Μέχρι την εποχή μας, και ίσως για πάντα, κανένα άλλο έργο δεν μπόρεσε να συγκριθεί με την αξία των Ομηρικών Επών από άποψη πνοής, ποιητικής ολοκλήρωσης και δομικής ολοκλήρωσης.
Ο Όμηρος απασχόλησε για πολλούς αιώνες τους ερευνητές, τους μελετητές και τους λογοτέχνες με χιλιάδες μελέτες γύρω από αυτόν και το έργο του.
Από τον καιρό του Πεισιστράτου, ο ερευνητής βρίσκεται μπροστά σε αλλεπάλληλες εκδόσεις των επικών κειμένων και χιλιάδες τόμοι περιγράφουν τις Ομηρικές εμπνεύσεις που συνθέτουν τα έργα του.
Βλέπουμε με απέραντο θαυμασμό, σήμερα, τα Πανεπιστήμια των πέντε ηπείρων να διδάσκουν τα Ομηρικά αριστουργήματα, ενώ, αναμετρώντας την κυκλοφοριακή δύναμη αυτών των έργων, η “Ιλιάδα” και η “Οδύσσεια” καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση παγκοσμίως μετά την πρώτη της “Αγίας Γραφής”.
Η Ομηρική ποίηση αποτελεί το κορύφωμα μιας σπουδαίας εποχής, της Μυκηναϊκής, και με αυτή αρχίζει η αρχαϊκή εποχή που χαρακτηρίζεται ως “αισθητική εποχή” στο χώρο της Τέχνης του Λόγου.
Με βάση τον συγκεκριμένο στοχασμό, τα Ομηρικά Έπη, κρινόμενα ως προς τη δομή, τη σύλληψη, το νοηματικό τους περιεχόμενο και την τρέχουσα ιστορική τους εξέλιξη, διακρίνονται ως κορυφαίας συλλήψεως έργα και ο Όμηρος καταλαμβάνει δικαίως τον θώκο του μεγαλύτερου και σπουδαιότερου ποιητή, όχι μόνο των αρχαίων χρόνων, αλλά και των επομένων αιώνων μέχρι σήμερα!
Ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής περιγράφει γεγονότα παράλληλου χρόνου σε διαφορετικές περιοχές με πολιτικό ή πολεμικό περιεχόμενο, λες και ο ποιητής ήταν παρών σε κάθε γεγονός την ίδια στιγμή, σε δύο ή και περισσότερες διαφορετικές περιοχές, που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αφήνει τον ερευνητή άφωνο.
Ο Όμηρος διαχειρίζεται τα έπη του με τέτοιο τρόπο, ώστε, όταν τα κρίνουμε στις λεπτομέρειές τους, ή στο σύνολό τους, να φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι, ο ποιητής γνωρίζει άριστα τι πρέπει να ειπωθεί, τι πρέπει να παραληφθεί, τι πρέπει να βεβαιωθεί και τι να αμφισβητηθεί, με αποτέλεσμα ο μελετητής να μένει κατάπληκτος για την ολοκληρωμένη και συγκροτημένη αντίληψη και γνώση του συγγραφέα στο χώρο της Τέχνης, της Τεχνικής και της Πληρότητας των εμπνεύσεων του ποιητή.
Πέρα από την κριτική μας για την υψηλή λογοτεχνική αξία τους, τα Ομηρικά ποιήματα, μας εκπλήσσουν για τις αμέτρητες πληροφορίες που μας παρέχουν για τα γεγονότα, όπως διαδραματίζονται για τον Πολιτισμό, τη Θρησκεία, τα Ήθη, τα Έθιμα και ό,τι αφορά ανθρώπους, ομάδες και λαούς, χωριστά στο χρόνο που περιγράφονται, δηλαδή στα χρόνια της Μυκηναϊκής εποχής.
Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, μαζί με τις πινακίδες της Πύλου, τα έπη αποτελούν τους πλέον έγκυρους πληροφοριοδότες, για τη συγκεκριμένη εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα στο χρονικό διάστημα περιγραφής τους.
Παρατηρούμε ότι, είναι φυσικό, τα έπη του Ομήρου, δημιουργήματα μιας μεταγενέστερης εποχής, παρέλαβαν και μεταγενέστερα στοιχεία της Μεταμυκηναϊκής εποχής, στην Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο.
Παρατηρώντας τον Όμηρο να τονίζει την πολιτική δύναμη του Βασιλιά των Μυκηνών και τη θαυμαστή επιρροή που ασκούν οι μικρότεροι ήρωες στη “Βουλή” με τον λαό στις συνελεύσεις, επηρρεάζει αναμφίβολα, χωρίς καμία απολύτως υστεροβουλία την τρέχουσα εποχή που γράφεται το έπος.
Όσον αφορά στις περιγραφές της στρατιωτικής τακτικής και τον οπλισμό των Μυκηναϊκών χρόνων, όλα αυτά δημιουργούν την εντύπωση του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος του Ομήρου να τα περιγράψει.
Όμως, διακρίνουμε παράλληλα ότι είναι δύσκολο να αντιληφθούμε με ακρίβεια τους εσωτερισμούς που εισήγαγε ο ποιητής μέσα στο έργο του. Είναι σίγουρο ότι, κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, ο ενταφιασμός των νεκρών αποτελούσε την επίσημη ασχολία στις θρησκευτικές ανάγκες του λαού, ενώ στη Μεταμυκηναϊκή και στην Πρώιμη Γεωμετρική Εποχή, οι πιστοί έκαιγαν τους νεκρούς.
Στα Ομηρικά Έπη, αποτελούσε συνήθεια οι νεκροί να καίγονται στην πυρά, αφού προηγουμένως τους καθαρίσουν και τους θρηνήσουν. Με αυτόν τον τρόπο ο ποιητής, αποδίδει σύγχρονες συνήθειες για λογαριασμό μιας παλαιοτέρας εποχής.
Είναι σαφές ότι, παρέμεινε ανεξήγητο μέχρι σήμερα το γεγονός, για να πληροφορηθούμε ποια είναι η “ιστορική αιτία” που κρύβεται πίσω από την εκστρατεία στην Τροία. Δεχόμεθα όμως ότι, ο τότε αρχαίος κόσμος είχε γνώση και κατανόηση της αιτίας που προκλήθηκε ο αδυσώπητος αυτό πόλεμος.
Ανατρέχοντας στον Θουκυδίδη, αντιλαμβανόμεθα, μέσω της ιστορικής αυστηρότητας που τον διακρίνει, ότι έχει αντιληφθεί την ωραιοποίηση της πραγματικότητας που διανθίζει τα Ομηρικά κείμενα.
Σύμφωνα με νεώτερα αρχαιολογικά δεδομένα, η Ομηρική Τροία δεν ανταποκρινόταν με ακρίβεια στις περιγραφές του και δεν ήταν η Τροία VI όπως την πίστευαν ο Schliemann και οαρχαιολόγος Dorfeld, αλλά η Τροία VII b2 (1.190 - 1.100) η οποία καταστράφηκε, για να γίνει Ελληνική αποικία, αργότερα, τον 8ο αιώνα π.Χ.
Το “Πάριο Χρονικό” τοποθέτησε την Άλωση της Τροίας στο έτος 1209 π.Χ., ενώ ο Ερατοσθένης είκοσι χρόνια αργότερα, στο 1189 π.Χ. Παρατηρούμε έτσι ότι, η χρονολόγηση με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, συμπίπτει με ακρίβεια με τις πηγές πληροφοριών μας.
Στα Ομηρικά Έπη, μαζί με τους γνωστούς θεούς του Ολύμπου, περιλαμβάνονται και άλλες θεότητες, οι οποίες εικάζεται ότι αποτελούν παλαιότερες μορφές. Η θρησκεία του Ομήρου δεν αναγνωρίζει τον Ζωομορφισμό.
Οι θεοί λατρεύονται μεγαλοπρεπώς μέσα σε καλλιμάρμαρους ναούς, ενώ η κορυφαία υπεροχή του Δία στο θεϊκό πάνθεον είναι αναμφισβήτητη. Ο Όμηρος πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, η οποία, μετά τον αποχωρισμό της από το σώμα, εγκαθίσταται στο Βασίλειο του Άδη.
Στα Ομηρικά κείμενα οι λατρευτικοί βωμοί, οι θυσίες και τα αφιερώματα, αποτελούν συνήθεις εκδηλώσεις στους λαούς. Οι ιερείες και οι μάντεις είναι πρόσωπα σεβαστά, με μεγάλη δύναμη και επιρροή στο λαό.
Η Μαντική, αποτελεί συνήθεια στους πιστούς που επιθυμούν να επικοινωνήσουν με τον κόσμο του μέλλοντος, με το υπερπέραν και το άγνωστο. Οι θεοί του Ολύμπου έχουν ανθρώπινες συνήθειες, τρώνε και πίνουν όπως και τα γένη των ανθρώπων και γίνονται αντικείμενο θαυμασμού και ευσέβειας του συνόλου του λαού.
Αποτελεί ιδιαιτερότητα όσα ο W. Christ (ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ Α.Γ.Χ. Κώνστα, τόμος 9, Αθήνα 1900, σε 110 μέχρι 111) αναφέρει: “ο Όμηρος ήτο, ο υπό πάντων των Ελλήνων, αναγνωρισμένος Εθνικός Ποιητής, διότι στους ήρωες της “Ιλιάδας” και της “Οδύσσειας” έβρισκαν όλες τις άρρητες ιδιότητες του έθνους, του ηρωϊκού ανδρός και την εξαιρετική σύνεση. Όταν δε, άρχισαν να διαδίδονται με τα γραπτά κείμενα τα ποιήματα, σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, αυξήθηκε ταυτόχρονα και η δύναμή τους σε ολόκληρη την πνευματική ζωή του έθνους...”
Και η αναφορά συνεχίζει:
“Τοιουτοτρόπως, οι θεωρίες των θεών του Ομήρου αλλά και του Ησιόδου, απέκτησαν μέγιστο αξίωμα στην πίστη του λαού, ώστε ο Ηρόδοτος μπορούσε να αναφέρει σε αυτούς το σύνολο της Ελληνικής θεολογίας”.
Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τους μύθους, έλαβε την άριστη τροφή η Χωρική Λυρική Ποίηση, ιδιαίτερα η Τραγωδία, ένεκα της οποίας ο Αισχύλος αποκαλούσε τα έργα του “Τεμάχη” λόγω των πλουσίων Ομηρικών δείπνων.
Ο Φειδίας, όταν κλήθηκε από το ιερατείο του ναού της αρχαίας Ολυμπίας να οικοδομήσει τον Ναό του Διός και να φολοτεχνήσει το γιγάντιο άγαλμα του πατέρα των θεών, ομολόγησε, μετά την κατασκευή του αγάλματος ότι: “Τις ώρες της κατασκευής είχε μπροστά στα μάτια του, τους στίχους της πρώτης Ραψωδίας”.
Συνεχίζει η περιγραφή του Α.Γ.Χ. Κώνστα:
“Στα σχολεία, η βάση της διδασκαλίας ήταν ο Όμηρος και από την αρχή οι μαθητές διάβαζαν τα έπη του και απομνημόνευαν την ερμηνεία του κειμένου και οι περισσότεροι μαθαίνουν χωρίς να διαβάζουν, τα κείμενα ολόκληρης της “Ιλιάδας” και τους απέδιδαν με απαγγελία”.
Σύμφωνα με όλα αυτά, ο Όμηρος, ο θρυλικός αυτός ποιητής, επηρρέαζε σε τόσο μεγάλο βαθμό τη συνείδηση των Ελλήνων ώστε, και ο ίδιος ο Πλάτων με τον άριστο τρόπο που αντιμετώπιζε τους ποιητές, απροκάλυπτα αποκάλεσε τον Όμηρο “Παιδευτή της Ελλάδος”.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου