Απάντηση: Ας κοιτάξουμε το πρόβλημα ευρύτερα και με νοημοσύνη. Δεν αρνούμαι το Θεό – θα ήταν ανόητο να το κάνω αυτό. Μόνο ο άνθρωπος που δεν ξέρει την πραγματικότητα απολαμβάνει να χρησιμοποιεί λέξεις χωρίς νόημα. Ο άνθρωπος που λέει ότι ξέρει, δεν ξέρει, ο άνθρωπος που όντως βιώνει την πραγματικότητα την κάθε στιγμή, δεν έχει κανέναν τρόπο για να μεταδώσει αυτή την πραγματικότητα.
Η πίστη είναι άρνηση της αλήθειας, η πίστη εμποδίζει την αλήθεια. Το να πιστεύεις στο Θεό δεν είναι το να βρεις το Θεό. Ούτε ο πιστός ούτε ο άπιστος πρόκειται να βρουν το Θεό, γιατί η πραγματικότητα είναι το άγνωστο, και η πίστη σου ή η απιστία σου στο άγνωστο είναι απλώς μια προβολή του εαυτού σου, κι επομένως δεν έχει σχέση με την αλήθεια. Ξέρω ότι πιστεύετε και ξέρω ότι αυτό παίζει πολύ μικρό ρόλο στη ζωή σας. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν, εκατομμύρια πιστεύουν στο Θεό και αντλούν παρηγοριά.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί πιστεύετε; Πιστεύετε γιατί αυτό σας δίνει ικανοποίηση, παρηγοριά, ελπίδα και λέτε ότι αυτό δίνει νόημα στη ζωή σας. Στην πράξη, η πίστη σας παίζει πολύ μικρό ρόλο στη ζωή σας, γιατί πιστεύετε και εκμεταλλεύεστε άλλους• πιστεύετε και σκοτώνετε πιστεύετε σ’ ένα παγκόσμιο Θεό και δολοφονείτε ο ένας τον άλλον. Ο πλούσιος πιστεύει επίσης στο Θεό και εκμεταλλεύεται αλύπητα τους άλλους για να συσσωρεύει χρήματα και μετά χτίζει κάποιο ναό ή κάνει φιλανθρωπίες.
Οι άνθρωποι που έφτιαξαν και έριξαν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα είπαν ότι ο Θεός ήταν με το μέρος τους. Εκείνοι που πέταγαν με τ’ αεροπλάνα στον πόλεμο για να βομβαρδίζουν πόλεις έλεγαν ότι ο Θεός ήταν δίπλα τους στο πιλοτήριο. Οι δικτάτορες, οι πρωθυπουργοί, οι στρατηγοί, οι πρόεδροι, όλοι μιλάνε για το Θεό κι έχουν απέραντη πίστη στο Θεό. Όλοι αυτοί προσφέρουν καμιά υπηρεσία που κάνει καλύτερη τη ζωή των ανθρώπων; Όλοι αυτοί που λένε ότι πιστεύουν στο Θεό έχουν καταστρέψει τη μισή ανθρωπότητα και όλη η ανθρωπότητα βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Η θρησκευτική αδιαλλαξία έχει διαιρέσει τους ανθρώπους σε πιστούς και σε άπιστους και αυτό οδηγεί σε θρησκευτικούς πολέμους. Αυτό δείχνει σε τι μεγάλο βαθμό ο νους σας πολιτικοποιεί τα πάντα, ακόμα και το Θεό.
Είναι η πίστη στο Θεό «ισχυρό ερέθισμα για μια καλύτερη ζωή», όπως ισχυρίζεται εκείνος που έκανε την ερώτηση; Γιατί θέλετε να έχετε ένα ερέθισμα για να ζήσετε μια καλύτερη ζωή; Το «ερέθισμά σας» θα πρέπει, σίγουρα, να είναι η ίδια σας η επιθυμία να ζείτε απλά και καθαρά, έτσι δεν πρέπει; Όταν αναζητάς κάποιο ερέθισμα, τότε δεν σ’ ενδιαφέρει να κάνεις τη ζωή ίδιο καλή για όλους, αλλά ενδιαφέρεσαι μόνο για το «ερέθισμά σου», που είναι διαφορετικό από το δικό μου – και θα τσακωνόμαστε για το ερέθισμα. Αν ζούμε ευτυχισμένα μαζί, όχι γιατί πιστεύουμε στο Θεό αλλά επειδή είμαστε ανθρώπινα πλάσματα, τότε θα μοιραστούμε όλα τα μέσα παραγωγής, για να παράγουμε πράγματα για όλους.
Από έλλειψη νοημοσύνης, δεχόσαστε την ιδέα μιας σούπερ νοημοσύνης που την ονομάζετε «Θεό». Αλλά αυτός ο «Θεός», αυτή η σούπερ νοημοσύνη δεν πρόκειται να σας δώσει μια καλύτερη ζωή. Εκείνο που οδηγεί σε καλύτερη ζωή είναι η νοημοσύνη και δεν μπορεί να υπάρξει νοημοσύνη όταν υπάρχει πίστη, όταν υπάρχουν διαχωρισμοί, όταν τα μέσα της παραγωγής είναι στα χέρια των λίγων, όταν υπάρχουν ξεχωριστές εθνικότητες και ηγεμονικές κυβερνήσεις. Όλα αυτά δείχνουν, προφανώς, έλλειψη νοημοσύνης, και είναι αυτή η έλλειψη νοημοσύνης που εμποδίζει την καλύτερη ζωή και όχι η έλλειψη πίστης στο Θεό.
Όλοι πιστεύετε διάφορα, αλλά η πίστη σας δεν έχει κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι εκείνο που είστε, εκείνο που κάνετε, εκείνο που σκέφτεστε, και η πίστη σας στο Θεό είναι απλώς μια φυγή από την ανόητη, μονότονη και σκληρή ζωή σας. Επιπλέον, η πίστη αναπόφευκτα χωρίζει τους ανθρώπους• υπάρχουν οι ινδουιστές, οι βουδιστές, οι χριστιανοί, οι κομουνιστές, οι σοσιαλιστές, οι καπιταλιστές κ.λπ.
Η πίστη, η ιδέα, διαιρεί. Ποτέ δεν ενώνει τους ανθρώπους.
Μπορεί να ενώσει μερικούς ανθρώπους σε μια ομάδα, αλλά αυτή η ομάδα θα είναι αντίθετη προς κάποια άλλη ομάδα. Οι ιδέες και οι πίστεις δεν ενώνουν ποτέ. Αντίθετα, χωρίζουν, διασπάνε και καταστρέφουν. Οπότε η πίστη σας στο Θεό στην πραγματικότητα σκορπίζει δυστυχία στον κόσμο. Παρόλο που μπορεί να σας έφερε μια στιγμιαία παρηγοριά, στην πραγματικότητα σας έφερε περισσότερη δυστυχία και καταστροφή με τη μορφή πολέμων, πείνας, ταξικών διαιρέσεων και άσπλαχνης δράσης κάποιων ιδιαίτερων ατόμων. Η πίστη σας λοιπόν δεν έχει καμιά αξία. Αν πιστεύατε αληθινά στο Θεό, αν ήταν ένα αληθινό βίωμα για εσάς, τότε το πρόσωπό σας θα ήταν πάντα χαμογελαστό- δεν θα βλάπτατε άλλα ανθρώπινα πλάσματα.
»Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι αν δεν αναζητάμε, δεν αγωνιζόμαστε, δεν παλεύουμε, δεν ψάχνουμε – αδιάκοπα – θα μαραζώσουμε και δεν ξέρω γιατί δεν θα πρέπει να μαραζώσουμε -λες και δεν μαραζώνουμε τώρα.
Η ζωή μας είναι άδεια, και συνειδητοποιώντας το αυτό θέλουμε να τη γεμίσουμε. Ψάχνουμε τρόπους και μέσα, όχι μόνο για να γεμίσουμε αυτό το κενό αλλά και για να βρούμε κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί από τον άνθρωπο. Μερικοί μπορεί να παίρνουν ναρκωτικά – το LSD ή κάποιο άλλο από τα διάφορα είδη των ψυχεδελικών ναρκωτικών που προσφέρουν «επέκταση της συνείδησης» – και σε εκείνη την κατάσταση αποκτά κανείς ή βιώνει κάποια αποτελέσματα, γιατί έχει δοθεί στον εγκέφαλο κάποια ευαισθησία. Αλλά αυτά είναι χημικά αποτελέσματα.
Είναι αποτελέσματα από εξωγενείς, από εξωτερικούς παράγοντες. Παίρνει κάποιος ναρκωτικά ευελπιστώντας για κάτι κι έπειτα, εσωτερικά έχει αυτές τις εμπειρίες, αλλά καθώς έχει κάποια «πιστεύω», ό,τι βιώνει είναι ανάλογο με εκείνα τα «πιστεύω»· οι διαδικασίες είναι ανάλογες. Και τα δύο παράγουν μια εμπειρία, όμως ο άνθρωπος και πάλι χάνεται μέσα σε μια πίστη – στο «ναρκωτικό» της πίστης του, ή στην πίστη του για το χημικό ναρκωτικό. Αναπόφευκτα παγιδεύεται στις σκέψεις του. Και κάποια στιγμή το καταλαβαίνει κανείς όλο αυτό και το απορρίπτει. δηλαδή, είναι εντελώς ελεύθερος από οποιαδήποτε πίστη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται αγνωστικιστής, ή ότι γίνεται κυνικός ή αδιάλλακτος. Αντιθέτως, βλέπεις τη φύση της πίστης και το γιατί η πίστη γίνεται τόσο εξαιρετικά σημαντική: επειδή φοβόμαστε – αυτή είναι βασικά η αιτία. Εξαιτίας του φόβου, όχι μόνο του καθημερινού μόχθου, αλλά και του φόβου ότι δεν θα γίνουμε κάποιοι, ότι δεν θα επιτύχουμε υλικά, ότι δεν θα έχουμε δύναμη, μια θέση στην κοινωνία, κύρος, φήμη· όλα αυτά προκαλούν πολύ φόβο και υπομένει κανείς αυτό το φόβο, αλλά και εξαιτίας αυτού του εσωτερικού φόβου είναι που η πίστη έχει γίνει τόσο σημαντική. Όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πλήρη κενότητα της ζωής, κρατιέται από την πίστη. παρόλο που μπορεί να απορρίπτει την εξωτερική όψη της εξουσίας της πίστης – η πίστη επινοήθηκε από τους ιερείς σε όλο τον κόσμο – δημιουργεί μόνος του τη δική του πίστη προκειμένου να βρει και να συναντήσει εκείνο το εξαιρετικό πράγμα που ο άνθρωπος από πάντα αναζητά, αναζητά, αναζητά…
Κι έτσι, λοιπόν, αναζητά κανείς. Η φύση, η δομή της αναζήτησης είναι πολύ ξεκάθαρη. Αλλά και γιατί πρέπει να αναζητά κανείς; Στην ουσία είναι από ιδιοτέλεια – φωτισμένη ιδιοτέλεια, αλλά και πάλι είναι από ιδιοτέλεια. Επειδή λέει: «Η ζωή είναι τόσο φτηνή, άδεια, ανιαρή, ανόητη, δεν μπορεί να μην υπάρχει κάτι περισσότερο. θα πάω σε εκείνο το ναό, σε εκείνη την εκκλησία, σε εκείνο το…». Κι έπειτα τα απορρίπτει κανείς όλα αυτά και αρχίζει να αναζητά βαθιά. Αλλά η αναζήτηση οποιασδήποτε μορφής σ’ αυτό το πεδίο, γίνεται ένα ψυχολογικό εμπόδιο.
Νομίζω ότι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό πολύ απλά και ξεκάθαρα. Μπορεί κανείς αντικειμενικά να απορρίπτει – και το κάνει – την αυθεντία κάθε εξωτερικού μεσάζοντα που ισχυρίζεται ότι τον οδηγεί στην απόλυτη αλήθεια, αλλά πρέπει να την απορρίπτει επειδή κατανοεί τη φύση της αναζήτησης, να απορρίπτει όλες τις αναζητήσεις. γιατί ρωτά: «Τι αναζητά κανείς;». Αν εξετάσετε τι είναι αυτό που ψάχνουμε, τι είναι αυτό που θέλουμε, δεν είναι συνέπεια αυτής της αναζήτησης το ότι εκείνο που θα βρεις είναι κάτι που ήδη γνωρίζεις, που το είχες και το έχασες, και που προσπαθείς να το βρεις;
Αυτό είναι ένα από όσα συνεπάγεται η αναζήτηση. Στην αναζήτηση εμπλέκεται η διαδικασία της αναγνώρισης – με άλλα λόγια, όταν το βρεις, ό,τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, σημαίνει ότι είσαι σε θέση να το αναγνωρίσεις, αλλιώς η αναζήτηση δεν έχει νόημα. (Παρακολουθήστε με, σας παρακαλώ πολύ). Αναζητά κανείς κάτι ελπίζοντας να το βρει, κι όταν το βρει, να το αναγνωρίσει. αλλά η αναγνώριση είναι λειτουργία της μνήμης. οπότε αυτό συνεπάγεται ότι το ξέρατε ήδη από πριν, ότι ήδη το έχετε δει φευγαλέα. Ή, καθώς είστε τόσο βαριά διαμορφωμένοι από την έντονη προπαγάνδα όλων των οργανωμένων θρησκειών, αυτοϋπνωτίζεστε να είστε μέσα σε μια κατάσταση. Έτσι, όταν αναζητάς κάτι εσωτερικό έχεις ήδη μια άποψη, μια ιδέα γι’ αυτό που αναζητάς, κι όταν το «βρίσκεις», σημαίνει ότι ήδη το ήξερες, αλλιώς δεν μπορεί να υπάρχει αναγνώριση· γι’ αυτό το λόγο εκείνο που βρίσκεις δεν είναι αληθινό.
Επομένως πρέπει να βρει κανείς εκείνη την κατάσταση του νου όπου είναι πραγματικά ελεύθερος από κάθε αναζήτηση, από κάθε πίστη – χωρίς να γίνεται κυνικός, χωρίς να βαλτώνει. Γιατί έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι αν δεν αναζητάμε, δεν αγωνιζόμαστε, δεν παλεύουμε, δεν ψάχνουμε – αδιάκοπα – θα μαραζώσουμε. Και δεν ξέρω γιατί δεν θα πρέπει να μαραζώσουμε – λες και δεν μαραζώνουμε τώρα. Κανείς μαραζώνει πραγματικά. καθώς έρχεται ο θάνατος, καθώς γερνάει και το σώμα του φτάνει στο τέλος.
Η ζωή μας είναι η διαδικασία του μαρασμού, γιατί σε αυτήν, στην καθημερινότητα, μιμούμαστε, αντιγράφουμε, ακολουθούμε, υπακούμε, συμμορφωνόμαστε – τα οποία είναι μορφές μαρασμού. Έτσι, ένας νους που δεν είναι πια παγιδευμένος σε καμία μορφή πίστης, δεν είναι παγιδευμένος σε κάποια πίστη που έχει επινοήσει ο ίδιος και δεν αναζητά τίποτα, παρόλο που αυτό ίσως είναι λίγο πιο επίπονο, ο νους είναι τρομερά ζωντανός. Η αλήθεια είναι κάτι που υπάρχει μόνο στην κάθε στιγμή. Σαν την αρετή, σαν την ομορφιά είναι κάτι που δεν έχει συνέχεια. Αυτό που έχει συνέχεια είναι προϊόν του χρόνου και ο χρόνος είναι σκέψη.
Η αλήθεια είναι μια χώρα δίχως μoνoπάτι. O άνθρωπoς δεν μπoρεί να τη φτάσει μέσα από oργανώσεις, μέσα από κάπoια πίστη, μέσα από δόγματα, ιερωμένoυς ή τελετoυργίες, oύτε και μέσα από κάπoια φιλoσoφική γνώση ή ψυχoλoγική τεχνική. Πρέπει να τη βρει μέσα από τoν καθρέφτη των σχέσεων, μέσα από την κατανόηση τoυ περιεχoμένoυ τoυ νoυ τoυ, με την παρατήρηση και όχι με διανoητική ψυχανάλυση ή ενδoσκοπική αυτοανάλυση. O άνθρωπoς έχει φτιάξει μέσα τoυ σαν φράχτη προστασίας διάφορες εικόνες -θρησκευτικές, πoλιτικές, πρoσωπικές. Αυτές εκδηλώνoνται σαν σύμβoλα, ιδέες, πίστεις. Τo βάρoς αυτών των εικόνων κυριαρχεί πάνω στη σκέψη τoυ ανθρώπoυ, στις σχέσεις τoυ και στην καθημερινή τoυ ζωή. Αυτές oι εικόνες είναι oι αιτίες των πρoβλημάτων μας επειδή χωρίζoυν τoν έναν άνθρωπo από τoν άλλoν.
Η αντίληψη πoυ έχει o άνθρωπoς για τη ζωή διαμoρφώνεται από τις έννoιες πoυ ήδη ενυπάρχoυν στo νoυ τoυ. Τo περιεχόμενo της συνείδησής τoυ είναι όλη τoυ η ύπαρξη. Αυτό τo περιεχόμενo είναι κoινό σε όλη την ανθρωπότητα. Η ατoμικότητα είναι τo όνoμα, η μoρφή και η επιφανειακή παιδεία πoυ απoκτά από την παράδoση και τo περιβάλλoν τoυ. Η μoναδικότητα τoυ ανθρώπoυ δε βρίσκεται στην επιφάνεια, αλλά στην πλήρη ελευθερία από τo περιεχόμενo της συνείδησής τoυ, πoυ είναι κoινή για όλη την ανθρωπότητα. ‘Ετσι, o άνθρωπoς δεν είναι ξεχωριστό άτoμo.
Η ελευθερία δεν είναι αντίδραση· η ελευθερία δεν είναι επιλoγή. Είναι ψεύτικoς o ισχυρισμός τoυ ανθρώπoυ ότι είναι ελεύθερoς, επειδή μπoρεί να διαλέξει. Ελευθερία είναι η καθαρή παρατήρηση, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς φόβo τιμωρίας ή ελπίδα ανταμoιβής. Η ελευθερία δεν έχει κίνητρo· η ελευθερία δε βρίσκεται στo τέλoς της εξέλιξης τoυ ανθρώπoυ, αλλά υπάρχει στo πρώτo βήμα της ύπαρξής τoυ. Με την παρατήρηση αρχίζει κανείς να ανακαλύπτει την έλλειψη ελευθερίας. Η ελευθερία βρίσκεται στη χωρίς εκλoγή επίγνωση της καθημερινής μας ζωής και δραστηριότητας.
Η σκέψη είναι χρόνoς. Η σκέψη γεννιέται από την εμπειρία και τη γνώση, πoυ είναι αξεχώριστα δεμένες με τo χρόνo και τo παρελθόν. O ψυχολογικός χρόνoς είναι εχθρός τoυ ανθρώπoυ. Η δράση μας βασίζεται στη γνώση, άρα στo χρόνo, κι έτσι o άνθρωπoς είναι πάντα σκλάβoς στo παρελθόν. Η σκέψη είναι πάντα περιoρισμένη κι έτσι ζoύμε σε συνεχή σύγκρoυση και αγώνα. Δεν υπάρχει ψυχoλoγική εξέλιξη.’Oταν o άνθρωπoς απoκτήσει επίγνωση της κίνησης των σκέψεών τoυ, θα δει τη διαίρεση ανάμεσα στoν σκεπτόμενo και τη σκέψη, στoν παρατηρητή και τo παρατηρoύμενo, στoν εμπειρώμενo και την εμπειρία. Θα ανακαλύψει ότι αυτή η διαίρεση είναι ψευδαίσθηση. Μόνo τότε υπάρχει καθαρή παρατήρηση, πoυ είναι άμεση αντίληψη χωρίς σκιά από τo παρελθόν ή από τo χρόνo. Αυτή η άχρoνη αντίληψη φέρνει μια βαθιά ριζική αλλαγή στo νoυ.
Η ολοκληρωτική άρνηση είναι η oυσία τoυ θετικoύ. ‘Oταν υπάρχει άρνηση όλων εκείνων των πραγμάτων πoυ έχει γεννήσει ψυχολογικά η σκέψη, μόνο τότε υπάρχει αγάπη, πoυ είναι συμπόνια, πάθoς και νoημoσύνη Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος. Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματά του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο. Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολλήσει από πάνω τους.
Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει. Ολέθριο λάθος! Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του. Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου. Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ” ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο. Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα. Ο άνεμος της ερήμου σβήνει κάθε αχνάρι του ταξιδιώτη. Το μοναδικό αποτύπωμα είναι από το πάτημα του παρόντος. Το παρελθόν, το μέλλον … άμμος που τη φύσηξε ο άνεμος.
Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες υποθέσεις, παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη.
Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς. Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στην συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο.
Σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί. Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ταυτοποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.
Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.
Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους. (δες το άρθρο: Το Τέρας Μέσα Μας: Το Πείραμα του Μίλγκραμ)
Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από την στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.
Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.
Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά την συμφωνία με τους γύρω του.
Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε την βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.
Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.
Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.
Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες, οι Ελίτ κ.ά) δεν σκέφτονται όπως εμείς.
Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.
Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με την σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά.
Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.
Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα. Επίσης, όλοι κουβαλάμε “μαγικές” προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.
Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.
Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.
Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης. συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.
Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.
Η προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στην διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.
Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.
Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.
Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”.
Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.
Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.
Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε, είτε να μην πιστεύουμε.
Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν την λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.
Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.
Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων.
Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω. Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου