Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Η Ηθική της Παραγωγής και της Κατανάλωσης Τροφίμων κάτω από το πρίσμα της Αριστοτέλειας αρχής της Αειφόρου Ανάπτυξης

Η κρίση της χώρας μας (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) αντανακλά την κρίση του συστήματος αξιών της κοινωνίας μας, ενώ η κρίση αξιών είναι κατά κύριο λόγο συνέπεια μιας μακρόχρονης κρίσης στην Παιδεία μας.
 
Η μόρφωση των Ελληνόπουλων έπαψε να έχει επίκεντρο τον άνθρωπο και την καλλιέργεια των αρετών (σύμφωνα με τα Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη) και κατέληξε σε μια στείρα μεταφορά γνώσεων, μια  τεχνοκρατική «εκπαίδευση», με κύριο στόχο την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, και μάλιστα σε «πρώτες» σχολές (για οικονομική «ευημερία»…). Έτσι ξεχάσαμε την ανθρωπιστική παιδεία και οδηγηθήκαμε στην «παραπαιδεία», που ισοπεδώνει τον άνθρωπο και τον κάνει ένα απλό γρανάζι στην παραγωγική μηχανή. Ο άνθρωπος έχασε την πολύτιμη ιδιαιτερότητά του, την προσωπικότητά του, και από πρόσωπο έγινε άτομο. Έχασε το «άνω θρώσκω», που οδηγεί στο Αριστοτέλειο «ευ ζην», προσπαθώντας να κατακτήσει την «καλοπέραση», συχνά μέσα από το «ασώτως ζην». Με αυτούς τους όρους, η κρίση μας είναι πρωτίστως και εξεχόντως πνευματική, και αν δεν το καταλάβουμε αυτό δεν θα βγούμε ποτέ από την κρίση.
 
Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η στάση μας απέναντι στην παραγωγή και την κατανάλωση τροφίμων (και άλλων αγαθών), είναι επίσης απόρροια της παιδείας μας και συνιστά στάση ζωής, που μας χαρακτηρίζει ως προσωπικότητες. Είναι ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό να δούμε τις απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα, που αναφέρονται στην καθημερινότητά μας:
  • Πώς λειτουργούμε ως παραγωγοί τροφίμων; Σε συνεργασία με τη φύση ή ενάντια στη φύση;
  • Πώς λειτουργούμε ως ανενημέρωτοι, αδιάφοροι, απαίδευτοι Καταναλωτές μέσα σε μια κοινωνία κρίσης;
  • Πώς θα έπρεπε να λειτουργούμε ως ενημερωμένοι, ενεργοί πολίτες – Καταναλωτές με Παιδεία και ευαισθησία για τη φύση και τον συνάνθρωπό μας;
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνουν το στίγμα του καθενός μας σε σχέση με δύο βασικές αρχές, την αρχή της ενάρετης ζωής και την αρχή της «αειφόρου/βιώσιμης ανάπτυξης».
Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης έχει ξεκάθαρα διατυπωθεί από τον μεγάλο φιλόσοφό μας, τον Αριστοτέλη, στα ΠΟΛΙΤΙΚΑ του, ένα οκτάτομο έργο πάνω στην επιστήμη της πολιτικής ζωής. Ο Αριστοτέλης έδωσε το περίγραμμα της «βιωσιμότητας», περιγράφοντας την «τοπική ενδογενή ή αυτόνομη-αυτοδύναμη ανάπτυξη», χωρίς βέβαια να χρησιμοποιεί τη σημερινή ορολογία. Έτσι κατά τον Αριστοτέλη, «η πόλις» αποτελεί την ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης και έχει νόημα ύπαρξης, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στους πολίτες το «ευ ζην»(1). Το ευ ζην επιτυγχάνεται μέσα από την «ολοκληρωμένη ζωή» και την «αυτάρκεια». Οι λέξεις «ολοκληρωμένη» (ζωή) και «αυτάρκεια» συνιστούν λέξεις – κλειδιά για τη «βιώσιμη ή αειφόρο ανάπτυξη».
 
Με απλά λόγια, «Αειφόρος Ανάπτυξη» (ΑΑ) είναι η ανάπτυξη που καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Οποιαδήποτε εκτροπή από τον κανόνα αυτό δεν συνιστά «ολοκληρωμένη ζωή» και δεν διασφαλίζει την «αυτάρκεια» στις επόμενες γενιές.
 
Η ΑΑ στοχεύει στην ευημερία του ανθρώπου (το «ευ ζην»), με κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή, μέσα από δράσεις που διασφαλίζουν την απαιτούμενη Παιδεία για πλήρη σεβασμό στον άνθρωπο και το Περιβάλλον.
 
Πόσο αειφορική είναι άραγε σήμερα η Παραγωγή Τροφίμων; Ποια είναι η παγκοσμίως κρατούσα «Ηθική της Παραγωγής Τροφίμων»;
Δυστυχώς, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων χαρακτηρίζεται από άκρως αντι-αειφορικές πρακτικές, όπως είναι:
  1. Η εντατικοποίηση της παραγωγής (ορμόνες, αντιβιοτικά, φυτοφάρμακα, διοξίνες, ..)
  2. Η χρήση Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών – ΓΤΟ («μεταλλαγμένα»), με δραματικά αρνητικές επιπτώσεις στη Βιοποικιλότητα, στη Γεωργία και στη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων.
Επειδή ο μέσος πολίτης δεν έχει ενημερωθεί αρκετά για τις συνέπειες της επικράτησης των «μεταλλαγμένων» (εκ του πονηρού η εισαγωγή του όρου), και επειδή οι καταστροφικές επιπτώσεις τους είναι μη αναστρέψιμες, οφείλουμε να δώσουμε κάποιες απαραίτητες εξηγήσεις.
 
Αναγνωρίζουμε ότι σωστά επιλεγμένες εφαρμογές της Γενετικής Μηχανικής – ΓΜ (genetic engineering) μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από τα αδιέξοδα στα οποία οδηγηθήκαμε με την εντατικοποίηση της γεωργίας, αν σχεδιαστούν και εφαρμοστούν με σύνεση, με ασφάλεια και με γνώμονα το όφελος του ανθρώπου και του περιβάλλοντος (και όχι το όφελος των εταιρειών).
 
H αλόγιστη όμως χρήση εργαλείων ΓΜ για τον υπερβατικό ανασχεδιασμό νέων μορφών ζωής, χωρίς σεβασμό στους φυσικούς φραγμούς για μεταφορά γενετικού υλικού μεταξύ διαφορετικών επιπέδων ζωής (π.χ. ψάρι-φυτό), συνιστά βιασμό της φύσης και ύβρη κατά της θείας δημιουργίας. Ο άνθρωπος έμπρακτα αμφισβητεί το «πάντα εν σοφία εποίησας» και ως άλλος «Θεός» επιχειρεί να «δημιουργήσει» νέες δομές «παρά φύση ζωής», προκαλώντας τεράστια προβλήματα στην βιοποικιλότητα, στο θεσμό της Γεωργίας και στην παγκόσμια αγορά τροφίμων.
 
Η επανάσταση της βιοτεχνολογίας, θρυμματίζει την εικόνα μας για τη ζωή και τη φύση με έναν πολύ προσωπικό και άμεσο τρόπο, δημιουργώντας πολλά θεμελιώδη ερωτηματικά. Γιατί τελικά θέλουμε να μεταφέρουμε ένα γονίδιο ψαριού στη ντομάτα ή σε κάποιο άλλο φυτό;
 
Η εγκληματική «ανοχή» (ή και συνέργεια) κρατών και κυβερνήσεων στα «μεταλλαγμένα», έδωσε ήδη τους πρώτους πικρούς καρπούς της, καθώς χάνουμε καθημερινά πολύτιμο γενετικό υλικό με εξαφάνιση ιθαγενών ποικιλιών (ή φυλών) σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Παράλληλα έχουμε de facto αποδεχθεί την αδυναμία των εταιρειών ΓΜ να μας προστατέψουν από την ανεξέλεγκτη μεταφορά γενετικού υλικού από «μεταλλαγμένα» φυτά (ή ζώα) σε καθαρές ποικιλίες (ή φυλές). Επιπλέον, με νόμους(!) απαγορεύτηκε η σήμανση των «μεταλλαγμένων» τροφίμων, έτσι ώστε ο Καταναλωτής να μη γνωρίζει τι αγοράζει, άρα να μην έχει ούτε το δικαίωμα της επιλογής για αυτά που καταναλώνει, ούτε τη δυνατότητα να ασκήσει το χρέος του για την προστασία της φύσης (το «φυλάσσειν» τον επίγειο παράδεισό του).
 
Είναι πλέον φανερό, ότι στόχος των σκοτεινών εγκεφάλων που βρίσκονται πίσω από τα «μεταλλαγμένα» τρόφιμα δεν είναι η προστασία του περιβάλλοντος, ούτε η αντιμετώπιση του προβλήματος της παγκόσμιας πείνας (όπως ξεδιάντροπα υποστηρίζουν), αλλά η συγκέντρωση της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων σε λίγα, «βρώμικα» χέρια (μονοπωλιακές αγορές). Σκοπός τους, η οριστική και αμετάκλητη υποδούλωση των λαών, που θα έχουν χάσει την αυτάρκειά τους σε τρόφιμα, μαζί με την αδυναμία να αναπαράγουν σπόρους για να συνεχίσουν την παραδοσιακή Γεωργία.
 
Συμπερασματικά, η εισαγωγή των «μεταλλαγμένων» συνιστά εγκληματική παραβίαση της Αριστοτέλειας αρχής της αειφορίας και της βιώσιμης ανάπτυξης, αφού οι επόμενες γενιές δεν θα μπορούν να παράγουν και αναπαράγουν τα ίδια προϊόντα που χιλιάδες χρόνια παρήγαγαν οι πρόγονοί τους (οριστική απώλεια του «ευ ζην»).
 
Στον αντίποδα των αντι-αειφορικών πρακτικών παραγωγής (εντατικοποίηση, «μεταλλαγμένα»), βρίσκονται η «ολοκληρωμένη γεωργία» (γεωργία με τις ελάχιστες εισροές σε φάρμακα, λιπάσματα, ενέργεια) και η «βιολογική γεωργία», όπου και όσο αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στα πλαίσια μιας προσοδοφόρου γεωργικής εκμετάλλευσης (και όχι απλά για κάλυψη οικογενειακών αναγκών).
Στον τομέα αυτό η χώρα μας, και ιδιαίτερα η Χαλκιδική μας, έχει ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα, το ευνοϊκότατο εδαφοκλιματικό υπόβαθρο, με πολλά διαφορετικά μικροκλίματα, που ευνοούν την παραγωγή μιας τεράστιας σειράς προϊόντων, με άριστα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Με την κατάλληλη πιστοποίηση ως προϊόντα ολοκληρωμένης ή βιολογικής γεωργίας, και – ακόμα περισσότερο – ως ιδιότυπα, προστατευόμενα παραδοσιακά προϊόντα (ΠΟΠ, ΠΓΕ, κλπ) μπορούν να διατεθούν αποδοτικά τόσο στην εγχώρια, όσο και στη διεθνή αγορά.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόσφατα, με Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Εκτελεστικός Κανονισμός 581/2013) καταχωρήθηκε το Αγουρέλαιο Χαλκιδικής στο μητρώο των Προστατευόμενων Ονομασιών Προέλευσης (ΠΟΠ) και των Προστατευόμενων Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ). Πρόκειται για μία μεγάλη επιτυχία, που έρχεται ένα χρόνο μετά την καταχώρηση ως ΠΟΠ της πράσινης ελιάς (χονδροελιάς) Χαλκιδικής. Οι καταχωρήσεις αυτές προστατεύουν από αθέμιτο ανταγωνισμό τα συγκεκριμένα προϊόντα και δίνουν τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης της ελαιοκαλλιέργειας στη Χαλκιδική, με σημαντικά οικονομικά οφέλη για τους παραγωγούς και τον αγροδιατροφικό μας τομέα συνολικά.
 
Η επανάσταση της βιοτεχνολογίας, θρυμματίζει την εικόνα μας για τη ζωή και τη φύση με έναν πολύ προσωπικό και άμεσο τρόπο, δημιουργώντας πολλά θεμελιώδη ερωτηματικά.
 
Παράλληλα προσφέρουν ένα σοβαρό συγκριτικό πλεονέκτημα στα τοπικά καταστήματα εστίασης, όταν επιλέγουν να σερβίρουν τα μοναδικά, τοπικά προϊόντα μας στους ντόπιους και ξένους επισκέπτες μας. Έτσι η γεωργία μας έρχεται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία της περιοχής μας, δικαιώνοντας το ρηθέν από τον μεγάλο μας φιλόσοφο: «Πασών των επιστημών μήτηρ τε και τροφός Γεωργία εστι». Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η καλύτερη πολιτεία – ακόμα και για τη δημοκρατία – είναι αυτή που στηρίζεται στη Γεωργία και την Κτηνοτροφία(2).
 
Αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα μπορεί να αξιοποιηθεί στο έπακρο, αν η Χαλκιδική μας αναγνωρισθεί ως «περιοχή ελεύθερη από μεταλλαγμένα» («GMO-free area»). Έτσι μόνον θα κεφαλαιοποιήσουμε απόλυτα πάνω στη μοναδικότητα της Χαλκιδικής ως πατρίδας του Αριστοτέλη, εφαρμόζοντας πρώτοι εμείς στο Πανελλήνιο την θεμελιώδη αρχή της βιώσιμης (αειφόρου) ανάπτυξης, την οποία ο ίδιος μας παρέδωσε.
 
Πριν μιλήσουμε για την «ηθική της κατανάλωσης τροφίμων», καλό θα ήταν να σταθούμε λίγο στην έννοια και τις διαστάσεις της «Κατανάλωσης».
 
Κατανάλωση είναι η χρήση αγαθών και υπηρεσιών για ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών. Υπάρχουν οι «βασικές ανάγκες» (που αφορούν τα απαραίτητα για τη διαβίωση, τροφή, στέγη, περίθαλψη, εκπαίδευση, κλπ) και οι «ελαστικές ανάγκες» ή επιθυμίες. Οι πρώτες είναι αδιαπραγμάτευτες, ενώ οι δεύτερες απορρέουν από τη φιλοσοφία ή τη στάση ζωής του καθενός μας, αφού αντικατοπτρίζουν τις ηθικές μας αξίες, την παιδεία και τον πολιτισμό μας.
Εδώ τίθενται τα εξής ερωτήματα:
  1. Πώς ορίζει κανείς τις ανάγκες του;
  2. Πώς εξασφαλίζουμε ανθρώπινη διαβίωση, χωρίς να θυσιάζουμε ανθρώπινες αξίες;
  3. Πόσες ανάγκες έχει τελικά ο άνθρωπος;
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι δύσκολη, καθώς ο άνθρωπος τείνει να συγχέει τις έννοιες «επιθυμία» και «ανάγκη». Έτσι, η οικονομική δραστηριότητα δεν στηρίζεται τόσο στην ύπαρξη αναγκών που οφείλουμε να καλύψουμε, όσο στην τεχνητή, την κατευθυνόμενη μετάλλαξη των επιθυμιών μας σε «ανάγκες».
 
 Η απάντηση στο τρίτο ερώτημα δόθηκε από έναν άλλο, μεγάλο φιλόσοφό μας, τον Σωκράτη, καθώς επέστρεφε με τους μαθητές του από την αγορά της αρχαίας Αθήνας: «…Αληθινά δεν μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχουν στην αγορά τόσα πολλά αντικείμενα που δεν τα χρειάζομαι…»
 
Η σύγχρονη εκδοχή των πραγματικών μας αναγκών δόθηκε από τον Καζαντζάκη στο βιβλίο «Αλέξης Ζορμπάς», όταν περιγράφοντας το σπίτι του μπαρμπ’ Αναγνώστη επεσήμανε: «…Το σπίτι σου φαίνεται αδειανό, κι όμως τά’χει όλα. Τόσα λίγα πράματα έχει ανάγκη ο σωστός άνθρωπος». 
 
Η εγκληματική «ανοχή» (ή και συνέργεια) κρατών και κυβερνήσεων στα «μεταλλαγμένα», έδωσε ήδη τους πρώτους πικρούς καρπούς της, καθώς χάνουμε καθημερινά πολύτιμο γενετικό υλικό με εξαφάνιση ιθαγενών ποικιλιών (ή φυλών) σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
 
Πώς συμπεριφέρεται όμως ο σύγχρονος άνθρωπος;
 
Ποιό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα στην εποχή μας; Από τι κινδυνεύουμε περισσότερο;
 
Από την έλλειψη της έννοιας «Άνθρωπος». Όλα τα υπόλοιπα, χωρίς τον καταλύτη Άνθρωπο δεν έχουν καμμία αξία, κανένα σκοπό! Ο σκοπός, πιστεύω ότι στην εποχή μας χάθηκε. Δεν ξέρουμε πια και ούτε μας απασχολεί γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε. Έχουμε προγραμματιστεί, απλώς να κάνουμε..… Έχουμε γεμάτα ψυγεία αλλά μας φτάνουν μόνον λίγες θερμίδες για να ζήσουμε. Κι όμως, λυπούμαστε αν δεν έχουμε ένα γεμάτο ψυγείο! Καταναλώνουμε τη ζωή μας κυνηγώντας να αποκτήσουμε τα μέσα, αλλά όταν τα αποκτήσουμε, δεν έχουμε σκοπό. Τελικός σκοπός μας πια είναι η απόκτηση των μέσων – ο μόνος σκοπός μας – και αυτό είναι επικίνδυνο, πολύ επικίνδυνο!
 
Κι όμως η “Κατανάλωση” δεν είναι απλά μια οικονομική συναλλαγή. Είναι στάση ζωής με πολλές και σημαντικές διαστάσεις: οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, ηθικές, ανθρωπιστικές, υπαρξιακές, περιβαλλοντικές (βλ. “Αειφόρος Κατανάλωση”). Η υπερβολές στην προμήθεια τροφίμων, που οδηγούν στη μαζική απόρριψή τους λόγω αλλοίωσης και η προτίμηση υπερ-συσκευασμένων προϊόντων, συνιστούν παραδείγματα αντι-αειφορικών πρακτικών κατανάλωσης, που προσβάλουν τόσο τον συνάνθρωπό μας (ο οποίος λιμοκτονεί), όσο και το περιβάλλον (που ρυπαίνεται ασύστολα από μη-αποικοδομήσιμα υλικά συσκευασίας).
 
Η σημερινή ανθρωπότητα ζει μια δραματική αντίφαση. Ο μισός κόσμος υποφέρει και πεθαίνει από υπερβολική (ή λανθασμένη) χρήση τροφίμων, που οδηγεί σε ασθένειες διατροφικής αιτιολογίας (παχυσαρκία, ζαχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, αγγειοπάθειες,  καρδιοπάθειες, κάποιες μορφές καρκίνου, κ.α.), ενώ ο άλλος μισός κόσμος υποφέρει και πεθαίνει από την έλλειψη τροφίμων (πείνα και κακή διατροφή). Έτσι, σε εποχές εντυπωσιακών επιστημονικών επιτευγμάτων, ένα μεγάλο ποσοστό του Παγκόσμιου πληθυσμού είναι μοιρασμένο ανάμεσα στην Πείνα και την Παχυσαρκία. Το 2000 οι παχύσαρκοι έφτασαν παγκοσμίως τον αριθμό των υποσιτιζόμενων (www.worldwatch.org). Το να πεθαίνει κανείς από πείνα, είναι τραγωδία και ντροπή για την παγκόσμια κοινότητα. Το να πεθαίνουμε μέσα στην αφθονία από την υπερβολική ή λανθασμένη κατανάλωση τροφίμων, είναι εγκληματική αμέλεια για την υγεία μας, που οδηγεί στην «αυτοκτονία»!
Ανάμεσα στη διατροφική «ευημερία» και τη λιμοκτονία υπάρχει μια τεράστια γκρίζα ζώνη, που λέγεται «σπατάλη τροφίμων». Η σπατάλη τροφίμων θέτει μέγα θέμα ηθικής στην Κατανάλωση Τροφίμων. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), η παγκόσμια σπατάλη τροφίμων ανέρχεται σε ~1,3 δισεκ. τόνους/χρόνο (1/3 της παγκόσμιας παραγωγής). Αλήθεια αναρωτηθήκαμε ποτέ για τη δική μας προσωπική ευθύνη στο πρόβλημα της πείνας των άτυχων συνανθρώπων μας; Πόσοι συνάνθρωποί μας θα μπορούσαν να ζήσουν από τα περισσεύματα της δικής μας τράπεζας, από μια λογικότερη διαχείριση των προμηθειών μας;
 
Επίλογος
Δυστυχώς, τόσο η παραγωγή όσο και η κατανάλωση τροφίμων δεν διέπονται από την Αριστοτέλεια αρχή της αειφορίας και της βιώσιμης ανάπτυξης, αφού λειτουργούν ενάντια στο «ευ ζην» του σημερινού ανθρώπου. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παγκοσμιοποίηση και στο σοβαρό έλλειμμα ανθρωποκεντρικής Παιδείας, που δυστυχώς μας χαρακτηρίζει. 
 
Η ανακήρυξη του 2016/17 ως «διεθνές έτος ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ» είναι χρυσή ευκαιρία να εντρυφήσουμε στον θησαυρό των διδαγμάτων του μεγαλύτερου ανθρωπιστή-φιλοσόφου όλων των εποχών, για να ξαναβρούμε την πραγματική ευημερία που όλοι χάσαμε και να πάρουμε πίσω την Ελλάδα που όλοι μαζί προδώσαμε.
--------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
(1)τέλος μὲν οὖν πόλεως τὸ εὖ ζῆν, ταῦτα δὲ τοῦ τέλους χάριν. Πόλις δὲ ἡ γενῶν καὶ κωμῶν κοινωνία ζωῆς τελείας καὶ αὐτάρκους. Τοῦτο δ’ ἐστίν, ὡς φαμέν, τὸ ζῆν εὐδαιμόνως καὶ καλῶς. Τῶν καλῶν ἄρα πράξεων χάριν θετέον εἶναι τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν ἀλλ’ οὐ τοῦ συζῆν. (Πολιτικά, Γ’, 1280b39-1281a5)
 
[σκοπός λοιπόν της πόλεως είναι η ευδαιμονία, και όλα σε αυτό αποσκοπούν. Πόλις δε είναι η των γενών και κωμών κοινωνία, προς επίτευξιν πλήρους και αυτάρκους βίου, τούτο δε είναι, ως είπομεν, το ευδαιμόνως και αξιοπρεπώς ζην· οφείλομεν λοιπόν να δεχθώμεν ότι, σκοπός της πολιτικής κοινωνίας δεν είναι αυτό καθ” εαυτό το συζήν, αλλ” αι κατ” αρετήν ενέργειαι των πολιτών]
 
(2) βέλτιστος γὰρ δῆμος ὁ γεωργικός ἐστιν, ὥστε καὶ ποιεῖν ἐνδέχεται δημοκρατίαν, ὅπου ζῇ τὸ πλῆθος ἀπὸ γεωργίας ἢ νομῆς (Πολιτικά, Στ’).
 
[η καλύτερη πολιτεία είναι η γεωργική, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι ζουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία και όπου ευδοκιμεί η δημοκρατία]

Η ΑΓΑΠΗ ΤΕΡΜΑΤΙΖΕΙ ΤΟ ΦΑΥΛΟ ΚΥΚΛΟ

Η αγάπη διαλύει το νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος
 
Πώς λειτουργεί αυτό; Ας πούμε ότι έχουμε κάνει κάτι αρνητικό στη ζωή μας και τώρα εισπράττουμε από κάποιον μία αντίστοιχη αρνητική συμπεριφορά. Αυτό είναι το λεγόμενο αποτέλεσμα της προηγούμενης αιτίας, μιας συμπεριφοράς που είχαμε παλιά. Αν εμείς μέσα μας καλλιεργήσουμε αρνητικά συναισθήματα προς τον άνθρωπο που μας έχει κάνει αυτή την πράξη, απλώς διατηρούμε τον κύκλο. Τώρα έχουμε αρνητικότητα μέσα μας και εκπέμπουμε αρνητικότητα προς τα έξω. Ανεξάρτητα αν λειτουργούμε ή αν δρούμε με βάση αυτήν την αρνητικότητα ή όχι, αυτή υπάρχει μέσα μας και συνεχίζεται ο κύκλος της αιτίας και του αποτελέσματος. Πήραμε αρνητικότητα και επιστρέφουμε αρνητικότητα ή με το νου μας ή με τα λόγια μας ή με τις πράξεις μας.

Αν μπορούμε με την αγάπη και τη συγχώρεση να αφομοιώσουμε (όχι να καταπιέσουμε) και να υπερβούμε αυτή την αρνητικότητα μέσα από τη γνώση που αποκτήσαμε, ότι ο άλλος είναι μία ψυχή στην εξέλιξη, ότι έχει άγνοια και ότι η ζωή μάς δίνει ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε, τότε μπορούμε να φθάσουμε στο σημείο να συγχωρέσουμε αυτόν τον άνθρωπο και να τον αγαπήσουμε.

Μ’ αυτό τον τρόπο διαλύουμε τον κύκλο της αρνητικότητας. Μας έρχεται η αρνητικότητα αλλά δεν την κρατάμε, ούτε την επιστρέφουμε, αλλά τη μεταμορφώνουμε, χρησιμοποιώντας τη γνώση και την αγάπη που υπάρχουν μέσα μας, σε κατανόηση, σε αγάπη και ενότητα με τον άνθρωπο αυτόν.

Επαναλάβω ότι αυτό δε σημαίνει ότι αφήνουμε τον άλλο να κάνει ό,τι θέλει, αλλά σημαίνει ότι τον συγχωρούμε για ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα. Δεν έχουμε αρνητικά συναισθήματα προς αυτόν. Μπορεί να πρέπει όμως αύριο να είμαστε πιο αυστηροί ή να λάβουμε άλλα μέτρα για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από κάποια αδικία που πιστεύουμε ότι γίνεται.

Το ότι δεν έχουμε αρνητικά συναισθήματα προς αυτόν σημαίνει ότι απελευθερωνόμαστε από το παρελθόν, γιατί το παρελθόν αυτό βαραίνει εμάς, δε βαραίνει εκείνον. Όταν εμείς δεν τον συγχωρούμε είναι δικό μας πρόβλημα. Η διατήρηση των αρνητικών συναισθημάτων γι’ αυτό που συνέβη στο παρελθόν βλάπτει το δικό μας νευρικό σύστημα, το δικό μας ενδοκρινικό σύστημα και αμυντικό σύστημα, εμείς υποφέρουμε από αυτά τα συναισθήματα. Ο δικός μας νους και το δικό μας υποσυνείδητο υποφέρει από την πίκρα, το φόβο ή το θυμό που έχουμε μέσα μας.

Επομένως η συγχώρεση και η αγάπη προς το συνάνθρωπό μας είναι η δική μας λύτρωση από το παρελθόν που έχουμε αποθηκεύσει μέσα στο νου μας και που κυριολεκτικά δεν υπάρχει. Το παρελθόν δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο στο νου μας. Αν παθαίναμε αμνησία αυτή τη στιγμή όλα αυτά θα εξαφανίζονταν. Η αγάπη είναι τελικά η μόνη λύση για την ανθρωπότητα.

O χαρακτήρας του παιδιού: Είναι θέμα κληρονομικό ή ζήτημα ανατροφής;

Οι θεωρίες του Στίβεν Πίνκερ, καθηγητή ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ξεσηκώνουν έντονες συζητήσεις όχι μόνο στην επιστημονική κοινότητα, αλλά και στο ευρύ κοινό, μια που τα θέματα που επιλέγει ενδιαφέρουν πολύ κόσμο.  Το βιβλίο του «ο λευκός πίνακας: η σύγχρονη άρνηση της ανθρώπινης φύσης» (the blank slate: the modern denial of human nature) δεν αποτελεί εξαίρεση στην παράδοση των πολυσηζητημένων μπεστ-σέλλερ: έχει ήδη ξεσηκώσει θύελλα συζητήσεων, προβληματισμών, αλλά και αντιδράσεων.  Ο μεγάλος αυτός στοχαστής της εποχής μας κατόρθωσε με το τελευταίο βιβλίο του αυτό που θεωρεί σημαντικότερο για τον ανθρώπινο νου: να σκέφτεται και να επεξεργάζεται τις διάφορες πληροφορίες που προσλαμβάνει, χωρίς να τις αποδέχεται παθητικά.
 
Με δυο λόγια, η προτεινόμενη θεωρία λέει ότι ο εγκέφαλος του μωρού δεν είναι άγραφος πίνακας στον οποίο μπορούν να γράψουν οι γονείς ό,τι θέλουν, γιατί ένας άγραφος πίνακας δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει τίποτα.  Αντίθετα, ο εγκέφαλος του βρέφους είναι από τη γέννησή του προγραμματισμένος να κάνει διάφορα πράγματα και η συμβολή των γονιών στην προσωπικότητα του παιδιού είναι μηδαμινή.
 
Πώς όμως επηρεάζει η νέα θεωρία τις μέχρι τώρα αντιλήψεις των γονιών για την ανατροφή των παιδιών τους;
Διαβάζοντας κανείς τη νέα αυτή θεωρία, λογικό είναι να του δημιουργηθούν απορίες σχετικά με την εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή και στον τρόπο που αυτή μπορεί να επηρεάσει την ανατροφή ενός παιδιού –και κατ’ επέκταση ολόκληρη την οικογένεια-.  Οι παρακάτω ερωτήσεις αποτελούν ορισμένα από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τους καινούργιους –αλλά και τους πιο έμπειρους- γονείς και οι απαντήσεις σε αυτές αντικατοπτρίζουν τη νέα αυτή θεωρία.
 
Ποια είναι η συμβολή της οικογένειας και της γενετικής κληρονομικότητας στην προσωπικότητα του παιδιού;
Σύμφωνα με τον Πίνκερ, ο ρόλος της οικογένειας στην προσωπικότητα του παιδιού είναι μηδενικός.  Δίνει μάλιστα και τις εξής αναλογίες: για την προσωπικότητα ενός παιδιού, 50% ρόλο έχει η γενετική κληρονομικότητα, 50% το ιδιαίτερο περιβάλλον και 0% το οικογενειακό περιβάλλον!  Το ιδιαίτερο περιβάλλον είναι τα τυχαία εκείνα γεγονότα που καθόρισαν την ιδιαίτερη ανάπτυξη του εγκεφάλου του κάθε ατόμου, δηλαδή τα μοναδικά για τον καθένα περιστατικά που συνέβησαν σε μια δεδομένη στιγμή και επηρέασαν τη συναρμολόγηση των τμημάτων του εγκεφάλου του.
 
Η ικανότητα για μάθηση είναι έμφυτη ή την αποκτά το άτομο μέσα από τα παραδείγματα της οικογένειάς του;
Σύμφωνα με τη θεωρία του Πίνκερ, ο άνθρωπος έχει έμφυτη την ικανότητα μάθησης και η ικανότητά του να μαθαίνει από το περιβάλλον του βασίζεται σε ήδη υπάρχοντα νευρωνικά κυκλώματα, δηλαδή στον τρόπο που ο εγκέφαλός του έχει διαμορφωθεί από πολύ μικρή ηλικία και του επιτρέπει να μαθαίνει.  Οι ικανότητες όπως το να χρησιμοποιεί κανείς τη γλώσσα, να θέτει στόχους και να τους πετυχαίνει, να κάνει διάφορα πράγματα, να χρησιμοποιεί τη λογική του για να λύνει ποικίλα προβλήματα βρίσκονται έμφυτες στον άνθρωπο μέσα στον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένος ο εγκέφαλος.  Βέβαια, ο Πίνκερ δεν αμφισβητεί ότι ο ρόλος της μάθησης και του πολιτισμικού συστήματος είναι σημαντικοί παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ωστόσο επιμένει ότι πρωταρχικής σημασίας είναι η έμφυτη ικανότητα για μάθηση, άσχετα από τα διδάγματα και τα παραδείγματα της οικογένειας.
 
Ποιος διαμορφώνει τον εγκέφαλο του παιδιού και τις δυνατότητές του: η φύση ή η οικογένεια; 
Οι επιστήμονες της Εξελικτικής Ψυχολογίας, ανάμεσα τους και ο Πίνκερ, καθώς και οι επιστήμονες της Εξελικτικής Βιολογίας, υποστηρίζουν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος και το ανθρώπινο σώμα διαμορφώθηκαν βιολογικά μέσα από τη διαδιακασία της φυσικής επιλογής.  Ο Πίνκερ τονίζει ότι όχι μόνο ο εγκέφαλος του μωρού δεν είναι άγραφος πίνακας, αλλά, αντίθετα, έχει αποτυπωμένη επάνω του τη γενετική ιστορία της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών εκείνων που επέτρεψαν στους μακρινούς προγόνους μας να επιβιώσουν.  Η διαδικασία της φυσικής επιλογής έχει προικίσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο με μια σειρά τμημάτων στα οποία βρίσκονται οι έμφυτες ικανότητες και προδιαθέσεις.
 
Σήμερα γνωρίζουμε από τις έρευνες στις νευροεπιστήμες ότι ο εγκέφαλος αποτελείται από μια σειρά νευρωνικών κυκλωμάτων, τα οποία είναι σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγουν μορφές συμπεριφοράς που βοηθούν την προσαρμογή του ανθρώπου στο περιβάλλον.  Αυτά τα έμφυτα τμήματα του εγκεφάλου αφορούν σε δραστηριότητες όπως η κοινωνική μάθηση, η αντίληψη της σημασίας του χαμόγελου και των εκφράσεων του προσώπου του συνομιλητή, η ομιλία, η δίψα και η πείνα, η αναγνώριση προσώπων, η αντίληψη του χώρου και του χρόνου, κοκ.  Οι τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου καθώς και μελέτες στον εγκέφαλο ατόμων που έχουν υποστεί εγκεφαλική βλάβη επέτρεψαν στους επιστήμονες να χαρτογραφήσουν τα εγκεφαλικά αυτά κυκλώματα και να εντοπίσουν την ακριβή θέση τους στον ανθρώπινο εγκέφαλο.  Έτσι, σύμφωνα με τη νέα αυτή θεωρία, η συμβολή της οικογένειας είναι αμελητέα στον τρόπο που διαμορφώνεται ο εγκέφαλος του παιδιού και οι ποικίλες ικανότητές του. 
 
Μπορούν οι γονείς να βελτιώσουν τη γλωσσική εξέλιξη των παιδιών τους;
Ο Πίνκερ πιστεύει ότι η γνώση της γλώσσας είναι έμφυτη στον άνθρωπο, δηλαδή ότι από την αρχή της ζωής του το μωρό έχει την ικανότητα για να μάθει να μιλάει και να κατανοεί τη γλώσσα.  Αυτό φαίνεται να συμβαδίζει και με την καθημερινή εμπειρία ή την κοινή λογική, αφού οι γονείς από πολύ νωρίς λένε τραγουδάκια και μιλάνε στο μωρό τους σαν ήδη να καταλαβαίνει αυτά που του λένε.  Ο Πίνκερ δεν υποστηρίζει βέβαια ότι το μωρό καταλαβαίνει, αλλά ότι ήδη απ’ όταν γεννιέται γνωρίζει τους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας.  Αυτό το γεγονός είναι που επιτρέπει στο παιδί να παράγει διαρκώς νέες, γραμματικά και συντακτικά σωστές προτάσεις, τις οποίες δεν έχει ακούσει ποτέ.  Ο ίδιος όμως τονίζει, ότι επειδή ακριβώς η ικανότητα της γλώσσας είναι έμφυτη, ό,τι και να κάνουν οι γονείς δε θα την επηρεάσουν, αφού αυτή θα ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της.  Όσο για το αν η πλούσια λεκτική επικοινωνία με το παιδί, ο εμπλουτισμός της γλωσσικής του εμπειρίας, η ενεργοποίησή του με τα κατάλληλα παιχνίδια είναι σωστές μέθοδοι για να βοηθήσει κανείς ένα παιδί ν’ αναπτυχθεί καλύτερα, ο Πίνκερ πιστεύει ότι πρόκειται γι’ ‘ανοησίες’.  
 
Μπορούν οι γονείς να διαμορφώσουν την προσωπικότητα των παιδιών τους;
Με μία λέξη: «Όχι!».  Ο δεύτερος μεγάλος τομέας πάνω στα ευρήματα του οποίου ο Πίνκερ στηρίζει τη θεωρία του περιλαμβάνει τη μελέτη της συμπεριφοράς και των χαρακτηριστικών των διδύμων.  Περιληπτικά, οι έρευνες αυτές έχουν δείξει ότι οι ομόζυγοι (από το ίδιο ωάριο) δίδυμοι που έχουν μεγαλώσει σε διαφορετική οικογένεια (λόγω υιοθεσίας) παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ποσοστό ομοιότητας στις προσωπικότητές τους.  Ομόζυγοι δίδυμοι που μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια παρουσιάζουν μεγαλύτερες ομοιότητες από τους ετερόζυγους δίδυμους (από διαφορετικό ωάριο) που έχουν μεγαλώσει στην ίδια οικογένεια.  Τέλος, τα βιολογικά αδέλφια που έχουν μεγαλώσει χωριστά παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερες ομοιότητες στην προσωπικότητά τους απ’ ότι θετά αδέλφια που μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια.
 
Η άποψη του Πίνκερ είναι ότι η οικογένεια τελικά δεν παίζει κανένα ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή στο αν θα είναι νευρικό ή ήρεμο, αγχωτικό, δειλό ή τολμηρό, με αυτοπεποίθηση, κλπ., αφού αυτό είναι γενετικά καθορισμένο.
 
Μπορεί η σωστή διαπαιδαγώγηση, οι κατάλληλες οδηγίες και συμβουλές να βοηθήσουν το παιδί να γίνει καλύτερο;
Ο Πίνκερ δηλώνει ότι η άποψη ότι ο παιδικός εγκέφαλος είναι ένας άγραφος πίνακας τον οποίο οι γονείς μπορούν να γεμίσουν με τις σωστές οδηγίες είναι λανθασμένη.  Κατά τον Πίνκερ, οι συμβουλές προς τους γονείς για το πώς μπορούν να επηρεάσουν το παιδί τους, να δραστηριοποιήσουν τον εγκέφαλό του μωρού τους με τα κατάλληλα παιχνίδια, να έχουν σε βάθος και πλάτος λεκτική επικοινωνία και ποιοτικό χρόνο μαζί τους να του διαβάζουν και να του μιλάνε για να αναπτύξει καλές γλωσσικές ικανότητες και αργότερα καλές σχολικές επιδόσεις, όπως και να μη σηκώνουν χέρι στο παιδί τους, δεν έχουν τεκμηριωμένη βάση.  Ο Πίνκερ δεν πιστεύει ότι οι παραπάνω ενέργειες επιδρούν στην προσωπικότητα του παιδιού.  Αντίθετα, πιστεύει ότι ενοχοποιούν τους γονείς, ιδιαίτερα όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο παιδί τους και η εξέλιξή του δεν είναι η αναμενόμενη.
 
Τι μας διδάσκουν τα παραδείγματα γονιών-παιδιών του τύπου «το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά;»
Όχι μόνο επιστημονικές μελέτες, αλλά και η καθημερινή εμπειρία δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά υιοθετούν ορισμένες συμπεριφορές των γονιών τους.  Έτσι, βλέπουμε ότι επιθετικοί και βίαιοι γονείς έχουν επιθετικά και βίαια παιδιά, ή ότι οι γονείς που έχουν καλές λεκτικές ικανότητες και μιλούν πολύ στα παιδιά τους έχουν αντίστοιχα παιδιά με αναπτυγμένη γλώσσα.  Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τέτοιου είδους παραδείγματα αποδεικνύουν την τεράστια δύναμη του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού.  Όμως, σύμφωνα με τον Πίνκερ, πρόκειται για μια συσχέτιση, δηλαδή δύο πράγματα που εμφανίζονται μαζί, τα οποία όμως δεν έχουν αιτιολογική σχέση, δηλαδή δε σημαίνει ότι το ένα προκαλεί το άλλο.  Το γεγονός ότι το παιδί ενός γονιού που έχει ευχέρεια λόγου και καλές γλωσσικές ικανότητες δεν αποδεικνύει τη δύναμη του περιβάλλοντος.  Θα μπορούσε κάλλιστα η ίδια συμπεριφορά, οι καλές γλωσσικές ικανότητες να οφείλονται στα γονίδια που πήρε το παιδί από το γονιό του.  Έτσι, ίσως τελικά τα ίδια γονίδια που ευθύνονται για τις συμπεριφορές του γονιού μπορεί να ευθύνονται και για τις παρόμοιες συμπεριφορές του παιδιού, χωρίς να έχει σχέση το περιβάλλον.
 
Για να διαπιστώσουμε αν η σχέση προέρχεται από την κληρονομικότητα ή το περιβάλλον  θα πρέπει ν’ ανατρέξουμε σε μελέτες με δίδυμα αδέρφια, βιολογικά και θετά παιδιά.  Αν το οικογενειακό περιβάλλον επηρέαζε το παιδί σε μεγάλο βαθμό, τότε τα παιδιά που μεγάλωναν με τους ίδιους γονείς θα είχαν και μεγαλύτερες ομοιότητες στην προσωπικότητά τους σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν με διαφορετικούς γονείς.  Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, σύμφωνα με τα δεδομένα πολλών επιστημονικών μελετών, οι οποίες δείχνουν ότι τα αδέλφια που μεγάλωσαν μέσα στην ίδια οικογένεια δεν παρουσιάζουν καμία διαφορά από αδέλφια που διαχωρίστηκαν στη γέννα.  Τα θετά αδέλφια δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους περισσότερες ομοιότητες απ’ ότι θα παρουσίαζαν αν επιλέγαμε τυχαία δυο παιδιά από την ίδια γειτονιά.  Τέλος, οι ομόζυγοι δίδυμοι είναι 50% όμοιοι, άσχετα με το αν μεγάλωσαν μαζί στην ίδια οικογένεια ή σε διαφορετικές οικογένειες.
 
Μπορεί τελικά να επηρεάσει η οικογένεια το παιδί;
Φυσικά!  Και όχι μόνο σε ένα, αλλά σε πολλά πράγματα.  Καταρχήν, ας μην ξεχνάμε ότι ο Στίβεν Πίνκερ είναι θεωρητικός και προτείνει μια νέα θεωρία, δηλαδή κάτι το οποίο έχει επιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι τεκμηριωμένο.  Έπειτα, αν προσέξουμε τις θέσεις του, θα δούμε ότι αναφέρεται κυρίως στην προσωπικότητα, αλλά όχι απαραίτητα στη συμπεριφορά του παιδιού.  Έτσι, ένα παιδί μπορεί, για παράδειγμα να γεννηθεί με προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται από δειλία και κοινωνική συστολή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι καταδικασμένο να είναι κλεισμένο στον εαυτό του.  Μπορεί να μην αλλάζει ριζικά η προσωπικότητα, αλλά ο άνθρωπος είναι ικανός, με την κατάλληλη παρέμβαση να μάθει νέα πράγματα και να αλλάξει τη συμπεριφορά του, έτσι ώστε τα ‘αρνητικά’ στοιχεία της προσωπικότητάς του να μην εκδηλώνονται έντονα.
 
Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι η συμπεριφορά των γονιών παίζει τεράστιο ρόλο στην ευτυχία των παιδιών, και, τελικά, το ζητούμενο είναι να έχει κανείς ευτυχισμένα και ισορροπημένα παιδιά.  Οι επιλογές που κάνουν οι γονείς, για παράδειγμα τόπο κατοικίας, το σχολείο του παιδιού, εξωσχολικές δραστηριότητες, παίζουν ρόλο στη δημιουργία ενός κοινωνικού κύκλου και φιλίας με άλλα παιδιά, κι έτσι, ένα παιδί με συνεσταλμένο χαρακτήρα θα έχει περισσότερες ευκαιρίες να κοινωνικοποιηθεί σε αυτή την περίπτωση, λόγω των επιλογών που θα έχουν κάνει οι γονείς του.  Οι εξωσχολικές δραστηριότητε, τα σπορ, τα χόμπι, οι τέχνες, η μουσική, όλα αυτά είναι πράγματα που σύμφωνα με τον Πίνκερ εμπλουτίζουν την εμπειρία του παιδιού, άρα και την εξέλιξή του.
 
Η θεωρία του Πίνκερ απενοχοποιεί τους γονείς που μπορεί να νιώθουν διαρκώς υπεύθυνοι για την εξέλιξη του παιδιού τους και να έχουν τύψεις ότι ίσως δεν έπραξαν κάτι σωστά και γι’ αυτό το παιδί τους έχει δυσκολίες.
 
Όμως, πάντα σύμφωνα με τον Πίνκερ, το σπουδαιότερο που μπορούν να κάνουν οι γονείς και το οποίο θα επηρεάσει τα παιδιά τους είναι η ποιότητα της σχέσης που θ’ αναπτύξουν μαζί τους.  Ο ίδιος χρησιμοποιεί την αναλογία της συμπεριφοράς προς του φίλους μας: τους φερόμαστε καλά και δημιουργούμε μια όμορφη σχέση μαζί τους όχι γιατί πιστεύουμε ότι θα τους αλλάξουμε την προσωπικότητα, αλλά γιατί έτσι πρέπει κι έτσι επιλέγουμε για την ευχαρίστηση όλων.  Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει και οι γονείς να αντιμετωπίσουν τη σχέση με τα παιδιά τους.  Η καλή συμπεριφορά προς τα παιδιά επηρεάζει τη σχέση με τους γονείς, μαθαίνει στο παιδί να αναπτύσσει ζεστές σχέσεις, να λύνει προβλήματα, να αισθάνεται σιγουριά και προστασία, ποιότητες τις οποίες θα κουβαλάει μια ζωή μέσα του και οι οποίες θα αντανακλούν στη μελλοντική συμπεριφορά του.

Μην δίνεις σημασία πια

Πόσες φορές έχετε νιώσει να μην μπορείτε άλλο, να θέλετε να το σκάσετε για κάπου, για να μην σκάσετε οι ίδιοι; Πόσες είναι εκείνες οι φορές που ακούσατε υπομονετικά, λόγια στα οποία κανονικά έπρεπε να κλείσετε τα αυτιά σας;
Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να το κάνετε!

Ξέρατε ότι κάθε φορά που νιώθετε πίεση από κάτι ή από κάποιον, δημιουργείτε άγχος και στρες στον οργανισμό σας; Ξέρατε ότι αυτά δυσκολεύουν τον ύπνο και συνεπώς την ξεκούρασή σας; Ρωτήστε τώρα τον εαυτό σας γιατί επιτρέπετε να συμβαίνει αυτό, όταν απλά θα μπορούσατε να αγνοήσετε πικρόχολα σχόλια ή συζητήσεις που οδηγούν σε αδιέξοδα, ψυχικά και νοητικά.

Όπως συμβαίνει και με τους κακεντρεχείς ανθρώπους, που τείνουν να διοχετεύουν την αρνητική τους ενέργεια παντού στο χώρο, έτσι γίνεται και με τις συζητήσεις που δεν σας ωφελούν σε κάτι ή με τα συμβάντα και τα γεγονότα που θα σας χαλάσουν τη διάθεση. Ορισμένες φορές, ξέρετε πολύ καλά πότε, δεν χρειάζεται να δίνετεσημασία και όμως συνεχίζετε να το κάνετε... Εκείνες τις φορές αναλώνετε τους εαυτούς σας, παρατείνοντας καταστάσεις οι οποίες έμελλαν να είχαν τελειώσει. Ίσως από συνήθεια, ευγένεια ή ακόμα και βαρεμάρα. Όποια και αν είναι η αιτία, δεν χωράει δικαιολογία. Διότι βαραίνετε τους εαυτούς σας με περισσότερες έννοιες από ό,τι ήδη έχετε.

Άδοξες καταστάσεις, σημαντικά διλήμματα, πολυπόθητα ζητήματα και προβλήματα... Ήρθε η ώρα να τα αντιμετωπίσετε όπως τους αρμόζει. Όταν εμφανίζονται προσπαθούμε να τα εξαφανίσουμε, χωρίς δεύτερες σκέψεις ή γνώμες, χωρίς διαδικτυακές συμβουλές ή φιλικές γραμμές υποστήριξης, χωρίς προκαταλήψεις και κυρίως χωρίς καθυστερήσεις.

Όταν «τραβάτε ένα πρόβλημα να κοιμηθεί μαζί σας» να είστε σίγουροι ότι όταν ξυπνήσετε θα είναι ακόμα δίπλα σας. Όταν το παίρνετε μαζί σας στο μεσημεριανό, θα τραφεί κοντά σας- και πάει λέγοντας. Μην ξεχνάτε ότι όταν μιλάτε για το πρόβλημά σας το μεγιστοποιείτε. Όταν όμως του αφήνετε μόνο το χώρο και το χρόνο που αναλογεί για να αντιμετωπιστεί, δεν το αφήνετε να εισχωρήσει και να επηρεάσει την συμπεριφορά σας ή πιθανώς να εμπλακεί με άλλα και να φαντάζει τεράστιο.

Σκεφτείτε μια κατάσταση στην οποία, θα αγνοήσετε κάτι που σας ενοχλεί. Τελείως ή τουλάχιστον νοητά, δίνοντας την εντύπωση ότι σας ενδιαφέρει να ακούσετε, ενώ στην πραγματικότητα το έχετε αφήσει να περάσει χωρίς να σας επηρεάσει. Χωρίς τύψεις, χωρίς σχόλια, χωρίς να σας νοιάζει. Απλά θα δώσετε τη σημασία που του αξίζει, ενίοτε καμία! Αυτόματα θα γίνετε λίγο πιο χαρούμενος και όχι σκυθρωπός. Θα νιώσετε ωραία και όχι πιεστικά. Θα καταλάβετε ότι κάποια πράγματα ή άτομα οφείλουν να ζουν λίγο μακριά από εσάς, ή πολύ μακριά. Θα δείτε τότε ότι μερικές φορές ίσως αφιερώνουμε το χρόνο μας εκεί που δεν χρειάζεται- σε καταστάσεις που μας φθείρουν και άλλοτε μας πονάνε. Και, τέλος, θα κατανοήσετε το πόσο εύκολα μπορείτε,αγνοώντας ή αφήνοντας τις έννοιες πίσω, να γίνετε πραγματικά ευτυχισμένοι!

Έναν άνθρωπο να με κρατάει αγκαλιά

Εγώ ήθελα απλά έναν άνθρωπο με ψυχή.
Να με αγκαλιάζει σφιχτά. Έτσι, χωρίς λόγο.
Να με αγγίζει τυχαία όταν γελάμε με αστεία δικά μας, χαζά.

Να με κοιτάζει στα μάτια όταν μου μιλάει.

Εγώ ήθελα απλά έναν άνθρωπο με καρδιά.
Να συγχρονίζονται οι χτύποι μας στον ίδιο ρυθμό.
Να ανασαίνουμε με την ίδια λαχτάρα τα αρώματα της ζωής.
Να μου κρατάει το χέρι και να νιώθω ασφάλεια.

Ήθελα απλά έναν άνθρωπο.
Καθαρό.
Μέσα και έξω.
Με μεγάλα όνειρα και σεβασμό για την ζωή.
Να με αγαπάει για ότι είμαι.
Και θα μου πεις "και τι είσαι;"

Τελικά είμαι μια ρομαντική ψυχή.
Που ακόμα πιστεύει στους ανθρώπους.
Τι και αν τώρα τελευταία όλα μου μοιάζουν "επίπεδα".

Μην προσπαθήσεις να με αλλάξεις.

Απλά πιάσε μου το χέρι και κοίτα με στα μάτια και θα καταλάβεις τι εννοώ.
Και αν θέλεις, που και που κάνε μου μια σφιχτή αγκαλιά.
Μόνο έτσι έρχονται τα μέσα μου στην θέση τους.
Μόνο έτσι θυμάμαι ότι ίσως και να μπορώ ακόμα να νοιώσω.
Μόνο έτσι μπορώ να ελπίζω ότι ίσως και να υπάρχει αυτός ο άνθρωπος.
Εκείνος/η που ήθελα.

Το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοκαταστροφής

Κάθε άνθρωπος σαν άλλοτε λιλιπούτειο πλάσμα έρχεται στη ζωή ενστικτωδώς με κλάματα χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε τι σημαίνει φόβος. Ίσως ακούγεται τραγελαφικό να κυλάνε δάκρυα από το μωρό τη στιγμή που όλοι τριγύρω έχουν ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους από ευτυχία, όμως είναι η πρώτη απόδειξη ότι ο φόβος αποτελεί ένα από τα ζωτικά συστατικά της ζωής. Αλλαγές, απόρριψη, θάνατος είναι από τις πιο συνηθισμένες αιτίες πρόκλησης αντιδράσεων στο ανθρώπινο σώμα εξαιτίας του φόβου. Πρόκειται για μία φυσική αντίδραση που στραγγίζει κάθε σταγόνα ενέργειας από τον άνθρωπο δίνοντας του μία άποψη του κόσμου σε μαύρο και άσπρο, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε πολλές περιπτώσεις σε παθητικά όντα με δυσκολία ανάληψης πρωτοβουλιών και αποφάσεων απόρροια της χαμηλής αυτοεκτίμησης. Αιχμαλωτίζοντας κάθε ίχνος αυθορμητισμού στη σκοτεινό δωμάτιο απομόνωσης στη φυλακή που οι ίδιοι χτίζουν σε μία απέλπιδα προσπάθεια να έχουν το αίσθημα ελέγχου στη ζωή τους.
Οι διαπροσωπικές σχέσεις υπονομεύονται από τον άκρατο φόβο για απόρριψη και υψώνονται τείχη αποστασιοποίησης από τους άλλους. Η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου παγιδεύεται σε μία απόπειρα «προστασίας» από το απαίσιο και καταλυτικό αίσθημα της απογοήτευσης και μοναξιάς που η απόρριψη επιφέρει. Στην πραγματικότητα βέβαια, αυτό αποτελεί μια πλάνη του νου καθώς ο φόβος δημιουργεί μία εικονική πραγματικότητα με χρώματα μουντά και αισιόδοξη ματιά μηδαμινή, μην επιτρέποντας στο ιδιαίτερο «είναι» τους να πλησιάσει πολύ κοντά στους άλλους και να αλληλοεπιδράσει υγιώς όπως άλλωστε η ανθρώπινη φύση επιβάλλει για μία ισορροπημένη κοινωνική ζωή. Ο πόνος της πιθανής απόρριψης δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να χειριστεί τα συναισθήματα και τις ενδόμυχες επιθυμίες του με αποτέλεσμα να οδηγείται σε ένα φαύλο κύκλο άρνησης, αποστασιοποίησης από το ευρύτερο περιβάλλον, μοναξιάς, απελπισίας και τελικά αυτοκαταστροφής.

Σε αυτό το σημείο θα αναρωτηθεί κανείς : «Βλάπτουν οι άνθρωποι τους εαυτούς τους σκόπιμα και με συστηματικό τρόπο;» (Baumeister,Scher, 1987). Είναι δυνατόν ο άνθρωπος ακούσια να υποσκάπτει την ψυχο-κοινωνική του ευεξία και προσαρμογή στο κοινωνικό περιβάλλον και τελικά να οδηγείται μόνος τους στη δυστυχία;

Έχοντας μελετήσει ενδελεχώς τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές που ένας νέος ειδικά εκδηλώνει, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως είναι διττός ο ρόλος των συνεπειών της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς καθώς τελικά απειλείται η διατάραξη της κοινωνικής ταυτότητας της ευρύτερης ομάδας στην οποία ανήκουν τα άτομα αυτά παραβιάζοντας τη συνοχή της.

Ασφαλώς, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά αφορά κυρίως στο ίδιο το άτομο και γεννάται από αυτό. Είναι μία προσωπική επιλογή που θρυμματίζει την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό βλάπτοντας την ύπαρξη του ατόμου είτε ηθελημένα είτε μη. Η αρχική αρνητικά φορτισμένη άποψη που έχει για τον εαυτό του, πολλές φορές ενισχύεται από το έντονο άγχος, τις ενοχές που ενδεχομένως νιώθει και τα αισθήματα απαξιότητας για τη ζωή του. Έτσι σκόπιμα οδηγείται σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές με μακροπρόθεσμη ισχύ. Ωστόσο, δεν είναι πάντα σκόπιμη η πρόκληση βλάβης στον εαυτό του. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, η στρατηγική που ακολουθεί για την επίτευξη ενός στόχου του, τον οδηγεί στην υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του και τελικά στην αποτυχία μέσω της υιοθέτησης λανθασμένου τρόπου σκέψης.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να αναφερθούμε και στην περίπτωση ατόμων που αναγνωρίζουν μεν την ύπαρξη κινδύνου και αρνητικών συνεπειών των πράξεών τους χωρίς όμως να τις επιθυμεί. Ουσιαστικά δηλαδή αποδέχεται την πιθανή αρνητική ροπή της συμπεριφοράς του, αντιμετωπίζοντας δυσκολία στο να πάρει λογικές αποφάσεις. Η επιλογή ανθυγιεινών τροφών, η μη συμμόρφωση με τις ιατρικές οδηγίες, η παραβατικότητα ειδικά στους νέους, η μη συμμόρφωση σε κανόνες σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς, η ριψοκίνδυνη απόκλιση συμπεριφορών τεχνολογικής ρουτίνας και οποιαδήποτε κατάχρηση συνιστούν μερικά μόνο από τα παραδείγματα αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών που καταδυναστεύουν την ανθρώπινη ψυχή.

Φυσικά, η αιτιολογία που κρύβεται πίσω από την εμφάνιση τέτοιων συμπεριφορών, είναι πολυσύνθετη και χρήζει ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης για να μπορέσει να προσδιοριστεί. Η κάθε περίπτωση είναι μοναδική αλλά σε μία ευρύτερη προσπάθεια κατανόησης του τρόπου σκέψης αυτών των ανθρώπων, πρέπει να καταλάβουμε πως είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα καθώς δεν έχουν μάθει πιο συμπονετικούς τρόπους για να ηρεμούν τον ψυχικό πόνο που βιώνουν σε καταστάσεις έντονου άγχους και φόβου. Για το λόγο αυτό, μόνο οι ειδικοί ψυχικής υγείας, μπορούν να τους βοηθήσουν στο να υιοθετήσουν ένα πιο εποικοδομητικό τρόπο στηριζόμενο στον αυτοσεβασμό για την καταπράυνση των σκοτεινών τους ενστίκτων και κατ’ επέκταση να τους προσφέρουν μία σανίδα σωτήριας στην τρικυμία που διαταράσσει την εσωτερική τους γαλήνη και ισορροπία.

Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Ο νόμος της φιλοξενίας δεν περιλαμβανόταν στο γραπτό δίκαιο, έτσι ώστε να δεσμεύει απόλυτα τον πολίτη με απαράβατες εντολές και κυρώσεις, αλλά αποτελούσε άγραφο νόμο, όπως ήταν και η παροχή ασύλου, η ταφή των νεκρών και η τήρηση του όρκου.

Ο νόμος του ξενίζειν αποτελεί έναν αξιοσημείωτο θεματικό πυρήνα της τραγικής δραματουργίας, ο οποίος συνδέεται με μια πλούσια ορολογία. Ο ξένος θεωρείται σχεδόν ιερό πρόσωπο, αφού προστατεύεται από τον Ξένιο Δία. Επομένως, ο οικοδεσπότης που παρέχει τα ξένια (τροφή και κατάλυμμα) εγγυάται και για την ασφάλειά του στην οικία και στην πόλη του, γινόμενος ένα είδος προστάτη και κηδεμόνα για τν εξόριστο, τον ναυγό, τον άστεγο, ο οποίος πρέπει να παραμείνει άσυλος.

Ωστόσο, η τραγωδία παρέχει μεγάλο πλούτο παραλλαγών πάνω σ’ αυτό το θέμα, ανάλογα με τις συνθήκες εκπατρισμού,τα κίνητρα της αίτησης παροχής φιλοξενίας, με το ήθος του οικοδεσπότη ή του φιλοξενούμενου, περιπτώσεις που η φιλοξενία αποτελεί μια απλή δήλωση ή προκαλεί κάποιο επεισόδιο επεμβαίνοντας στη ροή ή την έκβαση της υπόθεσης.

Στον Προμηθέα Δεσμώτη, ο Προμηθέας προφητεύει στην Ιώ ότι θα βρει έναν τόπο φιλοξενίας, στον Ηρακλή, ο Θησέας προτίθεται να τον μεταφέρει στην Αθήνα, να τον ανακουφίσει από την ηθική οδύνη της πράξης του: «αφού εξαγνίσω τα χέρια σου από το μίασμα, θα σου δώδω κατοικία και ένα μέρος από την περιουσία μου», δηλαδή, πέρα από τη φιλοξενία που προσφέρει, χωρίς να τού ζητηθεί, ο Θησέας ενδιαφέρεται και για το μέλλον του φίλου του και για την ίαση της ψυχής του.
Στην Μήδεια, όταν εκείνη έχει συλλάβει το ανόσιο σχέδιό της, συναντά τον βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, από τον οποίο αποσπά υπόσχεση να την φιλοξενήσει στον τόπο του, μετά την επικείμενη αποπομπή της από την Κόρινθο: «δέξαι δε(με) χώρα και δόμοις εφέστιον».

Στις περιπτώσεις που έχουμε φιλοξενία που παρσχέθηκε στο παρελθόν ή που εντάσσεται στη χρονική διάρκεια του μύθου, οι συνέπειες (αρνητικές ή θετικές) της φιλοξενίας αποτελούν μοχλό που κινεί τις δραματικές δυνάμεις ή, έστω, ενισχύει ή επισπεύδει κάποιες πράξεις.

Θα ξεκινήσουμε με την περίπτωση του διασημότερου φιλοξενούμενου της τραγικής ποίησης, τον Πάρη.

Η παραμονή του στο παλάτι του Μενέλαου υπήρξε μοιραία για όλους τους Έλληνες και τροφοδότησε άμεσα ή έμμεσα τον προβληματισμό πολλών τραγωδιών του τρωικού κύκλου.

Ο ξεναπάτης Τρωαδίτης καταπάτησε πολλαπλά τις αρχές της φιλοξενίας που υπαγορεύουν ένα συγκεκριμένο ήθος. Ο Πάρις, απάγοντας την Ελένη από τη Σπάρτη, κερδίζει μεν ένα δώρο που τού υποσχέθηκε η Αφροδίτη, αλλά αυτό επισύρει ένα ηθικό αντίκρυσμα, ένα σκανδαλώδες επακόλουθο στις διαπροσωπικές σχέσεις: ο γιός του βασιλιά Πρίαμου αμαυρώνει την τιμή του οικοδεσπότη, ιδιοποιείται κάτι που δεν τού ανήκει και εξαπατά τον άνθρωπο που τον ευεργέτησε, σπάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τους ιερούς δεσμούς της φιλίας, η οποία δομείται πάνω στην φιλοξενία.

Μια άλλη ολέθρια περίπτωση φιλοξενίας συναντούμε στην Εκάβη. Εδώ, όμως, το ρήγμα της σχέσης μεταξύ φιλοξενούμενου και φιλοξενούντος το προκαλεί ο οικοδεσπότης.

Η Τρωαδίτισσα βασίλισσα ανακαλύπτει πώς ο νεώτερος γιός της, ο Πολύδωρος, που είχε σταλεί εσπευσμένα στον βασιλιά της Θράκης, προκειμένου να αποφύγει τα δεινά του πολέμου, έχει δολοφονηθεί. Και αποδεικνύεται ότι ο δολοφόνος είναι ο ίδιος ο βασιλιάς Πολυμήστορας, ο προστάτης και κηδεμόνας του, με κίνητρο το κέρδος. Δηλαδή, ο Πολυμήστορας κάνει φόνο για να αποκτήσει τον τρωικό θησαυρό που είχε φέρει ο νεαρός πρίγκιπας μαζί του.

Το φάντασμα του Πολύδωρου τονίζει πως ο φονιάς του ήταν πατρώος ξένος, δηλαδή, φίλος του πατέρα του, αποκτημένος από δεσμούς πρότερης φιλοξενίας.

Όταν η Εκάβη αντικρύζει το πτώμα του γιού της, αντιλαμβάνεται αμέσως πως η δίκα ξένων, το δίκαιο που διέπει τη φιλοξενία, έχει καταπατηθεί με τον αισχρότερο τρόπο. Η ανόσια πράξη του Θράκα φαντάζει ακόμη πιο σκοτεινή, όταν η Εκάβη ανακαλεί τα θεμέλια τη παλιάς φιλίας, που υπήρξε πολλαπλά ευεργετική για το Πολυμήστορα: φιλοξενία, κοινή τράπεζα, πρόθυμη βοήθεια και φροντίδα κατ’ επανάληψη.

Στην Ελένη, η ομώνυμη ηρωίδα μας δίνει πληροφορίες για τη φιλοξενία που της προσφέρθηκε στην Αίγυπτο στα χρόνια της τρωικής εκστρατείας. Ο Αιγύπτιος βασιλιάς, ο Πρωτέας, δεν της προσέφεε απλώς στέγη και τροφή, αλλά και μια ηθική ασφάλεια, η οποία προσέδιδε έναν τόνο ευγένειας και γενναιοφροσύνης στην φιλοξενία του.

ΚΕΡΑΜΒΟΣ ή ΤΕΡΑΜΒΟΣ (το σκαθάρι)


Ο Αντωνίνος Λιβεράλις, συγγραφέας των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων, είναι ο μόνος που διασώζει τον μύθο αναλυτικά σημειώνοντας ότι «Τα εξιστορεί ο Νίκανδρος στο α' βιβλίο των Μεταμορφώσεων» (ο Νίκανδρος είναι συγγραφέας του 2ου αι. π.Χ.). Ο Οβίδιος αναφέρεται συνοπτικά και παρεμπιπτόντως στη μεταμόρφωση του Κέραμβου σε φτερωτό σκαθάρι, όταν ονομάζει στους τόπους απ' όπου πέρασε η Μήδεια με τους φτερωτούς της δράκους, μετά τον φόνο των παιδιών της.

Ο Κέραμβος, εγγονός του Ποσειδώνα και γιος του Εύσειρου και της νύμφης Ειδοθέας, κατοι­κούσε στη γη των Μαλιέων κοντά στους πρόποδες της Όθρυος (βουνό που οριοθετούσε τη Θεσσαλία από τη Στερεά Ελλάδα, στα σύνορα Μαγνησίας και Φθιώτιδας). Απόκτησε πολλά κοπάδια και τα έβοσκε ο ίδιος. Ήταν ο καλύτερος μουσικός της εποχής του, ξακουστός για τα βουκολικά άσματα που ο ίδιος συνέθετε· μάλιστα επινόησε τον ποιμενικό αυλό και πρώτος αυτός χρησιμο­ποίησε τη λύρα. Τις δουλειές του στους αγρούς τις εκτελούσε τραγουδώντας. Οι Νύμφες ευφραίνονταν με τα μελίσματά του και κάποτε εμφανίστηκαν μπροστά του και χόρεψαν με τις μελωδίες του -προνόμιο μεγάλο αυτό για ένα θνητό, να εμφανίζονται αθάνατες θεότητες μπροστά του. Μάλιστα οι Νύμφες για τα χαρίσματά του τον βοηθούσαν στις δουλειές του. Τον συμπάθησε και ο Πάνας τόσο που τον προειδοποίησε να φύγει από την Όθρυ και να βόσκει τα πρόβατά του στην πεδιάδα, γιατί επρόκειτο να ξεσπάσει σφοδρή κακοκαιρία -ο χειμώνας θα ήταν πρώιμος και βαρύς. Με την υπεροψία της νιότης, όμως, και σαν τυφλωμένος από τους θεούς, ο Κέραμβος αρνήθηκε και προσέβαλε τις Νύμφες λέγοντας ότι δεν έχουν τη σπουδαία καταγωγή που ισχυρίζονταν από τον Δία αλλά ότι ήταν κόρες της Δεινώς και του Σπερχειού και ότι ο Ποσειδώνας, από πόθο για μια από αυτές, τη Διοπάτρη, ρίζωσε τις αδερφές της και τις έκανε μαύρες λεύκες· τις ελευθέρωσε και τις επανέφερε στην αρχική τους φύση, μόνο όταν χόρτασε τον έρωτα μαζί της.

Οι κακολογίες του προκάλεσαν την οργή των Νυμφών εναντίον του. Τιμωρήθηκε, όταν επαληθεύθηκαν οι προβλέψεις του Πάνα για τον πρώιμο χειμώνα· το βαρύ κρύο και το πυκνό χιόνι πάγωσαν τις χαράδρες και έκαναν μονοπάτια και δέντρα να χαθούν, μαζί και τα κοπάδια του Κέραμβου. Τότε ήταν που οι Νύμφες μεταμόρφωσαν τον Κέραμβο σε ένα είδος μεγάλου σκαθαριού, τον κεράμβυγα, που ζει κάτω από τους φλοιούς των δένδρων και τρέφεται από το ξύλο, γι' αυτό αποκαλείται και ξυλοφάγο βόδι, λέει ο Λιβεράλις. Έχει αγκυλωτές δαγκάνες, κινεί συνεχώς τα σαγόνια του, είναι μαύρος, μακρουλός, με σκληρές φτερούγες. Τα παιδιά τον έχουν για παιγνίδι, του κόβουν το κεφάλι και το φοράνε· μάλιστα, οι τεράστιες κεραίες του τον κάνουν να μοιάζει με λύρα από καβούκι χελώνας. Εξάλλου, πρώτος αυτός από όλους τους ανθρώπους έπαιξε τη λύρα.

Το όνομα του του σκαθαριού δόθηκε, πιθανόν εκ των υστέρων, σε έναν ήρωα που με τη δραστηριότητα ή την τύχη του δικαιολογεί την ύπαρξη ή τις ιδιότητες του ζώου αυτού. Ο βοσκός που παίζει τη λύρα του συνοδεύοντας το χορό των Νυμφών έχει το αντίστοιχό του στους λυράρηδες των νεοελληνικών παραμυθιών, που καθισμένοι μέσα σε έναν κύκλο χαραγμένο με μαυρομάνικο μαχαίρι συνοδεύουν τις νεράιδες στο χορό τους. Ο ήρωας εμφανίζεται συγχρόνως και ως ο "πρώτος ευρετής" της σύριγγας, κάτι που αποδίδεται στον ίδιο τον Πάνα. Η εύνοια που δείχνουν απέναντι σ΄ έναν θνητό οι θεοί, περικλείει έναν θανάσιμο κίνδυνο: τη δημιουργία υπερβολικής αυτοπεποίθησης που οδηγεί στην "ύβρι". Η "ύβρις" του Κέραμβου συνδυάζεται εδώ με την αχαριστία του, καθώς δοκιμάζει να μειώσει τιμημένες θεότητες. Έτσι η τιμωρία του είναι φυσικό επακόλουθο.

Συνειρμικά η μεταμόρφωση του Κέραμβου σε σκαθάρι φέρνει στον νου ένα από τα σπουδαιότερα διηγήματα του 20ού αιώνα. Είναι Η μεταμόρφωση του τσέχου συγγραφέα Φραντς Κάφκα. Το διήγημα ξεκινά ως εξής:

Όταν ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τεράστιο ζωύφιο. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, η πλάτη του ήταν σκληρή σαν πανοπλία, και όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι του, είδε την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του να είναι χωρισμένη σε φέτες, ενώ πάνω της ήταν αδύνατο να σταθούν τα σκεπάσματα· είχε μείνει σχεδόν ξεσκέπαστος. Τα αμέτρητα ποδαράκια του, αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, κουνιόντουσαν αβοήθητα μπροστά στα ίδια του τα μάτια.

Η αγάπη μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης

Με πιο γενικό τρόπο, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης μπορεί να καθοριστεί αν πούμε ότι αγάπη πρωταρχικά σημαίνει δόσιμο και όχι απολαβή.

Τι σημαίνει όμως δόσιμο; Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.

Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι.

 Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού. Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου. Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά. Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος και γι' αυτό χαρούμενος. Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.

Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο.

Τι δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του;

Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του.
Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του. Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του.

Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης.

Δε δίνει με το σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά.

Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.

Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται. Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γι' αυτό κι οι δυο τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν.

Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που δημιουργεί αγάπη.

Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα. Αυτή η σκέψη έχει εκφραστεί πολύ όμορφα από τον Μαρξ: «Ας πάρουμε», γράφει, «τον άνθρωπο σαν άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο σαν ανθρώπινη σχέση, και τότε δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις την αγάπη παρά μόνο με εμπιστοσύνη κλπ.

Αν θέλεις να χαρείς την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγημένος.

Αν θέλεις να έχεις επιρροή στους άλλους, πρέπει να είσαι ένα τέτοιο άτομο που πραγματικά να ασκεί μια διεγερτική και προαγωγική επίδραση στους άλλους.

Κάθε σχέση σου με τους ανθρώπους και τη φύση πρέπει να είναι μια συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικής ατομικής σου ζωής που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της θέλησής σου.

Αν αγαπάς χωρίς να προκαλείς αγάπη, δηλαδή αν η αγάπη δε φέρνει και στον άλλο την αγάπη, αν καθώς εκφράζεσαι στη ζωή σαν άνθρωπος που αγαπά δε γίνεσαι ταυτόχρονα και αγαπημένος, τότε η αγάπη σου είναι ανίκανη, είναι δυστυχία».

Αλλά όχι μόνο: στην αγάπη το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις. Και ο δάσκαλος διδάσκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, ο ψυχαναλυτής θεραπεύεται από τον ασθενή του – με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα, αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ

Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ

Η Σπάρτη (Σπάρτα στη Δωρική διάλεκτο, Σπάρτη στην Αττική διάλεκτο) ήταν πόλη-κράτος στην Αρχαία Ελλάδα που ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ευρώτα στηΛακωνία στο νότιο ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου. Έχει μείνει γνωστή στην παγκόσμια ιστορία για τη στρατιωτική δύναμή της, την πειθαρχία της, τον ηρωισμό της και το μεγάλο αριθμό των δούλων της. Επίσης, είναι γνωστή και στην Ελληνική Μυθολογία, κυρίως για τον μύθο της Ωραίας Ελένης.

Η στρατιωτική δύναμη της Σπάρτης οφειλόταν στο σύστημά της Αγωγής που είχε επιβάλει η νομοθεσία του Λυκούργου, κάτι που ήταν μοναδικό στην Αρχαία Ελλάδα. Η ιστορική περίοδος της Σπάρτης αρχίζει μετά την Κάθοδο των Δωριέων γύρω στο 1100 π.Χ., (αν και η αρχαιολογία υποστηρίζει ότι η κάθοδος των Δωριέων έγινε αργότερα) και τελειώνει κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας, αν και υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την επίδραση του Μυκηναϊκού Πολιτισμού στην περιοχή πολύ πριν την άφιξη των Δωριέων, πράγμα που θεωρείται η προϊστορία της Αρχαίας Σπάρτης.

Κατά τη διάρκεια της Κλασσικής Αρχαιότητας η Σπάρτη ήταν μία από τις δύο πιο ισχυρές πόλεις-κράτη στην Αρχαία Ελλάδα, μαζί με την Αθήνα. Η Σπάρτη άρχισε να αναδύεται ως πολιτικο-στρατιωτική δύναμη στην Ελλάδα κατά την αρχή της Αρχαϊκής Εποχής μετά το τέλος των σκοτεινών χρόνων της Γεωμετρικής Εποχής και έφτασε στην απόλυτη ακμή της μετά τη νίκη της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο επί της Αθήνας και των συμμάχων της, όταν και πέτυχε να επιβάλει την ηγεμονία και την επιρροή της στο μεγαλύτερο μέρος του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Η ηγεμονία της δεν κράτησε πολύ και μετά τις ήττες της από τους Θηβαίους το371 π.Χ. στα Λεύκτρα και το 362 π.Χ. στη Μαντίνεια έχασε την παλαιά της δύναμη, ταυτόχρονα και με την άνοδο του βασιλείου της Μακεδονίας άρχισε να παίζει έναν δευτερεύοντα ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Κάποιες αναλαμπές τον 3ο αιώνα π.Χ. δεν εμπόδισαν την παρακμή της ακολουθώντας την μοίρα του υπόλοιπου ελληνικού κόσμου που κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Όμως και κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας συνέχισε να αποτελεί πόλο έλξης λόγω της πλούσιας ιστορίας της.

Ιστορία της Σπάρτης

Για την αρχαία ιστορία της Σπάρτης βασιζόμαστε σε μερικούς μύθους. Η παράδοση αναφέρει ότι ιδρύθηκε από τον Λακεδαίμονα, τον γιο του Δία και της Ταϋγέτης, ο οποίος παντρεύτηκε την Σπάρτη, την κόρη του Ευρώτα.
 
Από τον Όμηρο γνωρίζουμε επίσης ότι η "κοίλη Λακεδαίμων", η περιοχή μεταξύ του όρους Ταΰγετος και Πάρνωνα, που διασχίζεται από τον Ευρώτα ποταμό, είχε βασιλιά τον Μενέλαος και Ελένη, 520 π.Χ., Αττική αμφορά Μενέλαο, τον μικρότερο αδελφό του Αγαμέμνονα και σύζυγο της ωραίας Ελένης, την οποία απήγαγε ο Πάρις στην Τροία αρχίζοντας έτσι τον μακροχρόνιο ,οδυνηρό και φημισμένο πόλεμο.

Γύρω στα 1200 π.Χ., με τον γάμο της κόρης του Μενέλαου Ερμιόνης και με τον γιο του Αγαμέμνονα Ορέστη, τα βασίλεια του Άργους και της Σπάρτης ενώθηκαν. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές πιστοποιούν, ότι σε αυτά τα χρόνια, αντίθετα με την μετέπειτα Σπάρτη, ένας πλούσιος πολιτισμός είχε αναπτυχθεί εδώ.

Γύρω στα 1100 π.Χ., οι Δωριείς ήλθαν και κατέλαβαν την περιοχή (η Αρχαιολογία αντίθετα πιστεύει ότι οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν το 950 π.Χ.). Η παράδοση αναφέρει, ότι 80 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας, οι Ηρακλήδες αδελφοί, απόγονοι του ήρωα Ηρακλή, Κρεσφόντης, Τέμενος και Αριστόδημος προσπάθησαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο.


Ο Αριστόδημος πέθανε στην Ναύπακτο, χτυπημένος από κεραυνό, αφήνοντας πίσω του τα δίδυμα παιδιά του, Ευρυσθένη και Πρόκλη. Τα αδέλφια του, πέρασαν τον κόλπο και αποβιβάστηκαν στην Αχαΐα, όπου και πολέμησαν νικώντας τον άρχοντα της Πελοποννήσου, Τισαμένη . Όταν η Δωρική φάλαγγα έφθασε στην περιοχή της Λακωνίας και Μεσσηνίας, επικεφαλής ήταν ο Κρεσφόντης, ο οποίος κατοίκησε την εύφορη πεδιάδα της Πάμεσου. Υπήρχε όμως μία συνεχής διαφωνία μεταξύ των αρχηγών Κρεσφόντη και Θήρα, για την μοιρασιά της περιοχής.

Ο Θήρας, αδελφός της γυναίκας του Αριστόδημου και κηδεμόνας στα δίδυμα παιδιά της, μετά τον θάνατο του άνδρα της, ήθελε να πάρει την εύφορη Μεσσηνία, αλλά ο Κρεσφόντης και αδελφός του Τέμενος τον ξεγέλασαν. Κανόνισαν να ρίξουν στο νερό δύο μικρά κεραμίδια, με τα ονόματα του Κρεσφόντη και του Θήρα γραμμένα στο καθένα από αυτά και εκείνου που θα επέπλεε στην επιφάνεια, θα έπαιρνε την Μεσσηνία, ο δε άλλος την Λακωνία.

Το κεραμίδι του Κρεσφόντη είχε ψηθεί στην φωτιά, ενώ του Θήρα στον ήλιο και όταν τα έριξαν στο νερό, το κεραμίδι του Θήρα βυθίσθηκε και του Κρεσφόντη επέπλευσε, παίρνοντας έτσι την Μεσσηνία. Κατά την διάρκεια της ιστορίας της Σπάρτης, το οικιστικό κέντρο στην πλούσια πεδιάδα του Ευρώτα άλλαξε πολλές φορές, αλλά η Δωρική πόλη η οποία αποτελείτο από πέντε χωριά, ήταν στην περιοχή της σημερινής Σπάρτης. Γνωρίζουμε μόνο τα ονόματα των τεσσάρων χωριών, Πιτάνη, Λίμναι, Μεσόα, Κινόσουρα. Το πέμπτο ήταν πιθανόν η συγχώνευση των χωριών Πιλάνη, Σελάσια, Αιγίτιδα, Φάροι, Αμίκλαι, τα οποία η Σπάρτη κατέκτησε αργότερα.

Η Σπάρτη κατά την διάρκεια του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ανοιχτή στους ξένους. Είχε καλές σχέσεις με την Σάμο, η οποία την βοήθησε στον πόλεμο με την Μεσσηνία και επίσης με την Κύπρο, Ρόδο, Κυρήνη, κλπ. Ήταν μία ιδιαίτερα πολιτισμένη πόλη, με τους δικούς της αρχιτέκτονες, οι οποίοι έκτισαν το φημισμένο ορειχάλκινο ναό της Αθηνάς. Οι τέχνες είχαν αναπτυχθεί και ήταν πολλοί οι φημισμένοι γλύπτες σε ξύλο, αγγειοπλάστες, τεχνίτες μετάλλων, υφαντοποιοί, δερματοποιοί, μεταξύ αυτών ξένοι. Οι Σπαρτιάτες μουσικοί, χορευτές και τραγουδιστές ήταν ξακουστοί. Ήταν επίσης φημισμένη για την πορφυρή βαφή των υφασμάτων.

Από το 720 π.Χ. έως το 576 π.Χ., είχε 46 ολυμπιονίκες από σύνολο 81 νικητών. Αλλά κατά τον 6ον αιώνα π.Χ., οι τέχνες άρχισαν να παρακμάζουν. Οι νόμοι του Λυκούργου σταδιακά αποστράγγισαν την Σπάρτη

Γεωγραφικό Πλαίσιο 

Σύμφωνα με τον ιστορικό Θουκυδίδη, κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., το σπαρτιατικό κράτος εκτεινόταν στα δύο πέμπτα της Πελοποννήσου,[1]περίπου δηλαδή 8.500 km², έκταση τριπλάσια των Αθηνών. Περιελάμβανε δύο κύριες περιοχές, τις οποίους διαχώριζαν οροσειρές.


Η Λακωνία, αν επιθυμούμε να την ορίσουμε αυστηρά, περιορίζεται στα δυτικά από το όρος Ταΰγετος, ενώ στο νότο και την ανατολή από το Μυρτώο Πέλαγος. Τα σύνορά της στο βορρά ήταν ευμετάβλητα: το 545 π.Χ. η Σπάρτη, υπό το βασιλιά της Εχέστρατο, κατέκτησε την εύφορη πεδιάδα της Κυνουρίας, την οποία είχε αποικήσει σύμφωνα με το μύθο ο Κύνουρος, γιος του Περσέα από το Άργος. Έκτοτε τα όρια της περιοχής περνούν από τα περίχωρα της Θυρέας (κοντά στο σύγχρονο Άστρος), η περιοχή της κόμης του Τυρού και των Πρασιών ήταν τα φυσικά σύνορα και ποτέ δεν χάθηκαν από την Σπάρτη, το νότιο τμήμα του Παρθενίου όρους, την κοιλάδα του Ευρώτα (περιλαμβάνοντας και τη Σκυρίτιδα) και έπειτα την περιοχή στα πόδια του Χελμού, που ταυτίζεται με τη Βελμινάτιδα.

Η Μεσσηνία, η οποία κατακτήθηκε κατά τους ομώνυμους πολέμους, περικλείεται στα βόρεια από τον ποταμό Νέδα και τα Αρκαδικά Όρη, στα ανατολικά από το όρος Ταΰγετος, στα νότια από τον Μεσσηνιακό Κόλπο και στα δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος. Περιλαμβάνει μεγάλους ορεινούς όγκους, ανάμεσα στους οποίους τα όρη της Κυπαρισσίας και την Ιθώμη. Στο μέσον βρίσκεται η κοιλάδα της Μεσσηνίας, την οποία βρέχει ο ποταμός Πάμισος.

Τη Λακωνική Πολιτεία αποτελούσαν αρχικά τέσσερις κώμες με τα ονόματα Κόνουρα, Λίμναι, Μεσόα και Πιτάνα. Μια πέμπτη, σε απόσταση κάποιων χιλιομέτρων, οι Αμύκλαι, προστέθηκαν σε μια άγνωστη εποχή.

Τοπωνύμια στο Μύθο 

Ο περιηγητής Παυσανίας παραθέτει πλούσιες πληροφορίες σχετικά με τη μυθολογική προέλευση πολλών από τα παραπάνω χαρακτηριστικά τοπωνύμια. Σύμφωνα με τη διήγηση των Σπαρτιατών, πρώτος βασιλιάς της χώρας τους (που τότε δεν αποκαλούταν έτσι) ήταν ο Λέλεγας. Από το όνομά του και οι κάτοικοι ονομάζονταν Λέλεγες. Ο βασιλιάς απέκτησε δύο παιδιά: το Μύλη και τον Πολυκάονα. Ο δεύτερος νυμφεύτηκε την κόρη του βασιλιά του Άργους Τρίοπα, την όμορφη Μεσσήνη.

Εκείνη, αντιλαμβανόμενη πως ο άνδρας της ως δευτερότοκος δεν θα αναλάμβανε ποτέ το θρόνο, τον προέτρεψε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Περνώντας τα βουνά ανακάλυψαν μια μεγάλη και εύφορη πεδιάδα. Εκεί έχτισαν μια πόλη, τη Μεσσήνη. Ο Πολυκάονας έγινε βασιλιάς της χώρας εκείνης που ονόμασε επίσης από τη σύζυγό του, Μεσσηνία.

Στη Σπάρτη, τον Λέλεγα διαδέχτηκε ο Μύλης και το Μύλη ο Ευρώτας. Ο ευφυής αυτός βασιλιάς εμπνεύστηκε ένα μεγαλεπήβολο έργο. Την κοιλάδα στην οποία βρισκόταν η χώρα του πλημμύριζε ένας ποταμός σχηματίζοντας μια μεγάλη λίμνη. Με την κατασκευή μιας διώρυγας ο ποταμός περιορίστηκε στην κοίτη του, αφήνοντας ελεύθερη την εύφορη κοιλάδα. Έτσι ο ποταμός πήρε το όνομα του βασιλιά, Ευρώτας.

Ο Ευρώτας δεν άφησε αρσενικούς απογόνους, ωστόσο είχε μια κόρη, τη Σπάρτη. Διάδοχος ορίστηκε ο αρραβωνιαστικός της, ο Λακεδαίμονας. Ο βασιλιάς αυτός έδωσε το όνομά του στη χώρα του. Για πρωτεύουσά του έχτισε μια πόλη, την οποία ονόμασε Σπάρτη, τιμώντας τη σύζυγό του. Έδωσε δε και στο μεγάλο βουνό που χώριζε τη χώρα του από τη Μεσσηνία το όνομα της μητέρας του, της Ταϋγέτης. Τέλος, ο γιος του, ο Αμύκλας, άφησε και ο ίδιος το όνομά του στην ιστορία, χτίζοντας μια πόλη, γνωστή ως Αμύκλαι.


Σημειώνεται πως απόγονοι αυτών των προσώπων ήταν, σύμφωνα πάντα με την προφορική παράδοση, οι ήρωες του τρωικού κύκλου:Ελένη, Κλυταιμνήστρα, Διόσκουροι και Πηνελόπη.

Το Πολίτευμα

Οι σκληρές μάχες των Μεσσηνιακών πολέμων δεν θα είχαν κερδισθεί χωρίς την νομοθεσία του Λυκούργου, η οποία περισσότερο από όλα στόχευε στην πειθαρχία και στην σκληραγωγία των πολιτών.

Σύμφωνα με την ρήτρα την οποία έφερε από τους Δελφούς, η Γερουσία της Σπάρτης αποτελείτο από είκοσι οκτώ άνδρες ηλικίας άνω των εξήντα ετών, εκλεγμένους εφ' όρου ζωής και από δύο βασιλείς.( Εκατό χρόνια αργότερα, όταν η Γερουσία έγινε τυραννική, διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από πέντε Εφόρους.)

Επίσης κανόνισε για περιοδικές συγκεντρώσεις των Σπαρτιατών (Απέλλα), που είχαν ηλικία άνω των τριάντα ετών, στην περιοχή μεταξύ του ποταμού Κνάκιον και της γέφυρας Μπάμπικα, αν και δεν ψήφιζαν ούτε τους επιτρεπόταν να συζητούν τα θέματα, αλλά μόνο να τα αποδέχονται ή να τα απορρίπτουν δια βοής.

Ο Λυκούργος, για να αποφύγει τις διαμάχες στην πόλη, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους να δώσουν την κτηματική περιουσία τους, την οποία μοίρασε σε ίσα μερίδια. Επίσης έδωσε ίσα μερίδια γης και στους Περίοικους.


Με άλλους νόμους, απαγόρευσε την χρήση χρυσού και ασημιού και στην θέση τους χρησιμοποίησε σιδερένιο νόμισμα, πολύ βαρύ και πολύ μικρής αξίας. Επίσης απαγόρευσε στους Σπαρτιάτες να φτιάχνουν τα σπίτια τους με άλλα εργαλεία εκτός από το τσεκούρι και το πριόνι.

Οι άγραφοι νόμοι του Λυκούργου, πάνω από όλα είχαν στόχο την ευνομία, αλλά συγχρόνως είχαν και το σπέρμα της επιθετικότητας. Σε μια περίοδο ολίγων ετών μετά την εφαρμογή τους, η Σπάρτη κατέκτησε σχεδόν όλη την Λακωνία. Η εξέχουσα πόλη των Αμυκλών της οποίας ο πληθυσμός πολύ πιθανόν αποτελείτο από Αχαιούς, μετά από σθεναρά πολιορκία κατελήφθη γύρω στα 750 π.Χ., αλλά οι πολίτες της έτυχαν καλής μεταχειρίσεως.

Σπαρτιατικός Στρατός 

Ο Σπαρτιατικός Στρατός ήταν, ίσως, η πιο τρομερή πολεμική μηχανή του αρχαίου κόσμου. Αυτή η πολεμική μηχανή με την απίστευτη πειθαρχία και εκπαίδευση κατάφερνε πολύ καλά επί αιώνες να καλύπτει το μεγαλύτερο και βασικότερο ελάττωμά της, που βεβαίως δεν ήταν άλλο από την αριθμητική της σύσταση. Οι Σπαρτιάτες οπλίτες φορούσαν πάντα κόκκινο μανδύα, γιατί κάλυπτε το αίμα εάν πληγώνονταν και επίσης, κατά το Λυκούργο, τρόμαζε κάτα κάποιον τρόπο τον αντίπαλο.

Στις μάχες οι Σπαρτιάτες οπλίτες δεν φορούσαν σανδάλια, αλλά πήγαιναν ξυπόλητοι, ώστε να διατηρείται πιο σταθερή η φάλαγγα. Στη Σπάρτη υπήρχε η αντίληψη ότι οι στρατιώτες έπρεπε να γυρίσουν από τη μάχη νικητές ή πεθαμένοι, αν και δεν υπήρχε νόμος που καταδίκαζε αυτούς που εγκατέλειπαν τη μάχη, αλλά αυτοί τότε περιθωριοποιούνταν από την κοινωνία, όπως ο Αριστόδημος που έφυγε από τις Θερμοπύλες με διαταγή του Λεωνίδα να ειδοποιήσει ότι οι Έλληνες είχαν περικυκλωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν πάνε στη μάχη, όταν η μητέρα έδινε την ασπίδα στο γιο της, έλεγε "ή ταν, ή επί τας", που σήμαινε ότι "ή με αυτήν θα γύριζε νικητής ή επάνω σε αυτήν νεκρός".

 
Η στρατιωτική δομή του Σπαρτιατικού Στρατού ήταν η εξής: αρχηγός του στρατεύματος ήταν ο ένας από τους δύο βασιλείς που από το 506 π.Χ. και μετά ηγούταν της εκστρατείας. Δεύτερος στην τάξη ήταν ο πολέμαρχος, ο οποίος ήταν αρχηγός μίας από τις συνολικά έξι μόρες του Σπαρτιατικού Στρατού. Τρίτος στην ιεραρχία ήταν ο λοχαγός που ήταν διοικητής ενός λόχου, που ήταν το 1/4 κάθε μόρας. Τέταρτος στην ιεραρχία, ήταν ο πεντηκόνταρχος, ο αρχηγός του 1/8 κάθε μόρας, που ήταν γνωστή ως πεντηκοστύα. Πέμπτος και τελευταίος στην ιεραρχία ήταν ο ενωμοτάρχης, που διοικούσε τη μικρότερη μονάδα του Σπαρτιατικού Στρατού, την ενωμοτία, που ήταν το 1/16 μίας μόρας.

Εκτός από το πεζικό, υπήρχε από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. το Σπαρτιατικό ιππικό, το οποίο ήταν υπό την διοίκηση των έξι ιππαρμοστών, του αντίστοιχου αριθμού των ιππικών ταγμάτων. Ακόμη υπήρχε το σώμα των 300 ιππέων, που ήταν η επίλεκτη φρουρά του βασιλιά και στην πραγματικότητα ήταν πεζοί.

Ο οπλισμός των Σπαρτιατών δεν ήταν πολύ διαφορετικός από των άλλων Ελλήνων με τη μόνη διαφορά του χιτώνα και της ερυθρής χλαμύδας. Κατά την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όλες οι ασπίδες των Σπαρτιατών είχαν γραμμένο το γράμμα Λ (λάμδα), που αντιπροσώπευε την Λακεδαιμονία. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι άφηναν μακριά μαλλιά και χτενίζονταν πριν τις μάχες, που θεωρούταν την εποχή εκείνη κυρίως προ-Σπαρτιατικό χαρακτηριστικό.

Την Αρχαϊκή Εποχή φορούσαν κορινθικό κράνος, περικνημίδες και μπρούτζινο θώρακα, αν και μετά τους Περσικούς Πολέμους, όταν και οι πόλεμοι γίνανε πιο ανοιχτοί αντικατέστησαν τον μπρούτζινο θώρακα με το λινοθώρακα ή με τον πιο ελαφριό εξώμη. Κύρια όπλα τους ήταν το δόρυ, η ασπίδα και το ξίφος. Την εποχή του Κλεομένη του Γ', τον 3ο αιώνα π.Χ. ο Σπαρτιακός Στρατός εξοπλίστηκε με την μακεδονική σάρισα.

Σπαρτιάτες οι Κυνηγοί της Αρετής

''Αναζητούμε την αλήθεια την υπέρτατη. Αλλά δεν την αναζητούμε συζητώντας. Την αναζητούμε πολεμώντας. Όχι μόνο στην μάχη. Πολεμώντας στην ζωή. Δεν ζούμε διασκεδάζοντας. Διασκεδάζουμε ζώντας. Έχει μεγάλη διαφορά.''

Ο αρχαίος Σπαρτιάτης, ήταν απελευθερωμένος από τον φόβο του θανάτου, δεν καταλάβαινε τι σημαίνει καλοπέραση και σωματικός εθισμός. Δεν ερωτευόταν, αλλά σεβόταν τη γυναίκα. Ο συμπολεμιστής του ήταν το δεύτερο εγώ, ή μάλλον δυο άνθρωποι σε μια οντότητα. Η μάχη ήταν ιερή και ο πολεμικός παιάνας συνέγειρε τους Σπαρτιάτες, που αδιαφορούσαν για τους δειλούς και τιμωρούσαν με αμείλικτο τρόπο όσους δεν ακολουθούσαν τα δικά τους πρότυπα και θέσφατα.


Μα ήταν σκληροί και αδίστακτοι στη μάχη. Η Σπάρτη ήταν μια ιδιαίτερη κοινωνία, με συγκεκριμένη δομή και φιλοσοφία. Επειδή είναι και θέμα των ημερών, ξέρετε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν υποχρεωτική δημόσια Παιδεία, σε αντίθεση με τους Αθηναίους, όπου η εκπαίδευσή τους ήταν μόνο ιδιωτική. Μιλάμε για μια πραγματικά αταξική κοινωνία, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς τους πολίτες της. Είχαν επίσης συγκεκριμένες απόψεις για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και τον έρωτα, την τέχνη, την μύηση και την αλήθεια. Και φυσικά για τον πόλεμο…

- Οι οπλίτες καλλωπίζονται πριν τη μάχη για να μην προσβάλλουν τους χθόνιους θεούς με την ατημέλητη εμφάνισή τους σε περίπτωση θανάτου τους.

- Από τη στιγμή που παρατάσσεται ο στρατός δεν επιτρέπεται καμιά μετακίνηση γιατί θεωρείται <<αποφυγή>> της μάχης και άρα πράξη ταπεινωτική.

- Επιτρέπεται η ανταλλαγή γυναικών μεταξύ των ομοίων και γι' αυτό δεν υπάρχει μοιχεία, ή ζήλια, καθότι <<ο διπλανός μου δεν είναι άλλος. Είμαι εγώ ο ίδιος, μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής και δυσκολιών και τίποτα δεν μπορεί να παρεισφρήσει ανάμεσά μας>>

Και οι γυναίκες; Τι ρόλο παίζουν οι γυναίκες σ αυτή την ενάρετη στρατοκρατική κοινωνία; Είναι καταδικασμένες στην αφάνεια, είναι φύσει αμαρτωλές, όπως στις μονοθεϊστικές θρησκείες, αποτελούν εμπόδιο στην πορεία του πολεμιστή για τη γνώση; H θέση των Σπαρτιατών είναι και σ αυτό διαφορετική. Οι γυναίκες είναι κυρίαρχες στον οίκο, οι άνδρες είναι κυρίαρχοι στον στρατώνα. «Γιατί εσείς οι Λάκαινες έχετε τόση επιρροή στους άνδρες σας;» γράφει ο Πλούταρχος, διασώζοντας το ερώτημα κάποιας Αθηναίας προς τη Γοργώ, τη σύζυγο του Λεωνίδα. «Γιατί είμαστε οι μόνες που γεννάμε άνδρες» απαντάει αυτή αποστομωτικά..

- Οι Σπαρτιάτισσες ήταν υπεύθυνες των οικονομικών του οίκου και κατά συνέπεια απολύτως σεβαστά πρόσωπα από τους άντρες τους, αφού η πληρωμή του συσσιτίου και συνεπώς η παραμονή των ανδρών στην κατηγορία των <<ομοίων>>, εξαρτιόταν πλήρως από την οικονομική διαχείριση που θα έκαναν οι γυναίκες τους.

- Τα νομίσματα είναι μεγάλα και σιδερένια για να αποφεύγεται ο αποθησαυρισμός

- Στην Αθήνα κυβερνούν οι πλούσιοι αφού υπάρχει μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου. Στη Σπάρτη όμως πράγματι <<κρατεί ο Δήμος>>, αφού όλοι διαβιούν με ισότητα και αξιοπρέπεια, ενώ για τη διακυβέρνηση του τόπου, επιλέγονται οι συνετοί και γενναίοι.

Στην πορεία του σπαρτιάτη πολεμιστή για την κατάκτηση της αρετής και μέσω αυτής στην προσέγγιση της γνώσης, τη θέαση του θείου και μετά τη μέθεξη με αυτό, τη «θέωση» την ίδια. Δεν είναι εύκολη πορεία αυτή. Αντίθετα. «H δική μας πορεία στη ζωή δεν είναι γραμμένη «με μελάνι», είναι γραμμένη με αίμα» λένε. Είναι πορεία μυητική, όπως σε όλα τα μυστήρια, είτε Ελευσίνια, είτε Καβείρια, είτε όλα τα άλλα. «Ποια, όμως, μύηση, σε ποιο μυστήριο είναι περισσότερο εναργής από τη μάχη την ίδια;», αναρωτιέται ο σπαρτιάτης γερουσιαστής.


Αν δεν ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου, πώς μπορείς να αντικρίσεις με αξιοπρέπεια την αλήθεια, αυτή που αποκαλούμε «θεό»; Πώς, όμως, θα ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου; Αρκούν οι προκατασκευασμένες και ακίνδυνες τελευτές των μυστηρίων; Αρκεί η προσομοίωση της πραγματικότητας ή μήπως απαιτείται πραγματική ενατένιση του θανάτου, κάτι που μόνο η μάχη εγγυάται;

Γι αυτό οι Σπαρτιάτες μάχονται, δεν μάχονται για να νικήσουν. Νικούν, επειδή μάχονται. H νίκη είναι τυπικά ο σκοπός, αλλά πραγματική ενδόμυχη επιδίωξή τους είναι η μάχη η ίδια. Το ταξίδι, δηλαδή, όχι ο προορισμός. Ποια μάχη, όμως; H μάχη στη ζωή, όχι μόνο στον πόλεμο. «Ηττημένος στη ζωή, τι αξία έχει αν νικήσεις στη μάχη; Ηττημένος από τον εαυτό σου, τι αξία έχει αν νικήσεις τον αντίπαλο;» μονολογεί ο σπαρτιάτης αξιωματικός. Γι αυτό ζουν λιτά και στερημένα, γι αυτό περιορίζουν τα πάθη και τις επιθυμίες τους, γι αυτό αποφεύγουν τον πλούτο και τις ταξικές διακρίσεις που οδηγούν σε αυτόν.

Είναι υπεράνθρωποι και ήρωες; Είναι διαφορετικοί και ανώτεροι; Όχι, φέρονται να ομολογούν οι ίδιοι. «H διαφορά μας από τους άλλους είναι πολιτική, όχι φυσική. Δεν διαφέρουμε επειδή υπερέχουμε. Υπερέχουμε επειδή διαφέρουμε» λένε. Είναι μια κοινωνία «ομοίων», μια αδελφότητα πολεμιστών, «ομοίων» στην περιουσιακή κατάσταση, αλλά «ομοίων» και στην καθημερινή ζωή. Όλοι ζουν «όμοια».

Όλοι επιδιώκουν την αρετή με τρόπο σκληρό και επώδυνο, αλλά ποια αρετή; «Αν γνωρίζεις είναι περιττό να ρωτάς, αν δεν γνωρίζεις είναι μάταιο» απαντά ο Σπαρτιάτης στον αθηναίο συνομιλητή του, όταν αυτός τολμά να του θέσει ένα τέτοιο ερώτημα. H αρετή βιώνεται, αλλά δεν περιγράφεται. Τι να περιγράψεις; Οι Αθηναίοι, λέει ο Δάμις, «έχουν μανία με τα λόγια, αντίθετα με εμάς». H σπαρτιατική κοινωνία δίνει αξία στη σιωπή, δίνει πρόγευση όσων πολύ αργότερα είπαν και έγραψαν οι πατέρες της Εκκλησίας.

Καμία άλλη κοινωνία, της Αρχαίας Ελλάδας, δεν εκτίμησε τόσο την αξία της σιωπής. H σιωπή είναι ανώτερη μορφή πάλης, που μέσα από την εξοικείωση με τον θάνατο, σε οδηγεί στη γνώση. Την εσωτερική αυτή πορεία είχε βιώσει ο Σπαρτιάτης. Ήταν ελεύθερος και εκούσια επέλεγε την αυτοθυσία κατά τη μάχη. Άλλωστε αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτό σε καθιστά ευδαίμονα. Και η αίσθηση της πληρότητας και της ευδαιμονίας σε μετατρέπει σε γενναίο και εύψυχο πολεμιστή.


H έννοια μιας μάχης όπως παράδειγμα η μάχη των Πλαταιών, έτσι όπως τη βιώνει ο ίδιος ο μαχόμενος σπαρτιάτης οπλίτης, είναι μεν συναρπαστική, είναι, όμως παράλληλα κοπιώδης για τον αμύητο στα στρατιωτικά. Είναι όμως ο τρόπος της βιωματικής πορείας του σπαρτιάτη πολεμιστή προς τη μύηση. Τη μύηση στη ζωή, άρα τη μύηση στον θάνατο. Είναι μια μελέτη του θανάτου για τον σπαρτιάτη και μέσω του θανάτου μια μελέτη υπέρβασης του κόσμου των θνητών. Είναι μια πορεία ά-τεχνη αφού οι Σπαρτιάτες απορρίπτουν την τέχνη, κάθε μιμητική τέχνη και πρώτα απ όλα το θέατρο με τις διονυσιακές καταβολές του.

Η χλαμύδα ήταν πάντα κόκκινη να μην είναι εμφανές το αίμα στον εχθρό και ενθαρρύνεται.

H Σπάρτη δεν είχε θέατρο την κλασική εποχή και τείχη της ήταν τα σώματα των ανδρών-πολεμιστών της… H γλώσσα του σπαρτιάτη συμπυκνωμένη και δωρική, συνάδει πρώτον με την προσωπικότητά του και δεύτερον με τους νόμους της πόλης. Ένας Σπαρτιάτης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει επιτήδευση στην έκφρασή του.

Αδιάφοροι για την συσσώρευση πλούτου αγχώδεις όμως για την συσσώρευση αρετής .Τόσης αρετής όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή .Υπέρβαση δηλαδή του κόσμου των θνητών εξύψωση δηλαδή του πολεμιστή σε ημίθεο. Σε όλη την ζωή τους ,από την ηλικία των επτά ετών μέχρι το τέλος , μια αργή αλλά σταθερά μυητική πορεία .

Η υιοθέτηση των ψηλών λοφίων στις περικεφαλαίες και των πλούσιων γενειάδων και μαλλιών που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται πιό ψηλοί και επιβλητικοί. Στην ίδια χρήση του εντυπωσιασμού εντάσσεται και η επιβλητική πολεμική τελετή "Καστόρειον" που προηγείτο της επίθεσης των Σπαρτιατών κατά της εχθρικής παράταξης: οι οπλίτες παρατάσσονταν στεφανωμένοι με τα κράνη και τις ασπίδες μπροστά στα πόδια τους, και ο επικεφαλής βασιλιάς θυσίαζε μία κατσίκα στην Αρτέμιδα «Αγροτέρα», τον Απόλλωνα «Βαδρόμιο» και τις Μούσες, ενώ οι αυλοί έπαιζαν έναν ειδικό παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων και των προγονικών ψυχών.

Αυτός ο πολεμικός παιάν συνέχιζε να παίζεται από τους αυλητές μέχρι την ολοκλήρωση των θυσιών και τη μελέτη του σφάγιου από τους μάντεις, και στη συνέχεια οι πολεμιστές φορώντας τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες τους, άρχιζαν να τον ψάλλουν δυνατά όλοι μαζί, καθώς στρέφονταν κατά των εχθρών και βάδιζαν εναντίον τους. Περαιτέρω για τις διάφορες αρχαιοελληνικές τελετές στο βιβλίο του γράφοντος "Εορτές Και Ιεροπραξίες Των Ελλήνων".


Ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης του σχετικά ολιγάριθμου δωρικού σπαρτιατικού έθνους, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές του πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μή-καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματός του, δηλαδή του στρατού του. Για αιώνες πολλούς, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ, αφού αυτό καθίστατο αδύνατο όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης / συμπλέγματος οικισμών, που λεγόταν Σπάρτη.

Από τη μία υπήρχε ο θεσμός της λεγόμενης "ξενηλασίας". Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν δηλαδή να εγκατασταθεί και να ζήσει στην πόλη για διάστημα αρκετό ώστε να κατασκοπεύσει, να εντοπίσει στρατηγικά σημεία και να καταμετρήσει τη δύναμη κρούσης που αυτή διέθετε. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος ώφειλε ν’ αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη-καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιό ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους τη νύκτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των "ομοίων" και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε τη νύκτα, όπως άλλωστε νύκτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων που ποτέ δεν έπρεπε να δούν "τσακισμένο" Σπαρτιάτη πολεμιστή.

Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες (δηλαδή τους είλωτες). Για την τήρηση της απαγόρευσης φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Με δεδομένα τα πιό πάνω και με επίσης γνωστό ότι, ούτως ή άλλως, αρκετοί από τους είλωτες ακολουθούσαν στον πόλεμο -ως "παραστάτες"- τους Σπαρτιάτες οπλίτες, είναι φανερό ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη-καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών. Αυτή ήταν λοιπόν η περίφημη "Κρυπτεία": αν έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός.


Χάρη στην "Κρυπτεία" και την "Ξενηλασία" η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, δηώνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή. Μέσα από πανέξυπνες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλό χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού (Anton Powell, editor, "Classical Sparta. Techniques Behind Her Success", University of Oklahoma Press, Οκλαχόμα, 1989) η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε καιρούς θυελλώδεις και σαρωτικούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της.

Η αρχή του τέλους για την αρχαία Σπάρτη, δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που υποχρεώθηκε αυτή σε αναγκαστική καταμέτρηση των αληθινών δυνάμεών της. Ήταν η τρομερή εκείνη ημέρα επί βασιλείας Κλεομένη του Γ που, με όλο της τον κανονικό στρατό ήδη κατασφαγμένο στα στενά της Σελλασίας, τα γερόντια και οι αγένειοι νεαροί της αναγκάστηκαν να παραταχθούν μπροστά της για να την υπερασπιστούν απελπισμένα ενάντια στον νικητή στρατό του Μακεδόνα Αντιγόνου Δώσωνος.

Η Αγωγή των Νέων

Μόλις γεννιόταν το παιδί, η μητέρα του το έπλενε με κρασί, για να πιστοποιήσει αν η κράση του ήταν γερή. Εάν το παιδί ήταν αδύναμο, πέθαινε. Αργότερα ο πατέρας του το πήγαινε στην Λέσχη, το μέρος όπου συνεδρίαζε το κρατικό συμβούλιο των γερόντων, οι οποίοι το εξέταζαν προσεκτικά. Αν εύρισκαν ότι το παιδί ήταν ελαττωματικό ή κακόμορφο, με εντολή των Εφόρων το πέταγαν στον Καιάδα, τον επονομαζόμενο Αποθέτη, μια σχισμή στο βουνό Ταΰγετο.

Μέχρι την ηλικία των επτά ετών, το παιδί μεγάλωνε με την μητέρα του, η οποία δεν χρησιμοποιούσε φασκιά, για να μη παραμορφωθεί το σώμα του, γίνει νευρικό ή πεισματάρικο. Απομάκρυναν δε κάθε τι από κοντά του, το οποίο θα έκανε το παιδί να νιώσει φόβο, να κλάψει ή να αισθανθεί άσχημα.


Οι Σπαρτιάτισσες ήταν τόσο φημισμένες, ώστε πολλές πλούσιες οικογένειες τις προσλάμβαναν για την ανατροφή των παιδιών τους, όπως την Σπαρτιάτισσα Αμέλια που ανέθρεψε τον Αθηναίο Αλκιβιάδη.

Όταν το παιδί συμπλήρωνε τα επτά του χρόνια, η πολιτεία το έπαιρνε από την μητέρα. Μια αυστηρή σε πειθαρχία και στρατιωτικού τύπου κυρίως εκπαίδευση, η ονομαζόμενη Αγωγή, άρχιζε και τελείωνε μετά από δώδεκα χρόνια. Τα αγόρια τα έβαζαν σε μια από τις πολλές ομάδες τις Αγέλες, οι οποίες ήταν υπό την επίβλεψη ενός ηλικιωμένου Σπαρτιάτη.

Στα δεκατρία τους χρόνια συμπλήρωναν την εκπαίδευση τους κάτω από την αρχηγία ενός συνετού και γενναίου νέου, τον επονομαζόμενο Είρενα, όλοι υπό την επίβλεψη του Παιδονόμου και εκπαιδεύονταν στην γυμναστική, το τρέξιμο, το πήδημα, το πέταγμα ακοντίου και δίσκου και επίσης μάθαιναν να υποφέρουν στον πόνο και στις κακουχίες, στην πείνα, δίψα, το κρύο, την κούραση και την έλλειψη ύπνου. Περπατούσαν ξυπόλυτα, πλένονταν στα κρύα νερά του Ευρώτα και ντύνονταν με το ίδιο ένδυμα καλοκαίρι και χειμώνα, που τους έδινε η πολιτεία μια φορά τον χρόνο. Δεν χρησιμοποιούσαν κλινοσκεπάσματα και κοιμόντουσαν πάνω σε καλαμιές και άχυρα, που τα έκοβαν χωρίς μαχαίρια, από τις όχθες του ποταμού Ευρώτα.


Το κύριο φαγητό τους ήταν ο μέλανας ζωμός, αλλά τα ενθάρρυναν να κλέβουν τροφή, για να συμπληρώνουν την ελάχιστη που ελάμβαναν, αν όμως συλλαμβάνονταν επ΄ αυτοφώρω τα τιμωρούσαν. Επίσης έτρωγαν πολύ μέλι. Επί ένα ολόκληρο μήνα, πριν να τελειώσουν τα γυμνάσια, επροπονούντο και έτρωγαν αποκλειστικά μέλι (εξ' ου και μήνας του μέλιτος).

Γράμματα μάθαιναν λίγα, ίσα να διαβάζουν και να γράφουν. Τα συμβούλευαν να μη σπαταλούν τις λέξεις, αλλά να μιλάνε επί της ουσίας (Λακωνίζειν). Μάθαιναν επίσης στρατιωτικά ποιήματα και τραγούδια πολεμικά, πώς να χορεύουν, και να απαγγέλλουν αποσπάσματα από τον Όμηρο.

Ο κύριος σκοπός της Αγωγής ήταν να πειθαρχήσουν τους νέους. Μια φορά τον χρόνο τα δοκίμαζαν για την αντοχή τους μπροστά στον βωμό της Ορθίας Αρτέμιδος, στο παιχνίδι που έκλεβαν τυριά και τα μαστίγωναν αλύπητα. Ήταν όμως τόσο σκληρή η δοκιμασία του εθίμου, που πολλά πέθαναν στην προσπάθεια τους να αποδειχτούν άξια. Αυτά τα οποία υπέφεραν χωρίς γογγυσμούς και κλάματα, τα στεφάνωναν.


Όσον αφορά τα κορίτσια, τα εκπαίδευαν σε ομάδες όπως και τα αγόρια, αλλά όχι με τόση σκληρότητα και αυστηρότητα. Έπαιρναν μέρος σε δημόσιους συναγωνισμούς, όπως αυτά, αλλά η εκπαίδευσή τους τελείωνε μόλις παντρεύονταν.

Στην ηλικία των είκοσι ετών, όταν η Αγωγή τελείωνε, άρχιζε η στρατιωτική θητεία του νέου. Υποχρεωτικά γινότανε μέλος στα κοινά γεύματα (συσσίτια), σε μια ομάδα από δεκαπέντε άτομα περίπου, που ζούσαν και δειπνούσαν μαζί σε δημόσιους καταυλισμούς, μέχρι τα εξήντα τους χρόνια (ένας από τους νόμους του Λυκούργου). Σ' αυτήν την ηλικία των είκοσι ετών, οι περισσότεροι άνδρες και οι γυναίκες, παντρεύονταν.

Στην ηλικία των τριάντα ετών, ώριμοι πια άνδρες, οι Σπαρτιάτες γίνονταν πολίτες με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος στην συνέλευση του λαού (Απέλλα) και να ασκούν δημόσια αξιώματα.

Η Στρατιωτική Δομή της Σπαρτιατικής Πολιτείας

Αξιωματικοί


Η στρατιωτική δομή της Σπαρτιατικής πολιτείας ήταν ιεραρχική, και στηριζόταν πάνω σε γερά θεμέλια, δεδομένου ότι η πειθαρχία, η υπακοή στους ανωτέρους αλλά και η συνεχής εκπαίδευση ήταν τα βασικότερα χαρακτηριστικά του δυνατότερου στρατού της Ελλάδας.

Ο βασιλιάς ήταν και ο αρχηγός του στρατεύματος, και μετά ακολουθούσαν οι κατώτεροι στρατιωτικοί βαθμοί. Η Σπάρτη όπως είναι γνωστό, είχε δυο βασιλείς, έναν από το γένος των Αιγιαδών και έναν από το γένος των Ευρυπωντιδών. Σε εμπόλεμη κατάσταση, ο ένας βασιλιάς οδηγούσε τον στρατό στην μάχη, έχοντας και την αρχηγία του στρατεύματος, ενώ ο άλλος παρέμενε στην Σπάρτη ώστε αυτή να μην μείνει ακυβέρνητη.

Το δεύτερο σε ιεραρχία αξίωμα μετά του βασιλιά στον Σπαρτιατικό στρατό, ήταν αυτό του Πολέμαρχου. Ο σπαρτιατικός στρατός διαιρείτο σε έξι μόρες και οι Πολέμαρχοι ήταν οι αρχηγοί των έξι αυτών στρατιωτικών τμημάτων. Το τρίτο ιεραρχικά αξίωμα ήταν αυτό των τεσσάρων λοχαγών, οι οποίοι διοικούσαν ουσιαστικά τους τέσσερις λόχους της κάθε μόρας.


Κάθε μόρα διαιρείτο σε οκτώ τμήματα που ονομάζονταν πεντυκοστύες. Διοικητές αυτών των οκτώ τμημάτων, ήταν οι πεντηκόνταρχοι οι οποίοι αποτελούσαν και τον τέταρτο βαθμό στην στρατιωτική ιεραρχία του σπαρτιατικού στρατού. Ο τελευταίος βαθμός της στρατιωτικής ιεραρχίας ήταν αυτός των ενωμοταρχών, οι οποίοι ήταν οι αρχηγοί κάθε ενωμοτίας.

Εκτός από τα παραπάνω στρατιωτικά αξιώματα, που αφορούσαν τα πεζοπόρα τμήματα του στρατού, υπήρχε και το σπαρτιατικό ιππικό το οποίο διοικήτο από τους Ιππαρμοστές, τους διοικητές δηλαδή των έξι ιππικών ταγμάτων.

Η φρουρά του Βασιλέως που αποτελείτο από τριακόσιους ιππείς, διοικήτο από τους τρεις Ιππαγρέτες, οι οποίοι ήταν και αυτοί αξιωματικοί του σπαρτιατικού στρατού.

Τέλος υπήρχε και το στρατιωτικό αξίωμα των ξεναγών, το οποίο κατείχαν σπαρτιάτες αξιωματικοί, οι οποίοι ήταν εξουσιοδοτημένοι από την σπαρτιατική πολιτεία να διοικούν τον στρατό συμμαχικών προς την Σπάρτη πόλεων.

Αξιωματούχοι

Εκτός από τα στρατιωτικά αξιώματα στην σπαρτιατική πολιτεία υπήρχαν και πολιτικά αλλά και δικαστικά αξιώματα. Με την επέκταση του σπαρτιατικού κράτους για παράδειγμα, δημιουργήθηκε το αξίωμα του αρμοστή. Αρμοστές ονομάζονταν οι Σπαρτιάτες τους οποίους διόριζε η πολιτεία για να διοικούν τις διάφορες πόλεις που είχε υπό την κυριαρχία της η Σπάρτη. Πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο αρμοστές υπήρχαν στις διάφορες Λακωνικές πόλεις καθώς και στα Κύθηρα, ενώ μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την νίκη της Σπάρτης, το μέτρο της αρμοστείας επεκτάθηκε σε όλες τις περιοχές που έλεγχε η Σπάρτη.

Σημαντική θέση ανάμεσα στους αξιωματούχους της Σπαρτιατικής πολιτείας κατείχαν και οι Ελλανοδίκες, οι οποίοι ήταν Σπαρτιάτες δικαστές που εκδίκαζαν υποθέσεις μεταξύ των Σπαρτιατών και άλλων Ελλήνων.


Αξιοζήλευτη θέση στην Σπαρτιατική κοινωνία είχαν και οι Παραστάτες οι οποίοι είτε ήταν γόνοι ευγενών είτε ήταν νικητές σε Πανελλήνιους αγώνες.

Τέλος τον σεβασμό της πολιτείας απολάμβαναν και οι Ολυμπιονίκες, οι αθλητές δηλαδή που είχαν νικήσει σε Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά και οι μάντεις οι οποίοι και ακολουθούσαν τον Σπαρτιατικό στρατό στις πολεμικές επιχειρήσεις ώστε να μπορούν να ερμηνεύουν τις θεϊκές εντολές.

Στρατιωτικά Τμήματα

Ο σπαρτιατικός στρατός δεν αποτελείτο μόνο από Σπαρτιάτες αλλά και από άλλους Λάκωνες. Η ραχοκοκαλιά του όμως ήταν οι Σπαρτιάτες όμοιοι, οι οποίοι στρατεύονταν από το εικοστό μέχρι και το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους.

Η δομή του σπαρτιατικού στρατού άρχισε να αλλάζει περίπου στις αρχές του 8ου αιώνα, με την εμφάνιση της φάλαγγας. Η φάλαγγα ήταν επιμήκης παράταξη η οποία είχε βάθος από τέσσερις έως δώδεκα άνδρες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την νέα και μεγάλη στρογγυλή ασπίδα που κάνει την εμφάνιση της εκείνη την εποχή, και αντικαθιστά την οκτάσχημη δερμάτινη ασπίδα. Η φάλαγγα συνήθως είχε βάθος οκτώ ανδρών, αν και μπορούσε να αλλάξει ανάλογα με την περίσταση.


Στις εκστρατείες των Σπαρτιατών λάμβαναν μέρος και οι συμμαχικές προς αυτούς πόλεις, οι οποίες βοηθούσαν τους Σπαρτιάτες ανάλογα με την στρατιωτική τους δύναμη. Ο στρατός της Σπάρτης ποτέ δεν εκστράτευε ολόκληρος, αλλά μόνο ένα τμήμα του (περίπου το 1/3), ενώ το υπόλοιπο τμήμα του έμενε στην Σπάρτη για την περίπτωση εξέγερσης των ειλώτων. Πόλεις κράτη συμμαχικά προς την Σπάρτη τα οποία καλούσαν τους Σπαρτιάτες σε βοήθεια ήταν υποχρεωμένα να εκστρατεύουν με όλες τους τις δυνάμεις.

Ο σπαρτιατικός στρατός διαιρείτο σε έξι μόρες που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο στρατιωτικό τμήμα του. Πιο αναλυτικά ο Σπαρτιατικός στρατός αποτελείτο από τα εξής στρατιωτικά τμήματα:

Συσκηνία - Ενωμοτία

Το μικρότερο στρατιωτικό τμήμα του Σπαρτιατικού στρατού ήταν η συσκηνία. Αποτελείτο από μια ομάδα δεκαέξι έως δεκαοκτώ ανδρών περίπου, οι οποίοι ονομάζονταν σύσκηνοι. Οι άνδρες αυτοί από τα εφηβικά τους χρόνια ζούσαν μαζί, κοιμόντουσαν στην ίδια σκηνή, έτρωγαν μαζί, εκπαιδευόντουσαν σαν ομάδα στα στρατιωτικά γυμνάσια, και στις πολεμικές συρράξεις ήταν συμμαχητές.

Αυτό είχε σαν συνέπεια να αναπτύσσουν μεταξύ τους στενούς φιλικούς δεσμούς, πράγμα που τους έκανε ιδιαίτερα μαχητικούς και οργανωτικούς κατά την διάρκεια της μάχης. Αν κάποιος σύσκηνος χανόταν στην μάχη την θέση του έπαιρνε κάποιος άλλος, κατόπιν εξετάσεως και ψηφοφορίας των υπολοίπων.Η ενωμοτία αποτελείτο από δυο συσκηνίες, δηλαδή από περίπου τριάντα δυο έως τριάντα έξι άνδρες.

Μόρες 

Το μεγαλύτερο στρατιωτικό τμήμα του Σπαρτιατικού στρατού είναι η Μόρα. Ο χωρισμός του στρατού σε Μόρες λέγεται ότι έγινε από τον Λυκούργο, ο οποίος χώρισε σε μόρες τόσο τους οπλίτες, όσο και τους ιππείς.

Κάθε μόρα οπλιτών χωρίζεται σε τέσσερις λόχους, κάθε λόχος σε δυο πεντηκοστίες και κάθε πεντηκοστία σε δυο ενωμοτίες. Η κάθε μόρα έχει σαν διοικητή τον πολέμαρχο, και σαν αξιωματικούς τέσσερις λοχαγούς, οκτώ πεντηκόνταρχους, και δεκαέξι ενωμοτάρχες.

Ένα μεγάλο επίσης στρατιωτικό τμήμα, το οποίο συναντάται σε αρχαία ελληνικά συγγράμματα είναι και η μοίρα, η οποία κατά τον Έφορο αποτελείται από πεντακόσιους άνδρες, κατά τον Καλλισθένη από επτακόσιους και κατά τον Πολύβιο από εννιακόσιους. Επειδή όμως οι πληροφορίες γι' αυτό το στρατιωτικό τμήμα είναι περιορισμένες εικάζεται ότι πρόκειται για την μόρα με άλλη ονομασία.

Αγέλες

Κάθε αγόρι που γεννιόταν στην Σπάρτη ήταν υποχρεωμένο να συμμετέχει στην αγέλη. Μετά την συμπλήρωση του 7ο έτους της ηλικίας τους τα αγόρια εγγράφονταν στις αγέλες, από τις οποίες ξεκινούσε η σπαρτιατική αγωγή. Εκεί μάθαιναν χορό και μουσική, γραφή και ανάγνωση, και εκπαιδεύονταν στην πειθαρχία, η οποία αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο της Σπαρτιατικής αγωγής. Εκεί επίσης μάθαιναν τα πρώτα πράγματα στην πολεμική τέχνη, ασκούνταν με διάφορες φυσικές ασκήσεις και μάθαιναν τα πρώτα πολεμικά τους παιχνίδια.


Η αγέλη εμφυσούσε στα Σπαρτιατόπουλα την έννοια της συλλογικότητας αφού τα μάθαινε να συμβιώνουν αλλά και να πολεμούν μαζί, καθώς και την αγάπη τους προς την Σπάρτη. Για να συνηθίσουν τον λιτό τρόπο ζωής τα παιδιά κοιμόντουσαν πάνω σε αχυρένια στρώματα που έφτιαχναν οι ίδιοι χρησιμοποιώντας καλάμια από τις όχθες του Ευρώτα. Τον χειμώνα για να ζεσταίνονται έβαζαν κάτω από το στρώμα τους ένα φυτό με θερμαντικές ικανότητες, το λυκοφάνους όπως μας αναφέρει ο Ξενοφώντας. Τον χειμώνα δεν ντύνονταν βαριά αλλά φορούσαν μόνο ένα ιμάτιο το οποίο έπαιρναν και έπρεπε να το κρατήσουν για ένα χρόνο. Πλένονταν πάντα με κρύο νερό από τις όχθες του Ευρώτα η από τα δημόσια λουτρά, χωρίς να χρησιμοποιούν κανένα είδος αρωματικού φυτού η ελαίου.

Βούες - Ίλες

Οι βούες ήταν μια ομάδα από αγέλες. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες, αλλά από συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε αν μελετήσουμε τον Ξενοφώντα στο «Λακεδαιμονίων Πολιτεία» οι βούες θα πρέπει να αποτελούνταν από έξι η δώδεκα αγέλες. Ετσι λοιπόν οι νεαροί Σπαρτιάτες ανήκαν σε στις βούες σε μικρή ηλικία και όταν μεγάλωναν από την ηλικία δηλαδή των 13 εως 20 ετών άνηκαν στις ίλες. Αρχηγός της ίλης ήταν ο είρην που ήταν και ο μεγαλύτερος σε ηλικία. Οι βούες έδιναν περισσότερο στους νεαρούς Σπαρτιάτες πνευματικά εφόδια, ενώ οι ίλες ήταν πλέον συγκροτημένες ομάδες οι οποίες ακολουθούσαν στρατιωτική πειθαρχία και δίδασκαν τους νέους τα μυστικά της πολεμικής τέχνης.

Πρόσκοποι

Σε αντίθεση με την σημερινή έννοια της λέξεως, στην αρχαιότητα οι πρόσκοποι ήταν στρατιωτικά τμήματα που αναλάμβαναν δύσκολες αποστολές, κάτι σαν τις σημερινές ειδικές δυνάμεις. Στον στρατό των Λακεδαιμονίων τον ρόλο των προσκόπων αναλάμβαναν οι Σκιρίτες, οι οποίοι κατάγονταν από την Σκιρίτιδα την περιοχή δηλαδή που βρίσκεται στο βόρειο άκρο της Λακωνίας προς την Αρκαδία, οι οποίοι προπορεύονταν του Σπαρτιατικού στρατού και πολλές φορές μάλιστα πιο μπροστά και από τους έφιππους ανιχνευτές.


Οι πρόσκοποι κατά την διάρκεια της μάχης, σαν επίλεκτο σώμα παρατασσόταν δίπλα από τους τριακόσιους, την επίσημη δηλαδή φρουρά του βασιλιά.Αποτελούνταν από εξακόσιους περίπου άνδρες με μεγάλη σωματική δύναμη, και ψυχικό σθένος, αναλαμβάνοντας τις δυσκολότερες αποστολές του Σπαρτιατικού στρατού, όπως την συνοδεία όσων Σπαρτιατών εκτός στρατοπέδου, την βραδινή φύλαξη του στρατοπέδου κ.τ.λ.

Ανιχνευτές Εδάφους

Πρόκειται για ιππείς οι οποίοι προηγούνταν του κυρίως τμήματος του ιππικού, και είχαν σαν σκοπό την ανίχνευση του εδάφους ώστε σε περιπτώσεις εμποδίων η ενέδρας το κυρίως τμήμα που ακολουθούσε να μην βρεθεί σε αδιέξοδο. Σε τέτοιες περιπτώσεις εκτός από την ενημέρωση του κυρίως τμήματος σχετικά με το είδος του εμποδίου η της ενέδρας, ήταν επιφορτισμένοι να βρίσκουν εναλλακτικές λύσεις η άλλα ασφαλή δρομολόγια ώστε να διασφαλίσουν την ασφαλή προσπέλαση του κυρίως τμήματος. Στην περίπτωση στρατοπέδευσης των στρατιωτικών τμημάτων οι ανιχνευτές εδάφους στρατοπέδευαν σε σημεία από τα οποία μπορούσαν να διακρίνουν από μακριά τους εχθρούς και τις κινήσεις τους.

Ιππικό

Το ιππικό του Σπαρτιατικού στρατού δεν ήταν μεγάλο σε αριθμό σε σχέση με τους οπλίτες, και διαιρείτο και αυτό σε έξι μόρες. Κάθε μόρα διαιρείτο σε ουλαμούς και κάθε ουλαμός είχε περίπου πενήντα ιππείς. Κύριο καθήκον του ιππικού ήταν η φύλαξη των νότων και των πτερύγων της φάλαγγάς. Αρχηγός της κάθε ιππικής μόρας ήταν ο Ιππαρμοστής.


Σαν ιππείς στο Σπαρτιατικό ιππικό προτιμούνταν οι ελαφρότεροι σε σωματικό βάρος οπλίτες, ώστε το λιγοστό βάρος να κάνει τα άλογα περισσότερο ευκίνητα τόσο στην μάχη όσο και στις πορείες.

Από πληροφορίες του Ξενοφώντα συμπεραίνουμε ότι το Σπαρτιατικό ιππικό ήταν πολύ πονηρό, και γι' αυτό συνήθως προστάτευε το κυρίως στράτευμα σαν σώμα προφυλακής το οποίο πορευόταν μπροστά και αποτελείτο συνήθως από μια μόρα ιππέων. Σε περίπτωση ενέδρας η άλλου κολλήματος οι ιππείς αυτοί ειδοποιούσαν το κυρίως στράτευμα ώστε αυτό να λάβει τις κατάλληλες θέσεις και τους κατάλληλους σχηματισμούς σε περίπτωση εμπλοκής. Το Σπαρτιατικό ιππικό χρησιμοποιήθηκε και αρκετές φορές σε περιπτώσεις πολέμου δολιοφθορών (ανταρτοπόλεμου), η σε περιπτώσεις αιφνιδιασμού, και γενικά σε περιπτώσεις παρενοχλήσεων του αντιπάλου για την δημιουργία κυρίως εντυπώσεων.

Εκδρόμοι

Οι εκδρόμοι ήταν ακροβολιστές του Σπαρτιατικού στρατού οι οποίοι δρούσαν ανεξάρτητα από την οπλιτική φάλαγγα, και σκοπός τους ήταν να προκαλέσουν σύγχυση στις τάξεις του εχθρού. Ο οπλισμός του ήταν σχετικά ελαφρότερος από αυτόν των υπολοίπων οπλιτών, πράγμα που τους έκανε πιο ευάλωτους σε συγκρούσεις σώμα με σώμα. Στόχοι των εκδρόμων οι οποίοι αποτελούσαν και ένα είδος καταδρομέων της εποχής, ήταν οι πελταστές, αλλά και ορισμένες τάξεις βαρέως πεζικού αλλά και οι εκδρόμοι του αντίπαλου στρατού.

Το σώμα των εκδρόμων δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Αρχαία Σπάρτη για να αντιμετωπίσει τους πελταστές του Ιφικράτη, και αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες Ελληνικές πόλεις όπως στην Αθήνα

Τριακόσιοι

Το σώμα των τριακοσίων αποτελούσε την σωματοφυλακή του βασιλιά το οποίο παρατασσόταν δίπλα του στην μάχη. Οι οπλίτες που το αποτελούσαν ονομάζονταν ιππείς αν και άνηκαν στο πεζικό, ονομασία η οποία παρέμεινε από τα αρχαϊκά χρόνια (7ος - 6ος αιώνας), όταν αποτελείτο από ιππείς. Στα κλασσικά χρόνια το όνομά τους ήταν απλώς τριακόσιοι.

Το σώμα των τριακοσίων διοικείτο από τους τρεις Ιππαγρέτες που ήταν κάτω από τις διαταγές του βασιλιά. Οι τρεις αυτοί Ιππαγρέτες επιλέγονταν από τους Εφόρους της Σπάρτης, ανάμεσα από τους ακμαιότερους και πιο ρωμαλέους άνδρες της πόλης. Ο κάθε Ιππαγρέτης διάλεγε εκατό άτομα οι οποίοι ήταν κάτω από τις διαταγές του, συμπληρώνοντας έτσι την φρουρά των τριακοσίων. Ο κάθε Ιππαγρέτης ήταν υποχρεωμένος να μετά την επιλογή των εκατό ανδρών να δίνει εξηγήσεις στους εφόρους με πια κριτήρια επέλεξε τους εκατό αυτούς άνδρες.


Το σώμα των τριακοσίων ήταν το εκλεκτότερο του Σπαρτιατικού στρατού, και η συμμετοχή κάποιου οπλίτη σε αυτό θεωρείτο τιμητική. Δεν έφτανε όμως η επιλογή κάποιου οπλίτη από τους τρεις Ιππαγρέτες ώστε αυτός να μπορέσει να συμμετέχει στο σώμα των τριακοσίων, αλλά και η επιτυχία του στις κατάλληλες εξετάσεις που γίνονταν για τον σκοπό αυτό. Οι Ιππαγρέτες ήταν κριτές σε αυτές τις εξετάσεις, όπως και σε άλλες αθλητικές εκδηλώσεις, και αν κάποιος δεν περνούσε επιτυχώς τις εξετάσεις μπορούσε να προσπαθήσει σε επόμενες.

Οι οπλίτες που συμμετείχαν σε αυτό το σώμα έπρεπε επίσης να είναι σωστοί απέναντι στον νόμο και τις επιταγές της πολιτείας διαφορετικά μπορούσαν να χάσουν την τιμητική αυτή θέση, την οποία καταλάμβανε κάποιος άλλος οπλίτης.

Φάλαγγα

Ο σχηματισμός της φάλαγγας αποτελείτο συνήθως από οκτώ μακριούς στοίχους οπλιτών. Η οπλιτική φάλαγγα υπάκουγε πάντα στα παραγγέλματα του βασιλιά και βάδιζε προς την μάχη στοιχισμένη και με ρυθμικό βήμα.

Στο δεξί χέρι κρατούσαν το δόρυ και στο αριστερό την ασπίδα, παραταγμένοι κατά στοίχους ώστε να προφυλάσσονται μεταξύ τους κατά την διάρκεια της μάχης. Στα άκρα της φάλαγγας και ιδιαίτερα στις γωνίες, τοποθετούνταν οι πιο ρωμαλέοι οπλίτες, γιατί αυτά τα σημεία έμεναν συνήθως ακάλυπτα.


Κατά την διάρκεια της συμπλοκής με τον εχθρό προσπαθούσαν να μην διασπάσουν αυτή την διάταξη, και συμπλέκονταν μαζί του σώμα με σώμα μέχρι να τον συντρίψουν η να τον τρέψουν σε φυγή.

Σε περίπτωση φυγής του εχθρού οι Σπαρτιάτες δεν τον καταδίωκαν, πρώτα γιατί δεν ήθελαν να διασπαστεί η συνοχή της φάλαγγας, και έπειτα γιατί θεωρούσαν υποτιμητικό να έχουν για εχθρό τους κάποιον που έφευγε τρέχοντας από το πεδίο της μάχης, δηλαδή έναν δειλό. Την φυγή οι Σπαρτιάτες την θεωρούσαν υποταγή, και σε αυτή την περίπτωση ο εχθρός περισσότερο τον οίκτο τους κέρδιζε παρά την αντιπαλότητά τους.

Ο Σπαρτιατικός στρατός εκτελούσε με μεγάλη ευκολία και ακρίβεια διάφορους ελιγμούς οι οποίοι σε άλλους στρατούς της εποχής θα ισοδυναμούσαν με διάλυση της συνοχής των τμημάτων. Διάφορα τέτοια παραδείγματα μας δίνει ο Ξενοφώντας στην Λακεδαιμονίων Πολιτεία, αναφέροντας μας για παράδειγμα την επί κέρας πορεία. Σε αυτή την διάταξη πορείας η φάλαγγα βαδίζει κατά ενωμοτίες και σε περίπτωση εμφάνισης εχθρικής φάλαγγας ο ενωμοτάρχης διευθύνει την ενωμοτία προς τα αριστερά σχηματίζοντας έτσι όλες οι ενωμοτίες την φάλαγγα παραταγμένη κατά μέτωπο.

Αν τώρα εμφανιστεί εχθρική φάλαγγα στα νώτα τους ο κάθε στοίχος αραιώνει και κάνοντας μεταβολή βρίσκεται αντιμέτωπος με το εχθρικό στράτευμα. Ο κάθε στοίχος είναι έτσι συντεταγμένος ώστε σε τέτοια περίπτωση απέναντι από το εχθρικό στράτευμα, στην πρώτη γραμμή δηλαδή, να βρίσκονται οι πιο ανδρείοι πολεμιστές.


Σύμφωνα με την προηγούμενη διάταξη ο αρχηγός της φάλαγγας βρίσκεται στο αριστερό κέρας, αν όμως για οποιονδήποτε λόγο θεωρηθεί ότι ο στρατηγός πρέπει να βρεθεί στο δεξιό κέρας στρέφουν την φάλαγγα προς τα δεξιά η αριστερά ώστε ο στρατηγός να βρεθεί στο δεξιό κέρας και η οπισθοφυλακή να έρθει στο αριστερό. Μελετώντας την Λακεδαιμονίων πολιτεία του Ξενοφώντα, μπορούμε να δούμε αναλυτικά διάφορους ελιγμούς των στρατιωτικών τμημάτων στην επί κέρας πορεία και να καταλάβουμε γιατί δίκαια ο στρατιωτικός μηχανισμός των Λακεδαιμονίων θεωρείτο ίσως ο κορυφαίος της εποχής.

Ο σεβασμός προς τον Βασιλιά και αρχιστράτηγο του Σπαρτιατικού στρατού, κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις φαίνεται και από την διάταξη της φάλαγγας, όταν αυτή βαδίζει προς την μάχη. Όταν λοιπόν η φάλαγγα πορεύεται προς την μάχη κανείς εκτός των Σκιριτών και των ανιχνευτών δεν επιτρέπεται να προπορεύεται του Βασιλιά. Σε περίπτωση όμως που η φάλαγγα συναντηθεί με τον εχθρό, τότε ο βασιλιάς παίρνει την πρώτη μόρα και την οδηγεί προς τα δεξιά της παράταξης, ενώ οι υπόλοιπες μόρες αναπτύσσονται είτε προς τα αριστερά της πρώτης, είτε έχοντας την πρώτη στο μέσον και αυτές τίθενται αριστερά και δεξιά της, πάντα υπό την καθοδήγηση των πολεμάρχων.

Η Οργάνωση Στρατιωτικών Τμημάτων

Η οργάνωση του σπαρτιατικού στρατού γινόταν πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της πόλης. Οι συχνές πολεμικές επιχειρήσεις στις οποίες εμπλεκόταν ο Σπαρτιατικός στρατός, δημιούργησε την ανάγκη για χωρισμό του στρατεύματος σε αυτόνομα και αυτοδιοικούμενα τμήματα, τα οποία μπορούσαν να δράσουν ανεξάρτητα και σε διαφορετικά μέτωπα όταν χρειαζόταν.Τα μεγαλύτερα αυτοδιοικούμενα τμήματα του σπαρτιατικού στρατού ήταν οι μόρες, είτε αυτές ήταν οπλιτικές είτε του ιππικού.

Έτσι, αν για παράδειγμα η Σπάρτη χρειαζόταν να στείλει σε κάποια πόλη Σπαρτιατική φρουρά για να έχει υπό τον έλεγχο της την διοίκηση της πόλης, μπορούσε να στείλει για παράδειγμα μια μόρα η οποία θα αναλάμβανε αυτή την αποστολή, αφήνοντας το υπόλοιπο στράτευμα στην διάθεση της πολιτείας για άλλες αποστολές.

Η κάθε μόρα είχε δύναμη εξακοσίων περίπου οπλιτών μαζί με τους αξιωματικούς. Όταν η μόρα παρατασσόταν σε μάχη υποβοηθούμενη από το ιππικό, τότε η ιππική μόρα παρατασσόταν στα πλάγια της μόρας, ανάλογα βέβαια με το είδος της μάχης, αλλά και την δομή των αντιπάλων στρατευμάτων.

Σε περιπτώσεις περικύκλωσης της μόρας τότε τα δύο αυτά τμήματα μπορούσαν να δράσουν ανεξάρτητα, ώστε το ιππικό να αποκρούσει επίθεση από τα νώτα της μόρας η να διαλύσει τμήματα πελταστών.

Η ιππική μόρα διαιρείτο σε δυο ουλαμούς των πενήντα ανδρών, και ο κάθε ουλαμός σε πέντε στοίχους των πέντε ανδρών οι οποίοι ονομάζονταν πεμπάδες, και διοικούντο από τον πεμπάδαρχο. Οι ιππικές μόρες αποτελούνταν από Σπαρτιάτες ιππείς αλλά και από περίοικους και νεοδαμώδεις, και παρατάσσονταν σε τετράγωνο σχηματισμό.

Όταν δινόταν το παράγγελμα επιθέσεως ηχούσε η σάλπιγγα και οι οπλίτες ξεκινούσαν να βαδίζουν προς το μέρος του εχθρού με τα δόρατα σε φύλαξη, ρυθμίζοντας τον βηματισμό τους με τον ήχο των αυλών. Όταν η φάλαγγα έφτανε σε μικρή απόσταση από τον εχθρό, οι σάλπιγγα σήμαινε έφοδο και οι οπλίτες επιτίθονταν τρέχοντας προς το μέρος του εχθρού, προσέχοντας όμως να μένουν πάντα στοιχισμένοι στους ζυγούς τους κρατώντας τον σχηματισμό της χελώνης.


Οι Σπαρτιάτες πραγματοποιούσαν τον σχηματισμό αυτό τοποθετώντας τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι τους σχηματίζοντας ουσιαστικά μια σκεπή η οποία τους κάλυπτε από τα εχθρικά βέλη των τοξοτών. Ονομάστηκε έτσι γιατί από μακριά έδινε το σχήμα του καύκαλου μιας χελώνας, και είχε την δυνατότητα να προστατεύει όλο τον σχηματισμό, ιδιαίτερα σε περίπτωση υποχώρησης για αναζήτηση καλύτερου εδάφους για συμπλοκή, η σε περιπτώσεις που ο σχηματισμός πλησίαζε τείχη πολιορκούμενης πόλεως και δεχόταν βέλη από ψηλά.

Σε περίπτωση που η φάλαγγα δεχόταν επίθεση εχθρικού ιππικού, οι οπλίτες κρατούσαν το δόρυ τους με την λόγχη προς τα εμπρός, ενώ το πίσω μέρος του στερεωνόταν στο έδαφος. Ο οπλίτης γονάτιζε στο ένα πόδι, και τοποθετούσε κάθετα την ασπίδα μπροστά του ώστε να τον προστατεύει.

Αυτές ήταν μερικές από τις γνωστές τακτικές που εφάρμοζε ο σπαρτιατικός στρατός, ενώ ένα πλήθος άλλων ελιγμών και τακτικών δεν μας είναι γνωστές μέχρι σήμερα, αφού οι Σπαρτιάτες σαν κορυφαίοι στην τέχνη του πολέμου, τα κρατούσαν σαν μυστικά όπλα για ιδιαίτερες περιπτώσεις στην έκβαση των συγκρούσεων. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα μάλιστα, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο Σπαρτιατικός στρατός δεχόταν μεγάλη πίεση και οι ζυγοί είχαν σπάσει, και οι οπλίτες πλέον ήταν παραταγμένοι ανεξάρτητα από ενωμοτίες ο ένας δίπλα στον άλλο, υπήρχε ειδικός σχηματισμός ακόμα και για αυτούς τους άνδρες οι οποίοι μπορεί να μην εκπαιδεύονταν μαζί, ώστε αυτοί να μπορούν ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις να διατηρούν ένα βαθμό συνοχής.

Η πειθαρχία αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο του σπαρτιατικού στρατού, για αυτό η ανυπακοή στις εντολές των αξιωματικών επέσυρε βαρύτατες ποινές, ιδιαίτερα σε περίοδο πολεμικής σύγκρουσης. Η εκπαίδευση του σπαρτιατικού στρατού στο μέρος που αφορούσε την χρήση του δόρατος και της ασπίδας αποτελείτο από διάφορες τυποποιημένες στάσεις τις οποίες ακολουθούσε ο οπλίτης για να προφυλάσσεται σε διάφορες περιπτώσεις.

Στην στάση της ανάπαυσης για παράδειγμα ο οπλίτης κρατούσε το δόρυ ακουμπισμένο στο έδαφος, ενώ η ασπίδα στηριζόταν κάθετα μπροστά του η ήταν περασμένη στον ώμο και στηριζόταν με τον ιμάντα της. Αυτή ήταν και η στάση που κρατούσε και κάποιος ο οποίος είχε καθήκοντα σκοπού.

Στην στάση της φύλαξης το δόρυ μπορούσε να κρατηθεί στο ύψος της μέσης, η ακόμα και ψηλά αν ο οπλίτης ήθελε να το εκσφενδονίσει προς τον αντίπαλο, πάντα κοιτάζοντας η λόγχη προς τα εμπρός και παράλληλα με το έδαφος, ενώ την ασπίδα την κρατούσαν με τον αγκώνα λυγισμένο κοντά στο στήθος.


Στη αμυντική στάση τώρα, την οποία κρατούσαν συνήθως κατά την επέλαση του εχθρικού ιππικού, η ασπίδα στεκόταν μπροστά και όρθια, ενώ το σώμα ήταν μισογονατισμένο πίσω από αυτήν και το δόρυ προτεταμένο προς τα μπροστά, με το πίσω μέρος του στερεωμένο στο έδαφος.

Τέλος μέχρι και στην μέθοδο της οπισθοχώρησης οι Σπαρτιάτες είχαν εκπαιδευτεί να κρατούν τον κατάλληλο σχηματισμό, ο οποίος προέβλεπε ότι ο τελευταίος της παράταξης γίνεται πρώτος, ενώ οι υπόλοιποι βαδίζουν πίσω του χωρίς να διασπούν την διάταξη της φάλαγγας, και χωρίς να γίνονται σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες θα ωφελήσουν τον εχθρό.

Ο Σπαρτιατικός Οπλισμός

Τα ενδύματα των Σπαρτιατών είχαν ερυθρό χρώμα, γιατί κατά τον Λυκούργο το χρώμα αυτό δημιουργεί αρνητική επίδραση στον αντίπαλο, αλλά και έχει την δυνατότητα να κρύβει την πληγή, σε περίπτωση που ο πολεμιστής τραυματιζόταν.

Οι Σπαρτιάτες συνήθιζαν ακόμα να έχουν μακριά μαλλιά όταν περνούσαν την εφηβική ηλικία. Υπάρχουν μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες μετά την μάχη για την κατάληψη της Θυρέας με τους Αργείους, έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς των Σπαρτιατών, οι Σπαρτιάτες σταμάτησαν να αφήνουν πλέον μακριά μαλλιά, θέλοντας έτσι να διαφοροποιηθούν από τους Αργείους οι οποίοι έκαναν το ίδιο. Η άποψη του Λυκούργου σχετικά με την μακριά κόμη ήταν πως αυτή κάνει τον άνδρα να δείχνει ψηλότερος, πιο επιβλητικός και να προκαλεί περισσότερο φόβο στον εχθρό κατά την διάρκεια της μάχης.

Ο οπλισμός των Σπαρτιατών αποτελείτο από έναν χάλκινο η δερμάτινο θώρακα, από ασπίδα χάλκινη στρογγυλή η οποία είχε ξύλινη η δερμάτινη επένδυση. Η ασπίδα είχε την δυνατότητα να καλύψει ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του σώματος του πολεμιστή (από τα γόνατα μέχρι και πάνω από τους ώμους), προστατεύοντας τον έτσι αρκετά, κατά την διάρκεια της μάχης.

Εσωτερικά στην ασπίδα έμπαιναν λεπτές ξύλινες σανίδες, ενώ το στεφάνι της ασπίδας ήταν ενισχυμένο με χαλκό σε όλο του το μήκος. Πάνω σε αυτό το στεφάνι στερεωνόταν και η μια λαβή από την οποία οι πολεμιστές κρατούσαν την ασπίδα. Η ασπίδα διέθετε επίσης και ιμάντες με τους οποίους ο πολεμιστής είχε την δυνατότητα να την αναρτήσει στην πλάτη του κατά την διάρκεια της πορείας.


Στο εσωτερικό μέρος της ασπίδας και ακριβώς στο κέντρο της, βρισκόταν ο πόρπακας, η μεταλλική δηλαδή λαβή μέσα στην οποία περνούσε το αριστερό χέρι, ώστε να είναι δυνατή η συγκράτηση της ασπίδας από τον πολεμιστή. Το αριστερό χέρι λοιπόν περνούσε μέσα από τον πόρπακα και εφάρμοζε πάνω σε αυτόν, λίγο πριν τον αγκώνα, ενώ η αριστερή παλάμη του πολεμιστή συγκρατούσε την δεύτερη λαβή, η οποία βρισκόταν πάνω στο μεταλλικό στεφάνι της περιμέτρου της ασπίδας.

Ο πόρπακας ήταν έτσι σχεδιασμένος ώστε να μπορεί να αφαιρεθεί από την ασπίδα, όταν ο πολεμιστής το επιθυμούσε. Αυτό ήταν ένα μέτρο ασφαλείας από πλευράς των Σπαρτιατών, ώστε σε ενδεχόμενη εξέγερση των ειλώτων, να μην είναι δυνατή η χρήση των ασπίδων, σε περίπτωση που αυτές θα έπεφταν στα χέρια τους.
 
Το δόρυ που χρησιμοποιούσε ο Σπαρτιατικός στρατός είχε μήκος 2,5 - 3 μέτρα ενώ το ξίφος που χρησιμοποιούσε ονομαζόταν ξυήλη. Το κράνος ήταν συνήθως χάλκινο ενώ το λοφίο του ήταν διακοσμημένο με διάφορα χρώματα. Μία αξιοσημείωτη διαφορά στα κράνη των Σπαρτιατών αξιωματικών, είναι ότι το λοφίο βρισκόταν σε πλάγια θέση πάνω στο κράνος, κάτι που δεν ίσχυε σε άλλους στρατούς της εποχής εκείνης.


Εκτός από το κράνος Κορινθιακού τύπου, υπήρχε και το ανοιχτό πιλόσχημο κράνος, το οποίο αποτελούσε μια παραλλαγή του μάλλινου καπέλου. Το χαρακτηριστικό αυτού του κράνους ήταν ότι στο πίσω μέρος του, υπήρχε γείσο το οποίο εκτεινόταν προς τα κάτω, φτάνοντας λίγο πιο πάνω από τον αυχένα.

Οι Σπαρτιάτες στις ασκήσεις αλλά και στο κυνήγι φορούσαν υποδήματα. Στις μάχες όμως δεν συνήθιζαν να φορούν για να έχουν καλύτερο και σταθερότερο πάτημα, αφού στις συμπλοκές σώμα με σώμα, και όταν οι δύο αντίπαλοι στρατοί προσπαθούν να σπρώξουν ο ένας τον άλλο ώστε να διασπάσουν την αμυντική διάταξη του αντιπάλου, χρειάζεται να πατούν γερά, πράγμα που επιτυγχάνεται καλύτερα χωρίς υποδήματα.

Όπως είναι γνωστό η σκληραγωγία, η αυστηρότητα αλλά και η συνεχής εκπαίδευση ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τρόπου ζωής των Σπαρτιατών. Αυτό φαινόταν και από την ενδυμασία τους, η οποία ήταν και αυτή λιτή, δεδομένου ότι τον χειμώνα φορούσαν εξωτερικά μόνο έναν ερυθρό μάλλινο χιτώνα που ονομαζόταν τρίβωνας. Μέσα από τον χιτώνα αυτό φορούσαν την εξωμίδα η οποία ήταν και αυτή σε ερυθρό χρώμα, και ονομαζόταν έτσι γιατί άφηνε τον δεξιό ώμο αλλά και τον βραχίονα ελεύθερο, ώστε να μην εμποδίζει τον πολεμιστή στην ώρα της μάχης.


''Οἱ ἀσπίδες τῶν Λακεδαιμονίων ἔφεραν σὰν διακριτικὸ ἔμβλημά τους τὸ γράμμα "Λ", ὥστε οἱ ἀντίπαλοι στρατοὶ νὰ γνωρίζουν μὲ ποιοὺς πολεμοῦν.Ἦταν ἕνας τρόπος ἄσκησης ψυχολογικῆς πίεσης στὸν ἀντίπαλο, ποὺ ἐτρομοκρατεῖτο γνωρίζοντας πώς πολεμᾶ τὸν καλύτερο στρατὸ τῆς Ἑλλάδος. Οἱ νέοι ὁπλίτες τῆς Σπάρτης ἐλάμβαναν τὴν ἀσπίδα ἀπὸ τὴ μητέρα τους, μὲ τὴν ἐντολὴ "Τᾶν ἢ ἐπὶ τᾶς". Ἦταν ὑποχρεωμένοι δηλαδὴ νὰ ἐπιστρέψουν νικητὲς μὲ "τᾶν ἀσπίδα" τοὺς ἀνὰ χείρας ἢ νεκροὶ "ἐπὶ τᾶς ἀσπίδος" τοὺς ! Γενικότερα ὅμως στὴν Ἑλλάδα ἡ ἀσπίδα τοῦ πολεμιστῆ ἀντιπροσώπευε τὴν τιμή του. Κάθε πολεμιστὴς ἔπρεπε μετὰ τὴ μάχη νὰ γυρίσει μὲ τὴν ἀσπίδα τοῦ στὸ σπίτι του. Νεκρὸς ἢ ζωντανός. Οἱ ζωντανοὶ ποὺ ἐπέστρεφαν χωρὶς τὴν ἀσπίδα τοὺς Ἦταν τιποτένιοι, "ριψάσπιδες". Παράτησαν τὴν ἀσπίδα τοὺς στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ νὰ τοὺς εἶναι εὔκολη ἡ φυγὴ ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὸ βάρος της.''

ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Γέννηση 

Η Σπαρτιατική, όπως και άλλες οπλιτικές φάλαγγες στον Ελλαδικό χώρο, δημιουργήθηκε κατά την Αρχαϊκή Περίοδο, οπότε οι τέσσερις κώμες που ενώθηκαν για να σχηματίσουν την πόλη Σπάρτη (αργότερα προστέθηκε και μια πέμπτη, οι Αμύκλες, περίπου 5 χλμ νοτιότερα της πόλης) επέκτειναν την κυριαρχία τους στους γειτονικούς πληθυσμούς της Λακωνίας και αργότερα της Μεσσηνίας.

Πιθανότατα η γέννηση της οπλιτικής φάλαγγας στην Σπάρτη και αλλού να συνέπεσε ή να προήλθε από την καθιέρωση του Όπλου (κυκλική Ασπίς διαμέτρου περίπου 90 εκ.) ως αμυντικού εξοπλισμού. Το Όπλον (απ' όπου προκύπτει ο όρος Οπλίτης) επέτρεπε την διάταξη των ανδρών σε πυκνό σχηματισμό (συνασπισμό), ώστε να παρουσιάζεται στον εχθρό ένα τείχος από ασπίδες, ενώ οι οπλίτες διατηρούσαν την ευχέρεια βάδισης και χρήσης του δόρατος. Υπ' αυτήν την έννοια, η οπλιτική φάλαγγα είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τα τείχη των Δαναών που περιγράφει ο Όμηρος.

Κατά την προγενέστερη εποχή του Χαλκού οι Μυκηναίοι και άλλοι πολεμιστές χρησιμοποιούσαν την λεγόμενη Ασπίδα Πύργο η οποία στερεωνόταν στο έδαφος και κάλυπτε όλο το σώμα του πολεμιστή, ο οποίος έβαλλε από πίσω της. Η διάταξη αυτή ήταν καθαρά αμυντική καθώς προσέφερε από καθόλου έως ελάχιστη κινητικότητα στους μετέχοντες. Με το Όπλον, αντίθετα, οι Οπλίτες μπορούσαν συνασπισμένοι σε φάλαγγα να προχωρούν, να στρέφουν, να αλλάζουν διάταξη και να πολεμούν με σημαντικά μεγαλύτερη ευχέρια.


Ρόλος 

Η Σπαρτιατική φάλαγγα, σε αντίθεση με άλλες οπλιτικές φάλαγγες στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο ένας στρατιωτικός σχηματισμός. Ως τέτοιος χρησιμοποιήθηκε κατά τους επεκτατικούς πολέμους στην Λακωνία και την Μεσσηνία (Ά & ΄Β Μεσσηνιακός Πόλεμος) αλλά και αργότερα, στα Μηδικά, τους 'Α και 'Β Πελοποννησιακούς Πολέμους, τους Πολέμους της Ηγεμονίας και αλλού.

Περαιτέρω, όμως, η Σπαρτιατική Φάλαγγα αποτελούσε και μια αστυνομική δύναμη πίσω στην Λακεδαίμονα. Οι Σπαρτιάτες Όμοιοιεπιτηρούσαν διαρκώς πολυπληθέστερους πληθυσμούς Ειλώτων στην Λακωνία και την Μεσσηνία οι οποίοι δούλευαν τους κλήρους γης και κατασκεύαζαν τα όποια βιοτεχνικά προϊόντα είχε ανάγκη η Πόλη. Ο διαρκής φόβος μιας γενικευμένης εξέγερσης των Ειλώτων - που σε ορισμένες περιόδους έλαβε διαστάσεις υστερίας - οδήγησε τους Σπαρτιάτες σε διαρκή εκγύμναση και πολεμική ετοιμότητα. Επί πλέον, ποτέ στην ιστορία της Πόλης δεν εξεστράτευσε μακριά από την Λακεδαίμονα το σύνολο της Σπαρτιατικής φάλαγγας. Πάντοτε ένα τμήμα της έμενε πίσω, ως αστυνομική δύναμη, ενώ για τον ίδιο λόγο απαγορευόταν να εκστρατεύσουν ταυτόχρονα εκτός συνόρων και οι δύο βασιλείς.

Διαφοροποίηση 

Οι πολλές διαφορές της Σπαρτιατικής φάλαγγας από τις υπόλοιπες οπλιτικές φάλαγγες των Ελληνικών Πόλεων έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Την Μεγάλη Ρήτρα.

Αυτή ήταν ένα σύνολο νόμων που οι Σπαρτιάτες απέδιδαν στον μεγάλο νομοθέτη και μεταρρυθμιστή Λυκούργο, και τους οποίους τηρούσαν με θρησκευτική θα λέγαμε ευλάβεια. Ο Λυκούργος μέσω της Ρήτρας (υπήρξαν και άλλες μεταγενέστερες συμπληρωματικές Ρήτρες, ωστόσο με τον όρο Μεγάλη Ρήτρα ή Ρήτρα νοείται το σύνολο των αρχικών νόμων του Λυκούργου) παρέδωσε στους συμπολίτες του ένα πολιτικο-οικονομικό σύστημα που προέβλεπε μεταξύ άλλων την αναδιανομή της γης, την κληρονομική μεταβίβαση, τους θεσμούς διακυβέρνησης, τα πολιτικά δικαιώματα, την δομή του στρατού και την εκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών της Πόλης.


Μέσα από την Ρήτρα, λοιπόν, γεννήθηκε ο Σπαρτιάτης Οπλίτης, ο οποίος, σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες συναδέλφους του των άλλων Ελληνικών Πόλεων, ασχολείτο σχεδόν αποκλειστικά με την στρατιωτική εκγύμναση, καθώς η εργασία των Ειλώτων τον είχε απελευθερώσει από βιοποριστικές ασχολίες. Σύμφωνα πάντα με την Ρήτρα ο Σπαρτιάτης Όμοιος είχε εισέλθει σε μια αυστηρότατη και απαιτητικότατη στρατιωτική ακαδημία, γνωστή ως Αγωγή από την ηλικία των επτά (7) ετών, είχε αποφοιτήσει από αυτήν επιτυχώς στην ηλικία των δεκαοκτώ (18) ετών, είχε ζήσει σε συσκηνίες και είχε δειπνήσει λιτά στα συσσίτια με τους συντρόφους του (στα οποία μάλιστα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει ο ίδιος το μερίδιο τροφής του) και είχε συμμετάσχει σε εκστρατείες χωρίς να ντροπιαστεί. Εφόσον πληρούσε όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις στην ηλικία των τριάντα (30) ετών ονομαζόταν Όμοιος και αποκτούσε πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι άνδρες που στελέχωσαν την Σπαρτιατική φάλαγγα στις Θερμοπύλες και αλλού, δεν ήταν κοινοί Οπλίτες / Γεωργοί μιας Ελληνικής Πόλης. Διέθεταν αφενός σημαντικά μεγαλύτερες πολεμικές δεξιότητες ως άτομα και ως ομάδα και αφετέρου είχαν γαλουχηθεί σε όλη τους την ζωή από ένα σύστημα που τους έκανε γενναίους, πειθαρχημένους, ολιγαρκείς. Σε σχέση με τους αντιπάλους τους, λοιπόν, οι Σπαρτιάτες Οπλίτες ήταν επαγγελματίες του πολέμου και όχι ερασιτέχνες. Ήταν μάλιστα επαγγελματίες όχι με την σημερινή μισθοφορική έννοια του όρου, αλλά περιλαμβάνοντας και την έννοια του πλέον πιστού, αφοσιωμένου και ταγμένου στον κοινό σκοπό ανθρωπίνου δυναμικού.

Έτσι μόνο ήταν δυνατόν να στελεχωθεί ένας σχηματισμός που, όπως θα δούμε παρακάτω, μπορούσε να εκτελέσει αποστολές αδύνατες για άλλες οπλιτικές φάλλαγες με παρόμοιο οπλισμό και μέγεθος.

Μέγεθος και Σύσταση 

Στην Σπαρτιατική φάλαγγα οπλιτών μετείχαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας μόνο Σπαρτιάτες απόφοιτοι της Αγωγής με κλήρο γης. Έτσι το μέγεθος της φάλαγγας υπολογίζεται ότι δεν ξεπέρασε ποτέ τους 7,000 με 8,000 άνδρες, ενώ κατά την διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. αυτός ο αριθμός άρχισε να μειώνεται δραματικά. Κατά την περίοδο μεταξύ 465/464 π.Χ. (καταστροφικός σεισμός που διόγκωσε το πρόβλημα της λειψανδρίας) και του 418 π.Χ. (Μάχη της Μαντινείας) εισήλθαν στην φάλαγγα για πρώτη φορά, και κατά παράβαση της Ρήτρας μη Σπαρτιάτες όμοιοι, περίοικοι και αργότερα απελευθερωμένοι ή υπό απελευθέρωση Είλωτες.

Ο αριθμός των Σπαρτιατών που μετείχαν στην φάλαγγα μειωνόταν, ενώ αυτός των υπόλοιπων Λακεδαιμονίων (περίοικοι και νεοδαμώδεις) διαρκώς αυξανόταν για να καλυφθεί το κενό, πράγμα που εν μέρει αποτυπώνεται και στην σταδιακή μείωση της αποτελεσματικότητας της Σπαρτιατικής φάλαγγας ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα (2ος Πελοποννησιακός Πόλεμος) και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ηγεμονίας (αρχές 4ου π.Χ. αιώνα).

Πριν από την καταστροφική για την Πόλη Μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) υπολογίζεται ότι είχαν απομείνει μόνο 3.000 Σπαρτιάτες Όμοιοι.

Δομή 

Η Σπαρτιατική φάλαγγα διέθετε περισσότερα οργανωτικά επίπεδα, κάτι που την καθιστούσε καλύτερα διοικούμενη από άλλες οπλιτικές φάλαγγες.


1. Η βασικότερη μονάδα ήταν η Ενωμοτία που αποτελείτο από 36 άνδρες.

2. Δύο Ενωμοτίες σχημάτιζαν μια Πεντηκοστία, δηλαδή 72 άνδρες (ίσως το όνομα που παραπέμπει σε πενήντα άνδρες να προέρχεται από προγενέστερες περιόδους οπότε το πλήθος των ανδρών να ήταν όντως τέτοιο. Κατά την κλασσική περίοδο ο αριθμός 36 εξυπηρετεί την διάταξη σε τέσσερις στοίχους οκτώ ανδρών συν ενωμοτάρχη, ουραγό και σαλπιγκτές).

3. Δύο Πεντηκοστύες σχημάτιζαν έναν Λόχο των 144 ανδρών.

4. Τέσσερις Λόχοι σχημάτιζαν μία Σπαρτιατική Μόρα των 576 ανδρών.

5. Συνήθως έξι Μόρες αποτελούσαν την πλήρη φάλαγγα σε εκστρατεία δηλ. περίπου 3.500 οπλίτες.

Μία από τις έξι Μόρες ήταν αρκετές φορές αμιγώς Αμικλαϊκή, δηλαδή στελεχωνόταν από οπλίτες που κατάγονταν από τις Αμύκλες (5η Κώμη της Σπάρτης).

Επίσης, μία από τις έξι Μόρες συχνά αποτελείτο από Σκιρίτες, επιλεγμένους για τις ικανότητες και τις δεξιότητές τους άνδρες, δηλαδή τους καλύτερους των καλυτέρων.

Η φάλαγγα, ωστόσο, δεν εξεστράτευε μόνη της. Στην μάχη πλαισιωνόταν από Ψιλούς (ελαφρά οπλισμένους σφενδονήτες, τοξότες, ακοντιστές) ή/και ελαφρύ ιππικό, ώστε να φυλάσσονται τα πλευρά της. Αυτές οι μονάδες που πλαισίωναν την Σπαρτιατική φάλαγγα δεν στελεχώνονταν από Σπαρτιάτες Ομοίους αλλά από Είλωτες, Περίοικους ή Μισθοφόρους. Στην Μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) παρατάχθηκαν 5.000 οπλίτες στην Σπαρτιατική φάλαγγα που πλαισιώνονταν από 35.000 Είλωτες σε ρόλους βοηθητικών και Ψιλών.

Διοίκηση

Την απόλυτη αρχηγεία της Σπαρτιατικής φάλαγγας κατά την εκστρατεία απολάμβανε ένας εκ των δύο βασιλέων της Πόλης, καθείς εκ των οποίων εκστράτευε εκ περιτροπής και πολεμούσε μέσα στις τάξεις της φάλαγγας. Ως ελεγκτική συνοδεία του βασιλέως αποστέλλονταν συνήθως δύο εκ των πέντε Εφόρων, ωστόσο αυτοί δεν είχαν καμία δικαιοδοσία έναντι του βασιλέως κατά την διάρκεια της εκστρατείας, αλλά, εφόσον παρατηρούσαν κάτι μεμπτό μπορούσαν να καλέσουν τον βασιλέα σε απολογία πίσω στην Σπάρτη όταν η εκστρατεία θα είχε περατωθεί.

Κάτω από τον βασιλέα ακολουθούσαν οι Πολέμαρχοι, καθένας εκ των οποίων διοικούσε μια Μόρα.

Στον κάθε Πολέμαρχο αναφέρονταν οι τέσσερις λοχαγοί των Λόχων του, ενώ σε κάθε έναν από αυτούς αναφέρονταν δύο Πεντηκόνταρχοι.

Τέλος, κάθε Πεντηκόνταρχος διέθετε δύο Ενωμοτάρχες που διοικούσαν τις υπ' αυτών Ενωμοτίες.

Είναι σημαντικό ότι στην Σπαρτιατική φάλαγγα η διοίκηση ασκείτο από μπροστά. Δηλαδή κάθε Ενωμοτάρχης διοικούσε την Ενωμοτίατου από την πρώτη γραμμή, όπως και οι Πεντηκόνταρχοι, οι Λοχαγοί κ.ο.κ.. Ο Βασιλεύς, ενώ λάμβανε την θέση του μέσα στις τάξεις της φάλαγγας, πλαισιωνόταν από τους Ιππείς μια επίλεκτη δύναμη 300 οπλιτών που αποτελούσαν την σωματοφυλακή του. Και εδώ ο όρος Ιππείς πρέπει να προέρχεται από την Αρχαϊκή περίοδο, οπότε οι αριστοκρατικής καταγωγής πολίτες που μπορούσαν να εκτρέφουν άλογα πολεμούσαν με αυτά. Μετά την καθιέρωση της Ρήτρας ωστόσο, όλοι οι Σπαρτιάτες εντάχθηκαν ως οπλίτες στην φάλαγγα.


Για την καλύτερη μετάδοση των παραγγελμάτων και τον συντονισμό της φάλαγγας κάθε Ενωμοτία διέθετε έναν Ουραγό που βάδιζε τελευταίος, και σαλπιγκτές οι οποίοι σάλπιζαν παραγγέλματα. Υπάρχει συζήτηση για το πότε χρησιμοποιούσαν το Κέρας και πότε τη Σάλπιγγα. Στην Ανάβαση του ο Ξενοφώντας αφήνει να εννοηθεί ότι το Κέρας χρησιμοποιούνταν εντός στρατοπέδου, ενώ η Σάλπιγξ, που μάλλον ηχούσε δυνατότερα, κατά τη μάχη. Πάντως, ο ίδιος συγγραφέας φαίνεται να υπονοεί στα Ελληνικά ότι οι Σπαρτιάτες του Αγησιλάου μπορούσαν να μεταδίδουν τα παραγγέλματα προφορικά προς τα πίσω από άνδρα σε άνδρα, ώστε να μην μάθει ο εχθρός τα σαλπίσματα και μπορέσει να διαβλέψει τους ελιγμούς της φάλαγγας.

Σπαρτιατική Ηγεμονία

Η Σπάρτη, η πόλη που κατείχε τον κεντρικό δάκτυλο της Πελοποννήσου, υπήρξε η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδος και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ιστορία της.

Η σπαρτιατική ηγεμονία είναι περίοδος της κλασικής εποχής της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από το τέλος του πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων (371), κατά την οποία η πόλη της Σπάρτης ήταν η κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο των ελληνικών πόλεων, τις οποίες ηγεμόνευε. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, μετά τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, ο Λύσανδρος έθεσε υπό τον έλεγχό του το χώρο της Α’ αθηναϊκής συμμαχίας, κάτι που οδήγησε στην υπογραφή ειρήνης τον επόμενο χρόνο. Η ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού κόσμου ήταν πλέον η Σπάρτη.

Τα έτη 400-395 ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος Β΄ διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Ιωνία για την υπεράσπιση των ελληνικών πόλεων από τους σατράπες των Σάρδεων, Τισσαφέρνη, και του Δασκυλείου, Φαρνάβαζο, διότι ο τελευταίος απαιτούσε οι ελληνικές πόλεις της περιοχής να του καταβάλλουν φόρο, κάτι που θα σήμαινε την υπαγωγή τους στην περσική διοίκηση.Εν τω μεταξύ, στην ηπειρωτική Ελλάδα ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος. Το 395 π.Χ. δημιουργήθηκε ένας αντισπαρτιατικός συνασπισμός με την οικονομική υποστήριξη της Περσίας, αποτελούμενος από το Άργος, την Κόρινθο, την Αθήνα και τη Θήβα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση του στρατού του Αγησιλάου από την Ιωνία. Το 394 π.Χ. δόθηκε μία ναυμαχία στην Κνίδο που οδήγησε στην ήττα του σπαρτιατικού από τον αθηναϊκό στόλο, με συνέπεια η Σπάρτη να μην ελέγχει πλέον το Αιγαίο. Ήταν το πρώτο γεγονός που έδωσε στην Αθήνα τη δυνατότητα να επανέλθει στο Αιγαίο και να ασκήσει πολιτική επιρροή στην περιοχή, αφού αποδεσμεύθηκε από τη συνθήκη του 404 π.Χ. και άρχισε να ανακτά την πολιτική της ισχύ. Το τέλος του πολέμου ήλθε με την Ανταλκίδειο ειρήνη ή ειρήνη του βασιλέως (φθινόπωρο του 387 π.Χ.), που επικυρώθηκε την άνοιξη του 386 π.Χ., που συμφωνήθηκε μεταξύ του Αρταξέρξη Β’ και του Σπαρτιάτη ναυάρχου Ανταλκίδα και ανακοινώθηκε στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων από τον Τισσαφέρνη. 

Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης: οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μαζί με τις Κλαζομενές και η Κύπρος ανήκαν πλέον στον Αρταξέρξη οι υπόλοιπες πόλεις ήταν αυτόνομες, εκτός από τη Λήμνο, τη Σκύρο και την Ίμβρο, που αναγνωρίστηκαν ως αθηναϊκές κληρουχίες. Η Σπάρτη ανέλαβε την επίβλεψη της τήρησης των όρων. Η αυτονομία κάθε πόλης δεν επέτρεπε πλέον τη δημιουργία ευρύτερων συνασπισμών. Έτσι, μετά την άνοιξη του 386 π.Χ. η Σπάρτη διέλυσε το κοινό των Βοιωτών και εγκατέστησε ένα ολιγαρχικό καθεστώς και μία σπαρτιατική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη της Θήβας.


Το 382 π.Χ. η Σπάρτη κινήθηκε εναντίον του κοινού των Χαλκιδέων που είχε ως κέντρο την Όλυνθο. Ο Ολυνθιακός πόλεμος (382-379) έληξε με τη διάλυση του κοινού των Χαλκιδέων. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να μεταβάλλονται. Το Δεκέμβριο του 379 π.Χ. δημοκρατικοί Θηβαίοι εκδίωξαν τη σπαρτιατική φρουρά από την Καδμεία. η Θήβα, λοιπόν, ήταν η πρώτη πόλη στην οποία σημειώθηκε προσπάθεια με σκοπό να ελευθερωθεί και η υπόλοιπη Βοιωτία. Ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα σε Βοιωτούς και Σπαρτιάτες, καθώς η Σπάρτη δεν αναγνώριζε τους Θηβαίους ως εκπρόσωπο του κοινού των Βοιωτών, πόλεμος ο οποίος έληξε με τη συντριπτική ήττα της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ., που σήμανε και τη λήξη της σπαρτιατικής ηγεμονίας.

Σπουδαιότερες Μάχες του Σπαρτιατικού Στρατού 

- 1ος ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 743 - 724 π.Χ
- 2ος ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 685 - 668 π.Χ.
- ΑΡΓΟΣ - Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΕΞΑΚΟΣΙΩΝ
- ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΕΓΕΑΣ
- ΟΙ ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
- Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ 480 π.Χ.
- Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ 490 π.Χ.
- Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΛΑΤΑΙΩΝ 479 π.Χ.
- 1ος ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 431 - 421 π.Χ.
- 2ος ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 415 - 404 π.Χ.
- ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ
- ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΟΡΩΝΕΙΑΣ
- Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ
- Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ ΛΕΥΚΤΡΑ 371 π.X.
- ΘΗΒΑΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΛΑΚΩΝΙΑ
- Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ 362 π.Χ.


Το Τέλος της Σπάρτης

Μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος της Μακεδονίας πέρασε στην Πελοπόννησο, και έγινε δεκτός από όλες τις πόλεις, αλλά όταν έφθασε στην Σπάρτη του απαγόρευσαν να εισέλθει. Ο Φίλιππος δεν προσπάθησε να πάρει την πόλη δια της βίας και έφυγε. Η Σπάρτη ήταν η μόνη που δεν έλαβε μέρος στον συνασπισμό της Κορίνθου, ο οποίος έλαβε μέρος το 337 π.Χ., κάτω από Μακεδονική κυριαρχία.

Το 331 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης, εγγονός του Αγησίλαου, ξεσήκωσε επανάσταση εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε. Στο τέλος του 4ου αιώνος π.Χ., η Σπάρτη έκτισε τείχος για πρώτη φορά στην ιστορία της, το οποίο περιέκλειε τα τέσσαρα κεντρικά χωριά της και την Ακρόπολη. Όταν το 280 π.Χ., οι Κέλτες εισέβαλαν από τον Βορρά κατατροπώνοντας τους Μακεδόνες, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρύς, προσπάθησε να ενώσει τις Πελοποννησιακές πόλεις και οδήγησε ένα στρατό στην κεντρική Ελλάδα. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στην Σπάρτη, τριακόσια χρόνια αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Το 272 π.Χ., ο βασιλιάς Πύρος της Ηπείρου, εύκολα θα μπορούσε να καταλάβει την πόλη αφού νίκησε τους Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη έγινε εξάρτηση της Μακεδονίας, και επανέκτησε την ανεξαρτησία της υπό τους τυράννους Μαχανίδα (207 π.Χ.) και Νάμπη (195 - 192 π.Χ.). Το 265 π.Χ. ξανά, έχοντας σχηματίσει συμμαχία με την Αθήνα, Αχαϊα και Ηλεία και μερικές Αρκαδικές πόλεις, έδωσε μάχη εναντίον της Μακεδονίας, αλλά την έχασε (Χραιμονίδιος πόλεμος). Ο γιος του Αρύς, Ακρότατος, το 260 π.Χ. οδηγώντας τον Σπαρτιατικό στρατό εναντίον των Μεγαλοπολιτών, νικήθηκε και αυτοκτόνησε.

Το 244 π.Χ., ο Άγης ο τέταρτος ανέβηκε στον θρόνο και έκανε μια σειρά αλλαγών. Πρότεινε να καταργηθούν όλα τα χρέη και να γίνει ανακατανομή όλης της γης, σε ίσα μερίδια για 4,500 κατοίκους και 15,000 περιοίκους. Επίσης επέμεινε στην αυστηρή αγωγή του Λυκούργου για τους υπόλοιπους 700 ίσους και τους 2,000 υπομείωνες και διαλεγμένους περίοικους. Βρήκε όμως στις προτάσεις του ισχυρή αντίσταση και ο Άγης εκτελέσθηκε μετά από δίκη, το 241 π.Χ.


Ο επόμενος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ΙΙΙ, ανήλθε το 236 π.Χ. Παντρεύτηκε την χήρα του βασιλιά Άγη και προσπάθησε να επιβάλλει τις ιδέες του. Το 227 π.Χ., σε μια εξέγερση σκότωσε τέσσερις από τους Εφόρους και εξόρισε τους αντιπάλους του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το αξίωμα των Εφόρων καταργήθηκε. Κατόπιν κατένειμε την γη σε 4,000 ίσα μερίδια, συμπεριλαμβάνοντας τους περίοικους και υπομείονες.

Επίσης άρχισε να εφαρμόζει την εκπαίδευση και τα έθιμα του Λυκούργου κάτω από τις οδηγίες του φίλου του και φιλοσόφου Σφαιρού. Όλες αυτέ οι αλλαγές έφεραν αποτέλεσμα και ο Κλεομένης είχε πολλές στρατιωτικέ επιτυχίες. Το Άργος και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδος και της ανατολικής Αρκαδίας κατακτήθηκαν.

Η Αχαϊκή συμμαχία υπό την αρχηγία του Άρατου της Σικυώνος, με την υπόσχεση ότι θα του έδινε πίσω την Κόρινθο, συμμάχησε με τον Αντίγονο της Μακεδονίας και επανέκτησε το Άργος και αρκετές από τις Αρκαδικές πόλεις. Με την σειρά του ο Κλεομένης κατέλαβε και κατέστρεψε την Μεγαλόπολη το 223 π.Χ.

Το 222 π.Χ., στην Σελλασία, μεταξύ Σπάρτης και Τεγέας, έλαβε μέρος μια μάχη. Ο Σπαρτιατικός στρατός ανερχόμενος σε 10,000 και αυτός του Αντιγόνου και των συμμάχων του σε 30,000. Σ' αυτήν την μακρά και φρικτή μάχη, οι Σπαρτιάτες πολέμησαν γενναία. Όλος ο Σπαρτιατικός στρατός έπεσε, εκτός από 200 άνδρες. Ο βασιλιάς Κλεομένης έφυγε για την Αίγυπτο.


Τα επόμενα χρόνια μια σειρά από εξεγέρσεις άρχισαν στην Σπάρτη, κατά τις οποίες βασιλιάδες και Έφοροι σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν. Το 206 π.Χ., ο τύραννος Νάβης, απόγονος του Δημάρατου, ο οποίος είχε αυτοεξορισθεί στην Περσία το 490 π.Χ., ανήλθε στον θρόνο. Ένας ικανός αλλά αδίσταχτος και αισχρός άνδρας, δήμευσε τις περιουσίες όλων των πλουσίων πολιτών και τις μοίρασε στους φτωχούς.

Απελευθερώνοντας τους δούλους, κατάφερε να αποκτήσει ένα στρατό 10,000 ανδρών και επίσης επέκτεινε τις κοινωνικές αλλαγές στο Άργος. Ήταν ο Νάβης που προβλέποντας τον επερχόμενο κίνδυνο, οχύρωσε την Σπάρτη για πρώτη φορά στην ιστορία της. Όταν ο Ρωμαίος διοικητής Φλαμινίνος εισέβαλε στην Λακωνία και πολιόρκησε την Σπάρτη, μετά από μερικές ημέρες μάχης, μια όχι τιμητική συμφωνία έγινε δεκτή , στην οποία Σπάρτη έχανε όλες τις πόλεις των περιοίκων και τον στόλο της.

Αργότερα με την πρόφαση ότι ήθελαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, οι Αιτωλοί έστειλαν χιλίους άνδρες να σκοτώσουν τον Νάβη και να την καταλάβουν. Κατόρθωσαν να τον δολοφονήσουν, αλλά τελικά τους κατάσφαξαν όλους οι Σπαρτιάτες. Μετά την δολοφονία του Νάμπη, η Σπάρτη αναγκάστηκε από τον Φιλοποίμενα να γίνει μέλος της Αχαϊκής συμμαχίας. Γκρέμισαν τα τείχη της και οι νόμοι του Λυκούργου ανακαλέστηκαν.

Υπό τους Ρωμαίους τον 2ον αιώνα μ.Χ., η Λακωνία σαν επαρχία της Αχαϊας, της επετράπη να επαναφέρει τους νόμους του Λυκούργου. Το 396 μ.Χ., η πόλη καταστράφηκε από τις χριστιανικές ορδές του Αλάριχου και τον ΑΒΒΑ ΦΟΥΡΜΟΝΤ (Μichel fourmont)

Τον 9ον αιώνα μ.Χ., εισέβαλαν οι Σλάβοι και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Μάνη. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν μια πόλη και την ονόμασαν Λακεδαιμόνια, αλλά η σπουδαιότητα της χάθηκε γύρω στο 1248 μ.Χ. και εξαφανίστηκε από την ιστορία ολικά το 1834 μ.Χ. Σήμερα η πόλη της μοντέρνας Σπάρτης κατέχει την ίδια θέση της αρχαίας πόλης.

Φωτογραφικό Υλικό