Μωρίς Μερλώ-Ποντύ: 1908-1961
Πώς λειτουργεί η Ψευδαίσθηση στη ζωή μας;
§1. Η ψευδαίσθηση είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την αντίθεση ανάμεσα στη φαινόμενη εικόνα και την πραγματικότητα, ανάμεσα στο λάθος/σφάλμα και την αλήθεια, ανάμεσα στην ιδεολογία και την επιστήμη. Το λάθος, η πλάνη, το σφάλμα, είναι μια εσφαλμένη κρίση που έχει ως βάση τις αισθήσεις, την οποία μπορεί ή δεν μπορεί να διορθώσει κανείς ανάλογα με τον προσανατολισμό του. Αν χάνεται μέσα στον κόσμο των αισθητηριακών εντυπώσεων και περνάει αυτό τον κόσμο ως τον μόνο αληθή μπορεί να διορθωθεί, μόλις αποκαλυφθούν τα σωστά δεδομένα, όπως, ας πούμε, διορθώνεται ένας λανθασμένος υπολογισμός. Η ψευδαίσθηση, κατ’ αυτή την έννοια, αντιμετωπίζεται λογικά, αλλά δεν εξαλείφεται βιωματικά/εμπειρικά. Αν επικρατούσε ολοκληρωτικά το δεύτερο, τότε η ζωή θα φάνταζε ότι έχει μετατοπιστεί σε μια μεταφυσική περιοχή, όπου υπάρχει ως μια αλάθητη γραμμική πορεία κάποιου θεϊκού όντος χωρίς καμιά πεπερασμένη νομιμοποίηση. Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι μια περατή οντότητα που διαλέγεται με την απειρότητα, με αυτό δηλαδή που δεν είναι, η ψευδαίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από απλό σφάλμα ή από μια απλή εμφάνιση. Περιέχει την ιδέα ότι κάτι παράγεται (και με αυτή την έννοια, είναι πράγματι πραγματικό) χωρίς να είναι αληθινή πραγματικότητα. Η ψευδαίσθηση έτσι εξακολουθεί να υπάρχει βιωματικά, ακόμη και όταν ξέρουμε πως η αλήθεια είναι κάτι άλλο. Έχει, στο επίπεδο της τρέχουσας εμπειρίας, μια «δική» της πραγματικότητα.
§2. Το πρόβλημα της ψευδαίσθησης διατρέχει την καθημερινή ζωή του ανθρώπου και συγχρόνως είναι ζήτημα που απασχόλησε σε βάθος τους φιλοσόφους και ειδικά τους θεωρητικούς της αντίληψης. Οι κλασικοί θεωρητικοί της αντίληψης έχουν αναπτύξει έναν πολύπλευρο στοχασμό, που δεν αφήνει περιθώρια ούτε για μεταφυσικά ταξίδια προς το αδιέξοδο ούτε για εγκλωβισμούς στα πιο χθαμαλά στρώματα ή υποστρώματα της πραγματικότητας. Ας πούμε, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την οπτική εμφάνιση, π.χ. την ψευδαίσθηση κατά την οποία ένα ευθύγραμμο ραβδί μισοβυθισμένο στο νερό φαίνεται σπασμένο, ή την απτική εμφάνιση, π.χ. την βιωματική ψευδαίσθηση των ακρωτηριασμένων που εξακολουθούν να έχουν την εντύπωση ότι νιώθουν το χαμένο άκρο τους; Υποθέτουμε έμμεσα ότι η σκέψη, που είναι «ξεχωριστή» από το άτομο, διορθώνει τα αισθητηριακά του σφάλματα. Έτσι, ο La Fontaine γράφει σχετικά:
«Ενώ ένας Φιλόσοφος υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι εξαπατώνται πάντα από τις αισθήσεις τους, ένας άλλος Φιλόσοφος ορκίζεται ότι εκείνες δεν μας γέλασαν ποτέ. Και οι δυο έχουν δίκιο· και η Φιλοσοφία λέει την αλήθεια όταν υποστηρίζει πως οι αισθήσεις θα εξαπατούν όσο οι άνθρωποι κρίνουν βασιζόμενοι στην αναφορά τους· αλλά αν διορθώσουμε την εικόνα του αντικειμένου με βάση την απόστασή του, το περιβάλλον μέσο, το όργανο και το εργαλείο, οι αισθήσεις δεν θα γελάσουν κανέναν. Η φύση όρισε σοφά αυτά τα πράγματα…Η οπτική αίσθηση δεν με βλάπτει με τη ψευδαίσθησή της. Η ψυχή μου σε κάθε ευκαιρία αποκαλύπτει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη φαινομενική εικόνα. Δεν βρίσκομαι σε συνεννόηση με τα βλέμματά μου που είναι ίσως υπερβολικά βιαστικά, ούτε με το αυτί μου που αργεί να μου φέρει τους ήχους. Όταν το νερό φαίνεται να λυγίζει ένα ραβδί, η λογική μου το ισιώνει: η λογική αποφασίζει ως κυρίαρχος. Τα μάτια μου, με αυτή τη βοήθεια, δεν με εξαπατούν ποτέ, αν και μου λέγουν πάντα ψέματα».
Στην πραγματικότητα, είναι το ίδιο υποκείμενο που είναι και «θύμα» του σφάλματος και το διορθώνει, σε δύο διαφορετικές στιγμές και σε μια διαδικασία «αίσθησης-αντανάκλασης» που δεν εγκαταλείπει το φαινόμενο (ούτε τη σκέψη). Η αυτόματη φυσιολογική διόρθωση ορισμένων «ψευδαισθήσεων» (αντιστροφή της αντιληπτής εικόνας ανεστραμμένης από το μάτι) παρέχει ένα ασυνείδητο παράδειγμα αυτού που συμβαίνει συνήθως μέσω της συνήθειας.
§3. Η φαινομενολογική μελέτη της αντίληψης προσφέρει μια ενδιαφέρουσα λύση. Τα όρια του αντιληπτικού πεδίου είναι το αποτέλεσμα μιας συνολικής οργάνωσης, ακόμη κι αν το βλέμμα βλέπει μόνο ένα μέρος ή μια πλευρά του αντικειμένου. Σύμφωνα με τον Merleau-Ponty:
«Η αντίληψή μας καταλήγει σε αντικείμενα, και το αντικείμενο, αφού συγκροτηθεί, εμφανίζεται ως ο λόγος για όλες τις εμπειρίες που είχαμε ή θα μπορούσαμε να έχουμε από αυτό. Για παράδειγμα, βλέπω το γειτονικό σπίτι από μια συγκεκριμένη γωνία. Θα το έβλεπα διαφορετικά από τη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, διαφορετικά από το εσωτερικό, διαφορετικά πάλι από ένα αεροπλάνο. Το ίδιο το σπίτι δεν είναι καμιά απ’ αυτές τις εμφανίσεις. Είναι, όπως έλεγε ο Λάιμπνιτς, το γεωμετρικό σημείο αυτών των προοπτικών και όλων των πιθανών προοπτικών, δηλαδή, το σημείο χωρίς προοπτική από το οποίο μπορούν όλες να προκύψουν. Είναι το σπίτι που φαίνεται από το πουθενά».
Ο κλασικός ορθολογισμός, κατά το ως άνω απόσπασμα, καθώς και ό,τι εκφαίνεται ως αντικειμενικό, τίθενται ορισμένως υπό κριτική. Η ψευδαίσθηση της προϋπάρχουσας αλήθειας για το αντικείμενο παίζει σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα η ψευδαίσθηση ενδημεί στην καθημερινή μας εμπειρία και στο πλαίσιο της τελευταίας, η αντίληψη προχωρεί πέρα από αποσπασματικές εικόνες και μας προσφέρει μια ολόκληρη εικόνα από ένα «σπίτι». Αν και κάθε φυσιολογική μας παρατήρηση δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μερική (από τη δεξιά όχθη, από το αεροπλάνο, από το εσωτερικό), ο νους συνθέτει αυτές τις επιμέρους οπτικές σε μια ενιαία οντότητα. Συναφώς προκύπτει το εξής παράδοξο: μόλις συγκροτηθεί αυτή η ιδέα του αντικειμένου, η σκέψη μας αντιστρέφει τους όρους: θεωρεί το «σπίτι» ως την πρωταρχική αιτία και ως τη βάση όλων των πιθανών εμπειριών που είχαμε ή θα μπορούσαμε να έχουμε από αυτό. Όσο δε για την αναφορά στον Λάιμπνιτς, ο Μερλώ Ποντύ επιχειρεί με αυτήν να δείξει τα όρια του ορθολογιστικού ορισμού του αντικειμένου. Σύμφωνα με τον κλασικό ορθολογισμό, το γεωμετρικό σημείο αποτελεί το σημείο σύγκλισης όλων των πιθανών προοπτικών σχετικά με το πραγματικό αντικείμενο. Έτσι, το σπίτι μετατρέπεται σε κάτι το υπεραισθητό, που υπερβαίνει κάθε όριο των αισθητηριακών εντυπώσεων.
§4. Η ανατροπή που πρεσβεύει η Φαινομενολογία έγκειται στο ότι ανατιμά το ενσώματο υποκείμενο και αποκαλύπτει τα όρια του απόλυτου αντικειμένου. Το τελευταίο γεννήθηκε από τις επί μέρους εμπειρίες, όπως γεννιέται και η ψευδαίσθηση, και από την ενσώματη προοπτική του υποκειμένου. Δεν είναι κάτι ουδέτερο, άϋλο, που έρχεται έξωθεν ή άνωθεν. Τούτη η προοπτική έχει έναν αδιάσπαστο, ατεμάχιστο χαρακτήρα, καθώς ο άνθρωπος, ως τέτοιο ενσώματο υποκείμενο, παρατηρεί τον κόσμο από πολλά συγκεκριμένα σημεία ή πτυχές του χώρου και του χρόνου, οι οποίες συνοψίζονται από τον νου ή στο νου μέσα στο «φαίνεσθαι από το πουθενά». Κατά συνέπεια και το αντικείμενο δεν μπορεί να ταυτιστεί με μια αφηρημένη έννοια, δεν μπορεί να σταθεί στην αλήθεια του χώρου και του χρόνου ως τέτοια έννοια παρά μόνο ως μια δυναμική ολότητα, την οποία προσλαμβάνουμε μέσα από πολλές επί μέρους του όψεις ή εκφάνσεις. Η αλήθεια έτσι της αντίληψης συνδέεται με το να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από συγκεκριμένη σκοπιά· και η πολλότητα από τέτοιες συγκεκριμένες σκοπιές ενέχει και την ψευδαίσθηση ως παραγωγική δύναμη της προοπτικής του ανθρώπου να έχει πάντα κόσμο, επειδή τον βλέπει από συγκεκριμένη σκοπιά. Μια αίσθηση [ή ένα νόημα] είναι επίσης «αίσθηση/προσανατολισμός, προοπτική προς...», δεν είναι απλώς «πλήρωση» από ένα πιθανό περιεχόμενο, αλλά προβολή προς τον κόσμο. Η ψευδαίσθηση χάνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ιδιότητά της ως λάθος:
«Το να έχεις έναν χέρι-φάντασμα σημαίνει να παραμένεις ανοιχτός σε όλες τις ενέργειες για τις οποίες μόνο το χέρι είναι ικανό, σημαίνει να διατηρείς το πρακτικό πεδίο που είχες πριν από τον ακρωτηριασμό».
Η φαινομενολογική ερμηνεία της ψευδαίσθησης από τον Merleau-Ponty δεν εξαντλείται στη σχετική αντίληψη της κλασικής φιλοσοφίας ότι η ψευδαίσθηση γεννιέται από σφάλμα των αισθήσεων ή από λαθεμένη κρίση του νου· απεναντίας διαγιγνώσκει ότι υφιστάμεθα, ευθύς εξαρχής, την εμπειρία μιας ολικής αντίληψης, όχι αποσπασματικής, γύρω από την πρακτική οργάνωση του πεδίου μας. Αυτή η ολικότητα δεν παραπέμπει σε κάποια πλήρωση περιεχομένου, αλλά σε ένα άπλετο άνοιγμα προς τον κόσμο. Είναι μια πολλαπλής υφής ενέργεια που μας οδηγεί στην καρδιά και την ψυχή του κόσμου. Αυτό ακριβώς δείχνει το χέρι-φάντασμα: ο ακρωτηριασμένος «νιώθει» το χέρι του, επειδή η στάση του απέναντι στον κόσμο ενσαρκώνει την πρόθεσή του να ενεργήσει προς την κατεύθυνση του κόσμου και να παραμένει προσανατολισμένος στο πρακτικό πεδίο, στις πράξεις που έκανε με αυτό το χέρι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου