Παρασκευή 17 Μαΐου 2019

Γιατί φοβόμαστε την αποτυχία περισσότερο απ’ όσο απολαμβάνουμε την επιτυχία

Όταν οι επενδυτές χάνουν στην αγορά, ο πόνος που νιώθουν είναι μεγαλύτερος από την απόλαυση του κέρδους που έχουν αποκτήσει από μια άλλη επένδυση. Συνεπώς, οι επενδυτές θα λέγαμε ότι αποφεύγουν τον κίνδυνο και δεν καταφέρνουν να απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.

Αγοράζοντας όταν νιώθουν ασφάλεια και πουλώντας όταν νιώθουν φόβο, μπορεί να καταλήξουν να αγοράζουν με υψηλά κόστη και να πουλάνε με χαμηλά, και αυτή είναι μια εγγυημένη στρατηγική ήττας. Οι επιτυχημένοι επενδυτές είναι αλαζόνες όταν οι άλλοι φοβούνται και φοβούνται όταν οι άλλοι είναι αλαζόνες.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι επενδυτές είναι άνθρωποι και η φυσική επιλογή ενδυνάμωσε το χαρακτηριστικό της υπερβολικής προσοχής, καθώς αυτό βοηθούσε τους προγόνους μας να επιβιώσουν. Όσον αφορά στο παιχνίδι της επένδυσης, μπορούμε να χάσουμε κάποια χρήματα. Όμως, στο παιχνίδι της ζωής, το κόστος της είναι υπερβολικά πολύτιμο για να το ριψοκινδυνεύσουμε.

Ο εγκέφαλος που αποφεύγει τον κίνδυνο

Το νευρικό σύστημα έχει εξελιχθεί όπως οι συσκευές ελέγχου της κίνησης. Τα ζώα κινούνται κυρίως για να τραφούν, να αναπαραχθούν και να αποφύγουν τον κίνδυνο. Από αυτά τα κίνητρα, η αποφυγή του κινδύνου είναι η υψηλότερη προτεραιότητα, επειδή όσοι πέφτουν ευκολότερα θύματα των θηρευτών αφήνουν λίγους απογόνους.

Οι εγκέφαλοι όλων των θηλαστικών διαθέτουν ένα σύστημα συναγερμού – το δικτυωτό σύστημα ενεργοποίησης – που τα προειδοποιεί και τα ενεργοποιεί κάθε φορά που αισθάνονται μια απειλή. Αυτή η απόκριση μάχης – φυγής είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής μας ζωής και μας βοηθά να εξηγήσουμε και την λειτουργία αποφυγής του κινδύνου.

Τα πιο νευρικά ζώα – θηράματα, όπως οι λαγοί, εξαφανίζονται ακόμα και στον παραμικρό θόρυβο. Το κάνουν ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κίνδυνος τελικά, αλλά με αυτό τον τρόπο έχουν μάθει να προστατεύονται.

Αλλά και οι άνθρωποι είχαμε εχθρούς στη φύση: λιοντάρια, τίγρεις και πούμα. Έτσι, αναπτύξαμε τον εγκέφαλο αποφυγής κινδύνου. Το άγχος μας είναι η βιολογική μας κληρονομιά. Αυτό το φαινόμενο αντανακλάται και στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική ζωή.

Ο φόβος της αποτυχίας

Ανάμεσα στα πολλά πιθανά μειονεκτήματα του να μεγαλώνεις σε συνθήκες φτώχειας είναι και οι χαμηλότερες προσδοκίες των παιδιών. Είναι ευχαριστημένα με την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών και δεν θέλουν να πετύχουν σπουδαία πράγματα αναγκαστικά στη δουλειά τους.

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξίας αναλύεται υπό όρους φόβου αποτυχίας. Τα παιδιά που φοβούνται περισσότερο την αποτυχία αποφεύγουν τις δύσκολες προκλήσεις και κυρίως ικανοποιούν τους εαυτούς τους με απλούς στόχους, εύκολα επιτεύξιμους.

Αυτό όμως ενισχύεται και από τους γονείς. Οι γονείς αφιερώνουν ελάχιστο χρόνο στο να ενισχύσουν τις προσπάθειες των παιδιών τους σε δύσκολες εργασίες. Αντιθέτως, τα τιμωρούν για τις αποτυχίες. Συνεπώς, αυτά τα παιδιά αποφεύγουν δύσκολες δραστηριότητες για να μην μπουν στη διαδικασία της αποτυχίας. Ως ενήλικες, επιζητούν βραχυπρόθεσμους στόχους αντί για μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτοί οι γονείς προσπαθούν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για ένα μέλλον, των οποίων οι φιλοδοξίες είναι τόσες όσες και των γονιών τους. Το συμπέρασμα είναι ότι αν έχουμε υψηλό φόβο αποτυχίας, είναι σχεδόν απίθανο να επιζητήσουμε μακροπρόθεσμα project, όπως την ίδρυση μιας νέας επιχείρησης.

Όμως, το επικίνδυνο και ριψοκίνδυνο πάντα θα υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να παραιτούμαστε ή να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε μεγαλόπνοο σχέδιο έχει περάσει από το νου μας, ούτε να «καθόμαστε για πάντα στ’ αυγά» μας. Αν το περιβάλλον είναι επικίνδυνο, προχωρήστε με προσοχή, αλλά εκμεταλλευτείτε όποιους πόρους έχετε διαθέσιμους.

Μην απαρνιέσαι τον εαυτό σου για να σε αποδεχτούν

Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.

Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.

Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.

Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.

Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λάμβανε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.

Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.

Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.

Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.

Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.

Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.

Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.

Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.

Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκείνο.

Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.

Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.

Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεμπιπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.

Η ιστορία με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παραμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.

Να σταθείς μόνος σου γερά, πρώτου κρατήσεις το χέρι κάποιου

Τίποτα δεν χάνεται που να μην μπορεί να βρεθεί,
ούτε ο έρωτας..

Αγάπες πάνε και έρχονται, σαν τα πλοία. Αφήνουν την πραμάτεια τους, αδειάζουν, σταθμεύουν για λίγο και ξεκινάνε πάλι την αναζήτησή, για ένα νέο λιμάνι.

Έτσι είναι οι έρωτες, συχνά περαστικοί. Ανοίγουν κύκλοι, κλείνουν σαν κουραστούν, ή δώσουν ότι ήταν να δώσουν και ξεκινάνε νέοι από την αρχή ξανά, ωσότου υπάρξει σύμπνοια με κάποιον.

Ποτέ δεν είναι αργά για να αγαπήσεις και να ερωτευτείς. Πρέπει όμως να αντέχεις. Να μπορείς να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι. Να υποδέχεσαι τους χειμώνες και τα καλοκαίρια της καρδιάς με την ίδιο τρόπο.

Σε έψαξα ξανά και ξανά. Κάθε φορά που νόμιζα πως πια σε είχα, μετά από λίγο καταλάβαινα πως ήσουν και πάλι μισός δίπλα μου. Ο άλλος μισός ήταν σε εσένα δοσμένος. Και εγώ έμενα πεινασμένος. Διψασμένος από την απόλυτη αγάπη που πίστευα πως μαζί σου επιτέλους θα νιώσω, αφού οι καρδιές μας χτυπούσαν σαν μια.

Με τον καιρό όμως έμαθα, πως το να είσαι δοσμένος ευλαβικά στον άλλον και όχι πρώτιστος στον εαυτό σου, εν καιρώ θα βλάψει και τους δύο.

Να με αγαπάς και να σε αγαπώ με όλη μας την καρδιά, το μυαλό και την ψυχή, ας κρατήσουμε όμως μια θάλασσα ανάμεσα μας, να καθαρίζει τις σκέψεις μας, τα λάθη μας, την κούραση μας και να μπορούμε να ξαποστάζουμε λιγάκι μονάχοι.

«Όταν ο έρωτας σας γνέφει ακολουθήστε τον.
Και όταν τα φτερά του σας τυλίξουν, παραδοθείτε του.
Αφήστε όμως ελεύθερους χώρους ανάμεσα σας και μην φτιάχνετε δεσμά με την αγάπη σας.
Να γεμίζει ο ένας την κούπα του άλλου, αλλά να μην πίνετε από την ίδια κούπα.
Να τραγουδάτε και να χορεύετε μαζί και να είστε χαρούμενοι, αλλά και να αφήνετε ο ένας τον άλλον μόνο.
Όπως οι χορδές του λαούτου είναι μόνες παρότι πάλλονται με την ίδια μουσική.
Να δίνετε την καρδιά σας, αλλά να μην αφήνετε να την κρατάει συνέχεια.
Και να στέκεστε στο πλάι του άλλου, μα όχι πολύ κοντά.
Γιατί οι κολώνες του ναού στέκουν χώρια.
Κι η βελανιδιά μεγαλώνει χωρίς να κρύβει την σκιά στο κυπαρίσσι
».

Χαλίλ Γκιμπράν

Δεν είναι απαραίτητο όλοι να καταλήξουν στην ζωή με έναν άνθρωπο. Δεν είναι γραφτό όλων να βρουν τον ιδανικό για αυτούς σύντροφο.

Μέσα σε έναν γάμο αισθάνεται κανείς σημαντικός. Ο μέσος άνθρωπος χρειάζεται ένα σπίτι για να αποτελεί τον «ήλιο» του. Εκεί όπου μπορεί να τρέφεται από την αγάπη της οικογένειας που έχει πλάσει, αλλά και να αισθάνεται απαραίτητος.

Μπορεί ο γάμος να αποτελεί καταφύγιο, μερικοί όμως δεν το έχουν αυτό ανάγκη. Μπορούν να σταθούν καλά και μόνοι τους. Αισθάνονται ολοκληρωμένοι και αυτάρκεις χωρίς σύντροφο ή παιδιά.

Ο άνθρωπος ωστόσο έχει υπαρξιακή μοναξιά. Όσο περνάνε τα χρόνια χρειάζεται κάποιον να του κρατάει το χέρι, έναν σταθερό συναισθηματικό δεσμό για να αισθάνεται πιο ολοκληρωμένος. Ως ανθρώπινα όντα έχουμε την υπαρξιακή ανάγκη να αγαπήσουμε, αλλά και να αγαπηθούμε.

Αν κάποιοι σταθούν τυχεροί και βρουν το ιδανικό ταίρι για αυτούς, τότε ίσως είναι οι πιο ευτυχισμένοι των ανθρώπων. Έρευνες δείχνουν πως μόνο το 5% με 10 % τα καταφέρνουν. Για αυτό θα πρέπει να φροντίζουν την σχέση αυτή, αν την έχουν ή αν την αποκτήσουν, σαν τον πολυτιμότερο θησαυρό, καθώς τίποτα ποτέ δεν είναι δεδομένο. Ακόμα και αν η αγνή, δυνατή αγάπη υπερνικάει σχεδόν τα πάντα.

Αριστοτέλης: η εξαιρετικότητα της διάνοιας

Η ευτυχία έγκειται στη δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με την εξαιρετικότητα της. Το τμήμα της ψυχής που διαθέτει λογική παρουσιάζει μια τέτοιου είδους εξαιρετικότητα, όταν ασκεί συγκεκριμένες νοητικές ικανότητες· πρόκειται για τις λεγόμενες «διανοητικές αρετές». Στο 6ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων ως τέτοιου είδους αρετές χαρακτηρίζονται η γνώση (επιστήμη), η σοφία, ο νους, καθώς και η τέχνη και η πρακτική λογικότητα (φρόνησις). Ενώ οι δύο τελευταίες δυνάμεις προσανατολίζονται στον μεταβλητό κόσμο, η επιστήμη και ο νους σχετίζονται με το αμετάβλητο και το αναγκαίο.

Ιδιαίτερη σημασία για την πρακτική ζωή έχει η αρετή της φρονήσεως. Είναι η δύναμη που ευθύνεται για την ορθότητα των πράξεων μας και από ότι φαίνεται, εκλαμβάνεται από τον Αριστοτέλη ως η νοητική ικανότητα που απαιτείται για λήψη επιμέρους αποφάσεων οι οποίες συμβάλλουν στην ευδαιμονίαν. Πρόκειται για την ικανότητα στάθμισης του χρήσιμου και του αγαθού, όχι όμως υπό το πρίσμα μιας επιμέρους ωφέλειας αλλά του βίου συνολικά (Ηθικά Νικομάχεια 1140a 25 κ.ε.).

Για να είναι κανείς λογικός με την έννοια της φρονήσεως, δεν αρκεί να διαθέτει γενική γνώση, αλλά πρέπει να γνωρίζει το επιμέρους, δηλαδή να έχει αποκομίσει ο ίδιος εμπειρίες από παρόμοια περιστατικά (Ηθικά Νικομάχεια 1141b 14 κ.ε.) και να έχει λάβει παρόμοιες αποφάσεις – μόνος του, ή με την βοήθεια των νόμων και του παιδαγωγού. Η πρακτική λογικότητα σχετίζεται με την επιλογή των δρόμων που οδηγούν σε έναν σκοπό προκαθορισμένο από την αρετή (Ηθικά Νικομάχεια 1144a 7 κ.ε.). Επειδή η φρόνησις είναι κατά κάποιον τρόπο αρμόδια για την επιλογή των μέσων προς επίτευξη δεδομένων σκοπών, παραλληλίζεται συχνά με ένα είδος εργαλειακής λογικής. Σε αντίθεση όμως προς την «εξυπνάδα», που ξέρει να αναζητά τα μέσα προς επίτευξη οιουδήποτε στόχου, η φρόνησις δεν παραμένει ουδέτερη απέναντι στους επιδιωκόμενους στόχους, αλλά σχετίζεται πάντοτε με τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνονται οι ενάρετοι στόχοι και η ευδαιμονία (Ηθικά Νικομάχεια 1144a 23 κ.ε.).

Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι στην αριστοτελική πρακτική φιλοσοφία η έκφραση «μέσα και τρόποι προς επίτευξη κάποιου στόχου» δεν εννοεί απαραίτητα ένα μέσο που οδηγεί σε έναν σκοπό διαφορετικό από το μέσο· μπορεί να σημαίνει επίσης κάτι που επιλέγουμε «αποβλέποντας σε κάποιο σκοπό» τον οποίο συγκροτεί η ίδια η επιλογή του μέσου, δηλαδή του σκοπού της ευδαιμονίας· και αυτό φαίνεται πως ισχύει ιδίως για τα είδη των μέσων που επιλέγονται από την φρόνησιν.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ & ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτό που λυγάει, δεν σπάει.
Αυτό που κάμπτεται, μπορεί να ισιώσει.
Το άδειο μπορεί να γεμίσει.
Το φθαρμένο δίνει τη θέση του στο νέο.
Το λιγότερο οδηγεί στην επίτευξη.
Η υπερβολή οδηγεί στην ύβρη.
Γι’ αυτό οι συνετοί αγκαλιάζουν το ένα
και το προβάλλουν ως παράδειγμα για όλους.
Δίχως φιλαυτία, είναι οξυδερκείς.
Δίχως έπαρση, είναι αξιόπιστοι.
Δίχως περιαυτολογίες, πετυχαίνουν.
Δίχως εμπάθειες, κερδίζουν το σεβασμό.
Γενικά, δεν έρχονται σε σύγκρουση με τους άλλους
και γι’ αυτό κανείς δεν έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους.
Αυτό εννοούσαν οι αρχαίοι λέγοντας «λύγισε για να μην σπάσεις».
Να ‘ταν άραγε κενά λόγια;
Προσγειώσου κι επέστρεψε στα βασικά.

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΚΙΝΓΚ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τoυ θυμού

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τoυ θυμού. Αισθανόμαστε θυμό όταν μας προσβάλλει κάποιος. Αισθανόμαστε ενοχή όταν εμείς προσβάλλουμε κάποιον, ή παραβιάζουμε κανόνες. Μπορώ να απαριθμήσω δέκα τουλάχιστον διαφορετικές αποχρώσεις αυτού του καταστροφικού συναισθήματος, πέρα από την ενοχή που αισθάνομαι όταν δεν τηρώ μια δέσμευσή μου. Απλώς για να θυμηθούμε μερικές, σκεφτείτε την ενοχή που μπορεί να νιώσετε αν καθυστερήσετε στη δουλειά σας, ή όταν δεν προλαβαίνετε μια διορία. Ας μην ξεχνάμε και την ενοχή που μπορούν να σας «φορτώσουν» οι γονείς σας αν αμελήσετε να τους τηλεφωνήσετε για πάνω από μία εβδομάδα, ή επιλέξετε να ζήσετε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Ακόμη, έχουμε την ικανότητα να φορτίζουμε τον εαυτό μας με ενοχές για κάτι που κάναμε, αλλά και που δεν κάναμε: για το ότι δεν πήγαμε στο μάθημα της γιόγκα, ας πούμε, ή για το ότι δεν αντισταθήκαμε σ’ εκείνα τα ακαταμάχητα τραγανά πατατάκια, ή για το ότι δεν κόψαμε το κάπνισμα. Επίσης, αν ξεχάσουμε να απαντήσουμε σε ένα σημαντικό μέιλ μπορεί να βασανιζόμαστε από ενοχές για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μας τρώνε οι ενοχές και όταν αισθανόμαστε ότι αγνοήσαμε τους συνεργάτες μας, ή τους φερθήκαμε απότομα, ή ακόμη και όταν είμαστε πιο επιτυχημένοι από αυτούς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να αισθάνονται ενοχές επειδή είναι ευτυχισμένοι!

Χρησιμοποιούμε, επίσης, την ενοχή για να χειριστούμε τους άλλους. Μπορούμε να γεμίσουμε με ενοχές έναν υπάλληλό μας για τα λάθη που έκανε, ή να αναγκάσουμε ένα μέλος της οικογένειάς μας να αισθάνεται ενοχές επειδή απαιτεί υπερβολικά πολλά ή προσφέρει υπερβολικά λίγα. Για τους θρησκευόμενους, η ενοχή είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ο φρουρός όλων των πράξεων τους. Και η λίστα με τις διαφορετικές αποχρώσεις της ενοχής, δεν τελειώνει εδώ.

Σε καθημερινή βάση, και με την πάροδο του χρόνου, το φορτίο της ενοχής αυξάνεται αδιάκοπα και ριζώνει τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε γίνεται σχεδόν αδύνατον να το εξαλείψουμε.

Η ενοχή μάς φορτίζει με φόβο. Η ενοχή κατατρώει. Δαγκώνει. Επιτίθεται ανελέητα. Μοιάζει με βαρύ φορτίο. Τέτοιες είναι οι μεταφορές που της αρμόζουν.

Ανεξάρτητα του πόσο έντονη αισθανόμαστε σε προσωπικό επίπεδο την πίεση της ενοχής, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ξοδεύουμε -ή μάλλον χάνουμε- πολύ χρόνο κλωθογυρίζοντας την στο μυαλό μας. Φανταστείτε για λίγο μια ζωή -την κοινωνική και διαπροσωπική ζωή σας- κενή από οποιαδήποτε μορφή ενοχής. Αν δεν έχετε ήδη απορρίψει τούτη τη σκέψη ως γελοία, και λαμβάνετε σοβαρά υπόψη σας τη δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ενοχές, πιθανότατα θα σκεφτείτε: πόσο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθα! Αν αναλογιζόμασταν όλες τις διαφορετικές περιστάσεις και συνθήκες που μπορούν να γεννήσουν ή να παρατείνουν τις ενοχές, σίγουρα θα κερδίζαμε πολύ χρόνο και το μυαλό μας θα ηρεμούσε.

Ωστόσο, αν δεν νιώθαμε, ή δεν μπορούσαμε να νιώθουμε ενοχή, θα κάναμε διαρκώς λάθη. Δεν θα είχαμε κανένα κίνητρο να τροποποιήσουμε ή να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Θα περιφρονούσαμε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ή ηθικής νόρμας, θα παραβλέπαμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι μπαζωμένοι δολοφόνοι μάχονται με τις ενοχές τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αντιθέτως, οι ψυχοπαθείς δεν αισθάνονται συχνά ενοχές. Συνεπώς, βιολογικά, η ενοχή έχει εξελιχθεί σε ένα κοινωνικό διορθωτικό εργαλείο που διασφαλίζει ότι δεν θα συμβούν ή δεν θα επαναληφθούν ορισμένες πράξεις. Σμιλεύει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Περιορίζει το προσωπικό συμφέρον και δημιουργεί χώρο για αλτρουιστικές και κοινωνικά ωφέλιμες πράξεις. Το αίσθημα της ενοχής είναι δυσάρεστο, διαρκές και εξαλείφεται δύσκολα, ωστόσο εμπνέει πράξεις που αποσκοπούν στην επανόρθωση μιας ζημιάς (για παράδειγμα, μια συγγνώμη) και επιχειρεί να σταματήσει, να αποτρέψει ή να αντισταθμίσει τις συνέπειες μιας προσβολής. Συνεπώς, η ενοχή αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να ενεργούμε με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και να διορθώνουμε τη διαγωγή μας.

GIOVANNI FRAZZETTO, ΕΤΣΙ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ

Το φαινόμενο Crowdism: Πώς μια μικρή ομάδα ανθρώπων καθοδηγεί τις μάζες και… «δημιουργεί» τα γεγονότα!

Στην εποχή μας βλέπουμε τον κόσμο να είναι «ενωμένος» ή καλύτερα δικτυωμένος μέσα από συγκεντρωτικά μέσα ενημέρωσης, με τα οποία παράγεται από κάποιους αυτό που θα γίνει γνωστό ως επίσημη «αλήθεια» και στη συνέχεια θα διανεμηθεί σχεδόν αμέσως, σε όλο τον κόσμο. Οι μάζες, που έχουν μάθει να ζητούν απόλυτες «αλήθειες» που θα ρυθμίζουν την ζωή τους, ώστε αυτοί να μην πολυκουράζουν το μυαλό τους, διαδίδουν αμέσως αυτή την «αλήθεια» όπως την μεταδίδουν τα «επίσημα» μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή ομάδα ανθρώπων να δημιουργεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος τα γεγονότα. Ο κόσμος θα αντιληφθεί τα γεγονότα έτσι όπως περιγράφονται και μεταδίδονται από αυτή την κεντρική πηγή. Σε ένα τέτοιο κλίμα, εάν κάποιος αντιληφθεί την πραγματικότητα διαφορετικά και συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν λάθη στην «επίσημη» αλήθεια, θα μπει στο περιθώριο, θα του κολλήσουν μια ταμπέλα, θα χάσει φίλους ή και εργασία, θα αισθανθεί άσχημα και ίσως στο τέλος κάτω από το βάρος μιας αυξανόμενης πίεσης, να αναθεωρήσει την στάση του γιατί αυτή «δεν τον ωφελεί».

Ο όχλος θέλει ένα σύντομο και εύπεπτο κατάλογο «καλών/κακών». Και αυτήν την ανάγκη του σήμερα την καλύπτουν κυρίως τα media. Τα media είναι εκεί για να του πουν ποιοι δικτάτορες είναι καλοί και ποιοι κακοί. Ποια βία είναι καλή και ποια κακή. Ποια προϊόντα είναι καλά και ποια κακά. Ποια γνώμη είναι κακή και ποια κακή. Ποιο πρόσωπο είναι καλό και ποιο κακό. Θα του πουν πως το να είσαι «προοδευτικός» είναι καλό, ενώ το να μην είσαι είναι κακό. Και το κυριότερο: πως το να φρονείς διαφορετικά από τους πολλούς είναι εξάπαντος «κακό». Εσύ βεβαίως, δεν θέλεις να είσαι με τους «κακούς». Στην τελική, ποιος δεν θέλει να είναι «καλός»; Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μικρόκοσμους, επικεντρώνονται γύρω από την οικογένεια και τους φίλους και την τοπική κοινωνία και δεν θέλουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Νιώθουν καλύτερα όταν πηγαίνουν με το ρεύμα. Νιώθουν μια ασφάλεια όταν έχουν ζωή που είναι ενταγμένη στα κοινωνικά απόλυτα.

Το φαινόμενο Crowdism

Το Crowdism, προέρχεται από την λέξη πλήθος (crowd). Τα άτομα που ασπάζονται το Crowdism ζητούν να απελευθερωθούν από τις συνέπειες των πράξεών τους και να ενταχθούν σε πολυπληθείς απρόσωπες ομάδες ως ένα είδος αλληλοβοηθητικής κοινωνίας που θα επιτίθεται σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Αυτό δημιουργεί ένα μυαλό «κυψέλης» που μεγαλώνει και φουσκώνει όπως μια χιονοστιβάδα και σύντομα δημιουργεί ένα μονολιθικό, παρανοϊκό ουτοπικό groupthink. Αν κάποιο από τα μέλη του πλήθους αρχίζει να ξεχωρίζει ή να αμφιβάλει για τις δραστηριότητες ή τις προθέσεις του πλήθους, το πλήθος κατακερματίζεται και χάνει την δύναμή του. Αυτό που κάνει τα πλήθη ισχυρά είναι η ανικανότητα των μελών τους να επικρίνουν ή να προτείνουν κάποιον στόχο που ενώνει τους ανθρώπους, γιατί τα πλήθη είναι καλύτερα όταν έχουν έλλειψη στόχου. Χωρίς υψηλότερο όραμα ή ιδανικό, τα πλήθη εκφυλίζονται ταχέως σε επιδρομείς, αν και παθητικού χαρακτήρα. Φωνάζουν για μεγαλύτερη «ελευθερία». Θέλουν περισσότερο πλούτο. Οτιδήποτε βλέπουν, αισθάνονται ότι θα πρέπει να δοθεί στο πλήθος, όπως αναφέρει το redskywarning.

Στο Crowdism βρίσκουν καταφύγιο άτομα που νιώθουν ανίκανα να πορευθούν από μόνα τους και για αυτό βρίσκουν παρηγοριά στην ηγεσία και τη δύναμη άλλων. Θέλουν να νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά φοβούνται να γίνουν αυτοί οι καθοδηγητές και έτσι κάθε άτομο μέσα στο πλήθος μεταβιβάζει την εξουσία του σε άλλους. Το πλήθος επομένως κινείται όχι με βάση κάποιες επιλογές, αλλά με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, αξιολογώντας κάθε απόφαση ως προς το τι έχουν όλοι κοινό. Ένα πλήθος αντλεί τη δυναμική του από την ανάγκη των μελών του, σε συνδυασμό με το φόβο τους για τη δική τους κρίση. Μπορεί να υποστηρίζει τις θέσεις του βίαια, αλλά επειδή ο μόνος μηχανισμός λήψης αποφάσεων είναι ένας φανατικός συμβιβασμός, κινείται παθητικά προς προβλέψιμα ψηφίσματα.

Το Crowdism βασίζεται σε ηλίθιες ιδέες που υπάρχουν και ακούγονται καλές και στο ότι όταν οι άνθρωποι βρεθούν σε πλήθη πέφτουν και προσκυνούν την κρίση των άλλων και πηγαίνουν μαζί με το κοπάδι, οδηγημένοι σε καταστροφικές και απατηλές «λύσεις». Το socializing μας κάνει χαζούς επειδή υπακούμε στο κοινωνικό πρότυπο, όχι στο πρότυπο της πραγματικότητας. Υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων που επαινεί «τη σοφία του πλήθους» και άλλες τέτοιες κολακευτικές, πασιφιστικές και καταπραϋντικές ανοησίες. Έχουν την άποψη ότι μέσα από τις ομάδες μπορούμε να κάνουμε μια σωστή επιλογή, επειδή δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα άτομο.

Η λογική μας λέει ότι αυτό είναι ανοησία, γιατί αν δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιο άτομο με εξουσία όταν αυτό είναι προσωπικά υπόλογο, γιατί παίρνουμε αυτά τα αναξιόπιστα άτομα και τα βάζουμε σε μια ομάδα όπου είναι εντελώς ανυπόλογα; Γιατί τα πλήθη είναι υπεράνω λογοδοσίας.

Εντούτοις, ενώ η εξουσία του πλήθους είναι το de facto πρότυπο στη Δύση, όπως αντανακλάται στον καταναλωτισμό (οι αποφάσεις των αγορών που προέρχονται από το πλήθος), στη δημοκρατία (οι ηγέτες που προέρχονται από το πλήθος) και στη δημοτικότητα, (οι αξίες που προέρχονται από το πλήθος) τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν.

Το πλήθος δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των ενεργειών του. Η μόνη ανησυχία του είναι να παραμείνει στην εξουσία, έτσι ώστε τα μεμονωμένα μέλη του να μην έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη προσπάθεια να καταληφθεί πλήρως ο κόσμος από το Crowdism, ώστε να μην υπάρχουν αντίθετες φωνές.

Το Crowdism υπάρχει για έναν και μόνο λόγο και αυτός είναι για να αποφεύγονται οι συνέπειες των ενεργειών εκείνων που αποτελούν το πλήθος. Φοβούνται τυχόν υψηλότερα πρότυπα που θα τους αποκαλύψουν να είναι πιο ηλίθιοι, πιο κοντόφθαλμοι ή λιγότερο ηθικοί σε σύγκριση με άλλους. Θέλουν ένα μηδενικό πρότυπο το οποίο να προσεγγίζει το χαμηλότερο δυνατό ώστε να μην έχουν καμία πιθανότητα αποτυχίας. Η ελπίδα τους είναι να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την πραγματικότητα ή όσους παρατηρούν την πραγματικότητα και για αυτό κάνουν διακρίσεις εναντίον εκείνων που έχουν υψηλότερη νοημοσύνη και την ίδια ώρα τους κατηγορούν ότι αυτοί κάνουν διακρίσεις εναντίων όσων «μειονεκτούν».

Οι Crowdists εργάζονται για να καταστήσουν την κοινωνία μια σειρά γραφειοκρατικών καθηκόντων και για να καταστρέψουν την οικογένεια και έτσι να απομακρύνουν τους πιο έξυπνους ανθρώπους, που απαιτούν από την ζωή περισσότερα από άρτο και θεάματα. Στην θέση τους θέλουν υπάκουους βλάκες υπηρέτες οι οποίοι θα ανακηρύσσονται οι ίδιοι ηγέτες και θα ωθήσουν αμέσως τον πολιτισμό τους σε καταστροφή.

Το πλήθος δεν έχει κανέναν αληθινό ιδεαλισμό και η μοναδική του ιδεολογία είναι αυτή του προσωπικού κέρδους. Είναι από την φύση του αντίθετο στον πολιτισμό, αφού ο πολιτισμός δημιουργεί ένα σύστημα αξιών. Οι Crowdists επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον πολιτισμό με τον «πολυπολιτισμό», ο οποίος είναι η ιδέα μιας διευκολυντικής κοινωνίας ή μιας κοινωνίας της οποίας ο μόνος στόχος είναι να ικανοποιήσει τα μέλη της. Σε αυτό το όραμα, δεν χρειάζεται κάποιος κοινός στόχος ή ακόμα και κάποιο πρότυπο της κοινωνίας. Η κοινωνία υπάρχει για να εκπληρώνουν τα μέλη της τις προσωπικές τους ανάγκες και κάθε έλεγχος απαγορεύεται, εκτός αν παραβιάζονται βασικές αρχές του Crowdism.

Οι Crowdists υποστηρίζουν φανατικά τόσο τον διεθνισμό, ο οποίος αρνείται τον τοπικό πολιτισμό υπέρ μιας διεθνούς κουλτούρας οτιδήποτε «νέου» όσο και την πολυπολιτισμικότητα, η οποία αναμιγνύει πολιτισμούς που δεν έχουν τίποτα κοινό χωρίς να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα. Το πλήθος δεν αποτελεί ένα νέο σχεδιασμό ή μια νέα απόφαση, όπως και ο καρκίνος δεν αποτελεί έναν σχεδιασμό για έναν νέο οργανισμό. Είναι η έλλειψη απόφασης, η έλλειψη στόχου, η έλλειψη σχεδιασμού.

Η πολιτική ορθότητα, ο νέος διεθνισμός, ο πλουραλισμός / σχετικισμός, τα Ηνωμένα Έθνη («παγκόσμιος φεντεραλισμός»), η δύναμη των «δικαιωμάτων» κλπ είναι κοινωνικές πολιτικές με έναν μοναδικό στόχο: να σβήσουν οποιαδήποτε ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος άλλος δρόμος.

Οι αριστεροί αποτελούν μια εκδοχή crowdist ατόμου ή του ατόμου που αποφασίζει ότι δεν επιθυμεί καμία επίβλεψη από κοινωνικά πρότυπα και έτσι ενώνεται με άλλους σε ένα πλήθος λυντσαρίσματος (mob lynch) για να ανατρέψει τον πολιτισμό, την ιεραρχία και την ηθική.

Οι συντηρητικοί συνήθως κάνουν λάθος για τους μηδενιστές ή για τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι Crowdists πιστεύουν πολύ στο δικό τους θεό: στους εαυτούς τους και σε μια φανταστική εικόνα που δημιούργησαν για τους εαυτούς τους, που τους λέει ότι είναι «αλτρουιστές» και «υπέρ της ισότητας». Στην πραγματικότητα, τίποτα αυτά δεν είναι.

Όπως ένας απατεώνας που πιάνεται στα πράσα, ένας Crowdist θα αντεπιτεθεί όταν τον ελέγξεις. Θα σε κατηγορήσει αμέσως για αυτό το οποίο εκείνος κάνει. Θα σου επιτεθεί προληπτικάχρησιμοποιώντας εναντίον σου μια κατηγορία για να σε αναγκάσει να παραιτηθείς από κάθε έλεγχο.

Οι Crowdists φοβούνται μήπως ο κόσμος καταλάβει την παγίδα και πιέζουν περισσότερο να μας δέσουν όλους μαζί σε ένα ενιαίο μηχανικό σύστημα, είτε πρόκειται για μια παγκόσμια κυβέρνηση, είτε για κάτι τέτοιο όπως η ΕΕ, έτσι ώστε όλοι να βρεθούμε από κάτω. Είναι μια λεπτή μορφή συλλογικής τιμωρίας. Πρέπει να κάνουμε αυτήν την παρανοϊκή ιδεολογία να δουλέψει αλλιώς, μας λένε, όλοι θα υποφέρουμε.

Ωστόσο, φαίνεται ότι πολλοί δεν συνεργάζονται. Νιώθουν ότι ο σύγχρονος κόσμος που τους έλαχε να ζουν μοιάζει με μια τεράστια έρημο βιομηχανικών απόβλητων, γεμάτη από ασθένειες, εγκληματικότητα, μικροαστική τρομοκρατία, ανθυγιεινό τρόπο ζωής και διαφθορά. Μικρότερες προαστιακές και αγροτικές περιοχές, οι οποίες δίνουν στους ανθρώπους μια επιλογή συμμετοχής, μοιάζουν σαν μικρές «οάσεις». Για να μπεις όμως εκεί, πρέπει να εγκαταλείψεις κάποιες κακές συνήθειες και πολλά δικαιώματα. Αλλά θα βγεις από την έρημο.

Τέτοιου είδους ημι-δημοκρατίες έχουν οργανωθεί από οργανικές ομάδες, όπως η θρησκεία, ο πολιτισμός / η εθνικότητα, η φιλοσοφία και η κοινωνική τάξη ή η κάστα. Μπορεί να μην είναι εχθρικές προς τους ξένους, αλλά δεν θα τους αφήσουν να μπουν μέσα. Δεν θα σου προσποιηθούν ότι θα έχεις «δικαιώματα». Θα έχεις όμως εκεί μια ευκαιρία για μια κανονική ζωή.

Πώς θα είναι οι πόλεις στους άλλους πλανήτες

Τα φιλόδοξα σχέδιά του για τη δημιουργία πλωτών διαστημικών αποικιών, όπου οι άνθρωποι θα ζουν σε τροχιά με κλίμα που «θα μοιάζει εκείνο της καλύτερης μέρας στο Μάουι όλο το χρόνο», αποκάλυψε ο Τζεφ Μπέζος σε συνέντευξη στην Ουάσιγκτον, κατά την παρουσίαση της νέας μεγάλης και λαμπερής σεληνιακής ακάτου, της Blue Moon, με την οποία σκοπεύει να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη έως το τέλος του 2024.

Οι διαστημικές πόλεις θα μπορούν να θυμίζουν τις αντίστοιχες στη Γη ή να έχουν δική τους φουτουριστική αρχιτεκτονική

Βασιζόμενος σε ιδέες που συνέλαβε πριν από δεκαετίες ο οραματιστής φυσικός Τζέραρντ Ο’ Νηλ, ο Μπέζος παρουσίασε στο κοινό του αυτοσυντηρούμενους οικότοπους, που μπορούν να περιλαμβάνουν ολόκληρες πόλεις, αγροτικές εκτάσεις κι ακόμη και εθνικά πάρκα στο διάστημα. Και μολονότι όλα αυτά ακούγονται πολύ μακρινά ο ιδιοκτήτης της Amazon και ιδρυτής της Blue Origin, υποστήριξε ότι θα είναι «μια εύκολη επιλογή» για τους ανθρώπους όταν θα πλησιάζουν στο όριο εξάντλησής τους οι φυσικοί πόροι της Γης.

Μια από τις ιδέες για τον εποικισμό του διαστήματος που παρουσίασε ο Τζεφ Μπέζος

Τη συγκεκριμένη ιδέα για τον εποικισμό του διαστήματος είχε αναπτύξει για πρώτη φορά ο πρώην καθηγητής του Τζεφ Μπέζος στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Ο’ Νηλ προτείνοντας τη δημιουργία οικότοπων που θα περιδινίζονται στο διάστημα για τη δημιουργία τεχνητής βαρύτητας βάσει της φυγόκεντρης δύναμης. «Πρόκειται για πολύ μεγάλες κατασκευές μήκους χιλιομέτρων και θα μπορούν η κάθε μία να φιλοξενεί ένα εκατομμύριο ανθρώπους ή και περισσότερους. Κάποιες απ’ αυτές θα μπορούν να λειτουργούν ως χώροι αναψυχής -δεν είναι ανάγκη να έχουν την ίδια βαρύτητα, μπορούν να έχουν και μηδενική ώστε να μπορείς να πετάς με τα δικά σου φτερά», είπε ο Μπέζος προσθέτοντας ότι μπορούν να μιμούνται τις πόλεις στη Γη ή να υιοθετήσουν δικές τους φουτουριστικές αρχιτεκτονικές. Στα ατού του οράματός του πρόσθεσε και το ότι στους διαστημικούς αυτούς οικότοπους δεν θα υπάρχουν καταιγίδες, ακραία καιρικά φαινόμενα και σεισμοί».

Οι οικότοποι αυτοί, που θυμίζουν εκείνους στo κινηματογραφικό αριστούργημα Interstellar , μπορούν να κατασκευαστούν αρκετά κοντά στον πλανήτη μας για να επιτρέπουν στους ενοίκους του να πηγαινοέρχονται και να στεγάζουν ο καθένας τουλάχιστον ένα εκατομμύριο ανθρώπους.

Και σύμφωνα με τον Μπέζος θα έχουν ιδανικό κλίμα όλες τις εποχές «όπως το Μάιου την καλύτερη μέρα όλου του χρόνου». «Θα κληθούμε να επιλέξουμε αν θέλουμε να μείνουμε στάσιμοι και να αρκούμαστε σε επιμερισμό των τροφίμων ή αν επιθυμούμε δυναμισμό και ανάπτυξη. Κι η επιλογή είναι εύκολη», είπε. «Αν βρεθούμε έξω στο ηλιακό σύστημα, μπορούμε να έχουμε ένα τρισεκατομμύριο ανθρώπους εκεί -δηλαδή χιλιάδες Μότσαρτ και χίλιους Αϊνστάιν. Θα ήταν ένας απίστευτος πολιτισμός».

«Θα χρειαστεί βέβαια, πολύς καιρός γι’ αυτό, είναι ένα μεγάλο όραμα», παραδέχθηκε ο Μπέζος. «Η τιμή της παραδοχής αυτή τη στιγμή της ανάγκης να ξεκινήσουν ενδιαφέροντα πράγματα στο διάστημα είναι πολύ υψηλή»…

Όψεις του προσωπείου: Προσωπείο εθνολογικό

Στις εθνολογικές μελέτες για τους ιθαγενείς στην Αμερική, στην Αυστραλία, στην Αφρική, γενικά στις λεγόμενες πρωτόγονες αλτερνατίβες, συναντάται η ευρεία χρήση του προσωπείου και του τοτέμ. Το προσωπείο, είτε εξολοκλήρου πρόσθετο είτε με στοιχεία (φτερά, μύτες, κέρατα) είτε με χρώματα πάνω στο δέρμα, χρησιμοποιείται από μάγους, ιερείς, αρχηγούς σε εθιμικά ή ιερά δρώμενα με σκοπό την προσαρμογή της ομήγυρης σε συγκεκριμένη ατμόσφαιρα τελετής.

Χωρίς να θέλουμε να εξοβελίσουμε τις διαφορές και τις λεπτές αποχρώσεις που διαφοροποιούν τον έναν πολιτισμό από τον άλλον, θα λέγαμε ότι τα προσωπεία σε αυτούς τους πολιτισμούς: α) Προκαλούν τρόμο, θαυμασμό ή περισυλλογή· για παράδειγμα, στη Χαβάη (Εικ. 5) οι ιερείς κρατούσαν τα προσωπεία των θεών στις διάφορες τελετουργίες αλλά και στις μάχες, ενώ, για προφανείς λόγους, αντίστοιχη αμφίεση είχαν και οι αρχηγοί της φυλής. β) Αποτελούν τους διαύλους, μέσω των οποίων τα μέλη της φυλής απευθύνονταν στα πνεύματα των προγόνων, είναι, θα έλεγε κανείς, τα ομιλούντα πνεύματα στην παρούσα γενιά και η προσωποποίηση της παράδοσης. γ) Διασφαλίζουν την ενότητα και τη συνέχεια της κοινωνικής ομάδας μέσω της μύησης των νεότερων στις προγονικές παραδόσεις. δ) Χρησιμοποιούνται στις τελετές μύησης των νεαρών μελών της βασιλικής οικογένειας –μέσω των προσωπείων τα μέλη της βασιλικής οικογένειας διακήρυσσαν την καταγωγή τους από παλαιότερους βασιλιάδες διεκδικώντας το δικαίωμα να κυβερνούν (Εικ. 4). ε) Αυξάνουν τη γονιμότητα των ανθρώπων ή του εδάφους –σε αυτήν την περίπτωση, οι βοηθοί των πνευματικών δυνάμεων χορεύουν μέσα στους αγρούς εμψυχώνοντας όσους δουλεύουν. Για παράδειγμα, στους Μπόμπο, γεωργούς της Άνω Βόλτα, που τρέφονταν αποκλειστικά με δικά τους σιτηρά, η μάσκα συνδέεται κυρίως με νεκρώσιμες και αγροτικές τελετές. Κατά τη διάρκεια της κηδείας ενός γέροντα, οι Do, νεαροί μασκοφόροι που προσωποποιούν τα δαιμόνια που θεωρούνται προστάτες του χωριού, χορεύουν δίπλα στον νεκρό. Στις αγροτικές τελετές, γύρω στο τέλος του Απρίλη, πριν ξαναρχίσουν οι εργασίες στους αγρούς, μνημονεύουν ομαδικά όσους πέθαναν εκείνη τη χρονιά. Στους χορούς αυτής της γιορτής των νεκρών χρησιμοποιούν ειδικές μάσκες και προσεύχονται να αρχίσουν οι βροχοπτώσεις και να είναι πλούσια η συγκομιδή των καρπών.

Σε πολλές περιπτώσεις τα χαρακτηριστικά τυποποιούνται και αναγνωρίζονται. Για παράδειγμα, σε φυλές της Αφρικής το καμπύλο μέτωπο είναι δείγμα φρόνησης και πνευματικότητας· ο άσπρος χρωματισμός θυμίζει πνεύμα των νεκρών. Και βέβαια, κάθε μάσκα επιτελεί και μια διαφορετική λειτουργία, ενώ η μορφολογία της καθεμιάς σχετίζεται με γεγονότα, τα οποία θυμίζουν οι μύθοι με τους οποίους συνδέονται.

Τα προσωπεία δεν συλλαμβάνονται ως στατικά αντικείμενα αλλά εν κινήσει (Εικ. 6-7), το προσωπείο ακινητοποιείται, μόνον όταν  φυλάσσεται (Εικ. 8).

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δημιουργήθηκαν πολλά εθνολογικά μουσεία σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με εκθέματα από τις αποικίες. Τα μουσεία αυτά υποτίθεται ότι ήταν η ζωντανή «απόδειξη» της θεωρίας του Δαρβίνου (1859) και ο καθρέφτης κάποιων σταδίων από τα οποία πέρασε και ο δυτικός πολιτισμός στην ανοδική, εξελικτική του πορεία. Πίσω όμως από αυτήν την «επιστημονική» πρόθεση, υπήρχαν και πολιτικά κίνητρα. Τα μουσεία αυτά, στα οποία αναπόφευκτα συγκρίνονταν τα «πρωτόγονα» κατασκευάσματα των «υπανάπτυκτων» και «αγρίων» με τα σαφώς ανώτερα δημιουργήματα των αποικιοκρατών, νομιμοποιούσαν την αποικιοκρατική πολιτική της Ευρώπης.

Ωστόσο, μέσω των μουσείων αυτών, οι καλλιτέχνες της Ευρώπης ανακάλυψαν την Αφρική, την τέχνη των ναΐφ και των λαϊκών καλλιτεχνών. «Η ανακάλυψη των αφρικάνικων γλυπτών συνέπεσε με αυτό που ψάχναμε», παρατήρησε ο Πικάσο, για τον οποίο το σοκ δεν ήταν το καινούριο, αλλά το γεγονός ότι αυτό που έφτιαχνε και νόμιζε για καινούριο υπήρχε ήδη. Ο Μπρακ στα 1915 έγραφε: «Οι νέγρικες μάσκες μου άνοιξαν νέους ορίζοντες. Μου έδωσαν τη δυνατότητα να έρθω σ’ επαφή με ενστικτώδη πράγματα και άμεσες εκδηλώσεις, στον αντίποδα της νόθας παραδοσιολατρίας που απεχθάνομαι». Γενικά μιλώντας, η αντίδραση των καλλιτεχνών ήταν είτε στις μορφικές αρετές της αφρικάνικης τέχνης είτε συναισθηματική και αισθησιακή και λιγότερο εικαστική. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα προσωπεία παρέπεμπαν στα κοινωνικά προσωπεία και την υποκρισία, σε άλλες πάλι το στυλιζάρισμα του προσώπου σε μάσκα προσέδιδε τον χαρακτήρα της αιωνιότητας ή της διαχρονικότητας και, προφανώς, του δέοντος (Εικ. 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35), ή μιαν απαισιόδοξη αντίληψη για τη ζωή (Τ. Ένσορ, Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7).

Στο άλλο άκρο της έκπληξης του Πικάσο στέκεται η κριτική των βρετανών καλλιτεχνών αδελφών Τζέικ και Ντίνο Τσάπμαν στις αρχές του 21ου αιώνα (Εικ. 30). Σε σημείωμα της εφημερίδας Το Βήμα της 17 Νοεμβρίου 2002, ο συντάκτης έγραφε: «Στην γκαλερί WhiteCube  του Ανατολικού Λονδίνου, ο Τζέικ και ο Ντίνος Τσάπμαν τα “Έργα της οικογενειακής συλλογής Τσάπμαν” διαφημίζονται στο δελτίο τύπου ως “εθνογραφικά και τελετουργικά αντικείμενα τα οποία διαδοχικές γενεές της οικογένειας Τσάπμαν συγκέντρωσαν με αφοσίωση επί 70 χρόνια” και καταφέρνουν να ξεγελάσουν τον επισκέπτη όχι μόνο με την πρώτη αλλά και με τη δεύτερη ματιά. Τα τοτέμ, οι μάσκες, τα ειδώλια, οι ασπίδες, τα φετίχ και τα φυλαχτά φαίνονται απολύτως αυθεντικά, σαν να έχουν έρθει από φυλές ξεχασμένες στα βάθη της Αφρικής και της Ωκεανίας. Μια πιο προσεκτική εξέταση όμως αποκαλύπτει ότι το ξύλινο ειδώλιο κρατά στο χέρι του ένα κουτί Coca-Cola και ένα σακουλάκι τηγανιτές πατάτες ή ότι η παράξενη στρογγυλή ανθρωπόμορφη φιγούρα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα BigMac με πόδια και χέρια. Παρότι σχεδόν και τα 34 εκθέματα παίζουν με τα εμβλήματα της αλυσίδας φαστ φουντ McDonald’s, στόχος της έκθεσης δεν είναι η διαμαρτυρία εναντίον της παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας της αμερικάνικης λαϊκής κουλτούρας. Οι αδελφοί Τσάπμαν, όπως επισημαίνουν όλοι οι κριτικοί, δεν ασχολούνται με τέτοιου είδους τετριμμένα θέματα. Σκοπός τους είναι –και το αν διαφωνείς κανείς ή όχι είναι άλλο ζήτημα– να στηλιτεύσουν τη χρήση και την κατάχρηση της πριμιτίφ τέχνης από τους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα».

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (37-68)

ΛΥ. περὶ τῶν Ἀθηνῶν δ᾽ οὐκ ἐπιγλωττήσομαι
τοιοῦτον οὐδέν, ἀλλ᾽ ὑπονόησον σύ μοι.
ἢν δὲ ξυνέλθωσ᾽ αἱ γυναῖκες ἐνθάδε,
40 αἵ τ᾽ ἐκ Βοιωτῶν αἵ τε Πελοποννησίων
ἡμεῖς τε, κοινῇ σώσομεν τὴν Ἑλλάδα.
ΚΛ. τί δ᾽ ἂν γυναῖκες φρόνιμον ἐργασαίατο
ἢ λαμπρόν, αἳ καθήμεθ᾽ ἐξηνθισμέναι,
κροκωτοφοροῦσαι καὶ κεκαλλωπισμέναι
45 καὶ Κιμβερίκ᾽ ὀρθοστάδια καὶ περιβαρίδας;
ΛΥ. ταῦτ᾽ αὐτὰ γάρ τοι κἄσθ᾽ ἃ σώσειν προσδοκῶ,
τὰ κροκωτίδια καὶ τὰ μύρα χαἰ περιβαρίδες
χἤγχουσα καὶ τὰ διαφανῆ χιτώνια.
ΚΛ. τίνα δὴ τρόπον ποθ᾽; ΛΥ. ὥστε τῶν νῦν μηδένας
50 ἀνδρῶν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν αἴρεσθαι δόρυ—
ΚΛ. κροκωτὸν ἄρα νὴ τὼ θεὼ ᾽γὼ βάψομαι.
ΛΥ. μηδ᾽ ἀσπίδα λαβεῖν— ΚΛ. Κιμβερικὸν ἐνδύσομαι.
ΛΥ. μηδὲ ξιφίδιον. ΚΛ. κτήσομαι περιβαρίδας.
ΛΥ. ἆρ᾽ οὐ παρεῖναι τὰς γυναῖκας δῆτ᾽ ἐχρῆν;
55 ΚΛ. οὐ γὰρ μὰ Δί᾽ ἀλλὰ πετομένας ἥκειν πάλαι.
ΛΥ. ἀλλ᾽, ὦ μέλ᾽, ὄψει τοι σφόδρ᾽ αὐτὰς Ἀττικάς,
ἅπαντα δρώσας τοῦ δέοντος ὕστερον.
ἀλλ᾽ οὐδὲ Παράλων οὐδεμία γυνὴ πάρα,
οὐδ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος. ΚΛ. ἀλλ᾽ ἐκεῖναί γ᾽ οἶδ᾽ ὅτι
60 ἐπὶ τῶν κελήτων διαβεβήκασ᾽ ὄρθριαι.
ΛΥ. οὐδ᾽ ἃς προσεδόκων κἀλογιζόμην ἐγὼ
πρώτας παρέσεσθαι δεῦρο τὰς Ἀχαρνέων
γυναῖκας, οὐχ ἥκουσιν. ΚΛ. ἡ γοῦν Θεογένους
ὡς δεῦρ᾽ ἰοῦσα τἀκάτειον ᾔρετο.
65 ἀτὰρ αἵδε καὶ δή σοι προσέρχονταί τινες.
ΛΥ. αἵδ᾽ αὖθ᾽ ἕτεραι χωροῦσί τινες. ΚΛ. ἰοὺ ἰού,
πόθεν εἰσίν; ΛΥ. Ἀναγυρουντόθεν. ΚΛ. νὴ τὸν Δία·
ὁ γοῦν Ἀνάγυρός μοι κεκινῆσθαι δοκεῖ.

***
ΛΥΣ. Για την Αθήνα δε βαστάει η γλώσσα μου
να πει κακό. Φαντάσου το μονάχη!…
Αν του Μοριά οι γυναίκες μαζευτούνε
40 και της Ρούμελης σήμερον εδώ
κι ενωθούνε μ᾽ εμάς τις Αθηνιώτισσες,
θα σώσουμε, όλες ένα, την Ελλάδα.
ΚΛΕ. Και τί μπορούμε γνωστικό κι αξιόλογο
να κάνουμε οι γυναίκες, που ᾽μαστε όλο
καθισιό και πομάδες και φουστάνια
κροκωτά, ρόμπες ξώπλατες, πασούμια!…
ΛΥΣ. Αυτά ακριβώς θα σώσουν την Ελλάδα!
Αυτά ᾽ναι τ᾽ άρματά μας: οι πομάδες,
τα κροκωτά, τα ξώπλατα, τα διάφανα…
ΚΛΕ. Αυτά; Και πώς; Ξηγήσου! ΛΥΣ. Δω και πέρα
άντρας δε θα σηκώνει ενάντια σ᾽ άλλον
50 το κοντάρι. ΚΛΕ. Μα τότε θα φορέσω
διάφανο μπούστο. ΛΥΣ. Μήτε και θα πιάνει
στο χέρι ασπίδα. ΚΛΕ. Τότε θα φορέσω
ξώπλατη ρόμπα! ΛΥΣ. Μήτε και σπαθί!
ΚΛΕ. Πάω χρυσά ν᾽ αγοράσω πασουμάκια.
ΛΥΣ. Λοιπόν δεν έπρεπε όλες να ᾽ν᾽ εδώ;
ΚΛΕ. Μονάχα; Έπρεπε να ᾽ρθουνε πετώντας.
ΛΥΣ. Μα, καημένη μου, βλέπεις, οι Αθηνιώτισσες
καμιά δουλειά δεν κάνουνε στην ώρα της.
Και μήτε απ᾽ τα παράλια ήρθε καμιά
μηδέ απ᾽ τη Σαλαμίνα. ΚΛΕ. Μα το ξέρω
πως έχουν ξεκινήσει απ᾽ τα χαράματα
60 κατά δω, στα καΐκια τους καβάλα!
ΛΥΣ. Και μάιδε οι Μενιδιάτισσες φανήκαν,
που ᾽λεγα πως θα φτάσουν απ᾽ τις πρώτες.
ΚΛΕ. Δεν το κουνά η γυναίκα του Θεαγένη,
αν πρώτα δεν αδειάσει την κανάτα.
Νά! βλέπω και ζυγώνουν μερικές.
ΛΥΣ. Κι άλλες έρχονται πίσω τους. ΚΛΕ. Πουφ! πουφ!
Ποιές είν᾽ αυτές; ΛΥΣ. Από τη βρομο-Βάρη.
ΚΛΕ. Θαρρείς κι ανακατώθηκε λαγούμι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ελληνική λέξη θεός συνδέεται στενά με την τέχνη της μαντικής: ένα ερμηνευμένο σημείο είναι θέσφατον, η τέχνη του μάντη ονομάζεται θειάζειν ή ἐνθεάζειν, ο προλέγων τα μέλλοντα, ο οιωνιστής, θεοπρόπος, θεοπροπία είναι η προφητεία, η μαντεία, θεοπροπέω σημαίνει προφητεύω, θεωρός λέγεται αυτός που πάει να ζητήσει χρησμό από μαντείο, ο Κάλχας είναι γιος του Θέστορος, ο μάντης που έβλεπε οπτασίες στην Οδύσσεια ονομάζεται Θεοκλύμενος και οι Θεσπρωτοί φύλασσαν το νεκρομαντείο στην Ήπειρο.
 
Το κυριότερο προσόν ενός μάντη ήταν η καταγωγή του από γένος μάντεων με απώτατο γενάρχη τον ίδιο τον θεό της μαντικής Απόλλωνα. Επρόκειτο μάλλον για έναν κλειστό κύκλο ομοτέχνων, όπου κυριαρχούσαν ορισμένες οικογένειες. Με αυτόν τον τρόπο μεταδιδόταν η γνώση από γενιά σε γενιά και παρέμενε μυστική, όπως συνέβαινε και σε άλλες συντεχνίες. Ενίοτε, οι μάντεις ήταν πολεμιστές και οικιστές. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας κατονομάζει μυθολογικούς μάντεις:
 
«Ερμῆς τε ὁ Θηβαῖος καὶ Ἀσκληπιὸς ὁ Μεμφίτης, Τειρεσίας τε αὖ καὶ Μαντὼ ἐν Θήβαις, ὥς φησιν Εὐριπίδης, Ἕλενος ἤδη καὶ Λαοκόων καὶ Οἰνώνη Κεβρῆνος ἐν Ἰλίῳ· † Κρῆνος γὰρ εἷς τῶν Ἡρακλειδῶν ἐπιφανὴς φέρεται μάντις καὶ Ἴαμος ἄλλος ἐν ῎Ηλιδι, ἀφ᾽ οὗ οἱ Ἰαμίδαι, Πολύιδός τε ἐν Ἄργει καὶ ἐν Μεγάροις, οὗ μέμνηται ἡ τραγῳδία. τί μοι Τήλεμον καταλέγειν, ὃς Κυκλώπων μάντις ὢν Πολυφήμῳ θεσπίζει τὰ κατὰ τὴν Ὀδυσσέως πλάνην, ἢ τὸν Ἀθήνησιν Ὀνομάκριτον ἢ τὸν Ἀμφιάρεων τὸν σὺν τοῖς ἑπτὰ τοῖς ἐπὶ Θήβας στρατεύσασι μιᾷ γενεᾷ τῆς Ἰλίου ἁλώσεως πρεσβύτερον φερόμενον ἢ Θεοκλύμενον ἐν Κεφαλληνίᾳ ἢ Τελμησσὸν ἐν Καρίᾳ ἢ Γαλεὸν ἐν Σικελίᾳ; εἶεν δ᾽ ἂν καὶ ἕτεροι πρὸς τούτοις, Ἴδμων ὁ σὺν τοῖς Ἀργοναύταις, Φημονόη Δελφίς, Μόψος ὁ Ἀπόλλωνος καὶ Μαντοῦς ἐν Παμφυλίᾳ καὶ Κιλικίᾳ, Ἀμφίλοχος Ἀμφιαράου ἐν Κιλικίᾳ, Ἀλκμέων ἐν Ἀκαρνᾶσιν, Ἄνιος ἐν Δήλῳ Ἀρίστανδρός τε ὁ Τελμησσεὺς ὁ σὺν Ἀλεξάνδρῳ γενόμενος. ἤδη δὲ καὶ Ὀρφέα Φιλόχορος μάντιν ἱστορεῖ γενέσθαι ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ μαντικῆς. Θεόπομπος δὲ καὶ Ἔφορος καὶ Τίμαιος Ὀρθαγόραν τινὰ μάντιν ἀναγράφουσι, καθάπερ ὁ Σάμιος Πυθοκλῆς ἐν τετάρτῳ Ἰταλικῶν Γάιον Ἰούλιον Νέπωτα. ἀλλ᾽ οἳ μὲν "κλέπται πάντες καὶ λῃσταί," ὥς φησιν ἡ γραφή, τὰ πλεῖστα ἐκ παρατηρήσεως καὶ ἐξ εἰκότων προειρηκότες, καθάπερ οἱ φυσιογνωμονοῦντες ἰατροί τε καὶ μάντεις, οἳ δὲ καὶ ὑπὸ δαιμόνων κινηθέντες ἢ ὑδάτων καὶ θυμιαμάτων καὶ ἀέρος ποιοῦ ἐκταραχθέντες·» (Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματείς 1.21.134.1.2-135.3.1)
 
Οι μάντεις λειτουργούσαν διαμεσολαβητικά ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και τον κόσμο των θεών, ερμηνεύοντας διάφορα σημεία (έντεχνη μαντεία) ή διατυπώνοντας διάφορους χρησμούς, έμμετρα, (εμπνευσμένη μαντική) ύστερα από ερώτημα που έθετε με διαζευκτικό τρόπο («να κάνω αυτό ή εκείνο;» «θα γίνει αυτό ή εκείνο;») αυτός που επιθυμούσε τη μαντεία. Ήταν πλανόδιοι ή συνδεδεμένοι με κάποιο μαντείο, επηρέαζαν την προσωπική ζωή των ανθρώπων -κατευνάζοντας πάθη, εξανθρωπίζοντας ήθη, ελέγχοντας και περιορίζοντας τις βίαιες αντιδράσεις, καθώς τις εκτόνωναν μέσα από τις τελετουργίες-, αλλά και την πολιτική πόλεων και ηγετών -το μαντείο των Δελφών έπαιξε σημαντικό ρόλο στον πρώτο και τον δεύτερο αποικισμό· άλλα μαντεία διαδραμάτισαν ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη της νομοθεσίας και των πολιτευμάτων ή και στην οικονομική ζωή. Διαμεσολαβητικό ερμηνευτικό ρόλο έπαιζαν οι χρησμολόγοι, οι οποίοι ερμήνευαν τους ακατάληπτους χρησμούς.
 
Τα κυριότερα μαντεία ήταν αφιερωμένα στον Δία (Δωδώνη, Αίγυπτος*) ή στον Απόλλωνα (Δελφοί**, Δίδυμα της Μιλήτου, Κλάρος*** κ.ά.), κάποια είχαν διεθνή ακτινοβολία, και αυτό προδηλωνόταν από τους θησαυρούς που αφιέρωναν σε αυτά ηγέτες ισχυρών δυνάμεων. Γνωστά ήταν και το Αμφιάραο στον Ωρωπό, όπου εφαρμοζόταν η ονειρομαντεία, το Τροφώνιο στη Λειβαδιά, τα Ασκληπιεία στο μεταίχμιο θεραπευτηρίων και μαντείων με κοινό στοιχείο των δυο το νερό.
 
Κάμψη εμφάνισαν τα μαντεία μετά τους περσικούς πολέμους, κυρίως σε επίπεδο πολιτικό, καθώς το μαντείο των Δελφών δεν είχε προβλέψει τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών και είχε συμβουλεύσει υποταγή, αλλά και κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Πλήγμα δέχτηκαν και από τα διδάγματα των σοφιστών και την ορθολογιστική κριτική, για παράδειγμα από τον Θουκυδίδη****.
Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα μαντεία ήταν ότι επέβαλλαν και προϋπέθεταν καθαρμούς τόσο αυτού που ζητούσε τον χρησμό όσο και αυτού που τον έδινε. Στην Κλάρο υπήρχε θόλος που οδηγούσε κάτω από τον ναό στην ιερή πηγή, που κατά τη μυθολογία, ανέβλυσε από τα δάκρυα της κόρης του Τειρεσία Μαντώς. Από αυτήν έπινε ο θεσπιωδός και γινόταν ένθεος. Ιερή πηγή υπήρχε και στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μ. Ασία, στα Δίδυμα κοντά στη Μίλητο. Ο ιερός χώρος του Τροφωνείου χωριζόταν από την πόλη της Λιβαδειάς από τον ποταμό Έρκυνα, όπου καθαίρονταν όσοι επρόκειτο να ζητήσουν χρησμό. Διηγούνται ότι, καθώς η κόρη του Τροφώνιου Έρκυνα, και θεσπίστρια της λατρείας της Ευρώπης Δήμητρας, έπαιζε με την Κόρη της Δήμητρας, της έφυγε μια χήνα που κρατούσε στην αγκαλιά και μπήκε μέσα σε ένα σπήλαιο. Η κοπέλα την ακολούθησε και μετακινώντας μια πέτρα για να την πιάσει ανέβλυσε το νερό της πηγής του ποταμού που από το κορίτσι ονομάστηκε Έρκυνας. Όσοι επιθυμούσαν χρησμό, παρέμεναν αρκετές μέρες στο ιερό άλσος σε ένα κτίριο αφιερωμένο στον Αγαθό Δαίμονα και την Αγαθή Τύχη, κάνοντας λουτρά στα κρύα νερά της Έρκυνας και τρώγοντας το κρέας των κριαριών που θυσιάζονταν. Αν οι θυσίες ήταν ευνοϊκές, τότε δύο δεκατριάχρονα αγόρια που ονομάζονταν Ἑρμαῖ, τον έπλεναν και τον άλειφαν με λάδι στις πηγές του ποταμού. Ύστερα οι ιερείς του έδιναν να πιει από το νερό της Λήθης για να λησμονήσει όσα είχε στο μυαλό του. Μόνο τότε τον κατέβαζαν στο μαντείο και όταν επιστρέψει του δίνουν να πιει από το νερό της Μνημοσύνης, για να θυμηθεί όσα είδε και όσα άκουσε (Παυσ. 9.39.2-14).
 
Στους Δελφούς υπήρχε η Κασταλία***** πηγή. Σε αυτήν καθαίρονταν οι ιερείς του μαντείου και η Πυθία, πριν μπουν στον ιερό χώρο ή στον ναό για θυσίες και για άλλες τελετές (Παυσ. 10.8.9. Πίνδ., Απ. 52f). Σε σχόλιο στις Φοίνισσες του Ευριπίδη (στ. 222-225) αναφέρεται: Κασταλία ἐστί πηγή ἐν Πυθίᾳ, εἰς ἥν λέγουσι τὰς ἱεροδούλους παρθένους λούεσθαι, μελλούσας θεοπρόπιον φθέγγεσθαι παρά τῷ τρίποδι. Από το νερό αυτής της πηγής έπινε η Πυθία και προφήτευε: «Η προφήτισσα στους Δελφούς, μόλις πιει από τ' αγίασμα, γίνεται στη στιγμή θεόπνευστη και χρησμοδοτεί σ' εκείνους που πάνε στο μαντείο» (Λουκ., Ερμότ. 60). Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας δίδαξε την προφητική τέχνη στον Μελάμποδα στις όχθες του ποταμού Αλφειού. Κοντά στην πηγή κοιμήθηκε ο Πελίας και είδε σε όνειρο την ψυχή του Φρίξου που τον παρακινούσε να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας (Πίνδ., Πυθιον. ΙV, 163). Όταν πλέον επικράτησε η νέα θρησκεία, το τέλος της παλαιάς δηλώθηκε με τον εξής χρησμό (362 μ.Χ.): σεσίγηται γοῦν ἡ Κασταλίας πηγὴ καὶ Κολοφῶνος ἄλλη πηγὴ καὶ τὰ ἄλλα ὁμοίως τέθνηκε νάματα μαντικά (Κλ. Αλεξ., Προτρ., ΙΙ, 11, 10).
 
Άλλο χαρακτηριστικό κοινό των μαντείων, γενικά των ιερών τόπων και των θεοτήτων (Η Αθηνά ήταν συνδεδεμένη με την ελιά, η Ήρα στη Σάμο με τη λυγαριά, η Λητώ με τον φοίνικα πάνω στον οποίο στηρίχτηκε στη Δήλο για να γεννήσει. Το ξόανο της Αθηνάς στην Αθήνα ήταν από ξύλο ελιάς, της Ήρας στην Τίρυνθα από αγριαχλαδιά, το ειδώλιο του Διόνυσου από ξύλο ελάτου (σε έλατο βρήκε τον θάνατο ο Πενθέας). Στην Ολυμπία κυριαρχούσε η αγριελιά (κότινος), με την οποία στέφονταν οι νικητές των αγώνων. Πανάρχαιο έθιμο ήταν να κρεμούν οι άνθρωποι προσφορές στα δέντρα, όπως τα δέρματα των θηραμάτων, δίσκους, αιώρες που τις κουνούσε ο αέρας. Για τη μυθική φαντασία αυτά ήταν απαγχονισμοί-θυσίες), ήταν η παρουσία και η σημασία δέντρων στη μαντική και παρέπεμπαν σε ένα παλαιότερο λατρευτικό σύστημα δενδρολατρείας. Στη Δωδώνη από το θρόισμα των φύλλων της ιερής φηγού, της δρυός, οι ιερείς μάντευαν και ερμήνευαν τις βουλές του Δία, ενώ στα μαντεία του Απόλλωνα το φυτό δάφνη έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της μαντείας.
 
Ξεχωριστό είδος μαντείων ήταν τα νεκυιομαντεία (νεκρομαντεία, ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκυώρια), και συνδέονταν με εισόδους στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή με σπήλαια ή λίμνες. Με αυτή τη λογική, κάθε πόλη είχε τη δική της είσοδο στον Κάτω Κόσμο και το δικό της νεκυιμαντείο. Ωστόσο, γνωστά και καθιερωμένα νεκυιομαντεία (νεκρομαντεία, ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκυώρια) ήταν του Ποσειδώνα στον μυχό του Ταίναρου, στην Κύμη της Ιταλίας, το οποίο επισκέφθηκε ο Αινείας, στην Ερμιόνη της Αργολίδας, στην Κορώνεια της Βοιωτίας, στην Ηράκλεια του Πόντου κ.α. Το σπουδαιότερο και αρχαιότερο ήταν στον Αχέροντα****** της Θεσπρωτίας, κοντά στην Εφύρα (Οδ. κ 530 κ.ε.*******, λ 11-50********· Ηρ. 5, 92· Λουκ., Μένιππος 9.10.15· Παυσ. 1.17.5, 9.30· Πλούτ., Θησεύς 31.4). Δεν αποκλείεται τα νεκυιομαντεία γενικά, και ειδικότερα του Αχέροντα, να συνέβαλαν στη διαμόρφωση της φιλοσοφικής αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα (Πολιτεία 514a-520e)*********.
 
Τα νεκυιομαντεία δεν ελέγχονταν από παρακείμενες πόλεις και δεν υποστηρίζονταν από προσοδοφόρα ιερά. Οι πληροφορίες γι' αυτά δεν προέρχονται από επιγραφές, όπως για το μαντείο των Δελφών, αλλά από την επική και τραγική ποίηση και την πεζογραφία, κάτι που καθιστά δύσκολο τον ακριβή εντοπισμό τους αλλά και προκαλούνται αμφιβολίες για την ακρίβεια των πληροφοριών.
----------------------------
*Τα μαντεία του Δία στη Δωδώνη και του Άμμωνα Δία στην Αίγυπτο
«Δία της Δωδώνης, πρωτοκύβερνε, Πελασγικέ, που μένεις μακριά,
την παγερή αφεντεύοντας Δωδώνη, και τρογύρα
χαμοκοιτάμενοι, ανιφτόποδοι, ζουν οι Σελλοί οι δικοί σου
προφήτες».
(Ιλ., Π 233-235)
Στην Ήπειρο αναγνωρίζονται δύο λατρευτικά στρώματα: α) ένα τοπικό με τη λατρεία της Γης, του Δία, της Διώνης, της Περσεφόνης (Πρώιμη Εποχή Χαλκού), της δρυός, και β) ένα νοτιοελληνικό (αποικιακό) με τη λατρεία του Άδη, της Θέμιδος, της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης, της Αθηνάς, της Εκάτης, της Εστίας. Αντίστοιχα, και στη Δωδώνη το πρώτο και παλαιότερο λατρευτικό στρώμα είναι της Γης, όπως ακριβώς στους Δελφούς και την Ολυμπία, ενώ το δεύτερο και νεότερο είναι του Δία, ο οποίος λατρεύτηκε στη Δωδώνη από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ. Οι ιέρειες του χώρου, οι Πελειάδες, έψαλλαν: «Ζεὺς ἦν, Ζεὺς ἐστίν, Ζεὺς ἔσσεται· ὦ μεγάλε Ζεῦ. Γᾶ καρποὺς ἀνίει, διὸ κλῄζετε Ματέρα γαῖαν» (Παυσ. 10.12.10.10-11). Αυτός ο Δίας δεν είναι ουράνιος αλλά χθόνιος -νάιος (των νερών) ή φηγωνάιος.
Η λατρεία στη Δωδώνη ήταν καταρχάς υπαίθρια (δεντρολατρεία), μάλιστα ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. ο Δίας δεν είχε ναό στη Δωδώνη. Ακόμη και το γεγονός ότι ο πρώτος ναός του θεού ήταν περίκλειστος και όχι ναός με εξωτερική κιονοστοιχία (ιερά οικία) καταδηλεί τον χθόνιο χαρακτήρα της λατρείας, όπως και το γεγονός ότι η δρυς συνδέεται με χθόνιες θεότητες: τον Ποσειδώνα, τη Δήμητρα, τις Ερινύες.
Ο ιδρυτικός μύθος του μαντείου προδηλώνει την ανατολική καταγωγή του μοτίβου του ιερού δέντρου. Φοίνικες απήγαγαν από το ιερό των Θηβών δύο ιέρειες, τις οποίες μετέφεραν στη Λιβύη. Η μία ίδρυσε το μαντείο του Άμμωνα Δία και η άλλη στη Δωδώνη το μαντείο του Δωδωναίου Δία. Ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι δυο μαύρα περιστέρια έφυγαν από τις Θήβες για τη Λιβύη και τη Δωδώνη. Αν σκεφτεί κανείς ότι πελία είναι το περιστέρι, που όμως σημαίνει και γραία, και ότι Πελιάδες ονομάζονταν οι ιέρειες του μαντείου, που ήταν τρεις (πρβ. το χρυσό δαχτυλίδι των Μυκηνών με τα τρία περιστέρια αλλά και τα τρία περιστέρια στον ναό της Κνωσού), εύκολα μπορεί κανείς να προχωρήσει σε συσχετισμούς. Σημειωτέον ότι το περιστέρι ήταν σύμβολο της θεάς Γης και της Αφροδίτης αργότερα.
Στους ελληνιστικούς χρόνους διαπλάστηκαν και άλλοι ιδρυτικοί μύθου για το μαντείο, η αφετηρία των οποίων ήταν πολιτική. Σε μια περίπτωση ο μύθος θέλει να αποδείξει ότι ο ιδρυτής του μαντείου ήταν Θεσσαλός: ο δρυτόμος Ελλός, γιος του Θεσσαλού, εμποδίστηκε από ένα περιστέρι να κόψει την ιερή δρυ, με αποτέλεσμα από δρυτόμος να γίνει ιερέας του Δία· σύμφωνα με άλλη εκδοχή, που παραδίδει ο Πρόξενος, ήταν ο Μολοσσός Μαρδύλας που προσπάθησε να κόψει τη δρυ κι έγινε τελικά ο πρώτος ιερέας του Δία. Και στις δύο εκδοχές, το δέντρο είναι παλαιότερο του μαντείου και ο επίδοξος υλοτόμος μετασχηματίζεται σε φύλακα του δέντρου και ιδρυτή του μαντείου, σε αντίθεση με τον Λυκούργο που προχώρησε στο κόψιμο του δέντρου και την τελική τιμωρία.
Γιατί όμως δρυς και όχι κάποιο άλλο δέντρο;
Είναι γνωστό ότι οι δρυς, δέντρα ψηλά, τραβούν τον κεραυνό που εκλαμβάνεται ως επιφάνεια του θεού, οπότε ο τόπος εκλαμβάνεται ως ενηλύσιος. Αυτό μπορούμε να το εκλάβουμε ως την απαρχή της λατρείας στην περιοχή, που στη συνέχεια ενισχύθηκε από ένα ισχυρότατο μυθολογικό πλέγμα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους μύθους, δρυς είναι το δέντρο, επάνω στο οποίο ο Ζας (ή Ζαν = ο Δίας) άπλωσε το πέπλο που θα χάριζε στη γυναίκα του Χθονίη για τους γάμους τους:
 
Και την τρίτη ημέρα του γάμου ο Ζας φτιάχνει ένα μεγάλο και ωραίο φόρεμα και το στολίζει με τη Γη και τον Ωγηνό και τα δώματα του Ωγηνού «με τούτο εδώ σε τιμώ, θέλοντας τούτοι οι γάμοι να είναι δικοί σου. Χαίρε και γίνε ταίρι μου». Και λένε ότι αυτά ήταν τα πρώτα ανακαλυπτήρια: έτσι γεννήθηκε αυτό το έθιμο και για τους θεούς και για τους ανθρώπους. (Greek Papyri)
 
Για να μάθουν τι είναι η φτερωτή βαλανιδιά και το στολισμένο φόρεμα που έχει πάνω της… (Ισίδωρος ο Γνωστικός)
 
Για την ερμηνεία του αποσπάσματος οι επιμελητές της έκδοσης των Προσωκρατικών Φιλοσόφων σημειώνουν:
Ο κορμός και τα κλαδιά της [δρυός] είναι το στήριγμα και οι ρίζες της γης. Σύμφωνα με το λαϊκό κοσμοείδωλο η γη έχει ρίζες, και τον χειμώνα τα κλαδιά ενός δέντρου μοιάζουν με μεγάλες αναποδογυρισμένες ρίζες. Η βαλανιδιά είναι φτερωτή εξαιτίας της εμφάνισης των κλαδιών της, που απλώνονται σαν φτερούγες. Πάνω σε αυτά τα κλαδιά ο Ζας απόθεσε το φόρεμα, στολισμένο με τη Γη και τον Ωγηνό, που αντιπροσωπεύουν την επιφάνεια της γης. Η βαλανιδιά διαλέχτηκε, επειδή συνδεόταν, περισσότερο από κάθε άλλο δέντρο, με τον Δία. Έτσι, σύμφωνα με την ερμηνεία που προτείνω, ο Ζας διάλεξε ή έκανε να φυτρώσει μαγικά μια μεγάλη βαλανιδιά, για να γίνει θεμέλιο της γης ή κάλεσε από μακριά μια βαλανιδιά, που πέταξε με μαγικό τρόπο ως αυτόν, χρησιμοποιώντας τα κλαδιά της για φτερούγες. Κατόπιν ο Ζας υφαίνει ένα ρούχο, το στολίζει με τη γη και τον ωκεανό και το αποθέτει πάνω στα απλωμένα κλαδιά της βαλανιδιάς, για να σχηματίσει έτσι την επιφάνεια της γης.
Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι εδώ περιγράφεται το σύνολο της φύσης και ότι η πτώση του κεραυνού πάνω στη βαλανιδιά αντανακλά την ένωση του ουράνιου θεού με τη γη, όπως αυτή διασώζεται και στον μύθο της ένωσης του Δία με τη Σεμέλη.
Σε αυτόν τον Δία τον Δωδωναίο τον Πελασγικό προσεύχεται ο Αχιλλέας κάνοντας αναφορά στο ιερατείο του, γνωστό μόνο από την Ιλιάδα. Οι ιερείς ονομάζονταν Σελλοί, έμεναν «ἂλουτοι» και κοιμόντουσαν στη γη, για να βρίσκονται σε διαρκή επαφή μαζί της και να αντλούν από αυτή τη δύναμή τους (Ιλ., Π, 233-235). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνηθισμένη τακτική των μαντείων, να προηγείται καθαρμός στις πηγές που βρίσκονταν κοντά τόσο στους χρησμωδούς όσο και σε αυτούς που δέχονταν τον χρησμό.
Όσοι ενδιαφέρονταν να πάρουν χρησμό έγραφαν το ερώτημά τους σε χάλκινο έλασμα. Οι υποφήτες Σελλοί και οι σκοτεινές προφήτισσες του μαντείου, οι Πέλειες, χρησμοδοτούσαν από το θρόισμα των φύλλων της φηγού, το πέταγμα και τους κρωγμούς των περιστεριών, τον ήχο των λεβήτων που περιέβαλλαν την ιερή φηγό, την κερκυραϊκή μάστιγα κτλ. Ήχοι, φτερωτές οντότητες και το σταθερό δέντρο συνέβαλαν στη διαδικασία της μαντικής.
 
**Η ίδρυση του μαντείου των Δελφών
Εξίσου παλιά με του μαντείου της Δωδώνης είναι η καταβολή του μαντείου των Δελφών, για το οποίο ο ομηρικός ύμνος στον Απόλλωνα (στ. 393) παραδίδει ότι οι πρώτοι πιστοί που φέρνει ο Απόλλωνας στο ιερό του έρχονται από την Κρήτη, όπου η δεντρολατρεία είχε γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση. Ο μύθος του θεού που κυνηγάει τη νύμφη Δάφνη που μετατρέπεται στο ομώνυμο δέντρο έρχεται να στηρίξει την υπόθεση της παλαιότερης στον τόπο δενδρολατρείας1 που υποτάσσεται στον νέο θεό αλλά παίζοντας ένα σημαντικό ρόλο στη λατρεία του: με δάφνη καθάρθηκε ο ίδιος ο θεός, όταν σκότωσε το φίδι των Δελφών· με δάφνη εξάγνισε τον Ορέστη από τον φόνο της μητέρας του· με φύλλα δάφνης επιτυγχανόταν η ένωση της Πυθίας με τον θεό και η χρησμοδότηση· φύλλα δάφνης από τα θεσσαλικά Τέμπη χρησιμοποιούνταν για να κατασκευάζονται τα στεφάνια των νικητών στους Πυθικούς αγώνες…

1. Εξάλλου, στον τόπο που ο Απόλλωνας ίδρυσε το δικό του μαντείο, είχε το μαντείο της η Θέμιδα.
 
***Η ίδρυση του μαντείου του Απόλλωνα στην Κλάρο
Κολοφώνιοι δὲ τὸ μὲν ἱερὸν τὸ ἐν Κλάρῳ καὶ τὸ μαντεῖον ἐκ παλαιοτάτου γενέσθαι νομίζουσιν· ἐχόντων δὲ ἔτι τὴν γῆν Καρῶν ἀφικέσθαι φασὶν ἐς αὐτὴν πρώτους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κρῆτας, Ῥάκιον καὶ ὅσον εἵπετο ἄλλο τῷ Ῥακίῳ [καὶ ὅσον τι] πλῆθος, ἔχον τὰ ἐπὶ θαλάσσῃ καὶ ναυσὶν ἰσχῦον· τῆς δὲ χώρας τὴν πολλὴν ἐνέμοντο ἔτι οἱ Κᾶρες. Θερσάνδρου δὲ τοῦ Πολυνείκους καὶ Ἀργείων ἑλόντων Θήβας [καὶ] ἄλλοι τε αἰχμάλωτοι καὶ ἡ Μαντὼ τῷ Ἀπόλλωνι ἐκομίσθησαν ἐς Δελφούς· Τειρεσίαν δὲ κατὰ τὴν πορείαν τὸ χρεὼν ἐπέλαβεν ἐν τῇ Ἁλιαρτίᾳ. ἐκπέμψαντος δὲ σφᾶς ἐς ἀποικίαν τοῦ θεοῦ, περαιοῦνται ναυσὶν ἐς τὴν Ἀσίαν, καὶ ὡς κατὰ τὴν Κλάρον ἐγένοντο, ἐπεξίασιν αὐτοῖς οἱ Κρῆτες μετὰ ὅπλων καὶ ἀνάγουσιν ὡς τὸν Ῥάκιον· ὁ δὲ-μανθάνει γὰρ παρὰ τῆς Μαντοῦς οἵτινές τε ἀνθρώπων ὄντες καὶ κατὰ αἰτίαν ἥντινα ἥκουσι- λαμβάνει μὲν γυναῖκα τὴν Μαντώ, ποιεῖται δὲ καὶ τοὺς σὺν αὐτῇ συνοίκους. (Παυσ. 7.3.1.1 -7.3.2.8)
[Οι Κολοφώνιοι πιστεύουν ότι το ιερό και το μαντείο στην Κλάρο ιδρύθηκαν στα πολύ παλιά χρόνια. Ισχυρίζονται ότι, όταν ακόμη είχαν έρθει στη χώρα οι Κάρες, οι πρώτοι Έλληνες που έφτασαν εκεί ήταν Κρήτες με αρχηγό τον Ράκιο που τον ακολουθούσε και άλλο μεγάλο πλήθος. Αυτοί κατέλαβαν τα παραθαλάσσια και είχαν ισχυρό στόλο. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της χώρας εξακολουθούσαν να το κατέχουν οι Κάρες. Όταν ο Θέρσανδρος, ο γιος του Πολυνείκη, και οι Αργείοι κατέλαβαν τη Θήβα, μεταξύ των άλλων αιχμαλώτων που έφεραν στον Απόλλωνα στους Δελφούς ήταν και η Μαντώ. Τον Τειρεσία τον βρήκε ο θάνατος κατά την πορεία στην Αλιαρτία. Και όταν ο θεός τους έστειλε μακριά να ιδρύσουν αποικία, διαπεραιώθηκαν με τα πλοία στην Ασία, αλλά όταν ήρθαν στην Κλάρο, οι Κρήτες τους επιτέθηκαν με όπλα και τους οδήγησαν στον Ράκιο. Αυτός, μαθαίνοντας από τη Μαντώ ποιοι είναι και γιατί είχαν έρθει, πήρε για γυναίκα του τη Μαντώ και τους επέτρεψε να εγκατασταθούν στη χώρα του και να συγκατοικήσουν.]
 
****Ο Θουκυδίδης για τα μαντεία, τους μάντεις και τους χρησμολόγους
«Και ολόκληρος η άλλη Ελλάς ευρίσκετο εις μετέωρον κατάστασιν, εφόσον τα δύο σημαντικώτερα κράτη ήρχοντο εις χείρας. Και πολλά μεν μαντικά λόγια εφέροντο από στόμα εις στόμα, πολλούς δε χρησμούς έψαλλαν οι χρησμολόγοι, όχι μόνον μεταξύ των μελλόντων να πολεμήσουν, αλλά και καθ' όλην την Ελλάδα. Εκτός τούτου, η Δήλος, ολίγον προ των γεγονότων τούτων, έπαθε σεισμόν, ενώ δεν είχεν υποστή τοιούτον προηγουμένως, εφόσον τουλάχιστον φθάνει η μνήμη των Ελλήνων. Ελέγετο άλλωστε και επιστεύετο ότι ο σεισμός αυτός ήτο ο προάγγελος των επικειμένων γεγονότων, και κάθε άλλο ανάλογον επεισόδιον, το οποίον ελάμβανε χώραν, εξητάζετο με πολλήν προσοχήν. Και χρησμολόγοι έψαλλαν χρησμούς παντός είδους, αναλόγως της ψυχικής διαθέσεως του καθενός εκ των ακροατών.» (Β, 8 και 21)
«Όταν αι εκ Σικελίας ειδήσεις έφθασαν εις τας Αθήνας, επί πολύν χρόνον εδυσπίστουν εις το μέγεθος της πανωλεθρίας, παρ' όλας τας θετικάς πληροφορίας των πλέον αξιοπίστων στρατιωτών που είχαν διαφύγει από το θέατρον της καταστροφής. Αλλ' όταν εβεβαιώθησαν περί τούτου εμαίνοντο κατά των ρητόρων, οι οποίοι τους είχαν εξωθήσει εις την εκστρατείαν, ως να μη την είχαν ψηφίσει οι ίδιοι, και συγχρόνως ηγανάκτουν εναντίον των χρησμολόγων και των μάντεων και όλων εκείνων, οι οποίοι διά των προφητειών των είχαν διεγείρει τότε την ελπίδα κατακτήσεως της Σικελίας.» (Η, 1)
 
*****Η νύμφη Κασταλία
Η Κασταλία ήταν μια νέα από τους Δελφούς που την ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας. Ο θεός την κυνήγησε και αυτή έπεσε στην πηγή που από τότε πήρε το όνομά της και αφιερώθηκε στον θεό. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές η Κασταλία ήταν κόρη του Αχελώου και γυναίκα του βασιλιά Δέλφου. Απέκτησε μαζί του ένα γιο, τον Καστάλιο, που έγινε βασιλιάς στη χώρα των Δελφών μετά τον θάνατο του πατέρα του.
 
******Το νεκρομαντείο στον Αχέροντα
Ο ανασκαφέας του νεκρομαντείου αρχαιολόγος Σωτήρης Δάκαρης περιέγραψε τον χώρο:
«εκεί στη μέση είναι ένας βράχος (και μια σπηλιά), η είσοδος στον Άδη»:
«Στην αυλή έμπαινε κανένας από τη βόρεια είσοδο. Τα δωμάτια και οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της αυλής χρησίμευαν για τη διαμονή των ιερέων και των επισκεπτών πριν μπουν στο ιερό του Άδη. Από εκεί ο επισκέπτης περνούσε το βόρειο διάδρομο του ιερού που είχε τρεις τοξωτές πύλες. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν δύο δωμάτια και ένας λουτρώνας που χρησίμευαν για την εγκοίμηση των προσκυνητών. Εκεί, στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο προσκυνητής υποβαλλόταν σε ψυχική και σωματική προετοιμασία. Ύστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου για την τελική προετοιμασία. Όταν, τέλος, έφτανε η κρίσιμη στιγμή της επικοινωνίας με τους νεκρούς, εισερχόταν ο προσκυνητής με τον ιερέα-οδηγό στον ανατολικό διάδρομο. Ύστερα περνούσε ένα λαβύρινθο, ένα διάδρομο μαιανδρικό, που υπέβαλλε στον επισκέπτη την εντύπωση της περιπλάνησης στους σκοτεινούς και σκολιούς δρόμους του Άδη. Ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες Περνώντας την τελευταία πύλη, έφτανε στην κεντρική αίθουσα. Εκεί έριχνε ακόμη ένα αποτρόπαιο λιθάρι και έχυνε στο λίθινο δάπεδο τις χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσμου, τον Αϊδωνέα και την Περσεφόνης, που κατοικούσαν στην υπόγεια αίθουσα. Εκεί ήταν το τέλος της πορείας του.»
Στο νεκυιομαντείο του Αχέροντα η κεντρική αίθουσα στην οποία κατέληγε ο πιστός ύστερα από δαιδαλώδη πορεία σε λαβύρινθο έχει ονομαστεί των ειδώλων.
Κάτω από αυτή υπήρχε μια ισομεγέθης λαξευμένη στον βράχο αίθουσα, «πιθανώς στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προϊστορική λατρεία».
«Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων βρέθηκαν και μια μάζα από σιδερένιους τροχούς άρματος, ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένοι χάλκινοι τροχοί από καταπέλτες του 3ου αι. π.Χ. και καστάνιες (αρχ. επίσχεστρα). Η φύση και η θέση του ευρήματος στο βάθος της αίθουσας, εκεί όπου εμφανίζονταν τα είδωλα, μαρτυρούν ότι η μηχανή αυτή προοριζόταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή της αίθουσας. Πιθανώς πρόκειται για γερανό, στου οποίου το ένα άκρο ήταν κρεμασμένο το είδωλο του νεκρού και στο άλλο το αντίβαρο. Για τον σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι του κεντρικού ιερού με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν στην ανωδομία τους κρυφούς διαδρόμους, όπου μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς. οι τοίχοι ψηλότερα ήταν χτισμένοι με μεγάλα τούβλα, πολλά από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Μεταξύ των δύο εξωτερικών τοίχων σχηματίζονταν διάδρομοι πλάτους 1,50 ή 2,40μ. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή, με τη βοήθεια του γερανού εμφανίζονταν τα σκηνοθετημένα είδωλα των νεκρών και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους.»
Ο προσκυνητής οφείλει να υποβληθεί σε τριήμερο καθαρμό, προκειμένου να αποκτήσει συνείδηση, και στη συνέχεια να αποχωρήσει και να μην πει τίποτε για όσα είδε και άκουσε, όπως ακριβώς η Άλκηστη στην ομώνυμη τραγωδία. Τι οφείλει να κάνει ο δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου που ανέβηκε και είδε τα πράγματα κάτω από το φως του ήλιου; Ακριβώς το αντίθετο: να ξανακατεβεί κάτω και να λύσει την «ιερή» σιωπή, να μιλήσει και να αποκαλύψει την αλήθεια, και όχι να επαναπαύεται στην ατομική κατάκτηση της αλήθειας (519d). Πόσο εύκολο είναι αυτό; Όσο θα ήταν για κάποιον να πείσει έναν προετοιμασμένο να δει τα είδωλα των νεκρών ότι όλα είναι απάτη. Τόσο εύκολο και τόσο επικίνδυνο.
 
*******Οι προφητείες του Τειρεσία στον Οδυσσέα 1
Κι όταν τον Ωκεανό διαβείς, θα ιδείς ένα ακρογιάλι
μικρό, με γύρω φουντωτά της Περσεφόνης δάση,
όλο από λεύκες λυγερές κι ιτιές καρποτινάχτρες.
Εκεί στον άπατο Ωκεανό ν' αράξεις το καράβι,
και συ στον Άδη πήγαινε τον καταραχνιασμένο,
που μέσα στον Αχέροντα τρέχει ο Πυριφλογάτος
κι ο Κωκυτός, απ' τα νερά της Στύγας ξεκομμένος
κι οι βροντολάλοι ποταμοί στον ίδιο βράχο σμίγουν.
Εκεί, λοιπόν, πολέμαρχε, κοντά κοντά περνώντας,
άνοιξε λάκκο ως μιαν οργιά το φάρδος και το μάκρος
και χύσε γύρω του χοές στους πεθαμένους όλους,
μέλι με γάλα στην αρχή, γλυκό κρασί κατόπι,
τρίτο νερό, και με λευκό πασπάλισέ τα αλεύρι.
Και τάξε στις ανάζωες των πεθαμένων κάρες,
σαν πας στο Θιάκι, στέρφα σου δαμάλα να τους σφάξεις,
την πιο καλή και τη φωτιά με δώρα να στολίσεις,
κι ένα κριάρι χωριστά στον Τειρεσία μαύρο
να σφάξεις το καλύτερο που θα ᾽χεις στο κοπάδι.
Και στα σεβάσμια των νεκρών να δεηθείς τα πλήθη,
σφάξε κριάρι τότε εκεί και μαύρη προβατίνα,
γυρίζοντας στ' αφώτιστο σκοτάδι το λαιμό τους,
και στρέψε αλλού το πρόσωπο, στου ποταμού το ρέμα.
Άπειρες τότε εκεί ψυχές των πεθαμένων θα ᾽ρθουν,
και τους συντρόφους πρόσταξε κατόπι να σηκώσουν
τ' αρνιά που κείτουνται στη γης σφαγμένα με μαχαίρι,
κι αφού τα γδάρουν, στης φωτιάς τη φλόγα να τα κάψουν,
στην Περσεφόνη τάζοντας και στον ανίκητο Άδη.
Και συ τραβώντας το σπαθί κάτσε και μην αφήνεις
τις άζωες κάρες των νεκρών στο αίμα να ζυγώσουν
καθόλου, πριν συμβουλευτής το γερο - Τειρεσία.
Τότε σε λίγο θα φανεί, πολέμαρχε, ο προφήτης
κι ευτύς το δρόμο θα σου πει, του ταξιδιού το μάκρος,
και στην πατρίδα πώς θα πας τη θάλασσα περνώντας
(Οδ. κ 530-540)
 
********Ο Οδυσσέας στον Άδη
Όλη τη μέρα αρμένιζε με τα πανιά ανοιγμένα
Κι ο ήλιος σα βασίλεψε κι ισκιώσανε όλοι οι δρόμοι,
τα πέρατα του τρίσβαθου Ωκεανού είχε φτάσει.
Εκεί ήταν των Κιμμερινών ο τόπος κι η πατρίδα,
που τους σκεπάζουν σύγνεφα κι ένα πηχτό σκοτάδι.
Ποτέ, με τις αχτίδες του δεν τους φωτίζει ο ήλιος,
μήδ' όταν στον αστρόφωτο τον ουρανό ανατέλλει,
μήδ' όταν πίσω προς τη γη γυρίζει απ' τα ουράνια,
μόν' τους σκεπάζει ένα βαθύ τους άμοιρους σκοτάδι.
Εκεί ήρθαμε κι αράξαμε, και παίρνοντας μαζί μας
τ' αρνιά, τραβούσαμε κοντά στου Ωκεανού το ρέμα,
ωσότου φτάσαμε έπειτα στο μέρος που 'πε η Κίρκη.
Ο Περιμήδης τα σφαχτά κι ο Ευρύλοχος βαστούσαν,
Τράβηξα τότε απ' το μηρί το μυτερό σπαθί μου
κι άνοιξα λάκκο, ως μιαν οργιά το φάρδος και το μάκρος
κι έχυσα γύρω του χοές στους πεθαμένους όλους,
μέλι με γάλα στην αρχή, γλυκό κρασί κατόπι,
τρίτο νερό, και με λευκό τα πασπαλίζω αλεύρι.
Κι έταζα στις ανάζωες των πεθαμένων κάρες
στέρφα δαμάλα, όταν βρεθώ στο Θιάκι, να τους σφάξω,
την πιο καλή και τη φωτιά με δώρα να στολίσω,
κι ένα κριάρι χωριστά στον Τειρεσία μαύρο
να σφάξω, το καλύτερο που θα ᾽χω στο κοπάδι.
Κι αφού στα πλήθη των νεκρών με τάματα κι ευχές μου
δεήθηκα, πήρα τ' αρνιά και τα ᾽σφαξα στο λάκκο
και πότισε το αίμα τους τη γη· κι απ' το σκοτάδι
των πεθαμένων οι ψυχές συνάχτηκαν σε λίγο,
κορίτσια, αγόρια λεύτερα, βασανισμένοι γέροι,
παρθένες απαλόκορμες με νιόθωρη τη λύπη,
κι άλλοι που με τα χάλκινά τους χτύπησαν κοντάρια,
με τ' άρματα αιματόβρεχτα και πολεμοσφαγμένοι.
Κι όλοι στο λάκκο τρέχανε, άλλοι απ' αλλού χιλιάδες,
μ' αλαλαγμούς ανείπωτους που κέρωσα απ' το φόβο.
Τότε είπα στους συντρόφους μου να γδάρουν και να κάψουν
τ' αρνιά, που κείτονταν στη γη σφαγμένα με μαχαίρι,
στην Περσεφόνη τάζοντας και στον ανίκητο Άδη.
Έπειτα βγάζω απ' το μηρί το μυτερό σπαθί μου,
και κάθισα, μήδ' άφηνα καθόλου να ζυγώσουν
κοντά στο αίμα οι άζωες των πεθαμένων κάρες,
προτού ρωτήσω την ψυχή του μάντη Τειρεσία.
(Οδ. λ 11-50)
 
*********Η αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα και τα νεκυιομαντεία
Γνωστά και παραδεδομένα στους ακροατές σχήματα και θέματα από τη θρησκεία και την τελετουργία φαίνεται ότι χρησιμοποιεί ο Πλάτων και στην αλληγορία του σπηλαίου (Πολιτεία 514a-520e). Επισημαίνουμε ορισμένα στοιχεία στην αφήγηση:
1. Η όλη ιστορία εκτυλίσσεται σε σπήλαιο («εν καταγείωι οικήσει σπηλαιώδει», 514a), σε ένα άνοιγμα της γης, όπως και με την περίπτωση του Γύγη, έναν τόπο επικοινωνίας των δύο κόσμων, του πάνω και του κάτω, έναν οριακό τόπο.
2. Η ανάβαση από το σπήλαιο στον έξω κόσμο γίνεται από έναν κακοτράχαλο και ανηφορικό δρόμο. Τον ίδιο δρόμο, προς τα κάτω αυτή τη φορά, θα ακολουθήσει αυτός που θα θελήσει να επιστρέψει στο σπήλαιο, για να κάνει κοινωνούς της αλήθειας τους άλλους δεσμώτες (516a).
3. Η ανάβαση γίνεται με τη βοήθεια κάποιου (516a).
4. Ό,τι έβλεπαν οι δεσμώτες ήταν οι σκιές των αληθινών όντων (515c-d).
5. Μέσα στο σπήλαιο υπάρχουν «κατασκευές» σαν των θαυματοποιών απ' όπου δείχνουν «τις ταχυδακτυλουργίες τους» (514b-515a).
6. Η ανάβαση στον επάνω κόσμο είναι ένα πνευματικό ταξίδι από τον κόσμο των φαινομένων στον πραγματικό κόσμο των ιδεών (515d).
Πόσο οικεία ήταν αυτά στον Αθηναίο πολίτη; Η γνώμη μας είναι ότι η τοπογραφία και τα διαδραματιζόμενα μέσα στο σπήλαιο ανακαλούσαν στη μνήμη την τοπογραφία του Άδη, τελετουργικά που διαδραματίζονταν σε σπήλαια, πολύ γνωστούς μύθους σχετικούς με καταβάσεις στον κάτω κόσμο. Πιο συγκεκριμένα:
1. Έξι, τουλάχιστον, καταβάσεις ζωντανών στον κάτω κόσμο ήταν γνωστές στους Αθηναίους από τη μυθολογία: του Θησέα και του Πειρίθου, του Ηρακλή, του Ορφέα, της Άλκηστης (η ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη παραστάθηκε μάλλον το 438), του Διόνυσου που κατεβαίνει στον Άδη και αναγάγει τη μητέρα του Σεμέλη, του Διόνυσου με τον Ξανθία στους Βατράχους του Αριστοφάνη, που παραστάθηκε το 405 π.Χ. (θυμίζουμε ότι η συγγραφή της Πολιτείας θα πρέπει να ολοκληρώθηκε γύρω στα 374 π.Χ.). Η κάθοδος περιγράφεται ως δύσκολο εγχείρημα και ο τόπος ως σκοτεινός και πολλές φορές βρομερός (Βάτραχοι, 273). Οι νεκροί περιγράφονται ως σκιές· όταν, για παράδειγμα, ο Ηρακλής ετοιμάζεται να επιτεθεί στη Γόργη, την αδελφή του Μελέαγρου, σαν να ήταν ζωντανή, ο Ερμής τον συγκρατεί λέγοντάς του ότι οι μορφές ήταν μόνο σκιές· η Ευρυδίκη πάλι θα διατηρούσε «τα απόκοσμα και φοβερά γνωρίσματα των υπάρξεων του κάτω κόσμου, ώσπου να την περιβάλει το φως του ήλιου». Και ακόμη: οι ζωντανοί συνοδεύουν τους νεκρούς στην πορεία τους προς τον επάνω κόσμο -ο Ηρακλής τον Θησέα και την Άλκηστη, ο Ορφέας την Ευρυδίκη, ο Διόνυσος τη Σεμέλη, ο Διόνυσος τον Αισχύλο· αντίστοιχα, όσοι απέκτησαν συνείδηση της αλήθειας θα οδηγήσουν τους δεσμώτες του σπηλαίου στο φως του ήλιου. Τέλος, ο Κέρβερος, ασυνήθιστος στο φως του ήλιου, θαμπώθηκε από τη λάμψη του και έβγαλε από το στόμα του χολή· το ίδιο θαμπώνονται και οι δεσμώτες, τόσο που επιθυμούν να επιστρέψουν πίσω, θεωρώντας όσα βλέπουν ως μη αληθινά.
2. Η ομηρική παράδοση, άλλα κείμενα της αρχαίας γραμματείας και τα αρχαιολογικά δεδομένα οδηγούν στην υπόθεση πως ό,τι περιγράφεται στην αλληγορία του σπηλαίου είναι ένα νεκυιομαντείο· ότι η πορεία προς τα πάνω, προς τον κόσμο της αλήθειας, είναι η αντιστροφή της πορείας του πιστού, ύστερα από ειδική προετοιμασία με τη βοήθεια των ιερέων, από τον κόσμο των ζωντανών προς τον κόσμο των νεκρών και από τον κόσμο του φωτός στον κόσμο του σκότους, όπου κανείς εναγκαλίζεται από τις δυνάμεις του σκότους.
Γνωστά νεκυιομαντεία στην αρχαιότητα ήταν του Ποσειδώνα στον μυχό του Ταίναρου, η σπηλιά του οποίου θεωρούνταν «κατάβαση» στον Άδη, στην Κύμη της Ιταλίας, το οποίο επισκέφθηκε ο Αινείας, στην Ερμιόνη της Αργολίδας, στην Κορώνεια της Βοιωτίας, στην Ηράκλεια του Πόντου κ.α. Όμως το σπουδαιότερο και αρχαιότερο ήταν το νεκυιομαντείο του Αχέροντα (Οδ. κ 500 κ.ε.)· Ηρ. 5, 92· Παυσ. 1, 17, 5· 9, 30, 6· Λουκ., Μένιππος 7 κ.ε.).
Ο αρχαιολόγος Σωτήρης Δάκαρης, λαμβάνοντας υπόψη την ομηρική παράδοση, την τοπογραφία στη δυτική Ήπειρο, στον νομό Πρέβεζας, στη βόρεια όχθη του Αχέροντα, τα τοπωνύμια και τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, ταυτίζει την περιοχή με τους Ἁΐδάου δόμους καὶ ἐπαινῆς Περσεγονείης (κ, 488 κ.ε.), την πολιτεία των Κιμμερίων, όπου φτάνουν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του (λ, 14 κ.ε.), την περιοχή όπου ο Οδυσσέας θα θυσιάσει ζώα στους νεκρούς του κάτω κόσμου, ώστε να μάθει από τον Τειρεσία με ποιον τρόπο θα επιστρέψει στην Ιθάκη.
Η κατατοπιστικότατη περιγραφή του χώρου από τον ανασκαφέα μας οδηγεί στην υπόθεση ότι ο Πλάτωνας θα πρέπει να είχε ως σημείο αναφοράς τα δρώμενα στο συγκεκριμένο νεκυιομαντείο, στο σημείο όπου ο Πυριφλεγέθων (Βουβός) και ο Κωκυτός (Μαύρος), που πηγάζει από τη Στύγα, σμίγουν με τον Αχέροντα στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας λίμνης, «εκεί στη μέση είναι ένας βράχος (και μια σπηλιά), η είσοδος στον Άδη»: «Στην αυλή έμπαινε κανένας από τη βόρεια είσοδο. Τα δωμάτια και οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της αυλής χρησίμευαν για τη διαμονή των ιερέων και των επισκεπτών πριν μπουν στο ιερό του Άδη. Από εκεί ο επισκέπτης περνούσε το βόρειο διάδρομο του ιερού που είχε τρεις τοξωτές πύλες. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν δύο δωμάτια και ένας λουτρώνας που χρησίμευαν για την εγκοίμηση των προσκυνητών. Εκεί, στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο προσκυνητής υποβαλλόταν σε ψυχική και σωματική προετοιμασία. Ύστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου για την τελική προετοιμασία. Όταν, τέλος, έφτανε η κρίσιμη στιγμή της επικοινωνίας με τους νεκρούς, εισερχόταν ο προσκυνητής με τον ιερέα-οδηγό στον ανατολικό διάδρομο. Ύστερα περνούσε ένα λαβύρινθο, ένα διάδρομο μαιανδρικό, που υπέβαλλε στον επισκέπτη την εντύπωση της περιπλάνησης στους σκοτεινούς και σκολιούς δρόμους του Άδη. Ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες. Περνώντας την τελευταία πύλη, έφτανε στην κεντρική αίθουσα. Εκεί έριχνε ακόμη ένα αποτρόπαιο λιθάρι και έχυνε στο λίθινο δάπεδο τις χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσμου, τον Αϊδωνέα και την Περσεφόνης, που κατοικούσαν στην υπόγεια αίθουσα. Εκεί ήταν το τέλος της πορείας του.»
Ποια είναι τα κοινά σημεία με την πλατωνική αφήγηση;
1. Οι δεσμώτες θυμίζουν τις ψυχές των νεκρών που ήταν όμοιες με σκιές, «είδωλα καμόντων», από τις οποίες έλειπε η συνείδηση.
2. Κατοικούν σ' ένα σπήλαιο, όπως οι θεοί του κάτω κόσμου κατοικούσαν σε υπόγεια αίθουσα.
3. Η ανάβαση θα γίνει με τη βοήθεια κάποιου, προφανώς του επαΐοντα-φιλοσόφου, όπως επαΐων στον τομέα του ήταν και ο ιερέας που οδηγούσε τον πιστό στον λαβύρινθο.
4. Δεσμώτες του πλατωνικού σπηλαίου και πιστοί του νεκυιομαντείου βλέπουν σκιές, είδωλα, και ακούν ήχους που προέρχονται από αυτά. Πιο συγκεκριμένα:
Στο νεκυιομαντείο του Αχέροντα η κεντρική αίθουσα στην οποία κατέληγε ο πιστός ύστερα από δαιδαλώδη πορεία σε λαβύρινθο έχει ονομαστεί των ειδώλων. Κάτω από αυτή υπήρχε μια ισομεγέθης λαξευμένη στον βράχο αίθουσα, «πιθανώς στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προϊστορική λατρεία».
«Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων βρέθηκαν και μια μάζα από σιδερένιους τροχούς άρματος, ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένοι χάλκινοι τροχοί από καταπέλτες του 3ου αι. π.Χ. και καστάνιες (αρχ. επίσχεστρα). Η φύση και η θέση του ευρήματος στο βάθος της αίθουσας, εκεί όπου εμφανίζονταν τα είδωλα, μαρτυρούν ότι η μηχανή αυτή προοριζόταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή της αίθουσας. Πιθανώς πρόκειται για γερανό, στου οποίου το ένα άκρο ήταν κρεμασμένο το είδωλο του νεκρού και στο άλλο το αντίβαρο. Για τον σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι του κεντρικού ιερού με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν στην ανωδομία τους κρυφούς διαδρόμους, όπου μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς. […] οι τοίχοι ψηλότερα ήταν χτισμένοι με μεγάλα τούβλα, πολλά από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Μεταξύ των δύο εξωτερικών τοίχων σχηματίζονταν διάδρομοι πλάτους 1,50 ή 2,40μ. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή, με τη βοήθεια του γερανού εμφανίζονταν τα σκηνοθετημένα είδωλα των νεκρών και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους.»
Χωρίς να ξεχνούμε ότι η περιγραφή αυτή αφορά στον 3ο αι. π.Χ., εντυπωσιάζουν οι ομοιότητες με τη λιτότατη αναφορά του Πλάτωνα σε «κατασκευές» μέσα στο σπήλαιο σαν των θαυματοποιών, απ' όπου δείχνουν «τις ταχυδακτυλουργίες τους» και από τη λίγο εκτενέστερη περιγραφή τους; «Όρα τοίνυν παρά τούτο το τειχίον φέροντας ανθρώπους σκεύη τε παντοδαπά υπερέχοντα του τειχίου και ανδριάντας και άλλα ζώια λίθινά τε και ξύλινα και παντοία ειργασμένα, οίον εικός τους μεν φθεγγομένους, τους δε σιγώντας των παραφερόντων.» (515a). Και λίγο παρακάτω: «Τι δ' ει και ηχώ το δεσμωτήριον εκ του καταντικρύ έχοι; Οπότε τις των παριόντων φθέγξαιτο, οίει αν άλλο τι αυτούς ηγείσθαι το φθεγγόμενον ή την παριούσαν σκιάν.» (515b).
5. Ο προσκυνητής οφείλει να υποβληθεί σε τριήμερο καθαρμό, προκειμένου να αποκτήσει συνείδηση, και στη συνέχεια να αποχωρήσει και να μην πει τίποτε για όσα είδε και άκουσε, όπως ακριβώς η Άλκηστη στην ομώνυμη τραγωδία. Τι οφείλει να κάνει ο δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου που ανέβηκε και είδε τα πράγματα κάτω από το φως του ήλιου; Ακριβώς το αντίθετο: να ξανακατεβεί κάτω και να λύσει την «ιερή» σιωπή, να μιλήσει και να αποκαλύψει την αλήθεια, και όχι να επαναπαύεται στην ατομική κατάκτηση της αλήθειας (519d). Πόσο εύκολο είναι αυτό; Όσο θα ήταν για κάποιον να πείσει έναν προετοιμασμένο να δει τα είδωλα των νεκρών ότι όλα είναι απάτη. Τόσο εύκολο και τόσο επικίνδυνο. Ο Πλάτων έχει εμπειρία της δυσκολίας από τον δάσκαλό του Σωκράτη.
Για τον Πλάτωνα το σπήλαιο αντιπροσωπεύει τον κόσμο των αισθήσεων που εξαπατούν. Οι ενοικούντες σε αυτό μοιάζουν με τις ψυχές των νεκρών που είναι όμοιες με σκιές, είδωλα καμόντων, με υπεράνθρωπες ιδιότητες χωρίς όμως συνείδηση. Αντίθετα, ο κόσμος ο φωτισμένος από τον ήλιο αντιπροσωπεύει τον κόσμο των ιδεών, την αλήθεια που προσεγγίζεται με τη λογική και όχι με τα τεχνάσματα. Είναι δηλαδή η ακριβώς αντίθετη κατάσταση από αυτή που περιγράφει ο Στράβων για το νεκυιομαντείο της Κύμης (5,4,5): «Είναι δε τοις περί το χρηστήριον έθος πάτριον, μηδένα τον ήλιον οράν, αλλά της νυκτός έξω πορεύεσθαι των χασμάτων· και διά τούτο τον ποιητήν περί αυτών ειπείν, ως άρα ουδέ ποτ' αυτούς / Ηέλιος φαέθων επιδέρκεται· ύστερον δε διαφθαρήναι τους ανθρώπους υπό βασιλέως τινός, ουκ αποβάντος αυτώ του χρησμού, το δε μαντείον έτι συμμένειν, μεθεστηκός εις έτερον τόπον». Αν εμείς αλλάζαμε λίγο της φράση του Σράβωνα λέγοντας ύστερον δε «διαφθαρήναι» τους ανθρώπους υπό βασιλέως φιλοσόφου, χρησιμοποιώντας το «διαφθαρήναι» κατ' ευφημισμόν και εννοώντας τον φωτισμό των ανθρώπων, την απομάκρυνσή τους από τον κόσμο των σκιών και των αισθήσεων και την είσοδό τους στον κόσμο του φωτός και των ιδεών, δεν θα βρισκόμαστε πολύ κοντά στην πλατωνική φιλοσοφία;

Σωκράτης και ρητορική τέχνη

Μπρος στην αλήθεια και στο ψέμα ο ρήτορας δείχνεται αδιάφορος· το μόνο πού επιθυμεί είναι η πειθώ (πειθούς δημιουργός έστιν η ρητορική), δηλαδή η υποταγή του άλλου με όπλο τον λόγο. Μπορεί, όταν μιλά για το δίκαιο και το άδικο, να κάνει τον άλλο υπάκουο και υπήκοο· δεν διδάσκει όμως, με αποτέλεσμα η δημαγωγία να είναι η πιο μεγάλη του ικανότητα. Νικά με τα λόγια (νικώντας τάς γνώμας), έχει τη δύναμη του λαοπλάνου και του τυφλοσούρτη (μηχανήν δέ τινα πειθούς ηυρηκέναι, ώστε φαίνεσθαι τοις ουκ ειδόσι μάλλον ειδέναι τών ειδότων, Γοργίας, 459 b-c)· Μα, σαν δύναμη και αυτή, έχει ανάγκη την οικονομία της. Παρόμοια με τον πυγμάχο και τον παγκρατιαστή, o ρήτορας δεν χτυπά αδιάκριτα φίλους και εχθρούς, οικείους και ξένους, παρά φροντίζει να διαλέγει τα θύματά του. «Τώρα, λοιπόν, προτού προχωρήσουμε, θα πρέπει να σκεφτούμε αν ο ρήτορας, σχετικά με το δίκαιο και το άδικο, το αισχρό και το καλό, το αγαθό και το κακό, είναι στην ίδια μοίρα σε σχέση με την υγεία και τις άλλες τέχνες και, δίχως να γνωρίζει τί είναι το αγαθό και το κακό, το καλό και το αισχρό, το δίκαιο και το άδικο, επειδή διαθέτει το όπλο της πειθούς (πειθώ περί αυτών μεμηχανημένος), καταφέρνει να φαίνεται στους ανήξερους πιο σοφός και από τούς σοφούς» (459 d).

Αυτονόητη αρχικά, η λέξη πειθώ μπορεί να σχιστεί στα δύο· από τη μια, αυτή πού χαρίζει την πίστη δίχως τη γνώση (ρητορική) και, από την άλλη, εκείνη πού, μαζί με την πίστη, προσφέρει και την επιστήμη (φιλοσοφία). Αντίστοιχες παρουσιάζονται και οι ζευγαρωτές σωκρατικές διακρίσεις· ο άνθρωπος χωρίζεται σε σώμα και ψυχή, επιφέροντας τη σύστοιχη διάκριση των τεχνών πού καταγίνονται με αυτές τις δύο περιοχές. Η πολιτική έχει να κάνει με την ψυχή, ενώ στο σώμα ανήκουν η γυμναστική και η ιατρική. Ό,τι είναι η κομμωτική προς τη γυμναστική, είναι και η μαγειρική προς την ιατρική. Σαφέστερα: το αντιθετικό ζεύγος κομμωτική/γυμναστική αναλογεί με το ζεύγος σοφιστική/νομοθετική· παρόμοια και η μαγειρική/ιατρική αναλογεί με τη ρητορική/δικαιοσύνη. Παρακολουθώντας αυτούς τούς δυϊσμούς, εύκολα βλέπουμε ότι το βασικό κριτήριο είναι η προσήλωση στην υγεία, ψυχική και σωματική. Η πολιτική του, αποβλέπει στην εξυγίανση[1]. Και η εξυγίανση της ψυχής δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τον συστηματικό εκπολιτισμό της.

Αδιάφορη για κάθε λογής υγεία, η ρητορική, όντας για την ψυχή ό,τι η μαγειρική για το σώμα, αποβλέπει στο σπάσιμο των νομικών εμποδίων, για να κερδίσει την παντοδυναμία, το μέγα δύνασθαι, την αναίρεση κάθε συμβατικής ηθικο-πολιτικής τάξης. «Μέσα στην κατάμεστη αγορά, Πώλε, μπορώ να πάρω ένα μαχαίρι στον κόρφο μου, έχω έτσι στα χέρια μου μια νέα δύναμη, εξαιρετικό όργανό τυραννίας, πού μου δίνει τη δυνατότητα, στη στιγμή, να σκοτώσω τον οποιονδήποτε, να σπάσω το κεφάλι ενός περαστικού ή να σχίσω τα ρούχα του...» (469 d). Αντιμέτωπος με την εκδοχή αυτής της ασύδοτης δύναμης πού οδηγεί στην αποχαλίνωση του εγκλήματος, δηλαδή στην καταστροφή της πόλης, o Σωκράτης έχει να αντιπροτείνει την απόλυτη «παθητικότητα» του πολίτη:

Πώλος: Σὺ ἄρα βούλοιο ἂν ἀδικεῖσθαι μᾶλλον ἢ ἀδικεῖν;

Σωκράτης: Βουλοίμην μὲν ἂν ἔγωγε οὐδέτερα· εἰ δ' ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι (469 b-c).

Στο όνομα της δίκης καταργεί ακόμη και τις ανθρώπινες σχέσεις, μια και, καταπώς πιστεύει, είναι αδύνατο να βιωθεί μια «ανθρώπινη» κατάσταση μέσα στην αδικία. Το σαράκι της άδικης πράξης κατατρώει την ψυχή· όταν το απαιτεί η περίσταση, όπως ακριβώς και ο Ευθύφρονας, πού δεν δίστασε να προσαγάγει στο δικαστήριο τον ίδιο τον πατέρα του, πρέπει να γινόμαστε κατήγοροι ακόμη και των πιο κοντινών μας ανθρώπων. Ο πολιτικός δεσμός με την πόλη ξεπερνά κάθε δεσμό αίματος και αισθήματος: πάνω απ’ όλα στέκει η επιβολή της δικαιοσύνης. Οι πόνοι της τιμωρίας πού επιβάλλει το δικαστήριο -με άλλα λόγια, η απόλυτη ηθική συνείδηση- είναι οι πόνοι της ψυχής πού, πίνοντας το φάρμακο του γιατρού-δικαστή, θεραπεύεται από την αρρώστια της (ιατρική γίνεται πονηρίας η δίκη). Με κλειστά μάτια, λοιπόν, καθώς και ο ασθενής στον θεραπευτή του, πρέπει να παραδίνεται ο ένοχος στο δικαστήριο (ὁ δὲ ὀρθῶς κολάζων δικαίως κολάζει. Γοργίας, 476 e). Στο όνομα του αγαθού και του καλού ας τον τυραννήσουν, ας τον χτυπήσουν, ας τον σκοτώσουν αν χρειαστεί· το δίκαιο και η αξιολογική τάξη υπερβαίνουν τη ζωή.

Σε τούτη την περίπτωση, η μόνη ρητορική την όποια θα μπορούσε να δεχτεί ο Σωκράτης είναι η ικανότητα πού, ευνοώντας τη δίκη, θα φανέρωνε το αδίκημα και θα συντόμευε έτσι τη διαδικασία της τιμωρίας. Μόλις ο βιαστής βιαστεί όπως βίασε, το κοινωνικό σώμα ξαναβρίσκει τη χαμένη του ισορροπία.