Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η διεθνής στάση απέναντι στο δράμα της Κύπρου το 1974

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 δεν υπήρξε απλώς μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Αποτέλεσε μια διεθνή κρίση που δοκίμασε τις αρχές του μεταπολεμικού κόσμου: την εδαφική ακεραιότητα των κρατών, το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και την αξιοπιστία των διεθνών οργανισμών. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε αποκαλύπτουν μια ενδιαφέρουσα διάκριση ανάμεσα στις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες: ενώ οι κυβερνήσεις συχνά καθοδηγούνταν από στρατηγικούς υπολογισμούς, οι λαοί έτειναν να βλέπουν στην Κύπρο το δράμα ενός μικρού έθνους που βρέθηκε αντιμέτωπο με τη βία και τον εκτοπισμό.

Η κρίση ξεκίνησε με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το οποίο οργανώθηκε από το καθεστώς της Ελληνικής χούντας και την ΕΟΚΑ Β΄ με την προτροπή της CIA που είχε σαν στόχο την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ τον οποίο εκβίαζαν με την αποκαλυψή του ότι ήταν ομοφυλόφιλος! (με τον εκβιασμό αυτόν (το κουσούρι του) του είχαν να ζητήσει 3 (τρείς) φορές να μοιράσει την Ελληνική Κύπρο με την Τουρκία κάτι με το οποίο είχε προδοτικώς συμφωνήσει να παραδώσει!

Στις πρώτες ημέρες μετά το πραξικόπημα, η διεθνής κοινή γνώμη δεν αντιμετώπισε την Ελλάδα με συμπάθεια. Ο Μακάριος ήταν διεθνώς γνωστός ως ηγέτης του Κινήματος των Αδεσμεύτων και η ανατροπή του θεωρήθηκε επίθεση κατά μιας νόμιμης κυβέρνησης.

Η εικόνα αυτή μεταβλήθηκε ριζικά μετά την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου και, ακόμη περισσότερο, μετά τον «Αττίλα ΙΙ» τον Αύγουστο του 1974. Η κατάληψη περίπου του 37% του κυπριακού εδάφους, οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, οι αγνοούμενοι και η de facto διχοτόμηση του νησιού άλλαξαν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβανόταν την κρίση.

Από εκείνο το σημείο και μετά, η Κύπρος άρχισε να αντιμετωπίζεται διεθνώς ως θύμα εισβολής και κατοχής.

Η Ευρώπη: από την καταδίκη της χούντας στη συμπαράσταση προς την Κύπρο

Καμία περιοχή του κόσμου δεν παρουσίασε τόσο έντονη μεταστροφή όσο η Δυτική Ευρώπη.

Αρχικά, ο ευρωπαϊκός Τύπος και η κοινή γνώμη καταδίκασαν το πραξικόπημα και τη χούντα των Αθηνών. Ωστόσο, όταν η Τουρκία προχώρησε πέρα από την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και κατέλαβε μεγάλο μέρος του νησιού, η συμπάθεια μετακινήθηκε αποφασιστικά προς την Κύπρο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ζούσε πολυπληθής ελληνοκυπριακή κοινότητα, οργανώθηκαν διαδηλώσεις και εκστρατείες ενημέρωσης. Στη Γαλλία, πολλές εφημερίδες χαρακτήριζαν την Κύπρο θύμα στρατιωτικής εισβολής. Στις σκανδιναβικές χώρες, η έμφαση δόθηκε κυρίως στην ανθρωπιστική διάσταση του προβλήματος και στην τύχη των προσφύγων.

Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν ταυτίστηκε με τη χούντα, αλλά σταδιακά ταυτίστηκε με το δράμα του κυπριακού λαού.

Ο αραβικός κόσμος: αλληλεγγύη προς την Κύπρο, όχι προς την Τουρκία

Συχνά θεωρείται λανθασμένα ότι οι αραβικές χώρες υποστήριξαν την Τουρκία λόγω της μουσουλμανικής ταυτότητάς της. Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη.

Οι περισσότερες αραβικές κυβερνήσεις είχαν καλές σχέσεις με τον Μακάριο, τον οποίο θεωρούσαν εξέχουσα προσωπικότητα του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Για τον λόγο αυτό αναγνώρισαν αμέσως τη νομιμότητα της κυβέρνησής του και καταδίκασαν το πραξικόπημα.

Μετά την τουρκική εισβολή, οι περισσότερες αραβικές χώρες υποστήριξαν:
  • την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας,
  • την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου,
  • την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων,
  • την εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ.
Ιδιαίτερα θετική στάση απέναντι στις ελληνικές και κυπριακές θέσεις κράτησαν η Συρία, το Ιράκ, η Λιβύη και η Αλγερία.

Αντιθέτως, σχεδόν καμία αραβική κυβέρνηση δεν υποστήριξε ανοιχτά την τουρκική επέμβαση.

Η αραβική κοινή γνώμη αντιμετώπισε το ζήτημα λιγότερο ως ελληνοτουρκική διαμάχη και περισσότερο ως περίπτωση παραβίασης της κυριαρχίας ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους.

Το Ισραήλ: ουδετερότητα και στρατηγικός υπολογισμός

Η στάση του Ισραήλ υπήρξε αισθητά διαφορετική.

Η ισραηλινή κυβέρνηση δεν υποστήριξε την τουρκική εισβολή ούτε αναγνώρισε ποτέ το ψευδοκράτος. Ωστόσο, απέφυγε και οποιαδήποτε έντονη καταδίκη της Τουρκίας.

Η στάση αυτή οφειλόταν σε στρατηγικούς λόγους:
  • η Τουρκία ήταν μία από τις λίγες μουσουλμανικές χώρες που διατηρούσαν σχέσεις με το Ισραήλ,
  • το Ισραήλ βρισκόταν ακόμη υπό τη βαριά σκιά του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ του 1973,
  • η Κύπρος δεν αποτελούσε κεντρικό ζήτημα της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής.
Η ισραηλινή κοινωνία δεν ανέπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Κυπριακό, καθώς η προσοχή της ήταν στραμμένη στα άμεσα ζητήματα ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες: μεταξύ αρχών και στρατηγικής

Καμία χώρα δεν έχει συνδεθεί περισσότερο με τις συζητήσεις γύρω από την κυπριακή τραγωδία από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κυβέρνηση του Προέδρου Τζέραλντ Φορντ και του Υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ επιδίωκε πρωτίστως να αποτρέψει μια ελληνοτουρκική σύγκρουση που θα μπορούσε να διαλύσει τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Για την Ουάσιγκτον, η Τουρκία αποτελούσε στρατηγικό σύμμαχο εξαιρετικής σημασίας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ως εκ τούτου, οι ΗΠΑ δεν άσκησαν την πίεση που πολλοί ανέμεναν για την ανατροπή των τετελεσμένων της εισβολής.

Η αμερικανική κοινή γνώμη, όμως, ακολούθησε διαφορετική πορεία.

Οι εικόνες των προσφύγων και των αγνοουμένων προκάλεσαν συγκίνηση σε μεγάλα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Η ελληνοαμερικανική κοινότητα κινητοποιήθηκε έντονα, ενώ το Κογκρέσο άσκησε πίεση στην κυβέρνηση.

Το αποτέλεσμα ήταν η επιβολή εμπάργκο όπλων στην Τουρκία το 1975, μια απόφαση που κατέδειξε το χάσμα ανάμεσα στη στρατηγική της εκτελεστικής εξουσίας και στις διαθέσεις μεγάλου μέρους της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Η Σοβιετική Ένωση: η Κύπρος ως παράδειγμα ξένης επέμβασης

Η Σοβιετική Ένωση καταδίκασε τόσο το πραξικόπημα όσο και την τουρκική εισβολή.

Η Μόσχα υποστήριξε:
  • την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας,
  • την εδαφική ακεραιότητα του νησιού,
  • την επιστροφή στη συνταγματική νομιμότητα.
Ο Μακάριος απολάμβανε σημαντικής εκτίμησης στη σοβιετική διπλωματία λόγω της αδέσμευτης πολιτικής του.

Ωστόσο, η σοβιετική υποστήριξη παρέμεινε κυρίως διπλωματική. Η ΕΣΣΔ δεν επρόκειτο να συγκρουστεί στρατιωτικά με την Τουρκία ή να προκαλέσει ευρύτερη κρίση με το ΝΑΤΟ για χάρη της Κύπρου.

Σε αντίθεση με τις δυτικές δημοκρατίες, δεν υπήρχε ανεξάρτητη δημόσια σφαίρα που να επιτρέπει την ελεύθερη έκφραση της κοινής γνώμης. Η επίσημη σοβιετική αφήγηση παρουσίαζε την κυπριακή κρίση ως αποτέλεσμα των ανταγωνισμών του ΝΑΤΟ και ως παράδειγμα ξένης επέμβασης σε ανεξάρτητο κράτος.

Η μεγάλη αντίφαση του 1974

Η διεθνής αντίδραση στην κυπριακή τραγωδία αποκάλυψε μια θεμελιώδη αντίφαση του Ψυχρού Πολέμου.

Σχεδόν όλοι διακήρυσσαν την υποστήριξή τους στην ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Στα Ηνωμένα Έθνη, τα σχετικά ψηφίσματα συγκέντρωσαν ευρύτατη υποστήριξη. Στην Ευρώπη, στον αραβικό κόσμο, στην Αμερική και στη Σοβιετική Ένωση, η πλειονότητα των ανθρώπων αντιμετώπιζε τους Κυπρίους ως θύματα ενός μεγάλου ιστορικού δράματος.

Κι όμως, παρά τη διεθνή συμπάθεια, η κατοχή δεν ανατράπηκε.

Οι μεγάλες δυνάμεις έθεσαν τα στρατηγικά τους συμφέροντα πάνω από τις διακηρυγμένες αρχές τους. Η Τουρκία ήταν πολύ σημαντική για το ΝΑΤΟ ώστε να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά, ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν διατεθειμένη να μετατρέψει την Κύπρο σε πεδίο άμεσης αντιπαράθεσης με τη Δύση.

Έτσι, η Κύπρος βρέθηκε σε μια παράδοξη θέση: σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος αναγνώριζε το άδικο που είχε υποστεί, αλλά κανείς από τους ισχυρούς δεν ήταν πρόθυμος να αναλάβει το κόστος της αποκατάστασής του.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη τραγωδία του 1974: όχι ότι η Κύπρος έμεινε μόνη, αλλά ότι, ενώ σχεδόν όλοι δήλωναν πως στέκονται στο πλευρό της, κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να επιβάλει στην πράξη όσα αναγνώριζε στα λόγια. Και αυτό συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου