Το όνομα τους εμφανίζεται στον Όμηρο, στον Ηρόδοτο, στον Θουκυδίδη, στον Αισχύλο, στον Απολλώνιο τον Ρόδιο, στον Στράβωνα και στον Παυσανία. Τους συναντούμε στη Θεσσαλία, στην Αττική, στην Αρκαδία, στην Ήπειρο, στη Λήμνο, στην Ίμβρο, στον Ελλήσποντο και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Οι αρχαίες παραδόσεις τούς παρουσιάζουν άλλοτε ως πανάρχαιο γηγενή πληθυσμό, άλλοτε ως προγόνους των Ελλήνων και άλλοτε ως έναν αρχαίο λαό που μετακινήθηκε από τόπο σε τόπο. [1]
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο τους αναζητούμε, τόσο περισσότερο εξαφανίζονται μέσα στην ομίχλη της προϊστορίας. Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η σημασία τους.
Ο μυθικός Πελασγός και η αρχή του ανθρώπινου κόσμου.
Στην Ελληνική μυθολογική παράδοση ο Πελασγός παρουσιάζεται ως αρχέγονος άνθρωπος και γενάρχης. Ο Παυσανίας μεταφέρει την παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Πελασγός ήταν ο πρώτος άνθρωπος και βασιλιάς των Αρκάδων, ενώ ο γιος του Λυκάων ίδρυσε τη Λυκόσουρα, την οποία η αρκαδική παράδοση θεωρούσε την αρχαιότερη πόλη του κόσμου. [2]
Η παράδοση αυτή δεν είναι απλώς ένας γενεαλογικός μύθος. Δημιουργεί μια εικόνα ανθρώπου που γεννιέται απευθείας από τη γη.
Η Αρκαδία γίνεται έτσι ένας τόπος αρχής, ένας τόπος όπου ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται ως ξένος που έφθασε από αλλού, αλλά ως γέννημα της ίδιας της χώρας.
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, στην «Αργοναυτική», τοποθετεί τους αρχαιότατους Αρκάδες σε έναν μυθικό χρόνο πριν από τη Σελήνη. Τους παρουσιάζει να ζουν στα βουνά και να τρέφονται με βελανίδια, πριν ακόμη από τη γενιά του Δευκαλίωνα. [3]
Η φράση αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί κυριολεκτική αστρονομική μαρτυρία για εποχή χωρίς Σελήνη. Πρόκειται για ποιητική έκφραση που δηλώνει το απόλυτο βάθος του μυθικού χρόνου, έναν χρόνο πριν από τους γνωστούς γενάρχες και τις μεγάλες γενεαλογίες των Ελλήνων.
Πίσω όμως από τον μύθο διακρίνεται μια ενδιαφέρουσα ανάμνηση. Ο αρχαίος άνθρωπος παρουσιάζεται πριν από την οργανωμένη γεωργία, πριν από τις πόλεις και πριν από την πλήρη διαμόρφωση του πολιτισμένου κόσμου.
Η Λυκόσουρα και το Λύκαιον.
Η Λυκόσουρα θεωρούνταν από την αρχαία παράδοση μία από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, η «πρώτη πόλη που είδε ο ήλιος». [2]
Στην ίδια περιοχή δεσπόζει το Λύκαιον όρος, ένα από τα σημαντικότερα ιερά τοπία της αρχαίας Αρκαδίας. Εδώ όμως η αρχαιολογία προσθέτει κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη μυθολογική εικόνα.
Οι ανασκαφές στο ιερό του Διός Λυκαίου έχουν αποκαλύψει τελετουργική δραστηριότητα ήδη από την Τελική Νεολιθική περίοδο και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Η χρήση της κορυφής συνεχίστηκε και κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ενώ η δραστηριότητα εντάθηκε κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. [4]
Ο περίφημος βωμός του Διός αποτελεί έναν μεγάλο υπαίθριο σωρό στάχτης. Μέσα του έχουν βρεθεί μεγάλες ποσότητες καμένων οστών, κυρίως αιγοπροβάτων, κεραμική, χάλκινα αντικείμενα και αναθήματα. [4]
Ο Παυσανίας, αλλά και μεταγενέστερες αρχαίες πηγές, διασώζουν διηγήσεις για ανθρωποθυσία στο Λύκαιον. Ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει επιβεβαιώσει οριστικά τέτοια πρακτική. [4]
Η αρχαιολογία λοιπόν δεν αποδεικνύει τον μύθο του Λυκάονα. Αποδεικνύει όμως κάτι εξίσου ενδιαφέρον. Το Λύκαιον ήταν πράγματι ένας τόπος πανάρχαιας ανθρώπινης παρουσίας και τελετουργικής δραστηριότητας.
Ο μύθος είχε ριζώσει σε ένα τοπίο με ιστορία πολύ βαθύτερη από εκείνη που μπορούσε να γνωρίζει ένας συγγραφέας της κλασικής εποχής.
Οι Πελασγοί του Ομήρου.
Ο Όμηρος αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη λογοτεχνική πηγή που χρησιμοποιεί το όνομα Πελασγοί. Στην «Ιλιάδα» οι Πελασγοί εμφανίζονται ως σύμμαχοι των Τρώων και συνδέονται με τη Λάρισα. Παράλληλα, το Άργος του Αχιλλέα χαρακτηρίζεται «Πελασγικό», ενώ ο Δίας της Δωδώνης αποκαλείται «Δωδωναίος Πελασγικός». [5]
Ο Όμηρος μάλιστα διασώζει την περίφημη επίκληση του Αχιλλέα:
«Ζεῦ ἄνα, Δωδωναῖε, Πελασγικέ».
Ο Δίας της Δωδώνης είναι επομένως ήδη στον ομηρικό κόσμο «Πελασγικός». [5]
Οι Πελασγοί όμως δεν παρουσιάζονται ως ένας σαφώς οριοθετημένος λαός με ένα ενιαίο κράτος. Η σύγχρονη έρευνα επισημαίνει ότι το όνομα χρησιμοποιείται σε διαφορετικά γεωγραφικά και μυθολογικά συμφραζόμενα και σταδιακά μετατρέπεται σε έναν ευρύτερο όρο για τους αρχαιότερους πληθυσμούς του Αιγαίου. [1]
Αυτό είναι κρίσιμο. Δεν έχουμε αποδείξεις ότι υπήρξε ένας ενιαίος «Πελασγικός λαός» που κατοικούσε σε ολόκληρη την Ελλάδα. Έχουμε όμως μια εξαιρετικά ισχυρή αρχαία παράδοση που διατηρεί τη μνήμη ενός αρχαιότερου πληθυσμιακού κόσμου, πάνω στον οποίο αναπτύχθηκε ο μεταγενέστερος Ελληνικός.
Η μαρτυρία του Ηροδότου.
Ο Ηρόδοτος είναι ίσως η σημαντικότερη αρχαία πηγή για το πρόβλημα των Πελασγών. Στο πρώτο βιβλίο της «Ιστορίας» διακρίνει δύο αρχαία γένη, το Πελασγικό και το Ελληνικό. Υποστηρίζει ότι οι Έλληνες διαχωρίστηκαν από τους Πελασγούς και ότι το Ελληνικό γένος υπήρξε περισσότερο «πολυπλάνητο». [6]
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο Ηρόδοτος δηλώνει πως δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποια γλώσσα μιλούσαν οι Πελασγοί. Αναφέρει όμως τους Πελασγούς της Κρηστωνίας και της Πλακίας, οι οποίοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα από τους γείτονές τους, αλλά την ίδια μεταξύ τους. [6]
Για τους Αθηναίους διασώζει επίσης την παράδοση ότι ήταν αρχικά Πελασγοί και ότι άλλαξαν γλώσσα όταν εντάχθηκαν στο Ελληνικό γένος. [6]
Η μαρτυρία αυτή δεν αποδεικνύει ότι η πελασγική ήταν μία συγκεκριμένη, ενιαία γλώσσα. Αποδεικνύει όμως ότι ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ. υπήρχε Ελληνική ιστοριογραφική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο Ελληνικός κόσμος είχε αναπτυχθεί μέσα από έναν προγενέστερο πελασγικό πληθυσμιακό ορίζοντα.
Πελασγοί, θρησκεία και Δωδώνη.
Ο Ηρόδοτος προσφέρει και μια ακόμη εντυπωσιακή πληροφορία. Σύμφωνα με τη δική του παράδοση, οι Πελασγοί θυσίαζαν στους θεούς χωρίς να τους αποδίδουν συγκεκριμένα ονόματα. Αργότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, έμαθαν τα ονόματα των θεών και συμβουλεύτηκαν το μαντείο της Δωδώνης. [7]
Η αφήγηση αυτή δεν αποτελεί ιστορική απόδειξη ότι οι Έλληνες παρέλαβαν τη θρησκεία τους από τους Πελασγούς. Αποκαλύπτει όμως τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Ηρόδοτος αντιλαμβανόταν τη σχέση ανάμεσα στους παλαιότερους κατοίκους της Ελλάδας και στον μεταγενέστερο Ελληνικό θρησκευτικό κόσμο. Και η Δωδώνη βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της παράδοσης.
Ο Όμηρος είχε ήδη αποκαλέσει τον Δία της Δωδώνης «Πελασγικό». [5]
Έτσι, στον Ελληνικό μυθοϊστορικό ορίζοντα, Πελασγοί, Δωδώνη και ένας αρχαιότατος κόσμος λατρείας εμφανίζονται συνδεδεμένοι.
Αθήνα και Λήμνος.
Η ιστορία των Πελασγών στην Αττική είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Πελασγοί κατοικούσαν στους πρόποδες του Υμηττού και ότι αργότερα εκδιώχθηκαν από τους Αθηναίους. Διασώζει δύο διαφορετικές εκδοχές για την αιτία της εκδίωξής τους, μία του Εκαταίου και μία των ίδιων των Αθηναίων. [8]
Στη συνέχεια αναφέρει ότι οι Πελασγοί εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές, κυρίως στη Λήμνο. Όταν αργότερα ο Μιλτιάδης κατέλαβε τη Λήμνο για λογαριασμό των Αθηναίων, οι κάτοικοί της παραδίδονται στην αφήγηση του Ηροδότου ως Πελασγοί. [8]
Η Λήμνος γίνεται έτσι ένας κρίσιμος κρίκος της παράδοσης. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Θουκυδίδης, περίπου έναν αιώνα αργότερα, αναφέρεται στους Πελασγούς της Ακτής του Άθω και τους συνδέει με τους Τυρρηνούς που είχαν κατοικήσει παλαιότερα στη Λήμνο και στην Αθήνα. [9]
Έχουμε επομένως δύο σημαντικούς ιστορικούς συγγραφείς, τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, που συνδέουν Πελασγούς, Λήμνο και Τυρρηνούς.
Η Λήμνος πριν από τους Πελασγούς.
Η αρχαιολογία καθιστά την ιστορία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η Λήμνος δεν ήταν ένα περιθωριακό νησί του προϊστορικού Αιγαίου. Η Πολιόχνη, στη νοτιοανατολική Λήμνο, κατοικείται ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ. και εξελίσσεται σε έναν σημαντικό οικισμό της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν αποκαλύψει γεωργία, αλιεία, υφαντουργία, παραγωγή λίθινων εργαλείων και μεταλλουργική δραστηριότητα. [10]
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η χρήση της τεχνικής του χαμένου κεριού ήδη από πρώιμη φάση της Πολιόχνης, καθώς και η αύξηση των εμπορικών δραστηριοτήτων στις επόμενες φάσεις. [10]
Αρχαιομεταλλουργικές αναλύσεις έδειξαν επίσης σημαντικές μεταβολές στη χρήση του χαλκού και του μπρούντζου και αυξανόμενη ποικιλία στις πηγές των μεταλλευμάτων κατά τις περιόδους που αντιστοιχούν περίπου στις πρώιμες φάσεις της Τροίας. [11]
Στον κόλπο του Μούδρου αναπτύχθηκε παράλληλα ο οικισμός στο Κουκονήσι, ενώ και άλλες θέσεις δείχνουν ότι η Λήμνος συμμετείχε σε ένα πυκνό δίκτυο οικισμών κατά την Εποχή του Χαλκού. [10]
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής. Το βόρειο Αιγαίο υπήρξε από πολύ νωρίς ένας θαλάσσιος διάδρομος ανάμεσα στην ηπειρωτική Ελλάδα, τη Λήμνο, την Τροία και τη δυτική Μικρά Ασία.
Όταν λοιπόν οι αρχαίοι Έλληνες θυμούνταν τη Λήμνο ως τόπο Πελασγών και Τυρρηνών, αναφέρονταν σε ένα νησί που πράγματι είχε μακραίωνη ιστορία θαλάσσιων επαφών και πολιτισμικών μετακινήσεων.
Η Λημνιακή γλώσσα και το αίνιγμα των Τυρρηνών.
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα με τη Λημνιακή γλώσσα. Η γλώσσα της Λήμνου είναι γνωστή κυρίως από επιγραφές του 6ου αιώνα π.Χ., με σημαντικότερο τεκμήριο τη στήλη της Καμινίας.
Η Λημνιακή παρουσιάζει συγγένεια με την Ετρουσκική και τη ρητική και εντάσσεται από τη σύγχρονη γλωσσολογία στην Τυρρηνική γλωσσική οικογένεια. Εδώ συναντούμε ένα σπάνιο σημείο όπου η αρχαία παράδοση και η γλωσσολογία συγκλίνουν.
Ο Θουκυδίδης συνδέει τους Πελασγούς της Λήμνου με τους Τυρρηνούς. [9]
Ο Στράβων, συγκεντρώνοντας παλαιότερες παραδόσεις, αναφέρει ότι ο Αντικλείδης θεωρούσε πως οι Πελασγοί κατοίκησαν πρώτα στη Λήμνο και την Ίμβρο και ότι κάποιοι από αυτούς πέρασαν στην Ιταλία μαζί με τον Τυρρηνό. [12]
Και η γλωσσολογία δείχνει ότι στη Λήμνο υπήρχε πράγματι μία γλώσσα συγγενική με την ετρουσκική. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι «οι Πελασγοί ήταν Ετρούσκοι». Αποδεικνύει όμως ότι η αρχαία σύνδεση Λήμνου και Τυρρηνών δεν είναι ένα εντελώς αυθαίρετο δημιούργημα της κλασικής εποχής.
Υπάρχει πίσω της ένα πραγματικό γλωσσικό φαινόμενο που παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο έρευνας.
Και τότε εμφανίζονται οι Λαοί της Θάλασσας.
Κάπου εδώ η ιστορία αποκτά μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη διάσταση. Γύρω στο 1200 π.Χ. ο κόσμος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ανατολική Μεσόγειο εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς κρίσης.
Τα Μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα καταρρέουν, η Χεττιτική αυτοκρατορία διαλύεται, σημαντικές πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου καταστρέφονται και τα παλαιά εμπορικά δίκτυα διαταράσσονται.
Μέσα σε αυτή την ταραγμένη εποχή εμφανίζονται στις Αιγυπτιακές επιγραφές οι περίφημοι «Λαοί της Θάλασσας». Δεν πρόκειται για έναν ενιαίο λαό.
Οι Αιγυπτιακές πηγές αναφέρουν διαφορετικές ομάδες, μεταξύ των οποίων οι Peleset, Tjekker, Shekelesh, Denyen και Weshesh. Η μεγάλη σύγκρουση με την Αίγυπτο καταγράφεται στις επιγραφές και τις ανάγλυφες παραστάσεις του ναού του Ραμσή Γ΄ στο Medinet Habu, κατά το όγδοο έτος της βασιλείας του, περίπου το 1176 π.Χ. [13]
Οι Αιγυπτιακές παραστάσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές, διότι δείχνουν και τα πλοία των αντιπάλων. Πρόκειται για πλοία με χαρακτηριστικά ανυψωμένα άκρα και κατακόρυφα στοιχεία στην πλώρη και την πρύμνη, που έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης ναυπηγικής και αρχαιολογικής μελέτης. [14]
Η εικόνα δεν είναι πια μυθολογική. Οι άνθρωποι αυτοί ταξίδευαν πράγματι στη θάλασσα.
Peleset και Πελασγοί.
Και εδώ γεννιέται ο πειρασμός. Peleset. Πελασγοί. Οι λέξεις μοιάζουν. Η εποχή είναι σχεδόν η ίδια. Η γεωγραφία, τουλάχιστον σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, είναι συμβατή με έναν κόσμο θαλάσσιων μετακινήσεων.
Και η Ελληνική παράδοση συνδέει τους Πελασγούς με το Αιγαίο, τη Λήμνο και τους Τυρρηνούς. Μπορούμε λοιπόν να ταυτίσουμε τους Peleset με τους Πελασγούς;
Η απάντηση πρέπει να είναι προσεκτική.Όχι ως αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός. Η σύγχρονη έρευνα συνδέει γενικά τους Peleset με τους Φιλισταίους και όχι με τους Πελασγούς. Η ομοιότητα των ονομάτων από μόνη της δεν αρκεί για να αποδειχθεί ετυμολογική ή εθνοτική συγγένεια. [15]
Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από την απλή ομοιότητα των λέξεων. Η αρχαιολογία της Φιλιστίας δείχνει ότι κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στην περιοχή νέα πολιτισμικά χαρακτηριστικά με Αιγαιακές ομοιότητες.
Και η αρχαιογενετική προσφέρει πλέον ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο. Μελέτη αρχαίου DNA από την Ασκάλωνα έδειξε ότι ο πληθυσμός της πρώιμης Εποχής του Σιδήρου παρουσίαζε Ευρωπαϊκής συγγένειας γενετική συνιστώσα, η οποία δεν ανιχνεύεται πλέον στους μεταγενέστερους πληθυσμούς της ίδιας πόλης. Οι ερευνητές ερμήνευσαν το εύρημα ως ένδειξη μετακίνησης πληθυσμού κατά τη μετάβαση από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. [16]
Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν Πελασγοί. Αποδεικνύει όμως ότι η μετάβαση που συνδέεται με τους Λαούς της Θάλασσας περιλάμβανε πραγματικές μετακινήσεις ανθρώπων προς την Ανατολική Μεσόγειο, και ότι τουλάχιστον ένα μέρος αυτών των νέων πληθυσμών είχε γενετικές συγγένειες με πληθυσμούς της Ευρώπης.
Το Αιγαίο, επομένως, δεν είναι πλέον απλώς μία θεωρητική πιθανότητα. Είναι ένας από τους πραγματικούς χώρους μέσα στους οποίους πρέπει να αναζητήσουμε τις μετακινήσεις ανθρώπων της εποχής.
Ένας Αιγαιακός κόσμος σε κίνηση.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο λάθος είναι να αναζητούμε έναν μοναδικό «λαό των Πελασγών».
Η προϊστορική Μεσόγειος δεν λειτουργούσε με τα σύγχρονα εθνικά σύνορα.
Οι πληθυσμοί μετακινούνταν. Οι έμποροι ταξίδευαν. Οι τεχνίτες εγκαθίσταντο σε νέους τόπους. Οι πολεμιστές υπηρετούσαν ξένους βασιλείς.Οι ναυτικοί μετέφεραν ανθρώπους, μέταλλα, κεραμική, τεχνολογίες και ιδέες.
Η Πολιόχνη της Λήμνου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του κόσμου. Η μακρά κατοίκησή της και η μεταλλουργική της δραστηριότητα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο του βορειοανατολικού Αιγαίου. [10][11]
Και όταν φθάνουμε γύρω στο 1200 π.Χ., ολόκληρη η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε κίνηση.
Οι Λαοί της Θάλασσας δεν ήταν ένας λαός. Ήταν ένα ιστορικό φαινόμενο.Ένα σύμπλεγμα μετακινήσεων, συγκρούσεων, εγκαταστάσεων και ανατροπών, μέσα σε μια εποχή κατά την οποία τα παλαιά πολιτικά και οικονομικά συστήματα της Εποχής του Χαλκού κατέρρεαν. [13][15]
Μέσα σε αυτό το κοσμογονικό γεγονός, η Ελληνική παράδοση για τους Πελασγούς αποκτά μια νέα διάσταση. Ίσως οι Πελασγοί να μην ήταν ένας ενιαίος λαός.
Ίσως το όνομα να διατηρούσε τη μνήμη διαφορετικών προελληνικών πληθυσμών που έζησαν, αναμείχθηκαν και μετακινήθηκαν μέσα στον Αιγαιακό κόσμο.
Από τη Λήμνο στην Ιταλία.
Η σύνδεση Πελασγών και Τυρρηνών οδηγεί ακόμη δυτικότερα. Ο Θουκυδίδης συνδέει τους Πελασγούς της Ακτής του Άθω με τους Τυρρηνούς που είχαν παλαιότερα κατοικήσει στη Λήμνο και στην Αθήνα. [9]
Ο Στράβων συγκεντρώνει μεταγενέστερες παραδόσεις που συνδέουν τους Πελασγούς με τη Λήμνο, την Ίμβρο, την Ελλάδα και την Ιταλία. [12]
Η παράδοση αυτή δεν είναι ιστορικά ομοιογενής και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει μια μαζική Πελασγική μετανάστευση στην Ιταλία. Αλλά η Λημνιακή γλώσσα προσφέρει ένα σπάνιο πραγματικό τεκμήριο.
Ένας Τυρρηνικός γλωσσικός κλάδος υπήρχε πράγματι στη Λήμνο κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., ενώ συγγενής γλωσσικός κλάδος υπήρχε στην Ετρουρία.
Έτσι, το Αιγαίο και η κεντρική Ιταλία συνδέονται με έναν γλωσσικό δεσμό που προϋπήρχε κατά πολλούς αιώνες της Ρωμαϊκής εποχής.
Τι δεν μπορούμε να πούμε.
Εδώ χρειάζεται να διαχωρίσουμε τον μύθο από την ιστορία. Δεν μπορούμε σήμερα να υποστηρίξουμε ως αποδεδειγμένο ότι οι Πελασγοί ήταν οι Ετεοκρήτες.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Πελασγοί ήταν οι Χετταίοι ή οι Μιτάννι. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι Λυδοί, οι Κάρες, οι Φρύγες και οι Ετρούσκοι μιλούσαν μία ενιαία «πελασγική γλώσσα». Δεν υπάρχει επίσης αρχαιολογική απόδειξη ότι οι Πελασγοί «εφηύραν τη γραφή».
Και δεν μπορούμε να εξισώσουμε τους Peleset των Αιγυπτιακών επιγραφών με τους Πελασγούς μόνο εξαιτίας της ομοιότητας των ονομάτων. Η σύγχρονη γλωσσολογία προτιμά να μιλά για προελληνικά γλωσσικά στρώματα όταν αναφέρεται στις γλώσσες που προϋπήρχαν ή συνυπήρχαν με την Ελληνική στον αιγαιακό χώρο. Η ίδια η έννοια μιας ενιαίας «Πελασγικής γλώσσας» δεν έχει αποδειχθεί. [1]
Αυτό όμως δεν μειώνει το μυστήριο.Το κάνει βαθύτερο.
Το πραγματικό μυστήριο των Πελασγών.
Όταν αφαιρέσουμε όλες τις υπερβολικές ταυτίσεις, το μυστήριο γίνεται μεγαλύτερο, όχι μικρότερο. Οι αρχαίοι Έλληνες θυμούνταν έναν αρχαιότερο πληθυσμιακό κόσμο.
Τον τοποθετούσαν στη Θεσσαλία, στην Αρκαδία, στην Αττική, στην Ήπειρο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Τον συνέδεαν με τη Δωδώνη και τον Πελασγικό Δία. Τον συνέδεαν με τη Λήμνο και τους Τυρρηνούς.
Και η αρχαιολογία μάς δείχνει ότι το Αιγαίο υπήρξε πράγματι ένας εξαιρετικά κινητικός κόσμος, στον οποίο πληθυσμοί, τεχνολογίες και πολιτισμικά στοιχεία μετακινούνταν συνεχώς.
Η Λήμνος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Από την Πολιόχνη της 5ης χιλιετίας π.Χ. έως τους οικισμούς της Εποχής του Χαλκού και τη λημνιακή γλώσσα της 1ης χιλιετίας π.Χ., το νησί βρίσκεται πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους άξονες του βόρειου Αιγαίου. [10][11]
Και όταν φθάνουμε γύρω στο 1200 π.Χ., η Ανατολική Μεσόγειος συγκλονίζεται από μια πρωτοφανή αναδιάταξη. Οι Λαοί της Θάλασσας εμφανίζονται στις Αιγυπτιακές πηγές. Νέοι πληθυσμοί εγκαθίστανται στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Μυκηναϊκός κόσμος καταρρέει. Η Χεττιτική αυτοκρατορία διαλύεται. Τα παλαιά δίκτυα εμπορίου διαρρηγνύονται.Και μέσα από τα ερείπια ενός κόσμου γεννιέται ένας άλλος.
Ίσως η παράδοση των Πελασγών να αποτελεί μία από τις μακρινές αναμνήσεις αυτού του παλαιότερου Αιγαίου.
Ίσως οι Πελασγοί να ήταν ένας συγκεκριμένος πληθυσμός. Ίσως, αντίθετα, το όνομα να χρησιμοποιήθηκε από τους μεταγενέστερους Έλληνες για διαφορετικούς αρχαιότερους πληθυσμούς που είχαν ζήσει και μετακινηθεί στον αιγαιακό χώρο.
Και ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δύο.
Από τους Πελασγούς στους Έλληνες.
Το σημαντικότερο στοιχείο της αρχαίας παράδοσης δεν είναι τελικά η αναζήτηση μιας φυλετικής ταυτότητας.
Είναι η μετάβαση.
Ο Ηρόδοτος τοποθετεί τους Πελασγούς πριν από τη διαμόρφωση του Ελληνικού κόσμου. Οι Αθηναίοι παρουσιάζονται ως Πελασγοί που άλλαξαν γλώσσα και εντάχθηκαν στο Ελληνικό γένος. [6]
Η αρχαιολογία, από την άλλη, δεν δείχνει έναν ξαφνικό λαό που εμφανίστηκε από το πουθενά και ονομάστηκε Έλληνας. Δείχνει μια μακρά ιστορία κατοίκησης, μετακινήσεων, αλληλεπιδράσεων και πολιτισμικών μεταβολών στον αιγαιακό χώρο.
Ο Ελληνικός κόσμος δεν γεννήθηκε σε μία ημέρα. Διαμορφώθηκε μέσα από στρώματα ανθρώπων, γλωσσών, παραδόσεων και μετακινήσεων. Και οι Πελασγοί, είτε υπήρξαν ένας συγκεκριμένος πληθυσμός είτε ένα αρχαίο συλλογικό όνομα για περισσότερους προελληνικούς πληθυσμούς, αποτελούν μία από τις σημαντικότερες λέξεις που διατήρησε η Ελληνική μνήμη για εκείνον τον χαμένο κόσμο.
Γι' αυτό ίσως οι Πελασγοί δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο ως «οι πρώτοι Έλληνες».
Πρέπει να αναζητηθούν ως η μνήμη του κόσμου πριν από τους Έλληνες.
Και όταν αυτή η μνήμη συναντά τη Λήμνο, τους Τυρρηνούς, τη Λημνιακή γλώσσα, την αρχαιολογία του Αιγαίου και τις μεγάλες μετακινήσεις που συνδέονται με τους Λαούς της Θάλασσας, τότε ανοίγει μπροστά μας ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της προϊστορικής Μεσογείου.
Ίσως η απάντηση να μη βρίσκεται στην αναζήτηση ενός μοναδικού λαού. Ίσως βρίσκεται στη θάλασσα που τους ένωνε όλους.
-------------------
Παραπομπές
Παραπομπές
[1] Oxford Classical Dictionary, A. R. Burn, «Pelasgians», αναθεωρημένη έκδοση στο Oxford Classical Dictionary. Η μελέτη επισημαίνει την πολλαπλότητα των αρχαίων χρήσεων του όρου και τη σταδιακή χρήση του ως κατηγορίας για αρχαιότερους πληθυσμούς του Αιγαίου.
[2] Παυσανίας, Ἑλλάδος Περιήγησις, VIII, 1 και VIII, 38. Η αρκαδική παράδοση για τον Πελασγό, τον Λυκάονα και τη Λυκόσουρα. Για τη σχετική αρχαία παράδοση βλ. επίσης τη συγκέντρωση των μαρτυριών στον Στράβωνα, Γεωγραφικά, V.2.4.
[3] Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, IV, 259–264. Η αναφορά στους Αρκάδες που «ζούσαν πριν από τη Σελήνη» και τρέφονταν με βελανίδια.
[4] Mt. Lykaion Excavation and Survey Project, «Ash Altar of Zeus», και D. G. Romano, M. E. Voyatzis, «Sanctuaries of Zeus: Mt. Lykaion and Olympia in the Early Iron Age», Hesperia 90, 2021. Οι ανασκαφές τεκμηριώνουν τελετουργική δραστηριότητα από την Τελική Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού, ενώ δεν υπάρχει μέχρι σήμερα αρχαιολογική απόδειξη που να επιβεβαιώνει ανθρωποθυσία.
[5] Όμηρος, Ιλιάδα, II, 681–684 και XVI, 233–235. Η επίκληση του «Δωδωναίου Πελασγικού» Δία.
[6] Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, I, 56–58. Η διάκριση Πελασγικού και Ελληνικού γένους και η μαρτυρία για τη διαφορετική γλώσσα των Πελασγών.
[7] Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, II, 51–53. Η παράδοση για τη λατρεία των Πελασγών, τη Δωδώνη και τα ονόματα των θεών.
[8] Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, VI, 137–140. Η εγκατάσταση των Πελασγών στην Αττική, η εκδίωξή τους και η σύνδεσή τους με τη Λήμνο.
[9] Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, IV, 109.4. Οι Πελασγικοί πληθυσμοί της Ακτής του Άθω και η σύνδεσή τους με τους Τυρρηνούς της Λήμνου και της Αθήνας.
[10] Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, Αρχαιολογικός χώρος Πολιόχνης Λήμνου. Η προϊστορική κατοίκηση, η μεταλλουργία, η τεχνική του χαμένου κεριού και οι οικισμοί της Εποχής του Χαλκού στη Λήμνο.
[11] E. Pernicka, F. Begemann, S. Schmitt-Strecker, A. P. Grimanis, «On the Composition and Provenance of Metal Artefacts from Poliochni on Lemnos», Oxford Journal of Archaeology 9.3, 1990, σ. 263–298. Η αρχαιομεταλλουργική μελέτη των ευρημάτων της Πολιόχνης.
[12] Στράβων, Γεωγραφικά, V, 2.4. Οι παραδόσεις του Αντικλείδη για τους Πελασγούς της Λήμνου και της Ίμβρου και τη μετάβασή τους στην Ιταλία μαζί με τον Τυρρηνό.
[13] Christoph Bachhuber, «Sea Peoples», Wiley Online Library, 2012. Οι επιγραφές και τα ανάγλυφα του Ραμσή Γ΄ στο Medinet Habu και η αναφορά στη συμμαχία των Peleset, Tjeker, Shekelesh, Denyen και Weshesh.
[14] Université libre de Bruxelles, AncMed, «Sea Peoples naval battle», Medinet Habu, περίπου 1176 π.Χ. Η αρχαιολογική τεκμηρίωση των πλοίων που απεικονίζονται στη ναυμαχία του Ραμσή Γ΄.
[15] Jan Driessen, «A Note on the Possible Origin of the Peleset», Pasiphae XVIII, 2024, σ. 109–115. Η μελέτη παρουσιάζει νεότερη υπόθεση σχετικά με την πιθανή προέλευση του εθνωνυμίου Peleset και καταδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει ανοικτό.
[16] Michal Feldman et al., «Ancient DNA sheds light on the genetic origins of early Iron Age Philistines», Science Advances 5, 2019, eaax0061. Η μελέτη αρχαίου DNA από την Ασκάλωνα και η ένδειξη ευρωπαϊκής συγγένειας στον πληθυσμό της πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου