Η πρόσφατη κινηματογραφική προσέγγιση της Ελληνικής μυθολογίας από τον Christopher Nolan και την ταινία «Οδύσσεια» έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, όχι μόνο για τις αισθητικές της επιλογές αλλά και για το βαθύτερο πολιτισμικό ερώτημα που θέτει: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένας μύθος να επανερμηνεύεται χωρίς να χάνει τη σχέση του με τον πολιτισμό που τον γέννησε;
Η συζήτηση αυτή συχνά περιορίζεται σε επιμέρους ζητήματα casting ή εξωτερικής εμφάνισης των ηρώων. Ωστόσο, το πραγματικό διακύβευμα είναι ευρύτερο. Δεν αφορά μόνο το ποιος υποδύεται μια μορφή όπως η Ελένη ή η Κλυταιμνήστρα, αλλά το πώς αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη φύση της ίδιας της ελληνικής μυθολογίας.
Η Ελληνική μυθολογία δεν είναι ακριβές ιστορικό χρονικό. Τα πρόσωπά της δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ιστορικές βιογραφίες με τη σύγχρονη έννοια. Για τους μεγάλους τραγικούς ποιητές, οι μυθικές μορφές λειτουργούσαν πρωτίστως ως φορείς νοήματος. Η Ελένη δεν ήταν απλώς μια γυναίκα· ήταν η μορφή μέσω της οποίας διερευνώνταν η σχέση ανάμεσα στην ομορφιά, την επιθυμία και την καταστροφή. Η Κλυταιμνήστρα δεν ήταν μόνο μια βασίλισσα· ήταν η έκφραση της σύγκρουσης ανάμεσα στη δικαιοσύνη, την εκδίκηση και τη διάλυση του οίκου.
Ο αρχαίος θεατής δεν αναζητούσε φωτογραφικό ρεαλισμό. Το ίδιο το θέατρο λειτουργούσε διαφορετικά από τον σύγχρονο κινηματογράφο. Οι υποκριτές (ηθοποιοί) φορούσαν μάσκες, τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονταν αποκλειστικά άνδρες και ένας περιορισμένος αριθμός ηθοποιών μπορούσε να ενσαρκώσει πολλαπλά πρόσωπα. Η σημασία βρισκόταν στη δραματική λειτουργία και όχι στην πιστή εξωτερική αναπαράσταση.
Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή μιας ηθοποιού διαφορετικής εθνοτικής καταγωγής για έναν μυθολογικό ρόλο δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρηθεί παραποίηση του μύθου. Ένας Αισχύλος ή ένας Σοφοκλής πιθανότατα θα ενδιαφερόταν περισσότερο για το τι σημαίνει δραματουργικά μια τέτοια επιλογή παρά για το αν ανταποκρίνεται σε κάποια σύγχρονη αντίληψη ιστορικής πιστότητας. Για τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, η Ελένη, η Κλυταιμνήστρα, ο Αγαμέμνων ή ο Οιδίποδας δεν ήταν απλώς χαρακτήρες με συγκεκριμένα εξωτερικά γνωρίσματα. Ήταν φορείς δυνάμεων που αποκαλύπτουν όψεις της ανθρώπινης μοίρας.
Ο μύθος δεν λειτουργούσε ως ιστορικό χρονικό αλλά ως παράδειγμα. Η αξία του δεν βρισκόταν στην ακρίβεια της εξωτερικής αναπαράστασης αλλά στην αλήθεια που αποκάλυπτε για τον άνθρωπο, την ύβρη, τη δίκη, την τύχη και την καταστροφή.
Από αυτή την οπτική, ένας τραγικός ποιητής πιθανόν δεν θα ρωτούσε πρώτα αν η ηθοποιός που υποδύεται την Ελένη αντιστοιχεί φυλετικά ή βιολογικά σε κάποια υποτιθέμενη ιστορική πραγματικότητα. Θα αναρωτιόταν τι σημαίνει δραματουργικά αυτή η επιλογή. Ποια ιδέα υπηρετεί. Ποια διάσταση του μύθου αποκαλύπτει ή αποκρύπτει. Το ζήτημα δεν είναι η φυλετική ή εξωτερική πιστότητα των προσώπων αλλά η συνολική πολιτισμική αφήγηση που προκύπτει από τη συσσώρευση των επιλογών.
Η ίδια η τραγική σκέψη είναι γεμάτη από συμμετρίες και αντιθέσεις: ομορφιά και καταστροφή, δόξα και όλεθρος, οικοδόμηση και κατάρρευση του οίκου. Η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα, για παράδειγμα, μπορούν να ιδωθούν όχι μόνο ως διαφορετικά πρόσωπα αλλά και ως δύο εκφάνσεις μιας κοινής τραγικής αρχής.
Όμως η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί το ζήτημα. Διότι η ελληνική μυθολογία δεν ήταν μόνο λογοτεχνία. Δεν ήταν απλώς ένα σύστημα αφηρημένων συμβόλων. Ήταν μέρος ενός ζωντανού θρησκευτικού και πολιτισμικού κόσμου. Οι θεοί λατρεύονταν σε ιερά, οι ήρωες τιμούνταν σε τοπικές παραδόσεις και οι μύθοι λειτουργούσαν ως φορείς συλλογικής μνήμης. Η σχέση τους με τον ελληνικό κόσμο δεν ήταν επιφανειακή αλλά οργανική. Για τους αρχαίους Έλληνες η Ελένη, η Αθηνά ή ο Απόλλων δεν ήταν μυθολογικοί χαρακτήρες όπως είναι σήμερα ένας λογοτεχνικός ήρωας. Ήταν πρόσωπα λατρείας. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια σύγχρονη κοινωνία υποχρεούται να τα αντιμετωπίζει θρησκευτικά. Σημαίνει όμως ότι η πολιτισμική τους σημασία δεν ήταν μόνο λογοτεχνική.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πραγματική πρόκληση των σύγχρονων αναπαραστάσεων. Ο μύθος μπορεί να μεταμορφώνεται· άλλωστε αυτό συνέβαινε ήδη στην αρχαιότητα. Ο Ευριπίδης επανερμήνευσε την Ελένη, οι τραγικοί αναδιαμόρφωσαν παλαιότερες παραδόσεις και κάθε εποχή διάβαζε τους ίδιους μύθους μέσα από τις δικές της αγωνίες. Η επανερμηνεία δεν είναι ξένη προς την παράδοση· είναι μέρος της ίδιας της ζωής της.
Ωστόσο, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην επανερμηνεία και στην πλήρη αποκοπή από το πολιτισμικό πλαίσιο. Όταν οι μυθικές μορφές αποσπώνται ολοκληρωτικά από τον κόσμο που τις γέννησε και μετατρέπονται σε κενά σύμβολα διαθέσιμα για οποιαδήποτε σύγχρονη ιδεολογική χρήση, τότε τίθεται το ερώτημα αν εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε διάλογο με τον μύθο ή αν χρησιμοποιούμε απλώς το κύρος του.
Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή εποχή. Για εκατομμύρια ανθρώπους, η εικόνα της αρχαιότητας δεν διαμορφώνεται από τη μελέτη των πηγών αλλά από τον κινηματογράφο, τις πλατφόρμες streaming και τη μαζική κουλτούρα. Οι καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις δεν παραμένουν απλώς καλλιτεχνικές· γίνονται συχνά η κύρια μορφή πολιτισμικής μνήμης.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η επιβολή λογοκρισίας ούτε η απαίτηση μιας αδύνατης ιστορικής καθαρότητας. Είναι η διατήρηση μιας δημιουργικής ισορροπίας. Οι μύθοι μπορούν να μιλούν σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνία ακριβώς επειδή αγγίζουν οικουμενικές ανθρώπινες εμπειρίες. Ταυτόχρονα, όμως, δεν παύουν να φέρουν το αποτύπωμα του πολιτισμού που τους δημιούργησε.
Η Ελληνική μυθολογία είναι ταυτόχρονα οικουμενική και ελληνική. Αν αγνοηθεί η πρώτη διάσταση, ο μύθος μετατρέπεται σε μουσειακό αντικείμενο. Αν αγνοηθεί η δεύτερη, κινδυνεύει να μετατραπεί σε άδειο σύμβολο χωρίς ιστορικό βάθος. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στις δύο όψεις, αλλά να διατηρήσουμε τη δημιουργική ένταση που υπάρχει ανάμεσά τους.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει κάθε νέα κινηματογραφική διασκευή της ελληνικής μυθολογίας, δηλ. όχι αν αναπαριστά πιστά το παρελθόν, αλλά αν εξακολουθεί να συνομιλεί ουσιαστικά με αυτό.
Το παράδοξο είναι ότι πολλοί εμφανίζονται ως υπερασπιστές της αρχαίας Ελλάδας χωρίς να δείχνουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την κατανόησή της. Η αρχαιότητα συχνά μετατρέπεται σε ένα αφηρημένο σύμβολο συλλογικής ταυτότητας, αποκομμένο από την πραγματική της θρησκεία, τη φιλοσοφία και την κοσμοθεωρία. Οι αρχαίοι Έλληνες τιμώνται ως πρόγονοι αλλά σπανίως αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι με ιδέες διαφορετικές από τις σημερινές. Πολλοί, για παράδειγμα, παραβλέπουν ότι ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αναπτύχθηκε μέσα σε ένα θρησκευτικό πλαίσιο το οποίο μεταγενέστερες χριστιανικές παραδόσεις χαρακτήρισαν ως «ειδωλολατρικό». Ως αποτέλεσμα, ορισμένες πτυχές της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεωρίας συχνά επανερμηνεύονται ή προσαρμόζονται σε μεταγενέστερα πολιτισμικά και θρησκευτικά σχήματα, με τρόπο που ενίοτε απομακρύνει την κατανόηση του αρχικού τους πλαισίου.
Έτσι προκύπτει μια ιδιότυπη επιλεκτικότητα. Κάποιοι εξοργίζονται από μια αισθητική επιλογή σε μια ταινία, αλλά δεν προβληματίζονται όταν ολόκληρη η πνευματική φυσιογνωμία του αρχαίου κόσμου παραμορφώνεται, απλουστεύεται ή υποτάσσεται σε σύγχρονες αφηγήσεις. Η εξωτερική εικόνα αντιμετωπίζεται ως ιερή, ενώ η ουσία συχνά περνά απαρατήρητη.
Η υπεράσπιση της αρχαιότητας όμως δεν μπορεί να εξαντλείται στην εμφάνιση ενός ηθοποιού. Προϋποθέτει γνώση του πολιτισμού που γέννησε τον μύθο, κατανόηση των ιδεών που τον διαμόρφωσαν και επίγνωση ότι για τους ίδιους τους δημιουργούς της τραγωδίας η αλήθεια του μύθου δεν βρισκόταν στην πιστή αναπαραγωγή μιας μορφής, αλλά στη διαχρονική αποκάλυψη της ανθρώπινης μοίρας.
Η κινηματογραφική τέχνη έχει πράγματι το δικαίωμα να επαναπροσεγγίζει τους μύθους, να τους αναδιαμορφώνει και να τους εντάσσει σε νέες αφηγηματικές συνθήκες. Ωστόσο, η γόνιμη ερμηνεία δεν ταυτίζεται με την αυθαίρετη αντικατάσταση του νοήματος. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη δημιουργική μεταφορά και στην πλήρη ανακατασκευή που διακόπτει κάθε αναγνωρίσιμη σχέση με το αρχικό υλικό.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι να τεθεί ένα απόλυτο όριο στην καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά να αναγνωριστεί ότι η ελευθερία αυτή λειτουργεί καλύτερα όταν παραμένει σε διάλογο με το πολιτισμικό παρελθόν που την τροφοδοτεί. Ο μύθος αντέχει τις μεταμορφώσεις του, αλλά δεν παύει να έχει ρίζες. Και η ισορροπία ανάμεσα στις δύο αυτές διαστάσεις είναι αυτό που καθορίζει αν μια σύγχρονη αναπαράσταση αποτελεί γόνιμη επανερμηνεία ή απλή αποκοπή από το νόημά της.
Η συζήτηση για την ελληνική μυθολογία στον σύγχρονο κινηματογράφο δεν είναι λοιπόν μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε «παράδοση» και «νεωτερικότητα», αλλά ένα πιο λεπτό ζήτημα: πώς ένας πολιτισμός που έχει παγκόσμια απήχηση μπορεί να παραμένει αναγνωρίσιμος μέσα στις συνεχείς αναγνώσεις του. Σε αυτό το ερώτημα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η απόλυτη αυστηρότητα ούτε η πλήρης σχετικοποίηση, αλλά μια συνειδητή ισορροπία ανάμεσα στην ερμηνευτική ελευθερία και την ιστορική μνήμη.
Ας μην ξεχνά κανείς ότι ο σύγχρονος κινηματογράφος αποτελεί και βιομηχανία θεάματος, η οποία λειτουργεί με διαφορετικά κριτήρια από εκείνα του αρχαίου δράματος. Η τραγωδία ήταν ενταγμένη σε ένα δημόσιο, θρησκευτικό και παιδευτικό πλαίσιο, ήταν «διδασκαλία», ενώ ο κινηματογράφος απευθύνεται πρωτίστως σε μια παγκόσμια αγορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε απαιτήσεις από τις σύγχρονες αναπαραστάσεις, αλλά ότι οφείλουμε να τις αξιολογούμε γνωρίζοντας τη διαφορετική φύση και τον διαφορετικό σκοπό των δύο μορφών τέχνης.
Τελικά, η διαμάχη για τη «μαύρη Ελένη» ίσως λέει λιγότερα για την Ελένη και περισσότερα για εμάς: για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να θυμόμαστε, να χρησιμοποιούμε και να ερμηνεύουμε, αλλά και να παρερμηνεύουμε το παρελθόν, ανάλογα με τις ανάγκες και τις βεβαιότητες του παρόντος.
Η ίδια η Ελληνική μυθολογία, άλλωστε, δεν φαίνεται να έχει τίποτε να φοβηθεί από αυτές τις διαμάχες. Επί αιώνες υπήρξε αντικείμενο αμέτρητων αναγνώσεων, μετασχηματισμών και επανερμηνειών χωρίς να χάσει τον πυρήνα της. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι μύθοι θα επιβιώσουν· το έχουν ήδη αποδείξει. Το ερώτημα είναι αν εμείς θα συνεχίσουμε να τους προσεγγίζουμε ως ζωντανή πολιτισμική κληρονομιά, με γνώση, κριτική σκέψη και επίγνωση του κόσμου που τους γέννησε.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου