Στα λόγια αυτά του Επίκτητου κρύβεται ένα από τα βαθύτερα παράδοξα της ανθρώπινης ύπαρξης: ο άνθρωπος δεν φυλακίζεται από την άγνοιά του, αλλά από την ψευδαίσθηση πως έχει ήδη υπερβεί τα όριά της. Εκείνος που αγνοεί, διατηρεί ακόμη μέσα του ένα άνοιγμα προς το άγνωστο, εκείνος όμως που πιστεύει πως γνωρίζει, υψώνει γύρω από τον νου του τείχη αόρατα, σφραγίζοντας τις πύλες από τις οποίες θα μπορούσε να εισέλθει το φως της αληθινής κατανόησης. Διότι η γνώση δεν αποκαλύπτεται σε εκείνον που απαιτεί να επιβεβαιωθεί, αλλά σε εκείνον που τολμά να αμφισβητήσει ακόμη και όσα θεωρεί ιερά μέσα στη συνείδησή του.
Ο νους, όταν προσκολλάται στις βεβαιότητές του, μοιάζει με δοχείο ήδη γεμάτο, ανίκανο να δεχθεί το νερό μιας βαθύτερης αλήθειας. Η ψυχή, όμως, που επιθυμεί να γνωρίσει, οφείλει πρώτα να αδειάσει, να απογυμνωθεί από τις έννοιες που κληρονόμησε, από τις πεποιθήσεις που θεώρησε δικές της, από τις απαντήσεις που κάποτε την καθησύχασαν και ύστερα έγιναν τα δεσμά της. Αυτή είναι η πρώτη μυσταγωγία της σοφίας: όχι η συσσώρευση γνώσεων, αλλά η εσωτερική αποδέσμευση από την ανάγκη να κατέχουμε την αλήθεια. Διότι η αλήθεια δεν είναι κτήμα του ανθρώπου, είναι ένας απέραντος ορίζοντας, προς τον οποίο εκείνος πορεύεται χωρίς ποτέ να μπορεί να τον περικλείσει.
Και εδώ γεννιέται το μεγάλο μυστήριο: όσο περισσότερο γνωρίζει κανείς, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί πόσα παραμένουν άγνωστα. Κάθε αποκάλυψη δεν κλείνει απλώς ένα ερώτημα, γεννά χίλια άλλα, ανοίγοντας περάσματα προς περιοχές της ύπαρξης που προηγουμένως ούτε καν υποψιαζόταν. Η γνώση δεν είναι μια κορυφή που κατακτάται και από την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ατενίσει ολόκληρο το σύμπαν. Είναι μια ατέρμονη ανάβαση, όπου κάθε νέο ύψος φανερώνει την έκταση των βουνών που ακόμη ορθώνονται πέρα από τον ορίζοντα. Εκείνος που βρίσκεται στους πρόποδες βλέπει μονάχα το μονοπάτι του και ίσως πιστεύει πως αυτό είναι ολόκληρος ο κόσμος. Εκείνος που ανεβαίνει, όμως, αντικρίζει διαδοχικά νέους ορίζοντες και κατανοεί πως κάθε κορυφή είναι η αρχή μιας άλλης ανάβασης.
Έτσι, όσο βαθύτερα εισχωρεί ο άνθρωπος στα μυστήρια της φύσης, της συνείδησης και της ίδιας του της ύπαρξης, τόσο λιγότερο μπορεί να ισχυριστεί πως γνωρίζει. Όχι επειδή η γνώση του λιγοστεύει, αλλά επειδή διευρύνεται η επίγνωσή του για το άγνωστο. Η άγνοια του αμαθούς είναι συχνά αθέατη στον ίδιο, η άγνοια του σοφού, αντίθετα, γίνεται ένας ολόκληρος ουρανός που απλώνεται μπροστά του. Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως κάθε απάντηση είναι ένα κλειδί, όχι για να κλειδώσει το μυστήριο, αλλά για να ανοίξει μια ακόμη θύρα προς αυτό.
Η ίδια η γνώση μοιάζει με μια αθάνατη και αθέατη θάλασσα, της οποίας η επιφάνεια μόλις και μετά βίας αγγίζεται από τον ανθρώπινο νου. Όσα γνωρίζουμε είναι σαν σταγόνες που αναδύονται από τα βάθη της, ενώ όσα αγνοούμε απλώνονται πέρα από κάθε μέτρηση, πέρα από κάθε εποχή, πέρα από τη σύντομη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής. Και ίσως αυτό να είναι το πιο απόκρυφο χαρακτηριστικό της: η γνώση δεν εξαντλείται, διότι δεν αποτελεί ένα πεπερασμένο σύνολο πληροφοριών που περιμένει να κατακτηθεί, αλλά μια αδιάκοπη αποκάλυψη του απείρου μέσα από το πεπερασμένο. Κάθε πολιτισμός, κάθε διδασκαλία, κάθε μύστης και κάθε φιλόσοφος αγγίζει ένα μικρό μέρος αυτού του απέραντου πέπλου, χωρίς να μπορεί να το σηκώσει ολόκληρο. Και κάθε γενιά, πιστεύοντας συχνά πως πλησιάζει στην τελική απάντηση, ανακαλύπτει πως το ερώτημα έχει βαθύτερες ρίζες από όσες φανταζόταν.
Στην ερμητική παράδοση, η αληθινή μύηση δεν θα μπορούσε να είναι η απόκτηση μιας οριστικής εξήγησης για το σύμπαν, αλλά η σταδιακή μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου που αναζητά. Διότι δεν αρκεί να κοιτάζεις το μυστήριο, πρέπει να αλλάξεις εσωτερικά για να μπορέσεις να διακρίνεις τις λεπτότερες αποχρώσεις του. Ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του παντογνώστη παραμένει δεμένος στην εξωτερική μορφή των πραγμάτων. Εκείνος που αποδέχεται το άγνωστο αρχίζει να ακούει τη σιωπή πίσω από τις λέξεις, να διακρίνει το αόρατο πίσω από το ορατό και να υποψιάζεται πως κάθε φαινόμενο είναι μονάχα το πέπλο μιας βαθύτερης πραγματικότητας. Η μύηση, λοιπόν, δεν είναι το τέλος της αναζήτησης, είναι η στιγμή κατά την οποία ο αναζητητής κατανοεί πως η αναζήτηση δεν έχει τέλος.
Ίσως γι’ αυτό η αληθινή σοφία να μοιάζει περισσότερο με σιωπή παρά με λόγο. Όσο ο άνθρωπος γνωρίζει επιφανειακά, τόσο επιθυμεί να μιλήσει, να ορίσει, να ταξινομήσει και να κρίνει. Όταν όμως αρχίζει να διεισδύει στα βαθύτερα στρώματα της πραγματικότητας, οι λέξεις του γίνονται προσεκτικότερες και οι βεβαιότητές του λιγότερες. Δεν σπεύδει πλέον να κλείσει κάθε ερώτημα μέσα σε έναν ορισμό, επειδή αντιλαμβάνεται πως ο ορισμός είναι ένα όριο, ενώ το μυστήριο δεν υπακούει σε όρια. Μαθαίνει να στέκεται μπροστά σε όσα δεν κατανοεί χωρίς φόβο, χωρίς αλαζονεία, χωρίς την ανάγκη να μετατρέψει το άγνωστο σε κάτι οικείο μόνο και μόνο για να αισθανθεί ασφαλής.
Και τότε αποκαλύπτεται η βαθύτερη σημασία των λόγων του Επίκτητου: ο μεγαλύτερος εχθρός της γνώσης δεν είναι η άγνοια, αλλά η αλαζονεία εκείνου που αρνείται να παραδεχθεί ότι αγνοεί. Διότι όποιος πιστεύει πως ήδη γνωρίζει, παύει να αναζητά, κι όποιος παύει να αναζητά, αρχίζει να πεθαίνει πνευματικά πολύ πριν από τον θάνατο του σώματός του. Αντίθετα, εκείνος που διατηρεί μέσα του το ιερό κενό της απορίας παραμένει ζωντανός, δεκτικός, ανοιχτός στη διαρκή μεταμόρφωση. Δεν φοβάται να αναθεωρήσει, να γκρεμίσει όσα έχτισε μέσα στον νου του ή να αντικρίσει την πιθανότητα πως ακόμη και οι βαθύτερες πεποιθήσεις του αποτελούν μονάχα προσωρινές προσεγγίσεις μιας αλήθειας πολύ μεγαλύτερης από τον ίδιο.
Ίσως, τελικά, η σοφία να μην είναι να φτάσεις στο σημείο όπου δεν έχεις πια τίποτα να μάθεις, αλλά να φτάσεις στο σημείο όπου κατανοείς πως δεν θα υπάρξει ποτέ στιγμή κατά την οποία το άπειρο θα χωρέσει ολόκληρο μέσα στο πεπερασμένο. Η γνώση είναι αθάνατη, επειδή υπερβαίνει τη διάρκεια κάθε ανθρώπινης ζωής, και αθέατη, επειδή πίσω από κάθε τι που αποκαλύπτεται εξακολουθεί να υπάρχει κάτι που δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του αναζητώντας το φως, χωρίς να αντικρίσει ποτέ την πλήρη πηγή του. Και όμως, μέσα σε αυτήν ακριβώς την ατέλειωτη πορεία βρίσκεται η ομορφιά της ύπαρξής του.
Και ίσως αυτή να είναι η ύψιστη ελευθερία του ανθρώπου: να μην επιθυμεί πλέον να γίνει κύριος της γνώσης, αλλά να γίνει άξιος μαθητής της. Να καταλάβει πως δεν βρίσκεται εδώ για να εξαντλήσει το μυστήριο του κόσμου, αλλά για να το προσεγγίζει με ταπεινότητα, επίγνωση και διαρκή θαυμασμό. Διότι τη στιγμή που θα πιστέψει πως έμαθε τα πάντα, θα έχει κλείσει την πόρτα στην ίδια τη σοφία. Ενώ τη στιγμή που θα παραδεχθεί πως όσα γνωρίζει είναι ελάχιστα μπροστά σε όσα υπάρχουν, τότε —και μόνο τότε— θα έχει κάνει το πρώτο αληθινό βήμα προς τη γνώση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου