Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

Ο χριστιανισμός έναντι του Ελληνικού πολιτισμού

«Υπατία»,
του Odoardo Tabacchi (1874)
ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΚΑΤΕΛΥΘΗ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ;


"Ὁ μὲν γὰρ Ἑλληνισμὸς πανταχοῦ τῆς γῆς ἐκταθεὶς καὶ τὰς ἁπάντων ἀνθρώπων ψυχὰς κατασχὼν οὕτως ὕστερον μετὰ τὴν τοσαύτην ἰσχὺν καὶ τὴν ἐπίδοσιν ὑπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ κατελύθη δυνάμεως".
(Ιωάννης ο Χρυσοστόμος, Λόγος εις τον Μακάριον Βαβύλα και κατά Ιουλιανού, ή κατά Ελλήνων)

Mέρος 1ο

Από τα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων προκύπτει ανάγλυφα η αντιπαλότητα των ηγετών της χριστιανικής Εκκλησίας έναντι του ελληνικού πολιτισμού και των έργων του, παρά την προβαλλόμενη σήμερα δήθεν σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που θρυλείται ότι κατέληξε στον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» - ένα ιδεολόγημα που συνοδεύει το σύγχρονο ελληνικό κράτος και αξιοποιήθηκε κυρίως από τα δικτατορικά καθεστώτα. Αυτή η αντιπαλότητα δεν ήταν απλώς μία θεμιτή άμιλλα, ένας ανταγωνισμός ιδεών και προτάσεων, αλλά μία σαφής εχθρότητα και πρόθεση συκοφάντησης.

Ανεξάρτητα από αυτή τη συγκρουσιακή τοποθέτηση, εκείνη την εποχή μεθοδευόταν ταυτόχρονα η συστηματική αντιγραφή και ενσωμάτωση στα χριστιανικά κείμενα απόψεων και συλλογισμών Ελλήνων (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) αλλά και Ρωμαίων (Κικέρων, Σενέκας) φιλοσόφων, αλλά και η παραποίηση ιδεών και φιλοσοφικών προτάσεων. Ο K.Deschner παραθέτει στο βιβλίο του «Kriminalgeschichte des Christentums» (βλέπε βιβλιογραφία) πλαστογραφημένες «επιστολές», δήθεν μεταξύ του Σενέκα και του Παύλου, τις οποίες είχαν επινοήσει διάφοροι «εκκλησιαστικοί πατέρες» και από τις οποίες συμπεραίνεται η σύγκλιση της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας με τις (μέχρι τότε ακόμα αδιαμόρφωτες) χριστιανικές απόψεις. Αυτή η συστηματική υποκλοπή αλλότριων ιδεών και λόγων δεν έγινε, φυσικά, τότε ευρύτερα γνωστή και όταν δεν ήταν πια δυνατόν να αποκρυβεί, μετονομάστηκε σε «...συμφιλίωση της διδασκαλίας των αρχαίων φιλοσόφων με τη χριστιανική θρησκεία». Το προϋπάρχον συμφιλιώθηκε δηλαδή με το μεταγενέστερο, ο εμπνευστής συμφιλιώθηκε με τον αντιγραφέα του! Από τη μέση βυζαντινή εποχή και μέχρι σήμερα προβάλλεται όμως θορυβωδώς, λόγω και της εγγενούς πολιτισμικής ένδειας, ακριβώς το αρχικά απoσιωπώμενο και αξιοποιείται για τη στήριξη του ιδεολογήματος περί ενότητας και συνέχισης του ελληνικού πολιτισμού δια του χριστιανισμού.

Η χριστιανική πλευρά διατυπώνει ως αντίλογο την άποψη ότι, πρώτον, οι χριστιανοί εκδικούνταν με τις βιαιοπραγίες τους τις αιματηρές διώξεις που είχαν υποστεί για πολλές δεκαετίες και, δεύτερον, όπου στα χριστιανικά κείμενα αναφέρονται καταγγελίες, ύβρεις και αναθεματισμοί κατά των Ελλήνων, δεν νοούνται οι εκπρόσωποι του ελληνικού πνεύματος και οι Έλληνες ή έστω οι ελληνόφωνοι πολίτες, αλλά γενικώς οι «ειδωλολάτρες».

Στο πρώτο σημείο δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί, αφενός ότι, ένα πιθανόν δικαιολογημένο αίσθημα πικρίας, το οποίο μετετράπη σε εκδικητικότητα στο αριθμητικά έτσι κι αλλιώς ακόμα περιορισμένο πλήθος των οπαδών, δεν θα έπρεπε να βρίσκει συνέχεια στα λόγια και τα έργα των κορυφαίων εκπροσώπων της «θρησκείας της αγάπης». Αφετέρου είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, οι όποιες διώξεις και σφαγές κατά των χριστιανών δεν διοργανώνονταν από τους Έλληνες φιλοσόφους ή οποιουσδήποτε Έλληνες διανοούμενους, αλλά από τη ρωμαϊκή διοίκηση και το μισθοφορικό αυτοκρατορικό στρατό. Οι Ρωμαίοι στρατηγοί με αυτήν ακριβώς τη διοίκηση και τον ίδιο μισθοφορικό στρατό υιοθέτησαν αργότερα και επέβαλαν το χριστιανισμό ως μοναδική και αποκλειστική θρησκεία και επιδόθηκαν, μαζί με τους εκπροσώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού, στην κατασυκοφάντηση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την καταστροφή μεγάλου μέρους των μέχρι σήμερα θαυμαζόμενων, κάθε είδους και μορφής, έργων του!

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο του αντιλόγου, ότι δηλαδή με τον όρο «Ελληνικός» χαρακτηριζόταν ο «ειδωλολάτρης», ό,τι κι αν σήμαινε τότε και μπορεί να σημαίνει σήμερα ουσιαστικά αυτή η λέξη, τα κείμενα που ακολουθούν φαίνεται να μαρτυρούν κάτι διαφορετικό:

Ο «εκκλησιαστικός πατέρας» και πατριάρχης στην Κων/πολη, Ιωάννης Χρυσόστομος εκ Συρίας (344-407), λέει (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1): «...και οι Έλληνες είχον να επιδείξουν μεταξύ των ωρισμένους που εφιλοσόφησαν περί ...» Αλλού αναφέρει (Ομιλία ιζ’ εις το Κατά Ματθαίον, 7): «...σκεφθείτε τους φιλοσόφους των Ελλήνων και τότε θα εννοήσετε ...» Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος εκκλησιαστικός πατέρας δεν αναφέρεται σε κάποιους «ειδωλολάτρες» φιλοσόφους, αλλά στους υπαρκτούς και γνωστούς Έλληνες φιλοσόφους, στων οποίων τις ιδέες προσπάθησε να αντιπαραθέσει τις αντιλήψεις της ερήμου!

Ιωάννης Χρυσόστομος: «Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες και ιχώρ (έμπυο) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια. Εμείς δε δεν παραιτούμαστε της κατ'αυτών μάχης» (Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΝ 59, 370, 7-11).

Ο επίσκοπος Ρώμης, πάπας Γελάσιος (Gelasius) που έζησε κατά τον 5ο αιώνα (πέθανε το 496) απηύθυνε επιστολές στον αυτοκράτορα και στη διοίκηση του ρωμαϊκού κράτους, στις οποίες καταφέρεται κατά των, όπως γράφει σε πάμπολλα σημεία, «σχισματικών Ελλήνων». (E. Caspar, Geschichte des Papstums II, 1930 και W. Ullmann: Gelasius I, 1981) Αφορμή για τη συγγραφή αυτών των επιστολών ήταν αντιδικίες για κάποια δογματικά ζητήματα πίστης. ο σημερινός αναγνώστης διαβλέπει, βέβαια, συγκρούσεις για επιρροή και εξουσία μεταξύ των επισκόπων Ρώμης, Κων/πολης και Αλεξάνδρειας, πράγμα που δεν ενδιαφέρει όμως εδώ άμεσα. Προφανώς, οι αναγνώστες εκείνης της εποχής των επιστολών του Γελάσιου, στο παλάτι, στο στρατό, στην εκκλησία και στη διοίκηση, δεν καταλαβαίνουν ότι ο επίσκοπος Ρώμης κατακεραυνώνει και χλευάζει τους «ειδωλολάτρες», όταν διαβάζουν ότι οι «σχισματικοί Έλληνες δεν θα βρουν συγχώρεση ούτε μετά θάνατον ... » αλλά, ακριβώς αυτό που καταλαβαίνει καθένας και σήμερα: εννοεί τις ηγετικές ομάδες της ανατολικής Εκκλησίας που διέθεταν Ελληνική παιδεία.

«Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της Ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα... Ούτος ο (πιστός) βάρβαρος, την οικουμένη ολάκερη κατέλαβε... και ενώ πάντα τα των Ελλήνων σβήνουν και αφανίζονται, τούτου (του πιστού βάρβαρου) καθ' έκαστη λαμπρότερα γίνονται». (Ι. Χρυσόστομος εις Ιωάννην 59.31.33).

«Κανείς δεν πρέπει στα παιδιά του, των (Ελλήνων) προγονών να καλεί τα ονόματα, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά αυτά των δικαίων (της Παλαιάς Διαθήκης)». – (Ι. Χρυσόστομος, Περί Κενοδοξίας και πώς δει τους Γονείς Ανατρέφειν τα Τέκνα (690) 641.65).

Βασίλειος Καισαρείας, εις Προφήτην Ησαΐα 9.230.8: «Είναι εχθροί οι Έλληνες, διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον Ισραήλ. Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστευσάντων».

«Μη δειλιάζετε από των Ελληνικών πιθανολογημάτων... τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» (Εις τον Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον 7.196.3).

Ευσέβιος Καισαρείας: «Τον φτωχό και πένητα λαό σήκωσες από τα καθόλου ζηλευτά πράγματα και από την ατιμία των παθών και από την κοπριά των ελληνικών βδελυγμάτων και κάθισες αυτόν με τους άρχοντες του Ισραήλ, τον όντως αληθινό λαό του Θεού» (ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, 23, 1352, 34-38)

Τίτλοι κεφαλαίων:

Πράξη σωφροσύνης είναι η εγκατάλειψη της ελληνικής πλάνης.

Εγκαταλείψτε όσα οι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι περί αρχών εισηγήθηκαν.

Περί των αρχαιότερων Εβραίων και γιατί τας γραφάς αυτών, από των ελληνικών λόγων προτιμήσαμε.

Γιατί μετά από λογική κρίση και σώφρονα λογισμό την ιστορία των Εβραίων παραδεχθήκαμε. (Ευσέβιος "Κλείς Πατρολογίας").

Χαιρετισμοί: «...Χαίρε η των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα ... », «...Χαίρε η τους φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα ... »

ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΕΙΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 1.10.10: Όσοι έχουν κάποιο στρατιωτικό ή άλλο αξίωμα ή μεγάλη περιουσία και για να κρατήσουν τα προσχήματα ήλθαν ή πρόκειται να έλθουν να βαπτισθούν, αλλά αφήνουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και τα υπόλοιπα μέλη του οίκου τους μέσα στην ελληνική πλάνη, διατάσσουμε να δημευθεί η περιουσία τους, να αποκλεισθούν από τα πολιτικά δικαιώματά τους και να υποβληθούν σε αντάξιες τιμωρίες, αφού είναι φανερό ότι πήραν το βάπτισμα χωρίς καθαρή πίστη. 

Κλήμης Αλεξανδρείας: «Έλληνες κλέπται πάσης γραφής» (Στρωματείς, 1,5)

Τατιανός, μέγας απολογητής: «Οι Έλληνες ούτε είχαν ούτε δημιούργησαν τίποτα δικό τους, αλλά όλα τα παρέλαβαν από τους βαρβάρους, μόνο και μόνο για να προξενήσουν κακό» (Προς Έλληνες)

Αυτοκράτορες Λέων και Ανθέμιος Σεβαστοί προς Διόσκωρο Έπαρχο Πραιτορίου, έτος472: Δεν θα τολμήσει κανείς να πράξει αυτά που απαγορεύθηκαν σ' αυτούς που επιμένουν στις ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι πράξεις τους είναι δημόσιο έγκλημα. Θέλουμε αυτές οι τελετές να σταματήσουν εντελώς και αν σε κάποιο λιβάδι ή σπίτι γίνει μια τέτοια τελετή, εν γνώσει του ιδιοκτήτη, αυτό το λιβάδι ή σπίτι, θα προσαρτηθεί στο ταμείο της Εκκλησίας. Αυτός που εν γνώσει του έδωσε τη συγκατάθεσή του να μιανθεί ο τόπος του με τέτοιο έγκλημα, αν έχει κάποιο πολιτικό ή στρατιωτικό αξίωμα, θα αποπεμφθεί απ' το αξίωμά του και θα χάσει την περιουσία του, επίσης θα βασανιστεί με μεταλλικά εργαλεία, σύμφωνα με το δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο, και θα οδηγηθεί σε διαρκή εξορία.

Στον Ακάθιστο Ύμνο, έργο άγνωστου μελωδού του 6ου αιώνα, στο διάστημα των ετών 500-520, προς τιμή της μητέρας του Ιησού, αναφέρεται σε κάποιους στίχους (γράμμα Ρ):

«Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα,

Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα,

Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί,

Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί,

Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα
... »

Κάποιος που γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα αντιλαμβάνεται ότι, ακόμα κι αν ως τεχνολόγοι, δεινοί συζητητές και μύθων ποιητές δεν «περιγράφονται» οι Έλληνες επιστήμονες, φιλόσοφοι και ιστορικοί της Αρχαιότητας, με τους όρους Αθηναίοι και φιλόσοφοι εννοούνται αποκλειστικά οι δάσκαλοι του Ελληνικού πολιτισμού που είχαν την έδρα τους στην Αθήνα και όχι αφηρημένα κάποιοι ειδωλολάτρες.

ΔΕΣ:
Ο κορυφαίος χριστιανός υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός (493-560), περιλαμβάνει στον «Ύμνον εις Πεντηκοστήν» τους εξής στίχους (Maas Paul - Trypanis C.: A.Sancti Romani Melodi cantica - Cantica genuina, Oxford University Press, 1963):

«Τί φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες;

Τί φαντάζονται προς 'Αρατον τον τρισκατάρατον;

Τί πλανώνται προς Πλάτωνα;

Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή;

Τί μη νοούσι Όμηρο όνειρον αργόν;

Τί Πυθαγόραν θρυλούσιν τον δικαίως φιμωθέντα;
»

Βέβαια, ο συγκεκριμένος Ρωμανός ήταν εκχριστιανισμένος Ιουδαίος εκ Συρίας και προφανώς είχε μόνο σχέση σπουδών με τον ελληνικό πολιτισμό. Τα κείμενά του γίνονταν όμως αποδεκτά από την Εκκλησία και έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα.

Είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να γενικευτεί η αντίληψη ότι η έννοια Έλλην και ελληνικός ταυτιζόταν στη σκέψη των ανθρώπων εκείνης της εποχής άκριτα με τις έννοιες ειδωλολάτρης και ειδωλολατρικός!

Αλλά και για την ίδια τη λεγόμενη «ειδωλολατρεία» γνώριζαν όλοι οι «εκκλησιαστικοί πατέρες» λεπτομερώς από την αντίκρουση που έκανε ο Ωριγένης στο βιβλίο του Πορφύριου Μάλχου (3ος αιώνας μ.Χ.) με τίτλο «Κατά Χριστιανών», ποια ακριβώς σημασία είχαν τα αγάλματα της ελληνικής εθνικής θρησκείας. Έγραφε ο Πορφύριος: «Όσοι αποδίδουν τον πρέποντα σεβασμό στους θεούς, δεν πιστεύουν ότι ο θεός βρίσκεται στο ξύλο, στο λίθο η στο χαλκό από τον οποίο κατασκευάζεται το ομοίωμα τους, ούτε θεωρούν ότι αν ακρωτηριασθεί ένα μέρος του αγάλματος μειώνεται η δύναμης του θεού. Τα ομοιώματα και οι ναοί ιδρύθηκαν από τους προγονούς μας για τη διαρκή υπενθύμιση της υπάρξεως των θεών, για να παρέχουν τη δυνατότητα σε όσους φοιτούν εκεί να ανάγονται στην έννοια του θεού με συστηματική εργασία και καθαρό βίο και σε όσους προσέρχονται εκεί, να μπορούν να απευθυνθούν στο θεό με προσευχές και ικεσίες, ζητώντας από αυτόν ό,τι έχει ο καθένας ανάγκη. Και πραγματικά, εάν κάποιος φτιάξει την εικόνα ενός φίλου, δεν πιστεύει βεβαίως ότι ο φίλος του βρίσκεται μέσα στην εικόνα ούτε τα μέλη του σώματος του έχουν εγκλεισθεί μέσα στην ζωγραφιά, αλλά θεωρεί ότι μέσω της εικόνας δείχνει την τιμή που αποδίδει στο φίλο του. Και είναι εύλογο τα αγάλματά τους να έχουν ανθρώπινα σχήματα, επειδή ο άνθρωπος θεωρείται ότι υπερέχει σε κάλλος όλων των ζώων και αποτελεί εικόνα του θεού.» Επιχειρήματα, τα οποία μερικούς αιώνες αργότερα προέβαλαν σε όμοια μορφή οι «εικονολάτρες» χριστιανοί στους καταστροφείς «εικονοκλάστες» και περί τα μέσα της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας οι ορθόδοξοι χριστιανοί στους μωαμεθανούς ανεικονιστές. Αν οι αρχαίοι Έλληνες προσκυνούσαν πέτρες, ξύλα και μέταλλα, τότε και οι ορθόδοξοι «εικονολάτρες» προσκυνούσαν -και προσκυνούν ακόμα- ξύλα και τζάμια και οι κατά τον καθολικισμό θρησκεύοντες επίσης μάρμαρα.

Από το γεγονός όμως ότι τα βιβλία του Πορφύριου, όπως και τα προγενέστερα του Αλεξανδρινού φιλοσόφου Κέλσου (2ος αιώνας μ.Χ.) έπρεπε χωρίς εξαίρεση να καούν με απόφαση οικουμενικής συνόδου και με νόμο του Ιουστινιανού (Ιουστ. Κώδιξ, Ι1.3), δείχνει ότι οι εχθροί του ελληνικού πνεύματος δεν ενδιαφέρονταν για την αναζήτηση της αλήθειας. Πολύ εγγύτερα βρίσκεται το συμπέρασμα ότι, στόχος των συνειδητών στρεβλώσεων και συκοφαντιών ήταν οι Ελληνίζοντες της ύστερης Αρχαιότητας και η πολιτική επιρροή τους. Πέρα απ' αυτό, αν οι χριστιανοί διανοούμενοι των πρώτων αιώνων εκτιμούσαν πράγματι τα έργα του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίον υποτίθεται ότι καλλιέργησαν στη συνέχεια, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι απολογητές εκείνων των εποχών και δραστηριοτήτων, θα έπρεπε εκείνοι ακριβώς οι χριστιανοί πρωτοπόροι να έχουν διαφυλάξει αυτές τις έννοιες από τον κίνδυνο κατάχρησής τους που είχε στόχο την εξύβριση επιφανών προσώπων και έργων ενός ανώτερου πολιτισμού!

Παραθέτουμε στα επόμενα μερικά ακόμα αποσπάσματα από χριστιανικά κείμενα που καταφέρονται κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού και διατυπώνουμε πιθανές ερμηνείες γι' αυτές τις εκδηλώσεις εχθρότητας!

Αθανάσιος ο Μέγας, (αποκαλούμενος homunculus δλδ. ανθρωπάκι, μάλλον Αιθίοπας εκ καταγωγής): «Δεν είχε αποκαλυφθεί η μωρία της ελληνικής φιλοσοφίας, παρά μόνο όταν η αληθινή σοφία του θεού φανέρωσε τον εαυτό της στη Γη» (Περί ενανθρωπίσεως, 46.17-19).

Ιωάννης Χρυσόστομος, (εκ Δαμασκού Συρίας, αμφιλεγόμενης καταγωγής):

«Εάν δε κοιτάξεις στα ενδότερα των Ελλήνων θα δεις τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά σαν τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας αυτών, γεμάτος ακαθαρσίες και ιχώρ (έμπυο) και τα δόγματά τους γεμάτα σκουλήκια. Εμείς δε δεν παραιτούμαστε της κατ' αυτών μάχης» (Εις τον 'Αγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν, 59, 370, 7-11).

«Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της Ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα... Ούτος ο (πιστός) βάρβαρος, την οικουμένη ολάκερη κατέλαβε ... και ενώ πάντα τα των Ελλήνων σβήνουν και αφανίζονται, τούτου (του πιστού βάρβαρου) καθ' έκαστη λαμπρότερα γίνονται». (Εις Ιωάννην 59.31.33).

«Κανείς δεν πρέπει στα παιδιά του, των (Ελλήνων) προγόνων να καλεί τα ονόματα, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά αυτά των δικαίων (της Παλαιάς Διαθήκης)». (Περί Κενοδοξίας και πώς δει τους Γονείς Ανατρέφειν τα Τέκνα (690) 641.65).

Βασίλειος ο Μέγας, (Καππαδόκης εκ καταγωγής):

«Είναι εχθροί οι Έλληνες, διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον Ισραήλ. Στόμα δε λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄11) την σοφιστική του λόγου δύναμη η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει τους εν απλότητι πιστευσάντων». (Εις Προφήτην Ησαϊαν 9.230.

«Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων... τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν» (Εις Προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον 7.196.3).

Ευσέβιος Καισαρείας της Παλαιστίνης, (Παλαιστίνιος εκ καταγωγής): «Τον φτωχό και πένητα λαό σήκωσες από τα καθόλου ζηλευτά πράγματα και από την ατιμία των παθών και από την κοπριά των ελληνικών βδελυγμάτων και κάθισες αυτόν με τους άρχοντες του Ισραήλ, τον όντως αληθινό λαό του Θεού» (Εκκλησιαστική Ιστορία, 23, 1352, 34-38)

Τίτλοι κεφαλαίων:

Πράξη σωφροσύνης είναι η εγκατάλειψη της Ελληνικής πλάνης.

Εγκαταλείψτε όσα οι Έλληνες φυσικοί φιλόσοφοι περί αρχών εισηγήθηκαν.

Περί των αρχαιότερων Εβραίων και γιατί τας γραφάς αυτών, από των ελληνικών λόγων προτιμήσαμε.

Γιατί μετά από λογική κρίση και σώφρονα λογισμό την ιστορία των Εβραίων παραδεχθήκαμε. (Ευσέβιος «Κλείς Πατρολογίας»).

Τατιανός, μέγας απολογητής, (Tatianus, Αραμαίος εκ Μεσοποταμίας): «Οι Έλληνες ούτε είχαν ούτε δημιούργησαν τίποτα δικό τους, αλλά όλα τα παρέλαβαν από τους βαρβάρους, μόνο και μόνο για να προξενήσουν κακό» (Προς Έλληνας)

Γρηγόριος εκ Ναζιανζού της Καππαδοκίας, (αποκαλούμενος Θεολόγος) προς τον αδελφό του Καισάριο: «... Ελληνίζεις επικίνδυνα!»

Αυτά αποτελούν δε μόνο μικρό τμήμα των ανθελληνικών αποσπασμάτων. ανάλογα εδάφια από μελέτες και λόγους υπάρχουν πολλές εκατοντάδες στα πατερικά και, γενικότερα, στα εκκλησιαστικά κείμενα των Εφραίμ του Σύρου, Αναστάσιου του Σιναΐτη, Ιωάννη Δαμασκηνού, Κύριλλου Ιεροσολύμων κ.ά. Οι θεωρητικοί του χριστιανισμού, κυρίως οι Σύριοι και οι Αφρικανοί, αλλά λιγότερο οι Αλεξανδρινοί του 3ου αιώνα, καθυβρίζουν με κάθε διαθέσιμο τρόπο τις μεγάλες προσωπικότητες της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι ήταν καταρχήν «τυφλοί που διδάσκουν κωφούς», ο Πλάτων είχε αντιγράψει τις ιδέες του Μωϋσή, ο στωικός Ζήνων ήταν φαιδρός και προπαγανδιστής του κανιβαλισμού (!), ο Ηράκλειτος αυτοδίδακτος (άρα άνευ αξίας!) και αλαζών, ο Αριστοτέλης δε χαμερπής, αυλοκόλακας κ.ά. Ιδιαίτερα οι συκοφαντίες και ύβρεις του Ιωάννη Χρυσοστόμου κατά των Ελλήνων και του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος θεωρούσε τους Έλληνες φιλόσοφους συνολικά ως «δειλούς, αλαζόνες φιλόδοξους που ποτέ δεν έκαναν το σωστό», γεμίζουν εύκολα ένα ολόκληρο βιβλίο!

Επιχειρώντας μία ερμηνεία γι' αυτόν τον απίστευτο καταιγισμό ύβρεων και ψευδολογιών κατά του ελληνικού πολιτισμού και των εκπροσώπων του, σημειώνουμε καταρχήν ότι, οι περισσότεροι από τους προαναφερόμενους και άλλους επιφανείς πατέρες και απολογητές του χριστιανισμού, δεν ήταν Έλληνες και, σχεδόν όλοι, είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει σε εξωελληνικό περιβάλλον. Προέρχονταν ουσιαστικά από τους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου και, το σημαντικότερο, ήταν τέκνα του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού. Προφανώς είχαν γνωρίσει τον ελληνικό ορθολογικό ανθρωποκεντρισμό, όπως και ο Ρωμανός, ως ξένη ιδεολογία και τον είχαν σπουδάσει στις σχολές της εποχής, στις οποίες διδάσκονταν ο Όμηρος και οι Αθηναίοι φιλόσοφοι. Ενδιαφέρον είναι βέβαια να εκτιμηθεί, ποιοι λόγοι μπορεί να τους οδήγησαν σ' αυτή την τοποθέτηση.

Ο χριστιανισμός έναντι του Ελληνικού πολιτισμού

Μέρος 2ο

Δεν θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε ότι, η εχθρική στάση αυτών των πατέρων του χριστιανισμού απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δεν είχε αποκλειστικά θρησκευτικά αίτια και δεν ήταν ανεξάρτητη από πολιτικά κινήματα της εποχής και επιδιώξεις διαφόρων κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Οι Ελληνίζοντες είχαν κατά τη μέση και ύστερη Αρχαιότητα σαφή πολιτισμική υπεροχή και η ευχέρειά τους για παρεμβάσεις και επιρροή στα κέντρα εξουσίας, στο παλάτι και στο στρατό, όπου παίρνονταν οι ουσιαστικές αποφάσεις, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές άλλων εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ανερχόμενων και/ή μονίμως παραμελημένων. Αυτές οι παρεμβάσεις των Ελληνιζόντων, συγκλητικών και ανεξάρτητων διανοουμένων, είχαν δε απώτερο σταθερό στόχο την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος και την προώθηση κάποιων, προφανώς ασαφών, μοντέλων συμμετοχής, σε ανάμνηση της λειτουργίας των ελληνικών πόλεων.

Για να μην επεκταθούμε δε σε γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής, ας αρκεστούμε εδώ στο παράδειγμα του συστηματικού διωγμού της κοσμικής, της ονομαζόμενης από τους χριστιανούς «θύραθεν παιδείας» και στο κλείσιμο της «ειδωλολατρικής» Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το έτος 529. Αυτές οι ενέργειες δεν είχαν θρησκευτικό κίνητρο, έστω κι αν έτσι φαίνεται ή διαδίδεται μέσω της σχολικής εκπαίδευσης, αλλά πολιτικό: την αποθάρρυνση και υποβάθμιση μέσω της παιδείας των Ελληνιζόντων που απέβλεπαν στην αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος, η οποία εύρισκε στήριγμα στο χριστιανικό θεοκεντρικό οικοδόμημα. Απ' την άλλη πλευρά, το ιδεολογικό υπόστρωμα του χριστιανισμού ευνοούσε τον αυτοκρατορικό θεσμό και την απολυταρχία του, αφού αποτελούσε «ελέω θεού βασιλεία», ήταν δηλαδή προδιαγεγραμμένη και ευλογημένη από τον ίδιο το θεό! Ο Παλαιστίνιος Ευσέβιος Καισαρείας, διαπρεπής καιροσκόπος και αυτοκρατορικός αυλοκόλακας, είχε καταγράψει απολογούμενος ήδη από τον 4ο αιώνα στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ότι, «οι εθνικοί υποχώρησαν, όχι από τις διώξεις και τις καταστροφές των χριστιανών, αλλά γιατί είχαν πολυθεΐα και πολυαρχία. Ένας μόνον Θεός πρέπει να υπάρχει στους ουρανούς και, κατ' επέκτασιν, μοναρχία στην κοινωνία των ανθρώπων». Η σκέψη ότι έγινε η επιλογή του μονοθεϊσμού από τους Ρωμαίους στρατηγούς ως θρησκευτικής αρχής για να θεμελιωθεί η απόλυτη εξουσία του αυτοκράτορα, δεν είναι μακριά ...

Σήμερα, δεν είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε, κρίνοντας αναδρομικά, ότι οι λαοί γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο της Αρχαιότητας χειραγωγούνταν πολιτισμικά και για πολλούς αιώνες από τους ελληνικούς πληθυσμούς, με τους οποίους όμως δεν μοιράζονταν συνείδηση κοινής ιστορίας. Αργότερα επεβλήθησαν σ' αυτούς τους λαούς βιαίως οι αντιλήψεις και πρακτικές των Ελλήνων, αρχικά στη μακεδονική και αργότερα στη ρωμαϊκή εκδοχή τους, με τις διαστρεβλώσεις και τους πολλαπλούς εκφυλισμούς που είχαν εντωμεταξύ υποστεί αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές. Η επιβαρημένη συλλογική ιστορική μνήμη αξιοποιήθηκε από τους διανοούμενους αυτών των λαών κατά των Ελληνιζόντων και των έργων του ελληνικού πολιτισμού, όταν στις δεκαετίες της ύστερης Αρχαιότητας δόθηκε η πολιτική ευκαιρία με την εμπέδωση της απολυταρχικής «ελέω θεού» εξουσίας. Για την εθνική και προσωπική ανέλιξη των αντιπάλων του Ελληνισμού αξιοποιήθηκε ως όχημα μία επίσης ξενόφερτη ιδεολογία, η νέα θρησκεία από την Ιουδαία και ως εργαλείο η ισχύς των ρωμαϊκών όπλων. Αυτή η, από τη μονοθεϊστική φύση της, ολοκληρωτική ιδεολογία, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ρωμαϊκής εξουσίας για διατήρηση της συνοχής του κράτους και μακροημέρευση του εκάστοτε αυτοκράτορα στην κορυφή του, οδήγησε σε αγαστή συνεργασία κράτους και εκκλησίας, τη λεγόμενη «συναλληλία».

Η προτεραιότητα του εθνικού και κοινωνικού στόχου έναντι του θρησκευτικού επιβεβαιώνεται και από τη συμπεριφορά των διανοουμένων χριστιανών στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας (Λιβύη, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία, Ανατολία κ.ά.), οι οποίοι έβλεπαν ότι το νέο σχήμα λειτουργίας του κράτους, με ενωτική ιδεολογία το χριστιανισμό, άφηνε τους λαούς τους εκτός επιρροής στην κεντρική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σ' αυτές ακριβώς τις χώρες διαδίδονταν εύκολα οι «αιρέσεις» με συνήθως ασήμαντες διαφοροποιήσεις από τα κεντρικά θρησκευτικά δόγματα. Γνωστικισμός, μοντανισμός, μανιχαϊσμός, απολλιναρισμός, αρειανισμός, μονο- ή μιοφυσιτισμός, μεσαλιανισμός, νεστοριανισμός, δονατισμός κ.ά. ήταν δοξασίες και αιρέσεις που δημιουργήθηκαν και/ή εξαπλώθηκαν στη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Ανατολία, τη Μεσοποταμία, την Περσία κ.α. Αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιήσεων και, ουσιαστικά, ποσχιστικών κινημάτων, ήταν να υφίστανται αυτοί οι λαοί, αρχικά την «πνευματική» εχθρότητα της Ρώμης και της Κων/πολης, στη συνέχεια δε τη στρατιωτική καταπίεση, διώξεις και σφαγές.

Έτσι, όταν εξασθένησε η επιρροή της κεντρικής εξουσίας στις περιοχές τους και ήρθε στο προσκήνιο ο μωαμεθανισμός, προσχώρησαν οι λαοί της τότε βυζαντινής περιφέρειας με ευκολία στη νέα θρησκεία η οποία, αφενός δεν απείχε πολύ από τη χριστιανική και αφετέρου ήταν προσαρμοσμένη πολύ καλύτερα στις συνθήκες ζωής και ανάγκες αυτών των πληθυσμών. Μια νέα θρησκεία αποτέλεσε λοιπόν και σ' αυή την περίπτωση όχημα για τη μετάβαση στην καινούργια εποχή με μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής των παραμελημένων εθνικών και κοινωνικών ομάδων της αυτοκρατορίας (K. Deschner: «Kriminalgeschichte des Christentums).

Ανάλογα ήταν τα φαινόμενα και κατά την εύκολη εξάπλωση των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Τα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα και το αίσθημα της παραμέλησης από το κέντρο αποφάσεων ωθούσαν τους ανθρώπους στις υπότουρκες περιοχές σε μαζικές προσχωρήσεις στη θρησκεία της νέας εξουσίας, δεδομένου ότι οι προσήλυτοι απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (τζίζιε) που πλήρωναν οι «άπιστοι» και είχαν ελαφρότερο αγροτικό φόρο. 'Αλλοι λόγοι ήταν η ευκολία με την οποία αποκτούσαν διοικητικές θέσεις και αγροτικές εκτάσεις (Σπύρου Βρυώνη: «Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία ...»). Πάντως, οι μοναχοί των μοναστηριών στον 'Αθω δήλωσαν υποταγή στους Οθωμανούς, πριν καν αυτοί εδραιώσουν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια, ήδη από το έτος 1372, με αντάλλαγμα την επικύρωση των τίτλων ιδιοκτησίας των κτημάτων τους.

Ενδιαφέρον είναι δε ότι, σ' αυτές τις δύσκολες περιστάσεις υποχώρησης επικαλούνταν οι χριστιανοί στην επιχειρηματολογία τους, αμυνόμενοι έναντι της ισλαμικής προπαγάνδας, τους αρχαίους φιλοσόφους. Σε δημόσιες αντιδικίες που διοργανώνονταν μεταξύ χριστιανών και μωαμεθανών ιερωμένων για να διερευνηθεί ποια ήταν η «αληθινή θρησκεία», οι χριστιανοί προέβαλαν το επιχείρημα ότι «το Κοράνι αποκλίνει από την ουσία του νόμου του θεού και από τα διδάγματα των φιλοσόφων περί αρετής... » Μέσα στην απελπισία της κατάρρευσης, πάλι οι Έλληνες και Ρωμαίοι φιλόσοφοι επιστρατεύονται (νεότεροι, π.χ. ο φιλόσοφος Ιταλός, δεν αφέθηκε να δημιουργήσει ορόσημα στον προβληματισμό περί αρετής), τους οποίους αρχαίους φιλοσόφους όμως η Εκκλησία, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εξύβριζε και μέχρι των ημερών μας αποκαλεί (Ακάθιστος Ύμνος) «ασόφους» ...

Στην ύστερη Αρχαιότητα υπάρχει βέβαια και μικρός αριθμός επιφανών «πατέρων» με ελληνική καταγωγή, οι οποίοι διέθεταν κατά κανόνα αξιόλογη παιδεία και συμμετείχαν επίσης στο χορό της συκοφάντησης του Ελληνισμού. Αυτοί οι «πατέρες» συμβάλλουν επίσης με αυθαίρετους ισχυρισμούς στην προσπάθεια μηδενισμού του Ελληνισμού. Π. χ. ο Κλήμης Αλεξανδρείας (Clemens Titus Flavius), μάλλον Αθηναίος εκ γενετής, ισχυρίζεται στην αλλαγή από το 2ο στον 3ο μ.Χ. αιώνα ότι οι Έλληνες έχουν αντιγράψει τα πάντα από ανατολικούς σοφούς, «Έλληνες κλέπται πάσης γραφής!» (Στρωματείς 1,5). Την ίδια στιγμή καπηλεύεται όμως ο ίδιος, συστηματικά αλλά ανομολόγητα, ιδέες της ελληνικής φιλοσοφίας και τις ενσωματώνει στο κήρυγμα και στα γραπτά του. Από τον αγώνα για κατεδάφιση του ελληνικού πνεύματος δεν απουσιάζουν λοιπόν και μερικοί ελληνικής καταγωγής «εκκλησιαστικοί πατέρες», συμμετέχοντας όχι σπάνια με μεγαλύτερο πάθος από τους υπόλοιπους, μάλλον για να αποφύγουν το χαρακτηρισμό του επαμφοτερίζοντος.

Κι επειδή δυσκολεύονται πάρα πολύ όλοι αυτοί να αποκρύψουν την προέλευση των κεντρικών ιδεών στα γραπτά τους ή να εξαφανίσουν από τις συζητήσεις και το πνεύμα της εποχής τις ελληνικές επιρροές, εφευρίσκουν το ιδεολόγημα της «προτύπωσης»: ισχυρίζονται δηλαδή ότι η ελληνική φιλοσοφία έχει ενταχθεί από τη «θεία πρόνοια» στην προετοιμασία για υποδοχή του χριστιανισμού! Ο Ωριγένης, επιφανής «εκκλησιαστικός πατέρας» του 3ου αιώνα με ελληνική καταγωγή, καταλήγει στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του: «... φιλαληθώς περί τινων μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν...» Αυτό το επιχείρημα αντιστράφηκε όμως σύντομα εναντίον των χριστιανών, όταν η νεότερη μωαμεθανική θρησκεία επικαλέσθηκε επίσης την προτύπωση για να εξηγήσει διάφορα σημεία «αντιγραφής» της από τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό και κάποιες τοπικές θρησκείες της Αραβίας!

'Αλλη μια όμοια αντιστροφή επιχειρημάτων και μεθοδεύσεων προέκυψε στο θέμα της οικειοποίησης και χρήσης λατρευτικών χώρων. Περί το έτος 600 έλεγε ο επίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος Α', ο Μέγας και άγιος της ορθόδοξης Εκκλησίας: «Πρέπει να προσέξουμε πρώτα από όλα να μην εξοργίσουμε τους ειδωλολάτρες και να μην καταστρέφουμε τους ναούς τους. Πρέπει να καταστρέφουμε μόνο τα είδωλα και έπειτα να ραντίζουμε το μέρος με αγιασμό και να τοποθετούμε μέσα του άγια λείψανα. Αν οι ναοί αυτοί είναι καλοκτισμένοι, μάς συμφέρει να τους μετατρέπουμε απλώς από χώρο λατρείας των δαιμόνων σε χώρο λατρείας του αληθινού Θεού». Περίπου 1000 χρόνια αργότερα γράφει ο Οθωμανός ιστορικός Σαν αλ-Ντιν σε μια περιγραφή της κατάκτησης της Κων/πολης που συνέταξε κατά το 16ο αιώνα: «Οι (χριστιανικοί) ναοί της Πόλης καθαρίστηκαν από τα ποταπά είδωλα και τις βρώμικες ειδωλολατρικές ακαθαρσίες, σβήστηκαν οι εικόνες τους και στήθηκαν μωαμεθανικοί βωμοί και άμβωνες ... οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των πιστών και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τις στρατιές του σκότους, όπου μέχρι τότε ζούσαν οι αισχροί άπιστοι ...» (P. Sherrad: Constantinople, Iconography of a Sacred City, Λονδίνο 1965.) Τα ίδια που είχαν μεθοδεύσει οι χριστιανοί εναντίον των εθνικών, επαναλαμβάνονταν από τον 11ο αιώνα και μετά στη Μικρά Ασία και από το 15ο αιώνα και στα Βαλκάνια, σε βάρος τους εκ μέρους των μωαμεθανών ...

Όταν εμπεδώθηκε στους χριστιανούς η αντίληψη για την «ασημαντότητα» του Ελληνικού πολιτισμού και την «ανωτερότητα» της ιουδαϊκής κοσμοαντίληψης, ελάττωσαν οι νεότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες τις επιθέσεις κατά του Ελληνισμού και αφοσιώθηκαν στον αγώνα αμοιβαίας εξοντώσεως, αλλά και κατά των «αιρετικών» και κατά των Εβραίων. Στο σταδιακά συρρικνούμενο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας που είχε επικρατήσει εντωμεταξύ απόλυτα η πολιτισμικά ισχυρή και συγκροτημένη ελληνική γλώσσα και καλλιεργείτο από τους διανοουμένους το ελληνικό πνεύμα, επανερχόταν βέβαια κάθε τόσο το ερώτημα, πώς και πόσο μπορεί να σταθεί μια, και για εκείνη την εποχή, οπισθοδρομική κοσμοαντίληψη από την Ιουδαία, μπροστά στα έργα και τα διδάγματα του ελληνικού πολιτισμού; Ο εκκλησιαστικός μηχανισμός επενέβαινε τότε δυναμικά, σε στενή συνεργασία με το κράτος, κατά των Ελληνιζόντων ώστε να αποτρέπει «παρεκτροπές», οι οποίες θα έθεταν σε κίνδυνο όλο το σύστημα εξουσίας. Ακόμα και επιφανείς ιερωμένοι που διέπρεψαν στην πάροδο των αιώνων ως Ελληνιστές, δηλαδή μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας (Μιχαήλ-Κων/νος Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων κ.ά.), αναγκάζονταν, άλλοτε για λόγους πολιτικής ορθότητας και άλλοτε φοβούμενοι διώξεις, να αποσιωπούν ή να συγκαλύπτουν τις μελέτες τους, επειδή σ' αυτές «υποτάσσουν την πίστην στη φιλοσοφία.»

Ειδικότερα το 1082 καταδικάστηκε ο «ύπατος των φιλοσόφων» Ιωάννης Ιταλός με έντεκα αναθέματα σε υποχρεωτικό μοναστικό εγκλεισμό. Το σκεπτικό του πατριάρχη Ευστράτιου Γαρίδα που ανακοίνωσε εν συνόδω την ποινή, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο Ιταλός ήταν «Ελληνόπληκτος και δαιμονόπληκτος στασιαστής κατά της Νέας Ρώμης» και διέδιδε «... μακάβριες διδασκαλίες των Ελλήνων (Πλάτωνα και Νεοπλατωνικών) σε σχέση με την ψυχή, τη μετεμψύχωση, το σώμα, με το οποίο θα αναστηθούν οι άνθρωποι κατά τη δεύτερη παρουσία, τήν άρνηση του εκκλησιαστικού δόγματος ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός...».

Στα χρόνια της έσχατης βυζαντινής παρακμής, όταν για μερικές δεκαετίες οι Οθωμανοί αποσπούσαν σχεδόν ανενόχλητοι εδάφη από την αυτοκρατορία, όσοι από τους διανοούμενος δεν είχαν διαφύγει στη Δύση, σκιαμαχούσαν στην Πόλη και σε άλλα κέντρα ως αριστοτελιστές ή πλατωνιστές και παράλληλα αντιδικούσαν υπέρ ή κατά της «ένωσης των εκκλησιών». Ο Γεώργιος Σχολάριος (ο μετέπειτα διορισθείς από τον σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος) προσπαθούσε την ίδια εποχή να συγκρατήσει τις πνευματικές εξελίξεις και έκαιγε δημόσια πλατωνικά και νεοπλατωνικά συγγράμματα, ενώ ταυτόχρονα έστελνε μηνύματα καταστολής προς κάθε κατεύθυνση. Σε επιστολές του στον κυβερνήτη της Πελοποννήσου έγραφε ο Σχολάριος: «... τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής ... ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ.» («Παλαιολόγια - Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου)

Ο Γεώργιος Σχολάριος (ο μετέπειτα διορισθείς από τον σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος) διεκήρυττε "αν και μιλώ ελληνικά, δεν έιμαι 'Ελλην ... αν με ρωτήσει κάποιος τι είμαι θα του απαντήσω Χριστιανός ... (Ι. Κακριδής Οι Αρχαίοι Ελληνες στην Νεοελληνική Λαική Παράδοση Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας Αθήνα 1978)

Ο ίδιος υπότουρκος πατριάρχης Ο Γεώργιος Σχολάριος «τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής ... ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ» (από επιστολή του Σχολάριου προς τον κυβερνήτη της Πελοποννήσου, «Παλαιολόγια - Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου)

Ο ίδιος υπότουρκος πατριάρχης Γεννάδιος, ο οποίος εισήλθε στο ιερατικό σώμα το 1450 και ήδη το 1453 διορίστηκε από το σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης, δήλωσε, όταν ρωτήθηκε αν είναι Έλλην, «... ει τις έροιτό μοι τις ειμί, αποκρινούμαι Χριστιανόν είναι» («... αν με ρωτήσει κάποιος τι είμαι, θα του απαντήσω Χριστιανός», (Ι. Κακριδής Οι Αρχαίοι Ελληνες στην Νεοελληνική Λαική Παράδοση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1978.) Εκείνα τα χρόνια κάθε άλλο παρά κατακριτέο ήταν να δηλώνεις Έλληνας, όπως χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391) τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, όπως γράφει ο Κύπριος Αθανάσιος Λεπενδρηνός «περί πάντων των Ελλήνων των εν Κύπρω» και όπως πρωτοχρησιμοποιεί ο Δημήτριος Κυδώνης (γενν. 1398) τον όρο «Ελλάς» για το χαρακτηρισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας!

Η εξήγηση της συμπεριφοράς του Σχολάριου και άλλων ομοίων του που έζησαν αρκετούς αιώνες, έως και μια χιλιετία μετά τους προαναφερόμενους «πατέρες», είναι φυσικά διαφορετική από τις συμπεριφορές στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Καταρχήν, δηλώνει ο ίδιος ευθαρσώς ότι είναι χριστιανός και όχι Έλλην! Αυτή η «αυτοκτονική» τοποθέτησή του μπορεί να εξηγηθεί, τόσο με την πεισματική επιμονή των αντι-ενωτικών κύκλων του Βυζαντίου σε μια ξεπερασμένη και χαμένη από αιώνων υπόθεση, όσο και με την προοπτική ηγετικού ρόλου σε συνεργασία με τους «θεόσταλτους» και δήθεν βολικούς Οθωμανούς - αντίληψη που διαχεόταν στο λαό από τους τουρκόφιλους της βυζαντινής παρακμής και κατέληγε με την πάροδο του χρόνου στις αφελείς σκέψεις του Κοσμά Αιτωλού: «... έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη.» Εκτιμούμε ότι για τον ρεαλιστή Σχολάριο ταιριάζει περισσότερο η δεύτερη ερμηνεία!

Οι διάδοχοι αυτών των εχθρών του Ελληνισμού διαβάζουν μέχρι σήμερα την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» στους ναούς, μεταξύ άλλων και τα εξής:

Τοις τα Ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε έτερους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταϊς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.

Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ' εαυτών και την καθ' ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα και ως Ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ

Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισι κατά πολύ και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ

Περίπου δώδεκα αιώνες μετά τους χλευασμούς κατά των Ελλήνων του Ρωμανού Μελωδού, τούς «αναθεματίζει» άλλος ένας ποιητής. Ο μεσαιωνικός επιδρομέας το διέπραξε με αλαζονεία, ο σύγχρονος διανοητής επανέρχεται με ταπεινότητα

ΔΕΣ:

Μίλα στο σύμπαν

Είναι πασίγνωστη η φράση του Πάουλο Κοέλιο πως όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το Σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις. Δεν φτάνει, όμως να το θέλεις πολύ. Πρέπει κι εσύ να το ζητήσεις σωστά, όμορφα. Είναι σημαντικό να μην έχεις αρνητικές σκέψεις ή να μην ζητάς το κακό του άλλου.

Εάν χρησιμοποιείς εκφράσεις που περιέχουν μέσα τους αρνητικά πρόσημα όπως “δεν” και αμφίσημες ευχές, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτό που θα ήθελες.

Να βρίσκεις ομορφιά σε κάθε τι και σε οποιοδήποτε.

Να κάνεις πράγματα που αγαπάς.

Να φαντάζεσαι ότι εισπνέεις χρυσό φως.

Πήγαινε μια βόλτα στην εξοχή.

Πραγματικά συγχώρεσε κάποιον και τον εαυτό σου.

Άκου μουσική.

Χόρεψε σαν να μην σε παρακολουθεί κανείς.

Παίξε και διασκέδασε σαν μικρό παιδί.

Άκου τα πουλιά.

Νιώσε τον αέρα να χαϊδεύει το σώμα σου.

Μέθυσε με την μυρωδιά των δέντρων, των λουλουδιών, ενός νεογέννητου μωρού …με ο,τιδήποτε.

Να δίνεις χωρίς να προσδοκείς να πάρεις.

Να εκφράζεις τα δώρα σου και να υπηρετείς τους άλλους με τα ταλέντα σου.

Να χαιρετάς νοητικά άγνωστους στο δρόμο. Επίσης νοητικά πες τους ότι τους αγαπάς.

Να τραγουδάς.

Να ευγνωμονείς ειδικά για αυτά που δεν απόκτησες ακόμα και για τα γεγονότα που σε ζόρισαν επειδή ήταν ευκαιρίες για την εξέλιξη σου.

Να γελάς. Κατά την διάρκεια της ημέρας να κάνεις ωραίες σκέψεις. να ονειρεύεσαι. Έτσι δημιουργείται το εσωτερικό χαμόγελο και ανεβαίνουν οι δονήσεις της ενέργειας σου.

Σταμάτα να δυσφορείς για το παρελθόν και να φοβάσαι για το μέλλον. Να είσαι στο παρόν, στο τώρα, στη στιγμή και ο συμπαντικός νους αναλαμβάνει τα υπόλοιπα.

Προβολή, ο μηχανισμός άμυνας που κυριαρχεί στις διαπροσωπικές σχέσεις

Έχετε ποτέ σκεφτεί πως αυτό που σκέφτεστε η λέτε στην πραγματικότητα κρύβει κάτι άλλο;

Οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση στα συναισθήματα τους.., ίσως δεν γνωρίζουν πόσο μεγάλη είναι η γκάμα των συναισθημάτων τους και προσπαθώντας να επιβιώσουν η να αποφύγουν δυσάρεστα συναισθήματα όπως είναι ο πόνος, το άγχος η ακόμη και η αμφυθυμία χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς άμυνας.. κρύβουν δηλαδή κάπως την αλήθεια τους, λένε με κάποιον τρόπο "ψέμματα" στον εαυτό τους.

Μπορεί όταν ήταν παιδιά το συναίσθημα τους να ματαιώθηκε η να μην ανακουφίστηκε επαρκώς. Η μη συναισθηματικά διαθέσιμοι γονείς δίνουν ασυνείδητα στο παιδί το μήνυμα ότι το συναίσθημα τους δεν έχει ιδιαίτερη αξία η ότι οφείλουν με κάποιο τρόπο να χτίσουν μια "πανοπλία" που θα τους προστατεύει από τον πόνο για να μπορέσουν να επιβιώσουν σε ένα κόσμο που προσδοκά τόσα πράγματα από εκείνα.

Επίσης σαν παιδιά, ίσως χρειάστηκε να φροντίσουν τούς δικούς τους, να υιοθέτησαν έναν ρόλο φροντίδας για τους γύρω τους οι οποίοι συναισθηματικά ήταν ανήμποροι. Οι συναισθηματικές ανάγκες και ευαισθησίες αποτελούν το βρεφικό κομμάτι του εαυτού που το άτομο χρειάζεται λειτουργώντας γονεϊκά να το φροντίσει ή να αναζητήσει το κατάλληλο άτομο για να καλύψει τις ανάγκες του.

Ο άνθρωπος αποτελείται από ένα κράμα παιδικών και ενήλικων στοιχείων τα οποία προβάλλονται πολύ συχνά σε άλλους ανθρώπους.

Ένα τμήμα του εαυτού σας είχε μείνει κρυφό, δεν βιώθηκε και ξαφνικά με την μορφή κάποιου συμπτώματος προσπαθεί να εμφανιστεί στο συνειδητό για να βιωθεί. Το γεγονός ότι καταφέρνουμε να αποφεύγουμε αυτά τα τμήματα του εαυτού μας οφείλεται στούς μηχανισμούς άμυνας που όλοι οι άνθρωποι έχουμε.

Οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι μέθοδοι που χρησιμοποιούμε για να αποκλείσουμε σκέψεις και συναισθήματα από το συνειδητό μας. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναλυθεί ο μηχανισμός άμυνας της προβολής και η έντονη παρουσία αυτού του μηχανισμού στις συντροφικές σχέσεις.
 
Μηχανισμός άμυνας Προβολής

H προβολή είναι η διαδικασία κατά την οποία το άτομο προβάλλει στους γύρω του δικά του αποκηρυγμένα και ασυνείδητα συναισθήματα και σκέψεις. Στην ψυχοθεραπεία προσπαθούμε να φέρουμε σε επαφή τους θεραπευόμενους με τις άμυνες τους για να μπορέσουν να τις συνειδητοποιήσουν και να τις αποκαταστήσουν.

Η προβολή εμφανίζεται από την πρώιμη βρεφική ηλικία του ατόμου. Το μωρό για να μπορέσει να απομακρύνει και να ανακουφίσει τα δυσάρεστα συναισθήματα του κλαίει και ουρλιάζει καλώντας τον γονέα να το φροντίσει. Ο γονέας συνήθως στρεσσάρεται και καλείται να λειτουργήσει ως φροντιστής για να ηρεμήσει και να απαλύνει το βρέφος από τα αρνητικά του συναισθήματα. Με τον ίδιο τρόπο οι περισσότεροι άνθρωποι συσχετίζονται στις σχέσεις τους.

Θα χρησιμοποιήσουμε ενα απλό και καθημερινό παράδειγμα από την ζωή ενός ζευγαριού. Η γυναίκα γυρνάει από την δουλειά μετά από μια κουραστική μέρα και συναντά τον σύντροφο της επισημαίνοντας του συνέχεια πόσο λάθος κάνει τις δουλειές του σπιτιού ή πόσο αδιάφορος είναι για τα συναισθήματα της. Της φαίνονται όλα γύρω της ενοχλητικά και παραπονιέται δίχως να αναγνωρίζει στον εαυτό της πως είναι απλά κουρασμένη και προβάλλει την δυσαρέσκεια της στους γύρω της. (Αντίστοιχα ένας άντρας μπορεί να μπει στον ίδιο ρόλο.)

Η αμφυθυμία, η ύπαρξη δηλαδή αντικρουόμενων συναισθημάτων πολλές φορές απλοποιείται από το άτομο μέσω του αμυντικού μηχανισμού της διχοτόμησης. Από την μία υπάρχουν τα κοινωνικά αποδεκτά συναισθήματα τα οποία το άτομο ενστερνίζεται και από την άλλη τα μη αποδεκτά συναισθήματα όπως είναι ο θυμός ή η επιθετικότητα που το άτομο κρύβει και συνήθως προβάλλει στο εξωτερικό του περιβάλλον.

Το άγχος και η προβολή

Ένα σημαντικά μεγάλο ποσοστό ατόμων προβάλλει μια δυσάρεστη συναισθηματική του κατάσταση και αυτή εν τέλει παίρνει την μορφή μιας φοβίας για ένα επικείμενο αόριστο κίνδυνο.

Το άτομο φοβάται ότι τα συναισθήματα του θα γυρίσουν πίσω και θα το κατακλύσουν. Ο εξωτερικός κόσμος φαίνεται ιδιαίτερα απειλητικός καθώς τα συναισθήματα έχουν μετατοπιστεί και δεν έχουν επαρκώς βιωθεί. Η συμβουλή μας στους θεραπευόμενους είναι να απαρνηθούν για λίγο το ρόλο που έχουν στην ζωή τους να διακρίνουν το αληθινό τους συναίσθημα σε μία συνθήκη και να το λεκτικοποιήσουν.

Το να παραδεχόμαστε άλλωστε πως είμαστε ευάλωτοι κάποιες φορές στην ζωή μας και όντας άνθρωποι με συναισθήματα που κάποιες φορές είναι δυσάρεστα είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να γίνουμε "δυνατοί και να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τις συναισθηματικές μας διακυμάνσεις.

Στόν έρωτα οι άνθρωποι αναζητούν την ευτυχία δίχως αρνητικά συναισθήματα, συνήθως εξιδανικεύουν τον σύντροφο τους και αρνούνται να δουν οποιοδήποτε ελάττωμα στον άλλον. Πολλοί θεραπευόμενοι αναφέρουν "στην αρχή υπήρχαν κάποια σημάδια αλλά δεν έδωσα σημασία".

Η ανάγκη τους να απομακρυνθούν από οποιοδήποτε συναίσθημα δυσαρέσκειας και αμφυθυμίας τους κάνει με κάποιον τρόπο "τυφλούς".

Αν ο περίγυρος τους επισημαίνει κάποιες αρνητικές συμπεριφορές του συντρόφου τείνουν να τα βάζουν μαζί τους. Η δυσαρέσκεια που βιώνουν γίνεται προβολή στους άλλους, αρνούνται να δούν καθαρά την κατάσταση γιατί αναζητούν το τέλειο και το ιδανικό, εμμένουν στην ψευδαίσθηση που τους προσφέρει ο έρωτας.
Θυμός

Το συναίσθημα του θυμού εκφράζεται συχνά στην σχέση του ζευγαριού. Θυμώνουν για την ακαταστασία, για την αδιαφορία και για πολλά άλλα ζητήματα.

Ωστόσο πολλές φορές προβάλλουμε στον σύντροφο μας την πρώτη σχέση μας με τον φροντιστή μας. Ματαιωθήκαμε όταν ήμασταν βρέφη δεν αγαπηθήκαμε όσο θα χρειαζόμασταν και κάτι τέτοιο αναζητάμε και αργότερα στις σχέσεις μας.

Αν και όλοι ζητάνε την αγάπη, οι περισσότεροι δεν αντέχουν όντως να αγαπηθούν. Η συναισθηματική τους ανασφάλεια, ο φόβος τους μήπως απορρίπτονται ξανά ή "καταβροχθισθούν" από τον άλλον εμφανίζεται ξανά και ξανά στον σύντροφο τους.

"Θυμώνει ο σύντροφος μου όταν μιλάω με άλλους άνδρες, συναδέλφους η και φίλους μου. Ίσως χρειάζεται να διακόψω την επικοινωνία μαζί τους".

Μήπως όμως η λύση δεν είναι αυτή αλλά η αναζήτηση της πηγής του θυμού. Ο σύντροφος δεν θα αποδεχτεί ότι όντως προβάλλει στην σχέση μια δική του ανασφάλεια και όλο αυτό συνεχίζεται βλάπτοντας τη σχέση.

Η τοξικότητα της προβολής στις συντροφικές σχέσεις εμφανίζεται συχνά. Η δυσκολία του ατόμου να αναγνωρίσει τον δικό του φόβο και να μην τον προβάλλει στον άλλον είναι εμφανής.

Ωστόσο αν αναρωτηθεί τι πραγματικά τον ενοχλεί, τι κρύβεται πίσω από τον θυμό του και μήπως μόνος του αναζητήσει την αλήθεια του θα μπορούσε να δώσει μια ανάσα στην σχέση και στην ζωή του.

Ας αναρωτηθούμε πρώτα για την αλήθεια μας και ας ζητήσουμε εάν μπορούμε την βοήθεια κάποιου ειδικού για να μας συμπορεύσει σε αυτόν τον δρόμο της ενδοσκόπησης, για να μπορέσουμε να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας χωρίς να κατηγορούμε συνεχώς τους άλλους.

Έτσι κι αλλιώς τον άλλον δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τον αλλάξουμε. Θα μπορέσουμε όμως με το να είμαστε ειλικρινείς και συμπονετικοί με τα συναισθήματα μας και τα βιώματα μας να του δείξουμε τον δρόμο στο να είναι και εκείνος ειλικρινής με τον εαυτό του και επομένως και με την σχέση μας. Κάπως έτσι ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ασφαλή βάση αγάπης και σεβασμού με τον σύντροφο μας.

Η ελευθερία του απροσδιόριστου

Έχετε νιώσει πως παίζετε σε προδιαγεγραμμένο σενάριο ταινίας;

Αυτή η αίσθηση είχε καταλήξει να μου γίνει έμμονη ιδέα στα εφηβικά μου χρόνια. Κι αυτό, σε σημείο του να νιώθω πως δεν μπορώ παρά να παρακολουθώ σαν θεατής τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω μου, συμπεριλαμβανομένων των δικών μου ενεργειών. Ρίζα αυτής της ασφυκτικής φυλακής μου ήταν ο θετικός τρόπος με τον οποίο σκεπτόμουν (και σκέπτομαι) κι η αδυναμία της λογικής μου να συμβιβάσει την έννοια της αιτιοκρατίας (δηλ. της παραδοχής ότι η φυσική πραγματικότητα λειτουργεί με απαρέγκλιτους νόμους) μ’ αυτήν της προσωπικής μου ελευθερίας.

Το σκεπτικό ήταν το εξής: Εφ’ όσον η φύση λειτουργεί βάσει κάποιων νόμων και κάθε αίτιο δεν μπορεί παρά να έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, κάθε εκδήλωση των πραγμάτων, είτε αυτή είναι οι καιρικές συνθήκες, είτε η εκδήλωση αγάπης από μέρος κάποιου φίλου, δεν είναι παρά το μαθηματικό αποτέλεσμα κάποιων πολύπλοκων φυσικοχημικών εξισώσεων.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.

Η κλασσική φυσική δέχεται ότι κάθε φυσικό φαινόμενο καθορίζεται από κάποιο νόμο. Η τροχιά των πλανητών γύρω από τον ήλιο καθορίζεται από το νόμο της παγκόσμιας έλξης και την αδράνεια, η βροχή προκαλείται από την ψύξη των μορίων των υδρατμών στα σύννεφα, η ζέστη της φωτιάς οφείλεται στην απελευθέρωση της ενέργειας που προξενεί η χημική αντίδραση της καύσης. Προχωρώντας τώρα σε πολυπλοκότερα συστήματα, το κύμα στην ακτή της αμμουδιάς, ο ρυθμός ή η αρρυθμία του, το σχήμα η δύναμη του κι ο ήχος που κάνει όταν σκάει στην άμμο, ολ’ αυτά θα ήταν απόλυτα προβλέψιμα αν υποθέταμε πως ξέραμε όλους τους νόμους κι όλες τις παραμέτρους της φυσικής πραγματικότητας.

Έτσι, και το κύτταρο είναι απλά μια τέλεια χημική μηχανή κι όλες οι συναρπαστικές εκδηλώσεις του είναι αποτέλεσμα κάποιων μηχανιστικών νόμων της φύσης. Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια καταπληκτικά οργανωμένη ομάδα τέτοιων κυττάρων και δεν μπορεί παρά να υπακούει στην ίδια νομοτέλεια που κυριαρχεί στα δομικά του στοιχεία. Μ’ αυτό το σκεπτικό, δεν μπορεί να επιλέξει αν θα αγαπήσει ή δεν θ’ αγαπήσει, αν θα σπουδάσει, θα περπατήσει, ή αν θα γράψει ένα άρθρο, όπως ακριβώς η φωτιά δεν μπορεί να διαλέξει να μην εκπέμπει θερμότητα.

Οι ίδιες οι ζωές μας καταλήγουν με αυτό το σκεπτικό να είναι μια ταινία με προδιαγεγραμμένο σενάριο το οποίο είχε ήδη καθοριστεί από την πρώτη στιγμή της ζωής του σύμπαντος. Λειτουργούμε σαν τα ντόμινο που στήθηκαν στην σειρά και όλη η πορεία της πτώσης τους καθορίζεται από το στήσιμο τους και το σπρώξιμο του πρώτου. Η συνείδηση κι η βούληση δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις, μια αυταπάτη πολύπλοκων συμπλεγμάτων της ύλης που «κατάφεραν» να πείσουν τον εαυτό τους πως είναι ελεύθερα.

Εδώ, βέβαια, ακούμε συνήθως μιαν απάντηση που μου φαίνεται κάπως αφελής. Ότι δηλαδή ο άνθρωπος έχει πνεύμα και ότι η αρχή της αιτιότητας, που μπορεί να ισχύει στην φύση, δεν μπορεί να επεκτείνεται στον πνευματικό κόσμο. Ότι τελικά το αν υπάρχει αυστηρή ή όχι σύνδεση αιτίων και αιτιατών στον κόσμο του πνεύματος δεν πρέπει να σχετίζεται με το πως λειτουργεί ο φυσικός κόσμος.

Η αντίρρηση είναι η εξής:

Αν η ψυχή του ανθρώπου εκδηλώνεται και μέσω των πράξεων του (δηλαδή μέσω της επίδρασης των ενεργειών του στον υλικό κόσμο), η ελευθερία του δεν θα παραβίαζε την υποθετική αιτιοκρατία της υλικής πραγματικότητας;

Αν π.χ. οι νόμοι της χημείας και της βιοηλεκτρονικής καθόριζαν ότι ο εγκέφαλος μου θα λειτουργούσε έτσι ώστε ν’ «αποφασίσει» να δολοφονήσει κάποιον, η ψυχή δεν θα παραβίαζε αυτή την αιτιοκρατία αν οδηγούσε αυτό το συνονθύλευμα της ύλης, που αποτελεί το σώμα μου, στο να μην το κάνει; Μ’ αυτό το σκεπτικό, η παραδοχή της ελευθερίας της ψυχής του ανθρώπου έχει σαν πόρισμα την απόρριψη της αρχής της αιτιότητας στο σύμπαν. Κι αντίστροφα (για την ακρίβεια, αντιθετοαντίστροφα), η αρχή της αιτιότητας φαίνεται να μην αφήνει περιθώρια ελευθερίας στον άνθρωπο. Γιατί λοιπόν να καταβάλουμε προσπάθεια για οτιδήποτε; Αφού αν είναι έτσι, ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.

Η φυσική του 20ου αιώνα (και συγκεκριμένα η κβαντομηχανική με την αρχή της αβεβαιότητας) άνοιξε μια προοπτική σ’ αυτό το «αδιέξοδο». Ένα βασικό αξίωμα της κβαντομηχανικής ορίζει ότι ο ταυτόχρονος και απεριόριστα ακριβής προσδιορισμός όλων των παραμέτρων μιας κατάστασης (π.χ. της ταχύτητας και της θέσης ενός σωματιδίου) είναι αδύνατος. Έτσι, για να ξεπεραστεί η απροσδιοριστία που προκύπτει, εισάγεται η έννοια της πιθανότητας.

Και είναι θεμελιακής σημασίας το γεγονός ότι ο πιθανοκρατικός χαρακτήρας της κβαντομηχανικής δεν είναι αποτέλεσμα ατέλειας των μετρικών μας οργάνων ή έλλειψης επαρκούς υπολογιστικής ακρίβειας, αλλά είναι μέσα στην ίδια την φύση των πραγμάτων. Έτσι, λοιπόν, προκύπτει ένα νέο δεδομένο. Αφού η ίδια η φύση των πραγμάτων -ή έστω, για να μην είμαστε απόλυτοι, η αδυναμία της ανθρώπινης σκέψης- δεν μπορεί να μας δώσει ακριβή στοιχεία αντίληψης των φαινομένων, ποιοι λόγοι επιβάλλουν την παραδοχή της αρχής της αιτιότητας;

Το να δεχτούμε πλέον ότι η φύση λειτουργεί αιτιοκρατικά, θα ήταν το ίδιο αυθαίρετο, από επιστημονική άποψη, με το να υποστηρίξουμε ότι δεν λειτουργεί αιτιοκρατικά. Κατ’ ανάγκη καταλήγουμε στο ότι αυτό το ζήτημα είναι κάτι πέρα και πάνω από την επιστήμη, καταντά δηλαδή θέμα της μεταφυσικής και της φιλοσοφίας.

Η αρχή της αιτιότητας, λοιπόν, στην οποία επί χιλιετίες στηρίζονται οι φυσικές επιστήμες απορρίφθηκε σταδιακά από την πλειοψηφία των επιστημών. Η ανθρώπινη σκέψη έμοιασε να παλινδρομεί σ’ ένα σκεπτικό που για τον επιστήμονα του 19ου αιώνα φαινόταν αφελές έως παράλογο: στο ότι κάθε συγκεκριμένο αίτιο μπορεί να έχει διάφορα αποτελέσματα. Πράγματι μοιάζει άτοπο. Το σύμπαν μοιάζει να στερείται λογικής, να στερείται αρχής.

Κι αν δεν κάνω λάθος, αυτό ήταν το σκεπτικό που οδήγησε τον Αϊνστάιν στο περίφημο «Δεν μπορώ να πιστέψω πως ο Θεός παίζει ζάρια» για να του απαντήσει ο Νιλς Μπορ «Ο Θεός μπορεί να κάνει ότι θέλει, δεν μπορείς να του πεις εσύ τι να κάνει». Ωστόσο, νιώθω πως αυτή η απροσδιοριστία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν η ελευθερία του Θεού μέσα στον κόσμο (Sorry Einstein -πάντα ήθελα να το πω αυτό). Ίσως δηλαδή, αυτή η πραγματικότητα να μην είναι ένδειξη τυχαιότητας, αλλά μιας παρουσίας. Ίσως είναι ένδειξη πως ο Θεός δεν άφησε τον κόσμο στη μοίρα του, όπως υποστηρίζει η φιλοσοφία του Δεϊσμού, αλλά ότι ενεργεί διαρκώς μέσα σ’ αυτό ακόμη και σε μικροσωματιδιακό επίπεδο.

Αν τώρα συνδυάσουμε αυτά τα δεδομένα με τα πορίσματα της θεωρίας του Χάους, αυτή η επίδραση στον μικρόκοσμο θα μπορούσε να έχει δραματικές «επιπτώσεις» στην ζωή μας. Η θεωρία αυτή διερευνά το πώς μια απειροελάχιστη διαφοροποίηση στις αρχικές συνθήκες ενός ασταθούς συστήματος μπορεί να προκαλέσει μια εντελώς διαφορετική ροή των πραγμάτων. Για παράδειγμα, ένα φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην αυλή μας θα μπορούσε μετά από μερικά χρόνια να «προκαλέσει» τυφώνα στην Αμερική(!!).

Έτσι, η «ασήμαντη» διαφοροποίηση στην θέση κάποιων ηλεκτρονίων στον εγκέφαλό μας θα μπορούσε να κάνει την διαφορά μεταξύ του να δολοφονήσουμε κάποιον ή όχι. Ακόμη και τα θαύματα του Γιαχβέ-Ιησού (το ότι δήθεν περπάτησε στην θάλασσα ή το ότι μπήκε στο υπερώο) αν και είναι, από στατιστική άποψη, εξωφρενικά απίθανα (όπως και το να πάμε εκδρομή στις Πρέσπες και να τις δούμε να εξαχνώνονται ακαριαία γιατί «έτυχε» να δημιουργηθεί κενό αέρος πάνω από την επιφάνεια τους), δεν έρχονται σ’ αντίθεση με τους νόμους της σύγχρονης φυσικής. Αν, λοιπόν, η ίδια η φύση λειτουργεί μ’ αυτήν την απροσδιοριστία, και μάλιστα απορρίψω και την αρχή της αιτιότητας, τι μ’ εμποδίζει να δεχτώ τελεσίδικα την ελευθερία στην ανθρώπινη συμπεριφορά;

Θα ‘θελα να θέσω δύο σοβαρές αντιρρήσεις. Η «ελευθερία του Θεού» για την οποία μίλησα πριν, θα μπορούσε να είναι καταλυτική και να μην αφήνει περιθώρια ελευθερίας στον άνθρωπο. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να γλιτώνουμε απ’ την αιτιοκρατία, αλλά να μας καθορίζει η ίδια η «ελευθερία του Θεού».

Μια τέτοια ελευθερία θα λειτουργούσε για μας σαν μια αιτιοκρατία με διαφορετικό όνομα. Αλλά και εντελώς υλιστικά να δούμε το θέμα, το ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να καθοριστεί εκ των προτέρων, δεν συνεπάγεται την δική μας ελευθερία. Γιατί φρονώ πως δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένα σωματίδιο κάνει «ό,τι θέλει» και πολύ περισσότερο ότι έχει βούληση επειδή δεν μπορεί να προβλεφθεί η συμπεριφορά του. Και στο κάτω – κάτω ελεύθερος άνθρωπος, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι αυτός που κάνει «ό,τι τύχει» ή «ό,τι τού ‘ρθει» ακριβώς επειδή η ελευθερία προϋποθέτει πρόσωπο και το πρόσωπο δεν είναι απλώς απρόβλεπτο αλλά και ικανό να επιλέγει.

Θα μπορούσε λοιπόν η μη προβλεψιμότητα της ανθρώπινης φύσης να μην οφείλεται στο ότι υπάρχει κάποια βούληση που αλληλεπιδρά σε μικροσωματιδιακό επίπεδο με τον εγκέφαλο, αλλά να είναι αποτέλεσμα του ότι μέσα σ’ αυτόν εκτυλίσσονται τυχαία μικροσωματιδιακά «παιχνίδια». Έτσι το μόνο που φαίνεται να εξασφαλίζουμε μ’ αυτούς τους συλλογισμούς είναι το ότι δεν είμαστε σίγουροι πως είμαστε ανελεύθεροι. Τέλος πάντων. Είναι κι αυτό ένα βήμα.

Ωστόσο, όλο αυτό το σκεπτικό, μου φαίνεται ότι κρύβει μια παγίδα. Κι αυτή είναι ότι μοιάζει να ταυτίζει την πραγματική φύση και την αλήθεια με αυτό που μπορούμε να ερευνήσουμε. Αυτό είναι εντελώς αυθαίρετο, γιατί όπως ο κόσμος που ζούμε θα μπορούσε να υπάρχει ακόμη κι αν δεν ζούσαμε μέσα σ’ αυτόν, και επομένως δεν θα τον αντιλαμβανόμασταν, έτσι μπορεί κάλλιστα να υφίστανται άλλες πραγματικότητες κι αλήθειες που δεν μπορούμε να συλλάβουμε.

Μπορεί εμείς να νομίζουμε ότι αν ρίξουμε ένα κέρμα, θα πέσει κορώνα ή γράμματα.

Ίσως κάποιοι σκεφτούν ότι μπορεί να σταθεί όρθιο.

Πιθανώς όμως ποτέ να μην φανταστούν ότι το κέρμα ίσως κοπεί στην μέση μόλις το πετάξουμε ή ότι θα λιώσει μέχρι να πέσει ή ακόμη ότι μια ριπή ανέμου θα το πάρει στέλνοντας το στο μεσοδιάστημα. Μ’ αυτό το σκεπτικό, η αρχή της αιτιότητας μπορεί ούτε να ισχύει, ούτε να μην ισχύει. Κι ίσως το να ψάχνουμε να βρούμε απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα, αποκλείοντας την πιθανότητα της υπέρλογης πραγματικότητας, να είναι τόσο μάταιο, όσο και το να αναρωτιόμαστε με ποια πλευρά έπεσε το κέρμα, την στιγμή που αιωρείται κάπου κοντά στον Κρόνο …

Μήπως ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που υποκρίνεται;

Μήπως ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που υποκρίνεται;

Η επιφάνεια πιο συχνά καλύπτει παρά αποκαλύπτει. Όσο περισσότερο στίλβουσα είναι, τόσο πιθανότερο είναι να κρύβει βούρκο παρά πλούτο.

Υπάρχει ακόμη κι ο φόβος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κρίνουν, ούτε συγκρίνουν, κατακρίνουν. Αυτό υποχρεώνει τον άλλον άνθρωπο —που δε θέλει να εκτεθεί στα βέλη μιας κακόβουλης κριτικής— να υιοθετεί έναν τρόπο ζωής, που δεν τον εκφράζει, που παραποιεί την πραγματική του υπόσταση. Ίσως, λοιπόν οι άνθρωποι να υποκρίνονται, επειδή κρίνονται και μάλιστα όχι με τρόπο καλοπροαίρετο.

«Η υποκρισία είναι ο σεβασμός που προσφέρει η κακία στην αρετή», είχε πει ο Λούθηρος. Όποιος υποκρίνεται, στο βάθος αισθάνεται ότι προδίδει τον εαυτό του ή κάποιες αξίες. Αφού δεν μπορεί να είναι καλός, τουλάχιστον προσπαθεί να φαίνεται. Είναι κι αυτό ένας ελάχιστος φόρος τιμής στην αρετή. Αλλά δεν αρκεί. Η γνησιότητα είναι η δύναμη των γενναίων, η υποκρισία είναι η «δύναμη» των αδυνάτων ή των συμφεροντολόγων. Κι είναι θλιβερό η εντός εισαγωγικών δύναμη ν’ αποδεικνύεται δυνατότερη από την ειλικρινή και ανυπόκριτη συμπεριφορά.

Αλλ’ ο κόσμος δυστυχώς έχει μάθει να κρίνει περισσότερο με τ’ αυτιά και λιγότερο με το μυαλό. Σύμφωνα με το γνωστό μύθο του Κρυλώφ, κάποτε δυο βαρέλια κύλησαν σ’ έναν κατηφορικό δρόμο. Το γεμάτο κυλούσε αθόρυβα, ενώ το άδειο παταγούσε εκκωφαντικά. Στην εποχή μας – μια εποχή πάταγου και ιλίγγου – βρίσκει τεράστια ανταπόκριση η άποψη ότι όσο πιο ελαφρός είσαι τόσο ψηλότερα ανεβαίνεις και ότι όσο πιο εντυπωσιακό είναι το περιτύλιγμα τόσο πιο έντονο και κυρίως αποτελεσματικό είναι το θάμβος που προκαλείς. Έτσι, η συμπεριφορά συχνά καταντά επίπλαστη, συχνά καλύπτεται από μια επίφαση ευγένειας και λεπτότητας, που ρίχνει στις διαπροσωπικές σχέσεις ένα εσπέριο φως, ένα μισόφωτο που παραπλανά και δεν αφήνει τον άνθρωπο να δει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση.

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές ισχύει αυτό που έλεγε ο Μπυφόν: «Le styl c’ est l’homme»(=το ύφος είναι ο άνθρωπος). Ο λόγος και οι πράξεις απηχούν όλο το πνευματικό και ηθικό εποικοδόμημα του ατόμου, όταν βέβαια το ύφος εξισούται με το ήθος. Όταν όμως σήμερα τα πάντα γίνονται «προς το θεαθήναι», έχουμε χρέος ν’ αναρωτηθούμε, μήπως τελικά ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που υποκρίνεται. Μήπως τελικά οι τρόποι της συμπεριφοράς μοιάζουν κάποιες φορές με τα κουδούνια του παζαριού, που τα χτυπάς για να προσκαλείς τους εύπιστους —που είναι και πιο επιρρεπείς στην πλάνη — και ν’ αποσπάς ένα θαυμασμό, στο βάθος κούφιο.

Το πρότυπο του ανθρώπου της «πρώτης εντύπωσης», που τόσο έντονα «πλασάρεται» από τα συστήματα προβολής, δημιουργεί ανθρώπους, που κατασκευάζουν επιφάνειες. Ωστόσο, όπως ο σαλίγκαρος είναι αιχμάλωτος του καβουκιού του, έτσι κι αυτοί είναι αιχμάλωτοι του σκοπιμοθηρικού κομφορμισμού τους. Η φορτική ευγένεια, η μειλιχιότητα, οι περιττές φιλοφρονήσεις κρύβουν ευτελείς κόλακες, που θυμίζουν νάνους γελωτοποιούς μεσαιωνικού άρχοντα. Χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, μεγάλη πείρα και διεισδυτικότητα, για να δει κανείς τί κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σήμερα, που θέλει μεγάλη τέχνη να ζήσεις και πιο μεγάλη να επιζήσεις, η προσποίηση έγινε στάση ζωής. Είναι το προϊόν μιας κοινωνίας που βασίστηκε στο φόβο της αλήθειας και αγκιστρώθηκε στο ψέμα. Τα συστήματα προβολής θέλουν και θέτουν το ιδεώδες του «επιτυχημένου» ανθρώπου να θεμελιώνεται στο αξίωμα: «Πουλάω το μέσα για ν’ αγοράσω το έξω». Με την υποκρισία κερδίζει ο εξωτερικός άνθρωπος και χάνει ο εσωτερικός.

Παρασυρμένος, λοιπόν, από αυτά τα σαθρά πρότυπα, ο άνθρωπος του καιρού μας, δεν έχει καιρό να «κτίσει» πρόσωπο. Φτιάχνει έναν πλαστικό χαρακτήρα, που τον βοηθά να κρύβει τον πραγματικό εαυτό του, να φορά προσωπεία —τις περισσότερες φορές άτεχνα— και να καταντά απρόσωπος. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θεωρεί φυσικό το αφύσικο. Βιάζει τις έμφυτες, εσώτερες τάσεις του για αυθορμητισμό, ελεύθερη έκφραση και φορά την «αόρατη στολή του βασιλιά», που δεν μπορεί να κρύψει τη γυμνότητα του. Ο χρόνος είναι ο εχθρός της προσποίησης. Κάποτε κάποιο παιδικό βλέμμα -η καθαρή ματιά— θα δει και θα φωνάξει πως «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Και τότε ο άνθρωπος θα κριθεί από αυτό που είναι και όχι από αυτό που παριστάνει ότι είναι.

Μετά την παρουσία του Λουΐτζι Πιραντέλο ακόμη και τα θεατρικά πρόσωπα διεκδικούν το δικαίωμα να έχουν το δικό τους πρόσωπο κι όχι το πρόσωπο που τους βάζει ο συγγραφέας. Μόνο στο θέατρο της ζωής τα πρόσωπα αποδέχονται παθητικά το προσωπείο, και παύουν να είναι πρόσωπα. Γίνονται «προσωπικότητες». Συνήθως αυτή η μάσκα κρύβει σαθρότητα. Είναι καλό να δυσπιστούμε προς τους εντυπωσιακούς ανθρώπους. Αλλά και η δυσπιστία χρειάζεται μέτρο. Γιατί όπως η ευπιστία ανοίγει τη θύρα της πλάνης, έτσι και η δυσπιστία μπορεί να μας οδηγήσει σ’ εσφαλμένες εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, υπάρχουν άνθρωποι ευαίσθητοι, που εμφανίζονται κυνικοί, για να μη δώσουν την ευχέρεια σε άλλους να τους πληγώσουν.

Υπάρχουν ακόμη και οι άνθρωποι που η θέση ή το αξίωμα, τους υποχρεώνει να θωρακίσουν ή να καταπνίξουν τους εσωτερικούς κραδασμούς, για να εκπληρώσουν ένα σκληρό καθήκον. Πολύ συχνά πίσω από την αυστηρότητα κρύβεται η πιο γνήσια τρυφερότητα. Το σκληρό κέλυφος κρύβει μαργαριτάρι. Υπάρχει ακόμη και η περίπτωση των νέων, που από πνεύμα μοντερνισμού, θεωρούν την ευγένεια δείγμα αστικού εκφυλισμού. Σε λίγο η χειραψία και το «ευχαριστώ» θ’ ανακηρυχθούν διατηρητέα είδη. Η εκκεντρική τους εμφάνιση και η άκομψη συμπεριφορά τους, αναγκάζουν τους παλαιότερους να τους κρίνουν συχνά αυστηρά, χωρίς να ψάχνουν να βρουν τί κρύβεται από κάτω. Μήπως, λοιπόν, οι κρίσεις των παλαιών είναι όχι αυστηρές αλλ’ άδικες; Από την άλλη όμως, μήπως αυτή η ωμή ειλικρίνεια των νέων είναι σκέτη ωμότητα, που προβάλλεται ως ειλικρίνεια; Δύσκολο να δώσει απάντηση κανείς, γιατί η γενίκευση πάντα κάποιους αδικεί.

Ένα πάντως φαίνεται αδιαμφισβήτητο: το «είναι» και το «φαίνεσθαι» έχουν συναιρεθεί επικίνδυνα, προς όφελος του «φαίνεσθαι». Το «είναι» δεν έχει πια τόση σημασία. Ισχύει το τσαρουχικό: «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Ο άνθρωπος δε στέκεται πάντα ερευνητικός κι επιφυλακτικός σ’ ό,τι του παρουσιάζεται εκθαμβωτικό. Έτσι, ναρκισσικοί δοκησίσοφοι, μεγαλόσχημοι απατεώνες, ματαιόδοξοι κενολόγοι και απόστολοι της ουτοπίας, συχνά κερδίζουν την αναγνώριση και την επιτυχία, κάνοντας να μοιάζει με χίμαιρα ο στίχος του Παλαμά: «γείρε, αν θέλεις να υψωθείς». Ωστόσο, είναι ανάγκη να φανούμε επιφυλακτικοί, ξέροντας από πείρα πως «ό,τι λάμπει, δεν είναι χρυσός» και πως «τα κενά δοχεία ηχούν περισσότερο» (vasa inania plurimum sonant).

Είναι χρέος να ξεπεράσουμε το προσωπικό και ν’ ανεβούμε στο υπερπροσωπικό• όχι να κατεβούμε στο απρόσωπο. Ο χαμαιλεοντισμός δε δείχνει ούτε ύφος, ούτε ήθος. Η ιανόμορφη συμπεριφορά θα μας οδηγήσει κάποτε στην πικρή διαπίστωση του Μπρεχτ: «Αυτό που ο ασβέστης μας αφάνισε, δεν ήταν πια πρόσωπο». Στις μέρες μας -που το κυνήγι του προσώπου μας μοιάζει με το κυνήγι της χαμένης Κιβωτού— προβάλλει ως ζωτικής σημασίας αίτημα να αισθανθούμε πως η ειλικρίνεια είναι η πιο ρεαλιστική στάση ζωής και πως τελικά το να ζούμε σαν θίασος σκιών δεν είναι «μια κάποια λύση».

Πόσο μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που μιλούν με τις πράξεις τους

Λόγια, λόγια.. Ατελείωτες κουβέντες και συζητήσεις. Άλλοτε ανούσιες άλλοτε με νόημα που κάπου χάνεται στην πορεία στην προσπάθεια να πείσεις ή να γίνεις αντιληπτός από το συνομιλητή. Μια απόπειρα να τον ψυχογραφήσεις, να δεις τα μήκη κύματος που εκπέμπει. Και το όνομα αυτού: Διάλογος! Γέφυρα επικοινωνίας, αντιπαραθέσεων, ή απλά ανταλλαγή απόψεων.

Πόσες φορές όμως θα ήθελες να μη χρειάζεται να πεις τίποτα; Να μην αρθρώσεις ούτε λέξη; Nα μπορούσαν να ντυθούν με λέξεις οι σκέψεις και να μεταφραστούν με τη σιωπή σου.

Πόσο ηχηρή μπορεί να ’ναι μια σιωπή! Να λέει περισσότερα από σένα όταν μιλάς. Και καθρέφτης της, το βλέμμα. Αν είναι καθάριο, διαβάζεις και την ψυχή. Κι έχεις ήδη πει πιο πολλά απ’ όσα πρέπει. Θα ήταν περιττές τώρα οι λέξεις.

Δε σου 'χει τύχει μ’ έναν άνθρωπο να μην έχετε καν κουνήσει τα χείλη και όμως να νιώθεις ότι έχετε κάνει ατέλειωτες συζητήσεις; Οι σιωπές σας φλύαρες. Και ας κοιτιόσασταν μόνο. Σα να σε διαπέρασε ένα απόθεμα σκέψης που το έσπρωξε απροσδόκητα προς το μέρος σου. Και αβίαστα έκανες το ίδιο δίχως να το καταλάβεις.

Πόσο μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που μιλούν με τις πράξεις τους… Τι μαρτυριάρα η σιωπή τους! Μπορεί να σπανίζουν αλλά είναι σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό. Όταν τους βρεις φύλαξε τους. Πρόσεχε τους. Θα νιώσεις τυχερός που τους ξεκλείδωσες, που σ’ άφησαν να δεις την αλήθεια τους, τη δική σου. Από τα πιο όμορφα συναισθήματα, η αίσθηση ότι γνωρίζεις τον απέναντι. Ότι ξέρεις τι σκέφτεται, ότι ισχύει αυτό που θα σου πει. Δε χρειάζεται να κάνεις δεύτερες σκέψεις και σενάρια για το τι μπορεί να λέει και τι να εννοεί. Να διαχωρίζεις τα λεγόμενα από τις πράξεις του, να αναζητάς το κίνητρο αυτών μέσω (ανούσιων) εξονυχιστικών συζητήσεων-ανακρίσεων.

Όσα κρύβει μια σιωπή, τα προδίδει ένα βλέμμα. Ίσως και ένα χαμόγελο. Αλλά είναι εκεί, σαν ανοιχτό βιβλίο μπροστά σου δίχως κείμενο. Αχρείαστοι οι υπότιτλοι, ξεκάθαρα τα κεφάλαια. Δεν υπάρχουν κακώς κείμενα, δε χάνεσαι στη μετάφραση. Δε χωρούν παρερμηνεύσεις. Διάνοια η αίσθηση. Μαγεία η ψευδαίσθηση. Και συ ο ανώτατος κριτής. Αψεγάδιαστος. Όταν η αλήθεια ξεπερνά τα όρια της λογικής τότε αφέσου απλά στον ήχο της σιωπής.

Καταδρομικές επιχειρήσεις στην Ιλιάδα και στις Θερμοπύλες

Οδυσσέας και ο Διομήδης κλέβουν τα άλογα του Ρήσου
Ερυθρόμορφο αγγείο του «ζωγράφου του Λυκούργου» περ. 360 π.Χ
Αν και οι καταδρομικές επιχειρήσεις αφορούν τον σύγχρονο τρόπο του μάχεσθαι, παρόμοιες επιχειρήσεις περιγράφονται ήδη από την εποχή του Ομήρου, και πιο συγκεκριμένα στην Ιλιάδα. Ο Όμηρος περιγράφει πως ο Τρώας Δόλων μετά από προτροπή του Έκτορα μπαίνει ως κατάσκοπος στο στρατόπεδο των Αχαιών. Η ανταμοιβή του θα ήταν το άρμα και τ' αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, όταν θα τελείωνε ο πόλεμος.

Ο Δόλων φόρεσε το τομάρι ενός λύκου και ξεκίνησε τη νύχτα. Τον αντιλήφθηκαν όμως ο Οδυσσέας και ο Διομήδης, τον αιχμαλώτισαν, τον ανάγκασαν να αποκαλύψει τη διάταξη του στρατού των Τρώων και στη συνέχεια τον σκότωσαν.

Μετά από αυτό ο Οδυσσέας και ο Διομήδης ανέλαβαν να διεισδύσουν κρυφά με την σειρά τους στο στρατόπεδο των Τρώων. Το ίδιο χρονικό διάστημα είχε έρθει σε βοήθεια των Τρώων ο βασιλιάς Ρήσος γιος του Ηιονέως, φέρνοντας μαζί του τα κάτασπρα σαν χιόνι άλογα του, το κατασκευασμένο από χρυσό κι ασήμι άρμα του και τα από τα ίδια υλικά φτιαγμένα υπέροχα όπλα του.

Υπήρχε, μάλιστα, χρησμός, πως αν τα άλογα του Ρήσου έτρωγαν χόρτο Τρωικό κι έπιναν νερό από τον Ξάνθο ποταμό, η Τροία θα σωζόταν, όμως ο χρησμός δεν πρόλαβε να εκπληρωθεί, αφού την ίδια νύχτα της άφιξης του Ρήσου, στην έξοδο τους από την Τροία, ο Ρήσος σκοτώθηκε μέσα στη σκηνή του από τον Διομήδη και τον οδυσσέα κατά τη νυκτερινή τους αποστολή, παίρνοντας τα περίφημα άλογα του Ρήσου, στο στρατόπεδο των Αχαιών. Τα άλογά του Ρήσου σύμφωνα με την περιγραφή, ήταν θαυμάσια, πολύ μεγάλα, πιο λευκά από το χιόνι και έτρεχαν σαν τον άνεμο (Ιλιάδος στ.427-437).

Στην συνέχεια ο Οδυσσέας μετά από προτροπή της θεάς Αθηνάς, επινόησε την κατασκευή του δούρειου ίππου, την οποία αναθέτει στον Επειό, ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας, αλλά και σπουδαίος πυγμάχος. Με ξύλα από την Ίδη ο Επειός, κατασκεύασε άλογο το οποίο ήταν κούφιο στο εσωτερικό του, είχε πόρτες στα πλευρά, και το οποίο χωρούσε στο εσωτερικό του κρυφά πολλούς Αχαιούς.

Η θεά Αθηνά τους είχε συμβουλεύσει τους Αχιαούς, να χαράξουν επάνω στον δούρειο ίππο τη φράση: «Έλληνες Αθηνά χαριστήριον». Στο εσωτερικό του ξύλινου αλογου μπήκαν οι πιο γενναίοι Αχαιοί, ανάμεσά τους ο Οδυσσέας, ο Διομήδης, ο Μενέλαος, ο Αίας, ο Νεοπτόλεμος και ο κατασκευαστής της Επειός, ο οποίος ήξερε να ανοίγει τις κρύπτες. Οι Τρώες ενώ προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την ξαφνική φυγή των Αχαιών είδαν το Δούρειο Ίππο.

Οι Αχαιοί άφησαν επίτηδες πίσω το Σίνωνα ώστε να πιαστεί αιχμάλωτος και να πει στους Τρώες αυτά που έπρεπε να ακούσουν. Έτσι τους είπε μια ψεύτικη ιστορία για το άλογο. Οι Τρώες χάρηκαν με τη φυγή των Αχαιών, πίστεψαν τα λόγια του Σίνωνα τον οποίο και άφησαν ελεύθερο. Έτσι έβαλαν στην πόλη το ξύλινο άλογο της θεάς γκρεμίζοντας και ένα τμήμα απ τις Σκαιές Πύλες για να χωρέσει. Η Κασσάνδρα τους προειδοποίησε αλλά μάταια. Η Τροία έμελλε να πέσει στα χέρια των Αχαιών, με την έξοδο των Αχαιών από τον δούρειο Ίππο.

Η πρώτη όμως επιβεβαιωμένη νυχτερινή καταδρομική επιχείρηση, γίνεται από μικρή ομάδα Σπαρτιατών η οποία σκοτώνει δύο αδερφούς του Ξέρξη μέσα στη βασιλική τους σκηνή, τον Αβροκόμη τον Πρεσβυτέρο και τον Υπεράνθη, κατά τη διάρκεια της μάχης των Θερμοπυλών. Το σχέδιο του βασιλιά Λεωνίδα ήταν η δολοφονία του ίδιου του Ξέρξη, τον οποίο όμως το απόσπασμα των Σπαρτιατών δεν βρήκε για καλή του τύχη. μέσα στη σκηνή του, εκείνο το βράδυ. Αν τον είχαν βρεί, η μάχη των Θερμοπυλών θα είχε σίγουρα άλλη τροπή.

Η ομάδα των Σπαρτιατών εξοντώθηκε στην συνέχεια από τη δύναμη των επιλέκτων Περσών «Αθανάτων». Η ομάδα των Σπαρτιατών ήταν από τον περίφημο λόχο των Σκιριτών. Οι Σκιρίτες ως δύναμη είχαν μία από τις έξι μόρες που αποτελούσαν την Σπαρτιατική φάλαγγα σε εκστρατεία. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφερει ότι η μόρα Σκιριτών αποτελείτο από εξακόσιους άνδρες επιλεγμένους για τη σωματική τους δύναμη και αντοχή, που ονομαζόταν και Σκιρίτης λόχος.

Σύφωνα με τον Θουκιδίδη, στη μάχη κατείχαν το αριστερό («ευώνυμον») κέρας της παρατάξεως, δίπλα στον Βασιλιά, ενώ το δεξί το κατείχαν οι τριακόσιοι. Στην παράταξη μάχης, όταν η φάλαγγα πορευόταν προς μάχη, οι Σκιρίτες ήταν πιο μπροστά από τον Βασιλιά αλλά και από τους ανιχνευτές. Αποτελούσαν τη εμπροσθοφυλακή του Σπαρτιατικού στρατού για αυτό και προπορευόταν του κυρίου τμήματος της φάλαγγας.

Το σύμβολο της μόρας Σκιριτών, ήταν ένα άσπρο γεράκι σε μαύρο φόντο. Σε περίπτωση ενέδρας ή εμποδίου, ειδοποιούσαν το κυρίως τμήμα ώστε να μην βρεθεί αυτό προ απροόπτου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εκτός από ενημέρωση του κυρίου τμήματος ήσαν επιφορτισμένοι με το να βρίσκουν άλλα δρομολόγια ώστε να διασφαλίζουν την ομαλή προσπέλαση του κυρίως τμήματος. Επίσης, σε περίπτωση στρατοπέδευσης της φάλαγγος οι Σκιρίτες στρατοπέδευαν σε σημεία από τα οποία μπορούσαν να εποπτεύουν τους αντιπάλους από μακριά.

Ο Ξενοφών στη «Λακεδαιμονίων Πολιτεία» αναφέρει τους Σκιρίτες φρουρούς τη νύχτα, και εξηγεί ότι οι Λακεδαιμόνιοι τους τιμούν ιδιαίτερα καθώς οι τρομεροί και ακάματοι Σκιρίτες δεν λογαριάζουν κόπο ή κίνδυνο. Τα κατορθώματα των ανδρών αυτών, υμνήθηκαν από τους Λακεδαιμόνιους.

Ίταλο Καλβίνο: Το μαύρο πρόβατο

Υπήρχε μια χώρα όπου όλοι ήταν κλέφτες.

Τη νύχτα κάθε κάτοικος έβγαινε με αντικλείδια κι ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι ενός γείτονα. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος κι έβρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Κι έτσι όλοι ζούσαν αρμονικά και χωρίς προβλήματα, αφού ο ένας έκλεβε τον άλλον, κι αυτός έναν άλλον ακόμα και ούτω καθεξής, μέχρι να έρθει η σειρά του τελευταίου που έκλεβε τον πρώτο.

Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα ασκείτο με τη μορφή της απάτης, τόσο από την πλευρά εκείνου που πουλούσε όσο και από την πλευρά εκείνου που αγόραζε. Η κυβέρνηση ήταν μια εταιρία που εγκληματούσε σε βάρος των πολιτών, και οι πολίτες, από τη μεριά τους, νοιάζονταν μόνο να εξαπατούν την κυβέρνηση. Έτσι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς δυσκολίες, και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί.

Τότε, κανείς δεν ξέρει πώς, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με τον σάκο και το φανάρι, έμενε στο σπίτι του να καπνίζει και να διαβάζει μυθιστορήματα. Έρχονταν οι κλέφτες, έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν.

Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για λίγο· μετά έπρεπε να τον κάνουν να καταλάβει ότι εάν ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα, αυτός δεν ήταν λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Για κάθε νύχτα που αυτός περνούσε στο σπίτι του, μία οικογένεια δεν έτρωγε την επόμενη ημέρα.

Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα, ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε κι αυτός να βγαίνει το βράδυ και να γυρίζει την αυγή, όμως, να κλέψει δεν πήγαινε. Τίμιος ήταν, δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα κι έμενε να κοιτάζει το νερό να περνάει από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το έβρισκε διαρρηγμένο.

Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο τίμιος άνθρωπος βρέθηκε απένταρος, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι άδειο. Όμως, μέχρι εδώ, μικρό το κακό, γιατί η ευθύνη ήταν δική του. Το πρόβλημα ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο που έπραττε δημιουργείτο ένα χάος. Γιατί άφηνε τους άλλους να του κλέβουν τα πάντα, ενώ αυτός δεν έκλεβε κανέναν· έτσι, υπήρχε πάντα κάποιος που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το έβρισκε άθικτο γιατί ήταν το σπίτι που έπρεπε να διαρρήξει αυτός.

Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο, εκείνοι που δεν έπεφταν θύματα κλοπής βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από άλλους και να μην θέλουν πλέον να κλέβουν. Κι αυτοί που πήγαιναν να κλέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου, το έβρισκαν πάντα άδειο· έτσι γίνονταν φτωχοί. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που έγιναν πλούσιοι απέκτησαν κι αυτοί τη συνήθεια να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα να κοιτάζουν το νερό που περνούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε το χάος, γιατί υπήρξαν πολλοί άλλοι που έγιναν φτωχοί.

Τότε, οι πλούσιοι είδαν ότι, με το να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, θα γίνονταν φτωχοί μετά από λίγο. Και σκέφτηκαν: «Να πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Έκαναν τα συμβόλαια, ορίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά· φυσικά, πάντα κλέφτες ήταν, και προσπαθούσαν να εξαπατήσουν οι μεν τους δε. Όμως -όπως συνήθως συμβαίνει- οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι που δεν είχαν πια ανάγκη να κλέβουν και να βάζουν άλλους να κλέβουν για να συνεχίζουν να είναι πλούσιοι. Όμως, εάν σταματούσαν να κλέβουν, θα γίνονταν φτωχοί γιατί οι φτωχοί τούς έκλεβαν. Πλήρωσαν, λοιπόν, τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς για να προφυλάσσουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς, κι έτσι ίδρυσαν την αστυνομία και δημιούργησαν τις φυλακές.

Με αυτόν τον τρόπο, λίγα μόλις χρόνια μετά την άφιξη του τίμιου ανθρώπου, κανείς δεν μιλούσε πια για κλοπές, αλλά μόνο για πλούσιους ή φτωχούς, παρότι ήταν πάντα όλοι κλέφτες. Τίμιος υπήρξε μόνο εκείνος ο ένας που πέθανε σύντομα. Από πείνα.

Ίταλο Καλβίνο (1923-1985), Το μαύρο πρόβατο (La pecora nera)

Έπος του Γκιλγκαμές

Το έπος του Γκίλγκαμες είναι το πρώτο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ανάγεται στην Ασσυρο-Βαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων των Σουμερίων για τον ήρωα Γκίλγκαμες. Ο Γκίλγκαμες υπήρξε ιστορικό πρόσωπο και ήταν βασιλιάς της Ουρούκ, μιας αρχαίας πόλης των Σουμερίων κι αργότερα της Βαβυλωνίας ανατολικά του ποταμού Ευφράτη, γύρω στα 2500 π.κ.ε. Στην αρχή του έπους αναφέρεται πως ο ίδιος ο Γκίλγκαμες που υπήρξε σοφός άνθρωπος και γνώριζε τα πάντα, αφηγήθηκε την ιστορία του γράφοντάς την σε μια πέτρα όταν γύρισε στην πόλη του μετά τις περιπέτειες που πέρασε. Αυτό το γεγονός τον καθιστά όχι μόνο τον πρώτο ήρωα λογοτεχνικού έργου αλλά και τον πρώτο συγγραφέα.

Το έπος του Γκίλγκαμες υπήρξε ένα αγαπημένο λογοτεχνικό έργο στην αρχαία Εγγύς Ανατολή. Πρέπει να γράφτηκε τον 12 αι. π.κ.ε. και διαδόθηκε στην Ανατολή, στην Μεσοποταμία, στην δυτική Περσία, στις ακτές της Μεσογείου και αλλού. Οι ιστορίες κυκλοφόρησαν πρώτα προφορικά και έπειτα καταγράφτηκαν σε σφηνοειδή γραφή καθώς οι λαοί αυτοί είχαν αναπτύξει ήδη από τότε τον γραπτό λόγο. Έπειτα ξαφνικά το έργο εξαφανίστηκε. Οι ειδικοί λένε πως αυτό οφείλεται στο γεγονός πως γύρω στα 300 ή 200 π.κ.ε έπαψε να χρησιμοποιείται η σφηνοειδής γραφή και οι επόμενες γενιές δεν ήξεραν να την χρησιμοποιήσουν ούτε να διαβάσουν τα κείμενα. Έτσι, το έπος του Γκίλγκαμες βρισκόταν σε αφάνεια για περίπου δυο χιλιάδες χρόνια ώσπου “ανακαλύφθηκε” εκ νέου. Το ανακάλυψε μια ομάδα εξερευνητών, αρχαιολόγων κι επιδρομέων, τον 19ο αιώνα. Είχε διασωθεί επειδή ήταν γραμμένο σε πήλινες πλάκες που είναι ανθεκτικές.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι αποσπάσματα από το Έπος του Γκιλγκαμές, που βρέθηκε σε μορφή πήλινων πινακίδων στη Βιβλιοθήκη του Ασουρμπανιμπάλ στην Νινευή. Ο συγγραφέας του Έπους του Γκιλγκαμές είναι ο Σιν-Έγκι-Ουννίννι. Είναι ο αρχαιότερος συγγραφέας της ανθρωπότητας που ξέρουμε κατ’ όνομα, και το συγκλονιστικό αυτό έργο του το έχει γράψει στη Βαβυλώνα, περίπου το 2700 π.κ.ε. Όλο το συγγραφικό κείμενο του έπους είναι εκπληκτικό και, φυσικά, πρόκειται για ένα αρχαιότατο λογοτεχνικό αριστούργημα.

Οι συγγραφικές τεχνικές που χρησιμοποιεί μοιάζουν τελείως σύγχρονες, η σκηνοθεσία του και το μοντάζ του είναι πάρα πολύ προσεγμένη, και θα μπορούσε εύκολα να το φανταστεί κανείς σε κινηματογραφική μορφή, αφού συνεχώς εκπέμπει εικόνες. Είναι ένα μνημειώδες έργο απαράμιλλο στην διηγηματική μορφή του, γεμάτο από μυστικιστικούς συμβολισμούς, με διαχρονικά μηνύματα για τον πόλεμο ενάντια στο Κακό, για την δύναμη της φιλίας, για την ιδιαιτερότητα, για την αναζήτηση της Γνώσης, για την μύηση, για τα μυστήρια του κόσμου, για την εξερεύνηση και την περιπέτεια και για την μαγεία.

ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ /Αυτός που τα Είδε Όλα.

Ήρθε η ώρα να φανερώσω στον κόσμο Αυτόν που τα Είδε Όλα (Sha nagba imuru), να διηγηθώ την ιστορία Εκείνου που τα Γνώρισε Όλα.

Είδε το Μεγάλο Μυστήριο, γνώρισε το Κρυμμένο: Απέκτησε τη γνώση όλων των εποχών πριν από τον Κατακλυσμό. Ταξίδεψε πέρα κι από το πιο μακρινό, ταξίδεψε πέρα από τα όρια του εαυτού του, κι έπειτα σκάλισε την ιστορία του στην πέτρα.

Αυτός ο μεγάλος ήρωας που απέκτησε κάθε Γνώση που μπορεί να αποκτήσει άνθρωπος, λεγόταν Γκιλγκαμές, κι ήταν αυτός που έχτισε τη θαυμαστή πόλη Ουρούκ. Κοιτάξτε το μεγαλείο αυτής της πόλης, τα θεόρατα τείχη της…

Κι εδώ, στη βάση κάτω από τις τεράστιες πύλες της, στα θεμέλια των τειχών της πόλης, μια πέτρα πολύτιμη (Lapis Lazuli) που πάνω της είναι σκαλισμένη η διήγηση των περιπετειών του Γκιλγκαμές, η ιστορία που θα σας διηγηθώ.

Το μεγαλύτερο μέρος του Γκιλγκαμές φτιάχτηκε στον ουρανό και το μικρότερο κάπου στην Γη. Αυτή-Που-Πρέπει-Να-Την-Υπακούμε δημιούργησε το σώμα του και τον εαυτό του, και τον προίκισε με όλα τα χαρίσματα του.

Ο θρύλος στοιχειώνει τον άνθρωπο που επισκέπτεται την Κόλαση, που ζει για να διηγηθεί ολόκληρη την ιστορία μου επακριβώς. Έτσι, σαν ένας σοφός, σαν ένας κατεργάρης ή σαν ένας άγιος άνθρωπος, ο Γκιλγκαμές ήταν ένας ήρωας που ήξερε μυστικά, που είδε απαγορευμένους τόπους, που μπορούσε ακόμη και να μιλήσει για τον καιρό πριν τον Κατακλυσμό, γιατί έζησε πάρα πολλά χρόνια, έμαθε πάρα πολλά, και διηγήθηκε τη ζωή του σ’ εκείνους που πρώτοι σκάλισαν στον πηλό τα λόγια του που μοιάζανε μ’ αυτά των πουλιών.

Αυτός διέταξε να χτιστούν τα τείχη της Ουρούκ και της Εάνα, της άγιας πατρίδας μας, τείχη που ακόμη μπορείς να δεις και να θαυμάσεις, τείχη που πάνω τους θρηνούν οι φοβερές πολεμίστρες νεκρών πολεμιστών. Πήγαινε σ’ αυτά τα τείχη, και άγγιξε την ακίνητη παρουσία τους με δάχτυλα ευγενικά, δες τα για να βρεις τον εαυτό σου. Κανείς ποτέ δεν έχτισε τέτοια θαυμαστά τείχη.

Σκαρφάλωσε στον πύργο της Ουρούκ και βάδισε στην κορυφή του μια νύχτα με άνεμο, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κοίτα. Άγγιξε. Γεύσου. Νιώσε. Ποια δύναμη δημιούργησε ένα τέτοιο όγκο; Άνοιξε το ειδικό κουτί που ‘ναι κρυμμένο στο τείχος, και διάβασε φωναχτά την ιστορία της ζωής του Γκιλγκαμές.

Ο Γκιλγκαμές που είναι μισός άνθρωπος και μισός θεός, είναι ο μεγαλύτερος βασιλιάς του κόσμου και ο πιο ισχυρός υπεράνθρωπος που υπήρξε ποτέ. Αλλά είναι νεαρός κι η σοφία δεν κατοικεί ακόμη μέσα του, καταπιέζει το λαό του με αγριότητα. Κι οι άνθρωποι κάλεσαν τον θεό του ουρανού, τον Ανού, τον προστάτη της πόλης, ζητώντας του βοήθεια.

Και πρόσταξε ο Ανού τη Νινσούν να φτιάξει έναν αγριάνθρωπο, κι έφτιαξε αυτή τον Ενκιντού, εκεί έξω από την πόλη, στα σκοτεινά και πυκνά άγρια δάση που κυκλώνουν τη γη του Γκιλγκαμές… Κι αυτός ο άγριος Ενκιντού, έχει τη δύναμη μιας ντουζίνας άγριων ζώων, κι είναι ο υπάνθρωπος αντίπαλος του υπεράνθρωπου Γκιλγκαμές.

Ο γιος ενός κυνηγού ήταν αυτός που ανακάλυψε τι συνέβαινε, γιατί είχε πάει στο δάσος να δει τις παγίδες που είχε στήσει ο πατέρας του, όταν είδε τον Ενκιντού να τρέχει γυμνός μαζί με τ’ άγρια ζώα μέσα στις φυλλωσιές. Κι ήταν ο κυνηγός πατέρας του που τον συμβούλεψε να πάρει μια από τις πόρνες του ναού, την όμορφη Σαμχάτ, και να την πάει στο δάσος, κι όταν αυτή θα δει τον Ενκιντού να του δοθεί, να τον ευχαριστήσει. Κι αν αυτός πέσει στην παγίδα αυτήν, θα χάσει όλη του τη δύναμη και την αγριότητα.

Κι ήταν η όμορφη Σαμχάτ που πήγε στο δάσος και συνάντησε τον Ενκιντού στη μεγάλη νερολακούβα, εκεί που έπιναν νερό όλα τα ζώα, κι εκεί του δόθηκε, κι εκεί ήταν που έπεσε αυτός στην παγίδα της γυναίκας, κι αμέσως έχασε όλη του τη δύναμη και την αγριότητα, αλλά κέρδισε κατανόηση και γνώση. Κι ήταν τότε που αυτός άρχισε να κλαίει με λυγμούς γι’ αυτά που έχασε, όταν η πόρνη τού είπε πως θα τον πάρει μαζί της στη μεγάλη πόλη, εκεί που όλα τα θαύματα λάμπουν, και του υποσχέθηκε να τον παρουσιάσει στον μεγάλο Γκιλγκαμές, τον μόνο άνθρωπο που είναι άξιος για τη φιλία του Ενκιντού.

Και τότε ήταν που ο Γκιλγκαμές είδε στον ύπνο του δύο όνειρα παράξενα. Στο πρώτο απ’ αυτά τα όνειρα που ήρθαν στον Γκιλγκαμές, μια τεράστια πέτρα έπεσε σαν άστρο από τον ουρανό, κι ο Γκιλγκαμές δεν μπορούσε ούτε να τη σηκώσει ούτε να τη γυρίσει. Κι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από την πέτρα και γιόρταζαν, κι ο Γκιλγκαμές την αγκάλιασε όπως θ’ αγκάλιαζε μια γυναίκα.

Αλλά η μητέρα του, η θεά Ριμάτ-Νινσούν, εμφανίστηκε και του είπε πως έπρεπε να συναγωνιστεί τον μετεωρίτη.

Στο άλλο όνειρο, ένα παράξενο τσεκούρι έπεσε στο κατώφλι της πόρτας του Γκιλγκαμές, κι αυτός δεν μπορούσε ούτε να το σηκώσει ούτε να το κουνήσει… Κι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από το τσεκούρι και γιόρταζαν, κι ο Γκιλγκαμές το αγκάλιασε όπως θ’ αγκάλιαζε μια γυναίκα. Αλλά η θεά μητέρα του εμφανίστηκε και πάλι, λέγοντάς του πως έπρεπε να συναγωνιστεί το τσεκούρι…
Και τότε ο Γκιλγκαμές πήγε να βρει τη μητέρα του για να του ερμηνεύσει τούτα τα όνειρα. Κι εκείνη του είπε ότι ένας άνδρας με μεγάλη δύναμη θα έρθει στην Ουρούκ, κι ο Γκιλγκαμές θα τον αγκαλιάσει όπως θ’ αγκάλιαζε μια γυναίκα, κι αυτός ο άνδρας θα βοηθήσει τον Γκιλγκαμές να κατορθώσει μεγάλους άθλους.

Ο Ενκιντού κι ο Γκιλγκαμές, φίλοι καρδιακοί κι αδέλφια σε όλα, καθόντουσαν ώρες μαζί και μιλούσαν, εκεί στον ναό της Νινσούν, συζητούσαν για σχέδια πολλά και σχεδίαζαν το μέλλον τους μαζί. Κάποτε, πληροφορημένος από φόβους για μια μελλοντική θλίψη, ο Ενκιντού άρχισε να κλαίει, και να προειδοποιεί τον φίλο του για κάποιον επερχόμενο τρόμο.

Είπε: «Αν φύγουμε πέρα από εδώ, στο Άγνωστο, εκεί που ζει ο Χουμπάμπα ο τρομερός, τότε θα γίνει μια απαίσια μάχη, σ’ ένα μέρος που κανείς δεν το αποκαλεί πατρίδα του, όπου κανείς δεν θέλει να μείνει για πολύ, κανείς δεν θέλει να κοιμηθεί εκεί, κανείς δεν θέλει να ξεκουραστεί εκεί για να ανακτήσει τις δυνάμεις του για να φτάσει στα δάση»

Η Μεγάλη Θεά ανασηκώθηκε από μέσα, και φόρεσε τον μανδύα της καλύπτοντας τη θεϊκή της γύμνια, πλέκοντας τις μπούκλες της στο θαυμαστό της στέμμα, και κατέβηκε από τον βωμό. Στάθηκε εκεί, ανάβοντας με μια ματιά τα θυμιάματα, σπέρνοντας παντού το άρωμά της, ετοιμάζοντας τις ιερές κούπες που κρατούν τα πολύτιμα υγρά που θα χυθούν στ’ όνομά της. Κι έπειτα η Νινσούν ρώτησε τον Σαμάς, τον μεγάλο Θεό: «Γιατί; Γιατί καλείς τον μοναχογιό μου μακριά; Γιατί ταράζεις τον νου του με τέτοιο τρόμο; Διότι τώρα τον προσκαλείς να ξεκινήσει ένα προσκύνημα που τελειώνει εκεί που ζει ο Χουμπάμπα, εκεί που αυτός καθοδηγεί μια μάχη που δεν τελειώνει ποτέ, σ’ ένα ξένο, μοναχικό δρόμο, πέρα μακριά στο Άγνωστο, μέσα στα σκοτεινά και υγρά δάση, όπου ένας άντρας σαν κι αυτόν ίσως μπορέσει να σκοτώσει ένα θεό σαν τον Χουμπάμπα, αλλιώς θα σκοτωθεί για να διαλύσει τον πόνο, τον πόνο στον οποίο εσύ, ω Σαμάς, εναντιώνεσαι»

Πέρα μακριά, ο Χουμπάμπα σαλεύει μέσα στο σκοτεινό δάσος, κι από εκεί σπέρνει το φόβο στις καρδιές των ανθρώπων.

Κι όταν ο Ενκιντού μίλησε πάλι στον Γκιλγκαμές, είπε αυτά τα λόγια προειδοποίησης: «Γνωρίζω τη φήμη αυτού του τέρατος εδώ και πολύ καιρό. Η φωτιά κι ο θάνατος πλέκονται στην ανάσα του, κι εγώ τώρα δεν επιθυμώ να προκαλέσω έναν τέτοιον δαίμονα»

Μα ο Γκιλγκαμές τού απάντησε: «Όλη η δόξα του κόσμου θα είναι δική μας, αν καταφέρουμε να νικήσουμε τον ανίκητο εχθρό, διακινδυνεύοντας με όλα αυτά που όλους τους άλλους τρομοκρατούν»

Κι είπε ο Ενκιντού με λόγια λιτά: «Και πώς θα πάμε σε δάση που φρουρούνται με τόση αγριότητα;»

Ο Ενλίλ ήταν αυτός που έστειλε τον Χουμπάμπα εκεί, για να τρομάζει και να διώχνει τους εισβολείς και τους απρόσκλητους επισκέπτες με τα άγρια και τρομερά ουρλιαχτά του. Ο μεγάλος Γκιλγκαμές το θυμόταν αυτό, όταν μίλησε με λόγια σαν αυτά στον Ενκιντού: «Μονάχα οι θεοί ζούνε για πάντα μαζί με τον Σαμάς, φίλε μου καρδιακέ, γιατί ακόμη και οι μακρύτερες ημέρες μας είναι αριθμημένες. Γιατί ν’ ανησυχείς αν θα γίνεις σαν σκόνη στον άνεμο; Στάσου στα πόδια σου απέναντι σ’ αυτή τη μεγάλη απειλή. Μη φοβάσαι! Ακόμη κι αν είναι γραφτό να αποτύχουμε και να πέσουμε στη μάχη, όλες οι μελλοντικές γενεές θα λένε ότι εμείς ήμασταν αυτοί που έφτασαν εκεί.»

Διέταξαν να κατασκευαστούν ειδικά όπλα για την επίθεσή τους εναντίον του Χουμπάμπα, ξίφη, τσεκούρια θαυμαστά, και σέλες πολεμικές ετοιμάστηκαν, κι όλος ο πληθυσμός της Ουρούκ μαζεύτηκε να τους αποχαιρετήσει. Η φήμη του τρομερού τέρατος έκανε τους ευγενείς ανθρώπους της Ουρούκ να φοβούνται για την τύχη του μεγάλου τους βασιλιά. Οι γεροντότεροι ήρθαν στον βασιλιά και μίλησαν μ’ αυτά τα λόγια: «Να φοβάσαι τη δύναμη που ελέγχεις, θερμοκέφαλο παιδί ήσουνα πάντοτε, σιγουρέψου ότι βλέπεις καλά που στέλνεις την κάθε σου βολή στη μάχη. Η εμπροσθοφυλακή προστατεύει. Οι φίλοι σώζουν τους φίλους. Άφησε τον Ενκιντού να οδηγεί το δρόμο μέσα από δάση που μόνο αυτός γνωρίζει τόσο καλά. Ξέρει πως να πολεμά μέσα στο δάσος, ξέρει πως να επιλέγει τους τόπους συμπλοκής… Ο Ενκιντού θα φρουρεί τον βασιλιά μας. Ας μας τον φέρει πίσω ασφαλή.»

…Κι έπειτα ο Ενκιντού είπε στον βασιλιά του: «Η ώρα είναι κατάλληλη για μας να ξεκινήσουμε. Ακολούθησέ με, κύριε, στον άγριο δρόμο που στο τέλος του ένας άξιος αντίπαλος, το τρομερό τέρας Χουμπάμπα, περιμένει την πρόκλησή σου μέσα στα σκοτεινά δάση που φρουρεί. Μη φοβηθείς τίποτε. Στηρίξου πάνω μου για οτιδήποτε σε βαραίνει, κι άφησε με να είμαι ο προσεκτικός σου οδηγός σ’ αυτήν την παράτολμη περιπέτεια.»

Έπειτα από δέκα μίλια πορείας, σταμάτησαν για να φάνε, κι έπειτα από τριάντα μίλια, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν, κι έπειτα διένυσαν άλλα σαράντα μίλια εκείνη την ημέρα.
Μέσα σε τρεις ημέρες διένυσαν μια απόσταση που άλλοι θα χρειάζονταν δυο μήνες για να την ταξιδέψουν. Έβρισκαν δρόμο εκεί που δεν φαινόταν να υπάρχει δρόμος, έσκαβαν για νερό εκεί που δεν φαινόταν πουθενά νερό, στην έρημο που βρήκανε στον δρόμο τους προς τον Χουμπάμπα. Βαδίζανε μπροστά, όλο και πιο μακριά, ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκιντού, και ήξεραν και οι δυο τους τον κίνδυνο που παραμόνευε στον προορισμό τους.

Καθώς σκαρφάλωναν στον τελευταίο λόφο, είδαν ένα φρουρό που είχε στήσει ο Χουμπάμπα, άγριο και απειλητικό σαν γιγάντιο μαντρόσκυλο. Κι ο Γκιλγκαμές πλησίασε πρώτος.

Ο Γκιλγκαμές άκουσε τις φωνές του Ενκιντού που έκραζε στο σύντροφό του: «Θυμήσου τις υποσχέσεις που δώσαμε στην πόλη που ζούσαμε. Θυμήσου το κουράγιο και τη δύναμη που ορκιστήκαμε να δώσουμε σ’ αυτήν την αποστολή. Θυμήσου ότι δεν φοβόμαστε τίποτε, αφού οι μέρες μας είναι αριθμημένες κι αφού θα γίνουμε σκόνη στον άνεμο»

Τα λόγια αυτά διέλυσαν τον φόβο που ένιωθε μεσ’ στην καρδιά του, κι ο Γκιλγκαμές τού φώναξε: «Γρήγορα! Πιάσε τον φρουρό και μην τον αφήνεις να σου φύγει. Αγωνίσου χωρίς κανένα φόβο, άρπαξέ τον και μην τον αφήνεις. Ο εχθρός μας, ο Χουμπάμπα, έχει στήσει επτά ομοειδείς του, αλλά εμφάνισε μόνο τον ένα μέχρι τώρα. Έτσι, έξι επίπεδα δύναμης έχει ακόμη αχρησιμοποίητα» Κι ο φρουρός του τόπου εκείνου, σαν ένα τρελό κτήνος λυσσασμένος, ούρλιαζε με δύναμη μεγάλη, καθώς οι δύο φίλοι φώναζαν ο ένας στον άλλον με τι έμοιαζε ο εχθρός τους.

Πληγωμένος από τη μάχη με τον φρουρό που σκότωσαν, ο Ενκιντού λέει τα λόγια αυτά: «Έχασα όλη τη δύναμη αυτού του χεριού, που τσακίστηκε όταν η πύλη έκλεισε απότομα. Τι να κάνω τώρα;»

Έπειτα μίλησε ο Γκιλγκαμές: «Αδελφέ μου, όπως θα έκανε ένας άνδρας με τα δάκρυά του, υπερβαίνεις όλα τα άλλα που έτυχαν εναντίον μας, γιατί μπορείς να κλαις και να σκοτώνεις με ίση δύναμη. Κράτα το χέρι μου στο δικό σου, και δεν θα φοβηθούμε αυτό που χέρια σαν τα δικά μας μπορούν να κάνουν. Ένωσε τη φωνή σου με τη δική μου, ας γίνουν οι ιαχές μας μία, θα υψωθούμε μαζί στον θάνατο ή στην αγάπη, θα διηγηθούμε με τραγούδια αυτά που θα κάνουμε. Η κραυγή μας θα εξακοντιστεί μακριά, κι έτσι αυτή η νέα αδυναμία, η τρομερή αμφιβολία, αυτή η αδυναμία που φυλακίζει τους ανθρώπους, θα περάσει και θα φύγει. Κράτα, αδελφέ μου, κι ας σκαρφαλώσουμε σαν να είμαστε ένας»

Η υπόθεση του έπους

Το έπος έχει ως κεντρικό ήρωα τον βασιλιά Γκίλγκαμες, αν και στο μεγαλύτερο μέρος του έργου ταξιδεύει και πολεμά μαζί με τον Ενκιντού, έναν αγριάνθρωπο που εξημερώνεται και γίνεται φίλος του βασιλιά. Στην αρχή τα δυο πρόσωπα παρουσιάζονται χωριστά. Το πρώτο επεισόδιο αφορά τον Ενκιντού που ζει μαζί με τα άγρια ζώα στο δάσος και αποφεύγει τους ανθρώπους ενώ το σώμα του είναι καλυμμένο με τρίχες. Επειδή οι άνθρωποι νιώθουν να απειλούνται από την παρουσία του, στέλνουν μια πόρνη να τον αποπλανήσει. Λόγω του ότι έχει συναναστραφεί με ανθρώπινο ον, τα ζώα δεν τον δέχονται πια στο δάσος και έτσι αναγκάζεται να καταφύγει στους ανθρώπους. Η εξημέρωση του Ενκιντού παραπέμπει σαφώς στην κατάκτηση της φύσης από τον άνθρωπο ενώ αυτή η διάσταση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος διατρέχει όλο το έργο.

Από την άλλη έχουμε τον Γκίλγκαμες που είναι μισός Θεός, ένας βασιλιάς με “παρεκκλίνουσα” συμπεριφορά. Απαγάγει και βιάζει τις γυναίκες της Ουρούκ την νύχτα του γάμου τους, υπερφορολογεί τους κατοίκους και εξαναγκάζει τους νέους άνδρες να χτίσουν ένα μεγάλο τείχος γύρω από την πόλη. Επειδή ο βασιλιάς ήταν και Θεός, οι αντιδράσεις του λαού απέναντι στην προβληματική συμπεριφορά του ήταν πολύ ήπιες.

Οι δυο ήρωες συναντιούνται σε ένα σημείο της ιστορίας για να αναμετρηθούν αλλά από αντίπαλοι και εχθροί καταλήγουν φίλοι. Από εκεί και μετά αντιμετωπίζουν μαζί τους κινδύνους μέχρι τον θάνατο του Ενκιντού. Οι Θεοί αποφασίζουν να τιμωρήσουν τον Ενκιντού για τον θάνατο του Ταύρου των Ουρανών. Έτσι, εκείνος αρρωσταίνει και πεθαίνει. Ο Γκίλγκαμες θρηνεί για το χαμό του φίλου του μένοντας επτά μέρες και επτά νύχτες πάνω από το νεκρό του σώμα.

Ο Μεγάλος Κατακλυσμός.

Μετά τον θάνατο του Ενκιντού ο Γκίλγαμες ταξιδεύει μέσα από επικίνδυνα μονοπάτια για να συναντήσει τον Ουτναπιστίμ και την γυναίκα του, τους μόνους ανθρώπους που γλίτωσαν από το Μεγάλο Κατακλυσμό και τους δόθηκε η αθανασία από τους Θεούς. Ο Γκίλγκαμες προσπαθεί αλλά αποτυγχάνει να κερδίσει την αθανασία του και επιστρέφει στην Ουρούκ συνειδητοποιώντας πως οι άνθρωποι αποκτούν την αθανασία μόνο με τον πολιτισμό και με τα δημιουργήματα τους.

Ένα βασικό επεισόδιο του έπους, λοιπόν, είναι ο Κατακλυσμός. Πρόκειται άλλωστε για το πρώτο τμήμα που μεταφράστηκε το 1876 από τις πλάκες με την σφηνοειδή γραφή καθώς ήταν η πιο γνωστή ιστορία αφού την ήξεραν οι άνθρωποι. Στο έπος του Γκίλγκαμες υπάρχει μια αρχαιότερη εκδοχή της. Η αιτία του Κατακλυσμού είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναπαράγονται πολύ γρήγορα, κάνουν φασαρία και δεν αφήνουν τους Θεούς να ησυχάσουν. Γι’ αυτό και εκείνοι στέλνουν την πλημμύρα. Στο έπος του Γκίλγκαμες δεν είναι ηθικό το ζήτημα αλλά οικολογικό δηλαδή υπερπληθυσμός και ηχορύπανση.

Η ιστορία του Κατακλυσμού ανάγει το έπος του Γκίλγκαμες σε ιστορία της ανθρωπότητας. Φαίνεται σαν να αποτελεί ο Κατακλυσμός το μεταίχμιο ανάμεσα σε μια προηγούμενη μυθική περίοδο ζωής των ανθρώπων όπου τα πάντα ήταν πιθανά ακόμη και να γίνει κανείς αθάνατος ή να κοιμηθεί με μια Θεά και την σημερινή ανθρώπινη ζωή. Όταν ο Γκίλγκαμες επισκεφτεί τον Ουτναπιστίμ, ο κόσμος της ιστορίας συναντά τον κόσμο του μύθου.

Οι Θεοί και στο έπος του Γκίλγκαμες, όπως και στον Όμηρο, αλληλεπιδρούν με τους ανθρώπους, αγαπούν, θυμώνουν, ζηλεύουν, ερωτεύεται ο ένας τον άλλο, αποπλανεί ο ένας τον άλλο, εξαπατά ή απειλεί. Όμως ο κόσμος των Θεών διαχωρίζεται με σαφήνεια από τον κόσμο των ανθρώπων. Τα όνειρα βοηθούν τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν με τους Θεούς, να ερμηνεύσουν τα σημάδια τους, μια έννοια που είναι άγνωστη στην σημερινή εποχή με την επικράτηση της λαίλαπας του χριστιανισμού.

Ο Γκίλγκαμες δεν υποκύπτει στην γοητεία της Θεάς Ιστάρ-Ινάννα, κόρης του Θεού Άνου. Η Θεά ζητάει από τον πατέρα της να στείλει τον Ταύρο του Ουρανού για εκδίκηση, τον οποίο και καταφέρνουν να σκοτώσουν ο Γκίλγκαμες κι ο Ενκιντού. Όμως αργότερα οι Θεοί τιμωρούν με θάνατο τον Ενκιντού γι’ αυτή του την πράξη και βυθίζουν στο πένθος τον Γκίλγκαμες. Χαρακτηριστική είναι η αλαζονεία του βασιλιά απέναντι στον έρωτα της Θεάς, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος είναι κατά τα δυο τρίτα Θεός.

Λιαντίνης: Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία

«Από την άποψη της φυσικής πραγματικότητας ζωντανός άνθρωπος σημαίνει ταυτόχρονα και πεθαμένος. Αφού μια μέρα θα πεθάνει, φέρνει από τώρα που ζει δυνάμει μέσα του αυτή την κατάσταση της ανυπαρξίας του.»

«Η Ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό του κόσμου, με το malum physicum καθώς το λεν, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Και το πράγμα έγινε μ’ έναν τρόπο, ώστε την εγγενή συφορά του ανθρώπου να μην τη νοθέψει η δειλία και ο δόλος. Να μην κουκουλωθεί το κακό δηλαδή με την αυταπάτη και το ψέμα.»

«Η τέχνη των Ελλήνων είναι η αποτύπωση της συμπεριφοράς τους να ξεπεράσουν τον πόνο που τους έδινε η γνώση τους για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Εάν οι Έλληνες δεν έβρισκαν διέξοδο στην τέχνη τους, θα ̓παιρναν τα βουνά και τα όρη. Κάτω από κάθε δέντρο θα μας άφηναν και από μια αγχόνη.»

«Με την τέχνη οι Έλληνες το βαθύ τους πόνο και την τιμιότητα να μην τον ψευτίσουν τα έκαμαν τραγούδι. Έτσι γεννήθηκε η ραψωδία του αοιδού, η λύρα και ο χορός του Αλκαίου και του Αλκμάνα, η διδασκαλία στα θέατρα, ο δωρικός κίονας, το αέτωμα του ναού, το άγαλμα του γλύπτη, το επιτύμβιο επίγραμμα, το πλατωνικό φιλοσόφημα.»

«Γνωρίζουμε πως την τραγωδία των Ελλήνων τη γέννησε το δράμα της ζωής του Διονύσου. Και ο θεός Διόνυσος εικόνιζε μυθικά την πορεία της φύσης από το γέννημό στη χαρά της αύξησης, στην οδύνη του θανάτου, στην ταφή του σπόρου, και στον ξαναγεννημό. Την ώρα που πεθαίνει ο παππούς έχει κιόλας γεννηθεί το εγγόνι του.»

«Όσο ο άνθρωπος θα ζει σε τούτο το γαλαζοπράσινο πλανήτη, και όσο η πολιτική του συνείδηση θα αναζητεί το τέλειο πολίτευμα για να συμβιώνει ειρηνικά και δίκαια στις κοινωνίες του, πάντα θα σημαδεύει σα στόχο τη δημοκρατία του Σόλωνα. Θα γυρίζει προς το κέντρο της, όπως η πυξίδα γυρίζει προς το βοριά.»

«Μ’ ενδιαφέρει λιγότερο, δηλαδή, αν ο τάδε πολίτης είναι πιο α­κουστός από μένα, απ’ όσο μ’ ενδιαφέρει να με κοιτάξει ευφρόσυνα ένα κορίτσι μέσα στους μπαχτσέδες, ή να κοιτάξω λυπημένα ένα ά­στρο που βασιλεύει και να συλλογιστώ ότι έτσι ταχιά θα βασιλέψω κι εγώ.»

«Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία, σ’ αυτό που το νομίζεις συμφέρο σου. Και όλες σου τις επιθυμίες να τις αφήνεις να ευδοκιμήσουν και να αυξηθούν όσο και το μπόι σου. Ούτε χιλιοστό περισσότερο.»

Δ. Λιαντίνη, Τα Ελληνικά

Τα παιχνίδια που παίζεις με τους ανθρώπους, σου τα επιστρέφει η ζωή

Οι άνθρωποι δεν είναι παιχνίδια. Αν έχεις μάθει να παίζεις, μην παραπονιέσαι που η ζωή στα επιστρέφει.

Οι άνθρωποι δεν είναι αναλώσιμα. Έμαθες να παίρνεις από τα αζήτητα τον επόμενο, μα και τα αζήτητα γίνονται ζητούμενα καμιά φορά.

Οι άνθρωποι δεν μένουν κοντά σου όταν τους κρατάς σε αναμονή. Δεν κρατάς έτσι το ενδιαφέρον τους αμείωτο!

Οι μηχανές φθείρονται όταν λειτουργούν καιρό, άνευ λόγου. Οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι! Αν εσύ έπαψες να αισθάνεσαι και σε ενδιαφέρει μόνο η επιδερμική σου ικανοποίηση, δεν θα ‘χεις πάντα αναλλοίωτη όψη!

Οι άνθρωποι συνήθως υπομένουν. Μα η υπομονή τους δεν είναι ανεξάντλητη.

Έχουν οι άνθρωποι την ώρα τους, εκείνη που χωρίς περιττά λόγια, ανακοινώσεις, εξηγήσεις, ανοίγουν την πόρτα! Τότε, δεν θα αρκούν οι δικές σου εξηγήσεις, οι δικές σου υποσχέσεις, θα ‘χει τελειώσει ο χρόνος σου.

Όταν βλέπεις πως η ψυχή τους διψά για το ολόκληρο καρβέλι, μην συνεχίσεις να τάζεις ψίχουλα.

Αν μέτρησες ευκαιρίες και τις έχασες, μη στέκεσαι, προχώρα παρακάτω.

Η ψυχή αυτών που νιώθουν, δεν είναι σκεύος που μπορείς να χρησιμοποιήσεις κατά πως σε βολεύει.

Η ψυχή αυτών που πληρούν την ανθρώπινη περιγραφή! Αυτή που συνεχίζει να μάχεται, να ελπίζει, να ονειρεύεται. Που τιμά το σώμα που την κουβαλά και δεν το χαρίζει σε μετριότητες. Που δεν το μετράμε την ποσότητα, μα με τις φορές που ταυτίστηκε μαζί του.

Οι άνθρωποι δεν μένουν για πάντα ζωντανοί! Το σώμα τους τουλάχιστον. Δεν έχουν απεριόριστο χρόνο, ούτε ξέρουν πότε αυτός τελειώνει. Αν το καταλάβουν έγκαιρα, αλλάζει όλη η ύπαρξη τους.

Οι άνθρωποι..

Αυτοί που έμαθες να μετράς με έναν δικό σου τρόπο. Αυτοί θα σε θέσουν πρώτοι εκτός τροχιάς! Αυτοί θα σου δείξουν την έξοδο..

«Όταν οι αντίπαλοί σου κάθονται απέναντί σου κρατώντας όλους τους άσους, ένα πράγμα σου μένει να κάνεις: να δώσεις μια κλωτσιά και να αναποδογυρίσεις το τραπέζι.» -Dean Martin

Hegel: Πώς ορίζεται το Συγκεκριμένο και το Αφηρημένο;

Διαλεκτική Συγκεκριμένου και Αφηρημένου

1. Ως αφηρημένο μπορεί να χαρακτηριστεί μια γενική έννοια ή ένας γενικός όρος που στερείται συγκεκριμένο περιεχόμενο, ήτοι δεν λαμβάνει υπόψη τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των μεμονωμένων πραγμάτων, καταστάσεων, παραδειγμάτων, εννοιών κ.λπ. Ο Χέγκελ ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σκέψη για το αφηρημένο και το συγκεκριμένο: μια έννοια είναι αφηρημένη, όταν μελετάται χωρίς αναφορά σε άλλες έννοιες: είναι αποκομμένη από άλλα αισθητηριακά στοιχεία ή νοήματα, που την περικλείουν σε συγκεκριμένα όρια και την καθορίζουν. Η αφηρημένη έννοια είναι απομονωμένη στον εαυτό της χωρίς να διανοίγεται στην πολλαπλότητα των όντων και των πραγμάτων. Σε αντίθεση προς αυτό τον χαρακτήρα του αφηρημένου, μια έννοια είναι συγκεκριμένη, όταν έχει απορροφήσει, έχει προσλάβει μέσα της, τις πιο διαφορετικές στιγμές των νοημάτων, που συναντά στο πέρασμά της μέσα από την πολλαπλότητα. Μια αφηρημένη έννοια δεν είναι γενικής/καθολικής υφής, σε αντίθεση με τη συγκεκριμένη, που έχει γενικό/καθολικό χαρακτήρα.

2. Ο Χέγκελ προσδιορίζει τις έννοιες της διάνοιας (Verstand) ή τις αμετάβλητες ως προς το πλαίσιο έννοιες ως αφηρημένες, αφού σε αυτές αγνοείται η αναφορά σε άλλες έννοιες, συμπεριλαμβανομένης της γενετικής-λογικής τους ανάπτυξης. Απεναντίας προσδιορίζει ως συγκεκριμένες τις έννοιες του Λόγου (Vernunft), αφού αυτές συμπλέκονται με άλλες έννοιες και αναπτύσσονται μόνο ως διαλεκτική σχέση. Σύμφωνα με τούτη τη σχέση, για να επιτύχει κανείς μια συγκεκριμένη ταυτότητα του Πράγματος, χρειάζεται η εν λόγω ταυτότητα να διαμεσολαβηθεί ή να συναχθεί από τη διαφορά. Η διάνοια, που είναι αποκομμένη από τον Λόγο, από τούτη τη διαλεκτική σχέση, εμμένει στον παραδοσιακό νόμο της Ταυτότητας: «Το Α είναι Α», ένα πράγμα είναι αυτό που είναι. Μια τέτοια ταυτότητα όμως είναι αφηρημένη και αν-ούσια χωρίς την έννοια της διαφοράς. Ο διαλεκτικός Λόγος όμως, που είναι πνεύμα, αρνείται το απλό, θέτοντας έτσι την προσδιορισμένη διαφορά για να την αναιρέσει στο τέλος κι αυτή και να θέσει τη συγκεκριμένη, διαλεκτική ταυτότητα.

3.Το Συγκεκριμένο είναι απλώς αυτό που δεν είναι μονόπλευρο αλλά πολύπλευρο, όχι μερικό ή ελλιπές, ατελές αλλά περιεκτικό ή ακόμη και πλήρες, εντελές. Τελικά το μόνο αληθινό συγκεκριμένο είναι το Όλο, που περιλαμβάνει τα πάντα: δια-λέγεται με το καθετί. Ως εκ τούτου, το επιμέρους ή μερικό στοιχείο είναι αφηρημένο, εάν απομονώνεται από άλλα επιμέρους στοιχεία, ενώ το καθολικό ή εννοιολογικό στοιχείο είναι συγκεκριμένο, εάν σχετίζεται με άλλα καθολικά ή εννοιολογικά στοιχεία και είναι ενταγμένο, ως τέτοιο στοιχείο, σε ένα οργανικό σύστημα. Ένα τέτοιο στοιχείο ονόμασε ο Χέγκελ συγκεκριμένη έννοια ή συγκεκριμένο Καθολικό. Υπό ένα γενικότερο πνεύμα, ο αφηρημένος χαρακτήρας ενός πράγματος είναι η παρουσίαση που δεν γίνεται με εποπτικές, καθολικές έννοιες, δηλαδή συγκεκριμένα, αλλά με αφηρημένες έννοιες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε μια σύμμετρη ή επαρκή αντιπροσωπευτική ιδέα ή παράσταση. Τούτο σημαίνει πως ένα μέρος ενός οργανικού Όλου απομονώνεται νοητικά, ήτοι το σκεπτόμαστε έξω από τις συναρτήσεις του με αυτό το Όλο.

Ποια ελευθερία;

Η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ εξακολουθούσε να υπάρχει στη Νέα Ομιλία, αλλά δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρά σε φράσεις όπως «ο δρόμος είναι ελεύθερος» ή «θα είμαι ελεύθερος από τις τρεις ως τις πέντε». -Τζορτζ Όργουελ

Πού είναι, λοιπόν, η ελευθερία μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα των επιθυμιών και των φόβων; Πού είναι η αυτοδιάθεση, όταν πορεύεσαι, όχι από μόνος σου, αλλά υπό την ηγεσία της κοινής γνώμης, υπό το καθεστώς της οποίας μεγαλώνει η δουλεία και ο κίνδυνος για την ελευθερία; Ή μήπως δεν είναι ανελευθερία το να ζεις με το φόβο του Θεού και του θανάτου;

Το μόνο, πάντως, που φαίνεται ξεκάθαρα είναι μια κατάσταση παθητικής υποταγής, όπου ο άνθρωπος, άβουλος και χωρίς τη στοιχειώδη εκπαίδευση για ν’ αντιδράσει, βιώνει μια ευτυχία-τραβεστί και μια ελευθερία-μαϊμού. Η αναζήτηση της καλής διάθεσης μέσα από την ικανοποίηση των επιθυμιών, όσο του γίνεται συνήθεια, τόσο τον απομακρύνει από την αληθινή ελευθερία.

Η χωρίς όρια κατανάλωση όχι μόνο είναι εξαρτησιογόνος ασθένεια που προσβάλλει, πρώτα απ’ όλα, την ανθρώπινη θέληση, αλλά έχει και μια συνηθισμένη παρενέργεια, να νομίζεις ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή, όσο πιο πολλά και εκλεκτά, κατά τη γνώμη σου, καταναλώνεις, όσο πιο πολλές επιθυμίες σου ικανοποιείς κι έτσι αισθάνεσαι ότι έχει νόημα η ύπαρξή σου, τόσο περισσότερο το ερμηνεύεις αυτό στη συνείδησή σου σαν ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι παρά αιχμάλωτος οπαδός της ανελευθερίας.

Η υποταγή στις επιθυμίες είναι σαφής, κι ο άνθρωπος φαίνεται — και είναι — δέσμιος, όχι μόνον εξαιτίας της εξάρτησής του από αυτές, αλλά και επειδή ταλαιπωρείται, ακόμα και επώδυνα, για να τις ικανοποιήσει, χώρια οι επιθυμίες που καταλήγουν να γίνονται ακρότητες και να εξουσιάζουν απόλυτα τον άνθρωπο, όπως η απληστία και τα διάφορα πάθη. Έτσι, μέσα στο θεμελιώδες εγώ, σχηματίζεται ένα παρασιτικό εγώ, που θα καταπατεί διαρκώς το άλλο εγώ. Πολλοί ζουν έτσι, και πεθαίνουν χωρίς να γνωρίσουν την αληθινή ελευθερία.

Όσο για τον ελεύθερο χρόνο, όπως και να τον αντιλαμβάνεται ο καθένας, το ρολόι που φοράει ο άνθρωπος στο χέρι του του θυμίζει πως μόνο ο χρόνος δεν είναι στο χέρι του. Χαμένος σε μια μοντέρνα ζωή όπου ο χρόνος είναι χρήμα, ούτε που του περνάει από το μυαλό πως το χρήμα μπορεί να είναι χάσιμο χρόνου. Συνηθισμένος να μαραζώνει η ελευθερία του, εγκλωβισμένη σε ότι ο άνθρωπος εννοεί ανάγκες και υποχρεώσεις, δεν είναι εύκολο να σκεφτεί ότι μπορεί να είναι κακό πράγμα η ανάγκη, όμως δεν έχουμε καμιά ανάγκη να ζούμε κάτω από την εξουσία της ανάγκης (Επικούρου προσφώνησις) .

Πρέπει να το φιλοσοφήσεις για να διώξεις το φόβο της στέρησης από όλα τα μικρά κι ανάξια πράγματα που πνίγουν την ελευθερία σου. Γιατί με τον έρωτα για την αληθινή φιλοσοφία διαλύεται κάθε ενοχλητική και επίπονη επιθυμία.