Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ REALPOLITIK Ή MACHTPOLITIK
 
Στις δημηγορίες ο Θουκυδίδης και ιδιαίτερα στις αντιθετικές, περιγράφει τα κίνητρα ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Σπάρτη, λόγω του “αντίπαλου δέους”[1] που αναπτύσσεται και ολοένα αυξάνεται μεταξύ τους, μετά τους περσικούς πολέμους, για τη διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας στο πολιτικό στερέωμα. Η κυριαρχία στο διεθνές σύστημα της αρχαίας Ελλάδος δικαιώνεται από τον ισχυρό και δικαιολογείται. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα, θεωρούν ότι δεν κάνουν τίποτα αφύσικο και παράξενο, προς την ανθρώπινη φύση, με το να επιδιώκουν να διατηρήσουν την ισχύ τους, υποκινούμενοι από τρεις σημαντικούς παράγοντες: 1) την τιμή 2) το δέος 3) την ωφέλεια: “ουδέν θαυμαστόν πεποιήκαμεν α­πό του ανθρωπείου τρόπου, ει αρχήν διδομένην εδεξάμεθα υπό τριών νικηθέντες, τιμής, δέους και ωφελίας”[2].
 
Η επιδίωξη της δύναμης και του συμφέροντος[3], μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε σύμβαση μικρής εμβέλειας, εφόσον και τα “κατά νόμον” επιχειρήματα έχουν αξία, μόνον, όταν αυτοί που τα χρησιμοποιούν είναι ισόπαλοι σε δύναμη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί, όσο του επιτρέπει η αδυναμία του, δηλαδή “το δίκαιον εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται”[4]. Η λογική της επέκτασης της δύναμης από την πλευρά των ηγεμονικών πόλεων, σύμφωνα με την πολιτική θεω­ρία[5], θα οδηγήσει στην επιλογή δύο στρατηγικών απέναντι στα άλλα κράτη ή στους συμμάχους που αποστατούν. Η μία είναι η Machtpolitik. Αυτή υιοθετεί την ανοιχτή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τον πραγματικό εχθρό ή τον υποτιθέμενο. Η εφαρμογή της Machtpolitik δεν έχει αναστολές σε θέματα ηθικής ούτε φραγμούς, δεν αναγνωρίζει συμβιβαστικές λύσεις και μετριοπαθείς προτάσεις. Απαιτεί από τον αντίπαλο να υποταχθεί σ’ αυτό που ορίζεται ως δίκαιο και αξιώνει να εφαρμοστεί η δυναμική του ισχυρού. Η αντιπαράθεση είναι σκληρή για το δυνατό, όταν μάλιστα επικαλείται ηθικά επιχειρήματα και ταπεινωτική για τον αντίπαλο που βρίσκεται στη θέση του αδύνατου. Η σύγκρουση που είναι αναμενόμενη, είναι ανηλεής, εφόσον ο δυνατός επιβάλλει συνήθως με σκληρό και κάποτε ωμό τρόπο, αυτό που του επιτρέπει η δύναμή του, στηριζόμενος στο νόμο. Κατά την εφαρμογή της Machtpolitik ο δυνατός δεν επιδιώκει να διευθετήσει τις διαφορές του με ειρηνικό διπλωματικό τρόπο, αλλά αξιώνει από τον εχθρό να υποταχτεί. Αν δεν υπάρχει εχθρός, τότε κατασκευάζεται, προκειμένου να ευρεθούν τα ερείσματα που θα δικαιολογήσουν τη σύγκρουση.
 
Αυτό συχνά τονιζόταν στις δημηγορίες του Περικλή από την πλευρά της Σπάρτης και ιδιαίτερα στον πρώτο λόγο του, όπου ο Περικλής παροτρύνει τους Αθηναίους να μην υποκύψουν στις αξιώσεις των Σπαρτιατών, γιατί θεωρεί ότι δεν ήθελαν οι Σπαρτιάτες να λύσουν τις διαφορές τους με τους Αθηναίους μέσω του διαλόγου, αλλά επεδίωκαν τη σύγκρουση και ως εκ τούτου τον πόλεμο[6]. Και οι δύο ηγεμονικές πόλεις Αθήνα και Σπάρτη εφήρμοσαν τη Machtpolitik κατά περιόδους, απέναντι στον αντίπαλο ή στον υποτιθέμενο εχθρό, σύμφωνα πάντοτε με το συμφέρον τους και με στόχο την επέκταση της κυριαρχίας τους.
 
Κατά την πολιτική θεωρία η άλλη στρατηγική που στηρίζεται στη διπλωματία είναι η Realpolitik[7]. Και αυτή η πολιτική αναγνωρίζει την ύπαρξη της δύναμης και του συμφέροντος στον πολιτικό κόσμο. Θεωρεί όμως ότι υπάρχει εκτός από την ανοιχτή αντιπαράθεση και ένα εύρος επιλογών που παρέχονται στα διασκεπτόμενα πρόσωπα και αυτό καθορίζεται κατά περίπτωση από τα συμβάντα που προηγήθηκαν. Η Realpolitik επιλέγει τον ειρηνικό και διπλωματικό τρόπο επίλυσης των διαφορών, συνεκτιμώντας κάθε φορά πολλές παραμέτρους και σταθμίζοντας και το πολιτικό κόστος των επιλογών. Οι Δημηγορίες του Θουκυδίδη αποδεικνύουν την πολιτική διαβούλευση[8] προηγούμενων αποφάσεων που μπορούν να αντιμετωπιστούν διπλωματικά από το δυνατό κυρίως, αλλά πάντοτε προκειμένου να ικανοποιήσει το συμφέρον του. Επομένως η Realpolitik στοχεύει στην επιεική και μετριοπαθή αντιμετώπιση των αντιθέσεων και των διαφορών, ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις. Η Realpolitik[9], όπως φανερώνει η διπλωματική γλώσσα των αρχαίων ισχυρών κρατών στον Θουκυδίδη, έχει την αντιστοιχία της και στη σημερινή κατάσταση της παγκοσμιοποίησης[10], όπου η ισχυρή δύναμη επιβάλλει τη Machtpolitik, ενώ οι άλλες δυνάμεις επιλέγουν τη Realpolitik. Αυτή η διπλωματική γλώσσα του συμφέροντος και της επέκτασης της δύναμης δηλώνεται αποκαλυπτικά στις αντιθετικές δημηγορίες του Θουκυδίδη.
 
Η Δημηγορία των Κερκυραίων
 
Στη δημηγορία των Κερκυραίων[11] προς τους Αθηναίους, οι Κερκυραίοι, συγκρουόμενοι με τους συμμάχους των Σπαρτιατών, Κορινθίους που είναι όμως η μητρόπολη τους, ζητούν την προστασία των Αθηναίων, παρόλο που είναι άποικοι των Κορινθίων. Οι Κερκυραίοι στηρίζουν τα επιχειρήματα τους στη λογική των συμφερόντων ανάμεσα στην Αθήνα και την Κέρκυρα που είναι και οι δύο ναυτικές δυνάμεις. Γνωρίζουν βέβαια οι Κερκυραίοι ότι τα επιχειρήματά τους δεν έχουν ηθική βάση, όμως στηρίζουν τη Realpolitik και μάλιστα σε περίοδο πολέμου με τα εξής στοιχεία: α) Η Κέρκυρα είναι σημαντική σύμμαχος, γιατί διαθέτει ναυτικό, παράγοντα που οφείλουν να συνεκτιμήσουν οι Αθηναίοι, β) Η Κέρκυρα διαθέτει τους ίδιους εχθρούς με την Αθήνα, δηλαδή την Κόρινθο και κατ’ επέκταση τη Σπάρτη, κριτήριο σημαντικό για τη δημιουργία συμμαχίας. γ) Η συμμαχία Αθήνας- Κέρκυρας θα είναι πολύ ισχυρή στον πόλεμο, δεδομένου ότι και οι δύο είναι ισχυρές ναυτικές δυνάμεις και επομένως θα δυσκολέψουν τη Σπάρτη που δεν διαθέτει ναυτικό, δ) Το συμφέρον της Αθήνας προέχει έναντι σε οποιοδήποτε άλλο κριτήριο και επιβάλλει να έχει δυνατούς συμμάχους, δηλαδή την Κέρκυρα που είναι ισχυρή ναυτική δύναμη, ε) Η ενδυνάμωση της Αθήνας με το ναυτικό της Κέρκυρας, θα αποτρέψει τη Σπάρτη από ενδεχόμενες επεκτατικές βλέψεις, σε διαφορετική περίπτωση θα επωφεληθεί η Σπάρτη, αν το ναυτικό της Κέρκυρας ενωθεί με εκείνο της Κορίνθου. στ) η επιλογή της ουδετερότητας στον πόλεμο από την πλευρά των Κερκυραίων, λογίζεται ως απρονοησία και αδυναμία, από τη στιγμή που όλες οι πόλεις συνασπίζονται, είτε με την Αθήνα, είτε με τη Σπάρτη και επομένως θεωρείται ασύμφορη η ουδετερότητα για την Κέρκυρα.
      
Η Δημηγορία των Κορινθίων
 
Από την πλευρά τους οι Κορίνθιοι[12] επιδιώκουν με την εφαρμογή της Realpolitik να αποτρέψουν τους Αθηναίους, ώστε να μη δεχτούν στη συμμαχία τους τους Κερκυραίους που μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία είναι και αλλόφυλοι, επιπλέον άποικοι δικοί τους και στρέφονται εναντίον της μητρόπολης τους, που είναι η Κόρινθος. Στην προσπάθεια τους να πείσουν τους Αθηναίους, υπερασπίζονται το δίκαιο και την ηθική και προβάλλουν τα εξής επιχειρήματα: α) Δεν είναι έντιμο για τους Κερκυραίους να επιδιώκουν συμμαχίες από αλλόφυλους και να αποστατούν από τη δική τους συμμαχία, δεδομένου ότι πρέπει να επιδεικνύουν σεβασμό προς τη μητρόπολή τους. β) Δεν είναι δίκαιη η αποστασία των Κερκυραίων από τους Κορίνθιους και Λακεδαιμόνιους και η ένταξη σε μία νέα συμμαχία που διαθέτει και ισχυρό ναυτικό, γ) Δεν υπάρχει στους Κερκυραίους σταθερό κριτήριο για δημιουργία φιλίας και σύναψη συμμαχίας, αφού ενδέχεται και σύμφωνα με τις περιστάσεις, να ταχθούν με το μέρος του ισχυρού, να τον θεωρήσουν φίλο και σύμμαχο, έστω και αν προηγουμένως ήταν εχθρός τους. Ακόμη με την ίδια λογική, πάντοτε κατά τους Κορίνθιους, μπορούν οι Κερκυραίοι να θεωρήσουν εχθρό τους κάποιον που έχει αντίθετη από αυτούς γνώμη, ακόμη και αν ήταν πρωτύτερα φίλος, δ) Η στάση των Κερκυραίων δεν ήταν η δέουσα, κατά τους Κορίνθιους, και στα γεγονότα της Επιδάμνου, δεδομένου ότι οι Κερκυραίοι καταφεύγουν στους Αθηναίους, όταν η Επίδαμνος αποικία των Κερκυραίων ζητά τη βοήθεια της Κορίνθου.
     
Αξιολόγηση της Realpolitik
 
Τελικά τα επιχειρήματα των Κερκυραίων και τα αντεπιχειρήματα των Κορίνθιων αναφέρονται στο συμφέρον[13] του καθενός. Η Κέρκυρα προτρέπει την Αθήνα να δράσει προς το συμφέρον της, ώστε να καταστεί ισχυρή, ακόμη και αν αυτό παραβιάζει τη συμφωνία με τη Σπάρτη. Η Κόρινθος από την άλλη προειδοποιεί ότι το συμφέρον της Αθήνας είναι να αποφύγει να βλάψει τις σχέσεις της με τη Σπάρτη. Με την έννοια αυτή οι δύο αντιθετικές δημηγορίες εμφανίζουν μία εξαιρετική συμμετρία εφόσον σε κάθε στοιχείο, για το οποίο γίνεται συζήτηση, υπάρχει απάντηση από την άλλη πλευρά. Οι Κερκυραίοι θεωρούν ότι η συμμαχία τους με την Αθήνα, δεν παραβιάζει τη συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, επειδή η συμφωνία επιτρέπει και στις δύο πλευρές να συμμαχούν με ουδέτερη πόλη. Οι Κορίνθιοι αντίθετα αντιλέγουν ότι η συμμαχία Αθηνών- Κέρκυρας, θα παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας, γιατί θα προκαλέσει σύγκρουση ανάμεσα σε Αθήνα- Σπάρτη. Οι Κερκυραίοι παράλληλα νιώθουν υπόχρεοι στους Αθηναίους, αν τους επιτρέψουν να ενωθούν με τη συμμαχία τους, οι Κορίνθιοι όμως πιστεύουν ότι οι Αθηναίοι οφείλουν ήδη ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς, επειδή τους βοήθησαν κατά τη Σαμιακή εξέγερση[14].
 
Οι δύο δημηγορίες είναι δύο αντίθετα σύνολα γνωμών[15] με όμοιους όμως όρους. Αν και η κάθε πλευρά προτείνει την αντίθετη πορεία δράσης, όμως και οι δύο επιζητούν να δικαιολογήσουν τη δράση τους, κάνοντας έκκληση στις ίδιες αξίες, δηλαδή την αξία της Δικαιοσύνης, της Ευγνωμοσύνης και του Συμφέροντος. Και οι δύο πλευρές ακολουθούν ταυτόσημες γραμμές λογισμού, επιδιώκοντας οι γραμμές αυτές να είναι πιο πειστικές για τους Αθηναίους στο χώρο της Επιχειρηματολογίας. Εγκλείουν επομένως και οι δύο δημηγορίες ένα σύνολο παρόμοιων πρακτικών διαβούλευσης και αποδεικνύουν έναν πολιτισμό λόγου που δίνει κύρος και αξία στον τρόπο που δικαιολογούνται τα επιχειρήματα από την κάθε πλευρά. Ένα σύνολο από συμβάσεις διέπουν τα επιχειρήματα ως προκείμενες προτάσεις αυτονομίας και ισότητος, περιλαμβανόμενου και του δικαιώματος κάθε πόλης να κάνει συμμάχους, όποιους αυτή επιλέγει, κατά το συμφέρον της.
 
Αυτό βέβαια φανερώνει ότι η γλώσσα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούν οι αγορητές είναι πολύ ελαστική και λιγότερο συνεπής, ως προς την αξία των πραγμάτων που διεκδικούνται. Η διαβούλευση δημιουργεί και το πλαίσιο για το πειστικότερο επιχείρημα και για το ποια δράση μπορεί να δικαιολογηθεί πειστικά στο μέλλον. Οι Αθηναίοι ακούγοντας τα επιχειρήματα Κορινθίων και Κερκυραίων, στην τελική πρόταση ηθική ή συμφέρον, επιλέγουν το συμφέρον που επιτάσσει η Realpolitik, για να ισχυροποιήσουν τη ναυτική τους δύναμη. Η επιλογή τους αυτή είναι συμβατή με τις συνθήκες που επικρατούν στον πολιτικό κόσμο και θα δεχτούν στην αθηναϊκή συμμαχία, την Κέρκυρα, παρόλο που γνωρίζουν ότι η απόφαση τους δεν ευθυγραμμίζεται με την ηθική και θα αυξήσει την αντιπάθεια και την εχθρότητα των Κορινθίων που είναι ανταγωνιστές τους στον εμπορικό τομέα.
 
Ο Θουκυδίδης σε δύο άλλες αντιθετικές δημηγορίες αποκαλύπτει ότι και οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν την ίδια λογική του Συμφέροντος που επιτάσσει η Realpolitik. Πρόκειται για την αντιθετική δημηγορία Πλαταιέων- Θηβαίων. Κατά τη γνωστή δίκη- παρωδία, οι Πλαταιείς, σύμμαχοι των Αθηναίων και εχθροί ανέκαθεν των Θηβαίων, συμμάχων της Σπάρτης, παραδίδουν την πόλη τους στους Σπαρτιάτες που τους υπόσχονται ότι θα τους οδηγήσουν σε δίκη με δημοκρατικές διαδικασίες και θα απολογηθούν. Οι Πλαταιείς[16] παραδίδονται και οι Σπαρτιάτες τους οδηγούν σε δίκη, στην οποία προβάλλουν ως μοναδικό επιχείρημα, για να στηρίξουν την κατηγορία εναντίον τους, το ερώτημα: ποια είναι η προσφορά των Πλαταιέων προς τους Σπαρτιάτες κατά τη διάρκεια του πολέμου “ει τι αγαθόν ειργασμένοι εισίν εν τω πολέμω”[17].
     
Η Δημηγορία των Πλαταιέων
 
Οι Πλαταιείς στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στην ηθική, την αρετή, καθώς και τα ιερά και νόμιμα της πόλης τους. Αρχικά εκφράζουν τους φόβους και την ανασφάλειά τους με τα εξής στοιχεία: α) Η παράδοση της πόλης στηρίχτηκε στην εμπιστοσύνη προς τους Λακεδαιμονίους ότι θα δικάσουν με ίσους όρους και σύμφωνα με τα δίκαια και νόμιμα, β) Προαισθάνονται οι Πλαταιείς ότι οι Σπαρτιάτες θα κατασκευάσουν κατηγορίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τους συμμάχους τους, δηλαδή τους Θηβαίους, γ) Φοβούνται ότι οι Σπαρτιάτες δεν θα εφαρμόσουν την ίδια συμπεριφορά που τηρούν και στους συμμάχους τους. δ) Γνωρίζουν ότι παρόλες τις αποδείξεις και τις μαρτυρίες που προσκομίζουν στη δίκη, όμως θα δυσκολευτούν να πείσουν τους Σπαρτιάτες, ε) Φοβούνται μήπως καταδικαστούν, χωρίς να συνεκτιμηθούν οι αρετές τους.
 
Σε τελική ανάλυση τα επιχειρήματα των Πλαταιέων επικεντρώνονται στα εξής στοιχεία: 1) επέδειξαν ανδρεία και γενικά αρετή στους περσικούς πολέμους για την ελευθερία όλων των Ελλήνων, μόνοι από όλους στους Βοιωτούς. 2) Υπενθυμίζουν τη βοήθεια που έστειλαν στη Σπάρτη, όταν επαναστάτησαν οι Είλωτες. 3) Ενθυμίζουν ότι έγιναν εχθροί με τους Σπαρτιάτες αργότερα, όταν ενώ ζητούσαν τη συμμαχία τους, οι Θηβαίοι πίεζαν τους Σπαρτιάτες να μην τη δεχτούν και έτσι εξαναγκάστηκαν να αναζητήσουν προστασία στη συμμαχία των Αθηναίων. 4) Στη διάρκεια του πολέμου δεν διέπραξαν καμία αδικία σε βάρος των Σπαρτιατών και πιστεύουν ότι δεν είναι αδικία η ένταξή τους στην αθηναϊκή συμμαχία. 5) Οι Αθηναίοι τους βοήθησαν στη διένεξη με τους Θηβαίους και θεωρούν ότι δεν είναι έντιμο να τους προδώσουν. 6) Υποστηρίζουν ότι οι Θηβαίοι διέπραξαν αδικία, διότι επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη τους σε περίοδο σπονδών και ειδικότερα ιερομηνίας και ότι εκείνοι αμύνθηκαν στον επικείμενο εχθρό, όπως είναι σύμφωνο με τους ανθρώπινους και θείους νόμους. 7) Τονίζουν ότι, αν οι Σπαρτιάτες δικάσουν δίκαια, τότε θα αναδειχθούν σε αληθινούς κριτές και θα συμβάλουν στο κοινό όφελος. 8) Δεν πρέπει οι Σπαρτιάτες να ικανοποιήσουν τους Θηβαίους, οι οποίοι κατά τους Περσικούς πολέμους μήδισαν μόνοι αυτοί από τους Βοιωτούς. 9) Είναι δίκαιο να συνεκτιμήσουν οπωσδήποτε την αρετή που επέδειξαν στους περσικούς πολέμους, ακόμη και αν κρίνουν ότι οι Πλαταιείς έχουν διαπράξει στη συγκεκριμένη στιγμή κάποιο αδίκημα. 10) Οι Σπαρτιάτες οφείλουν να προσβλέπουν στην κοινή ωφέλεια των Ελλήνων και όχι μόνο στο συμφέρον τους, που είναι η ικανοποίηση των συμμάχων τους, Θηβαίων. 11) Αν οι Σπαρτιάτες δικάσουν δίκαια, θα καταστούν παράδειγμα για μίμηση στους υπόλοιπους Έλληνες, διαφορετικά θα διαπράξουν σφάλμα έναντι σε άνδρες αγαθούς και θα παραβιάσουν συνάμα τα κοινά ιερά και νόμιμα των Ελλήνων. 12) Είναι άδικη, η μεταχείριση γιατί, ενώ το όνομα των Πλαταιέων έχει γραφεί για την αρετή σε τιμητικό τρίποδα, οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν να εξαφανίσουν την πόλη τους, για να ικανοποιήσουν τους Θηβαίους. 13) Οδηγήθηκαν στη σημείο αυτό αυτοί που διακριθήκανε στους περσικούς πολέμους και επιβιώσανε από το λοιμό, ενώ τώρα αντιμετωπίζουνε την καταδίκη σε θάνατο από τους Σπαρτιάτες. 14) Αξιώνουν στο όνομα των συμμαχικών θεών και της αρετής που επέδειξαν στους περσικούς πολέμους, να αλλάξουν γνώμη οι Σπαρτιάτες απέναντι τους. 15) Υπενθυμίζουν ότι δεν θα τιμωρήσουν ανθρώπους εχθρικούς απέναντι τους, αλλά φιλικούς που από ανάγκη πολέμησαν. 16) Θεωρούν ότι οι Σπαρτιάτες οφείλουν να επιδείξουν επιείκεια απέναντι τους, γιατί οι ίδιοι παραδόθηκαν με τη θέλησή τους και με καλή πίστη και ο ελληνικός νόμος αναφέρει ότι δεν πρέπει να εκτελούνται, όσοι παραδίδονται με τη θέλησή τους. 17) Να εκτιμήσουν ότι στους περ­σικούς πολέμους ήταν όλοι σύμμαχοι, έναντι στον κοινό εχθρό και ότι και στις τωρινές συνθήκες δεν είναι εχθροί τους, αλλά απλά βρίσκονται σε διαφορετική συμμαχία. 18) Να θυμηθούν ότι ο Σπαρτιάτης Παυσανίας έθαψε τους νεκρούς Σπαρτιάτες στη φιλική γη των Πλαταιών, ενώ τη στιγμή αυτή οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν να τους εξοντώσουν, για χάρη των Θηβαίων. 19) Να στρέψουν την προσοχή τους στους τάφους των πατέρων τους, που είναι θαμμένοι στη γη των Πλαταιών και τους οποίους οι Πλαταιείς τιμούν με καθιερωμένες τιμές. 20) Δεν ταιριάζει ούτε στη δόξα και ανδρεία των Σπαρτιατών, αλλά ούτε και στα νόμιμα των Ελλήνων, να συμπεριφερθούν άδικα και άπρεπα προς τους Πλαταιείς. 21) Κάνοντας επίκληση στους ομοβώμιους και κοινούς θεούς, καθώς και στους προγονικούς τάφους, καθίστανται ικέτες των Σπαρτιατών και τους παρακαλούν να μην τους καταστρέψουν, ενώ επιδιώκουν να θεωρούνται ελευθερωτές και σωτήρες των Ελλήνων[18].
     
Η Δημηγορία των Θηβαίων προς τους Σπαρτιάτες
 
Η απάντηση των Θηβαίων προς τους Σπαρτιάτες στην αντιθετική αυτή δημηγορία, λαμβάνει τη μορφή της παρότρυνσης προς τους Σπαρτιάτες, να προβούν στην τιμωρία των Πλαταιέων και να τους εκτελέσουν, προτάσσοντας το συμφέρον[19] έναντι στην ηθική που επικαλούνται οι Πλαταιείς. Τα αντεπιχειρήματα τους εστιάζονται σ’ αυτή την πρακτική και επικεντρώνονται στα εξής στοιχεία: 1) Οι Θηβαίοι αντιπαθούν τους Πλαταιείς, γιατί, ενώ παλαιά τους βοήθησαν να ανακτήσουν την πόλη τους, στη συνέχεια δεν δέχτηκαν την ηγεμονία τους, όπως όλοι οι Βοιωτοί, αλλά κατέφυγαν στην προστασία των Αθηναίων. 2) Μπορεί οι Θηβαίοι να μήδισαν κατά τους περσικούς πολέμους, όμως και οι Πλαταιείς είναι οι μόνοι από τους Βοιωτούς που αττίκισαν. 3) Για το μηδισμό των Θηβαίων ευθύνεται μία δυναστεία ολίγων- ολιγαρχικών ανδρών μόνο που ήταν τότε στα πολιτικά πράγματα και όχι όλη η πόλη της Θήβας. Επομένως η ευθύνη δεν είναι συλλογική αλλά ατομική. 4) Να αξιολογηθεί ο μηδισμός των Θηβαίων ως φαινόμενο ακούσιο, ενώ ο αττικισμός των Πλαταιέων πρέπει να θεωρηθεί από τους Σπαρτιάτες εκούσιος και συνειδητός. 5) Οι Πλαταιείς προσεχώρησαν στη συμμαχία των Αθηναίων με τη θέλησή τους και όχι από εξαναγκασμό, αμέσως μετά τους περσικούς πολέμους και ενώ έβλεπαν ότι οι Αθηναίοι υποδούλωναν τους Έλληνες με την ηγεμονία τους. 6) Επέδειξαν οι Πλαταιείς τόση αφοσίωση στη συμμαχία των Αθηναίων, ώστε σε πολλούς Πλαταιείς, οι Αθηναίοι παραχώρησαν το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. 7) Αν κάποτε οι Πλαταιείς αναδείχθηκαν άνδρες αγαθοί για την ελευθερία των Ελλήνων, είναι διπλά ένοχοι τώρα και πρέπει να τιμωρηθούν, γιατί τάχθηκαν με το μέρος των Αθηναίων και πήραν άδικο δρόμο, εφόσον οι Αθηναίοι θέλουν να υποδουλώσουν τους Έλληνες. 8) Δεν θεωρούν άδικη την εισβολή τους στη γη των Πλαταιών κατά τη διάρκεια των σπονδών, εφόσον δεν διαμαρτύρονται και οι υπόλοιποι Βοιωτοί που είναι στη συμμαχία τους, σύμφωνα με τα κοινά και πατροπαράδοτα έθιμα όλων των Βοιωτών. 9) Θεωρούν ότι διέπραξαν αδικία οι Πλαταιείς απέναντι στους Θηβαίους, διότι είναι οι μόνοι από τους Βοιωτούς που δεν θέλησαν να υποταχθούν στην ηγεμονία τους. 10) Οι Θηβαίοι εκτιμούν ότι οι Πλαταιείς σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που οι ίδιοι τώρα βρίσκονται, θα είχαν διαπράξει φοβερά αδικήματα και θα είχαν θανατώσει πολλούς. 11) Οι Θηβαίοι θεωρούν ότι οι Σπαρτιάτες δεν πρέπει να επιδείξουν οίκτο στους Πλαταιείς και επιείκεια, εκτιμώντας την ανδρεία τους και συγκινούμενοι από την ε­πίκλησή τους στους θεούς και τους προγονικούς τάφους, γιατί οι Πλαταιείς υποφέρουν δίκαια κατά τις επιλογές και αποφάσεις τους και η επιείκεια πρέπει να απονέμεται μόνο σ’ αυτούς που άδικα έπαθαν κακό, γι’ αυτό και είναι αξιολύπητοι[20].
     
Αξιολόγηση της Realpolitik
 
Οι Πλαταιείς χρησιμοποιούν μία γλώσσα που συγκροτεί την ταυτότη­τά τους και τη στάση τους στους περσικούς πολέμους. Η επιχειρηματολογία τους διέπεται από ένα σύνολο εκτιμήσεων και αξιών που αναφέρονται στην αρετή και την ηθική. Οι Θηβαίοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα της δικαιολόγησης, αναφέρονται στην ευρύτερη κοινότητα των Βοιωτών, που χαρακτηρίζεται από ισότητα και ελευθερία. Εισάγουν με τα επιχειρήματά τους, εναλλακτικές αξίες, επιδιώκοντας να χαλαρώσουν τον έλεγχο γύρω από συμπεφωνημένες - διαχρονικές αξίες των Ελλήνων.
 
Οι Θηβαίοι κλείνοντας το λόγο τους προς τους Σπαρτιάτες, κρίνουν και επιμένουν ότι οι Πλαταιείς είναι παράνομοι και χρειάζονται να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Ωστόσο εκτιμούν ότι δεν είναι απαραίτητο οι Σπαρτιάτες να συγκρουστούν ανοιχτά μαζί τους και να εφαρμόσουν τη Machtpolitik. Αντίθετα μπορούν να τους οδηγήσουν σε δίκη, να κατασκευάσουν κατηγορίες και έτσι οι Πλαταιείς να υποστούν την τιμωρία που τους αξίζει, με νόμιμο τρόπο και ένδικες διαδικασίες. Με την τακτική αυτή οι Σπαρτιάτες θα ικανοποιήσουν τους Θηβαίους που είναι ανέπλαθαν πιστοί σύμμαχοί τους και το συμφέρον απαιτεί να έχουν συμμάχους που να μην είναι δυσαρεστημένοι. Για τους Σπαρτιάτες τελικά θα βαρύνει περισσότερο το Συμφέρον που επιτάσσει η Realpolitik, παρά η αρετή των Πλαταιέων και η ανάμνηση του κοινού περσικού αγώνα των Ελλήνων. Έτσι στη δίκη παρωδία για την ηγεμονική Σπάρτη, η δικαιοσύνη και η αρετή είναι θέμα επιλογής, σε συνάρτηση με το συμφέρον και θα βαρύνει στην κρίση τους περισσότερο το Συμφέρον.
 
Οι πιο αντιπροσωπευτικές δημηγορίες σε θέματα Συμφέροντος και Ηθικής είναι οι αντιθετικές δημηγορίες του Κλέωνα[21] και του Διοδότου[22], στην υπόθεση της αποστασίας των Μυτιληναίων από την αθηναϊκή συμμαχία. Και οι δύο είναι πολιτικοί της Αθήνας που εντάσσονται στην περίοδο των διαδόχων του Περικλή. Ο Κλέων στηρίζει τα επιχειρήματα του στην Ηθική και το Δίκαιο και κατά συνέπεια τους νόμους που ισχύουν για θέματα αποστασίας στους Έλληνες. Είναι γεγονός ότι και οι Μυτιληναίοι γνωρίζουν το νόμιμο καθεστώς που ισχύει για τους αποστάτες[23], δηλαδή όλοι εκμεταλλεύονται τους αποστάτες, αλλά ποτέ δεν τους θεωρούν φίλους, ούτε τους έχουν εμπιστοσύνη. Ωστόσο επικαλούνται το δίκαιο και την αρετή, για να εξηγήσουν τους λόγους της αποστασίας τους από τους Αθηναίους και θεωρούν περισσότερο ότι η συμμαχία τους με τους Αθηναίους, στηρίχτηκε στο φόβο “το δε αντίπαλον δέος μόνον πιστόν ες ξυμμαχίαν”[24], παρά στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
     
Η Δημηγορία του Κλέωνα
 
Οι Δημηγορίες του Κλέωνα και του Διοδότου εκφράζουν δύο μορφές στρατηγικής που εφαρμόζει η Αθήνα, τη Machtpolitik και τη Realpolitik και εμφαίνουν τις διαφορές τους, στην υψηλή στρατηγική, που θα εφαρμόσει η Αθήνα των διαδόχων στην αποστασία των Μυτιληναίων από την αθηναϊκή συμμαχία. Ο Κλέων στηρίζει τη Machtpolitik με τα επιχειρήματά του, εφόσον πιστεύει[25] ότι: 1) Στη δημοκρατία είναι δύσκολο έως αδύνατο να ασκεί κανείς εξουσία επί των άλλων, ακολουθώντας την ηθική, όμως είναι γεγονός ότι οι Αθηναίοι εξουσιάζουν τυραννικά τους συμμάχους 2) Στη δημοκρατία οι πιο σοφοί πολίτες επιδιώκουν να εφαρμόζονται οι νόμοι στην πολιτική ζωή και αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε διαπράττουν σφάλματα οι πόλεις. 3) Μία πόλη εφαρμόζει σωστότερη πολιτική, αν διαθέτει κακούς, αλλά αμετακίνητους νόμους που τηρούνται, παρά αν έχει καλούς νόμους που όμως μεταβάλλονται. 4) Η άγνοια που συνοδεύεται από σωφροσύνη είναι προτιμότερη και περισσότερο ωφελεί την πόλη, παρά η επιδεξιότητα που δεν συνοδεύεται με την αρετή. 5) Είναι γεγονός ότι η τύχη και η ζωή των πόλεων γενικά, καθορίζονται περισσότερο από φαύλους πολίτες που υπερτερούν έναντι των συνετών και κυριαρχούν στην πολιτική ζωή. 6) Η τακτική της έλλειψης φόβου και επιβολής που τηρούσαν οι Αθηναίοι απέναντι στους συμμάχους τους, κατά την εκτίμηση του Κλέωνα, έβλαψε τη συμμαχία. 7) Στην πόλη οφείλουν να κυριαρχούν εκείνοι οι πολίτες που αξιώνουν την εφαρμογή των νόμων ανεπιφύλακτα και επομένως δεν στηρίζονται απόλυτα στη γνώμη- κρίση τους. 8) Υπενθυμίζει ωστόσο ότι ο ίδιος είναι αμετάβλητος σε θέματα δικαίου και ηθικής και επομένως είναι σταθερός και στην απόφασή του για την τιμωρία όλων των Μυτιληναίων, προκειμένου να δικαιωθεί η αθηναϊκή πόλη. 9) Θεωρεί ότι άξιες συγνώμης είναι μόνο οι ακούσιες πράξεις, ενώ η αποστασία των Μυτιληναίων ήταν εκούσια και προσχεδιασμένη. 10) Πιστεύει ότι επιείκεια αποδίδεται σε λόγια ή έργα ακούσια και ιδιαίτερα το έλεος απονέμεται μόνο σε πολίτες που μελλοντικά πρόκειται να είναι σύμμαχοι ή φίλοι της Αθήνας. 11) Είναι φανερό ότι, αν ο λόγος της πόλης ή της δημοκρατίας χρησιμοποιείται, για να εκφραστεί η αλήθεια, τότε ο πολιτικός λόγος είναι σωστός, διαφορετικά, αν εφαρμόζεται για το κέρδος και το συμφέρον τότε, είναι σίγουρο ότι ούτε η πόλη, ούτε η δημοκρατία επωφελούνται από παρόμοιους αγώνες λόγων, αλλά εκτίθενται σε κίνδυνο. 12) Οι πολιτικοί που ρητορεύουν, χρησιμοποιώντας λόγια που ευχαριστούν και δεν προβληματίζουν τους πολίτες, είναι βέβαιο ότι δεν ωφελούν την πόλη. 13) Οι αγώνες λόγων, στους οποίους δεν κυριαρχεί η σύνεση, μετατρέπουν τους πολίτες σε θεατές λόγων και ακροατές έργων, αλλά τα μελλοντικά έργα αναδεικνύονται ως σημαντικά και αποτιμώνται ως αξιόλογα, μόνον όταν υπαγορεύονται από αξιόπιστους λόγους. 14) Όσοι δεν εμπιστεύονται το δοκιμασμένο από τις εμπειρίες λόγο, αλλά πλανώνται και εξαπατώνται από τα νεωτεριστικά λόγια των δημαγωγών, σίγουρα είναι δούλοι - υπόδουλοι σε ουτοπίες, αλαζόνες στις συνήθεις καταστάσεις και ο καθένας επιδιώκει την εξουσία, για να έχει τον πρώτο λόγο. 15) Μπορεί οι πολίτες να είναι πρόθυμοι να κατανοήσουν τα λεγάμενα των πολιτικών, όμως δεν διαθέτουν την ανάλογη κρίση που απαιτείται για να προνοήσουν αυτά που θα συμβούν και να εκτιμήσουν τις συνέπειές τους στο μέλλον. 16) Γνωρίζει ότι σ’ αυτήν την περίοδο οι πολίτες ηδονίζονται στο άκουσμα ωραίων λόγων και ομοιάζουν με θεατές σοφιστών περισσότερο, παρά με συνειδητούς πολίτες που σκέφτονται για το όφελος της πόλης. 17) Ο Κλέων δηλώνει ότι συγχωρεί μόνον όσους αποστατούν κάτω από πίεση και βία και ό­χι όλους τους αποστάτες, γιατί, αν αποδειχθεί ότι οι Μυτιληναίοι σωστά και δίκαια αποστάτησαν από την αθηναϊκή συμμαχία, τότε αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι δεν ασκούν σωστά την εξουσία τους. 18) Ο Κλέων πιστεύει ότι οι Μυτιληναίοι ως νησιώτες και γενικά θαλασσινοί είχαν την αυτονομία και την οχύρωση τους. Αποστάτησαν όμως από τους Αθηναίους, παρόλο που εκείνοι τους τιμούσαν και προσχώρησαν στους Σπαρτιάτες. Αυτά είναι ένδειξη ότι και στο μέλλον, στηριζόμενοι στη ναυτική τους δύναμη, θα καταστούν περισσότερο θρασείς και ενδεχομένως θα κινήσουν και πόλεμο εναντίον τους. 19) Θεωρεί ότι η απρόσμενη ευτυχία των Μυτιληναίων, τους εκτρέπει σε αλαζονεία, ενώ η ευτυχία διαρκεί πραγματικά, μόνον όταν συνοδεύεται και στηρίζεται στη λογική “κατά λόγον”. 20) Οι άνθρωποι, κατά τον Κλέωνα, συνήθως περιφρονούν εκείνο που υπηρετούν και θαυμάζουν αυτό που υποχωρεί και συμβιβάζεται κάτω από πιεστικές συνθήκες. 21) Αν οι Μυτιληναίοι δεν τιμωρηθούν, τότε ενδεχομένως να προβληματιστούν οι σύμμαχοι για ενδεχόμενο αποστασίας και υπάρχει φόβος να ξεσηκωθούν κάποιοι σύμμαχοι που είναι ακόμη φόρου υποτελείς. Τελειώνοντας το λόγο του ο Κλέων θεωρεί ότι η τιμωρία επιβάλλεται, γιατί επλήγη το γόητρο της Αθήνας απέναντι στους συμμάχους, γι’ αυτό και ο παραδειγματισμός και η τιμωρία των Μυτιληναίων θα κάμει τους συμμάχους να προβληματιστούν. Επομένως μόνο ο θάνατος[26], σε τελική ανάλυση τους αξίζει, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου και της ηθικής, αφού υπήρξαν αποστάτες.
     
Η Δημηγορία του Διοδότου
 
Αντίθετα με τον Κλέωνα, ο Διόδοτος[27] θεωρεί ότι η Αθήνα οφείλει να εκτιμήσει και άλλους παράγοντες, γιατί ο αγώνας δεν γίνεται, για να κατασταλεί η αδικία των Μυτιληναίων, αλλά για τη διατήρηση της ηγεμονίας των Αθηναίων στους συμμάχους: “συ περί της εκείνων αδικίας ημίν ο αγών εστίν ει σωφρονούμεν, αλλά περί της ημετέρας αρχής”[28]. Η Αθήνα οφείλει να ενδιαφερθεί για το συμφέρον της και λιγότερο για το δίκαιο και την ηθική.
 
Ο Διόδοτος στη δημηγορία του στηρίζει την Realpolitik με τα εξής επιχειρήματα: 1) Θεωρεί ότι οι μεγαλύτεροι εχθροί για την ευβουλία= σωστή κρίση, είναι α) το τάχος και β) η οργή, γι’ αυτό και δεν κατηγορεί αυτούς που προτείνουν την κατηγορία των Μυτιληναίων, ούτε επαινεί εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν λαμβάνουν οι Αθηναίοι σωστές αποφάσεις για σοβαρά θέματα. 2) Εάν κάποιος δεν εμπιστεύεται στα λόγια, που διδάσκουν και διαφωτίζουν τις επιλογές των πράξεων, τότε είναι ασύνετος ή σκέπτεται αποκλειστικά το συμφέρον του. 3) Αν ο ρήτορας πείσει τους πολίτες, χρησιμοποιώντας την αδικία, καθίσταται ύποπτος, ενώ όταν πείσει, χρησιμοποιώντας τη σύνεση, μπορεί να καταστεί άδικος, όμως συνολικά η πόλη δεν επωφελείται από τέτοιους συμβούλους. 4) Ο αγαθός πολίτης δεν πρέπει να φοβάται τους αντιρρησίες, αλλά μέσω της ισηγορίας που του παρέχει η δημοκρατία, να φαίνεται ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τους άλλους αγορητές με ισχυρά επιχειρήματα. 5) Μία συνετή και σώφρων πόλη, όπως η Αθήνα, παρέχει το δικαίωμα της ισηγορίας σε όσους πολίτες πρόκειται να δώσουν καλές συμβουλές. 6) Επιτυχημένος θεωρείται ο ρήτορας που ομιλεί όχι μόνο, για να ευχαριστήσει, αλλά επιδιώκει να πείσει το λαό, έστω και με παράλογα “παρά λόγον” επιχειρήματα. Συνάμα μπορεί να πείσει ο ρήτορας, που έχει την ικανότητα να παρασύρει το λαό, χρησιμοποιώντας την απάτη ή το ψέμα, προκειμένου να γίνει πιο αξιόπιστος. 7) Ένας αγορητής συμβουλεύει τα καλύτερα για μία πόλη, όταν συμπεριλαμβάνει και συνεκτιμά και το κέρδος και το συμφέρον συνολικά γι’ αυτήν. 8) Μία πόλη είναι αδύνατο να επιτύχει αποτελεσματικά και φανερά κάτι, αν δεν χρησιμοποιήσει την απάτη. 9) Ο πολίτης που προσφέρει κάποιο αγαθό φανερά και ανεπιφύλακτα, συνήθως αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τους άλλους, εφόσον καθίσταται αντικείμενο υποψίας. 10) Ο ρήτορας για να επιλέγει τα σωστότερα σε μία πόλη, πρέπει να μπορεί να προνοεί και τις μελλοντικές εξελίξεις, οπότε και η συμβουλή είναι σωστή, διαφορετικά και η ακρόαση καθίσταται ανεύθυνη. 11) Είναι γεγονός ότι η γνώμη των πολιτών έχει αλλοιωθεί λόγω της οργής για την αποστασία των Μυτιληναίων, αλλά πέραν από τις όποιες αντιρρήσεις- κατηγορίες προέχει το συμφέρον της Αθήνας. 12) Ο Διόδοτος θεωρεί ότι ο αγώνας γίνεται για τη διατήρηση της ηγεμονίας της Αθήνας και επομένως προτάσσεται το συμφέρον αυτό, εφόσον λιγότερο υπολογίζεται η απόδειξη για την αδικία των Μυτιληναίων. 13) Η Αθήνα οφείλει ως ηγεμονική πόλη να κρίνει και να αξιολογεί τις πολιτικές καταστάσεις με κριτήριο το Συμφέρον της στο μέλλον και όχι στο παρόν. 14) Ακόμη και αν οι Μυτιληναίοι διέπραξαν αδικία, δεν πρέπει να θανατωθούν όλοι, κατά την άποψη- πρόταση του Κλέωνα, γιατί αυτό δεν συμφέρει μελλοντικά την Αθήνα, εφόσον θα δημιουργήσει και άλλους εχθρούς. 15) Μπορεί ο λόγος του Κλέωνα να είναι δίκαιος, γιατί ευθυγραμμίζεται με την οργή των Αθηναίων, λόγω της αποστασίας των Μυτιληναίων, όμως η Αθήνα δεν μπορεί να είναι ένα ποινικό δικαστήριο που θα δικάζει τους ενόχους, αλλά οφείλει να αξιολογεί ποιο είναι το ωφέλιμο μελλοντικά για την πόλη. 16) Μπορεί σε όλες τις πόλεις να υπάρχει η θανατική ποινή ως τιμωρία ακόμη και για μικρά αδικήματα, ωστόσο πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι οι άνθρωποι και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή διαπράττουν αδικίες και κανένας νόμος, όσο αυστηρός και αν είναι, δεν μπορεί να σταματήσει τη ροπή της ανθρώπινης φύσης προς την αδικία. 17) Από τη στιγμή που σε όλες τις ανθρώπινες ενέργειες υπάρχουν δύο βασικοί διεγερτικοί παράγοντες, ο έρωτας ως επιθυμία σε συνδυασμό με την καλή τύχη που προκαλεί έπαρση στους ανθρώπους, είναι ανόητο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να αποτρέψει την ανθρώπινη (ρύση από τη δυνατή παρόρμηση να διαπράξει αδίκημα. 18) Επειδή δεν αγωνίζονται μόνο για την ελευθερία, αλλά και για τη διατήρηση της ηγεμονίας τους, οφείλουν να επιδείξουν επιείκεια απέναντι στη Μυτιλήνη που αποστάτησε, για να την έχουν στο μέλλον με περισσότερες εγγυήσεις υποτελή. 19) Η Αθήνα δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του δικαστή και να δικάζει με απόλυτη αυστηρότητα τους άδικους, αλλά οφείλει να είναι πιο επιεικής, γιατί αυτό επιτάσσει το συμφέρον της στο μέλλον. 20) Η Αθήνα ως δημοκρατική πόλη οφείλει να μην τιμωρεί τους ελεύθερους πολίτες, όταν αποστατούν ή διαμαρτύρονται, αλλά αντίθετα είναι χρήσιμο να προλαμβάνει τις αποστασίες, προτού αυτές εκδηλωθούν. 21) Η Δημοκρατία είναι αποδεκτή σε πολλές πόλεις, αν όμως τιμωρηθούν με θάνατο όλοι οι Μυτιληναίοι, τότε η εύνοια του λαού θα στραφεί στους ολιγαρχικούς και αυτό δεν συμφέρει την Αθήνα. 22) Αν εξοντωθούν και δημοκρατικοί της Μυτιλήνης που δεν συμμετείχαν στην αποστασία, αυτό θα είναι σφάλμα πολιτικό για την Αθήνα, γιατί τότε ενδέχεται να ξεσηκωθούν και να αποστατήσουν και άλλες πόλεις δημοκρατικές και αυτό θα βλάψει μελλοντικά την Αθήνα στην πολιτική της, εφόσον θα δημιουργήσει εχθρούς και στους κόλπους της Δημοκρατίας.
     
Αξιολόγηση της Realpolitik
 
Και οι δύο δημηγορίες αναφέρονται σε ένα σύνολο διαβουλεύσεων οι οποίες ακολουθούν ένα διαφορετικό τρόπο δράσης απέναντι στην αποστασία των Μυτιληναίων. Ο λόγος του Κλέωνα ενθυμίζει τα επιχειρήματα της πρεσβείας των Αθηναίων στη Σπάρτη[29], δηλαδή η δικαιοσύνη υποτάσσεται στο νόμο της ανθρώπινης φύσης, σύμφωνα με την οποία ο δυνατός οφείλει να κυβερνά τον αδύνατο. Στην περίπτωση μάλιστα των Μυτιληναίων ο αδύνατος έχει βλάψει με την αποστασία του το δυνατό. Ο Κλέων επομένως κρίνει ότι οι Αθηναίοι πρέπει να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα τους, αξιολογώντας την κατάσταση σκληρά και νόμιμα σύμφωνα με το δίκαιο για τους αποστάτες. Ο Κλέων εκφράζει τη Machtpolitik, επιδιώκοντας να καταστήσει τα επιχειρήματά του πιο πειστικά απέναντι στους Αθηναίους και θεωρώντας ότι πρέπει να τιμωρηθούν αντάξια με τη στάση τους.
 
Ο Διόδοτος πάλι προτείνει έναν πιο μετριοπαθή και επιεική τρόπο, αλλά δικαιολογεί αυτόν και στηρίζει την άποψή του πάνω στο Συμφέρον της Αθήνας ως ηγεμονικής πόλης στο μέλλον. Η δικαιοσύνη του Κλέωνα επαναπροσδιορίζεται ως ανθρώπινη εκδίκηση[30], ενώ στο λόγο του Διοδότου παύει να είναι αξία. Μέσα και από τις δύο κατηγορίες ορίζεται και η πολιτική ταυτότητα των Αθηναίων που επιδιώκουν εναλλακτικές αξίες, για να προσδιορίσουν την πολιτική κατάσταση. Έτσι διαφαίνεται μέσα από τις Δημηγορίες ότι είναι ελεύθεροι να καθορίζουν τις αξίες, όπως θέλουν, να τις αγνοούν, να ορίζουν τους συμμάχους κατά τη βούλησή τους και βέβαια να επιδιώκουν και να δικαιολογούν με κάθε τρόπο το Συμφέρον τους, είτε αυτό ορίζεται με διαφορετικούς όρους από τον Κλέωνα, είτε καθορίζεται με άλλο τρόπο από τον Διόδοτο.
 
Κλείνοντας το λόγο του ο Διόδοτος, προτείνει στους Αθηναίους να αδιαφορήσουν για την πρόταση του Κλέωνα περί δίκαιης τιμωρίας των Μυτιληναίων και να τιμωρήσουν μόνο τους ενόχους και πρωτοαιτίους της αποστασίας που είναι οι ολιγαρχικοί. Υπενθυμίζει ότι το Συμφέρον της πόλης για τη διατήρηση της ηγεμονίας της, επιτάσσει να προτιμήσουν να αδικηθούν με τη θέλησή τους, παρά να θανατώσουν δίκαια αυτούς που δεν πρέπει. Εκφράζοντας τη Realpolitik αποδεικνύει ότι στη γλώσσα της διπλωματίας και στο επίπεδο των πολιτικών σχέσεων, πλεονεκτεί, επομένως είναι πιο κερδισμένος αυτός, που αντιμετωπίζει τους εχθρούς του με διπλωματικό τρόπο, παρά εκείνος που αποφασίζει ωμά και απερίσκεπτα, στηριζόμενος μόνο στη δύναμή του, χωρίς να συνεξετάσει και άλλες παραμέτρους. Οι Αθηναίοι στις προτάσεις του Κλέωνα περί ηθικής και του Διοδότου περί Συμφέροντος, θα ταχθούν με τη γνώμη του Διοδότου, εφόσον η πρότασή του είναι πιο ρεαλιστική και συμφέρουσα για την πολιτική της διατήρησης της ηγεμονίας της Αθήνας.
 
Οι αντιθετικές Δημηγορίες του Αρχίδαμου και των Πλαταιέων, πριν από την εισβολή των Σπαρτιατών στις Πλαταιές αποδεικνύουν την επικράτηση της Machtpolitik από την πλευρά της Σπάρτης, που οδήγησε στην παράδοση των Πλαταιέων στη συνέχεια σε δίκη- παρωδία και στη θανά­τωσή τους. Οι Πλαταιείς πριν από την εισβολή διατυπώνουν στον Αρχίδαμο τα επιχειρήματά τους, για να παραμείνουν αρχικά αυτόνομοι με τα εξής στοιχεία: 1) Θεωρούν ότι δεν είναι δίκαιο, ούτε αντάξιο για την προγονική ανδρεία και αρετή των Σπαρτιατών, να εισβάλουν στη χώρα των Πλαταιών. 2) Υπενθυμίζουν ότι ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, αφού θυσίασε στον Ελευθέριο Δία, παρέδωσε την πόλη των Πλαταιών στους κατοίκους της, ώστε να διοικείται αυτόνομα. 3) Κάνοντας επίκληση στους όρκιους, τους εγχώριους και πατρώους Θεούς και στα πατροπαράδοτα ιερά και νόμιμα των Ελλήνων, ζητούν να μην εκστρατεύσουν εναντίον τους, αλλά να τους αφήσουν να ζήσουν αυτόνομοι[31]. Η απάντηση του Αρχίδαμου, πριν από την εισβολή, στην πρεσβεία των Πλαταιέων, στηρίζεται στο εξής επιχείρημα: Εύλογα οι Σπαρτιάτες αναγνωρίζουν την αυτονομία που παραχώρησε ο Παυσανίας σ’ αυτούς κατά τους περσικούς πολέμους, αλλά αξιώνουν να παραμείνουν ουδέτεροι στον πόλεμο και να δέχονται ως φίλους και τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες[32].
     
Η Δημηγορία του Αρχίδαμου προς τους Πλαταιείς
 
Ωστόσο μετά την ενημέρωση των Πλαταιέων από τους συμπολίτες τους, η δεύτερη δημηγορία του Αρχίδαμου, αποδεικνύει τις βαθύτερες αξιώσεις των Σπαρτιατών[33]. Οι Σπαρτιάτες δηλαδή αξιώνουν από τους Πλαταιείς 1) να παραδώσουν την πόλη και τα σπίτια τους στους Σπαρτιάτες, ενόσον διαρκεί ο πόλεμος και οι ίδιοι να μεταβούν, όπου θέλουν και 2) να αριθμήσουν τα υπάρχοντά τους και να τα παραδώσουν και οι ίδιοι θα πληρώσουν φόρο, για όσο χρόνο θα κρατήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Από τα παραπάνω όμως στοιχεία συνάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι οι Σπαρτιάτες με την παράδοση της πόλης των Πλαταιών που αξιώνουν, κατά βάθος δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των Πλαταιέων για αυτονομία, αυτοτέλεια[34] και αυτοδικία.
 
Αφού οι Πλαταιείς ενημερώσουν τους Αθηναίους και τους συμβουλευτούν, πληροφορούν τους συμπολίτες τους με το εξής επιχείρημα: Είναι γεγονός ότι οι Αθηναίοι δεν επέτρεψαν ποτέ να αδικηθούν οι Πλαταιείς, επομένως ούτε και τώρα θα αφήσουν να συμβεί αυτό από τους Σπαρτιάτες, αλλά θα τους στηρίξουν όσο μπορούν, εξορκίζοντάς τους να μην αποστατήσουν από τη δική τους συμμαχία. Μετά την απόφασή τους να παραμείνουν στη συμμαχία των Αθηναίων και να μην επιλέξουν την ουδετερότητα, κατά την απαίτηση των Σπαρτιατών, ο βασιλιάς Αρχίδαμος εκφωνεί και τρίτη δημηγορία προς τους Πλαταιείς, για να τους ανακοινώσει την απόφαση των Σπαρτιατών για εισβολή στη γη των Πλαταιών. Στην απόφαση αυτή ο Αρχίδαμος, στηρίζει από την πλευρά της Σπάρτης τη Machtpolitik, δηλαδή τάσσεται υπέρ της ανοιχτής σύγκρουσης με τα εξής επιχειρήματα: 1) Οι θεοί και οι ήρωες των Πλαταιών είναι μάρτυρες ότι αρχή στην αδικία δεν διέπραξαν ol Σπαρτιάτες, αλλά οι Πλαταιείς που δεν συμμορφώθηκαν με την απαίτησή τους, καθώς και οι σύμμαχοί τους Αθηναίοι. 2) Δεν είναι άδικοι οι Σπαρτιάτες, αν τους κηρύξουν τον πόλεμο, εφόσον τους ανακοίνωσαν τη θέλησή τους να παραμείνουν ουδέτεροι. 3) Οι Σπαρτιάτες έχουν προκληθεί πολλές φορές από τους Πλαταιείς και είναι φυσικό να θέλουν να τους τιμωρήσουν, εφόσον δεν συμμορφώνονται. Αποδεικνύεται επομένως ότι οι Σπαρτιάτες δικαιολόγησαν την εισβολή τους στη χώρα των Πλαταιών με επιχειρήματα, που κατά βάθος δεν είχαν ούτε ηθικό, ούτε νομικό έρεισμα, αλλά επέλεξαν τη Machtpolitik για να επιβάλουν το συμφέρον τους και να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στο χώρο της Βοιωτίας.
     
Η Δημηγορία των Αθηναίων - Μηλίων
 
Μία ακόμη δημηγορία, εκείνη των Μηλίων- Αθηναίων αποκαλύπτει την επικράτηση της Machtpolitik από την πλευρά της Αθήνας[35]. Η Μήλος είναι αποικία δωρική και είναι η μόνη από τα νησιά του Αιγαίου που ανήκει στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων. Οι Μήλιοι αξιώνουν να παραμείνουν ουδέτεροι στον πόλεμο, να αναπτύξουν φιλικές εμπορικές σχέσεις με τους Αθηναίους, αλλά να διατηρήσουν τη συμμαχία τους με τη Σπάρτη, που είναι και η μητρόπολή τους. Οι Μήλιοι χρησιμοποιούν ηθικά και νομικά επιχειρήματα στις θέσεις τους, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν την ουδετερότητα. Οι Αθηναίοι από την άλλη πλευρά κάνουν χρήση της λογικής της δύναμης και του συμφέροντος και επιβάλλουν το νόμο του ισχυρού, διότι πιστεύουν ότι μόνον οι αδύνατοι χρησιμοποιούν τις έννοιες “δίκαιον” και “ηθική”, ενώ μπορούν να υποταχθούν και να αντιμετωπιστούν στην καλύτερη περίπτωση με μετριοπάθεια.
 
Η δημηγορία Αθηναίων - Μηλίων είναι αντιθετική, προσλαμβάνει τη μορφή διαλόγου, αλλά αυτή η ιδιαιτερότητά της καταδεικνύει με άμεσο και πιο παραστατικό τρόπο τα επιχειρήματα και από τις δύο αντίπαλες δυνάμεις, την Αθήνα και τη Μήλο. Οι Αθηναίοι επιχειρηματολογώντας, εξηγούν τη σημαντικότητα των πολλών λόγων, ώστε να διευθετηθεί η έκρυθμη κατάσταση. Οι Μήλιοι τους αποκαλύπτουν ότι γνωρίζουν τις αληθινές προθέσεις τους δηλαδή ότι επιδιώκουν να τους συμπεριλάβουν στην αθηναϊκή συμμαχία, στην οποία βρίσκονται και οι υπόλοιποι νησιώτες. Οι Αθηναίοι δηλώνουν ότι η ουδετερότητα των Μηλίων δεν επιζητείται για τη σωτηρία της πόλης τους, αλλά υποκρύπτει άλλες πολιτικές σκοπιμότητες που θα φανούν στο μέλλον. Οι Μήλιοι επιμένουν στην άποψη ότι επιδιώκουν την ουδετερότητα crtov πόλεμο για τη σωτηρία της πόλης τους, παρόλο που δεν το πιστεύουν οι Αθηναίοι. Οι Αθηναίοι θα απαντήσουν χωρίς περιστροφές ότι το δίκαιο είναι μία παράμετρος που συνεκτιμάται, όταν οι αντίπαλοι είναι ίσοι σε δύναμη. Διαφορετικά οι δυνατοί ενεργούν και επιβάλλουν αυτό που τους επιτρέπει η δύναμή τους, ενώ οι αδύναμοι υποχωρούν, όσο τους επιτρέπει η αδυναμία τους. Οι Μήλιοι τους παρακαλούν να μη επιβάλουν το συμφέρον τους και καταστρέψουν την πόλη τους, για χάρη του κοινού αγαθού (δηλαδή της ελευθερίας). Οι Αθηναίοι θα παραδεχτούν στη συνέχεια του λόγου τους ότι ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της εξουσίας τους και για την κυριαρχία τους σε συμμάχους, όπως ακριβώς και οι Λακεδαιμόνιοι και γι’ αυτό θεωρούν ότι για χάρη της σωτηρίας τους, καλό είναι οι Μήλιοι που είναι αδύναμοι να ενταχθούν στη συμμαχία τους. Οι Μήλιοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι ωφελούνται εντασσόμενοι στη συμμαχία των Αθηναίων. Οι Αθηναίοι πιστεύουν ότι οι Μήλιοι επωφελούνται, αν υπακούσουν στη θέλησή τους και συνάμα θα αποκομίσουν κέρδος και οι Αθηναίοι με το να μην τους καταστρέψουν, διότι τότε θα πρέπει να αναλάβουν και το πολιτικό κόστος για την καταστροφή. Οι Μήλιοι επιμένουν στην ουδετερότητα και σε μία κάποια φιλία ενδεχομένως με τους Αθηναίους, αλλά οι Αθηναίοι αποκρίνονται ότι τους ενοχλεί όχι τόσο η έχθρα τους, αλλά η αδύναμη φιλία τους. Οι Μήλιοι διερωτώνται, αν οι Αθηναίοι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και στους συμμάχους τους. Οι Αθηναίοι δηλώνουν ότι όλοι σι σύμμαχοι απολαμβάνουν δικαιώματα, τα οποία μπορούν να τα έχουν και οι ίδιοι, αν ενταχθούν στη συμμαχία τους. Οι Μήλιοι πιστεύουν ότι τα υποτιθέμενα δίκαια λόγια των Αθηναίων αποβλέπουν στο συμφέρον τους και οι Αθηναίοι αποκαλύπτουν ότι τους ενοχλεί το γεγονός ότι, αν και είναι νησιώτες, ωστόσο δεν εντάσσονται στη συμμαχία τους.
 
Οι Μήλιοι επιμένουν στην πρόθεσή τους να παραμείνουν ελεύθεροι αλλά οι Αθηναίοι ισχυρίζονται ότι αν οι Μήλιοι είναι σώφρονες, τότε δεν πρέπει να αντισταθούν στους δυνατούς. Οι Μήλιοι πιστεύουν ότι η τύχη θα τους βοηθήσει, αλλά οι Αθηναίοι θεωρούν ότι οι άνθρωποι στρέφονται προς την ελπίδα που είναι παρηγοριά στον κίνδυνο και στη συνέχεια στρέφονται προς τις αφανείς ελπίδες, όπως τη μαντεία, ακριβώς γιατί είναι αδύναμοι. Οι Μήλιοι επιμένουν ότι θα τους βοηθήσει η τύχη, γιατί είναι δίκαιοι, ενώ οι Αθηναίοι αποκρίνονται ότι στηρίζουν την καλή τους τύχη στην εύνοια των θεών. Οι Μήλιοι προσδιορίζουν το συμφέρον τους, που είναι να παραμείνουν άποικοι των Σπαρτιατών και να είναι έτσι ασφαλείς, ενώ οι Αθηναίοι δηλώνουν ότι το συμφέρον των Μηλίων είναι να ενταχθούν στη συμμαχία τους, με όσους κινδύνους η πράξη αυτή εγκυμονεί. Οι Μήλιοι θεωρούν ότι το συμφέρον τους είναι να παραμείνουν στη συμμαχία των Σπαρτιατών, με τους οποίους είναι συγγενείς και οι Αθηναίοι ανταπαντούν ότι είναι πιο δίκαιο και συμφέρον τους, να ενταθούν στη ναυτική συμμαχία των Αθηναίων, αφού είναι νησιώτες. Οι Μήλιοι με προκλητικό τρόπο ισχυρίζονται ότι οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να καταλάβουν οποιοδήποτε νησί θα ήθελαν και κατόπιν να απειλήσουν την Αττική. Στην προκλητική αυτή στάση οι Αθηναίοι θα απαντήσουν ότι είναι έμπειροι σε πολιορκίες, αλλά καλό είναι οι αδύνατοι να υιοθετούν πιο σωστή στάση απέναντι στους δυνατούς. Κλείνοντας το λόγο τους οι Μήλιοι θα εμπιστευθούν τη σωτηρία τους α) στην τύχη, β) στους θεούς και γ) στους Λακεδαιμόνιους και οι Αθηναίοι θα τους απαντήσουν ότι δεν αξιολογούν σωστά τις πολιτικές εξελίξεις με αυτά τα κριτήρια και γι’ αυτό θα αποτύχουν. Τελικά οι Μήλιοι δεν θα πειθαρχήσουν στις αξιώσεις των Αθηναίων και οι Αθηναίοι θα προχωρήσουν σε μεγάλο στρατηγικό λάθος, εφαρμόζοντας τη Machtpolitik, που θα οδηγήσει στην καταστροφή της νήσου Μήλου, στο θάνατο των Μηλίων ανδρών και στον ανδραποδισμό των παιδιών και των γυναικών. Αργότερα θα εγκαταστήσουν οι Αθηναίοι 500 αποίκους στο νησί από την Αθήνα[36].
 
Αξιολόγηση της Machtpolitik
 
Η δημηγορία των Μηλίων αποδεικνύει το τι συμβαίνει στην πολιτική ζωή, όταν ο πολιτισμός του λόγου που στηρίζει την επιχειρηματολογία των αγορητών, καταστρέφεται. Η πολιτική διαβούλευση και οι αρχές δεν υφίστανται, γι’ αυτό και ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τη δημηγορία αυτή υ­πό μορφή διαλόγου. Η Αθήνα, η πόλη του λόγου και της Δημοκρατίας αρ- νείται να συζητήσει θέματα Δικαιοσύνης και τιμής. Απαιτεί από τη Μήλο να πάψει να είναι ελεύθερη, αυτόδικη και αυτόνομη και δεν κατανοεί το παράλογο της απαίτησης της, δηλαδή ότι επιζητεί να της παραδώσει η Μήλος την πολιτική της ταυτότητα, προκειμένου να ικανοποιήσει το δικό της Συμφέρον. Έχει όμως χάσει την ικανότητα να επιχειρηματολογεί “κατά λόγον” και η πολιτική γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν έχει συνέπεια και δεν στηρίζεται σε πολιτισμό. Όταν όμως δεν υπάρχει πολιτισμός που να κατευθύνει το Συμφέρον ή να θέτει όρια στη φιλοδοξία, τότε δεν υφίσταται πολιτική τάξη και η πόλη δεν αντιπροσωπεύει πια το κάλλος, όπως στην περίοδο του Περικλή[37]. Οι Αθηναίοι πολίτες δεν είναι θεώμενοι και εραστές[38] του κάλλους της πόλης τους, αφού λείπει το όραμα που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του κάλλους. Χωρίς τον πολιτισμό στο λόγο και την επιχειρηματολογία, οι Αθηναίοι θα χάσουν την υπαρκτική τους ταυτότητα, θα περιορίσουν την αυτονομία και αυτοδικία, θα εγκλωβίσουν την ελευθερία του λόγου στο δίκαιο του ισχυρού και θα οδηγηθούν μοιραία στην καταστροφή, αφού τελικά θα χάσουν την ικανότητα να προσαρμόζουν το λόγο στην πράξη μέσα στην πολιτική τους κοινότητα.
 
Το συμπέρασμα από τη Δημηγορία των Μηλίων είναι ότι ο Θουκυδίδης διαφωνεί με τη χρήση της αλόγιστης και ωμής βίας των ισχυρών πόλεων που εκφράζεται με τη Machtpolitik του Κλέωνα και ίσχυσε στην περίπτωση των Πλαταιέων και των Μηλίων[39]. Από τις πολιτικές του θεωρήσεις συνάγουμε το συμπέρασμα ότι θα προτιμούσε οι Αθηναίοι, τουλάχιστον στην περίπτωση των Μηλίων, να είχαν εφαρμόσει την πολιτική της μετριοπάθειας, της επιείκειας και της Διπλωματίας, όπως στην αποστασία της Μυτιλήνης. Προχωρώντας μάλιστα οι Αθηναίοι σε επίδειξη κυνισμού, ορίζουν το δίκαιο από τη θέση του ισχυρού και επιδιώκουν να πείσουν τους Μηλίους για το γεγονός ότι ο δυνατός ενεργεί κατά τη δύναμή του, ενώ ο αδύνατος υποχωρεί και συμβιβάζεται[40]. Επομένως δημιουργούν την εντύπωση ότι ομιλούν σαν τον Πλατωνικό Καλλικλή, ένθερμο οπαδό των σοφιστικών θέσεων υπέρ του φυσικού δικαίου[41].
 
Στο διάλογο των Μηλίων τα επιχειρήματα σταθμίζονται σύμφωνα με τη Δύναμη και το Συμφέρον και οι Αθηναίοι αγορητές θεωρούν φυσικό να μετουσιώνουν αδίστακτα σε ωμή πράξη οτιδήποτε εξυπηρετεί τη δική τους φιλοδοξία και ιδιοτέλεια. Πρόκειται για θέσεις και επιλογές που στηρίζονται σε κριτήρια υποκειμενικά, αυθαίρετα και ηθικώς διαβλητά και ως εκ τούτου σε αξιολογικό επίπεδο απουσιάζει παντελώς το κριτήριο της αντικειμενικότητας και του ανθρωπισμού και στη θέση τους προβάλλεται μία αχαλίνωτη ανθρώπινη φύση.
 
Ο Θουκυδίδης θα προτιμούσε να είχαν οι Αθηναίοι υιοθετήσει στην περίπτωση των Μηλίων μια διπλωματική πολιτική, όπως περιγράφεται α­πό τους ίδιους τους Αθηναίους: “πλείστα αν ορθοίντο, οίτινες τοίς μεν ίσοις είκουσιν, τοίς δε κρείσσοσι καλώς προσφέρονται, προς δε τους ήσ- σους μέτριοι εισίν”[42]. Πράγματι πολλά μπορούν να επιτευχθούν, αν οι άνθρωποι υποχωρούν αμοιβαία, όταν είναι ισόπαλοι, αν συμπεριφέρονται σωστά και όχι προκλητικά προς εκείνους που βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση και βέβαια, αν οι δυνατοί επιδιώκουν να είναι πιο μετριοπαθείς προς εκείνους που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Μία μετριοπαθής και διπλωματική συμπεριφορά, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές της Realpolitik, που στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης απαιτεί από τους ισχυρούς να αντιμετωπίζουν τους Αδυνάτους με περισσότερη σύνεση και σωφροσύνη. Ωστόσο η επικράτηση της σωφροσύνης είναι κατά τον Θουκυδίδη εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα χωρίς την παρουσία ενός χαρισματικού ηγέτη, όπως ο Περικλής[43].
 
Προϋποθέτει παράλληλα αλλαγή και βελτίωση της ανθρώπινης φύσης, αγώνισμα ιδιαίτερα επίπονο, αλλά και αναγνώριση ότι ο πολιτικός βίος απαιτεί μία συνετή μορφή φιλοσοφικής σκέψης, που δεν θα υποβαθμίζει τις ανθρώπινες- πολιτικές ανάγκες. Η πολιτική συνείδηση διαμορφώνεται μόνο με το σωστό δημοκρατικό ήθος και πνεύμα και προσμετρείται σε σχέση με την ικανότητα του πολίτη για “φιλοσοφείν” και “φιλοκαλείν”[44]. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, όπως τραγικά διαπιστώνεται στο διάλογο των Μηλίων, τότε όσο υψηλότερο και αν είναι το όραμα “το οράν”, χωρίς την ουσιαστική μετοχή του πολίτη στη λογικότητα της αρμονίας και του κάλλους του “κατ’ αλήθειαν” πολίτικου βίου, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η εξαφάνιση του ανθρώπινου - πολιτικού, είναι σε ένα πολιτισμό βίας και αξυνεσίας[45] και σε έναν κόσμο που έχασε την ικανότητα να λειτουργεί “κατά λόγον”.
     
Η δημηγορία Αρχιδάμου-Σθενελαΐδα
 
Βέβαια και δύο άλλες Δημηγορίες αντιθετικές είναι ενδεικτικές για την εφαρμογή της Realpolitik και της Machtpolitik. Η δημηγορία του βασιλιά Αρχίδαμου[46] που τάσσεται κατά του πολέμου αποδίδει τη Realpolitik. Ο Αρχίδαμος επιδιώκει να αποτρέψει τους συμπολίτες του α­πό τον πόλεμο, εκθέτοντας τους κινδύνους του πολέμου και τη δύναμη των Αθηναίων. Διαπιστώνει όμως με ρεαλιστικό τρόπο, ότι αν πρόκειται να επιλέξουν τον πόλεμο, είναι αναγκαίο να αναζητήσουν μέσα και τρόπους, για να αντιμετωπίσουν την αθηναϊκή δύναμη. Είναι απαραίτητο να καταφύγουν και στην περσική βοήθεια, έστω και αν δεν προσιδιάζει με το φιλότιμο των Ελλήνων, εφόσον προβλέπει ότι η αναμέτρηση θα είναι δύσκολη και μακροχρόνια για τις δύο πόλεις. Σε τελική ανάλυση η άποψη του Αρχίδαμου ήταν αρκετά ρεαλιστική και επαληθεύτηκε από τα ίδια τα γεγονότα. Δηλαδή οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Αθηναίους με τη βοήθεια των Περσών, εφόσον μόνοι με τους συμμάχους τους, δεν ήταν δυνατό να κερδίσουν τον πόλεμο.
 
Σε αντίθεση με τον Αρχίδαμο, ο έφορος Σθενελαΐδας[47] στη δημηγορία του τάσσεται υπέρ του πολέμου, επιδιώκοντας την εφαρμογή της Machtpolitik. Θεωρεί ότι οι Αθηναίοι με τις επεκτατικές βλέψεις τους, αδικούν τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους, διαταράσσοντας την ιεραρχία των δυνάμεων από την αρχηγό πόλη Σπάρτη και πρέπει να τιμωρηθούν γι’ αυτό, όπως τους αξίζει. Η τιμωρία και ο συνετισμός των Αθηναίων, κατά τη Machtpolitik του Σθενελαϊδα, παραπέμπει σε ανοιχτή σύγκρουση με τους Αθηναίους και ως εκ τούτου σε πόλεμο, που αποφασίζει η Σπάρτη στο όνομα των πατρώων θεών.
 
Συμπεράσματα στις Στρατηγικές της Machtpolitik και Realpolitik
 
Σε μία δημοκρατία, όπως η Αθηναϊκή οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές και εύθραυστες. Ο σεβασμός του μέτρου, η πνευματική ωριμότητα και η “κατά λόγον” πολιτική δραστηριότητα αποτελούν είδος πρώτης ανάγκης. Όσο χρονικό διάστημα οι πολιτικοί αναδεικνύονταν άξιοι στο “λέγειν και πράττειν τα δέοντα”[48], όπως στην περίπτωση του Περικλή και οι πολίτες είχαν οράματα και ήταν “θεώμενοι και ερασταί της πόλεως”[49], η Δημοκρατία ως πλαίσιο εξουσίας και ως τρόπος ζωής βιωνόταν από τους πολίτες και λειτουργούσε σε αρκετό βαθμό απρόσκοπτα. Γιατί μόνο στην ουσιαστική Δημοκρατία οι αρετές των πολιτών συγκλίνουν και αξιοποιούνται σε επωφελή για το σύνολο δραστηριότητα, όπως συνετά αναφέρει ο άγνωστος συγγραφέας του Περί ύψους[50]. Αυτό συμβαίνει, διότι η σωστή δημοκρατία με τον ορθό λόγο[51] καλλιεργεί στον πολιτικό άνθρωπο τη δυνατότητα να μεταποιεί τη φύση σε κοινωνία, και σχέση, η οποία τον απελευθερώνει από τις ορμέφυτες αναγκαιότητες της ανθρώπινης φύσης, εφόσον κάπου ανάμεσα στην αναγκαιότητα και την ελευθερία, στη φύση και στη σχέση κρίνεται και το μέλλον της ανθρώπινης ύπαρξης. Η υπαρκτή υπέρβαση των αναγκαιοτήτων της φύσης κερδίζεται αλλά και χάνεται από τον πολιτικό άνθρωπο, στην προσπάθειά του να οδηγηθεί στην ευδαιμονία[52] με ή χωρίς την αρετή.
 
Όταν όμως τα πάθη εξαγριωθούν και τα ήθη εξαχρειωθούν, λόγω των δυσμενών πολιτικό-στρατιωτικών εξελίξεων και της συναφούς προς αυτές κυριαρχίας των ατομοκρατικών τάσεων, τότε η δημοκρατία χάνει το ήθος και το πνεύμα της[53]. Στην περίοδο όμως των διαδόχων οι ρήτορες υποδαυλίζουν τα πολιτικά πάθη, καθώς η ανάδραση που προέρχεται από πολίτες, που είναι “ακροατές λόγων”[54] και “θεατές έργων” επιβάλλει τη διατύπωση προτάσεων, που ανταποκρίνονται σε ξένες, για το πνεύμα της δημοκρατικής πόλης, προσδοκίες. Τότε και η δημοκρατία των δημαγωγών δεν διαφέρει στο ήθος και την εξέλιξη από την τυραννία, όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης[55]. Όταν όμως η Δημοκρατία από αριστοκρατία του πλήθους[56] εξελίσσεται σε τυραννία και θεοποιεί τη Δύναμη και το Συμφέρον, οι ανάγκες του πολιτικού ανθρώπου υποβαθμίζονται και κατά την πολιτική ανάλυση του Θουκυδίδη, στρέφεται στην επιλογή δύο στρατηγικών, της Machtpolitik και της Realpolitik από τις οποίες, τουλάχιστον η δεύτερη επιτρέπει έστω και υποκριτικά τον ανθρωπισμό[57] και αποδέχεται ως αξίες την επιείκεια και τη μετριοπάθεια απέναντι στους Αδυνάτους. Και οι δύο βέβαια στρατηγικές κατά βάθος επιδιώκουν το Συμφέρον, αλλά η διαφορά τους συνίσταται στις μεθόδους που χρησιμοποιούν, για να το απαιτήσουν. Και η Machtpolitik στηρίζεται σε ηθικά- νομικά επιχειρήματα, αλλά χρησιμοποιεί ανοιχτή σύγκρουση και σκληρούς τρόπους, ενώ η Realpolitik στηρίζεται σε ρεαλιστικά επιχειρήματα, αλλά χρησιμοποιεί μετριοπαθείς και διπλωματικές μεθόδους, τουλάχιστον απέναντι στους αδυνάτους.
---------------------
[1] ΘΟΥΚ. 111,11 “τo δε αντίπαλον δέος, μόνον πιστόν ες ξυμμαχίαν”.
[2] ΘΟΥΚ. 1,76.
[3] ΘΟΥΚ. 1,124.
[4] ΘΟΥΚ. V,89.
[5] Βλ. τη μελέτη του ΠΛΑΤΙΑ Αθαν., Οι Διεθνείς σχέσεις και η στρατηγική στον Θουκυδίδη όπ. σσ 35-67 Πρβ. ©ΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ Βύρ., Θουκυδίδης Επίκαιρος, Αθήνα, εκδ. “Σιδέρης” 1988, σσ. 10-15. 
[6] ΘΟΥΚ. 1,140,2 “πολέμω μάλλον ή λόγοις τα εγκλήματα διαλύεσθαι”.
[7] Η αρχή της Realpolitk διατυπώνεται διαφορετικά ως ιδέα του “raison detat” και σ’ αυτήν υποτάσσονται το δίκαιο και η ηθική Βλ. CASSELS Α1. Ideology and International Relations in the Modern World (London 1996) κεφ. 7, pp. 210-250.
[8] Βλέπε POULAKOS Tak. στην ανακοίνωσή του με τίτλο “Ρητορική και Πολιτική στον Θουκυδίδη και Ισοκράτη” στο 13ο Διεθνές Σεμινάριο Φιλοσοφίας (Πνύκα 2001).
[9] Βλ. ΠΛΑΤΙΑ Αθαν., Οι Διεθνείς Σχέσεις και η στρατηγική στον Θουκυδίδη οπ. 30-40 Πρβ. ΚΟΝΔΥΛΗ Παναγ., Η ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία, Αθήνα, εκδ. “Στιγμή” 1992, σσ. 51-103.
[10] Η διαφορά ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και διεθνοποίηση έγκειται στο εξής: Η διεθνοποίηση συνιστά διεθνή συμμετοχή, αλλά πολύμορφη και ισότιμη, ενώ στην παγκοσμιοποίηση μία παγκόσμια μορφή απορροφά και ενσωματώνει τις άλλες. Βλ. το άρθρο του ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Γεωργ. “Ο κίνδυνος του Περιθωρίου” στο Βήμα 03/06/01 κωδ. άρθρ. Β13278 Β591.
[11] ΘΟΥΚ. 1,32-36. 
[12] ΘΟΥΚ. 1,37-43.
[13] Η Realpolitik με διπλωματικό τρόπο επιδιώκει το συμφέρον Βλ. KISSINGER Hen. Διπλωματία, Αθήνα, εκδ. “Νέα Σύνορα” 1995, σσ. 66-82 Πρβ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ Ανδ. το άρθρ. “Η Θουκυδιδική έρευνα στην εποχή μας”, περιοδ. Διαβάζω τομ. 191 (1988) Αθήνα, σσ. 10-12 και 33-36. 
[14] ΘΟΥΚ. 1,41,2.
[15] Η FARRAR Cynt. στο βιβλίο Αρχές της δημοκρατικής σκέψης στην κλασσική Αθήνα, Αθήνα, εκδ. “Παπαδήμα” 1991, σσ. 244-245 αναφέρεται στη γνώμη ως ικανότητα του ανθρώπου να εκτιμά την πραγματικότητα και να συγκροτεί την παρορμητική στάση του στην εξέλιξη των γεγονότων.
[16] ΘΟΥΚ. 111,53-59.
[17] ΘΟΥΚ. 111,54,2, Πρβ. Τσαγκαράκη Εμ., Θουκυδίδου Πλαταϊκά, Βιβλιοθ. κολλεγίου Αθηνών, Αθήνα, 1977. 
[18] ΘΟΥΚ. 111,53-59, Πρβ. Μπάρμπα I., Ερμηνευτική και αισθητική επεξεργασία της δημηγορίας των Πλαταιέων, Θεσσαλονίκη, εκδ. “Κων/ίδη”, 1976.
[19] Η επικράτηση της Realpolitik είναι χαρακτηριστική και σ’ αυτή την περίπτωση από την πλευρά της Σπάρτης.
[20] ΘΟΥΚ. 111,61-67. 
[21] ΘΟΥΚ. 111,37-40.
[22] ΘΟΥΚ. 111,42-48.
[23] ΘΟΥΚ. 111,9,2 “πρόφασις επιεικής μηδεμία υπάρχει της αποστάσεως”.
[24] ΘΟΥΚ. 111,11,2.
[25] ΘΟΥΚ. 111,37-40, Πρβ. GOMME A.W., “Thucydides and Kleon”, Ελληνικά. XIII, 1954, pp. 1-10. 
[26] ΘΟΥΚ. 111,40,7 “κολάσατε τοιπους αξίως και τοις άλλοις ξυμμάχοις παράδειγμα σαφές κα­ταστήσατε”.
[27] Πρόκειται για το διαβόητο δημαγωγό που συγκαταλέγεται στους διαδόχους του Περικλή και υπερασπίζεται το συμφέρον της Αθήνας με τη Realpolitik, ΘΟΥΚ. 111,42-48, Πρβ. Μπάρμπα I., Δημηγορίες Κλέωνα και Διοδότου, Θεσσαλονίκη, εκδ. “Κων/ΐδη”, 1979.
[28] ΘΟΥΚ. 111,44,1. 
[29] ΘΟΥΚ. 1,73-78.
[30] Ορίζεται δηλαδή με όρους αρχαϊκούς, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει στην κοινωνία του Ομήρου. 
[31] ΘΟΥΚ. 11,71.
[32] ΘΟΥΚ. 11,72.
[33] Ο Περικλής πίστευε ότι δεν πρέπει οι Αθηναίοι να υποχωρούν οτις απαιτήσεις των Σπαρτιατών ΘΟΥΚ. 1,127,3 “Περικλής ουκ εία υπείκειν τους Αθηναίους”. 
[34] Οι όροι αυτονομία, αυτοτέλεια, αυτοδικία αναφέρονται στον ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ Υ,18,2.
[35] ΘΟΥΚ. V,87-113. 
[36] ΘΟΥΚ. V,85-115. 
[37]ΘΟΥΚ. 11,40-41.
[38] ΘΟΥΚ. 11,43,1.
[39] ΘΟΥΚ. V,87-113.
[40] ΘΟΥΚ. V.89.1.
[41] ΠΛΑΤΩΝΟΣ Γοργίας, 482 c και εξ.
[42] ΘΟΥΚ. V,lll,5. 
[43] ΘΟΥΚ. 11,65,8 Πρβ de ROMILLY Jaqu. Ο Θουκυδίδης και ο Αθηναϊκός Ιμπεριαλισμός, όπ σσ. 442 και εξ.
[44] ΘΟΥΚ. 11,40,1 “φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν”.
[45] Η αξυνεσία ανήκει στα τρία μέγιστα κακά από τα οποία απαλλάσσονται οι πολίτες με την άσκηση, στην αρετή όπως φαίνεται στο λόγο των Κορινθίων. Τα άλλα δυο είναι η αμέλεια και η μαλακία. ΘΟΥΚ. 1,122,4.
[46] ΘΟΥΚ. 1,80-85 Η Δημηγορία του Αρχίδαμου αναλύεται σε άλλο θεματικό πλαίσιο καθώς και του εφόρου Σθενελαϊδα, Πρβ. το άρθρο του BLOEDOW E.F., “The speeches of Archidamos and Sthenelaidas at Sparta”, Historia, XXX, 1981, pp. 130-143.
[47] ΘOYK. 1,86. 
[48] ΘΟΥΚ. 1,139,4.
[49] ΘΟΥΚ. 11,43.
[50] Περί Ύψους, 44,2,2-6 “η δημοκρατία των μεγάλων αθαγή τιθηνός, θρέψαι ικανή τα φρονήματα των μεγαλοφρόνων”.
[51] ΘΟΥΚ. 111,39,4, 11,89 Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τις εκφράσεις “κατά λόγον” ή “κατά γνώμην” εφόσον οι δύο έννοιες ταυτίζονται Βλ. VERNANT P.J. Οι απαρχές της Ελληνικής σκέψης, όπ. σσ. 12-15 Πρβ FARRAR Cynth. Οι αρχές της δημοκρατικής σκέψης στην κλασσική Αθήνα, Αθήνα εκδ. “Παπαδήμα” 1991, σσ. 244-246 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Ηθικ. Νικ. Ζ1311 β 26-28, Ηθικ. Ευδήμ Γ4 1231 β33.
[52] Σκέψεις δανεισμένες από την Επιφυλλίδα της 29/06/03 του καθηγητή ΓΙΑΝΝΑΡΑ Χρήστου, Πρβ. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία, Αθήνα, “Δόμος”, 1988, σσ. 30- 32.
[53] ΘΟΥΚ. 11,65,8,3-6.
[54] ΘΟΥΚ. 111,38,4 “οίτινες ώθατε θεαταί των λόγων γίγνεσθαι, ακροαταί των έργων”.
[55] ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Πολιτικά 1292 α 17-19 “και έστιν ο τοιούτος δήμος ανάλογον των μο­ναρχιών”.
[56] Η έκφραση είναι πλατωνική, Πολιτεία 532 d.
[57] Για τον ανθρωπισμό Βλ. τη μελέτη του ΚΑΤΣΙΜΑΝΗ Κυρ., Αναλύσεις και τομές σε θέματα παιδείας, Αθήνα εκδ. “Επικαιρότητα” 1985, σσ. 40-60.

Ο πόνος ως έλξη στο ερωτικό πάθος

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος ποιος από τους δύο ήταν πιο κοντά στην αλήθεια«Ξέρεις τι είναι προδοσία; Η ανάγκη φυγής που κυριεύει κάθε σώμα καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση όπως είναι η στάση της πίστης, η στάση της αγάπης μπροστά σ’ ένα παράθυρο αμετακίνητο με μόνη θέα νύχτα μέρα καρφωτή στα μάτια την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της». Κική Δημουλά

Εάν τα βιώματά δυο ανθρώπων χάραξαν με δραματικό τρόπο τα ίχνη τους στον ψυχισμό τους και δεν έχουν αντιμετωπίσει τα συναισθήματά τους, στο βλέμμα του άλλου παρατηρούν το όμοιο που τούς ελκύει, το οποίο το ακολουθούν εκστασιασμένοι, ενώ μέσα τους πυροδοτούνται συναισθήματα που τους διαπερνά η ένταση τους. Εκείνο που σιγοκαίει στην ψυχή τους ενός μοιάζει με τις πύρινες φλόγες του άλλου, που γλύφουν ανατριχιαστικά την ύπαρξη τους. Και ενώ η ένωση τους απειλεί να τους κατακάψει, προσκαλούνε ο ένας τα συναισθήματά του άλλου να αγκαλιαστούν μεταξύ τους, μήπως από την ένωση προκύψει μια σύνθεση που, αν και απανθρακωμένη, μπορεί να τους επιστρέψει τον εαυτό τους, εξαγνισμένο από συναισθήματα που καταβάλλουν την ύπαρξή τους.

Στην πραγματικότητα εκείνο που τους καλεί, είναι το τραύμα του που μοιάζει τόσο με το δικό τους και η οικειότητα τους συνεπαίρνει και ενώ το ονομάζουν πάθος, εκείνο είναι μια νοσηρή εξάρτηση που μεταμφιέζεται για να βρει το χώρο της στο λειμώνα της ψυχής τους και να τραφεί από τα πρόσωπα που τη συντηρούν. Η εξάρτηση τους κρατά έγκλειστους της παραπλανώντας τους, αδειάζοντάς τους από ζωή.

Πιστεύουν πως εκείνος, που πονά το ίδιο, θα σεβαστεί τις δικές τους πληγές και θα τις φροντίσει, ώστε να απαλλαγούν από τη φθορά που σιγά – σιγά ακρωτηριάζει τη διάθεση τους για ζωή. Φαντάζονται πως περνώντας μέσα από μια καρδιά που δονείται στους ίδιους παλμούς οδύνης με τους δικούς τους, θα ανακουφιστούν τα τραύματα τους. Η ομοιότητα τους καθησυχάζει παραπλανητικά, γιατί νομίζουν πως εκείνος που στο βλέμμα του βλέπουν τον εαυτό τους θα επικοινωνήσει με την οδύνη τους, θα σκύψει στις πληγές τους και εκείνες στο θωπευτικό του βλέμμα θα βρουν την ίαση τους.

Το παιδί μέσα τους που πονά, αμφιβάλλει, ανησυχεί και δεν εμπιστεύεται πως έχει τις δεξιότητες να χαράξει την πορεία του στη ζωή, ενώνεται ασφυκτικά με τον άνθρωπο που η ματιά του θα δεχτεί την προσκόλληση του, που τα χνάρια του είναι όμοια με τα δικά του∙ τα ακολουθεί ακόμα κι αν κάποιες φορές πατά πάνω τους, απορροφάται από αυτά και χάνει τα δικά του ίχνη.

Αποζητούν την ένωση μαζί του, γιατί η καρδιά τους σκιρτά στην ομοιότητα που βλέπουν στο βλέμμα εκείνο που η αναλαμπή του τούς προσκαλεί γοητεύοντάς τους. Εθισμένοι στον πόνο αδυνατούν να παρατηρήσουν τις ατέλειες του άλλου. Τα ρήγματα του που γίνονται χαράδρες και τους κατακρημνίζουν, προκαλούν έλξη πάνω τους και δεν τους αντιστέκονται. Γοητεύονται από το χείμαρρο που ξεχειλίζει με άναρχο τρόπο και τους γοητεύει παρασέρνοντας τους σε κάτι που το παραφράζουν ως γοητεία, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι ασκοί του Αιόλου που έχουν ανοίξει παρασέρνοντας τους στο γνώριμο και ανατριχιαστικά οικείο. Σαν να ασκεί όλη αυτή η συνήθεια μια μεθυστική γοητεία, όπου τους αποπλανάει και ναρκωμένοι του παραδίνονται, ακόμα κι αν καραδοκεί ο όλεθρος να τους συντρίψει, μέσα στη δίνη μιας επανάληψης.

Ένα ακάνθινο στεφάνι γίνεται η θυσία τους, όπου της παραχωρούν όλο τους τον εαυτό, στην προσπάθεια τους να προσφερθούν σαν λύτρωση, για να απελευθερωθούν από τη σκλαβιά τους, αλλά εκείνη τους βυθίζει όλο και περισσότερο στα έγκατα της και αδύναμοι να βρουν την έξοδο, την επιλέγουν στις αδέξιες τους αναζητήσεις, όπου το λάθος γυρεύει εσφαλμένα το λάθος για να γιατρευτεί.

Είναι τόσο δύσκολο να αποδεχτούν την αντάμωση με έναν άνθρωπο που η διαφορετικότητά του θα αποτελέσει το ξάνοιγμα στην ελευθερία τους. Η αποδοχή μιας υγιούς σχέσης, όπου θα αισθάνονται ο εαυτός τους και όχι ένα ξέφτι που προσπαθούν να γίνουν κεντίδι στο βλέμμα του άλλου, για να πάρουν σχήμα και να μορφοποιήσουν τον εαυτό τους, μοιάζει με όνειρο τόσο μακρινό και επομένως απροσπέλαστο. Ο εγκλωβισμός τους, ο οποίος έχει γίνει πλέον εθισμός για εκείνους και ψυχικό δέρμα όπου κουλουριάζονται παλινδρομώντας, πισωγυρίζοντας στα στρωσίδια τους αδύναμοι να μεγαλώσουν, τούς στερεί τη δυνατότητα να αποδεχτούν την ελευθερία που θα μπορούσε να τούς λυτρώσει.

Η μακροχρόνια παραμονή σε εικόνες, που τους προσδιόρισαν, τούς κράτησαν αιχμάλωτο σε στρώματα πάγου και έπλασαν μια εικόνα που τούς συνοδεύει πλέον, όπου ράθυμα την πελεκάνε, σύμφωνα με το σχήμα που φαντασιώνονται πως έχει, επηρεασμένοι από τα μηνύματα όπου τους έχουν στείλει.

Πώς να στραφούν λοιπόν σε κάτι διαφορετικό από εκείνο που πιστεύουνε για τον εαυτό τους, πως να το αναγνωρίσουν και να το εκτιμήσουν, όταν η ματιά τους είναι συνηθισμένη στα μουντά χρώματα της απουσίας, της εγκατάλειψης, της προδοσίας; Παραμένουν στη σκιά της ζωής τους, βαδίζουν σε γνώριμα εδάφη, σε ακτίνες περιορισμένες, γιατί μια σιδερόφραχτη πύλη τους περιορίζει να κινούνται σε αυτό που η φυλάκιση τους ορίζει. Πώς να αναζητήσουν μια σχέση που ένας ούριος άνεμος υποβοηθά την ελευθερία και την αλλαγή, όταν η καθήλωση τούς κρατά αιχμάλωτούς της;

Η ώριμη σχέση υποστηρίζεται από ανθρώπους που εκτιμούν τον εαυτό τους, που σέβονται τις επιθυμία τους και την στρέφουν εκεί που υπάρχει παρουσία, αποδοχή, κατανόηση, επιθυμία για ανταπόκριση. Δυο άνθρωποι όμως οι οποίοι κουβαλούν τα τραύματα τους δε μπορούν να υποστηρίξουν μια ώριμη πλεύση. Συναντούν ανθρώπους, λοιπόν, όπου αυτό που τους ενώνει μαζί τους είναι και αυτό που τους χωρίζει από την αρχή. Τα τραύματα και των δυο τους και η φθοροποιός δράση τους στον ψυχισμό τους έχουν αλλοιώσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους τόσο, ώστε επειδή δεν μπορούν να διαχειριστούν την ένωση ώριμα, η σχέση μετατρέπεται σε ένα ανταγωνισμό δυο παιδιών που συναγωνίζονται το ίδιο παιγνίδι θέλοντας το ο καθένας για τον εαυτό του.

Ζητούν μια θέση στην καρδιά του άλλου πεισματικά με θράσος και θυμό προσδοκώντας πως έτσι θα διεκδικήσουν μια θέση στη ζωή, πως θα τους δοθεί ένας ρόλος, τον οποίο είχαν στερηθεί από παιδιά. Στρέφονται ο ένας στον άλλον με απαίτηση, με προσδοκία, προκειμένου να τους παραχωρηθούν τα πάντα, ώστε να κερδίσουνε την μάχη με τη ζωή, αυτήν που στερηθήκαν μεγαλώνοντας και φαντασιώνονται πως ο έρωτας θα γίνει το κατώφλι που θα τους βοηθήσει μαγικά να δρασκελίσουν την παιδική τους ηλικία και να κατακτήσουν επιτέλους την πολυπόθητη χαρά.

Κρύβουν τη θλίψη που νιώθουμε, νομίζοντας πως δε θα διαφανεί και ενώ εκείνη μεσουρανεί, τη μεταμφιέζουν σε ένα συναίσθημα με αποκριάτικη φορεσιά, για να ξεγελαστούν, ενώ η μάσκα που φορούν καθορίζει τις αντιδράσεις τους στη σχέση, οι οποίες γίνονται απρόβλεπτες και παρορμητικά εξακοντίζουν τα βέλη τους απροειδοποίητα κάθε φορά που αισθάνονται πως το αποτέλεσμα δε δικαιώνει τις προσδοκίες τους, να εξαφανίσουν με μαγικό τρόπο το βαρύ συναίσθημα που νιώθουν.

Απαιτούν ο ένας από τον άλλον να γίνει ένα καλούπι για να διαμορφώσουν τον εαυτό τους, αυτόν που στερηθήκαν όταν κοίταξαν στο βλέμμα σημαντικών ανθρώπων στη ζωή τους και κουλουριάστηκαν στην απουσία της αντανάκλασης. Ελπίζουν πως θα μπορέσουν να διαμορφώσουν μια σταθερή εικόνα για τον εαυτό τους, για να πάψει να είναι πλέον τόσο εύθραυστη η παράσταση που έχουν για τον εαυτό τους, ευάλωτη και ευεπίφορη στα μηνύματα που δέχεται από τους άλλους. Επιζητούν από τη σχέση να γίνει το μέσο, ώστε να πάψουν να μεταμορφώνονται σε μαριονέτες που τα νήματα των άλλων τούς κάνουν να κινούνται σύμφωνα με τις διαθέσεις τους, και να μην τους παραχωρούν πλέον την άδεια να παριστάνουν τον γλύπτη, σμιλεύοντας την μορφή τους σύμφωνα με τη δική τους διάθεση.

Γυρεύουν ένα νήμα σταθερό να τους συγκρατήσει, ώστε να πλέξουν τον εαυτό τους, για να πάψουν να αιωρούνται σε ανώφελους προσδιορισμούς, σε αδιέξοδους μονόδρομους. Αποζητούν ένα χάδι τρυφερότητας για τα τραύματά τους, ώστε να πάψει να επικρέμεται συνεχώς πάνω τους μια οργή που προσδοκά μια τιμωρία, επειδή η εικόνα τους δε συμφωνεί με αυτό το ιδανικό μοντέλο που έχουν πλάσει στη φαντασία τους. Απαιτούν δεν αγαπούν, ζητούν επίμονα να τους προσφερθεί μια αγάπη που δεν την γνώρισαν, κοιτάνε ο ένας τον άλλον χωρίς να βλέπουν στην αγάπη, αλλά στην ανάγκη τους προσδοκώντας από εκείνον και όχι επιθυμώντας τον.

Εκείνο που αναζητούν είναι η γιατρειά τους, λησμονούν όμως πως ο δρόμος που θα τους οδηγήσει στον εαυτό τους, ώστε να ξεφύγουν από τις λάθος πορείες που τους οδήγησε η εσφαλμένη αντίληψη για τον εαυτό μας, είναι η δική τους προσπάθεια να σκύψουν στα πονεμένα κομμάτια του εαυτού τους και να τα αρμολογήσουν, ώστε από τη σύνθεση να προκύψει ένας υγιής ώριμος εαυτός που θα αναζητήσει τον άνθρωπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από ωριμότητα, από συνέπεια, από ευθύνη.

Εκείνο που τους κάνει να καταφεύγουν σε εκείνον που η ένωση μαζί του δονεί επώδυνα συναισθήματα, είναι ότι δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους πως μπορούν να βρουν την έξοδο στις πληγωμένες τους αναζητήσεις και αποζητούν από εκείνον, που η ομοιότητα του τούς υπόσχεται μια ψεύτικη ασφάλεια, να γίνει ο οδηγός τους. Δυσκολεύονται να ανατρέξουν στην πηγή του εαυτού τους, να αντλήσουν ικανοποίηση από εικόνες που τους ξεδίψασαν στο πέρασμα του χρόνου και έθρεψαν την αυτοεκτίμησή τους.

Επιμένουν σε ανθρώπους που είναι βυθισμένοι στις δικές τους δυσκολίες, γιατί αρνούνται να απευθυνθούν στις παραστάσεις που έχουν από ανθρώπους που τους αγάπησαν βαθιά ή εκτίμησαν ολάκερο το είναι τους. Η μειωμένη εμπιστοσύνη τούς κάνει να παραβλέπουν τις επιτυχίες τους, γιατί η ικανοποίηση που άντλησαν από εκείνες δεν αφήνουν να φτάσει στην ψυχή τους. Επιτρέπουν σε αρνητικά μηνύματα να τους επηρεάζουν και κάποιες φορές να τους προσδιορίζουν, γιατί δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη να αφουγκραστούν τα θετικά μηνύματα και να επιτρέψουν στις δονήσεις τους να τους διαπεράσουν ψυχικά. Εξαρτιόνται από την επιβεβαίωση ανθρώπων που δεν μπορούν να δουν πέρα από τις δικές τους δυσκολίες και αποζητούν από εκείνους μιαν αγάπη που αδυνατούν να τους την προσφέρουν.

Η εικόνα που σχημάτισαν για την αγάπη από παιδιά έχει μέσα της διλήμματα, ερωτηματικά, απουσία, ελλιπή ανταπόκριση που δονούν στον ψυχισμό τους αμφιβολίες για την ικανότητά τους να αγαπούν και για αυτό δυσκολεύονται να αποχωρήσουν από σχέσεις, όπου η οδύνη πρωτοστατεί. Οι ανασφάλειες τους τούς δυσκολεύουν να συγκρουστούν με το μοντέλο, στερημένο από αγάπη που έχει διαμορφωθεί στη σκέψη τους, και να αρχίσουν από σιγά – σιγά να σμιλεύουν ένα νέο, εμποτισμένο με αγάπη από τους ανθρώπους που η απλοχωριά της καρδιάς τους τούς επιτρέπει να τους αγαπήσουν.

Η υγιής σχέση, εκείνη που ξεδιψά τη ζωή μας, είναι μια σχέση που η αναπαράστασή της ομορφαίνει την ζωή μας. Όταν νιώθουμε πλέρια το νόημα της ζωής να περιτυλίγει την ύπαρξη μας, τότε ανταμώνουμε ανθρώπους όπου η ομοιότητα με εκείνους μας συμπληρώνει αρμονικά και η ένωση μαζί τους πλουτίζει την ψυχή μας.

Για να επιτευχθεί όμως αυτό, χρειάζεται να έρθουμε σε επαφή με τον εαυτό μας και να γιατρέψουμε τις πληγές μας, ώστε θεραπευμένοι να καταφύγουμε στον άνθρωπο μας ξεδιπλώνοντας στην καρδιά του το αίτημά μας που θα είναι μια επιθυμία αγάπης. Δεν θα έχουμε ανάγκη τον ίδιο να επουλώσει τα τραύματά μας, αλλά η ώριμη αγάπη, η υπεύθυνη δέσμευση θα γεμίσει την ύπαρξή μας από χαρά και ζωή.

Ο υγιής άνθρωπος δεν βασανίζει τους άλλους


«Ο υγιής άνθρωπος δεν βασανίζει τους άλλους. Γενικά είναι οι βασανισμένοι που εξελίσσονται σε βασανιστές…» – Karl Jung

O Μιγκέλ ντε Θερβάντες από το 1570 και για αρκετά χρόνια, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως επαγγελματίας στρατιώτης, λαμβάνοντας μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου κατά του οθωμανικού στόλου, ως υπαξιωματικός του πολεμικού πλοίου Μαρκέσα, καθώς και στην πολιορκία της Κέρκυρας.

Tραυματίστηκε δύο φορές στο στέρνο ενώ ένας τρίτος τραυματισμός προκάλεσε μόνιμη βλάβη αχρηστεύοντας το αριστερό του χέρι.

Ο άνθρωπος που μοιάζει να έγραψε για έναν τρελό ουτοπιστή, επέστρεφε στην Ισπανία στα 1575, όταν η γαλέρα με την οποία έπλεε, δέχθηκε επίθεση από πειρατές. Μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Αλγέρι όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια ως δούλος.

Τελικά κατάφερε να επιστρέψει στην Ισπανία…

Ένα κρύο βράδυ του 1605, Ο Θερβάντες μπήκε με την παρέα του στο καπηλειό της Σεβίλλης που επισκέπτονταν συχνά.

Κάθισαν μπροστά στο τζάκι, καθώς τα τελευταία ξύλα παραδίνονταν στη φωτιά και το κρύο ξαναγέμιζε τον χώρο.

Η τύχη όμως εκείνη τη μέρα δεν ήταν τόσο με το μέρος του. Η σύντροφος του Κάπελα, έχοντας πιει αρκετά, σάρκαζε μεγαλόφωνα με πελάτες την κυκλοφορία του βιβλίου του.

Το βλέμμα της έπεσε στο συγγραφέα και με θυμό άρχισε να χλευάζει μεγαλόφωνα τον Θερβάντες που καθόταν σχετικά κοντά με την παρέα του. «Είστε τρελοί, ουτοπιστές που κυνηγάτε ανεμόμυλους εσύ και ο ήρωάς σου».

Ο Θερβάντες δεν άφησε να τη διακόψουν. Τη γνώριζε από μικρό παιδί.

Κοιτούσε με λίγη θλίψη, προσπαθώντας να κατανοήσει το θυμό κάτω από το «σκληρό δέρμα» της πικρή κακίας της.

Σκεφτόταν σιωπηλά…

Η κακία, το μίσος είναι έντονα συναισθήματα που συχνά κρύβουν το φόβο πίσω τους.

Η αλήθεια ήταν ότι η ζωή αυτής της γυναίκας είχε καθοριστεί από όταν ήταν μικρή, και δεν είχε κανένα ιδανικό, αντίθετα με το βιβλίο του.

Εύκολα μπορεί να φανεί η σκληρή παιδική ζωή ενός ανθρώπου ο οποίος φαίνεται να έχει αναπτύξει ένα σκληρό δέρμα για να μη πληγωθεί από κανέναν…

Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν έχει γνώση της ύπαρξης του «σκληρού δέρματος» που φοράει…Ούτε του τιμήματός αυτού, ότι δεν μπορεί να νιώσει ή να απολαύσει στο ίδιο βάθος συναισθήματα, όπως ένας άλλος άνθρωπος που δεν είχε τα ίδια δύσκολα βιώματα.

Η συγκεκριμένη γυναίκα είχε τελείως διαφορετικές εικόνες…

Παραμελημένη κυρίως από τον πατέρα, δεν έβρισκε καμία αξία στον εαυτό της και στους άντρες παρά μόνο ως περιστασιακά αντικείμενα ηδονής, χωρίς ίχνος αγάπης. Υπήρξε μία κόρη που έβλεπε σε ένα σπίτι εναλλαγές συντρόφων του πατέρα, ο οποίος παρείχε μόνο πράγματα υλικά σε μία ψυχρή συναισθηματικά μητέρα.

Πώς να μπορούσε να αντιληφθεί μία γυναίκα, τον εαυτό της ως Δουλτσινέα, τη γυναίκα που ενεργοποιεί θετικά το δυναμικό ενός άνδρα μέσα από τη διαδικασία του έρωτα. Έχοντας μάλιστα ζήσει μία υποτιμημένη μητέρα από τον πατέρα. Στην περίπτωσή της ήταν αδύνατον να υπάρξει αγάπη για την εικόνα του άντρα σε έναν μόνο σύντροφο…

Αντίθετα, η γυναίκα αυτή επέλεγε μόνο άνδρες που δεν είχαν πνεύμα άξιο για να θαυμάσει.

Ο Θερβάντες την κοιτούσε σιωπηλά, με κατανόηση και λίγη θλίψη… Η προσωπική της ζωή ήταν ένα φίλτρο το οποίο δεν την άφηνε να κατανοήσει οτιδήποτε και να διάβαζε στο Δον Κιχώτη, κάνοντάς όλα να δείχνουν ρομαντικές ανοησίες.

Εκείνη τη στιγμή ο Θερβάντες παρατήρησε για πρώτη φορά πώς το μυαλό της γυναίκας απέρριπτε το βιβλίο του, καθώς αυτό απειλούσε την πλαστή ευτυχία της.

Πολλές φορές οι άνθρωποι προτιμούν να δημιουργήσουν και να ζουν ένα ψέμα, προκειμένου να αποφύγουν να συνειδητοποιήσουν μία αλήθεια που δεν αντέχουν..

Και νιώθουν φόβο όταν το ψέμα τους κινδυνεύει να διαλυθεί, ακόμη κι από ένα βιβλίο σαν το Δον Κιχώτη.

Διότι αυτό το ψέμα έχει γίνει ο κόσμος τους. Φοβούνται την αλήθεια που μπορεί να γκρεμίσει τον κόσμο αυτό, καθώς δεν ξέρουν άλλο τρόπο να χτίσουν έναν διαφορετικό νέο κόσμο.

Αργότερα, διακόσια και χρόνια μετά, θα εμφανιζόταν μία επιστήμη που θα αποδείκνυε ότι το φίλτρο του «σκληρού δέρματος» είναι μία άμυνα του μυαλού που μακροπρόθεσμα βλάπτει τον άνθρωπο.

Ότι αυτό εξαφανίζεται μόνο όταν γίνει συνειδητό στον άνθρωπο πώς το απέκτησε, μέσα από την παιδική του ηλικία.

«Όταν μισούμε έναν άνθρωπο, τον μισούμε για κάτι που μας θυμίζει τον εαυτό μας. Κάτι που δεν έχουμε εμείς μέσα μας, δεν μπορεί ποτέ να μας συγκινήσει…» – Herman Hesse

Ο άνθρωπος πρέπει να κάνει οικονομία δυνάμεων ακόμα κι όταν είναι νέος

Μέχρι τα 40 μας χρόνια, ως προς τη ζωτική μας δύναμη, μπορούμε να συγκριθούμε με κάποιον που ζει από τους τόκους του κεφαλαίου του: ό, τι ξοδεύει σήμερα, θα το έχει πάλι αύριο. Απ’ αυτή την ηλικία όμως και μετά, η θέση μας είναι σαν τη θέση του επενδυτή που αρχίζει να βάζει χέρι στο κεφάλαιό του. Στην αρχή το πράγμα δεν γίνεται καν αντιληπτό, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων του επιστρέφει στον ίδιο με τη μορφή τόκων: κι αν υπάρχει κάποια μικρή αρνητική διαφορά, περνάει απαρατήρητη. Αυτή η διαφορά όμως σιγά-σιγά μεγαλώνει, γίνεται αισθητή, και μέρα με τη μέρα μεγαλώνει: η θέση του γίνεται όλο και πιο επισφαλής κι ο ίδιος νιώθει να γίνεται όλο και φτωχότερος, χωρίς να ελπίζει στο σταμάτημα αυτής της κατρακύλας.

Η απώλεια επιταχύνεται όλο και περισσότερο, σαν στέρεο σώμα σε ελεύθερη πτώση, μέχρι που στο τέλος χάνει τα πάντα. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση, αφού και οι δύο όροι αυτής της σύγκρισης – η ζωτική του δύναμη και ο πλούτος του – έχουν εξαερωθεί: ο φόβος μιας τέτοιας συμφοράς είναι που κάνει τους ηλικιωμένους τόσο διεκδικητικούς στα περιουσιακά ζητήματα. – Αντίθετα, στην αρχή της ζωής, στα χρόνια πριν από την ωριμότητα και για λίγο μετά, ως προς τη ζωτική δύναμη μοιάζουμε μ’ εκείνους που κάθε χρόνο μαζί με το κεφάλαιό τους επανεπενδύουν κι ένα μέρος των τόκων τους: με άλλα λόγια, δεν περιορίζονται μόνο στην είσπραξη των τόκων, αλλά φροντίζουν και την αύξηση του κεφαλαίου τους. Πολλές φορές αυτή η σωστή αντιμετώπιση του χρήματος οφείλεται, όπως και πολλά άλλα, σε κάποιον έντιμο συμβουλάτορα. Ευτυχισμένη νιότη! Θλιβερά γηρατειά! – Καμιά αμφιβολία: ο άνθρωπος πρέπει να κάνει οικονομία δυνάμεων ακόμα κι όταν είναι νέος.

Arthur Schopenhauer, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ
 

Ποιος από τους δύο ήταν πιο κοντά στην αλήθεια;

Κάποτε ένας άνθρωπος έχασε τα λογικά του στην προσπάθειά του να αναλύσει σε βάθος την πράξη του ανοίγματος και του κλεισίματος μιας πόρτας. Βάλθηκε να συγκρίνει τα συμπεράσματα των συζητήσεων των ανθρώπων γι’ αυτή την κίνηση, που και στις δύο περιπτώσεις είναι απολύτως η ίδια, παρότι τα αποτελέσματα είναι τόσο διαφορετικά. Δίπλα στο κελί του ήταν ένας άλλος τρελός που πάσχιζε να μαντέψει αν το αυγό γέννησε την κότα ή η κότα το αυγό. Εκκινώντας ο ένας από την πόρτα του και ο άλλος από την κότα του, και οι δύο αναζητούσαν, χωρίς επιτυχία, μια απάντηση.

Τρελός είναι ένας άνθρωπος που βλέπει μια άβυσσο και πέφτει μέσα. Ο επιστήμονας τον ακούει να πέφτει, παίρνει το μέτρο του, υπολογίζει την απόσταση, φτιάχνει μια σκάλα, κατεβαίνει, ύστερα ξανακατεβαίνει και, τρίβοντας τα χέρια του, λέει απευθυνόμενος προς την οικουμένη:

«Ετούτη η άβυσσος έχει βάθος χίλια οκτακόσια δύο πόδια, η θερμοκρασία στον πυθμένα της είναι κατά δύο βαθμούς μεγαλύτερη από τη θερμοκρασία της ατμόσφαιράς μας». Κι ύστερα επιστρέφει στην οικογενειακή του ζωή. Ο τρελός παραμένει στο κελί του. Κάποτε πεθαίνουν και οι δύο. Μόνο ο Θεός ξέρει ποιος από τους δύο ήταν πιο κοντά στην αλήθεια, ο τρελός η ο επιστήμονας.

Ο Εμπεδοκλής είναι ο πρώτος επιστήμονας που συγκέντρωνε και τις δύο ιδιότητες.

Δεν υπάρχει ούτε μία κίνησή μας, ούτε μία πράξη μας που να μην είναι άβυσσος στην οποία ακόμα και ο πιο συνετός άνθρωπος θα κινδύνευε να χάσει τα λογικά του και που να μην προσφέρει στον επιστήμονα την ευκαιρία να πάρει το μέτρο του και να προσπαθήσει να μετρήσει το άπειρο. Το άπειρο υπάρχει και στο πιο μικρό χορταράκι.

ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ, ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ

Η αποστολή του λογίου

Τα Γράμματα σχετικά με την αποστολή του λογίου δημοσιεύονται το 1794, όταν ο Φίχτε καλείται να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Ιένα. Ο σκοπός του κειμένου είναι να δείξει ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος, στο εσωτερικό της κοινωνίας, του λογίου, ο οποίος περιγράφεται από τον Φίχτε ως «εκπαιδευτής της ανθρωπότητας», και, κατά συνέπεια, ποια είναι η αξία και η σημασία της ίδιας της κουλτούρας στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας.

“Η απόκτηση της άμεσης ικανότητας από τη μία πλευρά να καταστέλλουμε και να εξαφανίζουμε τις κακές τάσεις που έχουν αναπτυχθεί πριν από το ξύπνημα της λογικής μας και της αίσθησης της αυτονομίας μας, και από την άλλη να τροποποιούμε τα εξωτερικά πράγματα και να τα θέτουμε σε αρμονία με τις έννοιές μας, η απόκτηση μιας τέτοιας ικανότητας, λέγω, ονομάζεται κουλτούρα· και παρομοίως με αυτό το όνομα προσδιορίζουμε και εκείνον τον συγκεκριμένο βαθμό κατάκτησης αυτής της ικανότητας. Η κουλτούρα έχει διαφορετικότητα μόνο ως προς τους βαθμούς· αλλά υπόκειται σε ένα άπειρο βαθμών. Είναι το τελευταίο και πιο υψηλό μέσο για να φτάσουμε στον υπέρτατο σκοπό του ανθρώπου, που είναι η πλήρης συνοχή με τον εαυτό του, αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο ον λογικό και συνετό μαζί· αυτή είναι ο υπέρτατος σκοπός, αν θεωρήσουμε τον άνθρωπο ον καθαρά συνετό. Αυτή η ικανότητα πρέπει να καλλιεργείται: αυτό είναι το υψηλότερο και καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε.

Ο υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου είναι να καθυποτάξουμε κάθε παράλογο, να το κατακτήσουμε ελεύθερα και σύμφωνα με τον νόμο μας· υπέρτατος σκοπός, ο οποίος είναι αρκούντως ανέφικτος και θα παραμείνει αιωνίως ανέφικτος εκτός εάν ο άνθρωπος πάψει να είναι άνθρωπος και γίνει θεός. Η αποστολή του ανθρώπου, επομένως, δεν είναι να φτάσει αυτόν τον στόχο. Αλλά εκείνος μπορεί και πρέπει να πλησιάζει όλο και πιο πολύ στον στόχο του: ή, επομένως, τo να πλησιάζει αδιάκοπα σε αυτόν τον στόχο να είναι η πραγματική αποστολή του ανθρώπου επειδή είναι άνθρωπος, δηλαδή επειδή είναι λογικός αλλά πεπερασμένος, επειδή είναι συνετός αλλά ελεύθερος.

Τη γνώση που έχει αποκτήσει για την κοινωνία πρέπει τώρα ο λόγιος να τη χρησιμοποιήσει προς όφελος της κοινωνίας: Πρέπει να αφυπνίσει τους ανθρώπους και να τους κάνει να καταλάβουν τις πραγματικές τους ανάγκες, να τους κάνει να γνωρίσουν τα μέσα για να τις ικανοποιήσουν. Πώς μπορεί, λοιπόν, να διασπείρει τις γνώσεις που κατέχει και πώς οφείλει να το κάνει αυτό; Η κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια και τις ικανότητες των άλλων, και αυτή η εμπιστοσύνη είναι βαθιά αποτυπωμένη στις καρδιές μας· και με μια χάρη της φύσης δεν κατέχουμε ποτέ αυτή την εμπιστοσύνη σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όταν χρειαζόμαστε περισσότερο την ειλικρίνεια και την ικανότητα των άλλων. Ο λόγιος μπορεί να υπολογίζει σε αυτή την εμπιστοσύνη στην ειλικρίνεια και την ικανότητά του, αμέσως όταν θα την έχει κερδίσει ως οφείλει
.
Επιπλέον, σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει αυτό που μπορεί να ονομαστεί έννοια της αλήθειας, και αυτή φυσικά δεν είναι επαρκής από μόνη της, αλλά πρέπει να αναπτυχθεί, να αποδειχθεί και να εξαγνιστεί- και αυτό είναι το καθήκον του λογίου. Ο λόγιος, επομένως, μπορεί να υπολογίζει και σε αυτή την έννοια της αλήθειας. Ο λόγιος είναι ο δάσκαλος του ανθρώπινου είδους.

Αλλά δεν οφείλει μονάχα να οδηγήσει γενικά τους ανθρώπους να γνωρίσουν τις ανάγκες τους και τα μέσα με τα οποία θα ικανοποιήσουν αυτές τις ανάγκες· πρέπει, παρομοίως, πάντα και παντού να τους διδάσκει να αναγνωρίζουν τις τρέχουσες ανάγκες τους, εκείνες που παρουσιάζονται σε εκείνες τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και να τους οδηγεί στα κατάλληλα μέσα για να φτάσουν στους σκοπούς που πρέπει να πετύχουν.

Αυτός δεν βλέπει μόνο το παρόν, βλέπει και το μέλλον- δεν βλέπει μόνο το σημείο που κατέχει τώρα η ανθρωπότητα, αλλά και αυτό που πρέπει να φτάσει.

Johann Gottlieb Fichte

Γιατί τα έντομα πετάνε προς στις λάμπες;

Ένα οικείο θέαμα και χαρακτηριστικό ίσως του καλοκαιριού είναι τα έντομα που τριγυρνάνε γύρω από τις αναμμένες λάμπες σε σπίτια ή δρόμους, μια συνήθεια που τους κοστίζει ακόμα και τη ζωή τους.

Γιατί τα έντομα έχουν αυτή τη συνήθεια και πώς γίνεται να εξαπατώνται με τόσο προφανή τρόπο;

Όντας πρωταρχικά νυχτερινά πλάσματα, τα έντομα εξελίχθηκαν για να ταξιδεύουν με βάση τη λάμψη του φεγγαριού, με μια μέθοδο που ονομάζεται εγκάρσιος προσανατολισμός. «Ο εγκάρσιος προσανατολισμός είναι σαν να κρατάμε ένα αστέρι σε μια συγκεκριμένη θέση, έτσι ώστε να γνωρίζουμε πού είμαστε», λέει ο Τζεφ Σμιθ, επιμελητής στο Μουσείο Εντομολογίας του Μπόχαρτ. Με τον ίδιο τρόπο τα έντομα αντιλαμβάνονται τις λάμπες σαν μια σταθερή πηγή φωτός σε σχέση με το σώμα τους, που τα καθοδηγεί.

Τα έντομα δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν την εξελικτική τους πορεία με βάση την εξάπλωση του ηλεκτρικού φωτός στο σύγχρονο κόσμο. Από την εποχή που ο Thomas Edison κατοχύρωσε τους λαμπτήρες στις 27 Ιανουαρίου του 1880, άνοιξε ο δρόμος για παγκόσμια διανομή ηλεκτρικού φωτισμού σημαίνοντας όμως μια εποχή… σκότους για τα έντομα.

«Όλα πήγαν στραβά γιατί έχουμε προσφέρει τόσα πολλά τεχνητά φεγγάρια στα έντομα», λέει ο Λιν Κίμσει, καθηγητής εντομολογίας στο Ντέιβις.

Τα μάτια των περισσότερων εντόμων λειτουργούν σαν μικροσκοπικά τηλεσκόπια, οπότε όταν αντιμετωπίζουν ισχυρό τεχνητό φωτισμό, αυτό λειτουργεί ως «υπερ-διεγερτικό». Για αυτό οι λάμπες είναι σχεδόν… ακαταμάχητες για τα έντομα.

Αν και υπάρχουν ακόμη έρευνες που πρέπει να γίνουν για να κατανοήσουμε πλήρως τη συμπεριφορά των εντόμων, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι οι λάμπες παίζουν ρόλο-κλειδί στον εξελικτικό προγραμματισμό τους.

Ενας Κρυφός Κόσμος;

Λοιπόν… Βγείτε λίγο από την υπνωτική υποβολή στην οποία ζείτε την καθημερινότητά σας και κοιτάξτε λίγο γύρω σας. Δείτε τι συμβαίνει. Ο κόσμος πάει κατά διαόλου! Από κάθε άποψη, τα πράγματα είναι χειρότερα από ποτέ. Ο ίδιος ο πλανήτης καταστρέφεται, όλο και πιο πολύ. Μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα έχουμε καταστρέψει τα πάντα, έχουμε κάνει όσα κακά δεν έγιναν σε όλη την γνωστή Ιστορία του κόσμου! Και δεν το καταλαβαίνουμε! Κι εμείς οι άνθρωποι αυξανόμαστε συνεχώς, σε λίγο θα ζούμε ο ένας πάνω στον άλλον, πεινασμένοι και διψασμένοι και άρρωστοι ή μεταλλαγμένοι.

Μόνο κατά τη διάρκεια της δικής μου ζωής ως τώρα, ο πληθυσμός των ανθρώπων της Γης έχει αυξηθεί κατά δύο δισεκατομμύρια! Όταν πήγαινα στο δημοτικό σχολείο (θυμάμαι το πρώτα μαθήματα γεωγραφίας) ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν τέσσερα δισεκατομμύρια…και σήμερα είναι έξι! Υπολογίζεται ότι θα είμαστε 9 με 10 δισεκατομμύρια μέχρι το 2050 ή και νωρίτερα! (Και δεν σας λέω τα νούμερα του πληθυσμού των αυτοκινήτων και των εργοστασίων και των βαθμών μόλυνσης, για να μην τρομάξετε…) Το 1000 π.κ.ε. ο πληθυσμός των ανθρώπων όλου του κόσμου υπολογίζεται σε 300 εκατομμύρια!

Προσέξτε αυτό: Από το 1000 π.κ.ε. ως το 1750 μ.κ.ε. (δηλαδή σε 2.750 χρόνια) ο πληθυσμός των ανθρώπων στη Γη έγινε 800 εκατομμύρια (δηλαδή αυξήθηκε μόνο κατά 400 εκατομμύρια)! Από το 1750 ως το 1950, (δηλαδή μέσα σε 200 χρόνια), ο πληθυσμός των ανθρώπων έγινε 2,5 δισεκατομμύρια! Κι από το 1950 μέχρι το 2009, (δηλαδή μέσα σε 60 σχεδόν χρόνια), ο παγκόσμιος πληθυσμός έγινε 6 δισεκατομμύρια! Και σε 40 χρόνια από σήμερα θα γίνει 9-10 δισεκατομμύρια! Με αυτόν τον ρυθμό, όλα δείχνουν ότι το 2180, οι άνθρωποι θα είναι 20 δισεκατομμύρια!

Και, άραγε, μπορείτε να φανταστείτε σε τί κόσμο –αν θα υπάρχει ακόμη κόσμος– θα ζουν αυτά τα 20 δισεκατομμύρια; Και τί είδους άνθρωποι θα είναι; (Αν θα υπάρχουν άνθρωποι τότε, και, φυσικά, αν υπάρχουν, αν θα είναι ακόμη άνθρωποι). Έχουμε ήδη καταδικάσει τα δισέγγονά μας να ζήσουν στην κόλαση. Αλλά, τι λέω; Οι περισσότεροι από εμάς ζούμε ήδη στην κόλαση! Τα παιδιά μας θα ζήσουν σε κόλαση χειρότερη από τη δική μας, τα εγγόνια μας σε ακόμη χειρότερη κόλαση, και δεν μπορούμε να φανταστούμε την κόλαση στην οποία θα ζουν τα δισέγγονά μας! Και αυτό, αν θα ζουν…

Αυτόν τον κόσμο, τον ταλαιπωρημένο και μολυσμένο και τον όλο και περισσότερο κατεστραμμένο, τον πακτωμένο από ανθρώπους, τον ματωμένο, τον στερημένο, τον γεμάτο παράνοια και κακία, τον κυβερνούν και τον εκμεταλλεύονται συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι είναι λιγότεροι από το 1% του πληθυσμού του κόσμου, και είναι οι μόνοι που απολαμβάνουν πλήρως τα πλούτη και την δύναμη και τις γνώσεις του κόσμου. Είναι αυτοί που ελέγχουν τον κόσμο μας και τις κοινωνίες μας. Το δικό τους κουμάντο είναι αυτό που μάς έχει φέρει σε αυτήν την κατάσταση. Αυτοί και ο υπερπληθυσμός είναι οι υπαίτιοι της καταστροφής του κόσμου. Κι όμως, ζούνε και αυτοί στον ίδιο κόσμο μ’ εμάς(!)(;) Μα, άραγε, γιατί δεν νοιάζονται καθόλου –μα καθόλου!– για τον κόσμο; Για εμάς δεν νοιάζονται, νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους, αλλά…σε ποιον κόσμο θα ζει ο εαυτός τους έτσι όπως τον καταντήσανε; Και τα δικά τους εγγόνια σε ποιον κόσμο θα ζουν; Δεν θα ζουν στον ίδιο κόσμο με εμάς, στον ίδιο κόσμο με τα δικά μας εγγόνια;

Λοιπόν, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν σκοπεύουν να ζουν στον ίδιο κόσμο μ’ εμάς, γι’ αυτό και δεν τους νοιάζει, γι’ αυτό και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ό,τι προλάβουν ν’ αρπάξουν. Και, μάλιστα, τους βλέπω να βιάζονται! Γιατί ξέρουν ότι το πάρτυ εδώ δεν θα κρατήσει για πολύ ακόμη…

Έχω καταλήξει στο –ευφάνταστο θα το χαρακτηρίσουν κάποιοι– συμπέρασμα ότι σχεδιάζουν να την κοπανήσουν! Θα μού πείτε, πώς και πού να πάνε; Κι εγώ πρέπει να σάς υπενθυμίσω ότι είναι τόσα μα τόσα πολλά αυτά που δεν ξέρουμε. Τόσα πολλά αυτά που γίνονται πίσω από την πλάτη μας, κάτω από τη μύτη μας, πέρα από τα μάτια μας, έξω από το δικό μας υπνωτισμένο και προβληματισμένο μυαλό, πέρα από τις γνώσεις μας. Έχουμε τόσο μεγάλη άγνοια για το τι ξέρουν αυτοί και για το τι κάνουν!

Ξέρω ότι ανάμεσα στους αναγνώστες μου υπάρχουν παράξενα μυαλά που τώρα θα σκέφτονται τις υπόγειες βάσεις, τα κούφια βουνά, τους τεχνητούς ή φυσικούς υπόγειους κόσμους, την Κούφια Γη, τους βυθούς των θαλασσών, την στρατόσφαιρα, ή, παράλληλες πραγματικότητες, εναλλακτικά σύμπαντα, άλλες διαστάσεις, ταξίδια στον χρόνο, κλπ, κλπ. Δεν έχω τον χώρο εδώ για να εξετάσω όλα αυτά τα σενάρια, γι’ αυτό και θα σχολιάσω μόνο το σενάριο που περιλαμβάνει απλώς άλλους πλανήτες. (Όχι αναγκαστικά στο διάστημα…)

Θέλουμε να ζήσουμε σε άλλους πλανήτες;
Λοιπόν, αν –λέω, αν– οι πλανήτες αυτοί δεν έχουν τις κατάλληλες συνθήκες ζωής (γιατί τελικά μπορεί και να τις έχουν. Βλέπετε, αλλιώς μάς τα έλεγαν παλαιότερα και αλλιώς μας τα λένε τώρα), τότε έχουμε δύο επιλογές: ή να μεταλλάξουμε εκείνο τον όποιο πλανήτη ώστε να έχει τις κατάλληλες συνθήκες ζωής για εμάς (για «εμάς», ποιούς;), ή να μεταλλάξουμε τον εαυτό μας για να μπορεί να ζει στις συνθήκες εκείνου του πλανήτη. Αναλογιστείτε αυτές τις δύο επιλογές. Ποια από τις δύο είναι πιο εφικτή;

Αν είστε σωστά ενημερωμένοι θα ξέρατε ότι είναι η δεύτερη: να μεταλλάξουμε τον εαυτό μας για να προσαρμοστεί στις δεδομένες συνθήκες. Τώρα, πώς θα προσαρμοστούμε; Υπάρχουν δύο τρόποι, ο τεχνολογικός και ο βιολογικός. Δηλαδή, ή να το κάνουμε με μηχανήματα, θόλους, στολές, βάσεις, σκάφη, κλπ, ή να το κάνουμε επεμβαίνοντας βιολογικά στο ανθρώπινο σώμα. Χμ, ο τεχνολογικός και ο βιολογικός τρόπος… Και –ωπ!– τί θα λέγατε για τον «Βιο-Τεχνολογικό» τρόπο;…

Πολύ πιο σύντομα απ’ ό,τι γενικά πιστεύεται, θα καταστεί δυνατό –αν δεν έχει γίνει ήδη– π.χ. να εμβολιάσουμε τους γενετικούς πυρήνες ενός αλόγου με στοιχεία παρμένα από τους πυρήνες ενός πτηνού, για να προγραμματίσουμε τη γέννηση αλόγων με φτερούγες. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο ειδικός της γενετικής θα δημιουργήσει έναν πραγματικό Πήγασο. (Παρένθεση. Χμ, κι αν αυτοί οι Πήγασοι –όπως και η όλη γενική «μυθολογική» εμμονή σε όλο τον αρχαίο κόσμο για «μικτά» όντα– υπήρχαν στο μακρινό παρελθόν, άραγε, ποιοι ήταν οι «ειδικοί της γενετικής» που τους έφτιαξαν;… Κλείνει η παρένθεση).

Κι αν σας φαίνεται παράξενο αυτό με τον Πήγασο, ω, είναι απλά ένα μικρό παράδειγμα. Πρέπει να μάθετε ότι είναι δυνατοί ακόμη πιο παράξενοι συνδυασμοί. Όπως λένε και μερικά «αστειάκια» που κυκλοφορούν αυτή την εποχή στους κλειστούς επιστημονικούς κύκλους: Διασταύρωση ταχυδρομικού περιστεριού και παπαγάλου για να μεταφέρει προφορικά το μήνυμα. Διασταύρωση μύγας και πυγολαμπίδας ώστε να μπορείτε να χτυπάτε τις ενοχλητικές μύγες στο σκοτάδι. Διασταύρωση αγελάδας και καμηλοπάρδαλης ώστε αυτό το νέο παράξενο ζώο να βόσκει στο χωράφι του γείτονα σας αλλά να το αρμέγετε στο δικό σας χωράφι. Διασταύρωση μιας ξανθιάς σεξοβόμβας με μια καλή μαγείρισσα γιατί οι ξανθιές σεξοβόμβες δεν ξέρουν να μαγειρεύουν… (Και, έχουμε κανένα νεώτερο από τις εξελίξεις του Κλονισμού; Γιατί δεν έχουμε;).

Οι «ειδικοί της γενετικής» θα επιτύχουν πολύ σύντομα –αν δεν το έχουν ήδη επιτύχει– να τροποποιήσουν τα γονίδια ενός φυτού με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγει ασπιρίνη, ή να κάνουν αλλαγές στη γενετική μάζα μιας αγελάδας ώστε το γάλα της να περιέχει αντιβιοτικά. Ίσως αυτή τη στιγμή που μιλάμε –λέω, ίσως– να έχουν δημιουργηθεί θηλαστικά ζώα που είναι ικανά να ζουν στον πολύ αραιό αέρα των βουνών, ή μέσα στο νερό, ή σε διοξείδιο του άνθρακα, ή στη στρατόσφαιρα, ή ίσως –λέω, ίσως– και σε άλλους πλανήτες. (Όχι αναγκαστικά στο διάστημα…)

Και να θυμάστε πάντα ότι έγιναν και θα γίνουν πολλές «μεταλλάξεις» στον κόσμο μας για να εξυπηρετηθούν μάλλον ποταποί σκοποί παρά υψηλά ιδανικά. Εκτός, βέβαια, αν υπάρχουν και κάποια υψηλά ιδανικά για τα οποία δεν είστε ενημερωμένοι. Πώς το λένε …δεν σας τα είπε ποτέ κανείς και δεν τα ξέρετε. Υπάρχουν τόσα μα τόσα πολλά πράγματα που δεν ξέρουμε! Και …αν τα ξέρουν κάποιοι …αυτά που δεν ξέρουμε …ποιοί είναι αυτοί;

Αυτοί που ξέρουν πράγματα που δεν ξέρουμε, απλώς τα ξέρουν; Ή μήπως «κάνουν» και κάτι με αυτά που ξέρουν, το οποίο επίσης εμείς δεν το ξέρουμε; Και αν αυτό το κάτι ως δράσεις έχει επηρεάσει ένα σωρό πράγματα στον κόσμο μας, με αλυσιδωτές αντιδράσεις, μπορεί να έχει φτάσει στο σημείο να έχει δημιουργήσει στον κόσμο έναν …παρα-κόσμο! Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν τον ξέρουμε. Μα …δεν τον είδα πουθενά στη γειτονιά μου! Μπα, άστο καλύτερα, μπήκαμε βαθιά στη σφαίρα του Φανταστικού…

Διαστρική Νοημοσύνη
Το άστρο τύπου-G, ο Ήλιος μας, είναι ένα μικρό και συνηθισμένο άστρο, ένα μονάχα ανάμεσα σε πολλά δισεκατομμύρια ήλιους, που αποτελούν απλώς τον Γαλαξία μας. Ο Γαλαξίας μας δεν είναι και τόσο αξιόλογος, είναι απλώς ακόμη ένας ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια άλλους γαλαξίες, που βρίσκονται διάσπαρτοι στο ανυπολόγιστο χάος του διαστήματος. Αυτήν τη στιγμή, εδώ που καθόμαστε, βρισκόμαστε τόσο μακριά από το κέντρο του Γαλαξία μας, σε κάποια απόμερη γωνιά του, ώστε το φως (ταξιδεύοντας με 186.000 μίλια το δευτερόλεπτο) χρειάζεται κάπου 30.000 χρόνια για να φτάσει σε μάς από εκεί. Ζούμε πάνω σ’ έναν κόσμο ανάμεσα σε αναρίθμητους άλλους, σε έναν κόκκο άμμου στην αχανή αμμουδιά του Σύμπαντος. Δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε για την φύση του χώρου και του χρόνου και για τις διαστάσεις τους, για το μυστήριο της συνείδησης και για το θαύμα της νοημοσύνης και του πολιτισμού. Στην κοσμική προοπτική, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για να νομίζουμε μέσα στη στιγμιαία αφέλεια μας (έναν πολιτισμό που είναι ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου για την πλανητική εξέλιξη) ότι είμαστε οι πρώτοι, ή οι τελευταίοι, ή οι καλύτεροι.

Πιστεύω πως είναι σωστό να συμφωνήσει κανείς με όλους εκείνους τους σύγχρονους διανοητές, που μιλούν για έναν τεράστιο αριθμό διαφορετικών ζωικών ειδών από εξωγήινα περιβάλλοντα. Κάποιος δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στον απίστευτο αριθμό ζωικών όντων που υπάρχουν απλώς στο δικό μας πλανήτη. Και παρ’ όλο που ο άνθρωπος δεν είναι το μόνο νοήμων ζωικό είδος στη Γη, είναι το κυρίαρχο, για πολλούς λόγους. Κατά την γνώμη μου, ο πιο σημαντικός απ’ αυτούς είναι ότι ο άνθρωπος κατέχει την τέχνη του Κώδικα Επικοινωνίας, δηλαδή της ομιλίας και της γραφής, άρα της μετάδοσης της γνώσης, άρα της συλλογικής εξέλιξης και του πολιτισμού.

Α, κι υπάρχουν αμέτρητα δισεκατομμύρια άλλοι γαλαξίες εκεί έξω, κάτι που κάνει τον γράφοντα να μοιάζει σαν κάτι απείρως μικρότερο από μια ψείρα. Αν π.χ. αυτό το περιοδικό που διαβάζεις τώρα, είναι το γνωστό Σύμπαν, φαντάσου ότι τότε εσύ κατοικείς κάπου μέσα στην τελεία αυτής της πρότασης .

Για να κατανοήσουμε τα νοήμονα όντα στη Γη και στο Σύμπαν, πρέπει πάνω από όλα να βρούμε έναν ορισμό του τί ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «Νοημοσύνη». Ψάχνοντας να βρω έναν όσο πιο ψύχραιμο και περιφραστικό ορισμό, καταλήγω ότι ίσως θα μπορούσαμε να πούμε: Η Νοημοσύνη είναι ένας καλύτερος τρόπος αντίδρασης στο περιβάλλον, ένας καλύτερος τρόπος προσαρμογής, η καλύτερη επεξεργασία των δεδομένων και η καλύτερη προσαρμοστικότητα, ενώ η βασική λειτουργία της είναι η περιέργεια, η επικοινωνία, η έμπνευση και η δημιουργική φαντασία. Μάλλον αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος είναι περισσότερο ή λιγότερο νοήμων.

Με ποιόν τρόπο ένα ζωικό είδος φτάνει στη Νοημοσύνη; Και γιατί; Είναι η Νοημοσύνη των όντων, ένα ενδιάμεσο «υβριδικό» στάδιο για μια πολύ ανώτερη κατάσταση; Μπορεί η Νοημοσύνη να μεταδοθεί σαν «ιός» μέσα στο Σύμπαν; Είναι η ανθρώπινη νοημοσύνη εξωγήινης προέλευσης; Είναι η Νοημοσύνη ένα φαινόμενο το οποίο προβλέπεται φυσικά από τους γνωστούς νόμους του Σύμπαντος; Ή μήπως η ύπαρξη της οφείλεται σε κάποιου είδους «τεχνητή» παρέμβαση; Παρέμβαση από ποιόν; Πόσα είδη Νοημοσύνης θα μπορούσαν να υπάρχουν μέσα στο άπειρο Σύμπαν μας;  Νομίζω πως αυτά είναι τα πιο σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να μάς απασχολούν, αν θέλουμε να εξετάζουμε σοβαρά το πολυσύνθετο ζήτημα της γήινης και της εξωγήινης ζωής και νοημοσύνης.

Κάτι που είχε πει ο Έριχ Φον Νταίνικεν: «Πιστεύω ότι το μήνυμα είναι σαφές: Η Νοημοσύνη πρέπει να διασπαρθεί στο Σύμπαν. Οι εξωγήινοι πολιτισμοί για τους οποίους μιλάμε, μεταδίδουν μέσω της επιρροής τους την Νοημοσύνη σε κάθε πλανήτη που έχει πιθανότητα εμφάνισης και διατήρησης ζωής. Έτσι, η Νοημοσύνη, η ευφυία, απλώνεται σε όλο το Σύμπαν. Μονάχα αν έχεις νοημοσύνη, στο χώρο και στο χρόνο, μπορείς να αρχίσεις την εξερεύνηση και την επικοινωνία. Ας πούμε, φαντάσου ότι στο Σύμπαν υπάρχει μονάχα μία ευφυής μορφή ζωής. Ας της δώσουμε τον αριθμό 1. Λοιπόν, το 1 έχει Νοημοσύνη. Το 1 θέλει να ξέρει αν εδώ στον κόσμο μας, στο 2, υπάρχει επίσης νοήμων ζωή, θέλει να εξερευνήσει το 2. Για να το ανακαλύψουν, παίρνουν ένα διαστημοσκάφος για να πάνε εκεί. Αλλά ανάμεσα στο 1 και στο 2, η απόσταση μπορεί να είναι 30 έτη φωτός.

Η απόσταση είναι τόσο μεγάλη, που δεν ξέρουν αν όταν το διαστημικό πλήρωμα θα επιστρέψει, το 1 θα υπάρχει ακόμη. Μπορεί το 1 να έχει καταστραφεί. Τώρα, αν στο 2 υπάρχει νοήμων μορφή ζωής, τότε μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί της. Αλλά αν στο 2 δεν υπάρχει νοήμων ζωή, τότε αρχίζουν οι 1 να δημιουργούν στο 2 νοήμονα ζωή με τεχνητή μετάλλαξη! Γιατί ξέρουν ότι, σε μερικές χιλιάδες χρόνια, το 2 θα έχει πια αρκετή νοημοσύνη και θα πάει με τη σειρά του στο επόμενο ηλιακό σύστημα, στο νούμερο 3, ενώ στο μεταξύ το νούμερο 1 έχει ήδη πάει στο 4 ή 5. Και ούτω καθεξής. Έπειτα από μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο έχουμε το φαινόμενο της χιονοστιβάδας.

Η χιονόμπαλα κατρακυλά και γίνεται τεράστια χιονοστιβάδα. Η χιονοστιβάδα διασπάται και δημιουργεί κι άλλες χιονοστιβάδες. Και αυτό πρέπει ήδη να συμβαίνει σε ένα συγκεκριμένο ειδικό τμήμα του Γαλαξία μας. Αυτός ίσως να είναι ο λόγος για τον οποίον ξεκίνησαν όλα. Να διασπείρουν Νοημοσύνη σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του Γαλαξία. Γιατί μόνο όταν έχεις διαφορετικές μορφές ζωής σε διαφορετικούς κόσμους, όταν υπάρχει διάσπαρτη Νοημοσύνη στο χώρο και στο χρόνο, μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί τους και να μάθεις περισσότερα για το Σύμπαν. Πρέπει να σπείρεις για να πάρεις τον καρπό… Ίσως εκεί έξω στο Σύμπαν να είναι κάτι σαν θρησκεία η διασπορά Νοημοσύνης…»

Ας μη βάλω στην εξίσωση την πιθανή ύπαρξη πολλών διαστάσεων, και άρα πολλών παράλληλων συμπάντων. Είναι γνωστό ότι η Γη είναι πολύ νεότερη από το ίδιο το Σύμπαν. Αν κάπου αλλού στο Σύμπαν υπάρχει επίσης η δυνατότητα εμφάνισης ευφυούς ζωής, τότε αυτή θα έχει ήδη εμφανιστεί πριν από τη ζωή στη Γη και άρα θα είναι πιο αναπτυγμένη από τη δική μας. Μάλιστα, αρκεί να αναλογιστούμε το τεράστιο μέγεθος του Γαλαξία μας μονάχα, αλλά και την πληθώρα των κόσμων που φιλοξενεί (ο παρ’ όλα αυτά, μικρός Γαλαξίας μας έχει περίπου 200 δισεκατομμύρια άστρα), και τότε γίνεται απόλυτα λογικό ότι πολλά τέτοια ευφυή είδη ζωής είναι πολύ πιθανό να μας επισκέφθηκαν σε κάποια στιγμή της γήινης Ιστορίας. Και όλα δείχνουν ότι σιγά-σιγά πλησιάζει ο καιρός που θα κάνουμε το ίδιο κι εμείς.

Ο πλανήτης μας και η ζωή του, συνεχίζει να διατρέχει τον άμεσο κίνδυνο αυτοκαταστροφής, αλλά από την άλλη, θεωρώντας ότι θα τα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τις πρώτες δεκαετίες του νέου αιώνα χωρίς να συμβεί τίποτε παράξενο, τελικά ίσως θα περάσουμε στην περιπέτεια του αποικισμού άλλων πλανητών, αρκεί βέβαια να μπορέσουμε να λύσουμε ειρηνικά τις οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές διαφορές μας. Φαίνεται να υπάρχει ένα αναπόφευκτο δεδομένο στην τεχνολογική ανάπτυξη ενός νοήμονος ζωικού είδους: ανακαλύπτει την ίδια στιγμή την τεχνολογία για διαστρικές επικοινωνίες και την τεχνολογία της πιθανής αυτοκαταστροφής του. Βρίσκεται πάντα μπροστά σ’ αυτές τις δύο επιλογές.

Είναι λογικό, συνήθως να διαλέγει να αυτοκαταστραφεί, στην προσπάθεια του να επιλύσει δραστικά τις διαφορές που δημιουργούνται στα μέλη του. Αυτοί που θα τα καταφέρουν να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να αποφύγουν την αυτοκαταστροφή, είναι επίσης αρκετά λογικό κάποια στιγμή να βρουν τους εαυτούς τους ως μέλη μιας διαστρικής ή ακόμη και διαγαλαξιακής κοινότητας.  Και, άραγε, μας παρακολουθούν;

Λάθη γονέων: Πώς βλάπτετε ψυχολογικά το παιδί

Όλοι οι γονείς συμφωνούν πως τα παιδιά είναι πηγή ευτυχίας. Και όλοι παραδέχονται πως το μόνο που εύχονται και επιδιώκουν για τα παιδιά τους είναι επιτυχία, αγάπη και χαρά. Ωστόσο, κάποιες φορές οι στόχοι αυτοί δεν επιτυγχάνονται, γιατί τα παιδιά δεν εισπράττουν, κατά την ανατροφή τους, θεμελιώδη στοιχεία που θα τα κάνουν πειθαρχημένους, ώριμους και ενεργούς ενήλικες.

Η Αμερικανίδα ψυχολόγος Sherrie Campbell αναφέρει, παρακάτω, οκτώ μεγάλη λάθη των γονιών που είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν ένα παιδί στην κατάθλιψη, το στρες, τον θυμό, τις τεταμένες οικογενειακές σχέσεις, σε προβλήματα με φίλους, χαμηλή αυτοπεποίθηση και χρόνια συναισθηματικά προβλήματα σε βάθος χρόνου:

Αγνοείτε ή υποτιμάτε τα συναισθήματα του παιδιού σας

Αν το παιδί εκφράζει λύπη, θυμό ή φόβο και εσείς το κοροϊδεύετε, το γελοιοποιείτε, το αγνοείτε ή το πειράζετε, τότε μειώνετε αυτό που νιώθει. Του λέτε, ουσιαστικά, ότι αυτό που νιώθει είναι λάθος. Όταν οι γονείς το κάνουν αυτό είναι σα να αναχαιτίζουν την αγάπη τους προς το παιδί και χάνουν την ευκαιρία να δεθούν μαζί του και να του δείξουν ότι το στηρίζουν άνευ όρων.

Ασυνεπείς κανόνες (ή έλλειψη κανόνων)

Αν δεν εκφράζετε τις προσδοκίες σας από το παιδί, μην περιμένετε να ξέρει από μόνο του πώς να συμπεριφερθεί. Τα παιδιά κάνουν αυτό που περιμένετε από αυτά. Οι κανόνες είναι που τους δίνουν τις οδηγίες και τα όρια και τα βοηθούν να προσδιορίσουν ποια είναι, με τα καλά και τα κακά τους. Αν αφήνετε το παιδί να μαντεύει πώς πρέπει να φέρεται σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής, θα προσπαθήσει να βρει τα όρια από μόνο του, με τρόπους συχνά μη επιθυμητούς. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοπεποίθηση και προβλήματα συμπεριφοράς.

Κάνετε το παιδί φίλο σας

Ποτέ δεν πρέπει να μοιράζεστε όλα τα άγχη, τις ανησυχίες σας και τα προβλήματα της σχέσης σας με το παιδί σας, ούτε να ζητάτε τη συμβουλή του. Αν στο παιδί σας δείχνετε αβοήθητοι ή ηττημένοι, δεν θα μάθει ποτέ να σας σέβεται και θα σας φέρεται ως ίσους ή και κατώτερους, επειδή το χρησιμοποιήσατε για την «ψυχοθεραπεία» σας. Πρέπει να δείχνετε στα παιδιά σας ότι μπορείτε να αντιμετωπίσετε μόνοι σας τα προβλήματα και τις προκλήσεις σας, να διαχειριστείτε τη ζωή σας, με όλο το στρες που περιλαμβάνει, και τελικά να τα καταφέρετε. Να είστε αληθινοί, να έχετε τα δικά σας αισθήματα, αλλά να μην τα φορτώνετε στα παιδιά σας.

Μειώνετε τον άλλο γονιό του παιδιού

Αν δεν δείχνετε ποτέ τρυφερότητα και αγάπη στον σύντροφο / σύζυγό σας μπροστά στο παιδί, εκείνο δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα βαρόμετρο του τι σημαίνει αγάπη και πώς εκδηλώνεται. Αν μονίμως μειώνετε και ακυρώνετε τον σύντροφό σας, απειλώντας τον ότι θα τον χωρίσετε, δημιουργείτε μία χρόνια κατάσταση άγχους στο παιδί σας. Αν έχετε ήδη χωρίσει και παραμένετε ψυχροί, απόμακροι, γεμάτοι μνησικακία για εκείνον, κατηγορώντας τον και μιλώντας άσχημα για αυτόν, τότε μεταφέρετε, έστω υποσυνείδητα, στο παιδί το μήνυμα ότι ο πρώην σύζυγός σας φταίει που χωρίσατε, άρα εσείς είστε ο «καλός» γονιός. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, αποξενώνετε το παιδί από τον άλλον γονιό.

Τιμωρείτε την ανεξαρτησία και τον αποχωρισμό

Όταν τιμωρεί ο γονιός το παιδί που μεγαλώνει, το κάνει να νιώθει ένοχο επειδή έχει φυσιολογικές, αναπτυξιακές ανάγκες και επιθυμίες. Αυτό συχνά του προκαλεί βαθιά ανασφάλεια, τάση για ανταρσία, δηκτικότητα και άλλες συμπεριφορές που δείχνουν ότι το παιδί δεν είναι ικανό να «ανθίσει» και να είναι ο εαυτός του, ως ανεξάρτητο άτομο.

Συμπεριφέρεστε στο παιδί σαν επέκταση του εαυτού σας

Αν, ως γονείς, συνδέετε την δική σας εικόνα και αυτο-αξία με την εμφάνιση του παιδιού σας, τη συμπεριφορά του, τις σχολικές του επιδόσεις και το πόσους φίλους έχει, το κάνετε να πιστεύει πως οι άνθρωποι το αγαπούν όχι γι’ αυτό που είναι αλλά για το πόσο καλά αποδίδει και το πόσο καλούς σας κάνει να δείχνετε. Αυτό κάνει τα παιδιά να γίνονται άτομα που θέλουν μονίμως να ευχαριστούν τους άλλους, αντί για δυναμικούς και αυτόνομους χαρακτήρες, ενώ τους δημιουργεί μονίμως το άγχος να είναι καλοί σε όλα.

Ανακατεύεστε στις σχέσεις των παιδιών σας

Το να καθοδηγείτε κάθε κίνηση του παιδιού στις διαπροσωπικές του σχέσεις -από τους φίλους του έως τους δασκάλους του- παρεμποδίζει την ωριμότητά του. Για παράδειγμα, αν το παιδί έχει προβλήματα στο σχολείο και εσείς αμέσως στρέφεστε στον δάσκαλό του για να λύσει το πρόβλημα, ή αν διαρκώς λέτε στο παιδί πώς να είναι φίλος με κάποιον, αυτό μεγαλώνοντας δεν θα μάθει ποτέ να χειρίζεται τις πιο δύσκολες πλευρές που κάθε σχέση μπορεί να έχει.

Υπερ-προστασία

Όταν προστατεύετε το παιδί από κάθε πρόβλημα και συναίσθημα, του δημιουργείτε την αίσθηση ότι έχει το δικαίωμα να κάνει ή να λέει ό,τι θέλει, ενώ διογκώνετε την αυτοπεποίθησή του στα όρια του ναρκισσισμού. Το παιδί αυτό θα περιμένει ότι η ζωή είναι πιο εύκολη από όσο πραγματικά είναι. Θα θέλει τα πάντα να γίνονται για εκείνο, ανεξάρτητα με τη δική του συμπεριφορά. Στη συνέχεια, όμως, όταν δεν θα μπορεί να πάρει αυτά που πιστεύει πως δικαιούται, θα νιώθει σύγχυση και θλίψη.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Θέματα -Τυπικά στοιχεία της Αρχαίας Κωμωδίας: Ξυλοδαρμοί

1. Όταν ο Οδυσσέας ξυλοφορτώνει τον Θερσίτη στην Ιλιάδα και τον Ίρο στην Οδύσσεια, οι παριστάμενοι ξεσπούν στα γέλια (Β 270, σ 100), ακριβώς όπως και οι νεότεροι θεατές στο τσίρκο, στο κουκλοθέατρο και στον Καραγκιόζη το διασκεδάζουν όταν ένας κλόουν, ο Φασουλής, ο Βεληγκέκας, ο Μπαρμπαγιώργος, ή και ο ίδιος ο Καραγκιόζης, βρίσκουν ευκαιρία να καταχερίσουν κάποιον πιο αδύνατο. Λαϊκό κωμικό στοιχείο το ξυλοφόρτωμα, θα ήταν αδύνατο ν᾽ απουσιάζει από την Κωμωδία.
 
2. Στην Παλαιά Κωμωδία, που βρίσκεται πιο κοντά στις λαϊκές καταβολές του είδους, το ξυλοφόρτωμα ανήκει στις τυπικές σκηνές, και δεν υπάρχει κωμωδία όπου να μην απαντά τουλάχιστο μία ή και περισσότερες φορές. Το περισσότερο ξύλο το δίνει ο πρωταγωνιστής προπηλακίζοντας και αποδιώχνοντας τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Πολύ ξύλο τρώνε από τ᾽ αφεντικά τους και οι δούλοι, που ακριβώς γι᾽ αυτό παρουσιάζονται νωθροί και τεμπέληδες. Έτσι, παράδειγμα, ξυλοφορτώνεται στους Όρνιθες από τον Πεισθέταιρο ο Μανής, όταν φέρνει στη σκηνή τα φτερά, και ο Χορός συμφωνεί και υπερθεματίζει: … πάνυ γὰρ βραδύς ἐστί τις ὥσπερ ὄνος (1328).
 
3. Φυσικά υπάρχουν και ειδικές περιπτώσεις, όπως η δοκιμασία του Διονύσου και του Ξανθία στους Βατράχους, όπου ο Αιακός και οι δικοί του ξυλίζουν διαδοχικά τον Διόνυσο και τον Ξανθία, για να ξεχωρίσουν ποιος ο θεός που δεν πονά και ποιος ο δούλος (631κκ.). Πολλές συζητήσεις έχει προκαλέσει μια μεταβατική σκηνή στην Έξοδο της Λυσιστράτης (1216κκ.), όπου σωστά ο K. Dover (Η Κωμωδία του Αριστοφάνη, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ. 1981, σ.29) διαπιστώνει ότι ή κωμικότητά της είναι πιθανό να βασίζεται αποκλειστικά στον προπηλακισμό και στο φοβέρισμα των δούλων από μεθυσμένους πολίτες, και στις υπερβολικές εκφράσεις φόβου από τη μεριά των δούλων.
 
4. Στην παράβαση της Ειρήνης ο Αριστοφάνης ισχυρίζεται ότι στις κωμωδίες του έχει παραλείψει πολλά από τα φορτικά στοιχεία που χρησιμοποιούσαν οι προκάτοχοί του, ανάμεσά τους και τους τυπτομένους ἐπίτηδες δούλους, οὓς ἐξῆγον κλάοντας ἀεί … (742κ). Για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, που βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, βλ. Ι.Ε. Στεφανής, Ο δούλος στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, ΕΕΦΣΠΘ παράρτ. αρ. 29, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 24κκ.