Η ιστορική προέλευση της ορολογίας και ο αυτοπροσδιορισμός έναντι του ετεροπροσδιορισμού
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η αναβίωση της ελληνικής παράδοσης δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στην αναπαραγωγή αρχαίων τελετουργιών ούτε στην άκριτη αποδοχή κάθε πεποίθησης της αρχαιότητας. Οφείλει να αποτελεί συνειδητή και κριτική προσέγγιση μιας ιστορικής κληρονομιάς, με προσανατολισμό στο παρόν και στο μέλλον. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε όχι μόνο τι παραλαμβάνουμε από το παρελθόν, αλλά και με ποιους όρους επιλέγουμε να το περιγράψουμε και να αυτοπροσδιοριστούμε μέσα από αυτό.
Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: με ποια ιστορική και εννοιολογική βάση όσοι επιδιώκουν σήμερα να συνδεθούν με την προχριστιανική ελληνική θρησκευτική παράδοση αποκαλούνται —ή αυτοαποκαλούνται— «εθνικοί», «ειδωλολάτρες» ή «παγανιστές»; Πρόκειται για ονομασίες που εξέφραζαν τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι τη θρησκευτική τους ταυτότητα ή για όρους που διαμορφώθηκαν και απέκτησαν το σημερινό τους νόημα μέσα σε διαφορετικά ιστορικά και θρησκευτικά συμφραζόμενα;
Η εξέταση αυτών των όρων δεν αποτελεί απλώς φιλολογική λεπτομέρεια ούτε διαμάχη για τις λέξεις. Αφορά τη διάκριση ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό και στον χαρακτηρισμό που αποδίδει κάποιος άλλος, ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και στις μεταγενέστερες ερμηνείες της. Κυρίως, αφορά την ανάγκη να οικοδομηθεί κάθε σύγχρονη προσπάθεια επανελλήνισης πάνω σε σαφείς έννοιες, ιστορική γνώση και ελεύθερη συνείδηση, αντί να υιοθετούνται άκριτα ονομασίες που προέρχονται από παραδόσεις οι οποίες αντιμετώπισαν την αρχαία ελληνική παράδοση μέσα από το δικό τους δογματικό πλαίσιο.
Πρέπει να επισημανθεί ότι οι όροι «εθνικός», «ειδωλολάτρης», «παγανιστής» και άλλες παρόμοιες ονομασίες δεν αποτελούν αυτονόητους ή ιστορικά ακριβείς όρους αυτοπροσδιορισμού των αρχαίων Ελλήνων. Πρόκειται για ονομασίες που διαμορφώθηκαν μέσα σε συγκεκριμένα γλωσσικά, θρησκευτικά και ιστορικά συμφραζόμενα και χρησιμοποιήθηκαν, ιδίως από τη χριστιανική γραμματεία, για να διακρίνουν τους χριστιανούς από όσους εξακολουθούσαν να ακολουθούν τις προγενέστερες λατρευτικές παραδόσεις.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς λεξιλογικό. Αφορά το ποιος έχει την εξουσία να ορίζει την ταυτότητα μιας ιστορικής κοινότητας, με ποιους όρους την περιγράφει και ποια αξιολογική κρίση ενσωματώνεται στις ονομασίες που επιλέγει.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως «εθνικοί», «ειδωλολάτρες» ή «παγανιστές». Ονομάζονταν γενικά Έλληνες, είτε ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Ίωνες ή Δωριείς, και με βάση άλλες ονομασίες που αντιστοιχούσαν στις πολιτικές, τοπικές και πολιτισμικές τους ταυτότητες. Τιμούσαν τους θεούς, τελούσαν θυσίες και εορτές, διατηρούσαν τα πατροπαράδοτα ιερά και ακολουθούσαν τα λατρευτικά έθιμα των κοινοτήτων τους. Δεν χρειάζονταν έναν κοινό θρησκευτικό χαρακτηρισμό που να τους διαχωρίζει από τους χριστιανούς, διότι η συγκεκριμένη διάκριση δεν αποτελούσε στοιχείο της δικής τους αρχικής ταυτότητας.
Οφείλουμε λοιπόν σήμερα να διακρίνουμε τον ιστορικό αυτοπροσδιορισμό από τον ετεροπροσδιορισμό, την εξωτερική ονοματοδοσία και να εξετάζουμε κριτικά τους όρους που κληρονομήσαμε από θρησκευτικές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος.
1. Αυτοπροσδιορισμός και ετεροπροσδιορισμός
Στην εξέταση κάθε ιστορικής ταυτότητας είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τον αυτοπροσδιορισμό από τον ετεροπροσδιορισμό. Ο πρώτος αφορά το όνομα με το οποίο μια κοινότητα αντιλαμβάνεται και δηλώνει τον εαυτό της. Ο δεύτερος αφορά το όνομα που της αποδίδουν άλλοι, ενδεχομένως για να την ταξινομήσουν, να τη διαφοροποιήσουν ή να την υποτιμήσουν.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού γενικότερα και της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης ειδικότερα. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν συγκροτούσαν την ταυτότητά τους ως αντιδιαστολή προς τον χριστιανισμό - ο οποίος εμφανίστηκε πολλούς αιώνες αργότερα - ούτε προς κάποια άλλη ομάδα. Η ταυτότητά τους διαμορφωνόταν μέσα σε έναν κόσμο όπου η λατρεία των θεών, οι πολιτικές κοινότητες, οι εορτές, οι μύθοι, η φιλοσοφία, η ποίηση και οι κοινωνικές πρακτικές αποτελούσαν αλληλένδετες όψεις της ζωής.
Οι μεταγενέστερες χριστιανικές ονομασίες, αντίθετα, διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικού ανταγωνισμού, στο οποίο η διάκριση ανάμεσα στους πιστούς και στους «άπιστους» απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η παλαιότερη ελληνική και ρωμαϊκή θρησκευτική πολυμορφία άρχισε έτσι να περιγράφεται όλο και συχνότερα μέσα από μια ενιαία κατηγορία αντιπαράθεσης προς τον χριστιανισμό.
Η ιστορική προέλευση ενός όρου δεν καθορίζει από μόνη της όλες τις μεταγενέστερες χρήσεις του. Εντούτοις, κανένας όρος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος, όταν η ιστορία του αποκαλύπτει ότι γεννήθηκε ή καθιερώθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο θρησκευτικής αντιπαράθεσης.
2. Η σημασία του όρου «εθνικός» και η βιβλική διάκριση των «εθνών»
Ο όρος «εθνικός», όταν χρησιμοποιείται ως θρησκευτικός χαρακτηρισμός, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η ιστορία του συνδέεται με τη βιβλική χρήση της λέξης «ἔθνος» για την απόδοση μιας διάκρισης ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ και στους άλλους λαούς.
Στην εβραϊκή γλώσσα, η λέξη גּוֹי (goy) σημαίνει έθνος ή λαό, ενώ ο πληθυντικός גּוֹיִם (goyim) σημαίνει έθνη. Στα βιβλικά συμφραζόμενα, ιδίως όταν γίνεται αντιδιαστολή προς τον Ισραήλ, ο όρος αναφέρεται στους υπόλοιπους λαούς. Στην μεταφρασμένη στα ελληνικά βιβλική παράδοση, ο όρος «ἔθνη» χρησιμοποιήθηκε για να αποδώσει αυτή τη διάκριση. Αντίστοιχα, στα ελληνικά ο εβραϊκός αυτός όρος μεταφράστηκε ως «εθνικοί» με τον οποίο χαρακτηρίζονταν όλοι πλην των Εβραίων. Από το λατινικό gens/gentilis η αγγλόφωνη εκδοχή είναι «gentile». «Εθνικοί» λοιπόν ήταν για τους Εβραίους οι αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι.
Εδώ, ωστόσο, απαιτείται μία ουσιώδης γλωσσολογική διευκρίνιση: η ελληνική λέξη «ἔθνος» δεν προέρχεται φυσικά από την εβραϊκή αλλά την μεταφράζει. Είναι ελληνική λέξη με δική της ιστορία και ευρύτερες σημασίες. Εκείνο που συνδέεται με τη βιβλική και χριστιανική παράδοση είναι η ειδική χρήση της ως ονομασίας των μη Ιουδαίων.
Η Καινή Διαθήκη διατήρησε αυτή τη διάκριση. Ο Παύλος, για παράδειγμα, γράφει: «Ὑμῖν γὰρ λέγω τοῖς ἔθνεσιν» (Προς Ρωμαίους 11:13), δηλαδή απευθύνεται στους αποδέκτες του από τα έθνη. Η φράση «ἀπόστολος ἐθνῶν» περιγράφει την αποστολή του προς τους ξένους μη Ιουδαίους.
Η χρήση της λέξης «Έλληνες» και «εθνικοί» χρησιμοποιείται στα χριστιανικά κείμενα για να υποδηλώσει τους «ειδωλολάτρες» μη Ιουδαίους, και πλέον και τους μη χριστιανούς.
Επομένως, ο όρος «εθνικός», στη θρησκευτική του σημασία, συνδέεται με μια κατηγορία που αποκτά το νόημά της μέσα από τη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες.
Το ουσιαστικό επιχείρημα παραμένει ότι όταν κάποιος επιθυμεί να δηλώσει ότι ακολουθεί την ελληνική θρησκευτική παράδοση, δεν θα πρέπει να υιοθετήσει έναν χαρακτηρισμό που ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για να τον ετεροπροσδιορίσει και να τον κατατάξει στην κατηγορία των μη χριστιανών.
3. Πώς το όνομα «Έλλην» απέκτησε θρησκευτική σημασία στη χριστιανική γραμματεία
Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταβολή της σημασίας του ονόματος «Έλλην» κατά την ύστερη αρχαιότητα.
Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, η λέξη «Ἕλλην» αποτελούσε όνομα συλλογικής ταυτότητας, το οποίο μπορούσε να συνδέεται με την καταγωγή, τη γλώσσα, την παιδεία και την πολιτισμική παράδοση γενικά. Με την εξάπλωση του χριστιανισμού, το όνομα άρχισε να αποκτά και μια διαφορετική λειτουργία. Σε χριστιανικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, ο «Έλλην» υποδήλωνε τον άνθρωπο που ακολουθούσε τις παραδοσιακές ελληνορωμαϊκές λατρείες, σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανό. Η θρησκευτική αυτή χρήση έγινε ιδιαίτερα συνηθισμένη κατά τον τέταρτο αιώνα και εξής.
Η μεταβολή αυτή δεν ήταν απλώς μια αθώα αλλαγή λεξιλογίου. Συνέδεσε ένα ιστορικό όνομα συλλογικής ταυτότητας ενός λαού με μια θρησκευτική κατηγορία που οριζόταν πλέον σε αντιπαράθεση προς τη νέα χριστιανική πίστη. Έτσι, η λέξη «Έλλην» χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για να δηλώσει πολιτισμική ή εθνική ταυτότητα, αλλά και για να προσδιορίσει εκείνον που δεν είχε αποδεχθεί τον χριστιανισμό.
Η σύνδεση του ονόματος «Έλλην» με την παλαιά θρησκευτική παράδοση είχε ουσιαστικές συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά αντιμετωπίστηκε μέσα στο νέο θρησκευτικό περιβάλλον.
Είναι επομένως θεμιτό να επισημαίνουμε ότι η μετατροπή του ονόματος «Έλλην» σε θρησκευτικό διαχωριστικό όρο δεν προήλθε από μια αμετάβλητη αρχαία ελληνική παράδοση αυτοπροσδιορισμού. Διαμορφώθηκε μέσα από τις αντιπαραθέσεις και τις μεταβολές της ύστερης αρχαιότητας.
4. Ο όρος «Ειδωλολάτρης» αποτελεί μια αξιολογική κρίση, όχι ουδέτερη περιγραφή
Ο όρος «ειδωλολάτρης» παρουσιάζει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό ζήτημα. Η λέξη «εἰδωλολατρία» είναι ελληνικής γλωσσικής προέλευσης, σχηματισμένη από τις λέξεις «εἴδωλον» και «λατρεία». Δεν είναι, συνεπώς, ξένη λέξη που εισήχθη αυτούσια στην ελληνική γλώσσα.
Η σημασία της, όμως, όπως χρησιμοποιήθηκε στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία, δεν ήταν ουδέτερη. Ο όρος ενσωμάτωνε την κρίση ότι η λατρεία των θεών και των λατρευτικών εικόνων αποτελούσε πλάνη ή λατρεία ψευδών θεοτήτων.
Η διαφορά ανάμεσα στην περιγραφή και στην αξιολόγηση είναι ουσιώδης. Άλλο είναι να δηλώσει κανείς ότι μια κοινότητα τιμά τον Δία, την Αθηνά, τον Απόλλωνα και τους άλλους θεούς· άλλο να χαρακτηρίσει τη λατρεία της «ειδωλολατρία», αποδίδοντάς της εξαρχής αρνητική θεολογική σημασία.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονταν τη λατρεία τους μέσα από τη χριστιανική αντίθεση ανάμεσα στον έναν αληθινό Θεό και στα υποτιθέμενα ψευδή είδωλα. Τα λατρευτικά αγάλματα, τα ιερά και οι τελετουργίες τους εντάσσονταν σε ένα διαφορετικό θρησκευτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς μόνο με τους όρους των αντιπάλων του.
Η χρήση του όρου «ειδωλολάτρης» ως γενικής ονομασίας των αρχαίων Ελλήνων παραβλέπει αυτή τη διαφορά. Μετατρέπει μια θεολογική αξιολόγηση σε υποτιθέμενη ουδέτερη ιστορική περιγραφή.
Για τον λόγο αυτό, όταν επιδιώκουμε να περιγράψουμε με ακρίβεια την αρχαία λατρεία των ελληνικών θεών, είναι προτιμότερο να αναφερόμαστε στις συγκεκριμένες θεότητες, στις λατρευτικές πρακτικές και στις ιστορικές παραδόσεις της, αντί να υιοθετούμε άκριτα έναν χαρακτηρισμό που προϋποθέτει την αποδοχή μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής κρίσης.
5. «Παγανιστής»: η λατινική προέλευση και η ιστορική εξέλιξη
Η λέξη «παγανιστής» προέρχεται από το λατινικό paganus. Η λέξη συνδέεται με το pagus, πληθ. pagi, που ήταν πολιτικές διαιρέσεις της εποχής της αρχαίας ρωμαϊκής δημοκρατίας με έννοια περίπου όπως ο ελληνικός «δῆμος». Αργότερα σήμαινε αγροτική περιοχή, την περιοχή εκτός των μεγάλων πόλεων, ενώ το paganus μπορούσε επίσης να σημαίνει τον πολίτη που δεν είχε στρατιωτική ιδιότητα.
Κατά την ύστερη αρχαιότητα, ο όρος απέκτησε τη σημασία του μη χριστιανού, του «ειδωλολάτρη». Η ακριβής πορεία αυτής της σημασιολογικής μεταβολής δεν είναι απολύτως βέβαιη. Έχουν προταθεί διαφορετικές εξηγήσεις, μεταξύ των οποίων η επικρατέστερη είναι η χρήση του paganus με την έννοια του «άξεστου», του «απολίτιστου», του «χωριάτη», καθώς συνδέθηκε με την διατήρηση των παλαιότερων λατρευτικών πρακτικών σε απόμακρες αγροτικές περιοχές που δεν είχε ακόμη επιβληθεί η νέα θρησκεία. Ορισμένοι προτείνουν ότι σημαίνει τον άμαχο κατά την παραπάνω παλιά ρωμαϊκή έννοια, σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανό ως «στρατιώτη του Χριστού».
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για το παρόν επιχείρημα είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοαποκαλούνταν pagani. Η λέξη ανήκει στη λατινική γλωσσική παράδοση και η θρησκευτική της χρήση διαμορφώθηκε μέσα στο περιβάλλον της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητας.
Γιατί είναι ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΛΑΘΟΣ;
Ετεροπροσδιορισμός και Υποτίμηση
Όπως ανέφερα, δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος αυτοπροσδιορισμός. Κανένας αρχαίος Έλληνας, Ρωμαίος, Αιγύπτιος ή Κέλτης δεν αποκάλεσε ποτέ τον εαυτό του «παγανιστή». Οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν ότι είχαν τη δική τους, πατρώα θρησκεία (π.χ. στην αρχαία Ελλάδα μιλούσαν για «τα πάτρια»).
Ο «παγανιστής» είναι όρος των νικητών. Ο όρος επιβλήθηκε από την πλευρά των Χριστιανών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Όπως είδαμε, η λέξη παράγεται από το λατινικό pagus. Όταν ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε στις πόλεις, οι κάτοικοι της υπαίθρου (pagani) συνέχισαν να κρατούν τις παλιές λατρείες. Έτσι, το «παγανιστής» σήμαινε τον «χωριάτη» ή τον «απολίτιστο» που δεν είχε δεχτεί τη νέα θρησκεία.
Υποτιμητική χροιά: Στο χριστιανικό πλαίσιο, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να ομαδοποιήσει όλες τις άλλες λατρείες κάτω από έναν αρνητικό χαρακτηρισμό. («λατρεία ψεύτικων θεών», «ειδωλολατρία»)
Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται τόσο στην ακαδημαϊκή γραμματεία όσο και από ορισμένους σύγχρονους πιστούς ως αυτοπροσδιορισμός. Αυτό δεν αναιρεί την ιστορία του, ούτε ότι οφείλουν να τον υιοθετούν. Η επιλογή του πρέπει να είναι συνειδητή και όχι αποτέλεσμα της άκριτης αποδοχής μιας ιστορικά διαμορφωμένης εξωτερικής μομφής-ύβρεως.
Γιατί είναι ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΝΑΚΡΙΒΗΣ;
Τεχνητή ομογενοποίηση και γενική ομαδοποίηση διαφορετικών πολιτισμών: Χρησιμοποιώντας τη λέξη «παγανισμός», βάζουμε στο ίδιο καλάθι την εξαιρετικά φιλοσοφημένη και θεσμοθετημένη λατρεία της Κλασικής Αθήνας, την κρατική και πολιτική λατρεία της Ρώμης, τον Σαμανισμό της Σιβηρίας, τον Ανιμισμό των φυλών της Αφρικής και τις τελετουργίες των Βίκινγκς.
Αυτά τα συστήματα δεν είχαν ούτε κοινές αντιλήψεις, ούτε κοινή δομή. Το μόνο που τα «ένωνε» ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός ή Ισλάμ (δεν ήταν δηλαδή Αβρααμικές θρησκείες).
6. Η αρχαία ελληνική λατρεία δεν ήταν απλώς ένα σύστημα λατρευτικών πράξεων
Η προβληματική της ορολογίας γίνεται ακόμη σαφέστερη όταν εξετάσουμε το εύρος του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Η λατρεία των θεών δεν ήταν μια απομονωμένη δραστηριότητα, ανεξάρτητη από την υπόλοιπη κοινωνική και πνευματική ζωή. Συνδεόταν με τις εορτές των πόλεων, τους αθλητικούς αγώνες, τις θεατρικές παραστάσεις, την ποίηση, τη μυθολογία, τη φιλοσοφία, τις πολιτικές κοινότητες και τις αντιλήψεις περί ανθρώπου, φύσης και κόσμου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πίστευαν τα ίδια πράγματα ή ότι υπήρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ των φιλοσόφων, των ποιητών και των λατρευτικών παραδόσεων. Η ελληνική θρησκευτικότητα χαρακτηριζόταν από ποικιλία, τοπικές διαφοροποιήσεις και διαφωνίες ως προς τη φύση των θεών και τη σχέση τους με τον κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο είχε θέση ακόμη και η αθεΐα (π.χ. Ευήμερος) ή ο αγνωστικισμός (π.χ. Πρωταγόρας).
Η γενικευτική χρήση όρων όπως «ειδωλολατρία» και «παγανισμός» μπορεί να αποκρύψει αυτή την πολυμορφία, επειδή εντάσσει διαφορετικές παραδόσεις σε μία ευρεία κατηγορία που ορίστηκε σε αντιδιαστολή προς τον χριστιανισμό.
Επιπλέον, η ιστορική ελληνική ταυτότητα δεν περιοριζόταν στη θρησκεία. Η ελληνική γλώσσα, η παιδεία, η φιλοσοφία, η τέχνη και η πολιτική παράδοση μπορούσαν να διατηρούνται ή να μετασχηματίζονται ακόμη και όταν μεταβαλλόταν το θρησκευτικό περιβάλλον. Η σχέση μεταξύ ελληνικότητας και θρησκείας υπήρξε ιστορικά σύνθετη και δεν μπορεί να αναχθεί σε έναν μοναδικό χαρακτηρισμό.
7. Η πολιτική και θρησκευτική μεταβολή της ύστερης αρχαιότητας
Η ενίσχυση του χριστιανισμού και η σταδιακή μεταβολή της θρησκευτικής πολιτικής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των νέων διακρίσεων.
Καθώς η αυτοκρατορική εξουσία άρχισε να υποστηρίζει όλο και περισσότερο τον χριστιανισμό και, σταδιακά, να περιορίζει συγκεκριμένες παραδοσιακές λατρευτικές πρακτικές, οι παλαιότερες θρησκευτικές παραδόσεις αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο από ό,τι κατά τους προηγούμενους αιώνες.
Η μεταβολή αυτή δεν υπήρξε στιγμιαία ούτε εξελίχθηκε ομοιόμορφα σε όλες τις περιοχές. Περιλάμβανε νομοθετικές απαγορεύσεις, μεταβολές στη δημόσια λατρεία, συγκρούσεις, τοπικές αντιστάσεις και διαφορετικές μορφές προσαρμογής. Οι σχετικές διαδικασίες διήρκεσαν αιώνες. Ο χριστιανισμός δυσκολεύτηκε αλλά τελικά επικράτησε μετά από αλλεπάλληλες σκληρές απαγορευτικές νομοθεσίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η θρησκευτική κατηγοριοποίηση αποκτούσε αυξανόμενη σημασία. Ο χαρακτηρισμός κάποιου ως «Έλληνα» μπορούσε πλέον να υποδηλώνει όχι μόνο την πολιτισμική του ταυτότητα αλλά και τη διατήρηση της παραδοσιακής λατρείας. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας αντίληψης για το τι σήμαινε να είναι κάποιος χριστιανός και τι σήμαινε να παραμένει σταθερός στις παλαιότερες θρησκευτικές παραδόσεις.
Είναι, συνεπώς, ιστορικά βάσιμο να υποστηρίζεται ότι η χριστιανική γραμματεία και η μεταβαλλόμενη αυτοκρατορική πολιτική συνέβαλαν στην καθιέρωση κατηγοριών που αντιπαρέθεταν τον χριστιανό προς τον «Έλληνα», τον «εθνικό» ή τον «παγανιστή».
8. Είναι ο όρος «δωδεκαθεϊστής» αρχαίος;
Ο όρος «δωδεκαθεϊστής» χρειάζεται επίσης προσοχή. Η λατρεία των Δώδεκα Ολυμπίων αποτελεί αρχαία ελληνική πραγματικότητα και το σχήμα των Δώδεκα Θεών μαρτυρείται ήδη στην αρχαιότητα σε διαφορετικές εκδοχές.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον σύγχρονο όρο «δωδεκαθεϊστής» ως ενιαία ονομασία της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Η ύπαρξη ενός αρχαίου θρησκευτικού σχήματος δεν αποδεικνύει αυτομάτως την ύπαρξη ενός αντίστοιχου σύγχρονου ονοματικού προσδιορισμού.
Ομοίως, ο όρος «πολυθεϊσμός» είναι χρήσιμος για τη συγκριτική μελέτη των θρησκειών, αλλά αποτελεί αναλυτική κατηγορία που δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως η μοναδική ή επίσημη αυτοονομασία όλων των αρχαίων λατρειών.
Δεν είναι αναγκαίο να αποδώσουμε με βεβαιότητα τη δημιουργία του όρου «δωδεκαθεϊστής» σε συγκεκριμένους δυτικούς φιλολόγους του 16ου ή του 17ου αιώνα χωρίς ειδική τεκμηρίωση. Το ουσιώδες είναι ότι η σύγχρονη χρήση του όρου δεν πρέπει να συγχέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν και οργάνωναν τη θρησκευτική τους ζωή.
9. Πώς μπορούμε να ονομάζουμε σήμερα την αρχαία ελληνική θρησκευτική παράδοση;
Εάν επιδιώκουμε έναν σαφή και ιστορικά προσδιορισμένο όρο, μπορούμε να χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις «ελληνική πατρώα παράδοση» ή «λατρεία των ελληνικών θεών».
Για όσους επιθυμούν να δηλώσουν τη σύγχρονη θρησκευτική τους ταυτότητα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους, οι όροι «ελληνική πολυθεϊστική λατρεία», «ελληνική ολυμπιακή λατρεία». Η καταλληλότητα κάθε όρου εξαρτάται από το τι ακριβώς θέλει να δηλώσει ο ομιλητής.
Η έκφραση «Ολύμπια ή Ολυμπιακή λατρεία» μπορεί να είναι χρήσιμη όταν το επίκεντρο είναι η λατρεία των Ολυμπίων θεών. Δεν καλύπτει, όμως, αυτομάτως το σύνολο των αρχαίων ελληνικών λατρειών, οι οποίες περιλάμβαναν και θεότητες, ήρωες, τοπικές λατρευτικές παραδόσεις και τελετουργίες που δεν περιορίζονταν στο ολυμπιακό σχήμα.
Το όνομα «Έλληνας» παραμένει αρκετό και ικανό για να περιγράψει τα παραπάνω. Από την άλλη πλευρά, είναι το ιστορικό όνομα μιας ευρύτερης πολιτισμικής και εθνικής ταυτότητας. Δεν απαιτεί πρόσθετο θρησκευτικό προσδιορισμό για να είναι πλήρες. Όταν, όμως, θέλουμε να περιγράψουμε ειδικά μια θρησκευτική πεποίθηση, η χρήση ενός πρόσθετου όρου δεν είναι κατ' ανάγκην πλεονασμός· μπορεί να εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη περιγραφική ανάγκη. Βέβαια ο Έλληνας σήμερα στο νεοελληνικό κράτος ταυτίζεται κατά κύριο λόγο με τον «ορθόδοξο» χριστιανισμό και αυτό αποτελεί παράδοξο διότι στην χριστιανική παράδοση και ορολογία ο όρος «Έλληνας» διατηρεί την έννοια του «ειδωλολάτρη» χωρίς να έχει γίνει κάποια σχετική τροποποίηση ή ανασκευή. Οπότε υπάρχει τεράστια αντίφαση που προκαλεί σύγχυση με ευθύνη του ίδιου του χριστιανικού δόγματος.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να απαγορεύσουμε κάθε σύγχρονο θρησκευτικό όρο, αλλά να επιλέγουμε εκείνον που περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που πράγματι εννοούμε, χωρίς να υιοθετούμε άκριτα αξιολογικές κατηγορίες που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικό ιστορικό και θρησκευτικό πλαίσιο.
Συμπερασματικά, η ιστορία των όρων «εθνικός», «ειδωλολάτρης» και «παγανιστής» αποκαλύπτει ότι οι θρησκευτικές ονομασίες δεν είναι πάντοτε ουδέτερες. Μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα ταξινόμησης, διαφοροποίησης και, σε συγκεκριμένα ιστορικά περιβάλλοντα, απαξίωσης των θρησκευτικών παραδόσεων που βρίσκονται έξω από το κυρίαρχο σύστημα πίστης.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν με αυτές τις ονομασίες. Οι όροι απέκτησαν τη σημασία που γνωρίζουμε μέσα από μεταγενέστερες ιστορικές διαδικασίες, με ιδιαίτερα σημαντική τη συμβολή της χριστιανικής γραμματείας κατά την ύστερη αρχαιότητα με την επιβολή της ορολογίας του νικητή.
Αυτό σημαίνει, ότι κανείς δεν οφείλει να αποδέχεται ως αυτονόητη την ονομασία που του αποδίδει μια άλλη θρησκευτική ή ιδεολογική παράδοση.
Εάν κάποιος επιθυμεί να δηλώσει ότι ακολουθεί την ελληνική θρησκευτική παράδοση, έχει κάθε λόγο να επιλέξει έναν όρο που εκφράζει τις δικές του πεποιθήσεις και όχι απλώς τη θέση που του αποδίδει ένα εξωτερικό σύστημα κατηγοριοποίησης.
Η ελληνική πολιτισμική και θρησκευτική κληρονομιά δεν χρειάζεται να ορίζεται αποκλειστικά μέσα από τις αντιθέσεις που διαμόρφωσαν άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Μπορεί να μελετάται και να περιγράφεται με βάση τις δικές της ιστορικές πηγές, τη γλώσσα της, τις λατρευτικές πρακτικές της και τις φιλοσοφικές της παραδόσεις.
Το ουσιαστικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιον όρο χρησιμοποιούμε, αλλά εάν γνωρίζουμε την ιστορία του, εάν αντιλαμβανόμαστε τις σημασίες που μεταφέρει και εάν τον επιλέγουμε ελεύθερα, ως συνειδητή έκφραση της δικής μας ταυτότητας.
Η αναβίωση ως συνειδητή επανελλήνιση
Εάν επιδιώκουμε την αναβίωση της ελληνικής πνευματικής παράδοσης (βλέπε σχετικό άρθρο εδώ), οφείλουμε να αρχίσουμε από τα θεμέλια: από τη σαφή διάκριση των εννοιών, την ιστορική γνώση και τον συνειδητό αυτοπροσδιορισμό. Δεν είναι δυνατόν να επιχειρούμε να επανασυνδεθούμε με μια παράδοση αιώνων, υιοθετώντας άκριτα ονομασίες που διαμορφώθηκαν μέσα σε διαφορετικά θρησκευτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα, συχνά σε αντιπαράθεση προς αυτήν. Η επιλογή των όρων με τους οποίους ορίζουμε τον εαυτό μας δεν είναι μια ασήμαντη φιλολογική λεπτομέρεια· αποτελεί μέρος της ίδιας της πνευματικής θεμελίωσης του εγχειρήματος.
Όταν κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως «εθνικός» ή «παγανιστής», χωρίς να έχει εξετάσει κριτικά την ιστορική προέλευση και τη σημασιολογική διαδρομή αυτών των όρων, κινδυνεύει να αναπαράγει άκριτα τις κατηγορίες μέσα από τις οποίες άλλοι περιέγραψαν και αξιολόγησαν την παράδοση που επιθυμεί να μιλώντας έτσι για «επαναδιεκδίκηση» και «επανερμηνεία» δίνοντας στον όρο μια νέα, θετική έννοια παραβλέποντας την πραγματικότητα. Δεν αρκεί να απορρίπτουμε την εξωτερική επιβολή θρησκευτικών χαρακτηρισμών· χρειάζεται να γνωρίζουμε τι σημαίνουν οι λέξεις που επιλέγουμε και γιατί τις επιλέγουμε. Η συνειδητή αναβίωση προϋποθέτει συνειδητό αυτοπροσδιορισμό.
Διότι πώς είναι δυνατόν να θεμελιωθεί κάτι ορθό, εάν η ίδια η αφετηρία του παραμένει εννοιολογικά συγκεχυμένη; Πώς μπορούμε να μιλάμε για επανασύνδεση με την αρχαία ελληνική κληρονομιά, εάν δεν έχουμε προηγουμένως διακρίνει τον δικό μας αυτοπροσδιορισμό από τις ονομασίες που μας αποδόθηκαν από άλλους; Και πώς θα οικοδομήσουμε με συνέπεια μια νέα πορεία, εάν δεν έχουμε εξετάσει κριτικά ούτε τα στοιχειωδέστερα θεμέλιά της;
Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να κατανοήσουμε τι σημαίνει σήμερα αναβίωση της ελληνικής παράδοσης. Δεν πρόκειται για επιστροφή σε έναν εξιδανικευμένο αρχαίο κόσμο, ούτε για άκριτη αναπαραγωγή κάθε αρχαίας αντίληψης, συνήθειας ή δοξασίας. Η αρχαιότητα δεν αποτελεί ένα αδιαφοροποίητο σύνολο αληθειών που οφείλουμε να αποδεχθούμε στο σύνολό τους, ούτε η παρέλευση των αιώνων καθιστά αυτομάτως κάθε παλαιά πρακτική άξια επαναφοράς. Οι αρχαίοι Έλληνες, άλλωστε, δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο σώμα σκέψης· αμφισβητούσαν, αναθεωρούσαν, φιλοσοφούσαν και διαφωνούσαν μεταξύ τους.
Η ουσιαστική επανελλήνιση δεν επιδιώκει να αναστήσει αυτούσια την αρχαιότητα, σαν να μπορούσαμε να καταργήσουμε την ιστορική εξέλιξη και να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο που έχει παρέλθει. Επιδιώκει να ανακτήσει τη δημιουργική σχέση με την ελληνική κληρονομιά, να μελετήσει τις πηγές της με κριτικό πνεύμα, να διακρίνει όσα διατηρούν διαχρονική αξία από όσα ανήκουν αποκλειστικά στις συνθήκες της εποχής τους και να διαμορφώσει μια ζωντανή, σύγχρονη και μελλοντοστραφή ελληνική αντίληψη. Δεν πρόκειται για αρχαιοστροφία, αλλά για δημιουργική συνέχεια· όχι για υποταγή στο παρελθόν, αλλά για αξιοποίησή του ως πηγής γνώσης και έμπνευσης.
Αυτό σημαίνει ότι η αρχαία ελληνική παράδοση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως μουσειακό κατάλοιπο ούτε ως αδιαμφισβήτητο δόγμα. Η φιλοσοφική κληρονομιά, η ελευθερία της σκέψης, η αναζήτηση της γνώσης, η κριτική εξέταση των πεποιθήσεων και η δυνατότητα αναθεώρησης αποτελούν στοιχεία που μπορούν να εμπνεύσουν μια σύγχρονη πορεία χωρίς να απαιτούν την άκριτη αποδοχή αρχαίων δεισιδαιμονιών ή την αναπαραγωγή πρακτικών ασύμβατων με τη σημερινή γνώση. Η τιμή προς τους προγόνους δεν συνίσταται στο να επαναλαμβάνουμε μηχανικά όσα εκείνοι έπραξαν, αλλά στο να προσεγγίζουμε την κληρονομιά τους με την ίδια πνευματική ελευθερία που μας επιτρέπει να εξετάζουμε, να κρίνουμε και να προχωρούμε πέρα από τα όρια κάθε εποχής.
Υπό αυτή την έννοια, η ορθή ορολογία και η μελλοντοστραφής αναβίωση δεν είναι δύο ανεξάρτητα ζητήματα. Και τα δύο απαιτούν να απαλλαγούμε από την άκριτη αποδοχή έτοιμων σχημάτων: είτε αυτά προέρχονται από τη θρησκευτική ορολογία των αντιπάλων της αρχαίας παράδοσης είτε από μια εξιδανικευμένη εικόνα της ίδιας της αρχαιότητας. Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια ελεύθερη και δημιουργική ελληνική ταυτότητα, εάν ξεκινάμε αποδεχόμενοι χωρίς εξέταση τους όρους με τους οποίους άλλοι μας προσδιόρισαν· ούτε μπορούμε να την οικοδομήσουμε εάν θεωρούμε ότι η λύση βρίσκεται στην άκριτη επιστροφή σε κάθε αρχαία δοξασία. Κάτι τέτοιο δεν τιμά πραγματικά τους προγόνους που θα ήθελαν να προοδεύουμε και όχι να οπισθοδρομούμε.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να αλλάξουμε ονομασίες, να αναπαράγουμε τελετουργίες ή να ανασυνθέσουμε ένα παρελθόν. Είναι να αποκτήσουμε σαφή συνείδηση του τι επιλέγουμε να διατηρήσουμε, του τι οφείλουμε να επανεξετάσουμε και του τι επιθυμούμε να δημιουργήσουμε. Η ελληνική κληρονομιά μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας νέας πνευματικής πορείας, όχι επειδή όλα όσα προέρχονται από την αρχαιότητα είναι υπεράνω κριτικής, αλλά επειδή η ουσιαστική σχέση μαζί της απαιτεί γνώση, ελευθερία σκέψης και δημιουργική αξιοποίηση.
Διότι η επανελλήνιση δεν σημαίνει να γίνουμε «αρχαίοι», αλλά να αντλήσουμε από την αρχαία ελληνική κληρονομιά ό,τι μπορεί να τροφοδοτήσει τη σκέψη και τη ζωή μας σήμερα και να συμβάλει στη διαμόρφωση του αύριο. Δεν σημαίνει να υποταχθούμε στο παρελθόν, αλλά να το γνωρίσουμε, να το κρίνουμε και να προχωρήσουμε πέρα από αυτό, με γνώμονα τη γνώση και την ελευθερία. Και αυτή η πορεία οφείλει να αρχίσει από τα θεμέλια: από την αποσαφήνιση των εννοιών, την ορθή γνώση της ιστορίας και τον συνειδητό αυτοπροσδιορισμό. Γιατί δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα ελεύθερο και δημιουργικό μέλλον, εάν δεν γνωρίζουμε με σαφήνεια από ποια παράδοση αντλούμε έμπνευση, τι επιλέγουμε να κρατήσουμε και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να πορευθούμε.
Τῶν μὲν προγόνων τὴν σοφίαν ζηλοῦμεν, πρὸς δὲ τὸ μέλλον ἀφορῶμεν.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου