Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Ερωτήματα περί ζωής

Ευτυχία

• Θα ήταν ο κόσμος δικαιότερος αν οι ευτυχισμένοι υποχρεώνονταν να πληρώσουν φόρο επί της ευτυχίας τους;

• Υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τον οποίο θα θέλατε ν’ ανταλλάξετε ζωές, υπό τον όρο ότι θ’ αποκτήσετε όλα τα θετικά και αρνητικά αυτού του ανθρώπου; Αν όχι, πώς εξηγείτε στον εαυτό σας το ότι δεν σκάτε από ευτυχία;

• Ας υποθέσουμε πως είστε ευτυχισμένος. Επιδεικνύετε την ευτυχία σας ή συμπεριφέρεστε με διακριτικότητα έναντι των λιγότερο ευτυχισμένων;

• Θα αποδεχόσασταν το νόημα της ζωής αν στην πραγματικότητα συνίστατο κυρίως από πράξεις οι οποίες θα σας έκαναν δυστυχισμένο;

• Πόσοι απ’ όσους πιστεύουν πως είναι ευτυχισμένοι είναι όντως;

• Σε τίνος το πετσί θα μπαίνατε αν επρόκειτο να βγείτε από το δικό σας;

• Αν χαρακτηρίζατε τη ζωή σαν ένα δώρο, πόσο από καρδιάς θα ευχαριστούσατε μετά το άνοιγμα του περιτυλίγματος;

• Χρειάζεστε κάποιο λόγο για να είστε δυστυχισμένοι;

• Είστε κατά τι λιγότερο δυστυχισμένοι μόλις βρίσκετε έναν λόγο;

• Σας αρέσει να περνάτε μια βραδιά παρέα με ανθρώπους για τους οποίους είστε πεπεισμένοι ότι έχουν βρει το νόημα της ζωής;

• Ψάχνετε ακόμα το νόημα στη ζωή ή μήπως βρήκατε ήδη την ανοησία;

• Έχει καμιά διαφορά αν συμπληρώσει κάποιος άλλος το δελτίο του λότο σας;

• Συμπεραίνετε από το γεγονός πως τα ζώα δεν αυτοκτονούν ότι είναι πιο ευτυχισμένα από τους ανθρώπους;

• Αν υποθέσουμε ότι μπορούσατε να περπατήσετε πάνω στο νερό, ποιο δρόμο θα ακολουθούσατε;

• Πότε κοντοσταθήκατε τελευταία φορά για να μυρίσετε ένα λουλούδι;

Tη ζωή καθορίζει η ποιότητα

Σε κοινωνίες υπανάπτυκτες (δηλαδή, με μέσον όρο κατά κεφαλήν καλλιέργειας πολύ χαμηλό), ο διάλογος για οποιοδήποτε ζήτημα (από προβλήματα ιστορικής αυτοσυνειδησίας και πολιτιστικής ταυτότητας ώς τις διχογνωμίες για την οικονομία και την πολιτική) είναι μόνο συμβατικός, πραγματικά ανύπαρκτος. Yποδύονται τον «διάλογο» οι λοίδορες ετικέτες, σκόπιμες παραποιήσεις απόψεων, σπιλωτικοί υπαινιγμοί.

Δεν έχει οπωσδήποτε ένοχη πρόθεση η επιθετική άρνηση του διαλόγου, το συνηθέστερο κίνητρο είναι ασυνείδητο, ενστικτώδες: οι ανασφάλειες. Σε υπανάπτυκτες κοινωνίες (με μέσον όρο κατά κεφαλήν καλλιέργειας πολύ χαμηλό) ενδημεί μια καμουφλαρισμένη με εξιδανικευμένες προφάσεις εκδοχή του νόμου της ζούγκλας: ο καθένας μόνος του εναντίον όλων. Oλοι, ακόμα και συναισθηματικά φίλοι, οι αποδεδειγμένα συμπαραστάτες και συντρέχτες, είναι δυνάμει αντίπαλοι. Oι θέσεις λίγες, ο ορίζοντας της δημοσιότητας στενός, τα αξιώματα προ-ορισμένα. Oσο περισσότεροι θαφτούν στην ανυποληψία (και κυρίως οι ικανότεροι) τόσο διευκολύνεται η άνοδος του ανασφαλούς (και συνήθως ανίκανου).

Oμως, παρά την έμφοβη και μεταξύ τους καχυποψία, οι ανασφαλείς συσπειρώνονται. Λειτουργεί στις υπανάπτυκτες κοινωνίες ένας επιδέξιος συνδικαλισμός των ασημαντοτήτων. Oσφραίνονται οι ανασφαλείς ποιες ιδεολογίες, ποια κόμματα, ποιες «παρατάξεις» προσφέρουν πληρέστερη εξασφάλιση στους υποταχτικούς τους, μεθοδικότερη εξόντωση της απειλητικής ποιότητας. Kαι σπεύδουν να ενταχθούν.

Ο μέτριος στρατιωτικός και ο μειονεκτικός δικαστής έχουν μια και μόνη ελπίδα να υπερκεράσουν τους αξιότερους και ταλαντούχους συναδέλφους τους, να φτάσουν αυτοί και όχι εκείνοι στις λίγες ανώτατες θέσεις: Mόνο αν μεταβληθούν σε λακέδες κάποιου κόμματος εξουσίας. Στα πανεπιστήμια η μαφία των ασημαντοτήτων προτιμάει την ετικέτα της «παράταξης»: Δεν εκλέγεσαι, δεν προάγεσαι, δεν έχεις πρόσβαση σε ακαδημαϊκά αξιώματα, αν δεν αποδείξεις ότι συμπράττεις ενεργά με τους «προοδευτικούς»: Nα συνυπογράφεις πειθήνια απειράριθμες παραταξιακές διαμαρτυρίες, καταγγελίες, αφοριστικούς λιβέλους που συχνά δεν καταλαβαίνεις, ουδέποτε ζητάς να επαληθευθούν, συνήθως δεν σε αφορούν. Nα έχεις εξορίσει από τις δημοσιεύσεις σου κάθε παραπομπή σε συγγραφείς και ερευνητές που δεν εγκρίνει η «παράταξη». Nα εκθειάζεις μόνο τους παραταξιακά προβεβλημένους όσο ατάλαντοι κι αν είναι.

Oι ίδιες φράξιες ασημαντοτήτων και στις εφημερίδες, στα τηλεοπτικά κανάλια, στα καλλιτεχνικά περιβάλλοντα. Aπό τις ίδιες στελεχώνονται διοικητικά συμβούλια κρατικών θεάτρων, μουσείων, ιδρυμάτων «πολιτισμού» εταιρειών του Δημοσίου, οι απειράριθμοι «σύμβουλοι» και μέλη επιτροπών υπουργείων και τραπεζών. Παντού ο ίδιος θηριώδης πόλεμος της ζούγκλας, η αδυσώπητη ανάγκη αυτοσυντήρησης, ορμέμφυτη απαίτηση των ανασφαλών να εξαφανίσουν την ποιότητα, να θάψουν στη σιωπή και να απωθήσουν στο περιθώριο τους ικανούς, να σπιλώσουν τους άξιους.

Γι’ αυτό και οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ούτε προβάλλουν ούτε εξάγουν ποιότητα. Oχι επειδή δεν διαθέτουν – ποτέ από μια κοινωνία δεν εξαφανίζεται ολοσχερώς η προικισμένη μαγιά. Aλλά η κατεστημένη ανασφάλεια την κρύβει, την αποσιωπά. Oπου ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας δεν είναι απελπιστικά χαμηλός και οι μνήμες στερημένου βίου οδυνηρές στο συλλογικό ασυνείδητο, εκεί συζητούνται βιβλία, κρίνονται συγγραφείς, τιμώνται δημιουργοί, προβάλλονται επιστημονικά επιτεύγματα, αναγνωρίζεται το ταλέντο, επαινείται η ευφυΐα.

Στις υπανάπτυκτες κοινωνίες τέτοια ζωντάνια ενδιαφέροντος για τις εγχώριες δημιουργικές δυνάμεις απουσιάζει δραματικά. Στα κυριακάτικα φύλλα κυριαρχούν, ακόμα και πολύ δευτερεύουσας ποιότητας, αλλοεθνείς όμως δημιουργοί. Oχι μόνο από ξενομανία, ούτε μόνο για επίδειξη ενημερότητας. Kυρίως επειδή ο ξένος, ο αλλοεθνής και αλλόγλωσσος, δεν απειλεί τους εγχώριους ανασφαλείς. Tα λίγα ντόπια ονόματα που σερβίρονται και αναμηρυκάζονται, ατέλειωτα και πληκτικά, είναι μόνο εκείνα που έτυχε να αναδείξει η διεθνής αγορά, με εμπορικά συνήθως κριτήρια ή η επίμονη επί δεκαετίες παραταξιακή προπαγάνδα. Σε αυτά επικεντρώνεται ευτελισμένος ο πληθωρισμός των επαίνων, ο άμετρος λιβανωτός.

Tελικά, αναξιοκρατία και υπανάπτυξη συνιστούν φαύλο κύκλο: αναπαράγουν η μία την άλλη. Kαι οι επιπτώσεις δεν μετρώνται μόνο με δείχτες παραγωγικότητας, δυσλειτουργίας των θεσμών, αποσύνθεσης της κοινωνικής συνοχής, άμβλυνσης της ιστορικής αυτοσυνειδησίας και της πολιτιστικής ταυτότητας. Η πιο χειροπιαστή συνέπεια του φαύλου κύκλου είναι ο βασανισμός των ανθρώπων: όλων των ανθρώπων, ακόμα και των περισσότερο ευνοημένων της ανακυκλούμενης φαυλότητας. Σε συνθήκες παρακμής και αναξιοκρατίας όλοι βασανίζονται, όλοι στερούνται την εξορισμένη ποιότητα, μοιάζει σχεδόν ουτοπικό να χαίρεται τη ζωή του ο άνθρωπος.

Ο φαύλος κύκλος αναξιοκρατίας και υπανάπτυξης, κυριαρχίας της συνδικαλισμένης ασημαντότητας και διωγμού της ποιότητας είναι πρόβλημα κοινωνικό, πρόβλημα λειτουργίας του συλλογικού βίου, δηλαδή πρόβλημα κυρίως πολιτικό. Δεν ξορκίζεται ούτε με ηθικολογίες και ευχολόγια ούτε με αφηρημένες ιδεολογικές ντιρεχτίβες. Θέλει ταλαντούχους πολιτικούς, έκτακτη πολιτική ευφυΐα και ωριμότητα, σοβαρή και μακρόχρονη επιτελική δουλειά, τόλμη για γόνιμες διακινδυνεύσεις.

Eνα ελάχιστο σημάδι ελπίδας θα ήταν: να μην πάψουν κάποιοι να συνειδητοποιούν το πρόβλημα. Δηλαδή, να αποσπούν την πολιτική από την αποπροσανατολιστική μονομέρεια των επικαιρικών απαιτήσεων, να τη συνδέουν με το μόνο δοκιμαστήριο αντοχής της προσωπικής του καθενός ποιότητας, που είναι (απλά και ρεαλιστικά) ο θάνατος. Λίγες στιγμές ή λίγες ώρες μετά τον θάνατο, το λείψανο του ανθρώπου αποδείχνει άχρηστες όλες τις «πεποιθήσεις», όλα τα ιδεολογήματα, τους φανατισμούς, τις πλεκτάνες της ανασφάλειας. Tο μόνο που κληροδοτεί το λείψανο είναι η ποιότητα που αφήνει πίσω του, όση αγάπη κατόρθωσε να αποτυπώσει στη ζωή των «περιλειπομένων».

Eίναι μέτρο πολιτικής ευφυΐας η μνήμη θανάτου. Για τη «μαγιά» που συνειδητοποιεί προτεραιότητες.

ΗΛΕΙΟΙ και ΗΛΕΙΑ. Μεταξύ Μύθου και Ιστορίας

Σχετικά με την ιστορία της Ηλείας, την μυθολογία, τις παραδώσεις και ότι αφορά την πορεία αυτού του τόπου στο πέρασμα του χρόνου, έχουν γραφεί αρκετά. Εδώ θα προσπαθήσουμε να συνδέσουμε όλα αυτά, με τα σημερινά αρχαιολογικά ευρήματα και τα σημερινά γεωφυσικά δεδομένα. Καθώς επίσης να φωτίσουμε κάποιες σκοτεινές πλευρές της ιστορίας των κατοίκων του τόπου μας.

Όλοι οι ερευνητές της ιστορίας της περιοχής έχουν πέσει σε ένα λάθος που αφορά την γεωφυσική μορφολογία της Ηλείας. Όλοι ερευνούν την περιοχή με τα σημερινά γεωγραφικά δεδομένα τις περιοχής και αγνοούν τους αρχαίους χάρτες (ως ανακριβείς), επίσης αγνοούν ότι οι πεδιάδες της Ηλείας είναι αποτέλεσμα της περιβαλλοντολογικής καταστροφής που έλαβε χώρα κυρίως κατά την κλασική εποχή. Σε αυτό συμφωνούν και οι νεώτεροι γεωλογικοί χάρτες της περιοχής.

Έτσι με τα σημερινά δεδομένα οι πεδιάδες της Ζαχάρως, της Αγουλινίτσας και του Επιταλίου, του Πύργου, της Μουριάς και της Μυρτιάς, μεγάλο κομμάτι της περιοχής των Σαβαλίων, της Γαστούνης και των Λεχαινών δημιουργήθηκαν από τις προσχώσεις των ποταμών κυρίως κατά την κλασική εποχή.

Τότε η περιοχή γνώρισε την μεγαλύτερη πληθυσμιακή ανάπτυξη και οικονομική ευημερία στην ιστορία της. Την ίδια εποχή υπέστη η περιοχή την πρώτη οικολογική καταστροφή εξαιτίας του υπερπληθυσμού και της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και του φυσικού πλούτου.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν ο καθοριστικός παράγοντας αυτής της μεταβολής. Αυτοί ήταν η βαριά βιομηχανία της εποχής, και πρόσφερε για πολλά, συνεχή χρόνια, την απαιτούμενη πηγή εισαγόμενου πλούτου, που εκείνα τα χρόνια ήταν δυσεύρετος.

Τα Ομηρικά χρόνια ή την Ηρωική εποχή όπως την αποκαλούσαν οι αρχαίοι θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την ακτογραμμή της Ηλείας ως εξής. Ερχόμενος κανείς από την Μεσσηνία έμπαινε στη Τριφυλία, εκεί συναντούσε τις εξής παραλιακές πόλεις.

Την Αυλώνα, την Τριφυλιακή Πύλο (Πύλος = πέρασμα) κάπου κοντά στη σημερινή Ζαχάρω, Το Σάμιον ή Αρήνη με ισχυρό κάστρο και ακρόπολη, και το Επιτάλιον που ήταν τότε παραθαλάσσιο. Μετά στην περιοχή της κοίλης Ήλιδος συναντούσε τα Λέτρινα που πρέπει να βρισκόταν στον σημερινό Άγιο Γεώργιο ή Πράσινο. Οι σημερινοί λόφοι των Βυτιναίικων, του Κορακοχωρίου και της Σκαφιδιάς ήταν νησίδες ή έμοιαζαν με νησιά, γιατί βρισκόταν στο δέλτα του ποταμού Αλφειού.

Οι νησίδες ονομάζονταν ιχθείς επειδή ακριβώς έμοιαζαν με ψάρια. Εδώ βρίσκονταν οι σημαντικές πόλεις Δυσπόντιον (δύς + πόντος) κάπου κοντά στον Άγιο Ανδρέα και Φεία κοντά στη Σκαφιδιά. Στην Σκαφιδιά υπήρχε βαθύς κόλπος, φυσικό λιμάνι, εξ ου και το όνομα, που άκμασε ως τα ύστερα Ρωμαϊκά χρόνια.

Ο ποταμός Αλφειός τα πρώιμα μυθολογικά χρόνια, έκβαλε στον βαθύ κόλπο της Σκαφιδιάς που ήταν και το φυσικό λιμάνι της Ολυμπίας, καθώς εμποδιζόταν από τα ισχυρά νότια κύματα να εκβάλει στην κοντινή θάλασσα, που εκβάλει σήμερα. Μετά, με τις προσχώσεις άλλαξε πολλές φορές εκβολές, άλλοτε στο Καβούρι, στο Καταράχι, στη Σπιάνζα, ως τη σημερινή του μορφή. Και ως αναφέρουν οι ιστορικοί ήταν σε μεγάλο του μέρος πλωτός(αλφάδι = ίσιος). Άλλη μία απόδειξη αυτών είναι ο μύθος του Αλφειού και της Αλφειαίας Αρτέμιδος, που ναός της, βρίσκονταν στα Λέτρινα.

Προς βορρά συνεχίζοντας κανείς στην περιοχή της ηπειρωτικής Κοίλης Ήλιδας, απέναντι από την Φεία θα πρέπει να υπήρξε η Ηλιακή Πύλος (στενό, πέρασμα) στο σημερινό Άγιο Ηλία ή Μυρτιά. Μετά κυριότερη πόλη ήταν το Έπειον κάπου κοντά στο Αλποχώρι, από όπου πήραν και το ονομά τους οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής.

Στην Άνω Ήλιδα εκτεινόταν ο κόλπος του Χελωνώντα όπου στο βάθος ήταν η οχυρωμένη πόλις Ήλις, που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο στην αρχαιότητα που όλοι ξέρουμε. Και στο βόρειο μέρος του, βρισκόταν η πόλη Υρμίνα. Η περιοχή του κάστρου και της Κυλλήνης αρχικά ήταν νησί μετά έγινε χερσόνησος που ενώνονταν με τη υπόλοιπη στεριά με στενή λωρίδα ξηράς. Και επειδή έμοιαζε με χελώνα ονομάστηκε Χελωνώντα. Άλλη σημαντική πόλη ήταν εδώ η Κυλλήνη με φυσικό λιμάνι. Τότε, άλλοτε ο ποταμός Πηνειός έκβαλε στο κόλπο των Λεχαινών, και άλλοτε όπως σήμερα στο κόλπο της Γαστούνης. Συνέχεια ήταν το Βουπράσιο, κοντά στη σημερινή Βάρδα και το ακρωτήριο Άραξος ήταν το τελευταίο σύνορο της Ηλείας της αρχαιότητας προς βορρά. Τα πρώιμα μυθολογικά χρόνια, σε κάποιο μεγάλο σεισμό ή κατά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, (κατακλυσμός Δευκαλίωνα) μεγάλα κομμάτια της Ήλιδος καθίζησαν και άλλα βυθίστηκαν στην θάλασσα. Το Δυσπόντιο (δύς+πόντος) πιθανόν τότε είχε την δεύτερη τύχη. Τότε επίσης δημιουργήθηκαν οι Γούβες. Οι περιοχές που οι αρχαίοι στην αττικήν αποκαλούσαν ‘Κοίλη Ήλις'. Ήταν δε τουλάχιστον δύο, η του Βουνάργου (ρήγμα Βουνάργου) και η του Γούμερου (γούβα + μέρος) πολύ μικρότερη. Η πρώτη περιοχή ακόμη αποκαλείται έτσι και σήμερα, εκεί επίσης μία πόλις δεν καταστράφηκε και ονομάστηκε Ορθία. Στην ίδια περιοχή που σήμερα καλείται Φρασινιά (Φυσκόα) και κοντά στο Κουζούλι κατασκεύαστηκε το πρώτο τεχνικό φράγμα από τον Ηρακλή για να καθαρίσει τους σταύλους του Αυγεία, που πιθανόν βρίσκονταν στο Βούναργο (βούς + αγρός), όπως αντίστοιχα έγινε με τον Πηνειό στο Βουπράσιο (βούς + πράττω) Στη πρώτη περίπτωση σχηματίστηκε λίμνη που ο Παυσανίας αναφέρει ως Αέναον, και ήταν πολύ κοντά (1 Κm) από τα Λέτρινα.

Από την αρχαιότητα, η Ηλεία ήταν μια εύφορη χώρα, με πολλές βροχές, πολύ περισσότερες από σήμερα, και με μεγάλη έλλειψη οικοδομικών πετρωμάτων, για την οικοδόμηση ισχυρών (κάστρων) πόλεων. Έτσι οικίστηκε κυρίως σε χωριά (όπως και σήμερα), με κύριο οικοδομικό υλικό τις ωμές πλίθες (γλίνα + άχυρα). Αυτός είναι και ο λόγος που δύσκολα εντοπίζονται ίχνη τους. Ενώ στα γύρω βουνά, όπου υπήρχαν πετρώδη εδάφη δημιουργήθηκαν πόλεις με ισχυρά τείχη.

Μια τόσο μεγάλη σε έκταση, και πλούσια περιοχή ,οι κάτοικοι της ήταν πολύ δύσκολο να την υπερασπισθούν σε περιπτώσεις επιδρομών ή πολέμων, χωρίς τις ισχυρές πόλεις κάστρα. Γι' αυτό από τα πολύ πρώιμα χρόνια της ιστορίας της, οι κάτοικοι της, επινόησαν, “Τα άυλα τείχη“, τους Ολυμπιακούς αγώνες, έναν θεσμό που κράτησαν σχεδόν ασταμάτητα, για πάνω από 1300 χρόνια. Αυτός ο θεσμός, ήταν τα πιο ισχυρά άυλα τείχη, που ποτέ ο άνθρωπος επινόησε στην ιστορία του. Κατόρθωσαν έτσι αρχικά, χωρίς να το θέλουν, να ομογενοποιήσουν τα τότε Ελληνικά φύλλα, και να τους κάνουν να αισθάνονται όλοι Έλληνες. Να καθιερώσουν τους αγώνες τους, παγκοσμίως σεβαστούς. Να τους καταστήσουν ώς βάση χρονολόγησης ή αναφοράς των σπουδαίων γεγονότων. Να εξασφαλίσουν με την εκεχειρία, για τη χώρα τους, ιερότητα, ασυλία και πολεμική ουδετερότητα, και να την κρατήσουν σχετικά μακριά από πολεμικές συρράξεις, κάτι που συντάραζε ανελλιπώς, με ολέθρια συχνά αποτελέσματα τα διάφορα ελληνικά φύλλα και πόλεις. Να καταστήσουν αυτό το θέαμα (must) σκοπό ζωής, του αρχαίου κόσμου.

Το αρνητικό τους ήταν ότι, σαν ουδέτερη χώρα, ήταν εύκολος και ασφαλής τόπος μετεγκατάστασης κάθε λογής ατόμων, που μεμονωμένα εκδιώχθηκαν, εξορίστηκαν, κυνηγήθηκαν ή σαν φονιάδες κρύφτηκαν από τις πατρίδες τους. Από τους πρώτους που ήλθαν στη Ηλεία και εγκαταστάθηκαν ήταν οι Λύδες, Πελοπίδες, κατόρθωσαν αυτοί δε με πονηράδες να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη τη χερσόνησο , να αλλάξουν ακόμη και το όνομα ολόκληρης της χερσονήσου, που ως τότε ονομαζόταν Πελασγία ή Απια, σε Πελοπόννησο.

Η παράδoση αναφέρει πως ο Ιδαίος Ηρακλής με τους Κουρήτες ή Κρήτες Δακτύλους ήταν αυτοί που πρώτοι έφεραν από την Κρήτη την λατρεία του Δία, που τον ταύτισαν με τον χθόνιο θεό Αζάνα ή Ζάνα (Ζ=κεραυνός+άνας=βασιλιάς) και ίσως και τους αγώνες, από την πατρίδα τους, που εκείνη την εποχή, είχε αναπτύξει σπουδαίο πολιτισμό (ταυρομαχίες).

Με την παρακμή της κλασικής εποχής, η Ηλεία αποτέλεσε την εξέδρα αποβίβασης στη Βαλκανική, των κάθε λογής δια της θαλάσσης Δυτικών κατακτητών. Τις περισσότερες δε φορές αυτοί οι κατακτητές ήταν προσκαλεσμένοι των ίδιων των Ελλήνων για την διευθέτηση των μεταξύ τους εμφύλιων συρράξεων. Έτσι οι Ηλείοι Ελλανοδίκες ήταν οι πρώτοι των ξένων (μη Ρωμαίων) που απέκτησαν, την ιδιότητα και τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη, και από αυτούς μετά όλοι οι Έλληνες, πράγμα που ακόμη και σήμερα, αποκαλούμε, εαυτούς Ρωμιούς.

Ενώ οι Βυζαντινοί στο όνομα του χριστιανισμού κατέλυσαν το μακροβιότερο πολιτισμικό θεσμό της αρχαιότητας, τους Ολυμπιακούς αγώνες, και οδήγησαν τη χώρα σε ερήμωση.

Μετά οι Φράγκοι κατακτητές εγκατέστησαν στην εύφορη περιοχή της Ηλείας, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στην Ανδραβίδα.

Ακόμη και οι Τούρκοι ήλθαν στην Πελοπόννησο προσκαλεσμένοι των αδελφών Κατακουζηνών όταν αλληλοσπαραζόταν, ο ένας από την Πάτρα και ο άλλος από το Μυστρά.

Δυστυχώς η ίδια κατάσταση (διχόνοια-εμφύλιοι) συνεχίστηκε και κατά και μετά την απελευθέρωση του “21” από τους Τούρκους, και ως τις μέρες μας που γέμισαν οι χαράδρες μας στη Κάπελη με νεκρά κουφάρια, στον τελευταίο εμφύλιο πόλεμο.

‘Όσον αφορά την φυλετική καταγωγή των κατοίκων γνωρίζουμε από την αρχαιότητα, ότι οι Ηλείοι ήταν αρχικά αυτόχθονες, που διαιρούνταν σε 12 φυλές και τρία κρατίδια. Δεν αναμίχθηκαν με τους Δωριείς, απεναντίας ήταν ομόφυλοι με τους Αιτωλούς και τους Θεσσαλούς.

Στο διάβα των αιώνων, ο κάθε νέος κατακτητής στη Ηλεία εύρισκε εύκολη, και άφθονη πηγή σκλάβων ή δούλων και ακόμη αύθονο έμψυχο υλικό για τις τάξεις του στρατού του. Όταν μετά μπορούσε να εδραιωθεί στη περιοχή και ανακαλύπτοντας την γονιμότητα του εδάφους της, (και σε περιπτώσεις που τα εργατικά χέρια δεν επαρκούσαν), μετακινούσε στη περιοχή για τις αγροτικές δουλειές, χέρια από άλλες περιοχές της επικράτειας του. Έτσι στη περιοχή κατά καιρούς μετακινήθηκαν από τους εκάστοτε κατακτητές Ίωνες, Κρήτες, Μακεδόνες, Αιγύπτιοι – γύφτοι (που ποτέ δεν αφομοιώθηκαν από τους ντόπιους), Σλάβοι, Γάλοι, Σέρβοι, Αλβανοί, και άλλοι πληθυσμοί σε μικρότερους αριθμούς. Τα τελευταία δε, χρόνια οι Πακιστανοί.

Από την κλασική εποχή, όταν στα παράλια της άρχισαν, να σχηματίζονται τα παραθαλάσσια έλη και λόγω του θερμού και πολύ υγρού κλίματος, πολλές φορές στην ιστορία,ο πληθυσμός αποδεκατίστηκε, από ελονοσία και άλλες διάφορες επιδημίες. Εκάστοτε συνέβαινε αυτό οι Αρκάδες ως γείτονες αποτελούσαν την μόνιμη, ανεξάντλητη πηγή νέων εποίκων. Αυτοί συνήθιζαν από πολύ παλιά, ως κτηνοτρόφοι να μετακινούν τα κοπάδια τους βαρείς χειμώνες στα πεδινά και το καλοκαίρι να επιστρέφουν στα ορεινά. Όταν δε οι ασθένειες βρίσκονταν σε ύφεση δεν δίσταζαν να εγκατασταθούν μόνιμα στα χειμαδιά τους. Σήμερα η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της Ηλείας έχει Αρκαδικές ρίζες ή καταγωγή.

Επίσης λέγεται ένα φυλετικό ιδίωμα, των κατοίκων της Δυτικής Πελοποννήσου, είναι αυτό που έδωσε το σύγχρονο όνομα της Ελλάδος, στις Λατινογενείς γλώσσες Greece, Grecia, Grece, Greceland κλπ. Που προέρχεται από παράφραση της λατινικής λέξης grasso (λιπώδης, γλειώδης). Και αυτό διότι οι κάτοικοι της, έχουν στις διατροφικές τους συνήθειες, να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες λαδερών φαγητών, έχουν δε το χαρακτηριστικό ιδίωμα συχνά να στάζει το λάδι στα σαγόνια τους και από εκεί στα ρούχα τους. Σαν αγροτικός – φτωχός πληθυσμός στους ξένους έδιναν την εντύπωση πώς ήταν ο λαός που πάντα φορούσε βρώμικα – λαδωμένα ρούχα.

Υπάρχει και η άλλη εκδοχή, η χρήση της παραπάνω λέξης να χρησιμοποιήθηκε και με την μεταφορική της σημασία, καθότι σαν Έλληνες έχουμε το άλλο χαρακτηριστικό ιδίωμα, να χρησιμοποιούμε “το λάδωμα” το (μέσον) κατα κόρον, για την πραγματοποίηση των προσωπικών μας συμφερόντων. Πράγμα που σήμερα έχει γίνει σχεδόν καθεστώς σε ολόκληρητη χώρα.

Οι ιστορικοί μπορεί να αμφισβητούν την παραπάνω εκδοχή. Αλλά δεν μπορούν να αφισβητήσουν τη πιθανότητα, ότι οι Δυτικοί, χρησιμοποίησαν αυτό το όνομα στη γλώσσα τους, γιατί ταίριαξε στο να χαρακτηρίσουν τη χώρα μας και τους κατοίκους της.

Επίσης οι γείτονες Επτανήσιοι αποκαλούσαν υποτιμιτικά τους Πελοποννήσιους, Μουργιάδες, Μωργιάδες και Μωριάδες από τη βενετσιάνικη λέξη mourga που σημαίνει βρώμικο λάδι. Τότε επικράτησε για ολόκληρη την Πελοπόννησο το όνομα, Μωργιάς και στους λόγιους Μωριάς και Μορέας.

Ακόμη και οι Αμερικανοί τον 19 αιώνα, αποκαλούσαν τους μετανάστες από την Μεσόγειο και την Ελλάδα greaser για τον ίδιο λόγο. Στην Ηλεία επίσης υπάρχει χωριό με το όνομα Γκραίκα.

Από την αρχαιότητα οι Ηλείοι ζώντας στη κατεξοχήν χώρα της γονιμότητας και της ευκαρπίας, λάτρεψαν περισσότερο από κάθε άλλο λαό, τους θεούς της ζωής και του θανάτου, τον Ποσειδώνα, την Αθηνά,την θεά του έρωτα Αφροδίτη, τον Άιδη, τον Διόνυσο και τον Έρμή και βέβαια τον πατέρα των θεών Ολύμπιο Δία. Συνέδεσαν δε τον θεό της ζωής και του θανάτου Άδη, με τη γυναίκα και το γυναικείο όργανο γονιμότητας, Άιδης – αιδοίο. Αντίστοιχη λατρεία υπήρχε με τον φαλλό στους Δελφούς. Κατά δε την λατρεία του Διονύσου, που πρωτοτιμήθηκε στην Ηλεία, χόρευαν άσεμνους σεξουαλικούς χορούς. Υπήρχε δε σε περιοχή που αναφέρεται ως Βαδύ ή ηδύ (ηδονή) ναός αφιερωμένος στη μητέρα Αθηνά όπου γιορταζόταν σύμφωνα με το μύθο η σεξουαλική ηδονή και απόλαυση. Αυτή η περιοχή μπορεί να εντοπισθεί στο σημερινό ποταμό Βόλα (απο το γαλλικό voila), γιατί η κοιλάδα και η μορφολογία του εδάφους πολύ ομοιάζει με το γυναικείο σεξουαλικό όργανο. Επίσης μπορεί να πίστευαν πως και τα νερά αυτού του ποταμού είχαν αφροδισιακές, ή ιδιότητες γονιμότητας.

Το ότι η χώρα της Ηλείας, αποτέλεσε από την αρχαιότητα γόνιμη καλλιεργήσιμη γεωργική περιοχή, μια άλλη απόδειξη είναι ότι στο διάβα των αιώνων εξελίχθηκε εδώ μια εντόπια ξεχωριστή ράτσα αλόγων που καλείται “Αλογο Ανδραβίδας”, που είναι τα πιο κατάλληλα ζώα, για τις γεωργικές ανάγκες που επικρατούν στη περιοχή, καθώς επίσης ήταν πολύ καλά για τις Ολυμπιακές ιπποδρομίες. Φυλή που σήμερα βρίσκεται στο κόκκινο από την βιομηχανοποίηση της γεωργίας.

Η σημερινή παγκόσμια κλιματική αλλαγή, με τις ολέθριες πρόσφατες δασικές πυρκαγιές, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και πλούτου, η αλόγιστη χρήση χημικών λιπασμάτων, η βιομηχανοποίηση της γεωργίας, η αδιαφορία των κατοίκων της για το περιβάλλον οδηγούν ταχέως τη χώρα της Ηλείας σε μια νέα οικολογική καταστροφή με ανυπολόγιστες συνέπειες για τις επόμενες γενεές. Υπάρχει φόβος επόμενη ερημοποίηση της Ηλείας να μην είναι αποτέλεσμα εξωγενών παραγόντων αλλά των ίδιων των κατοίκων της.

Λέγετε επίσης, ότι όσοι δεν γνωρίζουν την ιστορία τους, είναι υποχρεωμένοι να την επαναλάβουν, ας μην είμαστε εμείς αυτοί.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

dionysosΟρισμένα κοινά σημεία ανάμεσα στη χριστιανική θρησκεία στα πρώτα της βήματα και στον Βάκχο με αφορμή τα «Διονύσια κατ' αγρούς», αγροτική γιορτή των αρχαίων αφιερωμένη στον μεγάλο θεό του κρασιού.

Χωρίς αμφιβολία τις χρονιάρες αυτές ημέρες (Ιανουάριος) το κρασί έχει την τιμητική του. Δεν γνωρίζω συγκεκριμένους αριθμούς, αλλά είμαι βέβαιος ότι στη διάρκεια των εορταστικών αυτών ημερών καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες κρασιού που ευφραίνουν τις... ψυχές των συνδαιτυμόνων. Ετσι με αφορμή το ένθεο αυτό ποτό, που κεραυνοβολεί το μυαλό και τις καρδιές των ανθρώπων και σαν φάρμακο απαλύνει τους πόνους τους, θα ασχοληθώ με τον Διόνυσο, τον θεό, που σύμφωνα με τους αρχαίους χάρισε στους θνητούς το εξαίσιο αυτό δώρο. Και επειδή πριν από λίγες ημέρες γιορτάσαμε τη γέννηση του δικού τους θεού, βρίσκω την ευκαιρία να επισημάνω και ορισμένα κοινά σημεία ανάμεσα στον Διόνυσο και στη χριστιανική θρησκεία στα πρώτα της βήματα.

Κατ' αρχάς υπενθυμίζω ότι και στην αρχαία Αθήνα τις ημέρες αυτές, στα τέλη του μηνός Ποσειδεώνος ­ αντιστοιχεί περίπου με το χρονικό διάστημα από τα μέσα Δεκεμβρίου ως τα μέσα Ιανουαρίου ­, είχαν μια γιορτή που σχετίζεται με το κρασί. Πιο συγκεκριμένα γιόρταζαν τα «Διονύσια κατ' αγρούς», μια καθαρά αγροτική γιορτή αφιερωμένη στον μεγάλο θεό του κρασιού, με κύριο δρώμενο μια πομπή κατά την οποία περιφέρονταν μια στάμνα με κρασί, ένας τράγος που προοριζόταν για θυσία, ένα καλάθι με σύκα και «επί πάσιν» ο φαλλός, το σύμβολο της γονιμότητας.

Όλο και πληθαίνουν οι ενδείξεις που ενισχύουν την άποψη όσων πιστεύουν ότι ο Διόνυσος δεν ήταν μια ξενόφερτη θεότητα στον ελληνικό χώρο. Η ανάγνωση του ονόματός του σε δύο μυκηναϊκές πινακίδες από την Πύλο του 13ου αι. π.Χ. ­ στη μία μάλιστα φαίνεται να συνδέεται και με κρασί ­, όπως και σε μία άλλη από τα Χανιά που χρονολογείται στον 14ο αι. π.Χ., σε συνδυασμό και με ορισμένα άλλα στοιχεία, δυναμώνει τη θέση αυτών που πρεσβεύουν ότι η διονυσιακή λατρεία είναι αυτόχθονη. Σε αυτό συνηγορούν και άλλοι λόγοι. Ανασκαφικά ευρήματα βεβαιώνουν ότι ήδη την τέταρτη χιλιετία π.Χ. σταφύλια από αυτοφυή αμπέλια χρησίμευαν στον ελληνικό χώρο ως τροφή, ενώ από την τρίτη χιλιετία πρέπει να έχουμε τα πρώτα καλλιεργημένα αμπέλια, όπως και την παραγωγή για πρώτη φορά κρασιού*.

Ο Διόνυσος μαζί με τη Δήμητρα ήταν σύμφωνα με τους αρχαίους οι μεγαλύτεροι ευεργέτες του ανθρώπινου γένους. Ηταν αυτοί που έκαναν τους πληθυσμούς να σταματήσουν τις διαρκείς μετακινήσεις και να ζήσουν σε μόνιμες εγκαταστάσεις, οδηγώντας τους έτσι στη δημιουργία ενός πολιτισμένου τρόπου ζωής.

Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα όσα μας λέει ο Ευριπίδης στις «Βάκχες» του (274-285): «στον κόσμο την πρώτη πρώτη θέση δυο την έχουν· μια η Δήμητρα η θεά, που αν θέλεις πες την και γη, γιατί είναι η γη· τη στέρεη δίνει αυτή τροφή· και ο άλλος, της Σεμέλης ο γιος, που αργότερα ήρθε, στους ανθρώπους έδωσε το πιοτό του σταφυλιού, αντίστοιχο του πρώτου· αυτό σκορπάει τη λύπη των ταλαίπωρων θνητών, σα γεμιστούν χυμό αμπελιού, και δίνει τον ύπνο, λησμοσύνη των βασάνων της κάθε μέρας, κι άλλο για τις πίκρες γιατρικό δεν υπάρχει· αυτός στους άλλους θεούς σπονδή προσφέρνεται, κι ας είναι κι ο ίδιος θεός· με τη βοήθειά του έτσι οι άνθρωποι όλα τ' αγαθά αποχτούνε».

Όλοι γνωρίζουν ότι το κρασί μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ελεύθερος και απαλλαγμένος από φόβο, να μη φοβάται την αλήθεια, ότι του προκαλεί τέρψη και ευφορία, του διαγείρει νου και σώμα, του φέρνει γλυκό ύπνο και παρηγοριά, αλλά συγχρόνως ότι μπορεί και να τον κρατά σε υπερδιέγερση, να τον οδηγεί σε κατάσταση αλλοφροσύνης ή να του προκαλεί κλάμα, να τον κάνει να οδύρεται, να τον ωθεί στην ακολασία και σε βίαιες πράξεις. Ετσι το κρασί καθρεπτίζει, καλύτερα από καθετί, την ουσία της ίδιας μας της ζωής, που είναι συγχρόνως ελκυστική αλλά και απάνθρωπη. Οπως στο κρασί έτσι και σ' αυτήν συνυπάρχουν ηδονή και πόνος, χαρά και θλίψη, όνειρο και πραγματικότητα, δημιουργία και καταστροφή, έλλογο και παράλογο.

Εχοντας όλα αυτά υπόψη και συγχρόνως το δέος που αισθάνονταν τότε οι πιστοί, καθώς έβλεπαν τον μυστηριώδη και ανεξήγητο τρόπο με τον οποίο ο μούστος μετατρεπόταν σε κρασί, κατανοούμε καλύτερα και το γιατί η νέα θρησκεία του Ναζωραίου θέλησε να οικειοποιηθεί τόσο το θείο αυτό δώρο του Διονύσου όσο και ένα από τα βασικά σύμβολά του, την κληματαριά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τις αντιδράσεις των οπαδών της παλαιάς θρησκείας, που κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι τους υφαρπάζουν τα ιερά και τα όσιά τους. «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή» διακηρύσσει ο ιδρυτής του χριστιανισμού, ενώ το πρώτο θαύμα που κάνει είναι η μετατροπή του νερού σε κρασί στον «εν Κανά» γάμο.

Όπως σημειώνει ο Π. Λεκατσάς, «μέσα από τη μυστηριοποίηση της Μεταληπτικής Κοινωνίας που ταυτίζει το αίμα του Ιησού ("τούτο εστί το αίμα μου") με το αίμα της σταφυλής, τα σύμβολα του Κλημάτου και του Κρασιού κυριεύουν τη νέα θρησκεία». Ετσι η κληματαριά, ως σύμβολο της ζωής και της αθανασίας, βρίσκει σημαντικότατη απήχηση και ανάμεσα στους χριστιανούς, όπως πολύ καλά μπορούμε να δούμε στα ψηφιδωτά δάπεδα των εκκλησιών, στη διακόσμηση των κατακομβών, σε χριστιανικές μαρμάρινες σαρκοφάγους. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφερόμενος στον Ιησού λέει πολύ χαρακτηριστικά ότι είναι «ο μέγας βότρυς, ο Λόγος, ο υπέρ ημών θλιβείς». Αλλά το γεγονός ότι ο χριστιανισμός υιοθέτησε τα σύμβολα αυτά της παλαιάς θρησκείας είχε αποτέλεσμα να μην μπορέσει να απαλλαγεί εύκολα από τον Διόνυσο, παρ' όλο που από πολύ νωρίς τον ενέταξε στους μεγαλύτερους πολέμιους του Ιησού. Πατέρες της Εκκλησίας και άλλοι χριστιανοί συγγραφείς αγανακτούν καθώς βλέπουν χριστιανούς μέσα στις εκκλησίες «ξεφρενιάζοντας και βακχεύοντας ωσάν τους εθνικούς πιστούς του Διονύσου» και άλλους να ιερουργούν την «αποκάλυψη του Φαλλού», ένα σύνηθες δρώμενο των διονυσιακών μυστηρίων. Αλλωστε ο Βάκχος επιζεί ακόμη και στις ημέρες μας μέσω των αποκριάτικων εθίμων και των καρναβαλικών παρελάσεων, παρά τις αντιδράσεις της επίσημης Εκκλησίας.

Οτι ο Διόνυσος είχε απήχηση ανάμεσα στους πιστούς του Ναζωραίου ακόμη και στα τέλη του 7ου αι. φαίνεται πολύ καλά και από τις αποφάσεις που πάρθηκαν στη διάρκεια των εργασιών της Εκτης Οικουμενικής Συνόδου. Σύμφωνα με αυτές απαγορευόταν στους πιστούς να χρησιμοποιούν διονυσιακά προσωπεία («αλλά μήτε προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά υποδύεσθαι»), να επικαλούνται το όνομα του Διονύσου όταν πατούσαν στα πατητήρια τα σταφύλια («μηδέ το του βδελυκτού Διονύσου όνομα την σταφυλήν αποθλίβοντας επιβοάν»), να κρατούν στοιχεία του βακχικού ιεροτυπικού όταν γεμίζουν με το νέο κρασί τα πιθάρια («μηδέ τον οίνον εν τοις πίθοις επιχέοντας τα της δαιμονιώδους πλάνης ενεργούντας γέλωτα επικινείν»). Αν δεν υπήρχε πρόβλημα, η ηγεσία της Εκκλησίας ασφαλώς δεν θα προχωρούσε σε τέτοιες αποφάσεις.

Ο Διόνυσος ήταν η τελευταία μεγάλη παγανιστική θεότητα στην Υστερη Αρχαιότητα, μια θεότητα με παγκόσμια εμβέλεια. Η κυρίαρχη παρουσία του ­ «νου» του κόσμου τον αποκαλεί ένας αρχαίος συγγραφέας ­ μας κάνει να μιλάμε για έναν ειδωλολατρικό μονοθεϊσμό, που πιθανότατα διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση και του χριστιανικού μονοθεϊσμού. Είναι γνωστό ότι σε εκείνους τους χρόνους δεν έχουμε μόνο δανεισμό παγανιστικών στοιχείων από τους χριστιανούς αλλά και το αντίστροφο. Οπωσδήποτε την εποχή αυτή θα υπήρχαν άτομα, τόσο από την πλευρά των εθνικών όσο και από την πλευρά των χριστιανών, που δεν θα έβλεπαν μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον Χριστό και στον Διόνυσο.

Εχοντας όλα αυτά υπόψη κατανοούμε καλύτερα πώς συμβαίνει ο Νόννος από την Πανόπολη της Αιγύπτου να συγγράφει τον 5ο αι. τα «Διονυσιακά» του, ένα ογκώδες έπος περίπου 25.000 δακτυλικών εξαμέτρων, αφιερωμένο στον Διόνυσο και ο ίδιος να παραφράζει, πάλι σε δακτυλικούς εξαμέτρους, το «Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον». Και επιπλέον είναι γνωστό ότι ακόμη και κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανικού Βυζαντίου υπήρξαν χριστιανοί που έτρεφαν ιδιαίτερη εκτίμηση στις παγανιστικές παραδόσεις, παρ' όλο που καθημερινά τα είδωλα της παλαιάς θρησκείας γκρεμίζονταν από τα βάθρα τους, η αιώνια δύναμη αίγλης των αρχαίων θεών επιβεβαίωνε την επικυριαρχία τους πάνω στους Ναζωραίους.
------------------------------
*ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδος ευνοούσε ιδιαίτερα την ύπαρξη και την καλλιέργεια της αμπέλου. Το Παγγαίον 'Ορος μπορεί να ήταν διάσημο στην αρχαιότητα για τα ορυχεία χρυσού και αργύρου, πολύτιμος όμως ήταν και ο οίνος του, αφού παράλληλα ήταν μεγάλο κέντρο της διονυσιακής λατρείας.

Γιατί εδώ ανατράφηκε, σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός Διόνυσος και με κρασί τού τόπου μέθυσε τα σαρκοβόρα άλογα τού βασιλιά Λυκούργου. Αλλά και ο Οδυσσέας με το μαύρο γλυκό κρασί της Μαρώνειας στη Ροδόπη, τον περίφημο ισμαρικό οίνο, ξεγέλασε τον κύκλωπα Πολύφημο για να γλιτώσουν αυτός και οι σύντροφοί του από τη μανία του.

Και πιο παλιά ακόμη: καμένοι σπόροι και φλοίδες σταφυλιών ηλικίας 6.500 ετών που βρέθηκαν στον προϊστορικό οικισμό του Ντίκιλι Τας, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, αποτελούν τα αρχαιότερα πατημένα σταφύλια που έχουν έρθει ως σήμερα στο φως. Το κρασί λατρεύτηκε στην αρχαιότητα όσο και ο θεός του. Ενας θεός ο οποίος συνδέεται με την αναγέννηση της φύσης, με τη διαρκή κίνηση και την παράβαση, αυτός που μοιράζει το κρασί στους θνητούς χαρίζοντας ευθυμία, έκσταση, αλλά και παραφροσύνη.

«Η σημασία του κρασιού για τον άνθρωπο υπήρξε τεράστια λόγω της κοινωνικότητας που παράγεται μέσα από την οινοποσία, κάτι που για τους αρχαίους είχε θρησκευτικές και πολιτικές προεκτάσεις. 'Αλλωστε μέσω του οίνου διαδόθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και το συμπόσιο, ένας κατ΄ εξοχήν ελληνικός θεσμός με μεγάλα πολιτισμικά οφέλη».

Η καλλιέργεια
 
Η έναρξη της καλλιέργειας της αμπέλου στην Ελλάδα τοποθετείται χρονικά στην Εποχή του Χαλκού, όταν δημιουργούνται ιεραρχημένες κοινωνίες, οι οποίες ήταν σε θέση να κάνουν μακροχρόνια «επένδυση» σε ένα φυτό που απαιτεί χρόνια για να παραγάγει καρπό και ύστερα να προχωρήσουν στην παραγωγή του κρασιού. Για ένα τόσο πολύτιμο προϊόν δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο τρύγος, το πάτημα των σταφυλιών και η δοκιμή του νέου κρασιού αποτελούσαν εξαιρετικής σημασίας εργασίες, οι οποίες καταγράφονταν στο ημερολόγιο των αρχαίων και αναπαριστάνονταν σε αγγεία και ανάγλυφα.
Ο Διόνυσος και οι ακόλουθοί του ήταν οι πρωταγωνιστές αυτών των αγροτικών σκηνών.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η έρευνα σήμερα έχει δείξει ότι το φυσικό περιβάλλον της Βόρειας Ελλάδας ευνοούσε ιδιαίτερα την ύπαρξη και την καλλιέργεια της αμπέλου. Από τους αμπελώνες της Χαλκιδικής έβγαινε ο ονομαστός λευκός οίνος της Μένδης, ο οποίος για πολλούς αιώνες βρισκόταν στην πρώτη σειρά προτίμησης, αλλά και εξαγωγών, όπως επίσης και τα κρασιά της Τορώνης και της Ακάνθου. Στη Μαρώνεια της Θράκης παραγόταν ο περίφημος Ισμαρικός οίνος (ή Μαρωνίτης). Και στο Παγγαίο (Βίβλινα όρη) έβγαινε ο βίβλινος οίνος από κλήματα της βιβλίας αμπέλου.

Η μακεδονική πόλη των Φιλίππων είχε και αυτή μεγάλη οινική παράδοση.

Η παλαίωση
 
Οι αρχαίοι γνώριζαν τα ευεργετικά αποτελέσματα του χρόνου πάνω στο κρασί. Αυτό αποδεικνύεται και από τον Ομηρο, ο οποίος αναφέρει ότι το κρασί αποσφραγίζεται και ανοίγεται στα έντεκα χρόνια («Οδύσσεια»), ενώ ο Αρχέστρατος τονίζει ότι το κρασί της Θάσου έφθανε στην απογείωσή του έπειτα από πολλών χρόνων παλαίωση. Στο «Ἔδικτον τῶν τιμῶν τοῦ Διοκλητιανοῦ» αναφέρεται μάλιστα ότι τα παλιά κρασιά εξαιρετικής γεύσης μπορεί να έχουν τριπλάσια τιμή από τα κοινά. «Εὐώδης» χαρακτηριζόταν ως εκ τούτου ο θάσιος οίνος, «ἀπαλὸς καὶ λευκὸς» ο μενδαίος, «ἄριστος» ο χίος, «εὔπνους» ο λέσβιος.

Αλλοι χαρακτηρισμοί, οι οποίοι είχαν να κάνουν με το χρώμα του οίνου, ήταν: λευκός, μέλας, κιρρός (ξανθός), ερυθρός, ενώ αναλόγως της γεύσης μπορούσε να είναι γλυκύς ή αυστηρός, λεπτός ή παχύς, ευώδης και ουχί ευώδης, αδύνατος, μέτριος και δυνατός. «Ἐλαφρὰν τινὰ ἀτμίδα» είχε εντοπίσει στο μεταξύ ο Αριστοτέλης στον οίνο, παρατηρώντας ότι υπήρχε μια εύφλεκτη ουσία. Και παρ΄ ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει το οινόπνευμα, τις συνέπειές του τις γνώριζε. Για αυτό και ο Πλάτωνας απαγόρευε στους νέους ως τα 18 να δοκιμάζουν κρασί, ενώ ως τα 30 έπρεπε να το καταναλώνουν μετρίως.

Η προσθήκη μυρωδικών, μπαχαρικών ή αρωματικών βοτάνων, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο ή σμύρνα, για να αναδυθεί η γεύση του ήταν συχνά υπεύθυνη για τη διαφοροποίηση του κρασιού από τόπο σε τόπο. Σε κάποια μέρη, όπως στην Κω, πρόσθεταν θαλασσινό νερό στο μούστο πριν από τη ζύμωση (τεθαλασσωμένος οἶνος), ενώ δεν ήταν άγνωστη η χρήση ρητίνης, αλλά και η προσθήκη αψίνθου (δηλαδή η παρασκευή βερμούτ), μέθοδος που αποδίδεται στον Ιπποκράτη, εξ ου και «Ἱπποκράτειος Οἶνος».

Η Αρχαία Ελληνική ονοματοδοσία

Τὰ Ἀμφιδρόμια ἦταν πανάρχαια,παραδοσιακὴ καὶ οἰκογενειακὴ ἑορτή, ποὺ τελοῦνταν σὲ ὅλο τὸν Ἑλληνικὸ Κόσμο κατὰ τὴν Πέμπτη, ἕβδομη ἢ δέκατη ἡμέρα ἀπ’ τὴν Γέννηση τοῦ βρέφους. «Μὲ εἶχαν καλέσει τὴν δέκατη ἡμέρα, τότε ποὺ δινόταν τὸ ὄνομα στὸ βρέφος» (Ἀριστοφάνης, «Ὄρνιθες» 922). 

Καθ’ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Ἱστορίας καὶ μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος οἱ γυναῖκες γεννοῦσαν τὰ παιδιά τους στὶς οἰκίες τους καὶ ὄχι σὲ μαιευτήρια-νοσοκομεῖα, ὅπως γίνεται στὴν ἐποχή μας.

Ἡ σύλληψη, ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ λειτουργικότητα τῶν ἀρχαίων οἰκιῶν ἦταν ἐμπνευσμένες ἀπ’τὸ οὐράνιο στερέωμα. Οἱ οἰκίες ἀποτελοῦσαν μία συμβολικὴ μικρογραφία τοῦ σύμπαντος ἢ τὸν ναὸ τῆς κάθε οἰκογενείας. Ὁ βωμὸς τοῦ πυρὸς ἦταν ἡ ἑστία, τὸ τζάκι καὶ βρισκόταν γιὰ συμβολικοὺς ἀλλὰ καὶ λειτουργικοὺς λόγους στὸ κέντρο τῆς οἰκίας (ὅπως ὁ ἥλιος στὸ κέντρο τοῦ ἡλιακοῦ συστήματος). Ἡ Ἑστία ἦταν κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοση ἡ θεὰ τῆς φωτιᾶς, ποὺ γύρω της συγκεντρώνονταν ὅλοι οἱ ἄλλοι θεοὶ καὶ ὅλα τὰ οὐράνια σώματα τοῦ ἡλιακοῦ συστήματος. Τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν μαζεύονταν γύρω ἀπὸ τὴν ἑστία-πῦρ (ὅπως οἱ πλανῆτες γύρω ἀπ’τὸν ἥλιο), γιὰ νὰ μαγειρέψουν, νὰ ζεσταθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν μεταξύ τους. Γύρω ἀπ’τὴν ἑστία τῆς οἰκίας γίνονταν ὅλες οἱ οἰκογενειακὲς ἑορτὲς καὶ τὰ συμπόσια, ὅπως καὶ τὰ Ἀμφιδρόμια. Ἡ μητέρα-ἱέρεια ἄναβε καὶ διατηροῦσε τὸ πῦρ τῆς οἰκίας, ὅπως ἔκαναν οἱ Ἑστιάδες ἱέρειες τῆς Ἀλεξανδρινῆς καὶ Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς στοὺς ναοὺς τῆς θεᾶς Ἑστίας. Ἡ ἑορτὴ τῶν Ἀμφιδρομίων ἦταν χωρισμένη σὲ δύο μέρη. Πρῶτα γινόταν ἡ τελετὴ καθαρμοῦ τοῦ βρέφους, διότι θεωροῦσαν ὅτι ἡ γέννηση καὶ ὁ θάνατος συνδέονταν μὲ ἐνεργειακὲς μιασματικὲς καταστάσεις. Ἀκολουθοῦσε ἡ τελετὴ τῆς ὀνοματοδοσίας καὶ τέλος τὸ συμπόσιο. Οἱ γονεῖς κρεμοῦσαν στὶς ἐξώπορτες τῶν οἰκιῶν τους στεφάνι ἀπὸ κλαδιὰ ἐλιᾶς (σύμβολο ἀνδρείας), ἂν τὸ βρέφος ἦταν ἀρσενικὸ καὶ ἐσάρπα ἀπὸ μαλλὶ (σύμβολο προκοπῆς καὶ ὡριμότητος), ἂν ἦταν θηλυκό.

Μετὰ ἀπ’τὴν καθάρσια τελετὴ ἀκολουθοῦσε ἡ ἑορτὴ τῆς ὀνοματοδοσίας, ποὺ εἶχε σκοπὸ τὴν ἀναγνώριση τοῦ βρέφους ἀπ’τὸν πατέρα ὡς γνήσιου τέκνου του καὶ τὸ καλωσόρισμά του στὴν οἰκογένεια. Ἡ ἑορτὴ γινόταν παρουσίᾳ τῶν ἀγαπημένων φίλων καὶ συγγενῶν τῆς οἰκογενείας καὶ ξεκινοῦσε μὲ θυσία ζῴου πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς τοῦ τοκετοῦ Εἰλειθυίας. Στὴν «Ἠλέκτρα» τοῦ Εὐριπίδη (στ. 1124-1125) ἡ Ἠλέκτρα λέει στὴν μητέρα της: «Ἀφοῦ ἔμαθες γιὰ τὴν γέννα μου, τότε κάνε τὴν θυσία γιὰ χάρη μου.» Κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ἑορτῆς ὁ πατέρας, ἡ μητέρα,ἢ κάποια φίλη ἔπαιρνε τὸ παιδὶ στὰ χέρια καὶ τὸ περιέφερε γύρω ἀπ’τὴν φωτιά, γιὰ νὰ τὸ ἐντάξῃ στὴν προγονικὴ ἑστία.Ἐκείνη τὴν στιγμὴ δινόταν καὶ τὸ ὄνομα, ἐνῷ οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς ἔδιδαν τὰ «γενέθλια δῶρα», ποὺ εἶχαν φέρει γιὰ τὸ βρέφος.

Ὁ πλοῦτος τῶν ἀρχαιοελληνικῶν ὀνομάτων

Κατὰ τὴν παράδοση τὰ ὀνόματα τῶν νεογέννητων δίνονταν ἀπ’τοὺς παπποῦδες καὶ τὶς γιαγιάδες σὲ ἀγόρια καὶ κορίτσια ἀντιστοίχως. «Ἔχει τὴν ἀξίωση σὰν μεγαλύτερος υἱὸς νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα τοῦ παπποῦ του ἀπὸ πατέρα.» (Δημοσθένης, «Πρὸς Βοιωτόν,περὶ τοῦ ὀνόματος» στ.27.) Κάποιοι γονεῖς προτιμοῦσαν τὰ δικά τους ὀνόματα ἢ ὀνόματα συγγενῶν τους. Ἄλλοι γονεῖς ἔδιναν ὀνόματα στὰ παιδιά τους σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία τοῦ νηπίου, τὴν ἐργασία ἢ τὴν σπουδὴ ποὺ τὰ προώριζαν. Ὁ πατέρας τοῦ τυράννου τῆς Κορίνθου Περιάνδρου ὠνομάστηκε Κύψελος, διότι ἡ μητέρα του τὸν ἔκρυψε σὲ μία κυψέλη, γιὰ νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ βέβαιο θάνατο λόγῳ δυσοίωνου χρησμοῦ. Ὁ Ἀριστοφάνης στὶς «Νεφέλες» (60-65) μᾶς λέει γιὰ τὴν περίπτωση ἑνὸς παιδιοῦ, ποὺ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα καὶ τῶν δύο γονιῶν μαζί: «Ὅταν γεννήθηκε ἐτοῦτος, διαφωνούσαμε ἡ μητέρα σου κι ἐγώ, πῶς νὰ τὸν ὀνομάσουμε. Ἐκείνη ἤθελε κάποιο ὄνομα, ποὺ εἶχε μέσα τὸ “ἵππος”: Ὅπως Ξάνθιππο, Καλλιππίδη, Χάριππο· ἐγὼ ὅμως ἤθελα τὸ ὄνομα τοῦ παπποῦ μου Φειδωνίδη. Τελικὰ συμφωνήσαμε καὶ ἑνώσαμε τὰ δύο ὀνόματα κα βγάλαμε τὸν υἱό μας Φειδιππίδη.»

Ἡ ποικιλία τῶν ἑλληνικῶν ὀνομάτων ἦταν πραγματικὰ ἀτελείωτη. Ὀνόματα βγαλμένα μέσα ἀπ’τὴν Κλασικὴ Φιλοσοφία, ποὺ πρέσβευαν μεγάλες ἀξίες καὶ ἀρετές, ὅπως Ἀριστίων, Σωφρονίσκος, Ἐμπεδοκλῆς, Πανάρετος, ὀνόματα θεῶν, θεαινῶν, νυμφῶν, νηρηίδων, σατύρων καὶ ἄλλων μυθικῶν ὄντων, ὀνόματα ἐμπνευσμένα ἀπ’τὴν Φύση κ.ἄ.

Πολλοὶ εἶχαν ὀνόματα ζῴων, ὅπως ὁ Διογένης ὁ Κυνικός, διότι ζοῦσε ὡς κύνας, ὁ νομοθέτης Δράκων, ὁ μυθικὸς βασιλιᾶς τῶν Ἀρκάδων Λυκάων, ἐνῷ ἄλλοι εἶχαν ὀνόματα πουλιῶν, ὅπως ὁ φιλόσοφος Ἀέτιος καὶ οἱ Ἱέραξ, Πέρδιξ, Κόραξ, Χελιδώνιος, ποὺ ἀναφέρονται στίς «Ὄρνιθες» τοῦ Ἀριστοφάνη. Ἐπίσης ὑπῆρχαν κι ὀνόματα παράξενα, λόγῳ τοῦ φόβου ποὺ ἐμπνέουν, ὅπως Κονιορτός, Κυδοιμός, Καπνός, ὅπως ἀναφέρει ὁ Λουκιανὸς στὸ «Συμπόσιον ἢ Λαπίθαι».

Κατὰ τὴν Ὁμηρικὴ περίοδο οἱ παπποῦδες ἀποφάσιζαν, ποιὸ ὄνομα θὰ ἔδιναν στὸ παιδί, ὅπως ὁ Αὐτόλυκος, ὁ πεθερὸς τοῦ Λαέρτη, ἔδωσε τὸ ὄνομα στὸν Ὀδυσσέα: «Ὁ Αὐτόλυκος ἐλθὼν στῆς Ἰθάκης τὸν εὔφορο δῆμο, βρῆκε τὸ παιδὶ τὸ νεογέννητο τῆς θυγατρός του. Ἡ Εὐρύκλεια τὸ ἔθεσε στὰ προσφιλῆ του γόνατα, σὰν ἔπαυσε νὰ τρώῃ καὶ τοῦ εἶπε ὀνομάζοντάς τον:“Αὐτόλυκε, ἐσὺ τώρα τ’ὄνομα νὰ τοῦ βρῇς, ὅποιο θέσῃς στοῦ παιδιοῦ σου τ’ἀγαπημένο παιδί, πολυπόθητό σου εἶναι.” Σ’αὐτὴν ὁ Αὐτόλυκος ἀπήντησε καὶ εἶπε: “Γαμβρέ μου καὶ θυγατέρα, θέσατε ὄνομα, ὅποιο σᾶς εἴπω. Διότι σὲ πολλοὺς ἐγώ, ἀφοῦ ἔγινα μισητός, ἔφθασα ἐδῶ, σὲ ἄνδρες καὶ γυναῖκες πάνω στὴν πολυτρόφαγῆ, γι’αὐτὸ Ὀδυσσεὺς ἂς εἶναι τ’ὄνομά του.» («Ὀδύσσεια», στ.399-409.)

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν εἶχαν ἐπώνυμα, δηλαδὴ οἰκογενειακὰ ὀνόματα, ἁπλῶς κρατοῦσαν τὸ ὄνομα τοῦ πατέρατους ὡς δεύτερο π.χ. Σωκράτης Σωφρονίσκου, Ἀλέξανδρος Φιλίππου. Σὲ μεγαλύτερη ἡλικία ἀρκετοὶ ἔπαιρναν κι ἄλλο ὄνομα, ποὺ βασιζόταν στὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἔφερε ὁ κάθε ἄνθρωπος καὶ πολλὲς φορὲς ἐπικρατοῦσε τοῦ ἀρχικοῦ π.χ. ὁ Πλάτων, ἂν καὶ ὠνομαζόταν Ἀριστοκλῆς, πῆρε τὸ ὄνομα Πλάτων ἀπ’τὸν γυμναστή του Ἀρίστωνα, ποὺ τὸν ὠνόμασε ἔτσι, διότι εἶχε πλατὺ στέρνο καὶ ρωμαλέα ἐμφάνιση. Βεβαίως τὸ ὄνομα αὐτὸ ταίριαξε καὶ μὲ τὴν εὐρύτητα τῶν γνώσεών του.

Στὸν «Κρατύλο ἢ Περὶ ὀρθότητος ὀνομάτων» ὁ Πλάτων μέσῳ τοῦ διαλόγου τοῦ Σωκράτη μὲ τὸν Κρατύλο μᾶς ἐξηγεῖ, ὅτι τὰ ὀνόματα τῆς ἐποχῆς ἀκολουθοῦσαν δύο τάσεις: Τὴν Ἡρακλείτεια θεωρία περὶ κινήσεως καὶ μεταβολῆς, ποὺ δηλώνει τὴν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας ἀλλὰ καὶ τῶν ὀνομάτων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν ἀκινητότητα καὶ σταθερότητα τῆς γλώσσας καὶ τῶν ἀρχικῶν ὀνομάτων ἀφ’ἑτέρου μὲ βάση τὴν θεωρία τῶν Ἐλεατῶν. Κατὰ τὴν Κλασικὴ ἐποχὴ ἡ σπουδαιότητα τῶν ὀνομάτων καὶ ἡ σωστὴ ὀνοματοδοσία ἦταν πολὺ σημαντικὴ ὑπόθεση: «Κατὰ πᾶσα πιθανότητα, Ἑρμογένη, ὁ καθορισμὸς ἑνὸς ὀνόματος δὲν εἶναι ἀμελητέα ὑπόθεσις οὔτε ἔργο ἀσήμαντων ἀνθρώπων ἢ τῶν πρώτων τυχόντων.» («Κρατύλος»390e.) Ὁ Σωκράτης μᾶς λέει, ὅτι οἱ δημιουργοὶ τῶν πρώτων ὀνομάτων ἦταν νομοθέτες.

Ο Αριστοτέλης, η ολοκλήρωση του ζητήματος της αφής και η σωματική μεσότητα

Το ζήτημα της αφής παραμένει ανολοκλήρωτο εφόσον δεν έχει ακόμη καθοριστεί το ενδιάμεσο που της επιτρέπει να γίνεται αισθητή, όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες αισθήσεις: «Το απτό, όμως, διαφέρει από τα ορατά και τα ηχητικά, αφού τα τελευταία τα αισθανόμαστε επειδή πάνω μας επιδρά το ενδιάμεσο, ενώ τα απτά τα αισθανόμαστε όχι με τη δράση του ενδιάμεσου, αλλά ταυτόχρονα με το ενδιάμεσο, όπως εκείνος που χτυπήθηκε με ασπίδα· γιατί η ασπίδα δε χτυπήθηκε και μετά χτύπησε, αλλά συνέβη να χτυπηθούν και τα δυο ταυτόχρονα» (423b 13-17).


Η αμεσότητα της αφής τη διαφοροποιεί από τις άλλες αισθήσεις που είναι ξεκάθαρος ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εκείνο που τις παράγει κι εκείνο που τις δέχεται. Τόσο η όσφρηση, όσο και η ακοή με την όραση διατηρούν αποστάσεις από το αντικείμενο που τις ενεργοποιεί καθιστώντας σαφή τη σημασία του ενδιάμεσου (αέρας ή νερό) για τη μετάδοσή τους.

Ο ακαριαίος τρόπος της απτικής λειτουργίας δυσκολεύει αυτή τη διαπίστωση δημιουργώντας μια νέα προβληματική: «γενικά, φαίνεται πως η σάρκα και η γλώσσα, όπως σχετίζεται ο αέρας και το νερό με την όραση και την ακοή και την όσφρηση, έχουν με το αισθητήριό τους τη σχέση που έχει καθένα από εκείνα» (423b 18-21).

Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Κι αν αγγίζαμε το ίδιο το αισθητήριο, δε θα παραγόταν αίσθηση ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση, όπως αν κάποιος τοποθετούσε κάποιο λευκό σώμα πάνω στην επιφάνεια του ματιού» (423b 21-23). Η παρατήρηση ότι οι υπόλοιπες αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση) είναι αδύνατο να ενεργοποιηθούν με το άγγιγμα του αισθητηρίου οργάνου (η όραση δεν υφίσταται με την εξ’ επαφής προς το μάτι παρουσίαση του ορατού αντικειμένου) αποσαφηνίζει τη διαφορετικότητα της απτικής λειτουργίας που βασίζεται ακριβώς στην επαφή. Η ουσιαστική αυτή διαφοροποίηση καταδεικνύει και την αλλαγή προσέγγισης που πρέπει να υπάρξει στην αναζήτηση του ενδιάμεσου.

Στην περίπτωση της αφής το ενδιάμεσο δεν πρέπει να είναι κάτι εξωτερικό, αλλά κάτι που πηγάζει από το ίδιο το σώμα: «Με αυτό, λοιπόν, γίνεται φανερό ότι η απτική ικανότητα βρίσκεται στο εσωτερικό» (423b 24). Για τον Αριστοτέλη το εσωτερικό σημείο της απτικής ικανότητας είναι η περιοχή της καρδιάς. Τοποθετώντας την καρδιά ως αισθητήριο όργανο της αφής γίνεται σαφές ότι το δέρμα που άπτεται των αντικειμένων αποτελεί το ενδιάμεσο που δίνει στην αφή τη δυνατότητα της ενεργοποίησης.

Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να διατυπωθεί: «Γιατί, έτσι μόνο μπορεί να συμβεί με την αίσθηση αυτή αυτό που συμβαίνει και στην περίπτωση των άλλων· αφού, όταν τοποθετούμε αντικείμενα πάνω στο αισθητήριο των άλλων αισθήσεων, δεν αισθανόμαστε τίποτε· ενώ αισθανόμαστε όταν τα τοποθετήσουμε πάνω στη σάρκα· η σάρκα, λοιπόν, είναι το ενδιάμεσο για την απτική ικανότητα» (423b 24-28).

Η διαπίστωση ότι η σάρκα αποτελεί το ενδιάμεσο για την απτική λειτουργία καταδεικνύει και τη συγγένεια της αφής με τη γεύση, αφού και σε εκείνο την αίσθηση τα πράγματα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: «το φανερώνει η αφή με τη γλώσσα· γιατί, το ίδιο μέρος του σώματος, που αισθάνεται τη γεύση, αισθάνεται και όλα τα απτά. Αν, βέβαια, και το υπόλοιπο σώμα αισθανόταν τη γεύση, θα μας φαινόταν ότι η γεύση και η αφή είναι μία και η αυτή αίσθηση» (423a 19-22).

Το ότι και στις δύο αυτές αισθήσεις (γεύση-αφή) η σάρκα αποτελεί το ενδιάμεσο (στην περίπτωση της γεύσης η γλώσσα, ενώ της αφής η σάρκα στο σύνολό της) δεν τις καθιστά ίδιες. Η γεύση δεν είναι μορφή αφής. Είναι κάτι ξεχωριστό που γίνεται αντιληπτό με τη γλώσσα, η οποία, όμως, ως κομμάτι της σάρκας διατηρεί τη δυνατότητα και της απτικής αντίληψης. Από αυτή την άποψη, η γλώσσα από τη μια αποτελεί αισθητήριο όργανο της γεύσης και από την άλλη ενδιάμεσο της αφής, όπως και όλη η υπόλοιπη σάρκα.

Σε τελική ανάλυση, η αφή είναι η αίσθηση που καθιστά αντιληπτές όλες τις διαφορές των σωμάτων: «οι διαφορές του σώματος ως σώμα έχουν να κάνουν με την αφή· και εννοώ τις διαφορές που προσδιορίζουν τα στοιχεία: το θερμό και το ψυχρό, το ξηρό και το υγρό. Το αισθητήριο γι’ αυτά είναι εκείνο της αφής· και αυτό στο οποίο υπάρχει πρωταρχικά αυτό που ονομάζουμε αφή είναι το μέρος που δυνάμει έχει αυτές τις ποιότητες» (423b 29-34).

Με άλλα λόγια, η αφή δεν είναι τίποτε άλλο από τη συναίσθηση των ιδιοτήτων του αντικειμένου με το οποίο έρχεται κανείς σε επαφή. Η αντίληψη του θερμού ή του ψυχρού προϋποθέτει ότι είναι κανείς σε θέση να τα καταλάβει και να τα συναισθανθεί έχοντας εκ των προτέρων τη γνώση αυτής της διαφοροποίησης. Είναι δηλαδή σαφές ότι η καρδιά, ως αισθητήριο όργανο της αφής, έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει τη θερμότητα ή το ψύχος, τη τραχύτητα ή το λείο, τη σκληρότητα ή το μαλακό. Το δεδομένο ότι η σάρκα λειτουργεί ως ενδιάμεσο καθιστά σαφές ότι είναι σε θέση να μεταφέρει όλα αυτά τα μηνύματα στην καρδιά επιτρέποντας την αποκωδικοποίησή τους.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης παραλληλίζει το «αισθάνομαι» με το «πάσχω»: «γιατί “αισθάνομαι” σημαίνει κατά κάποιον τρόπο “πάσχω”. Επομένως, το πράγμα που ενεργεί, κάνει εκείνο το μέρος ίδιο με τον εαυτό του σε εντελέχεια, επειδή δυνάμει είναι τέτοιο. Γι’ αυτό δεν αισθανόμαστε ό,τι είναι τόσο θερμό ή ψυχρό ή σκληρό και μαλακό όσο και το αισθητήριο, αλλά μόνο τις υπερβολές· επειδή η αίσθηση είναι είδος μεσότητας ανάμεσα στις αντιθέσεις των αισθητών» (424a 1-5).

Στην ουσία, η σάρκα δε νιώθει αλλά παθαίνει τη θερμότητα ή την ψυχρότητα του σώματος που αγγίζεται, πράγμα που καθιστά σαφή τη δυνατότητά της να εισπράττει τέτοιου είδους «πάθη». Και βέβαια, ως πάθη δεν μπορούν παρά να κατατάσσονται στις υπερβολές. Με δεδομένο ότι ως μεσότητα εκλαμβάνεται η θερμοκρασία του σώματος η δυνατότητα της αφής αφορά μονάχα τα θερμότερα και τα ψυχρότερα του σώματος αντικείμενα που αναγκαστικά θεωρούνται ότι τείνουν προς την υπερβολή. Οτιδήποτε έχει την ίδια θερμοκρασία με το σώμα είναι απτικά ουδέτερο (ως προς αυτό το ζήτημα) χωρίς να αφήνει καμία αισθητηριακή εντύπωση.

Από κει πέρα, για οτιδήποτε φτάνει στην άκρατη υπερβολή χάνεται επίσης η αντιληπτική δυνατότητα, όπως στην περίπτωση του ήχου. Οι λεγόμενοι υπέρηχοι δεν αφορούν τους ανθρώπους, αφού η μεσότητα που ορίζεται από το δικό τους σώμα καθιστά αδύνατη την αντίληψή τους. Ενδεχομένως, να πρόκειται για αμυντικό μηχανισμό, αφού τέτοιοι ήχοι ίσως να διατάραζαν την ανθρώπινη ψυχή. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και για τους υπόηχους από την πλευρά της έλλειψης. Η αντίληψη των υπόηχων μπορεί να επέφερε, επίσης, δυσκολίες στην ανθρώπινη προσωπικότητα επιβαρύνοντας εξίσου την ψυχή.

Ο Αριστοτέλης θα γίνει περισσότερο επεξηγηματικός: «Γιατί αυτό που βρίσκεται στη μέση έχει την ικανότητα να διακρίνει· αφού σε σχέση με καθένα από τα δύο άκρα γίνεται το άλλο άκρο· και πρέπει, όπως εκείνο που πρόκειται να αισθανθεί το λευκό και το μαύρο, να μην είναι σε εντελέχεια με κανένα από αυτά· δυνάμει, όμως, να είναι και τα δύο (το ίδιο και για τα άλλα αισθητήρια), και στην περίπτωση της αφής ούτε θερμό ούτε ψυχρό. Και όπως η όραση κατά κάποιο τρόπο λέγαμε πως είναι για το ορατό και το αόρατο και με τον ίδιο, επίσης, τρόπο οι υπόλοιπες αισθήσεις είναι για τα δικά τους αντίθετα, έτσι και η αφή είναι για το απτό και το μη απτό» (424a 6-13).

Ως μη απτό ορίζεται εκείνο που η υπόστασή του είναι τόσο λεπτή που τείνει στο ανεπαίσθητο, όπως κι εκείνο που η υπερβολή το καθιστά, επίσης, αντιληπτικά αδύνατο: «Μη απτό είναι τόσο εκείνο που έχει πολύ μικρή απτική διαφορά, όπως συμβαίνει με τον αέρα, όσο και τα απτά που είναι υπερβολικά, όπως εκείνα που καταστρέφουν το αισθητήριο» (424a 13-16).

Αφού ολοκληρώθηκε η αναφορά κάθε αίσθησης ξεχωριστά, αυτό που μένει είναι μια γενική αποτίμηση: «Γενικά για όλες τις αισθήσεις πρέπει να θεωρήσουμε ότι η αίσθηση είναι εκείνο που δέχεται τις αισθητές μορφές χωρίς την ύλη· όπως το κερί δέχεται το αποτύπωμα του δαχτυλιδιού χωρίς το σίδερο και το χρυσό, και παίρνει τη σφραγίδα του χρυσού και του χαλκού αλλά όχι ως χρυσό ή χαλκό. Με τον ίδιο τρόπο και η αίσθηση κάθε αισθητού πάσχει από εκείνο που έχει χρώμα ή γεύση ή ήχο, όμως όχι από το συγκεκριμένο πράγμα, όπως κι αν λέγεται αυτό, αλλά από την ποιότητα και τη μορφή του» (424a 18-25).

Ως αίσθηση εκλαμβάνεται «τόσο το όργανο όσο και η ικανότητα» (της αίσθησης εννοείται) «αφού πρόκειται για την ίδια πραγματικότητα, που την αντιμετωπίζουμε από διαφορετικές απόψεις» (σελ. 231). Με τον τρόπο αυτό γίνεται σαφής και η φράση του Αριστοτέλη: «Και το πρωταρχικό αισθητήριο είναι εκείνο που έχει μια τέτοια ικανότητα» (424a 26).

Με δυο λόγια, το αισθητήριο που έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις μορφές χωρίς να χρειάζεται την ύλη που τις παρέχει ονομάζεται πρωταρχικό αισθητήριο και προσφέρει την ικανότητα της αίσθησης ως εργαλείο που θα φέρει την κατανόηση του περιβάλλοντα κόσμου και τη θρέψη της ψυχής. Φυσικά, όταν μιλάμε για τις ανθρώπινες αισθήσεις αναφερόμαστε στη γεύση, την αφή, την όσφρηση, την όραση και την ακοή. Από αυτή την άποψη, η ακοή είναι η δυνατότητα αντίληψης του ήχου (μορφή), χωρίς να απαιτείται η γνώση του αντικειμένου που την παράγει (ύλη), η όσφρηση της μυρωδιάς και πάει λέγοντας.

Όμως, το αισθητήριο όργανο και η ικανότητα της αίσθησης, εν τέλει, δεν είναι παρά το ίδιο πράγμα, αφού αναγκαστικά θα λειτουργήσουν με τρόπο τόσο αναπόσπαστο, ώστε να χαθεί οποιαδήποτε υπόνοια ιδιαιτερότητας. Το ένα ακυρώνεται πλήρως χωρίς το άλλο, αφού το αυτί που δεν ακούει, δηλαδή το αισθητήριο που στερείται της ικανότητας, επί της ουσίας στερείται υπόστασης: «Ικανότητα, λοιπόν, και όργανο είναι το ίδιο πράγμα· η ουσία τους όμως είναι διαφορετική. Γιατί εκείνο που αισθάνεται πρέπει να είναι κάποιο μέγεθος· ούτε όμως η ουσία της αισθητικής ικανότητας ούτε η ίδια η αίσθηση είναι μέγεθος, αλλά κάποια μορφή και ικανότητα εκείνου που αισθάνεται» (424a 27-30).

Το αισθητήριο όργανο δεν έχει άλλη επιλογή από το να σχετιστεί με το χειροπιαστό μέγεθος που θα το καθορίσει. Η αίσθηση, όμως, ανήκει στα άυλα, στην ικανότητα της αντίληψης που ασφαλώς δεν είναι χειροπιαστή, όσο κι αν μπορεί να γεννήσει συγκεκριμένα συμπεράσματα ή συναισθήματα. Η διαφοροποίηση, όμως, αυτή της ουσίας τους δεν αφορά το καθημερινό πεδίο της πρακτικής εφαρμογής. Σε κάθε περίπτωση, όταν το αισθητήριο όργανο δε συνδυάζεται από την υποσχόμενη αίσθηση, στερείται νοήματος, όπως οτιδήποτε στερείται από θέση αρχής τη δυνατότητα της ολοκλήρωσης της αποστολής του.

Κι επειδή η εκπλήρωση κάθε αισθητηριακής λειτουργίας αφορά την ισορροπία ανάμεσα στις δυνατότητες του αισθητηριακού οργάνου (που καθορίζεται από τον τρόπο που το ανθρώπινο σώμα ορίζει τη δική του μεσότητα) και την ισχύ του παραγόμενου ερεθίσματος, γίνεται σαφές ότι εκείνα που λόγω υπερβολής δε γίνονται αντιληπτά, επί της ουσίας διαταράζουν την αρμονία που με τη μορφή της ανθρώπινης (σε σωματικό επίπεδο) μεσότητας καθορίζει το αντιληπτικό όριο των αισθήσεων. Οι ανθρώπινες αισθητηριακές δυνατότητες λειτουργούν σαν ένα κονσέρτο που ο μαέστρος προλαμβάνει και αποκλείει εκ των προτέρων κάθε υπερβολική παραφωνία. Κι όχι μόνο αυτό· η υπερβολική ένταση του ερεθίσματος είναι σε θέση να καταστρέψει το αισθητήριο όργανο (ή τουλάχιστον να προκαλέσει βλάβες) είτε προσωρινά είτε και σε μόνιμη βάση. Η απότομη διατάραξη της αισθητηριακής μεσότητας κρίνεται πολλές φορές επικίνδυνη.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Είναι φανερό από αυτά, γιατί κάποτε οι υπερβολές των αισθητών καταστρέφουν τα αισθητήρια· γιατί, αν η κίνηση είναι πολύ ισχυρή για το αισθητήριο, η μορφή (που είπαμε ότι είναι η αίσθηση) διαλύεται, όπως γίνεται και με την αρμονία και τον τόνο, όταν χτυπούμε πολύ δυνατά τις χορδές» (424a 30-34). Ξεκαθαρίζοντας ότι ως κίνηση εδώ νοείται η αλλαγή του σώματος σε σχέση με το ερέθισμα που το προκαλεί γίνεται σαφές ότι οι αισθήσεις δεν μπορούν να αφορούν τίποτε άλλο πέρα από το σώμα και τις δυνατότητες που αυτό παρέχει.

Αυτός είναι και ο λόγος που άλλες δυνατότητες έχει ο άνθρωπος και άλλες τα ζώα κι έτσι μπορεί να ερμηνευτεί ότι οι αισθητηριακές δυνατότητες μπορούν να διαφέρουν (έστω και με πολύ μικρές αποκλίσεις) από άνθρωπο σε άνθρωπο. Και βέβαια, η περίπτωση των φυτών δε θα μείνει έξω από τη διερεύνηση: «Είναι φανερό γιατί τα φυτά δεν αισθάνονται, παρόλο που έχουν κάποιο μέρος της ψυχής και πάσχουν κάτι από τα απτά, αφού και ψύχονται και θερμαίνονται. Ο λόγος είναι ότι δεν έχουν μεσότητα ούτε μια αρχή τέτοια που να δέχεται τις μορφές των αισθητών, αλλά πάσχουν από την ύλη» (424b 1-5).

Για τον Αριστοτέλη τα φυτά στερούμενα σωματικής μεσότητας, ως πρωτόλεια μορφή ζωής, είναι αδύνατο να αντιληφθούν αισθητηριακά οτιδήποτε, αφού η απώλεια προσωπικής μεσότητας ακυρώνει και οτιδήποτε θα μπορούσε να τη διαταράξει. Όσο κι αν σε επίπεδο αφής ανταποκρίνονται στα ερεθίσματα της ζέστης ή του κρύου θα ήταν μάλλον παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι ακούν ή βλέπουν. Η περίπτωση να αισθάνονται και να μην μπορούν να το εκφράσουν δεν τίθεται από τον Αριστοτέλη, πολύ περισσότερο η πιθανότητα να εκφράζονται κιόλας, αλλά αυτό να μη γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο γιατί βρίσκεται έξω από τις δικές του αντιληπτικές δυνατότητες.

Ο Αριστοτέλης βασίζεται αποκλειστικά στα συμπεράσματα που του δίνει η παρατήρηση. Η παραδοχή, όμως, ότι και οι αισθήσεις υπόκεινται σε περιορισμούς ισοδυναμεί με αναγνώριση αντιληπτικών ορίων σε σχέση με τα ερεθίσματα της φύσης. Από αυτή την άποψη, ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση ούτε να γνωρίζει τα πάντα ούτε να τα ερμηνεύει. Ο άνθρωπος οφείλει να προσδώσει τη δική του οπτική για την ερμηνεία του κόσμου που είναι αναφαίρετα δεμένη με τις δικές του δυνατότητες. Κι εδώ ακριβώς φτάνουμε στον πυρήνα αυτού που ονομάζουμε ανθρωποκεντρική εκδοχή των πραγμάτων.

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής

Η ΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ

Το θέμα μου πιθανόν να ακούγεται κάπως περίεργο. Ιδιαίτερα όταν απευθύνομαι σε επιστήμονες, ή σαφέστερα, σε άτομα με επιστημονική κατάρτιση, την οποία, καλώς ή κακώς, δεν είχα την τύχη να αποκτήσω. Μη έχοντας λοιπόν τη τεχνική δυνατότητα μια επισταμένης ή αν θέλετε ανατομικής έρευνας, θα έλεγα ότι η προσέγγιση μου είναι μάλλον μια ελεύθερη αναζήτηση απαντήσεων, σε ερωτήματα που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της 46χρονης καλλιτεχνικής μου πορείας σαν ερμηνευτής και σκηνοθέτης, ιδίως μέσα από την προσπάθεια μελέτης και έρευνας για την προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος. Αυτή η προσπάθεια με οδήγησε σε πολύμορφες πηγές, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι ακραίες ή και ανατρεπτικές, με την αυστηρή επιστημονική αντίληψη. Αν προσθέσετε τώρα και την οξυμένη φαντασία, την οποία ως δημιουργός δικαιούμαι να έχω, αντιλαμβάνεστε ότι πιθανόν να υπάρξουν κάποιοι ανάμεσά μας, οι οποίοι να διαφωνήσουν ή και να απορρίψουν τις θέσεις μου. Απόλυτα θεμιτό, εφόσον ένα συνέδριο σαν αυτό, σκοπό έχει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Ευτυχώς ακόμα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.

Δήλος. Ιερό νησί όπου γεννιέται ο Απόλλων. Ο Θεός του φωτός, της μουσικής και του έρωτα. Ο ζωοφόρος Θεός. Το τρίγωνο ανάμεσα Δήλου, Τήνου, και Μυκόνου, είναι το φωτεινότερο σημείο της υδρογείου. Μετρημένο από σύγχρονους επιστήμονες. Είναι τυχαίο άραγε; Δελφοί. Ο Ομφαλός της Γης. Εκεί εδρεύει η σκοτεινή μορφή της ίδιας θεότητας. Ο Απόλλων Λοξίας, που καθορίζει και κατευθύνει τις μοίρες των ανθρώπων. Ο ιερός τουτρίποδας. Τριαδικό σύμβολο. Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον.

Από την Ανατολή φθάνει ο Διόνυσος. Ο Γήινος Θεός της αμπέλου, του ενστίκτου, της γιορτής, της σάρκας, ο Βρώμιος, ο Καλλίνικος, ο Τιμωρός όσων δεν τον ακολουθούν. Το Διονυσιακό πνεύμα γεννά το Θέατρο. Σμίγει με το Απολλώνιο και εξελίσσει το Θέατρο στην τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη μορφή λόγου και ποίησης. Την Τραγωδία. Η πεμπτουσία του Θεάτρου όλων των εποχών. Απόλυτα νομοτελειακό. Στιλπνό και φωτεινό, σαν το φως του Αιγαίου. Καμία σκιερή γωνιά ή μαύρο σύννεφο του Βορρά. Όλα στο φως. Πυκνά, ολοκληρωμένα, διαλεκτικά νοήματα. Τίποτα περιττό. Πηγή των μύθων της Τραγωδίας είναι η Μυθολογία μας. Πόσο όμως είναι Μυθολογία; Μήπως σε αυτήν είναι κρυμμένοι κώδικες συμπυκνωμένης Κοσμικής Γνώσης; Θεωρώ πως τώρα αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε και να αποδεχόμαστε ξανά την ύπαρξή αυτής της γνώσης, η οποία πιθανόν να ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή. Από τους Ορφικούς Ύμνους, έως τον Όμηρο, όλους τους φιλοσόφους της Ελληνικής Γραμματείας, και τους Τραγικούς ποιητές, υπάρχει μια αλληλουχία στοιχείων Συμπαντικών επιστημονικών γνώσεων, που εάν καταφέρουμε κάποτε να συνταιριάξουμε τις ψηφίδες μέσα από τα συμφραζόμενα, ίσως κατανοήσουμε το μέγεθος τους, ή ακόμα και την πρακτική εφαρμογή τους. Αφότου η λαίλαπα του νεότερου θρησκευτικού φανατισμού κατέστρεψε όλες σχεδόν τις πηγές γνώσης, αφήνοντας μόνο κάποια ψήγματα, καθιστά αυτή την προσπάθεια αρκετά επίπονη.

Ο υπέρτατος Θεός Ζευς, ήταν απλώς «άτακτος» και ζευγάρωνε με θνητές, και μόνο από ερωτική επιθυμία; Από τις διασταυρώσεις όμως αυτές, γεννώνται Θεοί και Ημίθεοι με συγκεκριμένες εντολές και αποστολές. Η Αθηνά στην Ιλιάδα, με μία ακτίνα που εκτοξεύει, εξοντώνει 300 αντιπάλους. Τι ενέργεια ήταν αυτή η Ακτίνα; Σήμερα γίνονται έρευνες για την Γοργόνεια ενέργεια, η οποία έχει πολλαπλάσια ισχύ από την ατομική. Στην ασπίδα του αγάλματος της Παλλάδας Αθηνάς υπήρχε ο Γοργόνειος λίθος. Γοργόνες, Κένταυροι, Κύκλωπες, Μινώταυρος, Σφίγγα, Σειρήνες. Ήταν απλώς μυθικά τέρατα, ή μήπως γενετικά λάθη; Στο δάπεδο της Θόλου της Επιδαύρου απεικονίζεται η διάταξη των πλανητών του Ηλιακού μας συστήματος, μαζί με τις εκλείψεις της Σελήνης. Οι ονομασίες των πλανητών αναφέρονται στους Ορφικούς Ύμνους και ισχύουν έως σήμερα. Και τότε δεν υπήρχαν τηλεσκόπια ακριβείας. Ή μήπως υπήρχαν; Απλώς αναφέρω ενδεικτικά μερικά μόνο ερωτηματικά, ως αφορμή αναζήτησης κάποιας ερμηνείας. Υποθέσεις και απόψεις υπάρχουν πολλές. Εύχομαι και πιστεύω, ότι κάποτε ο σύγχρονος άνθρωπος θα φτάσει στον πύρινα αυτών των γνώσεων, εφόσον είναι έτοιμος να τις δεχθεί βεβαίως, και να τις χρησιμοποιήσει όχι για καταστροφικούς σκοπούς όπως σήμερα, αλλά για τη σωτηρία και ανάπτυξη του ωραίου πλανήτη μας.

Όλα τα Αρχαία Θέατρα βρίσκονται σε Ιερούς χώρους λατρείας κάποιας θεότητας, και είναι πλέον γνωστοί οι απόλυτα γεωμετρικοί συσχετισμοί μεταξύ τους σε ισόπλευρα τρίγωνα. Άρα η επιλογές των χώρων αυτών έγιναν με πλήρη μαθηματική γνώση, και σίγουρα δεν ήταν τυχαίες. Επίσης στους χώρους αυτούς υπάρχει ιδιαίτερα έντονη ενέργεια την οποία αισθάνονται, λιγότερο ή περισσότερο, όλοι όσοι βρεθούν εκεί. Από πού πηγάζει αυτή η ενέργεια; Πρόσφατες επιστημονικές έρευνες μιλούν για πύλες Κοσμικής επικοινωνίας. Επομένως: Ναός, Τελετουργία, Θέατρο. Ακόμα ένας Ιερός Τρίποδας.

Το Θέατρο, και ιδιαίτερα το Αρχαίο Δράμα είναι η συνισταμένη των τεχνών, με τρία βασικά στοιχεία:
α) Λόγος – Ποίηση, β) Μουσική, γ) Εικαστική δημιουργία. (Σκηνικός διάκοσμος). Ακόμα, το διέπουν τρείς βασικοί άξονες, που σκοπό έχουν:
Α) Τη διδαχή μέσω της ψυχαγωγίας, (αγωγή ψυχής).
Β) Την άσκηση πολιτικής κριτικής της Εξουσίας.
Γ) Τις αναφορές στην επιστημονική γνώση.

Διδαχή μέσω ψυχ-αγωγίας

Όλοι οι Ήρωες στο Αρχαίο Δράμα, είναι πάνω και πέρα από τα κοινό ανθρώπινο μέτρο. Θεοί, Ημίθεοι, Τύραννοι Εξουσιαστές και Βασιλείς. Έχουν Μέγεθος. Και οι συγκρούσεις υπέρμετρες. Οι Θεοί καθορίζουν την Ειμαρμένη. Η ανάγκη είναι αδιαπραγμάτευτη. Ηύβρης απέναντι στον Ανθρώπινο και τον Θείο νόμο τιμωρείται. Εάν δεν υπάρξει ηανύψωση, δεν θα επέλθει το δέος από την πτώση του ήρωα, και κατά συνέπεια η κάθαρση, που είναι και η ολοκλήρωση του δράματος. Άρα οι θνητοί πρέπει να σέβονται και όχι να φοβούνται το Θείον. Το Μέτρο πρέπει να κυριαρχεί στη σκέψη και τις πράξεις του ανθρώπου.

Οι Ωκεανίδες, αθάνατες κόρες του Ποσειδώνα, ως χορός στον Προμηθέα Δεσμώτη, όταν ακούν τα βάσανα που πέρασε και αυτά που μέλλεται να αντιμετωπίσει η Ιό στην ατέλειωτη πορεία της, λένε:

Σοφός, ναι ήταν σοφός,
κείνος που πρώτα ζύγιασε
καλά μες στο μυαλό του κι είπε:
Να κάμεις γάμο που ταιριάζει σου
η πιο μεγάλη είν΄ ευτυχία.
Κι αν είσαι ένας απλός θνητός
ποτέ μη πεθυμήσεις γάμο
με άνθρωπο που περηφάνεια του
είν΄ τα πολλά του πλούτη
κι αψηλή η γενιά.

Και πάλι ο χορός στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ κλείνει το δράμα λέγοντας:
Φρόνηση πρώτα. Η ευδαιμονία ακολουθεί.
Γιατί ο κόσμος Θεϊκός και να τον σέβεσαι.
Τα μεγάλα λόγια αλαζόνων, με μεγάλες πληγές
πληρώνονται. Φρόνηση πρώτα.
Γερνάμε για να βρούμε γνώση και γαλήνη.

Άσκηση πολιτικής κριτικής της Εξουσίας

Δεν υπάρχει θεατρικό έργο που να μην είναι πολιτική θέση και πράξη. Το καλό θέατρο φωτίζει προβλήματα, ασκεί κριτική, χωρίς να προτείνει λύσεις. Ερεθίζει μόνο τη σκέψη και τον προβληματισμό του θεατή. Σήμερα, όπου οι κανόνες της Δημοκρατίας είναι διαφορετικοί, υπάρχει κατά κάποιο τρόπο η ελευθερία της έκφρασης, με όποιες συνέπειες, μπορεί να επιφέρει η χρήση ή η κατάχρηση αυτής της ελευθερίας. Όμως στη Δημοκρατία της κλασικής περιόδου, η νομοθεσία και οι κανόνες απαγόρευαν στους ποιητές να θίγουνοικεία δεινά στο Αρχαίο Δράμα. Έθεταν ένα αποδεκτό πλαίσιο, μέσα στο οποίο επέτρεπαν να εκφραστούν οι ποιητές. Αυτό βέβαια δεν τους εμπόδισε, έμμεσα πλην σαφώς, να ασκούν κριτική καλή ή κακή, στην διαχείριση της εξουσίας, με σαφήνεια, πυκνότητα, και απαράμιλλη αισθητική.

Μετά από μία προσεκτική προσέγγιση, διαπιστώνει κανείς, ότι σε όλο το Αρχαίο Δράμα, κυρίαρχο θέμα είναι η διεκδίκηση της Εξουσίας και η διαδοχή της. Καθώς και η άσκηση της εξουσίας και οι συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο, που εκφράζονται μέσα από το χορό, ο οποίος όμως, παρότι είναι ο κύριος αποδέκτης των συνεπειών, παίρνει θέση μόνο ως σχολιαστής και πάντα σε σχέση με τους νόμους του δικαίου. Δεν ενεργεί δυναμικά ή ανατρεπτικά. Μήπως και σήμερα δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο; Και παρόλο που σαν σύνολο έχουμε αποκτήσει το δικαίωμα να επιλέγουμε την εξουσία μας, όταν αρχίσει η κατάχρηση εις βάρος μας, σχολιάζουμε πολύ, αλλά αντιδρούμε ελάχιστα έως καθόλου. Και όσο η εξουσία γίνεται όλο και πιο συγκεντρωτική, τόσο η θέληση και η επιρροή του συνόλου αποδυναμώνεται. Το παράδοξο είναι, ότι ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος, στο σύνολο του, έχει αναπτυχθεί έως κάποιο βαθμό κοινωνικά, επιστημονικά και πνευματικά, οι εξουσίες έχουν εξελιχθεί ελάχιστα έως καθόλου, επί της ουσίας. Παραμένουν σχεδόν αδιάλλακτες, κυριαρχικές και απειλητικές για τους πιο αδύναμους.

Ακόμα γνωρίζουμε, ότι η Ιστορία ανελίσσεται σπειροειδώς. Άρα υπάρχουν άπειρα αξονικά σημεία, όπου ιστορικά γεγονότα επαναλαμβάνονται σχεδόν πανομοιότυπα, με κάπως πιο εξελιγμένες μεθόδους ίσως.

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθει το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.»
Ισοκράτης (436 π.χ.- 338 π.χ.)

Επομένως, εάν εξετάσουμε προσεκτικά το Αρχαίο Δράμα, με την σημερινή εμπλουτισμένη εμπειρία, αναμφισβήτητα θα ανακαλύψουμε άπειρα κοινά σημεία που ταυτίζονται με ανάλογες πολιτικές καταστάσεις του σήμερα.

Και ακριβώς αυτή είναι η διαχρονική δύναμη και σημαντικότητα του Αρχαίου Δράματος. Είναι ουσιαστικά πιο σύγχρονο από το σύγχρονο. Ειδικά στην περίπτωση του Αριστοφάνη, όπου περιμένει κανείς να τον δει να χαιρετάει στο χειροκρότημα, μαζί με τους συντελεστές της παράστασης. Εάν έχει ερμηνευτεί σωστά βέβαια, χωρίς την υπερβολή της βωμολοχίας, για εμπορικούς λόγους.

Ο Αισχύλος, θεωρούμενος ως ο πλέον συντηρητικός ποιητής, δημιουργεί στην περίοδο της εδραίωσης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Με την ΟΡΕΣΤΕΙΑ, (η μόνη Τριλογία που σώζεται), εκτός από το ηθικό μέρος της αυτοδικίας που θέτει, με την μητροκτονία που πράττει ο Ορέστης κατ΄εντολή του Απόλλωνα Λοξία, εξυμνεί και την εδραίωση του μέγιστου δικαστικού θεσμού μέχρι σήμερα. Του Αρείου Πάγου. Η τριλογία ξεκινάει με ένα αιματηρό πραξικόπημα. Η Κλυταιμνήστρα αμέσως μετά τον βίαιο και ανόσιο φόνο του νόμιμου βασιλιά Αγαμέμνονα, λουσμένη ακόμα στο αχνιστό αίμα του, με το τσεκούρι στο χέρι, εμφανίζεται στο χορό – λαό, και επιβάλει τη δική της απολυταρχική εξουσία, σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια επαναφοράς της μητριαρχίας. Αυτό, κι αν δεν είναι πολιτική πράξη.

Στους ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ, θέτει το θέμα της εμφύλιας διαμάχης και πάλι για την απόκτηση της εξουσίας. Πάλι το δίκαιο αντιμέτωπο με το άδικο. Η κατάρα του Οιδίποδα βαραίνει και τα δύο αδέλφια, Ετεοκλή και Πολυνίκη. Το ήθος όμως δεσπόζει στην απόφαση των δύο αδελφών, να μονομαχήσουν μόνοι, για να μην υπάρξει αιματοχυσία.

Εκεί όμως που ο ποιητής ασκεί την πλέον έντονη κριτική στην απολυταρχική εξουσία, είναι στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΔΕΣΜΩΤΗ. Την τιμωρία του Προμηθέα, με εντολή του Δία, την επιβλέπει το Κράτος και την εκτελούν η σιωπηλή Βία και ο Ήφαιστος. Ο Ημίθεος δέχεται δύο πρεσβευτές. Ο Ωκεανός έρχεται αφ΄ εαυτού του, και μάταια τον συμβουλεύει να υποταχθεί στη νέα τάξη πραγμάτων. Ο Ερμής καταφθάνει φέρνοντας τελεσίγραφο του Δία, πως αν δεν αποκαλύψει ο Προμηθέας τους λόγους της πτώσης του, θα τον εξοντώσει. Ο επαναστάτης όμως Προμηθέας, αρνείται την υποταγή, χλευάζοντας τον Ερμή και όλους τους υποταγμένους. Λέει:

Είστε νέοι και καινούργιοι στην εξουσία,
και νομίζεται πως τίποτε δεν μπορεί
να ταράξει τα οχυρά που κρατείτε.
Είδα ως τώρα δύο των θεών άρχοντες
να χάνουνε το θρόνο τους.
Θα δω και τρίτον, αυτόν που τώρα εσάς κυβερνά.
Άραγε σήμερα, σε πόσους ηγέτες και εξουσίες δεν αρμόζουν αυτοί οι στοίχοι; Και κλείνει λέγοντας:

Και τούτο το ανυπότακτο κορμί
μακάρι να το ρίξει στα μαύρα Τάρταρα ,
στις φοβερές τις δίνες της Ανάγκης.
Όμως τη ψυχή μου, δεν θα μπορέσει να την πάρει.

Τι πιο πολιτική θέση;

Ο Σοφοκλής, δημιουργεί όταν πλέον η Δημοκρατία είναι εδραιωμένη και η Πολιτεία ισχυρή. Οι ήρωες του είναι πιο ανθρωποκεντρικοί, και θεωρείται ο πατέρας του ψυχολογικού θεάτρου. Δεν παύει όμως κι αυτός να θίγει θέματα που άπτονται του χειρισμού της εξουσίας. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ χρεώνεται όλη την ευθύνη, πολιτική και ανθρώπινη, για τη συμφορά της Πόλης, και αυτοτιμωρεί τον εαυτό του. Κι εδώ ο Απόλλων Λοξίας κατευθύνει την Ειμαρμένη του Οιδίποδα.

Στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ ο Κρέοντας απαγορεύει την ταφή του νεκρού Πολυνίκη. Υψίστη ύβριςπρος τον Θείο και Ανθρώπινο νόμο. Έτσι η αλαζονεία και η τυφλή αδιαλλαξία του, οδηγεί τη χώρα στον τελικό της αφανισμό.

Ο ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ, είναι η πλέον αντιπολεμική ελεγεία. Πληγωμένος και εξόριστος ο ήρωας, έχοντας γνωρίσει τη σκληρή και άδικη συμπεριφορά των συμπολεμιστών του, συνειδητοποιεί τη ματαιότητα ενός στημένου, ανέντιμου και άδικου πολέμου, όπως είναι πάντα και απανταχού κάθε πόλεμος. Αρνείται να δώσει το ισχυρό και καταστροφικό Ηράκλειο τόξο του στους Αχαιούς, που τυφλωμένοι από την αρπακτική τους μανία θέλουν την πλήρη ισοπέδωση μια χώρας. Ένας πόλεμος που στηρίχτηκε σε μια γελοία, και όπως αποδείχτηκε, ανυπόστατη αφορμή. Μήπως κι αυτό δε μας θυμίζει κάποιους πολέμους του σήμερα;

Ακολουθεί ο Ευριπίδης. Ο μέγας σαρκαστής και διαβρωτικός ποιητής. Δημιουργεί την εποχή που οι πόλεμοι έχουν παραλύσει τη Δημοκρατία της Αθήνας, και δεσπόζει η Σωκρατική φιλοσοφία. Νέες καινοτόμες ιδέες με τις οποίες συμπορεύεται. Δεν υπάρχει Τραγωδία του, που να μην υπονομεύει την εξουσία με αμείλικτη κριτική. Γι αυτό και εξορίζεται από την Πολιτεία.

Στην ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ, ο Αγαμέμνων, θυσιάζει ότι ποιο αγαπημένο πλάσμα έχει, την Ιφιγένεια, κάτω από την πίεση της αρχηγίας ενός αρπακτικού στρατού και μιας εκστρατείας, όπου με το τέλος της, δεν ξέρουμε ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος.

Στην ΕΚΑΒΗ και τις ΤΡΩΑΔΕΣ, οι «πολιτισμένοι» Έλληνες, με ασήμαντες αφορμές και κάποια σκευασμένα όνειρα, συντελούν την πιο στυγερή και αμείλικτη γενοκτονία. Πόσες τέτοιες γενοκτονίες δεν βιώσαμε και βιώνουμε σήμερα;

Στη ΜΗΔΕΙΑ, ο υπερφίαλος Ιάσωνας, δίνει μαθήματα «πολιτισμού και ήθους» στη «βάρβαρη» γυναίκα. Ξεχνά ότι είναι εγγονή του Ήλιου με υπερκόσμιες δυνάμεις. Εκείνη πρόδωσε πατέρα και πατρίδα, έγινε φόνισσα στην Ιωλκό και του πρόσφερε τα πάντα για να τον κάνει Ήρωα. Για την αγνωμοσύνη και την αλαζονεία του, δέχεται από αυτήν τη σκληρότερη τιμωρία. Η Μήδεια δεν είναι ένα απλό σύμβολο μιας απατημένης ζηλιάρας γυναίκας. Δεν φτάνει έως το φόνο των παιδιών της τυφλωμένη μόνο από γυναικεία ζήλεια. Με απελπισία και σπαραγμό, λέει στο χορό:

Εμπρός. Ποιο κέρδος από τούτη τη ζωή;
Μήτε πατρίδα, μήτε σπίτι, μήτε άλλος δρόμος
έξω απ΄ το κακό. Τ΄ άλλα τ΄ αποχαιρέτησα
στο πατρικό μου τ΄ ακρογιάλι, σκλάβα
στα λόγια ενός πολιτισμένου, ενός Έλληνα,
που τώρα στα χέρια μου τον παραδίνουν οι Θεοί,
να πάρω πίσω το αίμα μου.
Τη σάρκα που του χάρισα την παίρνω πίσω.
Εδώ και τώρα. Τα τέκνα του δε θα τα ξαναδεί.
Κι ούτε θα σπείρει φύτρο στο νιόνυμφο χωράφι του
– αν το φαρμάκι έχει κάποιαν αρετή.
Με πέρασες για δαμασμένη; Για καμιά αδύνατη;
Ήμερο φίδι του σπιτιού; Αλλιώς με λένε.
Αγάπη στην αγάπη, θέληση στο μίσος, αυτό αξίζει.
Αυτό απομένει από μια ανθρώπινη ζωή: Η δόξα…

Σε απόλυτο αδιέξοδο και πλήρη απελπισία, οδηγείται στη φρικτή πράξη. Έτσι σέρνει τον Ιάσωνα στον εξευτελισμό, και με το θάνατο της μέλλουσας νύφης, του φράζει κάθε δρόμο να γίνει βασιλιάς και γενάρχης.

Και φτάνουμε στο τελευταίο του, κορυφαίο αριστούργημα. Τις ΒΑΚΧΕΣ, το οποίο γράφει σε μεγάλη ηλικία και εξόριστος. Οι ΒΑΚΧΕΣ αντιμετωπίζονται συνήθως ως θρησκευτικό δράμα. Προσωπικά θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο πολιτικά έργο. Ο Πενθέας, ένας απόλυτα σκληρός και φασιστικά αδιάλλακτος εξουσιαστής, αρνείται να αποδεχτεί τη λατρεία του Διονύσου, μια Θεότητα που συμβολίζει τις νέες ιδέες, την εξέλιξη και τη γνώση της διαλλακτικής. Η τιμωρία του σκληρή και αδυσώπητη.

Ο Διόνυσος, αφού τον διασύρει ντυμένο γυναίκα μέσα από τους δρόμους της Θήβας, τον οδηγεί στο φρικαλέο θάνατο του διαμελισμού, από την ίδια του τη μάνα. Δηλαδή από την ίδια μήτρα που τον γέννησε. Και ίσως είναι η μοναδική φορά που βλέπουμε Θεό Τιμωρό σε ένα Αρχαίο Δράμα, το οποίο τελειώνει δίχως έλεος. Ο Διόνυσος καταστρέφει την Πόλη της Θήβας και το λαό της που δέχονταν να διοικείται από έναν τέτοιον εξουσιαστή.

Αναφορά στην επιστημονική γνώση

Πολλά και τα επιστημονικά στοιχεία στο Αρχαίο Δράμα, τα οποία ζητούν μία λογική εξήγηση, με τα σημερινά πάντα δεδομένα. Όσο ο σύγχρονος άνθρωπος εμπλουτίζει την επιστημονική του γνώση, τόσο πλησιάζει όλο και περισσότερο σε κάποιες απόψεις ή και ερμηνείες ακόμα. Δυστυχώς η σύγχρονη επιστημονική γνώση είναι κερματισμένη σε μεμονωμένες μονόδρομες ειδικότητες. Εάν παράλληλα αυτή η γνώση εμπλουτίζονταν και με μία σφαιρική φιλοσοφική θεώρηση, θα διεύρυνε τον ορίζοντα της. Η αλληλουχία ανάμεσα στη Φιλοσοφία, τη Φυσική και τα Μαθηματικά, είναι προφανής και άρρηκτη. Πάντως τα στοιχεία είναι εκεί και περιμένουν ερμηνείες.

Στον ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ ο Άγγελος όταν περιγράφει τον θάνατο του Οιδίποδα, λέει:
Μετά ο Οιδίπους τις κόρες του με τα τυφλά του χέρια
ψηλαφώντας, έλεγε: Κόρες μου, πρέπει τώρα ν΄ αποδείξετε
γενναίο φρόνημα, κι από τον τόπο αυτόν ν΄ αποχωρήσετε.
Μη δείτε, μην ακούσετε τ΄ απόρρητα και τ΄ απαγορευμένα.
………………………………………………………
Και πάρα κάτω συνεχίζει ο Άγγελος:
……………………………………………………….
Φεύγοντας, λιγάκι μόνο προχωρήσαμε, κι αμέσως
Στρέφουμε το κεφάλι μας να δούμε.
Εκείνος είχε εξαφανιστεί. Μόνο ο Βασιλιάς (Θησέας)
στεκόταν με το χέρι στο μέτωπό του σηκωμένο,
σκεπάζοντας τα μάτια του, σαν από φόβο από κάτι φοβερό
που φανερώθηκε, κι ανθρώπου μάτι δεν αντέχει να το δει.

Ποιά να ήταν άραγε τ΄ απόρρητα και τ΄ απαγορευμένα, που θνητός και αμύητος δεν έπρεπε να δει και ακούσει; Ο Οιδίπους και ο Θησέας, ήταν γόνοι Θεϊκής διασταύρωσης. Ποιο να ήταν το μυστικό που εμπιστεύεται ο Οιδίπους στον Θησέα, το οποίο θα κάνει την Αθήνα αήττητη; Και τέλος, τι είδους λάμψη κατήλθε, που ανθρώπου μάτι δεν αντέχει να το δει, και πήρε τον Οιδίποδα; Πρόκειται για θάνατο ή για ανάληψη:

Το πρώτο επεισόδιο στην ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ ξεκινάει με αυτόν το διάλογο:

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Ποιο να΄ ναι τάχα αυτό το αστέρι που ταξιδεύει;
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (Ακόλουθος)
Ο Σείριος, σιμά στην εφτάφωτη Πούλια,
στη μέση ακόμα τρέχει τ΄ ουρανού.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Γι αυτό δεν ακούγονται ούτε πουλιά ούτ΄ η θάλασσα,
κι ο άνεμος σωπαίνει πάνω από τον Εύριπο.

Άρα γνωρίζανε και τους αστερισμούς και τις επιρροές τους.

Η Μήδεια καθώς ανυψώνεται πάνω σε ένα παράξενο άρμα, λέει:
Ο Ήλιος, του πατέρα μου ο πατέρας, ο Ήλιος,
άρμα μας δίνει, άρμα προμαχώνα,
να μας φυλάγει από τα χέρια των εχθρών.

Τι είδος άρματος να ήταν αυτό, σταλμένο μάλιστα από το Ήλιο, που κατέρχεται και ανέρχεται από τον ουρανό;

Και άραγε ποια υπερδύναμη ενεργειακή ισχύ να είχε το Ηράκλειο Τόξο του Φιλοκτήτη, που με αυτό οι Έλληνες θα συνέτριβαν τα τείχη της Τροίας;

Η Τραγωδία όμως που είναι αποκαλυπτική και γεμάτη από πληροφορίες, είναι ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ του Αισχύλου.

Ο Ποσειδώνας και οι Ωκεανίδες κόρες του, φθάνουν στον τόπο μαρτυρίου του Προμηθέα, με ένα τετράποδο φτερωτό άρμα, που το οδηγεί ο Ποσειδώνας, όπως λέει, με τη θέληση κι όχι με χαλινάρι. Και όταν κατεβαίνουν από αυτό, εκείνο αιωρείται πάνω από τη γη. Ακόμα ένα περίεργο ιπτάμενο όχημα.

Στον πόλεμο Θεών και τιτάνων, ο Προμηθέας συντάσσεται με τον Δία και τον βοηθάει να κυριαρχήσει με τη γνώση.

Στο μέλλον η εξουσία θα ανήκει
όχι στους άκαμπτους και την ωμή τη βία,
μα σε όποιον με του νου τεχνάσματα τη νίκη θα κερδίζει.

Ο Δίας παίρνοντας την εξουσία, θέλει να καταστρέψει το ανθρώπινο γένος, που βρίσκεται σε ζωώδη κατάσταση μέσα σε σπηλιές, και να δημιουργήσει νέο γένος ανθρώπων. Ο Προμηθέας διαφωνεί. Κλέβει, όχι τη φωτιά, όπως συνήθως λέγεται, αλλά την Πηγή της Φωτιάς, ή πιθανόν, Πηγή του Φωτός, προνόμιο μόνο των Θεών.

Δηλαδή Φως = Γνώση, και την προσφέρει στων θνητών το γένος, διδάσκοντας του την Τεχνική, την Αστρονομία, την Αριθμητική, τη Γραμματική, τη Γεωμετρία, τη Ναυτιλία, την Ιατρική, τη Βιολογία, τη Μαντική και τη Μηχανική. Ακόμα και τα ορυκτά πολύτιμα μέταλλα.

Και όταν περιγράφει την πορεία της Ιούς, από τον Καύκασο έως και το Δέλτα του Νείλου, κάνει μια πλήρη γεωγραφική και πληθυσμιακή περιγραφή. Είχε ο ίδιος ο Αισχύλος διανύσει αυτή τη διαδρομή, ή μήπως υπήρχαν αεροφωτογραφίες από δορυφόρο; (δόρυ-φέρον;)

Ο Αισχύλος αναφέρεται ως υιός ιερέα, άρα είναι αμφίβολο εάν ο ίδιος ήταν μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια. Ο πατέρας του Ευμολπίδης και όλοι του οι προγονοί, κληρονομικώ δικαιώματι, ήταν ιερείς. Πιθανόν λοιπόν να πήρε τα στοιχεία από τα συγγράμματα του πατέρα του. Όπως και να έχει, γεγονός είναι ότι με τον Προμηθέα, αποκάλυψε πολλά μυστικά. Έτσι εξηγείται και η πιθανή δολοφονίας του από το ιερατείο, και ότι, οι άλλες δύο Τραγωδίες της τριλογίας, ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ και ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΛΥΟΜΕΝΟΣ, δεν χάθηκαν τυχαία.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η Γνώση δεν ήταν «προνόμιο» των ολίγων, όπως συνήθως λέγεται, αλλά, κατά τη γνώμη μου, προσφέρονταν με τη Μύησης, σε όσους ήταν έτοιμοι να τη δεχθούν και να τη διαχειριστούν σωστά.

Σκηνοθετική Προσέγγιση και Ερμηνεία

Είναι γνωστό, ότι σκοπός της επιστήμης στην εξελικτική της πορεία, είναι η έρευνα. Όμοια και η θεατρική προσέγγιση και ερμηνεία του Αρχαίου Δράματος, οφείλει να ακολουθήσει παρόμοια ερευνητική πορεία, με γνώμονα τους τρεις άξονες που προανέφερα. Με αυτό το δεδομένο, μπορούμε να πούμε πως οι παράγοντες της θεατρικής δημιουργίας, είναι κατά μια έννοια, επιστήμονες. Και εδώ έχουμε κάποιες διαφορές με τους φιλολόγους, διότι η φιλολογική προσέγγιση είναι, κατά κάποιο τρόπο, σημειολογική, ενώ η θεατρική, είναι εννοιολογική με αναζητήσεις μακράν πέρα από το γράμμα του λόγου.

Επομένως, μια σύγχρονη προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος σκηνοθετικά, οφείλει να φωτίζει τους ιστορικούς και επιστημονικούς συσχετισμούς και τις ομοιότητες του τότε, με το σήμερα. Και αυτή η προσέγγιση είναι κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο αποδεκτή, αλλά αναγκαία. Όμως για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει όλοι οι συντελεστές μιας παράστασης να έχουν πολιτική συνείδηση και σφαιρικά πολύπλευρη γνώση. Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Η εσωτερική διαχείριση της Πολιτικής μας ζωής γενικώς, και η είσοδος μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την συγκεντρωτική και χειραγωγημένη διοίκηση, αποδυνάμωσε την ατομική πρωτοβουλία, και διαμόρφωσε ένα μεγάλο ποσοστό των νεότερων γενεών, σε απολιτικά όντα, με εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση και μόνο. Μια νέα μορφή πολιτών, όπου τα αποτελέσματα της συμμετοχής τους στην εξέλιξη και διαμόρφωση των επερχόμενων κοινωνιών, είναι προς το παρόν αστάθμητη. Στο είδος των πολιτών αυτών, ανήκουν ίσως και οι περισσότεροι νέοι σκηνοθέτες. Μη έχοντας λοιπόν, είτε τη γνώση, είτε το θάρρος, είτε ακόμα και τη διάθεση να εμβαθύνουν στον πλούτο που προσφέρουν τα κείμενα αυτά, καταφεύγουν σε εξωγενείς λύσεις και μιμητισμούς. Αναλώνονται με πεισματική μανία, στη διαμόρφωση μιας εξωτερικήςμεταμοντέρνας φόρμας, (εάν κάποιος μπορεί να μου ερμηνεύσει την έννοια του όρου, είναι ευπρόσδεκτος), με δανεικά συνήθως στοιχεία εξωτικών θεάτρων, ή με παράξενες και άσχετες σωματικές εκφράσεις, με κύριο στόχο τον εντυπωσιασμό του θεατή. Χάνουν έτσι την συνοχή των ταυτόσημων συσχετισμών, την ανάγλυφη προβολή των ηρώων, και κυρίως το μέγεθος των ιδεολογικών και συναισθηματικών συγκρούσεων. Απαξιούν δε, να ασχοληθούν καν με τη διαλεκτική του Δράματος. Έτσι, καταλήγουμε να μην καταλαβαίνουμε ούτε τι βλέπουμε, ούτε τι λένε αυτοί οι ταλαίπωροι ήρωες. Αυτό όμως που με τρομάζει, και με εξαγριώνει, είναι ότι οι μη συμφωνούντες με αυτόν τον διασυρμό, στιγματίζονται ως αναχρονιστές.

Το φαινόμενο βέβαια, δεν είναι μόνο Ελληνικό. Είναι παγκόσμιο. Μέσα από την απαξίωση και τον εκφυλισμό των ιδεολογικών αξιών, και την έλλειψη ενός εποικοδομητικού και εξελικτικού Δημοκρατικού διαλόγου, ο σύγχρονος πολίτης του κόσμου, ασφυκτιά υπαρξιακά.

Αυτά όσο αφορά τη Σκηνοθετική ερμηνεία. Τι προκύπτει όμως όταν ένας σύγχρονος Ηθοποιός καλείται να λειτουργήσει σε μία παράσταση Αρχαίου Δράματος; Εκτός από την καλή φυσική του κατάσταση και την τεχνική του εξάρτηση, που είναι η πανοπλία του, οφείλει κυρίως να απαλλάξει το πνεύμα και την ψυχή του από τα συντεταγμένα όρια, τους στενούς ορίζοντες και τις προκαταλήψεις που έχει θέσει η εξέλιξη του σύγχρονου θρησκόληπτου υλιστικού πολιτισμού. Να απαλλαγεί ακόμα και από το σύνδρομο της ρομαντικής αρχαιολαγνείας, εάν υπάρχει, και απελεύθερος πλέον να προσπαθήσει να αποκωδικοποιήσει την συμπυκνωμένη γνώση που περιέχουν τα κείμενα, πέρα και έξω από τον προσωπικό και κοινωνικό μικρόκοσμο που τον περιβάλει, ώστε να πλησιάσει με δέος και σεβασμό το μέγεθος, τις έννοιες του λόγου, τις συγκρούσεις των ηρώων και την υπέρτατη ποίηση.

Ποια είναι όμως η διαδρομή που θα πρέπει να διανύσει ένας σύγχρονος Υποκριτής για ναμυηθεί στην προσέγγιση του ήρωα που θα υποδυθεί;

Εν αρχή ην ο λόγος, λέει ο Αριστοτέλης. Λόγος-Λογική. Ταυτόσημες λέξεις. Κυρίαρχη ανάγκη να ενεργοποιήσει ο Υποκριτής τη λογική του, για να κατανοήσει τις έννοιες του λόγου. Ιδιαίτερα σήμερα με τον εκφυλισμό που έχει υποστεί η γλώσσα μας, και τη χαλαρή έως ελλιπή εκπαίδευση, το πρόβλημα μεγεθύνεται. Όντας κάτοχοι της πλέον εννοιολογικήςγλώσσας, είναι αβάσταχτα οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς την απαξίωση της. Ακόμα ευθύνη φέρουν και κάποιοι, ευτυχώς όχι όλοι, μεταφραστές με την αβασάνιστη έως πρόχειρη μετάφραση. Εάν λοιπόν το κείμενο δεν είναι πιστό, και ο Υποκριτής δεν εννοείαυτά που λέει, το αποτέλεσμα είναι, να βγαίνει ο λόγος και τα νοήματα από το στόμα του σαν άνοα ηχητικά σχήματα, αφήνοντας τον θεατή αδιάφορο. Πέρα από το γεγονός ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στα επόμενα στάδια εμβάθυνσης του ρόλου. Συμπέρασμα. Η λογικήείναι θεμελιώδες εργαλείο, το οποίο πρέπει να οδηγήσει τον Υποκριτή στις εναλλασσόμενες και δαιδαλώδεις σκέψεις του ήρωα, οι οποίες ερεθίζουν την ψυχοσύνθεση του, και κατά συνέπεια παράγουν τις έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις. Με δυο λόγια πρέπει να μετουσιωθεί ο ίδιος στον ήρωα, και όχι να μείνει ο Υποκριτής που παραστάνειτον ήρωα, που είναι και η πλέον επικίνδυνη και ολισθηρή παγίδα. Είναι δεδομένο ότι ό θεατής διαβάζει πρώτα τη σκέψη του Υποκριτή, και μετά ακούει τον λόγο. Αυτό είναι και το πιο πολύπλοκο στάδιο της μύησης.

Από πού όμως θα αντλήσει αυτή την ενέργεια που απαιτείται, για να μετουσιωθεί και να ανέλθει στο απαιτούμενο μέγεθος του ήρωα; Ασφαλώς από τον ιερό χώρο του κοίλου του θεάτρου. Την ιερή ώρα της παράστασης, θα πρέπει να ανοίξει τις πύλες της ευαισθησίας του, να ελευθερώσει την υπαρξιακή του οντότητα, για να αισθανθεί τις δονήσεις τηςκοσμικής ενέργειας να διαπερνάει τα κύτταρα του, και να μεταδώσει αυτή την ενέργεια, με όλη του τη δύναμη, στο πλήθος. Μόνο μέσα από αυτή τη δύσκολη και επίπονη διαδρομή, θα μπορέσει να επιτευχθεί η μέθεξη, και ο ίδιος να δεχθεί το Θείον Δώρο. Την απόλυτη πλήρωση.

Ανεξάρτητα από τη φόρμα που μπορεί να έχει η παράσταση, θεωρώ ότι όλοι οι συντελεστές οφείλουν να διανύσουν αυτή τη διαδρομή. Τότε και μόνο τότε οι δημιουργοί γίνονται Μύστες ενός πραγματικά Τελετουργικού Θεάτρου. Να πάρει επιτέλους το Αρχαίο Δράμα τη θέση και την αίγλη που του αξίζει. Να αγάλλεται κι ο Διόνυσος, που όπως πιστεύω εγώ, βρίσκεται ανάμεσα στους θεατές.

Πλάτων: η επιθυμία του αγαθού

Κάθε άνθρωπος επιθυμεί να είναι ευτυχής. Όταν πρόκειται να γνωρίσουμε την αλήθεια, κανένας δεν είναι τόσο εύστροφος, ώστε να φοβάται το σφάλμα σαν ένα κακό. Λίγο σχεδόν είμαστε «λυπημένοι» (Πολιτεία, V, 476 D) από τη φιλαυτία μας, όταν ο φιλόσοφος απαιτεί μόνος να περιορίζει μιαν αλήθεια για την οποίαν στο βάθος δεν έχουμε τι να κάνουμε. «Αλλά όταν πρόκειται για πράγματα αγαθά, κανείς δεν περιορίζεται να κατέχει μόνον φαινόμενα· αντίθετα, τα πραγματικά αγαθά όλος ο κόσμος αναζητά, χωρίς να αποδώσει καμιά αξία, μέσα σ’ αυτή την περιοχή, στο φαινόμενο» (Πολιτεία, VI, 505, D).

Είναι σαφές για όλους ότι η ευτυχία συνίσταται στο να κατέχουμε πολλά καλά (Ευθύδημος, 278, Ε) πράγματα: πλούτο, τιμή, εξουσία (αγαθά εξωτερικά)· υγεία, ομορφιά, δύναμη, επιδεξιοσύνη (αγαθά του σώματος)· θάρρος, χαρακτήρα, ευφυΐα (αγαθά της ψυχής) (Ευθύδημος, 279 A-B· Νόμοι, I, 631 B-C· V, 727α – 729α). Ας προσθέσουμε, ότι δεν πρόκειται να τα καθέξουμε. Τα πράγματα δεν είναι ωφέλιμα παρά για κείνον που τα χρησιμοποιεί και, ακριβέστερα για κείνον που τα χρησιμοποιεί όπως πρέπει. Έτσι, όλα αυτά «τα αγαθά» δεν είναι, ακριβώς, ούτε καλά ούτε κακά· αυτά δεν γίνονται τέτοια παρά με τη χρήση, καλή ή κακή, που κάνουμε σ’ αυτά. Έτσι, κάθε φρόνιμη χρήση κατακτά μια γνώση. Ας πούμε, λοιπόν, στο τέλος του λογαριασμού, ότι δεν είναι καλό παρά η επιστήμη, δεν είναι κακό παρά η άγνοια (Ευθύδημος, 280 Β – 281 E). Η επιστήμη της ευτυχίας θα έπρεπε να μας διδάξει ταυτόχρονα και να αποκτούμε τ’ αγαθά και να τα χρησιμοποιούμε.

Που να βρούμε αυτή την επιστήμη; - Όλα τα επαγγέλματα, όλες οι μέθοδοι που γνωρίζουν, ν’ αποκτούν ή να παράγουν αγαθά, αγνοούν πώς να τα χρησιμοποιούν. Κυνηγοί και ψαράδες είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν τη λεία τους στο μάγειρο που μόνος γνωρίζει ν’ αντλήσει μέρος απ’ αυτή. Οι στρατηγοί είναι ικανοί να κατακτήσουν μια πόλη, αλλά μόνον ο πολιτικός γνωρίζει να εκμεταλλευτεί τις νίκες τους (Ευθύδημος, 288 D – 290 D). Για κάθε αντικείμενο, είναι μια μέθοδος παραγωγής (ή απόκτησης) και μια μέθοδος χρήσης και, κάθε φορά η μια υποτάσσεται στην άλλη· έτσι, ο ιππέας διδάσκει στο σιδηρουργό ή στο σαμαροποιό, τι πρέπει να είναι ένα καλό φίμωτρο, ή ένα καλό χαλινάρι, ο υφαντουργός καθοδηγεί την εργασία του κατασκευαστεί στις σαΐτες (Πολιτεία, Χ, 601· Κρατύλος, 390 Β). Τέχνες, επιστήμες, μέθοδοι ιεραρχούνται ανάλογα μ’ αυτό που η μια παράγει και που χρησιμοποιεί η άλλη, έως ότου να καταλήξουν σε κάποια υψίστη επιστήμη που θα δεσπόσει στο σύνολο των μεθόδων.

Ποια είναι αυτή η «βασιλική επιστήμη»; (Ευθύδημος, 291 β 5· C 8· Πολιτικός, 305 D2). Είναι βέβαιον ότι αυτή η επιστήμη, η πιο υψηλή, θα εφαρμοσθεί, όχι σ’ οποιοδήποτε αντικείμενο, όχι σ’ ένα οποιοδήποτε «αγαθό», αλλά στο ύψιστο αντικείμενο (αν υπάρχει). Γιατί όπως οι επιστήμες, τα πράγματα επίσης ιεραρχούνται τα μεν σε σχέση με τα δε. Όλα τα πράγματα δεν μας είναι πολύτιμα στον ίδιο βαθμό· υπάρχουν αυτά που τα επιθυμούμε σαν φάρμακα ή ακόμη σαν μέσα για άλλα αγαθά. Μπορούμε να διακρίνουμε επίσης τα αγαθά που αγαπούμε δι’ εαυτά και για τα πλεονεκτήματα που απ’ αυτά απορρέουν. Αλλά παρατηρώντας τα από κοντά, καταλαβαίνουμε ότι κάθε αγαθό τείνει περ’ από τον ίδιο τον εαυτό του, ότι καλεί μια επαύριον που για την προπαρασκευή της μπορεί να χρησιμεύσει, αλλά που δεν μπορεί ποτέ να την αντικαταστήσει στη θέση της. Όλα αυτά τα αγαθά – «φαντάσματα» «απατούν» (Λύσις, 219 C) την επιθυμία μας· αναζητημένα «με την προοπτική» άλλων αγαθών, καλούν ένα τελευταίο αγαθό, αγαπητό δι’ εαυτό και σταθερό «τέρμα» (Λύσις, 219 C 6-7· βλέπε Ευθύδημος, 291 B 7-8) για τις περιπλανήσεις μας. Είναι σαφές ότι μόνον αυτό το υπέρτατον αγαθό θα μπορούσε να προσφέρει στη «βασιλική επιστήμη» ένα αντικείμενο αντάξιό της (Πολιτεία, II, 357 B· Γοργίας, 467 E· Λύσις, 218 D).

Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για ευτυχία χωρίς να λογαριαστούμε με το χρόνο μέσα στον οποίο αυτή κατασκευάζεται. Μέσα στο χρόνο βάζουμε στη σειρά, τα μεν ύστερ’ από τα δε, τα εφήμερα αγαθά και εργαζόμεθα για την έλευση του τελικού αγαθού. Κι όσο λίγο και αν γνωρίζουμε ακόμη γι’ αυτό το ικανοποιητικό αγαθό, ευχόμαστε να είναι πάντα κοντά μας (Συμπόσιον, 206 A). Η επιθυμία της ευτυχίας θέλει την αιωνιότητα του αντικειμένου και την αθανασία του υποκειμένου. Ιδού ποιος, μια φορά επί πλέον, θέτει εκτός αγώνος τα ασταθή αγαθά, αγαθά εξωτερικά και αγαθά του σώματος. Φθαρτά, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν παρά μια ευτυχία περαστική σε θνητά όντα. Όταν μάλιστα θα είμαστε αθάνατοι, το βάθος της επιθυμίας μας δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με αυτά (Ευθύδημος, 289 B· Νόμοι, II, 661, B). Η ψυχή, αυτή, είναι αθάνατη. Καμιά αμφιβολία, ότι οι άλλοτε προορισμένες ψυχές να θεωρούν τον «υπερουράνιον χώρον», όπου ορθώνονται οι νοητές Ιδέες, δεν βρήκαν μια τέλεια ευτυχία σ’ αυτό «το ευτυχισμένο όραμα» (Φαίδρος, 247 C, 250 B 7). Αλλ’ έπειτα, αυτές έπεσαν μέσα σε θνητά σώματα, και δύσκολα θα πείσουμε το γεωμέτρη να αντλήσει μια επαρκή τέρψη στη σπουδή της Ιδέας του Κύκλου αν, αγνοώντας τον διαβήτη και το γνώμονα (εργαλεία ανακριβή, ως τόσο, και φθαρτά), δεν εγνώριζε ούτε να κατασκευάζει το σπίτι του, ούτε, σαν έλθει το βράδυ, να βρει το δρόμο για να επιστρέψει σ’ αυτό (Φίληβος, 62 A-C). Οι ανάγκες του ενσαρκωμένου όρου μας υποχρεώνουν να επιδιώξουμε χωρίς διακοπή τα «καλά πράγματα», φευγαλέα και φορείς ενός μόνον μέρους της ασταθούς ευτυχίας, μιας ευτυχίας στο μέτρο του θνητού όρου μας. Αν είναι πιθανόν ότι η αθάνατη ψυχή οδηγείται αυθόρμητα προς τις αιώνιες Ιδέες, δεν είναι λιγότερο αληθινό, ότι η ενσαρκωμένη ψυχή δεν δοκιμάζει καμιά επιθυμία γι’ αυτό και ότι το «επέκεινα» (Φίληβος, 79 D I· Φαίδρος, 250 Α 6) με τις μακαριστές Πραγματικότητες της εμπνέει δυσπιστία και της φαίνεται μια μεγάλη απάτη (Φαίδων, 69 Ε).

Ιουδίθ, η χήρα που σκοτώνει

Tα φανερά δηλητήρια του Ένοπλου βιβλικού Δόλου


Μια καταπληκτική "ιστορία", θα αφήσουμε να μας αφηγηθεί η Βίβλος, που τόσα πολλά μας δίδαξε σ’ αυτή την «περί δόλου» μελέτη μας, για να πεισθούμε οριστικά, ότι το σύνολο των όπλων που τίθενται στην υπηρεσία του Εβραιο-χριστιανικού-βιβλικού δόλου, είναι τελικά πανίσχυρα και αληθώς ακαταμάχητα! Αυτή είναι η ιστορία της εκπληκτικής Ιουδίθ! Μια ιστορία που από πολλούς δεν θεωρήθηκε αληθινή, λόγω του υπερβάλλοντος ηρωισμού της ηρωίδος της. Εμείς όμως πιστεύουμε, ότι εντελώς άλλοι είναι οι λόγοι που επέβαλαν την αφαίρεση του καταπληκτικού αυτού βιβλίου από τη μασσοριτικότροπη Βίβλο της βιβλικής «Εταιρίας Λονδίνου», που όλοι εσείς έχετε στο σπίτι σας!

Ας απολαύσουμε λοιπόν μια καταπληκτική "ιστορία", αδιαφορώντας εντελώς για το αν είναι πραγματική ή όχι, (μιας και αυτό που αναζητούμε δεν είναι ιστορικές μορφές αλλά «μεθοδολογίες») … κι ας βγάλουμε όλοι μας αδέσμευτα, τα δικά μας συμπεράσματα!

Η πόλη Βαιτυλούα[1] είναι σε μεγάλο κίνδυνο. Πρωτοφανής για την εποχή εκείνη σε όγκο στρατός, στρατοπεδεύει λίγο μακρύτερα απ’ τα όρια της πόλεως: «εκατόν εβδομήντα χιλιάδες (170.000) δυνατών πολεμιστών και δώδεκα χιλιάδες (12.000) ιππείς. Εκτός αυτών, μέγα πλήθος ακολουθούσε για τις αποσκευές». Ιουδίθ Ζ΄2-4.

Ο Ολοφέρνης[2] όπως αποκαλείται ο βαβυλώνιος αρχηγός που εκπροσωπεί τα συμφέροντα του μεγάλου Ναβουχοδονόσορα, έχει την πρόθεση να αλώσει την αγαπημένη τους πόλη. Οι κάτοικοί της, με απόφαση των ιερέων τους, κλείστηκαν αποφασιστικά μέσα στα τείχη της, αρνούμενοι πεισματικά την παράδοσή της.

Ο Ολοφέρνης ομως έκανε παραδόξως κάτι έξυπνο... κάλεσε όλους του σατράπες της Φιλισταιο-Φοινικικής παραλίας, που είχαν ήδη παραδοθεί, και τους ρώτησε τι συμβαίνει με τους κατοίκους των ορεινών αυτών περιοχών και γιατί τολμούν να αγνοούν τόσο επιδεικτικά την παρουσία του.

Ένας προεστός από τη Χαναάν, ανέλαβε να εξηγήσει στον στρατηγό την ιδιόμορφη κατάσταση. Λέει λοιπόν για την παράξενη στάση των κατοίκων της ορεινής Βαιτυλούα: «ο λαός ούτος είναι απόγονοι των Χαλδαίων. Προηγουμένως είχαν κατοικήσει στην Μεσοποταμία... » (Ιουδίθ Ε΄6) και αρχίζει να εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια, την παράξενη ιστορία των Εβραίων και του δυναμικού θεού τους, από την εποχή της Αιγύπτου μέχρι την διείσδυσή τους στη γη Χαναάν. Προσθέτει δε, ότι μόνο αν ο θεός τους δεν τους υπερασπιστεί, μόνο τότε μπορούν να ελπίζουν σε νίκη.

Ο στρατηγός Ολοφέρνης εντυπωσιάστηκε με όσα άκουσε, ζήτησε όμως και άλλη γνώμη. Κάποιοι λοιπόν του εξήγησαν με περισσότερο προσγειωμένες λεπτομέρειες ότι, οι Χαλδαιο-Ισραηλίτες αυτοί, που τολμούν και του αντιστέκονται κλεισμένοι στην οχυρωμένη τους πόλη, δεν έχουν καμιά αξιόλογη δύναμη και χωρίς κανένα πρόβλημα μπορούν να εκστρατεύσουν εναντίον τους. Ιουδίθ Ε΄20-23.

Μετά απ’ τις περιγραφές και τις εκτιμήσεις αυτές, τα στρατεύματα του Βαβυλώνιου στρατηγού μετακινούνται: «και στρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα της Βαιτυλούα πλησίον της πηγής». Ιουδίθ Ζ΄3.

Μέσα απ’ τα τείχη οι λεπτομέρειες είναι συγκλονιστικές. Οι Ισραηλίτες αλλόφρονες απ’ την αγωνία τους, παρακολουθούν το μέγα εχθρικό πλήθος, που αφού υπέταξε αμαχητί όλη σχεδόν την Παλαιστίνη, στρατοπεδεύει απειλητικά χαμηλά στη δική τους κοιλάδα. Η αγωνία κορυφώνεται όταν το ιερατείο (ελπίζοντας προφανώς πολλά απ’ την βολικότατη στρατοπέδευση των αντιπάλων πλησίον της πηγής), αποφάσισε την μη παράδοση της πόλεως, περιμένοντας όπως πάντα κάποιο απ’ τα γνωστά σωτήρια θαύματα του Κυρίου.

Αυτή τη φορά όμως, όλα πηγαίνουν στραβά! Κάποιοι απ’ την γύρω περιοχή, «στρατηγοί των παραλίων χωρών», (προφανώς Φιλισταίοι απ’ τις παραλιακές πόλεις), παρατηρητικότεροι των άλλων, και καλύτεροι γνώστες της ιστορίας του Ισραήλ, δίνουν στον Ολοφέρνη μια συμβουλή, που καταστρέφει ολοσχερώς για τους ιερείς των Ισραηλιτών, κάθε τους ελπίδα σωτήριας υδατομαγγανείας!

Να τι λένε οι στρατηγοί των παραλίων χωρών στον Ολοφέρνη, πριν από την τελική αναμέτρησή του, με τους έγκλειστους εντός των τειχών Ισραηλίτες: «άκουσε ένα λόγο και από μας μεγάλε Ολοφέρνη, για να μη συμβεί μεγάλη θραύση στη στρατιωτική σου δύναμη. Ο λαός αυτών των Ισραηλιτών δεν έχει πεποίθησιν εις τα δόρατα και εις την στρατιωτικήν του δύναμιν, αλλά εις το ύψος των ορέων, όπου αυτοί κατοικούν... Λοιπόν δέσποτα Ολοφέρνη, μην πολεμήσεις εναντίον αυτών, όπως συνήθως γίνεται ο πόλεμος κατά παράταξιν, και δεν θα χάσεις ούτε έναν στρατιώτη. Μείνε εις το στρατόπεδόν σου, προφύλαξε από κάθε φθορά τους άνδρες σου και ας βαδίσουν μερικοί απ’ τους στρατιώτες σου, δια να καταλάβουν την πηγήν του ύδατος, η οποία αναβλύζει από του όρους. Διότι εκείθεν υδρεύονται πάντες οι κάτοικοι της Βαιτυλούα».[3]Ιουδίθ Ζ΄ 9-13.

Όλα δείχνουν ότι η συμβουλή ήταν απολύτως προς τη σωστή κατεύθυνση. «Και ήρεσαν οι λόγοι αυτών εις τον Ολοφέρνη... και κατέλαβαν τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των Ισραηλιτών... και εστρατοπέδευσαν εις την ορεινήν... (δλδ, στις ορεινές πηγές), και απέστειλαν τμήμα εξ αυτών (των στρατιωτών τους), προς νότον και προς ανατολάς... εις τον χείμαρρον... (κατέλαβαν κάθε άλλη πηγή ύδρευσης), και η λοιπή στρατιά των Ασσυρρίων εστρατοπέδευσεν εις την πεδιάδαν και εσκέπασαν όλην την χώραν. Και ανεβόησαν προς τον Κύριον οι υιοί Ισραήλ ότι εκύκλωσαν πάντες οι εχθροί αυτών.» Ιουδίθ Ζ΄ 16-19.

Ο Ολοφέρνης στον ενθουσιασμό του, απέκλεισε με φρουρές όλες τις πηγές στη γύρω χώρα. Το πλήγμα για τους πολιορκημένους εντός των τειχών ήταν διπλό. Όχι μόνο αποκλείστηκαν από το πολύτιμο νερό των πηγών τους, αλλά άθελά του ο Ολοφέρνης, αχρήστευσε απολύτως κάθε δυνατότητα επιβολής των γνωστών μας νεροπληγών, στους στρατοπεδευμένους στρατιώτες του κάτω στην κοιλάδα!

Να μια αξεπέραστη κατάσταση, στην οποία μέχρι τώρα, ποτέ δεν μας ξενάγησε η Βίβλος, αυτή η εγκυκλοπαίδεια της μαγγανείας, που μέσ’ την ιερή και αταλάντευτη αφέλειά μας, επί αιώνες ονομάζουμε «βιβλίο θεού»! Είναι λοιπόν μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία, γι’ αυτό ας την παρακολουθήσουμε... γιατί εδώ, θα δούμε τον ένοπλο δόλο αυτοπροσώπως!

Τριάντα τέσσαρες μέρες άντεξαν καρτερικά τον αποκλεισμό οι δύσμοιροι Ισραηλίτες, περιμένοντας το θαύμα, που αυτή τη φορά δεν έλεγε να φανεί. Το πολύτιμο νερό τέλειωσε, και πολλοί έπεφταν εξαντλημένοι στις πλατείες της πόλεως. Εξοργισμένοι οι προεστοί με την απόφαση των ιερέων, να μην παραδώσουν την πόλη σε μια τέτοια στρατιά, απαιτούν την άμεση παράδοση της πόλεως στα χέρια του Ολοφέρνη. Οι ιεράρχες κι αυτοί πανικόβλητοι, επιμένουν για μια μικρή ακόμα πενθήμερη παράταση, με την ελπίδα πως ο θεός, τελικώς δεν θα τους εγκαταλείψει. «Απλώθηκε δε εις όλη την πόλην θλίψις μεγάλη και ταπείνωσις»

Ο "άγγελος Κυρίου" όμως, δεν λέει να φανεί. Κάτι τον εμποδίζει να δείξει την δύναμή του, όπως τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν. Εδώ όμως, ακριβώς πάνω στο όριο του οριστικού αφανισμού, σαν από αληθινό θαύμα, εμφανίζεται η αστείρευτη δύναμη αυτού του λαού, που δίνει τους δικούς του ήρωες, ακριβώς τη στιγμή που τους έχει ανάγκη!

Ο "άγγελος Κυρίου", για περισσότερες από τριάντα πέντε μέρες τώρα, δεν μπορεί να τους υπερασπιστεί. Ούτε "σφήγκες", ούτε "αερόλιθοι", ούτε "έκσταση", ούτε "συριγμοί αγγέλων", ούτε τόσα αλλά... παρά Κυρίου, λένε να φανούν. Ούτε καν εκείνος ο συχνοεμφανιζόμενος και βολικότατος αλληλοσπαραγμός, δεν μπορεί πια να τους βοηθήσει! Μπορεί όμως… η ηρωίδα μας... η Ιουδίθ!

Η Ιουδίθ είναι μια πανέμορφη χήρα, που εδώ και τρία χρόνια και τέσσερις μήνες, πενθούσε τον λατρεμένο σύζυγό της. Πέταξε λοιπόν το ένδυμα της χηρείας της, και ανέλαβε ηρωική πρωτοβουλία. Στους ιεράρχες που εκθέτει την απόφασή της, κάνει μια θαυμάσια αναδρομή στην πατριαρχική τους ιστορία, που δείχνει και σε μας, ότι δεν στερείται προχωρημένων γνώσεων, της αληθινής ιερατικής εβραϊκής ιστορίας. Η προσευχή μάλιστα της Ιουδίθ μας αποκαλύπτει μια αποφασισμένη για όλα γυναίκα: «Κύριε εξαπέστειλε την οργή σου εις τας κεφαλάς αυτών και δώσε εις το χέρι εμού της χήρας, να πράξω εκείνο το μεγάλο έργον... με τα απατηλά λόγια που θα βγουν από το χείλη μου (εκ χειλέων απάτης μου), πλήξε δούλο μαζί με τον αφέντη του, και αρχηγό με τον υπηρέτη του μαζί, και σύντριψε την αλαζονεία τους με το χέρι μιας γυναικός». Ιουδίθ Θ΄ 9,10.

Και συνεχίζει η εκπληκτική Ιουδίθ, δείχνοντας απόλυτα αποφασισμένη, να κάνει χρήση του γλυκόλογου δόλου, αλλά και των θαλερών της σωματικών προσόντων, για να φέρει σε πέρας μια ανεπανάληπτα τραυματική απάτη: «Ω θεέ των πατέρων μου, θεέ της κληρονομιάς του Ισραήλ... δώσε εις τον στόμα μου λόγια απατηλά, εις όλεθρο και καταστροφή αυτών, (δός λόγον μου και απάτην εις τραύμα και μώλωπα αυτών)... διότι εσύ είσαι ο θεός πάσης δυνάμεως και ισχύος». Ιουδίθ Θ΄ 12,14.

Η αφήγηση μας δείχνει με κάθε λεπτομέρεια τις προετοιμασίες της.

Η πανέμορφη χήρα, πετά από πάνω της τα άθλια ρούχα της χηρείας. Λούζει το σώμα της και το αλείφει με πλούσιο μύρο. Χτενίζει περίτεχνα τα μαλλιά της. Βάζει τα καλύτερά της ενδύματα, δαχτυλίδια, ενώτια και πάσης φύσεως στολισμούς. Φόρεσε τα σανδάλια της και πάνω απ’ όλα, ζώστηκε το ακαταμάχητο όπλο της… την αποφασισμενη πλανερής γοητείας της: «εκαλλωπίσθη σφόδρα εις απάτησιν οφθαλμών ανδρών, όσοι αν ίδωσιν αυτήν». Ιουδίθ Ι΄3,4. Η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε. Η Ιουδίθ σ’ όλο το επιτηδευμένο μεγαλείο της, είναι έτοιμη για δράση!

Βέβαια, για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της, δεν θα έφθαναν μόνο τα όπλα της αρωματισμένης θηλυκότητάς της, και τα απατηλά της λόγια. Μαζί της, (όπως είναι άλλωστε από μας αναμενόμενο), παίρνει: «ασκοπυτίνην[4] οίνου, και καψάκην (κασελάκι) ελαίου», ένα σάκο ψωμί και σύκα. Όμως σε μια δούλη της, που θα την ακολουθήσει πιστά ως το τέλος, παραδίδει και άγνωστο αριθμό αγγείων: «και περιεδίπλωσεν[5] πάντα τα αγγεία αυτής και επέθηκεν (φόρτωσε) έπ’ αυτήν» Ιουδίθ Ι΄5. Ο αριθμός των αγγείων δεν μας γίνεται γνωστός, αλλά και το σημαντικότατο περιεχόμενό τους παραμένει άγνωστο!

Όλα αυτά τα πράγματα λοιπόν, τα φορτώνει στη δούλη της, και ξεκινά με τις ευχές των ιερέων της πόλεως, που τα χάνουν από την ομορφιά και της λέγουν: «Ο θεός, ο θεός των πατέρων μας, ευχόμεθα να σου δώσει χάριν, ώστε να φέρεις εις πέρας το έργον σου (τα επιτηδεύματά σου)». Η Ιουδίθ τους απάντησε αποφασισμένη, και με όσα λέει τους τονίζει ότι θα κάνει όλα όσα μαζί τους, με κάθε λεπτομέρεια έχει συμφωνήσει: «ανοίξατε μου την πύλην της πόλεως, να εξέλθω και να φέρω εις πέρας τα έργα, δια τα οποία είχατε ομιλήσει μαζί μου».[6] Ιουδίθ Ι΄8,9.

Η πεντάμορφη μυρωδάτη χήρα, άφοβη κατηφόρισε προς το στρατόπεδο του εχθρού, δείχνοντας από μακριά σ’ όλους πως, όχι μόνο δεν φοβάται κανέναν, αλλά και ότι γνώριζε πολύ καλά τις εντυπώσεις που σκορπούσε στους στρατιώτες, που έκπληκτοι την παρακολουθούν να τους πλησιάζει λικνιστή, σαν γιορτοστόλιστη φρεγάτα, μια πανέμορφη γυναίκα!

Στις ερωτήσεις και τις απαραίτητες εξηγήσεις που ακολουθούν, η Ιουδίθ ψύχραιμη παραγγέλνει να την οδηγήσουν στον αρχηγό τους, που έχει κάτι πολύ σημαντικό να του πει. Στο στρατόπεδο η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Έγινε: «συρροή ανδρών». Ανδρομάνι δηλαδή, που ήθελαν να την δουν και να την αποθαυμάσουν! Επαινούσαν δε ενθουσιασμένοι το γένος των Εβραίων, που ανάμεσά τους έχουν τέτοιες θαυμαστές και αξιοπόθητες γυναίκες!

Η Ιουδίθ μαζί με την φορτωμένη δούλα της, οδηγείται ενώπιον του Ολοφέρνη, που δεν αργεί να καταλάβει, ότι μπροστά του έχει μια πολλά υποσχόμενη λαχταριστή ύπαρξη. Μια αρωματισμένη καλλονή στο στρατόπεδο, είναι όντως μια ανεπανάληπτη φαντασίωση, την οποία κανένας άνδρας δεν θα κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να αποφύγει!

Η Ιουδίθ μπροστά στον Ολοφέρνη, αποδεικνύεται αντάξια των διασημότερων προγόνων της.[7] Στέκει στο ύψος των περιστάσεων και του ρόλου της, και με ατέλειωτες κολακείες, φουσκώνει με υπερηφάνεια τα μυαλά του στρατηγού Ολοφέρνη, τυλίγοντάς τον αργά αλλά σταθερά στο αρωματισμένο πέπλο της γοητείας και των πλανερών της στόχων.

Μαζί με την προσποιητή σεμνότητά της, δεν ξεχνά να του παρουσιαστεί ως θυμωμένη ιέρεια, που του προσφέρει έτοιμο ένα σχέδιο καταλήψεως της ίδιας της πόλεώς της, απ’ την οποίαν έφυγε, καθώς του λέει, πολύ οργισμένη για τις άπειρες ασέβειες, και αδικίες που της είχαν κάνει. Και η Ιουδίθ του αραδιάζει μια φανταστική ιστορία! Όλοι γνωρίζουν του λέει, ότι αυτή η πόλη, θα πέσει μόνο αν οι κάτοικοί της αμαρτήσουν στο θεό τους, και αυτό άρχισε ήδη να συμβαίνει, καθώς άρχισαν αμαρτάνοντας να καταναλώνουν τις "ιερές τροφές", και τα απαγορευμένα "άγια" αποθέματα νερού απ’ τον ναό!

Ο Ολοφέρνης δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει, την τύχη του, που του έφερε τέτοιο θηλυκό κελεπούρι, ή την ευγλωττία και τους επαίνους αυτής της εξωτικής ιέρειας, που μέσ’ την ιερή της αγανάκτηση για κάποιες ιερές τροφές, στις οποίες φαίνεται να ήταν φύλακας, θα του χαρίσει την ανώδυνη νίκη στην περίεργη αυτή πεισματάρα πόλη!

Η Ιουδίθ, μετά από τόσες ευφάνταστες ψευτιές, που σαν γλυκά φιλάκια τις ακούμπησε απαλά στ’ αυτιά του Ολοφέρνη, περνάει έντεχνα σε ένα μοναδικό... ασήμαντο... δικό της αίτημα. Ένα εντελώς απλό αίτημα, που αν και λίγο ιδιόμορφο, της χαρίζει πρόσθετη αίγλη και θηλυκότητα, αφού απορρέει απ’ την ευσεβέστατη και ιδιότυπη ζωή της... ιέρειας! Του λέει λοιπόν: «ότι η δούλη σου θεοσεβής εστί, και λατρεύω νύκτα και ημέρα τον θεόν του ουρανού... θα μείνω λοιπόν μαζί σου... αλλά παρακαλώ την άδειά σου, ώστε να εκτελώ μόνο τα νυχτερινά ιερά μου καθήκοντα, σε κάποιο παρακείμενο φαράγγι ύδατος, όπου μάλιστα θα μου αποκαλυφθεί και το πότε ακριβώς θα εξορμήσεις κατά της πόλεως, αφού ολοκληρωθεί η αμαρτία τους, που είναι και η μόνη αιτία της πτώσεώς της!

Η συναλλαγή, το γλαφυρό παραμύθιασμα δηλαδή, συμπληρώνεται με περιγραφές νίκης, όχι μόνο κατά της πόλεώς της, αλλά και κατά της Ιερουσαλήμ, που με ανεπανάληπτη χάρη του περιγράφει η πεντάμορφη χήρα, κάνοντας τον στρατηγό Ολοφέρνη, μαζί και όλους τους παρευρισκόμενους, να ανταποδώσουν ενθουσιασμένοι τις φιλοφρονήσεις… τονίζοντας καταγοητευμένοι, ότι ποτέ τους δεν ξανάδαν τέτοιο ανεπανάληπτο σύνολο σοφίας και ομορφιάς ταυτόχρονα!

Τα φραστικά και σωματικά της δολώματα έπιασαν τόπο! Οι γοητευτικές περιγραφές της νίκης, και οι θηλυκές χάρες της, σφηνώθηκαν γερά στις φαντασιώσεις του Ολοφέρνη! Η πρώτη αυτή επαφή, τελειώνει με τις αναμενόμενες διαταγές, για περιποίηση καταλύματος και τροφών εκ μέρους του καταγοητευμένου στρατηγού. Εκεί όμως στο περιθώριο των τακτοποιήσεων, η Ιουδίθ σαν κάτι ασήμαντο και αυτονόητο, περνάει και έναν δεύτερο όρο για την ιεροπρεπή διατροφή της: «Δεν θέλω φάγει απ’ αυτών (των εκλεκτών τροφών του Ολοφέρνη), δια να μην παραβώ το θέλημα του Κυρίου, αλλά θα φάγω από τα φαγητά εκείνα τα οποία εγώ φρόντισα να φέρω μαζί μου». Ιουδίθ ΙΒ΄2.

Ο Ολοφέρνης, σ’ αυτήν την περίεργη ανάγκη της, ρωτά παραξενεμένος, τι θα γίνει άμα τελειώσουν τα τρόφιμα που έχει μαζί της, και εκείνη τον καθησυχάζει λέγοντά του ότι, πολύ προτού τα τρόφιμα αυτά τελειώσουν, τα θαυμαστά πράγματα που του έχει υποσχεθεί, θα έχουν όλα συντελεστεί.

Κανείς δεν θέλησε να δώσει περισσότερη σημασία, στις θρησκευτικές αυτές γλυκύτατες παραξενιές, της λαχταριστής ιέρειας... που όμως δικαιολογούσαν άριστα, την κατοχή ολόκληρου του συρφετού των παράξενων αγγείων που είχε φέρει μαζί της η θελκτικότατη αυτή "ιέρεια"!

Η πρώτη νύχτα στο στρατόπεδο των Ασσυρρίων, έπεσε ήσυχα όπως συνήθως. Η Ιουδίθ όμως, κοιμήθηκε μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Πριν απ’ το γλυκοχάραμα, έστειλε μήνυμα να της επιτρέψουν να εξέλθει προς εκτέλεση της απαραίτητης νυχτερινής της λατρείας! Οι θρησκευτικές ανάγκες που μια ζωή τώρα απαρέγκλιτα δήθεν είχε τηρήσει, την καλούσαν στο απαράβλεπτο αυτό καθήκον. Ο Ολοφέρνης νυσταγμένος παραγγέλνει, να μην την εμποδίζουν στα περίεργα αυτά θρησκευτικά της καθήκοντα: «και έμεινεν η Ιουδίθ εις το στρατόπεδο των Ασσυρρίων τρεις ημέρας. Κάθε νύκτα δε, εξήρχετο εις την φάραγγα Βαιτυλούα και εβαπτίζετο (ελούετο) εις την πηγήν του ύδατος που ευρίσκετο πλησίον του στρατοπέδου των Ασσυρίων». Ιουδίθ ΙΒ΄7.

Οι στόχοι της Ιουδίθ επιτεύχθησαν όλοι. Το κυριότερο… τα πολύτιμα ύδατα της πηγής του στρατοπέδου... είναι επιτέλους προσεγγίσιμα! Η μεταμεσονύχτια ελεύθερη πρόσβαση στο πόσιμο νερό των στρατευμάτων του Ολοφέρνη, είναι το αληθινό ζητούμενο της θαρραλέας αυτής γυναίκας, που σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, έπεισε τους εχθρούς της λέγοντας με την γλυκύτατη θηλυπρέπειά της, ασταμάτητα σωτήρια ψέματα για το λαό της!

Η τελευταία μέρα είναι συναρπαστική. Ο Ολοφέρνης υποκύπτει στον κρυφό πόθο του και προσκαλεί την ιέρεια καλλονή με τις τόσο "ιερές παράξενες", αλλά και τόσο γλυκές σωτηριακές υποσχέσεις, σε δείπνο!

Η Ιουδίθ απαντά με τρόπο, ώστε τα τέλεια υπονοούμενα της, να ενθαρρύνουν όλους τους κρυφούς πόθους του στρατηγού: «και ποιά είμαι εγώ, που θα φέρω αντίρρησιν εις τον κύριόν μου; Κάθε τι που είναι εις αυτόν αρεστό, εγώ θα το εκτελέσω αμέσως». Ιουδίθ ΙΒ΄14. Ομολογουμένως, δεν θα μπορούσε να γίνει σαφέστερη, για τις αναμενόμενες εξελίξεις του δείπνου!

Στο δείπνο, μετά το άφθονο κρασί, ο πόθος άναψε: «και άναψε η καρδία (ο πόθος) του Ολοφέρνη δι’ αυτήν, και (εξέστη και εσαλεύθη η καρδία Ολοφέρνους έπ’ αυτήν) και κατελήφθη η ψυχή αυτού από σφοδράν επιθυμίαν να έλθη εις ένωσιν μετ’ αυτής». Ιουδίθ ΙΒ΄16.

Οι συνδαιτυμόνες και οι δούλοι διακριτικά αποχώρησαν. Μέσα στη σκηνή έμεινε μόνο η Ιουδίθ και ο ποθοπλάνταχτος στρατηγός. Η Ιουδίθ ξέχασε τους ιερατικούς της περιορισμούς, έφαγε και ήπιε μαζί του και άφησε τα τρεισήμισι χρόνια της χηρείας της, να δώσουν στον γλυκύτατο πόθο, τις υψηλότερες επιδώσεις του: «Το σανδάλιον αυτής ήρπασεν τον οφθαλμόν αυτού»! Και φυσικά δεν του έδειξε μόνον το "σανδάλι" της, αφού «το κάλος αυτής παρέλυσεν αυτόν» και όταν η νύχτα έπεσε για τα καλά, «ευφράνθη Ολοφέρνης απ’ αυτής, και έπιεν οίνον πολύν σφόδρα, όσον ουκ έπιεν πώποτε εν ημέρα μία αφ’ ου εγεννήθη» Ιουδίθ ΙΒ΄20.

"Φέσι", "τούρνα", λιώμα, έγινε ο στρατηγός στην γλυκιά αγκαλιά της Ιουδίθ! "Κουδούνι" λοιπόν έγινε ο στρατηγός, στα χέρια της μάυρης χήρας! Και αφού κατευχαριστήθηκε την... «ένωσιν μετ’ αυτής», έπεσε σε έναν ύπνο, που κατά την αφήγηση τουλάχιστον, δεν επρόκειτο να ματαξυπνήσει.

Κάποια στιγμή το τρυφερό χεράκι της Ιουδίθ, παράτησε τα ερωτικά χάδια και κρατώντας σφιχτά το δικό του κοφτερό σπαθί, κτύπησε δύο φορές με δύναμη τον τράχηλο του κοιμισμένου στρατηγού! Το κεφάλι κύλησε στο πάτωμα της σκηνής, χαμογελώντας ακόμα ευτυχισμένα! Ο Ολοφέρνης, ούτε που μπορούσε να φανταστεί, πόσο ευτυχισμένα μπορεί να πεθάνει κανείς, περιστοιχισμένος από εκατοντάδες χιλιάδες δικούς του πάνοπλους ανθρώπους, όταν ασυλλόγιστα για να ξεδιψάσει το πάθος του, αγκαλιάζει τα υπέροχα δώρα των εχθρών του!

Η Ιουδίθ κάθισε μέσα στη σκηνή περιμένοντας. Είχε ατσαλώσει απ’ το πείσμα. Η ώρα έφτασε, κατά πως είχε συνηθίσει τους φρουρούς, λίγο πριν από το χάραμα, την πιο κατάλληλη ώρα της δολιοφθοράς, σηκώθηκε. Έξω από τη σκηνή, στον απόγειο της θεατρικότητάς της, με ευάλωτη και νωχελική τσαχπινιά, βεβαίωσε τους φρουρούς ότι ο στρατηγός κοιμάται βαριά κι ευτυχισμένα, κι αλίμονο σ’ αυτόν που θα ταράξει έναν τέτοιο μακάριο ύπνο! Οι δε φρουροί, χαμογέλασαν νυσταγμένα με κλεφτές ματιές και άπειρη κατανόηση!

Ύστερα, μαζί με την δούλα της, που κατ’ εντολή της περίμενε υπομονετικά κάπου έξω στον προθάλαμο της σκηνής, ξεκίνησε έχοντας στο ταγάρι της το... πέρα για πέρα "ευλογημένο" κεφάλι του στρατηγού!

Ιδού η αφήγηση: «Έπειτα (η Ιουδίθ) εκτύπησε τον τράχηλο του Ολοφέρνη δύο φορές με όλην την δύναμή της και απέκοψε απ’ αυτόν την κεφαλήν του... και παρέδωκεν εις την δούλην αυτής την κεφαλήν του Ολοφέρνη. Εκείνη έβαλεν την κεφαλήν εις τον σάκον των τροφίμων και εξήλθον και οι δύο μαζί, η Ιουδίθ και η θεραπαινίς αυτής κατά την συνήθειάν των (των νυχτερινών επισκέψεων στην πηγή), δια την προσευχήν. Επέρασαν δια μέσου του στρατοπέδου, έκαμαν τον κύκλον της φάραγγος και (μετά) ανέβησαν εις το όρος». Ιουδίθ ΙΓ΄8,10.

Η Ιουδίθ, αλώνισε κυριολεκτικά νυχτιάτικα το στρατόπεδο των Ασσυρρίων! Διέσχισε το βυθισμένο στον ύπνο στρατόπεδο, και με το θάρρος του ανθρώπου, που για όλα έχει μια δικαιολογία, διέσχισε το στρατόπεδο… επισκέφθηκε για τελευταία φορά στην πηγή… για "προσευχή"… και μόνο τότε φεύγει οριστικά για το πολύπαθο κάστρο της πόλεώς της

Ναι, όλοι είχαν εντολή, ν’ αφήσουν ανενόχλητη την πεντάμορφη αυτή μάγισσα της νύχτας, να λούζεται και να προσεύχεται κάθε βράδυ, στην πηγή του στρατοπέδου. Έτσι, την τέταρτη αυτή νύχτα, μετά το τρικούβερτο γλέντι, η Ιουδίθ εξαπέλυσε την αθόρυβη, αλλά θανατηφόρο επίθεσή της! Μαζί με το κομμένο κεφάλι του εχθρού της, μεταφέρουν και τα καλοτυλιγμένα εκείνα δοχεία, με το άγνωστο περιεχόμενό τους! Μέλι; Ποιος να ξέρει ίσως... αλλά τι "μέλι"! Τέλος πάντων, ότι πιο κατάλληλο... για κατανυκτική νυχτερινή προσευχή... βαπτισμούς... και αγιάσματα!

Ιουδίθ λοιπόν... ο ένοπλος δόλος αυτοπροσώπως!

Χρησιμοποίησα λίγο παραπάνω γλαφυρή γλώσσα, γιατί η ιστορία αυτή, αξίζει πράγματι ιδιαίτερης αποτύπωσης στα βραδυφλεγή μυαλά μας. Άλλωστε, πιστεύω ότι όλες αυτές οι ανεπανάληπτες "ιστορίες", κάποτε πρέπει έτσι ακριβώς να περιγραφούν, μήπως τελικά και συνειδητοποιήσουμε σε ποιον άθλιο κύκλο αγιοποιήσεων έχουμε εμπλακεί.

Γιατί λοιπόν η Ιουδίθ, μπαίνει στον περιττό κίνδυνο με το κεφάλι του στρατηγού στο ταγάρι, να τριγυρνάει μέσ’ το στρατόπεδο χωρίς να παραλείψει ούτε την τελευταία αυτή φορά την επίσκεψη της στην πηγή;

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα περί νυχτερινών λατρευτικών συνηθειών της, ήταν εντελώς ψέμα. Ένα ευφυές εφεύρημα, που εξυπηρετούσε τέλεια την δυνατότητα ελεύθερης νυχτερινής διέλευσης του στρατοπέδου. Αν λοιπόν, (όπως διατείνονται οι εξουσιοδοτημένοι ερμηνευτές των γραφών), αποκλειστικός στόχος της, ήταν μόνο ο φόνος του Ολοφέρνη, αυτός είχε εντελώς εκπληρωθεί.

Λοιπόν... την τελευταία αυτή νύχτα, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να διακινδυνεύει με παραπανίσιες ψευτοπροσευχές και νυχτερινές ιερατικές προσποιήσεις. Κανέναν λόγο δεν είχε την τελευταία αυτή νύχτα να επισκεφθεί και την πηγή. Ακριβώς όμως αυτή η τελευταία επίσκεψη στην πηγή, είναι που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία, για το ποιός ήταν αληθινά ο πρωταρχικός στόχος της θαρραλέας κατά τα άλλα Ιουδίθ.

Κοντά στην πηγή και κατά μήκος του στρατοπέδου, που ανενόχλητη διασχίζει, υπάρχουν οι πρόχειρες εγκαταστάσεις αλλά και συγκεντρωμένα τα απαραίτητα αποθέματα νερού, που εξυπηρετούν τις βασικές ανάγκες δεκάδων χιλιάδων στρατοπεδευμένων στρατιωτών. Αυτά θα δεχθούν το περιεχόμενο των αγγείων που με τόσο προσοχή περιετύλιξε (περιεδίπλωσεν), και με πολύ φροντίδα έφερε μαζί της, για να γίνουν τα απαραίτητα εργαλεία του σωτήριου νυχτερινού "αγιασμού των υδάτων"! «Ο εξηπλωμένος βραχίων του Κυρίου», δηλαδή, το μακρύ απλωμένο χέρι του Κυρίου, βρήκε στο πρόσωπο της Ιουδίθ, τον πλέον κατάλληλο, ευφυέστατο, θαρραλέο, πεντάμορφο και χαμογελαστό άγγελο θανάτου!

Η επιστροφή στην αποκλεισμένη πόλη, είναι γεμάτη λυρισμούς και υπέροχα εγκώμια, για την ανεπανάληπτη ομολογουμένως αυτή ηρωίδα, που με αφάνταστο ενθουσιασμό γίνεται δεκτή πίσω στο πολιορκημένο κάστρο. «Ζη Κύριος διότι δια του προσώπου μου εξαπάτησε τον Ολοφέρνη». Ιουδίθ ΙΓ΄16. Και οι ιερείς απαντούν γνωρίζοντας ότι ο Κύριος είναι πλέον έτοιμος να εκδηλώσει το σωτήριο θαύμα του: «η δύναμις του Κυρίου εξεδηλώθη δια της χειρός σου» Ιουδίθ ΙΓ΄19.

Η επόμενη μέρα, είναι μέρα νίκης και επέμβασης του Κυρίου!

Η αφήγηση εξαιρετικά φειδωλή, μας αποκαλύπτει μόνο ψίχουλα από τον αληθινό χαμό που επακολούθησε. Όλο το βάρος της σύγχυσης που ακολούθησε στο στρατόπεδο, το αποδίδει αρχικά μόνο στην απώλεια του στρατηγού Ολοφέρνη. Αρκετά όμως ξεκάθαροι είναι οι χαρακτηρισμοί της ίδιας της Ιουδίθ, καθώς υμνεί το θεό του Ισραήλ λέγοντας: «Τότε έβγαλαν αλαλαγμούς χαράς οι αδελφοί μου. Εκείνοι δε (οι Ασσύριοι) ασθένησαν, κατελήφθησαν από φόβο και κατεπτοήθησαν... ετράπησαν εις φυγήν. Μικρά παιδιά ετρύπησαν αυτούς με τας λόγχας των (μικρά παιδιά μπορούσαν να τρυπήσουν εκλεκτούς σκληροτράχηλους πολεμιστές με τις δικές τους λόγχες!) και σαν δούλους αυτοπαραδιδόμενους τους εφόνευσαν. Εξολοθρεύθησαν από τον στρατό του Κυρίου... (υπαινίσσεται εξολοθρευτές "αγγέλους"). Αλίμονο στα έθνη που επαναστατούν εναντίον του ισραηλιτικού μου γένους... ο Κύριος θα στείλει πυρ και σκώληκας[8] να καταφάγουν τας σάρκας αυτών»!!! Ιουδίθ ΙΣΤ΄11,12,17.

Μικρά παιδιά κατέβηκαν λοιπόν, και εφόνευαν το υπόλοιπο της ατέλειωτης στρατιάς, που ανήμποροι (ασθένησαν), και δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν την άτακτη φυγή των δικών τους. Οι λέξεις είναι προσεκτικά διαλεγμένες, για να δείχνουν μόνο στους μυημένους την αληθινή εικόνα της νίκης.

Τα λάφυρα της στρατιάς ήταν ατέλειωτα: «Όλος ο λαός λεηλατούσε το στρατόπεδο των Ασσυρίων, επί τριάκοντα συνεχείς ημέρας και έδωκαν τη Ιουδίθ την σκηνή του Ολοφέρνη και τας κλίνας (που τόσο... τις τίμησε) και πάντα τα σκεύη αυτού». Ιουδίθ ΙΕ΄11.

Αν σκεφτούμε λοιπόν για λίγο τα πραγματικά δεδομένα αυτής της αφήγησης, θα δούμε ότι η αφήγηση που θέλει τους Εβραίους να καταδιώκουν τους εχθρούς τους, σε μια ένδοξη έξοδο πολιορκημένων, δεν μπορεί να σταθεί. Παρά την ξαφνική απώλεια του αρχηγού Ολοφέρνη, μια χούφτα άνθρωποι, δεν θα μπορούσαν να καταδιώξουν μια στρατιά από 182.000 επαγγελματίες στρατιώτες, με εκλεκτό ιππικό και άρματα μάχης, ακόμα και χωρίς την παρουσία του Ολοφέρνη. Στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχουν εκείνοι που αναπληρώνουν την ξαφνική απουσία του αρχηγού.

Αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι. Στην χειρότερη αυτή περίπτωση, θα περιμέναμε να δούμε μια συντεταγμένη αποχώρηση, της πανίσχυρης αυτής στρατιάς, που με ντροπιαστικό τρόπο έχασε τον αρχηγό της. "Κάτι" λοιπόν περισσότερο απ’ την ξαφνική απώλεια του αρχηγού, πρέπει να συντρέχει για να υποστούν πανωλεθρία όλοι αυτοί οι ατέλειωτοι εχθροί, ώστε ακόμα και παιδάκια να τους τρυπούν θανάσιμα, και σαν δούλοι να δέχονται μοιρολατρικά τον θάνατο.

Να λοιπόν που παρά τους ευφυείς εχθρικούς αποκλεισμούς των υδάτων, ο ένοπλος δόλος και πάλι νίκησε! Ο μακροχέρης Κύριος, έδωκεν πνεύμα σοφίας και συνέσεως σε μια δούλη του, που με διάφορα θρησκευτικά προσχήματα, "γονάτισε" εκεί που πρέπει, και κατασύντριψε μια ολόκληρη στρατιά εμπειροπόλεμων ανδρών, εξοπλισμένη μόνο με θέλγητρα, δόλια γλώσσα και μικρά χαριτωμένα βαζάκια γεμάτα θάνατο!

Ερωτήσεις: Γιατί ο Κύριος, ο θεός του Ισραήλ, που κάθε τόσο έβγαζε νερό τρυπώντας τους βράχους της ερήμου, μεσ’ την τόση δυστυχισμένοι δίψα του λαού του, δεν έβγαλε ούτε μια σταγόνα νερού μέσα στη πόλη τρυπώντας θαυματουργικά έναν ακόμα βράχο, όπως έκανε τόσες και τόσες φορές, αλλά προτίμησε να εξοντώσει με χίλιους δόλους, 182.000 ανθρώπους; Γιατί επιστρατεύει την θαλερή θηλυκότητα μιας πανέμορφης χήρας… για να καταφέρει τα θανάσιμα πλήγματα στους εχθρούς του; Επιτρέπεται στους δοξασμένους υπηρέτες του Κυρίου, να ψεματίζουν τόσο γλυκά και ασύστολα τα θύματά τους; Μήπως όταν κινδυνεύουμε όλα επιτρέπονται; Ας μη χάνουμε όμως άσκοπα τις ερωτήσεις μας. Κανείς… μα κανείς, δεν πρόκειται να μας απαντήσει.

Απ’ την άλλη... τριάντα πέντε ολόκληρες μέρες ο πάνοπλος Ολοφέρνης κρατούσε στην απόλυτη εξουσία του το νερό των αντιπάλων του. Σε κανενός όμως απ’ τους πολυπληθείς πολεμικούς συνεργάτες του, δεν πέρασε απ’ το μυαλό, μια τόσο βρώμικη σκέψη, όπως το να μολύνουν το πολύτιμο για τους πολιορκημένους νερό, και να τους ξεκάνουν πάραυτα!

Αυτή η σκέψη, περιέργως αρνείται να εμφανισθεί, απ’ την άλλη μεριά των εμπλεκομένων, σε χιλιάδες καταγεγραμμένες μάχες της ιστορίας. Μερικά πράγματα, είναι μακριά απ’ τον ορίζοντα των απλοϊκών ανθρώπων! Όμως αυτά ακριβώς, που βρίσκονται κάτω, ή πάνω απ’ τον δικό μας ορίζοντα σκέψης… αυτά ακριβώς, είναι που δίνουν την ασύλληπτη δυνατότητα στους αδίστακτους εξουσιαστές του κόσμου, να μας θαυματοποιούν, και να μας εκμεταλλεύονται ασύστολα, ακόμα μέχρι σήμερα!

Διαβάζοντας ένα τόσο διάσημο και πολυσχιδές κείμενο όπως η Βίβλος, που έχει διαμορφώσει τρόπο σκέψης και όρια νοημοσύνης, σε δισεκατομμύρια άτομα… το τελευταίο που θα έπρεπε να μας απασχολεί, είναι αν οι ήρωες και οι ιστορίες της είναι αληθινές… αυτό που πρωτίστως θα έπρεπε να αναζητούμε, είναι άγνωστα μοντέλα σκέψης και μεθοδολογίες, που ενδεχομένως μεθοδικά και επίμονα, έχουν διαγραφεί απ’ τον δικό μας, φρικτά φτωχοποιημένο ορίζοντα!
-------------------
[1] Βαιτυλούα πόλη κτισμένη επί του όρους Εφραίμ η οποία έκλεινε την οδό προς την Ιερουσαλήμ.

[2] Ολοφέρνης: όλα δείχνουν ότι πρόκειται για τον τιμωρό στρατηγό του Ναβουχοδονόσορα, που κατόπιν εντολής του κατέβηκε νότιο δυτικά της Μεσοποταμίας, σε Αίγυπτο και Χαναάν, για να τιμωρήσει όσους αρνήθηκαν την συμμαχία τους στους πολέμους του βασιλέα του, κατά του Αρφαξάδ του βασιλέα των Μήδων.

[3] Τα βιβλικά αποσπάσματα είναι από την μετάφραση των Ο´ του Κολιτσάρα.

[4] «Ασκο-πυτίνην= ασκός καλυμμένος με πλέγμα (πυτίνη) εκ κλάδων Ιτιάς ή Λυγαριάς.

[5] Τα αγγεία δεν περιδιπλώνονται, άρα τα καλοσφράγισε και μετα τα περιτύλιξε με πανιά.

[6] Η σκηνή μας θυμίζει τον Ιοθόρ, που αποχαιρετώντας τον Μωυσή από τη γη Μαδιάμ, για να εκτελέσει την αποστολή της μεγάλης εξόδου από την Αίγυπτο, του λέει αποκαλυπτικότατα: «κοίταξε να τα κάνεις (να εκτελέσεις) όλα αυτά τα τέρατα που έδωσα στα χέρια σου εναντίον του Φαραώ» Ο´ Εξ. Δ´ 21.

[7] Θυμηθείτε την Σάρρα, που πλανεύει γλυκά υπηρετώντας τα αδιανόητα σχέδια του Αβραάμ! Μια ακόμα Ρεβέκκα, μια άλλη Δείνα, που σακάτεψε μια ολόκληρη πόλη με τους πετυχημένους έρωτές της!

[8] Με την μελέτη αυτή, αποδεικνύεται όλοένα και περισσότερο, ότι η δήλωση «ο Κύριος θα στείλει πυρ και σκώληκας να (τους) καταφάγουν» ... μόνο σχήμα λόγου δεν ήταν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΑΓΓΑΝΕΙΑ - Βίβλος και δηλητήρια

Ανθρακοφόρα «τεραφείμ» ο τρόμος των υδάτων

Με καθυστέρηση εκατονταετηρίδων καταγγέλλονται επιτέλους τα αισχρότερα εγκλήματα όλων των εποχών, που για φαντάσου, είναι γραμμένα στο "ιερότερο" βιβλίο όλων τον εποχών! Θα ήταν βέβαια περισσότερο από ανόητο πρόσχημα, αν κρυμμένοι πίσω από τους δισταγμούς της δήθεν ελλειμματικής τεκμηρίωσης, καθυστερούσαμε ακόμα κάποιες δεκαετίες, ώσπου να βρούμε ποιός ξέρει από που, το κουράγιο να επεκτείνουμε έστω και αυθαίρετα, λίγο παρά πέρα τα εξόφθαλμα πλέον δεδομένα αυτής της έρευνας.

Επαναλαμβάνω λοιπόν, πως όλα δείχνουν ότι οι πτωμαΐνες[1] μόνες τους αν και πλούσιες μικροβιοφόρες ύλες και ισχυρά δηλητήρια, δεν είναι σε θέση να προκαλέσουν τον μαζικό χαμό, που κατ’ επανάληψη οι βιβλικές μάχες περιγράφουν. Κάποια απειλή λοιπόν πολύ ισχυρότερη από την απλή πτωματική σήψη που περιείχαν τα τεραφείμ, είναι που πανικοβάλλει τον Σαμουήλ (στη μάχη των Αμαληκιτών) και τον αναγκάζει να σκίζει τα ρούχα του, να καθαιρεί τον βασιλιά του, και να διατάζει να εξοντωθεί πάραυτα και χωρίς οίκτο «παν το έχον πνοήν» στο αντίπαλο στρατόπεδο, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά μόνο «πόνοι και οδύνες τεραφείμ» τους περιμένουν!

Τι μπορεί να είναι λοιπόν αυτό, που σαν πραγματικός "άγγελος θανάτου" έσπερνε ταχύτατη εξαθλίωση σε χιλιάδες αντίπαλους στρατιώτες; Δεν χρειάζεται παρά μόνο μια μικρή μετατόπιση της σκέψης μας προς το χειρότερο, για να αντικρίσουμε ολοζώντανο μπροστά μας, τον ισχυρότερο άγγελο θανάτου της εποχής εκείνης την "ΠΑΝΟΥΚΛΑ"! Όποιος άλλωστε φτάσει στην κατανόηση και τη χρήση πτωματικών δηλητηρίων, είναι μόλις μισό βήμα μακρύτερα απ’ τους μηχανισμούς επιβολής της χειρότερης μολυσματικής επιδημίας που γνώρισε ο αρχαίος κόσμος. Την επιδημική μολυσματική νόσο της «πανώλης» και του «Άνθρακα»!

Ας δούμε γιατί πράγμα μιλάμε.

Η πανώλη: «κοινώς πανούκλα. Φοβερή λοιμώδης νόσος της οποίας η κοιτίδα υπήρξε η Άπω ανατολή. Η νόσος προσβάλλει ανθρώπους και ζώα από αρχαιότατων χρόνων. Οι ειδήσεις μας περί της νόσου στηρίζονται σε ασαφείς περιγραφές όπως π.χ. επί επιδημιών αναφερόμενων εις την Παλαιάν Διαθήκην, καθώς και υπό των αρχαίων Ελλήνων ιατρών (Ιπποκρ. Επιδ. Π,3) Πρώτος άριστα περιγράφει την νόσο ο Ρούφων ο Εφέσιος, ο οποίος την χαρακτηρίζει ως «λοιμώδη, θανατοδεστάτη και οξυτάτη» η οποία συνήθως παρατηρείται στην Λιβύη και Αίγυπτο και Συρία. Ο Διοσκουρίδης και άλλοι μεγάλοι γιατροί της αρχαιότητας την χαρακτηρίζουν «σφόδρα κακοήθη». (Ορειβ. ΙΙΙ, 608)

Το μικρόβιο της πανώλης, ευρέθη μόλις το 1894. Καλλιεργείται εύκολα επί όλων των γνωστών θρεπτικών μέσων.

Όταν προσβάλλει τον άνθρωπο, η επώαση εκδηλώνεται μετά από 2 έως και 8 ημέρες. Κόπωση, κεφαλαλγία, ανορεξία, πυρετός, (39-40 βαθ.) ρίγος, ταχυκαρδία και ταχύπνοια, σύντομα επέρχεται θόλωση διανοίας ακατάσχετοι εμετοί, δυσεντερώδεις κενώσεις, κώμα, παραλήρημα και το πολύ σε 20 ημέρες επέρχεται ο θάνατος. Συχνά σε βαριές περιπτώσεις ο θάνατος έρχεται την τρίτη ή την έβδομη ημέρα.

Στα ζώα προσβάλλει κατά προτίμηση τα βοοειδή, κατόπιν τα αιγοπρόβατα, τους χοίρους και τους ίππους. Πολλές φορές η θνησιμότητα φτάνει τα 90%.

Ιδιαίτεροι φορείς της νόσου είναι οι μεγάλες μύγες, τα κουνούπια και οι αρουραίοι των αποχετευτικών αγωγών. Επί πτωμάτων και σε ευνοϊκές συνθήκες, διατηρεί επί μακρόν την λοιμώδη του δύναμη.» Ακαδημαϊκός και Πανεπιστημιακός Καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής Αρ. Π. Κούζης

Ο Άνθραξ: «γνωστός με το λαϊκό όνομα «ίσκιος» ή «ξωτικό» είναι νόσος των ζώων γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Μωυσής ομιλών περί ασθένειας των ζώων στην Βίβλο II κεφ 9, στίχ. 3-9 (Εξ Θ΄3-10) φαίνεται υπονοών τον άνθρακα.[2] Ο Όμηρος περιγράφει κάτι παρόμοιο με την νόσο αυτή στα πεδία της Τροίας. Αργότερα ο Βιργίλιος και ο Οβίδιος μίλησαν περί της νόσου και των αιτιών της, που συμβαίνει κατόπιν μεγάλης ξηρασίας. ο μεγάλος Ιπποκράτης ομιλεί περί ανθρακοπλήκτων, που κατά το θέρος ήσαν πολυάριθμοι. Μεταξύ άλλων και ο Γαληνός και ο Κέλσος ομιλούν στα συγγράμματά τους για τα κακοήθη οιδήματα στα άκρα των ζώων.» Δρανδάκη Δ΄τομ. σελ. 747.

Ο άνθρακας ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κτηνοτρόφων από αρχαιότατων εποχών. Δεισιδαίμονες και γεμάτοι άγνοια, εξηγούσαν συχνά την ασθένεια ως θανατηφόρο βάτεμα ενός άγνωστου δαίμονα, κι αυτό επειδή οι πρώτες κηλίδες (φλύκταινες) της θανατηφόρου ασθένειας εμφανίζοντο στην ράχη του ζώου. Μάλιστα ο Ιουδαίος Φίλων, συμπλέοντας με την παραπάνω δεισιδαιμονία, απολογούμενος για τα αίτια της ιουδαϊκής περιτομής αναφέρει τα συμπτώματα του άνθρακα ως την πρώτη από τις τέσσαρες αιτίες της περιτομής![3]

Οι κτηνοτρόφοι χωρίς να γνωρίζουν την ασθένεια αυτή με το όνομα της, γνώριζαν ότι τα ζώα που θα χτυπηθούν από το «ξωτικό» ή τον «ίσκιο» της κακιάς αυτής κατάρας, κατέρρεαν σε ελάχιστο χρόνο διαλυμένα από τα απανωτά συμπτώματα εξασθένησής τους. Όπως μας πληροφορούν οι ειδικοί από την ασθένεια του άνθρακος προσβάλλονται συνήθως τα πρόβατα, κατσίκια, βοοειδή, ίπποι και τα άγρια μηρυκαστικά. Σθεναρή αντίδραση στη μόλυνση προβάλλουν, ο σκύλος (...!) και τα άγρια σαρκοφάγα, εξαιρετικά ευπρόσβλητος είναι και ο ποντικός.(..!) .

«Τα ζώα που θα νοσήσουν, παρουσιάζουν αδιαθεσία, ανορεξία, παύση μηρυκασμού και εντός ολίγων ωρών, πολλαπλά οιδήματα, τυμπανισμό και υπερβολικό πυρετό (42 έως 42,5 ή και 42,8 βαθμούς!) δύσπνοια, ταχυκαρδία 100-120/λεπτό και εκδηλώνονται βίαιοι κωλικοί.. Λίγο αργότερα η θερμοκρασία κατέρχεται, και το ζώο κατακλίνεται για να μην εγερθεί πλέον. Η όλη διάρκεια της νόσου μέχρι της καταλήξεώς της είναι συνήθως 12 ωρών έως και 3 ημερών. Το κρέας και τα σπλάχνα και το αίμα των ασθενούντων ζώων βρίθουν ανθρακικών μικροβίων και ασφαλώς δύνανται να μολύνουν τους καταναλωτάς των.» Δ. Σιαμπάνης Κτηνίατρος.

«Τα βακτηρίδια του άνθρακα μήκος 5-6 μικροχιλιοστά, καλλιεργούνται σχετικά εύκολα και πολλαπλασιάζονται ταχύτατα στην θερμοκρασία των 37 βαθ, (θερμοκρασία σώματος!) και έχουν ανάγκη υγρασίας και οξυγόνου. Παρ’ όλα αυτά παρατηρήσεις (του Momont) επιβεβαίωσαν την επιβίωσή του σε αποξηραμένο αίμα πλέον των 50 ημερών! Καταστρέφονται στην θερμοκρασία των 60-70 βαθ. Η μολυσματικότης των καλλιεργειών του άνθρακα είναι τεραστία».

«Οι σπόροι του άνθρακος παρουσιάζουν εξαιρετική αντοχή και επιζούν και μετά την ολοκληρωτική αποσύνθεση του ζώου. Τα μολυσμένα ζώα πρέπει να κατακαίονται, μαζί με τις ζωοτροφές τα κόπραναά τους και τα προϊόντα του γάλατος των ή να θάπτονται πολύ βαθιά και μακριά από βοσκότοπους και κατοικημένους χώρους. Διαθέτουν αντοχή στο ψύχος μέχρι -110βαθ! Ενώ αντέχουν την θερμοκρασία των 120 έως 140βαθ. επί τρεις ώρες! Οι σπόροι του άνθρακα όμως (π. χ. σε αποξηραμένο αίμα) παρουσιάζουν εξαιρετική αντοχή και στην αποξήρανση εντός κλεισμένων δοχείων πλέον των 25 ετών!

Ο άνθρακας, είναι λοιμώδης (κολλητική) νόσος. Στον άνθρωπο μπορεί να μεταδοθεί επιδερμικά, δια της επαφής, δια της εισπνοής του αέρος. Η χειρότερη όμως μολυσματική οδός είναι δια της πεπτικής οδού. Στην γαστρεντερική αυτή μόλυνση (της κατάποσης) η ασθένεια παρουσιάζει ταχύτατη εξέλιξη. Αρχικά ο ασθενής (το θύμα) παρουσιάζει βαριά γαστρεντερική λοίμωξη και παραπονείται για έντονα ρίγη, κεφαλαλγίες, ιλίγγους, μεγάλη εξάντληση και έντονους πόνους στην οσφύν (μέση-νεφρά) και στο επιγάστριο. Ταχύτατα ακολουθεί ασταθής πυρετός με βαρύτερα γαστρεντερικά συμπτώματα, χολώδεις εμετοί, ακατάσχετη διάρροια, συχνά αιματικές κενώσεις, (αιμορροΐα)- (θυμηθείτε τις αιμορροΐδες!) Η ανορεξία είναι απόλυτος, μετεωρισμοί της κοιλιάς, η αναπνοή γίνεται αγωνιώδης, ο σφυγμός ταχύς και άρρυθμος, συχνά εμφανίζονται επώδυνοι διογκώσεις μασχαλιαίων αδένων καθώς και φλίκταιναι κατά την κοιλιακή χώρα. Λίγο αργότερα η θερμοκρασία κατέρχεται κάτω του φυσιολογικού το δέρμα είναι ψυχρό και γλοιώδες, εμφανίζεται παραλήρημα ενίοτε συνταρακτικοί σπασμοί, ακολουθεί κωματώδης κατάσταση και το θύμα καταλήγει στον θάνατο!» Δ. Ασίμης Ιατρός Διευθυντής Νοσοκομείου Αγ, Ελένη.

Άφησα αρκετά από τα συνταρακτικά αυτά στοιχεία να περάσουν από μπροστά σας, για να νιώσουμε όλοι μαζί στην πληρέστερη δυνατή έκταση της, την τραγική μοίρα των ανθρώπων εκείνων, που έπεφταν θύματα μιας τέτοιας δολιοφθοράς! Ο πλήρης κατάλογος των συμπτωμάτων είναι ακόμα μεγαλύτερος και οι λεπτομέρειες έτι τραγικότερες!

Δεν χρειάζεται νομίζω να επισημάνω την καταστρεπτική δύναμη ενός και μόνου μολυσμένου ζώου σε προχωρημένη σήψη. Η λάρνακα ή αλλιώς το φέρετρο-κενοτάφιο ή αλλιώς το «τόρεφ» (σαπίλα) πληθυντικός τα «τεραφείμ» (σαπίλες) που θα φιλοξενούσαν τις ανάλογες μολυσμένες πτωματικές ουσίες, θα ήταν μια γιγαντιαίων διαστάσεων μολυσματική δύναμη, ικανή να δημιουργήσει το πιο ανεξήγητο "θαύματα" μαζικού εξολοθρεμού!

Επίσης, το αποξηραμένο αίμα μερικών μόνο τέτοιων ζώων, που κάποιος δύσμοιρος δούλος θα έσφαζε, φυλαγμένο σε καλοσκέπαστο κιβώτιο ή στην κιβωτό των μαρτυρίων θα εξασφάλιζε επί 25 συνεχή έτη, μια κραταιά μολυσματικότητα, που θα ισοδυναμούσε με τα πιο σύγχρονα καταστρεπτικά όπλα βιολογικού πολέμου! Άλλωστε, ο άνθρακας συγκαταλέγεται ακόμα ανάμεσα στα ισχυρότερα βιολογικά όπλα των ισχυρών της γης.

Είναι αλήθεια ότι μερικά πράγματα, μόνο αν τα γνωρίζεις τα φοβάσαι. Να λοιπόν γιατί ο Σαμουήλ, προφήτης και ιερέας ενός παραδοσιακού ποιμενικού λαού, δικαιολογημένα... φοβόταν γιατί γνώριζε!

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, δεν μιλάμε πια για απλά πτωματικά δηλητήρια, αλλά για εκρηκτικά πολλαπλάσια μολυσματική δύναμη! Για επιδημιολογικά όπλα πανίσχυρων βακτηριδίων, ταχύτατης εξάπλωσης και ανεπανάληπτης εξασθενητικής επίδρασης, που αδιαφορούν για το πλήθος των εχθρών, την σωματική τους ρώμη και την πολεμική τους εξάρτιση. Εδώ πράγματι σε πιάνει δέος και έξαψη "θεϊκής" ισχύος!

Τελικά με τόση δύναμη στα χέρια σου, θα ήταν μάλλον δύσκολο να μην θεωρείς τον εαυτό σου τον «εκλεκτό από πάντων των λαών»! Και ασφαλώς ήταν ακόμα ευκολότερο να πιστέψεις, ότι κάποια προστατευτικά πλάσματα[4] σπεύδουν πράγματι κάθε φορά για χάρη σου απ’ τα ουράνια, με μια μόνο σπαθιά τους να σκοτώσουν τους πολυάριθμους τιποτένιους εχθρούς σου! Ένας διπρόσωπος "άγγελος" σωτήρας, με ασύλληπτη δύναμη θανάτου, στα δυνατά φτερουγίσματά του. Ένας ανεπανάληπτος δαίμονας των υδάτων! Ένας πανίσχυρος «θεός της αρχαίας μαγγανείας»!

Αλίμονο λοιπόν στους στρατιώτες εκείνους, που έπεφταν θύματα αυτής της ύπουλης ασθένειας. Είχαν καταδικαστεί να οδηγηθούν πειθήνια στον πιο επώδυνο και σίγουρο θάνατο. Όλα θα μπορούσε να τα αντέξει ένας σκληραγωγημένος υπερασπιστής της πατρώας γης, που με τα νιάτα την ορμή και το ψυχικό του σθένος, δικαιολογημένα νόμιζε πως είναι αήττητος.

Καθόλου όμως δεν μπορούσε να υποθέσει, πως ο χειρότερος δαίμονας των νερών, το ύπουλο κερασφόρο και οξυκέφαλο «χαμοδράκι»[5] σταλμένο από έναν θεό απόλυτης κακίας, θα τον έπιανε στον ύπνο. Αθόρυβα θα σερνόταν κοντά του, πρώτα μέσ’ το παγούρι του, και από εκεί θα τρύπωνε στα σωθικά του! Σαν φαρμακερό φίδι, ανίκητη θα τον τύλιγε η οδύνη, κι αργότερα μέσα απ’ τα σπλάχνα του θ’ ανέβαινε στη δυνατή του πλάτη. Με το ένα του χέρι θα τον σβέρκωνε, ενώ με τ’ άλλο προστακτικά θα του ’δείχνε τον σίγουρο χαμό του! Ο πόλεμος ήταν γι’ αυτόν, γι’ αυτούς, για όλους στην κοιλάδα πλέον παρελθόν. Τα όπλα του πολέμου μια μακρινή και ξεχασμένη ιδέα. Τώρα ένας σκληροπρόσωπος άγγελος θανάτου τους εξουσίαζε απόλυτα, δείχνοντας επίμονα τον δρόμο της βαριάς ανείπωτης οδύνης.

Μέσα στο αχνό το χάραμα όμως, ανάμεσα από τις διασταυρωμένες σκιές του πόνου, που ασταμάτητα σαν μαύρα πέπλα συμφοράς πέφτουν στην κοιλάδα, κάπου ψηλά στην αντικρινή κορυφογραμμή, ίσα που φαίνεται, στέκει εκεί στητή, ψυχρή και επιβλητική, μια προφητική φιγούρα! Η μοναδική αιτία της συμφοράς. Μια περίεργη ανάλγητη γενειοφόρος μορφή θανάτου, απόγονος του σπουδαιότερου ένοπλου μάγου της Ασίας, που παγερά κοιτάζει προς την πανουκλιασμένη από το χέρι του κοιλάδα!

«Έτσι νικάει ο θεός μου, σκέφτεται, όχι με ασπίδες, δόρατα, ευχές και παχιά λόγια»! Κι αυτή η κρυφή συνταγή της νίκης του, λειτουργεί θερίζοντας τα παλικάρια των λαών ακόμα μέχρι σήμερα...! Ως πότε λοιπόν... θα κοιτάμε μόνο χαμηλά στα θύματα... ρίξτε επιτέλους μια ματιά ψηλά στις κορυφογραμμές, πλάι στις δροσερές πηγές... εκεί, στέκει ακόμα η ίδια παγερή ανόσια φιγούρα του πάνοπλου αόρατου δόλιου θανάτου!

Η βιβλική "μαγγανεία" (δηλητηριοχρησία), και οι 185.000 νεκροί επί Σενναχειρείμ από "άγγελο"-πανούκλα!

Για να καταλάβουμε πόσο λίγο χρειάζεται να προεκτείνουμε τους συλλογισμούς μας, ώστε με πλήρη ένταση να προβάλει η τραγική αλήθεια των βιβλικών "θαυμάτων", θα θυμίσουμε εν συντομία τις συνθήκες μιας μόνο μάχης, όπου 185.000 άνθρωποι, βρήκαν φριχτό θάνατο έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ φυσικά από "άγγελο" Κυρίου.

«Μετά ταύτα ήλθε Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας και εστρατοπέδευσεν εναντίον των οχυρών πόλεων» Α΄Χρον. ΛΒ΄ 1.

Δεν θα σας κουράσω δίνοντας παραπανίσια στοιχεία. Βρισκόμαστε ήδη σε προχωρημένη ιστορική περίοδο. Ο γιος του Σαργών του Β΄, ο Σενναχειρείμ, (704-681 π.Χ.) κατεβαίνει με μια πανστρατιά μέχρι την Αίγυπτο, για να στερεώσει την κυριαρχία του. Ο φιλόδοξος αυτός βασιλέας, αφού καθυπέταξε τις περισσότερες περιοχές αμαχητί, σχεδόν μόνο με τον όγκο της εντυπωσιακής στρατιωτικής του, έφτασε μπροστά στην ανυπότακτη Ιερουσαλήμ, απορώντας και θαυμάζωντας, για το θράσος των λιγοστών αυτών οχυρωμένων στην περήφανη πόλη.

«Εις τι πεποιθότες (στηριζόμενοι) κάθησθε πολιορκούμενοι εν Ιερουσαλήμ;» (Α΄Χρον.ΛΒ΄10), ρωτά γεμάτος δικαιολογημένη απορία ο στρατηγός, που δεν συνάντησε τίποτε παρόμοιο απ’ την Μεσοποταμία ως την Αίγυπτο.

Βέβαια ο βασιλιάς Σενναχειρείμ, δεν γνωρίζει ούτε με ποιούς έχει να κάνει, ούτε τι προηγήθηκε. Και πολύ περισσότερο, δεν γνωρίζει σε ποιο μεγάλο κίνδυνο εκθέτει τα αήττητα στρατεύματά του, τώρα ακριβώς που έξω απ’ την Ιερουσαλήμ θα πιει νερό κατ’ ευθείαν από το χέρι των εχθρών του.

Μέσα στην Ιερουσαλήμ, με την αναγγελία της έλευσης των εχθρικών στρατευμάτων του Σενναχειρείμ, οι προετοιμασίες κατάλληλης υποδοχής άρχισαν εγκαίρως απ’ τους ιερείς της ιερής πόλης. Ο μεγάλος και πασίγνωστός μας προφήτης Ησαΐας, προΐσταται των προετοιμασιών.

Πριν ακόμα ο μεγάλος βασιλιάς στρατοπεδεύσει έξω απ’ τον λόφο της Ιερουσαλήμ οι οδηγίες της αναμέτρησης έχουν ήδη επικεντρωθεί, γύρω από... (τι άλλο)... το νερό της κοιλάδος! Το μόνιμο, σίγουρο και αγαπημένο μέσο μαγγανείας του εβραϊκού ιερατείου: «και συνεβουλεύθησαν (οι ιερείς της Ιερουσαλήμ) να εμφράξωση τα ύδατα των πηγών των έξω της πόλεως... και ενέφραξαν πάσας τας πηγάς και τον ποταμόν τον ρέοντα δια μέσου της γης λέγοντες. Δια τι ελθόντες οι βασιλείς της Ασσυρίας να εύρωσιν ύδωρ πολύ;» Β΄Χρον.ΛΒ΄3,4. Προσέξτε την διατύπωση. Όταν λοιπόν τελικά θα έρθει ο Ασσύριος βασιλέας, δεν θα βρει απλά «πολύ» ή λίγο νερό... αλλά θα βρει μόνο το "κατάλληλο" νερό να κυλά στην κοιλάδα, ψηλά απ’ τον λόφο της Ιερουσαλήμ, γιατί μόνο εκείνες οι πηγές δεν αχρηστεύθηκαν!

Όλες αυτές λοιπόν οι τόσο απλές προετοιμασίες, όσο κι αν φαίνεται εξωφρενικό, έχουν δημιουργήσει με το παραπάνω τις βάσεις της νίκης! Το αδύνατο σημείο μια ολόκληρης στρατιάς, είναι ότι εξαρτάται άμεσα και καθημερινά από επαρκείς ποσότητες υδάτων. Οι αντίπαλοι παρά το πλήθος και την δύναμη τους, έχουν λοιπόν ένα μοναδικό τρωτό σημείο. Μια μοναδική ακάλυπτη αχίλλειο πτέρνα! Όπως ακριβώς με πολύ νόημα το επισημαίνει ο Ησαΐας, όλο αυτό το πλήθος των έχθρων σε καθημερινή βάση ήταν αναγκασμένο να πίνει από "ξένα ύδατα"! Αυτή η σοβαρότατη καθημερινή ανάγκη για φρέσκο νερό που θα ξεδιψάσει δεκάδες χιλιάδες εχθρικούς στρατιώτες, επισημαίνεται με την δέουσα σοβαρότητα απ’ τον οξυδερκή Ησαΐα. Ναι, τα πολυάριθμα στρατεύματα του Σεναχειρείμ «έπιον ύδατα ξένα» Β΄ Βασ. ΙΘ΄2 4.

Μετά λοιπόν τις ανάλογες προετοιμασίες, εντελώς σίγουρος για την επερχόμενη νίκη, ο Ησαΐας που προΐσταται της περιφανούς αυτής νίκης, δια στόματος Κυρίου, προφητεύει εκ του ασφαλούς και απειλεί και από πάνω τον Ασσύριο βασιλιά λέγοντας: «δεν θέλεις εισέλθει εις την πόλιν ταύτην ουδέ θέλεις (προλάβει) να τοξεύσεις βέλος εκεί. Θέλω βάλει τον κρίκο (χαλκά) στους μυκτήρας σου και χαλινόν εις τα χείλη σου και θέλω σε επιστρέψει δια της οδού δι’ης ήλθες...» Β΄Βασ. ΙΘ΄ 28 [6]  Εμείς ξέρουμε πλέον τι "χαλινό" πρόκειται να βάλει πράγματι στα χείλη του!

«Και προσευχήθη Ησαΐας ο Προφήτης και εβόησεν προς τον ουρανόν και απέστειλεν Κύριος άγγελον όστις αφάνισε πάντας... και την νύχτα εκείνη εξήλθεν ο άγγελος Κυρίου και επάταξεν εν τω στρατοπέδω των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας και ότε εξηγέρθησαν το πρωί, ιδού, ήσαν πάντες σώματα νεκρά. Και εσηκώθη Σενναχειρείμ ο βασιλεύς και έφυγε» Β΄Χρον. ΛΒ΄20 & Β΄Βασ. ΙΘ΄35.

Το πολύ ενδιαφέρον όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι ούτε ο πραγματικά μεγάλος αριθμός των θυμάτων, (που δείχνει ότι τα υλικά μαγγανείας προχώρησαν σε τρομακτική δραστικότητα), ούτε ο τρόπος του θανάτου τους που είναι σταθερά ο ίδιος, αυτός της αόρατης υδατο-μαγγανείας, αλλά ο τρόπος που η συγκεκριμένη μάχη πέρασε στην ιστορία. «Η σωτηρία της Ιερουσαλήμ η αποδοθείσα σε θαύμα υπό των Ιουδαίων, οφείλετο εις βαρείαν επιδημίαν, (λοιμό= μολυσματική νόσος) η οποία επέφερε μεγάλη φθοράν εις τα στρατεύματα του Σενναχειρείμ» Π. Καρολίδου Παγκόσμιος ιστορία τομ Α΄.

Ο Jan Vercoutter στο βιβλίο του «Η αρχαία Αίγυπτος» (σελ 134) συμπληρώνει την εικόνα λέγοντας πιο συγκεκριμένα: «φαίνεται πως μια επιδημία πανούκλας (μολυσματική νόσος) ανάγκασε τους Ασσυρίους να παραιτηθούν από τον αγώνα» Αυτή είναι άλλωστε και η γενικότερη ιστορική αντιμετώπιση, αυτής της ξαφνικής πανωλεθρίας θανάτου έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ!

Ο Lods στο βιβλίο του «Οι προφήτες», (σελ 64-65) λέει επιγραμματικά: «Μια από τις εβραϊκές εκδοχές υποστηρίζει πως άγγελος του Γιαχβέ, χτύπησε με αρρώστια μόνο σε μια νύχτα 185.000 άνδρες του ασσυριακού στρατού. Κατά μια ακόμα πιο θρυλική εκδοχή οι ποντικοί (!) ροκάνισαν τα τόξα τους»!!! Και συνεχίζει: «Βλέπουμε πως οι αρχαίοι λαοί είχαν αντιληφθεί την σχέση ανάμεσα σε ποντικούς και πανούκλα... Στις Ινδίες από πανάρχαιους χρόνους η πανούκλα ονομαζόταν «αρρώστια των ποντικών» Σύμφωνα με τον Βίνκλερ που η άποψή του πολεμήθηκε από πολλούς, ο Σενναχερίμπ απειλούσε και πάλι την Ιερουσαλήμ, και σ’ αυτήν την εκστρατεία αναφέρεται η εβραϊκή αφήγηση σχετικά με την πανούκλα»!

Δεν είναι λοιπόν καθόλου λίγοι αυτοί που κατέληξαν στο αυτονόητο συμπέρασμα, ότι ο άγγελος Κυρίου και η πανούκλα... τουλάχιστον εδώ ταυτίζονται απολύτως! Μόνο που κανείς δεν κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό, για το ποιοι μπορούσαν και είχαν κάθε συμφέρον να προκαλέσουν την "αγγελική" αυτή φονική παρέμβαση.

Τι είναι όμως η «πανούκλα»; Λοιμός, πανώλη (παν-όλλυμι=παν-απόλλυμι) λοιμώδες νόσημα (κολλητικό μεταδοτικό μολυσματικό νόσημα) απαντούν τα λεξικά. Ταυτόχρονα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι είναι «ασθένειες που κατ’ εξοχήν μεταδίδονται από μολυσματικές ουσίες των υδάτων»! Η ιστορία λοιπόν σωστά κατέγραψε το αποτέλεσμα της μάχης! Ποτέ όμως κανείς δεν υποπτευθεί τίποτε, για τους ενδεχόμενους χειροκίνητους μηχανισμούς επιβολής του!

Είναι λοιπόν δυνατόν, να συμβιβαστούμε δια παντός με την βιβλική σκέψη, που θέλει τον καλό θεό να στέλνει ασταμάτητα αγγέλους... με θανατηφόρες πανούκλες, και να αγνοούμε επιδεικτικά ότι κάθε φορά που το ιερατείο της Ιερουσαλήμ έχει καυτές ανάγκες, ποτίζει τους εχθρούς του Ισραήλ ασταμάτητα με τα κατάλληλα "αγιασμένα" νερά;

Το «χαμοδράκι», ο «άνθραξ», ο «ίσκιος», το «ξωτικό» σε πλήρη κατάληψη του θύματός.

XAMODRAKI-ANTHRAKASΗ εκπληκτική, αλλά και μοναδική ανά τον κόσμο απεικόνιση του δαίμονα των υδάτων, που με αξεπέραστη ακρίβεια αναπαριστά την απόλυτη κατάληψη των θυμάτων του άνθρακα.

Το εκπληκτικό αυτό αρχαιοελληνικό χάλκινο αγαλματίδιο, που σας παρουσιάζω αριστερά, (συμβάλλοντας με πολύ υπερηφάνεια στην ευρύτερη δημοσιοποίησή του), σώθηκε απ’ τα χέρια των "εξαγνιστών" της αρχαιοελληνικής σοφίας και του αξεπέραστου κλασικού του πολιτισμού, για να μας θυμίζει, ότι οι παρατηρητικοί και φιλότεχνοι Έλληνες, είχαν ατέλειωτες ευφυέστατες απεικονίσεις για οτιδήποτε απασχολούσε τον άνθρωπο στο παρελθόν. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει πόσα άλλα τέτοια ασυλλήπτου ευφυΐας μηνύματα ΧΑΘΗΚΑΝ για πάντα, από τη λαίλαπα του θρησκευτικού φανατισμού.

Το αξεπέραστης ευφυΐας αυτό σύμπλεγμα, που όσο το κοιτάς, τόσο σου μεταδίδει τον πόνο, την έμπνευση και την ατελείωτη σημασιολογία του καλλιτέχνη, σώθηκε ελαφρώς κακοποιημένο, σε ιδιωτική συλλογή του Μιλάνου. Λείπουν το αριστερό χέρι και το κάτω άκρο του δεξιού ποδιού) για να υπενθυμίζει με τον αξεπέραστο αυτό τρόπο, την απόλυτη θανατηφόρο κατάληψη, που μπορεί να υποστεί κανείς από τον οποιονδήποτε "δαίμονα"! Το συγκεκριμένο αυτό αριστούργημα, θα αφήνει άφωνους από θαυμασμό τους μελετητές του, αφού πράγματι, όλα όσα μέχρι τώρα εμείς πασχίζοντας περιγράψαμε, με το παραπάνω μας τα δίνει, μια μόνο ματιά στο εκπληκτικό αυτό αγαλματίδιο. Είναι οξυκέφαλο, κερασφόρο, και δυο όφεις στη θέση των ποδιών του, σταματούν το θύμα απ’ την κίνηση και τη ζωή. Στο αριστερό του χέρι κρατάει χελώνα, ενδεικτικό της αργής προθανάτιας κίνησης του θύματός του!
---------------------------------
[1] Οι πτωμαΐνες είναι πολλές, λίγες όμως εξ αυτών είναι ισχυρά δηλητήρια: Μουσκαρίνη, Νευρίνη, Αιθυλενδιαμίνη, κ.λ.π. περισσότερο είναι το μικροβιακό φορτίο που επιφέρει τα σοβαρά μολυσματικά συμπτώματα.

[2] Στο παραπάνω σχόλιο βλέπουμε με έκπληξη να επισημαίνεται κάτι που ισχυρισθήκαμε στο πρώτο βιβλίο της σειράς! Μόνο που ο εν λόγω αρθρογράφος, δεν υποψιάζεται καθόλου ότι ο Μωυσής δεν «περιέγραψε» αλλά επέβαλε τις πληγές της Αιγύπτου. Έτσι, με όσα λέει, αντί να ελέγξει την δράση του Μωυσή στην Αίγυπτο, δυστυχώς τον αναγορεύει αόριστα και σε πολύτιμο ιστορικό της εποχής του!

[3] Κατά τον Ιουδαίo Φίλωνα οι τέσσαρες αιτίες της περιτομής είναι: 1η πρόληψη της ασθένιας του άνθρακα 2η καθαριότητα 3η «για να παίρνει το ανδρικό μόριο την μορφή καρδούλας (!) και να γίνεται έτσι σύμβολο του εσωτερικού οργάνου» (ό,τι θέλει λέει ο άνθρωπος) και 4ο για πετυχημένη γονιμότητα επειδή δεν πάει καθόλου σπέρμα χαμένο...!!! (βλ. Τάκιτος Ιστορία V, 5 και Ιουβενάλ Σατ. 99) Ι. Κορδάτος Χριστός και Χριστιανισμός τομ. Α΄σελ 125,126

[4] Η φυσική εξέλιξη των "ουρανίων" αυτών δυνάμεων ήταν να μετονομασθούν από «τεραφείμ» σε «σεραφείμ» προστάτες δηλαδή αγγέλους, οι οποίοι στα κατοπινά προφητικά οράματα παραστέκονται στην ένδοξη παρουσία του Γιαχβέ. Οι προστατευτικές αυτές "δυνάμεις", δεν διέθεταν μόνο δυο φτερούγες όπως κάθε... λογικός άγγελος... αλλά λόγω ταχύτατης εξόντωσης και αποτελεσματικότητας έξι φτερούγες κι όχι δυο! Ήταν δηλαδή άγγελος προηγμένης τεχνολογίας! Η λέξη άλλωστε «σαράφ» πληθυντικός «σεραφείμ» κατά την αραβική σήμαινε «όλα τα βλαβερά πνεύματα» κατά δε μια άλλη χαναναιική εκδοχή ήταν προσωνύμιο του μεσοποτάμιου θεού «Νεργκάλ» που ήταν ο θεός των υδάτων και της πανούκλας! Τέλος στα εβραϊκά σχετίζεται προς τη λέξη «σαράμπ» που γενικότερα σημαίνει «θαύμα»! Και τι θαύμα! Βλ. Α. Lods «Μωυσής» σελ. 328

[5] ΧΑΜΟΔΡΑΚΙ: «τα κατά τις νυχτερινές ώρες άνωθεν των ελών ή σηπομένων πτωμάτων φαινόμενα και εκ του ανέμου σαλεύοντα φωσφορικά πυρά, τα οποία η λαϊκή φαντασία ταύτισε προς στοιχειά. Κατά μιαν επικρατέστερη δοξασία είναι λίαν κακοποιά ποιμενικά δαιμόνια, που υπό μορφήν δαίμονος εμφανιζόμενα βατεύουν τα θήλεα βοσκήματα τα οποία ταχέως μαυρίζουν πρήζονται και ψοφούν. Ιππεύουν επίσης ανθρώπους και τους οδηγούν σε κρημνούς... Η δοξασία αυτή φαίνεται αρχαιοελληνική όπως προκύπτει από ανάλογο χάλκινο ειδώλιο (το εικονιζόμενο) που απεικονίζει το αποτέλεσμα της λοιμώδου νόσου των ποιμνίων άνθραξ»! Βλ.«χαμοδράκι» Εγκυκλ. Ελευθερουδάκη. Τα στοιχεία είναι παρμένα απ’ την «Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων»σελ.518 του Π. Παπαζαφειρόπουλου (Πάτρα 1887) & «Παραδόσεις» του Ν.Γ. Πολίτη (Αθήνα 1904)

[6] Για να σχηματίσει κανείς άποψη γύρω απ’ τις συνθήκες της συγκεκριμένης μάχης είναι αναγκασμένος να ανασυντάξει τις πληροφορίες από τρία τουλάχιστον βιβλία της Π. Διαθήκης (Β. Βασ. ΙΘ΄ & Ησαΐας ΛΖ΄ & Β΄Χρον. ΛΒ΄) Τον διασκορπισμό των στοιχείων σε περισσότερες από μια αφηγήσεις, χρησιμοποιούν πολύ συχνά οι βιβλικοί ιεροαντιγραφείς, σαν αποτελεσματική μέθοδο απόκρυψης των υδατο-μαγγανικών δεδομένων, αφού έτσι απαιτείται κοπιαστική σύγκριση και μελέτη για την ανασύνταξη των, αληθινών δεδομένων κάθε μάχης. Για την ίδια αυτή μάχη βλ. Και Α΄Μακκαβαίων Ζ΄40. Β΄ Μακκαβαίων Η΄19 &ΙΕ΄ 22