικού φαινομένου· αποτελεί προϋπόθεση της ανθρώπινης τεχνολογίας.
Έτσι ο Προμηθεύς γίνεται κάτι περισσότερο από «θεός της φωτιάς».
Γίνεται μυθολογική προσωποποίηση της μεταφοράς τεχνικής δυνατότητας από το θείο στο ανθρώπινο επίπεδο.
Αυτή η ιδέα εξηγεί γιατί ο Προμηθεύς απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή σκέψη. Η μυθολογική φωτιά έγινε σύμβολο της γνώσης, της τεχνικής, της δημιουργικότητας και, ταυτόχρονα, της δυνατότητας η ίδια τεχνολογική δύναμη να υπερβεί τα όρια που θεωρούνταν επιτρεπτά.
Ωστόσο, αυτή η νεότερη συμβολική ανάγνωση δεν πρέπει να αναδρομολογείται αυτούσια στον αρχαιότερο μύθο. Ο ησιόδειος Προμηθεύς δεν είναι απλώς ο νεότερος «επαναστάτης της γνώσης». Το νόημα της μορφής του μεταβάλλεται σημαντικά από τον Ησίοδο στον Αισχύλο και κατόπιν στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα.
13. Τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να αποδείξουμε
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένα συμπεράσματα διαφορετικού βαθμού βεβαιότητας.
Πρώτον
Μπορούμε να τεκμηριώσουμε ότι το μοτίβο της απόκτησης ή κλοπής της φωτιάς είναι εξαιρετικά ευρέως διαδεδομένο και δεν περιορίζεται στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Πολυνησιακές και βορειοαμερικανικές παραδόσεις παρέχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Δεύτερον
Μπορούμε να τεκμηριώσουμε μια ιδιαίτερα στενή σύγκριση μεταξύ Προμηθέα και Mātariśvan, η οποία δεν στηρίζεται μόνο στο κοινό θέμα της φωτιάς αλλά και σε συγκεκριμένες λεξιλογικές και αφηγηματικές αντιστοιχίες.
Τρίτον
Η βεδική γραπτή παράδοση που περιλαμβάνει τον Mātariśvan είναι αρχαιότερη από τις σωζόμενες ησιόδειες καταγραφές του Προμηθέα. Η Rigveda, όμως, είναι προϊόν μακράς προφορικής παράδοσης, επομένως η χρονολογική προτεραιότητα της σωζόμενης γραπτής μαρτυρίας δεν αποδεικνύει ότι ο ινδικός μύθος «προηγήθηκε» ιστορικά της ελληνικής παράδοσης.
Τέταρτον
Δεν διαθέτουμε άμεση μαρτυρία ενός συγκεκριμένου «πρωτοϊνδοευρωπαϊκού μύθου του Προμηθέα». Η ανασύνθεση ενός τέτοιου μυθολογικού προτύπου είναι υπόθεση συγκριτικής μυθολογίας.
Πέμπτον
Η ύπαρξη αντίστοιχων μη ινδοευρωπαϊκών μύθων καθιστά εξαιρετικά απίθανο να εξηγηθεί ολόκληρο το παγκόσμιο μοτίβο ως αποτέλεσμα μίας μόνο ινδοευρωπαϊκής παράδοσης.
14. Συμπέρασμα
Το ερώτημα «από πού προέρχεται ο μύθος του Προμηθέα;» δεν έχει μία απλή απάντηση, επειδή στην πραγματικότητα περιλαμβάνει περισσότερα από ένα μυθολογικά επίπεδα.
Το γενικό μοτίβο του ανθρώπου που αποκτά τη φωτιά από έναν υπερφυσικό κάτοχο είναι τόσο ευρέως διαδεδομένο, ώστε η ανεξάρτητη δημιουργία του σε διαφορετικούς πολιτισμούς αποτελεί σοβαρή και εύλογη υπόθεση. Η φωτιά είναι παγκόσμιο ανθρώπινο αγαθό, η τεχνογνωσία της έχει θεμελιώδη σημασία και η απόκτησή της μπορεί φυσικά να μετατραπεί σε αφήγηση κλοπής, δώρου, αποκάλυψης ή θεϊκής παραχώρησης. Η παρουσία του ίδιου μοτίβου σε κοινωνίες χωρίς ινδοευρωπαϊκή συγγένεια αποτελεί ισχυρό επιχείρημα εναντίον μιας καθολικής ινδοευρωπαϊκής εξήγησης.
Από την άλλη πλευρά, η σχέση Προμηθέα–Mātariśvan παρουσιάζει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν την απλή σύμπτωση ενός κοινού θέματος. Η βεδική παράδοση περιγράφει τον Mātariśvan ως φορέα της κρυμμένης φωτιάς, χρησιμοποιεί το math- σε συμφραζόμενα κλοπής και συνδέει την πράξη του με το άναμμα και τη μεταφορά του Agni. Η πιθανή ετυμολογική σχέση της ίδιας ρίζας με το όνομα Προμηθεύς προσθέτει ένα γλωσσικό τεκμήριο που δεν υπάρχει στις απλές συγκρίσεις με τον Māui ή το Κοράκι.
Επομένως η πιο συνετή ανασύνθεση είναι η εξής:
Το γενικό αρχέτυπο της απόκτησης της φωτιάς μπορεί να είναι πανανθρώπινο και πολυγενετικό· η ειδικότερη συγγένεια Προμηθέα και Mātariśvan, όμως, μπορεί να αντανακλά κοινή ινδοευρωπαϊκή μυθολογική κληρονομιά.
Αυτές οι δύο προτάσεις δεν αλληλοαναιρούνται.
Αντίθετα, εξηγούν γιατί ο ίδιος βασικός μύθος μπορεί να εμφανίζεται σε τόσο διαφορετικές περιοχές του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα ο ελληνικός και ο ινδικός μύθος παρουσιάζουν ασυνήθιστα στενή συγγένεια.
Και το σημαντικότερο, δεν μπορούμε να ονομάσουμε με βεβαιότητα «τον αρχαιότερο μύθο της κλοπής της φωτιάς», διότι η γραφή εμφανίζεται πολύ αργότερα από την ίδια τη χρήση της φωτιάς και από την προφορική δημιουργία των μυθολογιών. Αυτό που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι η αρχαιότερη σωζόμενη μαρτυρία ενός συγκεκριμένου μυθολογικού τύπου. Από αυτή την άποψη, η βεδική παράδοση του Mātariśvan αποτελεί σήμερα μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες συγκριτικές μαρτυρίες για το μυθολογικό σύμπλεγμα που στην ελληνική παράδοση ενσαρκώνεται στον Προμηθέα.
Η επιστημονικά ασφαλέστερη διατύπωση, συνεπώς, δεν είναι ότι «ο Προμηθέας προήλθε από την Ινδία», ούτε ότι «όλοι οι λαοί ανεξάρτητα επινόησαν τον ίδιο μύθο». Είναι ότι ένα γενικό ανθρώπινο μυθολογικό μοτίβο φαίνεται να έχει αναπτυχθεί σε πολλούς πολιτισμούς, ενώ μέσα στην ινδοευρωπαϊκή παράδοση διακρίνεται ένα ειδικότερο και γλωσσικά υποστηριζόμενο σύμπλεγμα, στο οποίο ο ελληνικός Προμηθεύς και ο βεδικός Mātariśvan φαίνεται να διατηρούν κοινά κληρονομημένα χαρακτηριστικά.
Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού Προμηθέα και η επίδρασή του στη δυτική σκέψη και τον πολιτισμό
Παρότι το μοτίβο της απόκτησης της φωτιάς απαντά σε διαφορετικές μυθολογικές παραδόσεις, ο ελληνικός μύθος του Προμηθέα απέκτησε μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της δυτικής σκέψης, επειδή συνέδεσε την προσφορά της φωτιάς με την ανθρώπινη γνώση, την τεχνική δημιουργία, την πολιτισμική πρόοδο και τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και τη θεϊκή εξουσία. Στην Θεογονία και τα Έργα και Ημέραι του Ησιόδου, η πράξη του Προμηθέα εντάσσεται στη σύνθετη σχέση θεών και ανθρώπων, στην ανταγωνιστική αντιπαράθεσή του με τον Δία και στις συνέπειες που αυτή επιφέρει στην ανθρώπινη μοίρα. Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα (320c–322d), αντίστοιχα, η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις παρουσιάζονται ως ουσιώδη μέσα για την επιβίωση του ανθρώπου, χωρίς όμως να αρκούν από μόνες τους για τη συγκρότηση οργανωμένης πολιτικής κοινωνίας. Έτσι, ο μύθος προσφέρεται ήδη από την αρχαιότητα για στοχασμό πάνω στα όρια της τεχνολογικής ισχύος και στις προϋποθέσεις του πολιτισμού. Η μεταγενέστερη ευρωπαϊκή πρόσληψή του ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη συμβολική του δυναμική: από την αναγεννησιακή και νεότερη εικαστική παράδοση έως τον ρομαντισμό, ο Προμηθέας μετατράπηκε σε μορφή που εκφράζει την πνευματική ανεξαρτησία, την αντίσταση στην αυθαίρετη εξουσία και την αξίωση του ανθρώπου να διαμορφώνει ο ίδιος την τύχη του. Ενδεικτικά, ο Γκαίτε τον παρουσίασε ως σύμβολο δημιουργικής αυτονομίας στο ποίημα Prometheus, ενώ ο Πέρσι Μπυς Σέλλεϋ, στο Prometheus Unbound (1820), αναδιαμόρφωσε τον μύθο σε δράμα απελευθέρωσης από την τυραννία. Ακόμη και ο υπότιτλος του μυθιστορήματος της Μαίρη Σέλλεϋ Frankenstein; or, The Modern Prometheus (1818) φανερώνει πόσο πρόσφορη παρέμεινε η προμηθεϊκή μορφή για τον προβληματισμό γύρω από τις δυνατότητες και τους κινδύνους της ανθρώπινης δημιουργίας. Η επιρροή αυτή δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός μύθος υπήρξε η μοναδική πηγή των νεότερων ιδεών περί προόδου ούτε ότι όλες οι μεταγενέστερες ερμηνείες συμφωνούν μεταξύ τους. Σημαίνει, όμως, ότι η ελληνική παράδοση διαμόρφωσε ένα εξαιρετικά γόνιμο συμβολικό σχήμα, μέσα από το οποίο η δυτική γραμματεία και φιλοσοφία επανεξέτασαν επανειλημμένα τη σχέση γνώσης, εξουσίας, ελευθερίας και ευθύνης. Επομένως, η ιδιαιτερότητα του Προμηθέα δεν έγκειται απλώς στο ότι φέρνει τη φωτιά στους ανθρώπους, αλλά στο ότι η πράξη αυτή κατέστη διαχρονικό πεδίο στοχασμού για το τίμημα του πολιτισμού και για τα όρια της ανθρώπινης αυτονόμησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου