Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Δημαγωγούς ή ηγέτες;

Ποιος αλήθεια λογικός άνθρωπος, αν ήταν ξένος και δεν είχε προλάβει να διαφθαρεί κι αυτός μαζί μας, βλέποντάς μας δεν θα μας περνούσε για σχιζοφρενείς; Από τη μια επαιρόμαστε για τα κατορθώματα των προγόνων μας κι έχουμε την αξίωση να εκθειάζουν την πόλη μας για τα αλλοτινά της επιτεύγματα, κι από την άλλη κάνουμε τα εντελώς αντίθετα από εκείνους.

[Το πρόβλημα είναι ότι] Έχετε αποκτήσει την συνήθεια να απορρίπτετε τους πάντες – εκτός από εκείνους που συμβαδίζουν με τις επιθυμίες σας. Κάνετε έτσι τους ρήτορες να μην προβληματίζονται σχετικά με το τι συμφέρει την πόλη, αλλά να βγάζουν λόγους για να σας ευχαριστήσουν. Σε αυτό επιδίδονται οι περισσότεροι. Κι όμως, αν πράγματι θέλετε το συμφέρον της πόλης, περισσότερο πρέπει να δίνετε προσοχή σε εκείνους που σας εναντιώνονται, παρά σ’ εκείνους που σας χαρίζονται. Διότι όσοι σας λένε μόνο ό,τι θέλετε να ακούσετε μπορεί κάλλιστα να σας εξαπατούν – τα ευχάριστα λόγια επισκοτίζουν τη δυνατότητά σας να διακρίνετε το καλύτερο –, ενώ από όσους δεν σας συμβουλεύουν χαϊδεύοντάς σας τ’ αφτιά δεν κινδυνεύετε να πάθετε κάτι τέτοιο· γιατί ο μόνος τρόπος για να σας μεταπείσουν αυτοί είναι να σας καταδείξουν τι συμφέρει την πόλη. Άλλωστε, πως είναι δυνατόν οι πολίτες να κρίνουν τα περασμένα ή να σκεφθούν για τα μέλλοντα, αν δεν παραθέτουν τους λόγους των διαφωνούντων και δεν ακούνε και τους μεν και τους δε με την ίδια προσήλωση;

Φοβάμαι βέβαια μήπως ματαιοπονώ. Έχουμε εδώ και πολύ καιρό διαφθαρεί από ανθρώπους που σε τίποτε άλλο δεν είναι ικανοί απ’ το να μας απατούν και οι οποίοι τόσο περιφρονούν το λαό, ώστε και σε πόλεμο δεν θα διστάσουν να τον παρασύρουν προκειμένου να χρηματισθούν αυτοί.

Κι εκείνο που παρατηρώ είναι ότι η οργή σας στρέφεται περισσότερο εναντίον εκείνων που σας επικρίνουν παρά εναντίον εκείνων που έχουν γίνει αιτία των δεινών σας. Συνηθίζετε να μισείτε όχι τόσο τους υπαίτιους, όσο τους κατήγορους των σφαλμάτων. Και πραγματικά φοβούμαι μήπως προσπαθώντας να σας κάνω καλό με πληρώσετε με κανένα κακό! Θα ντρεπόμουν ωστόσο αν έδινα την εντύπωση ότι νοιάζομαι για την προσωπική μου φήμη κι όχι για την κοινή σωτηρία.

Χρέος και δικό μου και όλων όσοι πονούν την πόλη μας είναι να προτιμούμε όχι τους ευχάριστους, αλλά τους πιο ωφέλιμους λόγους. Να ξέρετε δε ότι, ενώ για τα νοσήματα του σώματος πολλές και διάφορες θεραπείες έχουν βρεθεί από τους γιατρούς, για τις ψυχές που είναι γεμάτες άγνοια και πονηρές επιθυμίες δεν υπάρχει άλλο φάρμακο από το λόγο που τολμά να επιπλήττει όσους σφάλουν. Μου φαίνεται μάλλον γελοίο να υπομένουμε τις καυτηριάσεις και τις τομές των γιατρών προκειμένου ν’ απαλλαγούμε από χειρότερους πόνους, και ν’ αποδοκιμάζουμε τους λόγους πριν
δούμε αν έχουν τη δύναμη να ωφελήσουν τους ακούοντες.

Κι ωστόσο, οι περισσότεροι ρητορεύουν ενώπιον του λαού υπερασπιζόμενοι όχι τα συμφέροντα της πόλης, αλλά αυτά άποτα οποία κάτι προσδοκούν να κερδίσουν. Απορώ πραγματικά που δεν μπορείτε να διακρίνετε ότι καμία φάρα δεν είναι χειρότερη για το λαό από τους πονηρούς ρήτορες και δημαγωγούς, γιατί αυτοί επιδιώκουν να στερούμαστε τα αναγκαία της καθημερινής ζωής, επειδή βλέπουν ότι όσοι είναι αυτάρκεις ανήκουν στην πόλη και διατυπώνουν τις ορθότερες απόψεις· ενώ όσοι ζουν απ’ το δημόσιο είναι αναγκασμένοι για να μην περιπέσουν σε ανέχεια , να τελούν υπό την εξουσία τους. Σε πενία λοιπόν, για να τους εξουσιάζουν, θα έβλεπαν ευχαρίστως να περιέρχονται όλοι οι πολίτες. Τρανή απόδειξη: δεν κοιτούν με ποιο τρόπο θα παράσχουν τα προς το ζην σε όσους έχουν ανάγκη, αλλά πώς θα εξισώσουν τους θεωρούμενους πλούσιους με τους απόρους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από το να ηγούνται οι χειρότεροι των καλύτερων και να προστάζουν οι πλέον ανόητοι τους φρονιμότερους. Οι ηγέτες εκείνοι που ανταποκρίνονται στα όσα πρέπει να πράξουν, οφείλουν να αγαπούν ταυτόχρονα τους πολίτες και την πόλη τους· διότι ούτε ίππους ούτε σκύλους ούτε ανθρώπους ούτε κανένα άλλο πράγμα εξουσιάζει κανείς καλά, αν δεν χαίρεται για αυτά που πρέπει να φροντίζει. Να μεριμνούν για το λαό και να θεωρούν πρωταρχικό να είναι ευχαριστημένος από τη διακυβέρνησή τους – δεδομένου ότι, από τα ολιγαρχικά και από όλα τα άλλα καθεστώτα, τα μακροβιότερα είναι όσα υπηρετούν καλύτερα το λαό.

Ο σωστός ηγέτης ούτε επιτρέπει να παρεκτρέπεται ο όχλος ούτε ανέχεται να εξευτελίζεται, αλλά επιδιώκει οι άριστοι να έχουν τα αξιώματα και οι άλλοι να μην αδικούνται καθόλου· διότι αυτά είναι τα πρωταρχικά και σπουδαιότερα στοιχεία ενός χρηστού πολιτεύματος.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Μην επιτρέπεις στις νευρώσεις της κοινωνίας να γίνονται και δικές σου

Θέλεις να έχεις τον απόλυτο έλεγχο της ζωής σου. Είναι πολύ πιθανόν να έχεις τελειώσει κάποια πανεπιστημιακή σχολή που να σου εγγυάται το επαγγελματικό σου μέλλον. Να δουλεύεις για μια επιχείρηση με σύμβαση αορίστου χρόνου. Να έχεις πάρει δάνειο από τράπεζα για να αγοράσεις και να έχεις ένα ιδιόκτητο διαμέρισμα. Κι επίσης ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα για να μη χρειαστεί να ανησυχείς όταν φτάσει η μέρα της συνταξιοδότησής σου. Τελικά, σίγουρα θα έχεις ακολουθήσει κατά γράμμα αυτό που το σύστημα σου έχει πει να κάνεις για να έχεις μια φυσιολογική ζωή. Δηλαδή, πλήρως προγραμματισμένη και, πρωταρχικά, σίγουρη και χωρίς κανέναν κίνδυνο. Με κάθε απόφαση που παίρνεις λαχταράς να έχεις τη βεβαιότητα ότι πρόκειται για τη σωστή επιλογή, προλαμβάνοντας σφάλματα και λάθη. Ωστόσο, αυτός ο τύπος συμπεριφοράς δηλώνει πασιφανώς ότι αισθάνεσαι ανυπεράσπιστος και ανασφαλής. Κι αυτό, με τη σειρά του, αποκαλύπτει ότι γενικά δεν ξέρεις να συμβιώνεις με την αβεβαιότητα, αναπόσπαστη από την ύπαρξή σου. Παραδόξως, αν η προσπάθεια να έχεις τον έλεγχο σου προκαλεί ένταση, η αποποίησή του σου προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Γι’ αυτό αισθάνεσαι παγιδευμένος.

Η μόνη βεβαιότητα που υπάρχει είναι ότι αργά ή γρήγορα θα πεθάνεις. Κι εν τω μεταξύ, είσαι καταδικασμένος να παίρνεις αποφάσεις. Ωστόσο, η έλλειψη θάρρους σε εμποδίζει να κάνεις χρήση της ελευθερίας σου να επιλέξεις. Όσο μεγαλύτερες είναι οι αβεβαιότητες σου, τόσο περισσότερο αφήνεσαι να σε οδηγεί η γνώμη της πλειοψηφίας, αρνούμενος τη δυνατότητα ν’ ακούσεις τον εαυτό σου. Κι έτσι επιτρέπεις στις νευρώσεις της κοινωνίας να γίνονται και δικές σου. Σε πολλές περιπτώσεις βιώνεις φόβο χωρίς να απειλείσαι από κάποιον πραγματικό και επερχόμενο κίνδυνο. Το νοσηρό της υπόθεσης είναι ότι για να δικαιολογήσεις και να διατηρήσεις τον φόβο σου, συνηθίζεις να επινοείς αυτά τα απειλητικά σενάρια μες στο μυαλό σου. Πόσες φορές δε φοβήθηκες ότι θα έχανες κάτι χωρίς να υπάρχει καμιά επιστημονική εκτίμηση που να υποστηρίζει ότι πράγματι ήσουν σε σημείο να το χάσεις; Αυτή η γνωστική στρέβλωση είναι γνωστή στην καθομιλουμένη ως «αν-ησυχία». Και το ίδιο με το «άγχος», τον «φόβο» και την «ανασφάλεια», δηλώνει πασιφανώς έλλειμμα «εμπιστοσύνης». Το χάρισμα αυτό ασκείται και αναπτύσσεται όταν αρχίζεις ν’ ακούς την εσωτερική σου φωνή, τολμώντας να παίρνεις αποφάσεις από μόνος σου, αποδεχόμενος τις συνέπειες των πράξεών σου. Και σου επιτρέπει να διακρίνεις το κάρμα που εσύ ο ίδιος δημιουργείς κάθε φορά που διαλέγεις τη μία ή την άλλη επιλογή, όσο μικρή κι ασήμαντη και να νομίζεις πως είναι.

Υποφέρεις επειδή σκέφτεσαι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί, πιστεύοντας πως έτσι, σε περίπτωση που σου συμβεί θα είσαι περισσότερο προετοιμασμένος να το αντιμετωπίσεις. Επίσης, υποφέρεις επειδή φοβάσαι να χάσεις αυτό που έχεις, πιστεύοντας πως σε περίπτωση που το χάσεις, δε θα μπορείς να είσαι ευτυχισμένος.

Αντιλαμβάνεσαι το παράλογο της δοκιμασίας σου; Ο φόβος σου δεν είναι καθόλου πραγματικός· Είναι παντελώς φανταστικός. Υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό σου. Για να ξεπεράσεις τους φόβους σου οφείλεις να κατανοήσεις ότι η αναζήτηση εξωτερικής σιγουριάς είναι μια μάχη προκαταβολικά χαμένη. Η αληθινή σιγουριά δεν έχει σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες διέπονται από συμπαντικούς νόμους που δεν μπορείς να ελέγξεις. Πρόκειται για μια εσωτερική ψυχική κατάσταση η οποία σου επιτρέπει να ζεις με εμπιστοσύνη, θάρρος και γενναιότητα, απελευθερώνοντάς σε από τη ριζωμένη εμμονή σου να σκέφτεσαι δυνητικές απειλές και μελλοντικούς κινδύνους. Μάθε να πιστεύεις πως, ό,τι και να συμβεί, κάποιο όφελος θα έχεις. Και προπαντός, βρες τη βεβαιότητα μέσα σου ότι ποτέ δε θα σου λείψει το αναγκαίο για να μπορείς να είσαι ευτυχισμένος. Η εμπιστοσύνη στη ζωή είναι το φάρμακο που χρειάζεσαι για να θεραπεύσεις τους φόβους και τις ανασφάλειές σου.

Οι Θεοί – Υπνος και Θάνατος

“Ο Ύπνος είναι πρόσκαιρος Θάνατος και ο Θάνατος, αιώνιος Ύπνος” Ευριπίδης.

«Ύπνε, βασιλιά όλων των Θεών κι όλων των ανθρώπων να κοιμίσεις για χάρη μου τα ωραία μάτια του Δία, κάτω από τα φρύδια του, αμέσως μόλις εγώ κοιμηθώ μαζί του ερωτικά»

«αὐτίκ’ ἐπεί κεν ἐγὼ παραλέξομαι ἐν φιλότητι» Ιλιάδα, Ξ 237.

Από πανάρχαιους χρόνους γενεές από μύστες μελέτησαν τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου και στην συνέχεια τα δίδαξαν στους άλλους. Το «δεν υπάρχει θάνατος, ο θάνατος είναι ζωή και η ζωή είναι θάνατος» ήταν η ηχώ των Ελευσινίων μυστηρίων και ένας από τους κυριότερους σκοπούς της μύησης παντού ανά τον κόσμο ήταν και εξακολουθεί να είναι η εξοικείωση του ανθρώπου με το ορόσημο που λέγεται «θάνατος»

Ένας από τους κυριότερους σκοπούς αυτής της μύησης ήταν να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και να τον απαλλάξει από τον φόβο.

Όταν ο άνθρωπος γνωρίσει τι είναι στην πραγματικότητα ο θάνατος και κατανοήσει αυτό που συμβαίνει στην μεταθανάτια περίοδο, τότε γίνεται γνώστης του μυστηρίου της ζωής.

Ο θάνατος είναι ο μεγάλος ευεργέτης της εξέλιξης καθώς ανανεώνει την μορφή και κάθε κατάσταση ζωής. Κάτι παρόμοιο είναι και ο Ύπνος. Είναι η απώλεια της φυσικής εγρήγορσης για κάποιες ώρες, που όμως είναι σωτήριες και για την φυσική και την ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Ο Θεός Ύπνος σύμφωνα με τους Αρχαίους Έλληνες είναι γιος της Νύχτας και του Ερέβους. Σύμφωνα με τον Ησίοδο στην Θεογονία ο Ύπνος και ο δίδυμος αδελφός του, ο Θάνατος, ήταν«δεινοί Θεοί» που κατοικούσαν στον Τάρταρο, «ένθα δε γης δνοφερής και ταρτάρου ηερόεντος», όπου ο Ήλιος ποτέ δεν τους βλέπει, «ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό, ούτε όταν κατεβαίνει».

Στην Ελληνική μυθολογία ο Ύπνος ήταν Θεός ή δαίμονας, που αποτελούσε την προσωποποίηση του ύπνου. Τον φαντάζονταν νέο, ωραίο, με φτερά στους ώμους, να αποκοιμίζει τους κουρασμένους καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης ή καθώς τους ποτίζει από ένα κέρας υπνωτικούς χυμούς ή απλά κουνώντας τα φτερά του.

Ο Ύπνος τριγυρίζει αθόρυβα στις στεριές και τις θάλασσες και είναι ήσυχος και καλός με τους ανθρώπους.

Τον θεωρούσαν ήσυχο και πράο Θεό ή δαίμονα, που πλανιόταν στην γη πότε ως ωραίο νέο, που έσπερνε στην Γη γλυκά όνειρα ή κοιμόταν σε μια κλίνη, πότε ως δαίμονα με φτερά, που μετέφερε ένα νεκρό με τον Θάνατο.

Κατά τον `Όμηρο, που τον αποκαλεί νήδυμο (γλυκύ), τόπος κατοικίας του Ύπνου ήταν η νήσος Λήμνος, ενώ από τους μεταγενέστερους συγγραφείς του αποδιδόταν μια δική του φανταστική πατρίδα, η «Νήσος των Ονείρων». Ο Ύπνος λατρευόταν πολύ στην κυρίως Ελλάδα. Σημαντικά κέντρα της λατρείας του Ύπνου ήταν η Επίδαυρος, η Τροιζήνα και η Ολυμπία.

Η δύναμη του Θεού Ύπνου είναι πολύ μεγάλη. Μπορεί να κοιμίσει όλους τους Θεούς και όλους τους ανθρώπους. Μάλιστα κοίμισε ακόμα και τον αρχηγό των Θεών, τον Δία, παρά την θέλησή του, ύστερα από πιέσεις της Θεάς Ήρας η οποία ήθελε να επηρεάσει την εξέλιξη του Τρωικού Πολέμου.

Η Ήρα επισκέπτεται τον Ύπνο στην Λήμνο που κατοικούσε. Τον προσφωνεί «άναξ πάντων τε θεών πάντων τ’ ανθρώπων», (άρχοντα, βασιλιά όλων των Θεών και των ανθρώπων) για να τον πείσει, αλλά ο Ύπνος το σκέφτεται να τα βάλει με τον Δία, διότι είχαν προηγούμενα από το παρελθόν. Πείθεται να το κάνει, αφού όμως πρώτα η Ήρα του ορκίστηκε να τον παντρέψει με μία από τις νεότερες Χάριτες, την γλυκιά Πασιθέη, που τόσο επιθυμούσε.

Η Πασιθέη είναι η Θεά της χαλάρωσης και της ξεκούρασης, και έτσι καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο πολύ επιθυμητή στον Θεό Ύπνο.

Ο Ύπνος με την Ήρα αναχωρούν μαζί για να βρουν τον Δία. Η Ήρα σκορπάει στην καρδιά του Δία «γλυκιά αγάπη και επιθυμία» και ο Ύπνος μεταμορφωμένος σε πουλί, τον αποκοιμίζει.

Η Πηνελόπη λέει χαρακτηριστικά (Ομήρου Οδύσσεια, Τ 559-566):

“έχουμε, ώ ξένε, ονείρατα ζαβά, με κούφια λόγια,
κι απ’ όσα ονειρευόμαστε, σωστά δε βγαίνουν όλα.
Δυό θύρες τ’ αλαφροΐσκιωτα τα όνειρα έχουν πάντα
με κέρατο φτιαστή τη μιά, με φίλντισι την άλλη
όσα όνειρα απ’ το φίλντισι το πριονιστό διαβαίνουν,
χαμένα είναι κι ανώφελα, και τους θνητούς γελάνε.
πάλε όσα απ’ τα καλόξεστα τα κέρατα περάσουν, 
αληθινά του βγαίνουνε του ανθρώπου που τα βλέπει.”

Ο Ύπνος λέγεται ότι είχε είτε χίλιους, είτε τρεις γιους ή αδελφούς (εκτός από τον Θάνατο): τον Μορφέα, τον Φοβήτορα και τον Φάντασο, (όνειροι). Κατοικούσαν στις ακτές του ωκεανού, στην Δύση, σε ένα σπήλαιο κοντά στα σύνορα του Άδη. Οι όνειροι, έστελναν τα όνειρα στους θνητούς, μέσα από δύο πύλες που βρίσκονταν εκεί. Η μία πύλη ήταν φτιαγμένη από Κέρατο, και με αυτή έστελναν τα αληθινά όνειρα (προμηνύματα), ενώ με την δεύτερη που ήταν φτιαγμένη από Ελεφαντόδοντο, έστελναν τα ψεύτικα όνειρα.

Ο Θάνατος είναι αρχαιοελληνική θεότητα του θανάτου, ήταν προσωποποίηση του τέλους της ζωής. Ο Ησίοδος αναφέρει ότι είναι δίδυμος αδελφός του Ύπνου, οι οποίοι είναι “δεινοί θεοί” που κατοικούν στο σκοτεινό Τάρταρο και ποτέ δεν τους φωτίζει ο ήλιος.

Όμως ενώ ο Ύπνος ταξιδεύει ειρηνικά πάνω στην θάλασσα και στην γη και είναι ευχάριστος στους ανθρώπους, ο Θάνατος αντίθετα έχει σκληρή και σιδερένια καρδιά και μισείται από τους ανθρώπους, ακόμη κι από τους αθάνατους. Άλλες φορές ο Θάνατος χαρακτηρίζεται, ιδιαίτερα από τους τραγικούς, ως ευεργέτης και μάλιστα γιατρός, γιατί απαλύνει τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και τους πόνους.

Στην Ιλιάδα ο Θάνατος εμφανίζεται, με εντολή του Δία και της Ήρας, για να παραλάβει το πτώμα του Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στην Λυκία. Ο Ευριπίδης παριστάνει το Θάνατο σαν βασιλιά των νεκρών, που φορά μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. Τον παρουσιάζει ως πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα.

Για την λατρεία του Θεού ελάχιστα πράγματα προσφέρονται, γιατί ο Θάνατος ούτε θέλει, ούτε δέχεται δώρα. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει βωμός.

Συνήθως παριστάνεται σαν όμορφος νέος, άλλοτε με μαύρα φτερά και με σβησμένο ή μισοσβησμένο πυρσό. Δεν έδειχνε συμπόνοια σε κανέναν. Μερικές φορές συνοδεύεται από τον αδελφό του Ύπνο.

Ο Θάνατος είναι σκληρός και ανάλγητος Θεός με σιδερένια καρδιά, μισητός και σ’ αυτούς ακόμη τους αθάνατους Θεούς. Η προσωποποίηση του Θανάτου που τον παριστάνει ως σκελετό να κρατάει δρεπάνι είναι μεταγενέστερη.

Μόνο δύο θνητοί κατάφεραν να τον ξεγελάσουν: ο Ηρακλής (όταν απέσπασε την ψυχή της Άλκηστης) και ο βασιλιάς της Κορίνθου, Σίσυφος.

Ο Θάνατος, δίδυμος αδελφός του Ύπνου, σαν προσωποποίηση της λήξης της ζωής, στον Όμηρο συνοδεύεται με το επίθετο «μόρος» και το ουσιαστικό «κηρ», ενώ υποδηλώνεται ακόμη με τις φράσεις «μαύρη μοίρα» «κήρ μέλαινα», «ερεβενή νυξ», «νυξ μέλαινα», «νηλεές ήμαρ», «μόρος αινός», «στυγερόν σκότος», «θανάτου μέλαν νέφος», «μοίρα κακή θανάτοιο», «κηρ κακή μέλανος θανάτου», «τέλος θανάτοιο».

Ως προσωποποιημένος Θεός ο Θάνατος, χαρακτηριζόταν επίσης «μελάμπεπλος άναξ νεκρών», «κακός», «τανηλεγής», «αιέννυπνος», «δυσηλεγής», «δυσηχής».

Στα ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα χαρακτηρίζεται «κακός δαίμων», «βαρύς», «άκριτος», «λυπηρός», «βάσκανος», «αλόγιστος», «κακός». Μερικές φορές πιστεύεται ότι έπινε και το αίμα των νεκρών.

Ο Θάνατος επηρεάζεται από τους Θεούς και μάλιστα από την Μοίρα και την Αίσα. Εκτός από τις Κήρες είχε και άλλους ακολούθους, με την βοήθεια των οποίων πραγματοποιούσε το άχαρο έργο του, χρησιμοποιώντας ύπουλους τρόπους, «εχθρούς γε θνητοίς και Θεοίς στυγουμένους».

Ο ίδιος ο Θάνατος ομολογεί ότι ευχαριστείται να παίρνει από την ζωή πάντα τους νέους. Κλείνοντάς τους τα μάτια και τη μύτη, παίρνει την ψυχή των ανθρώπων, την οποία μερικές φορές σαν ψυχοπομπός μεταφέρει και παραδίδει στον Άδη.

Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιτέχνες παρίσταναν το Θάνατο, νέο με γενειάδα, με φτερά στους ώμους και βέβαια με σπαθί στην μέση, με το οποίο αφαιρεί την ψυχή ή απλά κόβει τα μαλλιά των ανθρώπων, καθώς το κόψιμο των μαλλιών είναι ένδειξη θανάτου. Επίσης τον παρίσταναν κρατώντας στο χέρι επιπλέον μία πλάστιγγα, είτε για να καθορίζει την διάρκεια του χρόνου της ανθρώπινης ζωής, είτε να ζυγοσταθμίζει τις ανθρώπινες πράξεις.

Ο Θάνατος δεν δωροδοκείται, διότι είναι ο μόνος από τους Θεούς, ο οποίος «ου δώρων ερά», ευχαριστιέται όμως με τις τιμές που του κάνουν οι άνθρωποι.

Ο Ύπνος απασχόλησε την τέχνη με πολλές μορφές και συχνά τον απεικονίζουν με φτερά αετού ή πεταλούδας στο μέτωπο ή με ένα κέρας, από το οποίο σκορπίζονται τα όνειρα. Στην αρχαία τέχνη, ο Ύπνος απεικονίζεται ως γυμνός νέος, μερικές φορές με γενειάδα και φτερά στο κεφάλι, ή ως κοιμώμενος άνδρας πάνω σε κρεβάτι από πούπουλα με μαύρες κουρτίνες γύρω, ενώ ο Μορφέας αποτρέπει τυχόν θορύβους που θα μπορούσαν να τον ξυπνήσουν.

Αρχικά τα όνειρα εμφανίζονταν ως αδελφοί ή αδελφές του Ύπνου, αλλά αργότερα το όνειρο καθιερώθηκε ως γιος του Ύπνου. Ο Ερμής ήταν κι αυτός Θεός του Ύπνου. Στην κιβωτό του Κυψέλου, στην Ολυμπία, τα δύο αδέλφια, δηλαδή ο Ύπνος και ο Θάνατος, εικονίζονται σαν αγοράκια που κοιμούνται στην αγκαλιά της μητέρας τους, ο Θάνατος ζωγραφισμένος με μαύρο χιτώνα και ο Ύπνος με άσπρο. Στην Σπάρτη η απεικόνισή του συνοδεύεται πάντα από εκείνη του Θανάτου. Σε μεταγενέστερα χρόνια ο Θάνατος και ο Ύπνος συγχωνεύτηκαν σε μία θεότητα.

Ο Αριστοφάνης και οι υπόλοιποι κωμικοί παρουσιάζουν τον Θάνατο σκληρό, αδυσώπητο, αμείλικτο και ανηλεή Θεό που δεν συγκινείται ούτε με δώρα ούτε με θυσίες, με άλλα λόγια περιγράφουν τον Θάνατο ως Θεό που ο άνθρωπος τρίζει τα δόντια του, όταν τον αντικρίζει. Γι’ αυτό εξάλλου, από την εποχή του Αριστοφάνη και μετά, ατόνησαν οι εκδηλώσεις λατρείας και οι ανεγέρσεις ναών και βωμών προς τιμήν του.

Οι τραγικοί ποιητές όμως, όπως π.χ. ο Φρύνιχος στη χαμένη «Άλκηστη», ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή ο Ευριπίδης στην Άλκηστη, μετριάζουν την σκληρότητά του και μάλιστα μερικές φορές, όταν απαλλάσσει τους ανθρώπους από συμφορές και αφόρητα βάσανα, τον παρουσιάζουν και ως ευεργέτη και γι’ αυτό, όπως γράφει και ο Όμηρος, οι άνθρωποι τον επικαλούνται για «βοήθεια». Στις περισσότερες παραστάσεις τα δύο αδέλφια ζωγραφίζονται μαζί, όμοια με τους «ανέμους» να μεταφέρουν συντροφικά κάποιον νεκρό στον Άδη.

Μάλιστα σε λευκή λήκυθο, υπάρχει η γνωστή παράσταση σχετική με τον Σαρπηδόνα, η οποία εμφανίζει τους δίδυμους αδελφούς: γλυκύς και ήρεμος ο Ύπνος, καταθλιπτικός και σκυθρωπός ο Θάνατος, να μεταφέρουν από κοινού έναν νεκρό με χαρακτηριστική λεπτότητα και προσοχή, σαν να προσπαθούν να μην αισθανθεί το «φορτίο» τους, δηλαδή ο μεταφερόμενος νεκρός, κανένα πόνο ή κανένα δυσάρεστο συναίσθημα. Ας κρατήσουμε τα τελευταία λόγια του ποιητή και φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα:

“Τώρα θα πάω να κοιμηθώ. Καληνύχτα.”

Αριστοτέλης: Γιατί οι άνθρωποι προτιμούν τις σωματικές ηδονές;

«Επειδή δεν πρέπει μόνο να λέμε την αλήθεια αλλά και το αίτιο του ψεύδους (Ἐπεὶ δ᾽ οὐ μόνον δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν ἀλλὰ καὶ τὸ αἴτιον τοῦ ψεύδους).»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a22-23

Ποια είναι η αλήθεια για την ηδονή και ποιο το ψεύδος; Η πραγμάτευση του Αριστοτέλη για την ηδονή ακολουθεί τη μέθοδό του. Ως φυσικός φιλόσοφος και βιολόγος δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα ζώα, οι άνθρωποι, ακόμη και τα μικρά παιδιά επιδιώκουν την ηδονή. Το γεγονός αυτό τον εμποδίζει να καταδικάσει την ηδονή εν γένει. Εδώ έγκειται το λάθος. Οι ηδονές καταδικάζονται συλλήβδην χωρίς να είναι όλες κακές. Για παράδειγμα, ακόμη και ο φρόνιμος άνθρωπος (αυτός που λειτουργεί με γνώμονα τη φρόνηση) έχει μερίδιο στην ηδονή, την ηδονή του νου. Οι περισσότεροι όμως όταν μιλούν για ηδονή εννοούν μόνο τη σωματική, με αποτέλεσμα να μονοπωλεί το όνομα:

«αλλά οι σωματικές ηδονές έχουν κληρονομήσει το όνομα (ἀλλ᾽ εἰλήφασι τὴν τοῦ ὀνόματος κληρονομίαν αἱ σωματικαὶ ἡδοναὶ) γιατί οι άνθρωποι ορμούν σ’ αυτές πολύ συχνά και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτές· επειδή λοιπόν είναι οι μόνες γνώριμες, γι’ αυτό νομίζουν ότι είναι και οι μοναδικές.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1153b33-1154a1

Η πρώτη αιτία της μαζικής προτίμησης των σωματικών ηδονών έχει ήδη λεχθεί. Πρόκειται για το γνωριμότερο είδος που ο καθένας μπορεί να απολαύσει χωρίς κόπο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό για τον Αριστοτέλη, που δεν παύει να αναζητεί τις αιτίες ακόμη και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επομένως, θα αναλύσει τους λόγους για τους οποίους οι περισσότεροι επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Όπως ομολογεί, «όταν κάτι που δεν είναι αληθές φαίνεται εύλογο, θα πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο στο αληθές». Η παρουσίασή του λοιπόν θα αποτελέσει μια μεθοδική και συστηματική καταγραφή των επιχειρημάτων υπέρ των σωματικών ηδονών. Ένα προς ένα θα μελετηθούν όλα, αρχής γενομένης της σχέσης της ηδονής με τη λύπη.

«Επομένως πρέπει να πούμε για ποιον λόγο οι σωματικές ηδονές φαίνονται προτιμότερες από τις άλλες. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ηδονή αποδιώχνει τη λύπη· εξαιτίας της υπερβολικής λύπης, οι άνθρωποι επιδιώκουν την υπερβολική ηδονή και γενικά τη σωματική ως θεραπευτική. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες της ηδονής γίνονται έντονες, γι’ αυτό και τις επιδιώκουν, καθώς φαίνονται αντίθετες από τις άλλες.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154a25-30

Ξεκινά από την αρχή, από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ηδονή απαλλάσσει από τη λύπη. Έχει ήδη ειπωθεί βέβαια ότι οι σωματικές αποτελούν τον γνωριμότερο τύπο ηδονής και πιο εύκολα προσβάσιμο από όλους, τόσο από τα ζώα όσο και από τους φαύλους ανθρώπους που λόγω συνήθειας τις ακολουθούν χωρίς κριτήριο. Αλλά η ευκολία ποτέ δεν αποτέλεσε επιχείρημα. Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι διττή. Από τη μια, οι θεραπείες συμπληρώνουν μια έλλειψη είναι καλύτερο κάποιος να μην χρειάζεται θεραπεία παρά να στρέφεται προς τα εκεί για να αναπληρώσει το κενό. Θα προσθέσει και ένα τρίτο επιχείρημα: Οι ηδονές αυτές αναζητούνται στη διαδικασία ολοκλήρωσης και είναι μόνο κατά σύμπτωση καλές (κατὰ συμβεβηκὸς οὖν σπουδαῖαι). Θα επιστρέψει όμως στο προηγούμενο ζήτημα γρήγορα για να συμπληρώσει τη σκέψη του:

«Επιπλέον, οι άνθρωποι τις κυνηγούν εξαιτίας της σφοδρότητάς τους, και επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να χαρούν άλλες ηδονές (ὑπὸ τῶν ἄλλαις μὴ δυναμένων χαίρειν). Αυτοί, αλήθεια, συνηθίζουν τον εαυτό τους να έχει κάποια δίψα γι’ αυτές. Όταν λοιπόν είναι αβλαβείς, δεν είναι μεμπτό, αλλά το να είναι βλαβερές είναι κακό. Επειδή δεν έχουν άλλα πράγματα με τα οποία να χαρούν και σε πολλούς αυτά προκαλούν λύπη από τη φύση τους.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b2-7

Ο Αριστοτέλης προσθέτει και άλλους τύπους ανθρώπου που επιλέγουν τις σωματικές ηδονές. Οι νέοι, τους οποίους παραλληλίζει με τους μεθυσμένους, ακολουθούν τις ηδονές. Εξάλλου, η νεότητα από μόνη της είναι κάτι ευχάριστο (καὶ ἡδὺ ἡ νεότης). Παρομοίως οι εκ φύσεως μελαγχολικοί χρειάζονται πάντοτε μία θεραπευτική αγωγή (οἱ δὲ μελαγχολικοὶ τὴν φύσιν δέονται ἀεὶ ἰατρείας), και λόγω της διέγερσης το σώμα τους επιδιώκει σφοδρές επιθυμίες. Ως εκ τούτου, για να απαλλαγούν από τη λύπη επιλέγουν την ηδονή και μάλιστα όχι την αντίθετη της λύπης αλλά οποιαδήποτε άλλη τυχαία ηδονή. Οι ηδονές όμως δεν λειτουργούν όλες ως αντίδοτο στον πόνο. Οι θεραπευτικές δεν προσφέρουν μόνιμα ηδονή, καθώς είναι τυχαίες.

Έχει γίνει φανερό ότι η ηδονή δεν μπορεί να είναι ούτε βλαβερή ούτε συμπτωματική για τον Αριστοτέλη. Στην ουσία προσπαθεί να αποκαταστήσει την έννοια της ηδονής, αποδεσμεύοντάς την από το σωματικό της περίβλημα. Οι σωματικές ηδονές είναι αναγκαίες αν δεν ξεπερνούν το μέτρο, αν δεν είναι βλαβερές. Ωστόσο, δεν είναι αυτές που προσφέρουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στον άνθρωπο, τουλάχιστον όχι σε όποιον έχει γευτεί άλλου είδους ηδονές. Όποιος όμως μένει σ’ αυτές, καθώς είναι οι μόνες γνώριμες για τον ίδιο, δεν μπορεί να αγγίξει την ευδαιμονία. Γι’ αυτό ούτε τα παιδιά ούτε τα ζώα ονομάζονται ευδαίμονα.

Η πραγμάτευση των σωματικών ηδονών είναι συνυφασμένη με την Αριστοτελική θεωρία της ψυχής. Η ψυχή αποτελείται από μέρη. Το κατώτερο μέρος της, το θρεπτικό, το μοναδικό κοινό σε όλα τα έμβια όντα (φυτά, ζώα, ανθρώπους) είναι αυτό που περιλαμβάνει τις λειτουργίες του σώματος που σχετίζονται με τις σωματικές ηδονές (τροφή, αναπαραγωγή). Μπορεί το σώμα στον Αριστοτέλη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή (έμψυχο=έμβιο) αλλά ο άνθρωπος διακρίνεται από τα υπόλοιπα ζώα χάρη σε ανώτερες λειτουργίες. Αυτές είναι που θα οδηγήσουν στην ευδαιμονία. Και η ευδαιμονία ως κατάσταση περιλαμβάνει την ηδονή. Ακόμη και τη σωματική. Αυτό είναι όμως το κατώτερο είδος της.

Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει τη θεωρία της ηδονής και με τη Μεταφυσική και Φυσική του φιλοσοφία. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι απλή, το έμψυχο σώμα έχει λειτουργίες. Πολλές λειτουργίες. Η φύση του δεν είναι απλή. Αν ήταν μία (π.χ. μόνο η θρεπτική) θα ευχαριστιόταν μόνο με αυτά τα πράγματα. Αλλά ο άνθρωπος έχει αισθήσεις και φυσικά το ανώτερο μέρος της ψυχής είναι η νοητική. Ως φθαρτό ον ο άνθρωπος δεν έχει απλή φύση, ώστε να χαίρεται με τα ίδια πράγματα. Όπως ο Αριστοτελικός θεός, το πρώτο κινούν ακίνητο, η νοήσεως νόησις που είναι μακάριος:

«Δεν προσφέρει πάντοτε το ίδιο πράγμα ηδονή (οὐκ ἀεὶ δ᾽ οὐθὲν ἡδὺ τὸ αὐτὸ) λόγω του ότι δεν είναι απλή η φύση μας, αλλά ενυπάρχει και κάτι άλλο, σύμφωνα με το οποίο είμαστε φθαρτοί, ώστε αν κάτι πράττει κάτι άλλο, αυτό για μια άλλη φύση να είναι αντίθετο, όταν όμως εξισορροπούν, η πράξη δεν φαίνεται να προσφέρει ούτε ηδονή ούτε λύπη. Επειδή αν κάποιου η φύση ήταν απλή, η ίδια πράξη θα ήταν πάντα ευχάριστη. Για τον λόγο αυτό ο θεός χαίρεται πάντοτε με μία και απλή ηδονή (διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν χαίρει ἡδονήν). Διότι η ενέργεια δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της κίνησης αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή βρίσκεται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1154b21-28

Οι άνθρωποι μπορούν λόγω της φύσης τους να απολαύσουν την ηδονή με πολλούς τρόπους. Με το κατώτερο ή με το ανώτερο μέρος της ψυχής, ξεκινώντας με την ηδονή που απορρέει από τις λειτουργίες της θρεπτικής ψυχής (η οποία είναι κοινή σε όλα τα έμβια) έως τη νοητική λειτουργία του παθητικού ή ενεργητικού νου (η οποία είναι κοινή στον άνθρωπο και τον Αριστοτελικό θεό).

Αλλά ο Αριστοτέλης δεν έχει ολοκληρώσει την πραγμάτευση της ηδονής. Θα επανέλθει στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων για να συνοψίσει τη θεωρία της ηδονής: Υπάρχουν καλές και κακές ηδονές, όπως οικείες και μη. Οι ηδονές των ζώων δεν είναι τελικά οι ίδιες με των ανθρώπων, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον οποίο παραθέτει, «Οι όνοι θα προτιμούσαν τα άχυρα από το χρυσάφι» («ἑτέρα γὰρ ἵππου ἡδονὴ καὶ κυνὸς καὶ ἀνθρώπου, καθάπερ Ἡράκλειτός ϕησιν, ὄνους σύρματ’ ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν· ἥδιον γὰρ χρυσοῦ τροπὴ ὄνοις» Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1176a7-8, DK 22 B9 ), καθώς η τροφή για τα ζώα είναι μεγάλη ηδονή. Ανάλογα και τα παιδιά θεωρούν σπουδαιότερα αυτά που αρέσουν στα ίδια. Με ποιο κριτήριο όμως;

Οι σωματικές ηδονές στον Αριστοτέλη βρίσκουν τη θέση τους. Δεν καταδικάζονται ούτε εξαίρονται. Όπως και όλες οι επιθυμίες είναι αποτέλεσμα μάθησης και ήθους, συνήθειας. Επομένως, αν κάποιος μπορεί να γευτεί όλα τα είδη της ηδονής, χωρίς να είναι καταδικασμένος στη γνωριμία μόνο των σωματικών ηδονών, μπορεί να επιλέξει την πιο ευχάριστη. Χωρίς περιορισμούς.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΔΟΣΕΩΣ

ΙΣΟΚΡ 15.253–257

Εγκώμιο του λόγου και της τέχνης της πειθούς

Ο Ισοκράτης απέδωσε σε φθόνο τις επικρίσεις κατά της ρητορικής και υποστήριξε ότι, όπως δεν θα κατηγορούσε κανείς ποτέ εκείνον που κληροδότησε μια περιουσία, σε περίπτωση που οι κληρονόμοι του δεν τη χρησιμοποιούσαν ορθά, ή τον δάσκαλο της οπλομαχίας, αν οι μαθητές του στασίαζαν τελικά εναντίον της πόλεως, έτσι δεν θα έπρεπε να κατηγορείται και ο δάσκαλος της ρητορικής για ενδεχόμενη κακή χρήση της από τους μαθητές του. Και συνεχίζει:


[253] Οὐκοῦν χρὴ καὶ περὶ τῶν λόγων τὴν αὐτὴν
ἔχειν διάνοιαν ἥν περ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, καὶ μὴ περὶ
τῶν ὁμοίων τἀναντία γιγνώσκειν, μηδὲ πρὸς τοιοῦτο
πρᾶγμα δυσμενῶς φαίνεσθαι διακειμένους, ὃ πάντων τῶν
ἐνόντων ἐν τῇ τῶν ἀνθρώπων φύσει πλείστων ἀγαθῶν
αἴτιόν ἐστι. τοῖς μὲν γὰρ ἄλλοις οἷς ἔχομεν, ὅ περ ἤδη
καὶ πρότερον εἶπον, οὐδὲν τῶν ζῴων διαφέρομεν, ἀλλὰ
πολλῶν καὶ τῷ τάχει καὶ τῇ ῥώμῃ καὶ ταῖς ἄλλαις εὐπο-
ρίαις καταδεέστεροι τυγχάνομεν ὄντες· [254] ἐγγενομέ-
νου δ’ ἡμῖν τοῦ πείθειν ἀλλήλους καὶ δηλοῦν πρὸς ἡμᾶς
αὐτοὺς περὶ ὧν ἂν βουληθῶμεν, οὐ μόνον τοῦ θηριωδῶς
ζῆν ἀπηλλάγημεν, ἀλλὰ καὶ συνελθόντες πόλεις ᾠκίσαμεν
καὶ νόμους ἐθέμεθα καὶ τέχνας εὕρομεν, καὶ σχεδὸν
ἅπαντα τὰ δι’ ἡμῶν μεμηχανημένα λόγος ἡμῖν ἐστιν ὁ
συγκατασκευάσας. [255] οὗτος γὰρ περὶ τῶν δικαίων καὶ
τῶν ἀδίκων καὶ τῶν καλῶν καὶ τῶν αἰσχρῶν ἐνομοθέτησεν,
ὧν μὴ διαταχθέντων οὐκ ἂν οἷοί τ’ ἦμεν οἰκεῖν μετ’
ἀλλήλων. τούτῳ καὶ τοὺς κακοὺς ἐξελέγχομεν καὶ τοὺς
ἀγαθοὺς ἐγκωμιάζομεν. διὰ τούτου τούς τ’ ἀνοήτους
παιδεύομεν καὶ τοὺς φρονίμους δοκιμάζομεν· τὸ γὰρ λέγειν
ὡς δεῖ τοῦ φρονεῖν εὖ μέγιστον σημεῖον ποιούμεθα, καὶ
λόγος ἀληθὴς καὶ νόμιμος καὶ δίκαιος ψυχῆς ἀγαθῆς καὶ
πιστῆς εἴδωλόν ἐστι. [256] μετὰ τούτου καὶ περὶ τῶν
ἀμφισβητησίμων ἀγωνιζόμεθα καὶ περὶ τῶν ἀγνοουμένων
σκοπούμεθα· ταῖς γὰρ πίστεσιν, αἷς τοὺς ἄλλους λέγοντες
πείθομεν, ταῖς αὐταῖς ταύταις βουλευόμενοι χρώμεθα,
καὶ ῥητορικοὺς μὲν καλοῦμεν τοὺς ἐν τῷ πλήθει λέγειν
δυναμένους, εὐβούλους δὲ νομίζομεν οἵτινες ἂν αὐτοὶ
πρὸς αὑτοὺς ἄριστα περὶ τῶν πραγμάτων διαλεχθῶσιν.
[257] εἰ δὲ δεῖ συλλήβδην περὶ τῆς δυνάμεως ταύτης
εἰπεῖν, οὐδὲν τῶν φρονίμως πραττομένων εὑρήσομεν
ἀλόγως γιγνόμενον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἔργων καὶ τῶν δια-
νοημάτων ἁπάντων ἡγεμόνα λόγον ὄντα, καὶ μάλιστα
χρωμένους αὐτῷ τοὺς πλεῖστον νοῦν ἔχοντας.

Ὧν οὐδὲν ἐνθυμηθεὶς Λυσίμαχος κατηγορεῖν ἐτόλ-
μησε τῶν ἐπιθυμούντων τοιούτου πράγματος, ὃ τοσού-
των τὸ πλῆθος καὶ τηλικούτων τὸ μέγεθος ἀγαθῶν
αἴτιόν ἐστιν.

***
Πρέπει λοιπόν να έχωμεν και διά τους λόγους την ιδίαν γνώμην, την οποίαν έχομεν και περί των άλλων, και να μη κρίνωμεν διαφορετικά τα ίδια πράγματα, ούτε να φαινώμεθα ότι διακείμεθα δυσμενώς προς τοιούτον πράγμα, το οποίον από όλα τα αγαθά τα οποία υπάρχουν εις τον άνθρωπον είναι αίτιον πλείστων αγαθών. Πράγματι με τα άλλα μεν χαρακτηριστικά, τα οποία έχομεν, όπως και προηγουμένως είπον, καθόλου δεν διαφέρομεν των ζώων, αλλ' είμεθα μάλιστα κατώτεροι πολλών και κατά την ταχύτητα και κατά την δύναμιν και τας άλλας ικανότητας δράσεως· επειδή όμως απεκτήσαμεν την ικανότητα του να πείθωμεν αλλήλους και να καθιστώμεν γνωστάς εις ημάς τους ιδίους τας αποφάσεις μας, όχι μόνον απηλλάγημεν του να ζώμεν όπως τα άγρια θηρία, αλλά συγκεντρωθέντες και πόλεις εκτίσαμεν και νόμους εθέσαμεν και τέχνας εύρομεν και σχεδόν όλας τας εφευρέσεις μας ο λόγος είναι εκείνος ο οποίος μας επέτρεψε να τας φέρωμεν εις αίσιον πέρας. Διότι ο λόγος ενομοθέτησε περί των δικαίων και αδίκων και των καλών και αισχρών, άνευ του καθορισμού των οποίων δεν θα ηδυνάμεθα να κατοικώμεν μετ' αλλήλων. Διά του λόγου και τους κακούς εξελέγχομεν και τους αγαθούς εγκωμιάζομεν. Διά του λόγου μορφώνομεν τους έχοντας ανάγκην μορφώσεως και δοκιμάζομεν τους νοήμονας· διότι το να ομιλή τις όπως πρέπει θεωρούμεν ως μέγιστον σημείον της ορθής σκέψεως, και λόγος αληθής, σύμφωνος προς τον νόμον και προς την δικαιοσύνην, είναι εικών ψυχής υγιούς και ευπειθούς. Διά της βοηθείας του λόγου συζητούμεν και περί των δυναμένων να αμφισβητηθούν και ερευνώμεν περί των αγνοουμένων. Διότι τα επιχειρήματα, με τα οποία πείθομεν τους άλλους, μεταχειριζόμεθα, όταν σκεπτώμεθα, και ονομάζομεν ρήτορας εκείνους, οι οποίοι δύνανται να ομιλούν ενώπιον του πλήθους, θεωρούμεν δε ως συνετούς εκείνους, οι οποίοι δύνανται να συζητούν με τον εαυτόν των άριστα περί των διαφόρων υποθέσεων. Εάν δε πρέπει εν συντομία να ομιλήσω περί της δυνάμεως ταύτης, θα εύρωμεν ότι ουδέν εξ εκείνων τα οποία γίνονται με σύνεσιν γίνεται άνευ της βοηθείας του λόγου, αλλ' ότι ο λόγος είναι ο οδηγός όλων και των πράξεων και των σκέψεων και ότι κατ' εξοχήν χειρίζονται αυτόν εκείνοι οι οποίοι είναι πάρα πολύ νοήμονες. Χωρίς λοιπόν να λάβη ο Λυσίμαχος υπ' όψιν κανέν από αυτά, ετόλμησε να κατηγορή εκείνους που επιθυμούν να αποκτήσουν εκείνο το οποίον είναι αιτία τόσον πολλών και τόσον σπουδαίων αγαθών.

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 6. Το σταυρόλεξο των εσωτερικών διηγήσεων

6.2. Η πρώτη πλαστή διήγηση του Οδυσσέα


Πλαστές διηγήσεις θεωρούνται τα ψεύδεα που αφηγείται ο Οδυσσέας σε εχθρούς και δικούς, κρύβοντας την ονομαστική του ταυτότητα και παραμορφώνοντας το σώμα και τον βίο του. Ο ποιητής της Οδύσσειας συνδέει την επιδέξια αφηγηματική ψευδολογία του κεντρικού του ήρωα με την πολύτροπη φύση του, η οποία προεξαγγέλλεται ήδη στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας. Η ιδιότητα αυτή επικυρώνεται και από τη θεά Αθηνά, στην οποία, όχι τυχαία, απευθύνει ο Οδυσσέας την πρώτη πλαστή του διήγηση στο πλαίσιο της δέκατης τρίτης ραψωδίας.

Οι Φαίακες έχουν αποθέσει στον κόλπο του Φόρκυνα, βυθισμένον στον ύπνο του, τον Οδυσσέα, αφήνοντας πλάι του τα ξένια δώρα: λέβητες, μαλάματα, λαμπρά υφάσματα. Ύστερα, καλόγνωμοι πάντα, φεύγουν για τη Σχερία. Όταν ο ιθακήσιος ήρωας ανοίγει τα μάτια του, αδυνατεί να αναγνωρίσει το νησί της Ιθάκης, επειδή η Αθηνά το έχει επικαλύψει με πυκνή ομίχλη. Ο Οδυσσέας οδύρεται, πιστεύοντας πως οι Φαίακες τον εξαπάτησαν, πως τον εγκατέλειψαν σε αφιλόξενο τόπο. Οπότε εμφανίζεται μπροστά του ένα αρχοντόπουλο (η Αθηνά μεταμορφωμένη) και τον βεβαιώνει πως πράγματι βρίσκεται στην Ιθάκη. Εκείνος, κρύβοντας τη χαρά του, δικαιολογεί την καχυποψία του, σερβίροντας μια πλαστή διήγηση (ν 250-286).

Είναι, λέει, Κρητικός, βεβαίως έχει ακούσει το φημισμένο όνομα της Ιθάκης, που τώρα πατά το χώμα της. Άφησε πίσω του παιδιά και αγαθά, φεύγοντας κρυφά από την Κρήτη, επειδή σκότωσε με δόλο τον γιο του Ιδομενέα Ορσίλοχο, όταν εκείνος γύρεψε να του αρπάξει όσα λάφυρα ο ίδιος, με κίνδυνο της ζωής του, μάζεψε και έφερε μαζί του από την Τροία. Μέσα στη μαύρη νύχτα, μετά τον φόνο, έτρεξε στο λιμάνι και μπάρκαρε σε φοινικικό καράβι, παρακαλώντας τους ναυτικούς να τον βγάλουν στην Πύλο ή στην Ήλιδα. Πρόθυμα αυτοί τον δέχτηκαν, αλλά στον δρόμο ανεμική τούς παρέσυρε και τους έριξε σε τούτο το λιμάνι. Εδώ τον άφησαν, μαζί με τ᾽ αγαθά του, βυθισμένο σε ύπνο βαθύ, ενώ εκείνοι σάλπαραν για την καλοχτισμένη Σιδονία. Έτσι απόμεινε, μόνος, βαρύθυμος, αμήχανος.

Η θεά χαμογελά, χαϊδεύει τον ευνοούμενο ήρωά της, αλλάζει τώρα μορφή (γίνεται μεγαλόσωμη, ωραία γυναίκα) και του απευθύνει απροκάλυπτα τον λόγο της. Ομολογεί πως δεν θα μπορούσε κανείς, θνητός ή θεός, να συναγωνιστεί τον Οδυσσέα στην εξυπνάδα και στην πονηριά. Είναι απίστευτα κερδαλέος, ἐπίκλοπος, δόλιος, ποικιλομήτης: ψάχνει δηλαδή παντού και πάντα το συμφέρον του, ξεγελώντας τους άλλους, που τους παγιδεύει με το δολερό, πολύστροφο μυαλό του· λόγια και έργα απάτης ρίζωσαν μέσα του αφότου γεννήθηκε, αποτελούν το ριζικό του. Τα λόγια ωστόσο της θεάς δεν συστήνουν ψόγο. Λέγονται με καμάρι, για να υποστηρίξουν την ομολογημένη της συγγένεια με τον πολύτροπο ήρωα: αν είναι εκείνος ο άριστος ανάμεσα στους ανθρώπους στα κερδαλέα λόγια και στην κερδαλέα σκέψη, τα ίδια προσόντα διαθέτει κι αυτή ανάμεσα στους άλλους θεούς. Είναι θεά, η Αθηνά Παλλάδα, κόρη του πανούργου Δία. Μ᾽ αυτούς τους όρους τα κόλπα τώρα περισσεύουν: όμοιοι και ίδιοι οι δύο, μπορούν να ανοίξουν τα χαρτιά τους, για να τα βρουν μεταξύ τους.

Έτσι συνεχίζεται ο διάλογος Αθηνάς και Οδυσσέα, με συμβουλές της θεάς για το πώς πρέπει να φερθεί ο προστατευόμενός της σε ξένους και δικούς, τώρα που έφτασε στο νησί του. Στο μεταξύ, σηκώνει η θεά από την Ιθάκη και την ομίχλη. Στο τέλος, κάτω από μια ελιά, συνομιλώντας σαν φίλοι, μελετούν οι δυο τους τη δυσκατόρθωτη μνηστηροφονία: ο Οδυσσέας πρέπει να καταφύγει στο απόμερο καλύβι του χοιροβοσκού, προτού προχωρήσει στην πόλη της Ιθάκης και εισχωρήσει στο παλάτι· είναι επιπλέον απαραίτητο να παραμορφωθεί, ώστε να παραμείνει, όσο χρειάζεται, αγνώριστος. Τη σωματική του παραμόρφωση την αναλαμβάνει η ίδια η θεά: σουρώνει το λυγερό κορμί, κατσιάζει το δέρμα του, τον κάνει φαλακρό εξαφανίζοντας τα ξανθά μαλλιά του. Με το πετσί ενός γέροντα, με τα μάτια τσιμπλιασμένα, με βρώμικο και σχισμένο χιτώνα, με τομάρι λαφίνας πάνω του, με ραβδί ζητιάνου στο χέρι, με τρύπιο δισάκι στον ώμο, θα φτάσει ο Οδυσσέας πρώτα στο καλύβι του Εύμαιου, μετά στο παλάτι της Ιθάκης.

Πολλοί λόγοι συντρέχουν, ώστε να εκτιμηθεί η πρώτη αυτή πλαστή διήγηση ως πρότυπη, μήτρα δηλαδή για τις επόμενες. Προηγείται η παράλλαξη της Ιθάκης με την ομίχλη της Αθηνάς. Ακολουθεί η μεταμόρφωση της θεάς σε νεαρό αρχοντόπουλο. Μεσολαβεί η πλαστή διήγηση του Οδυσσέα. Και η πλαστή σκηνοθεσία σφραγίζεται με τη σωματική παραμόρφωση του ήρωα, ώστε να μείνει αδιάγνωστη η πραγματική του ταυτότητα, μέχρις ότου εξασφαλιστεί η μνηστηροφονία. Συμπέρασμα: φύση, σώμα, λόγος υπακούουν στην επιλογή της πλαστής σκηνοθεσίας. Τούτο σημαίνει ότι οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα και της Οδύσσειας, που εγκαινιάζονται εδώ, αποτελούν μέρος ενός συνολικού σχεδίου, με το οποίο συστήνεται γενικότερα ο Οδυσσέας στην Οδύσσεια. Πρόκειται για ήρωα από τη φύση και την καταγωγή του πρωτεϊκό, που αλλάζει πρόσωπα και προσωπεία, άλλοτε αμυνόμενος και άλλοτε επιτιθέμενος, κάθε φορά που βρίσκεται σε συνθήκες προκλητικής δοκιμασίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο Οδυσσέας γενεαλογείται στην Οδύσσεια ως εγγονός του Αυτόλυκου, πατέρα της μάνας του, ο οποίος διέπρεψε στην κλεψιά και στην επιορκία, δώρα που του αντιχάρισε ο αρμόδιος θεός Ερμής για τις θυσίες που του προσέφερε (τ 395-398). Εδώ εξάλλου κολλούν και τα πονηρά προσόντα που αναγνωρίζει η θεά Αθηνά στον εγγονό του Αυτόλυκου, τα οποία ωστόσο έγιναν στο μεταξύ εργαλεία της πολεμικής και μεταπολεμικής αρετής του. Απόδειξη: η άλωση της Τροίας με την επινόηση του δούρειου ίππου· το κατόρθωμα της τοξοθεσίας και της τοξοβολίας, με το οποίο ο Οδυσσέας εξοντώνει τους μνηστήρες.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, η ευστοχία μιας πλαστής διήγησης κρίνεται από την αληθοφάνειά της, η οποία στην περίπτωση του Οδυσσέα είναι δεδομένη: επικυρώνεται καταρχήν από τον εσωτερικό ακροατή της, ο οποίος προσλαμβάνει το αληθοφανές ψεύδος ως αλήθεια, αλλά και από τον ίδιο τον ποιητή. Απόδειξη τα όσα λέγονται και συμβαίνουν αμέσως μετά το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησης του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 203-212). Κατ᾽ εξαίρεση, παρεμβαίνει εκεί ο ποιητής της Οδύσσειας, για να υπογράψει την αληθοφάνεια της πλαστής διήγησης του ήρωά του, λέγοντας:

Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.

Η Πηνελόπη, συνεπαρμένη με όσα άκουσε για τον απόντα, όπως πιστεύει, άντρα της, αναλύεται σε ασυγκράτητο θρήνο. Ανάλογες αντιδράσεις ανυπόκριτης ευπιστίας, θαυμασμού και συγκίνησης δείχνουν τόσο ο Εύμαιος όσο και ο Λαέρτης, ακούγοντας την πλαστή διήγηση που τους απευθύνει ο Οδυσσέας, αντίστοιχα στη δέκατη τέταρτη και στην εικοστή τέταρτη ραψωδία.

Η αληθοφάνεια όμως των πλαστών διηγήσεων υποστηρίζεται και από το ίδιο το περιεχόμενό τους. Σε σύγκριση προς τους «Μεγάλους Απολόγους», οι οποίοι προβάλλονται ως η κατεξοχήν γνήσια διήγηση του Οδυσσέα, μολονότι εμπεριέχουν άφθονα φανταστικά στοιχεία και τερατικά επεισόδια, οι πλαστές διηγήσεις του ήρωα αναλογούν σε πιθανές βιογραφικές εμπειρίες, απαλλαγμένες εντελώς από σημεία και τέρατα. Το χαρακτηριστικό τους δηλαδή είναι ο πραγματολογικός και γεωγραφικός ρεαλισμός. Αποτυπωμένος σε γνώριμες για την εποχή του Ομήρου θαλασσινές περιπλανήσεις και εμπορικές συναλλαγές στην Κρήτη, στη Φοινίκη, στη δυτική Πελοπόννησο, στην ηπειρωτική ακτή της Θεσπρωτίας.

Τούτο σημαίνει ότι η αληθοφάνεια των πλαστών διηγήσεων στην Οδύσσεια είναι αποφασισμένη. Υπογραμμίζει τη διηγητική ευστροφία όχι μόνο του Οδυσσέα αλλά και του ποιητή. Από αυτή τη διαφορά περιεχομένου ανάμεσα στις γνήσιες και στις πλαστές διηγήσεις, προκύπτει η αίσθηση, για τον εξωτερικό πλέον ακροατή του έπους, ότι γνησιότητα και αληθοφάνεια δεν συμπίπτουν αναγκαστικά· οι γνήσιες διηγήσεις μπορεί να είναι συναρπαστικά απίθανες· η αληθοφάνεια όμως είναι απαραίτητος όρος της πλαστής διήγησης, γιατί της εξασφαλίζει καταρχήν αφηγηματικό κύρος. Όσο για την αλήθεια, αυτή, όπου και όταν χρειάζεται να προστατευθεί, κρύβεται κάτω από το αληθοφανές ψεύδος. Για να το πούμε αλλιώς: το αληθοφανές ψεύδος επινοείται στην Οδύσσεια ως δοκιμή και δοκιμασία της αλήθειας. Για να αναγνωρίσει δηλαδή κάποιος την αλήθεια, πρέπει να περάσει πρώτα από τον προθάλαμο της αληθοφάνειας. Αυτή την πορεία εξάλλου ακολουθούν οι διαδοχικοί αναγνωρισμοί του Οδυσσέα από δικούς και εχθρούς, σύμφωνα και με τη συμβουλή της Αθηνάς. Κορυφαίο παράδειγμα ο αναγνωρισμός Οδυσσέα και Πηνελόπης, που δοκιμάζεται τρεις φορές με το άλλοθι της αληθοφάνειας, προτού καταλήξει στο αληθινό του τέρμα.

Τεντώνοντας το σχοινί αυτής της υπόθεσης λίγο παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι με τις πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα ο ποιητής της Οδύσσειας αποδεσμεύεται από τον προηγούμενο παραδοσιακό μύθο, στον οποίο υπακούει κατά βάση το έπος του, και επιδίδεται στην αδέσμευτη, ελεύθερη μυθοπλασία. Δικαίωμα που το διεκδικούν και οι Μούσες στο προοίμιο της ησιόδειας Θεογονίας, δηλώνοντας απερίφραστα στον ασκραίο Ησίοδο, βοσκό που ετοιμάζονται να τον χρίσουν πάνω στον Ελικώνα ραψωδό (Θεογονία 26-28):

Βοσκοί αγροίκοι, μίζεροι και λιμασμένοι.
Ξέρουμε εμείς να λέμε ψεύδη σάμπως αληθινά,
ξέρουμε όμως, όταν θέμε, να λέμε και την καθαρή αλήθεια
.

Ο μεσαίος στίχος από το προηγούμενο τρίστιχο παραπέμπει ασφαλώς στην Οδύσσεια, παραλλάσσοντας ελαφρώς τη δήλωση του ποιητή για τα αληθοφανή ψεύδη του Οδυσσέα στη δέκατη ένατη ραψωδία, δήλωση για την οποία έγινε ήδη λόγος. Η εκφραστική αυτή και νοηματική σύμπτωση Ομήρου και Ησιόδου σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα δεν μπορεί να είναι τυχαία. Μοιάζει να κατοχυρώνει προκαταβολικά την αληθοφανή μυθοπλασία ως νόμιμη μέθοδο της ποίησης, της λογοτεχνίας γενικότερα.

Επιστρέφουμε τώρα στις κατά σύμβαση αληθινές διηγήσεις της Οδύσσειας, επιμένοντας στους «Μεγάλους Απολόγους», που αναδεικνύουν τον Οδυσσέα σπουδαίο αφηγητή, αντάξιο ενός επαγγελματία αοιδού. Που πάει να πει: ενός ραψωδού, δηλαδή ενός επικού ποιητή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλος από τον ποιητή της Οδύσσειας.

Οι μαχητές με το χαμόγελο

Σου έχει τύχει ποτέ να είναι η φάση που νιώθεις πως θέλεις να στηρίξεις κάποιον και τελικά να σε στηρίζει εκείνος;
Γιατί είναι που λες κάτι άνθρωποι, που όταν όλα καταρρέουν στη ζωή τους, απλά στο ανακοινώνουν. Έτσι απλά, με δυο κουβέντες. Χωρίς δάκρυα, χωρίς σπαραγμούς, χωρίς λόγια γλυκανάλατα.
Χωρίς να σου ζητήσουν την παραμικρή βοήθεια.
Ίσως γιατί ξέρουν πως τη μάχη τους πρέπει να τη δώσουν μόνοι τους.
Ίσως γιατί δεν θέλουν να τους λυπηθείς.
Ίσως γιατί ξέρουν βαθιά μέσα τους πως η μάχη αυτή είναι άνιση.
Κι εσύ μένεις άναυδος. Ανήμπορος. Πανικοβάλλεσαι στο άκουσμα της κατάρρευσης τους.
Κι ενώ θέλεις να βοηθήσεις (μακάρι να ξέρες πώς) κι ενώ ψάχνεις να βρεις τρόπο να είσαι εκεί, εκείνοι τελικά είναι αυτοί που σε βοηθάνε να σταθείς όρθιος.
Αυτοί λοιπόν δεν είναι απλοί άνθρωποι.
Είναι θεριά!
Δεν είναι μαχητές.
Είναι ο ίδιος ο πόλεμος!
Ασπίδα τους, το χαμόγελο τους.
Όπλο τους, μια δύναμη αλλιώτικη απο τις άλλες.
Αυτούς τους ανθρώπους ρε Θεέ να τους κρατάς στη ζωή!
Τους έχουμε ανάγκη!
Εμείς οι αδύναμοι, οι μικροί τους χρειαζόμαστε!

Η ατιμία του βλάκα είναι δεδομένη- πίσω από τη μνησικακία, την κακοήθεια, τον φθόνο

Τα άνθη της βλακείας δεν είναι μόνο οι εμφανείς ανοησίες, γκάφες, λάθη και αρλούμπες, αυτά είναι η ορατή και αναμενόμενη πλευρά· τα σοβαρά, όπως συμβαίνει πάντα, είναι τα κρυφά, τα ύπουλα και δηλητηριώδη.

Η ατιμία του βλάκα είναι δεδομένη- πίσω από τη μνησικακία, την κακοήθεια, τον φθόνο, τη συκοφαντία, τη ρουφιανιά, την εμπάθεια, τη χυδαιότητα, τη χολή, την κολακεία, τη δουλικότητα, την έπαρση, τη μικροπρέπεια κρύβεται πάντα ένα μεγάλο κουσούρι· αν δεν είναι κάτι εμφανές σωματικό ή ψυχικό, τότε πρόκειται ασφαλώς για την ηλιθιότητα που μετέρχεται τα μόνα μέσα που διαθέτει.

Αν γυρίσουμε το μέσα έξω του παλιάνθρωπου, κατά πάσα πιθανότητα θα βρούμε κρυμμένο έναν άξεστο ηλίθιο: «η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προϊόν των βλακών».

Γι’ αυτό, όταν λένε «να φοβάσαι τον βλάκα άνθρωπο» δεν εννοούν μόνο τις ανοησίες του, που δεν είναι πάντα για φόβο, αλλά επειδή είναι τόσο μοχθηρός και ιδιοτελής που μπορεί «να σου κάψει το σπίτι για να τηγανίσει δυο αβγά».

Μόνο ακίνητος γλιτώνεις απ’ τα φίδια.

Είναι γνωστό ότι τη φήμη και την επιτυχία ακολουθεί η συκοφαντία- έτοιμοι είναι οι άλλοι, στημένη την έχουν να ρίξουν το δηλητήριο, να πάρουν το κεφάλι που ξεχώρισε, να αφήσουν αισχρά υπονοούμενα- «η ανθρώπινη φύση μισεί καθετί που υπερέχει» (Θουκυδίδης).

Για το φθονερό ζωντόβολο η συκοφαντία είναι ακατανίκητη έξη- προσφέρει μια αυταπάτη μεγάλης ανακούφισης, καθώς του δίνει την ψευδαίσθηση ότι έτσι εξισώνεται με αυτόν που βρίζει: «ο φθόνος είναι συντετριμμένος θαυμασμός» (Κίρκεγκορ).

Κατά κανόνα οι βλάκες και οι ελλειμματικοί λυσσάνε και βγάζουν αφρούς ιδίως γι’ αυτό που τραβάνε προσωπικό ζόρι, που τρώει τα δικά τους σωθικά: ο πολιτικός θάβει τον πολιτικό, ο συγγραφέας κακολογεί τον συγγραφέα, ο πρώην εραστής τον νυν και οι εξ επαγγέλματος παντογνώστες δημοσιογράφοι δεν αφήνουν κανέναν ακουσκουσούρευτο.

Πίσω από κάθε δηλητηριώδη επίθεση και αισχρό υπονοούμενο κραυγάζει το πληγωμένο εγώ του ανεπαρκούς ηλίθιου: «Μπορώ να συγχωρήσω τα πάντα, εκτός από το να είσαι αυτό που είσαι – εκτός από το να μην είμαι αυτό που είσαι εσύ» (Σέλερ)

Στα μάτια να κοιτάς αν θες να βρεις την αλήθεια.

Πέρα από τα την λογική, πέρα από τα πρέπει, βρίσκεται η βαθιά αλήθεια. Αυτή που εντοπίζεται μόνο στα μάτια. Αντανακλάει ένα φως που σε αφήνει εκτεθειμένο, αρκεί να βλέπεις με καθαρότητα τα μάτια που έχεις απέναντι σου.

Ίσως να υπάρχει πόνος, ίσως να υπάρχει πίκρα, να υπάρχει φόβος, μπορεί να βρίσκεται μια συγνώμη, ένα ειλικρινές χαμόγελο, μια βαθιά αθωότητα, ή μια πραγματική αγάπη.

Η καθαρότητα είναι συγκλονιστική όταν θέλεις πραγματικά να δεις τα μάτια που έχεις απέναντι σου.

Τα λόγια είναι τέχνη, είναι μια αμφίεση, μια εμπειρία.

Τα μάτια όμως είναι εκεί για να προδώσουν τη βαθιά αλήθεια σου.

Ζωγραφίζουνε την αύρα σου και την καλοσύνη σου.

Στάματα να δίνεις τόση σημασία στα λόγια, είναι ένα πέπλο για να θολώνουμε τον εαυτό μας. Μια άμυνα.

Σαφώς και υπάρχει αλήθεια μέσα σε αυτά. Όμως ποτέ δεν θα έχουν την ίδια βαθύτητα.

Στα μάτια συναντιούνται δύο κόσμοι, πλανήτες, πολλά ενωμένα κομμάτια που βρέθηκαν στο σύμπαν. Πολλά μετέωρα κομμάτια που φτιάξανε τον πολύπλοκο σου κόσμο, ο όποιος φέρει αυτό το ιδιαίτερο φως μέσα από τους πυρήνες των ματιών σου.

Δεν χρειάζεται να τριβελίζει το μυαλό σου μια κουβέντα, είναι μόνο μια κουβέντα.

Το άγγιγμα, η καθαρότητα της ψυχής, τα ιδιαίτερα κομμάτια του σύμπαντος που φτιάξανε ένα σώμα ήταν πολλά και αρκετά ακόμα και για να μείνεις στη σιωπή. Οι μεγαλύτερες συγκινήσεις είναι εκεί μέσα. Ριζωμένες βαθιά.

Μάθαμε να μεταμφιέζουμε και να κρύβουμε το βάθος και την δημιουργία μας, από φόβο ή ανασφάλεια. Κανείς όμως δεν βγαίνει κερδισμένος όταν πλέει αντίθετα από τη φύση του.

Αν θέλεις λοιπόν να καταλάβεις το σώμα και την ψυχή που αντικρίζεις. Πρέπει να κοιτάξεις βαθιά μέσα στα μάτια και πίσω από το σώμα, στην πραγματική ενέργεια που διαπερνάει το κορμί. Το άυλο πάντα θα είναι θεϊκό και πάντα θα έχει μεγαλύτερη ισχύ από το υπαρκτό και υλικό.

Έτσι πραγματικά έχει σημασία να συνδεθείς με τους ανθρώπους γύρω σου. Βαθιά και με ειλικρίνεια. Άυλα.

Σημασία δεν έχει να είσαι σε όλα άψογος, αλλά να είσαι σε όλα αληθινός

Κι αν έκανες κάποιο λάθος, δεν πειράζει. Αυτό δεν είναι λόγος για να αυτομαστιγωθείς. Χαλάρωσε το σφίξιμο του «πρέπει» που σε πνίγει σαν μία καλοσιδερωμένη γραβάτα. Πάρε βαθιές ανάσες και απόλαυσε τη στιγμή. Δεν πειράζει, αν το μπλουζάκι σου είναι λίγο τσαλακωμένο, αν δεν φάνηκες Εγγλέζος στο ραντεβού σου, αν δεν είπες την τέλεια ατάκα στην κοπέλα που φλερτάρεις.

Πάρε πρωτοβουλίες και ας μην φέρουν το αποτέλεσμα που προσδοκάς. Στείλε το μήνυμα που στριφογυρίζει στο μυαλό σου εδώ και μέρες. Δείξε το ενδιαφέρον σου στον συνάνθρωπό σου, πιάνοντας συζήτηση ή πήγαινε για εκείνον τον καφέ που όλο αναβάλλεις.

Αρκεί που ενήργησες, που δεν έμεινες άπραγος και εγκλωβισμένος στη φυλακή του «Μην τυχόν και κάνω λάθος». Γι’ αυτό, αποκάλυψε το ανθρώπινο πρόσωπό σου, χωρίς φόβο, σπάζοντας τον καθρέφτη του τέλειου προσωπείου.

Να φανούν μέσα από τις ρωγμές όλα εκείνα που συνθέτουν τη μοναδικότητά σου. Μόνο τότε, θ’ αγαπηθείς γι’ αυτό που είσαι πραγματικά, χωρίς τον μανδύα του ιδανικού. Η ζωή είναι για να τη ζεις και να την απολαμβάνεις στο έπακρον.

Μην συγκρίνεις τις προτεραιότητες των άλλων με τις δικές σου. Διεκδίκησε μια καλύτερη εργασιακή θέση, παρακολούθησε τα μαθήματα που επιθυμείς χρόνια τώρα, πάρε στο τηλέφωνο τους ξεχασμένους φίλους σου και λύσε τις παρεξηγήσεις.

Προσπάθησε για το καλύτερο κι ας ξεφύγεις από την πεπατημένη. Ό,τι λούζει με φως την ψυχή σου, είναι σημαντικά πρωτεύον κι ας είναι ασήμαντο για τον υπόλοιπο κόσμο. Κλείσε τ’ αυτιά σου στις φωνές και στους ψιθύρους.

Πέταξε στο καλάθι των αχρήστων τον κατάλογο με τα κλισέ της λογικής και του καθωσπρεπισμού. Η αξιοπρέπειά σου τίποτα δεν έχει να χάσει, αν αναπνεύσει λίγο άρωμα ενθουσιασμού και παρόρμησης. Ίσα – ίσα θα την νιώσεις πιο ανάλαφρη και μυρωδάτη πάνω στο κορμί σου.

Θα γεμίσει το μυαλό σου με χρωματιστές εικόνες κι η καρδιά σου σαν χαρταετός θ’ανυψωθεί στο στερέωμα των ονείρων σου. Γέλασε λοιπόν με τα λάθη σου. Αγάπησε τον ατελή σου εαυτό, πέσε και πάρε φόρα να ξανασηκωθείς με περισσότερη σιγουριά και δύναμη.

Όπως τα παιδιά που τρέχουν και παίζουν με αστείρευτο κέφι. Ρουφούν όλο το οξυγόνο της ζωής και το προσφέρουν αντίδωρο στους ιστούς της ύπαρξής τους. Θα κάνουν λάθη και θα μάθουν από αυτά. Θα τολμήσουν και θα ρισκάρουν χωρίς δισταγμό μπροστά στο άγνωστο.

Δεν θα νικηθούν από τους φόβους και τις εικασίες, γιατί κρατούν ανοιχτή την πόρτα της ψυχής τους. Διψούν γι’ αγάπη κι επαφή. Αυτό που έχει σημασία λοιπόν, δεν να είσαι σε όλα άψογος. Σημασία έχει να είσαι σε όλα αληθινός.

Ρίξτε τους ρυθμούς των παιδιών σας. Μάθετέ τα να ζουν τη στιγμή

Παλιότερα οι ψυχολόγοι θεωρούσαν τη συναισθηματική νοημοσύνη ως το κλειδί της ευτυχίας. H σύγχρονη Ψυχολογία μας λέει πως η «πνευματικότητα» είναι αυτή που καθορίζει τα υγιή και ισορροπημένα παιδιά.

Όλοι οι γονείς έχουν μια κοινή επιθυμία: Να είναι τα παιδιά τους ευτυχισμένα. Βέβαια, η έννοια της ευτυχίας, για κάποιους είναι ταυτισμένη με την οικονομική ευημερία, για άλλους με τη δόξα ή την επιτυχία. Φυσικά, τα παιδιά δεν μπορούν να ταυτιστούν με τέτοιες έννοιες. Όταν οι γονείς τους λένε: «Φρόντισε να διαβάζεις, για να πετύχεις στη ζωή», τα παιδιά απορούν. Η ευτυχία για τα παιδιά είναι ταυτισμένη με άλλες λέξεις, όπως η ξενοιασιά, η πνευματική υγεία και η ασφάλεια. Πέρα, λοιπόν, από τις ακαδημαϊκές γνώσεις, οι σύγχρονοι γονείς οφείλουν να εκπαιδεύσουν κατάλληλα τα παιδιά τους, ώστε να αποκτήσουν ενσυναίσθηση και πνευματικότητα.

Τι σημαίνει πνευματικότητα;

Είναι η αίσθηση της σημασίας και του σκοπού, του νοήματος που έχουμε για τη ζωή, και συνδέεται άμεσα με τη βαθιά συνειδητοποίηση και τις αξίες μας. Τα παιδιά, δεν παρατηρούν απλά, νιώθουν το περιβάλλον και κυριολεκτικά το ζουν. Επιπλέον, εντοπίζουν, απορροφούν και αντιδρούν σε αυτό πολύ πιο έντονα από ό,τι οι ενήλικοι. Τα μικρά παιδιά είναι πολύ καλά συντονισμένα με τη διαίσθησή τους, επειδή δεν έχουν ακόμα βυθιστεί μέσα στην «πραγματικότητα» και συχνά ακούν και βλέπουν πράγματα που εμάς μας διαφεύγουν. Μέχρι τα έξι τους χρόνια περίπου, είναι εναρμονισμένα με τον πνευματικό κόσμο και με πράγματα αθέατα. Μετά τα έξι, όταν πια πάνε σχολείο και «εκτεθούν» στον παραδοσιακό τρόπο σκέψης και στις λογικές διεργασίες, αυτός ο συντονισμός ελαττώνεται. Τι μπορούμε να κάνουμε, για να διατηρήσουν αυτή την πνευματικότητα, αλλά και να την αναπτύξουν, ώστε να γίνουν -αν όχι ευτυχισμένοι- τουλάχιστον ικανοποιημένοι ενήλικοι;

1. Μυήστε τα στη θετική σκέψη.

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και τα παιδιά έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Εμείς, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να τα σεβόμαστε και να τα αντιμετωπίζουμε θετικά σε όλες τις περιπτώσεις. Αντί να θυμώσετε με μια αφηρημάδα τους, μια αταξία ή ένα λάθος που θα κάνουν στο σχολείο, πείτε τους απλά: «Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα τα καταφέρεις καλύτερα». Έτσι, θα μάθουν να βλέπουν τη θετική πλευρά σε δύσκολες ή δυσάρεστες καταστάσεις. Και την επόμενη φορά, όντως θα τα καταφέρουν καλύτερα.

2. Μάθετέ τα να ζουν τη στιγμή.

Και, βέβαια, ζήστε αυτές τις στιγμές μαζί τους. Δώστε την απαιτούμενη προσοχή σε αυτά που σας λένε, αφήστε το να σας μιλήσει για τους φόβους, τα όνειρά του. Κάθε στιγμή της ζωής είναι πολύτιμη, και αυτό θα το μάθει μέσα από τη δική σας ικανότητα να το ακούτε.

3. Μάθετέ τα να σέβονται τα δικαιώματα και τα αισθήματα των άλλων.

Εξηγήστε του πόσο καλό να μοιράζεται και να προσφέρει σε άλλους που είναι ίσως λιγότερο τυχεροί από εκείνο. Μάθετέ του να έχει αυτοέλεγχο-ώστε να λύνει ειρηνικά τις διαφορές του-, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζει και να σέβεται και τα δικά του συναισθήματα. Ο σεβασμός θα βοηθήσει στη βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων του, αλλά και στην ένταξή του στο κοινωνικό σύνολο.

4. Ρίξτε τους ρυθμούς

Για πολλά παιδιά της εποχής μας, ο ελεύθερος χρόνος είναι ένα άπιαστο όνειρο. Αφήστε το να χαζέψει ένα πουλάκι, να μυρίσει ένα λουλούδι, να τελειώσει μια ζωγραφιά. Αυτά τα μικρά πράγματα είναι που θα το βοηθήσουν να νιώσει αρμονικά με τη ζωή και να κατανοήσει τις ομορφιές του κόσμου που μας περιβάλλει.

5. Μην τα επιβαρύνετε με υπερβολικές προσδοκίες.

Συχνά, κάτω από ένα πιεστικό πρόγραμμα κρύβονται οι υπερβολικές γονεϊκές προσδοκίες. Σε πολύ μικρή ηλικία, περιμένουμε από τα παιδιά να αφήσουν τα παιχνίδια τους και να γίνουν σοβαρά και ανταγωνιστικά. Όλος αυτός ο αγώνας δρόμου προς τον ορθολογισμό μπλοκάρει δραματικά τη δημιουργικότητα, ενίοτε και τα συναισθήματά τους. Τι θα λέγατε αν απλά αφήναμε τα παιδιά να ανακαλύψουν ποια είναι, χωρίς να τους επιβάλλουμε να γίνουν αυτό που εμείς θέλουμε; Θα είναι ωραίο να κοιτούν «πίσω» και να θυμούνται μια χαρούμενη παιδική ηλικία.

6. Ενισχύστε τη δημιουργικότητά τους.

Τα παιδιά έχουν μια βαθιά επιθυμία να καταλάβουν τη θέση τους στον κοινωνικό τους περίγυρο. Ενθαρρύνετέ τα να διαβάζουν, να ακούνε μουσική, συνοδέψτε τα σε μια θεατρική παράσταση. Η δημιουργικότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να αναζητήσει τις δικές του λύσεις και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματά.

7. Εμπιστευτείτε το ένστικτό τους.

Τα παιδιά έχουν μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη διαίσθηση. Μπορούν να νιώσουν την κακή ενέργεια και τα συναισθήματα των άλλων. Δεν είναι τυχαίο που κάποιες φορές αποφεύγουν κάποιον μόνο και μόνο γιατί νιώθουν τον κίνδυνο. Το ένστικτο ενός παιδιού είναι ένας αλάνθαστος κριτής.

8. Ανακαλύψτε τι κάνει εσάς ευτυχισμένους.

Πριν αρχίσουμε να ανησυχούμε για το πόσο ευτυχισμένα δείχνουν ή πρόκειται να γίνουν τα παιδιά μας, μήπως να αναρωτιόμασταν πρώτα για τη δική μας ευτυχία; Τα παιδιά μπορούν να δουν τα πάντα, καταλαβαίνουν τα ψεύτικα χαμόγελα, τα ψεύτικα γέλια. Μην υποκρίνεστε, λοιπόν, πως είστε οι τέλειοι γονείς. Προσπαθήστε απλώς να είστε ευτυχισμένοι.

Ο προορισμός σου δεν είναι ο ίδιος με όλους

Μας ζητείται να είμαστε όλοι εδώ για τον ίδιο σκοπό. Οι ερωτήσεις από τον περίγυρο μας είναι σχεδόν ίδιες με αυτές που γίνονται σε όλους. Κι εδώ ξεκινάει αλλά και διαιωνίζεται ένα κοινωνικό προβληματικό μοτίβο. Έχεις σκεφτεί αλήθεια ποιος είναι ο σκοπός σου και ο προορισμός σου σε αυτή τη ζωή;

Υποσυνείδητα έχουν φωλιάσει μέσα μας λέξεις, κοινωνικά πρέπει, σωστά και λάθη, που δεν έχουν καμία σχέση και επαφή με αυτά που μπορεί ο καθένας μας πραγματικά να έχει ανάγκη, να θέλει, ή να τον φτάσουν στην πληρότητα.

Άκουσε πραγματικά την δική σου φωνή. Απενοχοποίησε την!

Δεν χρειάζεται να νιώθεις καλά μόνο αν είσαι σε σχέση, παντρεμένος, με παιδιά, με σταθερή δουλειά, με ένα εξοχικό, με δικό σου σπίτι και ότι άλλο μπορεί να κινείται γύρω από αυτά. Δεν λειτουργούμε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Πολλές φορές ακόμη κι αν τα έχεις όλα αυτά νιώθεις μισός, ίσως πως έχεις παραμελήσει τον εαυτό σου, για να φτάσεις πια να ευχαριστήσεις τις φωνές γύρω σου, οι οποίες σου έχουν περάσει πως αυτό είναι το φυσιολογικό και οτιδήποτε άλλο είναι απλά λάθος δρόμος και χάσιμο χρόνου.

Είναι εντάξει να απολαμβάνεις τον χρόνο που περνάς με τον εαυτό σου, είναι εντάξει να χαίρεσαι τις στιγμές ελευθερίας σου, να διευρύνεις τον ορίζοντα της πνευματικότητας και μοναδικότητας σου. Είναι εντάξει αν δεν σε καλύπτει να μην έχεις μια σταθερή δουλειά ,να κάνεις κάτι πιο αβέβαιο που παρ όλα αυτά σου δίνει πραγματική ευχαρίστηση και δημιουργικότητα. Είναι εντάξει να μην παντρευτείς ποτέ. Είναι εντάξει να μην κάνεις απόπειρες για σχέσεις σε τακτά διαστήματα. Είναι εντάξει να μπορείς να τα καταφέρνεις και μόνος σου. Είναι εντάξει να είσαι πιο αέρινος. Είναι εντάξει όλα αυτά και άλλα πολλά.

Τι είναι αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι καλά; Τι είναι αυτό που νιώθεις πως χρειάζεται η ζωή και ο περίγυρος σου από σένα; Τι σε γεμίζει; Τι σε κάνει να αντλείς βαθιά ικανοποίηση;

Μπορεί να είσαι βοηθός άνθρωπος, να αγαπάς να δίνεις τη βοήθεια σου σε έμβια όντα που το χρειάζονται.

Μπορεί να είσαι δημιουργός άνθρωπος και να έχεις έρθει για να δημιουργήσεις..

Μπορεί να είσαι εφευρέτης άνθρωπος.

Μπορεί να είσαι εδώ για αναπαραγωγή.

Μπορεί να είσαι συνδυασμός πραγμάτων.

Εν δυνάμει είμαστε λίγο απ όλα! Αλλά κάπου τείνει η δική σου ζυγαριά και μόνο εσύ θα το ανακαλύψεις για τον εαυτό σου. Σε κάτι που ποτέ μπορεί να μην το έχεις σκεφτεί ή ακόμη και να μην του έχεις δώσει την πρέπουσα σημασία.

Σίγουρα είσαι εδώ για να βοηθήσεις το γρανάζι της ζωής να κυλάει, η ζωή έχει τη σοφία και έχει προνοήσει να σου δώσει αυτό ή αυτά που σου χρειάζονται για να νιώθεις πληρότητα, σημαντικότητα, ζωντάνια και χαρά!

Όταν ο Πλάτωνας συναντάει την σύγχρονη επιστήμη

Η Αλήθεια για τον Πλάτωνα όπως περιγράφεται μέσα από του διαλόγους του στο περί Ψυχής, είναι η διαδικασία ενθύμησης της γνώσης των ιδεών που έχει γίνει αντιληπτή από την ψυχή πριν ενσωματωθεί στον άνθρωπο. Στον Πλατωνικό Τίμαιο η ψυχή περιγράφεται σαν ένα δημιούργημα ενός μείγματος με μαθηματικές αναλογίες, η οποία εμπεριέχεται μέσα στους αστέρες που θεωρούνται θεότητες. Ο Δημιουργός σύμφωνα με τον μονόλογο του Κριτία όταν δημιουργούσε την ψυχή εισήγαγε μέσα σε αυτήν την νόηση. Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία (375π.χ) παρουσιάζει αλληγορικά το σπήλαιο σαν ένα χώρο που αποτελείται από δεσμώτες που προσλαμβάνουν τις σκιές που συμβολίζουν τις προσλαμβάνουσες εικόνες των αισθήσεων που γίνονται αντιληπτές μέσω φυλάκων που κρατούνε αντικείμενα. Αυτά τα αντικείμενα προβάλλονται από τον φωτισμό μιας φωτιάς που βρίσκεται πίσω από τους φύλακες. Η φωτιά συμβολίζει το λευκό φως μέσω του οποίου προσλαμβάνουμε όλες τις εικόνες για να σχηματίσουμε την αντίληψη της πραγματικότητας μέσα στην συνείδηση μας. Η λειτουργία της ανάμνησης για των Πλάτωνα είναι η οδός προς την αλήθεια και την έξοδο από το σπήλαιο στο οποίο προβάλλονται οι σκιές των αντικειμένων.

Μια προσπάθεια «ενθύμησης» μέσα από τα επιστημονικά δεδομένα

Η επιστήμη σήμερα επίσης προσπαθεί να ανασυνθέσει χρονικά τα γεγονότα για να βρει την κοσμολογική αρχή του σύμπαντος, μπαίνοντας σεμια διαδικασία να «θυμηθεί» την αρχή για να δομήσει την παρούσα πραγματικότητα. Σήμερα γνωρίζουμε από έρευνες ότι τα αστέρια συνθέτονται από συστατικά που σχεδόν αποτελούν το σύνολο όλα τα στοιχεία του ανθρώπινου σώματος όπως άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο. Σύμφωνα με τις έρευνες της NΑSA τα δομικά στοιχεία που συνθέτουν τα δομικά στοιχεία της ζωής εμπεριέχονται μέσα στο φως των αστεριών. Το RNA που δομήθηκε πριν δισεκατομμύρια χρόνια, δομήθηκε από τέσσερα νουκλεοτίδια που ενείχαν τις νουκλεοβάσεις (γουανίνη κυτοσίνη θυμίνη ουρακίλη). Οι εξελικτικοί βιολόγοι έχουν διαπιστώσει πως οι ευκαρυωτικοί οργανισμοί, αποτελούν την εξέλιξη των προκαρυωτικών είναι οι πρώτες μορφές ζωής. Σύμφωνα με τις βιοχημικές έρευνες έχουν βρεθεί ενώσεις RNA πάνω σε ηφαιστειακά πετρώματα που είναι ικανές προς εξέλιξη. Αυτή η διαδικασία μπορεί να λάβει χώρα στον Άρη ή στην Γη. Αυτή η ικανότητα είναι μια πρώιμη μορφή νοημοσύνης-νόησης.

Σύμφωνα με τις έρευνες την NASA οι μετεωρίτες θεωρούνται οι φορείς των δομικών στοιχείων που δημιούργησαν τις βάσεις της ζωής στην γη. Αυτές οι πρώιμες μορφές άρχισαν να αναπαράγονται μέσω της δυαδικής σχάσης οπού αργότερα διαμορφώθηκαν σε θαλάσσια είδη, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά από τα οποία τα ανθρωποειδή έχουν προσλάβει στοιχεία μέσα στην ιστορία της συνεχούς εξέλιξης τους. Μαζί με αυτήν την διαμόρφωση φυσικά διαμορφώνονταν και η νόηση του ανθρώπου μαζί με το γενετικό του υλικό που περιείχε μια μνήμη, ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται ο οργανισμός σε νέες περιβαλλοντικές προκλήσεις.Μέσα από το γενετικό υλικό έχει διαπιστωθεί πως μεταφέρονται χημικά σημάδια που προέρχονται από φοβίες που εγγράφονται, για να μεταφερθούν στις επόμενες γενεές. Αυτές οι πληροφορίες ανακαλούνται κατά την στιγμή των αισθητηριακών ερεθισμάτων όπως ήχων, οσμών και εικόνων.

Η επεισοδιακή μνήμη που αφορά ένα μέρος της μνήμης που αποθηκεύονται οι προσωπικές εμπειρίες που ανακαλούν το που και το πότε. Σύμφωνα με την μακρά εξελικτική πορεία ο άνθρωπος έχει διαπιστωθεί ότι μπορεί να μοιράζεται πρώτο –επεισοδιακά στάδια της μνήμης μαζί με άλλα είδη όπως τα ερπετά, τα ψάρια και τα πτηνά καθώς υπάρχουν και σε εκείνα εγκεφαλικές περιοχές ανάλογες με του ανθρώπου.Ο Ιππόκαμπος είναι μια κύρια περιοχή που σχετίζεται με την μνήμη. Έπειτα από την πρόσληψη πληροφοριών από το εξωτερικό περιβάλλον από τους αισθητηριακούς υποδοχείς, αυτές οι πληροφορίες φτάνουν σε πρωίμες περιοχές του νεοφλοιού. Αυτές οι πληροφορίες υπόκεινται σε μια επεξεργασία από αυξημένα επίπεδα αφαίρεσης και πολυπλοκότητας σχηματίζοντας πολυτροπικές αναπαραστάσεις. Οι έρευνες που έχουν γίνει σε θηλαστικά –τρωκτικά δείχνουν τον σπουδαίο ρόλο που διαδραματίζει η περιοχή του ιππόκαμπου στις συσχετίσεις μεταξύ αντικειμένων και χώρου.

Έρευνες έχουν δείξει επίσης την σύνδεση της οπτικής αναπαράστασης και της ζωντανής αίσθησης αυτών που μπορούν να δώσουν πρόσβαση σε μακροχρόνιες καταστάσεις που είναι καταχωρημένες στην μνήμη. Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει την επίδραση ορισμένων καταστάσεων , εντοπίζοντας τους βιολογικούς παράγοντες που συμβάλουν στην τροποποίηση της συνείδησης, αλλά δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στις διαστάσεις της συνείδησης καθώς αυτή δεν μπορεί να αναπαρασταθεί υλικά. Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος κάτω υπό κάποιες συνθήκες να έχει ανακαλέσει περιοδικές μνήμες που υπάρχουν από την στιγμή της διαμόρφωσης του γενετικού υλικού και να τις έχει καταγράψει σε μύθους;

Οι Βαβυλώνιοι που μετέφεραν την μυθολογία τους στους Φοίνικες και αυτοί στην Ελλάδα έκαναν σωστές εκτιμήσεις πως ο πρόγονος του ανθρώπου προήλθε από τα αστέρια. Kατά τα τελευταία στάδια της υλικής αποσύνθεσης έπειτα από τον θάνατο, παράγεται ήλιο μετά από ραδιενεργές διασπάσεις με την σύνδεση του ουράνιου και του θορίου. To ήλιο και το υδρογόνο είναι τα μοναδικά υδρογόνα που ξεφεύγουν από την ατμόσφαιρα της γης, όντας τα ελαφρύτερα στοιχεία του σύμπαντος. Τα αστέρια εμπεριέχουν κυρίως υδρογόνο και ήλιο πράγμα που σημαίνει τα άτομα που συνθέτουν αυτές τις ουσίες μπορεί να προκαλέσουν νέους σχηματισμούς αστεριών μέσα στο γαλαξιακό σύστημα κατά την «έξοδο» τους από την γη. Έτσι αυτά τα άτομα που είναι η ψυχή από την οποία συστάθηκε ο άνθρωπος «επιστρέφουν» εκεί από όπου προήλθαν.


Επαναφορά στην Πλατωνική σκέψη και το επιστέγασμα

O Πλάτωνας θεωρεί πως ο Δημιουργός έθεσε τον νου στην ψυχή η οποία γνώρισε τις ιδέες, αλλά δεν αποδίδει στον ίδιο τον Δημιουργό νόηση. Πράγματι ο άνθρωπος έχει σχηματίσει μια ιδέα μιμητική για το τι είναι το άστρο, αλλά δεν γνωρίζει την ιδέα αυτή χωρίς την παράσταση που έχει σχηματίσει από τα αισθητηριακά όργανα. Κατά την περίοδο που υπήρχε σαν ψυχή στα αστέρια είχε γνωρίσει κάτι που οι αισθήσεις δεν μπορούν να αποδώσουν. Η νόηση έχει συλλάβει την ιδέα μέσω της ανάκλησης των γνώσεων της ψυχής. Η νόηση είναι μια λειτουργία των έμβιων οργανισμών, αλλά δεν είναι κάτι που αφορά όλο το σύμπαν, αλλά έναμέσο που κατέχει και ο άνθρωπος ώστε να κατανοήσει το σύμπαν. Ο Πλάτωνας είπε ότι η έδρα της γνώσης είναι στην ψυχή που την χώρισε σε τρία μέρη, όταν έλαβε την μορφή της μέσα στο υλικό σώμα του ανθρώπου.

Τα περισσότερα βακτήρια βρίσκονται στο στομάχι μας οπού εκεί αντανακλούν τα συναισθήματα της πείνας, του φόβου, της οργής και της στεναχώριας. Η περιοχή του πεπτικού συστήματος θεωρείται ως ο δεύτερος εγκέφαλος του ανθρώπινου οργανισμού οπού βρίσκεται σε σύνδεση με το μυαλό. Κατά την διάρκεια ενός παθιασμένου ενθουσιασμού αισθανόμαστε τους χτύπους της καρδιά μας να ανεβαίνουν. H ψυχή λοιπόν που ξεκίνησε το ταξίδι της από τα αστέρια και ενσαρκώθηκε μέσα στον άνθρωπο, επιβεβαιώνεται ότι αποτελείται από τρία μέρη όπως δίδαξε ο Πλάτωνας. Η νόηση και η μνήμη είναι κάτι που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως καταγωγής, χρώματος, γένους και φυλής όπως και η προέλευση τους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το ανθρώπινο γένος ξεκίνησε από την σημερινή Ήπειρο της Αφρικής για να μεταναστεύσει σε όλο τον κόσμο. Από τους Σαμάνους της Αφρικής, της Ασίας μέχρι τον Πλάτωνα διερευνήθηκε η ανθρώπινη συνείδηση μέσω μυστηρίων, με την διαφορά πως ποικίλαν οι περιβαλλοντικές συνθήκες.

Σαφώς η Αριστοτελική σκέψη που έδωσε βάση στην εμπειρία της παρατήρησης της φύσης «προσγείωσε» την Πλατωνική σκέψη που ήταν αλληγορική. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη λοιπόν μπορεί κανείς να αντλήσει δεδομένα που έχουν προκύψει από την επιστήμη, για να συνθέσει κάτι. Μπορεί οι επιστήμες να μελετάνε επί μέρους πράγματα αλλά η φιλοσοφία σύμφωνα με εκείνον είναι η εφαρμογή γνώσης στην φύση για την διερεύνηση της. Έτσι θα ήταν γόνιμο να γίνεται συμπόρευση της φιλοσοφίας σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, ειδάλλως η φιλοσοφία θα παραμείνει «κατεψυγμένη» σε ένα χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ο Πλάτωνας είχε αναγνώσει τον Πυθαγόρα και τους φυσικούς φιλόσοφους για να συνθέσει την φιλοσοφία του. Γιατί να μην ακολουθείται από τους σύγχρονους ανθρώπους το ίδιο;

Ο Πλάτωνας για να πραγματώσει το Δελφικό γνώθι σε αυτόν «αποσυνδέθηκε» από τον εαυτό του, παρατηρώντας από απόσταση τον τρόπο που δομείται αυτός ο εαυτός. Αυτός ο μεγάλος μύστης παρέδωσε στην ανθρωπότητα κάτι πολύτιμο που δεν πρέπει να κρατείται κλειδωμένο. Παρόμοια και ο Πλωτίνος αποστασιοποιήθηκε από το εγώ του, προκειμένου να συλλάβει την Πλατωνική διδασκαλία. Μπορούμε να αφήσουμε λίγο στην άκρη αυτά που δομούν το εγώ μας; Μπορούμε να κάνουμε πέρα της πεποιθήσεις μας, τα φιλοσοφικά συστήματα που μετατρέπουμε σε πίστη, την ιδεολογία μας, τις προσδοκίες μας και να «αδειάσουμε» για λίγο; O Φίλων της Αλεξάνδρειας έλεγε πως μπορούμε να ανακαλύψουμε τον Θεό μόνο αν συνειδητοποιήσουμε την κενότητα μας. Μόνο όταν αδειάσουμε το δοχείο από τις πληροφορίες που το γεμίζουμε συνεχώς. Προσωπικά θα έλεγα πως δεν γνωρίζω τίποτα, καθώς καθημερινά πέφτω στην λήθη των στρεβλών εντυπώσεων που με απομακρύνουν από την αλήθεια.

Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας

Πριν μιλήσουμε για το πως τα πηγαίνουμε με τους άλλους, πρώτα πρέπει να τα έχουμε καλά με τους εαυτούς μας. Μου φαίνεται ότι όλες οι εξωτερικές διαμάχες μεταξύ των ανθρώπων είναι εκδηλώσεις εσωτερικών διαμαχών στους ανθρώπους. Αν υποφέρετε από μια άλυτη εσωτερική διαμάχη, τότε δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε. Και αν δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε, δεν θα τα πάτε όσο καλά θα μπορούσατε και με τους άλλους.

Όποτε παρατηρώ ανθρώπινα πλάσματα να φέρονται άσχημα, να κακομεταχειρίζονται ή να τραυματίζουν το ένα το άλλο, είτε σε άμεση αντιπαράθεση ή με ύποπτους ή με πισώπλατους τρόπους, πάντα παρατηρώ ότι οι δράστες δεν φαίνονται πολύ ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους. Οι άνθρωποι που κάνουν πόλεμο στους άλλους δεν έχουν καταφέρει να κατακτήσουν τους εαυτούς τους. Έχουμε συναντήσει τον εχθρό και είμαστε εμείς. Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας.

Από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι που φέρονται στους άλλους με αυθεντική καλοσύνη, ευαισθησία και σεβασμό – αν όχι με αγάπη και συμπόνια – σχεδόν σίγουρα τα πάνε καλά με τον εαυτό τους, κατ’ αρχάς. Η επίλυση των δικών σας εσωτερικών μαχών συγκρούσεων, έτσι ώστε να μαίνονται μέσα σας λιγότερες θύελλες, θα επιδράσει κατευναστικά στις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους επίσης.

Ακόμη κι αυτοί που προσπαθούν να σας προκαλέσουν με τις δικές τους καταιγίδες θα είναι ανίκανοι να το κάνουν. Αφού κατακτήσετε τον εχθρό έσωθεν, δεν θα έχετε περισσότερους εχθρούς έξωθεν. Γι’ αυτό ο Γκάντι έλεγε ότι στο “λεξικό” του της μη βίαιης αντίστασης στην καταπίεση “δεν υπάρχει λέξη για τον εχθρό”.

Βεβαίως, όλοι μας βιώνουμε προσωρινές εσωτερικές αναστατώσεις – είτε λόγω της κακής μέρας, του συνδρόμου των εμμήνων, της έλλειψης ύπνου, του ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι του εκνευρισμού ή απλώς επειδή “ξυπνήσαμε στραβά” – και μπορεί περιστασιακά να ξεσπάσουν.

Αλλά πρέπει να είμαστε ικανοί να ξεπερνάμε τις κακές διαθέσεις γρήγορα. Είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας, του κώδικα συμπεριφοράς μας.

Όταν είστε κακοδιάθετοι, ακόμη και για μερικά λεπτά ή ώρες, δεν τα πάτε καλά με τον εαυτό σας και βιώνετε δυσαρέσκεια. Αν μπορείτε να ξεχάσετε τη δυσαρέσκειά σας ακόμη και για ένα λεπτό – αφήνοντας κάποιον άλλο να σας χαροποιήσει ή να σας αποσπάσει την προσοχή ή να σας κάνει να γελάσετε – τότε επιτρέπεται σε κάθε πιθανό είδος ευχαρίστησης να εισέλθει, στη στιγμή.

Αλλά αν κολλάτε πεισματικά στη δυστυχία σας, αποτρέπετε κάθε είδους χαρά να εισέλθει.

Ακόμη και ο Νίτσε, ο οποίος δεν ξεχείλιζε ακριβώς από ανθρώπινη καλοσύνη, συνειδητοποίησε τη σημασία που έχει να ξεχνάμε τις αιτίες της δυσαρέσκειάς μας.

Αυτός ο οποίος ξεχνά είναι θεραπευμένος.
– ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

Όπως γνώριζε ο Νίτσε, αυτό ισχύει τόσο σε ομάδες όσο και σε μεμονωμένα άτομα: “Ένας χαρούμενος λαός δεν έχει ιστορία”.

Αντιθέτως, άτομα ή ομάδες που κουβαλούν πολλή ιστορία είναι πιθανόν να είναι αναστατωμένες για μεγάλες περιόδους.

Το επιτρέπετε στο παρελθόν να καταλαμβάνει το παρόν σας και να εμποδίζει το μέλλον σας είναι ένας σίγουρος τρόπος για να μην τα πηγαίνετε καλά με τον εαυτό σας.

Αν έχετε κακή διάθεση, σίγουρα θα σταματήσει, αν είστε πρόθυμοι να ξεχάσετε τι την προκάλεσε.

Όλοι έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό, αν και μερικοί χρειάζεται να μάθουν να εξασκούν αυτή τη δύναμη και να εξασκηθούν στο να την ασκούν πιο ολοκληρωμένα.

Ελληνική μυθολογία: Αιγίπαν, ένας από τους τραγοπόδαρους θεούς

Ο Αιγιπάν ήταν ένας από τους τραγοπόδαρους θεούς που ήταν γνωστοί ως Πάνες.

Ήταν γιος του Δία και της Αίγας, συζύγου του Πάνα και ονομάστηκε έτσι από την ένωση των ονομάτων της Αίγας και του Πάνα.

Το πάνω μέρος του σωματός του ήταν ανθρώπινο και το άλλο μισό ήταν κατσίκας.

Κάποτε ο Δίας είχε αιχμαλωτιστεί από τον Τυφώνα. Ο Τυφώνας είχε αφαιρέσει από το Δία τα νεύρα των χεριών και των ποδιών και τα είχε κρύψει μέσα σε δέρμα αρκούδας στο Κωρύκειο Άντρο της Κιλικίας και είχε αναθέσει τη φύλαξή τους στην αδελφή του Δελφύνη.

Από εκεί τα έκλεψαν ο Αιγίπαν και ο Ερμής, τα προσάρμοσαν πάλι στο Δία που ανέκτησε τις δυνάμεις του και νίκησε τον Τυφώνα.

Ο Δίας από ευγνωμοσύνη μετέβαλε σε αστερισμό τον Αιγίπανα, με το όνομα Αιγόκερω.

Με τον Αιγίπανα ταυτίζεται ο θεός των Λατίνων Σιλβάνος ο οποίος ήταν προστάτης των δασών.

Βιβλιογραφία – πηγές

Πλούταρχος, Ηθικά, 6.1

καὶ γὰρ αἰγῶν ἐπειράθησαν ἄν-
δρες καὶ ὑῶν καὶ ἵππων μιγνύμενοι καὶ γυναῖκες ἄρρεσι
θηρίοις ἐπεμάνησαν· ἐκ γὰρ τῶν τοιούτων γάμων ὑμῖν
Μινώταυροι καὶ Αἰγίπανες, ὡς δ’ ἐγᾦμαι καὶ Σφίγγες
ἀναβλαστάνουσι καὶ Κένταυροι.

Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1, 27, 2

Οὗτός ἐστι τῷ εἴδει ὅμοιος τῷ Αἰγίπανι· ἐξ ἐκείνου
δὲ γέγονεν· ἔχει δὲ θηρίου τὰ κάτω μέρη καὶ κέρατα
ἐπὶ τῇ κεφαλῇ· ἐτιμήθη δὲ διὰ τὸ σύντροφον εἶναι
τῷ Διί, καθάπερ Ἐπιμενίδης ὁ τὰ Κρητικὰ ἱστορῶν
φησιν, ὅτι ἐν τῇ Ἴδῃ συνῆν αὐτῷ, ὅτε ἐπὶ τοὺς Τι-
τᾶνας ἐστράτευσεν.

Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 42, 8

Ἑρμῆς δὲ καὶ Αἰγίπαν ἐκκλέψαν-
τες τὰ νεῦρα ἥρμοσαν τῷ Διὶ λαθόντες.

Επιμενίδης, Αποσπάσματα, 18, 2

οὗτός ἐστι τῶι εἴδει
ὅμοιος τῶι Αἰγίπανι· ἐξ ἐκείνου δὲ γέγονεν· ἔχει δὲ θηρίου τὰ κάτω μέρη καὶ
κέρατα ἐπὶ τῆι κεφαλῆι.

Πλάτων: Η ψυχή λοιπόν διαιρείται σε τρία μέρη

Στον διχασμένο πλατωνικό κόσμο ο άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει. Κατά βάση έλκεται από τον κόσμο των αισθήσεων, είναι κι αυτός ευμετάβλητος, παρορμητικός, ατελής. Υπάρχει όμως και ένα αντίθετο στοιχείο μέσα του, κάτι το σταθερό και αιώνιο, που συγγενεύει με τον κόσμο των Ιδεών. Ο άνθρωπος λοιπόν παλινδρομεί ανάμεσα στους δύο κόσμους.

Στον Φαίδωνα, που είναι αφιερωμένος στις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη, ο Πλάτων δείχνει να υιοθετεί το πυθαγόρειο και ορφικό δόγμα της μετεμψύχωσης. Ο άνθρωπος αποτελεί ένωση ενός θνητού σώματος και μιας αθάνατης ψυχής, βιώνει δηλαδή τον ίδιο διχασμό με τον κόσμο. Το σώμα του είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στη διαρκή μεταβολή, ενώ η ψυχή του, που είναι ασώματη και αιώνια, είναι από την ίδια τη φύση της συγγενής με τις Ιδέες. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται απόλυτα ήρεμος και εξοικειωμένος με την προοπτική του θανάτου του, γιατί για τον φιλόσοφο ο θάνατος δεν είναι συμφορά αλλά απελευθέρωση της ψυχής από τη φυλακή του σώματος. Η φιλοσοφία είναι «μελέτη θανάτου» (Φαίδων 67d). Με την αποδέσμευσή της από το σώμα, η ψυχή απαλλάσσεται από ένα δυσβάστακτο βάρος και μπορεί πλέον να αφιερωθεί απερίσπαστη στη θέαση των Ιδεών.

Η ανθρώπινη ψυχή έχει λοιπόν τη δυνατότητα να έρθει σε άμεση επαφή με τις Ιδέες. Η γνώση των Ιδεών είναι ευκολότερη όταν η αθάνατη ψυχή είναι απαλλαγμένη από το σώμα, μπορεί όμως να επιτευχθεί και κατά τη διάρκεια της επίγειας διαδρομής της, αν η ψυχή καταφέρει να επιβάλει τον δικό της νόμο στο σώμα και να αποφύγει τους περισπασμούς του. Τότε η ψυχή παραμερίζει τα δεδομένα των αισθήσεων και, χρησιμοποιώντας μόνο τη νόηση, διατυπώνει έγκυρες κρίσεις για τα υπάρχοντα πράγματα. Αυτή η έγκυρη γνώση που στηρίζεται στις Ιδέες είναι, κατά τον Πλάτωνα, μια μορφή «ανάμνησης». Η ενσαρκωμένη ψυχή ξαναφέρνει στη μνήμη της την άμεση θέαση των Ιδεών, που βίωσε όταν ήταν απαλλαγμένη από το σώμα. Η μοναδική αυτή εμπειρία έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στην ψυχή, συσκοτίστηκε όμως, και κατά κάποιο τρόπο «ξεχάστηκε», όταν η ψυχή επανενώθηκε με ένα θνητό σώμα. Η φιλοσοφική μύηση είναι επομένως μια διαδικασία βαθμιαίας ανάμνησης των λησμονημένων γνώσεων της ψυχής.

Είναι όμως δυνατόν ένας μεγάλος φιλόσοφος, όπως ο Πλάτων, να πιστεύει πραγματικά ότι η αληθινή γνώση είναι ανάμνηση; Ή μήπως έχουμε κι εδώ εφαρμογή της προσφιλούς τακτικής του Πλάτωνα να προσφεύγει στην αλληγορική γλώσσα του μύθου, όταν πρόκειται να θίξει δύσκολα προβλήματα; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν είναι ποτέ εύκολη. Αν ισχύει πάντως η δεύτερη εκδοχή, τότε αυτό που θέλει να πει ο Πλάτων είναι ότι το ανθρώπινο είδος έχει έμφυτη τη δυνατότητα διανοητικής γνώσης. Εφόσον η γνώση δεν προέρχεται από τις αισθήσεις, πρέπει να προέρχεται από κάπου αλλού. Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να διαθέτει εξαρχής, έστω εν υπνώσει, την ικανότητα να διατυπώνει σωστές κρίσεις. Η πλατωνική ανάμνηση αντιστοιχεί σε αυτό που, πολύ αργότερα, οι φιλόσοφοι της Δύσης θα ονομάσουν a priori γνώση.

Στην Πολιτεία ο Πλάτων θα προχωρήσει σε μια νέα διάκριση. Πιο σημαντική από την αντίθεση σώματος και ψυχής είναι η αντίθεση ανάμεσα στα μέρη της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής. Η ψυχή είναι μια πολύπλοκη ενότητα, που διαθέτει διαφορετικά μέρη και διαφορετικές παρορμήσεις. Ο Πλάτων συνειδητοποιεί ότι, ενώ όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ψυχή, έχουν δηλαδή συναισθήματα, αισθητηριακές παραστάσεις και στοιχειώδη τουλάχιστον δυνατότητα κρίσης, ελάχιστοι είναι αυτοί που θα μπορέσουν τελικά να αφιερωθούν στον δρόμο της νόησης. Άρα ο αγώνας δεν διεξάγεται ουσιαστικά ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, αλλά ανάμεσα σε αντίθετες δυνάμεις της ίδιας της ψυχής.

Η ψυχή λοιπόν διαιρείται σε τρία μέρη. Το πρώτο και κατώτερο ονομάζεται «επιθυμητικό» και είναι η έδρα των ηδονών και των πάσης φύσεως επιθυμιών. Το δεύτερο ονομάζεται «θυμοειδές» και είναι έδρα του πάθους. Και το τρίτο είναι το αθάνατο μέρος της ψυχής μας, το «λογιστικό», που στεγάζει το λογικό και την ορθή κρίση. Τα τρία μέρη της ψυχής βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη, με κυρίαρχη την αντίθεση φρόνησης και ηδονής, «λογιστικού» και «επιθυμητικού». Η σωστή ζωή και η κατάκτηση της ευδαιμονίας εξαρτάται από την εναρμόνιση των μερών της ψυχής, που επιτυγχάνεται με την ηγεμονία του λογιστικού στα κατώτερα μέρη της ψυχής. Τότε ο άνθρωπος είναι σε θέση να ελέγχει τις επιθυμίες του, με εγκράτεια και σωφροσύνη, να μετασχηματίζει το πάθος του σε ανδρεία και να κατευθύνει τον λογισμό του στη γνώση και στη σοφία. Τρεις βασικές αρετές, η σωφροσύνη, η ανδρεία και η σοφία, αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, και χαρακτηρίζουν τον ενάρετο βίο. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη, η δικαιοσύνη, που αντιστοιχεί στην ισορροπία του συνόλου. Δίκαιος άνθρωπος είναι αυτός που έχει καταφέρει να εναρμονίσει τα τρία μέρη της ψυχής του, όπως δίκαιη πολιτεία είναι αυτή που έχει βρει την ισορροπία ανάμεσα στις βασικές ομάδες των πολιτών της.

Ο δίκαιος άνθρωπος έχει επιβληθεί στις επιθυμίες του, έχει κατευνάσει τα πάθη του και, με αυτό τον τρόπο, έχει ανοίξει τον δρόμο για την επικοινωνία του αθάνατου μέρους της ψυχής του με τις Ιδέες. Στη δύσκολη αυτή διαδρομή θα αναζητήσει, όπως είδαμε, τη βοήθεια ενός φωτισμένου δασκάλου, μιας σχολής φιλοσοφίας, μιας οργανωμένης πολιτείας. Θα αντλήσει όμως δύναμη και από έναν ανέλπιστο εσωτερικό σύμμαχο. Πρόκειται για τον έρωτα, την πιο ισχυρή και πιο πολύπλοκη από όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Ιδέες. Για τον Πλάτωνα ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην άγνοια έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και στην πλήρωση, στην ασχήμια και στην ωραιότητα, στη θνητότητα και στην αθανασία: «Η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα, ο Έρωτας είναι έρωτας προς το ωραίο, άρα κατ᾽ ανάγκην ο Έρωτας είναι φιλόσοφος. Και ως φιλόσοφος που είναι, βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια» (Συμπόσιον 204b). Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερό του ίσως διάλογο, ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την Ιδέα του ωραιότητας.

Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί σωστά στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μία μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φτάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρίσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο – εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο· όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ᾽ αυτό με τέτοιο τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή.
Πλάτων, Συμπόσιο 210e-211b

Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη του προς κάθε ωραία αισθητή μορφή, πράξη ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες, «μόνο το κάλλος είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο» (Φαίδρος 250b-d), και σε αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.

Αριστοτέλης: Η ευδαιμονία των παιδιών

«Έχει ειπωθεί λοιπόν ότι η ευδαιμονία είναι ένα είδος ενέργειας της ψυχής σύμφωνα με την αρετή (εἴρηται γὰρ ψυχῆς ἐνέργεια κατ᾽ ἀρετὴν ποιά τις). Εύλογα λοιπόν δεν μπορούμε να ονομάσουμε ούτε το βόδι ούτε το άλογο ούτε κανένα άλλο ζώο ευδαίμον· γιατί κανένα από αυτά δεν μπορεί να συμμετέχει σε αυτή την ενέργεια. Για την ίδια αιτία ούτε ένα παιδί είναι ευδαίμον.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1099b25-1100a1

Ο Αριστοτέλης δεν έχει συγγράψει ξεχωριστή πραγματεία για τα παιδιά. Οι απόψεις του βρίσκονται διάσπαρτες καταρχήν στα ηθικά του έργα και στη συνέχεια στα πολιτικά και βιολογικά. Η ευδαιμονία είναι για τον ίδιο ο σκοπός της ζωής αλλά δεν έχει για όλους την ίδια σημασία. Κατά τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία δεν μετριέται με την καλοσύνη, την τύχη ή την ηδονή:

«Όσοι θεωρούν ευδαίμονα αυτόν που βασανίζεται και έχει βρεθεί σε μεγάλες δυστυχίες, εάν είναι αγαθός, θέλοντας και μη, λένε ανοησίες. Επειδή όμως η ευδαιμονία χρειάζεται την τύχη μερικοί θεωρούν ότι η ευτυχία είναι ευδαιμονία, ενώ δεν είναι, καθώς και η υπερβολική ευτυχία αποτελεί εμπόδιο και ίσως δεν είναι σωστό να την ονομάζουμε ευτυχία. Γιατί ο όρος ευτυχία εξαρτάται από την ευδαιμονία (πρὸς γὰρ τὴν εὐδαιμονίαν ὁ ὅρος αὐτῆς). Και το ότι όλα τα ζώα και οι άνθρωποι επιδιώκουν την ηδονή είναι απόδειξη του ότι αυτή είναι το ύψιστο αγαθό. Ίσως όμως επιδιώκουν όχι αυτή που νομίζουν ότι είναι ηδονή ούτε αυτή που ισχυρίζονται ότι είναι ηδονή αλλά μόνο ένα είδος της.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1153b19-32

Το να είναι κανείς αγαθός δεν συνιστά εχέγγυο της ευδαιμονίας υποστηρίζει ο συγγραφέας, αντιτιθέμενος στον Σωκράτη και προβάλλοντας μια πρώιμη ένσταση στη Στωική φιλοσοφία που θα ακολουθήσει. Ούτε η ικανοποίηση των βασικών ηδονών συνιστά την ευδαιμονία. Υπάρχουν ανώτερες ηδονές που προσιδιάζουν στον άνθρωπο. Η τύχη, από την άλλη, έχει άδηλα αποτελέσματα που θα φανούν σε βάθος χρόνου. Τα παιδιά είναι δυνάμει ευδαίμονα. Μπορεί να είναι χαρούμενα, να αναζητούν την ηδονή και να αποφεύγουν τη λύπη, να κατορθώνουν να ικανοποιήσουν βασικές επιθυμίες, ακόμη και να έχουν όλα τα εξωτερικά αγαθά αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Όπως δεν είναι αρκετό ούτε για τους ενήλικες.

Ως εκ τούτου, κανείς δεν γεννιέται ευδαίμων. Καθώς έχει αποκλειστεί ο παράγοντας της τύχης η ευδαιμονία βασίζεται στην ατομική προσπάθεια. Αυτό είναι ένα πρώτο στοιχείο που εξασφαλίζει τη ευδαιμονία σε όποιον την έχει επιλέξει συνειδητά. Τα παιδιά όμως έχουν την τάση να επιζητούν την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών τους χωρίς όρια. Το ευχάριστο είναι άπληστο:

«Τα παιδιά ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και πολύ περισσότερο υπάρχει σ’ αυτά η επιθυμία του ευχάριστου (καὶ μάλιστα ἐν τούτοις ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις). Αν λοιπόν το παιδί δεν μάθει να πειθαρχεί και να άρχεται, θα οδηγηθεί αλλού· γιατί η επιθυμία του ευχάριστου είναι άπληστη και πηγάζει από παντού σε έναν ανόητο άνθρωπο (ἄπληστος γὰρ ἡ τοῦ ἡδέος ὄρεξις καὶ πανταχόθεν τῷ ἀνοήτῳ), και η ενέργεια της επιθυμίας αυξάνει την έμφυτη τάση, και αν οι επιθυμίες γίνουν μεγάλες και σφοδρές, αποκρούουν τη λογική ικανότητα (καὶ τὸν λογισμὸν ἐκκρούουσιν). Γι’ αυτό πρέπει οι επιθυμίες αυτές να είναι μέτριες και λίγες, και να μην εναντιώνονται στη λογική, και αυτό το αποκαλούμε ευπείθεια και σωφρονισμό- και όπως ακριβώς πρέπει να ζει το παιδί κατά τις προσταγές του παιδαγωγού, έτσι και το επιθυμητικό πρέπει να υπακούει στη λογική.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1119b5-15

Η ηδονή, ακόμη και η πιο βασική, θέλει τον έλεγχο του ατόμου για να εξυψωθεί σε ευδαιμονία. Ναι, τα παιδιά μπορούν να ευτυχήσουν, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς. Η ευδαιμονία δεν είναι εύκολη υπόθεση, είναι όμως εφικτή. Ίσως όχι από μικρή ηλικία, ωστόσο οι βάσεις τίθενται εκεί. Τα παιδιά μαθαίνουν να ευτυχούν όπως και οι μεγάλοι. Η ευδαιμονία διδάσκεται και αυτό ξεκινά από νωρίς. Πρώτα από την οικογένεια, συνεχίζει με την εκπαίδευση και τέλος είναι ευθύνη της πόλεως. Αλλά χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια. Δική τους και κυρίως των άλλων. Εκείνων που θέτουν αδιαπραγμάτευτα όρια επενδύοντας σε μια μακροχρόνια ευδαιμονία. Εν τέλει, γιατί να περιμένουν να την ανακαλύψουν μόνα τους; Ας τη διδαχτούν εξ απαλών ονύχων. Τότε που όλα είναι πιο εύκολα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΔΟΣΕΩΣ

ΙΣΟΚΡ 15.237–242

Διαφθορείς της νεολαίας είναι συκοφάντες όπως ο αντίδικος

Ο Ισοκράτης τόνισε ότι η ύπαρξη φαύλων ανάμεσα σε όσους διδάσκουν ή διδάσκονται κάποια τέχνη ή πνευματική δραστηριότητα, δεν πρέπει να μας οδηγεί αυτομάτως στην καταδίκη της. Επικαλούμενος το παράδειγμα επιφανών πολιτικών, όπως ο Σόλωνας ή ο Περικλής, οι οποίοι ήταν άριστοι χειριστές του λόγου, έδειξε ότι για τη διαφθορά των πολιτών δεν ευθυνόταν η ρητορική τέχνη. Όσοι, λοιπόν, όπως ο κατήγορος, υποστήριζαν κάτι τέτοιο ήταν απλοί συκοφάντες.


[237] Ἔχω δὲ δεῖξαι καὶ τόπους ἐν οἷς ἔξεστιν ἰδεῖν
τοῖς βουλομένοις τοὺς πολυπράγμονας καὶ τοὺς ταῖς
αἰτίαις ἐνόχους ὄντας ἃς οὗτοι τοῖς σοφισταῖς ἐπιφέ-
ρουσιν. ἐν γὰρ ταῖς σανίσι ταῖς ὑπὸ τῶν ἀρχόντων ἐκτι-
θεμέναις ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἐν μὲν ταῖς ὑπὸ τῶν θεσμο-
θετῶν ἀμφοτέρους ἐνεῖναι, τούς τε τὴν πόλιν ἀδικοῦν-
τας καὶ τοὺς συκοφαντοῦντας, ἐν δὲ ταῖς τῶν ἕνδεκα
τούς τε κακουργοῦντας καὶ τοὺς τούτοις ἐφεστῶτας, ἐν
δὲ ταῖς τῶν τετταράκοντα τούς τ’ ἐν τοῖς ἰδίοις πράγ-
μασιν ἀδικοῦντας καὶ τοὺς μὴ δικαίως ἐγκαλοῦντας·
[238] ἐν αἷς τοῦτον μὲν καὶ τοὺς τούτου φίλους εὕροιτ’
ἂν ἐν πολλαῖς ἐγγεγραμμένους, ἐμὲ δὲ καὶ τοὺς περὶ
τὴν αὐτὴν ἐμοὶ διατριβὴν ὄντας οὐδ’ ἐν μιᾷ τούτων
ἐνόντας, ἀλλ’ οὕτω τὰ περὶ ἡμᾶς αὐτοὺς διοικοῦντας
ὥστε μηδὲν δεῖσθαι τῶν ἀγώνων τῶν παρ’ ὑμῖν.
[239] καίτοι τοὺς μήτ’ ἐν ταῖς πραγματείαις ταύταις
ὄντας μήτ’ ἀκολάστως ζῶντας μήτε περὶ ἄλλην πρᾶξιν
μηδεμίαν αἰσχρὰν γεγενημένους πῶς οὐκ ἐπαινεῖσθαι
προσήκει μᾶλλον ἢ κρίνεσθαι; δῆλον γὰρ ὅτι τοιαῦτα
τοὺς συνόντας παιδεύομεν, οἷά περ αὐτοὶ τυγχάνομεν
ἐπιτηδεύοντες.

[240] Ἔτι τοίνυν γνώσεσθε σαφέστερον ἐκ τῶν ῥηθή-
σεσθαι μελλόντων ὡς πόρρω τοῦ διαφθείρειν τοὺς νεωτέ-
ρους ἐσμέν. εἰ γάρ τι τοιοῦτον ἐποιοῦμεν, οὐκ ἂν Λυσίμα-
χος ἦν ὁ λυπούμενος ὑπὲρ αὐτῶν οὐδ’ ἄλλος οὐδεὶς τῶν
τοιούτων, ἀλλὰ τοὺς πατέρας ἂν ἑωρᾶτε τῶν συνόντων
ἡμῖν καὶ τοὺς οἰκείους ἀγανακτοῦντας καὶ γραφομένους
καὶ δίκην ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν λαμβάνειν. [241] νῦν δ’
ἐκεῖνοι μὲν συνιστᾶσι τοὺς παῖδας τοὺς αὑτῶν,καὶ
χρήματα διδόασι, καὶ χαίρουσιν ὁπόταν ὁρῶσιν αὐτοὺς
μεθ’ ἡμῶν ἡμερεύοντας, οἱ δὲ συκοφάνται διαβάλλουσι
καὶ πράγματα παρέχουσιν ἡμῖν, ὧν τίνες ἂν ἥδιον ἴδοιεν
πολλοὺς τῶν πολιτῶν διαφθειρομένους καὶ πονηροὺς
γιγνομένους; ἴσασι γὰρ σφᾶς αὐτοὺς ἐν μὲν τοῖς τοιού-
τοις δυναστεύοντας, ὑπὸ δὲ τῶν καλῶν κἀγαθῶν καὶ νοῦν
ἐχόντων ἀπολλυμένους, ὁπόταν ληφθῶσιν. [242] ὥσθ’
οὗτοι μὲν σωφρονοῦσιν ἀναιρεῖν ζητοῦντες ἁπάσας
τὰς τοιαύτας διατριβάς, ἐν αἷς ἡγοῦνται βελτίους γενο-
μένους χαλεπωτέρους ἔσεσθαι ταῖς αὑτῶν πονηρίαις καὶ
συκοφαντίαις, ὑμᾶς δὲ προσήκει τἀναντία τούτοις πράτ-
τειν, καὶ ταῦτα νομίζειν εἶναι κάλλιστα τῶν ἐπιτηδευμά-
των οἷς ἂν τούτους ὁρᾶτε μάλιστα πολεμοῦντας.

***
Έχω δε να σας δείξω και τα μέρη, όπου είναι δυνατόν να ίδουν οι θέλοντες τους πολυπράγμονας και εκείνους οι οποίοι είναι άξιοι των κατηγοριών, αι οποίαι απευθύνονται υπό των αντιπάλων μου εναντίον των σοφιστών. Διότι εις τας πινακίδας, αι οποίαι είναι εκτεθειμέναι υπό των αρχόντων είναι ανάγκη να υπάρχουν, εις μεν τας εκτειθεμένας υπό των θεσμοθετών και οι δύο, και οι αδικούντες την πόλιν και οι συκοφαντούντες, εις δε τας εκτειθεμένας υπό των ένδεκα, οι εγκληματίαι κοινού δικαίου και οι ηθικοί αυτουργοί τούτων, και εις τας εκτειθεμένας υπό των τεσσαράκοντα, οι αδικούντες τους ιδιώτας και οι μη δικαίως κατηγορούντες. Εις ταύτας τούτον μεν και τους φίλους του θα εύρητε γραμμένους εις πολλάς, εμέ δε και τους έχοντας την ιδίαν με εμέ ασχολίαν δεν θα μας εύρητε εις καμμίαν τούτων γραμμένους, αλλά θα εύρητε ότι έχομεν κανονίσει τας αναμεταξύ μας σχέσεις ούτως ώστε δεν έχομεν ανάγκην των ενώπιόν σας δικαστικών αγώνων. Λοιπόν οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι μακράν από τας υποθέσεις ταύτας, ζουν βίον όχι ακόλαστον και δεν κατηγορούνται διά καμμίαν άλλην αισχράν πράξιν, πώς δεν πρέπει να επαινώνται μάλλον παρά να σύρωνται εις τα δικαστήρια; Διότι είναι φανερόν ότι τοιαύτα διδάσκομεν τους μαθητάς μας, τα οποία ημείς οι ίδιοι εφαρμόζομεν εις την διαγωγήν μας.

Από όσα δε πρόκειται να είπω θα αντιληφθήτε σαφέστερον, ότι είμεθα μακράν από του να διαφθείρωμεν τους νέους. Διότι, αν επράττομεν κάτι τέτοιο, δεν θα ήτο ο Λυσίμαχος ο οποίος θα εστενοχωρείτο διά λογαριασμόν των, ούτε άλλος κανείς εκ των ομοίων του, αλλά θα εβλέπατε τους πατέρας και οικείους των μαθητών μου να αγανακτούν, να με καταγγέλλουν και να ζητούν ικανοποίησιν εκ μέρους ημών. Τώρα δε εκείνοι μεν μας φέρουν τα παιδιά των και πληρώνουν χρήματα και χαίρουν, όταν βλέπουν αυτά να περνούν μαζί μας την ημέραν των, οι δε συκοφάνται μας διαβάλλουν και μας παρέχουν στενοχωρίας· ποίοι δε περισσότερον από αυτούς ήθελον ίδει πολλούς πολίτας να διαφθείρωνται και να γίνωνται κακοί; Διότι γνωρίζουν ότι αυτοί μεταξύ των τοιούτων πολιτών βασιλεύουν, ενώ υπό των καλών και αγαθών και σωφρόνων εξαφανίζονται, όταν συλληφθούν. Ώστε ούτοι μεν σκέπτονται ορθώς, όταν ζητούν να καταστρέψουν όλας αυτάς τας μελέτας, αι οποίαι κατά την γνώμην των θα κάμουν καλυτέρους τους ανθρώπους, και αυστηροτέρους διά τα εγκλήματά των και τας συκοφαντίας των. Αλλ' εις σας αρμόζει να ενεργήτε κατά τρόπον όλως διόλου αντίθετον προς αυτούς και να θεωρήτε ότι αύται είναι αι άρισται των ασχολιών, τας οποίας βλέπετε να πολεμούν ούτοι πάρα πολύ.