Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να ντύνεται με τα χρώματα του αποχωρισμού. Τα φύλλα των δέντρων, χρυσαφένια και πορφυρά, έπεφταν αργά στο χώμα, σαν μικρά γράμματα που έστελνε ο ουρανός στη Μητέρα Γη. Κι ανάμεσα στις πέτρες, στις ρίζες και στις σκιές των δέντρων άρχισαν δειλά να ανθίζουν τα κυκλάμινα, με τα λεπτά ροζ άνθη τους σκυμμένα προς το χώμα.
Ήταν ο κήπος της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Εκεί, σύμφωνα με τον σύγχρονο αυτό θρύλο, γεννήθηκε η μοίρα του κυκλάμινου.
Όταν ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοίρασαν μεταξύ τους τα βασίλεια του κόσμου, ο πρώτος πήρε τον απέραντο ουρανό, ο δεύτερος την αχανή θάλασσα και ο τρίτος το σκοτεινό βασίλειο των νεκρών.
Ο Άδης δεν παραπονέθηκε. Μα βαθιά στην αθάνατη καρδιά του ένιωθε πως οι δύο αδελφοί του είχαν λάβει τα βασίλεια που τραγουδούσαν οι άνθρωποι και υμνούσαν οι ποιητές. Εκείνος είχε πάρει τη σιωπή, το σκοτάδι και τους δρόμους χωρίς επιστροφή.
Κι έτσι αποφάσισε να φτιάξει για τον εαυτό του ένα στέμμα αντάξιο του βασιλείου του.
— Αν δεν με αγαπούν οι θνητοί, σκέφτηκε, τουλάχιστον το στέμμα μου ας είναι τόσο μεγαλοπρεπές, ώστε να θυμίζει σε όλους ποιος κυβερνά εκεί όπου τελειώνουν οι δρόμοι των ανθρώπων.
Κάλεσε λοιπόν τους πιο ξακουστούς τεχνίτες που είχαν πεθάνει στη γη: χρυσοχόους, αργυροχόους, γλύπτες και τεχνίτες πολύτιμων λίθων. Τους έφερε από τους σκοτεινούς δρόμους του Άδη και τους υποσχέθηκε τιμές και προνόμια στους λειμώνες του Κάτω Κόσμου.
Ο ένας έφερε στέμμα από μαύρο χρυσάφι.
Ο άλλος το σκάλισε από οψιδιανό και το στόλισε με σκοτεινά πετράδια.
Ένας τρίτος έπλεξε γύρω του φίδια από ασήμι και μαύρο σίδερο.
Μα ο Άδης τα κοιτούσε ένα ένα και κουνούσε το κεφάλι.
— Όχι. Δεν είναι αυτό.
Οι τεχνίτες προσπαθούσαν ξανά και ξανά. Μάταια. Το στέμμα που αναζητούσε ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου δεν ήταν απλώς ένα κόσμημα. Έπρεπε να κρύβει μέσα του μια αλήθεια. Και καμιά πέτρα, κανένα χρυσάφι και κανένα πολύτιμο μέταλλο δεν μπορούσε να του τη φανερώσει.
Μια μέρα, απογοητευμένος, ο Άδης ανέβηκε στον πάνω κόσμο. Πέρασε από τα μονοπάτια που οδηγούσαν στον κήπο όπου κάποτε είχε αρπάξει την Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας. Εκεί, όμως, τον περίμενε ένα θέαμα που δεν είχε αντικρίσει ποτέ στο βασίλειό του.
Ο κήπος ήταν γεμάτος λουλούδια. Κόκκινα σαν τη φωτιά, λευκά σαν το φως της αυγής, χρυσά σαν τον ήλιο και γαλάζια σαν τον ουρανό. Κάθε λουλούδι έμοιαζε να καυχιέται για την ομορφιά του. Άλλα ύψωναν περήφανα το κεφάλι τους προς τον ουρανό, άλλα άνοιγαν τα πέταλά τους σαν βασιλικές κορώνες.
Ο Άδης τα κοίταζε σιωπηλός.
Τότε μια σκέψη γεννήθηκε μέσα του.
Το στέμμα του δεν έπρεπε να μοιάζει με κάτι μεγαλοπρεπές. Έπρεπε να είναι όμορφο, αλλά όχι περήφανο. Να συμβολίζει την εγκράτεια, τη σεμνότητα και την ταπεινότητα.
Γιατί, σκέφτηκε, ακόμη και ο βασιλιάς των νεκρών πρέπει να γνωρίζει πως μπροστά στη Μητέρα Γη όλοι είναι ίσοι.
Καθώς προχωρούσε ανάμεσα στα δέντρα, είδε ξαφνικά κάτι μικρό.
Ένα κυκλάμινο.
Δεν στεκόταν περήφανα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια. Ήταν κρυμμένο στη σκιά, κοντά στις ρίζες ενός δέντρου. Τα πέταλά του ήταν απαλά ροζ, σαν να είχαν αγγίξει τα χρώματα της αυγής τα χείλη τους. Μα το άνθος του δεν κοιτούσε τον ουρανό.
Έσκυβε.
Κοιτούσε τη γη.
Ο Άδης στάθηκε μπροστά του. Για πρώτη φορά χαμογέλασε.
— Εσύ είσαι, ψιθύρισε.
Κατάλαβε τότε πως είχε βρει αυτό που έψαχνε. Το κυκλάμινο δεν ζητούσε να το θαυμάσουν. Δεν ύψωνε το κεφάλι του, δεν ανταγωνιζόταν τα άλλα λουλούδια. Η ομορφιά του ήταν κρυμμένη μέσα στην ταπεινότητά του.
Κι αυτό ακριβώς αναζητούσε ο Άδης.
Ένα στέμμα όμορφο χωρίς να υπερηφανεύεται. Ένα στέμμα που να θυμίζει πως ό,τι γεννιέται από τη γη κάποτε επιστρέφει στη γη. Ένα στέμμα που να ενώνει τον θάνατο με τη ζωή, όπως τα πρώτα φθινοπωρινά νερά ξυπνούν τη φύση ύστερα από την κάψα του καλοκαιριού.
Όμως η Περσεφόνη είχε δει τον Άδη. Και κατάλαβε αμέσως τι είχε ανακαλύψει.
— Άρχοντα του σκοταδιού, του είπε, αν θέλεις να πάρεις την εικόνα αυτού του λουλουδιού για το στέμμα σου, πρέπει πρώτα να το ρωτήσεις.
Ο Άδης την κοίταξε απορημένος.
— Τα λουλούδια μιλούν;
Η Περσεφόνη χαμογέλασε.
— Όχι σε εκείνους που ακούν μόνο με τ’ αυτιά.
Έσκυψε πάνω από το κυκλάμινο και άγγιξε απαλά τα πέταλά του.
Τότε φύσηξε ένας παράξενος άνεμος. Τα φύλλα των δέντρων αναρίγησαν, η γη αναστέναξε και το μικρό κυκλάμινο έγειρε ακόμη περισσότερο το άνθος του προς το χώμα.
Ήταν η απάντησή του.
Ο Άδης πήρε την ευλογία της Περσεφόνης και έδωσε εντολή στους νεκρούς τεχνίτες του να κατασκευάσουν το στέμμα. Το έφτιαξαν από σκοτεινό χρυσάφι και λεπτό ασήμι, με τις καμπύλες των πετάλων του κυκλάμινου και μικρούς ρόδινους λίθους που έμοιαζαν με σταγόνες αυγής.
Κι όταν ο Άδης το φόρεσε, δεν έμοιαζε πια με έναν βασιλιά που ζητούσε να τον φοβούνται. Έμοιαζε με τον άρχοντα ενός μυστικού βασιλείου που γνώριζε το μεγάλο μυστικό της φύσης:
πως τίποτα δεν χάνεται πραγματικά. Όλα επιστρέφουν στη γη για να ξαναγεννηθούν.
Από εκείνη την ημέρα, λέει ο σύγχρονος θρύλος, τα κυκλάμινα έσκυψαν ακόμη περισσότερο τα άνθη τους. Δεν κοιτούν πια τον ουρανό όπως τα άλλα λουλούδια. Κοιτούν τη Μητέρα Γη, προς το αόρατο βασίλειο του Άδη, εκεί όπου μέσα στο σκοτάδι της γης βρίσκονται κρυμμένοι οι σπόροι της μελλοντικής ζωής.
Ίσως γι’ αυτό η αρχαία παράδοση ονόμαζε τον Άδη και Πλούτωνα, συνδέοντας το όνομά του με τον πλούτο που κρύβεται στα βάθη της γης. Ο πλούτος αυτός δεν είναι μόνο ορυκτός και υλικός. Είναι και ο κρυμμένος πλούτος της γονιμότητας, των σπόρων και της βλάστησης που περιμένει μέσα στο σκοτάδι την ώρα της επιστροφής στο φως.
Κι όταν έρχεται το φθινόπωρο με τα πρωτοβρόχια, όταν η φύση αρχίζει να σιωπά και τα φύλλα πέφτουν, εκείνα εμφανίζονται ξανά ανάμεσα στις πέτρες και στις ρίζες.
Μικρά, εύθραυστα και ντροπαλά.
Σαν να θυμούνται την Περσεφόνη.
Σαν να χαιρετούν τον Άδη.
Και σαν να ψιθυρίζουν στους ανθρώπους το παλιό μυστικό της γης:
«Ό,τι σκύβει με ταπεινότητα μπροστά στη γη, κάποτε θα ανθίσει ξανά.»
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου