Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Η φιλοσοφία της Ζωής όπως εκφράστηκε από τον Αβδηρίτη στοχαστή Δημόκριτο

Η αρχή όλων των φιλοσοφικών προβλημάτων βρίσκεται στους Προσωκρατικούς. Και οι απαντήσεις που έδωσαν; διαμόρφωσαν απλώς τις βάσεις του ευρωπαϊκού ορθολογισμού; Ή διαπνέονται από μια υπερχρονική κριτική και λογική στάση, που εξακολουθεί να φωτίζει και σήμερα τα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου, είτε αυτά λέγονται ελευθερία ή περιβάλλον είτε φιλοσοφία ή φυσικές επιστήμες με τις πιο σύγχρονες θεωρίες τους περί συμμετριών, χάους, δυναμικής, αλληλεπιδράσεων, στοιχειωδών σωματιδίων, δημιουργίας του σύμπαντος, δυϊσμού, ολιστικής κ.α.;
 
Δημόκριτος: (c. 460-370 π.Χ.)
 
Με τον όρο Φιλοσοφία της Ζωής εννοούμε απόψεις που αναφέρονται στο σκοπό και το περιεχόμενο που ο καθένας δίνει στη ζωή του, στους τρόπους δράσης που επιλέγει / προκρίνει, για να κατακτήσει το περιεχόμενο της ζωής, όπως το οραματίστηκε, και να προσεγγίσει το σκοπό της.
 
Πολλοί   στοχαστές άφησαν   διάσπαρτους μέσα στα έργα τους, σε  διάφορες στιγμές της ζωής τους και κάτω από ποικίλες περιστάσεις, ποικίλους στοχασμούς, με ποικίλες σημασίες για το νόημα της ζωής. Και χρειάζεται μόχθος πολύς για να ανιχνεύσουμε τα σχετικά στοιχεία μέσα σε έργα ογκώδη. Από τα παραπάνω γίνεται  φανερό πως η έννοια Φιλοσοφία της Ζωής είναι πολυσήμαντη και είναι δύσκολο να καταλήξουμε σε έναν καθολικά αποδεκτό ορισμό.
 
Αν ανατρέξουμε σε βιβλία που φέρουν τον τίτλο Φιλοσοφία της Ζωής ή Φιλοσοφία του Ανθρώπου και καταγράψουμε μερικά θέματά τους, όπως:
 
«Το  νόημα της ζωής»
«Αναζήτηση της ευτυχίας»
«Το άτομο και η κοινωνία»
«Ανθρωπισμός», «Κοινωνικός Ανθρωπισμός» 
«Το πρόβλημα της Ελευθερίας»[1],
βλέπουμε ποιο είναι το πεδίο της  και διαπιστώνουμε ότι τα θέματά της σχετίζονται με τα γενικότερα πεδία της Φιλοσοφίας, που είναι γνωστά ως Ηθική, Γνωσιολογία, Μεταφυσική, Αισθητική.
 
Με αυτό το νόημα (του συσχετισμού της Φιλοσοφίας της Ζωής με όλους τους τομείς της Φιλοσοφίας) ανιχνεύουμε στοιχεία Φιλοσοφίας της Ζωής σε πολλούς στοχαστές από τα παλιά χρόνια, κυρίως ύστερα από την επισήμανση του θέματος ότι οι άνθρωποι  έχουν την ικανότητα μέσα στις περιστάσεις της ζωής να είναι ελεύθεροι ως άνθρωποι, ως πολίτες, ως άτομα στην ιδιωτική ζωή τους. Ενδεικτικά θυμίζω λόγους αποσπασματικούς που έχουμε  από τους Σοφιστές:
 
(1) «Ελευθέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα  δούλον η φύσις πεποίηκεν». (Αλκιδάμας)[2](=Ο Θεός όλους τους άφησε ελεύθερους, κανένα η φύση δεν έκανε δούλο).
 
(2)  «Φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες»[3] (=Από τη φύση έχουμε όλοι τα ίδια γνωρίσματα, και οι βάρβαροι και οι Έλληνες).
 
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) διατύπωσε σαφέστερα και ανέλυσε τη δυνατότητα προ-αίρεσης[4], επιλογής κάποιας πορείας που προκρίνει το άτομο έναντι κάποιας άλλης. Άρα, το άτομο ενεργεί στην περίπτωση αυτή συνειδητά, ελεύθερα,  κατά συνέπεια υπεύθυνα.
 
Μετά τον Αριστοτέλη, σε χρόνους Ελληνιστικούς[5], οι Επικούρειοι και κυρίως  οι Στωικοί προώθησαν την ανάλυση της ανθρώπινης δράσης και διατύπωσαν το πρόβλημα της Ελευθερίας του Ανθρώπου[6], ως θέμα Ηθικής (ήθους ) και προϋπόθεση της ευθύνης.
 
Έναν αιώνα και πλέον πριν από αυτές τις εννοιολογικές  αναλύσεις  ο Σωκράτης με το ήθος του και  το λόγο του[7] και ο Δημόκριτος με τον τρόπο της ζωής του και με ένα πλήθος κειμένων του διαμόρφωσαν μια Φιλοσοφία Ζωής, η οποία μπορεί να συνοψιστεί σε τρία βασικά αξιώματα:
 
·        Για την επιβίωσή του ο άνθρωπος διαθέτει  την αναγκαία φροντίδα.(σκέψη και χειρωνακτική εργασία).
·        Για την ικανοποίηση της ψυχής του όμως διαθέτει όλο το υπόλοιπο της  πνευματικής του δυνατότητας
-         Για να γνωρίσει τον κόσμο   (Γνωσιολογία),
-         Για να απολαύσει την ομορφιά ( Αισθητική),
-         Για να πραγματοποιήσει το καλό στη ζωή για τον εαυτό του και το συνάνθρωπό του (Ηθική),
-         Για να στοχαστεί προβλήματα που εκτείνονται πέρα από τα φυσικά όρια της ύπαρξής του(Μεταφυσική)
·        Μέσα από τις ποικίλες δραστηριότητές του ο άνθρωπος αναζητεί την ευδαιμονία του,  τη χαρά, την ψυχική γαλήνη.
 
Συγκεκριμένα, ο Δημόκριτος διατυπώνει μια Φιλοσοφία της Ζωής σε μια σειρά από κείμενά του,  που σώζονται αποσπασματικά για μας. Τα κύρια σημεία της  θεωρίας του αναφέρονται  σε προβλήματα συμπεριφοράς (ήθους, Ηθικής) και ευδαιμονίας του ανθρώπου (ευθυμίας), Αισθητικής απόλαυσης του ωραίου, Γνωσιολογίας (αναζήτησης  της γνώσης, αλήθειας), ζητήματα πολιτικής ηθικής, πολιτικής επιλογής και αυτοελέγχου των πράξεων του ατόμου. Και, τέλος, προσεγγίζει θαρραλέα τα πιο μεγάλα προβλήματα Μεταφυσικής (προέλευση των θεών, απορία σχετικά με  τη  μετά θάνατο ύπαρξη) και παρουσίας της Τύχης στη ζωή του ανθρώπου.
 
Από τα σωζόμενα Αποσπάσματα του Δημόκριτου, που  τα έχουν καταγράψει οι ειδικοί μελετητές, επιλέγουμε μερικά (από την πιο γνωστή έκδοση των H.Diels – W.Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, κεφ. 68  που αναφέρεται στο Δημόκριτο), τα παραθέτουμε χωρίς την πρόθεση  ούτε  τη φιλοδοξία αξιολογικής κατάταξης και επιχειρούμε μια ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου με στόχο την κατανόηση της σκέψης του Δημόκριτου, όσο αυτό είναι δυνατό,  μέσα από κείμενα αποσπασματικά, τα οποία όμως συμβαίνει να είναι συνήθως αποφθεγματικά, δηλαδή είναι ακέραια νοήματα με  συνοπτική και σαφή διατύπωση.
 
1) DK 68 B 189: «Άριστον ανθρώπω τον βίον διάγειν ως πλείστα ευθυμηθέντι και ελάχιστα ανιηθέντι, τούτο δ’ αν είη, ει τις μη επί τοις θνητοίς τας  ηδονάς ποιοίτο».
 (=Το πιο καλό για τον άνθρωπο είναι να περνά τη ζωή με ώρες ευθυμίας όσο μπορεί πιο πολλές και ώρες ανίας / θλίψης όσο μπορεί πιο λίγες. Και μπορεί αυτό να το επιτύχει, αν επιδιώκει χαρές που σχετίζονται όχι με τα φθαρτά και φθοροποιά της ζωής).
 
2) DK 68 B190: «Φαύλων έργων και τους λόγους παραιτητέον».
            (=Για έργα φαύλα πρέπει να αποφεύγουμε ακόμη και συζήτηση να κάνουμε, ούτε καν σκέψη ή συζήτηση για τέτοια δράση).
 
 3) DK 68 B 191: «Ανθρώπους ευθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψιος και βίου σύμμετρη. Τα δε ελλείποντα και υπερβάλλοντα μεταπίπτειν φιλεί και μεγάλας κινήσιας εμποιείν τη ψυχή».
 (=Ευθυμία οι άνθρωποι μπορούν να επιτυγχάνουν αν επιδιώκουν απολαύσεις με μέτρο και  οργάνωση της ζωής μετρημένη. Όπου υπάρχει έλλειψη ή υπερβολή (στέρηση ή πλησμονή) μοιραία τελούνται μεταπτώσεις και προκαλούνται απότομες συγκινήσει στην ψυχή).
 
4) DK 68 B 207: «Ηδονήν ου πάσαν  αλλά την επί τω καλώ αιρείσθαι χρεών».  
        (=Ανάγκη να μην επιδιώκουμε την οποιαδήποτε ηδονή αλλά να επιλέγουμε αυτήν που οδηγεί σε κάτι ωραίο).
 
5) DK 68 B 194: «Αι μεγάλαι τέρψεις από του θεάσθαι τα καλά των έργων γίγνονται»
(=Οι μεγάλες τέρψεις προέρχονται από τη θέα των ωραίων έργων).
 
6) DK 68 B 192: «Ράδιον εστί επαινείν α μη χρη και ψέγειν. Εκάτερον δε πονηρού τινός ήθους».
(=  Εύκολο είναι να επαινεί κανείς ή να ψέγει αυτά που δεν πρέπει (που δεν  αξίζουν έπαινο ή δεν τους πρέπει ψόγος). Αλλά και η μια και  η άλλη ενέργεια πηγάζουν από ήθος κάπως πονηρό).
 
7) DK 68 B 3: «Τον ευθυμείσθαι μέλλοντα χρη μη πολλά πρήσσειν….μηδέ όσα αν πράσση υπέρ δύναμιν εαυτού και φύσιν αιρείσθαι».
 (= Αυτός που επιδιώκει για το μέλλον ευδαιμονία είναι ανάγκη να αποφεύγει την πολυπραγμοσύνη….και όσα επιχειρεί να πράξει να τα επιλέγει  έτσι που να μην είναι  πέρα από τις δυνατότητες και τη φυσική αντοχή του, τη φυσική υπόστασή του).
 
                  8) DK 68 B 117: «Ετεή ουδέν ίσμεν. Εν βυθώ γαρ  η αλήθεια».
(=Στ’ αλήθεια (ετεός= αληθινός, γνήσιος) τίποτε δε γνωρίζουμε, γιατί η αλήθεια είναι κρυμμένη στο βυθό της αισθητής πραγματικότητας).

          9) DK 68 B 118: «Δημόκριτος έλεγε βούλεσθαι μάλλον μίαν ευρείν αιτιολογίαν ή την Περσών βασιλείαν εαυτού γενέσθαι»[8] .
(=Ο Δημόκριτος έλεγε ότι προτιμούσε να βρει την αιτία ενός φαινομένου παρά να αποκτήσει τη βασιλεία των Περσών - δηλ.πλούτο απέραντο και δύναμη πολύ μεγάλη).
 
10) DK 68 B 119: «Άνθρωποι τύχης είδωλον επλάσαντο πρόφασιν ιδίης αβουλίης. Βαιά γαρ φρονήσει τύχη μάχεται, τα δε πλείστα εν βίω ευξύνετος οξυδερκείη κατιθύνει».
(=Οι άνθρωποι έπλασαν με τη φαντασία τους και θεωρούν υπαρκτή μορφή την Τύχη ως πρόφαση  για τη δική τους αδυναμία (να προβλέψουν, να δράσουν σωστά). Και θεωρούν ή πιστεύουν ότι η Τύχη αντιμάχεται την αδύναμη φρόνηση τους, ενώ τα πιο πολλά ζητήματα στη ζωή τα ρυθμίζουν με οξυδέρκεια ( διορατικότητα ) όσοι  έχουν σύνεση πολλή).
 
11). DK 68 B 244: «Φαύλον (έργον), καν μόνος ης, μήτε λέξης μήτε εργάση. Μάθε δε πολύ μάλλον των άλλων σεαυτόν αισχύνεσθαι».
(= Κίνηση φαύλη (ανήθικη), κι αν είσαι μόνος, μη σκεφτείς, μην πεις, μην επιχειρήσεις, αλλά μάθε πολύ περισσότερο να ντρέπεσαι τη δική σου συνείδηση (αυτοκριτική) παρά των άλλων την κριτική).
 
12. DK 68 B 251: «Η εν δημοκρατίη πενίη της παρά της δυνάσταις καλεομένης ευδαιμονίης τοσούτον εστίν αιρετωτέρη  οκόσον ελευθερίη δουλείης».
 (=Η φτώχια μέσα σε κοινωνία δημοκρατική είναι τόσο προτιμότερη σε σύγκριση προς την καλοπέραση κοντά σε δυνάστες όσο καλύτερη είναι η ελευθερία συγκρινόμενη με τη σκλαβιά).
 
13. DK 68 B 264: «… εαυτόν μάλιστα αιδείσθαι και τούτον νόμον τη ψυχή καθεστάναι, ώστε μηδέν  ποιείν ανεπιτήδειον».
(=Καλύτερα είναι να ντρέπεται κανείς τη συνείδησή του και να εγκαθιστά τέτοιο το νόμο (αυτοελέγχου) στην ψυχή του, ώστε να μην επιχειρεί τίποτε άπρεπο).
 
14. DK 68 B 297: «Ένιοι θνητής φύσεως διάλυσιν ουκ ειδότες άνθρωποι, συνειδήσει δε της εν τω βίω κακοπραγμοσύνης, τον της βιοτής χρόνον εν ταραχαίς και φόβοις ταλαιπωρέουσι, ψεύδεα περί του μετά την τελευτήν μυθοπλαστέοντες χρόνου».
 (= Μερικοί άνθρωποι, επειδή δε συνειδητοποιούν  ότι η θνητή υπόστασή τους  διαλύεται με το θάνατο, ενώ αντίθετα έχουν  συνείδηση της όλης  κακοπραγίας που προκαλούν με  τις   κακές  πράξεις τους,  ταλαιπωρούνται   όσο ζουν με  ταραχή ψυχική και αγωνία και  πλάθουν μύθους ψευδείς για το χρόνο που εκτείνεται ύστερα από το θάνατό τους, (ότι λ.χ, κάποιος θεός θα τους τιμωρήσει για τις αδικίες τους….).
 
15) DK 68 B 30: «Των λογίων ανθρώπων ολίγοι ανατείναντες τας χείρας ενταύθα, ον νυν αέρα καλέομεν οι Έλληνες (είπαν): πάντα Ζευς μυθέεται  και πάνθ’ ούτος οίδεν  και διδοί και αφαιρέεται και βασιλεύς ούτος των πάντων».
 (=Λίγοι από τους συνετούς ανθρώπους ύψωσαν τα χέρια τους προς ό,τι ονομάζουμε εμείς οι Έλληνες αέρα και είπαν: όλα ο Δίας τα σκέφτεται, όλα εκείνος τα γνωρίζει, εκείνος δίνει κι εκείνος αφαιρεί από τους ανθρώπους τα αγαθά, εκείνος είναι βασιλιάς των πάντων). 
 
16) DK 68 B 125: «Δημόκριτος …εποίησεν τας αισθήσεις λεγούσας προς την διάνοιαν: τάλαινα φρην παρ’ ημέων τας πύστεις λαβούσα ημέας καταβάλλεις; Πτώμα τοι το κατάβλημα».
(= Ο Δημόκριτος προσωποποιώντας τις αισθήσεις- τις παρουσιάζει να αντιλέγουν προς τη διάνοια με τα ακόλουθα: «ταλαίπωρη νόηση (διάνοια), αφού πήρες από μας πληροφορίες για τον κόσμο γύρω σου, προσπαθείς ύστερα να αρνηθείς την προσφορά μας (τη συμβολή μας στη γνωσιακή διαδικασία); Αν νικήσεις σ’ αυτή την αντιδικία (ότι δε χρειάζεσαι τη συμβολή μας, τα μηνύματα που έρχονται από τις αισθήσεις), αυτή η νίκη θα είναι η καταστροφή σου, δε θα έχεις πια πληροφορίες»).
 
17) DK 68 B 155: « Έτι τύνοιν όρα τίνα τρόπον απήντησεν (Χρύσιππος) Δημοκρίτω διαπορούντι… «ει κώνος τέμνοιτο παρά την βάσιν (παράλληλα προς τη βάση) επιπέδω, τι χρη διανοείσθαι τας  των τμημάτων επιφανείας, ίσας ή ανίσους γιγνομένας; Άνισοι μεν γαρ ούσαι τον κώνον ανώμαλον παρέξουσι πολλάς αποχαράξεις λαμβάνοντα βαθμοειδείς και τραχύτητας, ίσων δε ουσών ίσα τμήματα έσται  και φανείται το του κυλίνδρου πεπονθώς ο κώνος εξ ίσων συγκείμενος και ουκ ανίσων κύκλων, όπερ εστίν ατοπώτατον».
 (=Επιπλέον πρόσεξε  με ποιο τρόπο απάντησε ο Χρύσιππος σε μια απορία του  Δημόκριτου: «Αν ένας κώνος τμηθεί με επίπεδο παράλληλο προς τη βάση του, τι πρέπει να πούμε για τις δυο επιφάνειες  που  θα προκύψουν (τη βάση του μικρού κώνου  και την άνω επιφάνεια  του κόλουρου κώνου που θα  προκύψει με την τομή) ότι είναι ίσες ή άνισες μεταξύ τους; Γιατί αν αυτές οι δυο επιφάνειες είναι άνισες, τότε θα δίνουν (θεωρητικά) την εντύπωση ότι η πλευρική επιφάνεια του κώνου είναι ανώμαλη, βαθμιδωτή στην  περιφέρεια της τομής. Αν πάλι  οι δυο επιφάνειες είναι ίσες, τότε όσες τέτοιες τομές κάνουμε θα δείχνουν ίσες περιφέρειες κύκλου, που θεωρητικά οδηγούν στο  ότι ο κώνος είναι κύλινδρος. Αυτό όμως είναι λογικά απαράδεκτο εντελώς).
 
18) DK 68 B 174: «Ο μεν ουν εύθυμος εις έργα επιφερόμενος δίκαια και νόμιμα και ύπαρ και όναρ χαίρει τε και έρρωται και ανακηδής εστι. Ος δ’ αν και δίκης αλογή και τα χρη εόντα μη έρδη τούτω πάντα τα τοιαύτα ατερπείη, όταν τευ αναμνησθή, και δέδοικε και  εαυτόν κακίζει».
(=Ο εύθυμος λοιπόν  (=που στόχο του και βίωμά του έχει την ευθυμία) φέρεται σταθερά προς έργα δίκαια και νόμιμα[9] και απολαμβάνει τη χαρά στον ξύπνο και τον ύπνο του και νιώθει δυνατός και αμέριμνος (με καθαρή συνείδηση). Αν όμως κάποιος παραβλέπει το δίκιο  και δεν πράττει αυτά που πρέπει, γι’ αυτόν όλη η δράση του γίνεται πίκρα και, όταν  πάλι ξαναθυμάται τα «έργα του», φόβο εισπράττει και  κακίζει  τον εαυτό του και τον περιφρονεί).
 
19) DK 68 B 176: «Η τύχη μεγαλόδωρος αλλ’ αβέβαιος, φύσις δε  αυτάρκης. Διόπερ νικά τω ήσσονι και βεβαίω το μείζον της ελπίδος» .
(= Η τύχη είναι γενναιόδωρη, αλλά είναι αβέβαια τα δοσίματά της, ενώ η φυσική ικανότητα του ανθρώπου προσφέρει αρκετά για την ύπαρξή του. Γι’ αυτό νικά εκείνος που βασίζεται στις φυσικές δυνάμεις του για λίγα κέρδη και βέβαια σε αντιδιαστολή προς εκείνον  που ελπίζει από την (αβέβαιη) Τύχη τα πολλά. (Η προσπάθεια μεταφραστικής απόδοσης αναμφισβήτητα φαίνεται παρακινδυνευμένη, αλλά είναι  σύμφωνη με το πνεύμα περί Τύχης που βρίσκομε στο απόσπασμα του Δημόκριτου 119 - παραγρ. 10 σε τούτο το σύνολο των αποσπασμάτων).
 
20) DK 68 B 177: «Ούτε λόγος εσθλός φαύλην πράξιν αμαυρίσκει ούτε πράξις αγαθή λόγου βλασφημίη λυμαίνεται».
(= Ούτε ο λόγος ο επαινετικός ξεπλένει από τη μαυρίλα της πράξη κακή, ούτε  η καλή πράξη μειώνεται από την κακολογία).
 
21) DK 68 B 33  «Διδαχή και φύσις παραπλήσιόν εστι· η γαρ διδαχή μεταρυσμοί τον άνθρωπον, μεταρυσμούσα* δε φυσιοποιεί».
 (=Η διδασκαλία και οι φυσικές καταβολές του ανθρώπου είναι παράγοντες ισοδύναμοι στην οικοδόμηση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Γιατί η διδασκαλία μεταρρυθμίζει ή αναδομεί τη φύση και με αυτή την αναδόμηση του δημιουργεί καινούργια φύση).
*Στη γλώσσα των ατομικών ρυσμός =άτομο, κατά συνέπεια το «μεταρυσμοί»  σημαίνει «αναδόμηση ατόμων».
 
 22) DK 68 B 216: «Σοφίη άθαμβος αξίη πάντων».
(Η σοφία που δε θαμπώνει έχει αξία μοναδική).
 
23) DK 68 B 217: «Μούνοι θεοφιλέες όσοις εχθρόν το αδικέειν».
(=Μόνοι αγαπητοί στους θεούς είναι όσοι  εχθρεύονται την αδικία).
 
            24) DK 68 B 219: «Χρημάτων όρεξις ην μη ορίζηται κόρω πενίης εσχάτης πολλόν χαλεπωτέρη. Μείζονες γαρ ορέξεις μείζονας ενδείας ποιούσιν».
   (=Η βουλιμία για κέρδη οικονομικά, αν δεν περιορίζεται σε κάποια όρια  χορτασμού, είναι χειρότερη και από την έσχατη πενία, γιατί όσο μεγαλώνει η βουλιμία του ανθρώπου τόσο πιο φτωχός νιώθει).
 
25) DK 68 B 247: «Ανδρί σοφώ πάσα γη βατή. Ψυχής γαρ αγαθής πατρίς ο σύμπας κόσμος».
(= Για τον άνθρωπο το συνετό και δίκαιο όλη η γη είναι βατή, προσβάσιμη. Γιατί της αγαθής ψυχής πατρίδα είναι  ο κόσμος όλος).
 
26) DK 68 B 248: «Νόμος βούλεται μεν ευεργετείν βίον ανθρώπων, δύναται δε, όταν αυτοί βούλονται πάσχειν ευ. Τοις γαρ πειθομένοις την ιδίαν αρετήν ενδείκνυται» .
(=Ο νόμος - που  εκφράζει τη  βούληση του νομοθέτη  για το καλό της κοινωνίας συνολικά- εγκλείει ως στόχο το να ευεργετεί τη ζωή των ανθρώπων δείχνοντας το δρόμο του δικαίου. Και μπορεί αυτό  να επιτευχθεί, αν οι πολίτες επιθυμούν αυτή την ευεργεσία να τη δεχτούν. Γιατί γι’ αυτούς που πείθονται ο νόμος ενισχύει τη δική τους αρετή).
 
27) DK 68 B 292:  «Άλογοι των ασυνέτων αι ελπίδες».
(= Παράλογες είναι οι ελπίδες των ανθρώπων που δεν έχουν σύνεση).
 
28) DK 68 B 285:  «Γιγνώσκειν χρεών ανθρωπίνην βιοτήν αφαυρήν τε εούσαν και ολιγοχρόνιον…».
(=Είναι ανάγκη οι άνθρωποι  να γνωρίζουν (και να το θυμούνται σταθερά) ότι η ζωή τους είναι σύντομη και με αδυναμίες πολλές (ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα τους λογισμούς και τις πράξεις τους)).
 
Επίλογος
 
Αξιοσημείωτα  νομίζω για την περίπτωση του Δημόκριτου τούτα:
.α΄. Ασχολήθηκε με όλα τα θέματα / πεδία     όπου απλώνεται η πνευματική ζωή του ανθρώπου, όπως αυτά τα γνωρίζουμε με ορολογία μεταγενέστερη (Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική, Μεταφυσική)
.β΄. Ιδιαίτερα ασχολείται με τα ζητήματα που συνθέτουν ήθος ζωής (εύθυμης, κατά την ορολογία του).
.γ΄. Φαίνεται ότι κάπου κάπως άγγιξε πρώτος[10] εκείνος  το Πρόβλημα Ελευθερίας της Συνείδησης (που αργότερα ο Αριστοτέλης το προσέγγισε ως προαίρεση και οι Στωικοί, Επικούρειοι το διαμόρφωσαν έτσι που το γνωρίζει και σήμερα ο φιλοσοφικός στοχασμός.   
-----------------------------------
[1] Ευτύχης Μπιτσάκης, Φιλοσοφία του Ανθρώπου.
Άνταμ  Σαφ, Φιλοσοφία του Ανθρώπου.
Ε. Π. Παπανούτσου, Φιλοσοφικά Προβλήματα.
Του ίδιου, Φιλοσοφία και Παιδεία (όπου  κεφάλαιο για την Ελευθερία) κ.α.
[2] Πληροφορία του Αριστοτέλη (Ρητορική, 1373b18).
 Β. Κύρκου, Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός και Σοφιστική, Αθήνα 1986, σελ. 132-133.
[3] H. Diels- W.Kranz, Die Fragmente, 87 (τ. B΄ 334-370).
Β. Κύρκου, ο.π.(σε διάφορες σελίδες, κατά το Ευρετήριο).
Φ. Κ. Βώρου, «Η Ελληνική Φιλοσοφία στο Ελληνικό Σχολείο» (περιοδ. «Εκπαιδευτικά» τ. 13).
 
[4] Το θέμα αυτό το αναλύει στα Ηθικά Νικομάχεια (βιβλίο Γ΄) από όπου μεταφέρω μερικές χαρακτηριστικές προτάσεις ανάλυσης της έννοιας προαίρεση:
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ.2.1: «Διωρισμένων  δε του  τε εκουσίου και ακουσίου περί προαιρέσεως έπεται διελθείν· οικειότατον γαρ είναι τη αρετή  και μάλλον τα ήθη κρίνειν των πράξεων». (=Αφού  προσδιορίσαμε τι σημαίνει εκούσια και ακούσια πράξη, επόμενο είναι να διερευνήσουμε την έννοια της προαίρεσης, γιατί αυτή είναι η πιο  κοντινή προς την έννοια της αρετής).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ, 2.8 «Προαιρείται δ’ έκαστος όσα οίεται γενέσθαι δι’ εαυτού» («τα μεν γαρ εφ’ ημίν τα δε ουκ εφ’ ημίν»).(=Καθένας μπορεί να κάνει την επιλογή του (προαίρεση) ανάμεσα σε λύσεις που κρίνει ότι είναι στα όρια των δικών του δυνατοτήτων).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ,2.9 : «όλως δ’ έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι».(=Γενικά  φαίνεται ότι η προαίρεση αναφέρεται σε δυνατές λύσεις, που βρίσκονται μέσα στα όριά μας - όπου εμείς μπορούμε να δράσουμε).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ,3.19: « η προαίρεσις αν είη βουλευτική όρεξις των εφ’ ημίν». (=Η προαίρεση  μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επιθυμία, που η πραγμάτωσή της είναι μέσα στις δυνατότητές μας).
Ηθικά Νικομάχεια IV,2.4 : «ούτε άνευ νου και διανοίας ούτε άνευ ηθικής έξεως  η προαίρεσις».[= Η προαίρεση (ως νοητική  πράξη επιλογής μιας από τις δυνατές για τον προαιρούμενο λύσεις) δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς νοητική προσπάθεια  και ηθική τάση προς την πράξη, που το υπεύθυνο άτομο προαιρείται να πράξει].
 
[5] Ελληνιστική (ή Αλεξανδρινή) περίοδο ονομάζουν οι ιστορικοί αυτήν που εκτείνεται μετά το θάνατο του Αλέξανδρου (323 π.Χ.) και του  Αριστοτέλη (322 π.Χ.) ως το 30 π.Χ., κατά την οποία είχαν διαμορφωθεί  περί την Ανατολική Μεσόγειο τα Ελληνιστικά Κράτη (Περγάμου, Συρίας, Αιγύπτου κ.α), όπου πολλοί πληθυσμοί είχαν επηρεαστεί πολιτικά – πολιτιστικά από τους Έλληνες σε βαθμό  τέτοιο, ώστε να ελληνίζουν.
[6] A. A. Long, Η Ελληνιστική Φιλοσοφία: Στωικοί, Επικούρειοι, Σκεπτικοί (μετ. Στυλιανού Δημόπουλου - Μυρτώς Δραγώνα - Μονάχου) έκδοση ΜΙΕΤ, 1987, σελ. 101-108 (Επικούρειοι), 168-172 (Καρνεάδης) , 268-69 και 326 (Στωικοί). Δείτε και την τελευταία υποσημείωση τούτου του άρθρου.
 
[7] Ο Σωκράτης συνομιλώντας με το φίλο του Κρίτωνα στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο του είπε κατηγορηματικά: «ουδενί  άλλω πείθομε ή τω λόγω  ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνηται», (Πλάτων, Κρίτων § 17), (= δεν πείθομαι σε καμιά άλλη δύναμη παρά στο λογικό μου, όταν αυτό μου φαίνεται ότι δείχνει τον πιο σωστό δρόμο σε ώρες που λογίζομαι, σκέπτομαι, συλλογίζομαι).
[8] Περιττό να επιχειρήσουμε ανάλυση της σημασίας που έχει για τον επιστημονικό λόγο η αναζήτηση της αιτίας. Θυμίζουμε απλά:
.α΄. Την αναζήτηση της αιτίας (δι’ ην αιτίην επολέμησαν αλλήλοις Έλληνες και Πέρσαι) έθεσε ως πρώτο μέλημά του  ο Ηρόδοτος με το Προοίμιο του έργου του (των Ιστοριών),
.β΄. Αργότερα ο Αριστοτέλης (στην αρχή των Φυσικών και αλλού) διευκρίνιζε: «τότε μόνον οιόμεθα γιγνώσκειν τι, όταν τα αίτια γνωρίσωμεν τα πρώτα (= τότε μόνο θεωρούμε ότι γνωρίζουμε κάτι, όταν γνωρίσουμε τα αίτια του φαινομένου τα αρχικά).
.γ΄. Και διευκρίνιζε αλλού ο Αριστοτέλης (Περί Ζώων Μορίων , κεφ. 4) τη χαρά της αναζήτησης γράφοντας: «Η γεννήσασα φύσις αμηχάνους ηδονάς προσφέρει τοις δυναμένοις ζητείν την αιτίαν» (=Η φύση που μας γέννησε   προσφέρει   ανείπωτη ηδονή σε κείνους που  μπορούν να αναζητούν την αιτία των φαινομένων και  των πράξεων ή ενεργειών).
[9] Νομίζω υπάρχει ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στα δίκαια (κατά την κρίση  και ευθύνη αυτού που δρα) και τα νόμιμα (αυτά που ορίζει ο νόμος της κοινωνίας ως υποχρεωτικά, γιατί κρίνονται αναγκαία για την κοινωνική συνοχή. Γι’ αυτά την ευθύνη έχει η κοινωνία, το άτομο συμμορφώνεται  με το νόμο της ).
[10] F. K. Voros, «Das Problem der Willensfreiheit bei Demokrit» (=Το Πρόβλημα της Ελευθερίας της Βούλησης κατά το Δημόκριτο), περιοδικό Das Altertum, 1975,  Ανατολικό  Βερολίνο. Το  άρθρο μεταφράστηκε στα γερμανικά από  τον εκδότη του περιοδικού.

Κόμπλεξ: Πώς τα αποκτάμε και πώς να τα ξεπεράσουμε

Τα «κόμπλεξ» είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους και εκλαϊκευμένους ψυχολογικούς όρους, που συνηθίζουμε όλοι να χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε οποιαδήποτε συμπεριφορά μάς φαίνεται κάπως προβληματική ή ελλειμματική. H λέξη περιέχει και έναν αρνητικό, υποτιμητικό τόνο: «είναι κομπλεξικό άτομο» λέμε εύκολα για κάποιον που μας εκνευρίζει ή δεν μας ταιριάζει η συμπεριφορά του, χωρίς να δείχνουμε την επιείκεια που θα εκφράζαμε σε κάποιον που θεωρούμε ότι έχει ψυχολογικό πρόβλημα.

Tι είναι το κόμπλεξ

Tα κόμπλεξ εμποδίζουν τους ανθρώπους να εμπιστευτούν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους.

H λέξη «κόμπλεξ» σημαίνει σύμπλεγμα και προέρχεται από τους πρώτους ψυχολόγους: τον Φρόιντ, ο οποίος μίλησε για συγκρούσεις μεταξύ τάσεων και ορμών του εαυτού και κανόνων και αρχών του περιβάλλοντος, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε τραύματα και συμπλέγματα αρνητικών βιωμάτων, και κυρίως τον Άντλερ, ο οποίος τόνισε ιδιαίτερα τη σημασία του αισθήματος κατωτερότητας για την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Σύμφωνα με τον Άντλερ, κάθε άνθρωπος γεννιέται με κάποιες αδυναμίες, δυσχέρειες – είτε σωματικές, είτε κοινωνικές. Για να μπορέσει να τις ξεπεράσει, χρειάζεται να αναπτύξει, μέσω της προσοχής, της φροντίδας και της αγάπης των δικών του, αίσθημα αυτοεκτίμησης, εμπιστοσύνη στον εαυτό του, καθώς επίσης και αίσθημα κοινωνικότητας, ικανότητα συνύπαρξης με το περιβάλλον του.

Στην αντίθετη περίπτωση, εγκλωβίζεται στο αίσθημα μειονεκτικότητας και ανεπάρκειας και αποκτά μία εγωιστική, επιθετική στάση, η οποία -όχι σπάνια- στρέφεται ενάντια στις ανάγκες και τις επιθυμίες του ίδιου του εαυτού.

Κανείς δεν είναι τέλειος

Ποιος μπορεί όμως να πει για τον εαυτό του ότι έχει αποδεχτεί όλες του τις αδυναμίες; Δυστυχώς ή ευτυχώς, προερχόμαστε και ανατρεφόμαστε από γονείς που και οι ίδιοι έχουν αδυναμίες και μειονεκτήματα και οι οποίοι δεν μπορούν να μας στηρίξουν τόσο ώστε να ξεπεράσουμε κάθε αίσθημα μειονεκτικότητας και κατωτερότητας.

Aντίθετα, μπορούμε να πούμε ότι συχνά οι ίδιοι οι γονείς ή το περιβάλλον μάς φορτώνουν με διάφορα «κόμπλεξ», με την αίσθηση δηλαδή ότι στον έναν ή στον άλλον τομέα δεν είμαστε επαρκείς, ότι υστερούμε, ότι οι άλλοι είναι πολύ καλύτεροι από εμάς. Ίσως, λοιπόν, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι κανείς δεν προχωράει στη ζωή έχοντας τη βεβαιότητα ότι είναι σε όλα τέλειος.

Mία τέτοια βεβαιότητα θα αντιμετωπιζόταν μάλιστα και με καχυποψία ή εχθρικότητα, επειδή την αίσθηση ότι δεν είμαστε τέλειοι κυριαρχεί στην πλειονότητα των ανθρώπων. Mαθαίνουμε να ζούμε με αυτή και να την ξεχνάμε κάπως, εξισορροπώντας τις αδυναμίες μας με αυτά τα στοιχεία που είναι τα πιο δυνατά μας. Σε μερικούς ανθρώπους όμως αυτή η έλλειψη ικανοποίησης με τον εαυτό τους ή με ένα στοιχείο του εαυτού τους είναι τόσο έντονη, που καλύπτει κάθε πτυχή της ζωής τους.

H προσοχή τους είναι διαρκώς εστιασμένη σε αυτό που «δεν πάει καλά» (ή που αυτοί θεωρούν ότι «δεν πάει καλά») με τον εαυτό τους. Tο κόμπλεξ τους τους εμποδίζει να νιώσουν πραγματική ευχαρίστηση, να εμπιστευτούν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους, πολύ συχνά τους κάνει να είναι κλειστοί ή και εχθρικοί και γίνεται εμπόδιο και εστία προβλημάτων στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.

Tι δεν αγαπάμε στον εαυτό μας;

Tα «αντικείμενα» των κόμπλεξ ποικίλλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και μπορεί να έχουν ρεαλιστική αιτία, π.χ. μία σωματική δυσπλασία ή να είναι δημιουργήματα της φαντασίας, όπως -για παράδειγμα- η πεποίθηση ότι κάποιος δεν είναι αρκετά έξυπνος. Yπάρχουν όμως κάποια «θέματα» που είναι συνηθισμένα αντικείμενα έντασης και αισθήματος κατωτερότητας.

Η εξωτερική εμφάνιση

Tο «βάσανο» της εξωτερικής εμφάνισης απασχολεί κυρίως τις γυναίκες, αγγίζει όμως σε αρκετά μεγάλο βαθμό και τους άντρες. Για τις γυναίκες, που από πολύ παλιά -αλλά πολύ περισσότερο στη σύγχρονη εποχή- μεγαλώνουν μαθαίνοντας να φροντίζουν την εμφάνισή τους, να μακιγιάρονται, να στολίζονται για να αρέσουν και να είναι επιθυμητές, είναι πολύ συνηθισμένο να μην είναι ευχαριστημένες με την εμφάνισή τους. Tο πρόβλημα έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες ακόμη πιο έντονο, επειδή μονίμως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με όμορφους, καλλίγραμμους, σχεδόν τέλειους ανθρώπους, οι οποίοι απέχουν μεν πολύ από το μέσο όρο των «κοινών θνητών», προβάλλονται όμως ως πρότυπα ομορφιάς τα οποία θα έπρεπε να πλησιάσουμε. Aπό αυτό δεν εξαιρούνται ούτε οι άντρες, οι οποίοι αν και δεν είναι απαραίτητο να έχουν το τέλειο πρόσωπο, όμως δεν μπορούν να αποφύγουν τη σύγκριση με τα «θεϊκά» μυώδη και αρρενωπά κορμιά κάποιων μοντέλων και σταρ.

H σεξουαλική ικανότητα

Για τους άντρες η σεξουαλική ικανότητα αποτελεί συνηθισμένο αντικείμενο κόμπλεξ και αισθήματος κατωτερότητας. Aυτό που είναι για τις γυναίκες η ομορφιά είναι για τους άντρες οι δυνατότητές τους στο σεξ. H αυτοπεποίθησή τους, η ψυχική τους ισορροπία εξαρτάται από αυτές. Έτσι, η παραμικρή δυσκολία σε αυτό τον τομέα μπορεί να τους δημιουργήσει τεράστια αναστάτωση.

Η ηλικία

Mία ακόμη πηγή δυσαρέσκειας και εσωτερικών συγκρούσεων είναι η ηλικία. Παρόλο που ο πληθυσμός των ανεπτυγμένων κοινωνιών αποτελείται όλο και περισσότερο από ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, αυτές οι κοινωνίες μοιάζουν να λατρεύουν όλο και πιο πολύ τη νεότητα και να απεχθάνονται το γήρας και τα σημάδια του. Tο «σύμπλεγμα του Πίτερ Παν», όπως το ονομάζουν οι ειδικοί, του «αιώνιου παιδιού» δηλαδή, απασχολεί άντρες και γυναίκες, που βλέπουν στα γηρατειά μια εποχή αναγκαστικής παραίτησης, απομόνωσης, αχρηστίας, καθώς στην κοινωνία της παραγωγικότητας αξία έχουν όσοι μπορούν να συμμετέχουν στην παραγωγή.

Η μόρφωση

Aυτό που επίσης κάνει πολλούς ανθρώπους να αμφιβάλλουν γα τον εαυτό τους και να νιώθουν ανεπαρκείς είναι οι διανοητικές τους ικανότητες, η εξυπνάδα και η μόρφωσή τους. Ένας πολύ συχνός λόγος για τον οποίον επισκέπτονται άντρες και (περισσότερο) γυναίκες τους ψυχοθεραπευτές είναι η αίσθησή τους ότι δεν είναι αρκετά έξυπνοι, δεν ξέρουν να εκφράζονται, αλλά και ότι δεν έχουν επαρκή μόρφωση και υστερούν απέναντι στους άλλους.

Oι «σχέσεις υποταγής»

Όλο και πιο συχνά κάνει την εμφάνισή του τα τελευταία χρόνια ένα καινούργιο πρόβλημα, που -ιδιαίτερα στις νέες γυναίκες- παίρνει διαστάσεις συμπλέγματος και τις δυσκολεύει ιδιαίτερα στη δημιουργία σταθερών σχέσεων με το άλλο φύλο: είναι το «κόμπλεξ της υποταγής».

Σε μια κοινωνία ατομικιστών, στην οποία τα παιδιά μεγαλώνουν σαν μικροί βασιλιάδες, όπου όλα στρέφονται γύρω από αυτά, χωρίς εκείνα να χρειάζεται πολλές φορές να αναλάβουν την παραμικρή ευθύνη είτε για τον εαυτό τους είτε για τους άλλους, είναι πολύ δύσκολο να συμβιβαστούν αργότερα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες κάποιου άλλου.

Πολλοί νέοι άνθρωποι λοιπόν αντιδρούν με ένταση, με πανικό σχεδόν, όταν βρεθούν σε μια επαγγελματική ή σε μια προσωπική σχέση εξάρτησης. Eιδικά για τις νέες κοπέλες, συχνά η σχέση αγάπης με έναν άντρα τις κάνει να φοβούνται ότι τους ζητείται να υποταχθούν και ότι θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Πώς δημιουργούνται τα κόμπλεξ

Πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να αρνείται τόσο πολύ τον εαυτό του επειδή έχει (ή πιστεύει ότι έχει) μεγάλη κοιλιά ή επειδή δεν είναι πια είκοσι ετών; Mπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι οι «βάσεις» για την ανάπτυξη αισθήματος κατωτερότητας και κόμπλεξ μπαίνουν στην αρχή της ζωής μας. Στα μάτια των γονιών μας πρωτοβλέπουμε τον εαυτό μας.

Όσο πιο αυστηρή και κριτική είναι αυτή η ματιά, τόσο πιο αυστηροί θα είμαστε κι εμείς με τον εαυτό μας και τις αδυναμίες του. H ανάπτυξη μιας υγιούς και σταθερής προσωπικότητας προϋποθέτει την άνευ όρων αγάπη και αποδοχή των ανθρώπων που είναι σημαντικοί για μας κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Όταν οι γονείς δεν μπορούν να αποδεχτούν κάποια χαρακτηριστικά μας ή μας προσφέρουν την αγάπη τους υπό όρους, μαθαίνουμε ότι αξίζουμε μόνο αν είμαστε όπως μας θέλουν αυτοί.

Μαθαίνουμε έτσι να ντρεπόμαστε για τις ατέλειές μας ή επινοούμε διάφορες μεθόδους για να τις κρύβουμε από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό. Γι’ αυτό, άλλοτε είναι εντελώς ξεκάθαρο τι δημιουργεί σ’ έναν άνθρωπο αίσθημα κατωτερότητας, και έχει να κάνει με πρότυπα και αξίες που κυριαρχούσαν μέσα στην οικογένεια (αν π.χ. η μητέρα θεωρούσε την κομψότητα απαραίτητο στοιχείο θηλυκότητας, ίσως η κόρη να θεωρεί τον εαυτό της άσχημο αν έχει μερικά κιλά παραπάνω), και άλλοτε δεν είναι.

Πολλές φορές είναι ένα γενικότερο αίσθημα αμφισβήτησης του ίδιου μας του εαυτού. Xρειάζεται συχνά πολύ «ψάξιμο» για να βρει κανείς και να παραδεχτεί τι τον κάνει να αισθάνεται μειονεκτικά.

Xρησιμεύουν σε κάτι τα κόμπλεξ;

Πολλές φορές αυτή η αίσθηση ότι μειονεκτούμε μας χρησιμεύει για να αποφεύγουμε να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις που μπορεί να μας είναι δυσάρεστες. Aν λοιπόν κάποιος πιστεύει ότι δεν είναι αρκετά έξυπνος -και με αυτήν τη δικαιολογία δεν τολμάει να αρχίσει μια σταδιοδρομία ή να ψάξει για μια καλύτερη δουλειά-, με αυτό τον τρόπο αποφεύγει τις αποτυχίες. Xάνει όμως ταυτόχρονα και κάθε ευκαιρία να πετύχει, ώστε να αναθεωρήσει αυτήν την αντίληψη που έχει για τις ικανότητές του.

Mε παρόμοιο τρόπο τα κόμπλεξ μπορεί να γίνουν εμπόδιο στο να δημιουργήσουμε και να νιώσουμε εμπιστοσύνη στις σχέσεις μας. Aν πιστεύουμε π.χ. ότι είμαστε άσχημοι ή ότι κάτι επάνω μας είναι άσχημο και απωθητικό, έχουμε την τάση να κρυβόμαστε για να μην εισπράξουμε την απόρριψη των άλλων. Έτσι όμως γινόμαστε «αόρατοι» και για τους άλλους και επιβεβαιώνουμε με τον τρόπο αυτό τους φόβους μας: «ορίστε, δεν με πλησιάζει κανείς, άρα είμαι πράγματι τόσο άσχημος».

Άνθρωποι με πολύ έντονο το αίσθημα κατωτερότητας φτάνουν στο σημείο να υποτιμούν τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται γι’ αυτούς ή με τους οποίους δημιουργούν σχέσεις: «για να θέλει να είναι μαζί μου, δεν αξίζει και πολλά». Mια τόσο στρεβλωμένη αντίληψη του εαυτού ή στοιχείων του εαυτού δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει.

Yπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από τα κόμπλεξ;

Aυτό που μπορούμε να κάνουμε, όταν παρατηρούμε ότι κάτι που θεωρούμε αδύναμο σημείο μας μας καταδυναστεύει, είναι να προσπαθήσουμε κατ’ αρχάς να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις μας σχετικά με αυτό το θέμα. Συνήθως, όταν πιστεύουμε ότι μειονεκτούμε σε κάτι, ρίχνουμε το βάρος σε κάτι άλλο για να αναπληρώσουμε το «έλλειμμα».

Ένα πολύ κοινότοπο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι άσχημος και προβάλλει ιδιαίτερα τις διανοητικές του ικανότητες. Mία άλλη στρατηγική, όταν αισθανόμαστε μειονεκτικά με κάποιο χαρακτηριστικό μας, είναι να προσπαθούμε να το κρύψουμε, να αποφεύγουμε «κακοτοπιές», για να μην πληγωθούμε. Kρύβουμε λοιπόν την κοιλιά μας κάτω από φαρδιά ρούχα ή την υποτιθέμενη έλλειψη εξυπνάδας στη σιωπή και τη μη συμμετοχή.

Aκόμη, είναι πολύ συνηθισμένο να αξιολογούμε τις αντιδράσεις των άλλων με τρόπο που να επιβεβαιώνουν την αρνητική γνώμη που έχουμε για τον εαυτό μας. Mε έναν ιδιαίτερα «επιτήδειο» τρόπο αγνοούμε ή υποτιμάμε τις θετικές και υπερτιμάμε τις αρνητικές αντιδράσεις. Aν παρατηρήσουμε λοιπόν τη συμπεριφορά μας και κατανοήσουμε με ποιο τρόπο «τρέφουμε» το αίσθημα κατωτερότητας, μπορούμε να υιοθετήσουμε μια συμπεριφορά περισσότερο τολμηρή, αλλάζοντας με πολύ μικρά βήματα τις παραπάνω «στρατηγικές».

Nα τολμήσουμε δηλαδή να δείξουμε περισσότερο αυτό που συνηθίζαμε να κρύβουμε. Nα μην προσπαθούμε τόσο πολύ να τραβάμε την προσοχή αλλού, προκειμένου να μην καταλάβουν οι άλλοι πόσο μειονεκτούμε. Kι ακόμη, να αξιολογούμε τις αντιδράσεις των άλλων πιο ρεαλιστικά, δεχόμενοι εξίσου και τις θετικές και τις αρνητικές.

Mπορεί με τον τρόπο αυτό να αντιληφθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του «βουνού» που βλέπουμε μπροστά μας είναι οφθαλμαπάτη και ότι όλοι οι άλλοι δεν βλέπουν παρά ένα μικρό λοφάκι!

Αριστοτέλης: Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε την τύχη είναι που θα μας οδηγήσει στην επιτυχία ή στην αποτυχία

Στο όγδοο βιβλίο των Ἠθικῶν Εὐδημείων, ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι κάποιοι άνθρωποι είναι τυχεροί. Υπάρχουν τομείς δραστηριότητας στους οποίους η τύχη είναι κυρίαρχος παράγοντας για την επιτυχία (το ρίξιμο των ζαριών είναι ένα παράδειγμα) και όπου οι ανόητοι άνθρωποι μπορούν να θριαμβεύσουν. Υπάρχουν άλλοι τομείς στους οποίους, αν και η ικανότητα είναι αναγκαία, η επιτυχία, παρ’ όλα αυτά, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη (εδώ ο Αριστοτέλης αναφέρει τη στρατιωτική στρατηγική και τη ναυσιπλοΐα).

Πώς πρέπει να εξηγήσουμε το φαινόμενο της τύχης; Ο Αριστοτέλης, ο πρώτος φιλόσοφος στην παγκόσμια ιστορία που την υπέβαλε σε εξονυχιστική ανάλυση, λέει πως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι η τύχη είναι εγγενής, όπως όταν έχει κάποιος γαλανά ή μαύρα μάτια. Άλλοι λένε ότι δεν πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό, αλλά ότι ο τυχερός άνθρωπος, όσο ανεπαρκής κι αν είναι ηθικά και πνευματικά, έχει την αγάπη. Είναι σαν «κακοφτιαγμένο σκαρί» που «συχνά τα καταφέρνει καλύτερα στο ταξίδι, όχι επειδή αυτό οφείλεται στο ίδιο αλλά επειδή έχει καλό καπετάνιο (δηλαδή την αγάπη) στο πηδάλιο. Αλλά επί του προκειμένου ο τυχερός άνθρωπος έχει πλοηγό την λογική».

Ο Αριστοτέλης δεν είναι ικανοποιημένος από αυτές τις δημοφιλείς ερμηνείες, εξετάζοντας την πιθανότητα μερικοί άνθρωποι να χρησιμοποιούν την αυθαίρετη τύχη καλύτερα από άλλους και άρα αξιοποιώντας τις όποιες φυσικές ικανότητες κατέχουν με στόχο τη μετατροπή της τυχαίας συγκυρίας –τυχαιότητας– σε επιτυχία και ευτυχία στη ζωή. Όταν οι άνθρωποι κερδίζουν τεράστιες περιουσίες στο λαχείο, μερικοί τις κατασπαταλούν, χάνουν τους φίλους επειδή «ξεπερνούν τον εαυτό τους» κοινωνικά και βλέπουν τους γάμους και τις οικογένειές τους να διαλύονται πριν περιπέσουν σε χειρότερη φτώχεια από ό,τι πριν τους χαμογελάσει η τύχη.

Η φαινομενική καλή τύχη τελικά μπορεί να αποδειχθεί κακοτυχία. Άλλοι επενδύουν τα κέρδη αυτού του είδους στην εκπαίδευση των παιδιών τους, ανταμείβουν πιστούς φίλους και οικογένεια αγοράζοντάς τους τα κατάλληλα σπίτια και, μάλιστα, ιδρύουν κοινωφελή φιλανθρωπικά ιδρύματα. Με το βουλεύεσθαι και τη λογική καταφέρνουν να μετατρέψουν τη συμπτωματική τύχη σε συνθήκες οι οποίες στην πραγματικότητα οδηγούν σε μη συμπτωματική αλλά προγραμματισμένη και καλά εκτελεσμένη ευδαιμονία.

Ίσως, όπως ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, σε πολλές περιπτώσεις η καλή τύχη να μην είναι και τόσο ανεξέλεγκτη. Ο ίδιος μας προσφέρει μια εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα του ατόμου που εκ φύσεως διαθέτει κάποια χαρακτηριστικά – ισχυρή θέληση για να αποκτήσει καλά πράγματα στη ζωή του ή για αυτοβελτίωση, καθώς και (ακόμα κι αν λειτουργεί με ενεργοποιημένο τον «αυτόματο πιλότο» και όχι ενστικτωδώς) την ενέργεια και τη δέσμευση να κυνηγήσει τους παραπάνω στόχους. Σήμερα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτούς τους ανθρώπους αυτοδημιούργητους, οπτιμιστές και φιλόδοξους.

Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι στη φύση τους και τους παροτρύνουν, χωρίς καν οι ίδιοι να το σκέφτονται, σε δρόμους ζωής όπου είναι, που λέει ο λόγος, πιο πιθανόν να είναι τυχεροί. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χρειάζονται ανεπτυγμένες δεξιότητες σαν το βουλεύεσθαι. Ο παραλληλισμός που παραθέτει ο Αριστοτέλης εδώ αφορά τους «μουσικούς που δεν έχουν μάθει να τραγουδούν και, παρ’ όλα αυτά, έχουν μια φυσική ικανότητα να το κάνουν» ( Ἠθικά Εὐδήμεια 8, 1247b).

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι τελείως ανεκπαίδευτοι στην κατάκτηση της ευτυχίας ή της επιτυχίας οι οποίοι, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν να διδάξουν ηθική. Αλλά δρουν ενστικτωδώς ως αυτοσυνείδητοι ενάρετοι ηθικιστές. Σκεφτείτε τον καλό τραγουδιστή που δεν έχει ποτέ σπουδάσει τραγούδι, αλλά παρ’ όλα αυτά ευφραίνει τους πάντες σε κάθε παράστασή του. Υπό αυτή τη σκοπιά, η ηθική της αρετής και το βουλεύεσθαι ως επίκτητες δεξιότητες μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αντισταθμίσουν την αδικία που στάθηκε αιτία κάποιοι να γεννιούνται με μεγαλύτερη φυσική ροπή προς την παραγωγή της ευτυχίας.

Ωστόσο, η πρακτική σοφία είναι συσσωρευτική: για να τελειοποιήσετε την τέχνη του βουλεύεσθαι, απαιτείται πρακτική εμπειρία. Χρειάζεται να το κάνετε κατ’ επανάληψη και να αξιολογείτε τα αποτελέσματα, πριν κατακτήσετε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, πόσο μάλλον δεινότητα, στο βουλεύεσθαι. Δεν είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, σαν να μαθαίνεις μαθηματικά, που μπορείς να τα απορροφήσεις από τις πρώτες αρχές χωρίς εφαρμογή στην πράξη. Όσο πιο σύντομα οι νεαροί άνθρωποι αρχίσουν να προσπαθούν να βουλεύονται λογικά, τόσο το καλύτερο. Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Πρέπει να συνεχίζουμε να προχωράμε, ακόμα και αν φαίνεται τρομακτικό

Αν έχω μάθει κάτι από την ζωή, είναι ότι μερικές φορές οι πιο σκοτεινές εποχές μπορούν να μας φέρουν στα πιο φωτεινά μέρη.

Έμαθα ότι οι πιο τοξικοί άνθρωποι μπορούν να μας διδάξουν τα πιο σημαντικά μαθήματα.

Ότι μέσα από τις πιο επίπονες μάχες μας μπορούμε να αναπτυχθούμε κατάλληλα. Και ότι οι απώλειες της φιλίας και της αγάπης που ραγίζουν την καρδιά μας μπορούν να κάνουν χώρο για τους πιο θαυμάσιους ανθρώπους.

Έχω μάθει ότι αυτό που μοιάζει με κατάρα εκείνη τη στιγμή μπορεί πραγματικά να είναι μια ευλογία, και αυτό που μοιάζει με το τέλος του δρόμου είναι στην πραγματικότητα απλώς η ανακάλυψη ότι είναι γραφτό να ταξιδέψουμε σε διαφορετική πορεία.

Έχω μάθει ότι ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολα φαίνονται τα πράγματα, υπάρχει πάντα ελπίδα. Και έχω μάθει ότι ανεξάρτητα από το πόσο αδύναμοι νιώθουμε ή πόσο φρικτά φαίνονται τα πράγματα, δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε.

Πρέπει να συνεχίζουμε να προχωράμε. Ακόμα και όταν είναι τρομακτικό, ακόμα και όταν η δύναμη μας φαίνεται να έχει χαθεί, πρέπει να συνεχίσουμε, να βρούμε την δύναμη μας και να προχωρήσουμε, γιατί ότι και αν πολεμάμε αυτή τη στιγμή, θα περάσει και θα τα καταφέρουμε.

Έχουμε φτάσει ως εδώ. Μπορούμε να ξεπεράσουμε ότι έρχεται στην συνέχεια.

SCHOPENHAUER: Η βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου

Ιδιαίτερα η υγεία βαρύνει τόσο πιο πολύ σε σχέση με όλα τα εξωτερικά αγαθά, που πραγματικά ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν άρρωστο βασιλιά. Μια ήρεμη και χαρωπή ιδιοσυγκρασία που απορρέει από απόλυτη υγεία και ευτυχή εσωτερική οργάνωση, ένα καθαρό, ζωηρό, διεισδυτικό, με σωστή αντίληψη των πραγμάτων μυαλό, μια μετρημένη, ήπια βούληση και συνείδηση – αυτά είναι προτερήματα που κανένα αξίωμα και κανένας πλούτος δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει. Γιατί αυτό που είναι κανείς για τον εαυτό του, αυτό που τον συνοδεύει στη μοναξιά και που κανένας δεν μπορεί να του το δώσει ή να του το πάρει, είναι γι' αυτόν ουσιαστικότερο απ’ όλα όσα έχει ή επίσης, από το πώς μπορεί να είναι στα μάτια των άλλων.

Ένας άνθρωπος με πλούσιο πνεύμα σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τις δικές του σκέψεις, ενατενίσεις και φαντασίες, ενώ η συνεχής εναλλαγή από παρέες, θεάματα, γιορταστικές εκδηλώσεις, εκδρομές δεν μπορεί να αποτρέψει τη βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου.

Ένας καλός, μετριοπαθής, ήπιος χαρακτήρας μπορεί να είναι ευχαριστημένος υπό συνθήκες φτώχειας, ενώ ένας άπληστος, φθονερός και κακός δεν είναι ευχαριστημένος μέσα σε όλα τα πλούτη.

Ακόμα, για κάποιον που έχει διαρκώς την απόλαυση μιας εξαιρετικής, πνευματικά σημαντικής ατομικότητας, οι περισσότερες των γενικά επιδιωκόμενων απολαύσεων είναι εντελώς περιττές, και μάλιστα μόνο ενοχλητικές και βαρετές.

Γι’ αυτό ο Οράτιος λέει:

Μάρμαρο, ελεφαντόδοντο, πολύτιμα κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα και εικόνες,
ασημικά κι ενδύματα δαρμένα με πορφύρα από τη Γαιτουλία,
πολλοί στερούνται τέτοια και μερικοί για τέτοια δεν ρωτούν.
Epistulae 2, 2, 180-182

Και ο Σωκράτης, βλέποντας κάποια πολυτελή εμπορεύματα που ήταν απλωμένα για πούλημα, είπε:

«Πόσα πράγματα λοιπόν υπάρχουν που δεν τα έχω ανάγκη!»

ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει

Ο Μάρτιν Σέλιγκμαν, ένας από τους πλέον εξέχοντες ψυχολόγους των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί ότι οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει.

 . Ο αισιόδοξος θεωρεί ότι οι κακές στιγμές είναι πάντα παροδικές, ενώ, αντίθετα, οι στιγμές ευτυχίας είναι διαρκείς. Μια αποτυχία ή μια καταστροφή είναι μονοσήμαντες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα.

 . Για τον απαισιόδοξο προφανώς ισχύει το εντελώς αντίθετο και επενδύει σε αυτή την προοπτική.

Κατά τον Σέλιγκμαν, το επεξηγηματικό μας σύστημα – αυτό που αποφασίζει αν είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι – έχει τρία συστατικά:

1. Διάρκεια: Αν οι κακές εμπειρίες προσλαμβάνονται σαν κάτι που θα κρατήσει αιώνια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απαισιόδοξη τάση. Ο άνθρωπος που λέει «δε θα το καταφέρω ποτέ» ή «όλοι με μισούν» μονιμοποιεί τις καταστάσεις αυτές.

2. Γενίκευση ή εξειδίκευση: Όταν πρόκειται για μια αρνητική εμπειρία, ο απαισιόδοξος τείνει να γενικεύει και ο αισιόδοξος να εξειδικεύει ( «όλα μού πάνε στραβά» / «αυτό μου βγήκε άσχημα» ). Αντίθετα, όταν πρόκειται για μια θετική εμπειρία, συμβαίνει το αντίθετο: ο απαισιόδοξος τείνει να εξειδικεύει και ο αισιόδοξος να γενικεύει.

3. Εσωτερίκευση ή εξωτερίκευση: Οι απαισιόδοξοι συνήθως εσωτερικεύουν τις αρνητικές εμπειρίες με τη μορφή τραύματος, ενώ οι αισιόδοξοι τις εξωτερικεύουν, δηλαδή τις μοιράζονται με τους άλλους για να τις απαλύνουν και να τις μετριάσουν.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας

Δύσκολα μπορεί κάποιος να αντλήσει από τους διαλόγους του Πλάτωνα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τον Σωκράτη, τον άντρα που περιφερόταν ξυπόλυτος στην αθηναϊκή αγορά φορώντας έναν πεντακάθαρο χιτώνα και έθετε επίμονα ερωτήματα των οποίων η ουσία δεν γινόταν εύκολα αντιληπτή, καταφέρνοντας να δημιουργήσει γύρω του ένα πλήθος από περίεργους, καθώς ανέτρεπε κάθε απάντηση που του έδιναν. Ήταν ένας πλανόδιος της διαλεκτικής, ένας φιλόσοφος-αντάρτης της πόλης.

Ο Πλάτωνας βέβαια δεν είναι ο μόνος Αθηναίος που έγραψε σωκρατικούς διαλόγους μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Είναι, όμως, ο μόνος συγγραφέας σωκρατικών διαλόγων που υπήρξε, συνάμα, και φιλοσοφική ιδιοφυία. Η στάση του Πλάτωνα απέναντι στον «δικό» του Σωκράτη δεν παραμένει στάσιμη κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του. Αν παρακολουθήσουμε τις μεταβολές στη στάση του απέναντι στον φιλόσοφο, του οποίου ο θάνατος έκανε τον ίδιο φιλόσοφο, ίσως καταφέρουμε να πλησιάσουμε περισσότερο το πρόσωπο της απόμακρης μορφής του Πλάτωνα.

Είναι δύσκολο, για να μην πω ανάρμοστο, να προσεγγίσουμε τον Πλάτωνα ως πρόσωπο. Κανείς άλλος φιλόσοφος δεν αποθαρρύνει τόσο πολύ μια τέτοια προσέγγιση. Ο Πλάτωνας φαινόταν να συμπαθεί ελάχιστα ό,τι ήταν προσωπικό. Θεωρούσε ότι  όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας. Ότι γινόμαστε καλύτεροι όσο περισσότερο κατανοούμε το Σύμπαν, όσο περισσότερο αναλογιζόμαστε το μεγαλείο του και όσο λιγότερο τη δική μας μικρότητα. Ο Πλάτωνας εκδηλώνει συχνά τρόμο μπροστά στην ανθρώπινη φύση, την οποία θεωρεί πλησιέστερη προς εκείνη του ζώου παρά του Θεού. Η ανθρώπινη φύση είναι ένα ηθικό και πολιτικό πρόβλημα προς επίλυση, και μόνο το Σύμπαν φαντάζει επαρκές για την απεραντοσύνη του εγχειρήματος.

Η ζοφερή απόγνωση του Πλάτωνα για το «γένος μας» έγινε μάλλον πιο φανερή στα τελευταία του χρόνια, ωστόσο, διαισθάνομαι πως είχε άσχημη γνώμη για την ανθρωπότητα ακόμη και όταν ήταν πιο νέος. Η μοίρα του Σωκράτη στα χέρια της δημοκρατίας -η θανατική καταδίκη του, όπως και η ετυμηγορία της ενοχής του, ήταν αποτέλεσμα λαϊκής ψήφου- ίσως σχετίζεται τόσο με την άσχημη εικόνα που είχε διαμορφώσει για την ανθρωπότητα, όσο και με την εξαρχής στροφή του στη φιλοσοφία. Ενώ ο Σωκράτης γελούσε δυνατά με τα κακόγουστα αστεία των κωμικών συγγραφέων, ακόμη και όταν γινόταν ο ίδιος αντικείμενο διακωμώδησης, η χαρακτηριστική αντίδραση του Πλάτωνα στις ταραχώδεις και γελοίες πτυχές της ανθρώπινης φύσης θα ήταν, υποψιάζομαι, ένα ρίγος ανατριχίλας. Η αγάπη του για τον Σωκράτη τον βοήθησε να απωθήσει το ρίγος. Ο Σωκράτης στάθηκε γι’ αυτόν ένα μέσον για να συμφιλιώσει τον εαυτό του με την παραμορφωμένη από τις ασχήμιες και τις αντιφάσεις ανθρώπινη ζωή. Μάλιστα, ο Σωκράτης, ως πολύ ανθρώπινος -όπως ο Πλάτωνας πασχίζει να μας δείξει-ενσαρκώνει ο ίδιος αυτές τις αντιφάσεις.

Απλώς επειδή υπήρξε ένας  άνθρωπος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας θα μπορούσε να πειστεί ότι τελικά αξίζει να νοιάζεται κάποιος για την ανθρώπινη ζωή.

Με τα γραπτά του ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα αδιέξοδο και μια ερμηνευτική σύγχυση. ‘Όμως, δημιούργησε επίσης και τη φιλοσοφία, καθιστώντας την ζωντανό μνημείο του Σωκράτη. Η λέξη φιλοσοφία δηλώνει την αγάπη για τη σοφία. Και η αγάπη για τη σοφία είναι ένα απρόσωπο είδος αγάπης. Αξίζει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι μια πολύ προσωπική αγάπη -η αγάπη του Πλάτωνα για τον Σωκράτη- ενεργούσε μέσα στον άνθρωπο που δημιούργησε τη φιλοσοφία όπως την γνωρίζουμε.

Όλα αυτά προσθέτουν ένα στοιχείο παραδόξου στο ύφος με το οποίο έγραψε ο Πλάτωνας, ιδίως αν λάβουμε υπόψη όσα θα πει για τον φιλοσοφικό έρωτα, που αντικαθιστά τον προσωπικό έρωτα (από εδώ πηγάζει η στρεβλωμένη ιδέα μας για τον «πλατωνικό έρωτα»). Όμως, ακόμη και αυτή η ένταση χρησιμοποιείται από τη φιλοσοφία. Στόχος του Πλάτωνα -ή, τουλάχιστον, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ- είναι να μην αφήσει ποτέ τη σκέψη να γίνει υπερβολικά αυτόματη, να μην επαναπαυθεί. Στόχος του, με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος να σκέφτεται διαρκώς, να μην περιπίπτει σε νοητική αδράνεια, και γι’ αυτό δεν είναι ποτέ αρνητικός απέναντι στις αποσταθεροποιητικές επιδράσεις του παραδόξου.

Η επικαιρότητά του οφείλεται  αποκλειστικά στα ερωτήματα που έθεσε και στην επιμονή του ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα απ’ αυτά, όπως νομίζουν  οι περισσότεροι. ‘Ένα από τα περίεργα χαρακτηριστικά των φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι η προθυμία με την οποία δίνουν πολλοί απαντήσεις οι οποίες δεν συλλαμβάνουν την ουσία των ερωτημάτων. Μερικές φορές οι λανθασμένες απαντήσεις δίνονται από επιστήμονες, άλλοτε στο πλαίσιο θρησκειών, άλλοτε βασισμένες σε αυτό που ονομάζουμε απλή, κοινή λογική. Ο Πλάτωνας διατύπωσε μερικά από τα πιο οριστικά αντεπιχειρήματα απέναντι σε απαντήσεις που αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσία του φιλοσοφικού ερωτήματος.

Ο ίδιος σπανίως παρουσιαζόταν σαν να δίνει τις τελικές απαντήσεις. Αυτό που τόνιζε ήταν η απειθαρχία την οποία επιδεικνύουν τα ερωτήματα απέναντι στην προσπάθεια να τους δώσει κάποιος ρηχές απαντήσεις.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1166b-1167a)

[V] Ἡ δ᾽ εὔνοια φιλικῷ μὲν ἔοικεν, οὐ μὴν ἔστι γε φιλία· γίνεται γὰρ εὔνοια καὶ πρὸς ἀγνῶτας καὶ λανθάνουσα, φιλία δ᾽ οὔ. καὶ πρότερον δὲ ταῦτ᾽ εἴρηται. ἀλλ᾽ οὐδὲ φίλησίς ἐστιν. οὐ γὰρ ἔχει διάτασιν οὐδ᾽ ὄρεξιν, τῇ φιλήσει δὲ ταῦτ᾽ ἀκολουθεῖ· καὶ ἡ μὲν φίλησις μετὰ συνηθείας, ἡ δ᾽ εὔνοια καὶ ἐκ προσπαίου, οἷον καὶ περὶ τοὺς ἀγωνιστὰς

[1167a] συμβαίνει· εὖνοι γὰρ αὐτοῖς γίνονται καὶ συνθέλουσιν, συμπράξαιεν δ᾽ ἂν οὐδέν· ὅπερ γὰρ εἴπομεν, προσπαίως εὖνοι γίνονται καὶ ἐπιπολαίως στέργουσιν. ἔοικε δὴ ἀρχὴ φιλίας εἶναι, ὥσπερ τοῦ ἐρᾶν ἡ διὰ τῆς ὄψεως ἡδονή· μὴ γὰρ προησθεὶς τῇ ἰδέᾳ οὐδεὶς ἐρᾷ, ὁ δὲ χαίρων τῷ εἴδει οὐδὲν μᾶλλον ἐρᾷ, ἀλλ᾽ ὅταν καὶ ἀπόντα ποθῇ καὶ τῆς παρουσίας ἐπιθυμῇ· οὕτω δὴ καὶ φίλους οὐχ οἷόν τ᾽ εἶναι μὴ εὔνους γενομένους, οἱ δ᾽ εὖνοι οὐδὲν μᾶλλον φιλοῦσιν· βούλονται γὰρ μόνον τἀγαθὰ οἷς εἰσὶν εὖνοι, συμπράξαιεν δ᾽ ἂν οὐδέν, οὐδ᾽ ὀχληθεῖεν ὑπὲρ αὐτῶν. διὸ μεταφέρων φαίη τις ἂν αὐτὴν ἀργὴν εἶναι φιλίαν, χρονιζομένην δὲ καὶ εἰς συνήθειαν ἀφικνουμένην γίνεσθαι φιλίαν, οὐ τὴν διὰ τὸ χρήσιμον οὐδὲ τὴν διὰ τὸ ἡδύ· οὐδὲ γὰρ εὔνοια ἐπὶ τούτοις γίνεται. ὁ μὲν γὰρ εὐεργετηθεὶς ἀνθ᾽ ὧν πέπονθεν ἀπονέμει τὴν εὔνοιαν, τὰ δίκαια δρῶν· ὁ δὲ βουλόμενός τιν᾽ εὐπραγεῖν, ἐλπίδα ἔχων εὐπορίας δι᾽ ἐκείνου, οὐκ ἔοικ᾽ εὔνους ἐκείνῳ εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἑαυτῷ, καθάπερ οὐδὲ φίλος, εἰ θεραπεύει αὐτὸν διά τινα χρῆσιν. ὅλως δ᾽ εὔνοια δι᾽ ἀρετὴν καὶ ἐπιείκειάν τινα γίνεται, ὅταν τῳ φανῇ καλός τις ἢ ἀνδρεῖος ἤ τι τοιοῦτον, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἀγωνιστῶν εἴπομεν.

***
[5] Αυτό που λέμε «ευνοϊκή διάθεση» έχει μέσα του κάτι από τη «φιλική σχέση», φιλία όμως δεν είναι. Ευνοϊκή, πράγματι, διάθεση μπορεί να έχει κανείς και απέναντι σε άγνωστά του πρόσωπα και δίχως αυτοί να το ξέρουν, φιλία όμως αυτό δεν είναι — αυτά τα έχουμε ήδη πει και στα προηγούμενα. Ούτε όμως και αγάπη είναι, για τον λόγο ότι δεν έχει ούτε εκείνη την ένταση ούτε εκείνη την τόσο μεγάλη επιθυμία που συνοδεύουν την αγάπη. Η αγάπη, εξάλλου, προϋποθέτει συναναστροφή και γνωριμία, ενώ η ευνοϊκή διάθεση μπορεί να γεννηθεί και ξαφνικά, όπως

[1167a] συμβαίνει π.χ. με τους αθλητές στον στίβο: οι θεατές εμφανίζουν ευνοϊκή διάθεση απέναντί τους και θέλουν ό,τι και εκείνοι, δεν θα έπρατταν όμως τίποτε για να τους βοηθήσουν, γιατί —όπως το είπαμε— η ευνοϊκή γι᾽ αυτούς διάθεσή τους γεννιέται ξαφνικά και η αγάπη τους γι᾽ αυτούς είναι επιφανειακή.

Μοιάζει λοιπόν η ευνοϊκή διάθεση να είναι η αρχή μιας φιλίας, όπως είναι αρχή του έρωτα η ευχαρίστηση που νιώθει κανείς βλέποντας κάποιον· γιατί κανένας δεν κυριεύεται από έρωτα, αν πρώτα δεν ευχαριστηθεί βλέποντας τη μορφή τού άλλου· αλλά και αυτός που ευχαριστιέται με τη θέα της μορφής του άλλου δεν είναι ακόμη ερωτευμένος· ερωτευμένος θα είναι όταν θα τον ποθεί απόντα και όταν θα επιθυμεί την παρουσία του. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι φίλοι, αν δεν υπήρξαν ευνοϊκά διατεθειμένοι, αυτοί όμως που είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι προς κάποιον δεν είναι ακόμη φίλοι του, και ο λόγος είναι ότι θέλουν μόνο ό,τι είναι καλό γι᾽ αυτόν τον άνθρωπο, τίποτε όμως δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν μαζί του ούτε και να υποβληθούν σε κόπους γι᾽ αυτόν. Έτσι, μιλώντας κανείς μεταφορικά, θα μπορούσε να πει ότι η ευνοϊκή διάθεση είναι μια «ανενεργή» φιλία, που όμως, αν κρατήσει καιρό και οδηγήσει σε μια στενότερη γνωριμία, γίνεται φιλία — όχι όμως φιλία για το όφελος ούτε φιλία για την ευχαρίστηση, γιατί τέτοια κίνητρα ούτε ευνοϊκή διάθεση δεν γεννούν. Γιατί αυτός που δέχτηκε την ευεργεσία την ξεπληρώνει δίνοντας ως αντάλλαγμα γι᾽ αυτήν την ευνοϊκή του διάθεση, κάνοντας έτσι αυτό που είναι το σωστό· αυτός όμως που εύχεται σε κάποιον να προκόψει γιατί προβλέπει ότι μέσω εκείνου θα γίνει πλούσιος, δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι σ᾽ εκείνον, αλλά μάλλον απέναντι στον εαυτό του, ακριβώς όπως δεν είναι φίλος κάποιου αυτός που τον φροντίζει υπολογίζοντας σε κάποιο όφελος. Γενικά, την ευνοϊκή διάθεση τη γεννάει κάποια αρετή και κάποια καλοσύνη, όταν ένας φανεί σε κάποιον άλλον ωραίος ή ανδρείος ή κάτι τέτοιο — ακριβώς όπως το είπαμε και για τους αθλητές που αγωνίζονται στον στίβο.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (238-279)

οὔποτε φήσω γάμον εὐφραίνειν
πλέον ἢ λυπεῖν, τοῖς τε πάροιθεν
240 τεκμαιρόμενος καὶ τάσδε τύχας
λεύσσων βασιλέως, ὅστις ἀρίστης
ἀπλακὼν ἀλόχου τῆσδ᾽ ἀβίωτον
τὸν ἔπειτα χρόνον βιοτεύσει.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ
Ἅλιε καὶ φάος ἁμέρας, [στρ. α]
245 οὐράνιαί τε δῖναι νεφέλας δρομαίου.
ΑΔΜΗΤΟΣ
ὁρᾷ σὲ κἀμέ, δύο κακῶς πεπραγότας,
οὐδὲν θεοὺς δράσαντας ἀνθ᾽ ὅτου θανῇ.

ΑΛ. γαῖά τε καὶ μελάθρων στέγαι [ἀντ. α]
νυμφίδιοί τε κοῖται πατρίας Ἰωλκοῦ.
250 ΑΔ. ἔπαιρε σαυτήν, ὦ τάλαινα, μὴ προδῷς·
λίσσου δὲ τοὺς κρατοῦντας οἰκτῖραι θεούς.

ΑΛ. ὁρῶ δίκωπον ὁρῶ σκάφος ἐν λίμνᾳ· [στρ. β]
νεκύων δὲ πορθμεὺς
ἔχων χέρ᾽ ἐπὶ κοντῷ Χάρων
255 μ᾽ ἤδη καλεῖ· Τί μέλλεις;
ἐπείγου· σὺ κατείργεις. τάδε τοί με
σπερχόμενος ταχύνει.
ΑΔ. οἴμοι, πικράν γε τήνδε μοι ναυκληρίαν
ἔλεξας. ὦ δύσδαιμον, οἷα πάσχομεν.

ΑΛ. ἄγει μ᾽ ἄγει τις· ἄγει μέ τις —οὐχ ὁρᾷς;— [ἀντ. β]
260 νεκύων ἐς αὐλάν,
ὑπ᾽ ὀφρύσι κυαναυγέσι
βλέπων πτερωτός — † ἅιδας†.
[μέθες με·] τί ῥέξεις; ἄφες. — οἵαν ὁδὸν ἁ δει-
λαιότατα προβαίνω.
ΑΔ. οἰκτρὰν φίλοισιν, ἐκ δὲ τῶν μάλιστ᾽ ἐμοὶ
265 καὶ παισίν, οἷς δὴ πένθος ἐν κοινῷ τόδε.

ΑΛ. μέθετε μέθετέ μ᾽ ἤδη. [ἐπῳδ.]
κλίνατ᾽, οὐ σθένω ποσίν·
πλησίον Ἅιδας.
σκοτία δ᾽ ἐπ᾽ ὄσσοισι νὺξ ἐφέρπει.
270 τέκνα, τέκν᾽, οὐκέτι δὴ
οὐκέτι μάτηρ σφῷν ἔστιν.
χαίροντες, ὦ τέκνα, τόδε φάος ὁρῴτον.
ΑΔ. οἴμοι· τόδ᾽ ἔπος λυπρὸν ἀκούω
καὶ παντὸς ἐμοὶ θανάτου μεῖζον.
275 μὴ πρός ‹σε› θεῶν τλῇς με προδοῦναι,
μὴ πρὸς παίδων οὓς ὀρφανιεῖς,
ἀλλ᾽ ἄνα, τόλμα·
σοῦ γὰρ φθιμένης οὐκέτ᾽ ἂν εἴην·
ἐν σοὶ δ᾽ ἐσμὲν καὶ ζῆν καὶ μή·
σὴν γὰρ φιλίαν σεβόμεσθα.

***
ΚΟΡ. Α, ποτέ δε θα πω πως του γάμου οι χαρές
ξεπερνούν τα φαρμάκια που αυτός μας ποτίζει·
240 το ᾽δα κι άλλες φορές, βλέπω τώρα κι αυτή
του καλού βασιλιά τη βαριά συμφορά,
που την έξοχη χάνει γυναίκα, και πια
μιαν αβάσταχτη τώρα ζωή θα περνάει.

ΑΛΚΗΣΤΗ
Ω φως της ημέρας, ω ήλιε εσύ,
κι ω στροβιλίσματα νεφών που τρέχουνε στα ουράνια!
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μας βλέπει, τους δυο δύστυχους· πεθαίνεις
χωρίς ποτέ στους θεούς να ᾽χουμε φταίξει.

ΑΛΚ. Ω γη, και του σπιτιού σκεπή,
και της πατρίδας, της Ιωλκού, ω νυφικό κρεβάτι!
250 ΑΔΜ. Ανασηκώσου, μη μ᾽ αφήνεις· δεήσου
στους δυνατούς θεούς να σπλαχνιστούνε.

ΑΛΚ. Βλέπω ένα πλοίο με δυο κουπιά,
και με το χέρι στο κοντάρι
το Χάρωνα, νεκρών περαματάρη,
που κράζει κιόλας: «Πώς αργείς;
Πιο γρήγορα, έλα! Μη με κάνεις
εσύ την ώρα μου να χάνω».
Αυτά μου λέει, και να βιαστώ με πιέζει.
ΑΔΜ. Ταξίδι, οϊμέ, πικρό, φαρμακωμένο.
Δυστυχισμένη, τί κακό μας βρήκε!

ΑΛΚ. Κάποιος με σέρνει, με τραβά
260 – δε βλέπεις; – θέλει να με φέρει
κάτω στων πεθαμένων το λημέρι·
φλόγες τα μάτια του πετούν
κάτω απ᾽ τα μαύρα φρύδια· κι έχει
φτερούγες. Ο Άδης! Τί θα κάμεις;
Άσε με, μη! Τί στράτα παίρνω η δόλια!
ΑΔΜ. Πικρή στους φίλους, πιο πικρή σ᾽ εμένα
και στα παιδιά, της θλίψης μου συντρόφους.

ΑΛΚ. Αφήστε με πια, αφήστε με·
δε με κρατούν τα πόδια μου·
πλαγιάστε με, σιμώνει ο Άδης·
στα δυο μου μάτια χύνεται νύχτας σκοτάδι.
270 Παιδάκια μου, παιδάκια μου, δεν έχετε πια μάνα·
τελειώνω. Εσείς, παιδιά μου,
να ζήσετε, να χαίρεστε το φως τη μέρας.
ΑΔΜ. Τί πικρός, πιο βαρύς
κι από θάνατο ο λόγος σου αυτός.
Στ᾽ όνομα, αχ, των θεών, μη μ᾽ αφήσεις, ω, μη,
στ᾽ όνομα, αχ, των παιδιών, που ορφανά
θ᾽ απομείνουνε· σήκω, έχε θάρρος·
αν πεθάνεις, κι εγώ θα χαθώ·
τη δική μας ζωή και το θάνατο εσύ
μες στα δυο σου τα χέρια κρατάς.
Είν᾽ η αγάπη σου πράγμα ιερό για μας όλους.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΝΕΙΛΟΣ

ΝΕΙΛΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο θεός ποταμός Νείλος είναι και αυτός γιος του Ωκεανού, όπως όλοι οι ποταμοί. Δίπλα στον Νείλο η Ιώ γέννησε τον Έπαφο. Αυτός ο γιος του Δία, παντρεύτηκε την κόρη του ποταμού, τη Μέμφιδα, και από την ένωσή τους γεννήθηκε η Λιβύη, από την οποία προέκυψε το γένος του Αγήνορα και του Βήλου.
 
Η αιγυπτιακή παράδοση συνέδεσε τον Όσιρη με τον Νείλο, το νερό του οποίου χανόταν και επέστρεφε το καλοκαίρι. Αγγείο με νερό του Νείλου επιδεικνυόταν στις τελετές και μεταφερόταν στις πομπές (Πλούτ., Ίσις 365b). Κατά πάσα πιθανότητα μέσα στα ιερά πραγματοποιούνταν δρώμενο κατά το οποίο προκαλούνταν ένα είδος τεχνητής πλημμύρας του Νείλου, ενώ τα δοχεία νερού στα ιερά της Ίσιδας, τα οποία φαίνεται να υπαινίσσονται βάπτιση, χρησιμοποιούνταν για να συμβολίσουν την πλημμύρα του Νείλου.
 
Σε πιάτο της αλεξανδρινής σχολής (2ος αι. μ.Χ.), προσωποποιημένος ο ποταμός Νείλος κρατά το κέρας της Αμαλθείας. Κάτω η σφίγγα του Οσίριδος και πάνω σε αυτήν η Ίσις, με τα χαρακτηριστικά του Πτολεμαίου Ε' και της συζύγου του Κλεοπάτρας αντίστοιχα. Στο κέντρο ο Ώρος-Τριπτόλεμος, με τα χαρακτηριστικά του διαδόχου Πτολεμαίου ΣΤ', δεξιά δύο προσωποποιήσεις εποχών -των πλημμυρών και του θερισμού, επάνω οι ετήσιοι άνεμοι. Η απεικόνιση αυτή μπορεί να μεταδίδει ή και να αποτυπώνει το πολιτικό μήνυμα της ευμάρειας, μέσα από την ορθολογική διευθέτηση των υδάτων με δεδομένες τις συγκεκριμένες κλιματολογικές συνθήκες, κάτω από την ηγεσία της βασιλικής οικογένειας. Εξάλλου, σύμφωνα με μια ευημεριστική* / ορθολογική / ιστορική παραλλαγή ο Νείλος ονομάστηκε έτσι από τον βασιλιά Νειλέα της Αιγύπτου που είχε κάνει εύφορη την Αίγυπτο κατασκευάζοντας τεχνικά έργα (κανάλια, φράγματα κτλ.). Προς τιμή του, και αναγνωρίζοντας την προσφορά του, ο λαός μετονόμασε τον ποταμό σε Νείλο από Αίγυπτο ή Αετό ή Ωκεάνη που λεγόταν παλιά (Διόδ. Σ. 1.19). Αυτός ο ποταμός σύμφωνα με τον Ερατοσθένη είναι ο αστερισμός του Ποταμού**, ενώ κατά τον Άρατο ο αστερισμός αυτός είναι του Ηριδανού.
------------------------------
*Ωκεάνη, Αετός, Αίγυπτος, Νείλος
 
Ενώ, λοιπόν, ο Όσιρις και ο στρατός του ασχολούνταν με αυτούς [τους Αιθίοπες], λένε ότι ο Νείλος ποταμός, την εποχή που ανέτειλε ο Σείριος, τότε δηλαδή που συνήθιζε να φουσκώνει, ξεχύθηκε έξω από τις όχθες του και πλημμύρισε μεγάλο μέρος της Αιγύπτου, και μάλιστα χτύπησε εκείνη την περιοχή που διοικούσε ο Προμηθέας. Και καθώς χάθηκαν τα πάντα στην περιοχή αυτή, ο Προμηθέας από τη λύπη του παραλίγο να αυτοκτονήσει. Και το ρεύμα κατέβαινε με τόση ταχύτητα και ορμή που ο ποταμός ονομάστηκε Αετός, ενώ ο Ηρακλής που επιχειρούσε μεγάλα έργα και ζήλευε τη δόξα της παληκαριάς, έφραξε αμέσως το ρήγμα και επανέφερε το ποτάμι στην παλιά του κοίτη. Γι' αυτό και μερικοί Έλληνες ποιητές μυθοποίησαν το γεγονός και είπαν ότι τάχα ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό που έτρωγε το συκώτι του Προμηθέα. Το αρχαιότερο όνομα που είχε ο ποταμός ήταν Ωκεάνη που στα ελληνικά είναι Ωκεανός. Έπειτα, εξαιτίας της πλημμύρας λένε ότι ονομάστηκε Αετός, έπειτα τον είπαν Αίγυπτο από το όνομα του βασιλιά της χώρας. Το επιβεβαιώνει και ο ποιητής εκεί που λέει «Κι έστησα στον Αίγυπτο ποταμό τα πλοία τα κυρτά» [Όμ., Οδ. ξ 258]. Γιατί κοντά στη λεγόμενη Θώνη το ποτάμι χύνεται στη θάλασσα και το μέρος αυτό στα παλιά χρόνια ήταν εμπορικό λιμάνι της Αιγύπτου. Το τελευταίο όνομα του ποταμού, αυτό που έχει μέχρι σήμερα, το πήρε από τον βασιλιά Νειλέα.
(Διόδ. Σ. 1.19)
 
**Αστερισμός του Ποταμού
 
Οὗτος ἐκ τοῦ ποδὸς τοῦ Ὠρίωνος τοῦ ἀριστεροῦ τὴν ἀρχὴν ἔχει· καλεῖται δὲ κατὰ μὲν τὸν Ἂρατον Ἠριδανός· οὐδεμίαν δὲ ἀπόδειξιν περὶ αὐτοῦ φέρει· ἕτεροι δέ φασι δικαιότατον αὐτὸν εἶναι Νεῖλον· μόνος γὰρ οὗτος ἀπὸ μεσημβρίας τὰς ἀρχὰς ἔχει. πολλοῖς δὲ ἄστροις διακεκόσμηται. ὑπόκειται δὲ αὐτῷ καὶ ὁ καλούμενος ἀστὴρ Κάνωβος, ὃς ἐγγίζει τῶν πηδαλίων τῆς Ἀργοῦς· τούτου δὲ οὐδὲν ἄστρον κατώτερον φαίνεται, διὸ καὶ Περίγειος καλεῖται.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,37

Όταν οι σχέσεις φτάνουν σε αδιέξοδο

Η ανάγκη της αλλαγής γίνεται επιτακτική όταν μια σχέση μετατρέπεται σε πηγή αρνητικής ενέργειας και αγανάκτησης, κι όταν οι προσπάθειές μας να βελτιώσουμε την κατάσταση δεν φέρνουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Γιατί αυτές ακριβώς οι αδιέξοδες σχέσεις, που συνήθως είναι ή «υπερβολικά έντονες» ή «υπερβολικά απόμακρες» ή και τα δυο, αποκλείουν την ανάπτυξη αληθινού δεσμού.

Η υπερβολική ένταση σε μια σχέση σημαίνει πως το ένα μέλος έχει εστιάσει σε βαθμό υπερβολής το ενδιαφέρον του στο άλλο, κατηγορώντας το, ανησυχώντας για λογαριασμό του ή προσπαθώντας να το κάνει ν΄ αλλάξει. Ή πως και τα δυο μέλη εστιάζουν το ενδιαφέρον τους ο ένας στον άλλον, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν καταπρόσωπο τον εαυτό τους. Τα σημαντικά ζητήματα αποσιωπούνται αντί ν’ αντιμετωπίζονται και να συζητιούνται ανοιχτά.

Η υπερβολικά απόσταση σε μια σχέση σημαίνει πως υπάρχει ελάχιστη συντροφικότητα και πως κανένας από τους δυο δεν είναι πρόθυμος να μοιραστεί κάποια κομμάτια του εαυτού με τον άλλον.

Από τη στιγμή που μια σχέση φτάνει σε αδιέξοδο, η θέληση για αλλαγή δεν αρκεί. Αν όχι τίποτ’ άλλο, μπορεί τα συναισθήματά μας να είναι τόσο έντονα, που να μη μας αφήνουν να δούμε το πρόβλημα καθαρά και να το σκεφτούμε αντικειμενικά.

Όταν η ένταση βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αντιδρούμε (αντί να παρατηρούμε και να σκεφτόμαστε), εστιάζουμε υπερβολικά την προσοχή μας στον άλλον (αντί στον εαυτό μας) και βρισκόμαστε τελικά σε μια πολωμένη θέση απ΄ όπου δε βλέπουμε παρά τη μια πλευρά του ζητήματος (τη δική μας).

Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, είναι φυσικό να θεωρούμε πως δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις στο πρόβλημα. Μπορεί να χειριζόμαστε τις σχέσεις μας με τρόπους που ελαττώνουν βραχυπρόθεσμα το άγχος μας, αλλά που ελαχιστοποιούν μακροπρόθεσμα τις πιθανότητές μας για πραγματικό δεσμό.

Μπορεί να διασταυρώνουμε πυρά σε μία σχέση, αλλά να μη δίνουμε, ή να μη θέλουμε να δώσουμε σημασία στην πηγή του προβλήματος. Κι έτσι, γινόμαστε σαν αυτόν που είχε μεθύσει κι έχασε τα κλειδιά του στο δρόμο, αλλά τα έψαχνε κάτω από τη λάμπα γιατί εκεί το φως ήταν πιο δυνατό.

Όταν περνάμε μια ιδιαίτερα επώδυνη περίοδο σε μια σχέση, αυτό είναι που θέλουμε να συζητήσουμε και ν΄αλλάξουμε. Η ανάγκη μας να εστιάσουμε «εκεί που πονάει» είναι απόλυτα φυσιολογική και, μερικές φορές, δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσουμε παραπέρα. Ωστόσο, αρκετά συχνά, ένα πρόβλημα σε μια σχέση υποδαυλίζεται από ανεπίλυτα ζητήματα του παρελθόντος και του παρόντος και μετατοπίζεται σε άλλα, φαινομενικά άσχετα, πεδία.

Μερικές φορές, είναι αδύνατο ν’ αποκτήσετε οικειότητα με τον σύντροφό σας αν δεν λύσετε πρώτα κάποιο πρόβλημα με τον πατέρα σας, αν δεν υιοθετήσετε μια καινούρια στάση με τη μητέρα σας, αν δεν αλλάξετε το ρόλο σας σ’ ένα παλιό οικογενειακό πρότυπο συμπεριφοράς.

Η λύση οποιουδήποτε προβλήματος στις σχέσεις μας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητά μας να συμμετάσχουμε με ένα πιο ολοκληρωμένο «εγώ». Χωρίς ολοκληρωμένο, ξεκάθαρο και ανεξάρτητο «εγώ», οι σχέσεις γίνονται πραγματικά υπερβολικά έντονες, υπερβολικά απόμακρες ή εναλλάσσονται περνώντας από τη μια κατάσταση στην άλλη. Θέλουμε μια γνήσια σχέση, αλλά οι προσπάθειές μας για αλλαγή αποδεικνύονται αναποτελεσματικές όταν τη μια μέρα θυμώνουμε, παραπονιόμαστε και περνάμε στην επίθεση, και την άλλη απομακρυνόμαστε συναισθηματικά για να κλειστούμε με ψυχρότητα στον εαυτό μας.

Η κοινωνία μας δίνει μεγάλη έμφαση στην ανάπτυξη του «εγώ». Έννοιες όπως η «αυτονομία», η «ανεξαρτησία», η «ατομικότητα», η «αυθεντικότητα» και η «αυτάρκεια» θεωρούνται από την πλειοψηφία ως ιδιαίτερα επιθυμητοί στόχοι.

Χαμένες μάχες είναι οι εμπειρίες που ζήσαμε χωρίς να αποκομίσουμε αυτά που είχαν να μας διδάξουν

Όταν χάνεις μια μάχη, δε σημαίνει ότι έχασες και τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν τελειώνει με ένα λάθος που κάναμε. Ένα λάθος δεν φέρνει την ήττα. Ηττάται όποιος σταματήσει να προχωρά κι όποιος πάψει να μαθαίνει. Η μοιρολατρία ποτέ δεν ήταν απάντηση στα προβλήματα, διότι το να αφεθείς στα χέρια κάποιου άλλου, ακόμα κι αν αυτός είναι η μοίρα σου, μόνο ευθυνοφοβία γεννά.

Κάθε λάθος μας και ένα σκαλοπάτι. Η σκάλα της ζωής δε χτίζεται μόνο από τα σωστά που κάνουμε, μα κι από τις επιλογές που τολμήσαμε μα βγήκαν λανθασμένες. Κι αυτές μας τιμούν περισσότερο, γιατί αυτές δείχνουν το ποιόν του χαρακτήρα μας. Αυτές μας οδηγούν στην αυτογνωσία.

Ένας καλός στρατηγός, όπως και ένας καλός ηγέτης δεν είναι αυτός που δε χάνει μάχες. Είναι αυτός που γνωρίζει πώς να γυρίζει το αποτέλεσμα προς όφελος του στρατεύματος του. Το στράτευμα κάθε ανθρώπου είναι η καρδιά, η ψυχή, το μυαλό, τα αισθήματα και τα συναισθήματα του. Μονίμως σε πόλεμο με την ύλη και τους ανθρώπους γύρω τους για το ποιος θα επικρατήσει.

Έχει αλήθεια σημασία ποιος θα επικρατήσει; Ποιος από όλους μπορεί να μας αποκλείσει το ενδεχόμενο του λάθους; Η απάντηση είναι φυσικά κανείς. Ισορροπία χρειάζεται η ζωή. Ένα συνονθύλευμα αυτών των στοιχείων σε αρμονική συνύπαρξη. Αυτό είναι το ζητούμενο ακόμα κι αν ο άνθρωπος αδυνατεί να το δει.

Κι αν δεν έχει σημασία το ποιος θα νικήσει κι αν πάντα έχεις να μάθεις κάτι από αυτό που θα βγει, νικάς τον πόλεμο. Κι ας χάνεις μάχες. Ο πόνος των μαχών σε κάνει πιο δυνατό και πιο ευέλικτο στα νέα δεδομένα.

Ένας διαρκής πόλεμος είναι η ζωή, μόνο γι’ αυτούς που φέρουν τον πόλεμο μέσα τους. Αν μαχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό, στερώντας μας την ελευθερία των επιλογών μέσα από «πρέπει» και «δε βαριέσαι», δε θα φτάσουμε ποτέ σε αυτό που θέλουμε, πόσο μάλλον σε αυτό που αξίζουμε. Και όλοι αξίζουμε μια νίκη, η οποία δεν είναι άλλη από την πολυπόθητη ευτυχία των στιγμών.

Για να επικρατήσει λοιπόν ειρήνη μέσα μας, στόχος μας είναι να μη φοβόμαστε τον πόλεμο. Να μην βλέπουμε πόλεμο. Ο ηγέτης που δε σκιάζεται, έχει ανοιχτά μάτια, γερή καρδιά, και οξύ νου. Τολμά και νικά γιατί έχει νικήσει πρώτα τον Εφιάλτη μέσα του. Έχει νικήσει τον φόβο.

Μάχες χαμένες είναι οι εμπειρίες που αφήνουμε να επαναλαμβάνονται χωρίς να αποκομίζουμε αυτό που έχουν να μας διδάξουν. Μάχες κερδισμένες, αυτές που ακόμα κι αν λαβωθήκαμε, δεν αφήσαμε να κόψουν την πορεία μας προς τη νίκη. Το ζητούμενο; Με αρμονία και ισορροπία, ο πόνος να γίνεται μάθημα και το χαμόγελο τρόπος ζωής.

Ο Αλκιβιάδης διέθετε όλα τα δώρα, όλα τα μέσα

Μια παρουσίαση του Αλκιβιάδη θα ήταν κάτι περιττό: ο Πλάτων το έχει ήδη κάνει σε μια αξέχαστη σελίδα. Στο Συμπόσιο φαντάζεται μία συγκέντρωση εξαιρετικών ανθρώπων οι οποίοι, στο τραπέζι, συζητούν για τον έρωτα. Είναι αρκετοί. Μιλούν, ακούν, ο διάλογος είναι σε εξέλιξη. Ενώ όμως το θέμα που συζητούν έχει προχωρήσει αρκετά, εμφανίζεται κάτι καινούργιο: ένα τελευταίο πρόσωπο φτάνει, ύστερα από τους άλλους. Η είσοδός του κρατήθηκε για το τέλος, για να γίνει πιο εντυπωσιακή. Και ξαφνικά όλα ζωντανεύουν. Ακούν χτυπήματα στην πόρτα μαζί με θόρυβο γλεντιού και τη φωνή μιας αυλήτριας. Ποιος φτάνει λοιπόν τόσο αργά; Είναι ο Αλκιβιάδης, τελείως μεθυσμένος, υποβασταζόμενος από την αυλήτρια.

«’Έτσι επρόβαλεν εις την είσοδον στεφανωμένος μ’ ένα στέφανον πυκνόν από κισσόν και από μενεξέδες και με πλήθος ταινίας εις την κεφαλήν».

Αμέσως έγινε δεκτός και κάθησε πλάι στον οικοδεσπότη. Από την άλλη πλευρά κάθεται ο Σωκράτης, τον οποίον στην αρχή δεν βλέπει. ‘Ύστερα αρχίζει μία συζήτηση ανάμεσα στον στεφανωμένο με κισσούς νέο και στον φιλόσοφο: όλη η συνέχεια του διαλόγου κυλάει μεταξύ αυτών των δύο.

Έτσι εισάγεται το νέο πρόσωπο στη σκηνή, θριαμβευτικά και με αρκετό θόρυβο. Στην είσοδό του περιέχεται όλη η γοητεία του καθώς επίσης και η ανάγωγη συμπεριφορά του, σχεδόν πάντα σκανδαλώδης.

Τον επευφημούν, τον υποδέχονται. Γιατί; Ποιος είναι; Στην αίθουσα του συμποσίου όλοι τον ξέρουν. Είκοσι πέντε αιώνες όμως αργότερα πρέπει ασφαλώς να τον προσδιορίσουμε. Πραγματικά, τα έχει όλα.

Κάλλος.

Το πρώτο χαρακτηριστικό φαίνεται αμέσως: ο Αλκιβιάδης είναι ωραίος, εξαιρετικά ωραίος. ‘Όλοι οι συγγραφείς έχουν μιλήσει γι’ αυτό, και επικαλούνται ότι υπήρξε αντικείμενο ερωτικών επιδιώξεων. Το στοιχείο αυτό επισημαίνει κατ’ αρχήν ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματα όταν δηλώνει, με την απλοϊκή αρετή που τον διακρίνει: «ο Αλκιβιάδης επειδή δια την καλλονήν του υπό πολλών και σεβαστών γυναικών εκυνηγείτο». Έλεγαν, «ο ωραίος Αλκιβιάδης». Στην αρχή του Πρωταγόρα του Πλάτωνα, αν και αστειεύονται για τον θαυμασμό που του έδειχνε ο Σωκράτης και που θεωρούν κάπως απερίσκεπτο, τον ρωτούν: «Και τι είναι αυτό το τόσο σπουδαίο που συνέβη σε σένα και σε κείνον; Γιατί βέβαια δε συνάντησες κανέναν άλλον ομορφότερο σε τούτη την πόλη;» Δεν υπήρχε ωραιότερος άνδρας από αυτόν: μπορούσε μόνο να υπάρχει μια άλλη ομορφιά εκτός από τη φυσική και αυτή είναι η έννοια της απάντησης που δίνει ο Σωκράτης, όταν λέει ότι συνάντησε τον Πρωταγόρα, τον πιο σοφό από τους ανθρώπους της εποχής. Μια διάκριση που θα την επαναλάβει συχνά.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι το κάλλος ήταν τότε ένα προσόν που όλοι αναγνώριζαν και επαινούσαν. Συνδεόταν με τις ηθικές ιδιότητες για να συνθέσει το ιδεώδες του πλήρους ανθρώπου, καλός καγαθός. Μπορούσε επίσης να ξεσηκώσει λιγότερο ενάρετο θαυμασμό τον οποίο δεν έκρυβαν – όπως σε όλες τις απεικονίσεις σε αγγεία, που εξαίρουν έναν νέο, με τον μοναδικό όρο, «ωραίος». Και μερικές φορές, στα ήθη της εποχής βρίσκουμε τη σχεδόν λυρική επίκληση στα πάθη που ενέπνεε η ομορφιά το βλέπουμε στο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, όπου το θέμα παρουσιάζεται πολλές φορές, ιδιαίτερα στο πάθος του νεαρού Κριτόβουλου, ο οποίος εγκωμιάζει τη δική του  ομορφιά και του φίλου του, Κλεινία: «Και θα δεχόμουν να είμαι τυφλός για όλα τα άλλα παρά για εκείνο το ένα και μόνο πλάσμα ». Ο νεαρός Κλεινίας ήταν πρώτος εξάδελφος του Αλκιβιάδη.

Για να επανέλθουμε στον Αλκιβιάδη, θα θέλαμε να φανταστούμε αυτή την ομορφιά, αλλά πρέπει να αρκεστούμε στις αντιδράσεις των συγχρόνων του για την τελειότητά της. Δεν περιγράφουν τον Αλκιβιάδη και δεν έχουμε καμιά εικόνα με την παραμικρή αυθεντικότητα. Μας λένε ότι μετά τις νίκες του στους Ολυμπιακούς αγώνες, έδωσε εντολή να τον ζωγραφίσουν τη στιγμή που δέχεται τον κότινο. Και οι δύο όμως σχετικοί πίνακες έχουν χαθεί. Υπήρξαν διαφορετικά αγάλματα πολύ μεταγενέστερα, που τον παρίσταναν να οδηγεί άρμα με τέσσερα άλογα. Έτσι έχουμε το δικαίωμα να φανταζόμαστε ένα πολύ καθαρό πρόσωπο και μια πολύ περήφανη κορμοστασιά: θα είναι εκείνος.

Ξέρουμε τουλάχιστον ότι αυτή η ομορφιά συνοδευόταν από χάρη και μεγάλη τέχνη να γοητεύει. Ο Πλούταρχος την υμνεί από την αρχή της βιογραφίας του: «Για την ομορφιά του  σώματός του φτάνει ίσως να πούμε ότι και στην παιδική και στην εφηβική και στην ανδρική του ηλικία ήταν γλυκός και ελκυστικός, αχτιδοβολώντας κάθε φορά σαν ωραίο άνθος. Ο Ευριπίδης δεν είχε δίκιο όταν έλεγε πως όλοι οι ωραίοι άνθρωποι είναι και στο φθινόπωρό τους επίσης ωραίοι. Οπωσδήποτε αυτό επαληθεύτηκε στην περίπτωση του Αλκιβιάδη, ο οποίος, όπως και λίγοι άλλοι προνομοιούχοι, ήταν προικισμένος από τη φύση με καλοφτιαγμένο σώμα. Ακόμα και το ψεύδισμα που είχε, του ταίριαζε, λένε, στον τρόπο που μιλούσε και του έδινε μια χάρη στο λόγο, που έκανε τους ακροατές του να τον ακούνε με προσοχή»

Ήξερε να θέλγει ακόμα κι εκείνους που είχε προσβάλει. ‘Ένα άλλο ωραίο κείμενο του Πλούταρχου τον παρουσιάζει να γοητεύει έναν Πέρση σατράπη, σε σημείο να τον κάνει ό,τι θέλει.

Και ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί αυτό το θέλγητρο, πράγμα που τον ευχαριστούσε. Ένα ανέκδοτο: ενώ μάθαινε όλα όσα ένα αγόρι, από καλή οικογένεια έπρεπε τότε να γνωρίζει, αυτός αρνήθηκε, λένε, να μάθει αυλό: γιατί παραμόρφωνε το πρόσωπο και τον εμπόδιζε να χρησιμοποιεί τη φωνή του. Η οργισμένη άρνηση του ωραίου παιδιού επαινέθηκε τόσο, ώστε ο αυλός, κατά την ιστορία, εξαιρέθηκε από τα μαθήματα των ελευθέρων σπουδών. Με μια διάθεση για μελετημένες προκλητικές εμφανίσεις, ο ωραίος Αλκιβιάδης περπατούσε συχνά στην αγορά με μακρύ πορφυρό ένδυμα. ‘Ήταν η βεντέτα, το αγαπημένο παιδί της Αθήνας, εκείνος στον οποίον επιτρέπονταν τα πάντα και κάθε τι δικό του ήταν αγαπητό. Οι βεντέτες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης είναι για μας ό,τι ήταν για την Αθήνα αυτός ο ωραίος νέος άνδρας, με τη μόνη διαφορά ότι στη μικρή πόλη ο καθένας μπορούσε να τον πλησιάσει και να τον γνωρίσει.

Διάσημη καταγωγή.

Τον γνώριζαν τόσο καλά και πέρα από αυτό δεν τους ενδιέφερε τι ήταν. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια – αυτό δεν ήταν αμελητέο ακόμα και στη δημοκρατία της ισότητας που επικρατούσε τότε στην Αθήνα. Περί τα μέσα του 5ου αιώνα, οι μεγάλες οικογένειες διατηρούσαν ακόμα σημαντική φήμη και κύρος. Ο Αλκιβιάδης ανήκε στις δύο μεγαλύτερες οικογένειες. Ο πατέρας του, ο Κλεινίας, ήταν από την οικογένεια των Ευπατριδών, που καταγόταν, κατά την παράδοση, από τον ήρωα Αίαντα. Και ένα από τα μέλη της, που ονομαζόταν επίσης Αλκιβιάδης, συνδεόταν πολιτικά με τον Κλεισθένη, τον ιδρυτή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Επί πλέον, ο ίδιος ο Κλεινίας, συγγένεψε, με το γάμο του, με την οικογένεια του Κλεισθένη, τη διασημότερη της Αθήνας, τους Αλκμεωνίδες. Πήρε σύζυγο την κόρη του Μεγακλή, ενός αρκετά σημαντικού πολιτικού, ο οποίος δεν απέφυγε τον εξοστρακισμό, ένα μέτρο για να απομακρύνονται κάποια πρόσωπα που επεδίωκαν να αποκτήσουν επιρροή. Αυτό είναι όλο; ‘Οχι. Ο Μεγακλής, ο παππούς του, είχε αδελφή, τη μητέρα του Περικλή, ο οποίος έμεινε αρκετά χρόνια στην κορυφή της αθηναϊκής δημοκρατίας και έδωσε το όνομά του στον αιώνα. Πόσοι τίτλοι και πάσες δόξες! Οι εφημερίδες μας, που ασχολούνται με τις πριγκίπισσες και τους κληρονόμους μεγάλων ονομάτων, μπορούν να μας δώσουν μια ιδέα για την υπόληψη που έχαιρε τέτοια καταγωγή, σε πλήρη δημοκρατία. Επί πλέον, αυτή η καταγωγή αποτελούσε πολύτιμο πλεονέκτημα και αγωγή χρήσιμη για την πολιτική ζωή.

Για τον Αλκιβιάδη, η λαμπρή αυτή καταγωγή δεν υπήρξε το παν. Με το θάνατο του πατέρα του, το 447, ο Αλκιβιάδης μας, παιδί ακόμα, υιοθετήθηκε από τον κηδεμόνα του, συγκεκριμένα από τον Περικλή! ‘Έτσι, κανείς δεν θα μπορούσε να φτάσει πιο ψηλά.

Όλα αυτά τα μεγάλα ονόματα δίνουν στον Αλκιβιάδη λαμπρή ακτινοβολία.

Και πόσες υποσχέσεις! Από όλες τις πλευρές, γύρω του ήταν πράγματι άνθρωποι που έδιναν την κατεύθυνση στην αθηναϊκή πολιτική, ανήκαν οι ίδιοι σε ονομαστές οικογένειες και ήταν τοποθετημένοι στη δημοκρατική πλευρά. Δεν θα ήταν δυνατόν να φανταστούμε καλύτερη κληρονομιά για να οδηγηθεί ένας νέος στην πολιτική δράση.

Η κληρονομιά αυτή ήταν ικανή να τον βοηθήσει ακόμα και έξω από την Αθήνα. Διότι τόσο σημαντικές οικογένειες είχαν σχέσεις και με άλλες πόλεις. Συχνά πρόκειται για επίσημους δεσμούς. Ένα τέτοιο πρόσωπο ονομαζόταν πρόξενος για μια ξένη πόλη – δηλαδή ήταν επιφορτισμένο να προστατεύει τα συμφέροντα και τις δικαιοδοσίες της, κάτι σαν τον σημερινό πρόξενο – με τη διαφορά ότι ο ρόλος αυτός δεν σήμαινε τότε υπαλληλική ιδιότητα. Άλλες φορές επρόκειτο για σχέσεις φιλοξενίας, η οποία, κατά τον 5ο αιώνα, είχε τη σημασία ισχυρού καθήκοντος. Ακόμα, οι σχέσεις μπορεί να ήταν προσωπικές – όπως στη σύγχρονη εποχή οι αριστοκράτες ή οι μεγάλοι επιχειρηματίες διατηρούν συνεχείς σχέσεις με τους ξένους ομολόγους τους. Ο Αλκιβιάδης, χάρη στην οικογένειά του, είχε πολλούς τέτοιους δεσμούς. Ένα παράδειγμα: τη στιγμή που η Αθήνα έκλεισε ειρήνη με τη Σπάρτη, το 421, ο Αλκιβιάδης δυσαρεστήθηκε επειδή οι Λακεδαιμόνιοι παρέκαμψαν τη μεσολάβησή του και, όπως λέει ο Θουκυδίδης, δεν τον τίμησαν ανάλογα με την παλαιά προξενική ιδιότητα της οικογένειάς του: ο παππούς του είχε παραιτηθεί από το αξίωμα, αλλά ο ίδιος σκεφτόταν να το ανανεώσει και γι’ αυτό είχε ενδιαφερθεί για τους Λακεδαιμονίους αιχμαλώτους (Ε, 43, 2). Και οι δεσμοί αυτοί δεν ήταν τίποτα. 0 παππούς, ο Αλκιβιάδης ο παλαιότερος, ένας ευπατρίδης, είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του ύστερα από επεισόδια μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας. Ένα όμως από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της Σπάρτης, ο Ένδιος, στον οποίον ο Αλκιβιάδης θα στηριχτεί πολύ, είχε πατέρα έναν Αλκιβιάδη! Ο Ένδιος αυτός θα δεχθεί αργότερα τον Αλκιβιάδη, εξόριστο πια, στη Σπάρτη.

Το ίδιο όμως συνέβαινε σχεδόν παντού. Θέλοντας να στραφεί προς το Άργος, ο Αλκιβιάδης στέλνει εκεί ένα «προσωπικό μήνυμα». Θα συναντήσουμε πάλι στην ιστορία «αυτούς που τον φιλοξένησαν στο Άργος», θα μάθουμε ακόμα ότι «συνδεόταν με τους προύχοντες των Μιλησίων». Η εξωτερική πολιτική ασκείται συχνά με προσωπικές σχέσεις: η οικογένεια του Αλκιβιάδη δεν υστερούσε σε αυτές…

Δεν υστερούσε σε τίποτα.

Πλούτος.

Πράγματι – και αυτό επίσης έχει σημασία – πρόκειται για  πλούσιους ανθρώπους και από τις δύο πλευρές. Από την πλευρά  του πατέρα,  σημειώνουμε έναν Κλεινία ο οποίος εξοπλίζει με δικά του έξοδα ένα πολεμικό πλοίο. Από την πλευρά των Αλκμεωνιδών ξέρουμε ότι, αφού εξορίστηκαν ύστερα από μία ιεροσυλία, συμμάχησαν με τον κλήρο των Δελφών και συνέβαλαν γενναιόδωρα στην ανακατασκευή  του ιερού. Ο ίδιος ο  Περικλής  διέθετε σημαντική περιουσία: στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο βασιλιάς της Σπάρτης, διοικητής του στρατού που εισέβαλε και λεηλατούσε την Αττική, είχε ίσως την ιδέα να εξαιρέσει τα κτήματα του Περικλή. Επειδή μεταξύ των δύο υπήρχαν δεσμοί φιλοξενίας, μια τέτοια εξαίρεση θα γεννούσε υποψίες σε βάρος του Περικλή. Αυτός όμως ξεπέρασε το τέχνασμα δηλώνοντας ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα δώριζε στην πόλη «τις γαίες και τις ιδιοκτησίες του».

Ο Αλκιβιάδης βρίσκει λοιπόν, γύρω από το λίκνο του, αν μπορούμε να πούμε, κάθε τι που προσφέρει το χρήμα για μια σταδιοδρομία – από μια λαμπρή παιδεία με τις καλύτερες πνευματικές προσωπικότητες, ως τα διαφορετικά μέσα δράσης, που είναι απαραίτητα για την επιτυχία σε κάθε δημοκρατία.

Επί πλέον, ο Αλκιβιάδης δεν αρκείται στην άμεση αυτή κληρονομιά. Αργότερα θα παντρευτεί, το 422. Και ποια θα παντρευτεί; Μία κόρη του Ιππόνικου, ο οποίος ανήκε επίσης σε σημαντική οικογένεια, διάσημη κυρίως για τον πλούτο της. Κάθε φορά που αναφέρεται ένα μέλος αυτής της οικογένειας, λένε: «ο πλούσιος Ιππόνικος», «ο πλούσιος Καλλίας». Στο σπίτι του «πλούσιου Καλλία» (ήταν γυναικάδελφος του Αλκιβιάδη) διεξάγεται ο διάλογος του Πλάτωνα Πρωταγόρας, κι αυτό γιατί ο Καλλίας, χάρη στον πλούτο του, μπορούσε να φιλοξενεί στο σπίτι του συγχρόνως όλους τους σοφιστές του διαλόγου: Πρωταγόρα, Ιππία, Πρόδικο, μαζί με όλους που πήγαιναν, κατά τη συνήθεια της εποχής, να τους ακούσουν. Ο Πλάτων αναφέρει μια δωδεκάδα. Ο Αλκιβιάδης είναι μέσα σε αυτούς.

Βρισκόμαστε πάντοτε στο ίδιο περιβάλλον. Η πρώτη γυναίκα του Περικλή ήταν πρώην σύζυγος του Ιππόνικου και μητέρα του Καλλία. Με την αρχαία Αθήνα έχουμε αμέσως το αίσθημα ότι βρισκόμαστε συνεχώς ανάμεσα σε πρόσωπα που γνωρίζονται, επειδή είναι ένας κόσμος κλειστός. Το ίδιο ισχύει γενικά και για την αριστοκρατία, που διατηρούσε ακόμα ένα προνομιακό ρόλο κατ’ εξαίρεση στη δημοκρατική πόλη. Θα πρέπει να ανοίξουμε μία παρένθεση για τον πλούτο του Αλκιβιάδη. Ξόδευε τόσα πολλά, ώστε είχε πάντοτε μεγάλη ανάγκη από χρήματα. Διατηρούσε έναν πολυτελή σταύλο με άλογα για αρματοδρομίες. Του άρεσε επίσης να έχει καλό όνομα στον κόσμο. Ανελάμβανε τριηραρχίες και χορηγίες – δηλαδή τα έξοδα μιας τριήρους ή μιας παράστασης: γι’ αυτόν θα μιλούν ακόμα και τον επόμενο αιώνα και ο Πλούταρχος θα αναφέρει: «Οι προσφορές του στην πόλη, οι χορηγίες του, που εξαιτίας της φιλοδοξίας του ήταν πλουσιότατες… ». Και αυτά χωρίς να υπολογίσουμε τα διάφορα φιλοδωρήματα εδώ κι εκεί. Διηγούνται ότι ο Φαίδων – ο φιλόσοφος που έδωσε το όνομά του σε ένα διάλογο του Πλάτωνα – κάποια μέρα αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε ως σκλάβος: ο Σωκράτης ζήτησε από τον Αλκιβιάδη να τον αγοράσει, όπως λένε τουλάχιστον κάποιες παραδόσεις. Ο άνθρωπός μας, σαν αληθινός μεγάλος άρχοντας, αγαπούσε τις μεγάλες χειρονομίες, όπως και την επίδειξη. Μερικοί σκέφτονται ότι, σε στιγμές ευμάρειας, είχε δαπανήσει πάρα πολλά: και αυτό συμβαίνει σε όλες τις εποχές! Και ίσως, η φροντίδα να ενισχύσει τα οικονομικά του είχε αντίκτυπο στη συμπεριφορά του. Ο συνετός Θουκυδίδης λέει: «’Ήταν πολύ δημοφιλής ανάμεσα στο λαό, έκανε πολυτελή ζωή, ανώτερη από τα μέσα του και ξόδευε για τ’ άλογά του και τις διασκεδάσεις του» (Ζ, 15, 3). Έχουν όμως υπερβάλει τις δυσκολίες που του προκάλεσε αυτή η συνήθεια. Τότε που ήταν εξορία, έγινε μία δημοπρασία της περιουσίας του, που είχε κατασχεθεί. Αποσπάσματα από την πράξη αυτή έχουν βρεθεί χαραγμένα σε πέτρα. Και στην αρχή έκριναν ότι είχε πολύ λίγα. Θα μπορούσαν να σκεφτούν ότι ο Αλκιβιάδης είχε καταστραφεί ή ακόμα ότι ήταν δυνατόν να είχε σώσει κρυφά ένα μέρος της περιουσίας, πριν από την κατάσχεση – όπως συμβαίνει και σήμερα. Καινούργια όμως αποσπάσματα έχουν έρθει στο φως και βεβαιώνουν: μένουν πολλά ανάκλιντρα, σκεπάσματα, μανδύες, κασέλες κλπ. Και βεβαιώνουν ακόμα ότι η πόλη θα επανορθώσει αυτή την πώληση, προσφέροντάς του ένα χρυσό στεφάνι και μία κατοικία. Ο Αλκιβιάδης, αν και είχε κατασπαταλήσει πολλά, δεν υπήρξε ποτέ φτωχός.

Είναι φανερό, ήταν ένας πρίγκιπας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό είχε σημασία, Η αθηναϊκή πολιτική ρυθμιζόταν επί μακρό διάστημα από το αριστοκρατικό και καλλιεργημένο αυτό περιβάλλον. Σε λίγο όμως θα ξέφευγε από τον κύκλο αυτόν αλλά πολλοί Αθηναίοι δεν το ήθελαν. Τα δημοκρατικά δικαιώματα είχαν επεκταθεί και είχε αναπτυχθεί κάποια εκπαίδευση: νέες κοινωνικές τάξεις αποκτούσαν σημασία. ‘Όσο ζούσε ο Περικλής, όλα πήγαιναν καλά. Μετά το θάνατό του, όμως, βλέπουμε ότι η ουσιαστική δύναμη περνά στον Κλέωνα, έναν πλούσιο βυρσοδέψη. Και όλοι οι συγγραφείς επισημαίνουν τη χυδαιότητα, τη βαναυσότητα, την αμάθεια του προσώπου. Φαίνεται ότι σε κάθε δημοκρατία, υπάρχει κίνδυνος να προσελκύσει τους απλούς ανθρώπους η χυδαιότητα, την οποία θεωρούν οικεία και ενθαρρυντική. Ο Αριστοφάνης, πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Περικλή, έγραψε μία κωμωδία για να καταγγείλει την κυριαρχία των εμπόρων. Οι υπηρέτες του Δήμου αποδέχονται έναν πλαστό χρησμό, σύμφωνα με τον οποίον την πόλη θα κυβερνήσει ένας έμπορος στουπιού, ύστερα ένας έμπορος αρνιών, ώσπου να φτάσει ένα άλλο πρόσωπο πιο ποταπό ακόμα, ένας αλλαντοπώλης (Ιππής, 126-145). Φυσικά δεν θα έχει την παραμικρή μόρφωση: «Κάτι γραμματάκια ξέρω κι αυτά κουτσά στραβά. – Το μόνο που σε βλάφτει είναι που ξέρεις γράμμα-τα, έστω και κουτσά στραβά. Να διευθύνεις το λαό δεν είναι δουλειά μορφωμένου και τίμιου ανθρώπου παρά αγράμματου κι αχρείου» (188-194).

Δεν θα επεκταθούμε στην κοινωνική αυτή αλλαγή που κινδυνεύει πάντοτε να επιφέρει, όπως έγινε στην Αθήνα, την ανάπτυξη μιας καταστροφικής δημαγωγίας. Όλοι καταγγέλλουν το κακό, από τους τραγικούς και τους κωμωδιογράφους ως τις αναλύσεις του Θουκυδίδη και του Αριστοτέλη. ‘Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε, γιατί έτσι γίνεται αντιληπτή η ανωτερότητα που διέθετε σε σχέση με τους καινούριους δημαγωγούς, ο νεαρός απόγονος των μεγάλων οικογενειών, με την πολυτέλειά του, την κοινωνική του τάξη και τη γοητεία του. Θα μπορούσε να είναι για την Αθήνα ένας νέος Περικλής. Πρέπει εδώ να πούμε ότι τα πλεονεκτήματα του Αλκιβιάδη δεν περιορίζονταν διόλου στα υλικά αγαθά, ούτε στα πρακτικά μέσα. Διέθετε και όλα τα άλλα.

Πνευματική υπεροχή.

Ας φανταστούμε μόνο τη διαπαιδαγώγηση του νεαρού Αλκιβιάδη με κηδεμόνα τον Περικλή. Είχε συνηθίσει από τα παιδικά του κιόλας χρόνια να ακούει πολιτικές συζητήσεις από αρμόδια πρόσωπα. Κοντά σε αυτά, η σκέψη του οξύνθηκε. Στο περιβάλλον του Περικλή, είχε συναντήσει, παιδί και ύστερα έφηβος, τα λαμπρότερα πνεύματα της εποχής. Είχε μάθει, βέβαια, τη ρητορική, γιατί ο κηδεμόνας του ήταν φίλος των μεγάλων σοφιστών. Και ξέρουμε την αφοσίωση που δεν έπαψε να του δείχνει ο Σωκράτης. Με τέτοιους δασκάλους και τέτοια παραδείγματα, πώς να μην είχε αναπτύξει τη λαμπρή ευφυία, που τόσο συχνά διέκρινε την οικογένειά του; Εξάλλου, είναι γεγονός ότι η πολιτική ματιά του, η ταχύτητα και η ευρύτητα των απόψεών του δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν. Ο Θουκυδίδης, που δεν τον επαινούσε χωρίς επιφύλαξη, λέει ότι η πόλη θα χάσει πολλά αν τον στερηθεί γιατί «ήταν άριστος για τα πολεμικά ζητήματα» . Και κάθε φορά, μπροστά σε μία δυσκολία, ο Αλκιβιάδης ήξερε να βρίσκει αμέσως τη λύση, τους χειρισμούς και τα μέτρα που έπρεπε να πάρει. Ήξερε επίσης να πείθει τους άλλους. Πόσο καλά το ήξερε! Γνώριζε να επηρεάζει τα πλήθη με την ευγλωττία του, όπως επίσης να πείθει και τα άτομα, προσθέτοντας στα επιχειρήματά του υποσχέσεις και γοητεία. Ακόμα και αυθεντίες στο είδος, όπως ο Δημοσθένης και ο Θεόφραστος, έλεγαν ότι μιλούσε θαυμάσια. Και ο Θεόφραστος, κατά τον Πλούταρχο  σημειώνει ότι ο Αλκιβιάδης «είχε μία απεριόριστη ικανότητα να βρίσκει και να συλλαμβάνει ό,τι ήταν αναγκαίο κάθε φορά». Συχνά σταματούσε στην προσπάθειά του να βρει τη σωστή λέξη, ένα ελαφρό ελάττωμα στην προφορά πρόσθετε ακόμα μία χάρη στο λόγο του… Γενικά, πλησίαζε την πολιτική με μία κοινωνική ανωτερότητα, που γινόταν μεγαλύτερη με την αναντίρρητη πνευματική του υπεροχή – καθώς η μία βοηθούσε την άλλη.

Σχηματίζοντας το πορτρέτο του βλέπουμε ότι όλα τον ωθούσαν προς την πολιτική. Είχε τα εφόδια, τα χαρίσματα, όπως επίσης και την επιθυμία. Συνηθισμένος από τη νεότητά του να είναι παντού ο πρώτος, ήθελε με πάθος να παίξει ένα ρόλο στην πολιτική. ‘Έτσι εμφανίζεται στους διαλόγους του Πλάτωνα και ιδιαίτερα στο διάλογο ο Αλκιβιάδης ονομάζεται συχνά «ο πρώτος Αλκιβιάδης» για να διαφέρει από έναν άλλο διάλογο με τον ίδιο τίτλο. Επιστρέφουμε στον Αλκιβιάδη. Πρέπει όμως από τώρα να συγκρατήσουμε την εικόνα αυτής της φιλοδοξίας που ωθεί τον νέον άνδρα προς την πολιτική επιτυχία, για την οποία μιλάει με έμφαση ο Σωκράτης. «Τώρα όμως εγώ θα σου ειπώ με ποια (κρυφή) ελπίδα (κατά την ιδέα μου) ζεις. Στοχάζεσαι πως εάν βιαστείς και εμφανισθείς εις το βήμα της συνελεύσεως του δήμου των Αθηναίων – και ότι αυτό μπορεί να γίνει εντός ολίγων ημερών – αφού λοιπόν εμφανισθείς θα αποδείξεις εις τους Αθηναίους ότι είσαι άξιος να τιμηθείς όσον ούτε και ο Περικλής, ούτε άλλος κανείς, από όσους ποτέ έζησαν ως τώρα, και αφού αποδείξεις αυτό, θα αποκτήσεις μεγίστην δύναμιν εις την πολιτείαν, εάν δε εδώ είσαι πανίσχυρος, θα είσαι (πανίσχυρος) και μεταξύ των άλλων Ελλήνων, και όχι μόνον μεταξύ των Ελλήνων αλλά και μεταξύ των βαρβάρων, όσοι κατοικούν την ίδιαν ήπειρον με ημάς»  (105 1)-ε).

Οι φιλοδοξίες, βέβαια, δεν σταματούν σε μία ήπειρο: η αληθινή φιλοδοξία δεν έχει όρια. Και το κείμενο λέει καθαρά τη δύναμη που τον εμψυχώνει. Η φιλοδοξία θα τον ωθήσει πολύ γρήγορα στη δράση. Τον συναντάμε κατ’ αρχήν στον πόλεμο – και εκεί είχε επίσης το θάρρος! -και σε λίγο θα εμφανιστεί στην πολιτική. Θα καταλάβει τα πιο υψηλά λειτουργήματα, μόλις το επιτρέψει η ηλικία του. Συναντήσαμε ήδη δύο φορές το όνομα του Σωκράτη. Και στα κάθε λογής δώρα που προσφέρονται από το ξεκίνημα του νεαρού Αλκιβιάδη, θα ήταν αταίριαστη απλοποίηση να παραλείψουμε το εξαιρετικό δώρο, που διαφέρει από τα άλλα και δεν προέρχεται από την οικογένειά του: το άνοιγμά του στο φιλοσοφικό ιδεώδες και στην επιρροή του Σωκράτη.

Η φιλία του Σωκράτη.

Η φιλία μεταξύ του νέου άνδρα και του φιλοσόφου παρουσιάζεται στο Συμπόσιο, διάλογο του Πλάτωνα, με τον οποίον αρχίζει το κεφάλαιο αυτό. Ο δεσμός τους βεβαιώνεται από όλους: από τους διαλόγους και από τις βιογραφίες. Είναι γεγονός ότι ο Σωκράτης αγαπούσε τον Αλκιβιάδη και ο Αλκιβιάδης αγαπούσε τον Σωκράτη. Ακόμα και αν παραβλέψουμε προς στιγμήν την ερωτική πλευρά της σχέσης τους, η σχέση αυτή υποδήλωνε στον νεαρό άνδρα, για ένα τουλάχιστον διάστημα και με αναλαμπές, μια βαθιά διείσδυση του άλλου ιδεώδους που ενσάρκωνε ο Σωκράτης, μια επιθυμία να τον ακολουθήσει στο δρόμο του καλού, μια κατανόηση και εξαιρετικό θαυμασμό. Ύστερα από αυτά, ο Πλάτων επιφόρτισε εκείνον τον αποτυχόντα μαθητή να κάνει το πορτρέτο του δασκάλου του.
Ο ωραίος νεαρός του Συμποσίου μπαίνει και κάθεται κοντά στον οικοδεσπότη. Αμέσως διαπιστώνει, με τρομαγμένη έκπληξη, ότι δίπλα του βρίσκεται ο Σωκράτης. Ανταλλάσσουν ερωτικά πειράγματα.

Ο Αλκιβιάδης μαθαίνει περί τίνος μιλούσαν οι συμπότες και αποφασίζει να πλέξει και αυτός το εγκώμιο του Σωκράτη. Αρχίζει αμέσως. Και εδώ έχουμε τις περίφημες εικόνες για τον Σωκράτη που συγκίνησαν γενεές και γενεές αναγνωστών. Σε όλον τον Πλάτωνα δεν υπάρχει, για τον δάσκαλο, κείμενο πιο προσωπικό και πιο βαθύ.

Ο Αλκιβιάδης, δηλαδή, ήταν ικανός να αποδώσει με ζωντανό τρόπο την προσωπικότητα του Σωκράτη. Και, με όσα είπε, ήταν ικανός να συγκινηθεί και να εμπνευστεί από αυτόν.

Τον παραβάλλει κατ’ αρχήν με τα αγάλματα των Σιληνών. Όπως ο Σιληνός, αλλά χωρίς αυλό, ο Σωκράτης θέλγει εκείνους που τον ακούν. Και ο Αλκιβιάδης περιγράφει το αποτέλεσμα των λόγων του: όποιος κι αν είναι ο ακροατής ή εκείνος που επαναλαμβάνει τα λόγια του Σωκράτη «όλοι μένομεν εκστατικοί και αιχμαλωτισμένοι». Ύστερα, μιλώντας για λογαριασμό του δηλώνει: «οσάκις τον ακούω χοροπηδά η καρδιά μου ζωηρότερα πολύ παρά εκείνων που χορεύουν τον παράφορον χορόν των Κορυβάντων, και δάκρυα μου έρχονται από την επίδραση της ομιλίας του. Παρατηρώ δε, πως και άλλοι πάρα πολλοί παθαίνουν τα ίδια». Και αφού άκουσε τον Σωκράτη, είπε: «εδοκίμασα αισθήματα ώστε να πιστεύσω πως δεν άξιζε να ζω εις την θέσιν που είμαι»… «Μ’ αναγκάζει πράγματι να παραδεχθώ ότι ενώ προσωπικώς έχω πολλάς ακόμη ελλείψεις, δεν φροντίζω διά τον εαυτόν μου, αλλ’ ασχολούμαι με των Αθηναίων τας υποθέσεις» (216 α).

Τέλος, ο Σωκράτης είναι σαν τα αγαλματίδια των Σιληνών γιατί στο εσωτερικό του περικλείει μία σοφία πολυτιμότερη από κάθε τι άλλο: « Όταν όμως σοβαρευθεί και ανοίξει το εσωτερικόν του, δεν ξέρω αν έχει κανείς αντικρύσει τ’ αγάλματα μέσα του. Εγώ όμως τ’ αντίκρυσα κάποτε, και μου εφάνταξαν τόσο θεϊκά και χρυσά, τόσον πανέμορφα και εκπληκτικά, ώστ’ έπρεπε χωρίς άλλο να εκτελέσω ο,τιδήποτε μου επέβαλλεν ο Σωκράτης» (Συμπόσιο, 216 e).

Ακολουθεί ένας εκτενής έπαινος για την εγκράτεια του Σωκράτη, την ανεξαρτησία του ως προς τα εξωτερικά πράγματα και για το θάρρος του. Ο έπαινος περιγράφει θαυμάσια τον Σωκράτη, αλλά αποκαλύπτει επίσης και τον Αλκιβιάδη. Μας τον δείχνει να πάλλεται στην επίκληση ενός ηθικού ιδανικού, να συγκινείται με την ιδέα του καλού, να είναι έτοιμος να αλλάξει ζωή, έναν μαθητή πιο ευαίσθητο, πιο ανήσυχο, πιο φλογερό από κάθε άλλον. Ο ωραίος νέος άνδρας, που ήρθε μεθυσμένος, μπορούσε επίσης να μεθύσει από έξαρση για την ανακάλυψη του καλού: «εγώ όμως τα αντίκρυσα κάποτε…» Αυτό είναι ένα ωραίο δώρο που του προσφέρει ο Πλάτων. Κανέναν από όσους μίλησαν προηγουμένως, ούτε κανέναν από τους μαθητές που παρουσιάζονται στους άλλους διαλόγους δεν περιποιήθηκε τόσο γενναιόδωρα. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι αυτής της επιλογής, οι οποίοι Θα αποσαφηνιστούν στο τέλος αυτού του βιβλίου, πρέπει να παραδεχτούμε ότι εδώ υπάρχει η αντανάκλαση πραγματικών σχέσεων και εντυπώσεων που μένουν για πάντα: ο Αλκιβιάδης θα μπορούσε να υποταχτεί σε μία επιρροή, που η γοητεία της είχε τόση δύναμη σε αυτόν.

Θα επανέλθουμε, στο επόμενο κεφάλαιο, στη γοητεία αυτή και στο ερωτικό περιεχόμενο που υποδηλώνει: Εδώ, σε ένα κεφάλαιο που αρχίζει με το Συμπόσιο του Πλάτωνα, έχει ενδιαφέρον να τονίσουμε αυτήν την επί πλέον λάμψη, την τόσο διαφορετική από τις άλλες, η οποία δίνει στο πρόσωπο και στην ακτινοβολία του μία αυξημένη αξία. Ο νέος άνδρας της αρχής δεν ήταν μόνο η εικόνα-τύπος της χρυσής νεότητας.

Η έκφραση όμως «νέος άνδρας» προκαλεί μια τελευταία παρατήρηση. Φανταζόμαστε τον Αλκιβιάδη σαν έναν νέον άνδρα. Και αυτό είναι κάπως το λάθος του Πλάτωνα, αν αυτό το στολίδι παραμένει και προσθέτει στη γοητεία του.

Νεότητα.

Ο Αλκιβιάδης, φυσικά, δεν υπήρξε ποτέ γέρος: πέθανε περίπου πενήντα χρόνων. Την εποχή του Συμποσίου δεν ήταν πια ένας νέος άνδρας. Πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ του 452 και του 450. Όταν άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, μόλις είχε απαλλαγεί από την κηδεμονία του Περικλή. Από τότε είχε το δικό του σπίτι, τους δούλους του. Σε λίγο θα μπορεί να αναλάβει πολιτικές ευθύνες. Ο χαρακτήρας όμως του ανθρώπου παρέμεινε, ως προς αυτό το σημείο, ίδιος με ενός εφήβου, λαμπερού, αναιδέστατου, κάπως ανεύθυνου, και έτσι θα τον φανταζόμαστε πάντοτε. Στο συμπόσιο, η σκηνή υποτίθεται ότι συμβαίνει το 416: ο Αλκιβιάδης είναι λοιπόν τριάντα πέντε χρόνων: του φέρονται όμως όπως σε «ερωμένο», τον οποίον οι άνδρες ενοχλούν με τις προτάσεις τους, και σαν χαϊδεμένο παιδί που μπορεί να λέει οτιδήποτε και του συγχωρούνται τα πάντα. Η εικόνα αυτού του έφηβου έχει, κατά κάποιον τρόπο, χαραχτεί στις εντυπώσεις μας και έχει για πάντα επιβληθεί.

Πρέπει να πούμε ότι το 416, ο Πλάτων ήταν δώδεκα χρόνων. Δεν είχε γνωρίσει τον νεαρό Αλκιβιάδη. Μεταξύ τους υπήρχε διαφορά μιας γενιάς. Η παράδοση όμως για τον Αλκιβιάδη κυριαρχούσε στη φαντασία. Και σε σχέση με τον Σωκράτη, τον έβλεπαν πάντοτε έφηβο. Ο Πλάτων, που δεν είχε ιδιαίτερο σεβασμό στις χρονολογίες, του έδειξε έτσι αδιαφορώντας αν αυτό ήταν πιστευτό.

Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι ο Αλκιβιάδης, καθώς παρέμεινε ωραίος ως την ωριμότητά του, δεν δίστασε ποτέ να ενσαρκώνει τη νεότητα. Αναλαμβάνει τους μεγάλους πολιτικούς ρόλους του μόλις το επιτρέπει η ηλικία του. Και δίνεται με τη δύναμη της νεότητάς του. Αντιτίθεται στον Νικία, συγκεκριμένα το 416, θεωρεί τον εαυτό του νέον και διεκδικεί το δικαίωμα των νέων να μιλούν και να δίνουν χρήσιμες συμβουλές. Αυτό συμβαίνει κατά τη λογομαχία για την εκστρατεία στη Σικελία. Ο Νικίας, που είναι εναντίον της εκστρατείας, προσβάλλει με βίαιο τρόπο τον νεαρό φιλόδοξο, τον Αλκιβιάδη. Αυτός είναι λίγο περισσότερο από πενήντα χρόνων. Και λέει καθαρά τη γνώμη του: «Αν πάλι κάποιος, εδώ, καμαρώνει επειδή τον εκλέξατε στρατηγό και σας παροτρύνει να επιχειρήσετε την εκστρατεία, μη λογαριάζοντας παρά το δικό του συμφέρον, άλλωστε είναι και πάρα πολύ νέος για να γίνει αρχηγός…» Και γενικεύει: «Δεν είναι ανεκτό οι νεότεροι να πάρουν βιαστικές αποφάσεις. Τους βλέπω, τώρα, εγώ, να παρακάθονται εδώ, κινημένοι από τον ίδιο άνθρωπο και τρομάζω και παρακαλώ τους γεροντότερους…». Να λοιπόν, στην Αθήνα του 5ου αιώνα, μία πολύ γνωστή αντίθεση μεταξύ «νέων» και «γέρων». Αρκετά συχνά βρίσκουμε σχετικούς υπαινιγμούς στο θέατρο. Πρόκειται γι’ αυτό που θα ονομάζαμε «κοινωνικό φαινόμενο». Ο Αλκιβιάδης όμως δεν επιτρέπει στον εαυτό του να φοβάται. Ναι, είναι νέος. Μιλάει για τις επιτυχίες του και δηλώνει: «Αυτά κατόρθωσαν τα νιάτα μου και αυτό που θεωρείται υπερβολική παρατολμία μου. Βρήκα τα λόγια τα σωστά για να δημιουργήσω δεσμούς με πολιτείες της Πελοποννήσου και ο ενθουσιασμός μου τους παρέσυρε να με ακολουθήσουν. Αλλά και τώρα μη φοβηθείτε τα νιάτα μου». Πιο πέρα, στο λόγο του, επανέρχεται με κάποια περιφρόνηση: «Δεν πρέπει να εντυπωσιαστείτε από τα όσα λέει ο Νικίας, που συμβουλεύει αδράνεια και προσπαθεί, προκαλώντας έριδες μεταξύ νέων και γέρων, να σας αποτρέψει από την εκστρατεία. Αλλά κατά τη συνηθισμένη τάξη, όπως έκαναν και οι πατέρες μας, που συσκέπτονταν νέοι και γέροι μαζί και έφεραν τα πράγματα της πολιτείας σε τόση περιωπή.

Σκεφτείτε ότι η νεότητα και τα γηρατειά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε αν δεν ενεργήσουν μαζί.»

Όπως στο Συμπόσιο, η νεότητα εξακολουθεί να είναι το γνώρισμα αυτού του άνδρα των τριάντα πέντε χρόνων, και η νεότητα αυτή γίνεται στα χέρια του ένα καινούργιο πλεονέκτημα, ένα καινούργιο μέσον να γοητεύει τα άτομα και τα πλήθη, ένα καινούργιο μέσον να αποβαίνουν όλα προς όφελός του. Όλα ήταν δικά του. Και είχε πολλά. Πώς να μην σκεφτεί ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που κυριαρχούσε; Αποτελεί λοιπόν ένα παράδειγμα πιο αξιόλογο από κάθε άλλο που αξίζει να το σκέφτεται κανείς πάντα. Σε όλες τις εποχές έχουμε δει λαμπρούς έφηβους που ανήκουν σε μια χρυσή νεότητα. Ξέρουμε νέους άνδρες προικισμένους με όλα τα δυνατά προσόντα για να πλησιάσουν την πολιτική. Ο Αλκιβιάδης όμως ξεπερνά τα όρια. Η ευγενής καταγωγή του, το κάλλος του, η τόλμη του δεν είχαν το όμοιό τούς. Επί πλέον, η πατρίδα του βρίσκεται στην υψηλότερη βαθμίδα δύναμης και καλλιέργειας. Και η φιλοδοξία του δεν γνωρίζει κανένα μέτρο. Εξάλλου, εκείνος που θα ήθελε να τον τραβήξει προς το καλό είναι ο δάσκαλος, ο πολύ απαιτητικός, από δική του ανάγκη, για το απόλυτο και τη δικαιοσύνη. Στη ζωή του Αλκιβιάδη υπάρχει ένα είδος παραδειγματικής αξίας που την κάνει συμβολική και αξέχαστη. Αποκτά μια έννοια για όλες τις εποχές, όπως επίσης και για τη δική μας, και ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Ο Αλκιβιάδης, σαν εικόνα της προσωπικής φιλοδοξίας, σε μία δημοκρατία που βρίσκεται σε κρίση, φωτίζει με τη γοητεία και τα σκάνδαλά του τις δικές μας κρίσεις – ακόμα και αν ο Αλκιβιάδης δεν ανήκει στους σύγχρονούς πολιτικούς.

Πράγματι, σαν σε σχεδιάγραμμα, βλέπουμε τη μοίρα του να τον παρασύρει, και να παρασύρει την Αθήνα. Αυτό αρχίζει με τα μικρά σκάνδαλα ενός αλαζονικού ατομικισμού, για να συνεχιστεί με τις κινήσεις μιας θρασύτατης πολιτικής – μέχρι την ημέρα που τα σκάνδαλα θα ξεσπάσουν πάνω του βίαια. Σε μια δημοκρατία, το σκάνδαλο είναι και υπήρξε πάντοτε, επικίνδυνο.

Τα σκάνδαλα του Αλκιβιάδη άρχισαν νωρίς και προχώρησαν μακριά.

Γαλαξίας που έχει τρεις μαύρες τρύπες στο κέντρο του

Συνήθως οι μεγάλοι γαλαξίες, όπως ο δικός μας, έχουν μια τεράστια μαύρη τρύπα στο κέντρο τους, όμως μια διεθνής ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε τον πρώτο γαλαξία, στην κεντρική περιοχή του οποίου υπάρχουν τρεις υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες σχετικά κοντά η μία στην άλλη.

Πρόκειται για τον γαλαξία NGC 6240 σε απόσταση περίπου 300 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Έως τώρα οι επιστήμονες νόμιζαν ότι αυτός έχει δύο κεντρικές μαύρες τρύπες, αλλά τελικά βρήκαν και μια τρίτη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Βόλφραμ Κολάτσνι του γερμανικού Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν, που μελέτησαν τον γαλαξία με το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας και αστροφυσικής «Astronomy & Astrophysics», υπολόγισαν ότι κάθε μία από τις τρεις κεντρικές μαύρες τρύπες έχει μάζα πάνω από 90 εκατομμύρια ήλιους.

Οι τρεις μαύρες τρύπες βρίσκονται σε μια περιοχή του διαστήματος διαμέτρου μικρότερης των 3.000 ετών φωτός. Γαλαξίες με πάνω από μία κεντρική μαύρη τρύπα προέρχονται από τη συγχώνευση παλαιότερων μικρότερων γαλαξιών που είχαν τη δική τους κεντρική μαύρη τρύπα.

«Έως τώρα τέτοια συγκέντρωση τριών τεράστιων μαύρων οπών δεν είχε ποτέ ανακαλυφθεί στο σύμπαν. Αποτελεί ένδειξη για μια διαδικασία ταυτόχρονης συγχώνευσης τριών γαλαξιών μαζί με τις κεντρικές μαύρες τρύπες τους», δήλωσε ο Κολάτσνι.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1166a-1166b)

[1166a] [IV] Τὰ φιλικὰ δὲ τὰ πρὸς τοὺς πέλας, καὶ οἷς αἱ φιλίαι ὁρίζονται, ἔοικεν ἐκ τῶν πρὸς ἑαυτὸν ἐληλυθέναι. τιθέασι γὰρ φίλον τὸν βουλόμενον καὶ πράττοντα τἀγαθὰ ἢ τὰ φαινόμενα ἐκείνου ἕνεκα, ἢ τὸν βουλόμενον εἶναι καὶ ζῆν τὸν φίλον αὐτοῦ χάριν· ὅπερ αἱ μητέρες πρὸς τὰ τέκνα πεπόνθασι, καὶ τῶν φίλων οἱ προσκεκρουκότες. οἳ δὲ τὸν συνδιάγοντα καὶ ταὐτὰ αἱρούμενον, ἢ τὸν συναλγοῦντα καὶ συγχαίροντα τῷ φίλῳ· μάλιστα δὲ καὶ τοῦτο περὶ τὰς μητέρας συμβαίνει. τούτων δέ τινι καὶ τὴν φιλίαν ὁρίζονται. πρὸς ἑαυτὸν δὲ τούτων ἕκαστον τῷ ἐπιεικεῖ ὑπάρχει (τοῖς δὲ λοιποῖς, ᾗ τοιοῦτοι ὑπολαμβάνουσιν εἶναι· ἔοικε δέ, καθάπερ εἴρηται, μέτρον ἑκάστων ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ σπουδαῖος εἶναι)· οὗτος γὰρ ὁμογνωμονεῖ ἑαυτῷ, καὶ τῶν αὐτῶν ὀρέγεται κατὰ πᾶσαν τὴν ψυχήν· καὶ βούλεται δὴ ἑαυτῷ τἀγαθὰ καὶ τὰ φαινόμενα καὶ πράττει (τοῦ γὰρ ἀγαθοῦ τἀγαθὸν διαπονεῖν) καὶ ἑαυτοῦ ἕνεκα (τοῦ γὰρ διανοητικοῦ χάριν, ὅπερ ἕκαστος εἶναι δοκεῖ)· καὶ ζῆν δὲ βούλεται ἑαυτὸν καὶ σῴζεσθαι, καὶ μάλιστα τοῦτο ᾧ φρονεῖ. ἀγαθὸν γὰρ τῷ σπουδαίῳ τὸ εἶναι, ἕκαστος δ᾽ ἑαυτῷ βούλεται τἀγαθά, γενόμενος δ᾽ ἄλλος αἱρεῖται οὐδεὶς πάντ᾽ ἔχειν ἐκεῖνο τὸ γενόμενον (ἔχει γὰρ καὶ νῦν ὁ θεὸς τἀγαθόν) ἀλλ᾽ ὢν ὅ τι ποτ᾽ ἐστίν· δόξειε δ᾽ ἂν τὸ νοοῦν ἕκαστος εἶναι ἢ μάλιστα. συνδιάγειν τε ὁ τοιοῦτος ἑαυτῷ βούλεται· ἡδέως γὰρ αὐτὸ ποιεῖ· τῶν τε γὰρ πεπραγμένων ἐπιτερπεῖς αἱ μνῆμαι, καὶ τῶν μελλόντων ἐλπίδες ἀγαθαί, αἱ τοιαῦται δ᾽ ἡδεῖαι. καὶ θεωρημάτων δ᾽ εὐπορεῖ τῇ διανοίᾳ. συναλγεῖ τε καὶ συνήδεται μάλισθ᾽ ἑαυτῷ· πάντοτε γάρ ἐστι τὸ αὐτὸ λυπηρόν τε καὶ ἡδύ, καὶ οὐκ ἄλλοτ᾽ ἄλλο· ἀμεταμέλητος γὰρ ὡς εἰπεῖν. τῷ δὴ πρὸς αὑτὸν ἕκαστα τούτων ὑπάρχειν τῷ ἐπιεικεῖ, πρὸς δὲ τὸν φίλον ἔχειν ὥσπερ πρὸς αὑτόν (ἔστι γὰρ ὁ φίλος ἄλλος αὐτός), καὶ ἡ φιλία τούτων εἶναί τι δοκεῖ, καὶ φίλοι οἷς ταῦθ᾽ ὑπάρχει. πρὸς αὑτὸν δὲ πότερον ἔστιν ἢ οὐκ ἔστι φιλία, ἀφείσθω ἐπὶ τοῦ παρόντος· δόξειε δ᾽ ἂν ταύτῃ εἶναι φιλία, ᾗ ἐστὶ δύο ἢ πλείω, ἐκ τῶν εἰρημένων,

[1166b] καὶ ὅτι ἡ ὑπερβολὴ τῆς φιλίας τῇ πρὸς αὑτὸν ὁμοιοῦται. φαίνεται δὲ τὰ εἰρημένα καὶ τοῖς πολλοῖς ὑπάρχειν, καίπερ οὖσι φαύλοις. ἆρ᾽ οὖν ᾗ τ᾽ ἀρέσκουσιν ἑαυτοῖς καὶ ὑπολαμβάνουσιν ἐπιεικεῖς εἶναι, ταύτῃ μετέχουσιν αὐτῶν; ἐπεὶ τῶν γε κομιδῇ φαύλων καὶ ἀνοσιουργῶν οὐδενὶ ταῦθ᾽ ὑπάρχει, ἀλλ᾽ οὐδὲ φαίνεται. σχεδὸν δὲ οὐδὲ τοῖς φαύλοις· διαφέρονται γὰρ ἑαυτοῖς, καὶ ἑτέρων μὲν ἐπιθυμοῦσιν ἄλλα δὲ βούλονται, οἷον οἱ ἀκρατεῖς· αἱροῦνται γὰρ ἀντὶ τῶν δοκούντων ἑαυτοῖς ἀγαθῶν εἶναι τὰ ἡδέα βλαβερὰ ὄντα· οἳ δ᾽ αὖ διὰ δειλίαν καὶ ἀργίαν ἀφίστανται τοῦ πράττειν ἃ οἴονται ἑαυτοῖς βέλτιστα εἶναι. οἷς δὲ πολλὰ καὶ δεινὰ πέπρακται καὶ διὰ τὴν μοχθηρίαν μισοῦνται, καὶ φεύγουσι τὸ ζῆν καὶ ἀναιροῦσιν ἑαυτούς. ζητοῦσί τε οἱ μοχθηροὶ μεθ᾽ ὧν συνημερεύσουσιν, ἑαυτοὺς δὲ φεύγουσιν· ἀναμιμνήσκονται γὰρ πολλῶν καὶ δυσχερῶν, καὶ τοιαῦθ᾽ ἕτερα ἐλπίζουσι, καθ᾽ ἑαυτοὺς ὄντες, μεθ᾽ ἑτέρων δ᾽ ὄντες ἐπιλανθάνονται. οὐδέν τε φιλητὸν ἔχοντες οὐδὲν φιλικὸν πάσχουσι πρὸς ἑαυτούς. οὐδὲ δὴ συγχαίρουσιν οὐδὲ συναλγοῦσιν οἱ τοιοῦτοι ἑαυτοῖς· στασιάζει γὰρ αὐτῶν ἡ ψυχή, καὶ τὸ μὲν διὰ μοχθηρίαν ἀλγεῖ ἀπεχόμενόν τινων, τὸ δ᾽ ἥδεται, καὶ τὸ μὲν δεῦρο τὸ δ᾽ ἐκεῖσε ἕλκει ὥσπερ διασπῶντα. εἰ δὲ μὴ οἷόν τε ἅμα λυπεῖσθαι καὶ ἥδεσθαι, ἀλλὰ μετὰ μικρόν γε λυπεῖται ὅτι ἥσθη, καὶ οὐκ ἂν ἐβούλετο ἡδέα ταῦτα γενέσθαι αὑτῷ· μεταμελείας γὰρ οἱ φαῦλοι γέμουσιν. οὐ δὴ φαίνεται ὁ φαῦλος οὐδὲ πρὸς ἑαυτὸν φιλικῶς διακεῖσθαι διὰ τὸ μηδὲν ἔχειν φιλητόν. εἰ δὴ τὸ οὕτως ἔχειν λίαν ἐστὶν ἄθλιον, φευκτέον τὴν μοχθηρίαν διατεταμένως καὶ πειρατέον ἐπιεικῆ εἶναι· οὕτω γὰρ καὶ πρὸς ἑαυτὸν φιλικῶς ἂν ἔχοι καὶ ἑτέρῳ φίλος γένοιτο.

***
[1166a] [4] Οι φιλικές σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους, στις οποίες βασίζονται κατά κανόνα και οι ορισμοί της φιλίας, φαίνεται ότι έχουν την αρχή τους στη φιλική σχέση του ανθρώπου με τον ίδιο τον εαυτό του. Ορισμένοι λένε ότι φίλος είναι (1) αυτός που θέλει και κάνει σε κάποιον ό,τι είναι καλό (ή ό,τι του φαίνεται πως είναι καλό) για χάρη εκείνου, ή (2) αυτός που θέλει ο φίλος του να υπάρχει και να ζει, και αυτό το θέλει για χάρη του ίδιου του φίλου του (είναι το αίσθημα που αισθάνονται οι μητέρες για τα παιδιά τους, καθώς και οι φίλοι που ήρθαν σε σύγκρουση). Άλλοι λένε ότι φίλος με κάποιον είναι (3) αυτός που περνάει όλο τον χρόνο του μαζί με εκείνον· επίσης (4) αυτός που θέλει τα ίδια πράγματα που θέλει εκείνος, ή (5) αυτός που λυπάται και χαίρεται μαζί με τον φίλο του (και αυτό επίσης είναι κάτι που το συναντούμε κατά κύριο λόγο στις μητέρες). Με κάποιο από όλα αυτά τα στοιχεία ορίζουν και τη φιλία.

Καθένα από τα στοιχεία αυτά υπάρχει στη σχέση του ενάρετου ανθρώπου προς τον εαυτό του (στους υπόλοιπους ανθρώπους στον βαθμό που θεωρούν τον εαυτό τους ενάρετο — όπως όμως έχουμε πει, μέτρο όλων των επιμέρους πραγμάτων φαίνεται πως είναι η αρετή και ο ενάρετος άνθρωπος)· γιατί ο ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε σε απόλυτη συμφωνία προς τον εαυτό του, και επιθυμεί τα ίδια πάντοτε πράγματα με όλη του την ψυχή· έτσι: και επιθυμεί για τον εαυτό του τα αγαθά πράγματα (και αυτά που του φαίνονται τέτοια) και τα πράττει (γιατί το χαρακτηριστικό του ενάρετου ανθρώπου είναι να εργάζεται με όλες του τις δυνάμεις για το αγαθό) και αυτό το κάνει για τον ίδιο τον εαυτό του (αφού το κάνει για χάρη του διανοητικού μέρους της ψυχής του, του μέρους δηλαδή που θεωρείται πως είναι ο ίδιος του ο εαυτός)· θέλει, επίσης, για τον εαυτό του (και μάλιστα για εκείνο το μέρος του μέσω του οποίου σκέφτεται) να ζει και να διασώζεται. Γιατί η ύπαρξη είναι για τον ενάρετο άνθρωπο ένα αγαθό, και ο κάθε άνθρωπος επιθυμεί για τον εαυτό του ό,τι είναι αγαθό· αν όμως ήταν να αλλάξει και να γίνει κάποιος άλλος, κανείς δεν θα επέλεγε να έχει τα πάντα αυτό το καινούργιο, το άλλο ον (γιατί ο θεός έχει ήδη από τώρα το αγαθό), αλλά επιθυμεί για τον εαυτό του όλα τα αγαθά με τον όρο να μείνει αυτό που είναι τώρα· θα έλεγε όμως κανείς —και όλοι θα συμφωνούσαν— ότι το μέρος της ψυχής που σκέφτεται είναι η ουσία του καθενός ανθρώπου, ή τουλάχιστον αυτό κατά κύριο λόγο. Ο ενάρετος, επίσης, άνθρωπος θέλει να περνάει όλο του τον καιρό με τον εαυτό του· γιατί αυτό είναι κάτι που το κάνει με ευχαρίστηση, αφού και των παλαιότερων πράξεών του η ανάμνηση είναι τερπνή και οι προσδοκίες και προβλέψεις του για τις μελλοντικές του πράξεις είναι καλές, και γι᾽ αυτό ευχάριστες. Αλλά και το μυαλό του είναι γεμάτο από σκέψεις. Τις λύπες του, επίσης, και τις χαρές του ο ενάρετος άνθρωπος τις μοιράζεται κατά κύριο λόγο με τον εαυτό του· γιατί το ίδιο πράγμα είναι γι᾽ αυτόν πάντοτε δυσάρεστο και το ίδιο πάντοτε ευχάριστο, και όχι τη μια φορά αυτό και την άλλη κάποιο άλλο· γιατί —για να το πούμε έτσι— ο ενάρετος άνθρωπος δεν αισθάνεται ποτέ μεταμέλεια.

Επειδή λοιπόν όλα αυτά χαρακτηρίζουν τον ενάρετο άνθρωπο στη σχέση του προς τον ίδιο τον εαυτό του, και επειδή η σχέση του προς τον φίλο του είναι σαν τη σχέση του προς τον εαυτό του (γιατί ο φίλος είναι ένας άλλος εαυτός μας), γι᾽ αυτό και η φιλία θεωρείται ότι είναι κάτι από όλα αυτά, και, ακόμη, ότι φίλοι είναι αυτοί που χαρακτηρίζονται από όλα αυτά. Όσο για το ερώτημα αν είναι ή δεν είναι φιλία το να τα αισθανόμαστε όλα αυτά για τον εαυτό μας, αυτό ας το αφήσουμε προς το παρόν καταμέρος: θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι φιλία από την άποψη ότι στην ψυχή του ανθρώπου υπάρχουν δύο ή περισσότερα μέρη —όπως γίνεται φανερό από όσα έχουμε πει—,

[1166b] αλλά και γιατί η υπερβολική φιλία προς τον άλλον μοιάζει με την αγάπη που έχει κανείς για τον εαυτό του.

Όλα όμως αυτά τα στοιχεία για τα οποία μιλήσαμε φαίνεται ότι τα έχει και η πλειονότητα των ανθρώπων, ακόμη και αν πρόκειται για άτομα κατώτερης αξίας. Μήπως, κατόπιν αυτού, πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί μετέχουν σ᾽ αυτά στον βαθμό που είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους και θεωρούν ότι είναι καλοί άνθρωποι; Πραγματικά, στους τελείως αχρείους ανθρώπους, στους ανθρώπους των ανόσιων πράξεων, δεν τα συναντούμε σε καμιά περίπτωση τα στοιχεία αυτά — ούτε καν δίνουν οι άνθρωποι αυτοί την εντύπωση ότι τα έχουν. Θα έλεγα ότι και στους γενικά μικρής αξίας ανθρώπους δεν τα συναντούμε· γιατί οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε διάσταση με τον ίδιο τους τον εαυτό: άλλα επιθυμούν και άλλα θέλουν, όπως κάνουν π.χ. οι ακρατείς άνθρωποι: στη θέση αυτών που θεωρούν ότι είναι για τους ίδιους καλά πράγματα, προτιμούν και επιλέγουν τα ευχάριστα, που είναι όμως βλαβερά γι᾽ αυτούς· άλλοι, πάλι, από δειλία και οκνηρία αποφεύγουν να κάνουν αυτά που θεωρούν ότι είναι τα καλύτερα γι᾽ αυτούς. Άλλοι, επίσης, που έχουν κάνει πολλές φοβερές πράξεις και έχουν γίνει μισητοί λόγω της κακίας τους, βαριούνται πια τη ζωή τους και καταλήγουν να σκοτώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Ψάχνουν, επίσης, οι κακοί άνθρωποι να βρουν συντρόφους για να περνούν μαζί τους τις ώρες και τις μέρες τους και αποφεύγουν να μένουν μόνοι με τον εαυτό τους· ο λόγος είναι ότι, μένοντας μόνοι τους, αναθυμούνται πολλές δυσάρεστες πράξεις τους (ξέροντας την ίδια στιγμή ότι θα κάνουν και άλλες παρόμοιες στο μέλλον), όταν όμως είναι μαζί με άλλους τις ξεχνούν. Και μη έχοντας τίποτε το άξιο αγάπης μέσα τους δεν τρέφουν κανένα φιλικό αίσθημα για τον εαυτό τους. Ούτε, επίσης, μοιράζονται οι άνθρωποι αυτοί χαρές και λύπες με τον εαυτό τους· γιατί στην ψυχή τους γίνεται ένα είδος εμφύλιου πολέμου: το ένα μέρος της ψυχής τους εξαιτίας της κακίας του λυπάται και πονάει που απέχει από κάποια πράγματα, το άλλο, αντίθετα, ευχαριστιέται, και ενώ το ένα τούς τραβάει προς τα εδώ, το άλλο τούς τραβάει προς τα εκεί, σαν για να τους κομματιάσουν. Και αν είναι αδύνατο ο άνθρωπος να νιώσει την ίδια στιγμή λύπη και χαρά, εν πάση περιπτώσει ύστερα από λίγο λυπάται που ένιωσε ευχαρίστηση, και θα ήθελε τα συγκεκριμένα αυτά πράγματα να μη του είχαν δώσει ευχαρίστηση· γιατί οι μικρής αξίας άνθρωποι είναι γεμάτοι από μεταμέλειες.

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν νιώθουν κανένα φιλικό αίσθημα ούτε προς τον ίδιο τους τον εαυτό, για τον λόγο ότι δεν έχουν μέσα τους τίποτε το άξιο να αγαπηθεί. Αν, επομένως, αυτού του είδους η κατάσταση είναι ένα εξαιρετικά ελεεινό πράγμα, πρέπει να βάζει κανείς όλα του τα δυνατά για να αποφεύγει την κακία και να προσπαθεί να είναι καλός άνθρωπος· γιατί τότε και με τον εαυτό του θα έχει φιλική σχέση και με κάποιον άλλον θα μπορεί να γίνει φίλος.