Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ο Γλαύκος και η Νημερτής. Περί της κρυμμένης φύσεως των θεών.

Σύγχρονο δοκίμιο με την μορφή διαλόγου.

Βρισκόμαστε στην αρχαία Ελλάδα. Ένας ψαράς αλλά και φιλόσοφος από την Λήμνο, ο Γλαύκος αγκυροβόλησε μετά το ψάρεμα σε μικρή νησίδα την σπάθα (σημερινό Κουκονήσι στον κόλπο του Μούδρου). Η θάλασσα ήταν ασυνήθιστα γαλήνια εκείνη την ημέρα, σαν να περίμενε κάτι. Ούτε ο άνεμος τάραζε την επιφάνειά της ούτε τα κύματα έσπαζαν πάνω στους βράχους. Ήταν σαν ολόκληρη η φύση να είχε βυθιστεί σε σιωπή, αναμένοντας την αποκάλυψη ενός μυστηρίου.

Τον Γλαύκο απασχολούσε εδώ και καιρό όχι τόσο η ύπαρξη των θεών, όσο η ουσία και η παρουσία του θείου μέσα στον κόσμο. Είχε μυηθεί στα Καβείρια Μυστήρια και οι διδαχές της φιλοσοφίας, σε συνδυασμό με τη μυσταγωγική παράδοση των Καβείρων, του είχαν γεννήσει περισσότερα ερωτήματα παρά βεβαιότητες. Αναζητούσε να κατανοήσει αν οι θεοί κατοικούν σε κάποιον απόμακρο ουρανό ή αν διαπερνούν αθέατοι κάθε μορφή της φύσεως, κάθε άνθρωπο και κάθε στιγμή της ζωής.

Οι παλαιοί σοφοί έλεγαν πως όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, ο δάσκαλος εμφανίζεται. Και φαίνεται πως εκείνη την ημέρα οι ίδιοι οι θεοί αποφάσισαν να απαντήσουν στις αναζητήσεις του.

Ανάμεσα στις φωνές των γλάρων, στους αφρούς των κυμάτων και στο αλμυρό άρωμα των φυκιών, αναδύθηκε η Νηρηίδα Νημερτής, η αλάθητη θυγατέρα του σοφού Νηρέα. Το βλέμμα της ήταν γαλήνιο σαν την άπνοια του πελάγους και η σοφία της βαθύτερη από τα νερά που κατοικούσε.

Ο Γλαύκος την πλησίασε με σεβασμό.

«Δίδαξέ με», είπε. «Πού κατοικούν οι θεοί και γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο να τους γνωρίσουν;»

Η Νημερτής χαμογέλασε, σαν να άκουγε μια ερώτηση που επαναλαμβανόταν από την αυγή του κόσμου.

«Διότι», αποκρίθηκε, «η Φύση αγαπά να κρύπτεται. Δεν ανέχεται το μυστήριο της ουσίας των θεών να παραδίδεται γυμνό σε ανίερα ώτα. Όποιος αναζητεί την αλήθεια χωρίς μύηση μοιάζει με άνθρωπο που κοιτάζει τον ήλιο και πιστεύει πως είδε το φως.»

Έσκυψε τότε και άγγιξε απαλά το νερό.

«Πες μου, Γλαύκε. Τι γνωρίζουν τα ψάρια για τη θάλασσα;»

«Τίποτε», αποκρίθηκε εκείνος ύστερα από σκέψη. «Ζουν μέσα της από τη γέννησή τους, όμως δεν τη βλέπουν ποτέ. Γι' αυτά υπάρχει μόνο το κολύμπι.»

Η Νημερτής έγνεψε καταφατικά.

«Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Αναπνέουν μέσα στον κόσμο, όπως τα ψάρια μέσα στο νερό, αλλά δεν αναρωτιούνται ποτέ τι είναι εκείνο που τους περιβάλλει. Θεωρούν τη ζωή, τον ουρανό, τη γη, τον χρόνο και την ίδια την ύπαρξη τόσο αυτονόητα, ώστε χάνουν την ικανότητα να τα θαυμάζουν. Και ό,τι παύει να θαυμάζεται, παύει και να αποκαλύπτεται.»

Ο Γλαύκος έμεινε σιωπηλός.

«Και πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την αλήθεια;»

«Με τον ίδιο τρόπο που ένα ψάρι θα γνώριζε τη θάλασσα», απάντησε η Νημερτής. «Πρέπει, έστω για μια στιγμή, να εξέλθει από τη συνήθεια. Να απομακρυνθεί από τη βεβαιότητα των αισθήσεων, από τη ρουτίνα των ημερών και από την αλαζονεία ότι ήδη γνωρίζει. Μόνον τότε αποκτά την καθαρή όραση του φιλοσόφου.»

«Άρα η φιλοσοφία είναι ένα ταξίδι;»

«Είναι μύηση», είπε η Νηρηίδα. «Δεν οδηγεί σε νέους τόπους αλλά σε νέα μάτια. Δεν αποκαλύπτει έναν διαφορετικό κόσμο, αλλά τον ίδιο κόσμο όπως ήταν πάντοτε, πριν τον σκεπάσει η συνήθεια.»

Η θάλασσα άρχισε να κυματίζει απαλά, σαν να επικύρωνε τα λόγια της.

«Οι πολλοί αναζητούν τους θεούς μακριά, σε ουρανούς και άγνωστους τόπους. Όμως οι θεοί διαπερνούν κάθε κύμα, κάθε άνεμο, κάθε πέτρα και κάθε ψυχή. Δεν είναι απόντες. Είναι αόρατοι μόνο για εκείνον που έπαψε να βλέπει.»

Ο Γλαύκος κοίταξε τον ορίζοντα. Για πρώτη φορά δεν έβλεπε μόνο τη θάλασσα. Ένιωθε πως βρισκόταν μέσα σε έναν απέραντο, έμψυχο οργανισμό, όπου κάθε ύπαρξη συμμετείχε σε μια αθέατη αρμονία.

Η Νημερτής τον πλησίασε και είπε με φωνή σχεδόν ψιθυριστή.

«Μη γίνεις απλός παρατηρητής της ζωής, Γλαύκε. Αναρωτήσου για τη φύση του κόσμου μέσα στον οποίο ζεις. Μάθε να βλέπεις το αόρατο μέσα στο ορατό και το αιώνιο μέσα στο πρόσκαιρο. Τότε θα καταλάβεις ότι οι θεοί δεν κρύβονται από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι που κρύβονται από τους θεούς, πίσω από τη συνήθεια, τον φόβο και τη λήθη.»

Σιώπησε για λίγο και ύστερα πρόσθεσε.

«Όταν πάψεις να αναζητάς τους θεούς ως πρόσωπα, θα αρχίσεις να τους αναγνωρίζεις ως παρουσία. Τότε κάθε κύμα θα γίνει λόγος, κάθε άστρο βλέμμα και κάθε ανάσα της φύσεως αποκάλυψη.»

Και καθώς η μορφή της διαλυόταν μέσα στους αφρούς της θάλασσας, ο Γλαύκος ένιωσε πως το μεγάλο ταξίδι δεν άρχιζε πάνω στο πέλαγος, αλλά μέσα στην ψυχή.

Από εκείνη την ημέρα δεν αναζητούσε πια μόνο νέα ψάρια και άγνωστες ακτές, αλλά νέους ορίζοντες γνώσης. Είχε κατανοήσει ότι η σοφία δεν βρίσκεται στο να διασχίσει κανείς άλλες θάλασσες, αλλά στο να μάθει να βλέπει, σαν να ήταν η πρώτη φορά, το νερό μέσα στο οποίο κολυμπά ολόκληρη η ζωή.

Και τότε αντιλήφθηκε πως η μεγαλύτερη αποκάλυψη των Μυστηρίων δεν ήταν ότι οι θεοί κατοικούν μέσα στη φύση, αλλά ότι η ίδια η φύση είναι το αδιάκοπο πέπλο της παρουσίας τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου