Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Αισχύλος: το βασίλειο του φόβου και της αγωνίας

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ
 
Στον τραγικό κόσμο του Αισχύλου, ο φόβος, από όλα τα ανθρώπι­να συναισθήματα, είναι αυτός του οποίου η παρουσία γίνεται πε­ρισσότερο αισθητή. Και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς τον Β. Snell, που μας το έδειξε τόσο καλά με τη μελέτη του, που φέρει τον τίτλο: Aischylos und das Handeln im Drama[1]. Με μιαν έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε για όλο το θέατρο του Αισχύλου, αυτό που λέει για τις πρώτες του τραγωδίες, πως ό,τι ακούμε μέσα σε αυτές «δεν είναι παρά η παθιασμένη κραυγή της αγωνίας». Και αυτό κά­νει το θέατρο του Αισχύλου να ξεχωρίζει, όταν το συγκρίνουμε με τις άλλες τραγωδίες που μας έχουν σωθεί[2].
 
Κλασική δεν είναι η εξ υπαρχής ενότητα, αλλά η ενότητα του αγώνα, η συμφιλιωμένη διχοστασία, η γιατρεμένη αγωνία (B. Snell)
 
Φυσικώ τω λόγω, αυτόν τον φόβο και αυτή την αγωνία τα εκ­φράζει συνήθως ο χορός, καθώς είναι αρκετά στενά εμπλεγμένος στη δράση, ώστε τούτη να τον επηρεάζει έντονα, ενώ συγχρόνως παραμένει, από τη φύση του, ανίκανος να την διεξαγάγει ο ίδιος. Με εξαίρεση τις Χοηφόρες και τις Ευμενίδες, όλοι οι χοροί του Αι­σχύλου αποτελούνται από τρομαγμένους ανθρώπους. Μπορούμε να πούμε συνοψίζοντας, ότι ο φόβος στον Αισχύλο, εί­ναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια η ανθρώπινη δυστυχία. Πράγμα που μας το δείχνει παραδειγματικά ένα χωρίο του Προμηθέως, όπου οι Ωκεανίδες οικτίρουν τη μοίρα της Ιούς και τα τρομερά της πήμα­τα, λύματα, δείματα (δυστυχίες, φρίκες, τρόμους) που τους παγώ­νουν την καρδιά (690)· αυτό μας δείχνει, ακόμα πιο έντονα και το χορικό των Χοηφόρων, όπου οι αιτίες της δυστυχίας του ανθρώ­που καλούνται δεινά δειμάτων άχη (586), χωρίο που χωρίς αμφι­βολία, όπως το δείχνουν τα συμφραζόμενα αναφέρεται στα τέρα­τα, αλλά που θα σήμαινε επιλέξει μεταφρασμένο: «οι φοβερές ωδί­νες των τρόμων»[3].
     
Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
 
Υπάρχουν δύο τρόποι να δαμάσει κανείς τον φόβο· και οι δύο όμως συνδέονται με την ιδέα κάποιων νόμιμων ποινών. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο αναφέρονταν ως ευχές, ο ένας στην αρχή, ο άλλος στο τέλος της Ορέστειας.
 
     1. Δίας Σωτήρας
 
Στην αρχή του Αγαμέμνονος, ο χορός έχει έναν φόβο, ακαθό­ριστο, συγκεχυμένο. Φοβάται εξαιτίας των χρησμών, εξαιτίας της δικής του κρίσης, φοβάται χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς φοβάται. Αλλά στο μέσο ακριβώς του χορικού, όταν κάνει λόγο για την αγωνία του, σταματάει μια στιγμή για να προσευχηθεί στον Δία. Γιατί έχει εμπιστοσύνη στον Δία. Ο Δίας μόνο μπορεί να του επι­τρέψει να αποβάλει την ακαθόριστη ανησυχία που τον διακατέχει: «Μόνο τον Δία αναγνωρίζω ικανό να με απαλλάξει πραγματικά από το βάρος της στείρας αγωνίας μου (165). Και γιατί; Διότι άνοιξε στους ανθρώπους τους δρόμους της σοφίας δίνοντάς τους για νόμο: «να μαθαίνει κανείς παθαίνοντας» (176). Με άλλα λό­για, η οδύνη δεν είναι άσκοπη, και δεν είναι ατελέσφορη[4].
 
Θα βγαίναμε από τα όρια της παρούσης μελέτης αν ζητούσαμε να προσδιορίσουμε πραγματικά, σε όλη του τη διάσταση, το νόη­μα που ο ίδιος ο χορός δίνει σε μια τέτοια ομολογία πίστεως. Εντούτοις, από την άποψη του φόβου δύο είναι οι παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν.
 
Πρώτα απ’ όλα ο χορός μιλάει μόνο για πάθημα· και σκέφτεται χωρίς αμφιβολία κυρίως τούτη ή την άλλη Θεϊκή τιμωρία που, πλήττοντας τον ασύνετο, μαθαίνει και τον ίδιο και τους άλλους να σέβονται τη σωφροσύνη. Πράγμα που προϋποθέτει ήδη ότι πρέπει κανείς να εμπιστεύεται τον Δία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και αυτό το είδος εφησυχασμού που αποζητάει η καρδιά θα της το εξα­σφαλίσει εντέλει το ηθικό βάσανο. Πράγματι, το πάθημα για το οποίο πρόκειται συμβαίνει όντως «κατά τον ύπνο»· τοποθετείται, όπως και ο φόβος ο ίδιος, «μπροστά στην καρδιά»[5] και μοιάζει να συνιστάται από μνήμες (180: μνησιπήμων). Να πούμε ότι πρόκει­ται για τις τύψεις[6] είναι εδώ τουλάχιστον τόσο ανακριβές, όσο και στις περιπτώσεις που εξετάσαμε παραπάνω· αλλά το πάθημα που εξετάζουμε τις αντικαθιστά κάπως, ιδίως αν η ουσία του είναι να ξαναζεί κανείς το μάθημα που μόλις υπέστη και να διαπερνάται από αυτό, ακόμα και ασυνείδητα, ώσπου να συνετιστεί.
 
Πράγμα που σημαίνει ότι το πάθημα έχει ένα νόημα. Επομένως φαίνεται σαν να μπορούσε κανείς σχεδόν να αποφύγει να εκτεθεί στον φόβο, στο μέτρο που εκ των προτέρων εμπιστεύεται τον Δία και αφήνεται σε αυτόν. Σε άλλους το φρονείν ή σωφρονείν έρχεται παρά τη θέλησή τους, σαν μια ευεργετική βία· «αλλά ο άνθρωπος που με όλη του την ψυχή θα δοξάσει το θριαμβευτικό όνομα του Δία, αυτός θα έχει την ύψιστη σοφία»[7].
 
Βέβαια αυτό λέει σε γενικές γραμμές και το κείμενο των Πα­ροιμιών, 15.33: «αρχή σοφίας φόβος Θεού». Εδώ όμως η θεϊκή δι­καιοσύνη παρουσιάζεται στον χορό τόσο καθησυχαστική και τόσο ενθαρρυντική που τούτος σκέφτεται μόνο να υμνήσει τον θρίαμβο του Δία, και όχι -τη φορά αυτή- να κάνει λόγο για φόβο.
 
H ύπαρξη τρομερών Θεών -ή μάλλον μιας τρομερής θείας φύ­σης- έχει λοιπόν το παράδοξο αποτέλεσμα ότι μπορεί να γαληνεύ­σει μια ορισμένη μορφή αγωνίας, αμφιβολίας, ανησυχίας[8]. Και συμβαίνει αυτό που περιγράφει ο M.R. Couffignal: «Αυτό το αί­σθημα εξάρτησης, όπου κυριαρχεί ο φόβος, αμβλύνεται από μια ορισμένη τρυφερότητα προς τη θεότητα, ακόμα και μια ορισμένη εμπιστοσύνη». Η θεϊκή οργή δεν ξεσπά χωρίς λόγο· προλαβαίνει το κακό πραγματοποιώντας το.   
 
      2. Ο Φόβος μέσα στην Πόλη
 
Ωστόσο η εμπιστοσύνη που μπορεί κανείς να αντλήσει από αυτή την ιδέα είναι μια εμπιστοσύνη αρχής, που έχει κάτι το τυφλό, όπως ακριβώς και η βούληση του Δία διατηρεί κάτι το απροσπέ­λαστο. Ώστε δεν είναι στο μεταφυσικό πεδίο που θα μπορέσει πο­τέ ο φόβος να δαμαστεί ολοκληρωτικά, αλλά σε ένα πεδίο, όπου οι εντολές και οι ποινές έχουν έναν πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα: αυτό συμβαίνει όντως στο πεδίο της πόλεως. Και ο Αισχύλος δεν θα ήταν ένας Αθηναίος του καιρού του, αν είχε παραβλέψει αυτή τη δυνατότητα. Πράγματι ήταν ένας από τους πρώτους που έθεσαν τις βάσεις μιας δοξασίας, στην οποία έρχονται αντιμέτωποι από πρακτική άποψη ο καλός και ο κακός φόβος. Πρέπει μάλιστα να αναγνωρίσουμε ότι έχοντας τοποθετήσει την ιδέα του φόβου στο κέντρο του έργου του, οδηγήθηκε, αρκετά φυσιολογικά, να δώσει στην αντίθεση αυτή μια ιδιαίτερη δύναμη και καθαρότητα.
 
Μια πρώτη διάκριση κάνει ήδη την εμφάνισή της στον Αγαμέ­μνονα, όταν οι γέροντες, πάνω στον παροξυσμό της αγωνίας τους, κάνουν λόγο για το μόνο φάρμακο που υπάρχει για τους πειρασμούς της ύβρεως· και αυτό είναι ένας φόβος, μια συστολή, ένας όκνος: «Αν τουλάχιστον ένας σοφός φόβος, κρατώντας με σωφρο­σύνη το τιμόνι, ξέρει να ξεφορτωθεί λίγα από τα συσσωρευμένα πλούτη, το σπίτι δεν πέφτει ολόκληρο από το βάρος της ευμάρειας». Πρόκειται εδώ για ένα φόβο που συγγενεύει με τη σωφροσύ­νη και για μια ηθική της μετριοπάθειας. Δείχνει όμως τουλάχιστον ότι ο φόβος μπορεί να γίνει επωφελής όταν παρεμβαίνει εκ των προτέρων, ως κανόνας συμπεριφοράς.
 
Αλλά για να είναι επωφελής, δεν πρέπει να αποβλέπει μόνο στην προστασία από τις εκπλήξεις της τύχης. Πρέπει να παρεμ­βαίνει για να εμποδίσει κάθε σφάλμα, κάθε αδικία· και γι’ αυτό πρέπει να πιστεύεις στην τιμωρία της αδικίας, πρέπει να έχεις πί­στη στους κυβερνώντες. H σημασία αυτής της διάκρισης φαίνεται πρωτίστως σε κάθε ανθρώπινη διακυβέρνηση.
 
O κακός φόβος είναι αυτός που εμπνέουν οι κακοί αφέντες. Κα­θώς δεν είναι δίκαιοι, ο φόβος που τους περιβάλλει δεν συνοδεύε­ται από σεβασμό. Αυτό συμβαίνει με την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, όταν κατέχουν τη βασιλική εξουσία· και οι γυναίκες του χορού διαμαρτύρονται (Χοη. 55 κε). «Ο παλιός σεβασμός (σέβας[9]), ο ανίκητος, αδιάφθορος, απρόσβλητος, που διαπερνούσε την καρ­διά και τα αφτιά του λαού, έχει πια χαθεί: ο φόβος μόνο βασιλεύ­ει»[10] (φοβεῑτε δέ τις). Ωστόσο ο φόβος έχει από μόνος του τη χρη­σιμότητά του, βεβαιώνουν οι Ερινύες· και καθώς το χωρίο όπου το θυμίζουν, απηχεί την ομολογία πίστεως των γερόντων, μπορούμε ήδη να σκεφτούμε ότι η δικαιολογία που δίνουν δεν είναι μάταιη. «Υπάρχουν περιπτώσεις», λένε, (Ευμ. 516), «όπου ο Φόβος (το δει­νόν) είναι χρήσιμος, και όπου πρέπει να στέκει μόνιμα μες στις καρδιές σαν άγρυπνος φρουρός Γιατί ποιος άνθρωπος και ποια πόλη, αν τίποτε δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό που να τους εμπνέει φόβο, θα διατηρούσαν τον σεβασμό που οφείλουν στη Δικαιοσύνη» (σέβοι). Ο φόβος αυτός έχει γίνει κάτι το αφηρημένο: το δεινόν. Παρεμβαίνει εδώ επίσης πριν από το αμάρτημα. Από την άλλη, για να εγγυηθεί τον σεβασμό της δικαιοσύνης πρέπει προφα­νώς να είναι θεμελιωμένος στην πίστη σε μια δικαιοσύνη. Θα παρατηρήσουμε μόνο ότι αν οι δύο όροι, φόβος και σεβασμός μοιά­ζουν εδώ συμφιλιωμένοι, ο φόβος στα μάτια των Ερινύων έρχεται πρώτος και ο σεβασμός είναι η συνέπειά του.
 
Αυτή είναι η μόνη τροποποίηση που θα επιφέρει η Αθηνά στο πρόγραμμά τους, που κατά τα άλλα ξαναπιάνει για λογαριασμό της (Ευμ. 690 κε): «Πάνω σ’ αυτό το βουνό, λέω, στο εξής, ο Σεβα­σμός και ο Φόβος, ο αδερφός του (σέβας… φόβος τε συγγενής), μέ­ρα και νύχτα θα κρατούν τους πολίτες μακριά από το έγκλημα. Ούτε αναρχία, ούτε δεσποτισμός, αυτός είναι ο κανόνας που συμ­βουλεύω την πόλη μου να σεβαστεί (σέβειν). Και να μην εκδιωχθεί κάθε είδος φόβου (το δεινόν) έξω από τα τείχη της· αν δεν έχει τί­ποτε να φοβηθεί, ποιος θνητός κάνει αυτό που οφείλει;» (τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών). Ελευθερώνοντας τον Ορέστη από τον τρόμο στον οποίο ήταν καταδικασμένος, η Αθηνά δεν έθιξε το κύρος της αρχής των επίφοβων ποινών· αλλά, εγγυώμενη εκ των προτέρων ότι θα είναι εύλογες, ανάγοντας τη σχετική απόφαση στον Δία, έδωσε στον φόβο μια δικαίωση που τον έκανε χρήσιμο.
 
Πολύ μετά τον Αισχύλο, ο Πλάτων στους Νόμους, θα θυμηθεί αυτό το είδος αποκάλυψης· και αυτός επίσης θα επιμείνει στη χρη­σιμότητα του καλού φόβου. Οι δύο δοξασίες είναι προφανώς συγ­γενικές, και κατά τον Κ. Θ. Βουρβέρη[11] συγκλίνουν. Αντιθέτως θα θέλαμε, για να προσδιορίσουμε καλύτερα τη σκέψη του Αισχύλου, να υπογραμμίσουμε εδώ αυτό που τις διακρίνει.
 
Στον Πλάτωνα η τιμωρία που φοβάται ο καλός φόβος είναι η ατίμωση. Για να δηλώσει το συναίσθημα αυτό ο Πλάτων χρησιμο­ποιεί τις λέξεις αιδώς (647α· 699c) ή αισχύνη (671d). Και διευκρι­νίζει ότι πρόκειται για την κρίση που διατυπώνουν οι φίλοι μας (647b: φίλων δε φόβος αισχύνης περί κακής). Χωρίς αμφιβολία ονομάζει αυτόν τον φόβο «θεϊκό»· αλλά το κάνει μόνο στο 671d, σε μια σύνοψη του 647α, όπου προσθέτει τη λέξη θείον, όπως προ­σέθεσε τη λέξη κάλλιστον· και δεν είναι βέβαιο ότι η αξία του ενός διαφέρει πολύ από την αξία του άλλου[12]. Όπως και να έχει, δεν πρόκειται για τον φόβο των θεών. Τούτος είναι βέβαια υπαρκτός και στην Πολιτεία ο Πλάτων βάζει στο στόμα του Κεφάλου μια ωραία ανάπτυξη για τον κακό ύπνο του γέροντα, που αρχίζει να σκέφτεται τις μεταθανάτιες τιμωρίες[13] . Αλλά πιο άμεσα στην πρά­ξη, αυτό πάνω στο οποίο η πόλη θέλει κυρίως να υπολογίζει εί­ναι ο φόβος της ατίμωσης. Εδώ άλλωστε ο Πλάτων συναντά μια παλιά ομηρική παράδοση· διότι όταν στην Ιλιάδα, στο Ο, 657, ο ίδιος καλός φόβος συγκρατεί τους πολεμιστές από τη φυγή (αιδώς και δέος), ο ποιητής προσθέτει: «Ασταμάτητα, νουθετούν οι μεν τους δε».
 
O φόβος της τιμωρίας είναι κάτι πιο αποτρόπαιο. Και αυτή εί­ναι η μορφή που προτιμούν οι ρεαλιστές πολιτικοί άρχοντες του Σοφοκλή: «Ποτέ, σε μια πόλη, οι νόμοι δεν θα είχαν την απαιτού­μενη δύναμη, αν δεν υποστηρίζονταν από τον φόβο (δέος), και μια στρατιά δεν θα είχε σοφή πειθαρχία, αν δεν την υπερασπίζονταν ο φόβος και ο σεβασμός (φόβου-αιδούς). Όσο γεροδεμένος κι αν είναι από τη φύση του κανείς, πρέπει να έχει στο νου του ότι μπορεί να πέσει ακόμα και από ένα μικρό κακό. Όποιος αισθάνεται φόβο και σεβασμό (δέος-αισχύνη), να το ξέρεις καλά, έχει ελπίδες σωτη­ρίας… Ένας σωτήριος φόβος πρέπει πάντα (δέος… καίριον) να υπάρχει»… (Αίας, 1071 κε)[14].
 
Αλλά, όπως και ο πλατωνικός φόβος των Νόμων, ο φόβος που επικαλείται ο Μενέλαος εδώ παραμένει ένας φόβος, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, πολιτικής φύσεως.
 
Αντίθετα ο αισχύλειος φόβος, όσο κι αν έρχεται να ενταχθεί ξαφνικά στα πλαίσια της πόλης και σαν σε ένα πολιτικό πρόγραμ­μα, είναι πάντοτε ο φόβος της Ερινύας· και ο σεβασμός που τον συνοδεύει, που του είναι συγγενικός[15], είναι ο σεβασμός που έχει κανείς για τους θεούς· είναι σέβας, όρος χαρακτηριστικός της ευ­σέβειας έτσι όπως την εκφράζει ο Αισχύλος[16]. H Αθηνά προσθέτει την ιδέα του ταρβείν (Ευμ., 700: τοιόνδε τοι ταρβούντες ενδίκως σέβας), που θυμίζει ό,τι έχει το θρησκευτικό έντονο, ζωντανό, ο φόβος που μπορεί να εμπνεύσει, ακόμα και εκ των προτέρων, η Ερινύα.
 
Όπως ακριβώς στις Ικέτιδες, η εξουσία του λαού και αυτή των θεών συναντιόνται λοιπόν και συνεργάζονται. Και όταν ακόμα η πολιτική τάξη έχει αποκατασταθεί, το αισχύλειο σύμπαν παραμένει ασπαίρον από την διπλή ζωή που το κατοικεί, και θέλει τίποτε να μην στερείται από θεϊκή παρουσία. Ο φόβος διατηρεί εδώ τον ιερό χαρακτήρα του ως το τέλος.
 
Έχει όμως αλλάξει πρόσωπο. Ένας ευλαβικός σεβασμός έχει πάρει τη θέση του -ή θα ήθελε να πάρει τη θέση της σκοτεινής αγω­νίας που περιγράψαμε. Και μπορεί κανείς να πει ότι δεν υπάρχει πιο ωραία μαρτυρία της βαθιάς φιλοδοξίας που διαπνέει το έργο, από το να βλέπουμε τη συγκινητική πομπή που κλείνει με τόση με­γαλοπρέπεια τις Ευμενίδες, να γιορτάζει στην πραγματικότητα μια συμφιλίωση που σημαίνει το τέλος της αγωνίας και την έλευση του καλού φόβου, σε έναν δίκαιο κόσμο[17].
---------------------- 
 [1] Philologus, Supplementband, 1928, 164 σ. in-8ο. Tο χωρίο που ακολουθεί είναι παρ­μένο από τη σ. 43: «Από τη σκηνή των πρώτων έργων του Αισχύλου ηχεί μόνο η πα­θητική κραυγή της αγωνίας».
[2] Ο B. Snell επιμένει στον ρόλο που είχε ο φόβος στον Φρύνιχο. (βλ. του ιδίου, εκτός από την προαναφερθείσα μελέτη, Die Entdeckung des Geistes, σ. 114. Αλλά ο Φρύνι­χος μας είναι πολύ λίγο γνωστός για να μπορεί η σύγκριση να είναι γόνιμη).
[3] H σχέση που δηλώνει η γενική δεν διατηρείται σε καμία από τις μεταφράσεις.
[4] ο Αισχύλος μοιάζει να έχει συλλάβει την ιδέα της γονιμότητας του πάσχειν: όταν τούτο δεν είναι «δίκαιο» στο φως του παρελθόντος, «δικαιολογείται» στην προοπτι­κή του μέλλοντος: η Ιώ εξαγοράζει έτσι με τα πάθη της το προνόμιο που τελικά της εκ­χωρείται. Αλλά αυτό προφανώς προϋποθέτει ότι ο εν λόγω πόνος είναι προσωρινός και ότι τα δεινά του παίρνουν τέλος στην ειρήνη.
[5] Πβ. παραπάνω, σ. 46. Οι προσεγγίσεις που επιχειρήσαμε παραπάνω μοιάζουν επαρ­κείς, χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς μια ιδιαίτερη θεωρία περί ύπνου. Πβ. όμως σχετικά το εμπεδόκλειο απόσπασμα Β 105, κατά το οποίο η συγκέντρωση του αίματος στην καρδιά γεννά τη σκέψη (νόημα).
[6] Πβ. P. Mazon, ad loc.
[7] Το παν Θα σήμαινε μάλλον «στα πάντα, πλήρως»: δεν πρόκειται για φιλοσοφία, αλλά για πρακτική σοφία.
[8] Πβ. Snell, Aischylos…,σ. 118: «Κατονομαζόμενος και χαρακτηρισμένος ο φόβος αυτός χάνει τη φρίκη του».
[9] Ο σεβασμός αυτός είναι φυσικός όταν απευθύνεται σε έναν ηγεμόνα άξιο του ονό­ματός του: πβ. Πέρσες, 694 κε, όπου οι διαφορετικές λέξεις που δηλώνουν τον φόβο, τον σεβασμό, την ανησυχία για το μέλλον χρησιμοποιούνται απ’ ό,τι φαίνεται αδια­κρίτως.
[10] Ορισμένοι σκέφθηκαν ότι ο φόβος αυτός θα μπορούσε να αναφέρεται στην Κλυ­ταιμνήστρα: πράγμα που η παραπάνω προσέγγιση καθιστά απίθανο. Ο σχολιαστής καταλάβαινε ήδη πολύ καλά το απόσπασμα.
[11] Βλ. για παράδειγμα, Βουρβέρη, Θεῑος φόβος, Επιστημονική Επετηρίς της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1953-4, σ. 121-132.
[12] Κατά τον Βουρβέρη, η λέξη «θείος» δικαιολογείται από μια τάση σεβασμού της θεί­ας βούλησης παν άρχει του σύμπαντος. Ακόμα κι αν αυτή η απόχρωση είναι υπαρκτή, βρισκόμαστε μακριά από το ιερό.
[13] Πολιτείας 330d κε Πβ. ιδιαίτερα: εισέρχεται αυτώ δέος και φροντίς… δείματος με­στός… Θαμά εγειρόμενος δειμαίνει.
[14] Μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό το χωρίο που λέει ο Κρέων στην Αντιγό­νη, 663 κε, το ίδιο και ο Επίχαρμος, απ. 221 (αναφέρεται από τον σχολιαστή του Αίαντα), κλπ.
[15] Συγγενής στον στίχο 691 κε, δεν μπορεί να σημαίνει παρά μια συγγένεια ανάμεσα στον φόβο και το σέβας: o Verall βλέπει επιπλέον έναν υπαινιγμό στη συγγένεια ανά­μεσα στον Άρη (αφού πρόκειται για τον Άρειο Πάγο) και τον Φόβο (γιο του Άρη κα­τά την Θεογονία, 940). Αυτή η ερμηνεία φαίνεται υπερβολικά εξεζητημένη.
[16] Πβ. Couffignal, Pech. de Sc. Rel., 1947, 328-346.
[17] Η μελέτη αυτή ξαναπιάνει τον μίτο συμπερασμάτων διαφόρων διαλέξεων που δό­θηκαν στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Göttingen), του Αμβούργου, τον Λονδίνου και της Οξφόρδης: δράττομαι της ευκαιρίας για να εκφράσω την ζωηρή μου αναγνώ­ριση σε αυτούς που με υποδέχθηκαν στα πανεπιστήμια αυτά.

Ελληνικότητα: Βίωμα ή αυθεντικότητα;

«Το ελληνικόν εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και Θεών ιδρύματα κοινά και θυσίαι ηθεά τε ομότροπα» -Ηρόδοτος, Ουρανία 144-14-16

Το Μακεδονικό πέραν όλων των άλλων ανέδειξε και το θέμα της Ελληνικότητας. Ως όρος και περιεχόμενο είναι δύσκολο να προσδιοριστεί κι αυτή η σημασιολογική ασάφεια γεννά παρανοήσεις, αμφισβητήσεις και αντιπαλότητες όχι μόνο ανάμεσα στους γλωσσολόγους αλλά και μεταξύ ιστορικών, εθνολόγων αλλά και πληθυσμιακών ομάδων.

Ο όρος Ελληνικότητα χρησιμοποιείται από κάποιους (λαοί, άτομα, πνευματική δημιουργία...) που έχουν ανάγκη να πείσουν για την αυθεντικότητά τους και για τη μοναδικότητα της ταυτότητάς τους (ατομικής, εθνικής...). Συχνά δε, χρησιμοποιείται για να καταδείξει τη διαφορά – ετερότητα από τους άλλους και να αναδείξει την ανωτερότητα έναντι των άλλων.

Άλλοι συνδέουν την Ελληνικότητα με την εθνική ομφαλοσκόπηση ή τον ελληνοκεντρισμό κι άλλοι με μια στείρα και άγονη επιστροφή στο παρελθόν (ιστορική αρχετυπικότητα). Στόχος και των δυο μορφών η ανάγκη να καταδειχτεί ο αναλλοίωτος από το χρόνο χαρακτήρας της ελληνικής ιδιαιτερότητας και ιδιοπροσωπίας. Προσφεύγοντας στην αρχετυπική μήτρα του Ελληνισμού προβάλλουμε εμφαντικά στους «προηγμένους» ξένους τη διαχρονικότητα και οικουμενικότητα της εθνικής μας οντότητας. Παράλληλος στόχος της Ελληνικότητας είναι να φανερώσει πως βασικά στοιχεία του σύγχρονου Ευρωπαϊκού πολιτισμού ανευρίσκονται στο αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο.

Ωστόσο, όποιους στόχους κι αν ικανοποιεί η χρήση του όρου Ελληνικότητα ή όποιες ανομολόγητες επιθυμίες ή ανασφάλειες υποκρύπτει είναι δύσκολο να προσδιοριστεί εννοιολογικά γιατί δεν είναι μια οντολογική ουσία μετρήσιμη κι αποδείξιμη αλλά περισσότερο ένα βίωμα και μια διαίσθηση.

Η Ελληνικότητα ως έννοια εισάγεται στην ελληνική γλώσσα στα 1851 από τον Κων/νο Πωπ και ο Πολυλάς την πρωτοεισάγει το 1860 στην απάντησή του προς τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο υπερασπιζόμενος την ελληνικότητα της ποίησης του Σολωμού. Περισσότερο, όμως, ως έννοια και συζήτηση η Ελληνικότητα συνδέθηκε με τη δεκαετία και τη γενιά του 1930. Οι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς (ποιητές, πεζογράφοι, διανοούμενοι) αναζητούν τρόπους επικοινωνίας και σύνδεσης του παρόντος με το παρελθόν στην προσπάθειά τους να ορίσουν το ελληνικό στοιχείο στην τέχνη και όχι μόνο. Επιτελείται μια εξιδανίκευση του παρελθόντος (ιδεατό πρότυπο) και μια προσπάθεια γόνιμης σύνδεσής του με το παρόν, χωρίς τις μιμήσεις. Γίνεται προσπάθεια, δηλαδή, να προβληθεί η ιστορική συνέχεια σε όλες τις εκφάνσεις της (γλώσσα, τέχνη, νοοτροπία…). «Εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί» (Πλήθων).

Ωστόσο, το ζητούμενο της Ελληνικότητας ανευρίσκεται ως προβληματισμός αλλά και εθνική ανάγκη – επιταγή στα τέλη των Βυζαντινών χρόνων, όταν ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός βρίσκονταν σε μια υπόγεια διαπάλη μέχρι που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας βάδισαν παράλληλα και ως ένα βαθμό καθόρισαν τη Νεοελληνική Ταυτότητα.

Η συνέχεια της συζήτησης και του προβληματισμού απαντάται και στις αρχές του νεοελληνικού κράτους, όταν ετέθη το ζήτημα της μορφής – ταυτότητας (εθνικής, γλωσσικής,…) που θα έπρεπε να λάβει ως ελεύθερη κρατική οντότητα. Μια από τις παρενέργειες της προσπάθειας των νεοελλήνων για αυτοπροσδιορισμό ήταν και η δημιουργία του Αγγλικού, του Γαλλικού και Ρωσικού κόμματος που αν μη τι άλλο υποδήλωνε την εθνική ανασφάλειά τους (ετεροπροσδιορισμός).

Μια άλλη παράμετρος της Ελληνικότητας είναι και η σχέση της με τις έννοιες εθνική συνείδηση και εθνική ταυτότητα. Σίγουρα γειτνιάζουν σημασιολογικά, αλλά δεν ταυτίζονται. Συχνά αλληλοπροσδιορίζονται και γι’ αυτό από πολλούς χρησιμοποιούνται ως συνώνυμες έννοιες, αφού το νοηματικό φορτίο τους είναι ασαφές και ασταθές.

Η συνείδηση είναι κάτι πιο εσωτερικό και σταθερό, ενώ η ταυτότητα είναι κάτι το εξωτερικό και συχνά αλλάζει μορφή.

«Η συνείδηση προϋποθέτει την ανακάλυψη εκ μέρους του υποκειμένου μιας προ-υπάρχουσας πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, φυλετικής καταγωγής ή κοινωνικής θέσης, αντίθετα η ταυτότητα επιτρέπει την πολλαπλότητα καθώς κανείς μπορεί να εφευρίσκει και να εναλλάσσει ταυτότητες…. Διακινδυνεύω, λοιπόν, την ερμηνευτική υπόθεση ότι η ελληνικότητα προκύπτει ως έννοια για να γεφυρωθεί η διάσταση συνείδησης και ταυτότητας, να αναπληρωθεί, δηλαδή, η αδυναμία της συνείδησης να λειτουργήσει ως ταυτότητα» (Τζιόβας Δημήτρης «Ελληνικότητα: συνείδηση ή ταυτότητα»).

Οι όποιες προσπάθειες των ειδικών να προσδιορίσουν με ακρίβεια την έννοια της Ελληνικότητας υστερεί πάντα της αντίστοιχης του Ηροδότου. Πρώτος αυτός όρισε ως βασικές συνιστώσες του Ελληνισμού – Ελληνικότητας τα: Το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον. Η κοινή καταγωγή, η ίδια γλώσσα, οι ίδιοι θεοί και οι τρόποι (πολιτισμός) διαμορφώνουν το βασικό ιστό της Ελληνικότητας. Λείπει το «ομότοπον» που θα περιόριζε την έννοια, αφού ο Ελληνισμός – Ελληνικότητα ως ιδέα ή πνεύμα υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια της αρχαίας πόλης – κράτους. Όσο κι αν τα παραπάνω στοιχεία απειλούνται με διάβρωση από τον παγκόσμιο ηλεκτρονικό ιστό, εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς για άτομα και λαούς.

Αν για τον Ηρόδοτο το «μέτρο» της Ελληνικότητας ήταν η καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία και τα ήθη για τον Ισοκράτη (Αθηναίος ρήτορας) μέτρο ήταν η Αθηναϊκή παιδεία «και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας» (Το όνομα των Ελλήνων δεν δήλωνε την καταγωγή αλλά τη διανόηση….και Έλληνες καλούνται αυτοί που μετέχουν στη δικιά μας παιδεία παρά στην κοινή φύση).

Για τον Ισοκράτη, δηλαδή, η Ελληνικότητα δεν είχε φυλετικό περιεχόμενο, αλλά πολιτιστικό. Για τη συμμετοχή, όμως, στους Ολυμπιακούς αγώνες η καταγωγή (Ελληνικότητα) ήταν η αναγκαία προϋπόθεση. Ο Αλέξανδρος Α’ ο Μακεδών έγινε δεκτός στους Ολυμπιακούς αγώνες αφού έπεισε για την Ελληνικότητά του, «Αλέξανδρος δε επειδή απέδειξε ως είη Αργείος, εκρίθη τε είναι Έλλην και αγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τω πρώτω» (Ηρόδοτος, 5, 22).

Ωστόσο, ο όρος Ελληνικότητα στη διαχρονική της διαδρομή ταυτίστηκε με την κουλτούρα, την ιθαγένεια, τη γλώσσα ή και την εθνική ταυτότητα, χωρίς να συμπίπτει σημασιολογικά με κανένα από αυτά. Για κάποιους η Ελληνικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας άγονος εθνοκεντρισμός που μας εγκλωβίζει στο «δοξασμένο» παρελθόν. Ένα, δηλαδή, ιδεολόγημα που εμπεριέχει πολλά στοιχεία προγονοπληξίας. Για άλλους αποτελεί μια κληρονομιά ηθικοπνευματικής καλλιέργειας κι ένα συναίσθημα ιδιαιτερότητας και διαφοροποίησης σε σχέση με τα άλλα έθνη.

Ο σαφής, λοιπόν, προσδιορισμός της Ελληνικότητας ως βιώματος προσκρούει πάντα στην υποκειμενικότητα των κριτηρίων και προϋποθέσεων που επιλέγονται. Ωστόσο, όλοι συμφωνούν πως η Ελληνικότητα, ως βασικό συστατικό της εθνικής ταυτότητας του Έλληνα, δεν συνιστά κάτι αυτοφυές ούτε παράγωγο φαινόμενο κάποιων γονιδιακών καταβολών.

Η Ελληνικότητα, δηλαδή, προσδιορίζεται από δυο βασικές συνιστώσες, την ιστορία και τον πολιτισμό. Ο καθένας γεννιέται, ανατρέφεται, γαλουχείται κι αναπτύσσεται μέσα σε ένα ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον που επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση των βασικών συνιστωσών της εθνικής ταυτότητας. Η ιστορία και ο πολιτισμός συνθέτουν ένα συλλογικό ασυνείδητο το οποίο χρωματίζει με ιδιαίτερο τρόπο τους κώδικες ερμηνείας τόσο της εξωτερικής πραγματικότητας όσο και του εσωτερικού μας κόσμου.

Οι παραδόσεις, οι αξίες, τα πρότυπα, τα σύμβολα, οι κοσμοθεωρίες, η ηθική και γενικότερα η ιστορική μνήμη συνθέτουν με ένα περίεργο τρόπο τον ιστό της Ελληνικότητας, ως αυθεντικό βίωμα ή βιοθεωρία του ατόμου που αισθάνεται Έλληνας. Η συνείδηση, όμως, της εθνικής ιδιαιτερότητας λειτουργεί τόσο ως ενοποιητικός παράγοντας όσο και ως στοιχείο δημιουργικής διαφοροποίησης. Αυτός ο διττός ρόλος της εθνικής συνείδησης συνθέτει τα αντικρουόμενα ατομικά «πιστεύω» και υφαίνει τον πυρήνα της Ελληνικότητας, ως ολότητας – ενότητας.

Η ιστορία, λοιπόν, και ο πολιτισμός με τις συνεχείς ιδεολογικές επιχωματώσεις δομούν στην πορεία του χρόνου το εννοιολογικό ιστό της Ελληνικότητας. Η εθνική, επομένως, συνείδηση ενοποιεί σε μια δημιουργική αρμονία – σύνθεση τα παράλληλα υπόγεια ρεύματα της ιστορίας και του πολιτισμού υφαίνοντας έτσι το εθνικό μας «είναι», την Ελληνικότητα. Ελληνισμός, λοιπόν, και Ελληνικότητα πασχίζουν να ισορροπήσουν ή να συνθέσουν αρμονικά το «Είναι» με το «γίγνεσθαι», τον Παρμενίδη με τον Ηράκλειτο.

Ο Ελύτης προσδιόρισε την Ελληνικότητα ως ένα μείγμα σκέψης, αίσθησης και θεώρησης του κόσμου. «Μια ζωήν ολόκληρη αγωνίστηκα για αυτό που λέμε Ελληνικότητα και που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα».

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρούσε πως «το να είσαι Έλληνας είναι θέμα αγωγής και όχι καταγωγής».

Το βίωμα της Ελληνικότητας (συνέχεια Παράδοσης και Παρόντος) το απέδωσε με έναν ξεχωριστό τρόπο ο Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Ο Ηδονικός Ελπήνωρ». Γιατί μόνο ποιητικά μπορεί κάποιος να ορίσει την Ελληνικότητα, γιατί η ποίηση χρησιμοποιεί τη γλώσσα αφαιρετικά. Και η Ελληνικότητα περισσότερο είναι αφαίρεση – βίωμα και λιγότερο οντότητα.

«-Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο./ – Όχι, σε κυνηγούν, πως δεν το βλέπεις;/ Θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους/ με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες/ κι όμως την ξέρεις./ -Τα αγάλματα είναι στο μουσείο/ Καληνύχτα/ -… γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, / είμαστε εμείς…»

Μην αφήσεις τον έρωτα να φύγει, επειδή τον φοβήθηκες. Τόλμα να τον ζήσεις

Ζούμε σε μια εποχή, που το άρωμα του έρωτα το έχουμε κρύψει στο ντουλάπι. Φοβόμαστε να ερωτευτούμε πραγματικά, φοβόμαστε να το φορέσουμε, γιατί ο εγωισμός μας, αυτό που βαφτίσαμε αξιοπρέπεια, θα ξεφτίσει από επάνω μας. Έτσι είναι ο έρωτας, ξεφτίζει κάθε τι λογικό, ξεφτίζει τον εγωισμό και αναβλύζει αξιοπρέπεια. Γιατί η αξιοπρέπεια δεν είναι σιωπές, είναι να γνωρίζεις τι θέλεις και ποιον θέλεις!

Και τι σημαίνει να ερωτεύεσαι πραγματικά; Στον έρωτα δεν υπάρχει ταμπέλα, ούτε συνταγή! Είναι αυτή η χημεία, είναι αυτός ο άνθρωπος, που ξέρει τι θα πεις πριν το πεις. Είναι αυτή η σχέση, που νιώθεις παιδί! Είναι η προτεραιότητα σου, η καλημέρα του που σε γεμίζει χαμόγελο! Είναι τα μάτια του, που σε ταξιδεύουν σε μέρη, που η ψυχή μπορεί να πάει πιο γρήγορα από το σώμα. Είναι αυτός ο άνθρωπος, που ίσως είχες ονειρευτεί από παιδί ότι θα τον συναντήσεις!

Η φροντίδα που του χαρίζεις, είναι η μετουσίωση της αγάπης σου και τα λόγια είναι η φωτιά της ψυχής σου. Τα λόγια δεν χάνονται, έχουν ταξιδέψει σε ένα παράδεισο μαζί με τις εικόνες και μας περιμένουν. Άλλοτε είναι λόγια υποσχέσεις και άλλοτε λόγια που πονάνε! Αυτά τα λόγια που πονάνε είναι για να σε εξελίξουν. Κανείς που ερωτεύτηκε ή που αγάπησε πραγματικά από τα βάθη της καρδιάς του, δεν είπε κάτι από κακία! Όταν δύο ψυχές είναι προορισμένες να είναι μαζί, ακόμη και αν χαθούν, θα έρθει η στιγμή που όταν ξαναβρεθούν, όσα χρόνια και αν περάσουν, θα νιώσουν εκείνη την αίσθηση ότι δεν πέρασε μέρα!

Οι άνθρωποι αφήνουν τον έρωτα μέσα από τα χέρια τους, είτε από λάθη είτε από εγωισμό και ασύμβατες καταστάσεις με την ιδεολογία της κοινωνίας. Προσαρμόζονται με άλλους ανθρώπους, γιατί νιώθουν ότι με την λογική περπατάς με σιγουριά τον δρόμο της ζωής σου! Όμως αν σου έλεγαν ότι υπάρχει ένα μονοπάτι, που έχει την πιο ωραία θέα αλλά είναι δύσκολος ο δρόμος, θα έπαιρνες τον δρόμο της ευθείας; Έτσι νιώθουμε οι άνθρωποι ότι προστατευόμαστε. Προσπαθούμε να προστατέψουμε τον εαυτό μας από την δικιά μας καρδιά και πορευόμαστε με απωθημένα, είτε για να μην πληγώσουμε ανθρώπους, είτε για να έχουμε ένα καθαρό πρόσωπο στην κοινωνία! Φοβόμαστε να βάλουμε τον εαυτό μας μπροστά στον καθρέφτη και να δούμε την πραγματική μας ανάγκη, φοβόμαστε να πούμε ότι θέλουμε να αγαπηθούμε και έχουμε δημιουργήσει ένα νοητό κλουβί γύρω από εμάς, που το ονομάσαμε “δεν έχω ανάγκη κανέναν”. Ξεφτίζουμε τον έρωτα με την λέξη ”ξενέρωσα” και με λάθη. Βαφτίζουμε “λάθος” την κατάσταση, γιατί έτσι είναι ακόμη πιο εύκολο να προχωρήσουμε. Όμως, σε ρωτώ, πόσο λάθος μπορεί να είναι οι στιγμές που γελούσαμε, οι στιγμές που νιώθαμε παιδιά;

Ο έρωτας δεν κάνει διάλειμμα, ούτε επαναφορτίζεται, απλά υπάρχει! Εύχομαι σε όλους να μην αφήσετε τον έρωτα να φύγει, να μην τον αναπολείτε, να μην τον φοβηθείτε, αλλά να τον ζήσετε. Να μην χρειαστεί να περάσουν τα χρόνια για να τον ξαναζητήσετε κοντά σας. Ο έρωτας σε κάνει να νιώθεις παιδί.

Πέρα από την κατάθλιψη και την ενοχή, τι;

Σήμερα η κατάθλιψη είναι μία ασθένεια της μόδας, μάλιστα εμφανίζεται σχεδόν ως η πληγή του αιώνα. Η «ανάδειξή» της προκύπτει από έναν συνδυασμό συγκυριών: αφενός βρισκόμαστε σε έναν πολιτισμό που καθορίζεται κυρίως από τον Λόγο της επιστήμης, η οποία με την ευρηματικότητα που την χαρακτηρίζει παράγει και το λεγόμενο «χάπι της ευτυχίας» και αφετέρου, με την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση η ζωή έχει μετατραπεί σε μία αδιάκοπη κούρσα ιλιγγιώδους ταχύτητας.

Ο καταθλιπτικός από την άλλη, με την ίδια του την ύπαρξη διασπείρει την ανησυχία, αφού «δεν το παλεύει αρκετά», «εγκαταλείπει την προσπάθεια» και κινείται ενάντια στο πνεύμα της εποχής που δίνει την εντολή: «προχώρα προς τα μπρος», «απλά κάν’ το», κτλ. Δημιουργείται λοιπόν το εξής παράδοξο: ενώ ο σύγχρονος πολιτισμός δεν μπορεί να αγαπά τους καταθλιπτικούς, είναι ο ίδιος που παράγει ολοένα και περισσότερους, παράγει δηλαδή όλο και περισσότερο αυτό που απωθεί.
 

Η δυσφορία του σύγχρονου πολιτισμού

Εδώ που τα λέμε, πώς να μην λυγίσει κανείς μπροστά στη δυσφορία που του επιφυλάσσει ο σύγχρονος πολιτισμός; Η υπερκόπωση του ανταγωνισμού, η ακόρεστη δίψα της μαζικής κατανάλωσης, ο ατομικισμός που έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία, η υποβάθμιση των κοινωνικών δεσμών, η τυραννία της αρχής της απόλαυσης που επιβάλλει την «ευτυχία παντού και πάντα», η γενικευμένη απώλεια του νοήματος, το ατέρμονο κυνήγι του χρόνου, η υπερπληθώρα των ready made αντικειμένων που φέρνουν τελικά την πλήξη είναι ορισμένα μόνο από τα σημεία των καιρών που οδηγούν τις «ωραίες ψυχές» στο να καταθλίβονται. Έτσι, κάθε ανεπάρκεια σε σχέση με την υποχρέωση να είναι κανείς ευτυχισμένος, αφού «σημασία έχει πάνω από όλα να περνάμε καλά», θα ονομάζεται εφεξής «κατάθλιψη» που χρήζει ιατρικής και ψυχολογικής παρέμβασης.

Δεν υπάρχει Η κατάθλιψη στον ενικό

Καθώς λοιπόν η θλίψη είναι ντροπή, αδικαιολόγητη και κατά συνέπεια παθολογική, τι άλλο απομένει σε αυτόν που την αισθάνεται από το να απευθυνθεί στον ειδικό ψυχικής υγείας, ακόμη και να ζητήσει χημική αγωγή.

Άλλωστε η επιστήμη έχει να προσφέρει μία λύση, αφού βρήκε τον ένοχο για τη γένεση της κατάθλιψης και ο οποίος δεν είναι παρά το μονοαμινικό έλλειμμα της σεροτονίνης.

Έτσι, η συγκεκριμένη διαταραχή της «διάθεσης» δεν είναι το σύμπτωμα ενός ανθρώπου, εφόσον μπορούμε πλέον να αναζητήσουμε την αιτία της στην ανόργανη ύλη και να την αντιμετωπίσουμε αφού εξοπλίσουμε κατάλληλα τον οργανισμό. Με αυτόν τον τρόπο παρακάμπτεται το ίδιο το άτομο και απαλλάσσεται από οποιοδήποτε ηθικό σφάλμα ή αίσθημα ενοχής για την ίδια του την διάθεση. Δεν ευθύνεται το ίδιο το άτομο που είναι καταθλιπτικό, αλλά οι διακυμάνσεις των ποσοστών συγκέντρωσης των νευροδιαβιβαστών στο σώμα του. Οι συνταγές της ψυχότροπης ευτυχίας υπόσχονται την επιθυμητή ανάκαμψη από την «αδηφάγο» κατάθλιψη, όμως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει Η κατάθλιψη στον ενικό.

Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλές καταθλιπτικές καταστάσεις οι οποίες εμφανίζονται με διάφορες παραλλαγές, γεγονός που καθιστά δύσκολο έναν ενιαίο ορισμό που να τις ενοποιεί όλες. Ο ψυχικός πόνος είναι διαφορετικός στην περίπτωση μίας απώλειας, όπως της εργασίας, του γονιού, του συντρόφου, στην περίπτωση της διάγνωσης μίας χρόνιας οργανικής ασθένειας, της αυτοκατηγόριας του ατόμου λόγω της ανεπάρκειάς του να ανταποκριθεί σε ένα ιδανικό που έχει θέσει στην ζωή του, της αντίδρασής του απέναντι στους φρενήρεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής… Με τον γενικό έως και κοινότοπο όρο «κατάθλιψη» ισοπεδώνεται κάθε διάκριση ανάμεσα στη φυσιολογική ψυχική οδύνη του πένθους και την πλήρη παραίτηση του ατόμου από κάθε επιθυμία για ζωή. Παρόλα αυτά, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα άτομα μπορεί εξίσου να απευθυνθούν στον γιατρό ζητώντας να τους συνταγογραφήσει φάρμακα γιατί θεωρούν τον εαυτό τους σε κατάθλιψη.
«Το άκρον άωτον της αλλοτρίωσης δηλαδή: να ασπάζεται κανείς σε αυτόν τον βαθμό την επιβαλλόμενη νόρμα!»

Η πραγματική έννοια της κατάθλιψης

Για αυτό συχνά ο όρος «κατάθλιψη» δημιουργεί σύγχυση και ειδικότερα όταν περιορίζεται στο αίσθημα της θλίψης. Ένα στεναχωρημένο άτομο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει και κατάθλιψη.
«Απόδειξη: μπορούμε να μιλήσουμε για ένα άτομο που δεν υπήρξε ποτέ στην ζωή του καταθλιπτικό, αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν άνθρωπο για τον οποίο η λέξη θλίψη δεν θα είχε κανένα νόημα και ο οποίος δεν θα μπορούσε να τη συνδέσει με καμμία προσωπική του εμπειρία.»
Η θλίψη στην ουσία είναι αναπόφευκτη και πρόκειται για ένα συναίσθημα που κανέναν δεν αφήνει ανέγγιχτο. Στην κατάθλιψη από την άλλη, «υπάρχει εκ των πραγμάτων πάντα κάτι περισσότερο από την απλή διάσταση του συναισθήματος». Εδώ, πλήττεται η ίδια η ζωτικότητα του ατόμου, έχει μείνει «δίχως ενέργεια», «δεν έχει πια κουράγιο και δυνάμεις», έχει παραιτηθεί από την ίδια τη ζωή με μία εντυπωσιακή αδιαφορία. Η αδυναμία της θέλησης δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο συναίσθημα, αλλά έχει περάσει και στην πράξη καθώς η αδράνεια έχει εμποτίσει όλο του το είναι, τόσο την ψυχή του όσο και το σώμα του.

Κάτω από την ομπρέλα του όρου «κατάθλιψη» ομαδοποιούνται πολλοί κλινικοί τύποι και συμπτώματα που εκτείνονται σε ένα πολύ ευρύ φάσμα: οι κρίσεις πανικού που ξεσπούν ως άγχος εγκατάλειψης, η τοξικομανία ως μία αγνόηση του Άλλου, η υποχονδρία ως ενδοστρέφεια στον εαυτό που καθηλώνεται σε ένα υποτιθέμενο άρρωστο όργανο, η αϋπνία και η ανορεξία που υπονομεύουν την ίδια την ζωτική ομοιόσταση του ατόμου… Μπορεί ακόμη το άτομο να μην εκφράζει καν ένα παράπονο για όλα αυτά που βιώνει, να είναι έρμαιο μία απάθειας χωρίς ούτε ένα αίτημα. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η αναδίπλωση στον εαυτό μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα νέκρωσης με αναστολή κάθε είδους δράσης, ακόμη και στο πέρασμα στην αυτοκτονία, δηλαδή την ίδια την αφάνιση του ατόμου. Παραλλάζοντας μία φράση του Φρόυντ, είναι σαν η σκιά του θανάτου να έχει πέσει πάνω στο άτομο.

Ποιός ευθύνεται για τη δυστυχία

Ένα ερώτημα λοιπόν που ανακύπτει είναι: μα ποιος επιτέλους ευθύνεται για όλη αυτήν την δυστυχία; Κι εδώ ακριβώς έρχεται κανείς αντιμέτωπος με το αίσθημα της ενοχής. Ένας συνήθης τρόπος νοηματοδότησης της δυστυχίας είναι το άτομο να λέει «όλα είναι δικό μου σφάλμα». Το άτομο αποδέχεται την δυστυχία ως συνέπεια δικών του επιλογών ή παραλείψεων, με αποτέλεσμα να τοποθετείται στην θέση του ενόχου, ο πόνος του έτσι αποκτά νόημα αφού αναγνωρίζει τον εαυτό του ως μοναδικό αίτιο του πόνου του. Στην περίπτωση αυτή, το αφόρητο αίσθημα της κατάθλιψης κατά κάποιον τρόπο αναδιπλασιάζεται καθώς συνοδεύεται επιπλέον από ένα αφόρητο αίσθημα ενοχής μέσω του οποίου το άτομο αναλαμβάνει την ευθύνη του υποτιθέμενου σφάλματός του.

Υπάρχει όμως και μία άλλη δυνατή απάντηση στο ερώτημα για το αίτιο του πόνου μου. Η απάντηση αυτή είναι η «δίωξη». Για την οδύνη μου φταίει πάντα ένας Άλλος που με διώκει, ένας «υπέρμετρα κακός Άλλος» που απεργάζεται διαρκώς σενάρια καταστροφής μου. Και επειδή η δίωξη προϋποθέτει πάντα έναν άλλον, όταν αυτός δεν υπάρχει, το άτομο πολύ απλά τον εφευρίσκει.

Η πραγματική έννοια της ενοχής

Ας επιστρέψουμε όμως στην εξέταση του αισθήματος της ενοχής που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ. Η κλινική εμπειρία έχει δείξει ότι το αίσθημα ενοχής συνήθως υπερβαίνει κάθε χωροχρονικό εντοπισμό και διευρύνεται τόσο ώστε εντέλει να καταλαμβάνει όλη την ψυχική ζωή του ατόμου.

Το γεγονός αυτό οδηγεί, σύμφωνα με τον Φρόϋντ και τον Λακάν, στα «παράδοξα του αιθήματος της ενοχής». Ένα πρώτο παράδοξο είναι ότι αρκεί ένα οδυνηρό γεγονός (π.χ. να χαθεί ένας αγαπημένος συγγενής ή ακόμη και να αρρωστήσει το ίδιο το άτομο), για το οποίο το άτομο δεν φέρει αντικειμενικά καμμία ευθύνη, για να εκδηλωθεί ένα υπέρμετρο αίσθημα ενοχής: το άτομο θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο, προσωπικά υπεύθυνο, για κάθε καταστροφή.

Ένα δεύτερο παράδοξο είναι ότι με βάση την εμπειρία υπάρχει ένα αξιοσημείωτο χάσμα ανάμεσα στις ένοχες πράξεις και το αίσθημα της ενοχής. Με άλλα λόγια, υπάρχουν ένοχες πράξεις για τις οποίες το άτομο δεν νιώθει ίχνος μεταμέλειας, ενώ από την άλλη μπορεί το άτομο να αισθάνεται ένοχο και να μέμφεται τον εαυτό του χωρίς να έχει διαπράξει καμμία επιλήψιμη πράξη. Και τέλος, ένα άλλο παράδοξο είναι ότι η «ενοχή είναι ανίσχυρη»: το άτομο ομολογεί την ενοχή του αλλά τίποτε δεν εγγυάται ότι θα επωμιστεί τις ευθύνες του. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο, όπως έχει αναφέρει ο Λακάν: το να «αισθάνεται ένοχος είναι ένδειξη πως είναι έτοιμος να ‘νίψει τας χείρας του’ πραγματικά».

Όλα αυτά τα παράδοξα του αισθήματος ενοχής μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ίδια η ενοχή δεν είναι τόσο ένα αίσθημα δικαιολογημένο ή μη, όσο μία θέση που αποδίδει το άτομο για τον εαυτό του στον κόσμο: ό,τι και να συμβεί, είναι το ίδιο υπεύθυνο.

Η ενοχή με άλλα λόγια, είναι μία αρχή νοηματοδότησης, δηλαδή ένας τρόπος για να μπορεί να δίνει μία εξήγηση σε ό,τι του συμβαίνει στην ζωή.

Ειδικά στον σύγχρονο κόσμο, όπου βομβαρδιζόμαστε με κάθε τρόπο από την προστακτική «Απολαύστε», «η απόλαυση λειτουργεί παραδόξως κατ’ ουσίαν ως ηθικό καθήκον: οι άνθρωποι αισθάνονται ένοχοι όχι επειδή παραβιάζουν ηθικές απαγορεύσεις επιδιδόμενοι σε παράνομες απολαύσεις, αλλά επειδή αδυνατούν να απολαύσουν». Το να είναι λοιπόν κανείς θλιμμένος είναι αφύσικο και η κατάθλιψη δείχνει την αδυναμία του ατόμου απέναντι στη νέα ηθική υποχρέωση να είναι ευτυχισμένο.

Το αντίδοτο της κατάθλιψης

Τι επομένως μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην κατάθλιψη;
Αναμφίβολα, τα αισθήματα πληρότητας και χαράς που μόνο η αγάπη προκαλεί. Μπροστά στην αγάπη υποχωρούν τα αισθήματα λύπης, απογοήτευσης και κενότητας που χαρακτηρίζουν την καταθλιπτική θέση. Η έξοδος από μια τέτοια καταθλιπτική θέση, η εκ νέου ανάδυση στην επιφάνεια της χαράς και της ορμητικής επιθυμίας για ζωή δεν είναι, όμως, κάτι που το άτομο θα μπορούσε να επιτύχει από μόνο του: προϋποθέτει την ύπαρξη ενός άλλου, αγαπημένου προσώπου, που νοηματοδοτεί εκ νέου τη ζωή του ατόμου και το ανασύρει από τα λιμνάζοντα νερά της κατάθλιψης, μέσα στα οποία απλώς ανακυκλώνεται η σχέση του με τον θλιμμένο, απογοητευμένο και ένοχο εαυτό του.
«Αυτός ή αυτή που αγαπώ με βγάζει με την κυριολεκτική έννοια "εκτός εαυτού". Με αναγκάζει να βγω έξω από εμένα, να υπερβώ τον εαυτό μου, να στραφώ πέρα από το εγώ μου και να κοιτάξω αλλού, προς μία κατεύθυνση που ενδέχεται να είναι τελείως αντίθετη.»
Η αγάπη αναδεικνύεται έτσι ως η μόνη αυθόρμητη και κατά κάποιο τρόπο φυσική θεραπεία της κατάθλιψης. Δικαίως λοιπόν η αγάπη, το καλύτερα διανεμημένο πράγμα στον κόσμο, είναι σήμερα αυτό που ο καθένας αναζητά περισσότερο από οτιδήποτε.

Stephen Hawking: Έχουν οι άνθρωποι ελεύθερη βούληση;

Αν διαθέτουμε ελεύθερη βούληση, σε ποιο σημείο του εξελικτικού δέντρου εμφανίστηκε;

Διαθέτουν τα κυανοφύκη ή τα βακτήρια ελεύθερη βούληση, ή μήπως η συμπεριφορά τους είναι αυτόματη και εντός της επικράτειας των φυσικών νόμων;

Περιορίζεται η ελεύθερη βούληση σε όλους τους πολυκύτταρους οργανισμούς ή μόνο στα θηλαστικά;

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας χιμπαντζής ασκεί την ελεύθερη βούλησή του όταν επιλέγει να μασουλίσει μια μπανάνα ή μια γάτα να σκίσει τον καναπέ σας, τι θα λέγατε, όμως, για τον νηματώδη σκώληκα (Caenorhabditis elegans), ένα απλό πλάσμα αποτελούμενο από μόλις 959 κύτταρα; Αυτό μπορεί να μην πει ποτέ από μέσα του «Πω πω, τι νοστιμιά αυτά τα βακτήρια στο δείπνο σήμερα», σίγουρα όμως έχει προτιμήσεις στο φαγητό, και είτε θα συμβιβαστεί με έναν μέτριο μεζέ είτε θα συνεχίσει προς αναζήτηση κάτι καλύτερου, ανάλογα με την πρόσφατη εμπειρία του. Μήπως εδώ έχουμε άσκηση της ελεύθερης βούλησης;

Όσο και αν εμείς οι ίδιοι αισθανόμαστε ότι μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που θα κάνουμε, η κατανόηση της μοριακής βάσης της βιολογίας δείχνει ότι οι βιολογικές διεργασίες υπάγονται στους νόμους της φυσικής και της χημείας, άρα είναι εξίσου αιτιοκρατικά καθορισμένες όσο και οι τροχιές των πλανητών. Πρόσφατα πειράματα στο πεδίο των νευροεπιστημών ενισχύουν την άποψη ότι τις ενέργειές μας καθορίζει ο υλικός μας εγκέφαλος, σε συμφωνία πάντα με τους γνωστούς νόμους της επιστήμης, και όχι κάποιος παράγοντας εκτός της επικράτειας των νόμων αυτών.

Παραδείγματος χάριν, από μελέτη ασθενών που υποβλήθηκαν σε εγχείρηση στον εγκέφαλο διατηρώντας τις αισθήσεις τους βρέθηκε ότι, μέσω ηλεκτρικού ερεθισμού των κατάλληλων εγκεφαλικών περιοχών, μπορούμε να επαγάγουμε στον ασθενή την επιθυμία να κινήσει την παλάμη, το χέρι ή την πατούσα του, να κινήσει τα χείλη του και να μιλήσει. Είναι δύσκολο να φανταστούμε με ποιον τρόπο μπορεί να λειτουργεί η ελεύθερη βούληση αν η συμπεριφορά μας καθορίζεται από τους φυσικούς νόμους· φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από βιολογικές μηχανές, και η ελεύθερη βούληση δεν αποτελεί παρά μια ψευδαίσθηση.

Ενώ μπορούμε να δεχτούμε ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά υπάγεται πράγματι στους νόμους της Φύσης, φαίνεται επίσης εύλογο να συμπεράνουμε ότι το τελικό αποτέλεσμα καθορίζει κι από ένα τόσο περίπλοκο και πολυποίκιλο πλέγμα μεταβλητών ώστε στην πράξη κάθε πρόβλεψη να καθίσταται αδύνατη. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη γνώση της αρχικής κατάστασης καθενός από τα χιλιάδες τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων μόρια του ανθρώπινου σώματος, καθώς και την επίλυση ενός ανάλογου πλήθους εξισώσεων. Αυτό θα χρειαζόταν χρονικό διάστημα της τάξεως μερικών δισεκατομμυρίων ετών, οπότε μάλλον δεν θα προλαβαίναμε να σκύψουμε για να αποφύγουμε τη γροθιά που κάποιος θα ήθελε ενδεχομένως να μας ρίξει.

Καθώς είναι πρακτικά ανέφικτο να αξιοποιήσουμε τους υποκείμενους φυσικούς νόμους προκειμένου να προβλέψουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά, θα υιοθετήσουμε αυτό που ονομάζεται ενεργός θεωρία. Στη φυσική, ενεργός θεωρία είναι ένα επινοημένο πλαίσιο που αποσκοπεί στη μοντελοποίηση ορισμένων παρατηρημένων φαινομένων χωρίς διεξοδική περιγραφή κάθε επιμέρους διαδικασίας.

Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να λύσουμε επακριβώς τις εξισώσεις που διέπουν τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις κάθε ατόμου στο ανθρώπινο σώμα με κάθε άτομο στη Γη. Στην πράξη, ωστόσο, η βαρυτική δύναμη ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και τη Γη μπορεί να περιγράφει με λίγους μόλις αριθμούς, όπως η συνολική μάζα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Ομοίως, δεν μπορούμε να λύσουμε τις εξισώσεις που διέπουν τη συμπεριφορά πολύπλοκων ατόμων και μορίων, προς τούτο όμως έχουμε αναπτύξει την ενεργό θεωρία που ονομάζεται χημεία και η οποία μας προσφέρει μια επαρκή εξήγηση του τρόπου συμπεριφοράς ατόμων και μορίων σε χημικές αντιδράσεις, χωρίς την ανάγκη να πρέπει να αναφερθούμε εξαντλητικά στις λεπτομέρειες των αλληλεπιδράσεων.

Στην περίπτωση των ανθρώπων, εφόσον δεν μπορούμε να επιλύσουμε τις εξισώσεις που καθορίζουν τη συμπεριφορά μας, βασιζόμαστε στην ενεργό θεωρία ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ελεύθερη βούληση. Η μελέτη της βούλησής μας, και της συμπεριφοράς που απορρέει από αυτήν, αποτελεί την επιστήμη της ψυχολογίας. Η οικονομική επιστήμη είναι επίσης μια ενεργός θεωρία, βασισμένη στην έννοια της ελεύθερης βούλησης συν την παραδοχή ότι οι άνθρωποι αποτιμούν δυνατούς άξονες δράσης επιλέγοντας τον καλύτερο. Η ενεργός αυτή θεωρία έχει περιορισμένη επιτυχία όσον αφορά την πρόβλεψη της συμπεριφοράς, διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι αποφάσεις μας συχνά δεν είναι ορθολογικές ή βασίζονται σε λανθασμένη ανάλυση των επιπτώσεων από τις επιλογές μας. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο κόσμος μας έχει τα χάλια του.

Το τρίτο ερώτημα έχει να κάνει με το ζήτημα του κατά πόσον οι νόμοι που διέπουν τόσο το Σύμπαν όσο και την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι μοναδικοί. Αν στο πρώτο ερώτημα απαντήσατε ότι ο Θεός δημιούργησε τους νόμους, τότε το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής: «Πόση ελευθερία είχε ο Θεός κατά την επιλογή των νόμων αυτών;».

Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Πλάτων πίστευαν —όπως και ο Καρτέσιος ή και, αργότερα, ο Αϊνστάιν— ότι οι φυσικές αρχές υπάρχουν «εξ ανάγκης», διότι υποτίθεται πως είναι οι μοναδικοί κανόνες που έχουν λογική βάση. Λόγω της πίστης του στην εκπήγαση των φυσικών νόμων από τη λογική, ο Αριστοτέλης και οι οπαδοί του θεωρούσαν ότι θα μπορούσαμε να «παραγάγουμε» τους νόμους αυτούς χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο πραγματικά συμπεριφέρεται η Φύση.

Η πίστη αυτή, καθώς και η εστίαση στο «γιατί» τα αντικείμενα ακολουθούν κανόνες αντί για ιδιαιτερότητες των κανόνων, τον οδήγησαν στη διατύπωση κυρίως ποιοτικών νόμων, συχνά λανθασμένων, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμοι, ακόμη και αν δέσποσαν στην επιστημονική σκέψη επί αιώνες.

Θα περνούσε πολύς καιρός ακόμη πριν αποτολμήσουν κάποιοι σαν τον Γαλιλαίο να αμφισβητήσουν την αυθεντία του Αριστοτέλη και να στρέψουν την προσοχή τους στο πώς πραγματικά λειτουργεί η Φύση, αντί για τις επιταγές του καθαρού ‘’ λόγου» ως προς το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί.

Το άρθρο αυτό ασπάζεται την άποψη της επιστημονικής αιτιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι δεν υπάρχουν θαύματα, ή εξαιρέσεις στους νόμους της Φύσης. Θα επανέλθουμε, ωστόσο, για να πραγματευθούμε εις βάθος το πρώτο και το τρίτο ερώτημα, το ζήτημα, δηλαδή, της προέλευσης των φυσικών νόμων και του κατά πόσον αυτοί είναι οι μόνοι δυνατοί. Αλλά πρώτα, στο επόμενο κεφάλαιο, θα ασχοληθούμε με το ζήτημα του τι ακριβώς περιγράφουν οι νόμοι της Φύσης.

Οι περισσότεροι επιστήμονες θα έλεγαν ότι οι νόμοι αυτοί αποτελούν τη μαθηματική αντανάκλαση μιας πραγματικότητας η οποία υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τον παρατηρητή της. Καθώς, όμως, θα εντρυφούμε στον τρόπο με τον οποίο παρατηρούμε και σχηματίζουμε αντιλήψεις σχετικά με το περιβάλλον μας, θα σκοντάψουμε σε ένα ακόμη ερώτημα: «Υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας;».

Stephen Hawking & Leonard Mlodinow: Το Μεγάλο Σχέδιο.

Zήσε απαρατήρητος

«Είναι ορθό, λοιπόν, για έναν άνθρωπο να μελετά εκείνα που αποφέρουν ευτυχία, αφού, όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, κι όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε» (Επίκουρος)
 
Στις μέρες μας και στον αστερισμό του Facebook, του Istangram και του Twitter η ευτυχία και η αυτοεπιβεβαίωση είναι συνάρτηση των Like και των Followers.
 
Η υπερέκθεση της προσωπικής μας ζωής και η δημοσιοποίηση πτυχών της καθημερινότητάς μας υπόρρητα δηλώνει την αγωνία μας για ευτυχία μέσα από την αναγνωρισιμότητα. Όσοι περισσότεροι μας γνωρίζουν και όσα περισσότερα γνωρίζουν από τη ζωή μας τόσο περισσότεροι δρόμοι ανοίγουν για την ευτυχία μας.
 
Μοιραία αυτή η τάση μάς οδηγεί σε γενικότερες απόψεις για τη φύση και το περιεχόμενο της ευτυχίας, αλλά και τον τρόπο κατάκτησή της όπως αυτή καταγράφηκε ιστορικά και μέσα από τις θέσεις αρχαίων φιλοσόφων.
 
Η αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και το πεπερασμένο αυτής στιγμάτισε την πορεία του ανθρώπου και χρωμάτισε με έντονο τρόπο τον πολιτισμό του. Το άτομο, μοναχικός διαβάτης δίπλα σε ένα πλήθος συνανθρώπων, στην αέναη προσπάθειά του να ξεπεράσει την ατέλειά του και το φόβο του θανάτου αναζητά στιγμές αποφόρτισης όλων των βασανιστικών αισθημάτων του.
 
Νιώθει, δηλαδή, βαθιά την ανάγκη να δώσει πειστικές απαντήσεις στα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα και να βιώσει μέσα από αυτές το αίσθημα του κυρίαρχου. Η αναζήτηση, λοιπόν, της δύναμης και της σιγουριάς τον οδηγεί ενίοτε σε μια κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας και ευεξίας. Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα και φαντάζει ως κινούμενος στόχος. Εννοιολογικά ορίζεται ως ευτυχία και ο νοηματικός της προσδιορισμός από τη φύση του είναι δυσχερής.
 
Εκείνο, όμως, που διαχρονικά προβλημάτισε τους φιλοσόφους ήταν ο τρόπος κατάκτησής της. Πρώτος ο Αριστοτέλης διακήρυξε πως απώτατος στόχος κάθε ανθρώπινης πράξης είναι η ευδαιμονία. Για το Σταγειρίτη φιλόσοφο η «ευδαιμονία» συνίσταται στην ομορφιά και την τελειότητα της ύπαρξης καθεαυτήν. Η καθεαυτή, δηλαδή, ευδαιμονία του ανθρώπου είναι η αρετή. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, αφού ο άνθρωπος ωθείται από τη φυσική ορμή του να σχηματίσει κοινωνίες («άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον»).
 
Ο ενάρετος, επομένως, άνθρωπος μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα στην τέλεια κοινωνία, την πόλη – κράτος. Ο Αριστοτέλης, δηλαδή, έδωσε στην Ευτυχία κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Η ευδαιμονία και η αυτοεκπλήρωση δεν μπορούν να βιωθούν έξω από την κοινωνία και μόνο με την προσωπική απομόνωση. Σε κάθε βίωμα ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης ανιχνεύει κοινωνικό και πολιτικό χρώμα. Γι’ αυτό και βασικό στοιχείο της πολιτικής του φιλοσοφίας είναι η ιδέα ότι η αποστολή του κράτους είναι να καθιστά δυνατή την ανάπτυξη και την ευδαιμονία του πολίτη.
 
Στην αριστοτελική, όμως, θεώρηση της ευδαιμονίας – ευτυχίας αντιτάχτηκαν οι φιλόσοφοι των Ελληνιστικών χρόνων (Κυνικοί, Σκεπτικοί, Επικούρειος, Στωϊκοί). Οι παραπάνω φιλόσοφοι ανέδειξαν τον προσωπικό χαρακτήρα της ευτυχίας που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από διαδικασίες αποφυγής των δοκιμασιών της ζωής. Κύριος εκφραστής αυτής της τάσης ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.). Οι αιτίες αυτής της διαφοροποίησης βρίσκονται στην κατάρρευση της πόλης – κράτους και στην αδυναμία του πολίτη να αντλήσει την ευδαιμονία του από την ασφάλεια που παραδοσιακά του παρείχε η πολιτεία με τους θεσμούς και τους νόμους της.
 
Αυτήν την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των πόλεων – κρατών την ακολούθησε ο προσωπικός δρόμος της επιβίωσης και της νοηματοδότησης της ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο φυσικό ήταν να αναδειχθεί ως πρότυπο ζωής και ατομική αξία ο άνθρωπος – ιδιώτης. Η ανεξαρτησία και η ευτυχία συναρτάται πλέον από την απομάκρυνση από την πολιτική δράση. Στην θέση της πολιτικής μπαίνει πλέον ο κοσμοπολιτισμός, αφού και οι γενικότερες συνθήκες ευνοούσαν κάτι τέτοιο.
«Πρέπει να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τα δεσμά της καθημερινότητας και της πολιτικής» (Επικούρος).
Σε μια εποχή, λοιπόν, κατά την οποία η δημόσια ζωή ήταν απρόβλεπτη και ρευστή ο Επίκουρος πρότεινε την αναζήτηση της ευδαιμονίας στην προσωπική τους ζωή. Για τον Επίκουρο η ηδονή αποτελεί τον τελικό σκοπό της πράξης κάθε ανθρώπου. Τελικός σκοπός δεν είναι η θετική ηδονή, αλλά η αποφυγή του πόνου (άλγος). Κατεξοχήν, όμως, εκείνο που πρότεινε ο Επίκουρος ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγμάτωση της ευδαιμονίας ήταν η αποχή από την πολιτική. Η συμπύκνωση αυτής της θέσης βρήκε έκφραση στο γνωστό «Λάθε βιώσας» (ζήσε απαρατήρητος).
 
Η εμβληματική αυτή θέση – φράση εμπεριέχει την αποδέσμευση του ατόμου από προγενέστερα ιδανικά και αξίες, όπως η επιδίωξη της υστεροφημίας. Για τον Επίκουρο η ευτυχία καθίσταται εφικτή όχι μόνο μέσα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από το φόβο του θανάτου αλλά κι από την εκούσια διαφυγή του στον προσωπικό χώρο. Με άλλα λόγια το «Λάθε βιώσας» προκρίνει μια απόδραση από την πολιτική και την πόλη.
«Αν και η προστασία από τους ανθρώπους επιτυγχάνεται, ως ένα βαθμό, χάρη σε μια σταθερή δύναμη και στον πλούτο, πραγματική ασφάλεια έχει κανείς όταν αυτή απορρέει από την ήσυχη ζωή και την απομάκρυνση από το πλήθος» (Επίκουρος).   
Η θέση του Επίκουρου «Λάθε βιώσας» βρήκε δικαίωση σε μια άλλη εμβληματική φράση του Ζαν Πωλ Σαρτρ «Η κόλαση είναι οι άλλοι». Η κοινωνία και οι «άλλοι» στενεύουν την ελευθερία του ανθρώπου, περιορίζουν την αυτονομία του και υποσκάπτουν την αυτοβουλία και το αυτεξούσιό του. Η καθημερινότητα και ο κοινωνικός συγχρωτισμός δημιουργούν ανελεύθερες συμβάσεις που αποδομούν τα βάθρα της εσωτερικής πληρότητας, δηλαδή, της ευτυχίας «πρέπει να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τα δεσμά της καθημερινότητας και της πολιτικής» (Επίκουρος).
 
Ο «άνθρωπος» σύμφωνα με το Επικούρειο σύνθημα «Λάθε βιώσας» προηγείται οντολογικά και αξιολογικά του «πολίτη». Γιατί δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος, άρα και ευτυχισμένος όταν η ζωή σου εξαρτάται από τη γνώμη των πολλών και από την εξουσία του ενός (πολιτικού ηγεμόνα). Βέβαια, ο Επίκουρος δεν πρόβαλε ως κοινωνική αρετή τον ατομικισμό, όπως λανθασμένα υποστηρίχθηκε, αλλά διεκδίκησε το δικαίωμα να υπάρχει ο άνθρωπος ανεξάρτητος από το άγχος να αρέσει στους πολλούς κι από το φόβο της εξουσίας των πολιτικών.
«Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφενός δεν κάθισα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς κι αφετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από τη δική τους αντίληψη».( Επίκουρος)
Η επικούρεια ευδαιμονία αρνείται την ευτυχία και την ασφάλεια της αγέλης που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις μέσα από τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς της ομοιομορφίας. Για τον Επίκουρο το πρόσωπο του ανθρώπου στην πόλη χάνεται και εκείνο που κυριαρχεί είναι η ανωνυμία και η επιθυμία για υποταγή. Τα ομοιόμορφα ανθρωπάκια του Γαϊτη και το σκηνικό που κατέγραψε ο Όργουελ («1984») δικαιώνουν πανηγυρικά το «λάθε βιώσας». Γιατί ο μαζάνθρωπος δεν είναι ούτε πολίτης, ούτε άνθρωπος.
 
Βέβαια η Επικούρεια Ηθική του βίου, όπως εκφράστηκε από το «Λάθε βιώσας», συνιστούσε πράγμα αδιανόητο για τους Έλληνες της κλασικής εποχής, όπου η συμμετοχή στα κοινά αποτελούσε κοινωνική αξία και ατομική αρετή. Το «Λάθε βιώσας» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του Περικλή για τον «απράγμονα». Ειδικότερα, ο Περικλής στον Επιτάφιό του θεωρούσε επιβεβλημένη τη συμμετοχή του ατόμου στα κοινά και αποδοκίμαζε εμφαντικά την πολιτική απάθεια «Ένι τε τοις αυτοίς οικείων άμα και πολιτικών επιμέλεια….˙ μόνοι γαρ τον τε μηδέν των δε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν». Για τον κλασικό άνθρωπο η πολιτική συμμετοχή συνιστούσε χρέος και όχι μόνο δικαίωμα. Η ιδιώτευση και η αποχή από τα κοινά ήταν κατακριτέα ως στάση ζωής και επέφερε τιμωρία «άτιμον είναι».  
 
Δυο κόσμοι, λοιπόν, διαφορετικοί, αφού εξέφρασαν νέες ανάγκες ζωής που επέβαλαν τα νέα πολιτικά δεδομένα της Ελληνιστικής περιόδου. Εξάλλου, τα ερωτήματα για την ευτυχία, την πολιτική, την κοινωνία και την Ηθική τίθενται καθημερινά και χρήζουν απαντήσεων που να αποτυπώνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μπορεί η ζωή μας να είναι μέσα στο πλήθος αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αυτοκαταργηθούμε ως ατομικές οντότητες που αναζητούν μέσα από προσωπικές στρατηγικές και διαδρομές την ευδαιμονία.
«Το ευδαίμον και το μακάριον ου χρημάτων πλήθος ουδέ πραγμάτων όγκος, ουδ’ αρχαί τινες έχουσιν, ουδέ δυνάμεις, αλλά αλυπία και πραότης παθών και διάθεσις ψυχής το κατά φύσιν ορίζουσα». (Επίκουρος)

Umberto Eco: Ο «θάνατος του Θεού»

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη περίοδο του έτους για τα καταστήματα και τα σουπερμάρκετ: τις λίγες εβδομάδες πριν από τις εορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα που κάνουν τις μεγαλύτερες πωλήσεις
 
Οι άνθρωποι είναι θρησκευτικά όντα. Είναι ψυχολογικά δύσκολο να ανταπεξέλθουμε στη ζωή χωρίς τη δικαιολογία και την ελπίδα που παρέχει η θρησκεία. Συναντώ συχνά επιστήμονες οι οποίοι, έξω από το στενό πεδίο τους, είναι προληπτικοί – σε τέτοιο βαθμό που μου φαίνεται ότι για να είσαι εντελώς άπιστος σήμερα πρέπει να είσαι φιλόσοφος. Ή ίσως κληρικός.
 
Τα χρήματα είναι ένα εργαλείο. Δεν είναι αξία – αλλά χρειαζόμαστε και αξίες εκτός από εργαλεία, σκοπούς εκτός από μέσα. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι είναι να βρουν έναν τρόπο για να δεχτούν ότι όλοι μας θα πεθάνουμε. Τα χρήματα μπορούν να κάνουν πολλά – αλλά δεν μπορούν να σας βοηθήσουν να συμφιλιωθείτε με τον θάνατό σας. Μπορούν ενίοτε να σας βοηθήσουν να τον αναβάλετε: όποιος έχει τη δυνατότητα να ξοδέψει ένα εκατομμύριο ευρώ σε γιατρούς ζει συνήθως περισσότερο από κάποιον που δεν την έχει. Δεν μπορεί όμως να ζήσει πολύ περισσότερο από τον μέσο όρο των εύπορων ανθρώπων στον ανεπτυγμένο κόσμο. Και αν πιστεύετε μόνο στο χρήμα, σύντομα θα ανακαλύψετε τον μεγάλο περιορισμό του: αδυνατεί να δικαιολογήσει το ότι είστε θνητός. Όσο περισσότερο προσπαθείτε να αποφύγετε αυτό το γεγονός, τόσο περισσότερο αναγκάζεστε να συνειδητοποιήσετε ότι τα αγαθά σας δεν εξηγούν τον θάνατό σας.
 
Απαιτούμε από τον Θεό κάτι περισσότερο από αυτά που παρέχει
η χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό στρεφόμαστε στο αποκρυφιστικό

UMBERTO ECO
 
Ο ρόλος της θρησκείας είναι να παρέχει αυτή την εξήγηση. Οι θρησκείες είναι συστήματα δοξασιών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να δικαιολογούν την ύπαρξή τους και να συμφιλιώνονται με τον θάνατο. Στην Ευρώπη βιώνουμε τη φθορά της οργανωμένης θρησκείας τα τελευταία χρόνια. H πίστη στις χριστιανικές εκκλησίες φθίνει. Ιδεολογίες, όπως ο κομμουνισμός, που επιχειρούσαν να υποσκελίσουν τη θρησκεία απέτυχαν παταγωδώς. Συνεπώς συνεχίζουμε όλοι να αναζητάμε κάτι που θα μας συμφιλιώσει με το αναπόφευκτο του θανάτου μας.
 
Ο Γκ. K. Τσέστερτον λέγεται συχνά ότι παρατήρησε: «Όταν ένας άνθρωπος παύει να πιστεύει στον Θεό δεν είναι ότι δεν πιστεύει σε τίποτε. Πιστεύει σε οτιδήποτε». Όποιος και αν το είπε, είχε δίκιο. Υποτίθεται ότι ζούμε σε σκεπτικιστική εποχή. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια εποχή σκανδαλώδους ευπιστίας. Ο «θάνατος του Θεού», ή τουλάχιστον του χριστιανικού Θεού, συνοδεύτηκε από τη γέννηση πληθώρας νέων ειδώλων. Πολλαπλασιάστηκαν σαν βακτηρίδια στο πτώμα της χριστιανικής εκκλησίας – από τις περίεργες παγανιστικές αιρέσεις ως τις χαζές υποχριστιανικές προλήψεις του «Κώδικα Ντα Βίντσι». Είναι εκπληκτικό το πόσοι άνθρωποι παίρνουν τοις μετρητοίς αυτό το βιβλίο και πιστεύουν ότι είναι αληθινό. Ο συγγραφέας του, Νταν Μπράουν, δημιούργησε μια λεγεώνα ζηλωτών που πιστεύουν ότι ο Χριστός δεν σταυρώθηκε αλλά παντρεύτηκε τη Μαρία Μαγδαληνή, έγινε βασιλιάς της Γαλλίας και άρχισε τη δική του εκδοχή της μασονίας.
 
Ο πιανίστας Άρθουρ Ρούμπινσταϊν ρωτήθηκε κάποτε αν πιστεύει στον Θεό.
Απάντησε:
«Όχι, δεν πιστεύω στον Θεό. Πιστεύω σε κάτι μεγαλύτερο».
 
Ο πολιτισμός μας υποφέρει από την ίδια πληθωριστική τάση. Οι υπάρχουσες θρησκείες δεν είναι αρκετά μεγάλες: απαιτούμε από τον Θεό κάτι περισσότερο από αυτά που παρέχει η χριστιανική πίστη. Γι’ αυτό στρεφόμαστε στο αποκρυφιστικό. Αυτό υπόσχεται ότι υπάρχει κάτι μυστικό που εξηγεί και δικαιολογεί τα πάντα. Το μεγάλο πλεονέκτημά του είναι ότι επιτρέπει στον καθένα να γεμίζει το άδειο «δοχείο» του μυστικού με τους δικούς του φόβους και ελπίδες.
 
Ως τέκνο του Διαφωτισμού, με καταθλίβει αυτή η τάση. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο λόγω του συσχετισμού με τον ναζισμό – ο Χίμλερ και πολλά από τα πρωτοπαλίκαρα του Χίτλερ ήταν οπαδοί των πιο παιδαριωδών αποκρυφιστικών φαντασιώσεων.
 
Ανατράφηκα ως καθολικός και, παρ’ ότι έχω εγκαταλείψει τη θρησκεία, τον Δεκέμβριο ως συνήθως θα στολίσω μια χριστουγεννιάτικη φάτνη και ένα σοκολατένιο αυγό Πάσχα για τον εγγονό μου. Θα την κατασκευάσουμε μαζί – όπως έκανε και ο πατέρας μου όταν ήμουν παιδί. Έχω βαθύ σεβασμό για τις χριστιανικές παραδόσεις – οι οποίες, ως ιεροτελεστίες για να αντεπεξέλθουμε στον θάνατο, συνεχίζουν να έχουν περισσότερο νόημα απ’ όσο οι ακραιφνώς εμπορικές εναλλακτικές λύσεις. Νομίζω ότι συμφωνώ με τον ξεπεσμένο καθολικό ήρωα του Τζόις στο «Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία»:
«Τι είδους απελευθέρωση θα ήταν να εγκαταλείψουμε μια ατοπία που είναι λογική και ευσταθεί και να αγκαλιάσουμε μια άλλη που είναι παράλογη και δεν ευσταθεί;».
 
Ο θρησκευτικός εορτασμός της Άνοιξης με το πρόσχημα του Πάσχα είναι τουλάχιστον μια σαφής και λογική ατοπία. Ο εμπορικός εορτασμός τους δεν είναι καν αυτό.

O αιώνιος γρίφος του Αβραάμ.