Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ: Ὀδυσσεὺς ἢ Ὀδυσσέως λόγος (1-14)

[1] Οὐ πρὸς σέ μοι μόνον ὁ λόγος, δι᾽ ὃν ἀνέστην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας· πλείω γὰρ ἀγαθὰ πεποίηκα τὸ στρατόπεδον ἐγὼ ἢ ὑμεῖς ἅπαντες. καὶ ταῦτα καὶ ζῶντος ἂν ἔλεγον Ἀχιλλέως, καὶ νῦν τεθνεῶτος λέγω πρὸς ὑμᾶς. ὑμεῖς μὲν γὰρ οὐδεμίαν ἄλλην μάχην μεμάχησθε, ἣν οὐχὶ καὶ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν· ἐμοὶ δὲ τῶν ἰδίων κινδύνων οὐδεὶς ὑμῶν οὐδὲν ξύνοιδε.
[2] καίτοι ἐν μὲν ταῖς κοιναῖς μάχαις, οὐδὲ εἰ καλῶς ἀγωνίζοισθε, πλέον ἐγίγνετο οὐδέν· ἐν δὲ τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις, οὓς ἐγὼ μόνος ἐκινδύνευον, εἰ μὲν κατορθώσαιμι, ἅπαντα ὑμῖν ἐπετελεῖτο, ὧν ἕνεκα δεῦρο ἀφίγμεθα, εἰ δ᾽ ἐσφάλην, ἐμοῦ ἂν ἑνὸς ἀνδρὸς ἐστέρησθε. οὐ γὰρ ἵνα μαχοίμεθα τοῖς Τρωσὶ δεῦρ᾽ ἀφίγμεθα, ἀλλ᾽ ἵνα τήν τε Ἑλένην ἀπολάβοιμεν καὶ τὴν Τροίαν ἕλοιμεν.
[3] ταῦτα δ᾽ ἐν τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις ἐνῆν ἅπαντα. ὅπου γὰρ ἦν κεχρημένον ἀνάλωτον εἶναι τὴν Τροίαν, εἰ μὴ πρότερον τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ λάβοιμεν τὸ κλαπὲν παρ᾽ ἡμῶν, τίς ἐστιν ὁ κομίσας δεῦρο τὸ ἄγαλμα ἄλλος ἢ ἐγώ; ὃν σύ γε ἱεροσυλίας κρίνεις. σὺ γὰρ οὐδὲν οἶσθα, ὅστις τὸν ἄνδρα τὸν ἀνασώσαντα τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ, ἀλλ᾽ οὐ τὸν ὑφελόμενον παρ᾽ ἡμῶν Ἀλέξανδρον, ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον.
[4] καὶ τὴν Τροίαν μὲν ἁλῶναι ἅπαντες εὔχεσθε, ἐμὲ δὲ τὸν ἐξευρόντα ὅπως ἔσται τοῦτο ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον; καίτοι εἴπερ καλόν γε ἦν ἑλεῖν τὸ Ἴλιον, καλὸν καὶ τὸ εὑρεῖν τὸ τούτου αἴτιον. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι χάριν ἔχουσι, σὺ δὲ καὶ ὀνειδίζεις ἐμοί· ὑπὸ γὰρ ἀμαθίας ὧν εὖ πέπονθας οὐδὲν οἶσθα.
[5] κἀγὼ μὲν οὐκ ὀνειδίζω σοι τὴν ἀμαθίαν —ἄκων γὰρ αὐτὸ καὶ σὺ καὶ ‹οἱ› ἄλλοι πεπόνθασιν ἅπαντες— ἀλλ᾽ ὅτι διὰ τὰ ὀνείδη τὰ ἐμὰ σῳζόμενος οὐχ οἷός τε εἶ πείθεσθαι, ἀλλὰ καὶ προσαπειλεῖς ὡς κακὸν δράσων τι τούσδε, ἐὰν ἐμοὶ τὰ ὅπλα ψηφίσωνται. καὶ πολλάκις γε ἀπειλήσεις καὶ πολλά, πρὶν καὶ σμικρόν τι ἐργάσασθαι· ἀλλ᾽ εἴπερ ἐκ τῶν εἰκότων τι χρὴ τεκμαίρεσθαι, ὑπὸ τῆς κακῆς ὀργῆς οἴομαί σε κακόν τι σαυτὸν ἐργάσεσθαι.
[6] καὶ ἐμοὶ μέν, ὅτι τοὺς πολεμίους κακῶς ἐποίησα, δειλίαν ὀνειδίζεις· σὺ δὲ ὅτι φανερῶς ἐμόχθεις καὶ μάτην, ἠλίθιος ἦσθα. ‹ἢ› ὅτι μετὰ πάντων τοῦτο ἔδρασας, οἴει βελτίων εἶναι; ἔπειτα περὶ ἀρετῆς πρὸς ἐμὲ λέγεις; ὃς πρῶτον μὲν οὐκ οἶσθα οὐδ᾽ ὅπως ἔδει μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὥσπερ ὗς ἄγριος ὀργῇ φερόμενος τάχ᾽ ἄν ποτε ἀποκτενεῖς σεαυτὸν κακῷ περιπεσών τῷ ‹ξίφει›. οὐκ οἶσθα ὅτι τὸν ἄνδρα τὸν ἀγαθὸν οὔθ᾽ ὑφ᾽ αὑτοῦ χρὴ οὔθ᾽ ὑφ᾽ ἑταίρου οὔθ᾽ ὑπὸ τῶν πολεμίων κακὸν οὐδ᾽ ὁτιοῦν πάσχειν;
[7] σὺ δὲ ὥσπερ οἱ παῖδες χαίρεις, ὅτι σέ φασιν οἵδε ἀνδρεῖον εἶναι· ἐγὼ δὲ δειλότατόν γε ἁπάντων τε καὶ δεδιότα τὸν θάνατον μάλιστα· ὅστις γε πρῶτον ὅπλα ἔχεις ἄρρηκτα καὶ ἄτρωτα, δι᾽ ἅπερ σέ φασιν ἄτρωτον εἶναι. καίτοι τί ἂν δράσεις, εἴ τις σοὶ τῶν πολεμίων τοιαῦτα ὅπλα ἔχων προσέλθοι; ἦ που καλόν τι καὶ θαυμαστὸν ἂν εἴη, εἰ μηδέτερος ὑμῶν μηδὲν δρᾶσαι δύναιτο. ἔπειτα οἴει τι διαφέρειν τοιαῦτα ὅπλα ἔχειν ἢ ἐντὸς τείχους καθῆσθαι; καὶ σοὶ μόνῳ δὴ τεῖχος οὐκ ἔστιν, ὡς σὺ φῄς· μόνος μὲν οὖν σύ γε ἑπταβόειον περιέρχῃ τεῖχος προβαλλόμενος ἑαυτοῦ·
[8] ἐγὼ δὲ ἄοπλος οὐ πρὸς τὰ τείχη τῶν πολεμίων ἀλλ᾽ εἰς αὐτὰ εἰσέρχομαι τὰ τείχη, καὶ τῶν πολεμίων τοὺς προφύλακας ἐγρηγορότας αὐτοῖς ὅπλοισιν αἱρῶ, καὶ εἰμὶ στρατηγὸς καὶ φύλαξ καὶ σοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, καὶ οἶδα τὰ τ᾽ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν τοῖς πολεμίοις, οὐχὶ πέμπων κατασκεψόμενον ἄλλον· ἀλλ᾽ αὐτός, ὥσπερ οἱ κυβερνῆται τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν σκοποῦσιν ὅπως σώσουσι τοὺς ναύτας, οὕτω δὲ καὶ ἔγωγε καὶ σὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας σῴζω.
[9] οὐδ᾽ ἔστιν ὅντινα κίνδυνον ἔφυγον αἰσχρὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν· οὐδ᾽ εἰ μὲν ὄψεσθαί μέ τινες ἔμελλον, γλιχόμενος ἂν τοῦ δοκεῖν ἐτόλμων· ἀλλ᾽ εἴτε δοῦλος εἴτε πτωχὸς καὶ μαστιγίας ὢν μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν, ἐπεχείρουν ἄν, καὶ εἰ μηδεὶς ὁρῴη. οὐ γὰρ δοκεῖν ὁ πόλεμος ἀλλὰ δρᾶν ἀεὶ καὶ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ φιλεῖ τι. οὐδὲ ὅπλα ἐστί μοι τεταγμένα, ἐν οἷς προκαλοῦμαι τοὺς πολεμίους μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὅντινα ἐθέλει τις τρόπον, καὶ πρὸς ἕνα καὶ πρὸς πολλοὺς ἕτοιμός εἰμ᾽ ἀεί.
[10] οὐδ᾽ ἡνίκα κάμνω μαχόμενος, ὥσπερ σύ, τὰ ὅπλα ἑτέροις παραδίδωμι, ἀλλ᾽ ὁπόταν ἀναπαύωνται οἱ πολέμιοι, τότε αὐτοῖς τῆς νυκτὸς ἐπιτίθεμαι, ἔχων τοιαῦτα ὅπλα ἃ ἐκείνους βλάψει μάλιστα. καὶ οὐδὲ νὺξ πώποτέ με ἀφείλετο, ὥσπερ σὲ πολλάκις μαχόμενον ἄσμενον πέπαυκεν· ἀλλ᾽ ἡνίκα ἂν ῥέγχῃς σύ, τηνικαῦτα ἐγὼ σῴζω σε, καὶ τοὺς πολεμίους ἀεὶ κακόν τι ποιῶ, ἔχων τὰ δουλοπρεπῆ ταῦτα ὅπλα καὶ τὰ ῥάκη καὶ τὰς μάστιγας, δι᾽ ἃς σὺ ἀσφαλῶς καθεύδεις.
[11] σὺ δ᾽ ὅτι φέρων ἐκόμισας τὸν νεκρόν, ἀνδρεῖος οἴει εἶναι; ὃν εἰ μὴ ἠδύνω φέρειν, δύο ἄνδρες ἂν ἐφερέτην, κἄπειτα κἀκεῖνοι περὶ ἀρετῆς ἴσως ἂν ἡμῖν ἠμφισβήτουν. κἀμοὶ μὲν ὁ αὐτὸς ἂν πρὸς αὐτοὺς ἦν λόγος· σὺ δὲ τί ἂν ἔλεγες ἀμφισβητῶν πρὸς αὐτούς; ἢ δυοῖν μὲν οὐκ ἂν φροντίσαις, ἑνὸς δ᾽ ἂν αἰσχύνοιο ὁμολογῶν δειλότερος εἶναι;
[12] οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι οὐ τοῦ νεκροῦ τοῖς Τρωσὶν ἀλλὰ τῶν ὅπλων ἔμελεν ὅπως λάβοιεν; τὸν μὲν γὰρ ἀποδώσειν ἔμελλον, τὰ δὲ ὅπλα ἀναθήσειν εἰς τὰ ἱερὰ τοῖς θεοῖς. τοὺς γὰρ νεκροὺς οὐ τοῖς οὐκ ἀναιρουμένοις αἰσχρόν, ἀλλὰ τοῖς μὴ ἀποδιδοῦσι θάπτειν. σὺ μὲν οὖν τὰ ἕτοιμα ἐκόμισας· ἐγὼ δὲ τὰ ὀνειδιζόμενα ἀφειλόμην ἐκείνους.
[13] Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν.

[14] οἶμαι δέ, ἂν ποτέ τις ἄρα σοφὸς ποιητὴς περὶ ἀρετῆς γένηται, ἐμὲ μὲν ποιήσει πολύτλαντα καὶ πολύμητιν καὶ πολυμήχανον καὶ πτολίπορθον καὶ μόνον τὴν Τροίαν ἑλόντα, σὲ δέ, ὡς ἐγᾦμαι, τὴν φύσιν ἀπεικάζων τοῖς τε νωθέσιν ὄνοις καὶ βουσὶ τοῖς φορβάσιν, ἄλλοις παρέχουσι δεσμεύειν καὶ ζευγνύναι αὑτούς.

***
[1] Δεν απευθύνεται μόνο σ᾽ εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ᾽ όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ᾽ όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μη την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα.
[2] Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα ᾽βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα — όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία.
[3] Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το ᾽κλεψαν — και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά.
[4] Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό; Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου ᾽χει γίνει.
[5] Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια —χωρίς τη θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους— σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με τη δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό.
[6] Και καταλογίζεις σ᾽ εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ᾽ εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα‒πρώτα δεν ξέρεις πώς θα ᾽πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του;
[7] Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ᾽ όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο το θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα ᾽κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα ᾽ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού.
[8] Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ᾽ από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα‒μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους.
[9] Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις — πάντοτε, και την ημέρα και τη νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν.
[10] Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στη μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς τη νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από τη μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω τη ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος.
[11] Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ᾽ αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν;
[12] Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μη τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μη τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει.
[13] Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με τη δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν.
[14] Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί — έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ᾽ ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου