Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης

Η Ζωή και το Έργο του.
 
Αρχή της Μεσότητας: «Πρώτα απ’ όλα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα είναι φτιαγμένα από τη φύση τους έτσι που να καταστρέφονται από έλλειψη ή την υπερβολή, όπως βλέπουμε να συμβαίνει με τη σωματική δύναμη και τη υγεία, γιατί πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί χειροπιαστές αποδείξεις προκειμένου να διαλευκάνει ασαφή ζητήματα». Ηθικά Νικομάχεια Β΄1104a, 13 -16
 
Ο Αριστοτέλης ήταν ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους και επιστήμονες της Κλασσικής εποχής. Ιδρυτής της περιπατητικής φιλοσοφίας, ο συστηματικότερος, μεθοδικότερος νους του αρχαίου κόσμου και ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών. Όπως επίσης και θεμελιωτής και πρόδρομος πλήθους παλαιότερων όσο και νεότερων κλάδων της επιστήμης.
 
Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.κ.ε. στα Στάγιρα, το σημερινό Σταυρό στη βορειοανατολική ακτή της Χαλκιδικής (η οποία ήταν γνήσια ελληνική πόλη που την είχαν ιδρύσει άποικοι από την ’νδρο και η Χαλκίδα 665 π.κ.ε. οι οποίοι μιλούσαν μια παραλλαγή της ιωνικής διαλέκτου) και πέθανε στο κτήμα της μητέρας του στη Χαλκίδα το 322 π.κ.ε. Οι γονείς του, Νικόμαχος και Φαιστίδα, κατάγονταν από τους οικιστές της Χαλκιδικής. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του, ανήκε στο γένος ή τη συντεχνία των Ασκληπιαδών και πολλοί λένε ότι η οικογένειά του είχε μετοικήσει από τη Μεσσηνία κατά τον 8ο ή 7ο αιώνα. Επίσης λένε ότι θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, γιό του Ασκληπιού.
 
Ο Νικόμαχος ήταν γιατρός, εύκολα λοιπόν αντιλαμβανόμαστε από που πήγαζε το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για τις φυσικές επιστήμες και κυρίως τη βιολογία. Ο Γαλήνιος μας πληροφορεί ότι οι Ασκληπιάδες δίδασκαν στους γιους τους ανατομία, έτσι ο Αριστοτέλης είχε σίγουρα αποκτήσει σχετικές γνώσεις. Δεν πρέπει να αποκλείουμε το να έχει βοηθήσει τον πατέρα του στη χειρουργική και από εκεί να πλάστηκε ο θρύλος που θέλει τον φιλόσοφο ψευτογιατρό.
 
Όσον αφορά τη μητέρα του, πίστευαν πως είχε θεϊκή καταγωγή. Η Φαιστίς, είχε έρθει με Χαλκιδείς αποίκους στα Στάγιρα και άνηκε στο γένος των Ασκληπιαδών. Το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ανήκαν σε μεγάλες ιατρικές οικογένειες, συντέλεσε στη σταθερή κλίση του Αριστοτέλη για την εμπειρική γνώση. Ο ρόλος που ανέλαβε αργότερα ο Αριστοτέλης ως παιδαγωγός του μικρού τότε Αλεξάνδρου, είχε κατά κάποιο τρόπο προετοιμαστεί από το ότι ο πατέρας του ήταν προσωπικός γιατρός και φίλος του Αμύντα Γ΄βασιλιά της Μακεδονίας και παππού του Αλεξάνδρου.
 
Σε πολύ μικρή ηλικία ο Αριστοτέλης έχασε τη μητέρα του και πριν γίνει έφηβος χάνει και τον πατέρα του, για το λόγο αυτό ανατράφηκε μακριά από την ιδιαίτερη πατρίδα. Μετά το θάνατο και των γονέων του, την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος και γαμπρός του πατέρα του Πρόξενος (του οποίου το γιο, Νικάνορα, υιοθέτησε αργότερα ο Αριστοτέλης), ο οποίος ήταν εγκατεστημένος με την οικογένειά του στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος φρόντισε τον μικρό Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον δίδαξε ελληνικά, ρητορική, ποίηση και γενικά του προσέφερε την καλύτερη δυνατή μόρφωση, σε ένα περιβάλλον πολύ ανεπτυγμένο.
 
Το 367 π.κ.ε. σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης έχοντας πια την διαχείριση της πατρικής και της μητρικής του κληρονομιάς, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, που θεωρούνταν το σπουδαιότερο και περιφημότερο πνευματικό, καλλιτεχνικό και αστικό κέντρο του τότε πολιτισμένου κόσμου. Μετά την εγκατάσταση του φιλόσοφου στην Αθήνα, είναι πιθανόν ότι είχε, όχι μόνο αξιόλογη προκαταρκτική μόρφωση, ώστε να μπορεί να φοιτήσει κοντά στους ρήτορες ή τους φιλόσοφους, αλλά και, σαν γόνος Ασκληπιαδών, που κατείχε μερικές ιατρικές γνώσεις, κυρίως στην ανατομία.
 
Επιπρόσθετα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από πληροφορίες των βιογράφων του, υπήρξε ακροατής του Ευδόξου, ενός φιλοσόφου και ιδίως μαθηματικού από την Κνίδο. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες ότι υπήρξε μαθητής του Ισοκράτη, μολονότι «το στρωτό και λυμένο ύφος του, που με τόση ακρίβεια και λιτότητα αποδίδει το νόημα, και παράλληλη μπορεί να υψώνεται σε τόνους εντυπωσιακής μεγαλοπρέπειας», οφείλει πολλά σ’ αυτόν τον «ευφράδη γέροντα» που επηρέασε το ελληνικό και λατινικό ύφος τόσο πολύ.
 
Έπειτα, έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Πλάτωνα (πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ακαδημία δεν τον οδήγησε η γοητεία της φιλοσοφικής ζωής, αλλά το ότι η σχολή του εξασφάλιζε την καλύτερη μόρφωση στην Ελλάδα), όπου και διέμεινε για 20 χρόνια (367-347), δηλαδή μέχρι το θάνατο του δάσκαλου του. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε αυτά τα είκοσι χρόνια ο Αριστοτέλης δεν ήταν απλώς μαθητής. Ως γνωστόν, οι τότε φιλοσοφικές σχολές ήταν όμιλοι ανθρώπων που τους ένωσε το κοινό πνεύμα και οι ίδιες βασικές θέσεις, αλλά όπου ο καθένας ακολουθούσε τη δική του ανεξάρτητη ερευνητική πορεία. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας και όχι μόνο, τους άφηνε όλους κατάπληκτους ακόμα και τον ίδιο το δάσκαλο του, εξαιτίας της ευφυΐας και της φιλοπονίας του, γι’ αυτό και προκαλούσε τη ζήλια και το φθόνο άλλων φιλοσόφων. Οι οποίοι τον κατηγορούσαν με πάθος, όπως για παράδειγμα ο Επίκουρος.

Παρ’ όλα αυτά η διαύγεια του πνεύματος του Αριστοτέλη, ήταν εμφανής, γι’ αυτό και ο δάσκαλος του Πλάτωνας τον ονόμαζε «νουν της διατριβής» και το σπίτι του «οίκον αναγνώστου». Στα χρόνια που διέμεινε στην Ακαδημία, συναναστράφηκε και κατανόησε τον Πλάτωνα της γεροντικής ηλικίας, το φιλόσοφο δηλαδή με τη μετριασμένη ιδεοκρατία και τη βαθύτερη αυτοκριτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με την προέλευση του Αριστοτέλη από περιβάλλον εμπειρικό, εξηγεί ικανοποιητικά τη διαφορά της αριστοτελικής από την πλατωνική φιλοσοφία. Όμως ένα τόσο ισχυρό πνεύμα σαν του Αριστοτέλη, δεν θα μπορούσε ποτέ να δεχθεί ανεπιφύλακτα όλες τις θεωρίες του Πλάτωνα. Ωστόσο, στο φιλοσοφικό του έργο, αντίθετα από τις επιστημονικές πραγματείες του, δεν υπάρχει σημείο-σελίδα, που να μην διακρίνεται η σφραγίδα του πλατωνισμού.
 
Όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι άνδρες της αρχαιότητας έτσι και ο Αριστοτέλης, δεν έμειναν χωρίς εχθρούς και αντιπάλους. Κατηγορήθηκε από κάποιους για απρεπή συμπεριφορά προς το δάσκαλό του. Έπειτα, λόγω του ότι ο Αριστοτέλης πάντα εξέφραζε θαρραλέα τις σκέψεις του, προκάλεσε και κάποιες αντιπάθειες, που εντάθηκαν μέσα στο κλίμα της γενικότερης ψυχρότητας για το «μακεδονίζοντα» Αριστοτέλη. Όταν το 347 οι «αντιμακεδονίζοντες» της Αθήνας ανέβηκαν στην εξουσία.
 
Εκτός αυτού όμως, μετά τη διαδοχή του Πλάτωνα στη σχολή από τον Σπεύσιππο, ο οποίος εκπροσωπούσε τις τάσεις του πλατωνισμού με τις οποίες ο Αριστοτέλης διαφωνούσε -ειδικότερα με την τάση «να γίνουν τα μαθηματικά η φιλοσοφία» -ασφαλώς θα αισθάνθηκε απροθυμία να συνεχίσει στη σχολή. Τότε ο Αριστοτέλης αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα.
 
Στη μετανάστευση του αυτή τον συνόδευσε ο Ξενοκράτης, που ήταν συνάδελφός του στη σχολή. Από την Αθήνα, πήγε στην Άσσο (πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο) δεχόμενος την πρόσκληση του Ερμιά, ενός πρώην συμφοιτητή του στη σχολή, ο οποίος είχε κατορθώσει από δούλος να γίνει τύραννος του Αταρνέως και της Άσσου στη Μυσία. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δυο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμιάς. Οι κυβερνήτες της Άσσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως «παράρτημα» της Ακαδημίας. Στην Άσσο ο Αριστοτέλης έμεινε και δίδαξε για 2 ή 3 χρόνια (347-345/344), όπου ήταν η κεντρική μορφή ανάμεσα σε ένα κύκλο από φίλους της Ακαδημίας. Επιπλέον, εκεί ο φιλόσοφος με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δε μπόρεσε ο Πλάτωνας.
 
Στην Άσσο λέγετε πως γνώρισε και το Θεόφραστο, το σπουδαιότερο μαθητή, συνεργάτη και φίλο του, ο οποίος τον προσκάλεσε να εγκατασταθεί στη δική του ιδιαίτερη πατρίδα, τη Μυτιλήνη. Το 345 π.κ.ε. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.κ.ε. Αυτή την περίοδο χρονολογούνται πολλές έρευνές του στο χώρο της βιολογίας.
 
Τα έργα αυτής της περιόδου, αναφέρονται πολύ συχνά σε συμβάντα της φυσικής ιστορίας, που είχε παρακολουθήσει στις γύρω περιοχές και ειδικότερα στη λιμνοθάλασσα της Πύρρας. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου, ο Αριστοτέλης είχε έναν μόνιμο και τρυφερό δεσμό -που δεν νομιμοποίησε ποτέ- με μια συμπατριώτισσά του, Σταγειρίτισσα, την Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Σ’ αυτόν έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο και ωριμότερο από τα ηθικά του συγγράμματα, τα «Ηθικά Νικομάχεια».
 
Όμως η παραμονή και η σχετική διδακτική και ερευνητική δραστηριότητά του μεγάλου φιλόσοφου στη Μυτιλήνη ήταν σύντομη, γιατί ένα ή δυο χρόνια αργότερα (343/342) τον προσκάλεσε ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιού του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρόνων. Είναι ευνόητο ότι γι’ αυτή την τιμητική πρόσκληση είχαν συντελέσει, εκτός από την ήδη αναγνωρισμένη σοφία του Αριστοτέλη, η προέλευση του από τη γειτονική στο Βασίλειο της Μακεδονίας Χαλκιδική, ο δεσμός της οικογένειας του με τη μακεδονική αυλή, όπως έχω ήδη αναφέρει και ο προστάτης του Ερμίας, ο οποίος είχε φροντίσει να ακούσει πολλά καλά γι’ αυτόν ο Φίλιππος ο Μακεδών.
 
Ο Αριστοτέλης δέχθηκε με μεγάλη προθυμία την πρόταση που του έγινε. Ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να αναθερμάνει τις παλαιές σχέσεις με τη μακεδονική αυλή και, όπως διαπιστώνουμε στα Πολιτικά του, έδινε μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση μελλοντικών ηγεμόνων. Από τη θέση αυτή απέκτησε μεγάλη επιρροή στην αυλή και κατόρθωσε να μεσολαβήσει επιτυχώς υπέρ των Σταγίρων, των Αθηνών και της Ερεσού. Σχετικά με τη μόρφωση που έδωσε στον μαθητή του δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Κύριο θέμα της διδασκαλίας του πρέπει να ήταν ο Όμηρος και οι τραγικοί ποιητές, που αποτελούσαν τη βάση της ελληνικής εκπαίδευσης. Λέγεται μάλιστα ότι αναθεώρησε το κείμενο της Ιλιάδας, για τον Αλέξανδρο. Φρόντισε συγκεκριμένα, να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και θεωρείται βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης συζητούσε μαζί του τα καθήκοντα των ηγεμόνων και την τέχνη της διακυβέρνησης.
 
Η εκπαίδευση του παιδιού γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα (μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη), η οποία βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Για το μαθητή του συνέθεσε ένα σύγγραμμα «Περί βασιλείας» και ένα ακόμη με τίτλο «περί αποικιών», δύο θέματα που ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα για έναν άνθρωπο ο οποίος θα γινόταν ο μεγαλύτερος Έλληνας βασιλέας και αποικιστής.
 
Ήταν φυσικό όλο αυτό το διάστημα ο μεγάλος φιλόσοφος να ασχοληθεί με πολιτικά ζητήματα και τότε ήταν που συνέγραψε τη μεγάλη συλλογή του, τα «Των Πολιτειών». Παρ’ όλα αυτά, η μεγαλοφυΐα οδήγησε τον Αλέξανδρο στον δύσκολο δρόμο της δράσης και όχι της μελέτης. Όμως οι σχέσεις των δύο ανδρών φαίνεται ότι ποτέ δεν διακόπηκαν εντελώς, αλλά δεν έχουμε καμιά ένδειξη για πραγματική φιλία στενή φιλία ανάμεσά τους αφότου έληξε η κηδεμονία του Αλεξάνδρου το 340, όταν ορίστηκε αντιβασιλέας. Επιπρόσθετα, την εποχή που έμεινε κοντά στον Αλέξανδρο πρέπει να δημιουργήθηκε και ο στενότερος δεσμός που είχε ποτέ με Μακεδόνα –η φιλία του με τον Αντίπατρο.
 
Μετά τη διαπαιδαγώγηση του Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Στάγιρα (341). Εκεί, έχοντας πάντα κοντά του το μαθητή και συνεργάτη του Θεόφραστο, συνέχισε τις ερευνητικές του επιδόσεις. Αργότερα, μαζί με τον ανιψιό του Καλλισθένη, πέρασε ένα διάστημα στους Δελφούς, ασχολούμενος με τη μελέτη ιστορικού αρχείου του μαντείου και με τη σύνταξη του καταλόγου των Πυθιονικών. Το 335 ή 334, ο φιλόσοφος εγκαταστάθηκε και πάλι, στην Αθήνα, ύστερα από 12 χρόνια απουσίας, όπου και αρχίζει η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του. Η δεύτερη, θα λέγαμε, αθηναϊκή περίοδος του Αριστοτέλη κράτησε 12 χρόνια, περίπου (334-323).

Στο διάστημα αυτό δίδαξε την ωριμότερη φιλοσοφία του, επεξεργάστηκε τα μεγαλύτερα συγγράμματα του, δίνοντας τους οριστικότερη μορφή και συμπλήρωσε τις επιστημονικές έρευνές του. Ο χώρος που δίδασκε ήταν το «Λύκειον», δημόσιο γυμναστήριο, που βρισκόταν στα βορειοανατολικά περίχωρα της πόλης μεταξύ Λυκαβηττού και Ιλισσού. Εκεί υπήρχε ένα άλσος αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα και στις Μούσες, όπου σύχναζε πιο παλιά και ο Σωκράτης.
 
Στην περιοχή αυτή μίσθωσε ο Αριστοτέλης ορισμένα οικήματα (μουσείον, ιερόν και μια μικρή και μια μεγάλη στοά) -ως ξένος δεν είχε δικαίωμα να τα αγοράσει- και ίδρυσε τη σχολή του. Αργότερα με τα χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν «περίπατοι» γι’ αυτό και η σχολή του ονομάστηκε «Περιπατητική» και οι μαθητές του «περιπατητικοί φιλόσοφοι». Έγινε ο αρχηγός της περιπατητικής φιλοσοφίας αν και τον Περίπατο ως εκπαιδευτήριο και κέντρο έρευνας δεν τον ίδρυσε ο ίδιος. Ο Περίπατος ιδρύθηκε μετά το θάνατο του Αριστοτέλη από το Θεόφραστο.
 
Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί «εωθινός περίπατος» και για τους αρχάριους το απόγευμα «περί το δειλινόν», «δειλινός περίπατος». Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική «ακροαματική», ενώ η απογευματινή «ρητορική» και «εξωτερική». Πηγές μας πληροφορούν ακόμα, ότι ο Αριστοτέλης είχε επιβάλει στη σχολή έναν κανονισμό, σύμφωνα με τον οποίο, οι μαθητές «διοικούσαν» με τη σειρά, επί δέκα ημέρες ο καθένας.
 
Επίσης, λένε ότι οι μαθητές δειπνούσαν μαζί και ότι μια φορά το μήνα γινόταν ένα συμπόσιο, σύμφωνα με κανόνες που είχε ορίσει ο Αριστοτέλης. όμως για τον καταμερισμό των καθαυτό εργασιών της σχολής μας έχουν διασωθεί ελάχιστα στοιχεία. Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και πολύ καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα και οργάνωσε ένα μουσείο αντικειμένων για να επεξηγεί με παραδείγματα τη διδασκαλία του και κυρίως τη φυσική ιστορία.
 
Λένε πως ο Αλέξανδρος του είχε δώσει 800 τάλαντα, ώστε να μπορέσει να φτιάξει αυτή τη συλλογή και πως είχε δώσει εντολή σε όλους τους κυνηγούς και τους ψαράδες του μακεδονικού βασιλείου, να αναφέρουν στον Αριστοτέλη ό,τι αξιοσημείωτο, από επιστημονική άποψη βέβαια παρατηρούσαν. Με αποτέλεσμα σύντομα η σχολή να γίνει περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Την ίδια εποχή ο φιλόσοφος συνέλαβε τη βασική ταξινόμηση των επιστημών που ισχύει ως τις μέρες μας και προώθησε τις περισσότερες από αυτές σε υψηλότερο επίπεδο. Όπως για παράδειγμα τη λογική και στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είχε κανένα πρόδρομο και ούτε (για πολλούς αιώνες) αντάξιο διάδοχο. Ταυτόχρονα η σχολή, με το ενδιαφέρον της για πρακτικούς τομείς, όπως η ηθική και η πολιτική, επιδρούσε τόσο στην καθημερινότητα, όσο και οι μεγάλοι διδάσκαλοι, ο Σωκράτης και ο Πλάτων.
 
Το 323 π.κ.ε. με την είδηση του θανάτου του Αλεξάνδρου και με την επαναφορά των αντιμακεδονιζόντων στην εξουσία της Αθήνας, ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε ένα έντονα εχθρικό περιβάλλον, γιατί οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος θεώρησαν, ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό το ιερατείο, με εκπρόσωπο του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια.
 
Όμως ο Αριστοτέλης, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των πολιτικών του αντιπάλων και επειδή ήταν αποφασισμένος να εμποδίσει τους Αθηναίους «να διαπράξουν και δεύτερο αδίκημα κατά της φιλοσοφίας», παρέδωσε τη σχολή στον Θεόφραστο, αποσύρθηκε στη Χαλκίδα, πριν δικαστεί (323 π.κ.ε.). Εκεί, έμεινε στο σπίτι της μητέρας του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Ερπυλλίδα και τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.
 
Λίγους μήνες αργότερα πέθανε από στομαχικό νόσημα, που τον ταλαιπωρούσε για πολλά χρόνια, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Τα σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγιρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν «οικιστή» της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή τα «Αριστοτέλεια» και ονόμασαν έναν από τους μήνες «Αριστοτέλειο». Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής. Ακόμη και μετά το θάνατο του λαμπρού φιλοσόφου, η σχολή εξακολούθησε να ακμάζει και να ακτινοβολεί, έχοντας στη διεύθυνση το Θεόφραστο, που ο Αριστοτέλης θεώρησε καταλληλότερο.

Η προσωπικότητα του Αριστοτέλη
 
Πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το χαρακτήρα του Αριστοτέλη και γενικά τις σχέσεις του με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, συγγενείς, φίλους, ελεύθερους και δούλους, αποτελεί το κείμενο της διαθήκης του, που διασώθηκε από το Διογένη. Σ’ αυτό διαφαίνεται πως ήταν άνθρωπος που είχε αισθανθεί έντονα τη μοναξιά της ζωής και που ένιωθε ευγνωμοσύνη για όσους ανθρώπους συντέλεσαν αποτελεσματικά με τις φροντίδες τους, ώστε να απαλυνθεί εάν όχι εξαλειφθεί το αίσθημα του αυτό.
 
Με τη διαθήκη του ζητούσε: να τον θάψουν δίπλα στη γυναίκα του Πυθιάδα, που είχε πεθάνει πριν. Στην Ερπυλλίδα, που είχε φροντίσει τον ίδιο προσωπικά, την οικογένειά του και το σπιτικό τους, να την αφήσουν να διαλέξει το καλύτερο από τα κτήματα του στη Χαλκίδα ή στα Στάγιρα και να ξαναφτιάξει τη ζωή της, αν η ίδια το θελήσει. Ήθελε την κόρη του να πάρει για γυναίκα του ο Νικάνωρ, ο γιός του Πρόξενου, του κηδεμόνα του. Όσον αφορά τους δούλους, επιθυμούσε να τους προστατέψουν και να τους αποκαταστήσουν οικονομικά και κοινωνικά. Τις δούλες συγκεκριμένα, να τις προικίσουν και να τις παντρέψουν με πρόσωπα που να έχουν καλό όνομα. Και τέλος, τα παιδιά των δούλων του ζήτησε «μη πωλείν όταν εν ηλικία γένωνται, ελεύθερους αφείναι κατ’ αξίαν» και μάλιστα για κάποιους προβλέπει την απελευθέρωση. Ακολουθώντας με τον τρόπο αυτό έμπρακτα μια από τις συστάσεις των «Πολιτικών» του.
 
Άλλες πηγές μας πληροφορούν, ότι ο Αριστοτέλης ως άνθρωπος είχε πιστούς φίλους, αλλά και φοβερούς αντιπάλους (Επίκουρος, Τίμαιος, Ευβουλίδης κ.ά.) γιατί έβλεπαν με φθόνο την ανωτερότητά του και αισθάνονταν ότι η παρουσία του τους μηδένιζε. Γι’ αυτό τον διέβαλλαν με κάθε είδους συκοφαντίες. Τον παρουσίαζαν ως φιλάργυρο, φιλήδονο, ραδιούργο, μηχανορράφο, ακόμα ως οργανωτή δολοφονίας του Αλεξάνδρου κλπ. Όμως, όλα αυτά αναιρούνται από πολύ αξιόπιστες πηγές, που αποδεικνύουν τόσο ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του, όσο και την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του. Κάποιοι τον θεωρούσαν απλώς «ένσαρκη διάνοια», όμως η διαθήκη του δεν αφήνει αμφιβολία ότι υπήρξε ευγνώμων και στοργικός προς τους συνανθρώπους του άνθρωπος.
 
Για την εμφάνιση και τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου, δεν μπορούμε ένα μιλήσουμε με σιγουριά. Μια αξιόπιστη παράδοση όμως, τον θέλει φαλακρό, με αδύνατα πόδια, μικρά μάτια και τραύλισμα στην ομιλία, αλλά ιδιαίτερα καλοντυμένο. Ορισμένοι κακόβουλοι εχθροί του τον παρουσιάζουν θηλυπρεπή και μαλθακό. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις ρητές του απόψεις, είναι το ότι δεν υπήρξε ασκητικός στις συνήθειές του. Λέγεται ακόμη, ότι είχε ειρωνική διάθεση που καθρεφτιζόταν στην έκφρασή του. Τέλος ο Διογένης Λαέρτιος μνημονεύει πολλά ρητά που φανερώνουν το ετοιμόλογο πνεύμα του.
 
Το έργο του Αριστοτέλη
 
Το συγγραφικό έργο του Αριστοτέλη μπορεί να χωριστεί σε τρεις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει έργα εκλαϊκευμένου χαρακτήρα που τα είχε δημοσιεύσει ο ίδιος. Η δεύτερη, σημειώσεις και συλλογές υλικού που προορίζονταν για επιστημονικές πραγματείες και η τρίτη, τα ίδια τα επιστημονικά έργα. Με μόνη εξαίρεση την «Αθηναίων Πολιτεία», ολόκληρο τα σώμα των σωζόμενων έργων του –αν είναι αυθεντικό– ανήκει στην τρίτη κατηγορία.
 
Η γνώση μας για τα υπόλοιπα συγγράμματα στηρίζεται σε αποσπάσματα τα οποία μνημονεύουν αρχαίοι συγγραφείς, και σε τρεις καταλόγους που έχουν περισωθεί από την αρχαιότητα. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εκτενέστερα από τα σωζόμενα έργα του δεν αποτελούν ενιαία σύνολα, αλλά συλλογές κειμένων για συναφή θέματα, και ότι τα επιμέρους κείμενα είναι οι αρχικές ενότητες που συνδέθηκαν έπειτα μεταξύ τους, άλλοτε από τον ίδιο τον Αριστοτέλη και άλλοτε από τους εκδότες του.
 
Σωζόμενες πραγματείες.
 
1) Λογικές (Όργανον κατά τον Αριστοτέλη), που περιλαμβάνονται οι Κατηγορίες, το Περί ειρήνης, το Περί ψυχής, τα Αναλυτικά, τα Αναλυτικά Ύστερα, τα Τοπικά και οι Σοφιστικοί έλεγχοι.
2) Φυσικές που περιλαμβάνουν τα Φυσικά, το Περί ουρανού, το Περί Γενέσεως και Φθοράς και τα Μετεωρολογικά.
3) Ψυχολογικά που περιλαμβάνουν το Περί ψυχής (Μικρά Φυσικά), τα Περί αισθήσεως και αισθητών, Περί μνήμης και αναμνήσεως, Περί ύπνου, Περί εγρηγόρσεως, Περί της μαντικής της εν τοις ύπνοις, Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος, Περί ζωής και θανάτου και τέλος το Περί αναπνοής.
4) Βιολογικά τα οποία ακολουθούνται από κάποια νόθα έργα. Το μόνο που γνωρίζουμε από τον ίδιο το φιλόσοφο και από τις αναφορές του είναι το ευχάριστο έργο με τον τίτλο Περί θαυμασίων ακουσμάτων.
5) Ηθικά τα οποία περιλαμβάνουν τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Ηθικά Ευδήμεια.
6) Πολιτικά, που είναι χωρίς καμιά αμφιβολία, έργο του Αριστοτέλη. Σ’ αυτά εντάσσονται το βιβλίο των Οικονομικών, έπειτα μια συλλογή από ιστορικά γεγονότα που, με μορφή παραδειγμάτων επεξηγούν διάφορα οικονομικά σχήματα και τέλος το τρίτο βιβλίο με τίτλο Νόμοι ανδρός και γαμετής.
7) Ρητορική: Στα έργα του Αριστοτέλη σημειώνεται μια πορεία που ξεκινά από τα μη εγκόσμια για να καταλήξει στη συνέχεια σ’ ένα έντονο ενδιαφέρον για τα συγκεκριμένα γεγονότα της φύσης και της ιστορίας, καθώς και στην πεποίθηση ότι η μορφή και το νόημα του κόσμου δεν βρίσκονται έξω από αυτόν αλλά μέσα στο ίδιο το περιεχόμενό του.
 
Λογική: γνωσιολογία-αναλυτική
 
Οι επιστήμες κατά τον Αριστοτέλη διακρίνονται σε θεωρητικές, πρακτικές και ποιητικές. Άμεσος σκοπός κάθε ομάδας είναι το ειδέναι, αλλά απώτεροι σκοποί τους είναι αντίστοιχα η γνώση, η συμπεριφορά και η κατασκευή χρήσιμων ή ωραίων αντικειμένων. Η λογική, αν κατατασσόταν σύμφωνα με αυτή την ταξινόμηση, θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις θεωρητικές επιστήμες. Αλλά οι μόνες θεωρητικές επιστήμες που κατονομάζονται είναι τα μαθηματικά, η φυσική και η θεολογία ή μεταφυσική και η λογική δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από αυτές.
 
Στην πραγματικότητα η Λογική, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, δεν είναι αυθύπαρκτη επιστήμη, αλλά μέρος μιας γενικής παιδείας, απαραίτητη σε κάθε άτομο που προτίθεται να μελετήσει οποιαδήποτε επιστήμη. Μόνη αυτή θα του επιτρέψει να γνωρίσει ποιών προτάσεων πρέπει να ζητά την απόδειξη και τι είδους απόδειξη να ζητά. Σε παρόμοια αντίληψη οφείλεται η χρήση της λέξης Όργανον (της επιστήμης) για να δηλωθεί η λογική θεωρία και τελικά η συλλογή των λογικών έργων του Αριστοτέλη.
 
Ο όρος Λογική είναι άγνωστος για τον Αριστοτέλη και δεν απαντά πριν από την εποχή του Κικέρωνα. Η ονομασία που δίνει ο ίδιος σ’ αυτό τον κλάδο της γνώσης ή τουλάχιστον στη μελέτη του συμπερασμού, είναι Αναλυτικά. Αυτή η λέξη αναφέρεται κατά βάση στην ανάλυση του συμπερασμού στα σχήματα του συλλογισμού, αλλά μπορούμε ίσως να επεκτείνουμε τη σημασία της ώστε να συμπεριλάβει την ανάλυση του συλλογισμού σε προτάσεις και τις προτάσεις σε όρους. Η Λογική δεν είναι γι’ αυτόν η μελέτη των λέξεων, αλλά της σκέψης, της οποίας σημεία αποτελούν οι λέξεις, της σκέψης που δεν νοείται ως όργανο για τη συγκρότηση της φύσης, των πραγμάτων, αλλά για την κατανόησή της.
 
Με τη συλλογιστική του, δηλαδή τη γενική θεωρία για το συλλογισμό, ο Αριστοτέλης επισήμανε τα συστατικά στοιχεία της σκέψης και τις λειτουργικές σχέσεις τους κατά τις διεργασίες που επιτελεί ο ανθρώπινος νους στην προσπάθειά του να κατανοήσει την πραγματικότητα. Έτσι όρισε την «έννοια» ως υποκειμενικό αντίκρισμα της ουσίας ενός πράγματος και διέκρινε έννοιες «ιδιότητας» και «είδους», όρισε την «κρίση» ως πρόταση που συνδέει ή χωρίζει τις έννοιες με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αναγκαιότητα ή δυνατότητα και διέκρινε κρίσεις θετικές και αρνητικές, κρίσεις που δηλώνουν πραγματικότητα, αναγκαιότητα ή δυνατότητα και κρίσεις γενικές, μερικές και απροσδιόριστες.
 
Πρόσεξε επίσης την μετατρεψιμότητα των κρίσεων και προσδιόρισε τους κανόνες που τη ρυθμίζουν. Ακόμη πραγματεύτηκε την αντίφαση και στις δύο μορφές της, την αντίθεση και την εναντίωση και διατύπωσε το νόμο της αντίφασης και του αποκλεισμού του τρίτου ή του μέσου.
 
Ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι στην ανθρώπινη σκέψη κάθε συνάφεια και πρόοδος συντελείται μέσα από συλλογιστικές συναρτήσεις. Με βάση αυτή τη γενική διαπίστωση, όρισε το συλλογισμό ως μορφή σκέψης, όπου από ορισμένες δεδομένες προτάσεις προκύπτει κάτι νέο, διαφορετικό από τα δεδομένα, αλλά και αυτό δεδομένο και υποχρεωτικό για τη νόηση, χωρίς να χρειάζεται θεμελίωση από την αρχή. Συγκεκριμένα στο συλλογισμό διέκρινε τρεις προτάσεις: την πρώτη και τη δεύτερη, δηλαδή τους όρους και την τρίτη, δηλαδή το συμπέρασμα. Επίσης, διέκρινε τρεις διαφορετικές έννοιες. Από αυτές η μία περιέχεται σε μια δεύτερη και περιέχει μια τρίτη, π.χ. η έννοια Έλληνας περιέχεται στην έννοια άνθρωπος και περιέχει την έννοια Αθηναίος.
 
Ο Αριστοτέλης ξεχώρισε από το συμπέρασμα την απόδειξη, αυτή την όρισε ως συμπέρασμα που βγαίνει από προηγούμενες αναγκαίες προτάσεις και διέκρινε τη σχετική διαδικασία σε «αποδεικτική», «διαλεκτική» και «εριστική» τονίζοντας ότι για την επιστήμη σημασία έχει μόνο η πρώτη. Στη συνέχεια παρατήρησε ότι η απόδειξη στηρίζεται σε μια υπόθεση, που δεν μπορεί να αποδειχτεί καθαυτή, αλλά στηρίζεται σε μια άλλη υπόθεση επίσης αναπόδεικτη, που και αυτή στηρίζεται σε άλλη και αυτό ως το άπειρο.
 
Έτσι διαπίστωσε ότι η αποδεικτική διαδικασία αναγκαστικά σταματά σε ορισμένα «αξιώματα», που αν και καθαυτά είναι αναπόδεικτα, είναι φανερά από μόνα τους και πιο βέβαια από την έμμεση γνώση. Τέτοιο αξίωμα είναι η αντίφαση, ο αποκλεισμός του τρίτου κτλ. Τα «αξιώματα» κατά τον Αριστοτέλη, τα καταλαβαίνει ο νους ενορατικά, δηλαδή άμεσα. Υποστήριζε ότι κάθε γνώση στηρίζεται σε αναγωγή των φαινομένων στις αιτίες τους και του μερικού στο γενικό, με την προϋπόθεση ότι το γενικό κατοχυρώνεται από την εμπειρία του πλήθους των επιμέρους.
 
Στη θεωρία του για τη γνώση ο Αριστοτέλης, όπως φάνηκε από τα παραπάνω, δεν ήταν ούτε μόνο εμπειρικός, ούτε μόνο λογοκριτικός. Πίστευε δηλαδή ότι οι εντυπώσεις μας διαμορφώνονται πάντα από τις ιδιότητες των πραγμάτων και ότι τα λάθη μας οφείλονται ή σε ελαττωματικές συνδέσεις ή σε ελαττωματικά παρακόλουθα. Τη δυσκολία για την εξακρίβωση του λάθους την είχε εντοπίσει και στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων και στην πολυσημία των λέξεων που τα ορίζουν.
 
Έτσι δίδασκε ότι οι λογικές κατηγορίες αντιστοιχούν κανονικά στα πράγματα και ότι οι έννοιες δηλώνουν την ουσία των πραγμάτων. Γι’ αυτό θεωρούσε ως πραγματική τη γνώση που βασίζεται στις έννοιες με προϋποθέσεις που βέβαια βρίσκονται στις αισθήσεις. Στη συνέχεια χώρισε τη γνώση σε «άμεση» την οποία ο άνθρωπος αποκτά ενορατικά και σε «έμμεση», που την αποκτά με την παρατήρηση, την εμπειρία και την αφαίρεση. Δεν δεχόταν προϋπάρχουσες στον κόσμο ιδέες, όπως ο Πλάτων, αλλά μόνο τη γενική ιδιότητα του ανθρώπινου πνεύματος να δημιουργεί έννοιες και με αυτές να αναγνωρίζει την πραγματικότητα. Σχετικά εξηγούσε τη γνώση από το «συγκεχυμένο» προς το «γνώριμον» στον άνθρωπο και το «γνώριμον» γενικά.
 
Ο Αριστοτέλης ταξινόμησε τις έννοιες σε 10 «κατηγορίες» με κριτήριο τη συγκεκριμένη πραγματικότητα χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα έναν άνθρωπο γνωστό, τον πλατωνικό Κορίσκο.

1. Ουσία (άνθρωπος).
2. Ποσότητα (τρεις πήχες).
3. Ποιότητα (λευκός, μορφωμένος).
4. Σχέση (μεγαλύτερος).
5. Τόπος (στην αγορά).
6. Χρόνος (χθες).
7. Θέση (κάθεται).
8. Κατάσταση (ντυμένος).
9. Ενέργεια (κόβει).
10. Πάθημα (κόπηκε).
 
Δεν είναι φανερό αν ο Αριστοτέλης θεωρούσε τις «κατηγορίες» ως ανώτατες έννοιες ή ως μαρτυρίες για την πραγματικότητα στις ποικίλες μορφές της. Η δεύτερη φαίνεται πιο πιθανή. Σ’ αυτή την περίπτωση ο Αριστοτέλης με τις «κατηγορίες» μεταβαίνει από τη λογική στην οντολογία.

Οντολογία, μεταφυσική – μορφολογία – αισθητική
 
Στο πρόβλημα της ουσίας ο Αριστοτέλης ξεκίνησε με την κριτική της πλατωνικής θεωρίας των ιδεών. Παρατήρησε ότι η πρωτοβουλία του Πλάτωνα να εξηγήσει την αισθητή πραγματικότητα σαν έκτυπο μιας νοητής είχε το μειονέκτημα ότι χώριζε την πραγματικότητα σε δυο επίπεδα και ότι, αντί να λύσει το πρόβλημα της ουσίας καθαυτό, το μετέθεσε σε ένα άλλο επίπεδο, που θα έπρεπε επίσης να εξηγηθεί από ένα τρίτο κ.ο.κ. ως το άπειρο. Έτσι ο Αριστοτέλης, βλέποντας τη ματαιοπονία μιας τέτοιας προσπάθειας, προτίμησε να επιστρέψει στην αισθητή πραγματικότητα και να αναζητήσει την ουσία των όντων μέσα στα συγκεκριμένα αντικείμενα.
 
Με προϋπόθεση τη γνώση της φυσικής φιλοσοφίας των προσωκρατικών και τα πορίσματά του από προσωπικές φυσιογνωστικές και βιολογικές έρευνες, ο Αριστοτέλης ανέλυσε τη γένεση των όντων και έφτασε στο συμπέρασμα ότι τα συστατικά στοιχεία κάθε όντος είναι η ύλη και η μορφή. Έπειτα παρατήρησε ότι η ύλη και η μορφή ως συστατικά στοιχεία των όντων δεν υπάρχουν ποτέ χωρισμένα στην πραγματικότητα. Συνεπώς κατανόησε την ύπαρξη κάθε όντως ακριβώς ως σύνδεσμο ύλης και μορφής και εξήγησε την πραγματικότητα ως ενότητα σύνθετη.
 
Βασισμένος στη γενικά αποδεκτή διδασκαλία της προηγούμενης φιλοσοφίας για τη γένεση και το θάνατο ως σύνθεση και διάλυση των όντων στα συστατικά τους, που καθαυτά θεωρούνται αιώνια και αμετάβλητα, θεώρησε επίσης την ύλη και τη μορφή ως συστατικά των όντων καθαυτά αιώνια και αμετάβλητα. Κατά τον Αριστοτέλη, σε κάθε γένεση, δηλαδή σε ό,τι παίρνει μορφή είτε από τη φύση είτε από χέρι ανθρώπου, υπόκειται πάντα ως βάση κάποιο υλικό, που χωρίς αυτό η γένεση είναι αδιανόητη. Με τη θέση του αυτή συμφωνούσε εξάλλου με την γενικότερη ελληνική σκέψη, τη μυθική και την επιστημονική, που είχε αποκλείσει την γένεση από το μηδέν. Έτσι ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό που γίνεται κάθε φορά με τη γένεση ενός όντος φυσικού ή τεχνητού δεν είναι ούτε ύλη ούτε μορφή, αλλά μόνο ο συγκεκριμένος σύνδεσμος ύλης και μορφής.
 
Σύμφωνα με τις παραπάνω γενικές διατυπώσεις του, ο Αριστοτέλης δίδαξε τα ακόλουθα. Για την ύπαρξη ενός όντος η ύλη αποτελεί τη δυνατότητα της πραγμάτωσής του και η μορφή την ενεργό παρουσία του. Η γένεση ενός όντος είναι μετάβαση από τη δυνατότητα της πραγμάτωσής του στην ενεργό παρουσία του. Κατά τη γένεση ενός όντος ορισμένη μορφή παρεμβαίνει πάνω σε ορισμένο υλικό, οπωσδήποτε δεκτικό της μορφής που το πλησιάζει, και τότε αυτό αποδεσμεύεται από την παλιά του μορφή, αποδέχεται το σύνδεσμό του με τη νέα, με αποτέλεσμα τη γένεση ενός νέου όντος. Η ύπαρξη δεν είναι κάτι που υπάρχει καθαυτό, αλλά η παρουσία της μορφής μέσα στα πράγματα σε δεδομένο χώρο και χρόνο, συνεπώς ένα πράγμα υπάρχει, όταν από την κατάσταση της δυνατότητας περνάει στην κατάσταση της πραγματικότητας σε δεδομένο τόπο και χρόνο.
 
Εξηγώντας ο Αριστοτέλης ότι κάθε γένεση πραγματώνεται ή από τη φύση ή από την τέχνη, παρατήρησε και τη βασική διαφορά ανάμεσα στη φυσική γένεση και στη γένεση μέσο της τέχνης. Η γένεση ενός οργανικού όντος προσδιορίζεται πάντα από την προηγούμενη παρουσία και την ενεργητική επίδραση ενός όμοιου με αυτό όντος, αφού το σπέρμα που προκύπτει από αυτό ως υποκείμενο έχει μέσα του «δυνάμει» τη μορφή του νέου όντος. Αντίθετα, στη γένεση του τεχνητού όντος η μορφή είναι από πριν παρούσα μέσα στο πνεύμα του δημιουργού του, ενώ η μετάβαση από τη δυνατότητα της ύλης στην πραγμάτωση της μορφής γίνεται μόνο ύστερα από συνειδητή εργασία του τεχνίτη πάνω στην οπωσδήποτε επιδεκτική ύλη (πέτρα, χαλκό κτλ.).
 
Για την πραγμάτωση της μορφής ο Αριστοτέλης διευκρίνισε ότι στην τέχνη η μορφή, που προϋπάρχει μέσα στο πνεύμα του δημιουργού, επιβάλλεται στην ύλη απέξω, ενώ στη φύση η μορφή ενεργεί η ίδια σκόπιμα μέσα στο φυσικό όν για την πραγμάτωση του εαυτού της, γιατί είναι σύμφυτη με την ύλη που αυτή δεσμεύει και η αιτία της ύπαρξής της ταυτίζεται με το σκοπό της πραγμάτωσής της.
 
Από αυτό το σημείο εισηγήθηκε τη θεμελιακή για το σύστημά του έννοια της «εντελέχειας», δηλαδή του αυτοσκοπού στην πραγμάτωση του όντος, έννοια που είχε την ευχέρεια να τη στηρίξει όχι μόνο μεταφυσικά αλλά και γενικότερα οντολογικά, ακόμη και λογικά και προπαντός βιολογικά. Από γενικότερη άποψη, για τη γένεση των όντων και στο φυσικό πεδίο και στο τεχνικό, ο Αριστοτέλης πέρα από τις διαφορές, θεωρούσε τη μορφή όχι ως απλό αισθητό τύπο του όντος αλλά ως αρχή που προσδιορίζει ποιοτικά το όν και που ενεργεί για να είναι αυτό έτσι που είναι.
 
Με τη θέση αυτή κατέστησε τη δική του έννοια της μορφής (του «είδους») κατά κάποιο τρόπο αντίστοιχη της πλατωνικής «ιδέας», ακόμη και στο ότι η μορφή ως λογικά καταληπτή παρουσία παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε το όν.
 
Μελετώντας το πρόβλημα της ουσίας, ο Αριστοτέλης δεν αρκέστηκε στις γενικότερες μορφολογικές θεωρήσεις του αλλά ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την «ποίηση» ως γενική μορφοπλαστική ικανότητα του ανθρώπου, φανερή στα έργα του από τις πιο ταπεινές κατασκευές ως τα μνημειώδη έργα τέχνης. Έτσι παρατήρησε ότι με την «ποίηση» ο άνθρωπος δημιουργεί σε δύο επίπεδα, στο τεχνολογικό και στο καλλιτεχνικό.
 
Συγκεκριμένα στο τεχνολογικό επίπεδο κατασκευάζει αντικείμενα που δε γίνονται από τη φύση και που τείνουν να τη συμπληρώσουν (σκεύη, όργανα κτλ.), ενώ στο καλλιτεχνικό δημιουργεί πράγματα που απομιμούνται αντικείμενα, φαινόμενα και γεγονότα που υπάρχουν στη φύση και που τείνουν να την εξηγήσουν (έργα τέχνης).
 
Ειδικότερα ξεχώρισε το ωραίο από το ευχάριστο και από το καλό, παρατηρώντας ότι ένα πράγμα μπορεί να είναι ευχάριστο με την καταλληλότητά του για την εξυπηρέτηση κάποιας ανάγκης, χωρίς να είναι ωραίο από μαθηματική άποψη, χωρίς να είναι καλό από ηθική άποψη. Σχετικά αναγνώρισε ως στοιχεία του ωραίου την τάξη, τη συμμετρία και την οριστικότητα.
 
Για τα μορφώματα του ανθρώπινου λόγου ο Αριστοτέλης έκανε επίσης ειδικές έρευνες. Από αυτές έχουν προέλθει τα συγγράμματά του «Ρητορική τέχνη», που σώθηκε ακέραιη και το «Περί ποιητικής», που σώθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος. Στο πρώτο εξέτασε τη γλωσσική έκφραση των σκέψεων, το «πρέπον της λέξεως» και τη «διάνοιαν του λεγομένου» σε συνάρτηση με την ψυχολογία του ακροατή και σύμφωνα βέβαια με τις προϋποθέσεις αυτού του είδους σπουδής, που είχαν καλλιεργήσει πρώτοι οι σοφιστές.
 
Με το δεύτερο εξέτασε την ποίηση ως μίμηση, σύμφωνα βέβαια με το γενικότερο κριτήριο της θεωρίας του για την τέχνη. Από τις μορφές της ποίησης την πιο σύνθετη, την τραγωδία, την όρισε με τα παρακάτω λόγια «Έστιν ουν τραγωδία μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσης». [Τραγωδία είναι μίμηση αξιοσπούδαστης και τελειωμένης, που έχει μέγεθος, με λόγο καλλιτεχνικό, χωριστό για τη μορφή του κάθε μέρους της, με δράση και όχι με απαγγελία, που περαίνει με έλεος και φόβο την κάθαρση τέτοιων παθημάτων].
 
Σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήριά του ο Αριστοτέλης ήταν επόμενο να αρνηθεί τη θέση του Πλάτωνα ότι η τέχνη είναι «τρίτον από της αληθείας» και να διδάξει ότι η τέχνη, όντας μίμηση πραγμάτων, δεν παύει να είναι πραγματική γένεση, ότι ο καλλιτέχνης προσκομίζει με άλλον τρόπο πραγματική γνώση και ότι με το έργο του ανταποκρίνεται στα πιο καίρια προβλήματα του ανθρωπίνου βίου. Διευκρίνισε ότι ο καλλιτέχνης, μιμούμενος τη φύση, δεν επαναλαμβάνει το πράγμα ακριβώς όπως έγινε αλλά το παρουσιάζει έτσι όπως αυτό, σύμφωνα με τη φύση του, θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και γι’ αυτό υποστήριξε ότι η «ποίησις» είναι «φιλοσοφώτερον ιστορίας» γιατί η πρώτη συλλαμβάνει το γενικό, ενώ η δεύτερη μόνο το ειδικό.
 
Φυσική φιλοσοφία, κοσμολογία – φυσιογνωσία – βιολογία
 
Στη μελέτη του φυσικού κόσμου ο Αριστοτέλης προσδιορίστηκε, από τη βασική οντολογική θέση του ότι η ουσία των πραγμάτων είναι σύνθετη από ύλη και μορφή, που στη φυσική φιλοσοφία του τη συμπλήρωσε με το Τελεολογικό κριτήριο. Σύμφωνα μ’ αυτό η φύση δημιουργεί, πάντα σκόπιμα και πάντα πάνω σε μόνιμα καθορισμένη κλίμακα ειδών, από τα ατελέστερα προς τα τελειότερα όντα, που όχι μόνο έχουν μέσα τους καθένα χωριστά το σκοπό της αυτοπραγμάτωσής τους «εντελέχεια» αλλά και που γίνονται για να εξυπηρετήσουν, με την ίδια την αυτοπραγμάτωσή τους, την πραγμάτωση άλλων, ανώτερων ειδών, με μια εξέλιξη όχι από είδος σε είδος αλλά μέσα στα ίδια τα είδη, έτσι που να διαιωνίζεται απαραβίαστα η κλίμακα των ειδών.
 
Στη φυσική φιλοσοφία αντικείμενο της μελέτης του φιλοσόφου ήταν τα φυσικά πράγματα και ό,τι συμβαίνει με αυτά, δηλαδή «γένεση», «μεταβολή», «κίνηση» κτλ. Ενδιαφέρθηκε να αποσαφηνίσει πρώτα βασικές έννοιες της φυσικής, όπως το άπειρο, η μάζα και το κενό, το συνεχές, ο χώρος και ο χρόνος, η κίνηση και η μεταβολή. Για την αποδοχή του απείρου είχε τρία επιχειρήματα. Πρώτο, ο χρόνος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, δεύτερο τα σώματα τέμνονται απεριόριστα και τρίτο, οι αριθμοί δεν τελειώνουν πουθενά.
 
Για το χώρο σε σχέση με την κίνηση παρατήρησε ότι και τα δύο προϋποθέτουν αμοιβαία το ένα το άλλο, γιατί η κίνηση είναι νοητή μόνο σε σχέση με κάτι. Για το συνεχές δίδασκε ότι, όπως ο χώρος σε σχέση με τα πράγματα, έτσι και το συνεχές δεν είναι κάτι πλάι στη μάζα, στο χρόνο και στην κίνηση αλλά μια δομή κοινή με αυτά τα φαινόμενα και παρουσιάζεται, καθώς αυτά συνδέονται λειτουργικά. Με αυτό τον τρόπο πρώτος επισήμανε τη σχετικότητα χώρου, χρόνου και κίνησης, λέγοντας ότι η κίνηση και κάθε μεταβολή είναι συνεχής, επειδή η διανυόμενη απόσταση είναι συνεχής, επειδή η κίνηση είναι συνεχής.
 
Γενικεύοντας δίδαξε ότι, καθώς η κίνηση είναι αιώνια, είναι αιώνιος και ο κόσμος, ότι η κίνηση των όντων φαινομενικά αυτοκίνηση, ενώ στην πραγματικότητα κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο δεν είναι παρά αυτοκίνηση πράγματος κινουμένου απέξω και ότι η αλυσίδα «κινούν-κινούμενον» προϋποθέτει ένα «ακίνητον κινούν», δηλαδή τη λογική αρχή της κίνησης που είναι καθαυτήν ανεξάρτητη από την κίνηση.
 
Σύμφωνα με όλες τις παραπάνω θεωρητικές διαπιστώσεις του, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο κόσμος και ολόκληρος ο βιολογικός κύκλος μέσα σ’ αυτόν είναι πράγματα αιώνια, ότι η ολοκληρωμένη μορφή κάθε παροδικού πράγματος είναι το αισθητό φανέρωμα της αιωνιότητας και της νομοτέλειας του φυσικού γίγνεσθαι και ότι ο κύκλος της ανάγκης, σε αναφορά με την αιωνιότητα της μορφής, ακολουθεί μηχανικά τη γραμμή γένεση – αύξηση – τελείωση – μείωση – φθίση – φθορά.
 
Τον κόσμο ο Αριστοτέλης τον περιέγραφε με αφετηρία τα δεδομένα της φυσικής φιλοσοφίας των προσωποκρατικών. Είπε ότι τα φυσικά σώματα είναι κράματα από τα τέσσερα στοιχεία (γη, νερό, αέρας, φωτιά), που συνδυάζουν μέσα τους τις βασικές ποιότητες (γη-κρύο/ζεστό, νερό-κρύο/υγρό, αέρας-ζεστό/υγρό, φωτιά-ζεστό/ξερό) και που μέσα στον κοσμικό χώρο έχουν διάταξη σε ομόκεντρες σφαίρες, με τα βαρύτερα προς το κέντρο (γη) και τα ελαφρότερα προς την περιφέρεια (φωτιά).
 
Σ’ αυτά τα τέσσερα στοιχεία, τα οποία οι προσωκρατικοί είχαν υποθέσει ως συστατικά του σύμπαντος, ο Αριστοτέλης πρόσθεσε πέμπτο, τον αιθέρα στην εξωτερική περιφέρεια, «πέμπτον σώμα» ή «πέμπτη ουσία» ή «πεμπτουσία» ως χαρακτηρισμός του αιθέρα. Για τον αιθέρα ο Αριστοτέλης είπε ότι από αυτόν, ως μοναδικό υλικό, αποτελούνται όλα τα ουράνια σώματα από τη Σελήνη και πέρα και γι’ αυτό το λόγο εκείνα παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα σώματα κάτω από τη Σελήνη μεταβάλλονται αδιάκοπα. (Ηράκλειτος)
 
Από αυτές τις θέσεις γίνεται φανερό ότι ο Αριστοτέλης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την παλιότερή του κοσμολογία ούτε στο θέμα της «δυαρχίας» (δυο είδη υλικού και δομής μέσα στο σύμπαν) ούτε στο θέμα του γεωκεντρισμού (ομόκεντρες σφαίρες γύρω από τη Γη). Για την Γη αποδέχθηκε βέβαια την επιστημονικότερη θεωρία του Ευδόξου, που της απέδωσε σφαιρικότητα ανάλογη με τη σφαιρικότητα του ουρανού και, αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, ήταν καλύτερα πληροφορημένος για τις χώρες της Δύσης παρά για εκείνες της Ανατολής.
 
Στα «Μετεωρολογικά» του εξέτασε ακόμη φαινόμενα, όπως οι διάττοντες και οι καινοφανείς αστέρες, οι μετεωρίτες και οι κομήτες, το Βόρειο Σέλας και ο Γαλαξίας, απαλλαγμένος από δεισιδαιμονίες που ήταν κυρίαρχες στην εποχή του γύρω από αυτά τα φαινόμενα.
 
Με τις επιδόσεις του σε ειδικά προβλήματα της γενικής φυσιογνωσίας της εποχής του ο Αριστοτέλης πέτυχε να θεμελιώσει θεματολογικά και μεθοδολογικά τη βιολογία και πολλούς άλλους συγγενικούς κλάδους της επιστήμης, όπως η φυτολογία, η ζωολογία, η οικολογία, η εντομολογία, η εμβρυολογία, η ψυχολογία των ζώων κτλ. Έτσι πρώτος εισηγήθηκε μεθόδους ταξινόμησης των ειδών, εξέτασε τα αίτια της διαφοροποίησης του γένους, τις κληρονομικές και τις επίκτητες ιδιότητες, την πολυγονία και την ολιγογονία, την πολυτοκία και τη διάρκεια της κύησης στα διάφορα ζώα, την εξάπλωση ορισμένων ειδών και την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στο «ήθος» των ζώων, στις συνήθειές τους, στις ασθένειές τους κτλ.
 
Ο φιλόσοφος αντλούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληροφοριακού υλικού του από βιβλία, λαϊκές παραδόσεις, προσωπικές συζητήσεις με γεωργούς, βοσκούς, κυνηγούς, ψαράδες, πρακτικούς γιατρούς κτλ. και σπάνια από αυτοψία. Συνεπώς, η γνώμη ότι ήταν οργανωτής ενός είδους κέντρου έρευνας για όλα αυτά τα πράγματα είναι τουλάχιστον υπερβολική.
 
Για τις βιολογικές έρευνές του ο Αριστοτέλης διατύπωσε και εφάρμοσε τρία κριτήρια, την «κλίμακα ζωής» (θρεπτική, αισθητική, διανοητική), την «εγγενή θερμότητα» (όσο πιο θερμόαιμο, τόσο πιο εξελιγμένο ζώο) και την «πολυπλοκότητα» της δομής (όσο πιο σύνθετα όργανα, τόσο τελειότερος οργανισμός). Ας σημειωθεί ότι εισάγοντας την έννοια του «οργάνου» και στη συνέχεια του ανόργανου και του οργανικού κόσμου, ο Αριστοτέλης ήταν προσδιορισμένος από τις κρατούσες στην εποχή του, μεταφυσικές και θεολογικές αντιλήψεις για την ψυχή, δηλαδή ότι αυτή μεταχειρίζεται το σώμα σαν όργανο για να πραγματώσει τους σκοπούς της. Συνοψίζοντας, μπορεί να λεχθεί ότι ο Αριστοτέλης επισήμανε τις εξής βιολογικές αρχές.
 
( Βιολογικές αρχές: που η σύγχρονη “επιστήμη” “ανακάλυψε” και διατύπωσε εκ νέου, αντιγράφoντας την συγκεκριμένη γνώση του Αριστοτέλη. Είναι γνωστό ότι ο κρετίνος Αϊνστάιν τον Αριστοτέλη αντέγραψε στην θεωρία της σχετικότητας, άλλωστε είναι επίσης γνωστό ότι η μιαρή φυλή είναι απολύτως ανίκανη να αντιληφθεί τόσο υψηλές έννοιες).
 
1. Η φύση είναι απλή. Επιλύει κάθε πρόβλημά της με τον απλούστερο δυνατό τρόπο και δε δημιουργεί τίποτε μάταια και περιττά.
2. Η φύση δημιουργεί αντίβαρο σε κάθε υπερβολική δύναμη και έτσι εξομαλύνει ανισότητες και αντιθέσεις.
3. Η φύση περιορίζει τα σπέρματα εκεί όπου παρατηρείται υπέρμετρη ανάπτυξη.
4. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του «είδους» μέσα στο άτομο είναι η τελευταία βαθμίδα στη διαδικασία γένεσης του εμβρύου.
5. Τα όργανα είναι εξειδικευμένα.
6. Τα όργανα, παράλληλα με την κύρια λειτουργία τους, επιτελούν και δευτερεύουσες λειτουργίες.
7. Ορισμένα όργανα είναι διαμορφωμένα έτσι, ώστε να προάγουν τη διαιώνιση του είδους.
8. Τα όργανα, όπου είναι κατά ζεύγη, έχουν συμμετρική διάταξη.

Ανθρωπολογία, ψυχολογία
 
Χωρίς να παραβλέψει τα κοινά γνωρίσματα ανάμεσα στον άνθρωπο και τα άλλα ζώα, ο Αριστοτέλης αναγνώρισε στον άνθρωπο μια θέση μοναδική μέσα στον κόσμο. Την υπεροχή του την επισήμανε βασικά στην όρθια στάση και στο όρθιο βάδισμά του, στην κατασκευή του χεριού, στον έναρθρο λόγο και στη συνειδητή σκέψη. Με την όρθια στάση του ο άνθρωπος, έχει την ευχέρεια να κρατά ψηλά το κεφάλι και να το διευθύνει με τρόπο άγνωστο στα τετράποδα, με την ανύψωση του κεφαλιού ευνοούνται οι λειτουργίες των αισθήσεων και της νόησης.
 
Το χέρι ο Αριστοτέλης το είδε σαν όργανο των οργάνων. Αντιστρέφοντας όμως τη θέση του Αναξαγόρα, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο σοφό ζώο, επειδή έχει χέρια, υποστήριξε ότι, ακριβώς επειδή είναι το πιο σοφό ζώο, έχει χέρια. Για τη γλώσσα παρατήρησε ότι αυτή, με τη δομή και το σχήμα της, προπαντός όμως με τη συνθετότερη κίνησή της, είναι όργανο όχι μόνο της γεύσης αλλά και του έναρθρου λόγου, που μεταμορφώνει τη σκέψη σε φωνή και έτσι προάγει τη συνεννόηση, τη συμβίωση και τις πολυπλοκότερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
 
Υποστήριξε επίσης ότι ο άνθρωπος διαθέτει τη νόηση σαν κάτι πρόσθετο πλάι στην αίσθηση, που είναι κοινή σε όλα τα ζώα, το είχαν ήδη παρατηρήσει ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης, οι σοφιστές και ο Πλάτων αλλά ο Αριστοτέλης έδωσε μεγάλες διαστάσεις στη μελέτη αυτής της διαφοράς. Ως απότοκα του συνόλου των φυσικών παραγόντων που συμβάλλουν στην υπεροχή του ανθρώπου παρατήρησε μια σειρά από ιδιότητες και πάθη, που χαρακτηρίζουν μόνο τον άνθρωπο.
 
Κατά τον Αριστοτέλη λοιπόν, μόνο ο άνθρωπος έχει την έννοια του χρόνου, την ικανότητα να μετρά το χρόνο και ό,τι άλλο, να έχει αυτοσυνείδηση και να σκέφτεται για πράγματα που απασχολούν, να επιλέγει ανάμεσα σε πολλές δυνατότητες το δικό του τρόπο για να πράξει, να γελά και να χτυπά η καρδιά του από ψυχικά και πνευματικά ερεθίσματα. Τέλος, χωρίς να αμφισβητήσει τη διαπίστωση των παλαιότερων σοφιστών, ότι πολλά ζώα υπερτερούν σε δύναμη, σε αντοχή και σε αισθητήρια όργανα, παρατήρησε ότι με το πνεύμα του ο άνθρωπος διαθέτει ανεξάντλητη εφευρετικότητα, που του ανοίγει δρόμους για να πραγματώνει κάθε σκοπό του.
 
Σε αναφορά με τον άνθρωπο ως σύνολο, όχι μεμονωμένα, είδε ο Αριστοτέλης και το πρόβλημα της ψυχής. Θεώρησε την ψυχή από την αρχή ως όργανο του φορέα της, και γι’ αυτό επέκρινε τόσο τη θεωρία του Δημόκριτου ότι η ψυχή αποτελείται από άτομα, όσο και τη θεωρία του Πλάτωνα ότι η ψυχή έχει αυτοκίνηση. Ο Αριστοτέλης μελέτησε την ψυχή όχι μόνο από γενική φιλοσοφική άποψη αλλά και από βιολογική, γνωσιολογική και ηθική, προσέχοντας περισσότερο, πρώτος αυτός κατά την αρχαιότητα, τα ψυχοσωματικά και βιολογικά φαινόμενα παράλληλα με τα νοητικά. Από αυτό φαίνεται πόσο διεύρυνε στον καιρό του την έννοια της ψυχής.
 
Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι και στην ψυχολογία του ο Αριστοτέλης παρέμεινε φιλόσοφος και έτσι δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με το σύγχρονο ψυχολόγο. Ο Αριστοτέλης όρισε την ψυχή με αυτά τα λόγια: «Η ψυχή έστιν εντελέχεια η πρώτη σώματος φυσικού δυνάμει ζωήν έχοντος». Ειδικότερα, θεώρησε την ψυχή σε σχέση με το σώμα από τη σκοπιά της οντολογίας του ως μορφή «είδος», από τη σκοπιά της φυσικής θεωρίας του για την κίνηση ως πηγή κίνησης «ενέργεια» και με το τελεολογικό κριτήριό του ως τελικό σκοπό του όντος «εντελέχεια».
 
Σύμφωνα πάντα με τα βιολογικά και τα τελεολογικά κριτήριά του, διέκρινε τρεις τύπους ψυχής, τη «θρεπτική» (του φυτού), την «αισθητική» (του ζώου) και τη «διανοητική» (του ανθρώπου).
 
Για τον τελευταίο τύπο ψυχής δίδαξε ότι αυτός αποτελείται από τον «παθητικόν νουν», που συνδέεται με τα πάθη και είναι θνητός και με τον «ποιητικόν νουν», που είναι απαθής, θεωρητικός και αθάνατος. Κι όπως στην κοσμολογία του, έτσι και στην ψυχολογία του, παρόλο τον πραγματισμό του, τελικά δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τα δυαρχικά κατάλοιπα.
 
Εν συνεχεία, με πρόθεση να μελετήσει τις «κοινές πράξεις», δηλαδή τις κοινές λειτουργίες σώματος και ψυχής, ο Αριστοτέλης έγραψε και πολλές μικρότερες, ειδικές πραγματείες για τον ύπνο, τα όνειρα, τη μαντική, την αίσθηση, τη μνήμη, τη νόηση κ.ά., που έμειναν γνωστές με το γενικό τίτλο «Μικρά Φυσικά». Για τον ύπνο, που τον χαρακτήριζε φυσιολογική απώλεια της συνείδησης, παράτησε ότι οφείλεται σε αδυναμία των αισθήσεων, που έτσι λειτουργούν ασυντόνιστα, με αποτέλεσμα το ίδιο γεγονός να έχει στην κάθε μια από αυτές διαφορετική επίδραση.
 
Για τα όνειρα έδωσε φυσικές εξηγήσεις, τα χαρακτήρισε δηλαδή ως ένα είδος ανάμνησης και αναίρεσε την κρατούσα αντίληψη ότι περιέχουν μηνύματα των θεών, παρατηρώντας ότι όνειρα βλέπουν και τα ζώα. Την αίσθηση, που τη θεωρούσε ψυχοσωματική λειτουργία, την απέδωσε σε αλλοίωση μέσα στο αισθητήριο όργανο, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται η αντικειμενική πραγματικότητα υποκειμενικά αλλά και με πιστότητα.
 
Εκτός από τις μεμονωμένες αισθήσεις ο Αριστοτέλης αναγνώρισε και μια κοινή, που έχει κριτική ιδιότητα. Εξήγησε όμως ότι η «κοινή αίσθησις» πρώτα συντονίζει τις αισθήσεις, για να παραχθεί η παράσταση (φαντασία) η οποία βοηθάει για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η μορφή, η κίνηση και ο χρόνος και ύστερα συνθέτει τις επιμέρους παραστάσεις για να παραχθεί η νόηση. Εξήγησε ότι κάθε επιμέρους αίσθηση έχει σωστή αντίληψη των πραγμάτων, ενώ το ενδεχόμενο λάθος στην παράστασή τους ανάγεται αποκλειστικά στην κοινή αίσθηση, δηλαδή στο συντονισμό των αισθήσεων.
 
Είπε επίσης ότι η σχέση νόησης και νοητού πράγματος είναι ανάλογη με τη σχέση αίσθησης και αισθητού πράγματος. Απ’ όλα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αίσθηση αφετηρία για τη νόηση και αδύνατη τη γνώση «έξω του αισθάνεσθαι». Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνθηκε από τη διδασκαλία του Πλάτωνα για την προτεραιότητα της νόησης και πλησίασε περισσότερο την αισθησιοκρατική αντίληψη του Δημόκριτου.

Ηθική
 
Ανθρωπολογικά θεμελίωσε ο Αριστοτέλης και την ηθική του, δηλαδή τη διδασκαλία του για το καλό και την ευτυχία, την αρετή και την πράξη. Έτσι και σ’ αυτή την περιοχή της φιλοσοφίας απομακρύνθηκε όχι μόνο από τη θρησκεία, που είχε θεμελιώσει την ηθική θεοκρατικά αλλά και από το Σωκράτη και τον Πλάτωνα, που, πιστεύοντας σε απόλυτο καλό και κακό, είχαν επιζητήσει να θεμελιώσουν την ηθική οντολογικά. Τον άνθρωπο θεώρησε ο Αριστοτέλης «αρχήν και γεννητήν των πράξεων ώσπερ και των τέκνων» και προχωρώντας ακόμη πιο μακριά από τον Πλάτωνα, τόνισε ότι ο σκοπός της ηθικής δεν είναι η γνώση του καλού και της αρετής, ως προϋπόθεση για την ηθικά καταξιωμένη πράξη, γιατί από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία άμεσα, ενώ από τη γνώση εξαρτάται έμμεσα.
 
Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ευτυχήσει με δικά του μέσα, έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις πράξεις του, επομένως να κατακτήσει την αρετή, που οδηγεί στην ευτυχία.
 
Κατά τον Αριστοτέλη, ευτυχία είναι η σύμφωνη με την αρετή και βασισμένη στη φρόνηση ενέργεια της ψυχής. Διευκρίνιζε ότι η ζωή του ανθρώπου με την ηθική καταξιωμένη δραστηριότητα του είναι γεμάτη ηδονή, γιατί οι πράξεις της αρετής έχουν μέσα τους ηδονή. Σχετικά ο Αριστοτέλης, που πίστευε ότι η ηδονή είναι φυσική ανάγκη για όλους ανεξαρτήτως τους ζωντανούς οργανισμούς και ότι γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να μη θεωρηθεί ως συστατικό της ευτυχίας, διέκρινε ηδονή των αισθήσεων και ηδονή πνευματική εξηγώντας ότι η πρώτη είναι κοινή σε όλα τα ζώα, ενώ η δεύτερη αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου, βιώνεται μέσα στην πνευματική δραστηριότητά του και είναι αβλαβής, σταθερή και πιο έντονη από εκείνη των αισθήσεων. Επισημαίνοντας ακόμη ότι η ευτυχία βρίσκεται μέσα στη δραστηριότητα τη σύμφωνη με την αρετή, δεν παρέβλεψε βέβαια το γεγονός ότι όλες οι πράξεις, άσχετα από τα αποτελέσματά τους, έχουν σκοπό την ευτυχία.
 
Επίσης δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι η ζωή, επομένως και η ευτυχία του ανθρώπου, εξαρτάται και από την τύχη, δηλαδή από ορισμένα εξωτερικά αγαθά. Τόνισε όμως ότι από όλα τα συντελεστικά της ευτυχίας, που καθαυτά είναι αστάθμητα, μόνο η υπεύθυνη πράξη του ανθρώπου, η σύμφωνη με την αρετή, έχει ασφάλεια και διάρκεια στην επιδίωξη της ευτυχίας. Με την προϋπόθεση ότι η ευτυχία πραγματώνεται με την αρετή, ο Αριστοτέλης έδειξε πόσο αναγκαία είναι η γνώση της αρετής.
 
Κατά την άποψή του, η αρετή δεν είναι ούτε πάθος ούτε δύναμη αλλά μόνιμη δεξιότητα της ψυχής, κατακτημένη με άσκηση. Εξήγησε ότι με αυτή τη δεξιότητα ο άνθρωπος επιλέγει σε ακραίες καταστάσεις, που ονομάζονται «έλλειψη» και «υπερβολή» μια μέση κατάσταση (μεσότητα) αυτή που τον αφορά και που είναι καλύτερη γι’ αυτόν «ως ή επιστήμη κελεύει και ο λόγος». Δείχνοντας ότι είναι μέσα στις δυνατότητες του ανθρώπου η εύρεση του ορθού μέτρου, επιζήτησε να καθορίσει και το κριτήριο επιλογής του τρόπου ενέργειας στην κάθε πράξη.
 
Σχετικά με αυτό το κριτήριο ο Αριστοτέλης, αφού παρατήρησε ότι κάθε απόκλιση από το ορθό μέτρο ενοχλεί τον άνθρωπο, επισήμανε την ανάγκη να ενεργεί ο άνθρωπος πάντα με τρόπο που να μη διαταράσσεται η ελεύθερη και καθαρή σκέψη του. Για την κατάκτηση της ίδιας της αρετής ο Αριστοτέλης, πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, έκρινε απαραίτητα τα παραπάνω. Τη γενικά ομαλή δομή και ανάπτυξη του οργανισμού, τη σωστή μάθηση και την επιμονή και μακροχρόνια άσκηση, τονίζοντας ιδιαίτερα τη σημασία του εθισμού.
 
Αφού έδειξε ότι η αρετή πραγματώνεται με την πράξη, ο Αριστοτέλης μελέτησε την ίδια την ηθική πράξη στη δομή της και έδωσε την ακόλουθη περιγραφή της: πρώτα ο νους διαπιστώνει ότι είναι καλό, ύστερα διεγείρεται η «όρεξις», που συντελεί ώστε η κρίση του ότι κάτι είναι καλό να μεταμορφωθεί σε επιθυμία για την προσέγγιση, την απόκτηση και γενικά τη βίωση εκείνου που θεωρήθηκε καλό. Τότε ο νους δίνει εντολή για ανταπόκριση στην επιθυμία και όταν η εντολή του βρει ανταπόκριση, η βούληση πετυχαίνει την απόφαση.
 
Στη συνέχεια το άτομο αναζητεί τα μέσα για την πραγμάτωση του σκοπού και υπολογίζει τις περιστάσεις, ώστε να διασφαλιστεί η πράξη από κάθε πλευρά και να επιτελεστεί σωστά και αποτελεσματικά «ότε δει και αφ’ οις και προς ους και ου ένεκα και ως δει μέσον τε και άριστον, όπερ εστί της αρετής». Ο Αριστοτέλης παρατήρησε ακόμη ότι για να πράττει κανείς ηθικά, δεν αρκεί να πράττει σωστά αλλά χρειάζεται να έχει τη σωστή διάθεση και βούληση, δηλαδή την σταθερή αγαθή προαίρεση. Έφτασε μάλιστα ως το σημείο να διατυπώσει την αρχή, που χαρακτηρίζει και την ηθική σκέψη του στο σύνολό της, ότι η προαίρεση και όχι η επιτυχία, δίνει στην πράξη ηθική αξία.
 
Στην ηθική φιλοσοφία του ο Αριστοτέλης, όπως και όλοι οι πριν από αυτόν φιλόσοφοι, δεν περιορίστηκαν στο ατομικό επίπεδο αλλά προχώρησε και στο κοινωνικό. Έτσι αναζήτησε την ηθική τελείωση του ανθρώπου μέσα στον οργανωμένο ομαδικό βίο και μελέτησε όλες τις μορφές επικοινωνίας, αποδίδοντας κορυφαία σημασία στην φιλία, που, με ιδιαίτερο ζήλο και προσωπική θέρμη, την ερεύνησε ως ηθικό φαινόμενο σε κάθε πτυχή της ατομικής και της κοινωνικής ζωής, από τις πιο συμπτωματικές συναντήσεις των επιβατών ενός πλοίου ως τους πιο μόνιμους δεσμούς των μελών μιας οικογένειας, ακόμη και ως τη «φιλαυτία» όπως ονόμασε ο ίδιος την αρμονική σχέση του ατόμου με τον εαυτό του.
 
Χρησιμοποιώντας το βιολογικό και ανθρωπολογικό κριτήριό του δε θεώρησε απλώς τις ορμές πηγή των αρετών αλλά και δίδαξε ότι η ίδια η αρχή της ηθικότητας δεν είναι παρά «ορμή άλογός τις προς το καλόν». Ωστόσο και παρά τον τονισμό της σημασίας της πράξης απέναντι στη γνώση του καλού και της αρετής, ο Αριστοτέλης σε όλα τα ηθικά συγγράμματά του έχει ακρογωνιαίο λίθο την έννοια του ορθού λόγου, που κατέχεται από την κεντρική ιδέα της αρμονίας λόγου και πάθους και εξαντλεί το ενδιαφέρον του στη θεωρητική ανάλυση των μορφών του αγαθού και της δομής της ηθικής πράξης.
 
Εικόνα κάτω: Το θέμα είναι ο ηθικολογικός μύθος του Αριστοτέλη και της Φιλλής, ο οποίος απέκτησε δημοτικότητα τον ύστερο Μεσαίωνα. Ο Αριστοτέλης ως δάσκαλος του Αλεξάνδρου, αφέθηκε να ταπεινωθεί από τη σαγηνευτική Φιλλή ως μάθημα για τον νεαρό ηγεμόνα, ο οποίος είχε υποκύψει στα μάτια της και παραμέλησε τις πολιτικές υποθέσεις. Ενθαρρύνοντας τον Αλέξανδρο να πειθαρχεί τα πάθη του, ο Αριστοτέλης εξήγησε ότι αν αυτός, ένας γέρος, μπορούσε να εξαπατηθεί τόσο εύκολα, οι πιθανές συνέπειες για έναν νεαρό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνες.

Πολιτική Φιλοσοφία
 
Με την πολιτική φιλοσοφία του ο Αριστοτέλης συμπλήρωσε την ηθική του, κυρίως στην κοινωνική της διάσταση. Όρισε την πολιτική ως τέχνη του οργανωμένου ομαδικού βίου των ανθρώπων και είναι αυτός που χαρακτήρισε τον άνθρωπο «φύσει πολιτικόν ζώον». Έτσι δίδαξε ότι ο άνθρωπος μέσα σε μια πολιτική κοινωνία μπορεί να επιτύχει την ηθική τελείωσή του και ότι οι σκοποί του ατόμου και του συνόλου ταυτίζονται στην οργανωμένη κοινωνία και πραγματώνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα σ’ αυτή.
 
Διαχωρίζοντας φυσικά, το κράτος από οποιαδήποτε άλλη ομάδα ανθρώπων, το προσδιόρισε ως σύνθετο σχήμα με συστατικά στοιχεία τους πολίτες, που είναι ισότιμα μέλη του και που δικαιούνται να μετέχουν στη διακυβέρνηση και στην απονομή της δικαιοσύνης. Σχετικά παρατήρησε ότι εφόσον το κράτος δημιουργήθηκε από την ανάγκη να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες για την πραγμάτωση του σκοπού της ζωής των ατόμων, αυτός ο σκοπός δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο πάνω σε βάση ηθική γιατί και η ίδια η αξία του ανθρώπου ως μέλους της κοινότητας στηρίζεται γενικά στην ηθικότητα και ειδικά στο δίκαιο.
 
Από αυτή την αρχή είδε ο Αριστοτέλης να προκύπτει το κύριο γνώρισμα του κράτους, η «αυτάρκεια», δηλαδή η δυνατότητά του να δημιουργεί με δικές του δυνάμεις τους όρους ζωής για τους πολίτες του. Στην αυτάρκεια του κράτους περιέλαβε στοιχεία υλικά και πνευματικά, δηλαδή από τη μια τα μέσα διατροφής, τα «επιτηδεύματα», τα όπλα και τα χρήματα και από την άλλη τους θεσμούς, τις αρχές και τα όργανά τους, τη δημόσια λατρεία και κάθε πολιτιστικό στοιχείο που βρίσκει γενικότερη αποδοχή και ευνοεί τους σκοπούς του συνόλου.
 
Ως αυτό το σημείο ο Αριστοτέλης δε φαίνεται να έχει απομακρυνθεί πολύ από την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, στη συνέχεια όμως γίνεται φανερό ότι σκεφτόταν με διαφορετικά κριτήρια. Έτσι, με το οικονομικό κριτήριο χώρισε τους πολίτες σε γεωργούς, τεχνίτες και εμπόρους, ενώ με το κοινωνικό σε πλούσιους, φτωχούς και μεσαίους. Με βάση αυτή την τελευταία διαίρεση, δίδαξε ότι από τις σχέσεις που διαμορφώνονται κάθε φορά ανάμεσα σ’ αυτές τις κοινωνικές τάξεις εξαρτάται η ιδιαίτερη μορφή του πολιτεύματος και οι σκοποί του συνόλου επιδιώκονται με το πολίτευμα και με την αγωγή. Το πολίτευμα ο Αριστοτέλης το προσδιόρισε ως καταστατικό χάρτη του κράτους αναφορικά με τους βασικούς παράγοντές του και τις αρμοδιότητές τους.
 
Το γεγονός ότι το πολίτευμα παρουσιάζει ποικίλες μορφές μέσα στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας το απέδωσε στον τρόπο που μοιράζεται η δύναμη ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του κράτους και κυρίως στη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους λίγους συνήθως πλουσίους και τους πολλούς φτωχούς πολίτες. Διαπίστωσε ότι το πολίτευμα μπορεί να παρουσιάζεται σε τρεις κύριες μορφές και τρεις εκτροπές από αυτές. Οι τρεις κύριες μορφές του πολιτεύματος είναι η βασιλεία, η αριστοκρατία και η δημοκρατία με αντίστοιχες εκτροπές από αυτές την τυραννίδα, την ολιγαρχία και την οχλοκρατία. Πάνω σ’ αυτό ο Αριστοτέλης εξήγησε ότι στη βασιλεία και την τυραννίδα η εξουσία είναι στα χέρια ενός, στην αριστοκρατία και την ολιγαρχία στα χέρια λίγων και στη δημοκρατία και την οχλοκρατία στα χέρια των πολλών. Τελικά όμως, όπως και ο Πλάτων, πριν από αυτόν, τείνει να πιστέψει ότι το πολίτευμα, όπως δείχνουν τα ίδια τα πράγματα, μπορεί να παρουσιάζεται μόνο σε δύο μορφές, στην πρώτη από αυτές το μέτρο το δίνει το κοινό καλό και στη δεύτερη το συμφέρον του άρχοντα.
 
Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, παρά τους στενούς προσωπικούς του δεσμούς με μονάρχες της εποχής του, δεσμούς που συχνά τον έκαναν αντιπαθή στην αθηναϊκή δημοκρατία, δεν έκρυβε την προτίμησή του στη «μέση πολιτεία», όπως ονόμασε ο ίδιος μια βασική μορφή αριστοκρατίας. Πιστεύοντας ότι αυτή η μορφή πολιτεύματος είναι η «άριστη», επισήμανε ότι σ’ αυτή φτωχοί και πλούσιοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, ότι η μεσαία τάξη εξασφαλίζει την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, με τον καλύτερο μάλιστα τρόπο, αν είναι ισχυρότερη από τις δύο άλλες τάξεις μαζί ή τουλάχιστον από την καθεμία τους, ότι η μεσαία τάξη κρατά το κέντρο βάρους στη μέση, αν απειληθεί σύγκρουση ανάμεσα στις ακραίες τάξεις και ότι, όπου επικρατεί η μεσαία τάξη, δεν αναπτύσσεται το κοινωνικό και ταξικό μίσος, γιατί από άποψη ιδιοκτησίας οι μεγάλες διαφορές περιορίζονται, με αποτέλεσμα οι κίνδυνοι πολιτικής αναταραχής να είναι ελάχιστοι.
 
Η ζωή των πολιτών σε ένα ιδανικό κράτος, κατά τον Αριστοτέλη, δεν μπορεί να εκδηλώνεται παρά με τη άσκηση της αρετής για το καλό του συνόλου και με την προσφορά πολλών ευκαιριών για τη χαρά της ομορφιάς. Αλλά τέτοιο κράτος, επισήμανε ο ίδιος, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αγωγή των πολιτών, που είναι μετά το πολίτευμα το δεύτερο από τα αναγκαία μέσα για την πραγμάτωση των σκοπών του κράτους. Έτσι ο Αριστοτέλης έκανε φανερή την ανάγκη να μορφώνονται τα παιδιά ως μελλοντικοί άριστοι πολίτες, σύμφωνα με ένα σύστημα αγωγής οργανωμένο και εποπτευόμενο από το άριστο κράτος, προπαντός όμως ενιαίο, όπως ενιαίος πίστεψε ότι είναι και ο σκοπός του κράτους.
 
Στο θέμα της αγωγής παρατήρησε ακόμη ότι δεν είναι αρκετό να προσφέρει η διδασκαλία στους μελλοντικούς άριστους πολίτες χρήσιμες γνώσεις αλλά πρέπει και να τους εθίζει στη χαρά του καλού και του ωραίου, δηλαδή να τους προετοιμάζει για να κάνουν πράξεις αρετής. Σ’ αυτή την αποστολή της αγωγής πίστευε ότι είναι ανάγκη να εντοπίζεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του κράτους και ακολουθώντας το κλασικό ιδανικό της εποχής του για πνεύμα γεμάτο υγεία, έδινε μεγάλη σημασία στην ισόρροπη ανάπτυξη της «γυμναστικής αγωγής» και της «μουσικής αγωγής».
 
Εκτός από το άριστο πολίτευμα και την άριστη αγωγή, ο Αριστοτέλης μελέτησε ειδικότερα την ηθική τελείωση του ατόμου σε σχέση με την κοινωνική και την πολιτική ωριμότητα του πολίτη, την κοινωνία και την οικονομία, τις πολιτικές ουτοπίες και το πάθος της εξουσίας και τις αρμοδιότητές τους, το δίκαιο και τους νόμους, την έκφραση συλλογικής βούλησης, τις κοινωνικές τάξεις και την παθολογία της πολιτείας, τις επαναστάσεις και τα αίτιά τους. Πρώτος διατύπωσε και εισηγήθηκε δύο βασικές αρχές, που ισχύουν σήμερα στην πολιτική σε παγκόσμια κλίμακα, την διάκριση των εξουσιών και την αρχή της πλειοψηφίας.

Η επίδραση του Αριστοτέλη
 
Αν υπάρχει ένας φιλόσοφος που κυριάρχησε στη σκέψη του δυτικού κόσμου, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του, αυτός είναι ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης. Ωστόσο αυτή η πνευματική κυριαρχία του, αντίθετα από την ισοδύναμη πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του μαθητή του Αλεξάνδρου, δεν έγινε πραγματικότητα παρά ύστερα από μυθιστορηματικές συνθήκες και με πολύ βραδύ ρυθμό, αφού και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, άθελά του, έγινε ο πρωταίτιος γι’ αυτή την καθυστέρηση.
Γιατί με το έργο του Αλεξάνδρου και τις συνέπειες που είχε αυτό άλλαξαν ριζικά στις δομές τους, η ζωή, η σκέψη και η τέχνη, ώστε τα κλασικά κριτήρια του Αριστοτέλη να φαίνονται ανεπαρκή στην κοινωνική πραγματικότητα της Αλεξανδρινής εποχής. Έτσι δεν άσκησε άμεσα, σε βάθος και πλάτος, την επίδραση που θα περίμενε κανείς ότι θα ασκούσε η φιλοσοφία του, κυρίως με την ηθική, την πολιτική και την αισθητική θεωρία του.
 
Στην αρχή ο Αριστοτέλης επηρέασε άμεσα τους μαθητές του, κυρίως τον Θεόφραστο και τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο και έμμεσα τον κύκλο του Περιπάτου, που ίδρυσε ο Θεόφραστος στην Αθήνα το 318. Το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης είχε ήδη θεμελιώσει θεματολογικά και μεθοδολογικά πολλούς κλάδους του επιστητού συνέτεινε στο να ενθαρρυνθούν και να πάρουν τις απαραίτητες κατευθύνσεις αρκετοί περιπατητικοί, για να καλλιεργήσουν, παράλληλα με τη φιλοσοφία και τις ειδικές επιστήμες, όπως ο Εύδημος, ο Μένων, ο Δικαίαρχος ο Μεσσήνιος, ο Στράτων ο Λαμψακηνός, ο Λύκων και ο Αρίστων ο Κείος. Οι δύο τελευταίοι αξίζει να αναφερθούν και για τις πρωτοβουλίες τους στην προσπάθεια για κάποια εκλαΐκευση της αριστοτελικής φιλοσοφίας.
 
Η επίδραση του Αριστοτέλη αυτή την περίοδο φαίνεται και από μια σειρά σωζόμενα έργα, που συγγραφείς τους είναι μερικοί από τους παραπάνω και άλλοι περιπατητικοί. Με το πέρασμα του χρόνου η επίδραση του Αριστοτέλη, ξεπερνώντας τα όρια του Περιπάτου, απλώθηκε και σε άλλες φιλοσοφικές σχολές. Για παράδειγμα αναφέρω το γεγονός ότι περίπου το 100 π.κ.ε. ο μεγάλος στωικός φιλόσοφος Ποσειδώνιος είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αριστοτελική φιλοσοφία.
 
Το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη αναγεννήθηκε ουσιαστικά με την πρώτη συνολική έκδοση των αριστοτελικών έργων από τον Ανδρόνικο το Ρόδιο στη Ρώμη (περ. 40-30 π.κ.ε.) με βάση τα αυτόγραφα από το προσωπικό αρχείο του Αριστοτέλη, που μετά το θάνατο του Θεόφραστου τα είχαν αποθηκεύσει οι συγγενείς του μεγάλου φιλοσόφου στην Τρωάδα. Ως την εποχή που έγινε αυτή η έκδοση, η αριστοτελική φιλοσοφία ήταν γνωστή από μερικά μόνο έργα, που είχαν κυκλοφορήσει σε περισσότερα χειρόγραφα, κυρίως από διαλόγους, όμοιους με τους πλατωνικούς, τους οποίους ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων προόριζε για το ευρύτερο κοινό.
 
Με αφετηρία τη συνολική έκδοση των αριστοτελικών έργων άρχισε η ευρύτερη και βαθύτερη επίδραση της σκέψης του Αριστοτέλη όχι μόνο στον κύκλο του Περιπάτου και των άλλων φιλοσοφικών σχολών αλλά και στη γενικότερη πνευματική ζωή του αρχαίου κόσμου. Επίσης, ακριβώς με βάση την παραπάνω συνολική έκδοση, άρχισε η εντονότερη και διαρκέστερη φιλολογική και φιλοσοφική δραστηριότητα για την ερμηνεία και το σχολιασμό των Αριστοτελικών έργων, καθώς και για συγκρίσεις και συσχετισμούς του αριστοτελικού συστήματος με τα άλλα.
 
Από τον 1ο π.κ.ε. ως τον 6ο μ.κ.ε. αιώνα γράφτηκαν τα πλουσιότερα και γενικότερα πολύτιμα για το σύγχρονο κόσμο «Υπομνήματα» στα αριστοτελικά συγγράμματα, από σοφούς σχολιαστές, όπως ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος, ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, ο Αμμώνιος ο Ερμείου, ο Ολυμπιόδωρος, ο Δαμάσκιος, ο Σιμπλίκιος, ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς και ο Ιωάννης ο Φιλόπονος. Με τον εκλεκτικό Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη εγκαινιάστηκαν οι προσπάθειες για το συμβιβασμό του Αριστοτελικού με το Πλατωνικό σύστημα, όπου με τον τονισμό της ομοιότητας των δύο συστημάτων στους τελευταίους αιώνες του αρχαίου κόσμου και ύστερα από την παρακμή του Περιπάτου, είχαν ως αποτέλεσμα η Αριστοτελική σκέψη να περάσει μόνιμα στις νεοπλατωνικές σχολές.
 
Στο χριστιανικό Μεσαίωνα η Αριστοτελική σκέψη άσκησε επίδραση όχι μόνο στο χριστιανικό κόσμο αλλά και στον ιουδαϊκό και τον ισλαμικό. Στην αρχή η φιλοσοφία του Αριστοτέλη- κυρίως τα λογικά συγγράμματά του σε συνδυασμό με τα μεταφυσικά και τελεολογικά κριτήρια της σκέψης του- φάνηκε πρόσφορη στους χριστιανούς, τόσο στους απολογητές και τους πατέρες, που αναζητούσαν επιχειρήματα για να ενισχύσουν την πίστη, όσο και στην επίσημη Εκκλησία, στην Ανατολή και τη Δύση, η οποία είχε ανάγκη να διατυπώσει και να διασφαλίσει τα δόγματά της.
 
Σε όλη τη χριστιανική διανόηση, από την εποχή της γένεσής της ως τη σύγχρονη εποχή, η αριστοτελική σκέψη, με τις επιστημονικές υπηρεσίες που προσέφερε, μπόρεσε να επιβιώσει σε βαθμό υψηλότερο και από την πλατωνική σκέψη, παρόλο που οι χριστιανοί θεωρούσαν την τελευταία κατά κάποιο τρόπο πιο βολική με το δικό τους “μήνυμα αγάπης”. Ήδη από τον 8ο αι. π.κ.ε. η αριστοτελική σκέψη άρχισε να απασχολεί την ισλαμική και την ιουδαϊκή πνευματική ζωή.
Άραβες και Εβραίοι φιλόσοφοι (Αβερρόης, Αβικέννας) μετέδωσαν στους λαούς της Ευρώπης το ενδιαφέρον για τη μελέτη του Αριστοτέλη, οποίος μέσα σε μερικούς αιώνες έγινε στη Δύση το μέτρο για όλα τα προβλήματα και ο «δάσκαλος των σοφών» όπως τον ύμνησε ο Δάντης. Στο 12ο και στο 13ο αιώνα, με την ακμή της σχολαστικής φιλοσοφίας, ο Αλβέρτος ο Μέγας και ο Θωμάς ο Ακινάτης πέτυχαν την ωριμότερη έκφραση σύνθεσης της εκκλησιαστικής διδασκαλίας με την Αριστοτελική φιλοσοφία.
 
Στην Αναγέννηση το ενδιαφέρον για την Αριστοτελική σκέψη, αφού ξεπέρασε την προσήλωση που χαρακτήριζε τους σχολαστικούς, στράφηκε στη μελέτη των ίδιων των πηγών, σε μια περισσότερο δημιουργική σχέση με αυτές. Βέβαια για αναγέννηση των Αριστοτελικών σπουδών με την ειδική σημασία του όρου δεν μπορεί να γίνει λόγος. Ωστόσο από τη μια ο Μελάγχθων προώθησε τη μελέτη του Αριστοτέλη στα προτεσταντικά πανεπιστήμια και από την άλλη οι Ιησουΐτες στήριξαν τις θέσεις τους με Αριστοτελική μέθοδο.
 
Ακόμη κι εκείνοι που πήραν εντελώς νέες κατευθύνσεις, ξεκίνησαν από τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Με κριτικότερη στάση μελέτησαν το έργο του και οι πρωτεργάτες της νεότερης φιλοσοφίας και φυσικής, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος Ντεκάρτ κ.ά. αργότερα και ο Καντ, στην αναμέτρησή του με τις οντολογίες του Λάιμπνιτς και του Βολφ, που περιέχουν αξιόλογες αριστοτελικές σκέψεις.
 
Στην Ευρώπη, με την έντονη φιλοσοφική κίνηση από την αρχή του 19ου αιώνα, η διδασκαλία του Αριστοτέλη συνδέθηκε με τα νεότερα ρεύματα. Έτσι, ωφελήθηκαν από τις Αριστοτελικές θεωρίες και την Αριστοτελική μέθοδο τόσο ο Έγελος Χέγκελ όσο και ο αντίπαλός του ο Τρέντελεμπουργκ. Επίσης ο Μπολτσάνο και ο Μπρεντάνο, που άνοιξαν το δρόμο για να περάσει η Αριστοτελική σκέψη στη φαινομενολογία του Χούσσερλ και στον υπαρξισμό του Χάιντεγκερ, στη θεωρία του αντικειμένου του Μάινογκ και στην απορητική οντολογία του Χάρτμαν, στη σύγχρονη βιολογία και στην κίνηση του νεοβιταλισμού, ακόμη στην ψυχανάλυση του Φρόιντ και τέλος στο νεοθετικισμό και στη γνωσιολογία της σύγχρονης αναλυτικής.
 
Για την ιστορία των ίδιων των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη μπορεί να αναφερθεί συνοπτικά ότι, με βάση την πρώτη συνολική έκδοσή τους από τον Ανδρόνικο, τα χειρόγραφα αντιγράφονταν και πλήθαιναν από γενιά σε γενιά ως την ανακάλυψη της τυπογραφίας. Η πρώτη έντυπη έκδοσή τους έγινε το 1489 στη Βενετία. Η έκδοση εκείνη περιείχε μόνο τη λατινική μετάφραση και τα υπομνήματα του Αβερρόη. Λίγο αργότερα, το 1495 πάλι στη Βενετία, τυπώθηκε για πρώτη φορά το ελληνικό κείμενο. Ακολούθησαν πολλές άλλες εκδόσεις ως τη μεγάλη συνολική έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1831-1870). Η ίδια Ακαδημία εξέδωσε, σε ειδική σειρά από 26 τόμους και τα αρχαία «Υπομνήματα» στα Αριστοτελικά έργα. Σήμερα τα Αριστοτελικά κείμενα είναι προσιτά στα παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, τόσο σε κριτικές και ερμηνευτικές εκδόσεις, όσο και μεταφρασμένα και σχολιασμένα [είναι όμως εξαφανισμένα τα “μετά τα φυσικά” κείμενα του κι όσα κυκλοφορούν είναι προπαγανδιστικά λογοκριμένα].
 
Αποσπάσματα πρωτοτύπων κειμένων του Αριστοτέλη.
 
Α) Οι στόχοι της παιδείας.
 
«Ότι μέν ούν νομοθετητέον περί παιδείας και ταύτην κοινήν ποιητέον, φανερόν. Τις δ’ έσται η παιδεία και πώς χρή παιδεύεσθαι, δεί μη λανθάνειν. Νύν γάρ αμφισβητείται περί των έργων. Ου γάρ ταυτά πάντες υπολαμβάνουσι δείν μανθάνειν τους νέους ούτε προς αρετήν ούτε προς τον βίον τον άριστον, ουδέ φανερόν πότερον προς την διάνοιαν πρέπει μάλλον ή προς το της ψηχ΄βης ήθος. Έκ τε τής εμποδών παιδείας ταραχώδης η σκέψις και δήλον ουδέν πότερον ασκείν δεί τά χρήσιμα πρός τον βίον ή τά τείνοντα προς αρετήν ή τά περιττά (πάντα γάρ είληφε ταύτα κριτάς τινας). Περί τε των προς αρετήν ουθέν εστιν ομολογούμενον (καί γάρ τήν αρετήν ου την αυτήν ευθύς πάντες τιμώσιν, ώστ’ ευλόγως διαφέρονται και προς την άσκησιν αυτής). Ότι μέν ούν τά αναγκαία δεί διδάσκεσθαι των χρησίμων, ουκ άδηλον. Ότι δε ου πάντα, διηρημένων των τε ελευθερίων έργων και των ανελευθερίων φανερόν, και ότι των τοιούτων δεί μετέχειν όσα των χρησίμων ποιήσει τον μετέχοντα μη βάναυσον. Βάναυσον δ’ έργον είναι δεί τούτο νομίζειν και τέχνην ταύτην και μάθησιν, όσαι προς τάς χρήσεις και τάς πράξεις τάς της αρετής άχρηστον απεργάζονται το σώμα των ελευθέρων ή τήν διάνοιαν».
 
Β) Η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα.
 
Προσδιορισμός της έννοιας «μεσότητα».
 
«Εν παντί δή συνεχεί καί διαιρετώ έστι λαβείν το μέν πλείον το δ’ έλαττον το δ’ ίσον, και ταύτα ή κατ’ αυτό το πράγμα ή πρός ημάς… Λέγω δέ του μέν πράγματος μέσον το ίσον απέχον αφ’ εκατέρου των άκρων, όπερ εστίν έν και το αυτό πάσιν, προς ημάς δε ό μήτε πλεονάζει μήτε ελλείπει. Τούτο δ’ ουχ έν, ουδέ ταυτόν πάσιν. Οίον ει τα δέκα πολλά τα δε δύο ολίγα, τα έξ μέσα λαμβάνουσι κατά το πράγμα. Ίσω γάρ υπερέχει τε και υπερέχεται. Τούτο δε μέσον εστί κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Το δε ημάς ουχ ούτω ληπτέον. Ου γάρ ει τω δέκα μναί φαγείν πολύ δύο δε ολίγον, ο αλείπτης έξ μνάς προστάξει. Έστι γάρ ίσως και τούτο πολύ τω ληψομένω ή ολίγον. Μίλωνι μέν γάρ ολίγον, τω δε αρχομένω των γυμνασίων πολύ. Ομοίως επί δρόμου και πάλης. Ούτω δη πάς επιστήμων την υπερβολήν μεν και την έλλειψιν φεύγει, το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται, μέσον δε ου το του πράγματος αλλά το προς ημάς».
------------------------------
erevoktonos: Από αύριο θα αναρτώνται καθημερινά στην πρώτη δημοσίευση της ημέρας τα έργα του Αριστοτέλη, με πρωτότυπο κείμενο και μετάφραση.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (639-675)

ΕΠ. καὶ μὴν μὰ τὸν Δί᾽ οὐχὶ νυστάζειν ἔτι
640 ὥρα ᾽στὶν ἡμῖν οὐδὲ μελλονικιᾶν,
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα δεῖ τι δρᾶν. πρῶτον δέ τοι
εἰσέλθετ᾽ εἰς νεοττιάν τε τὴν ἐμὴν
καὶ τἀμὰ κάρφη καὶ τὰ παρόντα φρύγανα,
καὶ τοὔνομ᾽ ἡμῖν φράσατον. ΠΙ. ἀλλὰ ῥᾴδιον.
ἐμοὶ μὲν ὄνομα Πισθέταιρος, τῳδεδὶ
645 Εὐελπίδης Κριῶθεν. ΕΠ. ἀλλὰ χαίρετον
ἄμφω. ΠΙ. δεχόμεθα. ΕΠ. δεῦρο τοίνυν εἴσιτον.
ΠΙ. ἴωμεν· εἰσηγοῦ σὺ λαβὼν ἡμᾶς. ΕΠ. ἴθι.
ΠΙ. ἀτάρ, τὸ δεῖνα, δεῦρ᾽ ἐπανάκρουσαι πάλιν.
φέρ᾽ ἴδω, φράσον νῷν, πῶς ἐγώ τε χοὐτοσὶ
650 ξυνεσόμεθ᾽ ὑμῖν πετομένοις οὐ πετομένω;
ΕΠ. καλῶς. ΠΙ. ὅρα νυν, ὡς ἐν Αἰσώπου λόγοις
ἐστὶν λεγόμενον δή τι, τὴν ἀλώπεχ᾽, ὡς
φλαύρως ἐκοινώνησεν αἰετῷ ποτε.
ΕΠ. μηδὲν φοβηθῇς· ἔστι γάρ τι ῥιζίον,
655 ὃ διατραγόντ᾽ ἔσεσθον ἐπτερωμένω.
ΠΙ. οὕτω μὲν εἰσίωμεν. ἄγε δή, Ξανθία
καὶ Μανόδωρε, λαμβάνετε τὰ στρώματα.
ΧΟ. οὗτος, σὲ καλῶ, σὲ λέγω. ΕΠ. τί καλεῖς; ΧΟ. τούτους μὲν ἄγων μετὰ σαυτοῦ
ἀρίστισον εὖ· τὴν δ᾽ ἡδυμελῆ ξύμφωνον ἀηδόνα Μούσαις
660 κατάλειφ᾽ ἡμῖν δεῦρ᾽ ἐκβιβάσας, ἵνα παίσωμεν μετ᾽ ἐκείνης.
ΠΙ. ὢ τοῦτο μέντοι νὴ Δί᾽ αὐτοῖσιν πιθοῦ.
ἐκβίβασον ἐκ τοῦ βουτόμου τοὐρνίθιον·
ἐκβίβασον αὐτοῦ, πρὸς θεῶν, αὐτήν, ἵνα
καὶ νὼ θεασώμεσθα τὴν ἀηδόνα.
665 ΕΠ. ἀλλ᾽ εἰ δοκεῖ σφῷν, ταῦτα χρὴ δρᾶν. ἡ Πρόκνη,
ἔκβαινε καὶ σαυτὴν ἐπιδείκνυ τοῖς ξένοις.
ΠΙ. ὦ Ζεῦ πολυτίμηθ᾽, ὡς καλὸν τοὐρνίθιον·
ὡς δ᾽ ἁπαλόν, ὡς δὲ λευκόν. ἆρά γ᾽ οἶσθ᾽ ὅτι
ἐγὼ διαμηρίζοιμ᾽ ἂν αὐτὴν ἡδέως;
670 ΕΥ. ὅσον δ᾽ ἔχει τὸν χρυσόν, ὥσπερ παρθένος.
ἐγὼ μὲν αὐτὴν κἂν φιλῆσαί μοι δοκῶ.
ΠΙ. ἀλλ᾽, ὦ κακόδαιμον, ῥύγχος ὀβελίσκοιν ἔχει.
ΕΥ. ἀλλ᾽ ὥσπερ ᾠὸν νὴ Δί᾽ ἀπολέψαντα χρὴ
ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τὸ λέμμα κᾆθ᾽ οὕτω φιλεῖν.
675ΕΠ. ἴωμεν. ΠΙ. ἡγοῦ δὴ σὺ νῷν τύχἀγαθῇ.


***
ΤΣΑ. Καιρός δεν είναι για ύπνο, δεν είν᾽ ώρα
640 για αναβολές νικίειες· θέλει δράση
άμεση. Ελάτε, πρώτα πρώτα μπείτε
μες στη φωλιά μου, μες στα φρύγανά της
και στα ξερόκλαδά της, όπως είναι·
και πέστε μου τα ονόματά σας. ΠΙΣ. Πράμα
εύκολο αυτό. Πισθέταιρο με λένε·
το φίλο μου, Ευελπίδη, απ᾽ τα Κριώα.
ΤΣΑ. Κι οι δυο καλωσορίσατε. ΠΙΣ. Σπολλάτη.
ΤΣΑ. Εμπρός, λοιπόν, κοπιάστε. ΠΙΣ. Πάμε· πέρνα
πρώτος, το δρόμο να μας δείξεις. ΤΣΑ. Έλα.
Κάνει να πάει προς το σύδεντρο.
ΠΙΣ. Άκου· έλα πίσω· εξήγησέ μας κάτι·
εσείς είστε πετούμενα, εμείς όχι·
650 πώς το λοιπόν θα ζήσουμε μαζί σας;
ΤΣΑ. Ωραία. ΠΙΣ. Μα βλέπεις στους αισώπειους μύθους
πώς μια αλεπού πήγε παρέα να κάνει
μ᾽ έναν αϊτό και τί ξινό της βγήκε.
ΤΣΑ. Α, μη φοβάστε· υπάρχει μια ριζούλα,
που βγάζετε φτερά, μόλις τη φάτε.
ΠΙΣ. Μπρος τότε. (Στους δυο δούλους.) Εσείς, Μανόδωρε, Ξανθία,
τα στρώματα στους ώμους σας, και μέσα.
ΚΟΡ., στον Τσαλαπετεινό.
Άκου εσύ· σου μιλώ. ΤΣΑ. Τί με θέλεις; ΚΟΡ. Αυτούς
πάρ᾽ τους μέσα και βάλ᾽ τους να φάνε·
μα η γλυκόφωνη αηδόνα σου, αυτή που μαζί
με τις Μούσες κυλάει η λαλιά της,
660 πες να βγει και να μείνει κοντά μας εδώ,
να γλεντήσουμε λίγο μαζί της.
ΠΙΣ. Ναι, κάμε τους, αλήθεια, αυτή τη χάρη·
φώναξε το πουλί να βγει απ᾽ τα θάμνα·
αχ, να χαρείς, πες του να βγει, να δούμε
κι εμείς οι δυο λιγάκι την αηδόνα.
ΤΣΑ. Αφού το επιθυμείτε, ας γίνει. Πρόκνη!
Γιά πρόβαλ᾽ έξω να σε δουν οι ξένοι.
Βγαίνει από το σύδεντρο μια αυλητρίδα, που παρασταίνει την αηδόνα· παίζει διπλό αυλό.
ΠΙΣ. Ω θεέ μου, θεέ μου, τί όμορφο πουλάκι!
Τί τρυφερό και τί λευκό! Βρε, ξέρεις
πώς θα μ᾽ ευχαριστούσε, αν το βουτούσα;
670 ΕΥΕ. Και τί χρυσαφικά, σαν κοπελίτσα!
Ω, θα μπορούσα, λέω, να τη φιλήσω.
ΠΙΣ. Βρε φουκαρά, έχει μύτη σα δυο σούβλες.
ΕΥΕ. Της βγάζω απ᾽ το κεφάλι εγώ το τσόφλιο,
σαν απ᾽ τ᾽ αβγό, και τότε τη φιλάω.
ΤΣΑ. Πάμε. ΠΙΣ. Έμπα πρώτος, και καλή να ᾽ν᾽ η ώρα.
Φεύγουν· μένει μόνο ο Χορός και η αυλητρίδα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΟΤΡΗΣ

ΒΟΤΡΗΣ
(πουλί, μελισσοφάγος)
 
Ο Βότρης ήταν γιος του Εύμηλου και εγγονός του Εύγνωτου από τη Βοιωτική Θήβα. Ο πατέρας του ήταν θεοσεβής, μάλιστα τιμούσε ιδιαίτερα τον Απόλλωνα. Όταν κάποτε θυσίαζε, ο Βότρης έφαγε το μυαλό του αρνιού, πριν το βάλουν πάνω στον βωμό αφιερώνοντάς το στον θεό. Οργισμένος για την ασεβή, ή μάλλον αστόχαστη πράξη του παιδιού του, ο Εύμηλος πήρε αναμμένο δαυλό από τον βωμό και χτύπησε τον Βότρη δυνατά στο κεφάλι. Το χτύπημα προκάλεσε μεγάλη αιμορραγία και το παιδί θα πέθαινε.
 
Ο θρήνος των γονιών και των υπηρετών αλλά και η θεοσέβεια του Εύμηλου έκανε τον Απόλλωνα να τους λυπηθεί. Γι' αυτό μεταμόρφωσε τον Βότρη στο πουλί μελισσοφάγο, που φτιάχνει φωλιές ομαδικά σε τούνελ σε αμμώδεις λόφους και εκεί, κάτω από τη γη γεννά αλλά διαρκώς επιδιώκει να πετά. Με βουτιές στον αέρα πιάνει διάφορα έντομα, κυρίως μέλισσες και σφήκες· πριν τις καταπιεί αφαιρεί το κεντρί, όπως ο Βότρης αφαίρεσε το μυαλό του αρνιού.

Το αυτονόητο της ελευθερίας

Τα αυτονόητα έχουν καταντήσει δυσνόητα, μιας που έχουμε διαστρεβλώσει τόσο πολύ τη σκέψη μας, που δεν βλέπουμε καν τη διαστρέβλωση. Ακόμα και αυτό χωράει πολλή συζήτηση καθώς ΤΙΠΟΤΑ δεν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση (την ατομική ΚΑΙ συλλογική  πρόθεση) που υπερβαίνει και διαπερνά κάθε περιορισμένη, επιφανειακή οπτική.

Δεν έχει και τόση σημασία ποιες είναι οι διαστρεβλώσεις, γιατί το ξέρω από τώρα, πως όλοι συμφωνούμε. Θεωρητικά πάντα! Γιατί αν ήταν πρακτική η συμφωνία, θα κάναμε κάτι γι' αυτό (όλοι εμείς που συμφωνούμε), δεν θα χρειαζόταν καν να το συζητάμε, να αναλύουμε και να εξηγούμε. Θα εκδηλώναμε συζητώντας, θα φανερώναμε συνθέτοντας, θα αναδιαμορφώναμε τη ζωή μας για να ταιριάζει με την υποτιθέμενη συμφωνία μας. Είναι κάπου εκεί που αρχίζεις να ακούς τα "ναι συμφωνώ, αλλά...". Πάντα υπάρχει ένα ισχυρό "αλλά" που διατηρεί το στάτους κβο...

Και έτσι καταλήγουν, όσοι αντιλαμβάνονται πραγματικά τα αυτονόητα, να τα διεκδικούν, "με αίμα και ιδρώτα", σε έναν κόσμο που τους θεωρεί τρελούς, αναρχικούς, περίεργους, αποστάτες, περιθωριακούς...

Η ζωή είναι απλή. Όχι τόσο απλοϊκή (γιατί μπερδεύουμε και τις λέξεις, όπως ταιριάζουν στις υποσυνείδητες προθέσεις μας), όσο να αναγκαστούμε όλοι να "επιστρέψουμε στα χωράφια", στη γη, στην παραγωγή φαγητού. Δεν είμαστε όλοι καλλιεργητές, ούτε μπορούμε να γίνουμε όλοι αγρότες. Αλλού είναι η απλότητα... τη χάνουμε γιατί φτιάχνουμε ιδανικά από τις φοβίες και τις εξαρτήσεις μας!

Η ζωή είναι ξεκάθαρη. Δείχνει στον καθένα μας κάθε στιγμή, όλα όσα χρειαζόμαστε για να γίνουμε σοφοί, συνειδητοί συμμέτοχοι της δημιουργίας της πραγματικότητάς μας.

Μπορεί να παραπονιούνται οι άνθρωποι, να γκρινιάζουν και να κατηγορούν τους κανόνες, τις ανελευθερίες τους, τους εξαναγκασμούς και τις πιέσεις, μα το αυτονόητο που δεν θέλουν να παραδεχθούν είναι πως χρειάζονται κανόνες, χρειάζονται εξαναγκασμούς, πιέσεις, τιμωρίες, αμοιβές. Γιατί φοβούνται και αρνούνται να λειτουργήσουν τόση ελευθερία.

Μιλάνε ακατάπαυστα, αναλύουν άπταιστα, υποστηρίζουν σθεναρά... μα είναι αστείο πως όταν έρχεται η ώρα της δράσης, του δια ταύτα, στην καθημερινότητα αλλά και στις μεγάλες αποφάσεις της ζωής τους, επιστρέφουν βολικά και αθόρυβα στην υπακοή, τη συμμόρφωση, τις δικαιολογίες. Συσπειρώνονται, ομαδοποιούνται, γιατί φοβούνται ν' απλωθούν, να αντικρίσουν το άγνωστο, να γίνουν εξερευνητές αντί παγιωμένοι γνώστες, επαναληπτικά. 

Η ελευθερία απειλεί το οικοδόμημα. Μην κοιτάς που όλοι μιλάνε και διακηρύσσουν την ελευθερία! Το οικοδόμημα του ψεύτικου εαυτού που έχουν φτιάξει και που χωρίς αυτό δεν ξέρουν και δεν τολμούν να υπάρξουν, είναι πολύτιμο, απαραίτητο... πολύ πιο πάνω και πέρα από την ελευθερία που φαντάζει καλύτερη ως αποστασιοποιημένο ιδανικό παρά ως στάση καθημερινής ζωής.

Είναι αυτονόητη η ελευθερία; Είναι αυτονόητο ζητούμενο; Όχι βέβαια, όπως κι αν φαίνεται. Θα τρόμαζαν οι περισσότεροι άνθρωποι, διαπιστώνοντας ότι δεν αναζητούν και ποτέ δεν ήθελαν να είναι ελεύθεροι. Βέβαια θίγονται, διαμαρτύρονται και "αποτινάσσουν" τον ισχυρισμό πως στην πραγματικότητα τους αρέσει να είναι δούλοι, υποχείρια, ακόλουθοι και όχι αρχηγοί της ζωής τους. Ειδικά όταν τους το λες έτσι, τόσο ωμά, με λέξεις που φοβούνται και αποφεύγουν ήδη για τον εαυτό τους.

Λένε πως θέλουν να είναι ευτυχισμένοι, μα φοβούνται την ευτυχία. Λένε πως θέλουν την υγεία αλλά η σκέψη τους παραμένει στην αρρώστια. Λένε πως θέλουν έναν κόσμο ειρηνικό, όπως στο μυαλό τους διεξάγονται μάχες, αθέατοι πόλεμοι και η πλήρης απαξίωση του εαυτού τους. Μιλάνε για δημοκρατία, όμως στηρίζουν την επιβολή, το κρυφτούλι και την εγωιστική αρπαγή, όλων όσων φοβούνται πως δεν δικαιούνται.

Έτσι συνεχίζουν να θεωρητικολογούν, για πράγματα που ουσιαστικά δεν κατανοούν. Και αυτό είναι εύκολο, στην εποχή της "ελευθερίας της έκφρασης", όπου "έκφραση" έχει καταντήσει να σημαίνει "άποψη επί παντός επιστητού που δικαιούται να έχει ο καθένας". Νομίζουν οι άνθρωποι πως δεν πληρώνουν γι' αυτήν, πως μπορούν και δικαιούνται να ανοίγουν το στόμα τους και να λένε ή να γράφουν ό,τι θέλουν, όπως καλή ώρα εγώ, εδώ. Όμως, τα πάντα πληρώνονται, τα πάντα έχουν συνέπεια, συνέχεια, αποτέλεσμα. Ακόμα και οι λέξεις, οι σκέψεις, τα εσωτερικά φαντάσματα που "διασκεδάζουν" τον φοβικό νου.

Και δεν είναι τίποτα αυτονόητο όταν αρχίζεις να διαπιστώνεις τον αόρατο ιστό, τη σύνδεση μεταξύ όλων, μεταξύ λόγου και σκέψης, σκέψης και δράσης, ζωής και πρόθεσης, σύνδεσης και επιθυμίας. Και μαθαίνοντας να κοιτάς κάτω από την επιφάνεια του φαίνεσθαι, διαπιστώνεις την απόλυτη Τάξη, που φαίνεται σαν χάος μόνο σε όσους αρνούνται να δουν τη Σοφία, τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου και του Εαυτού τους.

Τελικά, είναι αυτονόητα... αυταπόδεικτα και απλά. Για ελεύθερους ανθρώπους...!

Επιστήμονες δημιούργησαν τεχνητό ανθρώπινο μάτι σε ένα τσιπ

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας έχουν δημιουργήσει ένα τεχνητό ανθρώπινο μάτι σε ένα τσιπ, το οποίο θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μελετώνται τα μάτια μας.

Το μάτι-μοντέλο, που περιγράφεται στο περιοδικό Nature Medicine τη Δευτέρα είναι το αποτέλεσμα μιας συνεργασίας μεταξύ οφθαλμιατρικών και βιοϊατρικών επιστημόνων και είναι δομημένο σε ένα διαφανές τσιπ με σχήμα οκτάγωνο με μέγεθος περίπου μιας δεκάρας. Στο κέντρο υπάρχει ένας σκελετός σε σχήμα φακού επαφής που περιέχει κύτταρα από το στρώμα στο μπροστινό μέρος του ματιού (τον κερατοειδή χιτώνα) και τα κύτταρα από τον επιπεφυκότα, τα οποία μαζί σχηματίζουν την επιφάνεια του ματιού. Το «βλέφαρο» σε αυτή την περίπτωση είναι ένα ορθογώνιο ζελατίνης που ολισθαίνει πάνω από το ικρίωμα για να μιμείται την κίνηση που ανοιγοκλείνει και μικρά κανάλια πάνω από το μάτι παρέχουν έναν τρόπο δημιουργίας δακρύων.

Ο Dan Huh, επικεφαλής της έρευνας και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, επικεντρώνεται κυρίως στη δημιουργία οργάνων σε τσιπ και οργανοειδών, και παλαιότερα δημιούργησε πλάκες πλακούντα και τσιπ του πνεύμονα που δοκιμάζονται επί του παρόντος.

«Από τεχνικής πλευράς, θεωρήσαμε ενδιαφέρον να σκεφτούμε τη δυνατότητα να μιμηθούμε το δυναμικό περιβάλλον ενός ανθρώπινου ματιού που ανοιγοκλείνει», δήλωσε ο Huh . Η επιτυχής μίμηση αυτής της κίνησης τους επέτρεψε επίσης να μοντελοποιήσουν μια κατάσταση γνωστή ως ξηροφθαλμία (DED), η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κνησμό και φλεγμονή λόγω έλλειψης ενυδάτωσης.

Για να προκαλέσουν την ασθένεια στο τσιπ τους, η ερευνητική ομάδα επιβράδυνε την τεχνητή αναλαμπή από 12 φορές ανά λεπτό σε μόλις έξι φορές ανά λεπτό, παρατηρώντας αυτόν τον σημαντικά μειωμένο όγκο δακρύων. Στη συνέχεια η ομάδα εξέτασε ένα ερευνητικό φάρμακο και διαπίστωσε ότι μείωσε κάποια από τη φλεγμονή που συνήθως παρατηρείται με το DED.

Το πειραματικό μοντέλο του οφθαλμού δεν περιλαμβάνει το πλήρες συμπλήρωμα κυττάρων που υπάρχουν στο ανθρώπινο μάτι αφού λείπουν τα αιμοφόρα αγγεία και τα νεύρα, καθώς και ένα πλέγμα των ανοσοκυττάρων που συνήθως υπάρχουν στο μάτι.

«Ελπίζω ότι η πλατφόρμα μας να προχωρήσει περαιτέρω και να χρησιμοποιηθεί για διάφορες εφαρμογές εκτός από τον έλεγχο φαρμάκων, όπως η δοκιμή φακών επαφής και οφθαλμικών χειρουργείων στο μέλλον», δήλωσε ο μεταπτυχιακός φοιτητής Jeongyun Seo , ένας συν-συγγραφέας στη μελέτη.

Ερωτήματα περί μόρφωσης

Γίνεται πιο ευφυής μια κοινωνία όταν παίρνουν περισσότεροι απολυτήριο λυκείου;

Γίνεται τουλάχιστον καλύτερη;

Σε ποιον θα μπορούσατε να παραχωρήσετε τη μόρφωσή σας;

Τι σημαίνει μόρφωση για σας; (διαγράψτε ό,τι δεν ισχύει)

α) Ημερομηνίες μαχών.
β) Ράφια γεμάτα βιβλία.
γ) Γνώμη για τα πάντα.
δ) Να πηγαίνεις στην όπερα και σε συναυλίες κλασικής μουσικής.
ε) Αποφθέγματα μεγάλων ανδρών.
στ) Το να βλέπει κανείς σχέσεις εκεί πού δεν υπάρχουν.
ζ) Να έχεις διάφορους νεκρούς ως πρότυπα.
η) Η αδυναμία να σχηματίζεις μικρές φράσεις.
θ) Ξένες λέξεις.
ι) Πεσιμισμός χωρίς πραγματικό λόγο.
ια) Απαγγελία από στήθους ποιημάτων του Χέλντερλιν.
ιβ) Το να βλέπει κανείς βραδινά τοκ σόου για να τον πάρει ο ύπνος.
ιγ) Μια κυκλική κοσμοθεωρία, ότι όλα δηλαδή επανέρχονται.
ιδ) Το να πιστεύει κανείς ότι ξέρει τι είναι το σωστό.
ιε) Το να αμφισβητεί τα πάντα.
ιστ) Το να αμφισβητεί τον εαυτό του.
ιζ) Αδεξιότητα στις χειρωνακτικές εργασίες.
ιη) Το να μη διαβάζει τις αθλητικές σελίδες της εφημερίδας.
ιθ) Η πολυτέλεια ασήμαντων ιδεών.
κ) Διπλή ημιμάθεια.
κα) Το να απαντά σ’ όλες τις ερωτήσεις με: «και ετούτο – και εκείνο».
κβ) Συνείδηση της προσωπικής ασημαντότητας.

Αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι μόρφωση, τι είναι;

Θα θέλατε να διαθέτετε περισσότερη μόρφωση ή θα ξεφορτωνόσασταν ευχαρίστως κάμποση;

Θα ήταν ο κόσμος καλύτερος αν ήταν όλοι μορφωμένοι; Ή μήπως κερδίζει μια κοινωνία από το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αμόρφωτοι – για να κάνουν απλές εργασίες, για παράδειγμα, που δεν μπορούν να αυτοματοποιηθούν προς το παρόν;

Καταλαβαίνετε από τη μάρκα αυτοκινήτου αν ο οδηγός είναι μορφωμένος η όχι;

Σε ποιον αιώνα έζησαν οι δεινόσαυροι;

Εξετάζοντας τα φιλοσοφικά επιτεύγματα των τελευταίων εκατό ετών, εξακολουθεί να χρειάζεται η κοινωνία φιλοσόφους; Σε περίπτωση που απαντήσετε όχι, επιτρέπεται να εγκαταλείψουμε εντελώς τον όρο «φιλοσοφία» στα χέρια των τμημάτων μάρκετινγκ και των προπονητών ποδοσφαίρου;

Πώς εκδηλώνεται η μόρφωση στον πόλεμο;

Ποια πράγματα θα καταλαβαίνατε ευκολότερα αν δεν σας τα είχε εξηγήσει κάποιος;

Πώς μαθαίνει κανείς τη λήθη;

ΠΩΡΙΕΣ τα Ξανθά ζώα του ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ

ΠΩΡΙΕΣ τα Ξανθά ζώα, ο ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ και οι αρχαιολόγοι
 
Οι αρχαίοι Έλληνες ή βλάκες ήταν ή ‘ξέραν άλλα πράγματα, που μας αποκρύπτουν τώρα οι αρχαιολόγοι -όσοι τουλάχιστον καταλαβαίνουν- αλλά κι όποιοι καταλαβαίνουν ανήκουν σε μυστικές εταιρείες, στοές και λαγούμια, δηλαδή είναι “μυημένοι” τρομάρα τους και για να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση, φυσικά δεν ήταν βλάκες.-
 
Οι Πωρίες είναι ξανθά θηλαστικά ζώα με εμφάνιση φιδιού, θηλαστικά, με υπογένειο, σπανίως και με μικρά χέρια. Τεραστίων διαστάσεων όπως φαίνεται στην εικόνα 1 του ανάγλυφου. Το κεφάλι τους είναι σε μέγεθος μοσχαριού. Δεν είναι σαρκοβόρα και ζουν ακόμη και σήμερα, κάτω από την Γη σε βάθος άνω των 150 μέτρων. Δεν κουλουριάζονται όπως τα φίδια οριζόντια στο έδαφος αλλά ΚΑΘΕΤΩΣ. Όταν “τρέχουν” κινούνται σε ευθεία κι όχι ζικ – ζακ με ΦΥΣΙΚΗ ΑΝΤΙΒΑΡΥΤΗΤΑ.
 
Οι Πωρίες είναι Θ Η Λ Α Σ Τ Ι Κ Α δεν είναι ερπετά
 
Είναι απόλυτα φιλικά προς τον άνθρωπο και θεραπευτικά, όλων των ασθενειών, από τρέλα μέχρι καρκίνο, χάρις στον τεράστιο ζωικό μαγνητισμό τους. Ο Ασκληπιός τα χρησιμοποιούσε στα Ασκληπιεία για όλες τις θεραπείες που γίνονταν εκεί, από τρέλα μέχρι καρκίνο, ΑΜΕΣΑ, την ίδια ημέρα.
 
Επίσης αν δεν μπορούσε να πάει ο άρρωστος, πήγαινε ο πλησιέστερος συγγενής του πρώτου βαθμού. Η θεραπεία τότε γινόταν μέσω της αιθερικής συνδέσεως των δυο τους. Γι’ αυτό βλέπετε στην εικόνα τον Πωρία στον ώμο του ασθενούς. Επίσης στα Ασκληπιεία χρησιμοποιούσαν και δακτυλοπίεση, τον μετέπειτα βελονισμό και την ρεφλεξολογία, που λανθασμένα αποδίδεται στου Κινέζους.
 
Ο Αλέξανδρος είχε πάρει 200 μαζί του και άφηνε από δύο σε κάθε ναό που έφτιαχνε.
 
ΠΩΡΕΙΕΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 
Η θεραπεία των ασθενών στα Ασκληπιεία γίνονταν με παρουσία και χρήση παρειών, όπως μας το περιγράφει παραστατικότατα ο Αριστοφάνης στον «Πλούτο» Ο Ασκληπιός διέθετε το ίδιο ελιξίριο με τους Ερεχθείδες φιδάνθρωπους, το αίμα της Γοργούς, του οφιόμορφου τέρατος. Ήταν η Αθηνά που το δώρισε και σε αυτόν. Η δύναμη της θεραπείας δεν συνδέονταν μόνο με τα παρείες-φίδια, αλλά και με τις Έγχελεις, τις Θεότητες των υδάτων. Η «Θεά λευκώλενος ιχθύς έγχελυς» που καυχιόταν πως πλάγιασε στην αγκαλιά του Δία, όπως λέει ο σατιρικός ποιητής Μάτρων.
 
Στην Θεσσαλονίκη στην τοποθεσία, που έγινε το ΙΚΕΑ, εμφανιζόταν συχνά ένας Πωρίας, ώσπου ο “πολιτισμός” τον έδιωξε από εκεί. Τώρα τα κυνηγάνε ανελέητα οι Υποχθόνιες Αμερικανικές Στρατιωτικές Δυνάμεις. Μπορώ να σας πω πολλές ιστορίες αλλά δεν θέλω να σας απασχολήσω από τα αγαπημένα σας applications του facebook. Πριν πρωτοδημοσιεύσω το άρθρο σχετικά με τους Πωρίες στην miastala.com το 2009 μια αναζήτηση στον μεγάλο Αδελφό ή πιο λαϊκά google έδεινε κάποιες πληροφορίες σχετικά με το σημαντικό αυτό ζώο, μετά την δημοσίευση του άρθρου μου, εξαφανίστηκαν όλες και σήμερα θα βρείτε κάποιες αναφορές των γνωστών ηλιθίων-trolls. Οτι αγγίζει τον ΑΙΘΕΡΑ, την ΑΜΤΙΒΑΡΥΤΗΤΑ και τα ΒΑΘΜΩΤΑ ΠΕΔΙΑ κάνει τζιζζζ !!!
 
Οι Έγχελεις λατρεύονταν ιδιαίτερα στο Ασκληπιείο της Κω και συνδέονται μυθολογικά και με τον Ιπποκράτη. Λέγεται πως αυτός ο μεγάλος γιατρός απέκτησε τις γνώσεις του διαβάζοντας τα αρχεία του Ασκληπιείου του νησιού του. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις ικανότητες των γιατρών του Ασκληπιού. Ο Ιπποκράτης κατάγονταν από τον Κρίσαμι, που είχε σκοτώσει μια τεράστια Έγχελυ που του έτρωγε τα πρόβατα. Η Θεά εμφανίζονταν στον ύπνο του ζητώντας του να την θάψει, αλλά αυτός την αγνόησε. Έτσι, μια μέρα αυτός και όλη του η οικογένεια εξαφανίστηκαν. Από τα Έγχελυ απέκτησε τις ικανότητές του κι ο Γλαύκος. Είδε ένα ψάρι να ανασταίνεται και να πηδάει ξανά στη θάλασσα μόλις το ακούμπησε πάνω σε ένα βοτάνι. Ο Γλαύκος το έφαγε αμέσως και πήδηξε κι αυτός στην θάλασσα, μετατρεπόμενος σε θαλάσσιο δαίμονα με μαντικές ικανότητες. 
 
Ας δούμε κάποιες ενδιαφέρουσες αναφορές σε αρχαία κείμενα
 
> Αριστοφάνης, Πλούτος 688-690
“κᾆτα συρίξας ἐγὼ ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις”
(έβγαλα έναν συριστικό ήχο σαν το φίδι παρείας)
 
> Κρατίνος, frg. 225
” παρεῖαι ὄφεις ” (στα αρχαία ελληνικά παρείας ονομαζόταν το κόκκινο-καφέ φίδι)
 
>Δημοσθένης, Υπερ Κτησιφώντος, Περί του στεφάνου
“τοὺς ὄφεις τοὺς παρείας θλίβων καὶ ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς αἰωρῶν, καὶ βοῶν “εὐοῖ σαβοῖ”
(αρπάζοντας τους παρείες και κρατώντας τους πάνω από το κεφάλι και φώναζες «Ευοί Σαβοι» και χόρευες στο ρυθμό του)
[Σημ. σε αυτό το κομμάτι ο Δημοσθένης περιγράφει την λάθοπαιδεία που έλαβε ο αντίπαλός του στην δίκη Αισχύνης. Τον κατηγορεί ότι η μητέρα του, Γλαυκοθέα, τον μύησε σε λατρείες όπως αυτές του Διονύσου, του Ορφέα και του Σαβάζιου σύμφωνα με το τελετουργικό που περιγράφει. Ουσιαστικά διαβάλλει τον αντίπαλό του στο δικαστήριο αντιπαραθέτοντας την δική του ορθή παιδεία με αυτή του αντιπάλου του. Η λατρεία του Σαβάζη/ιου ήρθε από τη Θράκη και τη Φρυγία και έγινε γνωστή στην Αττική τον 5ο αι.]
 
>Θεόφραστος, Χαρακτήρες 16.4.1-2 (σε αυτό το έργο ο Θεόφραστος περιγράφει τους ανθρωπινους χαρακτήρες και εδώ συγκεκριμένα τον δεισυδαίμονα)
“καὶ ἐὰν ἴδῃ ὄφιν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐὰν παρείαν, Σαβάζιον καλεῖν, ἐὰν δὲ ἱερόν, ἐνταῦθα ἡρῷον εὐθὺς ἱδρύσασθαι.”
(Αν ο δεισυδαίμονας το δει παρεία τότε κάνει παράκληση στον Σαβάζιο)
 
>Πτολεμαίος Γραμματικός, De differentia vocabulorum 404.14
“Για τους παρείες-ὄφεις τινὲς μετέωρα τὰ παρεῖα ἔχοντες.”
Είναι φίδια που έχουν τα πλαϊνά τους ψηλά (τα μάγουλα συγκεκριμένα) δηλαδή στέκονται.
 
>Βαλέριος Χαρποκράτιος Γραμματικός, Lexicon 238.9-15
Παρεῖαι ὄφεις Δημοσθένης ὑπὲρ Κτησιφῶντος. παρεῖαι ὀνο μάζονταί τινες ὄφεις παρὰ τὸ παρειὰς μείζους ἔχειν, ὡς καὶ Κρατῖνος ἐν τῷ Τροφωνίῳ ὑποσημαίνει. ὁ δὲ Ὑπερείδης ἐν τῷ κατὰ Δημάδου γράφει ταυτί “εἶναι δὲ τοὺς ῥήτορας ὁμοίους τοῖς ὄφεσι· “τούς τε γὰρ ὄφεις μισητοὺς μὲν εἶναι πάντας, τῶν δὲ ὄφεων αὐτῶν “τοὺς μὲν ἔχεις τοὺς ἀνθρώπους ἀδικεῖν, τοὺς δὲ παρείας αὐτοὺς τοὺς “ἔχεις κατεσθίειν.”
(Ο Δημοσθένης στο λόγο του Υπέρ Κτησιφώντος αναφέρει τους παρείες. Έτσι ονομάζονται τα φίδια που έχουν μεγάλα πλαϊνά (μάγουλα), όπως και ο Κρατίνος αναφέρει για το σπήλαιο του Τροφώνιου. Ο Υπερείδης στο λόγο του Κατά Δημάδου γράφει τα εξής: «οι ρήτορες είναι όμοιοι με τα φίδια· γιατί όλα τα φίδια είναι μισητά. Γιατί κάποια φίδια θεωρείς ότι αδικούν τους ανθρώπους και όσα φίδια είναι παρείες θεωρείς ότι καταβροχθίζουν τους ανθρώπους).
 
>Παυσανίας, 3.20.81-83
“τὴν δὲ ἐπ᾽ Ἀρκαδίας ἰοῦσιν ἐκ Σπάρτης Ἀθηνᾶς ἕστηκεν ἐπίκλησιν Παρείας ἄγαλμα ἐν ὑπαίθρῳ, μετὰ δὲ αὐτὸ ἱερόν ἐστιν Ἀχιλλέως·
(Στο δρόμο από την Σπάρτη στην Αρκαδία υπάρχει στην ύπαιθρο ένα άγαλμα της Αθηνάς που ονομάζεται Παρείας και μετά από αυτό ένα ιερό του Αχιλλέα).
 
>Κλαυδιος Αιλιανός, De natura animalium, 8.12.1-6
Ὁ παρείας ἢ παρούας (οὕτω γὰρ Ἀπολλόδωρος ἐθέλει) πυρρὸς τὴν χρόαν, εὐωπὸς τὸ ὄμμα, πλατὺς τὸ στόμα, δακεῖν οὐ σφαλερός, ἀλλὰ πρᾶος. ἔνθεν τοι καὶ τῷ θεῶν φιλανθρωποτάτῳ ἱερὸν ἀνῆκαν αὐ τόν, καὶ ἐπεφήμισαν Ἀσκληπιοῦ θεράποντα εἶναι οἱ πρῶτοι ταῦτα ἀνιχνεύσαντες.
(Ο παρείας ή παρούας (γιατί έτσι τον αποκαλεί ο Απολλόδωρος) έχει το χρώμα της φωτιάς, έχει φιλικό βλέμμα, μεγάλο στόμα, δαγκώνει, αλλά δεν είναι επικίνδυνος· αντίθετα, είναι ήρεμος. Οι πρώτοι που τα ανακάλυψαν αυτά διέδωσαν ότι είναι θεραπευτής του Ασκληπιού και εκεί προς τιμή του φιλανθρωπότερου από τους θεούς έστησαν σε αυτόν ιερό)
 
Η θεραπεία τότε γινόταν μέσω της αιθερικής συνδέσεως των δυο τους..
> Γιώργος Λεκάκης -λαογράφος
«Ως ιερά ζώα του Ασκληπιείου Επιδαύρου θεωρούνταν το φίδι, η αίγα, ο σκύλος, κ.ά. Το φίδι της Επιδαύρου, είναι, έως σήμερα, σύμβολο της Ιατρικής. Τα φίδια στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου ήταν τα ιερότερα ζώα του χώρου. Εξημερώνονταν πολύ εύκολα και θεωρούντο παρίες. Μάλιστα, όποιοι ήθελαν να ιδρύσουν ένα ασκληπιείο, έρχονταν και τελετουργικώς έπαιρναν ένα φίδι από την Επίδαυρο. Όπως συνέβη και στη Ρώμη, όταν θέλησαν να κτίσουν εκεί ασκληπιείο, το 294 π.κ.ε. μετά από ένα σοβαρό λοιμό που έπεσε στην περιοχή και που αδυνατούσαν οι εντόπιοι Θεοί να παύσουν. Το φίδι δεν καθιερώθηκε τυχαίως ως σύμβολο της Ιατρικής, Παρίας του Ασκληπιείου και βοηθός του Ασκληπιού, στην Επίδαυρο.
 
Κάποτε ο Μίνωας εκ Κρήτης έστειλε τον αγαπημένο νεαρό γιο του, Γλαύκο, νεκρό στο ασκληπιείο της Επιδαύρου, όταν ακόμη αρχιεράτευε ο ίδιος ο Ασκληπιός. Ο Γλαύκος είχε πέσει μέσα σ’ ένα πιθάρι με μέλι και πνίγηκε! Ο ισόθεος κλείσθηκε με τον νεαρό νεκρό πρίγκιπα στο άβατον ίνα τον αναστήσει. Παρατήρησε, ότι στην βακτηρία (ή κατ’ άλλους ρόπαλο) στο οποίο στηριζόταν, άρχισε να τυλίγεται ένα φίδι και να ανέρχεται. Ο Ασκληπιός κτύπησε και σκότωσε το ερπετό. Τότε έκπληκτος είδε την εξής σκηνή: Ένα άλλο φίδι πλησίασε τον σκοτωμένο όφι, το δάγκωσε και το ανέστησε! Ο Ασκληπιός σκέφτηκε τότε πως η Φύση του έδωσε τη λύση: Ήταν το δηλητήριο του φιδιού! Ο Ασκληπιός αμέσως επήρε το φαρμάκι και το έκαμε φάρμακο. Παρασκεύασε με το δηλητήριο μια ουσία, [εδώ γίνεται αναφορά στο πολύτιμο αίμα της Μέδουσας] την οποία έδωσε μετά στον νεκρό Γλαύκο και τον ανέστησε! Έκτοτε το φίδι παρίας έγινε ενυφαντός σύντροφος του Ασκληπιού.
 
Ο Γλαύκος επέστρεψε ζωντανός στην Κρήτη κι εμφανίσθηκε στον έκπληκτο πατέρα του προς δόξαν του Ασκληπιού. Οι Θεοί ποτέ δεν συγχώρησαν στον Ασκληπιό την επιτυχία του να βρει το φάρμακο της αναστάσεως νεκρών. Θεώρησαν πως έτσι οι άνθρωποι θα πάψουν πλέον να είναι θνητοί, άρα ένα μεγάλο πλεονέκτημα των Θεών, έναντι αυτών, θα εκλείπει.
 
Βέβαια, δεν είναι η μόνη ανάσταση νεκρού που αναφέρεται στην αρχαία παράδοσή: ο Πέλοψ αναστήθηκε από τους Θεούς, κι ο Άδωνις, κι ο Σαρπηδών με μαγικό τρόπο κ.ά.
 
Παραλλαγή αυτού του μύθου μιλά για τον μάντη και θεραπευτή Πολύϊδο (δηλ. αυτός που ξέρει πολλά) ο οποίος ήταν ένας περιπλανώμενος Αργείος. Ο Πολύϊδος εμάντεψε τον τόπο όπου είχε πνιγεί ο μικρός υιός του βασιλέως της Κνωσού κι εν συνεχεία, έκαμε χρήση μαγικών βοτάνων (μιας πόας) με τα οποία τον επανέφερε στη ζωή! Κι αυτός διατεινόταν πως έμαθε τη θεραπευτική χρήση και δράση των βοτάνων, από τους παρίες της περιοχής.  Αργότερα, ο Μίνως απαιτεί να διδάξει ο ίδιος ο Πολύϊδος στον Γλαύκο, τη μαντική τέχνη και οι μινωίτες Κρήτες την δίδαξαν με την σειρά τους στους Αιγυπτίους.
 
Οι ασθενείς ή όσοι προσέφευγαν στα ασκληπιεία, θυσίαζαν πρόβατα, χοίρους, κ.ά. ζώα, αλλά κυρίως ταύρους, εκ των οποίων έλαβε το όνομά της η περιοχή: Επίδαυρος >επί + ταύρος. Στους βωμούς καίγονταν τα εντόσθια, ενώ το υπόλοιπο κρέας ήταν το προσφερόμενο φαΐ στους ιερείς και το προσωπικό του ασκληπιείου.
 
Κατά τ’ άλλα, μετά τον Ασκληπιό, τα ασκληπιεία διευθύνονταν από τον εκάστοτε ιεροφάντη. Όταν απουσίαζε τον αντικαταστούσε ο πυρφόρος. Ο ιεροφάντης εξέταζε προσεκτικώς τον ασθενή και καθόριζε τη θεραπεία, έπειτα από συμβούλιο που έκαμε με τους θεράποντες ιατρούς-ιερείς. Σε κάθε ασκληπιείο απασχολούνταν ιερομνήμονες (σαν να λέμε σήμερα νοσοκόμοι), υδροθεραπευτές, μαλάκτες, ιεροψάλτες, κ.ά. Σημαντικό είναι να αναφέρω, πως υπηρεσίες προσέφεραν και γυναίκες ιέρειες, οι νεωκόρες ή ζακόρες.
 
Οι θεραπευόμενοι μετά τη θεραπεία τους προσέφεραν ζωάγρια, άφθονες δωρεές στους ευεργέτες τους. Από τα αφιερώματα αυτά συγκεντρώνονταν μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία διατίθεντο για τον καλλωπισμό του χώρου, για την κατασκευή μεγαλοπρεπέστατων και καλλιτεχνικότατων μνημείων. Ένα τέτοιο θα πρέπει να θεωρηθεί και το περίφημο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Αλλά και πήλινα αγγεία, χάλκινα αγάλματα, ανάγλυφα, λίθινα σκεύη, βωμοί και αναπαυτήρια, ήσαν μεταξύ των συνηθισμένων αφιερωμάτων. Όλα αυτά στόλιζαν τον ιερό χώρο. Κάτι που προξενούσε μεγάλη εντύπωση στους ασθενείς που έφθαναν σε αυτόν προς θεραπεία, αλλά και τέρψη και ευμάρεια στους επισκέπτες και τους συνοδούς τους. Όταν κανείς περνούσε τα Προπύλαια και ανηφόριζε τον γνωστό λόφο, έμενε έκθαμβος από τα απαράμιλλα κάλλη. Τέλος, οι θεραπευόμενοι ασθενείς προσέφεραν και χρήματα: Από 2 έως 13 αλεξανδρινές δραχμές ή χρυσούς στατήρες. Αναφέρεται μάλιστα, πως ο Ιππόλυτος προσέφερε είκοσι ίππους»

Πωρίες ή Παρείες
 
Ο Ασκληπιός ξεκίνησε από το Τρίκερι της Μαγνησίας και σε κάθε Ασκληπιείο κουβαλούσε χώμα από το Τρίκερι, όπου φύτευε το χορτάρι ΝΤΡΑΒ – εξαφανισμένο ή δυσεύρετο σήμερα από την ελληνική χλωρίδα- με τις κατσίκες του που τρέφονταν με αυτό το χορτάρι έπαιρνε το γάλα τους που ήταν το αντίδωρο για τους Πωρίες. Το γάλα τοποθετούνταν σε μια ελειψοειδή λεκάνη στον σηκό του ναού κι από αυτό τρέφονταν οι Πωρίες, αυτό ήταν το δώρο τους για τις υπηρεσίες τους. Αυτό είναι ξεκάθαρο στο Αμφιάρειο.  Αρκετά συχνά, τοπικοί σύλλογοι οργανώνουν εξορμήσεις και ξεναγήσεις στο Αμφιάρειο. Είναι ένας σημαντικός αρχαιολογικός χώρος χαμηλής επισκεψιμότητας, κατάλληλο για μια μικρή απόδραση από την Αθήνα. Ο Αμφιάραος,  χθόνιος Θεός, σχεδόν άγνωστος στον πολύ κόσμο, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήταν Θεός και ήρωας, σοφός και δίκαιος. Καταγόταν από το Άργος και ήταν αρχηγός της τοπικής βασιλικής οικογένειας. Διακρινόταν για τις επιδόσεις του στο άλμα και τη μαντική τέχνη.
 
Αυτό που είναι αξιοπρόσεκτο είναι η σπουδή με την οποία εξαφάνισαν οι σύγχρονοι και τα Ασκληπιεία και τους Πωρίες! Επίσης ο βασικός λόγος που καίνε αρχέγονα δάση -Πήλιο κι αλλού- είναι για να μην βγαίνουν Πωρείες και Κένταυροι κι όσοι τολμήσουν να εμφανιστούν, τους δολοφονούν. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που κάψανε τα δάση γύρω από το Νεοχώρι και … ΟΥΠΣ εκεί έστησαν και την παρουσίαση του CERN !!! εκεί υπάρχουν κι άλλα παράξενα φαινόμενα !!! μα δεν είναι του παρόντος.
 
Υπάρχουν δεκάδες αναφορές για τους Πωρίες σκοπίμως και δολίως εξαφανισμένες και χρειάζεται να ψάξεις πολύ για να βρεις κάποιες. Εκτός κι αν βρεθείς στο κατάλληλο σημείο, με επιμονή, πειθαρχία και χρονισμό και μπορέσεις να συναισθανθείς κάποιον Πωρεία, αν σταθείς τυχερός – αν σου το επιτρέψει- μπορείς και να τον δεις. Στο Πήλιο το μυθολογικό βουνό των Κενταύρων, οι πιθανότητες να βρεθείς με Πωρεία είναι αρκετά καλές και μερικές φορές πέρα από κάθε φαντασία!!
 
ΑΙΘΕΡΑΣ: Επιστημονική εξήγηση σε μυθολογικά γεγονότα
 
Οι επιστήμονες που αντιλαμβάνονται την θεωρία του Αιθέρα έχουν αποδειχθεί τις εξής αξιωματικές ιδιότητες του, σύμφωνα με τα ως τώρα δεδομένα: Ο Αιθέρας υπάρχει παντού, γεμίζει όλο το σύμπαν, διαπερνά κάθε ύλη, είναι η πηγή κάθε ενέργειας, οι οργονικοί συσσωρευτές και οι οργονίτες λειτουργούν όπου κι αν βρίσκονται. Μεταβάλλεται σε ύλη ή μάζα. Εκπέμπει φως, αλλά είναι διαφανής, μπορεί να γίνει ορατή σαν «διάθλαση του φωτός» σαν «κύματα θερμότητας» σαν «κακή ορατότης» . Δεν υπάρχει θερμότητα στον αιθέρα, δεν υπάρχει απώλεια ενέργειας. Πληροί όλο το σύμπαν μπορεί να αποδειχθεί η παρουσία της οργονοενέργειας ακόμη και μέσα στο κενό. Εξασφαλίζει την συνεκτικότητα των μονάδων ύλης, των βιόντων. ΕΚΠΕΜΠΕΙ οργονικούς ερεθισμούς με την «ταχύτητα του φωτός» αφού το «φως» είναι μια εκδήλωση της οργονικής φωταύγειας κι έχει χαρακτήρα τοπικό.
 
Οι περισσότερες οργονικές λειτουργίες  είναι «ψυχρές» φωταύγεια, ροή μέσα σ’ ένα σύρμα, έλξη. Ωστόσο η ανάκλαση της από το μέταλλο παράγει θερμότητα όπως και μια υψηλή κινητική συγκέντρωση της μέσα στην ύλη, στους πλανήτες, στους οργανισμούς. Δεν υπάρχει απώλεια ενέργειας παρατηρούμε όμως ένα μεταβολισμό ενέργειας. Βρίσκεται πάντοτε σε μία κίνηση κυματοειδή και παλμική, το οργονικό περικάλυμμα κινείται μέσα στον κοσμικό ωκεανό οργόνης ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΑ από την γήινη σφαίρα. Είναι σαν μια μπάλα που λικνίζεται πάνω στα υδάτινα κύματα βραδύτερα από τα ίδια τα κύματα. Μπορεί να αποδειχθεί ξεκάθαρα παντού και με τρόπο οπτικό, θερμικό, ηλεκτροσκοπικό, με μετρητές Geiger, προκαλεί τα φυσικά φαινόμενα που μέχρι σήμερα έμεναν ανεξήγητα όπως: την φυσική διαρροή, την κακή ορατότητα, την δράση των πεδίων στο κενό διάστημα, τον στατικό ηλεκτρισμό, τις κοσμικές ακτίνες, το γαλάζιο χρώμα του ουρανού, των θαλασσών, των μακρινών βουνών, την ιονισμένη κοσμική σκόνη στο βόρειο σέλας κ.α. Δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια στο πως θεράπευε ο Ασκληπιός και τι ήταν οι Πωρίες, κι αυτομάτως απαντάται η ερώτηση “γιατί τα εξαφάνισαν”.
 
Ο Ασκληπιός Θεός της Ιατρικής, λατρευόταν σε όλη την Αρχαία Ελλάδα
 
Ο Ασκληπιός Θεός της Ιατρικής, από τη γυναίκα του την Ηπιόνη Θεά της καταπράυνσης και της ανακούφισης, απέκτησε 5 κόρες: την Υγεία ή Υγιεία, που σύμφωνα με άλλους μύθους ήταν σύζυγός του και Θεά της πρόληψης των ασθενειών, της καλής κατάστασης της υγείας, την Πανάκεια Θεά της θεραπείας κάθε νόσου ιδίως μέσω βοτάνων, την Ιασώ Θεά της ίασης και της διαδικασίας της ανάρρωσης, την Ακεσώ Θεά της διαδικασίας της επούλωσης και την Αίγλη Θεά της λάμπουσας υγείας και της ευρωστίας και 2 γιους: τον Μαχάονα, προστάτη της σημερινής Χειρουργικής και τον Ποδαλείριο, προστάτη της σημερινής Παθολογίας, οι οποίοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο και ήταν οι γιατροί των Αχαιών. Αναφέρεται και άλλος γιος του Ασκληπιού, ο Τελεσφόρος δαίμων της επιτυχούς και αποτελεσματικής θεραπείας, που απεικονιζόταν με τη μορφή μικρού παιδιού και αποτελούσε μαζί με την Υγεία την συνοδεία του Ασκληπιού.
 
Το όνομά του παράγει ο Ιούλιος ο Επιδαύριος από το όνομα «αίγλη» (Άογλα) και προς τη γνώμη του αυτή συμφωνεί και ο λεξικογράφος Ησύχιος. Η ετυμολογία του ονόματος από τον «Άσκλην» τον Κορίνθιο Βασιλέα, τον οποίο και θεράπευσε, ή από τον «Ασγελάταν», επίθετο του Απόλλωνα, ή τον «Αγλαόπην» κ.λπ. φαίνεται μάλλον λαϊκής προέλευσης. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματός του είναι «ήπιος» που προσθέτει στην «αίγλη» λάμψη και ηπιότητα.
 
Οι αρχαιότεροι μελετητές παρήγαν το όνομα από το «ασκελής» «διά τό μή εάν σκελλέσθαι» (σκληρύνεσθαι), ή «ο μή εών τα σκέλη εσκληκέναι και ξηραίνεσθαι», ή «ότι τα ασκελή νοσήματα ήπια ποιεί».
 
Ο Ασκληπιός είναι κεντρική φυσιογνωμία του αρχετύπου των ηρώων-θεραπευτών. Ο Ασκληπιός είναι η ιδεατή αντίληψη της ιαματικής δύναμης της φύσης όπως και σήμερα γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους, που επιδρά κατά τις ήπιες εποχές στα υψώματα και στον καθαρό αέρα κάτω από την απαλή λάμψη και θερμότητα του Ηλίου, στα σημεία που αναβλύζουν δροσερές πηγές, ενώ πανύψηλα δένδρα γύρω καθαρίζουν την ατμόσφαιρα. Τέτοιο ακριβώς ήταν και το περιβάλλον των τόπων της λατρείας του και αυτή την αντίληψη ενίσχυσαν οι διάφοροι θρύλοι της γέννησής του και της καταγωγής του. Συμμετείχε στο ταξίδι των Αργοναυτών και το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, γεγονός που τον οριοθετεί στους βίους των σημαντικότερων ηρώων της ελληνικής μυθολογίας. Ο Ασκληπιός ήταν επίσης σημαντική μορφή στο δράμα που εκτυλίχθηκε μεταξύ του Απόλλωνα, του Δία και των Κυκλώπων, γνωστό σε μας μέσω της τραγωδίας του Ευριπίδη Άλκηστις. Ο Απόλλων δεν ήταν πιο αδιάφθορος από οποιονδήποτε άλλο θεό του ελληνικού πάνθεου. Οι πολυάριθμοι έρωτές του περιελάμβαναν την Κορωνίδα, τη Δάφνη, την Αρσινόη, την Κασσάνδρα, την Ψαμάθη, τη Φιλωνίδα, τη Χρυσόθεμι και πολλές άλλες, από τις οποίες σχεδόν πάντα ο Απόλλωνας παίρνει ένα γιο. Ένας από αυτούς τους γιους ήταν ο Ασκληπιός, αν και συζητείται εάν η μητέρα του ήταν η Κορωνίς ή η Αρσινόη. Όποια και αν ήταν, όμως, δεν έζησε αρκετά για να γεννήσει τον θεραπευτή-Θεό.
 
Για σένα αρχίζω θεραπευτή των νόσων Ασκληπιέ να τραγουδώ. Στη Δώτια πεδιάδα η όμορφη Κορωνίδα, η κόρη του βασιλιά Φληγύα, τον γέννησε, μεγάλη χαρά για τους ανθρώπους, ανακουφιστή των πόνων των σκληρών. (l. 5) Χαίρε, λοιπόν, άνακτα: με το τραγούδι μου προσεύχομαι σ’εσένα! (Anonymous. The Homeric Hymns and Homerica).
 
Ο Απόλλων ήταν ζηλότυπος θεός και δυσαρεστήθηκε ιδιαίτερα όταν ένας κόρακας του αποκάλυψε ότι η ερωμένη του επρόκειτο να παντρευτεί ένα θνητό. Πρώτα, λοιπόν τιμώρησε για τα κακά μαντάτα τον κόρακα, αλλάζοντας το λευκό του φτέρωμα στο γνωστό μας μαύρο. Κατόπιν τιμώρησε την ερωμένη του καίγοντάς τη, αν και σε άλλη εκδοχή του μύθου ήταν η Άρτεμις που εξέθεσε την «άπιστη» Κορωνίδα (ή Αρσινόη). Πριν να αποτεφρωθεί εντελώς η Κορωνίς, ο Απόλλωνας διέσωσε το έμβρυο που έφερε στη μήτρα της από τις φλόγες.
 
Ο νεογέννητος Ασκληπιός χρειαζόταν κάποιον για να τον μεγαλώσει. Έτσι ο Απόλλωνας σκέφθηκε τον σοφό κένταυρο Χείρωνα, μια άλλη ενδιαφέρουσα θεραπευτική μορφή της ελληνικής μυθολογίας, προ-Ολύμπια, αφού τον συναντάμε να διατρέχει τις πεδιάδες της Κρήτης, όταν γεννήθηκε ο Δίας. Ο Χείρων, λοιπόν, ο εκπαιδευτής τόσων ηρώων όπως ο Αχιλλέας, ο Ακταίων, ο Ιάσων, ο Πάτροκλος, ο Πηλέας κ.α. ανέλαβε την εκπαίδευση του Ασκληπιού. Θα παρατηρήσουμε εδώ ότι ο Χείρων είναι πλάσμα σύμβολο μιας προαιώνιας σοφίας, αυτής που υπάρχει ΠΡΙΝ από τον σχηματισμό των Θεών και μάλιστα τους εκπαιδεύει. Η σοφία του Κένταυρου είναι σε σημαντικό βαθμό παρούσα στη διάπλαση των ηρώων της ελληνικής μυθολογίας. Είναι ένα από τα ζητούμενα στο ταξίδι της ηρωικής αναζήτησης και της ολοκλήρωσης του εαυτού από το εγώ προς το ΕΙΝΑΙ.
Συνεπώς, αν και ο Απόλλωνας υπήρξε Θεός της θεραπείας, ήταν ο Χείρων που δίδαξε τη θεραπευτική τέχνη στον Ασκληπιό. Στην ανατροφή ανακατεύεται κι άλλο ένα αρχέτυπο της σοφίας –Ολύμπιο αυτή τη φορά- η Θεά Αθηνά, η οποία προσφέρει στον Ασκληπιό το πολύτιμο αίμα της Μέδουσας.
 
Ο μύθος της Άλκηστης
 
Το αίμα της Μέδουσας, αυτό που δόθηκε στον Ασκληπιό από την Αθηνά, διαιρείτο σε δύο μέρη, με βάση τη φλέβα από την οποία είχε αναπηδήσει. Το αίμα από τη δεξιά φλέβα θα μπορούσε να θεραπεύσει την ανθρωπότητα, ακόμη και από το θάνατο, ενώ το αίμα από την αριστερή φλέβα μπορούσε να θανατώσει. Τούτο το θάνατο βίωσε ο Χείρων από τα δηλητηριασμένα βέλη.
 
O Ασκληπιός ανατράφηκε για να γίνει ικανός θεραπευτής, αλλά όταν έφερε πίσω στη ζωή τον Καπανέα και τον Λυκούργο (σκοτώθηκαν στη διάρκεια του πολέμου των Επτά επί των Θηβών) και τον Ιππόλυτο, το γιο του Θησέα, ανήσυχος ο Δίας για την εξουσία του πάνω στη ζωή και το θάνατο, σκότωσε τον Ασκληπιό μ’ έναν κεραυνό.
 
Μάνιασε ο Απόλλωνας, αλλά ο θυμός ενάντια στο βασιλέα των Θεών ήταν ανώφελος, κι έτσι έστρεψε το θυμό του ενάντια στους δημιουργούς των κεραυνών, τους Κύκλωπες. Εξοργισμένος ο Δίας ετοιμάστηκε να τον ξαποστείλει στον Τάρταρο, αλλά παρενέβη μια άλλη θεά, πιθανώς η μητέρα του Απόλλωνα, η Λητώ. Ο Δίας μετέτρεψε την τιμωρία του γιου του, στέλνοντάς τον υπηρέτη στον θνητό βασιλιά Άδμητο για ένα χρόνο.
 
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως υπηρέτης, ο Απόλλωνας συμπάθησε τον Άδμητο, έναν άνθρωπο που ήταν καταδικασμένος να πεθάνει νέος. Καθώς δεν υπήρχε πια ο Ασκληπιός με το φίλτρο του για να αναστήσει τον βασιλιά, ο Άδμητος θα χανόταν για πάντα όταν πέθαινε. Ως χάρη, ο Απόλλωνας διαπραγματεύτηκε έναν τρόπο για να αποφύγει ο Άδμητος τον Χάροντα. Αν πέθαινε κάποιος άλλος στη θέση του, ο Χάροντας θα του επέτρεπε να ζησει. Το μόνο πρόσωπο που ήταν πρόθυμο να προχωρήσει σε αυτή τη θυσιαστική πράξη, ήταν αγαπημένη σύζυγος του Άδμητου, η Άλκηστις.
 
Την ημέρα που δόθηκε η Άλκηστις στον Χάροντα, στη θέση του Άδμητου, κατέφθασε στο παλάτι ο Ηρακλής. Ακούγοντας τις οιμωγές του θρήνου παραξενεύτηκε κι όσο κι αν προσποιήθηκε ο Άδμητος πως τίποτα δε συνέβαινε, οι υπηρέτες που τους έλειπε η αφέντρα τους, αποκάλυψαν την αλήθεια. Έτσι ο Ηρακλής ξεκίνησε για τον Κάτω Κόσμο, να φροντίσει για την επιστροφή της Άλκηστης στην ζωή. Ο ήρωας γίνεται θεραπευτής και τανάπαλιν, ένα μυθικό μοτίβο που ανακυκλώνεται στην παγκόσμια ιστορία των θρησκειών.
 
Χείρων και Παιών ή Παιήων
 
Η διαστροφή των μύθων γίνεται από πολύ παλιά
 
«Συ είσαι ο πιο κατάλληλος γιατρός και ο Απόλλωνας Παιάνας τιμά το φως σου», (Πίνδαρου, Πύθιαι Ωδαί, 4 επ. 12).
 
Στην Ιλιάδα όμως ο γεννήτωρ της θεραπευτικής τέχνης δεν είναι ο Ασκληπιός. Ο Ασκληπιός αναφέρεται απλώς ως πατέρας των δυο γιων του. Ο ποιητής δε γνωρίζει κανένα Ασκληπιό Θεό της θεραπείας. Τον παρουσιάζει απλά ως θνητό ιατρό που έγινε ημίθεος μετά το θανάτό του. Πίσω από τους δύο γιους του, τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο στέκει μια άλλη μορφή, που η προέλευσή της χάνεται πίσω από την αχλύ του μύθου, ο αρχαϊκός Χείρων, στον οποίο επιστρέφουμε αναζητώντας τον αιτιολογικό παράγοντα του μύθου. Ως πατέρα του Ασκληπιού ο Όμηρος δεν αναφέρει κανένα, παρά μόνον τον Χείρωνα, τον πατρικό φίλο και δάσκαλό του, που του δίδαξε τη θεραπευτική φύση των βοτάνων.
 
Αλλά αυτό δεν τον ξεχωρίζει από τον κύκλο των ηρώων που μαθήτευσαν με τον Χείρωνα. Ο ίδιος ο Αχιλλέας συμμετείχε στη θεραπευτική παράδοση με το χειρώνιον, το θεραπευτικό βοτάνι για τις πληγές του Πάτροκλου. Ωστόσο και ο ίδιος ο Χείρων πληγώνεται, όπως μαθαίνουμε από μεταγενέστερους μύθους. Είναι ένας αθάνατος με αγιάτρευτη πληγή και ο μαθητής του ο Ασκληπιός έχει την ίδια τύχη. Γιατί ο Όμηρος αποσιωπά τη Θεϊκή καταγωγή του δεύτερου; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στον ιατρό των Θεών, τον Παιώνα ή Παιήωνα.
 
Στην πέμπτη ραψωδία ο ποιητής αφηγείται τις πληγές των Θεών από τις μάχες τους με τους θνητούς. Η Αφροδίτη, η Ήρα, ο τερατώδης Άδης κι ο Άρης αναζητούν στον Όλυμπο τον Παιώνα να θεραπεύσει τις πληγές τους. Ποιος είναι όμως αυτός ο γιατρός που εγγυάται τη θεραπεία των Θεών; Είναι η προσωποποιημένη θεραπευτική δύναμη, εξυψωμένη στον Ολύμπιο Ουρανό. Ο Όμηρος στην αφήγησή του βάζει μια απαραβίαστη γραμμή που οριοθετεί τον κόσμο των θνητών και τον κόσμο των αθανάτων. Ο Χείρων, αν και Θεός, είναι ευάλωτος και υποκύπτει στην σκιά του θανάτου. Το ίδιο και ο Ασκληπιός που παραμένει δεμένος με τη σφαίρα της θνητότητας. Δεν μπορούν λοιπόν να χειριστούν τον κόσμο των αθανάτων.
 
Τούτος ο αυστηρός διαχωρισμός δεν είναι ο μοναδικός. Η Ομηρική Θεολογία χαράζει την ίδια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους Ολύμπιους Θεούς και τους Μη-Ολύμπιους. Ό,τι είναι Ολύμπιο προσδένεται σταθερά στο άρμα του Αιώνιου Φωτός. Ό,τι είναι μη-Ολύμπιο φέρει τη σκιά του θανάτου. Ο Παιών συνδεδεμένος με τον Απόλλωνα στην Οδύσσεια, διακριτός σε άλλες αφηγήσεις, είναι η αληθινή πηγή της θεραπευτικής τέχνης. Αντιπροσωπεύει μια μορφή θεραπείας ανώτερη από εκείνη του Ασκληπιού ή του Χείρωνα, την ουσία της αφηρημένης, καθαρής θεραπευτικής δύναμης του φωτός. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που ο Παιάν στους Δελφούς ακουγόταν από την άνοιξη ως τα τέλη του φθινόπωρου, όσο κρατούσε δηλαδή η Επιφάνεια του Φωτός.

ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ: Ὀδυσσεὺς ἢ Ὀδυσσέως λόγος (1-14)

[1] Οὐ πρὸς σέ μοι μόνον ὁ λόγος, δι᾽ ὃν ἀνέστην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας· πλείω γὰρ ἀγαθὰ πεποίηκα τὸ στρατόπεδον ἐγὼ ἢ ὑμεῖς ἅπαντες. καὶ ταῦτα καὶ ζῶντος ἂν ἔλεγον Ἀχιλλέως, καὶ νῦν τεθνεῶτος λέγω πρὸς ὑμᾶς. ὑμεῖς μὲν γὰρ οὐδεμίαν ἄλλην μάχην μεμάχησθε, ἣν οὐχὶ καὶ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν· ἐμοὶ δὲ τῶν ἰδίων κινδύνων οὐδεὶς ὑμῶν οὐδὲν ξύνοιδε.
[2] καίτοι ἐν μὲν ταῖς κοιναῖς μάχαις, οὐδὲ εἰ καλῶς ἀγωνίζοισθε, πλέον ἐγίγνετο οὐδέν· ἐν δὲ τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις, οὓς ἐγὼ μόνος ἐκινδύνευον, εἰ μὲν κατορθώσαιμι, ἅπαντα ὑμῖν ἐπετελεῖτο, ὧν ἕνεκα δεῦρο ἀφίγμεθα, εἰ δ᾽ ἐσφάλην, ἐμοῦ ἂν ἑνὸς ἀνδρὸς ἐστέρησθε. οὐ γὰρ ἵνα μαχοίμεθα τοῖς Τρωσὶ δεῦρ᾽ ἀφίγμεθα, ἀλλ᾽ ἵνα τήν τε Ἑλένην ἀπολάβοιμεν καὶ τὴν Τροίαν ἕλοιμεν.
[3] ταῦτα δ᾽ ἐν τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις ἐνῆν ἅπαντα. ὅπου γὰρ ἦν κεχρημένον ἀνάλωτον εἶναι τὴν Τροίαν, εἰ μὴ πρότερον τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ λάβοιμεν τὸ κλαπὲν παρ᾽ ἡμῶν, τίς ἐστιν ὁ κομίσας δεῦρο τὸ ἄγαλμα ἄλλος ἢ ἐγώ; ὃν σύ γε ἱεροσυλίας κρίνεις. σὺ γὰρ οὐδὲν οἶσθα, ὅστις τὸν ἄνδρα τὸν ἀνασώσαντα τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ, ἀλλ᾽ οὐ τὸν ὑφελόμενον παρ᾽ ἡμῶν Ἀλέξανδρον, ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον.
[4] καὶ τὴν Τροίαν μὲν ἁλῶναι ἅπαντες εὔχεσθε, ἐμὲ δὲ τὸν ἐξευρόντα ὅπως ἔσται τοῦτο ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον; καίτοι εἴπερ καλόν γε ἦν ἑλεῖν τὸ Ἴλιον, καλὸν καὶ τὸ εὑρεῖν τὸ τούτου αἴτιον. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι χάριν ἔχουσι, σὺ δὲ καὶ ὀνειδίζεις ἐμοί· ὑπὸ γὰρ ἀμαθίας ὧν εὖ πέπονθας οὐδὲν οἶσθα.
[5] κἀγὼ μὲν οὐκ ὀνειδίζω σοι τὴν ἀμαθίαν —ἄκων γὰρ αὐτὸ καὶ σὺ καὶ ‹οἱ› ἄλλοι πεπόνθασιν ἅπαντες— ἀλλ᾽ ὅτι διὰ τὰ ὀνείδη τὰ ἐμὰ σῳζόμενος οὐχ οἷός τε εἶ πείθεσθαι, ἀλλὰ καὶ προσαπειλεῖς ὡς κακὸν δράσων τι τούσδε, ἐὰν ἐμοὶ τὰ ὅπλα ψηφίσωνται. καὶ πολλάκις γε ἀπειλήσεις καὶ πολλά, πρὶν καὶ σμικρόν τι ἐργάσασθαι· ἀλλ᾽ εἴπερ ἐκ τῶν εἰκότων τι χρὴ τεκμαίρεσθαι, ὑπὸ τῆς κακῆς ὀργῆς οἴομαί σε κακόν τι σαυτὸν ἐργάσεσθαι.
[6] καὶ ἐμοὶ μέν, ὅτι τοὺς πολεμίους κακῶς ἐποίησα, δειλίαν ὀνειδίζεις· σὺ δὲ ὅτι φανερῶς ἐμόχθεις καὶ μάτην, ἠλίθιος ἦσθα. ‹ἢ› ὅτι μετὰ πάντων τοῦτο ἔδρασας, οἴει βελτίων εἶναι; ἔπειτα περὶ ἀρετῆς πρὸς ἐμὲ λέγεις; ὃς πρῶτον μὲν οὐκ οἶσθα οὐδ᾽ ὅπως ἔδει μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὥσπερ ὗς ἄγριος ὀργῇ φερόμενος τάχ᾽ ἄν ποτε ἀποκτενεῖς σεαυτὸν κακῷ περιπεσών τῷ ‹ξίφει›. οὐκ οἶσθα ὅτι τὸν ἄνδρα τὸν ἀγαθὸν οὔθ᾽ ὑφ᾽ αὑτοῦ χρὴ οὔθ᾽ ὑφ᾽ ἑταίρου οὔθ᾽ ὑπὸ τῶν πολεμίων κακὸν οὐδ᾽ ὁτιοῦν πάσχειν;
[7] σὺ δὲ ὥσπερ οἱ παῖδες χαίρεις, ὅτι σέ φασιν οἵδε ἀνδρεῖον εἶναι· ἐγὼ δὲ δειλότατόν γε ἁπάντων τε καὶ δεδιότα τὸν θάνατον μάλιστα· ὅστις γε πρῶτον ὅπλα ἔχεις ἄρρηκτα καὶ ἄτρωτα, δι᾽ ἅπερ σέ φασιν ἄτρωτον εἶναι. καίτοι τί ἂν δράσεις, εἴ τις σοὶ τῶν πολεμίων τοιαῦτα ὅπλα ἔχων προσέλθοι; ἦ που καλόν τι καὶ θαυμαστὸν ἂν εἴη, εἰ μηδέτερος ὑμῶν μηδὲν δρᾶσαι δύναιτο. ἔπειτα οἴει τι διαφέρειν τοιαῦτα ὅπλα ἔχειν ἢ ἐντὸς τείχους καθῆσθαι; καὶ σοὶ μόνῳ δὴ τεῖχος οὐκ ἔστιν, ὡς σὺ φῄς· μόνος μὲν οὖν σύ γε ἑπταβόειον περιέρχῃ τεῖχος προβαλλόμενος ἑαυτοῦ·
[8] ἐγὼ δὲ ἄοπλος οὐ πρὸς τὰ τείχη τῶν πολεμίων ἀλλ᾽ εἰς αὐτὰ εἰσέρχομαι τὰ τείχη, καὶ τῶν πολεμίων τοὺς προφύλακας ἐγρηγορότας αὐτοῖς ὅπλοισιν αἱρῶ, καὶ εἰμὶ στρατηγὸς καὶ φύλαξ καὶ σοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, καὶ οἶδα τὰ τ᾽ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν τοῖς πολεμίοις, οὐχὶ πέμπων κατασκεψόμενον ἄλλον· ἀλλ᾽ αὐτός, ὥσπερ οἱ κυβερνῆται τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν σκοποῦσιν ὅπως σώσουσι τοὺς ναύτας, οὕτω δὲ καὶ ἔγωγε καὶ σὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας σῴζω.
[9] οὐδ᾽ ἔστιν ὅντινα κίνδυνον ἔφυγον αἰσχρὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν· οὐδ᾽ εἰ μὲν ὄψεσθαί μέ τινες ἔμελλον, γλιχόμενος ἂν τοῦ δοκεῖν ἐτόλμων· ἀλλ᾽ εἴτε δοῦλος εἴτε πτωχὸς καὶ μαστιγίας ὢν μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν, ἐπεχείρουν ἄν, καὶ εἰ μηδεὶς ὁρῴη. οὐ γὰρ δοκεῖν ὁ πόλεμος ἀλλὰ δρᾶν ἀεὶ καὶ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ φιλεῖ τι. οὐδὲ ὅπλα ἐστί μοι τεταγμένα, ἐν οἷς προκαλοῦμαι τοὺς πολεμίους μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὅντινα ἐθέλει τις τρόπον, καὶ πρὸς ἕνα καὶ πρὸς πολλοὺς ἕτοιμός εἰμ᾽ ἀεί.
[10] οὐδ᾽ ἡνίκα κάμνω μαχόμενος, ὥσπερ σύ, τὰ ὅπλα ἑτέροις παραδίδωμι, ἀλλ᾽ ὁπόταν ἀναπαύωνται οἱ πολέμιοι, τότε αὐτοῖς τῆς νυκτὸς ἐπιτίθεμαι, ἔχων τοιαῦτα ὅπλα ἃ ἐκείνους βλάψει μάλιστα. καὶ οὐδὲ νὺξ πώποτέ με ἀφείλετο, ὥσπερ σὲ πολλάκις μαχόμενον ἄσμενον πέπαυκεν· ἀλλ᾽ ἡνίκα ἂν ῥέγχῃς σύ, τηνικαῦτα ἐγὼ σῴζω σε, καὶ τοὺς πολεμίους ἀεὶ κακόν τι ποιῶ, ἔχων τὰ δουλοπρεπῆ ταῦτα ὅπλα καὶ τὰ ῥάκη καὶ τὰς μάστιγας, δι᾽ ἃς σὺ ἀσφαλῶς καθεύδεις.
[11] σὺ δ᾽ ὅτι φέρων ἐκόμισας τὸν νεκρόν, ἀνδρεῖος οἴει εἶναι; ὃν εἰ μὴ ἠδύνω φέρειν, δύο ἄνδρες ἂν ἐφερέτην, κἄπειτα κἀκεῖνοι περὶ ἀρετῆς ἴσως ἂν ἡμῖν ἠμφισβήτουν. κἀμοὶ μὲν ὁ αὐτὸς ἂν πρὸς αὐτοὺς ἦν λόγος· σὺ δὲ τί ἂν ἔλεγες ἀμφισβητῶν πρὸς αὐτούς; ἢ δυοῖν μὲν οὐκ ἂν φροντίσαις, ἑνὸς δ᾽ ἂν αἰσχύνοιο ὁμολογῶν δειλότερος εἶναι;
[12] οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι οὐ τοῦ νεκροῦ τοῖς Τρωσὶν ἀλλὰ τῶν ὅπλων ἔμελεν ὅπως λάβοιεν; τὸν μὲν γὰρ ἀποδώσειν ἔμελλον, τὰ δὲ ὅπλα ἀναθήσειν εἰς τὰ ἱερὰ τοῖς θεοῖς. τοὺς γὰρ νεκροὺς οὐ τοῖς οὐκ ἀναιρουμένοις αἰσχρόν, ἀλλὰ τοῖς μὴ ἀποδιδοῦσι θάπτειν. σὺ μὲν οὖν τὰ ἕτοιμα ἐκόμισας· ἐγὼ δὲ τὰ ὀνειδιζόμενα ἀφειλόμην ἐκείνους.
[13] Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν.

[14] οἶμαι δέ, ἂν ποτέ τις ἄρα σοφὸς ποιητὴς περὶ ἀρετῆς γένηται, ἐμὲ μὲν ποιήσει πολύτλαντα καὶ πολύμητιν καὶ πολυμήχανον καὶ πτολίπορθον καὶ μόνον τὴν Τροίαν ἑλόντα, σὲ δέ, ὡς ἐγᾦμαι, τὴν φύσιν ἀπεικάζων τοῖς τε νωθέσιν ὄνοις καὶ βουσὶ τοῖς φορβάσιν, ἄλλοις παρέχουσι δεσμεύειν καὶ ζευγνύναι αὑτούς.

***
[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ᾽ εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ᾽ όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ᾽ όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα.
[2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα ᾽βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία.
[3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το ᾽κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά.
[4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό; Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου ᾽χει γίνει.
[5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό.
[6] Και καταλογίζεις σ᾽ εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ᾽ εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα‒πρώτα δεν ξέρεις πώς θα ᾽πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του;
[7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ᾽ όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα ᾽κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα ᾽ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού.
[8] Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ᾽ από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα‒μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους.
[9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν.
[10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος.
[11] Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ᾽ αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν;
[12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει.
[13] Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν.
[14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ᾽ ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (592-638)

ΧΟ. πλουτεῖν δὲ πόθεν δώσομεν αὐτοῖς; καὶ γὰρ τούτου σφόδρ᾽ ἐρῶσιν.
ΠΙ. τὰ μέταλλ᾽ αὐτοῖς μαντευομένοις οὗτοι δώσουσι τὰ χρηστά,
τάς τ᾽ ἐμπορίας τὰς κερδαλέας πρὸς τὸν μάντιν κατεροῦσιν,
595 ὥστ᾽ ἀπολεῖται τῶν ναυκλήρων οὐδείς. ΧΟ. πῶς οὐκ ἀπολεῖται;
ΠΙ. προερεῖ τις ἀεὶ τῶν ὀρνίθων μαντευομένῳ περὶ τοῦ πλοῦ·
«νυνὶ μὴ πλεῖ, χειμὼν ἔσται.» «νυνὶ πλεῖ, κέρδος ἐπέσται.»
ΕΥ. γαῦλον κτῶμαι καὶ ναυκληρῶ, κοὐκ ἂν μείναιμι παρ᾽ ὑμῖν.
ΠΙ. τοὺς θησαυτρούς τ᾽ αὐτοῖς δείξουσ᾽ οὓς οἱ πρότεροι κατέθεντο
600 τῶν ἀργυρίων· οὗτοι γὰρ ἴσασι· λέγουσι δέ τοι τάδε πάντες·
«οὐδεὶς οἶδεν τὸν θησαυρὸν τὸν ἐμὸν πλὴν εἴ τις ἄρ᾽ ὄρνις.»
ΕΥ. πωλῶ γαῦλον, κτῶμαι σμινύην, καὶ τὰς ὑδρίας ἀνορύττω.
ΧΟ. πῶς δ᾽ ὑγίειαν δώσουσ᾽ αὐτοῖς, οὖσαν παρὰ τοῖσι θεοῖσιν;
ΠΙ. ἢν εὖ πράττωσ᾽, οὐχ ὑγιεία μεγάλη τοῦτ᾽ ἐστί; ΕΥ. σάφ᾽ ἴσθι,
605 ὡς ἄνθρωπός γε κακῶς πράττων ἀτεχνῶς οὐδεὶς ὑγιαίνει.
ΧΟ. πῶς δ᾽ εἰς γῆράς ποτ᾽ ἀφίξονται; καὶ γὰρ τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐν Ὀλύμπῳ.
ἢ παιδάρι᾽ ὄντ᾽ ἀποθνῄσκειν δεῖ; ΠΙ. μὰ Δί᾽ ἀλλὰ τριακόσι᾽ αὐτοῖς
ἔτι προσθήσουσ᾽ ὄρνιθες ἔτη. ΧΟ. παρὰ τοῦ; ΠΙ. παρὰ τοῦ; παρ᾽ ἑαυτῶν.
οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι πέντ᾽ ἀνδρῶν γενεὰς ζώει λακέρυζα κορώνη;
610 ΕΥ. αἰβοῖ, πολλῷ κρείττους οὗτοι τοῦ Διὸς ἡμῖν βασιλεύειν.
ΠΙ. οὐ γὰρ πολλῷ;
πρῶτον μέν ‹γ᾽› οὐχὶ νεὼς ἡμᾶς
οἰκοδομεῖν δεῖ λιθίνους αὐτοῖς,
οὐδὲ θυρῶσαι χρυσαῖσι θύραις,
615 ἀλλ᾽ ὑπὸ θάμνοις καὶ πρινιδίοις
οἰκήσουσιν. τοῖς δ᾽ αὖ σεμνοῖς
τῶν ὀρνίθων δένδρον ἐλάας
ὁ νεὼς ἔσται. κοὐκ εἰς Δελφοὺς
οὐδ᾽ εἰς Ἄμμων᾽ ἐλθόντες ἐκεῖ
620 θύσομεν, ἀλλ᾽ ἐν ταῖσιν κομάροις
καὶ τοῖς κοτίνοις στάντες, ἔχοντες
κριθάς, πυροὺς εὐξόμεθ᾽ αὐτοῖς
ἀνατείνοντες τὼ χεῖρ᾽ ἀγαθῶν
διδόναι τὸ μέρος· καὶ ταῦθ᾽ ἡμῖν
625 παραχρῆμ᾽ ἔσται
πυροὺς ὀλίγους προβαλοῦσιν.

ΧΟ. ὦ φίλτατ᾽ ἐμοὶ πολὺ πρεσβυτῶν ἐξ ἐχθίστου μεταπίπτων,
οὐκ ἔστιν ὅπως ἂν ἐγώ ποθ᾽ ἑκὼν τῆς σῆς γνώμης ἔτ᾽ ἀφείμην.
ἐπαυχήσας δὲ τοῖς σοῖς λόγοις
630 ἐπηπείλησα καὶ κατώμοσα,
ἢν σὺ παρ᾽ ἐμὲ θέμενος ὁμόφρο-
νας λόγους δίκαιος ἄδολος
ὅσιος ἐπὶ θεοὺς ἴῃς,
ἐμοὶ φρονῶν ξυνῳδά, μὴ
635 πολὺν χρόνον θεοὺς ἔτι
σκῆπτρα τἀμὰ τρίψειν.
ἀλλ᾽ ὅσα μὲν δεῖ ῥώμῃ πράττειν, ἐπὶ ταῦτα τεταξόμεθ᾽ ἡμεῖς·
ὅσα δὲ γνώμῃ δεῖ βουλεύειν, ἐπὶ σοὶ τάδε πάντ᾽ ἀνάκειται.

***
ΚΟΡ. Ναι, μα οι άνθρωποι, ξέρεις, τα πλούτη αγαπούν·
από πού θα τους δίνουμε πλούτη;
ΠΙΣ. Θα ρωτούνε πουλιά μαντικά, να τους λεν
πού θα βρούνε καλά μεταλλεία·
και για εμπόρια που κέρδη να δώσουν μπορούν
τα πουλιά θα μιλούνε στο μάντη·
και κανείς ναυτικός δε θα χάνεται πια.
ΚΟΡ. Δε θα χάνεται; πώς; ξήγησέ μας.
ΠΙΣ. Νά: για κάθε ταξίδι πουλί μαντικό
θα ρωτά κι απ᾽ αυτό θα μαθαίνει:
«Σε ταξίδι μην πας, θα χαλάσει ο καιρός.»
«Τώρα αρμένιζε, κέρδητα θα ᾽χεις.»
ΕΥΕ. Αγοράζω μια σκούνα, παιδιά· ναυτικός
γίνομαι· έχετε γεια, σας αφήνω.
ΠΙΣ. Και θα δείχνουν ακόμα σ᾽ αυτούς τους παλιούς
θησαυρούς που ᾽χαν άνθρωποι θάψει
600 σε άλλα χρόνια· τους ξέρουν καλά τα πουλιά·
δεν ακούτε τον κόσμο που λέει:
«Μοναχά ένα πουλί να γνωρίζει μπορεί
τα κρυμμέν᾽ αγαθά μου πού τα ᾽χω.»;
ΕΥΕ. Βρε παιδιά μου, τη σκούνα πουλώ, ένα τσαπί
θ᾽ αγοράσω σταμνιά να ξεθάβω.
ΚΟΡ. Την υγεία την κρατούν οι θεοί· πώς μπορούν
να τη δίνουν πουλιά στους ανθρώπους;
ΠΙΣ. Καλοπέραση αν θα ᾽χουν, δε θα ᾽ναι αρκετή
τούτο υγεία; ΕΥΕ. Και βέβαια· να ξέρεις
πως κανένας ποτέ την υγεία δεν μπορεί
να χαρεί, η καλοπέραση αν λείπει.
ΚΟΡ. Στα βαθιά γερατειά πώς θα φτάνουν; κι αυτά
φυλαγμένα στον Όλυμπο μένουν.
Μήπως οι άνθρωποι πια θα πεθαίνουν παιδιά;
ΠΙΣ. Μπα· κάθε άλλο· τρακόσια χρονάκια
στους θνητούς τα πουλιά θα προσθέτουν. ΚΟΡ. Και πού
θα τα βρίσκουνε; ΠΙΣ. Πού; Στον εαυτό τους.
Πέντε ανθρώπων γενιές ζει, καλέ, η φωνακλού
η κουρούνα· δεν το ᾽χεις ακούσει;
610 ΕΥΕ. Μωρέ αξίζουν, αλήθεια, απ᾽ το Δία πιο πολύ
τα πουλιά να ᾽ναι αφέντες του κόσμου.
ΠΙΣ. Πιο πολύ; φυσικά· και πολύ πιο πολύ.
Πρώτα πρώτα, δε θα ᾽χουμε ανάγκη ναούς
μαρμαρένιους να χτίζουμε τώρα γι᾽ αυτά
και γι᾽ ασφάλεια να βάζουμε θύρες χρυσές·
σε πουρνάρια από κάτω και θάμνα θα ζουν.
Τα τρανά, τα σεβάσμια πουλιά για ναό
θα ᾽χουν πάλι μια ελιά.
Κι έτσι πια δε θα τρέχουμ᾽ εμείς στους Δελφούς
620 ή στον Άμμωνα, εκεί να θυσιάζουμε· να
κουμαριές κι αγριελιές! Θα στεκόμαστε αυτού
και, κρατώντας κριθάρι και στάρι, ψηλά
τα δυο χέρια σηκώνοντας, μια προσευχή
θα τους λέμε, αγαθά να χαρίζουν σ᾽ εμάς·
και για λίγα σπυριά που θα ρίχνουμε, ευθύς
θα μας δίνουν αυτό που ζητούμε.

ΚΟΡ. Ω σ᾽ εμένανε πρώτα πολύ μισητέ
και παμφίλτατε γέροντα τώρα,
απ᾽ τη γνώμη σου, θέλοντας, ούτε στιγμή
δε θα φύγω· κοντά σου θα μένω.
ΧΟΡ. Με ξεσήκωσαν τα λόγια σου
και φοβέρες ξεστομίζω
630 κι όρκο εγώ μεγάλο κάνω.
Με λόγια αν τάξεις γκαρδιακά
πως δίκαια, τίμια κι άδολα
με μια καρδιά μαζί μ᾽ εμάς
θα πολεμήσεις τους θεούς,
δε θα χαρούν πολύν καιρό
το σκήπτρο που μας άρπαξαν.
ΚΟΡ. Σ᾽ όσα χρειάζεται δύναμη, ξέρε το αυτά
πως τα παίρνουμε απάνω μας όλα·
όσα θέλουνε γνώση και σκέψη, δουλειά
πια δικιά σου· σ᾽ εσέ τ᾽ αναθέτω.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΟΛΙΝΑ

ΒΟΛΙΝΑ
(αθάνατη)
 
Η Βολίνα ήταν μια κόρη της Αχαΐας που την ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας. Προκειμένου εκείνη να αποφύγει την ένωση με τον θεό, ρίχτηκε στη θάλασσα και πνίγηκε αλλά έγινε αθάνατη με τη χάρη του Απόλλωνα (Παυσ. 7.23.4).
 
Από εκείνη ονομάστηκε ένας ποταμός κοντά στην πόλη Αργυρά της Αχαΐας, ο Βολιναίος ποταμός, και μια πόλη, η Βολίνα.

Κοίτα τον καθρέφτη και δες την ψυχή σου

Είναι τόσες ψυχές που γυρίζουν απ’ το άπειρο στον χρόνο. Κρύβουν στιγμές, χαμόγελα, πόνο, δάκρυα. Έρχονται σ’ αυτή τη ζωή για να σβήσουν πληγές ή για ν’ ανοίξουν καινούργιες. Έρχονται για να δουν το είδωλό τους να καθρεφτίζεται πάνω στη Γη.

Άλλες απ’ αυτές καταφέρνουν να μείνουν. Κι άλλες, πάλι, απλά τριγυρίζουν. Κι έπειτα, φεύγουν. Κάνουν τη ζημιά τους ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αφήσουν πίσω τους έναν ραγισμένο καθρέφτη. Ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αφήσουν τη ψυχή τους, χωρίς καλά να την έχουν μάθει.

Κι αν τα μάτια σου είναι ο καθρέφτης της ψυχής σου, τι γίνεται όταν αυτά τα δύο μάτια αντικρίζουν το είδωλό σου; Και να ξαφνικά που το «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, βλέπεις την ομορφιά μου;» κάνει την εμφάνισή του. Η εξομοίωσή σου μ’ αυτό που αντικρίζεις και μ’ αυτό που είσαι πραγματικά είναι κι η αρχή του δικού σου παραμυθιού.

Αλήθεια, γνωρίζεις πώς ν’ αγαπάς τον εαυτό σου, πραγματικά; Γνωρίζεις πως αν τον αγαπάς, κάθε μέρα λίγο και περισσότερο, θα γίνει καλύτερος; Δοκίμασέ το και θα αισθανθείς ομορφότερα. Θα ‘χεις τη δουλειά που θέλεις, θα ‘σαι ευτυχισμένος με τα χρήματα που έχεις κι οι σχέσεις σου θα βελτιώνονται. Ακόμα κι αν είναι αρνητικές, θα διαλύονται και θα ξεκινούν καινούργιες. Τόσο απλά.

Γιατί μερικές συνήθειες είναι τόσο ισχυρές που είναι ικανές να οικοδομήσουν την αυτοεκτίμησή σου. Αρκεί να συνειδητοποιήσεις πως ό,τι λες ή πιστεύεις είναι η επιβεβαίωση. Είναι μηνύματα στο υποσυνείδητό σου, ικανά να δημιουργήσουν συνήθεις τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς. Γιατί η ειρήνη του μυαλού κρύβει μέσα της την εσωτερική χαρά.

Μίλα, λοιπόν, δυνατά μπροστά στον καθρέφτη σου κι εκείνος θα βρει τρόπο ν’ αντανακλά πίσω τα συναισθήματα που έχεις για τον εαυτό σου. Θα βρει τον τρόπο να σου διδάξει ποιες σκέψεις θα χρειαστεί ν’ αλλάξεις, αν θέλεις να ‘χεις μια χαρούμενη ημέρα. Και στην πορεία θα σου μάθει να τον φροντίζεις. Ίσως σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο απ’ ό,τι έκανες πριν.

Αρκεί να τον κοιτάξεις και να του πεις «Εντάξει, σ’ αγαπάω. Ό,τι κι αν συμβεί θα περάσει. Και θα συνεχίσω να σ’ αγαπάω και να σε φροντίζω. Κι αυτό θα ‘ναι για πάντα». Κι αν αναρωτιέσαι πόσο περίεργο κι αλλόκοτο μπορεί να’ ναι αυτό, τότε στην πορεία θα καταλάβεις πώς είναι ν’ αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου μπροστά σ’ έναν καθρέφτη.

Είναι αυτό που κρύβεται πίσω απ’ τις λέξεις. “Mirror working”. Μία αυτοκριτική κι ένα έργο που μετατρέπεται σ’ ένα παιχνίδι. Και τι πιο σημαντικό απ’ το να δώσεις στον εαυτό σου λίγα θετικά μηνύματα μέσα στην ημέρα; Να τον κοιτάξεις βαθιά και να δεις πέρα απ’ την εμφάνισή του;

Κι η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν τόσες ομορφιές κρυμμένες κι ακόμα περισσότερες που δεν μπορείς να φανταστείς. Φτάνει μόνο να τις πιστέψεις. Κι αν στην αρχή σου φανεί λίγο αστείο, η συναισθηματική ελευθερία που θα νιώσεις στη συνέχεια, θα σου δημιουργήσει ένα θορυβώδες συναίσθημα μες στην καρδιά σου.

Ψάξε μέσα στα μάτια σου, πίσω απ’ τις μακριές βλεφαρίδες που αναβοσβήνουν, εκείνους τους δαίμονες που χτίζουν τοίχους γύρω σου. Έπειτα εγκατάλειψε κάθε θυμό και μίσος. Γράψε κάθε άσχημη σκέψη σ’ ένα χαρτί και, ύστερα, δεσμεύσου πως αφήνεις πίσω σου το καθετί. Κι όταν ανακαλύψεις και την πραγματική ομορφιά πίσω απ’ έναν καθρέφτη, αυτή θα βρει και τον τρόπο να καθρεφτίζεται πάνω στη Γη.

Ο δρόμος προς την κορυφή δε χρειάζεται να ‘ναι μοναχικός

Λένε πως για να φτάσεις στην κορυφή, να ξεφύγεις απ’ τον μέσο όρο και να κάνεις πραγματικά τη διαφορά, θα πρέπει να θυσιάσεις όλα τα άλλα. Ίσως το να ‘σαι πραγματικά στην κορυφή να θεωρείται από κάποιους ένδειξη μοναξιάς ή κι έλλειψης άλλων ενδιαφερόντων. Η εμμονική ενασχόληση με τη δουλειά, η συμφωνία εκείνη που θέλεις να κλείσεις κι είναι η πρώτη σου σκέψη το πρωί όταν ξυπνάς κι η τελευταία πριν κοιμηθείς, οι επιδόσεις κι οι χρόνοι που θες να βελτιώσεις ή η τέλεια νουβέλα που θα ‘θελες ιδανικά να γράψεις μέχρι το τέλος του έτους.

Οι λόγοι που μπορεί κάποιος να ονειρεύεται να φτάσει στην κορυφή είναι πολλοί. Για κάποιους είναι η αναγνώριση που δεν είχαν ποτέ κι η ανάγκη τους εκείνη να δείξουν πως αξίζουν σε όσους δεν πίστεψαν ποτέ σ’ αυτούς. Η πίστη τους σε ένα συγκεκριμένο πεδίο ή αντικείμενο κι η ανάγκη τους να προσφέρουν σ’ αυτό. Άλλους μπορεί να τους κινητοποιεί το χρήμα κι η άνετη ζωή που συνήθως σου προσφέρει η επαγγελματική επιτυχία.

Κάποιοι περνούν χρόνια χτίζοντας μια καριέρα. Απ’ το σχολείο ακόμη, όταν άλλοι είχαν στο μυαλό τους γκομενοπροβλήματα, όπως το αν θα βρουν ανταπόκριση στον έρωτά τους ή σε ποιο νησί θα πάνε για ξέφρενη διασκέδαση, κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη να δουλεύουν σκληρά και με μεθοδικότητα για την επίτευξη των στόχων τους. Πετυχαίνοντας ένα στόχο τη φορά, γέμιζαν με υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση και δύναμη, σίγουροι πια πως μπορούν να καταφέρουν ακόμη περισσότερα.

Ας μην ισοπεδώνουμε, όμως, τα πάντα κι ας μην ξεχνάμε πως η ευτυχία συνήθως βασίζεται στην ισορροπία στη ζωή ενός ανθρώπου κι όχι στα άκρα. Όταν επικεντρώνεσαι στην καριέρα σου, ειδικά όταν βρίσκεσαι στο ξεκίνημα αυτής, δε σημαίνει πως δε σε νοιάζουν όλα τα άλλα. Ταξίδια, παρέες, φλερτ κι έρωτες. Σε νοιάζουν και τα κάνεις και με το παραπάνω. Απλά ίσως να μη γίνουν ποτέ προτεραιότητά σου. Ίσως ακόμη να μην έμαθες να επενδύεις σε ανθρώπους, γιατί δε σου αρέσει να χάνεις. Οι άνθρωποι είναι απρόβλεπτοι κι εσύ θέλεις τα ασφαλή κι εγγυημένα, να ξέρεις πως οι κινήσεις που θα κάνεις θα σε οδηγήσουν στην επιτυχία.

Επειδή, όμως, σε γεμίζει η καριέρα δε σημαίνει πως άρχισες να ξεχνάς τι σημαίνει να δίνεις και να παίρνεις, να μοιράζεσαι, να περιμένεις κάτι από κάποιον, να ‘χεις κάπου να βασιστείς. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων που αποδίδουν πολύ καλύτερα στην εργασία τους όταν είναι σε σχέση. Είναι πιο αποδοτικοί, πιο ήρεμοι και χαλαροί κι η θαλπωρή του σπιτιού σε συνδυασμό με την αγάπη και το πάθος για τον σύντροφο είναι το καταφύγιό τους κι η δύναμή τους.

Ίσως, τελικά, το κλειδί να μη βρίσκεται στο να θυσιάσεις όλα τα άλλα για μια καριέρα, αλλά να ‘χεις στη ζωή σου άτομα πρόθυμα να σε στηρίξουν για να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Ένα σύντροφο που δε θα σου γκρινιάζει όταν χρειάζεται να δουλέψεις λίγο παραπάνω, φίλους που να μη σου κρατούν κακία όταν αργείς στα ραντεβού σου και γονείς που ξέρουν πως δεν τους ξεχνάς, ακόμη κι αν δεν τηλεφωνείς συχνά.

Σε καμία περίπτωση, μη νιώσεις ενοχές και μην αισθανθείς πως αν επένδυες σε ‘σένα με έναν άλλο τρόπο τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Οι επιλογές σου κι οι προτεραιότητές σου είναι αυτές που σε καθορίζουν κι οι άνθρωποι που σε αγαπούν και νοιάζονται για ‘σένα το γνωρίζουν. Κι ας μην ξεχνάμε τα λόγια του Arnold, πως η ζωή δεν είναι να ‘χεις και να αποκτάς, αλλά να ‘σαι και να γίνεσαι. Και μια ζωή εξέλιξης και συνεχούς μάθησης είναι αυτό ακριβώς.

Coregasm, ο τυχαίος οργασμός

«Δε χτυπά προειδοποιητικό καμπανάκι, έρχεται απρόσκλητος και κουβαλά, όπως κάθε οργασμός, αισθήματα ευφορίας, χαράς, ηδονής κι ολοκλήρωσης». Τι είναι; Μα φυσικά το coregasm! Ή αλλιώς o «τυχαίος οργασμός» που αποτελεί το νέο είδος ηδονής το οποίο βιώνουν πολλές γυναίκες, ανάμεσά τους ίσως κι εσύ η ίδια που διαβάζεις τώρα αυτό το κείμενο και δεν είχε περάσει καν απ’ το μυαλό σου.    

Είναι άμεσος, στιγμιαίος και τόσο ξαφνικός που συνήθως εμφανίζεται όταν δεν τον περιμένεις. Προκαλείται ως επί το πλείστον απ’ την ξαφνική τριβή της κλειτορίδας ή την πίεση που δέχεται το πυελικό έδαφος του γυναικείου σώματος και το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από συναρπαστικό.

Επειδή ακριβώς προκαλείται λόγω της τριβής, υπάρχει μεγάλη περίπτωση να συμβεί σε κάθε γυναίκα εκτελώντας κάποια άσκηση κατά τη διάρκεια της γυμναστικής, κάνοντας ποδήλατο ή ιππασία, καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια του ύπνου ενώ βλέπει ένα ερωτικό όνειρο. Σύμφωνα με έρευνες, ο «τυχαίος οργασμός» μέσω της γυμναστικής είναι το πιο σύνηθες φαινόμενο και για την έκρηξη αυτή των ορμονών συχνά οφείλονται οι κοιλιακοί, η άρση βαρών, η ποδηλασία, το τρέξιμο, το περπάτημα κι η yoga.

Πρόκειται για μια διαδικασία άμεση και τόσο αστραπιαία που πολλοί επιστήμονες την παρομοιάζουν με το φτέρνισμα, καθώς τα αποτελέσματα του coregasm μοιάζουν αρκετά με εκείνα του φτερνίσματος: ταχυκαρδία κι έκρηξη ορμονών στην αρχή που οδηγούν στην ευχαρίστηση, την ηδονή κι έπειτα στην ανακούφιση.

Όπως κάθε φαινόμενο που εμφανίζεται στις ζωές μας κι έχει όνομα, αιτίες, τρόπους εκτέλεσης κι αποφυγής, έτσι κι ο τυχαίος οργασμός αν το δεις απ’ τη θετική του πλευρά έχει αρκετά αισιόδοξα αποτελέσματα. Στην κρίση που βιώνουν οι σχέσεις και το σεξ, το coregasm προσφέρει στις γυναίκες τον πολυπόθητο οργασμό χωρίς να προηγηθεί σεξουαλική επαφή. Αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και μετά την ερωτική συνεύρεση ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών μένει ανικανοποίητο, ίσως τελικά ο τυχαίος οργασμός να ‘ναι αυτό που έχουν πραγματικά ανάγκη.

Κάθε γυναίκα μαθαίνει να περνά και μόνη της καλά χωρίς την ύπαρξη κάποιου μόνιμου ή περιστασιακού παρτενέρ και βιώνει κάθε συναίσθημα ηδονής κι ολοκλήρωσης χωρίς καμιά προσπάθεια, εύκολα, γρήγορα κι αποτελεσματικά. Γνωρίζει μέσω αυτού καλύτερα τη γυναικεία της φύση χωρίς να εξαρτάται σωματικά και συναισθηματικά από κανέναν σύντροφο ή εξάρτημα και βιώνει την ολοκλήρωση στο μεγαλείο της ως αποτέλεσμα απόλαυσης μιας καθημερινής της δραστηριότητας. Αυτός ο οργασμός, ουσιαστικά, αποτελεί την επιβράβευσή της προσπάθειάς της!

Όταν, δε, η προσπάθεια δημιουργίας ενός υγιούς και καλοσχηματισμένου σώματος επιβραβεύεται και συνοδεύεται απ’ το συγκεκριμένο, απόλυτο, σωματικό, συναισθηματικό κι ορμονικό δώρο, ποιος δε θα ήθελε να το ζήσει; «Νους υγιής εν σώματι υγιεί» κι η σεξουαλικότητα στο πικ της.

Αντίθετα όμως, αν το καλοσκεφτείς, όσο κι αν κάθε άνθρωπος κυνηγά το συναίσθημα του οργασμού σε στιγμές, ανθρώπους, πράξεις ή ακόμα και σε φαγητά, κάποιες φορές ίσως το timing να μην είναι το κατάλληλο. Δεν είναι πάντα όλα ευπρόσδεκτα σε ανύποπτο χρόνο. Όπως ακριβώς κι όταν η περίοδος κάθε γυναίκας της χτυπά την πόρτα απροειδοποίητα, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση αυτού του είδους του οργασμού ίσως όταν συμβεί τυχαία και ξαφνικά να μην είναι η κατάλληλη στιγμή.

Όπως δε θα ήθελες να λυθεί το μαγιό σου σε μια κατάμεστη παραλία κι όλα τα βλέμματα να στραφούν πάνω σου, το ίδιο δε θα ήθελες και το coregasm να θυμηθεί να σου συμβεί σε μια γεμάτη αίθουσα γυμναστηρίου. Σίγουρα, δεν είναι όλες οι περιπτώσεις κι οι στιγμές ίδιες με αποτέλεσμα να μην ξέρεις πώς ν’ αντιδράσεις προκαλώντας σου εκείνο το –καθόλου χαριτωμένο– συναίσθημα αμηχανίας, κομπιάσματος και πανικού.

Η σεξουαλικότητα είναι μεγάλο κομμάτι στη ζωή ενός ανθρώπου. Άλλες φορές τυχαίνει, άλλες επιδιώκεται κι άλλες προκαλείται ως αυτοσκοπός. Η ευχαρίστηση κι η ηδονή είναι για να βιώνονται κι ο οργασμός για να ξυπνά κάθε κύτταρο του κορμιού. Τα πλαίσια, οι ντροπές κι οι όροι τοποθετούνται απ’ τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου, κι ίσως κάποιες φορές τον μπλοκάρουν.

Το σώμα, όμως, σε συνδυασμό με το μυαλό είναι εκείνα που πάντα καθορίζουν τη συνέχεια. Γι’ αυτό μάλλον πρέπει να τηρούμε την ίδια στάση που ‘χουμε και με το φαγητό: όταν, όπως κι εφόσον έρθει, να τον απολαύσουμε χωρίς σκέψη. Αλλά για αρχή, μήπως ν’ αρχίζαμε γυμναστική;

Πατώντας γερά… στα αστέρια

Κανείς από εμάς δεν γλυτώνει την τελετή των πεφταστεριών, καθώς τουλάχιστον μια νύχτα κάθε τριακόσιες εξήντα πέντε όλοι θέλουν να νιώσουν κομμάτι της ιστορίας δίχως τέλος, στην οποία όταν πέφτει ένα αστέρι γεννιέται μια επιθυμία – λες και τα όνειρά μας συνδέονται με τις κινήσεις του σύμπαντος, ακολουθώντας μια τέλεια λογική.

Οι αρχαίοι μάλιστα έλεγαν ότι αν τα αστέρια δεν καθορίζουν τα γεγονότα της ζωής, τουλάχιστον το επηρεάζουν. Εκείνη τη στιγμή, βυθισμένοι στο σκοτάδι που καλύπτει την κακή μας συνήθεια να μη νιώθουμε αντάξιοι της ζωής, έχουμε επιτέλους το δικαίωμα να εκφράζουμε μέσα στη σιωπή της καρδιάς μας αυτό που μετράει περισσότερο για εμάς, αυτό για το οποίο επιθυμούμε να ζούμε.

Αυτός ο σιωπηλός απόηχος της φωτιάς διεισδύει μέσα από τα μάτια μας και, με τον τελευταίο σπασμό της φλόγας της, πυροδοτεί τις αδρανείς σκόνες της καρδιάς μας, προκαλώντας μια πρωτοφανή έκρηξη και διαστολή. Εκείνη τη στιγμή, χάρη στη γενναιοδωρία της, αισθανόμαστε ότι αξίζουμε την ομορφιά και γεννιέται μέσα μας η πεποίθηση ότι η καθημερινή ζωή μπορεί να γίνει γόνιμο έδαφος για να καλλιεργήσουμε τις επιθυμίες μας και να τις κάνουμε να ανθίσουν.

Υπάρχουν στιγμές που μου αρέσει να τις ονομάζω στιγμές «έξαρσης», απρόσμενες εκδηλώσεις της πιο αυθεντικής πτυχής του εαυτού μας, εκείνης που γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανεξάρτητα απ’ οτιδήποτε άλλο, όπως οι σχολικές επιδόσεις, οι επαγγελματικές επιτυχίες, η γνώμη των άλλων ή ο απειλητικός στρατός των γεγονότων που θέλουν να μας περιορίσουν μέσα στα σύνορα της θλιβερής χώρας εκείνων που δεν ονειρεύονται.

Μια έναστρη νύχτα, το πιο αληθινό κομμάτι του εαυτού μας αγωνίζεται να ανοίξει χώρο, παρότι συχνά εμείς οι ίδιοι σπεύδουμε να πειστούμε ότι δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι, ένα «ανυπόστατο« όνειρο. Όμως, ακούραστος θαμώνας των ουρανών, είχες καταλάβει ότι το πιο αληθινό κομμάτι μας είναι ένα σπίτι που μπορούμε να το κατοικήσουμε οπουδήποτε, με τα θεμέλια ανάποδα, κρεμασμένα από ένα αστέρι, που δεν πέφτει αλλά είναι το φωτεινό σημείο αναφοράς στο ταξίδι μας στη θάλασσα της ζωής.

Δίδακτικα ότι η έξαρση δεν είναι μια πολυτέλεια στην οποία μπορούμε να ενδώσουμε μία νύχτα το χρόνο, αλλά ο πολικός αστέρας που καθοδηγεί ολόκληρη τη ζωή μας.