Στην Κλασική εποχή υπάρχει το «Βασίλειο της Λήθης» ή οι «Οίκοι της Λήθης».
Ένας ανώνυμος τραγικός ποιητής διερωτάται (Αδέσποτα Θραύσματα 372, Συλλογή Nauck):
― Πού γαρ τα σεμνά κείνα; πού δε Λυδίας | μέγας δυνάστης Κροίσος ή Ξέρξης βαθύν | ζεύξας θαλάσσης αυχέν’ Ελλήσποντος; | άπαντ’ ες Άϊδην ήλθε και Λήθης δόμους (οίκους).
«είναι αυτοί οι μεγάλοι; Πού είναι ο μεγάλος ηγεμόνας της Λυδίας, ο Κροίσος, ή ο Ξέρξης, που γεφύρωσε τον Ελλήσποντο; Πήγαν όλοι στον Άδη και στους οίκους της Λήθης.»
Ένα επίγραμμα (Παλατινή Ανθολογία 7. 25) που αποδίδεται στον Σιμωνίδη για τον Ανακρέοντα αναφέρει ότι:
― ουχ άτι λείπων | ηέλιον, Λήθης ενθάδ’ έκυσε δόμων·
«αφήνοντας το φως του ήλιου, ήρθε στους οίκους της Λήθης».
Ο Αριστοφάνης στους Βάτραχούς (στ. 185) του βάζει τον Χάροντα να καλεί όσους βρίσκονται στην ακροποταμιά του κάτω κόσμου και τον περιμένουν:
― τίς εἰς ἀναπαύλας ἐκ κακῶν καὶ πραγμάτων; | τίς εἰς τὸ Λήθης πεδίον, ἢ ᾽ς Ὀνουπόκας, | ἢ ᾽ς Κερβερίους, ἢ ᾽ς κόρακας, ἢ ᾽πὶ Ταίναρον;
«Ποιός για τον Κάμπο της Λησμονιάς; Ποιός είναι για τον τόπο της Γαϊδουροκουράς, για τους Κερβέριους, ή για το Ταίναρο, ή για τα Κοράκια;»
Αυτές οι εικόνες γίνονται κατανοητές, ως εκφράσεις της Ελληνικής αντίληψης του κάτω κόσμου ως το βασίλειο των σκιών ή των φασμάτων, που αιωρούνται χωρίς δύναμη ή κάποια συνείδηση, έχοντας χάσει την μνήμη της ζωής, όπως συνήθιζαν να είναι στον κόσμο των ζώντων, όπως για παράδειγμα, περιγράφεται στην Οδύσσεια του Ομήρου στην πρόσθετη ραψωδία της Νέκυϊας.
Εκεί ο νέκυς (νεκρός) που δεν έχει περάσει τον ποταμό που χωρίζει το βασίλειο των νεκρών από τον κόσμο των ζωντανών επειδή δεν έχει ταφεί, τριγυρνά όπως ένα ανήσυχο θεριό. Αυτή η εικόνα είναι αρκετά γνωστή. Ο Πλάτων (Φαίδων 81Ε) την σκιά την μετατρέπει σε «ψυχή», και ερμηνεύει αυτή την εικόνα ως μια ψυχή βεβαρυμμένη από την προσκόλλησή της ακόμη στα γήϊνα, να περιπλανιέται ανάμεσα στους τάφους και τα ταφικά μνημεία εκεί όπου «φαίνονται» τέτοια φάσματα (φαντάσματα). Τα Σχόλια στην Οδύσσεια Ραψωδία Λ 51 κάνουν λόγο για το Πεδίον της Λήθης:
― η ψυχή του Ελπήνωρος άτε δη μήπω επιβάσα τω της Λήθης πεδίω και προ πόσεως επιγινώσκει τον Οδυσσέα.
Ο Πλάτων χρησιμοποίησε αυτή την απλή ιδέα στο μεγάλο μύθο του Ηρός στο τέλος της «Πολιτείας», αλλά την διαμόρφωσε για να την προσαρμόσει στην πίστη της Μετεμψύχωσης που παρουσιάζει σε αυτό τον μύθο προσαρμοσμένο στις δικές του αντιλήψεις. Όταν οι ψυχές, με εντολή της Λαχέσεως, έχουν επιλέξει τον κλήρο τους για τη νέα ζωή που τους έχει παραχωρηθεί, κινούνται κάτω από τρομερή ζέστη και φωτιά προς στο βασίλειο της Λήθης, που στερείται την βλάστηση. Το βράδυ φτάνουν στον ποταμό Αμελή, από το νερό του οποίου πρέπει να πιουν. Το όνομα Αμελής σημαίνει το ίδιο με την λέξη Λήθη.
Ο Παυσανίας, (9. 39, αναφέρει ότι όποιος ήθελε να κατέβει στο σπήλαιο του μαντείου του Τροφωνίου έπρεπε πρώτα να πιει νερό, που ονομαζόταν νερό της Λήθης και μετά νερό της Μνημοσύνης που σίγουρα ανήκε σίγουρα σε μεταγενέστερη εποχή. Η λειτουργία του μαντείου έχει προφανώς επανασχεδιαστεί για να δημιουργήσει μια πιο τρομερή εντύπωση στους πιστούς. (Πλούταρχος, περί Ίσιδος και Οσίριδος στ 362c) ― πύλαι Λήθης και Κωκυτού στην Μέμφιδα. Στον μύθο του Θεσπέσιου, στον Πλούταρχο, (Περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ θείου βραδέως τιμωρουμένων στ. 565 F), απεικονίζεται ένα μέρος στον κάτω κόσμο όπου οι ψυχές επιδίδονται σε βακχική χαρά, αυτός ο τόπος ονομάζεται ο τόπος της Λήθης (Λήθης τον τόπον).
Η πηγή της μνημοσύνης είναι ένα προϊόν της θρησκευτικής αντίληψης των μυστικιστών που έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κοινή ελληνική πίστη για τον κάτω κόσμο, έφερε τα χαρακτηριστικά της πίστης της ελληνιστικής περιόδου κατά την οποία προέκυψε αυτή η ιδέα.
Σύμφωνα με τις κυρίαρχες ελληνικές ιδέες για τη ζωή στον κάτω κόσμο, δεν έγινε και τόσο κοινή πεποίθηση όσο η πηγή της Λήθης, αλλά είναι ανοιχτή σε εκείνους τους κύκλους που περιορίζονται στη διδασκαλία των μυστηρίων και της ευδαιμονίας στον κάτω κόσμο, οι άνθρωποι εκείνοι την πίστευαν και την αναζητούσαν.
Λήθη», όπου η ιδέα του ποταμού Λήθη ως το όριο του κάτω κόσμου αναδύεται ξεκάθαρα. Στην περιγραφή του κάτω κόσμου στην Αινειάδα του (6. 5. 703 κ.εξ.), ο Βιργίλιος υιοθετεί την ιδέα του Πλάτωνος ότι οι ψυχές για τη νέα ενσάρκωση πίνουν ξεχνώντας από τον ποταμό Λήθη, τον οποίο όμως περιγράφει με εντελώς διαφορετικό, σχεδόν ειδυλλιακό τρόπο. Η ιδέα της πόσεως του ύδατος από τον ποταμό Λήθη ήταν κοινή. Όταν ο «άγιος» Ιερώνυμος (κατά Ρουφ. 1. 30) αποσύρθηκε στην έρημο, ονειρεύτηκε ότι θα τον έφερναν ενώπιον του ουράνιου δικαστή και θα τον τιμωρούσαν οι άγγελοι επειδή η καρδιά του ήταν προσκολλημένη συγγραφείς της αρχαίας θρησκείας. «Ορκίζομαι, είπε, ότι δεν έχω ανοίξει κανένα παγανιστικό βιβλίο από τότε που άφησα το σχολείο, αλλά τα έχω διαβάσει μόνο εκεί. Να πιω από το θανατηφόρο ρέμα της Λήθης για να τα ξεχάσω;» Ακόμη και σε αυτήν την επίσημη στιγμή η μυθική εικόνα τον ανατρέπει.
Η πηγή της Λήθης είναι προϊόν της μυστικιστικής πεποίθησης για τον κάτω κόσμο. Είναι ένα ιδιότυπο παράδειγμα μυθικής εικόνας, πιο δημοφιλές στη σύγχρονη εποχή παρά στην αρχαιότητα, διότι, σύμφωνα με την παλιά προγονική αντίληψη, οι άνθρωποι μιλούσαν για τον ποταμό της Λήθης.
Αν και η ιδέα της πηγής της Μνημοσύνης μπορεί να εξηγηθεί πλήρως από τις ελληνικές αντιλήψεις που αναφέρονται, η προέλευση πρέπει και έχει αναζητηθεί αλλού, π.χ. στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη της δίψας των νεκρών, γνωστή ιδιαίτερα από την Αίγυπτο και τη Βαβυλωνία. Στους αιγυπτιακούς τάφους της αυτοκρατορικής περιόδου βρίσκουμε την ευχή:
«Μακάρι ο Όσιρις να σου δώσει κρύο νερό!»
Αλλά αυτή η αντίληψη είναι διαφορετικής φύσης· πηγάζει από την πεποίθηση ότι οι νεκροί πρέπει να πεινούν και να διψούν στον τάφο, έτσι γίνονται προσφορές στους τάφους και χοές. Εκεί δεν γίνεται λόγος για εξαφάνιση ή διατήρηση της μνήμης του νεκρού.
Ακόμη, βάσει ορισμένων τεκμηρίων, η πηγή της Μνημοσύνης μπορεί να προήλθε από τον μύθο του Νερού της Ζωής ή της Πηγής της Νεότητος, διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η πηγή της Λήθης είναι η πρωταρχική και αυτή της Μνημοσύνης είναι αυτή που δημιουργήθηκε ως αντίστοιχη της.
Ο μύθος του Νερού της Ζωής εμφανίζεται πρώτα στις εξιστορήσεις των Ρωμαίων της ύστερης αρχαιότητος για τον Αλέξανδρο τον Γ’. Όταν ο Αλέξανδρος πείνασε, κάποτε, διέταξε τον μάγειρά του να του ετοιμάσει φαγητό. Αυτός θέλησε να πλύνει το ψάρι της θάλασσας σε μια πηγή, το ψάρι τότε ζωντάνεψε και του γλίστρησε από τα χέρια, αλλά δεν το είπε σε κανέναν. Όταν αργότερα το είπε στον Αλέξανδρο αυτός θύμωσε και τον τιμώρησε.(Quilichinus Spoletinus, Ρωμαίος ελεγειακός ποιητής, – Η Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου-, ένα λατινικό ποίημα σε ελεγειακά δίστιχα από την έκδοση I 3- Historia de preliis–Ιστορία των πολέμων-του Ψευδο-Καλλισθένη).
Αυτός ο μύθος έχει μεταφερθεί και στον μύθο του Γλαύκου. Σύμφωνα με την παλαιότερη εκδοχή, ο Γλαύκος ήταν ένας ψαράς που παρατήρησε ότι κάποια από τα ψάρια που ξεβράστηκαν στην παραλία αναζωογονήθηκαν όταν ήρθαν σε επαφή με ένα βότανο, έφαγε και ο ίδιος από αυτό και έγινε αθάνατος. Το αρχέτυπο του θαυματουργού βοτάνου είναι παμπάλαιο· εμφανίζεται στο μύθο ενός άλλου Γλαύκου που τον ξαναζωντάνεψε ο μάντης Πολύειδος και μαρτυρείται ήδη από μία λευκή λήκυθο του ζωγράφου – αγγειοπλάστη Σωτάδη (-400). Μια ύστερη εκδοχή αναφέρει ότι ο Γλαύκος βρήκε την πηγή της αθανασίας, κατέβηκε σε αυτήν και, μη μπορώντας να την δείξει σε άλλους, ρίχτηκε στη θάλασσα (Σχόλια σε Πολιτεία Πλάτωνος 611c).
Μια διαφορά που δεν μπορεί να παραβλεφθεί είναι ότι ο μύθος του Νερού της Ζωής μιλάει για βύθιση μέσα σε αυτό και ακόμη λιγότερο, να γίνεται λόγος για την διατήρηση της μνήμης. Η πηγή της Μνημοσύνης δεν έχει καμία σχέση με αυτόν τον λαϊκό μύθο. Παραμένει αληθές ότι ο προβληματισμός των ελληνιστικών μυστικιστών δημιούργησε και επινόησε την πηγή της Μνημοσύνης ως αντίστιξη στην πηγή της Λήθης.
Είναι πιθανό, αλλά πολύ αβέβαιο, ότι η Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Quilichinus Spoletinus, η οποία έχει ενσωματώσει στοιχεία από πολλές ιστορίες, διατήρησε μια τελευταία ανάμνηση για την πεποίθηση των χρυσών ελασμάτων σε μια επιγραφή που είχε χαράξει ο Αλέξανδρος όταν επέστρεψε: «Πήγαινε δεξιά, όποιος πάει στη στεριά είναι θέλημα να φτάσει ο ευλογημένος!». (Πρβλ. Θούριοι χρυσό έλασμα – χαίρε δεξιάν οδοιπορών λειμώνας τε ιερούς και άλσεα Φερσεφονείας).
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου