Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Περί πρώτης εντυπώσεως

Περί πρώτης εντυπώσεως ο λαός πιστεύει διάφορα. Την αλήθεια όμως θα προσπαθήσω να φανερώσω στην εργασία αυτή για να διαπιστώσουμε αν πρέπει να την θεωρούμε ως κάτι καλό, αν αξίζει να έχει θέση στην καθημερινότητά μας. Οι περισσότεροι από εμάς, όταν έρθουμε σε στιγμιαία επαφή με έναν άνθρωπο που για πρώτη φορά συναντάμε, αναπόφευκτα σχηματίζουμε γνώμη για την νέα μας γνωριμία (αν υπήρξε λεκτική επικοινωνία) ή/και εικόνα (οπτική μόνο επαφή). Συνεπώς ο άνθρωπος κρίνει σε πρώτη φάση ένα αντικείμενο που αντιλαμβάνεται με βάση την πρώτη εντύπωση που είχε για αυτό, ή ορθότερα, με βάση την πρώτη εμπειρία. Πόσο σημαντική είναι για μας αυτή η πρώτη άποψη που σχετίζεται με έναν άλλον άνθρωπο, με το σκεπτικό ότι μπορούμε να τον γνωρίζουμε επαρκώς μέσω αυτής; Ποιός είναι ο μηχανισμός διατύπωσής της; Πρέπει να θεωρούμε την πρώτη ή τη νιοστή εντύπωση ως ακριβέστερη κι άρα πιο αληθινή;

Ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται το συνάνθρωπό του ως ένα υποκείμενο σταθερό που νομίζει πως γνωρίζει ή πως μπορεί εύκολα να γνωρίσει. Αν νομίζει πως δεν το γνωρίζει ή είναι απρόσιτο γνωστικά, του συμπεριφέρεται εχθρικά και με καχυποψία, ή γενικά αγνοεί την ύπαρξή του, αδιαφορεί. Υπάρχει και η περίπτωση όπου όταν οι συνθήκες χαρακτηρίζονται ως σχετικά ασφαλείς κάποιοι να θεωρούν αυτό το μυστήριο γοητευτικό. Αν σχηματίσει μια εικόνα για κάποιον, αυτή μένει τυπωμένη στη μνήμη και η συμπεριφορά απέναντί στο πρόσωπο αυτό τυποποιείται, γίνεται προκαθορισμένη και δεν επιτρέπει εύκολα την εισαγωγή νέων δεδομένων που ενδεχομένως θα την άλλαζαν. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με το εξής σκεπτικό: Η περίπτωση συνεχόμενων εναλλαγών παραστάσεων επί ενός προσώπου δημιουργεί χάος στη συνείδηση και διασπά τη συνοχή της, ιδίως σε άτομα με περιορισμένη εγκεφαλική ανάπτυξη (βρέφη και παιδιά κυρίως). Κάθε αλλαγή είναι ανεπιθύμητη στον εαυτό μας, θέτει σε κίνδυνο την ισορροπία του, την ηγεμονία του, το καθιστά ευμετάβλητο στο περιβάλλον χάνοντας κάθε επαφή και επιρροή επάνω σε αυτό. Έτσι, η σημασία που έχει σήμερα ο μηχανισμός αποτύπωσης της πρώτης εντύπωσης δικαιολογείται φυσικώς με τον τρόπο αυτό αφού δρα κι ως μηχανισμός άμυνας υπό ορισμένες συνθήκες. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρέπει να ακολουθήσει μια δεύτερη εντύπωση, η οποία θα ελέγχεται από τον οργανισμό μας ώστε να εξασφαλισθεί η υγεία του (αν συμβιβάζεται εύκολα, τότε μπορεί να την αγνοήσει, αν είναι φιλαληθής, θα την λάβει υπόψη του, θετικά ή αρνητικά).

Η αλλαγή της στάσης ενός ανθρώπου απέναντι στον συνάνθρωπό του δεν είναι εφικτή στην περίπτωση που το άτομο-κριτής δεν σέβεται την προσωπικότητα των άλλων και την δική του βέβαια, όταν δεν είναι κανείς φίλος της αλήθειας και φιλόσοφος. Η προσωπικότητα, η ψυχή, δεν είναι κάτι το σταθερό, αλλά βρίσκεται σε συνεχή ροή. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι η στιγμιαία προσωπικότητα που τυχαίνει κι εκδηλώνεται σε εμάς. Σε αυτή τη στιγμιαία προσωπικότητα οι περισσότεροι προσδίδουν σταθερότητα και διάρκεια. Το πρέπον θα ήταν το άτομο που επιδιώκει τη γνώση και σέβεται τον εαυτό του και του άλλους να ανανεώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα τις αντιλήψεις του, να είναι υπομονετικός, με κατανόηση και συμπόνοια απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό θα ήταν το ιδανικό για όλους, για μια κοινωνία που θέλει πραγματικά να εξελιχθεί ως σύνολο μέσω της ατομικής καλλιέργειας και προόδου. Αν δεν αναγνωρίζεται η πρόοδος της μονάδας τότε το σύνολο πάντα θα μένει στάσιμο ή θα ακολουθεί την πορεία που χαράσσουν μικρές αλλά ισχυρές ομάδες συμφερόντων που μπορούν να προβάλλουν και να επιβάλλουν μονομερώς την ατομική τους ανέλιξη ως απρόσιτο αλλά καθολικά επιθυμητό πρότυπο.

Είναι απορίας άξιον πως οι άνθρωποι, ενώ είναι τόσο καλά πληροφορημένοι για όλα όσα αλλάζουνε στους ίδιους, επιβάλλουν στους φίλους τους την εικόνα που είχανε σχηματίσει για αυτούς. Κρίνουν με βάση αυτό που ήταν κάποτε, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου στο παρελθόν γνωρίζονταν καλά. Η πρώτη ή έστω οι πρώτες εντυπώσεις για ένα άτομο κυριαρχούν για μεγάλο χρονικό διάστημα αγνοώντας τα τελευταία δεδομένα που είναι αρκετά πιθανό να ανατρέπουν την παλιά «γνώση». Η άγνοια της αλλαγής έχει ως αποτέλεσμα την αποξένωση του μεταμορφωμένου προσώπου. Η ικανότητα της λησμονιάς, δηλαδή η ικανότητα της αναγνώρισης μεταβολών στους ανθρώπινους χαρακτήρες μέσω της υποβάθμισης των παλαιότερων χαρακτηριστικών, εντοπίζεται στους ιδιοφυείς και τους ευκολόπιστους: Οι πρώτοι γιατί ξεχωρίζουν το ουσιαστικό από το επουσιώδες και την παρουσία καλοσύνης από την απουσία της, ενώ οι δεύτεροι όντας ανεκτικοί δίνουν πάντα δεύτερες ευκαιρίες στους γύρω τους διαγράφοντας με ευκολία παρελθοντικά στοιχεία. Ένας λόγος που η μεταβολή προσωπικοτήτων μπορεί να μην γίνεται αισθητή από τους περισσότερους είναι ότι όταν αλλάζει ο διπλανός μου αλλάζω κι εγώ, κι επομένως ο ένας ως προς τον άλλον δεν κινείται (σχετική κίνηση). Σ’ αυτό συμβάλλει κι ο γρήγορος αγχωτικός ρυθμός της σημερινής ζωής μας που δεν μας δίνει περιθώρια να σκεφτούμε για τον εαυτό μας, πόσο μάλλον να αναθεωρήσουμε κάποιες απόψεις για το περιβάλλον μας.

Όποια κι αν είναι τα αίτια της απουσίας της αλληλογνωσίας, το γεγονός είναι ότι το πρόβλημα παραμένει. Η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης, κατανόησης, σεβασμού κι υπομονής. Μέχρι και η σκέψη αρχίζει να εξαλείφεται και τη θέση της να καταλαμβάνουν αυτοματοποιημένες ενέργειες, οι οποίες μόνο από φυσικά ένστικτα δεν προέρχονται. Μια από τις αυτόματες αυτές ενέργειες που κατήργησε κάθε κριτική σκέψη είναι η εφαρμογή και χρήση συνόλων προτύπων συμπεριφοράς, τα οποία η κοινωνία δημιούργησε, αναγνωρίζει κι επιβάλλει, μερικές φορές και με την βία. Μη συμμόρφωση με αυτά τα πρότυπα χαρακτηρίζεται ως ανωμαλία, ο παραβάτης αντιμετωπίζεται ως παρείσακτος και αποστέλλεται στο περιθώριο. Ελευθερία, γνώμη και γνώση ανήκουν στο παρωχημένο κι οπισθοδρομικό παρελθόν. Έχουμε δηλαδή μια τυποποίηση της ανθρώπινης συνείδησης και προσωπικότητας. Δεν υπάρχει διάπλαση της ψυχής, δεν υπάρχει εκπαίδευση, δεν υπάρχει εξέλιξη, δεν υπάρχει Μεταμόρφωση. Δεχόμαστε ως αλήθεια αυτό που μας παρουσιάζουν ότι είναι σωστό, αυτό που είναι σωστό επειδή έτσι πρέπει. Η φυσική Λογική, η λογική των αισθήσεων, έχει καταργηθεί και τη θέση της ανέλαβε η «νέα Λογική» καθορισμένη βάσει τεχνητών προτύπων. Δικαίωμα στην ελευθερία δεν έχουμε πλέον αφού βρισκόμαστε ήδη στην βέλτιστη δυνατή θέση, δεν υπάρχει λόγος αναζήτησης κάποιας άλλης οδού προς την ευδαιμονία, την αρετή, τον Παράδεισο κ.τ.λ. Βρισκόμαστε στο άριστο τέλος (αριστο-τέλειο), έχει εκπληρωθεί ο σκοπός μας και δεν χρειαζόμαστε πλέον την ελευθερία ώστε να εντοπίσουμε κάτι ευγενέστερο. Καταλήξαμε λοιπόν σε μια κοινωνία όπου οι περισσότεροι (μάζα) θέλουν να μιμηθούν προσωπεία άλλων, τους οποίους ουδέποτε γνώρισαν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στο πλήθος, να αφομοιωθούν με αυτό, να νιώσουν την ασφάλεια που προσφέρει, να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, κι ότι διάλεξαν τον σωστό δρόμο μόνο και μόνο επειδή αυτόν διάλεξε η πλειοψηφία (όπως πράττει η δικτατορική πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας). Επειδή χαρακτηριστικό της προτυπολατρείας είναι η σταθερότητα, η αναγνωρισιμότητα, η διαφάνεια και η διάρκεια, ο πιστός της είναι έμπιστο άτομο στην κοινωνία, γιατί ο χαρακτήρας του είναι ήδη γνωστός. Ο πιστός αυτός δεν εμπνέει κανέναν κίνδυνο, απέναντί του νιώθουμε ασφάλεια, σιγουριά, νιώθουμε σαν να τον ξέρουμε από χρόνια, κι όλα αυτά γιατί η συμπεριφορά του είναι πλέον τυποποιημένη και άρα άμεσα προβλέψιμη. Τα πρότυπα αποτελούν το ευαγγέλιο των πιστών της «πρώτης εντύπωσης»: Τους λένε πως να ζήσουν, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν, τους παρέχουν την ιδέα μιας μελλοντικής αμοιβής, είναι αλάνθαστα, αποτελούν μέρος της παράδοσης, είναι άγνωστο ποιός τα καθιέρωσε αρχικά και κρύβουν υπόνοιες για θεϊκή προέλευση.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε καλά τον διπλανό μας, γιατί τότε γνωρίζουμε καλύτερα και τον εαυτό μας, η αλληλογνωσία οδηγεί στην αυτογνωσία. Όταν διαλέγεσαι με κάποιον κι εσύ μαθαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου κι αυτός τον δικό του, κι εσύ τον μαθαίνεις καλύτερα κι αυτός εσένα. Μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας για να αποκτά γνώσεις είναι η σύγκριση: Βλέποντας χαρακτήρες, συμπεριφορές και καταστάσεις στο περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσπαθεί αρκετές φορές να τα ερμηνεύσει βάσει του εαυτού του, κατά πόσο αντιστοιχούν στον ίδιο και στις εμπειρίες του. Με τη σύγκριση αυτή διαπιστώνονται κοινά και διαφορετικά στοιχεία, τα οποία όπως κι αν θεωρηθούν μας οδηγούν στην αυτογνωσία. Για παράδειγμα, η ουρά ενός σκυλιού. Βλέποντας το σκυλί να έχει ουρά κι εμείς να μην έχουμε, μπορούμε μέσω της αντίθεσης αυτής να ορίσουμε ακόμα ακριβέστερα το σκυλί και εμάς, κι αφού γίνει αυτό, τις μεταξύ μας διαφορές. Το ίδιο ισχύει και με τις ομοιότητες: Το σκυλί έχει μάτια όπως εμείς κι επομένως αυτό δεν είναι διακριτό χαρακτηριστικό.

Μια από τις χρησιμότητες, και ίσως η μόνη πρακτική, της «πρώτης εντύπωσης», εκείνης δηλαδή που αυτοαποκαλείται αλήθεια από μόνη της, είναι ότι προσπαθεί να μας αποτρέψει από μια ανεπιθύμητη επιλογή: Σε μια πρώτη επαφή με ένα νέο πρόσωπο ή αντικείμενο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για αυτό, έχουμε έλλειψη πληροφόρησης ενώ δεν ξέρουμε και τι γνωρίζει αυτό για μας. Υπάρχει επομένως ασύμμετρη πληροφόρηση. Την ασυμμετρία αυτή προσπαθούν να αναπληρώσουν οι πληροφορίες της πρώτης εντύπωσης. Σχηματίζοντας μια τέτοια εντύπωση «ασφαλιζόμαστε» μερικώς απέναντι στον «αντισυμβαλλόμενό» μας και είμαστε σε καλύτερη θέση για να λάβουμε ορθές αποφάσεις και να δράσουμε κατάλληλα. Υπάρχει όμως και η άλλη περίπτωση όπου κάποιος γνωρίζοντας την απήχηση της πρώτης εντύπωσης προσπαθεί να δημιουργήσει μια τεχνητή εικόνα του εαυτού του ώστε να επιρρεάσει κατά το συμφέρον του τη κρίση του άλλου, του ευκολόπιστου που είναι υπέρ των πρώτων εντυπώσεων.

Όπως κάθε δημιούργημα και γνώση του ανθρώπου, έτσι και η γνώση του μηχανισμού παραγωγής των πρώτων εντυπώσεων και γενικά των εντυπώσεων (προϊόντα της αντίληψης) συνοδεύεται από ηθικό κίνδυνο: Ποιός γνωρίζει, τι γνωρίζει, πως γνωρίζει, για ποιό σκοπό γνωρίζει. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ευάλωτη σε ενδεχόμενες κακοβουλίες, αφού λίγοι είναι σήμερα εκείνοι που φροντίζουν για την ψυχική υγεία τους με τον ίδιο βαθμό που φροντίζουν το σώμα τους (αν βέβαια το κάνουν κι αυτό), πρόβλημα βέβαια πανάρχαιο. Ένα παράδειγμα εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο με τη χρήση της γνώσης περί των πρώτων εντυπώσεων είναι η «επιστήμη» του μάρκετινγκ: Μελετάει την ανθρώπινη συμπεριφορά προσπαθώντας να εντοπίσει κοινά μοτίβα στους ανθρώπους και στη συνέχεια να προωθήσει μαζικώς τα προϊόντα των βιομηχανιών που είναι σχεδιασμένα βάσει των συμπεριφορών, των συνηθειών και των αναγκών των καταναλωτών, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό τις διαμορφώνουν οι ίδιοι: Τέτοια είναι η δύναμή τους. Παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούνται για τη χειραγώγηση μαζών και τη δημιουργία τάσεων (μόδας) στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η καλύτερη αντεπίθεση σε τέτοιες πρωτόγονες πρακτικές είναι η άμυνα που μας παρέχει μια ανθεκτική και συνεκτική συνείδηση που είναι ατομικά καλλιεργημένη και δεν επιδέχεται μαζοποίησης.

Η εγκυρότητα που προσδίδεται από την κοινωνία στην «πρώτη εντύπωση» ως αντιπροσωπευτικό δείγμα (στις κοινωνικές «επιστήμες» το δείγμα είναι ένας από τους εχθρούς της αλήθειας) του χαρακτήρα κάποιου, αναγκάζει εμάς τους υπολοίπους να επιδίωκουμε το σχηματισμό μιας θετικής πρώτης εντύπωσης στους άλλους, γεγονός που μας προκαλεί άγχος, ανασφάλεια και μας οδηγεί στη χρήση αθέμιτων και παραπλανητικών τεχνικών, όπως η μίμηση ενός προτύπου και γενικά η υποκρισία. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός, κάθε ομοιότητα είναι επιφανειακή και τυχαία, δεν είναι φυσιολογική η προτυποποίηση. Η επιδίωξη αυτή εν μέρει δικαιολογημένα σε αναγκάζει να κρύβεις τις σκέψεις σου σε ορισμένους κύκλους, γιατί ξέρεις ότι θα έρθουν σε σύγκρουση με τις προκαταλήψεις και τη βλακεία των άλλων. Όμως η κουραστική προσπάθεια απόκρυψης σε συνδυασμό με την βαθειά ειλικρίνεια ενός ατόμου το οδηγούν στην ανάγκη της πραγματικής επικοινωνίας με το περιβάλλον του, όπως ένας καλλιτέχνης, αφού δημιουργήσει το έργο του, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αισθάνεται την ανάγκη να το φανερώσει στον λοιπό κόσμο, δίνοντας πλέον μικρότερη βαρύτητα σε επικρίσεις. Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες ελευθερίες που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος, η απαλλαγή από το «τι θα πει ο κόσμος;». Αυτά που φαίνονται μπορούμε εύκολα να τα τροποποιούμε και να τα παρουσιάσουμε όπως κι όταν εμείς θέλουμε και συνεπώς ο αθέατος εαυτός μας είναι εκείνος που πρέπει να μας ορίζει, το αντικείμενο εξέτασης. Γι’ αυτό πρέπει να μειώσουμε σταδιακά την εξάρτησή μας από τις πρώτες εντυπώσεις, να αξιοποιήσουμε και να εξυψώσουμε τις πνευματικές δυνατότητες της κοινωνίας μας που πηγάζουν βέβαια από τα άτομα, να οριοθετήσουμε ως εξής την ύπαρξή μας:

«Δεν είμαστε ό,τι είμαστε, κι ούτε συμπεριφερόμαστε κι ούτε εκτιμάμε ο ένας τον άλλον για αυτό που είμαστε, αλλά για εκείνο που είμαστε ικανοί να είμαστε».
Thoreau (Θορώ)

Σε παρόμοιο ύφος είναι και ο αφορισμός του Γκαίτε:

«Αν συμπεριφέρεστε στους διπλανούς σας έτσι όπως τους αξίζει, θα τους κάνετε χειρότερους. Αν όμως συμπεριφέρεστε σαν να είναι καλύτεροι απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, τότε τους κάνετε καλύτερους».

Και στον σαιξπηρικό Άμλετ εντοπίζεται παρόμοια προτροπή, όταν έχει καταφθάσει στο παλάτι ένας θίασος που επρόκειτο να φιλοξενηθεί εκεί:

«Πολώνιος: Κύριέ μου, θα τους μεταχειριστώ κατά την αξία τους.
Άμλετ: Προς Θεού, άνθρωπε, πολύ καλύτερα! Αν μεταχειριζόμαστε καθέναν κατά την αξία του, ποιος θα γλίτωνε το ξύλο; Να τους μεταχειριστείς κατά τη δική σου την τιμή κι αξιοπρέπεια˙ όσο αυτοί λιγότερο το αξίζουν, τόσο μεγαλύτερη αξία έχει η καλοσύνη σου. Πάρ’ τους μέσα».


Η πρώτη εντύπωση σχετίζεται άμεσα με τις αισθήσεις, αυτές την διαμορφώνουν. Για να περιοριστεί η βαρύτητα της πρώτης εντύπωσης θα πρέπει να αυξηθεί ακόμα περισσότερο εκείνη των αισθήσεων, να αναγνωρίσουμε την μεταβλητότητα των μηνυμάτων που αυτές δέχονται και γενικότερα το ότι η φύση εξελίσσεται. Στην περίπτωση των διαπροσωπικών σχέσεων, τα άτομα που λένε πως ξέρουν κάποιον, με την έννοια ότι απλώς ξέρουν το όνομά του και τον έχουν ακούσει να διατυπώνει απλές κρίσεις, τον έχουν ταυτίσει με αυτό, το οποίο είναι ένα τίποτα, ένα κοινό όνομα, ένα συνηθισμένο, γενικό, προσδιοριστικό ουσιαστικό. Αυτή η πρώτη τους εντύπωση όμως φαίνεται ότι δύσκολα ξεχνιέται. Πρέπει επομένως να μείνουν εκτεθειμένοι στο χαρακτήρα του για μεγάλο διάστημα ώστε να σχηματιστεί μια νέα «πρώτη εντύπωση» που θα είναι πρωτόγνωρη και θα επισκιάσει την προηγούμενη για εκείνον, εκείνη που τον θεωρούσε ως ένα τίποτα. Η νέα αυτή γνώμη δεν θα έχει απλώς ως αντικείμενό της τις πράξεις και τα λόγια του, αλλά τον μηχανισμό που τα παράγει κι επομένως θα καθιστάται δυνατή και η πρόβλεψη της συμπεριφοράς του. Τότε μόνο μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι ξέρει κάποιον. Έστω ένα υποθετικό άτομο, ο Γεώργιος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πρώτη «πρώτη εντύπωση» ήταν για τον «Γεώργιο», ενώ η νέα για τον «νέο Γεώργιο», αφού έχει πραγματοποιηθεί μια μεταμόρφωση, μια αλλαγή του υποκειμένου, έχει αλλάξει το πρόσωπο, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για το ίδιο άτομο. Το όνομα «Γεώργιος» δεν δηλώνει τίποτα πλέον, είναι κενού περιεχομένου, ένα ψευδές και παραπλανητικό όνομα που προσδιορίζει κάτι το τελείως διαφορετικό από αυτό που υποτίθεται πως ορίζει. Πηγή της μεταβολής είναι η λήψη περισσότερων ερεθισμάτων, δηλαδή πληροφοριών, κι άρα η αυξημένη λειτουργία των αισθήσεών μας.

Η διαδικασία αυτή της μεταμόρφωσης όμως είναι επίπονη και μπορεί να πραγματοποιηθεί απέναντι σε πρόσωπα τα οποία ναι μεν δεν μας γνωρίζουν καλά, αλλά τους έχουμε μια σχετική εμπιστοσύνη και δεν απαιτούμε τίποτα από αυτούς, ενώ εμείς τους προσφέρουμε τα πάντα με μοναδικό κέρδος το τελικό έπαθλο, την ατομική αρετή που θα οδηγήσει στην αρετή και τους συνανθρώπους μας. Κι αυτό γιατί τότε θα μπορούμε να αρθρώσουμε λόγο χωρίς να φοβόμαστε ούτε την προκατάληψη που μια αρνητική «πρώτη εντύπωση» προκαλεί (δεν μας ξέρουν, δεν τους ξέρουμε, δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέση με αυτούς), αλλά ούτε και την κατηγορία της ασυνέχειας του λόγου μας (φράσεις του τύπου «Άλλα μας έλεγες χθες, άλλα σήμερα» δεν υφίστανται). Επομένως, αν νομίζουμε πως μπορούμε να δημιουργήσουμε μια φιλία με έναν συνάνθρωπό μας μέσω του λόγου και της ειλικρινούς επικοινωνίας, τότε πιο εύκολα μπορούμε να το πετύχουμε αυτό με έναν άγνωστο. Αυτό δεν ισχύει βέβαια στην περίπτωση που δεν μας νοιάζει το τι λέει ο κόσμος για εμάς, στο στάδιο εκείνο δηλαδή όπου δεν μας ενδιαφέρει αν θα μας αποκαλέσουν τρελούς, γιατί έτσι θα μας αποκαλέσουν αφού πίσω από την τρέλα αυτή κρύβεται η διαφορετικότητα, η ατομική βομβά που απειλή την μάζα.

Σχετικά με την ονοματοθεσία των ανθρώπων, αλλά και την κατηγοριοποίηση/ταμπελοποίηση (προϊόν της «πρώτης εντύπωσης») των ανθρώπων που είναι κι αυτή μια μορφή ονοματοθεσίας, όπου αναδύθηκε ένα ακόμη πρόβλημα, αναφέρω τα εξής λίγα. Το όνομα που δόθηκε στο κάθε άτομο στη βρεφική του ηλικία (κατά τη βάπτισή του στους χριστιανούς) είναι προϊόν αυθαιρεσίας που νομιμοποιείται ως απόδοση τιμής στον εκάστοτε άγιο ή ιστορικό πρόσωπο ή πρόγονό του. Καταντά έτσι μια γενική έννοια που δεν προκύπτει καν από κάποια αφαιρετική διαδικασία, αφού δεν καταλήγει σε κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα, είναι μια απλή λέξη που δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν εκφράζουν πράγμα ή κατάσταση, είναι μια απλή εκφορά ενός συνδυασμού γραμμάτων μέσω της γλώσσας, και αποτελούν μέρος της κληρονομιάς κάθε οικογένειας. Το όνομα «Γεώργιος» δεν φέρει καμιά ιδιότητα, είναι ένα απλό και διαδεδομένο όνομα που ο καθένας μπορεί να αποκαλεστεί έτσι χωρίς να πληρεί κάποιες φυσικές ή πνευματικές προϋποθέσεις. Υποθέτωντας πως η ρίζα του ονόματος «Γεώργιος» είναι η γεωργία (γη + έργο) και αποκαλώντας με το όνομα αυτό κάποιον που ζει στην πόλη και εργάζεται σε ένα γραφείο, οδηγούμαστε σε πλάνη.

Αυτές τις χωρίς περιεχόμενο έννοιες απέρριπταν και απέφευγαν οι νομιναλιστές (νομιναλισμός-ονοματοκρατία, λατινικό nomen=όνομα) που πίστευαν στην ύπαρξη μόνο ξεχωριστών αντικειμένων τα οποία δεν επιδέχονται γενίκευσης. Μια αυστηρή υιοθέτηση του φιλοσοφικού αυτού ρεύματος του Μεσαίωνα θα μας ανάγκαζε να δίνουμε τα ονόματα στους ανθρώπους βάσει κάποιων διακριτικών χαρακτηριστικών τους που θα εντοπίζονταν από μελέτη της προσωπικότητας τους και θα τους καθιστούσε αναγνωρίσιμους και ξεχωριστούς, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό ώστε να μην παρατηρείται το σημερινό χάος με τα ονόματα τα οποία ανακυκλώνονται τόσο μέσα στο σόι του κάθε ατόμου (ίδια ονόματα και επίθετα) αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία. Το φαινόμενο της ονοματοθέτησης των νεογνών με βάση το όνομα του παππού τους που παρατηρείται στη χώρα μας, υπό προϋποθέσεις μπορεί να δημιουργήσει αρκετά μπερδέματα. Αν για παράδειγμα ο πρωτότοκος γιος παίρνει το όνομα του πατέρα του πατέρα του, τότε ανά δύο γενιές θα εμφανίζεται εναλλάξ πρόσωπο με το ίδιο όνομα, πατρώνυμο και επίθετο, γεγονός που θα περιπλέκει την δική τους αλλά και τη δική μας μνήμη. Απ’ την άλλη μεριά όμως η γενίκευση αυτή των ονομάτων μας διευκολύνει, αφού διαφορετικά θα έπρεπε να δώσουμε διαφορετικό όνομα για κάθε άνθρωπο, καθιστώντας έτσι αδύνατη την υπό συνθήκες ευρείας παγκοσμιοποίησης μεταξύ μας επικοινωνία όταν ο παγκόσμιος πληθυσμός ανέρχεται σε δισεκατομμύρια. Σε παλιότερες εποχές, για παράδειγμα στην Αρχαία Ελλάδα, τα ονόματα είχαν περιεχόμενο, ή απλώς ήταν πρωτότυπα, αλλά ο ελάχιστος πληθυσμός που είχε μικρό προσδόκιμο μέσο όρο ζωής (σε σχέση με σήμερα) εξ αιτίας πολέμων και ασθενειών, και οι σχετικά κλειστές κοινωνίες των πόλεων κρατών, έδιναν τη δυνατότητα στους Έλληνες να δίνουν προσωπικά ονόματα στα παιδιά τους, των οποίων η σημασία (ετυμολογία) ήταν σχετική με το χαρακτήρα του υποκειμένου (τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, ενώ υπήρχε και τότε κάποιος βαθμός ανακύκλωσης των ονομάτων). Μια λύση είναι η απόκτηση κατά την ενηλικίωση (ουσιαστική ένταξη στη κοινωνία) ενός μεσαίου ονόματος έτσι ώστε ο τριπλός ονοματικός συνδυασμός (επίθετο, βαπτιστικό και μεσαίο όνομα) θα είναι μοναδικός σε κάθε άτομο και θα το προσδιορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος έχει το δικαίωμα να προσδιορίζει τον ίδιο του εαυτό και συνεπώς να αυτοονοματοδοτείται και να ορίζει τη ταυτότητα και θέση του στη κοινωνία. Εδώ μπαίνει όμως και το διαχρονικό ερώτημα του αν είναι δυνατή η πλήρης γνώση του ανθρώπου εξ αιτίας της υποκειμενικότητάς της (άνθρωπος κρίνει άνθρωπο).

Μια αξιομνημόνευτη έκφανση της πρώτη εντύπωσης είναι ο έρωτας με την πρώτη ματιά, τον οποίο θα χαρακτήριζα ως ματαιόδοξο έρωτα γιατί προέρχεται από παράγοντες σχετικούς με την εξωτερική εμφάνιση που αγνοούν την πνευματική καλλιέργεια. Σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούμε την ευχαρίστηση που προκαλεί η θέα ενός ωραίου σώματος, αλλά όπως λέει κι ένας επικούρειος: «Εγώ τουλάχιστον δε γνωρίζω πώς να κατανοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις γευστικές ηδονές, τις ερωτικές και τις ηδονές της ακοής κι αν αφαιρέσω, τέλος, τις ευχάριστες κινήσεις που γεννά στην όραση μια ωραία μορφή», αλλά δεν πρέπει να αρκούμαστε μονάχα σε ξαφνιάσματα της στιγμής όταν μιλάμε για έρωτα κι όχι για μια απλή σεξουαλική σχέση. Ο «έρωτας» αυτός παράγεται από οπτικά ερεθίσματα, από τον θαυμασμό προς την ομορφιά ενός ατόμου του αντίθετου φύλου, αποτελεί φυσική έλξη. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, επειδή η μορφή αυτή του έρωτα αγνοεί το τι υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο (μερικοί άνθρωποι κρύβουν μέσα τους ολόκληρα ζώα και ζωύφια, από βόδια μέχρι σκουλήκια), η πηγή του ερωτικού συναισθήματος (το σώμα) είναι καθολικά αποδεκτή (δύσκολα ερωτεύεσαι μια άσχημη γυναίκα με την πρώτη ματιά). Η καθολικότητα αυτή προσδίδει στο ωραίο σώμα μια βεβαιότητα αποδοχής από το αντίθετο φύλο, το καθιστά μονάχα ένα (εφήμερο) ξάφνιασμα, μια δύναμη αυτοεπιβεβαίωσης που δύσκολα μπορεί να απορρίψει κανείς κι η οποία σε κατακτά χωρίς αντίσταση. Δεν υπάρχει απόπειρα σαγήνης, δεν απαιτείται προσπάθεια για να προκαλέσεις ερωτικά συναισθήματα, το σώμα σου μιλάει από μόνο του, είναι αυθύπαρκτο και δρα αυτοβούλως ανεξάρτητα από την συναισθηματική σου κατάσταση και διάθεση. Γίνεται φανερό λοιπόν ότι στην περίπτωση αυτή το αρχικό ξάφνιασμα καταλήγει σε μια βεβαιότητα και η σεμνότητα που μπορεί αρχικά να προκάλεσε σε ματαιοδοξία. Η ματαιοδοξία έγκειται στο ότι μέρος της ευχαρίστησης από τον έρωτα αυτόν προέρχεται από τις κοινές εμφανίσεις του ζευγαριού όπου έκαστο άτομο του κεραυνοβολημένου ζευγαριού αισθάνεται ευχαρίστηση που βρίσκεται πλάι σε ένα όμορφο σώμα πάνω στο οποίο ασκεί εξουσία και το ελέγχει. Επειδή δεν κατανοώ το γυναικείο μυαλό, ο άνδρας θα μπορούσε να σκέφτεται ως εξής: «Αφού εγώ την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, το ίδιο θα συμβαίνει ή συνέβαινε και στους υπόλοιπους, αλλά τώρα είναι δικιά μου, τους πρόλαβα». Δημιουργείται έτσι κλίμα αντιζηλίας όπου οι επίδοξοι εραστές ανταγωνίζονται για ένα έπαθλο που όμως δεν είναι αντικείμενο αλλά άνθρωπος. Ο κεραυνοβόλος έρωτας χαρακτηρίζεται από υπέρμετρο αυθορμητισμό και απερισκεψία κι επομένως μπορεί να διερευνηθεί η ρεαλιστικότητά του μέσω της εκτεταμένης επικοινωνίας για να διαπιστωθεί τελικά αν πρόκειται για πραγματικό έρωτα ή αισθησιακό ξάφνιασμα. Όπως έλεγε και ο Επίκουρος: «Αν αφαιρέσουμε την όψη, την επικοινωνία και την επαφή, σβήνει το ερωτικό πάθος», δηλαδή συστατικά του έρωτα είναι η εικόνα/μορφή/όψη, η επικοινωνία, και η επαφή, τα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη σχέση κάποιων για να θεωρούνται ερωτευμένοι. Κάποιοι συνάνθρωποι μας λοιπόν είναι καμωμένοι για κεραυνοβόλο έρωτα, κάποιοι άλλοι για πιο ουσιαστικές μορφές έρωτα, μα όλοι έχουν το δίκιο με το μέρος τους, γιατί ο έρωτας πάνω απ’ όλα είναι ελευθερία.

Ας εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ του κεραυνοβόλου έρωτα και του προβλήματος της ανεπιθύμητης επιλογής. Επειδή δεν γνωρίζουμε προσωρινά τη γυναίκα που μας ενδιαφέρει (βέβαια δεν είναι σίγουρο ότι υπάρχει πράγματι τέτοια γνώση) χρησιμοποιούμε την πληροφόρηση της πρώτης εντύπωσης: «Δεν ξέρω αν είναι γυναίκα που αξίζει ως άνθρωπος, σκοπεύω να το μάθω. Αν όμως αποδειχθεί κατώτερη των προσδοκιών μου, τουλάχιστον η εξωτερική της εμφάνιση θα με ανταμείψει». Άρα στην περίπτωση αυτή η πιθανότητα της ανεπιθύμητης επιλογής μειώνεται δραματικά, αφού ανεξάρτητα από την άβυσσο της ψυχής της η αξία της εξωτερικής εμφάνισης είναι ήδη γνωστή κι αποδεκτή. Άρα ο κεραυνοβόλος έρωτας έχει τα πλεονεκτήματά του αρκεί να είμαστε γνώστες της καταστάσεως στην οποία βρισκόμαστε.

Όλα αυτά αναφέρονται για κινήσεις που γίνονται σε σύντομα χρονικά διαστήματα, όμως αφού δεν υπάρχει ουσιαστική πίεση χρόνου, ως πηγή πληροφόρησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο διάλογος (επικοινωνία) κι όχι η μεροληπτική και βιαστική πρώτη εντύπωση. Δεν υπάρχει ανάγκη γρήγορης «κατάρτισης σύμβασης» με τον συνάνθρωπό μας. Μπορούμε να του αφιερώσουμε λίγο από το χρόνο μας ώστε να αποκτήσουμε έναν νέο φίλο που δεν θα αποτελεί ανεπιθύμητη επιλογή, ανεξαρτήτως του τι είναι. Μια τέτοια είδους επιλογή εμφανίζεται μόνο όταν δεν κάνουμε σωστή χρήση του χρόνου (π.χ. κεραυνοβόλος έρωτας) και του χρήματος (π.χ. μια αγορά ενός προϊόντος που δεν είμαστε σίγουροι για την αντιστοιχία τιμής-ποιότητας).

Για να κατανοήσουμε εις βάθος το φαινόμενο της πρώτης εντύπωσης θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα από μια ψυχολογική σκοπιά. Ο άνθρωπος, όπως και οι υπόλοιποι οργανισμοί στη γη, έχει έμφυτη τη τάση για τη διατήρηση του είδους του, τόσο μέσω της διαιώνισής του όσο και μέσω της επιβίωσής του. Αυτά τα ένστικτα (ένστικτο είναι μια έμφυτη γνώση για την ικανοποίηση μιας έντονης τάσης που αισθανόμαστε ως προς κάτι, το οποίο συνοδεύεται από τις ανάλογες μηχανικές και περίπλοκες κινήσεις που δεν πηγάζουν από την εμπειρία, και χρησιμεύει ως υποστηρικτικός μηχανισμός επιβίωσης όταν δεν υπάρχει πλήρης σωματική και ψυχική ανάπτυξη, ενώ όταν υπάρχει αυτήν ο ρόλος της υποβαθμίζεται από την διάνοια) θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν από μόνα τους πηγή αισιοδοξίας γιατί εκφράζουν θέληση για ζωή και αυτή με τη σειρά της μας προδιαθέτει θετικά απέναντι σε μια νέα εντύπωση, γιατί, εφόσον θέλουμε να ζούμε, θα έχουμε αναπόφευκτα συνεχώς νέες εμπειρίες. Για αυτό κι ο Αριστοτέλης λέει ότι όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιθυμούν τη γνώση. Η υπόθεση περί εκ φύσεως αισιοδοξία υποστηρίζεται κι απ’ το γεγονός ότι και τα ζώα αγαπούν τη ζωή και δεν αυτοκτονούν (εξαιρείται ο σκορπιός κι ο άνθρωπος). Έτσι, και οι δύο λέξεις, ζωή και ζώα, είναι πανομοιότυπες, κι όποιος άνθρωπος αρνείται τη ζωική του προέλευση αρνείται την ίδια τη ζωή. Η προαναφερθείσα προδιάθεση μπορεί να ενισχυθεί και με την σύμφυτη τάση του στοιχειωδώς σκεπτόμενου ανθρώπου να αγαπά κι όχι να μισεί. Ένα περιβάλλον όμως που χαρακτηρίζεται αφιλόξενο από ένα άτομο είναι λογικό να ενεργοποιήσει σε αυτό σε μεγαλύτερο βαθμό τα πρωτόγονα ένστικτα της επιβίωσης με αποτέλεσμα να βλέπει γύρω του εχθρούς κι όχι συνοδοιπόρους. Το συμπέρασμα είναι ότι μια πρώτη εντύπωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά, αναλόγως των περιστάσεων, και γι’ αυτό εμείς θα πρέπει να φροντίζουμε για την εγκαθίδρυση υγιών συνθηκών διαβίωσης όπου θα περιορίζεται αυτόματα η αρνητική επίδρασή της.

Για να δημιουργηθεί κάποιο συναίσθημα στον οργανισμό μας θα πρέπει αυτός να δεχτεί μια ισχυρή εντύπωση (μεγάλης διάρκειας κι έντασης), η οποία θα μας συγκινήσει ευχάριστα ή δυσάρεστα και θα σχηματίσει στην αντίληψή μας μια σχετική παράσταση (εικόνα). Συνεπώς, πηγή των συναισθημάτων είναι οι εντυπώσεις, των εντυπώσεων τα αισθήματα, και κάθε εντύπωση που ανακαλούμε μέσω της παράστασής της συνοδεύεται από το συναίσθημα που αυτή προκάλεσε. Με το σκεπτικό αυτό, αν θέλουμε να επηρεάσουμε συναισθηματικά κάποιον, πρέπει να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες εντυπώσεις ή να τον οδηγήσουμε συνειρμικά στην ανάκτησή τους. Ένας βομβαρδισμός ποικίλων εντυπώσεων είναι δυνατόν να προκαλέσει συναισθηματικές διακυμάνσεις υπέρ του επιτιθέμενου καθιστώντας έτσι επιζήμια για μας την εκμετάλλευση του μηχανισμού σχηματισμού εντυπώσεων μας από εξωτερικό παράγοντα.

Η ικανότητα σχηματισμού παραστάσεων εξαρτάται από την εποπτεία, από την ικανότητα δηλαδή των αισθήσεων να συλλαμβάνουν νέες εντυπώσεις, και τις ικανότητες του νου να τις αποθηκεύει στη μνήμη, να τις συσχετίζει και τέλος να τις ανακτεί με σαφήνεια. Επομένως, όσο πιο πνευματικά ώριμος (δηλαδή λιγότερο εγωκεντρικός), παρατηρητικός και προσεκτικός είναι κάποιος, τόσο πιο εποπτικός είναι και μπορεί να σχηματίζει ακριβέστερες παραστάσεις πάνω στις εντυπώσεις που δέχεται ή έχει ήδη δεχτεί. Έπειτα ακολουθεί η σκέψη μας, το νοείν, το όργανο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τις ιδέες και παραστάσεις που έχουμε συλλάβει στη συνείδησή μας. Το νοείν δεν είναι γνώση, αλλά μέρος της, μια διαδικασία. Για την μελέτη της ανθρώπινης νόησης πρέπει κατ’ αρχήν να ερευνήσουμε τα αντικείμενα αυτής, τις ιδέες, ως απλά φυσικά φαινόμενα και στη συνέχεια να σχηματίσουμε κρίση για την ορθότητα ή μη με την οποία χρησιμοποιήθηκαν. Ο μηχανισμος αποτύπωσης της πρώτης εντύπωσης συνεπώς παράγει ιδέες κι όχι κρίσεις, αφού οι κρίσεις δημιουργούνται χρησιμοποιώντας ιδέες, και για αυτό είναι ευάλωτος σε κάθε είδους ιδεολογικές δοξασίες και εμφύσηση κρίσεων. Η γνώση θα κατακτηθεί με την εξέταση του ορθού συνδυασμού των ιδεών, των εντυπώσεων και των αισθήσεων, δηλαδή πρέπει να ακολουθηθεί μια αφαιρετική διαδικασία η οποία θα μας αποκαλύψει στη συνέχεια το τρόπο σύνθεσής τους. Η πρώτη ύλη, η αιτία, κάθε γνώσης είναι οι αισθήσεις.

Η παράσταση, εν αντιθέσει των εντυπώσεων, για να δημιουργηθεί δεν χρειάζεται τόσο τη συμβολή των αισθητηριακών οργάνων (μόνο τα πορίσματά τους, τις αισθήσεις) όσο εκείνη του εγκεφάλου, ο οποίος δραστηριοποιείται ύστερα από κάποια αφορμή όπως μια ανάμνηση, μια συνειρμική σκέψη κ.τ.λ. Άλλες διαφορές, ποιοτικές, είναι η ένταση, η σαφήνεια και η ακρίβεια των εντυπώσεων έναντι των παραστάσεων. Υπό ορισμένες συνθήκες όμως οι διαφορές αυτές εκμηδενίζονται και υπάρχει σύγχυση ως προς την πραγματικότητα, αγνοούμε την ακριβή προέλευση των ερεθισμάτων (προέρχονται από τον εγκέφαλο ή από τα αισθητηριακά όργανα;), δημιουργούνται δηλαδή παραισθήσεις. Παραίσθηση λοιπόν έχουμε όταν μια παράσταση είναι παρόμοιας έντασης με την αρχική εντύπωσή της κι επομένως νομίζουμε ότι ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το αντικείμενο της νόησης, ενώ αυτό αποτελεί καθαρά μια ανάμνηση, φανταζόμαστε δηλαδή πράγματα που δεν βρίσκονται δίπλα μας ως πραγματικά. Χρησιμοποιώντας όμως τις γνώσεις κι εμπειρίες μας μπορούμε να καταλάβουμε το τι όντως συμβαίνει παρακολουθώντας τα επακόλουθα των φαινομένων κι αν αυτά συνοδεύονται από κάποια λογική/εμπειρική αιτιότητα που ήδη γνωρίζουμε ώστε έτσι να φανερωθεί η πραγματικότητα. Την ίδια διαδικασία χρησιμοποιούμε για να διακρίνουμε τα όνειρα από την πραγματικότητα, επειδή και τα όνειρα δεν έχουν λογική συνέχεια. Επίσης, υπάρχει και άλλη μια περίπτωση κατά την οποία συγχέονται παραστάσεις και εντυπώσεις στην συνείδησή μας. Όταν υπάρχει συνεχής επανάληψη μιας εντύπωσης, για παράδειγμα ενός συγγενικού μας προσώπου που αντικρύζουμε καθημερινά, χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας για λόγους συντομίας και συνήθειας την σταθερή παράστασή αυτής, η οποία υπερισχύει τελικά της εντύπωσης που σχηματίζεται κάθε φορά που συναντάμε το πρόσωπο. Με αυτό τον τρόπο αγνοούμε τις όποιες μεταβολές συμβαίνουν καθημερινά στο πρόσωπο λόγω της σταθερής εικόνας-παράστασης που μηχανιστικά έχουμε σχηματίσει για λόγους διευκόλυνσης (λιγότερη ανάλυση ερεθισμάτων). Έτσι είναι αρκετά πιθανό να μην εντοπίζουμε τις διάφορες αλλαγές που έχει υποστεί το πρόσωπο αυτό (π.χ. γήρανση). Συμπεραίνουμε δηλαδή ότι αν θεωρούμε ως αντικειμενική αλήθεια τις πρώτες εντυπώσεις αγνοώντας κάθε νέα αίσθηση, τότε υπάρχει διάχυτος ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στο παράλογο (παραίσθηση).

Πρώτη εντύπωση σχηματίζουμε και για κάθε αντικείμενο γύρω μας και για κάθε εμπειρία μας περί διαφόρων καταστάσεων που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν. Η διαδικασία σχηματισμού της είναι η ίδια. Για παράδειγμα, όταν ήμασταν παιδιά σίγουρα θα θεωρούσαμε κάποιο είδος φαγητού απαίσιο (π.χ. όσπρια). Η άποψη αυτή όσο μεγαλύτερο διάστημα δεν αναιρούνταν, τόσο ισχυροποιούνταν και καθιστούσε δυσκολότερη την περίπτωση να το ξαναδοκιμάσουμε. Όμως αν τύχαινε να ξεπεράσουμε τις προλήψεις μας ύστερα από τη διαπίστωση της γελοιότητάς τους και να το ξαναδοκιμάσουμε τελικά (εφόσον είναι μικρό το ρίσκο της επανάληψης της εμπειρίας), τότε εύκολα θα μπορούσαμε να αναθεωρήσουμε την άποψή μας και να απαλλαγούμε από μια άρνηση που κουβαλούσαμε μέσα μας τόσο καιρό, από μια περιοριστική κι ανελαστική πρώτη εντύπωση. Μια αρνητική πρώτη εντύπωση μετατράπηκε σε θετική εντύπωση. Το αντίστροφο όμως είναι συχνότερο: Μια αύξουσα ευχάριστη εντύπωση κάποια στιγμή αρχίζει να φθίνει και καταλήγει σε δυσαρέσκεια, κι επίσης η επιμονή μιας αρνητικής εντύπωσης είναι μεγαλύτερη μιας θετικής. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη εντύπωση αποτελεί παράγοντα ψυχικής ανισορροπίας (προκαλεί ψυχικές μεταπτώσεις λόγω της παροδικής φύσεώς της) όταν δεν γίνεται σωστή χρήση της και απαιτεί την δέουσα προσοχή μας.

Σχολιάστηκε μέχρι στιγμής η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει ένα πρόσωπο για κάποιο άλλο. Τώρα θα δούμε την πρώτη εντύπωση που σχηματίζουμε για τον εαυτό μας (αυτοεντύπωση) καθώς και πότε αυτή σχηματίζεται. Η πρώτη εντύπωση μπορεί να διακριθεί σε ψυχική και σωματική. Σύμφωνα με ψυχολόγους, το βρέφος αποκτά πλήρη συνείδηση, γνώση δηλαδή του ότι αποτελεί μια ανεξάρτητη ύπαρξη από το περιβάλλον του με δική του φυσική υπόσταση και προσωπικότητα στην ηλικία περίπου των έξι ετών. Ο άνθρωπος σχηματίζει όμως και εικόνα για το σώμα του παρατηρώντας την αντανάκλασή του, το είδωλό του, σε κάποια λεία επιφάνεια (καθρέπτης, στάσιμο νερό κ.τ.λ.), αφού βέβαια έχει προηγηθεί η απόκτηση συνείδησης. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώνεται και η κοινωνικοποίησή του, γιατί πλέον γνωρίζει τι μορφή έχει, ποιός είναι σωματικά όμοιος με αυτόν και ποιό είναι το είδος στο οποίο ανήκει. Επομένως, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην αυτογνωσία, για να επέλθει ο συγκερασμός νόησης και σώματος, η απλή διαπίστωση ότι ο φορέας της νόησης/ψυχής και σώματος είναι ένας, ο εαυτός του, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα είδωλα (τα αθώα νήπια δικαιολογημένα πίστευαν σε μια δυική κατάσταση ψυχής και σώματος, όχι όμως κι ένας νοήμων ενήλικας). Αν λατρεύει τον εαυτό του σε υπερβολικό βαθμό (είναι φύσει αδύνατο να μην αγαπάμε καθόλου τον εαυτό μας) τότε το άτομο αυτό έχει και το δικαίωμα να αποκαλείται ορθώς ειδωλολάτρης.

Όσον αφορά το χρονικό προσδιορισμό της έναρξης της διαδικασίας παραγωγής εντυπώσεων, των πρώτων πρώτων εντυπώσεων, αυτή ξεκινά κατά το δεύτερο έτος της ζωής του ανθρώπου, όταν αυτός αρχίζει να χρησιμοποιεί την ομιλία ως μέσο επικοινωνίας και μέσω της σταδιακής αντικειμενοποίησης του κόσμου να αναγνωρίζει την υποκειμενικότητά του, το Εγώ του. Η παραπάνω μετάβαση δεν γίνεται άμεσα, απαιτείται χρόνος. Το βρέφος μέχρι τότε δύσκολα διακρίνει τον εαυτό του από το περιβάλλον, το θεωρεί προέκτασή του, τα θεωρεί όλα ένα (κάτι σαν το ακίνητο, αγέννητο, ομοιογενές, συμπαγές, πανταχού παρόν, εν Ον αρκετών φιλοσόφων Ελλήνων και βαρβάρων). Όσο διευρύνονται όμως οι επαφές του με αντικείμενα κι ανθρώπους, αναγνωρίζει την ύπαρξη κάποιων ορίων στην δράση του, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι απόλυτα ελεύθερος κι ότι υπάρχει κάτι άλλο έξω από τον ίδιο (μη-Εγώ) που τον εμποδίζει να κάνει αυτό που θέλει. Αργότερα, από το τρίτο έτος της ζωής του και μετά, έχει πλέον αναπτύξει σημαντικά τη γλώσσα και τακτοποιήσει το περιβάλλον του, και παράλληλα χρησιμοποιεί επανειλημμένα προσωπικές αντωνυμίες (μου, εμένα, εγώ) για να τονίσει την ξεχωριστή του ύπαρξη που μόλις αναγνώρισε (μήπως έτσι δεν κάνουν κι αρκετοί διακεκριμένοι ενήλικες που είναι παθιασμένοι με τον εαυτό τους και τον πλούτο;). Με την ολοκλήρωση της νηπιακής ηλικίας (έκτο έτος) έχει γίνει η διάκριση εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος και είναι πλέον ικανός να ερμηνεύσει με αρκετή ακρίβεια το γίγνεσθαι. Αυτό συνεπάγεται ότι η καλλιέργεια του εαυτού μας οφείλεται στις αισθήσεις: Χρώματα και σχήματα, γεύσεις, αρώματα, ήχοι, πιασίματα αντικειμένων. Η μάνα για το βρέφος είναι απλώς ένας πομπός ερεθισμάτων προς όλες τις αισθήσεις, δεν έχει κάποια έμφυτη ικανότητα για να την αναγνωρίσει (δεν μπορεί να κάνει ανάλυση DNA μέσω του εγκεφάλου του για να την πιστοποιήσει).

Οι Έλληνες είχαν φροντίσει να διατυπώσουν κάθε είδους θεωρία που θα ήταν ικανή να εξηγήσει τον κόσμο και να εντοπίσει την αλήθεια, καλύπτοντας με αυτό το τρόπο τις ποικίλες ατόμικες και πολιτειακές ανησυχίες σε κάθε ιστορική περίοδο. Έτσι, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το παρόν πρόβλημα με τη βοήθεια κάποιων Ελλήνων φιλοσόφων καθώς και κάποιων Ευρωπαίων οι οποίοι εμπνεύστηκαν από το αθάνατο και υγιές Ελληνικό πνεύμα.

Αρχίζοντας με τους Σοφιστές και τον επικεφαλής τους Πρωταγόρα, διακήρυτταν ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια (σκεπτικισμός), ότι όλα είναι σχετικά (σχετικισμός):

«Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος˙ για όσα είναι ότι είναι, για όσα δεν είναι ότι δεν είναι» (Πρωταγόρας) κι ότι η γνώση αποτελεί απλώς ένα μέσο για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου, ο οποίος είναι να ζήσει αυτός ωφέλιμα, σκοπός πρακτικός, ωμός που κίνησε την αντιπάθεια των «ευγενών» και των αριστοκρατικών. Χαρακτηριστικός είναι κι ο παρακάτω συλλογισμός του Γοργία: «Δεν υπάρχει τίποτα˙ αλλά και να υπάρχει, είναι άγνωστο˙ κι αν υπάρχει και είναι δυνατό να γίνει γνωστό, δεν είναι δυνατό να ανακοινωθεί σε άλλους».

Οι Σοφιστές είναι οι πρώτοι που αμφισβήτησαν τα πιστεύω και την φιλοσοφική παράδοση του τόπου και η καινοτομία της σκέψης τους σηματοδότησε μια ιστορική αλλαγή στην παγκόσμια φιλοσοφία. Σύμφωνα λοιπόν με τη σοφιστική νοοτροπία θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη εντύπωση που κάνουμε για ένα αντικείμενο είναι λανθασμένη όπως κάθε εντύπωση, ουσιαστικά ασήμαντη (αφού δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί πουθενά, δεν υπάρχει αλήθεια), αλλά μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ωφέλιμη εφόσον μας βοηθάει στη ζωή μας και δεν είναι ζημιογόνα. Επομένως δεν υπάρχει λόγος να μεταβάλλουμε την άποψή μας για κάτι αν η νέα άποψη δεν μας δίνει επιπλέον όφελος, ανεξαρτήτως δηλαδή αν αυτή θα είναι αληθέστερη (εκτός βέβαια αν αισθανόμαστε καλύτερα νομίζοντας πλανημένοι ότι πλησιάζουμε σε κάτι που λέγεται «αλήθεια»). Πρακτική και βολική η θεώρηση αυτή των Σοφιστών, δεν μπορούμε εύκολα να την αποκλείσουμε.
Ιδεολογικοί αντίπαλοι των Σοφιστών, ο Σωκράτης κι ο Πλάτων, καθιέρωσαν την μέθοδο της διαλεκτικής ως το μέσο για την εύρεση της αλήθειας, δηλαδή έναν μονόλογο με δύο πρόσωπα. Ο ίδιος ο Σωκράτης μας δίνει απάντηση στο ερώτημά μας: Στο έργο του Πλάτωνα «Κρίτων», ο Κρίτων προσπαθεί να τον πείσει να δραπετεύσει από την φυλακή και την επερχόμενη θανατική του ποινή, αλλά εκείνος αρνείται λέγοντας τα εξής: «Εγώ όχι μόνο τώρα αλλά πάντοτε τέτοιος θα είμαι ώστε σε τίποτα άλλο από τα δικά μου να πείθομαι παρά στο Λόγο, ο οποίος θα μου φαίνεται βέλτιστος όταν συλλογίζομαι».

Δηλαδή δεν σχηματίζει κι αλλάζει γνώμη ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις αλλά αυτή καθορίζεται από τον Λόγο, μια εξωτερική δύναμη που προσδίδει αντικειμενικότητα, όπου αν και εκφράζεται από ένα υποκείμενο αυτή έχει αντικειμενική ισχύ. Η χρήση του Λόγου απαιτεί κάποια συλλογιστική προετοιμασία και γίνεται ελεύθερα (γόνιμη ελευθερία δεσμευμένη σε ανώτερες αξίες): Ο Σωκράτης μπορούσε να δραπετεύσει αλλά προτίμησε να υποταχθεί ελεύθερα στο νόμο ακολουθώντας έτσι τον δρόμο της κατ’ αυτόν αρετής. Στην δική μας περίπτωση μας λέει ότι δεν είναι ορθό να βασίζεσαι σε μια γνώμη που διατυπώνεις συγκυριακά και βεβιασμένα αλλά μόνο σε εκείνη που σχηματίζεις μέσω μιας λογικής διεργασίας του νου. Με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η σημασία της πρώτης εντύπωσης και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα αντικείμενο για πρώτη φορά είναι αυτή που ακολουθείται όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο: Δεν το κρίνουμε από το εξώφυλλό του, το διαβάζουμε ολόκληρο, το κατανοούμε και στη συνέχεια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι γνωρίζουμε το περιεχόμενό του και να διατυπώσουμε κρίση για αυτό. Στη λογική δεν αρμόζουν ξαφνικοί (πρώτοι) εντυπωσιασμοί.

Ένας από τους κορυφαίους του κορυφαίου αττικού δράματος, ο προοδευτικός Ευριπίδης, μίλησε κι αυτός για την «πρώτη εντύπωση». Παραθέτω δύο μεταφρασμένα αποσπάσματα από την «Μήδεια»:

«Διότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στους οφθαλμούς των ανθρώπων,
οι οποίοι πριν μάθουν με σαφήνεια την καρδιά κάποιου ανθρώπου
τον μισούν εξ όψεως, χωρίς ποτέ να έχουν αδικηθεί
(από αυτόν)».
στίχοι 219-221

«Ω Ζεύ, γιατί λοιπόν του μεν χρυσού που όταν είναι κίβδηλος
σαφείς αποδείξεις στους ανθρώπους έδωσες,
των δε ανθρώπων το κακό πώς πρέπει να γνωρίζουν
ουδεμία απόδειξη εμφύσησες στο σώμα τους;».

στίχοι 516-519

Εδώ ο Ευριπίδης εκφράζει το παράπονο της Μήδειας ότι η πρώτη εντύπωση για τη γενική εικόνα ενός ανθρώπου δεν είναι αρκετή για να μπορέσουμε να τον κρίνουμε ορθά, αφού ο κακός άνθρωπος δεν φέρει σημάδια όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κάλπικου χρυσού για τον οποίο υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, αλλά απαιτούνται περισσότερες πληροφορίες και χρόνο ώστε να οδηγηθούμε σε ασφαλέστερο συμπέρασμα. Και σε κάθε περίπτωση, η «πρώτη εντύπωση», η κρίση των ματιών, οδηγεί συνήθως σε αισθήματα κακίας για τον άλλον, χωρίς όμως να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει κάνει αυτός κάτι κακό. Είναι δηλαδή αρνητικά προκατειλημμένη, χρησιμοποιεί ως βάση έναν αρνητικό χαρακτηρισμό (μάλλον για λόγους ασφαλείας όπως αναφέραμε προηγουμένως), είναι απάνθρωπη αφού αγνοεί την «καρδιά» ενός ανθρώπου και δεν ευνοεί την δημιουργία υγιών φιλικών και κοινωνικών εν γένει σχέσεων. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, υπέρμαχος της οποίας είναι κι Ευριπίδης, οι πολίτες οφείλουν να σέβονται τον συμπολίτη τους, γιατί η ποιότητα των μεταξύ τους δεσμών είναι αυτή που καθορίζει την ατομική και κοινωνική αρμονία. Ίσως οι στίχοι αυτοί του Ευριπίδη να αποτελούν μομφή εναντίον κάποιων πολιτών που εξ αιτίας του φθόνου τους απειλούσαν την συνοχή της δημοκρατικής πολιτείας.

Άτομα πλανημένα, διεστραμμένα, ταλαιπωρημένα, διψασμένα για εξουσία (τάση για επιβολή στους απλούς ανθρώπους), δεν ικανοποιούνταν από το ευμετάβλητο περιβάλλον τους έτσι όπως το αντιλαμβάνονταν μέσω των αισθήσεών τους και αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο όπου θα ζούσαν υπό τη σκιά μύθων (χωρίς συμβολικό υπόβαθρο, κοινώς παραμύθια), μεταφυσικών ανησυχιών, ιδεαλιστικών φιλοσοφιών, και το κυρίως, θρησκειών. Από το σκοτάδι αυτών ήρθε να μας απαλλάξει ο φιλαλήθης, ρεαλιστής, ακριβολόγος, εύθυμος, ευδαίμονας κι ατάραχος Επίκουρος. Για τον Επίκουρο αληθινός είναι ο κόσμος στον οποίο κατοικούμε: Αυτά που βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, μυρίζουμε, πιάνουμε και νιώθουμε, τα οποία τελειώνουν οριστικά με τον επίγειο θάνατο, ούτε αναστάσεις, ούτε παράδεισοι, ούτε μετενσαρκώνσεις, τέλος στα παραμύθια. Κριτήριο του πραγματικού είναι οι αισθήσεις. Η αντικειμενικότητα της αίσθησης έγκειται στο ότι δεν εξαρτάται από την υποκειμενική λογική και μνήμη, όπως και οι αισθήσεις δεν αλληλοεξαρτώνται. Δεν ελέγχει η αφή την όραση, ούτε την αμφισβητεί, αμφισβητεί μόνο την κρίση του συγκεκριμένου ατόμου. Όπως είπε και ο Λουκρήτιος, η αξιοπιστία των αισθήσεων έγκειται στο ότι κάθε μια επιτελεί μια μοναδική λειτουργία που δεν επιδέχεται επαλήθευση, είναι η ίδια η αλήθεια, δεν μπορεί η όραση να εξακριβωθεί με την ακοή, ούτε η ακοή με την αφή. Την επαλήθευση μιας ορθής κρίσης την ονομάζουν επιμαρτύρηση, την απόδειξη μιας λαθεμένης, αντιμαρτύρηση. Αν οι αισθήσεις ήταν όντως πλάνες, τότε η χρήση τους από έναν λογικό νου θα καθιστούσε άχρηστο κάθε προϊόν της σκέψης κι οπότε δεν θα υπήρχε ποτέ δυνατότητα να γνωρίσουμε κάτι (σκεπτικισμός, πως γνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Βλέπε και άγνοια διαλεκτικού Σωκράτη), ούτε να ζήσουμε επιτυχημένα. Ο Επίκουρος προειδοποιεί τους ιδεαλιστές: «Αν τα βάλεις με όλες τις αισθήσεις, δεν θα έχεις που να σταθείς για να κρίνεις όσες ισχυρίζεσαι πως μας γελούν».

Οι εντυπώσεις συνθέτονται από τις αισθήσεις, εσωτερικές (συναισθήματα/πάθη που απλοποιούνται σε ηδονή και άλγος) και εξωτερικές (αισθήματα, πέντε αισθήσεις: όραση, γεύση, όσφρηση, ακοή, αφή). Οι εξωτερικές είναι προσιτές σε όλους αλλά ο καθένας δέχεται διαφορετικά τα ερεθίσματα από αυτές και προκαλούνται διαφορετικά συναισθήματα. Οι εντυπώσεις από μόνες τους δεν παράγουν γνώση καθώς αποτελούν απλώς άμεσα ερεθίσματα και μόνο με την σύνθεση επιμέρους εντυπώσεων και ιδεών/παραστάσεων που έχουμε συλλέξει μπορούμε να την παράγουμε. Επομένως αυτοί που δέχονται την αξιοπιστία της «πρώτης εντύπωσης» αποδέχονται κάτι κενό. Η εντύπωση, όπως το λέει η λέξη είναι ένα απλό «τύπωμα» στη μνήμη, ενώ είναι απαραίτητη η περαιτέρω επεξεργασία της για την παραγωγή κάποιας κρίσης. Θα έπρεπε να μιλάνε για «πρώτη ιδέα», το ολοκληρωμένο προϊόν της σκέψης. Η γνώση του παρελθόντος μέσω της μνήμης, η εμπειρία και η πίστη/παραδοχή ότι υπάρχει η έννοια της αιτιότητας και μπορεί να προβλεφθεί το μέλλον, όλα υπό την επίβλεψη της συνήθειας, μας καθιστούν ικανούς να γνωρίζουμε. Επίσης, υποστηρίζουν οι Επικούρειοι ότι οι αισθήσεις είναι πάντα σωστές, η κρίση μας μόνο μπορεί να κάνει λάθος και το οποίο μπορεί να αρθεί με τη συνδρομή όλων των αισθήσεων κι εμπειριών. Αν δηλαδή κάποιος έβλεπε μπροστά του έναν Κένταυρο, η παράσταση αυτή στον εγκέφαλό του έγινε ορθώς αλλά η φταίει η κρίση του εξ αιτίας άλλων παραγόντων, όπως για παράδειγμα δεν τον άγγιξε για να επιβεβαιώσει ό,τι βλέπει, αντιμαρτύρεται στο τέλος η παράσταση. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν κοιτάζουμε μια φωτογραφία ενός αλόγου: Πως ξέρουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι ένα άλογο; Αφού δεν είναι ούτε τρισδιάστατο, ούτε μυρίζει, ούτε μπορούμε να το γευτούμε, ούτε είναι ίδιο στην αφή με ένα πραγματικό. Καταλήγοντας, ο Επίκουρος θα έλεγε ότι ο σχηματισμός μιας πρώτης εντύπωσης προερχόμενης από μια δέσμη αισθήσεων θα ήταν ορθός μόνο αν οι άμεσες αισθήσεις βρίσκονται σε συμφωνία μεταξύ τους και με τη συσσωρευμένη εμπειρία/προλήψεις (βλέπε λίγο παρακάτω). Αλλά και πάλι, επειδή η λειτουργία των αισθήσεων είναι συνεχής και δημιουργούνται διαρκώς νέες πληροφορίες, ο σχηματισμός κρίσεων δεν πρέπει να είναι στιγμιαίος αλλά δυναμικός, κι έτσι η πρώτη εντύπωση ναι μεν είναι πάντα αληθινή τη στιγμή που σχηματίζεται αλλά σύντομα τη θέση της θα πάρει μια νέα πιο επίκαιρη εντύπωση, δεν είναι επ’ άπειρον αληθινή η παλαιότερη, δεν υπάρχει τέτοια αναγκαιότητα. Παίρνω για παράδειγμα ένα αντικείμενο, ένα δέντρο: Σήμερα μπορεί να είναι ένα μέτρο (πρώτη εντύπωση, είναι αληθινή, επιμαρτύρεται) αλλά σε ένα χρόνο έγινε δύο μέτρα (δεύτερη εντύπωση, κι αυτή αληθινή, αλλά εκτοπίζει την προηγούμενη). Η αδιάκοπη ροή του κόσμου, το ηρακλείτειο «πάντα ρει» είναι η πρώτη αλήθεια που πρέπει να αναγνωρίσουν οι οπαδοί της «πρώτης εντύπωσης».

Ο Ευρωπαίος φιλόσοφος που ασχολήθηκε λεπτομερέστατα με τη γνώση και τη συσχέτισή της με την εμπειρία ήταν ο εμπειριστής Χιούμ (Hume). Κύρια θέση του είναι ότι μόνο η εμπειρία αποτελεί πηγή πληροφοριών και γνώσης για τον νού. Δίνοντας στενούς ορισμούς στις έννοιες που χρησιμοποιεί κάνει σαφή διάκριση μεταξύ εντυπώσεων και ιδεών/παραστάσεων και δίνει μια ψυχολογική διάσταση στο σχηματισμό της γνώσης. Οι εντυπώσεις αποτελούν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία των ιδεών, προηγούνται των ιδεών. Οι μεν εντυπώσεις είναι το άμεσο αποτέλεσμα των αισθήσεών μας που προέρχονται από την εποπτεία των αντικειμένων, ενώ οι δε παραστάσεις είναι αντίγραφα των εντυπώσεων και απαρτίζουν την αντίληψη/συνείδηση. Ο Χιούμ δίνει τέτοια βαρύτητα στις εντυπώσεις ώστε να τις θεωρεί μεγαλύτερης αξίας από τις λέξεις και πιστεύει ότι η γνώση θεμελειώνεται από την ύπαρξη των αντίστοιχων εντυπώσεων: Αν μια παράσταση δεν πηγάζει από κάποια εντύπωση τότε αυτή είναι κενού περιεχομένου, όπως δηλαδή κάθε φιλοσοφική έννοια (χρόνος, ύπαρξη, θεός, ουσία κ.τ.λ.). Ούτε ψυχή υποστηρίζει ότι υπάρχει αφού θεωρεί ότι αυτό που ονομάζουμε ψυχή είναι απλώς μια δέσμη πολλών εντυπώσεων και εμπειριών που βρίσκονται σε μια συνεχή συσχέτιση μεταξύ τους και εξ αιτίας της συνήθειας αυτές δημιουργούν την παραίσθηση της πίστης στην ύπαρξη ενός ανεξάρτητου από αυτές φορέα (ψυχή, Εγώ).

Εξέταση του ζητήματος από άλλη οπτική γωνία μας προσφέρει ο Νίτσε (Nietzsche) στην «Βούληση για δύναμη». Θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι μεταβαλλόμενη, άρα ά-γνωστη, ενώ με τη «γνώση» ο άνθρωπος προσπαθεί να τη σταθεροποιήσει ώστε να μπορέσει να αποκτήσει δύναμη και να τη θέσει υπό τον έλεγχό του. Αν αντιμετωπίσουμε την πρώτη εντύπωση ως τάση για γνώση και δύναμη, αφού αποτελεί γνωστικό όργανο, τότε αυτή σχηματίζεται με σκοπό να υπάγει στην εξουσία της το αντικείμενο της εποπτείας-νόησης. Αναπτύσσεται δηλαδή ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης και εξέλιξης του ατόμου σε έναν αεικίνητο κόσμο και καθιστά το άτομο ικανό να προσλαμβάνει τόση πραγματικότητα όση μπορεί να εξουσιάσει. Με βάση τους ισχυρίσμους του Νίτσε συμπεραίνουμε ότι επιθετικός προσδιορισμός του χρόνου, «πρώτη», είναι πλεονασμός: Η πρώτη εντύπωση αποτελεί ένα νέο δεδομένο για τον οργανισμό μας, η δεύτερη εντύπωση είναι πάλι πρώτη εντύπωση γιατί το αντικείμενο έχει μεταβληθεί στο διάστημα που μεσολάβησε των δύο εντυπώσεων, επομένως η εντύπωση είναι πάντα μία και η πρώτη. Έτσι ο Νίτσε ξεκαθαρίζει για ακόμα μια φορά το τοπίο: Όποιος πιστεύει στη σταθερότητα της φύσης είναι αδύναμος κι άρα αυτός που διαιωνίζει το κακό.
Ως ανάποδος άνθρωπος που είμαι, πλησιάζοντας προς το τέλος θα αναφερθώ στην βασική αιτία συγγραφής του κειμένου αυτού. Μεγάλη μερίδα της μάζας υποστηρίζει με καμάρι, λες κι εντόπισε μια μυστική αλήθεια κι έγινε σοφή, μια γνώση που θα τους ανυψώσει σε επίπεδα μακριά από τον «κοινό» λαό (να μην ξεχνάμε όμως ότι είναι και δημοκρατικοί, όπως και το πολίτευμά μας), το εξής: «Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για μια πρώτη εντύπωση».

Η αντίδραση μιας άλλης επίσης μεγάλης μερίδας στο άκουσμα του άγνωστου για αυτούς μέχρι τότε αποφθέγματος είναι: «Ω, πόσο δίκαιο έχεις!», κι έτσι καταλήγουν κι αυτοί να γίνονται σαν τους προηγούμενους, με αποτέλεσμα το απόφθεγμα αυτό να αποκτά χαρακτηριστικά μιμιδίου (αγγλιστί meme). Φυσικώς υπάρχει μια τέτοια αποδοχή της φράσης αυτής, εφόσον υποστηρίζεται από ανθρώπους που βρίσκονται σε μια πρωτόγονη κατάσταση (μόνιμη ή παροδική – πρέπει να πιστεύουμε στην αλλαγή κι εξέλιξη του ανθρώπου), χειρότερη κι από ενός σκύλου. Αναφέρω τον σκύλο γιατί είναι ένα ζώο με έντονες φιλοσοφικές ανησυχίες και ροπή προς τη γνώση, θέση που υποστηρίζει κι ο Πλάτωνας: Ένα σκυλί στην αρχή γαυγίζει έναν ξένο άνθρωπο, αλλά όσο αυξάνεται η επικοινωνία τους εξασθενεί η επίδραση της πρώτης εντύπωσης και σιγά σιγά ο σκύλος αποκτά φιλικές σχέσεις με τον μέχρι πρότινος ξένο άνθρωπο. Δεν είναι όμως όλοι οι σκύλοι το ίδιο δεκτικοί στη φιλοσοφία, όπως δεν είναι φυσικά κι όλοι οι άνθρωποι. Η φράση αυτή πρέπει να αναφέρουμε ότι έχει δύο σημασίες, μια αληθινή και μια παραπλανητική, και δυστυχώς έχει επικρατήσει η δεύτερη. Η αληθινή μας λέει ότι η πρώτη εντύπωση είναι μοναδική, όπως η δεύτερη, η τρίτη, κ.ο.κ., κι επομένως αναγκαστικά δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για κάτι που πέρασε ανεπιστρεπτί, όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε για δεύτερη φορά στο έτος 2010 (αποκλείουμε παραφυσικές θεωρείες). Η απάνθρωπη μας λέει ότι η πρώτη εντύπωση αποτελεί μια αμετάβλητη αλήθεια κι επομένως κάθε προσπάθεια άρσης της είναι μάταιη, δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Η απαισιόδοξη αυτή άποψη μας μεταφέρει σε μια πραγματικότητα όπου καθημερινά δικαζόμαστε ενώπιον όλου του κόσμου (σχηματίζουν για μας πρώτη εντύπωση) και σε περίπτωση καταδίκης μας (αρνητική πρώτη εντύπωση) δεν υπάρχει η επιλογή της εφέσεως (δεύτερη ευκαιρία), είμαστε εγκλωβισμένοι στο τι λέει και τι θα πει ο κόσμος για εμάς. Να και μια φορά που η αρνησιδικία είναι επιθυμητή.

Άλλοι ακόλουθοι του προαναφερθέντως πρωτόγονου δόγματος είναι και οι αποκαλούμενοι γιαλόμες. Είναι τα άτομα που δέχονται τα δόγματα της μοντέρνας ψυχανΑΛΗΤΙΚΗΣ (με την αρνητική σημασία της λέξης «αλήτης») θρησκείας, πιστοί του Φρόυδ, του Άδλερ, του Γιαλόμ και τα λοιπά. Ειδήμονες στο να αναλύουν συμπεριφορές, να διαβάζουν πρόσωπα, να προσάπτουν στον καθένα (ακόμα και στον εαυτό τους) ψυχικές διαταραχές. Για όλα φταίει το ανεξέλεγκτο υποσυνείδητο, το νέο προπατορικό αμάρτημα, κι όχι η συνείδηση και βούλησή μας. Είναι ακόλουθοι της νέας θρησκείας που ασπάζεται τον πολυπόθητο τίτλο της επιστήμης βασιζόμενη σε εμπειρικές μελέτες πάνω σε απειροελάχιστο αριθμό ανθρώπων και δειγματοληπτικούς ελέγχους, και πλέον αυθαίρετα ορίζει τι είναι αληθινό, τι είμαστε, πως πρέπει να δράσουμε, τι να πιστέψουμε. Χρησιμοποιούν κι αυτοί την προπαγάνδα των προτύπων (Οιδίποδας, Ιοκάστη, Ηλέκτρα, κάλτσα) που εξετάσαμε προηγουμένως, χαρακτηρίζουν το φυσικό ως ανώμαλο και το ανώμαλο ως φυσικό, και δεν γνωρίζουμε αν η ευρεία διάδοση κάθε λογής ψυχιατρικών και ψυχολογικών βιβλίων τον τελευταίο μισό αιώνα είχε άμεση ή έμμεση σχέση με την εμφάνιση ανάλογων ψυχολογικών προβλημάτων (οι πόλεις έχουν μετατραπεί σε ζούγκλες) και κρουσμάτων ανωμαλιών (παιδεραστίες, ομοφυλοφιλίες, κ.τ.λ.). Όπως είναι ξεκάθαρο, αυτά τα άτομα είναι που διαιωνίζουν και δίνουν «επιστημονικό» υπόβαθρο σε έννοιες όπως η «πρώτη εντύπωση». Ακόλουθοι της ψυχαναλητικής ιδεολογίας είναι και οι σημερινοί δουλέμποροι και δουλαποδόχοι (τι δουλεία, τι δουλειά), κατ’ ευφημισμόν εργοδότες, οι οποίοι μέσω των τυπικών κι επιφανειακών συνεντεύξεων και γενικά διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού (βλέπε δούλοι) προσπαθούν να εντοπίσουν τον ιδανικό υποψήφιο για μια θέση εργασίας: Μηδενίζουν τον υποψήφιο, αγνοούν το βάθος του χαρακτήρα του, αναλώνονται μόνο σε αυτά που αναγνωρίζουν και απορρίπτουν το διαφορετικό. Κι όποιος δεν είναι φίλος της διαφορετικότητας δεν εξελίσσεται: Αν η φύση δεν επέτρεπε την δημιουργικότητα της διαφορετικότητας τότε ποτέ δεν θα εξελισσόταν, ποτέ δεν θα είχε εμφανιστεί ο άνθρωπος.
Φυσικά, είναι αρκετά πιθανό να μπορεί να σχηματίσει κάποιος χωρίς κόπο μια ορθή πρώτη εντύπωση για ένα πρόσωπο που δεν θα αποδειχθεί λανθασμένη, βασιζόμενος σε οφθαλμοφανή στοιχεία κι εμπειρίες/προλήψεις, αλλά δεν γίνεται να το αναγάγει αυτό ούτε σε επιστήμη ούτε σε χάρισμα, είναι θέμα γνώσεων αλλά και τύχης. Αν ήταν επιστήμη τότε θα μπορούσαμε να σώσουμε κι όλους εκείνους τους καημένους που έπεσαν και πέφτουν από τα σύννεφα εξ αιτίας της άγνοιάς τους για πτυχές της ζωής κοντινών τους προσώπων. Από τότε που τα περί ψυχής θέματα αποκόπηκαν από τη θεματογραφία των φιλοσόφων (από τότε δηλαδή που εξαλείφθηκαν οι τελευταίοι) παρουσιάζουν μια αντιεπιστημονική υφή κι έδωσαν τη δυνατότητα σε επιτήδειους να προωθήσουν την προπαγάνδα τους, όπως κάνανε και με τις θρησκείες. Κι αν η «πρώτη εντύπωση» όντως ήταν κάτι το τόσο σημαντικό και αξιόλογο, πιστεύω ότι ο σοφός λαός θα την είχε ήδη τιμήσει δίνοντάς της ένα πιο συγκεκριμένο, μονολεκτικό και περιεκτικό όνομα και δεν θα άφηνε υπονοούμενη μια επικείμενη δεύτερη, τρίτη, κ.ο.κ. εντύπωση.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχάσουμε εκείνους τους ανθρώπους που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τα πορίσματα των πρώτων εντυπώσεων πιστεύοντας ότι έχουν μια γνώση εκ των προτέρων (a priori, ουρανοκατέβατη γνώση δηλαδή), ένα προαίσθημα περί του εξεταζόμενου αντικειμένου που σχετίζεται με την εποπτεία, όπως θα πίστευε κι ένας μοιρολάτρης Στωικός. Ο Καντ πιστεύει «…ότι ο νους δεν μπορεί να πετύχει a priori τίποτε περισσότερο από το να συλλαμβάνει κατά πρόληψη τη μορφή μιας δυνατής εμπειρίας εν γένει… », δηλαδή ότι η πρώτη εντύπωση μπορεί να σχηματίζεται από τις αισθήσεις όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα μέσω των προλήψεων και στη συνέχεια να συνθεθεί μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Αυτή τη θέση υποστήριξαν πολύ παλαιότερα οι Επικούρειοι για τους οποίους οι προλήψεις είναι παραστάσεις/έννοιες/ιδέες που γεννήθηκαν από τις εντυπώσεις και «τυπώθηκαν» στη μνήμη, είναι έτοιμες για ανάκτηση με τη βοήθεια του νου, εκφράζονται στην απλή γλώσσα των αισθήσεων κι η αξιοπιστία τους εξαρτάται από την καθαρότητα τους (ενάργεια όπως την ονομάζει ο Επίκουρος). Μια θεώρηση που δέχεται την εξ αποκαλύψεως απόκτηση γνώσης και μηχανισμών σκέψης είναι τελείως μηδενιστική αφού απορρίπτει κάθε μορφή διαλόγου, την ατομική σκέψη, τα λογικά επιχειρήματα, την αντικειμενική αλήθεια, ακόμα και την πίστη (αφού υπάρχει βέβαιη γνώση είναι περιττή).

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που βλέπουμε, ό,τι και να είναι, είναι αληθινό, η πρώτη εντύπωση είναι αληθινή ανεξαρτήτως του περιεχόμενού της. Το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, του τι είναι πραγματικό, είναι οι αισθήσεις. Η μεταβλητότητα του γίγνεσθαι είναι αυτή που μεταβάλλει τις εντυπώσεις, δεν είναι μόνιμες και δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός και φυσικός λόγος να είναι. Και το «φαίνεσθαι» και το «είναι» απευθύνονται στα ορατά, δεν αφορούν τα νοητά, όλα γύρω από τα αισθητά περιστρέφονται. Οι αισθήσεις αποτελούν μεν απλά ερεθίσματα, μηνύματα προκαλούμενα από τα αντικείμενα, των οποίων την επεξεργασία έχει αναλάβει ο νους ώστε να μπορέσουμε να τα λάβουμε, αποδημήσουμε, ερμηνεύσουμε, συνθέσουμε, κρίνουμε, και τελικά να γνωρίσουμε την ουσία των πραγμάτων, αλλά η ύπαρξή τους είναι αναγκαία προϋπόθεση για την παραγωγή γνώσης και κριτικής σκέψης. Η παραγόμενη όμως γνώση και κρίση μπορεί να είναι λανθασμένες αλλά αυτό οφείλεται καθαρά σε πρόβλημα του μηχανισμού που μόλις περιεγράφηκε, για αυτό και υπάρχουν οι διάφορες δοξασίες. Η συσσωρευμένη εμπειρία με τη βοήθεια του νου πρέπει να διαπιστώσει την καθαρότητα των παραστάσεων και προλήψεων ώστε να μην οδηγηθεί σε πλάνη, χωρίς ωστόσο να αγνοεί και τις άμεσες αισθήσεις όπως κάνουν αρκετοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι, αφού ο ίδιος ο νους αναπτύσσεται βάσει των ερεθισμάτων που δέχεται από αυτές και που επεξεργάζεται στη συνέχεια.

Προσπαθώντας να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, είναι φανερό από τα όσα μέχρι τώρα έχουν λεχθεί ότι το πρόβλημα της «πρώτης εντύπωσης» είναι απλό αλλά το έχουμε κάνει περίπλοκο. Η πραγματική ανθρώπινη λογική (όπου λογική, η συσσωρευμένη γνώση από τις αισθήσεις, αισθησιοκρατική λογική κι όχι εξ αποκαλύψεως) δεν πρέπει να είναι επιφανειακή και να αναλώνεται στην διατύπωση απλών πληροφοριών, ούτε να συμβιβάζεται κι ούτε να βιάζεται (και με τις δύο σημασίες της λέξεως). Για να διακρίνουμε την αλήθεια από την πλάνη δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε σε εντυπωσιασμούς κι εκλάμψεις, ο σεβασμός κι αποδοχή των αισθήσεων μαζί με τη συστηματική καλλιέργεια του νου είναι η οδός που θα μας οδηγήσει σε ανώτερα επίπεδα ανθρώπινης ζωής. Σεβασμός στις αισθήσεις δεν σημαίνει τυφλή υπακοή σε αυτές, αυξημένη παρατηρητικότητα και ανεπτυγμένη κριτική ικανότητα απαιτείται. Ακόμη, δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αμφισβητούμε κάποιες φορές παραμένοντας όμως ταυτόχρονα νηφάλιοι («νήφε και μέμνησο απιστεί» έλεγαν οι πραγματικοί μας πρόγονοι), να βλέπουμε την πραγματικότητα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, να είμαστε εσωτερικοί κι εξωτερικοί παρατηρητές, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται και η αντικειμενικότητα της κρίσης μας. Αυτή η στάση αποτελεί έναν πολύ πιο αποτελεσματικό μηχανισμό άμυνας από την «πρώτη εντύπωση» που ταυτόχρονα είναι και δημιουργικός.

Επειδή στο σημείο αυτό φαίνεται πως έχει ανατραπεί κάθε λογικό επιχείρημα υπέρ της αντικειμενικότητας της «πρώτης εντύπωσης», παραβάλλεται παρακάτω μια νέα φράση που θα γλυκάνει τους δυσαρεστημένους δογματόφιλους: «Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για μια πρώτη εντύπωση. Υπάρχει όμως ευκαιρία για μια δεύτερη εντύπωση». Εκτός τούτου, φρονώ ότι το τέλος πρέπει να καταστραφεί.

Περί βλακείας

Κάποιος που αποτολμά να μιλήσει περί βλακείας, διατρέχει σήμερα τον κίνδυνο να βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, ενδέχεται να το ερμηνεύσουν ως αλαζονεία ή ακόμα και ως διατάραξη της σύγχρονης εξέλιξης. Εγώ ο ίδιος έγραψα ήδη πριν από μερικά χρόνια: Αν η βλακεία δεν ήταν σχεδόν απαράλλαχτα όμοια με την πρόοδο, το ταλέντο, την ελπίδα ή την βελτίωση, κανείς δεν θα δεχόταν να είναι βλαξ. Αυτό συμβαίνει, και κανείς δεν θα διανοηθεί να αμφισβητήσει πως ο κόσμος έχει προοδεύσει από τότε και έχει εξελιχθεί! Έτσι λοιπόν έχει γίνει μάλλον επιτακτικό το ερώτημα: τι ακριβώς είναι η βλακεία;
 
Δεν θα ήθελα επίσης να παραλείψω να αναφέρω πως, ως φιλόσοφος, γνωρίζω την βλακεία πολύ μεγαλύτερο διάστημα -θα μπορούσα μάλιστα να πω πως ορισμένες φορές είχα μαζί της συναδελφικές σχέσεις! Εξάλλου, μόλις γεννηθεί ο καθένας, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σχεδόν απερίγραπτη αντίδραση, που φαίνεται ικανή να πάρει κάθε μορφή: προσωπική, όπως για παράδειγμα την σεβάσμια μορφή ενός καθηγητού της φιλολογίας, ο οποίος, συνηθισμένος να στοχεύει σε αποστάσεις απροσδιόριστες, αστοχεί ολέθρια στο παρόν, ή αφηρημένα γενική, όπως την μορφή της αλλοίωσης του αντικειμενικού κριτηρίου από το εμπορικό, αφότου ο θεός, με την δυσνόητη για μας χάρη του, παραχώρησε την γλώσσα των ανθρώπων και στους παραγωγούς των ομιλουσών ταινιών.
 
Έχω ήδη περιγράφει κατά καιρούς περισσότερα από αυτά τα φαινόμενα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να επαναλάβω ή να ολοκληρώσω τον απολογισμό (ίσως μάλιστα να είναι αδύνατον, αν λάβουμε υπόψη μια τάση μεγαλοποίησης που διακρίνει σήμερα τα πάντα) είναι αρκετό να υπογραμμίσω ως βέβαιο συμπέρασμα πως η αφιλότεχνη διάθεση ενός λαού δεν εκφράζεται μόνο σε δύσκολες εποχές και με ωμό τρόπο, αλλά και στις καλές και με κάθε δυνατό τρόπο, έτσι ώστε η καταπίεση και η απαγόρευση να διαφέρουν πλέον από τους τιμητικούς διδακτορικούς τίτλους, τις αναγορεύσεις των ακαδημαϊκών και τις απονομές βραβείων μόνο ως προς το βαθμό.
 
Ανέκαθεν υποπτευόμουν πως αυτή η πολύμορφη αντίδραση απέναντι στην τέχνη και το εκλεπτυσμένο πνεύμα, ενός λαού που κομπάζει ως φιλότεχνος, δεν είναι παρά βλακεία, πιθανώς ένα ιδιαίτερο είδος της -μια ιδιαίτερη, αισθητική ή ακόμα και συναισθηματική βλακεία, η οποία εν πάση περιπτώσει εκφράζεται έτσι ώστε αυτό που αποκαλούμε ωραίο πνεύμα θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και μια ωραία βλακεία. Ακόμα και σήμερα δεν έχω κανέναν ιδιαίτερο λόγο να αναθεωρήσω αυτή την αντίληψη.
 
Φυσικά δεν μπορούμε να αποδώσουμε στην βλακεία όλα όσα αλλοιώνουν ένα τόσο αμιγώς ανθρώπινο μέλημα, όπως είναι η τέχνη -πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα διάφορα είδη της έλλειψης χαρακτήρα, όπως μας έχουν διδάξει οι εμπειρίες των τελευταίων, ιδίως, ετών. Ούτε μπορούμε όμως να ισχυριστούμε πως η έννοια της βλακείας δεν έχει εδώ καμία θέση επειδή αφορά την νόηση και όχι τα αισθήματα, ενώ αντιθέτως η τέχνη εξαρτάται από αυτά. Αυτό θα ήταν σφάλμα, γιατί ακόμη και η αισθητική απόλαυση είναι συγχρόνως κρίση και αίσθημα. Σας παρακαλώ λοιπόν να μου επιτρέψετε, όχι απλώς να σας υπενθυμίσω με αυτό το μεγάλο αξίωμα που έχω δανειστεί από τον Καντ, ο οποίος αναφέρεται σε μια ικανότητα αισθητικής κρίσης και σε μια κρίση κατά προτίμηση, αλλά να επαναλάβω παράλληλα και την αντινομία στην οποία οδηγεί:
 
Θέσις: Η κρίση κατά προτίμηση δεν βασίζεται σε έννοιες, διαφορετικά θα ήταν αμφισβητήσιμη (απόφαση βάσει αποδείξεων)
 
Αντίθεσις: Βασίζεται σε έννοιες, διαφορετικά θα ήταν αδιαφιλονίκητη (επιδίωξη ομοφωνίας).
 
Θα ήθελα λοιπόν να θέσω το ερώτημα, αν μια παρόμοια κρίση με μια παρόμοια αντινομία δεν αποτελεί την βάση της πολιτικής και της σύγχυσης εν γένει της ζωής; Δεν θά ’πρεπε εξάλλου να περιμένουμε εκεί όπου εδρεύουν η κρίση και η λογική να συναντήσουμε και τις αδελφές τους, τις διάφορες μορφές της βλακείας; Αυτά ως προς τη σπουδαιότητά τους. Ο Έρασμος του Ρότερνταμ έχει γράψει στο απολαυστικό και σήμερα ακόμα επίκαιρο Εγκώμιο της μωρίας του πως ο άνθρωπος, χωρίς ορισμένες βλακείες, δεν θα ερχόταν καν στον κόσμο!
 
Την αδιάντροπη όσο και παντοδύναμη εξουσία της βλακείας επάνω μας μπορούμε να την συνειδητοποιήσουμε βλέποντας την ευγενική και συνωμοτική έκπληξη που δείχνουν πολλοί άνθρωποι, μόλις αντιληφθούν πως κάποιος, στον οποίο έχουν εμπιστοσύνη, έχει την πρόθεση να επικαλεστεί αυτό το τέρας με το όνομά του. Αυτό εν πρώτοις δεν το διαπίστωσα μόνο στον εαυτό μου: γνώρισα σύντομα και το ιστορικό κύρος της βλακείας, όταν, αναζητώντας προγενέστερους ερευνητές της -μου κάνει εντύπωση πόσο λίγοι από αυτούς έγιναν γνωστοί, αλλά οι σοφοί όπως φαίνεται προτιμούν να γράφουν περί σοφίας!- έλαβα ταχυδρομικώς από έναν μορφωμένο φίλο το κείμενο μιας διάλεξης, το οποίο είχε συντάξει το 1866 ο Γιόχ. Εντ. Έρντμαν, μαθητής του Χέγκελ και καθηγητής από την Χάλλε.
 
Αυτή η διάλεξη με τον τίτλο Περί βλακείας αρχίζει αναφέροντας πως το κοινό υποδέχτηκε ήδη την αναγγελία της με γέλια, και από τότε που ξέρω πως αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και σε έναν μαθητή του Χέγκελ, πιστεύω απόλυτα πως αυτή η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι σε όσους επιχειρούν να μιλήσουν περί βλακείας κρύβει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα και νιώθω πολύ αμήχανος με την βεβαιότητα πως έχω προκαλέσει μια τόσο τεράστια και βαθιά αμφίθυμη ψυχολογική ένταση.
 
Γι’ αυτό λοιπόν προτιμώ να ομολογήσω αμέσως την αδυναμία με την οποία αντιμετωπίζω αυτή την δύναμη: δεν την γνωρίζω. Δεν έχω ανακαλύψει καμία θεωρία για την βλακεία, με την βοήθεια της οποίας θα μπορούσα να επιχειρήσω να λυτρώσω τον κόσμο· ακόμα και μέσα στα όρια της επιστημονικής επιφυλακτικότητας δεν βρήκα κάποια έρευνα με τέτοιο αντικείμενο ούτε καν μια ταύτιση γνωμών όσον αφορά την έννοιά της, όπως θα μπορούσε καλώς ή κακώς να προκύψει από την μελέτη συναφών θεμάτων.
 
Μπορεί αυτό να οφείλεται στην άγνοιά μου, αλλά το πιθανότερο είναι πως το ερώτημα, «Τι είναι η βλακεία;» ανταποκρίνεται ελάχιστα στις συνήθειες της σημερινής διανόησης όπως τα ερωτήματα τι είναι καλό, τι είναι ωραίο ή τι είναι ηλεκτρισμός. Εντούτοις είναι αρκετά ελκυστική η επιθυμία να προσδιοριστεί επιτέλους αυτή η έννοια και να δοθεί μια όσο το δυνατόν πιο νηφάλια απάντηση σε ένα τόσο πρωταρχικό ερώτημα κάθε ύπαρξης. Έτσι λοιπόν μια μέρα καταπιάστηκα κι εγώ με το ερώτημα τι είναι πραγματικά η βλακεία και όχι πώς εμφανίζεται -μια περιγραφή που θα αποτελούσε για μένα μάλλον ένα επαγγελματικό κίνητρο και μια αποστολή.
 
Και καθώς δεν ήθελα να καταφύγω στην λογοτεχνία ούτε μπορούσα να το κάνω με επιστημονικό τρόπο, το επιχείρησα εντελώς απλοϊκά, όπως είναι πάντα το ευκολότερο σε τέτοιες περιπτώσεις, ξεκινώντας απλώς από την χρήση της λέξης βλακεία και των συναφών της, αναζητώντας τα πιο κοινά παραδείγματα και φροντίζοντας να τα βάλω σε μια σειρά μόλις τα σημείωνα. Μια τέτοια μέθοδος δυστυχώς έχει πάντα κάτι κοινό με το κυνήγι της πεταλούδας: αυτό που νομίζουμε πως παρατηρούμε, το παρακολουθούμε για λίγο, χωρίς να το χάνουμε από τα μάτια μας, αλλά καθώς πλησιάζουν από διαφορετικές κατευθύνσεις και άλλες, εντελώς όμοιες πεταλούδες, διαγράφοντας μια εντελώς όμοια τεθλασμένη πορεία, σύντομα δεν ξέρουμε πια αν ακολουθούμε ακόμα την ίδια.
 
Αυτό συμβαίνει και με τα παραδείγματα από την οικογένεια της βλακείας: δεν μπορούμε πάντα να διακρίνουμε αν σχετίζονται πραγματικά λόγω της προέλευσής τους ή αν συνδέονται απλώς επιφανειακά και εμείς τυχαία περνάμε από το ένα στο άλλο, ούτε είναι τόσο απλό να τα αναγάγουμε όλα σε ομώνυμα κλάσματα με την βλακεία ως κοινό παρονομαστή.
 
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όμως, είναι σχεδόν αδιάφορο πώς θα αρχίσουμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν με οποιονδήποτε τρόπο, και αμέσως μάλιστα με την πρωταρχική δυσκολία, πως όποιος προτίθεται να μιλήσει περί βλακείας ή να επωφεληθεί από την συμμετοχή του σε μια τέτοια συζήτηση, πρέπει να προϋποθέσει πως ο ίδιος δεν είναι βλαξ -άρα να ισχυριστεί ανοιχτά πως πιστεύει ότι είναι έξυπνος, παρόλο που αυτό θεωρείται γενικώς ως ένδειξη βλακείας!
 
Αν εξετάσουμε όμως αυτό το ερώτημα, γιατί θεωρείται βλακεία να ισχυρίζεται κανείς ανοιχτά πως είναι έξυπνος, προκύπτει καταρχάς μια απάντηση που φαίνεται σκεπασμένη από την σκόνη των προγονικών αντιλήψεων, διότι λέει πως είναι πιο συνετό να μην εμφανίζεται κανείς ως έξυπνος. Είναι πιθανόν πως αυτή η βαθιά δυσπιστία, η σήμερα πλέον όχι αμέσως κατανοητή επιφύλαξη, οφείλεται ακόμα σε καταστάσεις όπου ήταν όντως εξυπνότερο για έναν λιγότερο ισχυρό να μην θεωρείται έξυπνος, καθώς η εξυπνάδα του μπορούσε να θεωρηθεί απειλή για τον περισσότερο ισχυρό!
 
Η βλακεία αντιθέτως αποκοιμίζει την δυσπιστία, την αφοπλίζει, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίχνη μιας τέτοιας παλιάς πονηριάς ή κουτοπονηριάς υπάρχουν ωστόσο ακόμα σε σχέσεις εξάρτησης, όπου οι δυνάμεις έχουν κατανεμηθεί τόσο άνισα, ώστε ο ανίσχυρος να παριστάνει, για την ασφάλειά του, έναν μεγαλύτερο βλάκα απ’ ό,τι είναι. Αυτά τα ίχνη, για παράδειγμα, εμφανίζονται ακόμα στην επαρχιώτικη κουτοπονηριά, στην συναναστροφή των υπηρετών με τους ευφραδείς κυρίους τους, στην σχέση του στρατιώτη με τον ανώτερο του, του μαθητή με τον δάσκαλο και των παιδιών με τους γονείς. Εκείνος που ασκεί την εξουσία εκνευρίζεται λιγότερο με την ανικανότητα ενός ανίσχυρου παρά με την άρνησή του. Η βλακεία μάλιστα τον φέρνει σε απόγνωση, δηλαδή αναμφίβολα σε μια κατάσταση αδυναμίας!
 
Αυτό συμφωνεί απόλυτα με την άποψη πως η εξυπνάδα εύκολα τον εξοργίζει! Την εκτιμά, βέβαια, στον δουλοπρεπή αλλά μόνον εφόσον συνδέεται με μια υποταγή άνευ όρων. Από την στιγμή που λείπει αυτό το εχέγγυο και γίνεται αβέβαιο αν εξυπηρετεί το συμφέρον του ως εξουσιάζοντος, την αποκαλεί μάλλον αλαζονεία, θράσος ή δολιότητα, παρά εξυπνάδα. Έτσι συχνά δημιουργείται η εντύπωση πως η εξυπνάδα υπονομεύει την τιμή και την εξουσία του ισχυρού, ακόμα κι αν δεν απειλεί πραγματικά την ασφάλειά του.
 
Αυτό είναι χαρακτηριστικό στην παιδεία, όταν ένας ανυπάκουος αλλά προικισμένος μαθητής τιμωρείται σκληρότερα από έναν άλλον που δεν πειθαρχεί λόγω βλακείας. Στην ηθική έχει επικρατήσει η αντίληψη πως μια βούληση είναι τόσο χειρότερη όσο καλύτερη είναι η συνείδηση την οποία αντιμάχεται. Ακόμα και η δικαιοσύνη δεν έχει μείνει αλώβητη από αυτή την προσωπική προκατάληψη και καταδικάζει μια έξυπνα οργανωμένη εγκληματική πράξη με ιδιαίτερη δυσμένεια, ως δόλια και απεχθή. Επίσης στην πολιτική μπορεί ο καθένας να βρει παντού παραδείγματα.
 
Αλλά και η βλακεία -αυτό οφείλω βέβαια να το αντιπαραθέσω- είναι ικανή να εκνευρίσει και ασφαλώς δεν είναι οπωσδήποτε κατευναστική. Εν ολίγοις, προκαλεί συνήθως την δυσφορία, σε ειδικές περιπτώσεις μάλιστα και την ωμότητα. Εξάλλου, οι αποκρουστικές παρεκτροπές αυτής της νοσηρής ωμότητας, που κοινώς χαρακτηρίζονται ως σαδισμός, συχνά έχουν να επιδείξουν ηλίθιους στο ρόλο των θυμάτων. Αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός πως οι ηλίθιοι είναι ευκολότερη λεία για τους σκληρούς.
 
Φαίνεται όμως πως αυτό έχει σχέση και με την πρόδηλη παθητική τους στάση που εξαγριώνει την φαντασία, όπως η οσμή τού αίματος τον κυνηγό, και τους αφήνει να παρασυρθούν σε μια ερημιά, όπου η ωμότητα φτάνει σχεδόν στα άκρα γιατί δεν βρίσκει πλέον πουθενά εμπόδιο. Εδώ υπάρχει και ένα στοιχείο βασανισμού του ίδιου του βασανιστή, μια αδυναμία που είναι κρυμμένη μέσα στην ωμότητα του· και παρόλο που η προνομιακή παραφορά της συμπόνιας μας σπάνια το αφήνει να γίνει αισθητό, χρειάζονται τόσο στην ωμότητα όσο και στον έρωτα δύο που να αλληλοσυμπληρώνονται!
 
Αυτό θα ήταν βέβαια σημαντικό να το αναλύσουμε για μια κοινωνία, όπως η σημερινή, που ταλαιπωρείται αρκετά από την άνανδρη ωμότητα της απέναντι στους αδυνάτους (γιατί αυτή είναι βέβαια η πιο συνηθισμένη περιγραφή της έννοιας του σαδισμού) -λαμβάνοντας όμως υπόψη την γραμμή των συσχετισμών που ακολουθούμε και τα πρόχειρα, πρώτα παραδείγματα, τα οποία συγκεντρώσαμε, ήδη πρέπει να θεωρήσουμε και αυτόν τον ισχυρισμό ως απόκλιση και να αρκεστούμε στο συμπέρασμα πως ενδεχομένως είναι βλακώδες να κομπάζει κανείς πως είναι έξυπνος, αλλά δεν είναι πάντοτε έξυπνο να δίνει την εντύπωση του βλάκα. Άλλη γενίκευση δεν είναι δυνατή.
 
Η μόνη που θα ήταν, ίσως, επιτρεπτή είναι η εξής: το πιο έξυπνο σε αυτόν τον κόσμο είναι να γίνεσαι όσο το δυνατόν λιγότερο αντιληπτός! Και αυτό πραγματικά αποτελεί πολύ συχνά το επισφράγισμα κάθε σοφίας.
 
Πιο συχνά όμως αυτό το αντικοινωνικό συμπέρασμα χρησιμοποιείται μόνο εν μέρει ή απλώς συμβολικά-αναπληρωματικά, οπότε παρασύρεται ο παρατηρητής στον κύκλο των κανόνων της σεμνότητας και άλλων ακόμα πιο περιεκτικών εντολών, χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς το χώρο της βλακείας και της εξυπνάδας.
 
Τόσο από το φόβο μήπως φανούν βλάκες όσο και από το φόβο μήπως θίξουν την ευπρέπεια, πολλοί άνθρωποι πιστεύουν βέβαια πως είναι έξυπνοι, αλλά δεν το επιδεικνύουν. Και όταν εντέλει βρεθούν στην ανάγκη να το αναφέρουν, το κάνουν περιφραστικά, λέγοντας για παράδειγμα: Δεν είμαι πιο βλάκας από άλλους. Άλλοι πάλι προτιμούν να δηλώνουν ουδέτερα και αντικειμενικά: Τολμώ βέβαια να ισχυριστώ πως διαθέτω μια φυσιολογική ευφυΐα. Ορισμένοι μάλιστα προβάλλουν έμμεσα την πεποίθησή τους πως είναι έξυπνοι, όπως για παράδειγμα στο σχήμα λόγου: Εμένα δεν θα με πιάσουν βλάκα!
 
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι πως, όχι μόνο ο αφανής άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του ενδόμυχα ως εξαιρετικά ευφυή και προικισμένο, αλλά και ένα δημόσιο πρόσωπο, μόλις αποκτήσει την σχετική εξουσία, ισχυρίζεται -ή αναγκάζει άλλους να το ισχυριστούν- πως είναι υπέρμετρα έξυπνο, εμπνευσμένο, αξιοσέβαστο, ανώτερο, μεγαλόψυχο, εκλεκτό του θεού και προορισμένο να γράψει Ιστορία. Αυτό μάλιστα το ισχυρίζεται πρόθυμα και για άλλους όταν αισθάνεται πως και ο ίδιος φωτίζεται από την ακτινοβολία τους.
 
Αυτή η τάση έχει διατηρηθεί ως απολίθωμα σε τίτλους και προσφωνήσεις, όπως Μεγαλειότατε, Μακαριότατε, Εξοχότατε, Εκλαμπρότατε, Υψηλότατε και άλλα παρόμοια χωρίς να γίνεται καν συνειδητή. Την συναντάμε όμως πάλι σε όλη της την ζωηρότητα, όταν ο άνθρωπος μιλάει σήμερα ως μάζα. Συγκεκριμένα ένα ορισμένο κατώτερο στρώμα τής μέσης τάξης του πνεύματος και της ηθικής, με έντονη την ανάγκη κομπασμού, αποθρασύνεται εντελώς μόλις βρεθεί κάτω από την προστασία του κόμματος, του έθνους, της αίρεσης ή του καλλιτεχνικού ρεύματος και του επιτραπεί να εκφράζεται ως Εμείς αντί ως Εγώ. (θρησκεία, πολιτική, τέχνες, ποδόσφαιρο…)
 
Με μια επιφύλαξη, που είναι αυτονόητη και συνεπώς αμελητέα, αυτή η υπεροψία μπορεί να ονομαστεί και ματαιοδοξία. Και πράγματι η ψυχή πολλών λαών και κρατών διακατέχεται σήμερα από συναισθήματα, ανάμεσα στα οποία η ματαιοδοξία έχει την πρωτοκαθεδρία μεταξύ της βλακείας και της ματαιοδοξίας υπάρχει όμως από την αρχαιότητα μια στενή σχέση, πράγμα που πιθανώς κάτι υπαινίσσεται.
 
Ένας βλαξ συχνά φαίνεται ματαιόδοξος ακριβώς επειδή δεν έχει την εξυπνάδα να το κρύψει, αν και κατά βάθος δεν είναι καν απαραίτητο, διότι η βλακεία έχει άμεση συγγένεια με την ματαιοδοξία: ένας ματαιόδοξος άνθρωπος δίνει την εντύπωση πως αποδίδει λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσε -μοιάζει με μηχανή που έχει διαρροή ατμού από ένα όχι στεγανό σημείο. Το παλιό γνωμικό Η βλακεία και η υπερηφάνεια είναι όψεις του ίδιου νομίσματος, αυτό ακριβώς εννοεί, το ίδιο όπως και η έκφραση η ματαιοδοξία τυφλώνει.
 
Αυτό που συνδέουμε με την έννοια της ματαιοδοξίας είναι όντως η προσδοκία μιας μέτριας απόδοσης, διότι η λέξη ματαιόδοξος με την αρχική έννοιά της σημαίνει σχεδόν το ίδιο με την λέξη μάταιος. Αυτή την ελαττωμένη απόδοση μάλιστα την περιμένουμε ακόμα κι εκεί όπου πραγματικά υπάρχει απόδοση, αφού άλλωστε η ματαιοδοξία συνδέεται συχνά και με το ταλέντο. Τότε όμως έχουμε την εντύπωση πως η απόδοση θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη αν ο ματαιόδοξος δεν ήταν ο ίδιος εμπόδιο στον εαυτό του. Όπως θα δείτε αργότερα, αυτή η εδραιωμένη αντίληψη για την ελλιπή απόδοση είναι και η γενικότερη αντίληψη που έχουμε για την βλακεία.
 
Όπως γνωρίζουμε όμως, δεν αποφεύγουμε την ματαιόδοξη συμπεριφορά επειδή είναι ίσως βλακώδης, αλλά κυρίως επειδή θίγει τις συμβάσεις της ευπρέπειας. Ο αυτοέπαινος βρομάει λέει ένα γνωμικό, και αυτό σημαίνει πως η μεγαλοστομία, η περιαυτολογία και ο κομπασμός δεν θεωρούνται μόνο ανοησία αλλά και απρέπεια.
 
Αν δεν κάνω λάθος, οι συμβάσεις τις οποίες θίγουν, υπάγονται στα πολύμορφα εντάλματα της διακριτικότητας και της επιφυλακτικότητας που έχουν προορισμό να δείχνουν συγκατάβαση απέναντι στην αυταρέσκεια, με την προϋπόθεση πως είναι εξίσου ανεπτυγμένη στους άλλους όπως σε μας τους ίδιους. Τέτοιοι κανόνες διακριτικότητας στρέφονται επίσης ενάντια στην χρήση πολύ ευθειών εκφράσεων, κανονίζουν τον τρόπο τού χαιρετισμού και της προσφώνησης, δεν επιτρέπουν να διαφωνούμε μεταξύ μας χωρίς να απολογούμαστε ή να αρχίζουμε μια επιστολή με την λέξη εγώ: εν ολίγοις, απαιτούν το σεβασμό ορισμένων κανόνων, ώστε να μην δημιουργούνται ιδιαίτερες οικειότητες.
 
Προορισμός τους είναι να εξισορροπούν και να εξομαλύνουν την επικοινωνία, να διευκολύνουν την αγάπη προς τον πλησίον και προς τον εαυτό μας και, κατά κάποιον τρόπο, να διατηρούν μια μέση θερμοκρασία στην συναναστροφή των ανθρώπων. Τέτοιοι κανόνες υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, στις πρωτόγονες μάλιστα ακόμα περισσότερο απ’ όσο στις ιδιαίτερα πολιτισμένες -ακόμα και η άγλωσση κοινωνία των ζώων τούς γνωρίζει, όπως εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε από τις περισσότερες τελετουργίες τους.
 
Σύμφωνα με το πνεύμα αυτών των κανόνων διακριτικότητας, όμως, δεν απαγορεύεται μόνο να επαινείς επίμονα τον εαυτό σου, αλλά και τους άλλους. Να πεις σε κάποιον καταπρόσωπο πως είναι ιδιοφυής ή άγιος, είναι εξίσου ανάρμοστο σαν να το ισχυρίζεσαι για τον εαυτό σου, αλλά και να μουντζουρώσεις ο ίδιος το πρόσωπό σου ή να τραβήξεις τα μαλλιά σου, είναι εξίσου άσχημο, κατά την σημερινή γενική αντίληψη, σαν να βρίζεις έναν άλλον. Ας αρκεστούμε λοιπόν στην διαπίστωση πως δεν είμαστε πιο ηλίθιοι ή πιο κακοί από τους άλλους, όπως άλλωστε ήδη ανέφερα προηγουμένως!
 
Προφανώς είναι εκείνες οι εκφράσεις χωρίς μέτρο και φραγμό που καταδικάζονται σε ομαλές συνθήκες. Αλλά μιας και προηγουμένως έγινε λόγος για την ματαιοδοξία και καθώς, σήμερα, λαοί και κόμματα, πιστεύοντας στον διαφωτισμό τους, επιδεικνύουν αλαζονεία, οφείλω πλέον να συμπληρώσω πως η πλειονότητα εκείνων που απολαμβάνουν τα προνόμια της ζωής -ακριβώς όπως κάθε μεγαλομανής στις φαντασιώσεις του- δεν μονοπωλεί απλώς την σοφία, αλλά και την αρετή, και αισθάνεται γενναία, ευγενής, ανίκητη, ευλαβική και ωραία και πως σε όλο τον κόσμο, όταν οι άνθρωποι λειτουργούν ομαδικά, έχουν την ιδιαίτερη τάση να επιτρέπουν στον εαυτό τους όλα όσα είναι απαγορευμένα στο μεμονωμένο άτομο.
 
Σήμερα, αυτά τα προνόμια του διογκωμένου Εμείς δίνουν σχεδόν την εντύπωση πως η άνοδος του ατομικού εκπολιτισμού και εξανθρωπισμού θα ’πρεπε μάλλον να αντισταθμίζεται με μια ανάλογη άνοδο του αποπολιτισμού των εθνών, των κρατών και των ομάδων που ομοφρονούν, έτσι έρχεται στο φως μια συναισθηματική διαταραχή, μια διαταραχή της συναισθηματικής ισορροπίας, που κατά βάση προηγείται της αντίφασης του εγώ και του εμείς, αλλά και όποιας ηθικής εκτίμησης. Αυτό άραγε είναι ακόμα βλακεία -όπως ασφαλώς θα μας ρωτήσουν- ή μάλλον, έχει καν την παραμικρή σχέση με την βλακεία;

Αξιότιμοι ακροαταί! Γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία!
 
Πριν όμως σας απαντήσω, ας πάρουμε καλύτερα μια ανάσα με ένα παράδειγμα που δεν είναι προσβλητικό! Όλοι μας, κυρίως εμείς oι άνδρες και ιδιαίτερα όλοι οι γνωστοί συγγραφείς, γνωρίζουμε κάποια κυρία που επιθυμεί διακαώς να μας εμπιστευθεί το μυθιστόρημα της ζωής της και που, όπως φαίνεται, βρισκόταν πάντα σε ενδιαφέρουσες συναισθηματικές καταστάσεις, χωρίς να γνωρίσει ποτέ την επιτυχία, την οποία αντιθέτως περιμένει από μας. Μήπως αυτή η κυρία είναι ηλίθια; Μέσα μας, κάτι που προέρχεται από το πλήθος των εντυπώσεων, μας ψιθυρίζει πως είναι!
 
Αλλά η ευγένεια όπως και η δικαιοσύνη επιβάλλουν να παραδεχτούμε πως δεν είναι απολύτως και πάντοτε ηλίθια. Μιλάει πολύ για τον εαυτό της,  γενικά μιλάει πολύ. Κρίνει κατηγορηματικά και κρίνει τα πάντα. Είναι ματαιόδοξη και επηρμένη. Γνωρίζει το καθετί και μας συμβουλεύει. Συνήθως δεν τα πηγαίνει καλά με την ερωτική της ζωή, ούτε τα καταφέρνει ιδιαίτερα στην ζωή της εν γένει. Δεν υπάρχουν όμως και άλλα είδη ανθρώπων για τους οποίους ισχύουν όλα ή τα περισσότερα από αυτά;
 
Η περιαυτολογία για παράδειγμα είναι ένα ελάττωμα των εγωιστών και των ανήσυχων, αλλά και χαρακτηριστικό των μελαγχολικών. Όλα μαζί όμως ταιριάζουν ιδιαίτερα στους νέους, για τους οποίους είναι σχεδόν φαινόμενο της ανάπτυξης να περιαυτολογούν, να είναι ματαιόδοξοι, να γνωρίζουν τα πάντα, αλλά να μην τα καταφέρνουν ιδιαίτερα με την ζωή -εν ολίγοις: να παρουσιάζουν ακριβώς τις ίδιες αποκλίσεις από την εξυπνάδα και την ευπρέπεια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι βλάκες ή περισσότερο βλάκες απ’ όσο είναι φυσιολογικό για έναν νέο που δεν έχει γίνει ακόμα έξυπνος!
 
Οι κρίσεις της καθημερινής ζωής και της ανθρώπινης πείρας συχνά βέβαια ευσταθούν, συχνά όμως είναι και άστοχες. Δεν σχηματίστηκαν βάσει μιας αληθινής θεωρίας και αποτελούν στην πραγματικότητα μόνο αντανακλαστικά αποδοχής και απόρριψης. Άρα και αυτό το παράδειγμα μας διδάσκει απλώς πως μπορεί κάτι να είναι βλακεία, χωρίς απαραιτήτως να είναι, πως η σημασία της λέξης μεταβάλλεται ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και πως η βλακεία είναι συνυφασμένη με πολλά άλλα, χωρίς να διακρίνεται το νήμα, με το οποίο θα μπορούσαμε να ξηλώσουμε το ύφασμα με μια κίνηση. Ακόμα και η ιδιοφυία συνδέεται άρρηκτα με τη βλακεία.
 
Έτσι η ανθρωπότητα παρακάμπτει το γεγονός πως απαγορεύεται διά ροπάλου να μιλάει κανείς πολύ και να περιαυτολογεί διότι κινδυνεύει να θεωρηθεί βλαξ, με έναν ιδιόμορφο τρόπο: μέσω του λογοτέχνη. Αυτός επιτρέπεται, εν ονόματι των ανθρώπων, να διηγείται πώς απόλαυσε το γεύμα του ή πώς ο ήλιος λάμπει στον ουρανό, του επιτρέπεται να ανοίγει την καρδιά του, να αποκαλύπτει μυστικά, να ομολογεί πράγματα, να λογοδοτεί για την προσωπική του ζωή χωρίς διακριτικότητα (τουλάχιστον αυτό κάνουν πολλοί συγγραφείς) κι όλα αυτά δίνουν απολύτως την εντύπωση πως η ανθρωπότητα επιτρέπει εδώ κατ’ εξαίρεση κάτι, το οποίο διαφορετικά θα απαγόρευε.
 
Με τον τρόπο αυτόν περιαυτολογεί ακατάπαυστα και, με την βοήθεια της λογοτεχνίας, έχει ήδη διηγηθεί τις ίδιες ιστορίες εκατομμύρια φορές, αλλοιώνοντας μόνο τις περιστάσεις, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε πρόοδο ή να ωφελείται πνευματικά! Με τον τρόπο που χρησιμοποιεί την λογοτεχνία της και έχει προσαρμοστεί σε αυτή την χρήση, δεν θα ‘πρεπε κι αυτή εντέλει να θεωρηθεί ύποπτη βλακείας; Εγώ, προσωπικά, δεν το θεωρώ καθόλου αδύνατο!
 
Ανάμεσα στα πεδία εφαρμογής της βλακείας και της ανηθικότητας -η τελευταία με την πλατύτερη, σήμερα όχι συνήθη έννοιά της, που σημαίνει σχεδόν το ίδιο όπως η μωρία, αλλά όχι όπως η ασκεψία- υπάρχουν οπωσδήποτε περίπλοκες αναλογίες και διαφορές. Και αυτός ο συσχετισμός είναι αναμφίβολα όμοιος με αυτά που είπε ο Γιόχαν Εντ. Έρντμαν σε ένα ουσιαστικό σημείο της διάλεξης του που ανέφερα προηγουμένως, συγκεκριμένα πως η ωμότητα είναι η πρακτική της βλακείας.
 
Είπε: Τα λόγια δεν είναι η μοναδική εκδήλωση μιας πνευματικής κατάστασης. Αυτή εξωτερικεύεται και σε πράξεις. Το ίδιο και η βλακεία. Όταν δεν είσαι απλώς βλαξ, αλλά συμπεριφέρεσαι και αναλόγως, δηλαδή όταν δια πράττεις βλακείες -η πρακτική της βλακείας συνεπώς- ή η βλακεία στην πράξη, αυτό λέγεται ωμότητα. Αυτός ο πειστικός ισχυρισμός μάς διδάσκει, τουλάχιστον, πως η βλακεία είναι ένα ελάττωμα του συναισθήματος, όπως εντέλει είναι και η ωμότητα!
 
Και αυτό μάς οδηγεί ολόισια στην κατεύθυνση εκείνης της συναισθηματικής διαταραχής και της διαταραχής της συναισθηματικής ισορροπίας που μόνο υπαινικτικά μπόρεσα να αναφέρω χωρίς να δώσω μια εξήγηση. Αλλά και η εξήγηση που προτείνει ο Έρντμαν δεν συμπίπτει απολύτως με την αλήθεια: γιατί πέρα από το ότι έχει ως στόχο μόνο τον μεμονωμένο ωμό και άξεστο άνθρωπο σε αντιπαράθεση με τον καλλιεργημένο και δεν συμπεριλαμβάνει καν όλες τις πιθανές εφαρμογές της βλακείας, η ωμότητα δεν είναι απλώς μια βλακεία ούτε η βλακεία είναι απλώς ωμότητα.
 
Υπολείπονται λοιπόν πολλά ακόμα που πρέπει να εξηγηθούν στην σχέση του συναισθήματος και της ευφυΐας, όταν συνδυάζονται στην εφαρμοσμένη βλακεία, πράγμα που κι εδώ μπορεί να διευθετηθεί ακόμα καλύτερα με παραδείγματα.
 
Για να σκιαγραφήσουμε σωστά την έννοια της βλακείας, οφείλουμε προπάντων να απαλύνουμε την άποψη πως η βλακεία είναι απλώς ή κυρίως μια έλλειψη νοημοσύνης· έχουμε ήδη αναφέρει άλλωστε πως η γενικότερη αντίληψή μας για την βλακεία είναι εκείνη της αποτυχίας στις πιο ποικίλες δραστηριότητες και φαίνεται να είναι ένα απλώς σωματικό και πνευματικό ελάττωμα. Στις εγχώριες διαλέκτους μας υπάρχει ένα εκφραστικό παράδειγμα: οι λέξεις derisch ή terisch που χαρακτηρίζουν την βαρηκοΐα, ένα σωματικό ελάττωμα δηλαδή, προέρχονται βέβαια από το torisch -που σημαίνει τρελός- και συνεπώς είναι συναφείς τής βλακείας.
 
Γιατί ακριβώς όπως εδώ, η μομφή της βλακείας χρησιμοποιείται από το λαό με την ίδια έννοια και σε άλλες περιπτώσεις. Όταν ένας αθλητής παραιτείται την κρίσιμη στιγμή ή κάνει ένα λάθος, ύστερα λέει: Είχα παραλύσει! ή Δεν ξέρω πού είχα το μυαλό μου!, παρότι η συμμετοχή του μυαλού στην κολύμβηση ή στην πυγμαχία παραμένει ακαθόριστη. Αντίστοιχα, τα αγόρια μεταξύ τους ή τα μέλη μιας αθλητικής ομάδας αποκαλούν βλάκα όποιον φέρεται αδέξια, ακόμα κι αν είναι ο ίδιος ο Χέλντερλιν.
 
Επίσης, κάτω από ορισμένες συνθήκες στον επαγγελματικό χώρο, κάποιος που δεν είναι ύπουλος και ασυνείδητος, θεωρείται βλαξ. Σε γενικές γραμμές, αυτά τα είδη της βλακείας αντιστοιχούν στα είδη μιας εξυπνάδας παλαιότερης από εκείνη που σήμερα τιμάται δημοσίως· και αν είμαι καλά πληροφορημένος, στην παλαιογερμανική εποχή όχι μόνο οι ηθικές αντιλήψεις αλλά και οι έννοιες της γνώσης, της πείρας και της σοφίας, δηλαδή έννοιες πνευματικές, είχαν στενή σχέση με τον πόλεμο και τον αγώνα. Έτσι κάθε εξυπνάδα έχει την βλακεία της, ακόμα και η ψυχολογία των ζώων έχει διαπιστώσει με τα τεστ ευφυΐας πως σε κάθε τύπο επίδοσης αντιστοιχεί και ένας τύπος βλακείας.
 
Αν αναζητούσαμε λοιπόν την πιο γενική έννοια της εξυπνάδας, θα καταλήγαμε ύστερα από όλες αυτές τις συγκρίσεις στην έννοια της ικανότητας, συνεπώς όποιος στερείται ικανότητας, θα μπορούσε περιστασιακά να θεωρηθεί και βλαξ. Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει και όταν εκείνη η ικανότητα που αντιστοιχεί σε ένα είδος βλακείας δεν χαρακτηρίζεται κυριολεκτικά ως εξυπνάδα. Ποια ικανότητα βρίσκεται λοιπόν στο προσκήνιο και συγχρόνως εκπληρώνει με το περιεχόμενό της την έννοια της ευφυΐας και της βλακείας, εξαρτάται από την μορφή της ζωής.
 
Σε εποχές προσωπικής ανασφάλειας, η πανουργία, η βία, η ενάργεια και η σωματική επιδεξιότητα είναι οι ικανότητες που ξεχωρίζουν μέσα στην έννοια της ευφυΐας. Σε εποχές με πνευματική με τις αναγκαίες επιφυλάξεις θα μπορούσαμε επίσης να πούμε- με αστική άποψη ζωής παίρνει την θέση τους η λογική.
 
Για την ακρίβεια, θα έπρεπε να τις αντικαθιστά η υψηλή διανοητική εργασία, αλλά μέσα στην εξέλιξη των πραγμάτων περισσότερη βαρύτητα έχει αποκτήσει η λογική, που είναι γραμμένη στο ανέκφραστο πρόσωπο και στο σκληρό μέτωπο του εργατικού ανθρώπου. Έτσι εξηγείται γιατί σήμερα η εξυπνάδα και η βλακεία, σαν να μην υπήρχε άλλη δυνατότητα, συσχετίζονται μόνο με την λογική και τους βαθμούς της ικανότητάς της, παρόλο που αυτή είναι κατά κάποιον τρόπο μια μεροληπτική άποψη.
 
Η γενική αντίληψη της ανικανότητας που εξαρχής ήταν συνδεδεμένη με την λέξη βλακεία -τόσο με την έννοια της ανικανότητας για τα πάντα όσο και με την έννοια οποιασδήποτε ανικανότητας- έχει και μια πραγματικά εντυπωσιακή συνέπεια, συγκεκριμένα ότι βλαξ και βλακεία, επειδή σημαίνουν γενική ανικανότητα, μπορούν περιστασιακά να αντικαταστήσουν κάθε λέξη που θα σήμαινε μια ιδιαίτερη ανικανότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η αμοιβαία μομφή της βλακείας είναι σήμερα τόσο εξαιρετικά διαδεδομένη. (Από μια άλλη άποψη, αυτό μάς εξηγεί γιατί αυτή η έννοια ορίζεται τόσο δύσκολα, όπως έχουν δείξει τα παραδείγματά μας.)
 
Ας σκεφτούμε τις παρατηρήσεις που είναι σημειωμένες στα περιθώρια των «σημαντικών» μυθιστορημάτων που υπήρξαν για μεγαλύτερο διάστημα στην ανώνυμη κυκλοφορία μιας δανειστικής βιβλιοθήκης: εδώ, όπου ο αναγνώστης είναι μόνος με τον συγγραφέα, εκφράζει την κρίση του με ιδιαίτερη προτίμηση στην λέξη Βλακεία! ή με τις ισότιμες της, όπως Χαζομάρα, Ανοησία, Ανείπωτη βλακεία και άλλα παρόμοια. Τέτοιες ακριβώς είναι και οι πρώτες λέξεις της αγανάκτησης, όταν σε θεατρικές παραστάσεις ή σε εκθέσεις ζωγραφικής το κοινό ενοχλείται και επιτίθεται ομαδικά στον καλλιτέχνη.
 
Θα έπρεπε ωστόσο να μνημονεύσουμε και την λέξη Kitsch, η οποία στους καλλιτεχνικούς κύκλους εκφράζει κατεξοχήν μια πρώτη κρίση, χωρίς όμως, απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον, να μπορεί κανείς να προσδιορίσει την έννοιά της ή να εξηγήσει την χρησιμότητά της, εκτός κι αν ανατρέξει στο ρήμα verkitschen, το οποίο στην καθομιλουμένη σημαίνει πουλώ κάτω του κόστους ή ξεπουλάω. Το Kitsch δηλαδή έχει την σημασία του πολύ φθηνού εμπορεύματος ή της σαβούρας για ξεπούλημα και είμαι βέβαιος πως αυτή την έννοια εκφράζει όταν αναφέρεται στον τομέα του πνεύματος και ασυναίσθητα χρησιμοποιείται σωστά.
 
Μιας και το φτηνό εμπόρευμα, η σαβούρα, αποκτά -σύμφωνα με τις έννοιες που περιλαμβάνονται σ’ αυτή την λέξη- την σημασία του ελαττωματικού και του άχρηστου, το ελαττωματικό και το άχρηστο όμως αποτελεί την βάση για την χρήση της λέξης βλακεία, δεν θα ήταν διόλου υπερβολικό να ισχυριστούμε πως έχουμε την τάση να αποκαλούμε ό,τι δεν μας αρέσει -ιδίως όταν έχουμε την αξίωση να είναι ανώτερο και άκρως πνευματικό- κατά κάποιον τρόπο βλακεία.
 
Και ως προς τον ορισμό αυτού του κατά κάποιον τρόπο, είναι σημαντικό, η χρήση των εκφράσεων της βλακείας να είναι στενά συνυφασμένη με μια δεύτερη που πρέπει επίσης να περιλαμβάνει ατελείς εκφράσεις για το πρόστυχο και το ηθικά αποκρουστικό, πράγμα που επαναφέρει την προσοχή μας σε κάτι που ήδη μας έχει κάνει εντύπωση: στην κοινή μοίρα των εννοιών βλακεία και απρέπεια. Γιατί όχι μόνο το kitsch, ο αισθητικός όρος πνευματικής προέλευσης, αλλά και οι εκφράσεις ηθικού περιεχομένου, όπως κτηνωδία, αηδία, φρίκη, νοσηρό, αδιάντροπο, είναι ως προς τον πυρήνα τους μη ανεπτυγμένες κριτικές για την τέχνη και γνώμες για την ζωή.
 
Αυτές οι εκφράσεις όμως περιέχουν ενδεχομένως και μια πνευματική προσπάθεια, μια διαφοροποίηση στην σημασία τους, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούνται αδιακρίτως. Τότε, ως τελευταία διέξοδος, υπάρχει το πραγματικά άναρθρο σχεδόν επιφώνημα «Τι προστυχιά» που αντικαθιστά όλα τα άλλα και είναι ικανό, μαζί με το επιφώνημα «Τι βλακεία» να μοιραστεί την εξουσία του κόσμου.
 
Διότι όπως φαίνεται αυτές οι δυο λέξεις μπορούν περιστασιακά να αντικαταστήσουν όλες τις άλλες, γιατί η βλακεία έχει αποκτήσει την έννοια της γενικής ανικανότητας και η προστυχιά εκείνη της γενικής προσβολής της ηθικής. Αν κρυφακούσει κανείς τι λένε σήμερα οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, θα διαπιστώσει πως η αυτοπροσωπογραφία της ανθρωπότητας -όπως δημιουργείται ανεξέλεγκτα μέσα από αμοιβαία ομαδικά ενσταντανέ- αποτελείται αποκλειστικά μόνο από τις παραλλαγές αυτών των δύο ακαθόριστων όρων.
 
Ίσως αξίζει να το συλλογιστούμε. Αναμφίβολα, αυτές οι δύο λέξεις αποτελούν την κατώτατη βαθμίδα μιας ανολοκλήρωτης γνώμης, μιας ακόμα όχι απολύτως συγκροτημένης κριτικής, που ασφαλώς αντιλαμβάνεται πως κάτι είναι λάθος, αλλά δεν είναι σε θέση να πει τι ακριβώς. Η χρήση αυτών των λέξεων είναι η απλούστερη και η χειρότερη έκφραση άρνησης που υπάρχει: είναι η αρχή μιας απάντησης και συγχρόνως το τέλος της.
 
Θυμίζει βραχυκύκλωμα και γίνεται καλύτερα κατανοητή αν λάβουμε υπόψη πως βλακεία και προστυχιά, ό,τι κι αν σημαίνουν, χρησιμοποιούνται και ως ύβρεις. Διότι η σημασία των ύβρεων δεν έγκειται ως γνωστόν τόσο στο περιεχόμενό τους όσο στην χρήση τους. Πολλοί ανάμεσά μας μπορεί να αγαπούν τους γάιδαρους, εντούτοις προσβάλλονται όταν τους αποκαλέσουν έτσι.
 
Η ύβρις δεν εκπροσωπεί αυτό που σημαίνει, αλλά ένα μείγμα από σημασίες, αισθήματα και προθέσεις, τα οποία δεν είναι σε θέση ούτε στο ελάχιστο να εκφράσει, αλλά μόνο να υπαινιχθεί. Παρεμπιπτόντως, αυτό το έχει κοινό με τις λέξεις του συρμού και τις ξενικές εκφράσεις, οι οποίες επίσης μας φαίνονται απαραίτητες, ακόμα κι όταν μπορεί να αντικατασταθούν εντελώς. Γι’ αυτό ακριβώς έχουν οι ύβρεις και κάτι αφάνταστα ερεθιστικό που ασφαλώς ταυτίζεται με την πρόθεσή τους, αλλά όχι με το περιεχόμενό τους, πράγμα που διακρίνεται πιο καθαρά στα πειράγματα και στις κοροϊδίες των νέων -ένα παιδί μπορεί να πει τις λέξεις Busch ή Moritz και να προκαλέσει έτσι την μανία ενός άλλου εξαιτίας κάποιου μυστικού συσχετισμού.
 
Ο,τι λέγεται για τις ύβρεις, τις κοροϊδίες, τις λέξεις του συρμού και τις ξενικές λέξεις, μπορεί επίσης να ειπωθεί για τα αστεία, τα συνθήματα και τα ερωτόλογα. Και το κοινό όλων αυτών των ειδάλλως τόσο ανομοιογενών λέξεων είναι πως υπηρετούν μια συναισθηματική κατάσταση και πως αυτή ακριβώς η ανακρίβειά τους και η έλλειψη αντικειμενικότητας τις καθιστά ικανές να παραγκωνίζουν με την χρήση τους σειρές ολόκληρες από περισσότερο εύστοχες, αντικειμενικές και ακριβείς λέξεις.
 
Είναι προφανές πως στη ζωή μας έχουμε κατά καιρούς αυτή την ανάγκη, της οποίας την αξία δεν θα αρνηθούμε βλακώδη όμως, ή κατά κάποιον τρόπο πάνω στα ίχνη της βλακείας, είναι αναμφίβολα αυτά που επακολουθούν σε τέτοιες περιπτώσεις· αυτή η συνάφεια μπορεί να εξεταστεί με κάθε λεπτομέρεια σε ένα βασικό και εθνικό παράδειγμα έλλειψης μυαλού στον πανικό.
 
Όταν επιδρά σε έναν άνθρωπο κάτι πολύ ισχυρό γι’ αυτόν, είτε πρόκειται για έναν απροσδόκητο τρόμο είτε για μια επίμονη ψυχική πίεση, τότε είναι πιθανόν να κάνει αυτός ο άνθρωπος κάτι άμυαλο. Μπορεί να αρχίσει να ωρύεται, στην ουσία τίποτε διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει ένα παιδί, μπορεί να τραπεί σε τυφλή φυγή μπροστά σε έναν κίνδυνο ή να ορμήσει, τυφλά επίσης, μέσα στον ίδιο τον κίνδυνο. Μπορεί να τον πιάσει μια εκρηκτική τάση να καταστρέφει, να βρίζει ή να μεμψιμοιρεί. Γενικώς, αντί να προβεί σε μια σκόπιμη ενέργεια, την οποία θα απαιτούσε η κατάστασή του, κάνει ένα πλήθος άλλων που, αν όχι πάντα, τουλάχιστον πολύ συχνά είναι όντως άσκοπες και μάλιστα ακατάλληλες.
 
Γνωρίζουμε καλύτερα αυτό το είδος της αντίδρασης με την έννοια της κατάστασης πανικού, αν όμως δεν αντιληφθούμε την λέξη με την στενή της σημασία, μπορούμε επίσης να μιλήσουμε και για πανικούς οργής, απληστίας, ακόμα και τρυφερότητας, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλες τις περιπτώσεις όπου μια κατάσταση υπερδιέγερσης μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με έναν εξίσου ζωηρό, τυφλό όσο και άσκοπο τρόπο. Ένας θαρραλέος και πνευματώδης άνδρας έχει παρατηρήσει μάλιστα από καιρό πως υπάρχει και ένας πανικός θάρρους, που διαφέρει από το φόβο μόνο λόγω της αντίθετης ροπής του.
 
Η ψυχολογία θεωρεί αυτό που συμβαίνει με την έναρξη του πανικού ως μια διάλειψη της ευφυΐας, και εν γένει της υψηλότερης πνευματικής ιδιότητας, στην θέση τής οποίας προβάλλει ένας πιο πρωτόγονος μηχανισμός. Θα ’πρεπε βέβαια να προσθέσουμε πως η παράλυση και η συρρίκνωση της λογικής σε τέτοιες περιπτώσεις συνοδεύονται από μια μετάπτωση, όχι τόσο στην ενστικτώδη ενέργεια, αλλά, διαμέσου αυτής, σε ένα ένστικτο ύστατης ανάγκης και σε μια ύστατη απεγνωσμένη αντίδραση. Αυτή η αντίδραση έχει την μορφή της απόλυτης σύγχυσης, είναι απρογραμμάτιστη και, όπως φαίνεται, η σύνεση και κάθε σωτήριο ένστικτο την έχουν εγκαταλείψει.
 
Αλλά το ασυνείδητο σχέδιό της είναι να υποκαταστήσει την ποιότητα των ενεργειών με τον αριθμό τους, και η πονηριά της, που δεν είναι αμελητέα, βασίζεται στην πιθανότητα πως ανάμεσα σε εκατό τυφλές προσπάθειες που είναι άστοχες, μπορεί να υπάρχει και μία εύστοχη. Ένας άνθρωπος που χάνει το μυαλό του ή ένα έντομο που για πολύ μεγάλο διάστημα χτυπιέται πάνω στο κλεισμένο φύλλο του παραθύρου ώσπου τυχαία να τιναχτεί στο ύπαιθρο μέσα από το ανοιχτό, δεν κάνουν στην σύγχυσή τους τίποτε άλλο απ’ ό,τι κάνει η τεχνική του πολέμου ύστερα από ψυχρούς υπολογισμούς, όταν καλύπτει ένα στόχο με καταιγισμό πυρών και με διεσπαρμένες ριπές, ή όταν χρησιμοποιεί όλμους και χειροβομβίδες.
 
Αυτό δηλαδή σημαίνει πως μια σκόπιμη ενέργεια αναπληρώνεται με μια ογκώδη, και τίποτε δεν είναι τόσο ανθρώπινο όσο το να αντικαθίσταται η ιδιότητα των λέξεων ή των πράξεων από την ποσότητά τους. Όμως στην χρήση των ασαφών λέξεων υπάρχει κάτι πολύ όμοιο με την χρήση των πολλών λέξεων, διότι όσο πιο ασαφής είναι μια λέξη τόσο πιο ευρύ είναι το φάσμα των εννοιών στις οποίες μπορεί να αναφερθεί, το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη αντικειμενικότητας.
 
Αν αυτές οι λέξεις είναι βλακώδεις, τότε η βλακεία συγγενεύει μέσω αυτών με την κατάσταση του πανικού, αλλά και η κατάχρηση της μομφής της βλακείας και των ομοίων της δεν πρέπει να απέχει πολύ από μια ψυχική απόπειρα σωτηρίας με αρχαϊκά πρωτόγονες και, όπως δικαίως μπορεί κανείς να ισχυριστεί, νοσηρές μεθόδους.
 
Και πραγματικά, στην σωστή χρήση της μομφής, όταν κάτι είναι όντως βλακεία ή προστυχιά, δεν διακρίνεται μόνο μια διάλειψη της ευφυΐας, αλλά και μια τυφλή τάση για άσκοπη καταστροφή ή φυγή. Αυτά τα λόγια δεν είναι μόνον ύβρεις αλλά εκπροσωπούν και μια ολόκληρη κρίση εξύβρισης. Όταν κάτι μόνο έτσι μπορεί να εκφραστεί, δεν απέχει πολύ από την χειροδικία. Για να επιστρέψουμε στα παραδείγματα που ανέφερα νωρίτερα: πίνακες δέχονται επιθέσεις με ομπρέλες (και επιπλέον στην θέση εκείνου που τους έχει ζωγραφίσει), βιβλία εκσφενδονίζονται καταγής, σαν να ήταν αυτός ένας τρόπος να αποβάλουν το δηλητήριο τους. Υπάρχει όμως και η εξουθενωτική πίεση που προηγείται, από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε: μας πνίγει ο θυμός, δεν βρίσκουμε λόγια, μας κόβεται η ανάσα.
 
Αυτός είναι ο βαθμός της αφασίας και, βεβαίως, της ασκεψίας που προηγείται της κρίσης! Υποδηλώνει μια σοβαρή κατάσταση ανεπάρκειας, ώσπου στο τέλος αρχίζει η έκρηξη με την εντελώς προφανή έκφραση δεν αντέχω άλλο αυτή την βλακεία. Αυτό όμως που δεν αντέχουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Σε εποχές όπου εκτιμάται πολύ η δράση και ο δυναμισμός, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε και αυτό που ορισμένες φορές μοιάζει απαράλλαχτα με την βλακεία.
 
Κυρίες και κύριοι. Σήμερα μιλάμε συχνά για μια κρίση της εμπιστοσύνης στον ανθρωπισμό, μια κρίση της εμπιστοσύνης που ως τώρα ακόμα τρέφουμε για τον άνθρωπο. Θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε και πανικό, έναν πανικό έτοιμο να αντικαταστήσει την βεβαιότητα πως είμαστε ικανοί να διευθετήσουμε τις υποθέσεις μας ελεύθερα και με σύνεση. Δεν πρέπει να έχουμε την πλάνη πως αυτές οι δύο ηθικές, αλλά και ηθικές-καλλιτεχνικές έννοιες, ελευθερία και σύνεση, που έφτασαν ως εμάς από την κλασική εποχή του γερμανικού κοσμοπολιτισμού ως σύμβολο της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, ήδη από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ή λίγο αργότερα έχουν πάψει πλέον να χαίρουν άκρας υγείας.
 
Με τον καιρό άρχισαν να μην έχουν πέραση και δεν ξέραμε πλέον τι να τις κάνουμε: το γεγονός ότι τους επιτρέψαμε να συρρικνωθούν, δεν είναι τόσο το επίτευγμα των εχθρών τους όσο των οπαδών τους. Επίσης δεν πρέπει να έχουμε την αυταπάτη πως εμείς ή οι μεταγενέστεροι μας δεν θα επιστρέφουμε κάποτε σ’ αυτές τις αμετάβλητες ιδέες. Το καθήκον μας και ο σκοπός τού πνευματικού μας μόχθου θα είναι αντιθέτως -και αυτό είναι το οδυνηρό και ελπιδοφόρο καθήκον κάθε γενιάς, αν και σπανιότατα το συνειδητοποιούμε- η πραγματοποίηση της πάντοτε αναγκαίας, μάλλον της πολύ επιθυμητής μετάβασης στο καινούργιο με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες!
 
Και όταν έχουμε παραλείψει να περάσουμε την κατάλληλη στιγμή στην ιδεολογία που συνδέει την παράδοση με το μέλλον, χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο την βοήθεια συγκεκριμένων αντιλήψεων για το τι είναι αληθινό, συνετό, σημαίνον, έξυπνο και, αντίστροφα, για το τι είναι βλακεία. Πώς μπορεί όμως να διαμορφωθεί μια αντίληψη της βλακείας, έστω και μερική, όταν παραπαίει εκείνη της νόησης και της σοφίας;
 
Ως απόδειξη για το πόσο αλλάζουν με τον καιρό οι αντιλήψεις, επιτρέψτε μου να αναφέρω απλώς ένα μικρό παράδειγμα: Σε ένα άλλοτε πολύ γνωστό ψυχιατρικό εγχειρίδιο, η ερώτηση Τι είναι δικαιοσύνη; και η σχετική απάντηση Όταν ο άλλος τιμωρείται! αναγράφονται ως παράδειγμα ηλιθιότητας, ενώ σήμερα αποτελούν την βάση μιας πολύ συζητημένης αντίληψης δικαίου. Φοβάμαι, λοιπόν, πως ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς επιχειρηματολογίες δεν μπορούν να ολοκληρωθούν αν δεν υποδηλώσουν τουλάχιστον έναν πυρήνα ανεξάρτητο από χρονικές μεταβολές. Έτσι προκύπτουν αρκετά ακόμα ερωτήματα και παρατηρήσεις.
 
Δεν έχω κανένα δικαίωμα να παρουσιάζομαι ως ψυχολόγος, ούτε και το επιθυμώ, απλώς θέλω να ρίξω μια φευγαλέα ματιά σε αυτή την επιστήμη, γιατί είναι ασφαλώς η πρώτη από την οποία θα μπορούσα να περιμένω μια βοήθεια. Η παλαιότερη ψυχολογία έκανε διάκριση ανάμεσα στο συναίσθημα, την βούληση, το αίσθημα και την παραστατική ικανότητα ή ευφυΐα, και θεωρούσε σαφές πως η βλακεία είναι ένας ελάσσων βαθμός ευφυΐας.
 
Η σημερινή ψυχολογία έχει παραμερίσει την σημασία της στοιχειώδους διάκρισης των ψυχικών ικανοτήτων, έχει αναγνωρίσει την αμοιβαία εξάρτηση και διήθηση των διαφόρων επιδόσεων της ψυχής και ταυτόχρονα έχει κάνει πολύ λιγότερο απλή την απάντηση στο ερώτημα: τι είναι η βλακεία στην ψυχολογία. Ακόμα και με την σημερινή αντίληψη, υπάρχει φυσικά μια ορισμένη αυτονομία της δραστηριότητας του μυαλού, εντούτοις, ακόμα και στις πιο ήπιες περιστάσεις η προσοχή, η αντίληψη, η μνήμη και σχεδόν όλες οι λειτουργίες τής νόησης εξαρτώνται και αυτές πιθανώς από τις συναισθηματικές ιδιότητες. Και επιπλέον, τόσο στα ψυχικά όσο και στα πνευματικά βιώματα συντελείται μια δεύτερη διήθηση της ευφυΐας και του συναισθήματος που είναι εντελώς αδιάσπαστη.
 
Αυτή ακριβώς η δυσκολία του διαχωρισμού της λογικής και του συναισθήματος στην έννοια της ευφυΐας αντικατοπτρίζεται ασφαλώς και στην έννοια της βλακείας. Και αν, για παράδειγμα, η ιατρική ψυχολογία περιγράφει την σκέψη των ηλιθίων ανθρώπων ως: πτωχή, ανακριβή, ανίκανη προς αφαίρεση, ασαφή, αργή, επιπόλαιη, επιφανειακή, μονόπλευρη, δύσκαμπτη, σχολαστική, υπερκινητική, ασυνάρτητη, είναι πρόδηλο πως αυτές οι ιδιότητες αναφέρονται εν μέρει στην λογική και εν μέρει στο συναίσθημα.
 
Μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε πως η βλακεία και η εξυπνάδα εξαρτώνται τόσο από την λογική όσο και από το συναίσθημα· και αν είναι ισχυρότερο το πρώτο ή το δεύτερο, αν για παράδειγμα στην ηλιθιότητα έρχεται σε πρώτο πλάνο η αδυναμία της ευφυΐας ή, σύμφωνα με μερικούς διακεκριμένους, αυστηρούς ηθικολόγους, η παράλυση του συναισθήματος, αυτό ας το αποφασίσουν οι ειδικοί, στο μεταξύ όμως εμείς οι ερασιτέχνες θα καταφύγουμε σε μια ελαφρώς πιο ελεύθερη μέθοδο.
 
Στην ζωή θεωρούμε συνήθως βλάκα έναν άνθρωπο που είναι ελαφρώς αδύνατος στο μυαλό. Εκτός αυτού όμως υπάρχουν και οι πιο ποικίλες πνευματικές και ψυχικές παραλλαγές, ικανές να εμποδίσουν, να ακυρώσουν και να παραπλανήσουν ακόμα και μια εγγενώς ακέραιη ευφυΐα σε τέτοιο βαθμό, ώστε το αποτέλεσμα να είναι εκείνο για το οποίο η γλώσσα μας διαθέτει μόνο την λέξη βλακεία. Αυτή η λέξη περιλαμβάνει λοιπόν δύο κατά βάση πολύ διαφορετικά είδη: μια έντιμη και απλή βλακεία και μιαν άλλη, η οποία, κατά ελαφρώς παράδοξο τρόπο, αποτελεί ακόμα και σημάδι ευφυΐας. Η πρώτη έγκειται μάλλον σε ένα αδύνατο μυαλό, ενώ η δεύτερη μάλλον σε ένα μυαλό που μόνο σε σχέση με κάτι άλλο είναι αδύνατο, και γι’ αυτό είναι κατά πολύ πιο επικίνδυνη.
 
Η έντιμη βλακεία είναι ελαφρώς δύσκαμπτη στην αντίληψη, αυτό που ονομάζουμε αργόστροφη. Είναι φτωχή σε παραστάσεις και λόγια και αδέξια στην χρήση τους. Προτιμά το κοινότοπο, γιατί το εντυπώνεται βαθιά λόγω της συχνής του επανάληψης, και αν ποτέ συλλάβει κάτι, δεν δέχεται εύκολα να της το στερήσουν, να ακούσει αναλύσεις ή να αναζητήσει η ίδια σχολαστικές ερμηνείες. Τα μάγουλά της όμως είναι ροδοκόκκινα και σφύζουν από ζωή!
 
Είναι, βέβαια, συχνά αόριστη στους συλλογισμούς της, και η σκέψη της παγώνει για λίγο όταν έρχεται αντιμέτωπη με νέες εμπειρίες, αντ’ αυτού όμως προσκολλάται με ιδιαίτερη προτίμηση στα βιώματα των αισθήσεων, τα οποία μπορεί κατά κάποιον τρόπο να τα μετρήσει στα δάχτυλα. Με μια λέξη, είναι η συμπαθητική αμιγής βλακεία, και αν δεν ήταν ενίοτε τόσο εύπιστη, ασαφής και ταυτόχρονα τόσο ανεπίδεκτη διδασκαλίας, ώστε να μας φέρνει σε απόγνωση, θα ήταν πέρα για πέρα χαριτωμένη.
 
Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να καλλωπίσω αυτό το φαινόμενο με λίγα παραδείγματα που την παρουσιάζουν και από άλλες πλευρές, τα οποία δανείστηκα από το εγχειρίδιο της ψυχιατρικής του Μπλόυλερ. Την εικόνα που εμείς θα περιγράφαμε με την έκφραση: Γιατρός στο προσκέφαλο τον ασθενούς, ένας ηλίθιος την αποδίδει με τα λόγια: Ένας άνδρας που κρατάει το χέρι στον άλλον που είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και μετά στέκεται δίπλα του μια καλόγρια.
 
Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται ένας αυτοδίδακτος αφελής ζωγράφος! Μια όχι ιδιαίτερα εύστροφη υπηρέτρια θεωρεί κακό αστείο το να της ζητούν να καταθέσει τις οικονομίες της στην τράπεζα για να τοκίζονται: Ποιος μπορεί να είναι τόσο βλάκας που να μου φυλάει τα χρήματα και με πληρώνει κι από πάνω! – αυτή είναι η απάντησή της. Έτσι διατυπώνεται μια ιπποτική νοοτροπία, μια σχέση με το χρήμα την οποία μπορούσε ακόμα να συναντήσει κανείς, την εποχή που ήμουν νέος, σε μεμονωμένες περιπτώσεις ηλικιωμένων ανθρώπων της ανώτερης τάξης!
 
Σε έναν τρίτο ηλίθιο, τέλος, καταλογίζουν ενδεικτικά ότι διατείνεται πως ένα νόμισμα των δύο μάρκων έχει μικρότερη αξία από ένα μάρκο και δύο νομίσματα μισού μάρκου, δίνοντας την ακόλουθη εξήγηση: τα δύο μάρκα πρέπει να τα χαλάσεις και τότε παίρνεις πολύ λίγα! Ελπίζω να μην είμαι ο μόνος ηλίθιος σ’ αυτή την αίθουσα, ο οποίος παραδέχεται με όλη του την καρδιά αυτή την θεωρία των αξιών σε σχέση με εκείνους τους ανθρώπους που δεν προσέχουν όταν χαλούν χρήματα!
 
Για να επιστρέφω όμως άλλη μια φορά στην σχέση με την τέχνη, η απλή βλακεία είναι πραγματικά συχνά μια καλλιτέχνης. Αντί να απαντήσει σε μια λέξη-ερέθισμα με μιαν άλλη, όπως ήταν πολύ σύνηθες στο παρελθόν σε ορισμένα πειράματα, δίνει μεμιάς ως απάντηση ολόκληρες προτάσεις και μπορεί κανείς να ισχυριστεί ό,τι θέλει, αλλά αυτές οι προτάσεις περιέχουν ένα είδος ποίησης! Θα επαναλάβω μερικές τέτοιες απαντήσεις, αρχίζοντας πρώτα με την λέξη-ερέθισμα:
 
Ανάβω: Ο φούρναρης ανάβει τα ξύλα.
Χειμώνας: Αποτελείται από χιόνι.
Πατέρας: Κάποτε με γκρέμισε από τη σκάλα.
Γάμος: Χρησιμεύει για ψυχαγωγία.
Κήπος: Στον κήπο έχει πάντα καλό καιρό.
Θρησκεία: Όταν κάποιος πηγαίνει στην εκκλησία.
Ποιος ήταν ο Γουλιέλμος Τέλλος: Τον έπαιζαν στο δάσος, ήταν μαζί και μεταμφιεσμένες γυναίκες και παιδιά.
Ποιος ήταν ο άγιος Πέτρος: Λάλησε τρεις φορές.
 
Η αφέλεια και η μεγάλη σωματικότητα τέτοιων απαντήσεων, η αντικατάσταση υψηλότερων συνειρμών με την αφήγηση μιας απλής ιστορίας, η σοβαρή εξιστόρηση του περιττού, των περιστάσεων και των βοηθητικών στοιχείων, ύστερα πάλι η συντομευτική πύκνωση όπως στο παράδειγμα του Πέτρου: αυτές είναι πανάρχαιες τακτικές της ποίησης. Και παρόλο που επίσης πιστεύω πως η υπερβολή του όλου πράγματος, όπως είναι πολύ του συρμού, φέρνει τον ποιητή πολύ κοντά στον ηλίθιο, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ποιητικό στοιχείο του, και έτσι εξηγείται γιατί η λογοτεχνία έχει την τάση να περιγράφει το πνεύμα του ηλιθίου με μια περίεργη ευχαρίστηση.
 
Σε όντως συχνά κραυγαλέα αντίθεση με την έντιμη βλακεία βρίσκεται όμως η άλλη, η εξεζητημένη, η ανώτερη. Δεν πρόκειται τόσο για μια έλλειψη της ευφυΐας όσο μάλλον για την αποτυχία της λόγω του ότι διεκδικεί επιδόσεις που δεν της ταιριάζουν. Μπορεί να έχει όλες τις αρνητικές ιδιότητες του αδύνατου μυαλού, επιπλέον όμως και όλα όσα προκαλεί ένας ψυχισμός ανισόρροπος, ανάπηρος, ασταθής, εν ολίγοις κάθε ψυχισμός που αποκλίνει του υγιούς.
 
Επειδή δεν υπάρχουν τυποποιημένοι ψυχισμοί, αυτή η απόκλιση αντικατοπτρίζει, για να μιλήσουμε ορθότερα, έναν ανεπαρκή συντονισμό ανάμεσα στην μονομέρεια του συναισθήματος και μιας λογικής που δεν επαρκεί για να το χαλιναγωγήσει. Αυτή η ανώτερη βλακεία είναι μια πραγματική ασθένεια της διαμόρφωσης της προσωπικότητας (για να αποκλείσουμε κάθε παρεξήγηση, εννοώ την έλλειψη διαμόρφωσης, την ελαττωματική, την αποτυχημένη διαμόρφωση και την δυσαναλογία ανάμεσα στην ύλη και στην αποτελεσματικότητά της) και κάθε απόπειρα να την περιγράφουμε θα ήταν μάλλον μια αποστολή χωρίς τέλος. Φτάνει ως την ύψιστη πνευματικότητα.
 
Διότι αν η αυθεντική βλακεία είναι μια ήσυχη καλλιτέχνης, η ευφυής βλακεία είναι εκείνη που συμπράττει στην ζωηρότητα της πνευματικής ζωής, προπάντων όμως στην αστάθεια και στην έλλειψη της αποτελεσματικότητάς της. Ήδη πριν από χρόνια έγραψα σχετικά: Ασφαλώς δεν υπάρχει καμία σημαντική σκέψη, την οποία η βλακεία δεν θα ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει: είναι ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις και μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας. Η αλήθεια αντιθέτως έχει μόνο ένα φόρεμα και έναν δρόμο για κάθε περίπτωση και βρίσκεται πάντοτε σε μειονεκτική θέση. Η εν λόγω βλακεία δεν είναι ψυχασθένεια και ωστόσο είναι η πιο επικίνδυνη αρρώστια του πνεύματος, ακόμα και για την ίδια τη ζωή.
 
Θα ’πρεπε λοιπόν να την αναζητήσουμε όλοι μέσα μας και να μην περιμένουμε να την αναγνωρίσουμε από τις μεγάλες ιστορικές εκρήξεις της. Πώς μπορούμε όμως να την αναγνωρίσουμε; Και με ποιο ενδεικτικό χαρακτηριστικό να την στιγματίσουμε; Η ψυχιατρική χρησιμοποιεί σήμερα ως κύριο γνώρισμα για τις αντίστοιχες περιπτώσεις την ανικανότητα να τα καταφέρουν στην ζωή, την αποτυχία σε όλες τις αποστολές που τους αναθέτει η ζωή ή, απροσδόκητα, μιας αποστολής όπου μια αποτυχία δεν ήταν αναμενόμενη.
 
Αλλά και στην πειραματική ψυχολογία, που κυρίως ασχολείται με τις υγιείς περιπτώσεις, ο ορισμός τής βλακείας είναι όμοιος. Βλακεία ονομάζουμε μια συμπεριφορά που δεν εκπληρώνει μια αποστολή, για την οποία είναι δεδομένες όλες οι προϋποθέσεις εκτός από τις προσωπικές, γράφει γνωστός εκπρόσωπος μιας από τις νεότερες σχολές αυτής της επιστήμης.
 
Αυτό το κριτήριο της ικανότητας για μια πρακτική συμπεριφορά, δηλαδή της αποτελεσματικότητας, είναι ικανοποιητικό όσον αφορά τις έκδηλες κλινικές περιπτώσεις ή τους πειραματισμούς με τους πιθήκους, εκείνες όμως οι περιπτώσεις που κυκλοφορούν ελεύθερες χρειάζονται ορισμένα συμπληρωματικά κριτήρια, γιατί δεν είναι πάντα τόσο προφανές σ’ αυτές αν η εκπλήρωση της αποστολής είναι σωστή ή λανθασμένη.
 
Αφενός η ικανότητα του εν λόγω ατόμου να συμπεριφέρεται πάντοτε όπως ένας αποτελεσματικός άνθρωπος κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες συνεπάγεται ήδη όλη την υψηλή ασάφεια της εξυπνάδας και της βλακείας, διότι με κατάλληλη και εξειδικευμένη συμπεριφορά μπορεί να χρησιμοποιήσει την περίσταση για προσωπικό του όφελος ή απλώς να την εξυπηρετήσει, και όποιος κάνει το πρώτο θεωρεί συνήθως βλάκα εκείνον που κάνει το δεύτερο. (Κατά την Ιατρική, όμως, βλάκας είναι ουσιαστικά μόνο εκείνος που δεν μπορεί να κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.)
 
Αφετέρου είναι αδιαμφισβήτητο πως μια ακατάλληλη συμπεριφορά, μάλλον μια άσκοπη, συχνά μπορεί να είναι απαραίτητη, διότι η αντικειμενικότητα και το απρόσωπο, η υποκειμενικότητα και η ακαταλληλότητα είναι μεταξύ τους συναφείς και, όσο γελοία είναι η αβίαστη υποκειμενικότητα, τόσο ανυπόφορη, μάλλον ασύλληπτη, είναι ασφαλώς μια εντελώς αντικειμενική συμπεριφορά. Η εξισορρόπησή τους μάλιστα είναι ένα από τα κυρία προβλήματα του πολιτισμού μας.
 
Τέλος, θα έπρεπε οπωσδήποτε να επισημάνω πως κανείς δεν συμπεριφέρεται τόσο έξυπνα όσο θα ήταν αναγκαίο, έτσι ώστε ο καθένας μας, αν όχι πάντοτε, κατά καιρούς τουλάχιστον είναι βλαξ. Συνεπώς, πρέπει επίσης να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στην αποτυχία και την ανικανότητα, την περιστασιακή ή την λειτουργική, και την μόνιμη ή την ιδιοσυστασιακή βλακεία, ανάμεσα στο λάθος και την έλλειψη νοημοσύνης.
 
Αυτό είναι άκρως σημαντικό, διότι έτσι όπως είναι σήμερα οι συνθήκες της ζωής, τόσο ακατάληπτες, τόσο δύσκολες, τόσο συγκεχυμένες, μπορεί εύκολα από τις περιστασιακές βλακείες τού ενός να προκόψει μια ιδιοσυστασιακή του συνόλου. Αυτό οδηγεί εντέλει την παρατήρηση πέρα από το πεδίο των προσωπικών ιδιοτήτων: στην εικόνα μιας κοινωνίας βεβαρημένης με πνευματικά ελαττώματα. Δεν μπορούμε βέβαια να μεταφέρουμε τα γνήσια ψυχολογικά φαινόμενα του ενός ατόμου σε μια ολόκληρη κοινωνία, άρα ούτε τις ψυχασθένειες και την βλακεία, ασφαλώς όμως σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαμε σήμερα να μιλήσουμε για μια κοινωνική απομίμηση πνευματικών ελαττωμάτων.
 
Τα σχετικά παραδείγματα είναι πολύ εντυπωσιακά.
 
Μ’ αυτά τα συμπληρωματικά επιχειρήματα, βέβαια, πάλι ξεπεράσαμε τα όρια της ψυχολογικής ερμηνείας. Η ίδια η ψυχολογία μάς διδάσκει πως μια έξυπνη σκέψη έχει συγκεκριμένες ιδιότητες, όπως διαύγεια, ακρίβεια, πλούτο, ευελιξία παρά την σταθερότητά της και πολλές ακόμα που θα μπορούσα να απαριθμήσω και πως αυτές οι ιδιότητες είναι εν μέρει έμφυτες, εν μέρει επίκτητες, μαζί με τις γνώσεις που αποκτάμε, σαν ένα είδος πνευματικής δεξιοτεχνίας. Συνεπώς μια καλή λογική και ένα επιδέξιο μυαλό σημαίνουν σχεδόν ένα και το αυτό.
 
Έτσι το μόνο που μένει να ξεπεράσουμε είναι η αδράνεια και η προδιάθεση, πράγμα που μπορεί να γίνει με την σχετική εκπαίδευση, ενώ ο κωμικός όρος πνευματική άσκηση δεν διατυπώνει και τόσο άσχημα εκείνο στο οποίο αναφέρεται. Η ευφυής βλακεία αντιθέτως δεν έχει τόσο την λογική ως αντίπαλο όσο το πνεύμα και -αν δεν φανταστούμε απλώς μια σωρεία συναισθημάτων- επίσης τον ψυχισμό.
 
Επειδή οι σκέψεις και τα αισθήματα κινούνται μαζί, αλλά και επειδή μέσω αυτών εκφράζεται ο ίδιος άνθρωπος, έννοιες όπως η στενότητα, το πλάτος, η ευκινησία, η απλότητα, η πίστη, μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την σκέψη όπως και για το αίσθημα. Πιθανώς ο συνδυασμός που προκύπτει έτσι να μην είναι ακόμη εντελώς σαφής, αρκεί όμως για να μπορέσουμε να ισχυριστούμε πως η ψυχή χρειάζεται την λογική και πως τα αισθήματά μας δεν είναι τελείως άσχετα με την εξυπνάδα και την βλακεία. Ενάντια σε τούτη την βλακεία μπορεί να επέμβει κανείς με πρότυπα και κριτική.
 
Η άποψη που σας εξέθεσα αποκλίνει από την συνηθισμένη γνώμη, που δεν είναι καθόλου εσφαλμένη, αλλά βεβαίως εξαιρετικά μεροληπτική, καθώς πρεσβεύει ότι μια βαθιά, γνήσια ψυχή δεν χρειάζεται την λογική, γιατί μάλλον θα μολυνόταν απλώς απ’ αυτήν. Η αλήθεια είναι ότι σε απλούς ανθρώπους ορισμένες πολύτιμες ιδιότητες, όπως πίστη, σταθερότητα, καθαρότητα του αισθήματος και άλλα παρόμοια, εμφανίζονται καθεμία χωριστά, στην πραγματικότητα όμως αυτό συμβαίνει μόνο επειδή είναι αδύναμος ο ανταγωνισμός των άλλων.
 
Μια τέτοια οριακή περίπτωση αντιμετωπίσαμε προηγουμένως στην εικόνα της συμπαθούς μωρίας. Δεν έχω καμία πρόθεση να ταπεινώσω με αυτά τα επιχειρήματα τον αγαθό και τίμιο ψυχισμό -η απουσία του μάλιστα παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην υψηλότερη βλακεία- σήμερα όμως είναι ακόμα πιο σημαντικό να δώσουμε την προτεραιότητα στην έννοια του σημαίνοντος, πράγμα που βεβαίως μόνο εντελώς ουτοπιστικά το αναφέρω.
 
Την αλήθεια, την οποία μπορούμε να διακρίνουμε, με τις ιδιότητες του συναισθήματος στις οποίες έχουμε εμπιστοσύνη, την ενοποιεί το σημαίνον σε κάτι καινούργιο: σε μια επίγνωση, αλλά και σε μια απόφαση, σε μια αναζωπυρωμένη εμμονή για κάτι, που έχει πνευματικό και ψυχικό περιεχόμενο και απαιτεί από μας ή από τους άλλους μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε -πράγμα που είναι και το πιο σημαντικό όσον αφορά τη βλακεία- πως το σημαίνον είναι προσιτό τόσο στην λογική πλευρά τής κριτικής όσο και στη συναισθηματική.
 
Το σημαίνον είναι επίσης ο κοινός ανταγωνιστής τής βλακείας και της ωμότητας, ενώ η γενική δυσαναλογία που επιτρέπει σήμερα στα συναισθήματα να ισοπεδώνουν την λογική αντί να της δίνουν φτερά, εξομοιώνεται μέσα στην έννοια του υποδηλούμενου. Αρκετά για το σημαίνον, ίσως περισσότερο απ’ όσο ευθυνόμαστε! Διότι, αν έπρεπε να προσθέσουμε ακόμα κάτι, τότε θα μπορούσε να είναι μόνο το εξής: παρ’ όλα όσα ειπώθηκαν, απολύτως κανένα βέβαιο σημείο αναγνώρισης και διάκρισης του σημαίνοντος δεν είναι ακόμα δεδομένο, ούτε θα μπορούσε να δοθεί εύκολα ένα τελείως επαρκές. Ακριβώς αυτό όμως μας οδηγεί στο τελευταίο και πιο σημαντικό μέσο ενάντια στην βλακεία: στην μετριοφροσύνη.
 
Περιστασιακά όλοι είμαστε βλάκες.
 
Ορισμένες φορές είναι ανάγκη να ενεργούμε τυφλά ή σχεδόν τυφλά, διαφορετικά η γη θα έπαυε να κινείται. Και αν αποφάσιζε κάποιος να συναγάγει από τους κινδύνους της βλακείας τον κανόνα: Πρέπει να απέχουμε γενικά από τις κρίσεις και τις αποφάσεις όταν δεν γνωρίζουμε αρκετά, θα αδρανούσαμε! Αυτή η κατάσταση όμως για την οποία γίνεται σήμερα τόσος λόγος, θυμίζει μια άλλη που μας είναι από καιρό οικεία στον τομέα της νόησης.
 
Διότι, καθώς οι γνώσεις και οι ικανότητες μας είναι ατελείς, είμαστε στην ουσία αναγκασμένοι να κρίνουμε βιαστικά σε όλους τους τομείς τής επιστήμης, προσπαθούμε όμως και έχουμε μάθει να κρατάμε αυτό το ελάττωμα σε όρια που μας είναι γνωστά, ώστε να το βελτιώνουμε όταν έχουμε την ευκαιρία και έτσι να αποκτούν πάλι ορθότητα οι πράξεις μας. Τίποτα εντέλει δεν μας εμποδίζει να μεταφέρουμε και σε άλλους τομείς αυτόν τον ακριβή και υπερήφανα σεμνό τρόπο να κρίνουμε και να πράττουμε- πιστεύω μάλιστα πως η πρόθεση: πράξε όσο καλά μπορείς και όσο άσχημα είσαι αναγκασμένος, γνωρίζοντας πάντα τα όρια τον λάθους των πράξεών σου! θα ήταν ήδη ο μισός δρόμος για μια πολλά υποσχόμενη διαμόρφωση της ζωής μας.
 
Μ’ αυτές όμως τις νύξεις έχω φτάσει εδώ και λίγη ώρα στο τέλος των επιχειρημάτων μου, τα οποία, όπως σας προειδοποίησα, αποτελούν μόνο ένα προσχέδιο. Και δηλώνω, αγγίζοντας με το πόδι μου το όριο, πως δεν είμαι σε θέση να προχωρήσω άλλο, διότι ένα βήμα ακόμα πέρα από αυτό το σημείο και, από το χώρο της βλακείας που έστω θεωρητικά έχει ποικιλία, θα φτάσουμε στο βασίλειο της σοφίας, μια έρημη περιοχή που όλοι γενικά την αποφεύγουν.

Heidegger: τι είναι αλήθεια;

Martin Heidegger: 1889-1976

Αλήθεια: διαλεκτική συγκάλυψης και αποκάλυψης

§1

Ο Χάιντεγκερ συζητά την αλήθεια λαμβάνοντας ως αφετηρία την αρχαία ελληνική λέξη: ἀλήθεια. Σε τούτη τη λέξη/έννοια εκφράζεται, για πρώτη φορά στην ιστορία του δυτικού στοχασμού η αρχέγονη ουσία της αλήθειας, η οποία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον παραδοσιακό προσδιορισμό της αλήθειας ως συμφωνίας του πράγματος και της νόησης:

«Ας αφήσουμε κατά μέρος για λίγο τον ορισμό της ουσίας της αλήθειας, που έχουμε συζητήσει και που, όπως προέκυψε, είναι συνήθης προ πολλού και ας ρωτήσουμε τώρα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη αυτό τον συνήθη ορισμό, πώς έγινε αντιληπτή η αλήθεια κατά την απαρχή της δυτικής φιλοσοφίας, δηλ. πώς οι Έλληνες κατανοούσαν ό,τι αποκαλούμε “αλήθεια”. Ποια λέξη είχαν γι’ αυτό; Η ελληνική λέξη για την αλήθεια … είναι ἀλήθεια, εκκάλυψη, αποκάλυψη. Κάτι το αληθές είναι κάτι το ἀληθές, το εκκαλυμμένο. Τι συνάγουμε, πρωτίστως, απ’ αυτή τη λέξη;

Βρίσκουμε δυο πράγματα:

     1. Οι Έλληνες κατανοούσαν αυτό, που αποκαλούμε αληθές, ως το εκ-καλυμμένο, το ά-κρυπτο, όχι πια καλυμμένο, όχι πια κρυμμένο· ως αυτό, που είναι χωρίς κάλυψη, χωρίς κρυπτότητα, επομένως αυτό που έχει αποσπαστεί βιαίως από την κρυπτότητα, που έχει, κατά κάποιο τρόπο, αρπαχθεί απ’ αυτήν. Για τους Έλληνες λοιπόν το αληθές είναι κάτι που αυτό καθαυτό δεν έχει πια ένα Άλλο, δηλ. κρυπτότητα, έχει ελευθερωθεί από τούτη. Όθεν, η ελληνική έκφραση για την αλήθεια, τόσο κατά τη σημασιολογική της δομή όσο και κατά τη μορφολογική της τοιαύτη, έχει ένα θεμελιωδώς άλλο περιεχόμενο απ’ ό,τι η γερμανική λέξη “Wahrheit” [=αλήθεια] όσο επίσης και απ’ ό,τι η λατινική έκφραση “veritas”.

   2. Η σημασία της ελληνικής λέξης για την αλήθεια δεν έχει καμιά σχέση με την απόφανση και με εκείνη τη συνάφεια του πράγματος, με τους όρους της οποίας εξηγείται συνήθως η ουσία της αλήθειας, δηλ. με τη συμφωνία και την ορθότητα» (GA 34, 10-11).

§2

Ο Χάιντεγκερ, κατ’ αυτό τον τρόπο, επιχειρεί να αναζητήσει την ουσία της αλήθειας πέρα από οποιεσδήποτε θεωρητικές επινοήσεις ή αντίστοιχες αποφάνσεις, όπως έχουν κατοχυρωθεί μέσα στην ιστοριογραφία της υπό συζήτηση έννοιας, γι’ αυτό κατευθύνει το ερευνητικό του βλέμμα προς ένα κατ’ εξοχήν πρακτικό επίπεδο· πρακτικό, με την έννοια του προσβάσιμου σε ό,τι μας αποκαλύπτει η δομή της ελληνικής λέξης: ἀλήθεια: το στερητικό α συν τη λέξη: λήθη. Η έννοια της αλήθειας λοιπόν, ως εκκάλυψη ή ακρυπτότητα, προχωρεί πολύ πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη και συσχετίζεται με την απόκρυψη, τη λήθη. Ο γερμανός φιλόσοφος επανερμηνεύει την αλληγορία του Πλάτωνος ως τη διαμάχη ανάμεσα στις δυο οντότητες της αλήθειας. Ο ελληνικός όρος της αλήθειας εκφράζει την ιδέα της αλήθειας ως κρυπτότητας, ενώ η αλήθεια μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως ακρυπτότητα. Στην αλληγορία του σπηλαίου κεντρική θέση κατέχει η παιδεία, η καλλιέργεια της ψυχής, εν είδει αντιστροφής της τελευταίας προς τον νοητό κόσμο της αλήθειας. Η σύλληψη της αλήθειας ως αποκάλυψης δεν εξαφανίζεται στον Πλάτωνα, καθώς η ουσία της εδώ είναι παρούσα ως απομάκρυνση από την κρυπτότητα, από τη συγκάλυψη, ως αγώνας/πόλεμος με τη συγκάλυψη, όπως μαρτυρεί η κάθοδος του φιλοσόφου, του ελεύθερου ανθρώπου στο σπήλαιο, δίνοντας αφορμή στη διαμάχη, στη διαπάλη ανάμεσα στους δεσμώτες και τον φιλόσοφο-άνθρωπο, που έχει απελευθερωθεί από τις σκιές του σπηλαίου, από το σκότος της αισθητής πραγματικότητας. Η παιδεία για τον Πλάτωνα αποτελεί εκείνη τη νικηφόρα σταθερά, που επιτρέπει να ξεπεραστεί η απόκρυψη. Η συγκάλυψη απειλεί αδιάκοπα, ασταμάτητα την αποκάλυψη. Στη συνάφεια τούτη το σπήλαιο, την αρχέγονη μη-αλήθεια, από την οποία εκκινεί η εκδίπλωση της αλήθειας και ενάντια στην οποία στρέφεται.

§3

Ωστόσο, ο Πλάτων εκθέτει την εξής αντίληψη για την αλήθεια: η αποκάλυψη υπόκειται στο ζυγό της Ιδέας. Το πράγμα δεν εμφανίζεται από μόνο του μέσα στην εξωτερική απόσυρση, στη συγκάλυψη, στην απόκρυψη· απεναντίας, η αποκάλυψή του εξαρτάται από την προηγούμενη αποκάλυψη της Ιδέας, που συνιστά την ουσία, την quiditas. Η Ιδέα γίνεται το a priori, ο όρος της μη-απόκρυψης του όντος. Εάν το σπήλαιο συνεχίσει να αποτελεί το νεύμα προς την αλήθεια ως αποκάλυψη, η ανάβαση από το σπήλαιο σηματοδοτεί την ορθότητα. Η αλήθεια έτσι δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του Είναι, αλλά της γνώσης, του αληθούς λόγου που πραγματώνει μια ομοίωση, μια ομοιότητα που μιμείται τη δομή του πράγματος. Στον Αριστοτέλη βρίσκουμε την ίδια ένταση μεταξύ δύο αντιλήψεων της αλήθειας, γιατί μερικές φορές ισχυρίζεται ότι η αλήθεια είναι στα πράγματα, μερικές φορές είναι στην κρίση. Η αλήθεια, ως ενότητα της συγκάλυψης και της αποκάλυψης, είναι η συγκάλυψη που εγγυάται στο Είναι την αποκάλυψή του. Συλλαμβάνεται έτσι ως διαύγαση ενός κόσμου της παρουσίας και παρουσίασης των όντων μέσα στη σκέψη και την ομιλία, που εκδηλώνονται από την αρχή υπό την προοπτική της ομοίωσης και της συμφωνίας, ήτοι ως συμφωνία της παράστασης και αυτού που είναι παρόν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1407a-1407b)

[V] Ἔστι δ᾽ ἀρχὴ τῆς λέξεως τὸ ἑλληνίζειν· τοῦτο δ᾽ ἐστὶν ἐν πέντε, πρῶτον μὲν ἐν τοῖς συνδέσμοις, ἂν ἀποδιδῷ τις ὡς πεφύκασι πρότεροι καὶ ὕστεροι γίγνεσθαι ἀλλήλων, οἷον ἔνιοι ἀπαιτοῦσιν, ὥσπερ ὁ μέν καὶ ὁ ἐγὼ μέν ἀπαιτεῖ τὸν δέ καὶ τὸν ὁ δέ. δεῖ δὲ ἕως μέμνηται ἀνταποδιδόναι ἀλήλλοις, καὶ μήτε μακρὰν ἀπαρτᾶν μήτε σύνδεσμον πρὸ συνδέσμου ἀποδιδόναι τοῦ ἀναγκαίου· ὀλιγαχοῦ γὰρ ἁρμόττει. «ἐγὼ μέν, ἐπεί μοι εἶπεν (ἦλθε γὰρ Κλέων δεόμενός τε καὶ ἀξιῶν), ἐπορευόμην παραλαβὼν αὐτούς». ἐν τούτοις γὰρ πολλοὶ πρὸ τοῦ ἀποδοθησομένου συνδέσμου προεμβέβληνται σύνδεσμοι· ἐὰν δὲ πολὺ τὸ μεταξὺ γένηται τοῦ ἐπορευόμην, ἀσαφές. ἓν μὲν δὴ τὸ εὖ ἐν τοῖς συνδέσμοις, δεύτερον δὲ τὸ τοῖς ἰδίοις ὀνόμασι λέγειν καὶ μὴ τοῖς περιέχουσιν. τρίτον μὴ ἀμφιβόλοις. τοῦτο δ᾽ ἂν μὴ τἀναντία προαιρῆται, ὅπερ ποιοῦσιν ὅταν μηδὲν μὲν ἔχωσι λέγειν, προσποιῶνται δέ τι λέγειν· οἱ γὰρ τοιοῦτοι ἐν ποιήσει λέγουσιν ταῦτα, οἷον Ἐμπεδοκλῆς· φενακίζει γὰρ τὸ κύκλῳ πολὺ ὄν, καὶ πάσχουσιν οἱ ἀκροαταὶ ὅπερ οἱ πολλοὶ παρὰ τοῖς μάντεσιν· ὅταν γὰρ λέγωσιν ἀμφίβολα, συμπαρανεύουσιν —Κροῖσος Ἅλυν διαβὰς μεγάλην ἀρχὴν καταλύσει—

[1407b] καὶ διὰ τὸ ὅλως ἔλαττον εἶναι ἁμάρτημα διὰ τῶν γενῶν τοῦ πράγματος λέγουσιν οἱ μάντεις· τύχοι γὰρ ἄν τις μᾶλλον ἐν τοῖς ἀρτιασμοῖς ἄρτια ἢ περισσὰ εἰπὼν μᾶλλον ἢ πόσα ἔχει, καὶ τὸ ὅτι ἔσται ἢ τὸ πότε, διὸ οἱ χρησμολόγοι οὐ προσορίζονται τὸ πότε. ἅπαντα δὴ ταῦτα ὅμοια, ὥστ᾽ ἂν μὴ τοιούτου τινὸς ἕνεκα, φευκτέον. τέταρτον, ὡς Πρωταγόρας τὰ γένη τῶν ὀνομάτων διῄρει, ἄρρενα καὶ θήλεα καὶ σκεύη· δεῖ γὰρ ἀποδιδόναι καὶ ταῦτα ὀρθῶς· «ἡ δ᾽ ἐλθοῦσα καὶ διαλεχθεῖσα ᾤχετο». πέμπτον ἐν τῷ τὰ πολλὰ καὶ ὀλίγα καὶ ἓν ὀρθῶς ὀνομάζειν· «οἱ δ᾽ ἐλθόντες ἔτυπτόν με».

Ὅλως δὲ δεῖ εὐανάγνωστον εἶναι τὸ γεγραμμένον καὶ εὔφραστον· ἔστιν δὲ τὸ αὐτό· ὅπερ οἱ πολλοὶ σύνδεσμοι οὐκ ἔχουσιν, οὐδ᾽ ἃ μὴ ῥᾴδιον διαστίξαι, ὥσπερ τὰ Ἡρακλείτου. τὰ γὰρ Ἡρακλείτου διαστίξαι ἔργον διὰ τὸ ἄδηλον εἶναι ποτέρῳ πρόσκειται, τῷ ὕστερον ἢ τῷ πρότερον, οἷον ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτῇ τοῦ συγγράμματος· φησὶ γὰρ «τοῦ λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι ἄνθρωποι γίγνονται»· ἄδηλον γὰρ τὸ ἀεί, πρὸς ποτέρῳ ‹δεῖ› διαστίξαι. ἔτι τόδε ποιεῖ σολοικίζειν, τὸ μὴ ἀποδιδόναι, ἐὰν μὴ ἐπιζευγνύῃς ὃ ἀμφοῖν ἁρμόττει, οἷον [ἢ] ψόφῳ καὶ χρώματι τὸ μὲν ἰδὼν οὐ κοινόν, τὸ δ᾽ αἰσθόμενος κοινόν· ἀσαφῆ δὲ ἂν μὴ προθεὶς εἴπῃς, μέλλων πολλὰ μεταξὺ ἐμβάλλειν, οἷον «ἔμελλον γὰρ διαλεχθεὶς ἐκείνῳ τάδε καὶ τάδε καὶ ὧδε πορεύεσθαι», ἀλλὰ μὴ «ἔμελλον γὰρ διαλεχθεὶς πορεύεσθαι, εἶτα τάδε καὶ τάδε καὶ ὧδε ἐγένετο».

***
[5] Η βάση, πάντως, του ύφους είναι το να μιλάει κανείς σωστά ελληνικά, κάτι που αφορά στα εξής πέντε πράγματα: Πρώτον στα συνδετικά μόρια· να τα τοποθετεί δηλαδή κανείς στη φυσική τους θέση —πριν ή μετά το ένα από το άλλο— κατά την απαίτησή τους· επί παραδείγματι, το μὲν και το ἐγὼ μὲν απαιτούν το δὲ και το ὁ δὲ. Πρέπει μάλιστα το δεύτερο να έρχεται ως απόδοση του πρώτου όσο ακόμη ο ακροατής θυμάται, και ούτε να αφήνουμε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους ούτε να εισάγουμε ένα άλλο συνδετικό μόριο πριν από αυτό που είναι απαραίτητο συμπλήρωμα του πρώτου, γιατί αυτό σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις ταιριάζει. «Εγώ όμως, όταν μου μίλησε (γιατί ήρθε ο Κλέωνας παρακαλώντας και απαιτώντας), τους πήρα μαζί μου και ξεκίνησα». Στη φράση αυτή πολλά άλλα συνδετικά μόρια έχουν παρεμβληθεί πριν από αυτό που αναμένεται για την απόδοση. Και αν παρεμβληθούν πολλά ως το «ξεκίνησα», η φράση καταντάει ασαφής. Μια πρώτη λοιπόν προϋπόθεση είναι η σωστή χρήση των συνδετικών μορίων. Μια δεύτερη είναι το να δηλώνουμε τα πράγματα με τις ειδικές δικές τους λέξεις και όχι με λέξεις γενικού περιεχομένου. Μια τρίτη είναι το να μη χρησιμοποιούμε διφορούμενες λέξεις. Αυτά, βέβαια, αν ο ομιλητής δεν επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, κάτι που οι άνθρωποι το κάνουν όταν δεν έχουν τί να πουν, θέλουν όμως να δώσουν την εντύπωση ότι λένε κάτι — οι άνθρωποι αυτοί λένε μάλιστα αυτό που θέλουν να πουν χρησιμοποιώντας στίχους, όπως π.χ. ο Εμπεδοκλής· ο λόγος είναι ότι οι περιφράσεις με τα πολλά λόγια εξαπατούν, και οι ακροατές παθαίνουν ό,τι ο πολύς κόσμος όταν ακούει τους μάντεις· όταν δηλαδή οι μάντεις λένε διφορούμενα πράγματα, οι άνθρωποι δείχνουν με μια κίνηση της κεφαλής τους ότι συναινούν: Όταν περάσει τον Άλυ ποταμό ο Κροίσος θα καταστρέψει ένα μεγάλο βασίλειο

[1407b] — και επειδή οι πιθανότητες σφάλματος είναι τότε γενικά λιγότερες, οι μάντεις μιλούν για ένα πράγμα χρησιμοποιώντας έννοιες γένους αυτού του πράγματος: στο παιχνίδι «μονά-ζυγά» οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περισσότερες, αν πει κανείς για τον συμπαίκτη του ότι έχει μέσα στη χούφτα του μονά ή ζυγά παρά αν πει έναν ακριβή αριθμό· επίσης αν πει ότι κάτι θα συμβεί παρά πότε θα συμβεί· αυτός είναι και ο λόγος που οι μάντεις ποτέ δεν προχωρούν και σε έναν ακριβή προσδιορισμό του χρόνου. Όλα αυτά είναι ίδια μεταξύ τους, και άρα πρέπει κανείς να τα αποφεύγει, αν δεν υπάρχει κάποιος λόγος σαν αυτόν που είπαμε.

Το τέταρτο είναι να διακρίνουμε —όπως έκανε ο Πρωταγόρας— τα γένη των ουσιαστικών: αρσενικά, θηλυκά και άψυχα. Και από αυτήν την άποψη πρέπει οι λέξεις να συνταιριάζονται σωστά μεταξύ τους: αυτή, έχουσα έρθει και έχουσα μιλήσει μαζί μου, έφυγε.

Το πέμπτο συνίσταται στο να δηλώνουμε σωστά τα πολλά, τα λίγα, το ένα: αυτοί, έχοντες έρθει, με χτυπούσαν.

Γενικά, ό,τι είναι γραμμένο πρέπει να μπορεί να διαβάζεται εύκολα και να απαγγέλλεται εύκολα — στην ουσία πρόκειται για ένα και το αυτό πράγμα. Αυτό είναι κάτι που δεν υπάρχει όπου υπάρχουν πολλά συνδετικά μόρια. Δεν υπάρχει επίσης σε γραπτά στα οποία το χώρισμα των λέξεων σε νοηματικές ενότητες δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα — τέτοια είναι τα γραπτά του Ηράκλειτου. Να χωριστούν, πράγματι, τα γραπτά του Ηράκλειτου σε νοηματικές ενότητες είναι μια δύσκολη υπόθεση, για τον λόγο ότι δεν είναι φανερό με ποιά λέξη πάει μαζί μαζί η κάθε λέξη: με την προηγούμενη ή με την επόμενή της, όπως, επί παραδείγματι, στην αρχή αρχή του συγγράμματός του, όπου λέει: «Αυτόν τον λόγο που υπάρχει πάντοτε οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να τον κατανοήσουν»· δεν είναι, πράγματι, φανερό με ποιό από τα δύο —το προηγούμενο ή το επόμενο— πρέπει να συνδεθεί νοηματικά το πάντοτε. Επίσης δημιουργεί σολοικισμό η έλλειψη αντιστοιχίας, αν δεν συζευγνύεις μεταξύ τους δύο λέξεις με μια λέξη που ταιριάζει και στις δύο· το «βλέπω» π.χ. δεν μπορεί να ειπωθεί από κοινού για τον ήχο και για το χρώμα, ενώ μπορεί να ειπωθεί και για τα δύο το «αντιλαμβάνομαι». Ασάφεια, επίσης, δημιουργείς, αν, προτού ολοκληρώσεις τη φράση που άρχισες, βιάζεσαι να παρεμβάλεις ανάμεσα ένα σωρό άλλα πράγματα. Παράδειγμα η φράση «Γιατί σκόπευα, αφού μιλήσω μαζί του γι᾽ αυτό και γι᾽ αυτό και με αυτόν τον τρόπο, να αναχωρήσω», αντί για τη φράση «Γιατί σκόπευα, αφού μιλήσω μαζί του, να αναχωρήσω· ύστερα όμως συνέβη αυτό και αυτό και με αυτόν τον τρόπο».