Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Η ζωή ξεκινάει εκεί που τελειώνει ο φόβος

“Η θλίψη έρχεται, η χαρά έρχεται, και όλα περνούν. Αυτό που απομένει πάντα είναι ο παρατηρητής. Ο παρατηρητής είναι πέρα από κάθε πολικότητα.”

Όλα έρχονται και φεύγουν. Ανάμεσα στο τικ και το τοκ την ανατολής και της δύσης μας, υπάρχει μια αλυσίδα από άπειρες στιγμές σε διάφορα χρώματα και νότες. Όταν ταυτιζόμαστε με αυτές, γινόμαστε αυτές. Και στα πάνω, και στα κάτω τους. Όταν μαθαίνουμε να γινόμαστε παρατηρητές, αυξάνεται η απόσταση αποταύτισης ξεπερνώντας τους χρωματισμούς και τις πολικότητες. Το κλειδί είναι η κατά βούληση μεταφορά της συνείδησης, ανά πάσα στιγμή και ταυτόχρονα, από την στιγμή, στην παρατήρηση, και αντίστροφα.

“Να είσαι. Μη προσπαθείς να γίνεις. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο λέξεις, είμαι και γίνομαι, εμπεριέχεται όλη σου η ζωή.”

Όπως αναφέρει, το να είσαι, είναι Φώτιση. Το να γίνεσαι, είναι άγνοια. Εδώ υπάρχει ένα συνειδησιακό παράδοξο. Η ανάπτυξη και εξέλιξη είναι βασικό συστατικό της ενσάρκωσής μας, ή αλλιώς της ζωής μας εδώ. Το κλειδί είναι πως σε κάθε σημείο, το να είσαι στο κέντρο σου σε απόλυτη ευδαιμονία και πληρότητα ανεξαρτήτως συνθηκών, είναι ο στόχος. Η συνεχόμενη ευδαιμονία και πληρότητα, μαζί με αντιληπτική εξέλιξη σε συνείδηση αντίληψη γνώση και εμπειρία, είναι ο Δρόμος.

“Θα προχωράς συνεχώς προς την τελειότητα, αλλά δε θα γίνεις ποτέ τέλειος. Η τελειότητα δεν είναι ο δρόμος της ύπαρξης, αλλά η εξέλιξη.”

Σε αντίθεση με το προηγούμενο, σαν ένα διαφορετικό αντιληπτικό πρίσμα μας λέει πως αν ο κόσμος ήταν τέλειος, όλα θα σταματούσαν (ελεύθερη μετάφραση). Η εξέλιξη είναι αυτό που δημιουργεί την κίνηση. Και η κίνηση αυτό που δημιουργεί την εξέλιξη. Κι όπως πιο σύγχρονα αναφέρουν και διάφοροι διανοητές, το κλειδί της ικανοποίησης και της χαράς είναι στην καθημερινή αναβάθμιση. Κάθε μέρα, να έχεις γίνει καλύτερος και καλύτερη σε κάτι. Είτε αυτό είναι η συμπεριφορά σου, η σκέψη σου, ή ακόμα κι ο τρόπος που περπατάς. Κάποτε ένας πολύ καλός φίλος έλεγε πως ο “δρόμος” είναι να ασκήσαι συνεχώς σε οτιδήποτε κάνεις. Ακόμα και όταν πλένεις τα δόντια σου, ή όταν φτιάχνεις ένα τσάι. Έτσι, θα είσαι ένα βήμα πιο κοντά στην εξελικτική αρμονία της ύπαρξης.

“Η Αλήθεια δεν είναι κάτι εξωτερικό που πρέπει να ανακαλυφθεί. Είναι κάτι μέσα σου που περιμένει να το διαπιστώσεις.”

Πολλοί ψάχνουμε χρόνια για κάτι έξω από εμάς. Σε καταστάσεις, δουλειές, ανθρώπους. Όσο καλοί ή όχι είναι οι καθρέφτες μέσα από τους οποίους προσπαθούμε να μας ανακαλύψουμε, η απόλυτη πυξίδα, πηγή πληρότητας και πληροφορίας, προορισμός και χάρτης, είναι μέσα μας.

“Για να πετύχεις κάτι πρέπει να απαρνηθείς κάτι άλλο.”

Χωρίς να σημαίνει πως ισχύει για τα πάντα, πολλές φορές χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι για κάτι άλλο. Το κάθε βήμα σου είναι μια επιλογή: Πίσω, πλάι, εμπρός, διαγώνια. Η κάθε επιλογή είναι μια απόφαση. Και η κάθε θετική απόφαση προς κάτι ή κάποιον, είναι ταυτόχρονα και αρνητική ως προς το άλλο κάτι ή τον κάποιον άλλον. Το να μείνεις σπίτι να χαλαρώσεις, σημαίνει πως λες όχι σε μια έξοδο και αντίστροφα. Το να βγεις με ένα φίλο, σημαίνει πως λες όχι στο να μείνεις μόνος ή μόνη. Το να ζήσεις το όνειρό σου σημαίνει πως θα πεις όχι στην αδράνεια του φόβου, και αντίστροφα.

“Ένας μαθητής πρέπει να είναι απόλυτα θηλυκός, δεκτικός, σαν μια μήτρα”

Ανεξαρτήτως φύλλου, εδώ μιλάει για την θηλυκή ενέργεια που εμπεριέχεται σε κάθε σώμα και ψυχή. Μία από τις ιδιότητές της είναι να δέχεται, να λαμβάνει, να απορροφά σαν σφουγγάρι, με αποτέλεσμα κατόπιν αφομοίωσης και εκκόλαψης, να προσδώσει νέα υπόσταση και καρπούς, πηγαίνοντας την γνώση ένα βήμα παραπέρα.

“Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, τότε εμφανίζεται και ο Διδάσκαλος.”

Είναι κάτι που θα έχεις ακούσεις, αλλά παρακάτω μιλάει και για το αντίστροφο. Πως όταν είναι έτοιμος ο Δάσκαλος, τότε εμφανίζεται και ο μαθητής. Λέει πως ένας δάσκαλος είναι εξίσου τυχερός και ευλογημένος όταν βρίσκει έναν τέτοιο μαθητή, ένα φιλόξενο δοχείο στο οποίο να μπορεί να μεταφέρει την γνώση. Σαν άγκυρα για να την φέρει από το πνεύμα στην ύλη, και έτσι η γνώση να γειωθεί και να συνεχιστεί. Όσο λέμε πως είναι δύσκολο να βρεις έναν καλό και σωστό δάσκαλο, άλλο τόσο δύσκολο είναι να βρεθεί ένας καλός και άξιος μαθητής. Αυτό πρέπει να το έχουν υπόψη και οι δύο σε μία σχέση όπου η ανταλλαγή αν και διαφορετική, είναι τουλάχιστον ισότιμη σε ειδικό βάρος.

“Κόψε τη ρίζα του δέντρου και τα φύλλα θα μαραθούν. Κόψε τη ρίζα του μυαλού σου και η φώτιση πέφτει.”

Αν τα όποια μη ωφέλιμα χαρακτηριστικά, προβλήματα ή πεποιθήσεις είναι τα φύλλα του δέντρου σου, με το να τα κλαδεύεις το μόνο που θα καταφέρεις είναι να τα αυξήσεις. Όπως τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Ο μόνος τρόπος είναι μέσω αυτογνωσίας ή ψυχοθεραπείας να βρεις την ρίζα τους, και να την κόψεις. Μόνο έτσι θα πάρεις και το μάθημα, και την θεραπεία, αλλά και θα γλυτώσεις την επανάληψη με διαφορετικές καταστάσεις ή ηθοποιούς, αλλά του ίδιου μοτίβου.

“Το κούφιο καλάμι γίνεται ένα φλάουτο, και το Θείο αρχίζει να παίζει μ’ αυτό.”

Αν θέλεις να λάβεις το Θείο μέσα σου, ή να του επιτρέψεις να βγει από μέσα σου, πρέπει να είσαι άδειος. Όταν είσαι άδειος από προβληματισμούς, σκέψεις, έννοιες, θέλω και προσδοκίες, τότε δεν υπάρχει εμπόδιο. Και το Πνεύμα ως άνεμος, θα περάσει από μέσα σου και θα τραγουδήσει όπως ο αέρας που περνά μέσα από το φλάουτο. Αυτή είναι η μη σκέψη μέσω διαλογισμού (λογισμού Διός), και μαζί με την εσωτερική καθαρότητα, θα δημιουργήσει τον κατάλληλο Χώρο μέσα σου. Και όταν είσαι έτοιμος, αλλά δεν περιμένεις, τότε θα λάβεις.

“Το κενό δεν χρειάζεται στήριγμα. Αναζήτησε τον σκοπό και θα τον χάσεις, γιατί με την αναζήτησή σου ενισχύεις τον αναζητητή.”

Όταν σταματήσεις να αναζητάς τον σκοπό, τότε θα τον ανακαλύψεις. Η ίδια η έννοια και η ταύτιση της αναζήτησης, γίνεται το εμπόδιο. Κι αυτό γιατί σε βγάζει από το τώρα. Το τώρα της πληρότητας. Αυξάνει τον αναζητητή, το εγώ. Η ψυχή γνωρίζει, είναι. Το εγώ θέλει επιβεβαίωση και σκοπό. Κανείς δε φτάνει, δε μπορεί να πάει στον Θεό. Όταν όμως είναι ακίνητος, καθαρός, άδειος και έτοιμος όπως το κενό, τότε Εκείνος έρχεται.

“Χρειάζεται κάποιο σκοτάδι για να δεις τα αστέρια”

Το φως είναι υπέροχο, είναι πληροφορία, είναι ζωή, είναι αγάπη. Μερικές φορές όμως χρειάζεται και το σκοτάδι για να διακρίνεις κάποια πράγματα που δεν μπορούσες να διακρίνεις στο φως. Δεν υπάρχει τίποτα φτιαγμένο από λάθος ή ατύχημα στην ύπαρξη. Αξιοποίησέ το ηθικά, με σοφία και διάκριση.

“Η ζωή ξεκινάει εκεί που τελειώνει ο φόβος”

Ο φόβος είναι συστολή, μάζεμα, συρρίκνωση. Η ζωή είναι ανοιχτή αγκαλιά, διαστολή, επέκταση. Υπάρχουν αόρατα σύνορα, ανάμεσα σε ζωή και φόβο, σε αγάπη και φόβο, σε πληρότητα και φόβο. Η ζώνη ασφαλείας είναι ένα από αυτά, μιας και έξω της κατοικεί ο φόβος του αγνώστου. Όταν γνωρίσεις ποιος και ποια είσαι, και καταλάβεις τις δυνάμεις σου, τότε θα καταλάβεις και πως δεν υπάρχει τίποτε έξω από σένα το οποίο αξίζει να φοβάσαι. Ο φόβος μπορεί σε ένα μικρό βαθμό να σε προετοιμάζει, αλλά αν τον αφήσεις, σε περιορίζει. Αξιοποίησέ τον. Κι όταν σου λένε πρόσεχε τις καταιγίδες, εσύ να λες είμαι η καταιγίδα, και το ουράνιο τόξο μαζί. Το έξω σου είναι το μέσα σου.

“Η αληθινή ερώτηση δεν είναι αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Η αληθινή ερώτηση είναι αν είσαι ζωντανός πριν πεθάνεις.”

Το μήνυμα είναι διπλό. Αρχικά η ερώτηση είναι τι είναι ζωή; Αυτό που ζούμε τώρα; Ή μήπως αυτό είναι το όνειρο, κι όταν ξυπνήσουμε μέσω του “θανάτου” ζούμε την αληθινή;

Το δεύτερο μήνυμα είναι το κατά πόσο ζεις, όσο είσαι ζωντανός. Είσαι η στιγμή; Ή ζεις στο παρελθόν και στο μέλλον, χάνοντας το κάθε παρόν σου; Που βρίσκεται η συνείδησή σου; Στον φόβο; Στην μελαγχολία; Στην προσδοκία; Στην ανάμνηση; Ή στην ευγνωμοσύνη την αγάπη και την ευδαιμονία του τώρα; Όπως έλεγε κι ο Επίκουρος, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι τον θάνατο σου. Όταν είσαι εδώ, απουσιάζει. Κι όταν έρχεται, λείπεις εσύ. Οπότε εξ ορισμού δεν θα τον συναντήσεις, άρα και δε χρειάζεται να τον φοβάσαι. Αυτό που έχει σημασία, είτε είναι όνειρο, είτε όχι, είναι να ζεις την κάθε στιγμή.

“Ζήσε την ζωή σου βάση δύο αρχών. Ζήσε το σήμερα σαν να ήταν η τελευταία σου μέρα στη γη. Και ζήσε το σήμερα, σα να πρόκειται να ζήσεις για πάντα”

Με λίγα λόγια, κάνε (σχεδόν) ό,τι θα έκανες αν είχες 24 ώρες ζωής. Αλλά και ζήσε, σαν να ήσουν αθάνατος. Αγάπησε, τρέξε, κάνε πράγματα, βγάλε από μέσα σου ό,τι σε βασανίζει, ζήτα τις συγγνώμες που πρέπει, μοιράσου όσα έχεις ανάγκη, κάνε όσα λέει το μέσα σου και μην υπολογίζεις κανέναν από εκείνους που δε σε καταλαβαίνουν ή σε κρατάνε πίσω. Τα όνειρα και η ζωή είναι δικά σου, κανείς δε θα τα ζήσει για σένα.

“Βρες την έκσταση μέσα σου. Δεν είναι εκεί έξω. Αλλά κατοικεί στο πιο εσωτερικό σου άνθισμα. Αυτός και αυτή που αναζητάς, είσαι εσύ.”

Κανένα ναρκωτικό, κανένα νοοτροπικό, καμία κατάσταση ή άνθρωπος δεν πρόκειται να σου δώσει την διάρκεια στην εσωτερική πληρότητα και ευδαιμονία. Οτιδήποτε έξω από εσένα είναι πλασματικό και προσωρινό, όπως μία ένεση ή ένα συμπλήρωμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβεις. Αλλιώς θα βιώνεις συνεχώς επαναλαμβανόμενους κύκλους με εναλλαγές πόνου και χαράς, τραύματος και θεραπείας, γοητείας και απογοήτευσης, ενθουσιασμού και πλήξης. Όσο ψάχνεις έξω από σένα, δίνεις τη δύναμή σου έξω από εσένα. Ξαναδιάβασε το προηγούμενο αρκετές φορές. Ό,τι ψάχνεις είναι μέσα σου. Όλη η αγάπη, όλες οι αγκαλιές, η τρυφερότητα, η φροντίδα, η κατανόηση, η παρέα, τα πάντα. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Όμως γίνεται. Κι όταν τα βρεις μέσα σου, τότε ως δια μαγείας, θα τα βρεις και έξω από εσένα. Θυμήσου το.

Οι άνθρωποι φοβούνται όποιον διαφέρει από αυτούς

Οι άνθρωποι φοβούνται

Φοβούνται πάρα πολύ εκείνους που γνωρίζουν τον εαυτό τους.

Εκείνους που έχουν μια δύναμη, μια αύρα και ένα μαγνητισμό, ένα χάρισμα που μπορεί να βγάλει από τη φυλακή της παράδοσης τους νέους ανθρώπους που διψάνε για ζωή.

Φοβούνται τον άνθρωπο που δεν μπορεί να υποδουλωθεί– αυτή είναι η δυσκολία, και δεν μπορεί να φυλακιστεί.

Οι μάζες δεν θέλουν να ταράζονται ακόμη κι αν ζουν στη δυστυχία, γιατί έχουν συνηθίσει στη δυστυχία…και όποιος δεν είναι μίζερος και δυστυχισμένος, μοιάζει ξένος γι' αυτούς.

Ο ελεύθερος άνθρωπος έχει σπάσει τα δεσμά της καταπίεσης και της καλής γνώμης των άλλων, αγκαλιάζει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, είναι εξεγερμένος, όχι επειδή μάχεται ενάντια σε κάποιον άλλον, αλλά επειδή έχει ανακαλύψει την δική του αληθινή φύση και είναι αποφασισμένος να ζήσει σύμφωνα με αυτή, ξέροντας ότι χρειάζεται αρκετό θάρρος για να αναλάβει την ευθύνη να ζήσει τη δική του αλήθεια.

Είναι εντάξει να είσαι διαφορετικός

Νιώθετε ποτέ πως δεν ταιριάζετε με τους άλλους; Πως είστε σαν ξένοι; Ίσως και λίγο απροσάρμοστοι;

Έχετε νιώσει ποτέ πως είστε λίγο εκκεντρικοί, λίγο στο περιθώριο, σαν εξωγήινοι; Όπως ένας μοναχικός λύκος που πορεύεται στην ζωή νιώθοντας απομονωμένος και αποσυνδεδεμένος;

Το αίσθημα της απομόνωσης φέρνει μια αίσθηση επιθυμίας και ανάγκης για ελευθερία, για υποστήριξη, για αποδοχή και για ένα μέρος που να μπορείς να αποκαλείς «σπίτι».

Ναι, ίσως να νιώθετε πως δεν ανήκετε κάπου εδώ και πολύ καιρό. Φυσικά μερικές φορές αυτό το συναίσθημα μπορεί να φύγει και να είστε χαρούμενοι για μια στιγμή αλλά πάντα με κάποιο τρόπο πάντα επιστρέφει. Και τότε, υπάρχουν στιγμές που αυτό το συναίσθημα σας καταναλώνει τόσο πολύ που σας κάνει να νιώθετε εντελώς κενοί μέσα σας.

Αν ταυτίζεστε με όλα αυτά, τότε ο κύριος λόγος για τον οποίο νιώθετε έτσι δεν είναι ότι κάτι πάει λάθος με εσάς. Δεν είστε ελαττωματικοί. Ούτε προβληματικοί. Αντιθέτως, το να μην είστε ίδιοι με τους άλλους είναι σπουδαίο. Και να γιατί.

Ο βασικός και σημαντικότερος λόγος για τον οποίο νιώθετε σαν ξένοι είναι επειδή έχετε αφυπνισμένη ψυχή. Όλοι έχουν ψυχή αλλά δεν βρίσκονται όλοι σε βαθύτερη σύνδεση με αυτή. Επομένως, αν νιώθετε έτσι είναι πολύ πιθανό να είστε πνευματικά αφυπνισμένοι όπως και πολύ ευαίσθητοι και δεκτικοί στις ενέργειες.

Απομονώνετε τον εγωισμό σας και έτσι δεν κατανοείτε την εμμονή των ανθρώπων με τα χρήματα, την φήμη, την κοινωνική κατάσταση και την εξουσία. Όλα αυτά σας φαίνονται πολύ αφύσικα επειδή βλέπετε πόσο υποκριτές, εγωιστές και σκληροί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι.

Λαχταράτε ένα ασφαλές μέρος. Ένα σπίτι. Ένα μέρος όπου μπορείτε να είστε εντελώς ο εαυτός σας και ελεύθεροι από κάθε κριτική. Ένα μέρος όπου δεν θα νιώθετε περίεργοι, διαφορετικοί ή ανάξιοι. Και ξέρετε ποιο είναι αυτό το μέρος; Η ψυχή σας.

Το απλό γεγονός που νιώθετε πως δεν ταιριάζετε δείχνει πως μπορείτε να βιώσετε την αληθινή αγάπη, την συμπόνια και την ελευθερία. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχή σας είναι ώριμη. Μπορείτε να δείτε τόσο καθαρά πέρα από την υποκρισία των άλλων και απλώς ξέρετε πως πάντα υπάρχει κάτι περισσότερο.

Είστε ένα ελεύθερο πνεύμα.

Δυστυχώς, η πλειονότητα των ατόμων εξακολουθεί να θεωρεί κακό το να μην ταιριάζει κάπου και για αυτό οι περισσότεροι προτιμούν να παραμένουν στην ζώνη ασφαλείας τους περιορισμένοι.

Ωστόσο, αυτοί που θεωρούνται «απροσάρμοστοι» ξέρουν πως το να ακολουθείς πάντα τους κανόνες οδηγεί σε μια μίζερη και ανεκπλήρωτη ζωή. Επομένως, ακόμα και αν καμιά φορά νιώθετε απομονωμένοι είναι σημάδι ότι ζείτε μια πλούσια εκφραστική και εκπληρωμένη ζωή.

Επειδή όταν ακολουθείτε την ψυχή σας είναι φυσιολογικό να νιώθετε πως δεν ανήκετε κάπου. Και αυτό δεν είναι κακό, έτσι;

Η ανάλυση του Αδαμάντιου Κοραή: Όταν ο Διαφωτισμός συναντά τον Μάρκο Αυρήλιο

Αν όλοι μας οι πλούσιοι αφιέρωναν στην παιδεία των ίδιων τους των τέκνων μόνον το δεκατημόριο όσης έχουν φροντίδας να αφήσουν σε αυτά πολύ μέταλλο αργύρου, θα μπορούσε να απολαύσει προ πολλού η Ελλάς, ό,τι με πολλούς ιδρώτες πάσχει σήμερα να αποκτήσει. Καλά και τίμια είναι όσα συμβουλεύουν τους πλούσιους οι πνευματικοί πατέρες και οι ιεροκήρυκες. Όχι λιγότερο όμως μπορούν να ωφελήσουν υπενθυμίζοντας αυτούς καθημερινά, στην Εκκλησία, έξω από την Εκκλησία στους οίκους, στους δρόμους, όπου και όποτε τους συναντούν, το χρυσούν τούτο του Σολομώντα παράγγελμα: «Λάβετε παιδείαν, και μη αργύριον, και γνώσιν υπέρ χρυσίον δεδοκιμασμένων». Όλοι βέβαια, και ιερωμένοι και λαϊκοί, την παιδεία ταύτη προθυμοποιούμαστε ν’ αποκαταστήσουμε στην Ελλάδα- αλλά των λαϊκών η προθυμία λίγο ισχύει, παραβαλλόμενη με ό,τι δύνανται να κατορθώσουν οι ιερωμένοι, κρατώντας στα χέρια τους δύο παντοδύναμα όργανα, τον ιερό άμβωνα και το εξαγορευτήριο. Δώς μου, μπορεί με αλαζονεία να πει (αν βρίσκεται κάπου ένας κοσμικός ενθουσιώδης της προγονικής δόξας), δώς μου τα δύο αυτά όργανα, και είκοσι μόνο ετών διάστημα- και αν δεν καταπλήξω το φωτισμένο μέρος της Ευρώπης με τα θαύματα της Ελλάδος, αντί θαυματουργού ονόμασέ με τερατολόγο αναίσχυντο.

Επιγράφει το βιβλίο του ο Μάρκος, Των εις εαυτόν, το οποίο, ως το σημείωσαν και άλλοι προ εμού, είναι ελλειπτικό αντί του Των εις εαυτόν υποθηκών. Πιθανόν ότι και το σύγγραμμα και η επιγραφή έγιναν κατά μίμηση του Σόλωνος, ο οποίος, παρά τα άλλα πεζά και στιχηρά συγγράμματα, έγραψε, ως μαρτυρεί ο Διογένης ο Λαέρτιος, και Εις εαυτόν υποθήκας. Άξιο και τούτο να σημειωθεί. από τους νέους μάλιστα· διότι σε μας τους γέροντες ούτε τα κακά να ξεχάσουμε είναι δυνατόν, και στα καλά να προσθέσουμε κάτι καλύτερο καιρός πλέον δεν μας έμεινε- άξιο είναι (λέγω) να σημειωθεί, ότι δύο άνδρες φιλόσοφοι, ο Σόλων και ο Μάρκος, κυβερνήτες, νομοθέτες, και διδάσκαλοι δύο διαφορετικών εθνών, έκριναν συμφώνως, ότι, όποιος επιθυμεί να μην παρασαλέβεται από τον ορθό λόγο, εξανάγκης πρέπει να μιλά και να συμβουλεύεται συχνά με την ίδια του την ψυχή, να ρωτά καθημερινά ο ίδιος τον εαυτό του τι καθήκον του κοινωνικού ζώου έπραξε ή παρέβη. και να ερευνά τα μέσα να ενισχύεται στην πράξη, και να φυλάγεται από την παράβαση.

Τούτο σημαίνουν οι Σε εαυτόν υποθήκες· και σε τέτοιες υποθήκες πρέπει να ασχολούνται οι νέοι, όσοι μάλιστα είναι διεσπαρμένοι στα σπουδαστήρια της φωτισμένης Ευρώπης. Αυτοί ταξίδεψαν, καθώς ο Σόλων και άλλοι της παλαιός Ελλάδος φιλόσοφοι, με σκοπό να φωτίσουν όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και να μεταδώσουν τον φωτισμό στους ομογενείς, επιστρέφοντας στην πατρίδα, της οποίας παιδαγωγοί, και τρόπον τινά, νομοθέτες δίκαιο είναι να θεωρούνται. Για την κατόρθωση τέτοιου καλού, εξανάγκης πρέπει να κάνουν Εις εαυτούς υποθήκες, δηλαδή να παρατηρούν άγρυπνα όλα τα κινήματα της διανόησης και να τα κρίνουν αυστηρά, αν αληθώς κατευθύνονται σε πράξεις κοινωνικού και πολιτικού ζώου- αν των ηδονών το δέλεαρ δεν τους απόσχισε από την κοινωνία, δεν τους έκανε πυώδες και βρομερό απόστημα του πολιτικού σώματος.

Τούτο λέγοντας, δεν νοώ να στερούνται τις ηδονές απλώς, αλλά να διακρίνουν τις βλαβερές από τις αβλαβείς· και η διάκριση δεν είναι δύσκολη. Επειδή ασχολούνται στον ομογενών τον φωτισμό, δηλαδή σε πολιτικού και κοινοτικού ζώου έργο, όσες ηδονές εμποδίζουν το ιερό τούτο έργο είναι ολέθριες· συγχωρεμένες, και πολλάκις αναγκαίες, όσες, διακόπτουν και αναπαύουν για μικρό διάστημα τους μακρούς κόπους, δίδουν στον κοπιάζοντα δύναμη ν’ αναλάβει προθυμότερα το έργο του. Αρετής προγονικά παραδείγματα έχουν πολλά. Αυτός ο Μάρκος δικαιότερα ανήκει στους δικούς μας προγόνους παρά στους Ρωμαίους- η ανατροφή και η παιδεία του ήταν Ελληνική· η αίρεση της φιλοσοφίας του ήταν Ελληνική· οι διδάσκαλοί του ήταν Έλληνες· το ίδιο του, τελευταίο, το πόνημα, προτίμησε να το γράψει Ελληνιστί με σκοπό, όχι να δείξει, όπως έκαμαν άλλοι, ότι γνώριζε την γλώσσα των Ελλήνων, αλλά να φανερώσει τρόπον τινά την ευγνωμοσύνη της ψυχής του, γράφοντας, όπως έγραφαν εκείνοι, στους οποίους χρωστούσε την παιδεία και την αρετή του.

Στα παραδείγματα ταύτα ας βλέπουν καθημερινά οι νέοι μας. και σύμφωνα με αυτά ας σπουδάζουν να μορφώνουν τα ήθη τους, αν επιθυμούν και ζώντες να τιμηθούν από την πατρίδα, και αποθανόντες ν’ αφήσουν έντιμη την μνήμη αυτών, όπως εκείνοι. Πολλές εκατονταετηρίδες πέρασαν αφού έπαυσαν να ζουν και όμως τα ονόματά τους ευφημούνται καθημερινά στων φωτισμένων εθνών τις Ακαδημίες, στα συγγράμματα, στις καθημερινές μετ’ αλλήλων ομιλίες. Πόσος πλούτος, ποιο αξίωμα ή τιμή αρχοντική δύναται να παραβληθεί με τοιαύτη τύχη! Ο Μάρκος εγκωμιάζεται, όχι διότι χρημάτισε Αυτοκράτωρ της μεγάλης βασιλείας των Ρωμαίων, αλλά διότι δεν τον πλάνησαν από την οδό της αρετής, ούτε οι ηδονές, των οποίων περισσότερη εξουσία έχουν οι βασιλείς παρά οι ιδιώτες, ούτε οι κόλακες, οι οποίοι περισσότερο τις βασιλικές αυλές παρά των ιδιωτών τους οίκους συνηθίζουν να πολιορκούν.

Οι αξίες μας προσδιορίζουν τις επιλογές μας

Η κατανόηση του εαυτού μας σημαίνει, εκτός όλων των άλλων, τη συνειδητή διαμόρφωση των προσωπικών αξιών μας και του πώς αυτές συνδέονται με τις επιλογές της ζωής. Από τις αξίες εξαρτάται το ποιες επιλογές κάνουμε, πώς συμπεριφερόμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζούμε.

Οι αξίες προσδιορίζουν το τι είναι σημαντικό και τι είναι ασήμαντο για εμάς και, κατά συνέπεια, τις προτεραιότητές μας. Για να το κατανοήσετε μόνοι σας, κάνετε την εξής άσκηση όπως τη βλέπετε στο σχήμα.

Στις δυο όχθες του ποταμού, βρίσκονται πέντε άνθρωποι: Στη μια όχθη, η κυρία L, ο βαρκάρης Β και ο κύριος S. Στην άλλη όχθη, ο Μ, που είναι σύζυγος της κυρίας L, και ο F, που είναι «κολλητός» φίλος του συζύγου Μ. Το ποτάμι είναι αδύνατον να το περάσει κάποιος χωρίς βάρκα, για πολλούς λόγους. Η κυρία L βρίσκεται στη δεξιά όχθη χαμένη και ο σύζυγός της, ο Μ, δεν γνωρίζει ότι η γυναίκα του είναι εκεί για να πάει να την πάρει. Γι’ αυτή την κυρία τίποτα άλλο δεν αξίζει στη ζωή της, όσο η αγάπη της για τον άνδρα της. Αν δεν τον ξαναβρεί, δεν αξίζει ούτε η ζωή της και είναι αποφασισμένη να αυτοκτονήσει. Πηγαίνει, λοιπόν, στον κύριο Β, τον βαρκάρη, και τον παρακαλάει, τον ικετεύει να την περάσει στην απέναντι όχθη, για να βρει τον σύζυγό της. Ο βαρκάρης αρνείται λέγοντας: «Άκου, κυρία μου, εγώ τη βάρκα την έχω για να βγάζω χρήματα και να ζω την οικογένειά μου. Αν δεν με πληρώσεις, δεν πρόκειται να σε πάω απέναντι». Η κυρία, που δεν είχε χρήματα ή κάτι άλλο να του δώσει, αισθάνθηκε απόγνωση και απελπισία, αφού η ζωή της δεν άξιζε χωρίς τον σύζυγό της. Ευτυχώς, ο κύριος S έμαθε το πρόβλημα της κυρίας και της πρότεινε να της δώσει χρήματα για να τα δώσει στον βαρκάρη και να την περάσει απέναντι όπου ήταν ο άνδρας της, με την προϋπόθεση όμως να κάνει μία φορά σεξ μαζί του, διότι το είχε μεγάλη ανάγκη. Για την κυρία, πράγματι δεν άξιζε τίποτα άλλο στη ζωή της, παρά μόνον η αγάπη της για τον άνδρα της. Έτσι, πήγε με τον S, πήρε τα χρήματα, τα έδωσε στον βαρκάρη και πέρασε απέναντι για να βρει τον άνδρα της. Δυστυχώς, όμως, ο κύριος F έμαθε ότι η κυρία έκανε σεξ με τον S για να βρει τα χρήματα και, λόγω της τόσο βαθιάς φιλίας με τον άνδρα της, δεν μπορούσε να το κρύψει και του το μαρτύρησε. Έτσι, όταν η κυρία πήγε στον άνδρα της εκείνος την έδιωξε επειδή είχε κάνει σεξ με τον S.


Τώρα, θα σας παρακαλέσω, σε ένα πρόχειρο χαρτάκι, να βάλετε στη σειρά τους πέντε αυτούς ανθρώπους με κριτήριο το πόσο, κατά τη γνώμη σας, ο καθένας έπραξε σωστά. Δηλαδή, θέστε πρώτον αυτόν που κατά τη γνώμη σας έπραξε πιο σωστά, δεύτερον τον αμέσως επόμενο που έπραξε πιο σωστά κ.ο.κ. Μη συνεχίσετε το διάβασμα αν δεν το κάνετε. Αφού τους βάλετε στη σειρά, σκεφτείτε τι προσδιόρισε το ποιο βάλατε πρώτο και ποιο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο. Γιατί κάνατε αυτή την ιεράρχηση; Λογικά, η σειρά που τους τοποθετήσατε εξαρτήθηκε από τον κώδικα των προσωπικών σας αξιών. Όσοι τοποθετήσατε πρώτη την κυρία L, σημαίνει ότι για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η αγάπη (Love). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον βαρκάρη Β, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η δουλειά και τα χρήματα (Business money). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον S, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι το σεξ (Sex). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον κύριο Μ, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η ηθική (Moral), με την περιορισμένη, βέβαια, έννοια του συγκεκριμένου παραδείγματος, δηλαδή, των συζυγικών σχέσεων. Τέλος, όσοι επιλέξατε ως πρώτον τον F, για εσάς σημαντικότερη αξία είναι η φιλία (Friendship).

Άρα, το συμπέρασμα είναι ότι οι προτεραιότητες στη ζωή μας καθορίζονται από το πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντι σε κάποια κεντρικά αντιθετικά ζεύγη – όπως προσωπική ζωή έναντι καριέρας, χρήματα έναντι ελεύθερου χρόνου, ατομικό έναντι ομαδικού, δόξα έναντι κοινωνικής συμβολής, πολυτελής κατανάλωση έναντι απαραίτητης κατανάλωσης κλπ. Οι προτεραιότητές μας, λοιπόν, προσδιορίζονται από τις αξίες μας και από τον τρόπο που ιεραρχούμε τις δεύτερες. Έτσι, αν δεν έχουμε ξεκάθαρες αξίες, δεν μπορούμε να έχουμε ξεκάθαρες προτεραιότητες. Σε τέτοια περίπτωση, μόνον κατά τύχη δεν θα μετανιώσουμε για τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας, αφού, προκειμένου να θέτω τα σωστά ερωτήματα, να αξιολογώ τις εναλλακτικές επιλογές και να επιλέγω την καλύτερη για εμένα, προϋπόθεση είναι να έχω ξεκάθαρο στο μυαλό μου το τι αξίζει για εμένα.

Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου επιδρά στους “ανθρώπινους σκαντζόχοιρους”

Όλοι μας έχουμε ανάγκη από τις ανθρώπινες σχέσεις, από την αίσθηση οικειότητας, εγγύτητας και αμφίδρομης επικοινωνίας. Όμως, παρά την καλή θέληση του ατόμου, η ανθρώπινη οικειότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ανθρώπινη βλάβη, και έτσι δημιουργείται φόβος σύναψης σχέσεων ή οι σχέσεις που δημιουργούνται είναι ρηχές.

Μερικοί σκαντζόχοιροι πλησίασαν κοντά ο ένας στον άλλο για να ζεσταθούν μία κρύα νύχτα του χειμώνα, αλλά, καθώς άρχισαν να τρυπούν ο ένας τον άλλο με τα μυτερά αγκάθια τους, αναγκάστηκαν αμέσως να απομακρυνθούν.

Ωστόσο, το κρύο τους οδήγησε ξανά μαζί, όμως συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Στο τέλος, μετά από πολλές επαναλήψεις πλησιάσματος και διασποράς, ανακάλυψαν ότι θα ήταν καλύτερα να παρέμεναν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ανάγκη της κοινωνικής ζωής οδηγεί τους ανθρώπινους σκαντζόχοιρους μαζί, μόνο για να αποκρουστούν αμοιβαία πάλι εξαιτίας των πολλών δυσάρεστων ιδιοτήτων της φύσης τους.

Η μέτρια απόσταση που τελικώς ανακαλύπτουν πως είναι η μόνη ανεκτή προϋπόθεση μιας εγγύτερης σχέσης, είναι ο κώδικας ευγένειας και καλών τρόπων, και όσοι την παραβιάζουν καλούνται αυστηρά να επαναφέρουν την απόστασή τους.

Με αυτή τη ρύθμιση, η αμοιβαία ανάγκη για οικειότητα και ζεστασιά ικανοποιείται πολύ μέτρια, αλλά τουλάχιστον τότε οι άνθρωποι δεν τρυπιούνται.

Ένας λίγο πιο θερμός άνθρωπος προτιμά να παραμείνει μακριά, ώστε ούτε να τρυπήσει άλλους ανθρώπους ούτε ο ίδιος να τρυπηθεί.

Αυτή η μικρή ιστορία, το Δίλημμα του Σκαντζόχοιρου, γνωστή επίσης και ως Δίλημμα του Ακανθόχοιρου, χρωματισμένη ελαφρώς και με τη δική μου νότα, είναι μια αναλογία των προκλήσεων που φέρει η ανθρώπινη οικειότητα. Την χρησιμοποίησαν ο Αρθούρος Σοπενχάουερ και ο Σίγκμουντ Φρόυντ για να περιγράψουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Είναι μια συμβολική ιστορία στην οποία πέρα από την εγγύτητα και τις ανθρώπινες σχέσεις, πρόσθεσα και το άγχος θανάτου, αφού η είδηση του θανάτου και η επικινδυνότητα του παγετού έκανε τους σκαντζόχοιρους να έρθουν πιο κοντά.

Το νόημα δεν είναι να υποτιμήσουμε την κοντινότητα, αλλά θέλω να πω πως ένας τρόπος ενστικτώδους επιβίωσης είναι και η κοινωνικότητά μας. Ο καθένας μόνος του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει πιθανούς κινδύνους και απειλές, γι αυτό και οργανωθήκαμε σε ομάδες και κοινωνίες. Από την άλλη όμως, η κοντινότητα θέλει όρια προκειμένου να μην τραυματίζει. Ο καθένας εξάλλου έχει τον ψυχολογικό του χώρο, τον οποίο οριοθετεί. Η απομόνωση και η εσωστρέφεια δεν δίνουν λύση σε κανένα πρόβλημα. Ίσως πρέπει μέσα στην κοντινότητα να μάθουμε να βάζουμε τα όριά μας και να διατηρούμε την ταυτότητά μας χωρίς να αφομοιωνόμαστε. Άραγε πώς να αντέξει κανείς την κοντινότητα ή να παίζει υγιείς ρόλους αν δεν βρει πρώτα τον εαυτό του;

Η παθητική επιθετικότητα είναι κακοποίηση που δρα μασκαρεμένα και υποδόρια

Η παθητική επιθετικότητα υποκρύπτει πάντοτε θυμό και, για όποιον μπορεί να την αναγνωρίζει, διαφαίνεται μέσα από υπαινιγμούς που πληγώνουν ή εκπλήσσουν, καθώς και μέσα από αντιφατικά μηνύματα που προκαλούν αβεβαιότητα και σύγχυση όπως:

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», αν και έχει καταλάβει πολύ καλά τι εννοεί ο άλλος.
«Όπως θέλεις»: ένα τέτοιο σχόλιο αποβλέπει στον άμεσο τερματισμό της συζήτησης ώστε ο ίδιος να μη χρειασθεί να εκφράσει συναισθήματα ή συγκεκριμένα θέλω, κάνοντας ταυτόχρονα τον άλλον να νιώσει άβολα και αμήχανα.

«Πως κάνεις έτσι;» ή «Γιατί εκνευρίζεσαι τόσο εύκολα;»: τέτοιου είδους σχόλια αποσκοπούν στην απαξίωση του συνομιλητή, να τον κάνουν να νιώσει άσχημα ή να τον οδηγήσουν σε αδιέξοδο.

Το άτομο με παθητική επιθετικότητα είναι εξπέρ στο να κακοποιεί, με μη φυσικό τρόπο, τους άλλους, την ίδια στιγμή που παρουσιάζεται προς τα έξω ως το πιο ευχάριστο και με έγνοια για τους άλλους άτομο. Εάν ο αποδέκτης της παθητικής επιθετικότητας αποκαλύψει σε κάποιον άλλον πως κακοποιείται από τη συμπεριφορά ενός τέτοιου ατόμου, το πιο πιθανό είναι να μη γίνει πιστευτός.

Ένα τέτοιο άτομο υπονομεύει συχνά βήμα-βήμα την αυτοπεποίθηση και την αίσθηση προσωπικής αξίας των άλλων, κοιτώντας τους με απαξία, κάνοντας κάποιον μορφασμό, χαμογελώντας ειρωνικά κ.τ.λ., και συχνά με τρόπο και σε στιγμές που οι άλλοι τριγύρω να μην αντιλαμβάνονται το παραμικρό. Προβάλουν συστηματικά τα δικά τους λάθη, τις ανεπάρκειες και τους φόβους στους άλλους ώστε να διατηρήσουν και να επιβεβαιώσουν την μεγαλειώδη εικόνα που θέλουν να έχουν για τον εαυτό τους.

Ατομικά χαρακτηριστικά παθητικά επιθετικών ατόμων

Η παθητική επιθετικότητα είναι ένας πολύ συνηθισμένος τρόπος επικοινωνίας στις σχέσεις των ανθρώπων και όλοι μας έχουμε καταφύγει σε αυτόν κάποιες φορές. Αυτοί, όμως, που τον χρησιμοποιούν συστηματικά το κάνουν γιατί έχουν την ανάγκη να ελέγχουν και να χειρίζονται τον περίγυρό τους κατά βούληση αλλά και για να καλύπτουν την προσωπική τους ανασφάλεια, τη χαμηλή τους αυτοεκτίμηση ή την ανάγκη τους για επιβολή πάνω στους άλλους. Παρόλο που δεν είναι άτομα που δείχνουν με σαφήνεια τα πραγματικά τους θέλω, προσδοκούν από τον περίγυρο να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες αυτές και να ανταποκρίνεται ανάλογα. Αυτό οδηγεί συχνά αυτούς που ζουν δίπλα σε ένα τέτοιο άτομο να χρειάζεται να μαντεύουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ώστε να μη δημιουργηθεί ένταση και σύγκρουση.

Εξαιτίας της αυξημένης ανάγκης των ατόμων αυτών για προσοχή, προσπαθούν να στερήσουν όλο και μεγαλύτερο «χώρο» από το άτομο με το οποίο συμβιώνουν. Για παράδειγμα, ενώ οι ίδιοι μπορεί να βγαίνουν σχεδόν καθημερινά τα βράδια με τους φίλους τους, εάν η σύντροφός τους τύχει να έχει κανονίσει να βγει με δικές της φίλες, κάποιο βράδυ που οι ίδιοι θα μείνουν μέσα, η αυτοπεποίθησή τους πλήττεται, εξαναγκάζοντας με κάποιον τρόπο τη γυναίκα να παραμείνει και αυτή στο σπίτι μαζί τους.

Μερικές φορές, η παθητική επιθετικότητα μπορεί να αποτελεί συνειδητή στρατηγική και άλλες έναν υποσυνείδητο ψυχικό μηχανισμό. Στην ακραία της μορφή, μπορεί να μετατραπεί σε καθαρή ψυχική κακοποίηση, κάνοντας τον αποδέκτη της να αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό και, τελικά, ακόμα και την ίδια του την κρίση.

Τα άτομα αυτά μπορεί να δείχνουν, εκ πρώτης όψεως, ευγενικά και καλοπροαίρετα, αλλά η εικόνα αυτή αλλάζει δραματικά, όταν κάποιος τα γνωρίσει καλύτερα, αποκαλύπτοντας την πραγματική τους φύση.
  • Πρόκειται, συχνά, για ντροπαλά άτομα που επικρίνουν τους πάντες και τα πάντα γύρω τους
  • Είναι συχνά προκλητικά και απαξιωτικά, κάτι που τους δημιουργεί ένα αίσθημα υπερηφάνειας και υπεροχής, μεταφράζοντας τη στάση αυτή ως επαναστατικότητα και αντισυμβατικότητα.
  • Έχουν απόλυτη ανάγκη/εξάρτηση να κατηγορούν και να κατακρίνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους.
  • Πικρία, θυμός και κακή, γενικώς, διάθεση είναι τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ατόμων αυτών.
  • Ξεχνούν, συχνά, συμφωνημένες διορίες και χρονοδιαγράμματα που πρέπει να τηρηθούν, αργούν σε ραντεβού, συναντήσεις κ.τ.λ. Κανείς δεν μπορεί εύκολα να κατηγορήσει κάποιον που έχει ξεχάσει, από τη στιγμή που όλοι μας ξεχνάμε.
  • Επίσης, ξεκινούν πράγματα και τα αφήνουν στη μέση και δεν τηρούν υποσχέσεις, εξαναγκάζοντας, σχεδόν, τον άλλον να κάνει αυτά που οι ίδιοι όφειλαν να πράξουν.
  • Το μότο τους είναι: «Το να υποτάσσεσαι είναι ταυτόσημο με το να ηττάσαι». Δεν αντέχουν αιτήματα από τους άλλους και έχουν σοβαρό πρόβλημα με άτομα που διαθέτουν κύρος, δύναμη και εξουσία γιατί αυτά ακριβώς επιθυμούν και τα ίδια, σε κάθε περίπτωση
  • Είναι άτομα εξαρτητικά καθώς χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιους άλλους να υποτιμούν και, με τον τρόπο αυτόν, να καλύπτουν τη δική τους αίσθηση ανεπάρκειας και κατωτερότητας. Ενώ χρειάζονται σχεδόν τα πάντα από τους άλλους, συνεχίζουν να παραμένουν κλεισμένα στον εαυτό τους, φοβούμενα μια πιο άμεση και ειλικρινή επικοινωνία.
Τα άτομα με παθητική επιθετικότητα έλκονται από άτομα που έχουν ήδη χαμηλή αυτοεκτίμηση ή που εύκολα δίνουν άφεση αμαρτιών σε ανάρμοστες συμπεριφορές άλλων. Εάν η παθητική επιθετικότητα εμφανίζεται συστηματικά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για χαρακτηριστικό στοιχείο προσωπικότητας ή για μια παθητική-επιθετική προσωπικότητα. Επίσης, η συστηματική παθητική-επιθετική συμπεριφορά έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το ναρκισσισμό.

Τρόποι με τους οποίους εκφράζεται η παθητική επιθετικότητα

Ασάφεια

Το βασικό χαρακτηριστικό ενός ατόμου με παθητική επιθετικότητα είναι η ασάφεια που διακρίνει τον τρόπο σκέψης και συναισθηματικής του έκφρασης. Σπάνια εννοεί αυτό που εκφράζει, δημιουργώντας εύκολα σύγχυση με την αντιφατικότητά του.

Κάποιες φορές, μπορεί να συμπεριφέρεται με τρόπο απαράδεκτο και την επόμενη στιγμή να υποστηρίζει πως δεν το εννοούσε, μετατρεπόμενος σε ένα πολύ φιλικό και στηρικτικό άτομο. Σπάνια εκφράζει επιθετικότητα άμεσα, αλλά σχεδόν πάντα με έμμεσο τρόπο, διαμέσου «πλάκας», που δεν είναι παρά καμουφλαρισμένη απαξίωση, ή διαμέσου σχολίων που αγγίζουν τα ευαίσθητα σημεία του άλλου, δηλαδή κάτι σαν χτύπημα κάτω από τη ζώνη.

Αποποίηση ευθυνών

Ποτέ και τίποτα δεν είναι δικό του λάθος. Πάντοτε ευθύνονται οι άλλοι, πράγμα που υπονοεί πως ο ίδιος είναι αλάνθαστος. Ο αποδέκτης της συμπεριφοράς του αυτής είναι πάντα αυτός που ευθύνεται, επειδή παρεξήγησε και διαστρέβλωσε τα όσα ο ίδιος είπε ή εννοούσε.

Στην περίπτωση μιας συστηματικής άσκησης παθητικής επιθετικότητας προς το ίδιο άτομο, που προσλαμβάνει διαστάσεις ψυχικής κακοποίησης, ο αποδέκτης μπορεί να εμφανίσει κατάθλιψη ή διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Υιοθετεί συχνά το ρόλο του θύματος

Ποτέ δεν ευθύνεται για το παραμικρό, ακόμα και όταν ο ίδιος έχει φερθεί άσχημα. Υποστηρίζει πως ποτέ δεν θα αντιδρούσε με αυτόν τον τρόπο, εάν ο άλλος δεν τον προκαλούσε ή είχε κάνει αυτό που ο ίδιος ήθελε. Πάντα κάποιος άλλος ευθύνεται. Εάν, για παράδειγμα, αργήσει, ως συνήθως, στο ραντεβού σας και εσείς διαμαρτυρηθείτε, στο τέλος θα καταφέρει να σας κάνει να νιώσετε ενοχές που τον κατηγορήσατε.

Φόβος εγγύτητας

Τα άτομα αυτά έχουν μεγάλη δυσκολία, αν όχι ανικανότητα, να εμπιστευθούν κάποιον. Διατηρούν τις όποιες σχέσεις τους σε ένα τυπικό και πιο απρόσωπο επίπεδο. Στις ερωτικές τους σχέσεις, κάνουν σεξ και όχι έρωτα. Εάν νιώσουν πως ο/η σύντροφός τους τείνει να γίνει σημαντικός/ή για αυτούς, αποσύρονται και κλείνονται στον εαυτό τους, χρησιμοποιώντας την αποχή από την ερωτική ζωή ή το σεξ ως τιμωρία.

Φόβος εξάρτησης

Τα παθητικά-επιθετικά άτομα φοβούνται, συνηθέστατα, τη συναισθηματική εξάρτηση από τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα φοβούνται και τη μοναξιά. Ο τρόπος που προσπαθούν να διαχειριστούν την αντίφαση αυτή είναι η αντιστάθμιση αυτού του φόβου εξάρτησης με τον έλεγχο των άλλων ώστε να νιώσουν πως είναι αυτόνομα και αυτάρκη και πως δεν έχουν την ανάγκη κανενός. Η εξάρτησή τους αλλάζει απλά προσωπείο και από συναισθηματική εξάρτηση μετατρέπεται σε εξάρτηση της ύπαρξης άλλων που να μπορούν ή που θα πρέπει να ελέγχονται.

Ναρκισσισμός και παθητική επιθετικότητα

Παρόλο που τα άτομα με ναρκισσιστική διαταραχή μπορεί να εμφανίσουν, ως γνωστό, πολύ βίαιες εκρήξεις οργής, την αποκαλούμενη «ναρκισσιστική οργή», είναι, κατά βάση, στην πλειοψηφία τους άτομα παθητικά επιθετικά. Εάν θέλουμε να βρούμε τυπικά χαρακτηριστικά παθητικής επιθετικότητας, θα τα εντοπίσουμε ευκολότερα σε ένα άτομο με ναρκισσιστική διαταραχή. Αυτό δεν σημαίνει πως όλα τα παθητικά επιθετικά άτομα είναι άτομα με ναρκισσιστική ή με κάποια άλλη διαταραχή προσωπικότητας.

Η παθητική επιθετικότητα είναι, στην ουσία, μία μορφή ψυχικής κακοποίησης που, όμως, είναι αρκετά δύσκολο να αναγνωριστεί, από τη στιγμή που εκφράζεται μασκαρεμένα και υποδόρια. Οι αμυντικοί μηχανισμοί μας προφυλάσσουν, συνήθως, από ενδοψυχικές συγκρούσεις και συναισθηματικά δυσάρεστες καταστάσεις, αλλά, μερικές φορές, δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα και δυσκολίες σε σχέση με τον περίγυρο. Η παθητική επιθετικότητα δημιουργεί, συχνά, προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις, και, στην περίπτωση που η ενεργοποίησή της είναι συχνή, τότε μιλάμε για «στοιχείο χαρακτήρα ή προσωπικότητας».

Ζήλια και παθητική επιθετικότητα

Τα αισθήματα ζήλειας πηγαίνουν, συνήθως, χέρι-χέρι με την παθητική επιθετικότητα για τον εξής απλό λόγο. Οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν να δείξουν ανοιχτά και άμεσα τα αισθήματα ζήλειας που βιώνουν, από τη στιγμή που αυτά δεν είναι κοινωνικά αποδεκτά. Ως εκ τούτου και αντ΄αυτών, τα άτομα που επιδεικνύουν παθητική επιθετική συμπεριφορά αρχίζουν να ενοχοποιούν, να ελέγχουν, να κατηγορούν και να υποτιμούν τον/την σύντροφό τους ή το όποιο άλλο άτομο ζηλεύουν ή φθονούν. Συχνοί είναι, επίσης, οι έμμεσοι τρόποι τιμωρίας του άλλου, για παράδειγμα, διαμέσου της σιωπής.

Συνοσηρότητα

Η παθητική επιθετικότητα μπορεί να συνυπάρχει ταυτόχρονα και με άλλου τύπου ψυχικές καταστάσεις/διαταραχές όπως:
  • Αγχώδεις διαταραχές
  • Κατάθλιψη
  • Αυτοκτονικές σκέψεις ή αυτοκτονική συμπεριφορά
  • Χρήση ουσιών
  • Σχιζοφρένεια
  • Διπολική διαταραχή
  • Μαθησιακές δυσκολίες ή διάσπαση προσοχής
  • Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας
Θεραπευτική αντιμετώπιση

Υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές σχολές και κατευθύνσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως η παθητική επιθετικότητα, με τρόπο ανάλογο της θεωρητικής και κλινικής τους προσέγγισης. Η προσέγγιση στην οποία θα αναφερθώ, στη συνέχεια, είναι αυτή της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας που θεωρεί, γενικώς, πως μη προσαρμοστικά στοιχεία προσωπικότητας, όπως η παθητική επιθετική συμπεριφορά, αποτελούν επανάληψη τρόπου συμπεριφοράς που κάποτε είχε λόγο ύπαρξης για το άτομο, στο πλαίσιο των οικογενειακών εμπειριών της παιδικής του ηλικίας. Η θεραπεία περιλαμβάνει τον εντοπισμό και την αναγνώριση αυτών των επαναλαμβανομένων προτύπων, καθώς και την κατανόηση από που προέρχονται και γιατί συνεχίζονται, και την αναγνώριση αυτών των επαναλαμβανομένων προτύπων, καθώς και την κατανόηση από που προέρχονται και γιατί συνεχίζονται.

Επιμέρους θεραπευτικοί στόχοι μπορεί να είναι οι εξής:
  • Ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.
  • Βελτίωση της ικανότητας του ατόμου να εκφράζει «αρνητικά» αισθήματα, όπως ο θυμός.
  • Βελτίωση της ικανότητας του ατόμου για άμεση εμπλοκή σε τυχόν συγκρούσεις.
  • Ανάπτυξη πιο ουδέτερων συναισθημάτων απέναντι σε άλλους, ιδιαίτερα σε άτομα που εκπροσωπούν εξουσία ή που θεωρούνται πιο τυχερά ή ευνοούμενα.
  • Διαμόρφωση πιο ρεαλιστικών προσδοκιών από τον ίδιο τον εαυτό, τους άλλους και τις διαπροσωπικές σχέσεις, γενικότερα.
  • Αντιμετώπιση «αρνητικών» αισθημάτων και αντιλήψεων, και εκμάθηση τρόπων με τη βοήθεια των οποίων να βιώνονται πιο αντικειμενικά ή ουδέτερα.
  • Αποτελεσματική αντιμετώπιση και επίλυση παλαιότερων διαπροσωπικών συγκρούσεων.
  • Βελτίωση του αισθήματος αυτοελέγχου και μείωση των αισθημάτων απελπισίας.
  • Εξάλειψη ή μείωση των αυτοκτονικών σκέψεων, εφόσον υπάρχουν.

Η μαθηματική εξίσωση που περιγράφει το αυγό

Τα αυγά πλέον εκτός από εξαιρετική γεύση και θέση στην καθημερινότητά μας έχουν και τον δικό τους μαθηματικό τύπο.

Επιστήμονες με βάση Πανεπιστήμιο του Κεντ στην Αγγλία, με πρόσφατη δημοσίευσή τους στην επιστημονική επιθεώρηση Annals of the New York Academy of Sciences, παρουσίασαν τον μαθηματικό τύπο ο οποίος μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια το σχήμα κάθε ξεχωριστού αυγού.

Η «μαγική» εξίσωση

Η μελέτη του συγκεκριμένου σχήματος αποτελεί μία πρόκληση για τους επιστήμονες εδώ και πολλά χρόνια, αφού το αυγό είναι αρκετά μεγάλο για να χωρέσει ένα έμβρυο, αρκετά μικρό για να μπορέσει να βγει από το σώμα ενός οργανισμού και παράλληλα επιτρέπει την κατάλληλη διαμόρφωση ώστε να αντέχει σε πιέσεις. Όχι άδικα λοιπόν έχει χαρακτηριστεί ως το «τέλειο σχήμα»! Μέχρι πρότινος, για να χαρακτηρίσουν όλα τα σχήματα των αυγών, οι μαθηματικοί αναφέρονταν στη σφαίρα, το ελλειψοειδές, το ωοειδές ή ακόμη και το αχλαδόμορφο σχήμα, σχήματα δηλαδή τα οποία μπορούν να περιγραφούν με ακρίβεια χρησιμοποιώντας μαθηματικούς τύπους. Δεν υπήρχε όμως ένα σχήμα το οποίο να αφορά αποκλειστικά το σχήμα του αυγού. Οι ερευνητές τώρα ανέπτυξαν μία εξίσωση, η οποία εάν συνδυαστεί με τον μαθηματικό τύπο του ωοειδούς σχήματος, περιγράφει με ακρίβεια όλες τις πιθανές γεωμετρικές μορφές ενός αυγού. Αρκεί κανείς να προσθέσει στην εξίσωση τέσσερις παραμέτρους: μήκος και το πλάτος του αυγού, την απόκλιση από τον οριζόντιο άξονα και τη διάμετρο ενός συγκεκριμένου τεταρτημορίου του αυγού.

Πολύτιμη ανακάλυψη

Η ανακάλυψη του συγκεκριμένου μαθηματικού τύπου είναι πολύτιμη για τους βιολόγους ώστε αυτοί να κατανοήσουν περαιτέρω τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το αυγό. Επιπλέον, ένα πεδίο στο οποίο ο μαθηματικός τύπος ενδέχεται να αποδειχθεί πολύτιμος είναι η μηχανική, αφού πλέον θα μπορούν να κατασκευαστούν λεπτά δοχεία τα οποία θα έχουν το σχήμα του αυγού που ενδεχομένως να είναι πιο ανθεκτικά από σφαιρικά δοχεία. «Ανυπομονούμε να δούμε την εφαρμογή αυτής της εξίσωσης σε όλους τους κλάδους, από την τέχνη μέχρι την τεχνολογία, από την αρχιτεκτονική μέχρι τη γεωργία», σημείωσε σε σχετικές δηλώσεις της η πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης Βαλερί Νάρουσιν, καταλήγοντας ότι «η ανακάλυψη αυτή αναδεικνύει για ποιον λόγο η συνεργασία ερευνητών από διαφορετικά επιστημονικά πεδία είναι σημαντική».

Επίκουρος: Θυμάμαι τις ωραίες συζητήσεις μας

«Αυτή την ευτυχισμένη μέρα και συνάμα την τελευταία της ζωής μου σου γράφω αυτό το γράμμα. Η δυσουρία και οι πόνοι που συνοδεύουν τη δυσεντερία δεν απέχουν από την υπερβολή του μεγέθους τους. Αλλά σε όλα αυτά αντιπαραβάλλω τη χαρά της ψυχής (τὸ κατὰ ψυχὴν χαῖρον) μου όταν αναθυμούμαι τις περασμένες συζητήσεις μας.»
Επίκουρος, Επιστολή προς Ιδομενέα (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 10.22)

Τι περιέχει ο απολογισμός της ζωής μας; Τι απομένει όταν ένας άνθρωπος φτάνει στο τέλος της ζωής του; Το τώρα ή το τότε; Όταν ο Επίκουρος γράφει την τελευταία επιστολή στον Ιδομενέα έχει συναίσθηση του τέλους του. Πεθαίνει. Δεν μπορεί παρά να είναι συνεπής. Τόσα χρόνια δίδασκε την αποφυγή του φόβου, συμπεριλαμβανομένου του φόβου του θανάτου, που όλοι θα αισθανθούν. Ο ίδιος δεν δειλιάζει, αντιθέτως. Αντλεί δύναμη από τις αναμνήσεις του. «Θυμάμαι τις συζητήσεις μας». Αυτό μένει.

Οι πιο ευχάριστες στιγμές είναι αυτές που ζήσαμε με άλλους. Με τους φίλους. Χωρίς εκείνους η ζωή (αυτό το σύντομο πέρασμα από τη γέννηση στον θάνατο) δεν μπορεί να είναι ηδονική. Η συνειδησιακή μέθεξή μας στην ηδονή απαιτεί να τη μοιραστούμε. Και η φιλία είναι μέρος της ηδονής. Ζούμε με τους άλλους. Ας τους επιλέξουμε λοιπόν.

Ο Επίκουρος είχε φίλους. Πολλούς φίλους. Ο Επικούρειος κήπος, η σχολή που ίδρυσε ο Επίκουρος, στηρίχτηκε εκεί. Τη στιγμή που οι άλλοι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να οικοδομήσουν στέρεες σχολές σε μια Αθήνα που έβραζε φιλοσοφικά, ο Επίκουρος δίνει τη δική του προοπτική. Μόνο όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν αυτό που έχτισε (και είναι βέβαιος για τη στεγανότητα της φιλοσοφίας του), όσοι ασπάζονται τα κηρύγματά του, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής, μπορούν να γίνουν φίλοι. Μεταξύ τους και με τον ίδιο.

Εκεί που ο Πλάτωνας οραματίζεται την ιδανική Πολιτεία, εκεί που ο Αριστοτέλης εξετάζει τα πολιτεύματα, εκεί που ο Ζήνωνας προτείνει τη συμβίωση των αγαθών ανθρώπων ο Επίκουρος καινοτομεί. Δεν μένει στη θεωρία. Περνά στην πράξη και δημιουργεί μια κοινότητα φίλων. Ο Κήπος, ένα όραμα του Επίκουρου που έγινε πραγματικότητα, υπάρχει και σήμερα. Αντικατοπτρίζει τον εαυτό μας. Πώς θέλουμε να περάσουμε τον σύντομο βίο μας; Με θεωρίες ή με πράξεις; Μόνοι ή με φίλους; Οι συζητήσεις με φίλους είναι για τον ίδιο η μεγαλύτερη ηδονή. Η απόκτηση φίλων είναι το μέγιστο αγαθό (Κύρια Δόξα 27). Ο Στωικός Σενέκας συμφωνεί και παραθέτει τον Επίκουρο στον Λουκίλιο:

«Αντί, λέει [ο Επίκουρος], να παρατηρείς τι τρως και πίνεις, πρέπει να προσέχεις με ποιους τρως και πίνεις. Επειδή το γεύμα χωρίς φίλους είναι σαν τη ζωή ενός λιονταριού ή λύκου (Nam sine amico visceratio leonis ac lupi vita est).»
Σενέκας, Ηθικές Επιστολές 19.10

Ποιος θα επέλεγε να ζει χωρίς αναμνήσεις; Ο Επίκουρος προκρίνει την αναπόληση ευτυχισμένων στιγμών στο τέλος της ζωής του. Το παρόν βιώνεται μέσα από το παρελθόν. Θυμόμαστε τη ζωή μας. Ειδικά στο τέλος. Το αν ήταν μεγάλη ή μικρή εξαρτάται όχι από το πόσο ζήσαμε αλλά από το πώς ζήσαμε. Ο χρόνος δεν είναι ο ίδιος για όλους. Ως μέγεθος της φυσικής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως τα υπόλοιπα. Είναι στενά συνδεδεμένος με την ύπαρξή μας. Είναι η ζωή μας. Ο Επίκουρος επαναφέρει τον βιολογικό, υποκειμενικό χρόνο του ατόμου στη φιλοσοφία. Η μέτρηση του χρόνου, του προσωπικού μας χρόνου εναπόκειται στα βιώματά μας. Οι μέρες και οι νύχτες, οι μήνες και τα χρόνια δεν είναι ίδια για όλους. Ο Επίκουρος εξηγεί στον Ηρόδοτο:

«Και πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά και αυτό· τον χρόνο δεν πρέπει να τον ερευνήσουμε όπως τις υπόλοιπες ιδιότητες, που αναζητούμε σε ένα υποκείμενο, ανάγοντάς τις σε έννοιες (προλήψεις) που είναι ιδωμένες από πριν, αλλά πρέπει να υπολογίζουμε την καθαρή εμπειρία μας (ἐνάργημα), σύμφωνα με την οποία αποκαλούμε τον χρόνο πολύ ή λίγο. Αυτό δεν χρειάζεται απόδειξη αλλά τη σκέψη ότι τις μέρες και τις νύχτες τις συνδέουμε με τα μέρη τους, και με τον ίδιο τρόπο με τα συναισθήματα (πάθη) ή την έλλειψή τους, και με την κίνηση και τη στάση, μελετώντας το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό (σύμπτωμα) με το οποίο ονομάζουμε τον χρόνο.»
Επίκουρος, Επιστολή προς Ηρόδοτο (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 72-73)

Ο χρόνος μας ανήκει, είναι δικός μας, το πώς θα το επιμηκύνουμε ή θα τον συρρικνώσουμε εξαρτάται από το πώς ζούμε το παρόν. Οι αναμνήσεις είναι η ζωή μας, καθώς το παρελθόν μετουσιώνεται σε διαρκές παρόν, χωρίς στιγμές πόνου. Ο παρελθοντικός χρόνος δεν αλλάζει. Είναι η ζωή που ζήσαμε. Μέσα από τις αναμνήσεις μας ξαναβρίσκουμε τον χαμένο χρόνο. Η γεύση της μαντλέν μένει για πάντα στον ουρανίσκο για να μας θυμίζει ότι ζήσαμε. Ο θάνατος παύει να είναι φοβερός, «είναι ένα τίποτε», επειδή ζήσαμε ηδονικά και ευδαίμονα.

ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - Σαν ένας μουσικός

Αν κάποιο κλαδί αποκοπεί από το συνεχόμενό του, δεν μπορεί να μην αποκοπεί από όλο το φυτό. Έτσι λοιπόν και ο άνθρωπος, αν αποσπαστεί από κάποιον άλλο, τότε έχει αποσπαστεί από την κοινωνία ολόκληρη. Το κλαδί, ωστόσο, άλλος το κόβει. Αντίθετα, ο άνθρωπος, που μισεί και αποστρέφεται το συνάνθρωπό του, αποχωρίζεται από τον πλησίον του, αγνοώντας όμως ότι συγχρόνως έχει αποκοπεί και από την πολιτεία ολόκληρη. Όμως, η πολιτεία είναι δώρο του Δία που την συνέστησε. Μπορούμε όμως να συνδεθούμε ξανά με τον πλησίον μας και να γίνουμε πάλι συμπληρωματικό μέρος του συνόλου. Αν, όμως, μια τέτοια αποκοπή επαναλαμβάνεται συχνά, τότε αυτό συνεπάγεται το τμήμα που αποκόπτεται με δυσκολία πλέον να ενώνεται και να αποκαθίσταται εκ νέου. Σε γενικές γραμμές, όμως, το κλαδί, που βλάστησε αρχικά και μεγάλωσε συνενωμένο με το φυτό του, δεν είναι όμοιο με το κλαδί που εμβολιάστηκε αμέσως μετά την αποκοπή του, παρά την αντίθετη άποψη των καλλιεργητών.

Να μεγαλώνεις μαζί με το φυτό, να μην ακολουθείς όμως τις ίδιες δοξασίες.

Σαν ένας μουσικός

Πρώτη έκπληξη ανοίγοντας το βιβλίο του Μάρκου Αυρηλίου: είναι γραμμένο στα αρχαία ελληνικά. Περισσότερο από τριακόσια χρόνια μετά την πολιτική εμφάνιση της Ελλάδας, ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας διαβάζει, σπουδάζει και γράφει σ’ αυτή τη γλώσσα. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά είναι παντελώς άχρηστο στο μέτωπο της Μοραβίας. Δεν χρησιμεύει στη διακυβέρνηση της Ρώμης, στην καθοδήγηση των στρατευμάτων, στην αντιμετώπιση των μηχανορραφιών, δεν χρησιμεύει ούτε καν για να γνωρίσεις καλύτερα τη νομολογία, τόσο δυσκολομάθητη για έναν νεαρό καίσαρα. Η γλώσσα του Πλάτωνος δεν είναι χρήσιμη για τα καθήκοντα του αυτοκράτορα, αλλά μόνον για εκείνα του ανθρώπου -σπουδαιότερο στα μάτια του Μάρκου Αυρηλίου. Δεν σε μαθαίνει να βασιλεύεις στην Αυτοκρατορία, αλλά να κυβερνάς τον εαυτό σου. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά σημαίνει πως συνδέεσαι σ’ ένα δίκτυο του οποίου οι κόμβοι ονομάζονται Σωκράτης, Ηράκλειτος και Επίκτητος. Σημαίνει να εμβαθύνεις στη φιλοσοφία, να ανακαλύψεις ότι η πιο τολμηρή πλοηγία είναι εκείνη του πνεύματος. Σημαίνει να μεταχειρίζεσαι μια γλώσσα που χρησιμεύει για να μιλάς στον εαυτό σου, για να χρησιμοποιήσουμε έναν από τους πολυάριθμους τίτλους που δόθηκαν στα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου.*

Δεύτερη έκπληξη: αυτό το βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο τουλάχιστον όπως συνήθως το εννοούμε. Ο Μάρκος Αυρήλιος δεν γράφει για να διηγηθεί μια ιστορία ούτε για να εκθέσει κάποια θεωρία. Απλώς θέλει να θυμηθεί κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες, να προετοιμαστεί για μια εργάσιμη μέρα, όπως ένας δρομέας που ασκείται ή ένας μουσικός της τζαζ που αυτοσχεδιάζει. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι νότες αλλά η μουσική, η κατάσταση συνειδητότητας στην οποία σε βυθίζει και σε συντηρεί η άσκηση. Ένα τέτοιο έργο δεν είναι φτιαγμένο για να μαθαίνεις, αλλά για να ασκείσαι, να προοδεύεις και να ζεις.

Ανάμεσα στις αρχές που πρέπει κανείς να θυμάται καθημερινά, ο Μάρκος Αυρήλιος επιμένει στη σχέση που μας ενώνει με τους άλλους και με το σύμπαν. Η αλήθεια του καθενός δεν βρίσκεται μέσα του αλλά στους ομοίους του. Ο άνθρωπος δεν γίνεται και δεν παραμένει ο ίδιος παρά μόνο μέσω της επαφής του με τους άλλους ανθρώπους, όχι γενικά με τους ανθρώπους, αλλά με εκείνους που θα συναντήσει στη διάρκεια μιας ημέρας, για λίγα δευτερόλεπτα, για μια συνάντηση ή μια σύσκεψη. Ας μην είμαστε αποκομμένοι από εκείνους με τους οποίους ζούμε: τα πρόσωπα τα πιο κοντινά μας είναι τα πιο δύσκολα να δούμε - και από την άποψη της ηθικής η τύφλωση αρχίζει με την πρεσβυωπία. Ας μην ξεκόβουμε από τους ενδεείς: με το πέρασμα του χρόνου, το πέπλο της κοινωνικής αυταπάτης σχίζεται και ο δούλος Επίκτητος είναι το ίδιο σημαντικός με τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Ας μην ξεκόβουμε από τους ξένους: θα πάψουν να μας φαίνονται ξένοι, όταν ζήσουμε μαζί τους. Ας μην ξεκόψουμε από τους Έλληνες: έχουν εφεύρει τον άνθρωπο.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

6.3. Τι είναι η σοφιστική κίνηση;


Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.

Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.

Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.

Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.

Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στη ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.

Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a). Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c). Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.

Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» - οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (343-390)

ΝΕ. ἦλθόν με νηὶ ποικιλοστόλῳ μέτα
δῖός τ᾽ Ὀδυσσεὺς χὡ τροφεὺς τοὐμοῦ πατρός,
345 λέγοντες, εἴτ᾽ ἀληθὲς εἴτ᾽ ἄρ᾽ οὖν μάτην,
ὡς οὐ θέμις γίγνοιτ᾽, ἐπεὶ κατέφθιτο
πατὴρ ἐμός, τὰ πέργαμ᾽ ἄλλον ἢ ᾽μ᾽ ἑλεῖν.
ταῦτ᾽, ὦ ξέν᾽, οὕτως ἐννέποντες οὐ πολὺν
χρόνον μ᾽ ἐπέσχον μή με ναυστολεῖν ταχύ,
350 μάλιστα μὲν δὴ τοῦ θανόντος ἱμέρῳ,
ὅπως ἴδοιμ᾽ ἄθαπτον· οὐ γὰρ εἰδόμην·
ἔπειτα μέντοι χὡ λόγος καλὸς προσῆν,
εἰ τἀπὶ Τροίᾳ πέργαμ᾽ αἱρήσοιμ᾽ ἰών.
ἦν δ᾽ ἦμαρ ἤδη δεύτερον πλέοντί μοι,
355 κἀγὼ πικρὸν Σίγειον οὐρίῳ πλάτῃ
κατηγόμην· καί μ᾽ εὐθὺς ἐν κύκλῳ στρατὸς
ἐκβάντα πᾶς ἠσπάζετ᾽, ὀμνύντες βλέπειν
τὸν οὐκέτ᾽ ὄντα ζῶντ᾽ Ἀχιλλέα πάλιν.
κεῖνος μὲν οὖν ἔκειτ᾽· ἐγὼ δ᾽ ὁ δύσμορος,
360 ἐπεὶ ᾽δάκρυσα κεῖνον, οὐ μακρῷ χρόνῳ
ἐλθὼν Ἀτρείδας πρὸς φίλους, ὡς εἰκὸς ἦν,
τά θ᾽ ὅπλ᾽ ἀπῄτουν τοῦ πατρὸς τά τ᾽ ἄλλ᾽ ὅσ᾽ ἦν.
οἳ δ᾽ εἶπον, οἴμοι, τλημονέστατον λόγον,
ὦ σπέρμ᾽ Ἀχιλλέως, τἄλλα μὲν πάρεστί σοι
365 πατρῷ᾽ ἑλέσθαι, τῶν δ᾽ ὅπλων κείνων ἀνὴρ
ἄλλος κρατύνει νῦν, ὁ Λαέρτου γόνος.
κἀγὼ δακρύσας εὐθὺς ἐξανίσταμαι
ὀργῇ βαρείᾳ, καὶ καταλγήσας λέγω,
ὦ σχέτλι᾽, ἦ ᾽τολμήσατ᾽ ἀντ᾽ ἐμοῦ τινι
370 δοῦναι τὰ τεύχη τἀμά, πρὶν μαθεῖν ἐμοῦ;
ὁ δ᾽ εἶπ᾽ Ὀδυσσεύς, πλησίον γὰρ ὢν κυρεῖ,
ναί, παῖ, δεδώκασ᾽ ἐνδίκως οὗτοι τάδε·
ἐγὼ γὰρ αὔτ᾽ ἔσωσα κἀκεῖνον παρών.
κἀγὼ χολωθεὶς εὐθὺς ἤρασσον κακοῖς
375 τοῖς πᾶσιν, οὐδὲν ἐνδεὲς ποιούμενος,
εἰ τἀμὰ κεῖνος ὅπλ᾽ ἀφαιρήσοιτό με.
ὃ δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἥκων, καίπερ οὐ δύσοργος ὤν,
δηχθεὶς πρὸς ἁξήκουσεν ὧδ᾽ ἠμείψατο·
οὐκ ἦσθ᾽ ἵν᾽ ἡμεῖς, ἀλλ᾽ ἀπῆσθ᾽ ἵν᾽ οὔ σ᾽ ἔδει.
380 καὶ ταῦτ᾽, ἐπειδὴ καὶ λέγεις θρασυστομῶν,
οὐ μή ποτ᾽ ἐς τὴν Σκῦρον ἐκπλεύσῃς ἔχων.
τοιαῦτ᾽ ἀκούσας κἀξονειδισθεὶς κακὰ
πλέω πρὸς οἴκους, τῶν ἐμῶν τητώμενος
πρὸς τοῦ κακίστου κἀκ κακῶν Ὀδυσσέως.
385 κοὐκ αἰτιῶμαι κεῖνον ὡς τοὺς ἐν τέλει·
πόλις γάρ ἐστι πᾶσα τῶν ἡγουμένων
στρατός τε σύμπας· οἱ δ᾽ ἀκοσμοῦντες βροτῶν
διδασκάλων λόγοισι γίγνονται κακοί.
λόγος λέλεκται πᾶς· ὁ δ᾽ Ἀτρείδας στυγῶν
390 ἐμοί θ᾽ ὁμοίως καὶ θεοῖς εἴη φίλος.

***
ΝΕΟ. Ήρθαν με κοκκινόπλωρο καράβι
ο άρχοντας ο Οδυσσέας μαζί κι ο γέρος
ο τροφός του πατέρα μου στη Σκύρο
να με ζητήσουν λέγοντας, ή αλήθεια
ή έτσι του βρόντου, πως δε θα γενόνταν,
μια κι ο πατέρας μου έλειψε, να πάρει
άλλος κανείς έξω από με την Τροία.
Αυτά και τέτοια ακούοντας, δεν ήταν
και πολύ που χρειάστηκε να πάρω
αμέσως την απόφαση, προπάντων
350 απ᾽ τη λαχτάρα που είχα, πριν τον θάψουν,
να ιδώ τον πεθαμένο μου πατέρα,
που δεν τον είχα ζωντανό γνωρίσει·
μα εκτός αυτό, καλός ήταν κι ο λόγος
να πάω να πάρω εγώ της Τροίας τα κάστρα.
Κι έτσι αφού κάμαμε πανιά, την άλλη
μέρα στο Σίγειο το πικρό είχα κιόλας
αράξει κι άμα βγήκα, ο στρατός όλος
μ᾽ ανοιχτές με τριγύρισαν αγκάλες
κι ορκίζονταν πως έβλεπαν τον ίδιο
τον Αχιλλέα ξαναζωντανεμένο·
μα εκείνος κείτονταν νεκρός και γω,
360 αφού τον έκλαψα ο άμοιρος, πηγαίνω
σε λίγες μέρες στους Ατρείδες, όπως
σε φίλους φυσικά, να τους ζητήσω
του πατέρα μου τ᾽ άρματα κι ό,τι άλλο
ήταν δικό του· πού να βάλει ο νους μου
πως θ᾽ άκουα τέτοια ξεσκισμένα λόγια;
«Γιε του Αχιλλέα, όλα τ᾽ άλλα πού ηταν
του πατέρα σου, πάρ᾽ τα, είναι δικά σου·
μα εκείνη την αρματωσιά του τώρα
άλλος, του Λαέρτη ο γιος εξουσιάζει.»
Μα εμένα βούρκωσαν τα μάτια· επάνω
πετιούμαι ευτύς, βαρύ θυμό γιομάτος,
κι «Άθλιοι» τους λέγω «κι έχετε στ᾽ αλήθεια
τολμήσει, τα όπλα τα δικά μου σ᾽ άλλον
αντίς εμέ να δώσετε και δίχως
370 πριν καν να με ρωτήσετε και μένα;»
Κι ο Οδυσσέας παρών εκεί μου λέει:
«Μάλιστα, νέε, μου τα ᾽χουν δώσει μ᾽ όλο
το δίκιο, γιατ᾽ εγώ με τα δικά μου
τα χέρια τα ᾽σωσα κι αυτά και κείνον.»
Μ᾽ άφρισα εγώ κι ευτύς σού τον αρχίζω
μ᾽ όλες του κόσμου τις βρισιές, χωρίς
καμιά ν᾽ αφήσω, που καλά και σώνει
θα μου ᾽παιρνε τ᾽ άρματα τα δικά μου.
Κι αυτός, σαν έφτασε ως εκεί το πράμα,
κεντημένος μ᾽ όσα άκουσε, αν και ξέρει
να κρατά το θυμό, μου απάντησ᾽ έτσι:
«Δεν ήσουν όπου εμείς, μα έλειπες όπου
380 δεν έπρεπε· μ᾽ αφού το θράσος έχεις
και να μιλάς, ποτέ δε θα γυρίσεις
με τα όπλ᾽ αυτά, και ξέρε το, στη Σκύρο.»
Έτσι λοιπόν εγώ, μετά ᾽πό τέτοιες
προσβολές και βρισιές, γυρίζω τώρα
στην πατρίδα μου πίσω, στερημένος
χτήμα δικό μου απ᾽ τον κακόψυχο
και κακής φάρας γέννημα Οδυσσέα.
Μα πάλι τόσο και μ᾽ αυτόν δεν τα ᾽χω,
όσο με εκείνους που ᾽ναι η εξουσία·
γιατ᾽ είναι αυτοί το παν στην πολιτεία
και σ᾽ όλο το στρατό· κι όσοι απ᾽ τους άλλους
παραστρατούν, με το παράδειγμά τους
να γίνουνται κι αυτοί κακοί μαθαίνουν.
Είπα όλα που είχα· κι όποιος τους Ατρείδες
εχθρεύεται, είθε τόσο και δικός μου
390 φίλος να ᾽ναι καθώς και των θεών.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (6.237-6.310)

Ἕκτωρ δ᾽ ὡς Σκαιάς τε πύλας καὶ φηγὸν ἵκανεν,
ἀμφ᾽ ἄρα μιν Τρώων ἄλοχοι θέον ἠδὲ θύγατρες
εἰρόμεναι παῖδάς τε κασιγνήτους τε ἔτας τε
240 καὶ πόσιας· ὁ δ᾽ ἔπειτα θεοῖς εὔχεσθαι ἀνώγει
πάσας ἑξείης· πολλῇσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπτο.
Ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Πριάμοιο δόμον περικαλλέ᾽ ἵκανε,
ξεστῇς αἰθούσῃσι τετυγμένον —αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
πεντήκοντ᾽ ἔνεσαν θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
245 πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ παῖδες
κοιμῶντο Πριάμοιο παρὰ μνηστῇς ἀλόχοισι·
κουράων δ᾽ ἑτέρωθεν ἐναντίοι ἔνδοθεν αὐλῆς
δώδεκ᾽ ἔσαν τέγεοι θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ γαμβροὶ
250 κοιμῶντο Πριάμοιο παρ᾽ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν.
ἔνθα οἱ ἠπιόδωρος ἐναντίη ἤλυθε μήτηρ
Λαοδίκην ἐσάγουσα, θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην·
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«τέκνον, τίπτε λιπὼν πόλεμον θρασὺν εἰλήλουθας;
255 ἦ μάλα δὴ τείρουσι δυσώνυμοι υἷες Ἀχαιῶν
μαρνάμενοι περὶ ἄστυ· σὲ δ᾽ ἐνθάδε θυμὸς ἀνῆκεν
ἐλθόντ᾽ ἐξ ἄκρης πόλιος Διὶ χεῖρας ἀνασχεῖν.
ἀλλὰ μέν᾽, ὄφρα κέ τοι μελιηδέα οἶνον ἐνείκω,
ὡς σπείσῃς Διὶ πατρὶ καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισι
260 πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὐτὸς ὀνήσεαι, αἴ κε πίῃσθα.
ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει,
ὡς τύνη κέκμηκας ἀμύνων σοῖσιν ἔτῃσι.»
Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«μή μοι οἶνον ἄειρε μελίφρονα, πότνια μῆτερ,
265 μή μ᾽ ἀπογυιώσῃς μένεος, ἀλκῆς τε λάθωμαι·
χερσὶ δ᾽ ἀνίπτοισιν Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον
ἅζομαι· οὐδέ πῃ ἔστι κελαινεφέϊ Κρονίωνι
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον εὐχετάασθαι.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
270 ἔρχεο σὺν θυέεσσιν, ἀολλίσσασα γεραιάς·
πέπλον δ᾽, ὅς τίς τοι χαριέστατος ἠδὲ μέγιστος
ἔστιν ἐνὶ μεγάρῳ καί τοι πολὺ φίλτατος αὐτῇ,
τὸν θὲς Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
καί οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
275 ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ
ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα,
αἴ κεν Τυδέος υἱὸν ἀπόσχῃ Ἰλίου ἱρῆς,
ἄγριον αἰχμητήν, κρατερὸν μήστωρα φόβοιο.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
280 ἔρχευ, ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι, ὄφρα καλέσσω,
αἴ κ᾽ ἐθέλῃσ᾽ εἰπόντος ἀκουέμεν· ὥς κέ οἱ αὖθι
γαῖα χάνοι· μέγα γάρ μιν Ὀλύμπιος ἔτρεφε πῆμα
Τρωσί τε καὶ Πριάμῳ μεγαλήτορι τοῖό τε παισίν.
εἰ κεῖνόν γε ἴδοιμι κατελθόντ᾽ Ἄϊδος εἴσω,
285 φαίην κε φρέν᾽ ἀτέρπου ὀϊζύος ἐκλελαθέσθαι.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡ δὲ μολοῦσα ποτὶ μέγαρ᾽ ἀμφιπόλοισι
κέκλετο· ταὶ δ᾽ ἄρ᾽ ἀόλλισσαν κατὰ ἄστυ γεραιάς.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,
ἔνθ᾽ ἔσαν οἱ πέπλοι παμποίκιλα ἔργα γυναικῶν
290 Σιδονίων, τὰς αὐτὸς Ἀλέξανδρος θεοειδὴς
ἤγαγε Σιδονίηθεν, ἐπιπλὼς εὐρέα πόντον,
τὴν ὁδὸν ἣν Ἑλένην περ ἀνήγαγεν εὐπατέρειαν·
τῶν ἕν᾽ ἀειραμένη Ἑκάβη φέρε δῶρον Ἀθήνῃ,
ὃς κάλλιστος ἔην ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος,
295 ἀστὴρ δ᾽ ὣς ἀπέλαμπεν· ἔκειτο δὲ νείατος ἄλλων.
βῆ δ᾽ ἰέναι, πολλαὶ δὲ μετεσσεύοντο γεραιαί.
Αἱ δ᾽ ὅτε νηὸν ἵκανον Ἀθήνης ἐν πόλει ἄκρῃ,
τῇσι θύρας ὤϊξε Θεανὼ καλλιπάρῃος,
Κισσηῒς ἄλοχος Ἀντήνορος ἱπποδάμοιο·
300 τὴν γὰρ Τρῶες ἔθηκαν Ἀθηναίης ἱέρειαν.
αἱ δ᾽ ὀλολυγῇ πᾶσαι Ἀθήνῃ χεῖρας ἀνέσχον·
ἡ δ᾽ ἄρα πέπλον ἑλοῦσα Θεανὼ καλλιπάρῃος
θῆκεν Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
εὐχομένη δ᾽ ἠρᾶτο Διὸς κούρῃ μεγάλοιο·
305 «πότνι᾽ Ἀθηναίη, ῥυσίπτολι, δῖα θεάων,
ἆξον δὴ ἔγχος Διομήδεος, ἠδὲ καὶ αὐτὸν
πρηνέα δὸς πεσέειν Σκαιῶν προπάροιθε πυλάων,
ὄφρα τοι αὐτίκα νῦν δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
ἤνις ἠκέστας ἱερεύσομεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃς
310 ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα.»

***
Στες Σκαιές πύλες έφθασεν ο Έκτωρ και στο φράξον,
κι οι κόρες τον τριγύρισαν των Τρώων κι οι μητέρες
να μάθουν δια τα τέκνα των, τους αδελφούς, τους άνδρες
240 και συγγενείς· και δέησες προς τους θεούς να κάμουν
εις όλες είπε· αλλ᾽ έμελλαν πολλές ν᾽ αναστενάξουν.
Και ως έφθασε στο μέγαρο τ᾽ ωραίο του Πριάμου,
με σκαλισμένες αίθουσες κτισμένο, κι ήσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
245 όλοι κτισμένοι σύνεγγυς· και αυτού μέσα εκοιμόνταν
με τες μνηστές γυναίκες των οι παίδες του Πριάμου·
και απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος στην αυλήν, αντίκρυς, εις τ᾽ ανώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι εκτισθήκαν
δώδεκα σύνεγγυς και αυτοί· και αυτού πάλι εκοιμόνταν
250 με τες σεβάσμιες κόρες του οι αγαπητοί γαμβροί του,
κει τον απάντησ᾽ η αγαθή μητέρα οπού περνούσε
στην Λαοδίκην κόρην της στο κάλλος εξαισίαν·
το χέρι του ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησέ τον κι είπε:
«Τέκνον, πώς ήλθες κι άφησες τον άγριον αγώνα;
255 Οι επικατάρατοι Αχαιοί στενά μας περιορίζουν
κάτω απ᾽ τα τείχη· κι έρχεσαι, καθώς σου ᾽πε η καρδιά σου,
τα χέρια απ᾽ την ακρόπολιν να υψώσεις προς τον Δία.
Αλλ᾽ εδώ μείνε, όσο γλυκό κρασί να σου προσφέρω,
και να σπονδίσεις του Διός και όλων των αθανάτων,
260 και συ να λάβεις άνεσιν, αν το γευθείς ολίγο·
ενδυναμώνει το κρασί τον κατακουρασμένον,
ως είσαι συ, μαχόμενος να σώσεις τους δικούς σου».
Και ο μέγας της απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Μη μου προσφέρεις το γλυκό κρασί, σεπτή μητέρα,
265 και απολυθούν τα μέλη μου και χάσω την ανδρειά μου·
άνιφτος το γλυκό κρασί δεν χύνω εγώ στον Δία·
δεν γίνεται με αίματα και χώμα μολυσμένοι
να κάμομεν στον βροντητήν Κρονίδην τες ευχές μας.
Αλλά συ τες γερόντισσες πάρε σιμά σου και άμε
270 εις τον ναόν της Αθηνάς με αρώματα μαζί σου·
και απ᾽ όσους πέπλους διαλεκτούς στο δώμα σου φυλάγεις
τον μέγαν, τον λαμπρότερον, τον ακριβότερόν σου
στης καλοπλέξουδης θεάς τα γόνατα να θέσεις,
και δώδεκα να υποσχεθείς χρονιάρικες μοσχάρες
275 θυσίαν, ίσως η θεά να ελεηθεί θελήσει
την πόλιν, τες γυναίκες μας και τα μικρά παιδιά μας,
και απ᾽ την αγίαν Ίλιον μακρύνει τον Τυδείδην,
τον άγριον πολεμιστήν, δεινόν φυγής εργάτην.
Και στον ναόν της Αθηνάς συ πήγαινε, ω μητέρα,
280 κι εγώ τον Πάριν τώρα ευθύς θα εύρω να καλέσω,
αν θα μ᾽ ακούσει· ν᾽ άνοιγαν της γης τα βάθη εμπρός του!
Διότι ο Ζευς τον έτρεφε μέγα κακό στους Τρώας,
εις τον γενναίον Πρίαμον και εις όλα τα παιδιά του.
Τα μάτια μου αν τον έβλεπαν να κατεβεί στον Άδη,
285 θαρρώ πως όλοι θα ᾽παυαν οι πόνοι της ψυχής μου».
Τον άκουσε και πρόσταξε τες κόρες να συνάξουν
γύρωθεν τες γερόντισσες· κατέβη ωστόσο εκείνη
στον μυροβόλον θάλαμον, οπού πολλοί ήσαν πέπλοι,
έργα θαυμάσια γυναικών απ᾽ τα Σιδώνια μέρη,
290 οπόθεν ο θεόμορφος Αλέξανδρος τες πήρε,
τα πέλαγα όταν έσχιζεν εις το ταξίδι εκείνο,
οπού την λαμπρογέννητην ανέβαζεν Ελένην.
Και να προσφέρει της θεάς η Εκάβη εσήκωσ᾽ έναν
απ᾽ όλους τον πλατύτερον κι εξαίσια κεντημένον,
295 που ωσάν αστέρας έλαμπε και κάτω απ᾽ όλους ήταν·
και ως πήγαινε γερόντισσες πολλές ακολουθούσαν.
Και οπόταν στην ακρόπολιν και στον ναόν εφθάσαν,
η καλοπρόσωπη Θεανώ τούς άνοιξε την θύραν,
του Αντήνορος η ομόκλινη και κόρη του Κισσέως·
300 της Αθηνάς ιέρειαν την είχαν βάλ᾽ οι Τρώες·
και όλες με θρήνους ύψωσαν στην Αθηνά τα χέρια,
και η κᾳλοπρόσωπη Θεανώ τον πέπλον που της δώσαν
στης λαμπρομάλλας Αθηνάς τα γόνατ᾽ αποθέτει,
και προς την κόρην του Διός κεραυνοφόρου ευχήθη:
305 «Θεά θεών, ω Αθηνά, σωσίπολις, αγία,
του Διομήδη σύντριψε την λόγχην, και αυτόν κάμε
έμπροσθεν των Σκαιών πυλών, επίστομα να πέσει,
κι ευθύς θα λάβεις δώδεκα χρονιάρικες μοσχάρες,
αν ευδοκήσεις, ω θεά, να ελεηθείς την πόλιν
310 των Τρώων, τες γυναίκες των και τα μικρά παιδιά των».

Η λογική σκοτώνει τον Έρωτα

Ναι, φαίνεται να τα έχω με τον Αριστοτέλη, πολύ καιρό τώρα. Σκότωσε τη μαγεία και οδήγησε τον Δυτικό άνθρωπο σε μια μηχανιστική, εκτελεστική ύπαρξη. Φαίνεται όμως… γιατί είναι ένδειξη άγνοιας και ψεύτικης γνώσης, να βγάζεις τόσο εύκολα συμπεράσματα παιδιάστικα.

Θα ήθελα να τον συναντήσω, να του μιλήσω, να τον γνωρίσω, αν βρισκόταν εδώ σήμερα. Ίσως και ο ίδιος θα είχε αλλάξει πολλά από αυτά που είχε πει. Ίσως αν έβλεπε πώς οι άνθρωποι τα κατάλαβαν και τα ερμήνευσαν στη συνέχεια, να τα έλεγε διαφορετικά, να τα διόρθωνε ή ακόμα και να τα εξέλισσε. Ποιος ξέρει...

Αλήθεια, πόσο κουτό να πιστεύουμε ότι η αλήθεια είναι στατική και ότι αυτό που ίσχυε πριν από χιλιάδες χρόνια, μπορεί να ισχύει και σήμερα, αναλλοίωτο, αλλά κυρίως, ερμηνευμένο από οποιαδήποτε προσωρινή, περιοριστική, υποκειμενική αντίληψη! Αλλά, αυτό είναι ένα άλλο θέμα…

Διάφορα συμβάντα των τελευταίων ημερών, έφεραν στο προσκήνιο ένα θέμα, με συγχρονικότητα καταπληκτική, μέσα από μια νέα σύνθεση εννοιών, κρυμμένη από την επιφάνεια.

Τι είναι αυτό που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους; Τι είναι αυτό που μπορεί να τους κρατήσει αληθινά μαζί;

Ξέρω, έχουν γραφτεί πολλά, πληθώρα θεωριών έχουν αναπτυχθεί και ακόμα περισσότεροι κανόνες, συμβουλές, ψυχαναλύσεις, καθοδήγηση κλπ. Οι απορίες μου είναι πάντα απλές: γιατί ακόμα οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να ενώνονται πραγματικά, αληθινά, παρόλα αυτά; Οι απαντήσεις είναι πάντα, εξίσου απλές… Τα απλά, τα κάνει πολύ πολύπλοκα ο γραμμικός, περιοριστικός νους. Όμως...

Μόνο ο έρωτας ενώνει τους ανθρώπους!

Αλλά πόσο έχει παρανοηθεί, πόσο έχει αναλυθεί και εκπορνευθεί. Πόσο έχει παραποιηθεί και υποτιμηθεί! Πόσο εύκολα έχει καταντήσει να σημαίνει όλα όσα δεν είναι! Άλλοι τον κυνηγάνε, άλλοι έχουν παντελώς παραιτηθεί. Αμέτρητες πεποιθήσεις δειλίας εμποδίζουν την ανάδυσή του!

Είναι πολύ δύσκολο, ίσως αδύνατον στην πραγματικότητα, να γράψει κανείς για ένα θέμα που δεν χωράει σε κανένα άρθρο, σε κανένα βιβλίο, σε καμία ανάλυση, σε κανένα όριο και περιορισμό.

Οι μεγαλύτερες πλάνες όμως είναι οι εμφανέστερες και τις βλέπεις να παρουσιάζονται παντού: στα πρόσωπα, στον τρόπο ζωής, στις προτεραιότητες, στις μικρές, «ασήμαντες» λεπτομέρειες που φωνάζουν, "βαριεστιμάρα, ρουτίνα, απουσία πάθους, έλλειψη φαντασίας, επαναλαμβανόμενες κούφιες, ξύλινες δράσεις...".

Ο Έρωτας (ναι, με κεφαλαίο), αναδύεται εσωτερικά, πουθενά αλλού. Εξωτερικά μοιράζεται, απλώνεται, επεκτείνεται, διευρύνεται, δημιουργεί!

Ο Έρωτας δεν εξαρτάται, δεν έχει όρια και κανόνες. Δεν κοιτάει ηλικία, φύλο, φυλή, έθνος, συνθήκες, χρόνο. Είναι ανεξάρτητος και ατάραχος από όλ’ αυτά, που για τον σύγχρονο άνθρωπο έχουν γίνει σημαντικά.

Τον έχουν μπερδέψει οι άνθρωποι με τα ένστικτά τους, με την επιφανειακή, προσωρινή έλξη, που πλανεύεται από το φαίνεσθαι, το προσωρινό. Τον έχουν φορτώσει με τόσες παρανοήσεις που έχουν πλέον ξεχάσει την αληθινή του έννοια… που όμως ενυπάρχει, βαθιά μέσα στον καθένα, φτάνει να θέλει και να είναι πρόθυμος να την αναστήσει.

Ο Έρωτας έχει τη δική του λογική και δεν μοιάζει με την λογική του νου, που παγιδεύει τους ανθρώπους σε μια στείρα ύπαρξη, χωρίς συνέχεια, με αμέτρητα αδιέξοδα. Η γλώσσα του Έρωτα είναι η γλώσσα της καρδιάς, που κι αυτή είναι συμβολική. Δεν την κατανοούμε με τον τρόπο που έχουμε εκπαιδευτεί (προγραμματιστεί) να σκεφτόμαστε. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ό,τι δεν ανταποκρίνεται στις (κατά τα άλλα) σίγουρες θέσεις που υιοθετούμε, της ύπαρξής μας.

Πηγάζει σαν σπίθα, από τα βάθη της ύπαρξής σου, και αναδύεται σαν τεράστιο κύμα που σαρώνει τα πάντα, όσο εσύ εμπιστεύεσαι, στηρίζεις, ενισχύεις το όραμα, την ουσία, τον πρωταρχικό λόγο της ύπαρξής σου!

Είναι η ενέργεια που σε κρατάει ζωντανό, πραγματικά ζωντανό! Είναι το φως που δίνει λάμψει σε κάθε σκέψη, συναίσθημα και δράση σου. Είναι η έλξη που δημιουργεί θαύματα πέρα από κάθε επιφανειακή λογική, που ο νους έμαθε ν’ απορρίπτει. Είναι η Ζωή που σε ανασταίνει όταν πεθαίνεις, ο χτύπος που κινεί τα πάντα ξανά...

Όσο όμως οι άνθρωποι ψάχνουν τον έρωτα «εκεί έξω», σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή, τόσο αυτός θα απουσιάζει, θα κρύβεται, θα γίνεται ακόμα πιο μυστήριος. Όμως, χωρίς τον Έρωτα, η ζωή μάς διαφεύγει, στερείται νοήματος, γίνεται δύσκολη, επιφανειακή.

Η ματιά μέσα από τον Έρωτα δεν συγκρίνεται με τίποτα προσωρινό. Η αίσθηση αυτού του τρόπου ύπαρξης δεν περιγράφεται και τίποτα δεν την αντικαθιστά!

Δεν είμαι ένα όνομα, ένας αριθμός

Όταν με ρωτάνε ποιος είμαι, απαντώ βιαστικά και σχεδόν αντανακλαστικά λέγοντας το όνομα μου, την ηλικία, την ιδιότητα μου, το μέρος καταγωγής μου, την οικογενειακή μου κατάσταση.

Αλλά δεν είμαι όλα αυτά.

Δεν είμαι ο συνδυασμός γραμμάτων που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη. Δεν είμαι το όνομα που βιάστηκαν να κολλήσουν ως βραχιόλι στο βρεφικό καρπό στο νεογέννητο εαυτό μου. Δεν είμαι το όνομα που ως παράδοση μου μεταβίβασαν συνδέοντάς με με το παρελθόν, με κληρονομικές απολήξεις, γενεαλογικούς σχηματισμούς και προγονικό αίμα. Δεν είμαι η συνέχιση της ιστορίας μιας οικογένειας μέσα στο χρόνο. Είμαι μια ένωση, μια ιερή μίξη δυο διαφορετικών γονιδιακών υπάρξεων, ένας συνδυασμός χρωμοσωμάτων, μια μοναδική αλυσίδα dna και συνονθύλευμα χαρακτηριστικών προσώπων που συνδέθηκαν μαζί μου κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Είμαι το χαμόγελο και τα μάτια της μητέρας μου, είμαι η ευγένεια της γιαγιάς μου, το ήθος και το βλέμμα του πάτερα μου.

Δεν είμαι συγκεκριμένων χρόνων. Δεν είμαι ένας αριθμός, υπηρετώντας μια σύμβαση των ανθρώπων. Ψηφίο που συνεχώς αλλάζει με ένα φύσημα σε πάρτι γενεθλίων, που καταγράφεται, αποκωδικοποιείται, ακολουθεί νόρμες, μπαίνει σε καλούπια και τετραγωνάκια φόρμας προς συμπλήρωση. Είμαι οι αλλαγές στο ύψος που χάρασσαν στον τοίχο οι γονείς μου, το δόντι που αποχωρίστηκα και κρατούσα στην παλάμη μου όλο το βράδυ για να εξαγοράσω τη νεράιδα των δοντιών, είμαι οι πληγές και οι ουλές στα πόδια από παιχνίδια στη γειτονιά, είμαι η ρυτίδα στο μέτωπο, οι πρώτοι πόνοι στην πλάτη, το ανώριμο γέλιο και οι ώριμες σκέψεις, η πρώτη λευκή τρίχα και η συνειδητοποίηση της πεπερασμένης μας ύπαρξης. Είμαι οι εικόνες που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου κατά τις εναλλαγές ήλιου και σελήνης. Οι εμπειρίες που έζησα και με έκαναν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα, τα απλά, ράθυμα απογεύματα βροχερής μέρας και τα συνταρακτικά γεγονότα κρύων πρωινών που με συγκλόνισαν. Είμαι το πρώτο φως που αντίκρισα ως μωρό και η πρώτη μεθυσμένη ανατολή που με μάγεψε στο δρόμο προς το σπίτι.

Δεν είμαι ό,τι μου επέβαλαν να επιλέξω να γίνω στην ανώριμη φάση της αυτογνωσίας μου, προδιαγράφοντας το μέλλον μου. Δεν είμαι γιατρός, δικηγόρος, άνεργος ή τεχνίτης. Δεν είμαι κανένα κορνιζαρισμένο χαρτί σε τοίχο εφηβικού δωματίου. Δε φέρω καμιά ταμπέλα στο στήθος μου, καμιά επιγραφή. Κανένας τίτλος και επίσημο έγγραφο δεξιοτήτων ή εργασιακής κατάστασης δε θα αναδείξει την προσωπικότητα μου, δε θα αποτελέσει σημάδι αναγνώρισής μου σε περίπτωση που ξεχαστώ, που χαθώ. Είμαι όσα ανακάλυψα, όσα έμαθα, όσα έπιασαν τα χέρια μου, όσα παίδεψαν το μυαλό μου, όσο ονειρεύτηκα και ακόμα ονειρεύομαι να γίνω. Είμαι το χαμόγελο όταν κράτησα τον πρώτο μου μισθό. Είμαι η ικανοποίηση της πρώτης μου επιτυχίας. Είμαι ο θυμός της απόλυσης και όσα αυτή με δίδαξε. Είμαι τα ξενύχτια που πέρασα για να αφουγκραστώ ένα αντικείμενο. Είμαι η συγκίνηση της εθελοντικής εργασίας που απλόχερα προσέφερα.

Είμαι οι συζητήσεις με τους συναδέλφους, τα γέλια, τα πικρόχολα σχόλια, ο ανταγωνισμός και η συνεργασία που με έκαναν να εμπιστευτώ τους ανθρώπους αλλά και να κρίνω ποιοι αξίζουν να είναι δίπλα μου. Είμαι η οργή, ενώ κρατούσα το δελτίο ανεργίας και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Είμαι τα καινούρια πράγματα που έμαθα και ένιωσα μπερδεμένος, φοβισμένος, αλλά και περήφανος. Είμαι τα παλιά που έγιναν η καθημερινότητά μου και μοιράστηκα με νέους ανθρώπους στη ζωή μου. Είμαι τα στρογγυλά γυαλιά μου και ο τρόπος που τα πειράζω κάθε τόσο, ενώ εργάζομαι. Ο καφές με δυο κουταλιές ζάχαρη και το απογοητευμένο ξύπνημα το πρωινό της Δευτέρας. Όσα ελπίζω να κατακτήσω και να γίνω και τα σχέδια που καταστρώνω γι’ αυτά.

Δεν είμαι η κάτοικος ενός τόπου, αναγνωριστικό στοιχείο του ήθους, της συμπεριφοράς μου, της ταυτότητάς μου. Δεν είμαι όλα όσα προσδίδουν σε εκείνους που κάποιος όρισε με νοητή γραμμή ότι ανήκουν σε μια πόλη, σε ένα κομμάτι γης. Δεν είμαι γαντζωμένος σε μια στεριά, με κωδικό τις συντεταγμένες της. Είμαι το αγαπημένο μου σημείο που με ηρεμεί, η κλασική και ασφαλής διαδρομή που ακολουθώ αλλά και τα καινούρια, μυστηριώδη μονοπάτια που επιλέγω. Είμαι τα ηλιοβασιλέματα που είδα και ακόμα θυμάμαι, οι παραλίες που χάραξαν ανεξίτηλα κάποια καλοκαίρια μου. Είμαι οι λακκούβες που προσέχω να μη με πλήξουν ξανά, η ελπίδα που μου προσέφερε η θέαση του ορίζοντα ένα ήσυχο πρωινό και το δέος που μου προξένησε μια λάμψη πάνω από φουρτουνιασμένα νερά, ενώ κρυβόμουν κάτω από την ομπρέλα μου. Είμαι τα στίγματα στο χάρτη σε μέρη που ονειρεύομαι να πάω, είμαι οι μικρές καρτ ποστάλ από ταξίδια που έκανα και φυλάω ευλαβικά σε διακοσμητικά κουτάκια ή κολλάω περήφανα στην πόρτα του ψυγείου μου. Είμαι όλες εκείνες οι διαφορετικές παραδόσεις, ήθη, έθιμα γνώρισα και διεύρυναν τους ορίζοντές μου. Είμαι το βότσαλο που μάζεψα από την άμμο, το φύλλο δέντρου που έκλεισα απερίσκεπτα σε ένα παιδικό ανθολόγιο, είμαι οι πατρίδες που άφησα, οι πατρίδες που ανακάλυψα, οι πατρίδες που δημιούργησα. Είμαι ένα σύνολο από κομμάτια παζλ. Και κάθε ένα από αυτά είναι μέρη που επισκέφτηκα, εικόνες που πέρασαν στη μακρόχρονη μνήμη μου, άνθρωποι που γνώρισα και με έφεραν στο τώρα μου.

Δεν είμαι η σύζυγος κάποιας και ο πατέρας τόσων τέκνων που θα με εντάξουν σε άλλη κατηγορία παροχών. Δεν είμαι στεφανωμένος ή ανύμφευτος στιγματισμένος με κοινωνικά κριτήρια. Δεν είμαι καμιάς τάδε και καμιάς δείνα. Είμαι το δάκρυ της πρότασης γάμου, το μαξιλάρι για εκείνη που μοιράστηκε τον εαυτό της, οι μεσημεριανές συζητήσεις μετά τη δουλειά, εκείνα τα πρωινά βλέποντας παιδικά με τις πυτζάμες, είμαι το αίσθημα της ολοκλήρωσης που μου προσέφερε η συντροφικότητα. Είμαι το άγχος και η οργή που μου παρείχε η διαφορετικότητα, είμαι η πόρτα που βρόντηξε κατά τη διεκδίκηση του δίκιου μου, η κλωτσιά κάτω από το τραπέζι προς συμμόρφωση σε μια οικογενειακή μάζωξη. Είμαι η ηδονή της ερωτικής συνεύρεσης και αυτό το μούδιασμα στο στήθος, το καταλυτικό αίσθημα της αγάπης. Είμαι τα ξενύχτια, οι φόβοι και οι ανησυχίες για ένα πλάσμα που μοιράστηκε την ανάσα μου. Είμαι η ευχή κάθε φορά που κλείνει την πόρτα πίσω του, οι συμβουλές που βουτάνε στη δική μου κοσμοθεωρία και η αίσθηση της ολοκλήρωσης - βάρος και θείο δώρο για την υπόλοιπη ζωή μου.

Είμαι οι φωτογραφίες που τραβάω αιχμαλωτίζοντας στιγμές στο δικό μου προσωπικό, μοναδικό κάδρο. Οι λέξεις που αραδιάζω δίνοντας υπόσταση στις σκέψεις μου, τα τραγούδια που με κάνουν να δακρύζω και να χορεύω, οι γεύσεις που με ωθούν να γλείφω τα δάχτυλά μου. Είμαι οι χτύποι της καρδιάς μου όταν ένιωσα την αγάπη και οι ρωγμές της όταν γνώρισα την απόρριψη, την απώλεια. Είμαι το αστείο που λέω πάντα, ο τρόπος που κοιμάμαι, η δική μου οπτική γωνία για τη ζωή, η συνταγή που μοιράστηκα, το είδωλό σου που καθρεφτίζεται στα μάτια μου όταν με κοιτάς.

Είμαι συναισθήματα, ήχοι, μυρωδιές, εικόνες. Δεν είμαι λέξεις στριμωγμένες σε χαρτιά υπηρεσιών. Είμαι τόσα πολλά που δεν μπορεί να κλείσει κανένας γραφειοκρατικός φάκελος, δεν μπορεί να φωνάξει κανείς στο δρόμο για να γυρίσω ακούγοντάς τα. Όλα αυτά είμαι. Με το γνωστό σήμα γνησιότητας. Τώρα ξέρεις τι να πεις αν σε ρωτήσουν ποια είμαι.

~Το μόνο σίγουρο είναι ότι είσαι πολύ παλιός, ο χρόνος δεν σε έχει αγγίξει, δεν έχεις φύλο, ούτε ημερομηνία γέννησης, δεν έχεις συγκεκριμένο όνομα ούτε προκαθορισμένο σχήμα~

Εσύ ποιος είσαι;

Σε επαφή με τα συναισθήματά μου

Συναισθήματα είναι όλα όσα νοιώθω.

Χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θλίψη, θυμό, ευχαρίστηση, αγανάκτηση είναι μερικά από τα πιο »διάσημα» συναισθήματα...

Το να τα νοιώθω είναι αναποφευκτό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, αυτό είναι το φυσιολογικό.

Το να είμαι σε επαφή με αυτό που κάθε φορά νοιώθω είναι το ζητούμενο.

Να μπορώ να αναγνωρίζω, να αποδέχομαι και να διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου.

Συχνά αυτήν την διαδικασία την μπλοκάρουμε.

Αναγνωρίζουμε επιφανειακά το τι νοιώθουμε και το αφήνουμε μέσα μας, δεν το βγάζουμε, δεν το κάνουμε κάτι...

Συνήθως γίνετε αυτό με τα δυσάρεστα συναισθήματα, συχνά όμως μας συμβαίνει και με τα ευχάριστα: ούτε αυτά δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε καμιά φορά!

Τα κλείνουμε μέσα λοιπόν... Μέσα κι αυτά – όλα μέσα!

Και μπλοκάρουμε...

Δεν είναι ότι δεν νοιώθουμε, αλλά έχουμε μπλοκάρει τα συναισθήματά μας.

Κάτι σαν το capital control, μόνο που εδώ το προκαλούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ απλοϊκό να πει κανείς «απελευθερώσου», «ανοίξου», «εκφράσου», απλοϊκό υπό την έννοια του ευχολόγιου...

Ωστόσο η απάντηση (λύση) στο μπλοκάρισμα -σε πάσης φύσεως μπλοκάρισμα- δεν μπορεί παρά να είναι το άνοιγμα, η αλλαγή, η μετατόπιση...

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Τα πλεονεκτήματα της ειδωλολατρίας

Δύο χιλιάδες χρόνια μονοθεϊστικής πλύσης εγκεφάλου έχουν κάνει τους περισσότερους Δυτικούς να βλέπουν τον πολυθεϊσμό σαν αμαθή και παιδαριώδη ειδωλολατρία. Πρόκειται για ένα άδικο στερεότυπο. Για να καταλάβουμε την εσωτερική λογική του πολυθεϊσμού, είναι απαραίτητο να συλλάβουμε την κεντρική ιδέα που στηρίζει την πίστη σε πολλούς θεούς.

Ο πολυθεϊσμός δεν αμφισβητεί κατ’ ανάγκη την ύπαρξη μίας και μοναδικής δύναμης ή νόμου που κυβερνά όλο το σύμπαν. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες πολυθεϊστικές ή ακόμα και ανιμιστικές θρησκείες αναγνώριζαν μια τέτοια υπέρτατη δύναμη που βρίσκεται πίσω από όλους τους διαφορετικούς θεούς, δαίμονες και ιερούς βράχους. Στον πολυθεϊσμό της κλασικής Ελλάδας, ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας και οι συνάδελφοί τους υπάκουαν σε μια παντοδύναμη και πανταχού παρούσα δύναμη - τη Μοίρα (ή την Ανάγκη). Οι σκανδιναβικοί θεοί, επίσης, ήταν όλοι δέσμιοι της μοίρας, η οποία τους καταδίκαζε να πεθάνουν στον κατακλυσμό του Ράγκναροκ (του Λυκόφωτος των Θεών). Στην πολυθεϊστική θρησκεία των Γιορούμπα της δυτικής Αφρικής, όλοι οι θεοί είχαν γεννηθεί από τον υπέρτατο θεό Ολοντουμάρε και παρέμεναν υποτελείς του. Στον ινδουιστικό πολυθεϊσμό, μία και μόνη αρχή, το Άτμαν, ελέγχει τις μυριάδες θεούς και πνεύματα, την ανθρωπότητα και τον βιολογικό και υλικό κόσμο. Το Άτμαν είναι η αιώνια ουσία ή ψυχή όλου του σύμπαντος, όπως και κάθε ατόμου και κάθε φαινομένου.

Η θεμελιώδης αντίληψη του πολυθεϊσμού, που τον διακρίνει από το μονοθεϊσμό, είναι ότι η υπέρτατη δύναμη που κυβερνάει τον κόσμο δεν έχει ενδιαφέροντα και προτιμήσεις και, συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται για τις γήινες επιθυμίες, έγνοιες και ανησυχίες των ανθρώπων. Είναι άσκοπο να ζητάς από αυτή τη δύναμη νίκη στον πόλεμο, υγεία ή βροχή γιατί, καθώς περιβάλλει τα πάντα, από τη σκοπιά της δεν έχει διαφορά αν ένα συγκεκριμένο βασίλειο θα νικήσει ή θα ηττηθεί, αν μια συγκεκριμένη πόλη θα ακμάσει ή θα σβήσει, αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα αναρρώσει ή θα πεθάνει. Οι Έλληνες δεν έχαναν το χρόνο τους κάνοντας θυσίες στη Μοίρα και οι ινδουιστές δεν έφτιαχναν ναούς του Άτμαν.

Ο μόνος λόγος να προσεγγίσει κανείς την ανώτατη δύναμη του σύμπαντος θα ήταν να αποκηρύξει όλες τις επιθυμίες και να αποδεχτεί το κακό μαζί με το καλό - να αποδεχτεί ακόμα και την ήττα, τη φτώχεια, την αρρώστια και το θάνατο. Έτσι, ορισμένοι ινδουιστές, γνωστοί ως σαντού ή σανιάσι, αφιερώνουν τη ζωή τους στην ένωση με το Άτμαν, πετυχαίνοντας έτσι τη φώτιση. Προσπαθούν να δουν τον κόσμο από την οπτική γωνία αυτής της θεμελιώδους αρχής, να συνειδητοποιήσουν ότι από την άχρονη σκοπιά της όλες οι γήινες επιθυμίες και φόβοι είναι εφήμερα φαινόμενα χωρίς νόημα.

Οι περισσότεροι ινδουιστές, ωστόσο, δεν είναι σαντού. Είναι βυθισμένοι στο βούρκο των γήινων ανησυχιών, όπου το Άτμαν δεν βοηθάει και πολύ. Για βοήθεια σε αυτά τα ζητήματα, οι ινδουιστές απευθύνονται στους θεούς με τις περιορισμένες δυνάμεις τους. Ακριβώς επειδή οι δυνάμεις τους είναι περιορισμένες και δεν περιβάλλουν τα πάντα, θεοί όπως ο Γκανέσα, η Λάχσμι και η Σαρασβάτι έχουν ενδιαφέροντα και προτιμήσεις. Οι άνθρωποι μπορούν, επομένως, να κάνουν συμφωνίες με αυτές τις περιορισμένες δυνάμεις και να στηριχτούν στη βοήθειά τους για να κερδίσουν πολέμους και να αναρρώσουν από αρρώστιες. Αναγκαστικά, υπάρχουν πολλές τέτοιες μικρές δυνάμεις, γιατί όταν αρχίσεις να διαιρείς την απόλυτη δύναμη μιας υπέρτατης αρχής, αναπόφευκτο θα καταλήξεις με περισσότερες θεότητες από μία. Από εκεί προκύπτει και το πλήθος των θεοτήτων.

Η αντίληψη του πολυθεϊσμού λειτουργεί θετικά για μια εκτεταμένη θρησκευτική ανεκτικότητα. Καθώς οι πολυθεϊστές πιστεύουν, αφενός, στη μία ανώτατη και απόλυτα αδιάφορη δύναμη και, αφετέρου, σε πολλές επιμέρους και μεροληπτικές δυνάμεις, οι πιστοί ενός θεού δεν έχουν κάποια δυσκολία να αποδεχτούν την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα άλλων θεών. Ο πολυθεϊσμός είναι εγγενώς ανοιχτόμυαλος και σπάνια διώκει «αιρετικούς» κα «άπιστους».

Ακόμα και όταν οι πολυθεϊστές κατέκτησαν τεράστιες αυτοκρατορίες, δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους υπηκόους τους. Οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι και οι Αζτέκοι δεν έστειλαν ιεραπόστολους σε ξένες περιοχές για να διαδώσουν τη λατρεία του Όσιρη, του Δία ή του Ουιτζιλοπότστλι (του αρχηγού των θεών των Αζτέκων) και σίγουρα δεν έστειλαν στρατό για το σκοπό αυτό. Οι υποτελείς λαοί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία έπρεπε να σέβονται τους θεούς και τις τελετουργίες της αυτοκρατορίας, εφόσον οι θεοί και οι τελετουργίες αυτές τη νομιμοποιούσαν. Ωστόσο, δεν ήταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τους τοπικούς θεούς και τις τελετουργίες τους. Στην αυτοκρατορία των Αζτέκων, οι υποτελείς λαοί ήταν υποχρεωμένοι να χτίσουν ναούς του Ουιτζιλοπότστλι, αλλά οι ναοί αυτοί φτιάχνονταν δίπλα σε εκείνους των τοπικών θεών, και όχι στη θέση τους Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η αυτοκρατορική ελίτ υιοθετούσε τους θεούς και τις τελετουργίες των υποτελών λαών. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν με ευχαρίστηση την ασιατική θεά Κυβέλη και την αιγύπτια θεά Ίσιδα στο πάνθεό τους.

Ο μόνος θεός που αρνήθηκαν να ανεχτούν οι Ρωμαίοι ήταν ο μονοθεϊστικός και προσηλυτιστής θεός των χριστιανών. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν απαιτούσε από τους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις πεποιθήσεις και τα τελετουργικά τους, αλλά περίμενε να σέβονται τους προστάτες θεούς της αυτοκρατορίας και τη θεϊκή φύση του αυτοκράτορα. Αυτό εκλαμβανόταν ως δήλωση πολιτικής πίστης. Όταν οι χριστιανοί αρνήθηκαν πεισματικά να το κάνουν αυτό και στη συνέχεια απέρριψαν κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, οι Ρωμαίοι αντέδρασαν διώκοντας αυτό που θεωρούσαν πως ήταν μια ανατρεπτική πολιτική φράξια. Κ αυτό ακόμα το έκαναν με μισή καρδιά. Στα 300 χρόνια που μεσολάβησαν από τη σταύρωση του Χριστού μέχρι τη μεταστροφή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό, οι πολυθεϊστές ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν έκαναν πάρε τέσσερις εκτεταμένους διωγμούς χριστιανών. Ορισμένοι τοπικοί διοικητές και κυβερνήτες υποκίνησαν από μόνοι τους κάποια βία εις βάρος χριστιανών. Ωστόσο, αν αθροίσουμε όλα τα θύματα αυτών των διωγμών, αποδεικνύεται ότι στους τρεις αυτούς αιώνες οι πολυθεϊστές Ρωμαίοι δεν σκότωσαν περισσότερους από μερικές χιλιάδες χριστιανούς. Αντίθετα, μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια, οι χριστιανοί σκότωσαν άλλους χριστιανούς κατά εκατομμύρια, για να υπερασπιστούν ελαφρώς διαφορετικές ερμηνείες της θρησκείας της αγάπης και της συμπόνιας.

Οι θρησκευτικοί πόλεμοι ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες που σάρωσαν την Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αιώνα είναι διαβόητοι. Όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτούς, αποδέχονταν τη θεία φύση του Χριστού και το ευαγγέλιό Του της αγάπης και της συμπόνιας. Ωστόσο, διαφωνούσαν ως προς τη φύση αυτής της αγάπης. Οι προτεστάντες πίστευαν ότι η Θεϊκή αγάπη είναι τόσο μεγάλη, που ο Θεός ενσαρκώθηκε και αφέθηκε να βασανιστεί και να σταυρωθεί, λυτρώνοντας έτσι τους ανθρώπους από το προπατορικό αμάρτημα και ανοίγοντας τις πύλες του παραδείσου για όσους διακήρυσσαν την πίστη τους σε Αυτόν. Οι καθολικοί υποστήριζαν ότι η πίστη, μολονότι απαραίτητη, δεν ήταν αρκετή. Για να εισέλθουν οι πιστοί στον παράδεισο, έπρεπε να συμμετέχουν στα τελετουργικά της Εκκλησίας και να κάνουν καλές πράξεις. Οι προτεστάντες δεν το δέχονταν αυτό, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η ανταλλαγή μειώνει το μεγαλείο και την αγάπη του Θεού. Όποιος πιστεύει ότι η είσοδός του στον παράδεισο εξαρτάται από τις δικές του καλές πράξεις μεγαλοποιεί τη σημασία του και υπαινίσσεται πως το μαρτύριο του Χριστού στο σταυρό και η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα δεν αρκούν.

Αυτές οι θεολογικές διαμάχες έγιναν τόσο βίαιες, που κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα καθολικοί και προτεστάντες αλληλοσκοτώνονταν κατά εκατοντάδες χιλιάδες. Στις 23 Αυγούστου 1572, οι γάλλοι καθολικοί που τόνιζαν την ανάγκη των καλών πράξεων επιτέθηκαν στις κοινότητες των γάλλων προτεσταντών που τόνιζαν την αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα. Σε αυτή την επίθεση, τη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες σφαγιάστηκαν 5.000 με 10.000 προτεστάντες. Όταν ο πάπας στη Ρώμη έμαθε τα νέα από τη Γαλλία, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που διοργάνωσε εορταστικές προσευχές για τον εορτασμό του γεγονότος και ανέθετε στον Τζόρτζιο Βασάρι να διακοσμήσει μία από τις αίθουσες του Βατικανού με μια τοιχογραφία της σφαγής (η αίθουσα είναι κλειστή για τους επισκέπτες). Περισσότεροι χριστιανοί σκοτώθηκαν από άλλους χριστιανούς μέσα σε αυτές τις 24 ώρες, παρά από την πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε όλη της την ιστορία.

Νίτσε: Είναι η βούλησή μας αιτία των πράξεων μας;

Η πλάνη μιας ψευδούς αιτιότητας. - Τι εστί αιτία; Οι άνθρωποι σε κάθε εποχή πίστευαν ότι ήξεραν τι είναι αιτία: όμως από πού αντλούσαμε αυτή μας τη γνώση ή, πιο συγκεκριμένα, αυτή μας την πίστη ότι κατείχαμε αυτήν τη γνώση; Από τη σφαίρα των περίφημων «εσωτερικών γεγονότων1», κανένα εκ των οποίων δεν έχει αποδειχτεί μέχρι τώρα πραγματικό. Πιστεύαμε πως ήμασταν -εμείς οι ίδιοι!- οι αιτιώδεις παράγοντες της πράξης της βούλησης· νομίζαμε πως τουλάχιστον εδώ συλλαμβάναμε την αιτιότητα επ' αυτοφώρω.

Επίσης, κανένας δεν αμφέβαλλε ότι όλα τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης, οι αιτίες της, βρίσκονταν στη συνείδηση και ότι θα μπορούσε να τα βρει κανείς εκεί, αν τα αναζητούσε - ως «κίνητρα»: αλλιώς, κανένας δε θα ήταν ελεύθερος να κάνει την πράξη αυτή ούτε θα ήταν υπεύθυνος γι’ αυτήν. Τέλος, ποιος θα αμφισβητούσε το ότι μια σκέψη προκαλείται από κάτι; Το ότι το Εγώ προκαλεί τη σκέψη;...

Από αυτά τα τρία «εσωτερικά γεγονότα», μέσω των οποίων φαινόταν να πιστοποιείται η αυθεντικότητα της αιτιότητας, το πρώτο και το πιο πειστικό είναι εκείνο της βούλησης ως αιτίας· η σύλληψη μιας συνείδησης («πνεύματος») ως αιτίας και αργότερα εκείνη του Εγώ (του «υποκειμένου») ως αιτίας είναι απλώς μεταγενέστερες, καθώς πρώτα εδραιώθηκε η αιτιότητα της βούλησης ως δεδομένη, ως εμπειρία...

Εν τω μεταξύ σκεφτήκαμε τα πράγματα καλύτερα. Σήμερα δεν πιστεύουμε λέξη από όλα αυτά. Ο «εσωτερικός κόσμος» είν' όλο αντιφεγγίσματα κ’ ιριδισμούς - ανάμεσά τους η βούληση. Η βούληση δεν κινεί τίποτα πια, επομένως και τίποτα δεν εξηγεί πια - απλώς συνοδεύει τα συμβάντα· μπορεί ακόμα και να απουσιάζει.

Το λεγόμενο «κίνητρο»: άλλη μία πλάνη. Απλώς ένα επιφανειακό φαινόμενο της συνείδησης, ένα συνοδευτικό στοιχείο της πράξης, το οποίο συγκαλύπτει μάλλον παρά αποκαλύπτει τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης.

Και τώρα το Εγώ! Αυτό έχει γίνει μύθος, αποκύημα της φαντασίας, λογοπαίγνιο: έχει πάψει εντελώς να σκέ­φτεται, να αισθάνεται και να θέλει!... Τι προ­κύπτει από αυτό; Αιτίες κατά φαντασίαν2! ΔΕΝ υφίστανται! Όλη η δήθεν εμπειρία που τις επιβεβαίωνε πήγε κατά διαόλου! Αυτό προκύ­πτει! - Είχαμε κάνει υπερβολική κατά­χρηση αυτής της «εμπειρίας»· βασιζόμενοι σε αυτήν είχαμε πλάσει τον κόσμο σαν έναν κόσμο αιτιών, σαν έναν κόσμο βούλησης, σαν έναν κό­σμο πνευμάτων3.

Η παλαιότερη και μακρο­βιότερη ψυχολογία ήταν εδώ επί το έργον, δεν έκανε τίποτε άλλο: κάθε συμβάν ήταν γι’ αυτή μια πράξη, κάθε πράξη το αποτέλεσμα μιας βούλησης· ο κόσμος έγινε γι’ αυτή μια πολλα­πλότητα δρώντων, ένας δρων (ένα «υποκείμε­νο») φορτώθηκε κάθε συμβάν.

Ο άνθρωπος πίστευε ακράδαντα σε τούτα τα τρία «εσωτερικά γεγονότα» του: τη Βούληση, το Πνεύμα, το Εγώ· από ΜΕΣΑ του τα πήρε, προβάλλοντάς τα στο κάθετί. Πρώτα, απ' το Εγώ παρήγαγε το ον, το Είναι· έπειτα, όρισε τα «πράγματα» ως υπαρκτά, ως οντότητες ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ του, νοώντας το Εγώ ως αιτία. Ε, και μετά, όποια πέτρα σήκωνε, ξαναέβρισκε μες στα πράγματα ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΙΟΜΙΣΜΑΤΑ.4 Εύλογο!

Επαναλαμβάνω: ακόμα κ' η λέξη «πράγμα» αντικατοπτρίζει την πίστη μας στο Εγώ-αιτία... Και στο προσφιλές σας Άτομον5, αγαπητοί μηχανοκράτες και φυσικοί, πόση πλάνη ακόμα και σ’ αυτό, πόσα και πόσα υπολείμματα ατελούς ψυχολογίας εκεί μέσα!

Για να μη μιλήσω για το «πράγμα καθ’ εαυτό»6, για το horrendum pudendum7 [επαί­σχυντο πράγμα] των μεταφυσικών! Η πλάνη να συγχέουμε το πνεύμα ως αιτία με την πραγ­ματικότητα! Και να την ανάγουμε σε μέτρο της πραγματικότητας! Και να την αποκαλούμε Θεό!
------------------------------
1.“Inneren Thatsachen” στο πρωτότυπο. Εννοεί τον «ψυχικό μας κόσμο». Βλ. και περί «ηθικών γεγονότων» (moralische Thatsachen). Γεγονότα που «υπακούουν» σε αιτίες «υπερβατικές», καθοδηγούμενα υπό του «θείου δακτύλου». Κατά Νίτσε: «ηθική τάξη πραγμάτων.» Πρβλ Αντίχριστο, 49 [KSA, VI, 228,28-33]: Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης [] θεωρούνται [] «ηθικές» συνέπειες (ανταμοιβή, τιμωρία), τότε κάθε προϋπόθεση για Γνώση καταστρέφεται.
2. “Geistige Ursache” στο πρωτότυπο. Έκφραση σύστοιχη των «πλασμάτων του νου» (fictions), των φανταστικών αιτιών (imaginare Ursache). Πρβλ και Αντίχριστο 39,137 [KSA, VI, 212,4] – όπου ο Νίτσε διακρίνει αφ’ ενός τι εισπράττει η συνείδηση, τι δέχεται ο νους ως «αλήθεια» (παραδοχές, βεβαιότητες, πίστεις), κι αφ’ ετέρου τι πράγματι συμβαίνει κάτω απ’ την «επιφάνεια» της συνείδησης στο πεδίο των ενστίκτων.
3. Υπαινιγμός στον Σοπενχάουερ, ο οποίος στο έργο του Die Welt als Wille und Vorstellung, ίί, 16 γράφει ότι ο κόσμος των εννοιών είναι ένας κόσμος πνευμάτων προσιτός μόνο στον ανθρώπινο νου.
4. Υπαινιγμός περί Κάντ, ο όποιος στον Πρόλογο της β' έκδ. της Κριτικής του καθαρού Λόγου έγραφε ότι ο άνθρωπος, για νάχει βέβαιη a priori γνώση, δεν πρέπει να βάλει τίποτε άλλο στο εκάστοτε υπό εξέτασιν αντικείμενο· αρκούν όσες ιδιότητες συν­άγονται διά του ορισμού αυτής τούτης της έννοιας του (...er, um sicker etwas a priori zu wissen, er der Sache nichts beilegen musse, aΙs was aus dem notwendig folgte, was er seinem Begriffe gemab selbst in sie gelegt hat).
5. Πρβλ Λυκόφως, «Ο 'Λόγος' στη φιλοσοφία». Γι’ άλλη μια φορά, ο Νίτσε βάλλει κατά της πίστης σε «πρωταρχικές ουσίες» και, συγκεκριμένα, στο «απειροελάχιστο σβωλαράκι-Άτομον, το τελευταίο τάχα στερεό θεμέλιο της γης» (Πέρα από το Καλό και το Κακό, 12 [KSA, VI. 26]). Βλ. Gori, Boscouich, 8· Παράρτημα II.
Με τη δημοκρίτεια έννοια: ο αδιάσπαστος, ανώλεθρος δομικός λίθος του Κόσμου· - με αιχμές σαφώς κατά της «ψυχής» ως άτμητης μονάδας. Εδώ απορρίπτεται το όποιο μεταφυσικό «παραθυράκι» της προσωπικής αθανασίας και κάθε λογής κολακείας ή ματαιοδοξίας που θαρρεί πως παραβιάζει ως και τους νόμους της Φύσης (Αντίχριστος, 43 [KSA, VI, 217,7-24]- Παράρτημα II: «Μηχανική Φυσική, Λογική και Μαθηματικά), ενώ το βάρος πέφτει στο βιολογικό συνεχές (ή μια, συνεχής κι ακέραια Διαδρομή Άνθρωπος).
Ήτοι: ένα άλλου είδους «υποκείμενο». H[Και, πάντως, είναι άλλο ένα «νοησιοκρατικό» εύρημα... Πρβλ, αντίστοιχα, τα του Vaihinger, στην περίφημη Φιλοσοφία του αls ob (= ωσανεί), σύμφωνα με την οποία όλοι οι τομείς του Επιστητού ερείδονται πάνω σε τέτοιου είδους «νοησιοκρατικά ευρήματα». Βλ. Παράρτημα II· Πίνακα όρων, «Γνωσιολογία».]
6. “Ding an sich” στο πρωτότυπο: το επέκεινα της εμπειρίας. Ο μεγάλος Πρώσος φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ (1724- 1804) ήταν μόνιμος στόχος των επιθέσεων του Νίτσε. Ο υπαινιγμός εδώ είναι στη διάκριση του Καντ (στην Κριτική του καθαρού Λόγου) ανάμεσα στον «φαινομενικό» κόσμο των φαινομένων, που είναι ο μόνος που μπορούμε να συλλάβουμε με την αισθητηριακή αντίληψή μας, και στον «νοούμενο» κόσμο του «πράγματος καθ’ εαυτού». Βλ. Λυκόφως, «Ακροβολισμοί ενός άκαιρου», 29· επίσης: Αντίχριστος, υ. 96.
Η θεωρία των δέκα «κατηγοριών» ή «κλάσεων» του Είναι διατυπώθηκε πρώτα από τον Αριστοτέλη· στη φιλοσοφία του Καντ, οι «κατηγορίες» είναι οι μορφές που επιβάλλει η διάνοια στις αισθητηριακές αντιλήψεις στον χώρο και τον χρόνο: μέσω αυτών των κατηγοριών, αυτό που θα ήταν σε άλλη περίπτωση αισθήσεις ασύνδετες μεταξύ τους γίνεται συστηματικά συνδεδεμένος κόσμος. Από την ύπαρξη των κατηγοριών, ο Καντ παράγει την ύπαρξη των «πραγμάτων καθ’ εαυτών»: τα αντικείμενα που αντιλαμβανόμαστε κάτω από τις μορφές των κατηγοριών πρέπει, όπως λέει αυτός, να έχουν κάποια ύπαρξη έξω απ’ αυτές τις μορφές, προκειμένου να μπορέσουν να τεθούν πάνω τους αυτές. Βλ. Κριτική του καθαρού Λόγου, 1781.
7. ΔΗ Λατινικά στο πρωτότυπο. Σε κάπως ελεύθερη απόδοση: τα φρικιαστικά αχαμνά, τ’ άθλια αιδοία, τη γύμνια των Μεταφυσικών. Η έκφραση αυτή του Νίτσε θυμίζει το αντίστοιχο του Seidler για κάποιον «ζηλωτή» φιλόλογο της εποχής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Δημήτριος Βερναρδάκης, στη μνημειώδη έκδοση του -της Ηλέκτρας- του Ευριπίδη (Δράματα, Γ', εν Αθήνησιν, 1903, 425: «...Ο Σείδλερ λέγει, όχι άνευ ειρωνείας τινός, ότι ο Εάθ εισήγαγε “το μόριόν του”...»)!

Friedrich Nietzsche, Οι τέσσερις μεγάλες πλάνες