Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ ἡμέραι 109-201

Ο μύθος των γενών

Στο διδακτικό έπος Ἔργα καὶ ἡμέραι δύο είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν τον Ησίοδο: η δικαιοσύνη και η εργασία. Ως αφορμή για τη συγγραφή του αναφέρεται από τον ποιητή η (πιθανώς επινοημένη) διαμάχη του με τον αδελφό του Πέρση, ο οποίος δωρωδόκησε τους "βασιλιάδες" για να καρπωθεί μεγαλύτερο μερίδιο της πατρικής κληρονομιάς. Το εύρημα αυτό επιτρέπει στον Ησίοδο να απευθύνει παραινέσεις ηθικού χαρακτήρα αλλά και διδαχές με καθαρά πρακτικό περιεχόμενο. Επειδή παρόμοια ποιήματα πρακτικής σοφίας υπήρχαν ήδη στην Εγγύς Ανατολή, θεωρείται πιθανόν ότι το έπος του Ησιόδου προϋποθέτει γνώση αυτής της παράδοσης. Στο πρώτο μέρος του ποιήματος ο ποιητής, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, μύθους, αλληγορίες και γνωμικά, προσπαθεί να δείξει στον αδελφό του ότι η ύπαρξη των κακών στους ανθρώπους οφείλεται στην ὕβριν παλαιοτέρων γενεών, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτη την επίπονη εργασία. Στο δεύτερο μέρος (στ. 342 κ.ε.) ακολουθούν πρακτικές συμβουλές, ώστε να μπορεί ο αδελφός του να ζει με έντιμο τρόπο από την εργασία του. Ένας από τους μύθους που διηγείται ο Ησίοδος στο πρώτο μέρος είναι αυτός των γενών: πέντε γένη ή είδη ανθρώπων διαδέχονται στη διάρκεια του χρόνου το ένα το άλλο σε μια πορεία σταδιακής κατάπτωσης. Τα τέσσερα από τα γένη αντιστοιχούν σε ισάριθμα μέταλλα (χρυσός, άργυρος, χαλκός, σίδηρος). Πριν από το τελευταίο όμως παρεμβάλλεται ένα επιπλέον γένος, για να ενταχθούν σ᾽ αυτό οι ήρωες που σύμφωνα με τους μύθους των Ελλήνων πολέμησαν στη Θήβα και στην Τροία. Τα σημάδια της φθίνουσας πορείας του ανθρώπινου γένους εντοπίζονται κάθε φορά στον βαθμό της ηθικής κατάπτωσης, της πρόωρης γήρανσης και της άδοξης μεταθανάτιας ζωής.

Ἔργα καὶ ἡμέραι 109-201

χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων
110 ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες.
οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν·
ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες
νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι δειλὸν
γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι
115 τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι, κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων·
θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα
τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα
αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἳ δ᾽ ἐθελημοὶ
119 ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν.
121 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε,
τοὶ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν
ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων,
{οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα
125 ἠέρα ἑσσάμενοι πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,}
πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον.
δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν
ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες,
χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα·
130 ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ
ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων, μέγα νήπιος, ᾧ ἐνὶ οἴκῳ·
ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες
ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο
135 ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν
ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς,
ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα
Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς
οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν.
140 αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε,
τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέονται,
δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ.
Ζεὺς δὲ πατὴρ τρίτον ἄλλο γένος μερόπων ἀνθρώπων
χάλκειον ποίησ᾽, οὐκ ἀργυρέῳ οὐδὲν ὁμοῖον,
145 ἐκ μελιᾶν, δεινόν τε καὶ ὄβριμον· οἷσιν Ἄρηος
ἔργ᾽ ἔμελε στονόεντα καὶ ὕβριες, οὐδέ τι σῖτον
ἤσθιον, ἀλλ᾽ ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν.
{ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι
ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσι.}
150 τῶν δ᾽ ἦν χάλκεα μὲν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οἶκοι,
χαλκῷ δ᾽ εἰργάζοντο· μέλας δ᾽ οὐκ ἔσκε σίδηρος.
καὶ τοὶ μὲν χείρεσσιν ὑπὸ σφετέρῃσι δαμέντες
βῆσαν ἐς εὐρώεντα δόμον κρυεροῦ Ἀίδαο,
νώνυμνοι· θάνατος δὲ καὶ ἐκπάγλους περ ἐόντας
155 εἷλε μέλας, λαμπρὸν δ᾽ ἔλιπον φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν,
αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ
Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον,
ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται
160 ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν.
καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ
τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ,
ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο,
τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης
165 ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο.
{ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε}
τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας
168 Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης.
170 καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες
ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην,
ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν
τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι
175 ἀνδράσιν, ἀλλ᾽ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι.
νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον· οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ
παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος οὐδέ τι νύκτωρ
φθειρόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.
ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν.
180 Ζεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων,
εὖτ᾽ ἂν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν.
οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος οὐδέ τι παῖδες
οὐδὲ ξεῖνος ξεινοδόκῳ καὶ ἑταῖρος ἑταίρῳ,
οὐδὲ κασίγνητος φίλος ἔσσεται, ὡς τὸ πάρος περ.
185 αἶψα δὲ γηράσκοντας ἀτιμήσουσι τοκῆας·
μέμψονται δ᾽ ἄρα τοὺς χαλεποῖς βάζοντες ἔπεσσι,
σχέτλιοι, οὐδὲ θεῶν ὄπιν εἰδότες· οὐδέν κεν οἵ γε
γηράντεσσι τοκεῦσιν ἀπὸ θρεπτήρια δοῖεν·
{χειροδίκαι· ἕτερος δ᾽ ἑτέρου πόλιν ἐξαλαπάξει·}
190 οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται οὐδὲ δικαίου
οὐδ᾽ ἀγαθοῦ, μᾶλλον δὲ κακῶν ῥεκτῆρα καὶ ὕβριν
ἀνέρα τιμήσουσι· δίκη δ᾽ ἐν χερσί· καὶ αἰδὼς
οὐκ ἔσται, βλάψει δ᾽ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα
μύθοισι σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὀμεῖται.
195 ζῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασι
δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει στυγερώπης.
καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης
λευκοῖσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλὸν
ἀθανάτων μετὰ φῦλον ἴτον προλιπόντ᾽ ἀνθρώπους
200 Αἰδὼς καὶ Νέμεσις· τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ
θνητοῖς ἀνθρώποισι· κακοῦ δ᾽ οὐκ ἔσσεται ἀλκή.

***
Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων
οι αθάνατοι του Ολύμπου.110
Στην εποχή του Κρόνου,1 όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό,
ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος,
πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά
τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι,πόδια και χέρια,
στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω.115
Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος
που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους·
χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους,
μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι
σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι
με τα πολλά αγαθά τους.
Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος,121
έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν
το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων.
Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα·
κυκλοφορούν, ντυμένοι την ομίχλη, σ᾽ όλη την οικουμένη,125
πηγή ευτυχίας και πλούτου - τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε.

Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό
έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με το χρυσό,
μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα.
Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα,130
χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει
μες στο σπίτι -μεγάλο, αφύσικο μωρό.
Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια
στην ανθηρή τους νιότη,
ζούσαν ελάχιστα, δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους
και το λειψό μυαλό τους. Γιατί δεν είχαν σθένος
να αντισταθούν στη μεταξύ τους βία, στην αμοιβαία135
αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς, μήτε και δέχονταν
να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς, όπως το ορίζει
η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν.
Γι᾽ αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό,
που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους
στους μάκαρες ολύμπιους θεούς.
Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,140
τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου,
έστω και δεύτερης σειράς -κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.2

Ύστερα ο Δίας‒πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος
των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μη μοιάζει
στο ασημένιο πουθενά·
φράξινο, ανελέητο, φριχτό. Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους145
πάρεξ τα υπερφίαλα έργα του πολέμου,
βαριά σε στεναγμούς· στάρι δεν έτρωγαν3 κι ήταν σκληρή
η καρδιά τους σαν το ατσάλι.
Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα
που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά.
Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους,150
δούλευαν μόνον τον χαλκό -δεν είχε ακόμη εφευρεθεί
ο μαύρος σίδηρος.4
Κι αφού απ᾽ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν,
κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη,
ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε
μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως,155
τη λάμψη του ήλιου.

Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,
έπλασε γένος τέταρτο στη σιτοφόρο γη ο Κρονίδης Δίας,
πιο δίκαιο κι αντρειωμένο·
το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι,5
την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη.160
Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη
σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στη Θήβα την επτάπυλη,
χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν
ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα·6
άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους165
περνώντας πάνω απ᾽ το μέγα κύμα της θαλάσσης,
για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε
το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε τη χάρη
ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ᾽ τους ανθρώπους·
σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου,
κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,170
κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές
του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς·
που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο
ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι.

Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ᾽ αυτήν την πέμπτη γενεά,
με τους ανθρώπους της· καλύτερα να ᾽χα πεθάνει πιο μπροστά175
ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα
του γένους του σιδήρου.
Μήτε τη μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε τη νύχτα
η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές,
θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ᾽ αυτούς
καλό με το κακό.
Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών·180
όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους·
ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά
με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος στον σύντροφο
μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό
δεν θα ᾽ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας.
Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους,185
θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά,
άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού·
σ᾽ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν
τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης,190
καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους
σ᾽ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά·
θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του,
με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω·
ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους 195
κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος.
Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους,
καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους,
εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους,
θα φύγουν και θ᾽ ανέβουν στον κόσμο των θεών
η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα ᾽ναι μόνο
βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς,200
δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά.
-----------------------
2 Το δέος που επικρατούσε για τους άγνωστους που ήταν θαμμένοι σε παλιούς τάφους οδήγησε προφανώς τον Ησίοδο στο να ταυτίσει τους ανθρώπους του "αργυρού γένους" με τους νεκρούς αυτών των τάφων.
3 Η γεωργία θεωρούνταν βασικό συστατικό του πολιτισμένου βίου, έτσι ώστε η απουσία της να παραπέμπει σε "πρωτόγονη" κατάσταση του ανθρώπου.
4 Ο μύθος ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα, αφού η χρήση του σιδήρου διαδόθηκε στην Ελλάδα τον 11ο αι. π.Χ.. Και στα ομηρικά έπη, τα οποία αφηγούνται ιστορίες που εκτυλίσσονται σε παλαιότερες εποχές, τα μεταλλικά μέρη των όπλων είναι χάλκινα.
5 Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στην καταγωγή τους, αφού ήταν γεννημένοι από πατέρα θεό και μητέρα θνητή.
6 Εννοείται η σύγκρουση των γιων του Οιδίποδα Ετεοκλή και Πολυνείκη κατά την εκστρατεία των Επτά επί Θήβας καθώς και η σύγκρουση των "Επιγόνων", που είχε ως συνέπεια την πτώση της πόλης.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (706-741)

ἄνασσα πράγους τοῦδε καὶ βουλεύματος,
τί μοι σκυθρωπὸς ἐξελήλυθας δόμων;
ΛΥ. κακῶν γυναικῶν ἔργα καὶ θήλεια φρὴν
ποεῖ μ᾽ ἄθυμον περιπατεῖν ἄνω κάτω.
710 Χ. ΓΥ. τί φῄς; τί φῄς;
ΛΥ. ἀληθῆ, ἀληθῆ.
Χ. ΓΥ. τί δ᾽ ἐστὶ δεινόν; φράζε ταῖς σαυτῆς φίλαις.
ΛΥ. ἀλλ᾽ αἰσχρὸν εἰπεῖν καὶ σιωπῆσαι βαρύ.
Χ. ΓΥ. μή νύν με κρύψῃς ὅ τι πεπόνθαμεν κακόν.
715 ΛΥ. βινητιῶμεν, ᾗ βράχιστον τοῦ λόγου.
Χ. ΓΥ. ἰὼ Ζεῦ.
ΛΥ. τί Ζῆν᾽ ἀυτεῖς; ταῦτα δ᾽ οὖν οὕτως ἔχει.
ἐγὼ μὲν οὖν αὐτὰς ἀποσχεῖν οὐκέτι
οἵα τ᾽ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν· διαδιδράσκουσι γάρ.
720 τὴν μέν γε πρώην διαλέγουσαν τὴν ὀπὴν
κατέλαβον ᾗ τοῦ Πανός ἐστι ταὐλίον,
τὴν δ᾽ ἐκ τροχιλείας αὖ κατειλυσπωμένην,
τὴν δ᾽ αὐτομολοῦσαν· τὴν δ᾽ ἐπὶ στρούθου μίαν
ἤδη πέτεσθαι διανοουμένην κάτω
725 εἰς Ὀρσιλόχου χθὲς τῶν τριχῶν κατέσπασα.
πάσας τε προφάσεις ὥστ᾽ ἀπελθεῖν οἴκαδε
ἕλκουσιν. ἡδὶ γοῦν τις αὐτῶν ἔρχεται.
αὕτη σύ, ποῖ θεῖς; ΓΥΝΗ Α’. οἴκαδ᾽ ἐλθεῖν βούλομαι.
οἴκοι γάρ ἐστιν ἔριά μοι Μιλήσια
730 ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα. ΛΥ. ποίων σέων;
οὐκ εἶ πάλιν; ΓΥ. Α’ ἀλλ᾽ ἥξω ταχέως νὴ τὼ θεὼ
ὅσον διαπετάσασ᾽ ἐπὶ τῆς κλίνης μόνον.
ΛΥ. μὴ διαπετάννυ, μηδ᾽ ἀπέλθῃς μηδαμῇ.
ΓΥ. Α’ ἀλλ᾽ ἐῶ ᾽πολέσθαι τἄρι᾽; ΛΥ. ἢν τούτου δέῃ.
ΓΥΝΗ Β’
735 τάλαιν᾽ ἐγώ, τάλαινα τῆς ἀμόργιδος,
ἣν ἄλοπον οἴκοι καταλέλοιφ᾽. ΛΥ. αὕτη ᾽τέρα
ἐπὶ τὴν ἄμοργιν τὴν ἄλοπον ἐξέρχεται.
χώρει πάλιν δεῦρ᾽. ΓΥ. Β’ ἀλλὰ νὴ τὴν Φωσφόρον
ἔγωγ᾽ ἀποδείρασ᾽ αὐτίκα μάλ᾽ ἀνέρχομαι.
740 ΛΥ. μή, μἀποδείρῃς· ἢν γὰρ ἄρξῃς τουτουί,
ἑτέρα γυνὴ ταὐτὸν ποεῖν βουλήσεται.

***
(Βγαίνει η Λυσιστράτη από την Ακρόπολη ταραγμένη)
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Βασίλισσά μας σ᾽ έργατα και γνώμη,
πώς τόσο μουτρωμένη εκείθε βγήκες;
ΛΥΣ. Ανάξια θηλυκά, καρδιές που δείλιασαν,
με κάνουνε να τρέχω απάνου κάτου.
710 ΚΟΡ. ΓΥΝ. Τί λες; Τί λες; ΛΥΣ. Αλήθεια κι απ᾽ αλήθεια!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Λέγε σε μας τί τρέχει, είμαστε φίλες.
ΛΥΣ. Κακό και να το πω και να το κρύψω.
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Ό,τι κακό και να ᾽ναι μην το κρύβεις.
ΛΥΣ. Μ᾽ ένα λόγο: μας έπιασεν αντρόλυσσα.
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Αλίμονό μας, Δία!
ΛΥΣ. Τί να σου κάνει ο Δίας; Όπως σ᾽ τα λέγω!
Εγώ δεν ημπορώ να τις κρατήσω
μακριά απ᾽ τους άντρες. Μου το σκάει μια μια.
720 Έπιασα κάποιαν, που άνοιγε την τρύπα
εκεί που ᾽ναι το σπήλαιο του Πανός.
Άλληνε, που προσπάθαε να γλιστρήσει
με σκοινί· πέρασε άλλη στον οχτρό·
κι άλλη σκεδίαζε πάνου σε σπουργίτι,
της Αφροδίτης το πουλί, καβάλα
να φύγει για το σπίτι του Ορχιλόχου,
του γυναικά — κι απ᾽ τα μαλλιά την τράβηξα.
Όλες βρίσκουνε πρόφαση να πάνε
ξανά στο σπίτι. Νά την κάποια κι έρχεται.
Πού πας, μωρή; Α’ ΓΥΝΑΙΚΑ. Στο σπίτι. Έχω αφημένα
μαλλιά ακριβά της Μίλητος. Ο σκόρος
730 θα μου τα φάει. ΛΥΣ. Ποιός σκόρος; Γύρνα πίσου!
Α’ ΓΥΝ. Μα θα γυρίσω γρήγορα. Μονάχα
να τ᾽ απλώσω για λίγο στη σανίδα.
ΛΥΣ. Παράτα, λέω, τ᾽ απλώματα! Ούτε βήμα!
Α’ ΓΥΝ. Έτσι θα χαραμίσω το μαλλί μου;
ΛΥΣ. Είν᾽ ανάγκη.
(Βγαίνει δεύτερη Γυναίκα)
Β’ ΓΥΝΑΙΚΑ
Βάι! βάι η καψερή.
Πάει θα το χάσω το μαλλί μου! Τ᾽ άφησα
στο σπίτι μου αλανάριστο! ΛΥΣ. Νά κι άλλη,
που τάχατες φοβάται το μαλλί της.
Γύρνα πίσου! Β’ ΓΥΝ. Μα θα γυρίσω αμέσως,
μά τη Σελήνη, αφού το δείρω κάπως.
740 ΛΥΣ. Τίποτα δε θα δείρεις. Άμα κάνεις
την αρχή, θα γυρέψουν όλες το ίδιο.
(Βγαίνει μια τρίτη Γυναίκα, με κοιλιά φουσκωμένη).

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΚΑΛΧΑΣ

Ο Τειρεσίας είναι ο μάντης που παίζει ρόλο στις τραγωδίες, ο Κάλχας στο έπος, χωρίς να λείπει η παρουσία του και από όσες τραγωδίες αναφέρεονται στη θυσία της Ιφιγένειας (Αγαμέμνων του Αισχύλου, Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, ενώ αναφέρεται και στον Αίαντα του Σοφοκλή).
 

Καταγωγή και γενεαλογία


Στα ομηρικά έπη ο Κάλχας παρουσιάζεται ως γιος του Θέστορα (Θεστορίδης), με σταθερή γενεαλογία στις διάφορες πηγές, όχι όμως με σταθερό τόπο καταγωγής ή ταφής. Η καταγωγή του τον δένει με τον θεό της μαντικής Απόλλωνα και με άλλους μάντεις, κάτι που ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα. Με αυτόν τον τρόπο, με την κληρονομικότητα, εξηγούνταν αλλά και του αποδίδονταν εξαιρετικές ικανότητες -οἰωνοπόλων ὄχ᾿ ἄριστος (Ιλ. Α 69-70· πρβ. και 86), και δείχνεται ότι και οι μάντεις ανήκαν σε μια κλειστή συντεχνία, όπως άλλοι τεχνίτες. Χάρη, λοιπόν, στην πατρική του καταγωγή συνδέεται με τον μάντη Αργοναύτη Ίδμονα. Αυτή η συγκεκριμένη συγγένεια κάνει τον Κάλχα απόγονο του μάντη Μελάμποδα, και τελικά του ίδιου του Απόλλωνα.
 
Αδελφός του θεωρείται ο Αλκμάων, όμως ο Θέστορας της δωδέκατης ραψωδίας που αναφέρεται ως πατέρας του θα πρέπει να είναι ομώνυμος με τον πατέρα του Κάλχα ήρωας, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί τίποτε. Ο Υγίνος του αποδίδει και δύο αδελφές, τη Λευκίππη και τη Θεονόη. Τέλος, βυζαντινό λεξικό αναφέρει την Κολοφωνία Σιβύλλα Λάμπουσα ως απόγονό του.
 
Σε αντίθεση με τη συμφωνία της γραπτής παράδοσης ως προς την γενεαλογία του Κάλχα, οι πηγές διαφωνούν σχετικά με τον τόπο γέννησής του. Η καταγωγή του από τις Μυκήνες, που ακολουθεί και ο Υγίνος, μπορεί να βασιστεί στις περιγραφές του Ευριπίδη για τον αντίκτυπο που είχε εκεί η είδηση του θανάτου του μάντη στη Μικρά Ασία. Από την άλλη, ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Κάλχας κατοικούσε στα Μέγαρα, όπου και τον επισκέφθηκε ο Αγαμέμνονας για να ζητήσει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι σύγχρονοι συγγραφείς θεωρούν πιθανότερη την αργίτικη καταγωγή του μάντη, καθώς ο παππούς του αναφέρεται μερικές φορές ως Άβας.
 

Πριν από τον Τρωικό πόλεμο


Όταν ο αχαϊκός στόλος είχε συγκεντρωθεί στην Αυλίδα έτοιμος για την καθιερωμένη ιεροτελεστία με μεγάλη θυσία προς τους θεούς όπως πριν από κάθε εκστρατεία, είδαν ένα φίδι να καταβροχθίζει οχτώ πουλιά και τη μητέρα τους. Κατόπιν το φίδι έφθασε στο βωμό, όπου μεταμορφώθηκε σε πέτρα. Το θαύμα αυτό απαιτούσε εξήγηση, που δόθηκε από τον Κάλχα. Το ερμήνευσε ως οιωνό που προανήγγελλε μακρά αλλά νικηφόρα εκστρατεία, ενώ ο αριθμός των πουλιών αντιστοιχούσε στα χρόνια που έπρεπε να περάσουν πριν από την κατάκτηση της πόλης του Πριάμου. (Όμ., Ιλ. Β 299-330)* Σε παραλλαγή του επεισοδίου αναφέρεται πως ο Αγαμέμνονας είδε δύο αετούς να σκοτώνουν ένα λαγό. Ο βασιλιάς ρώτησε τον Κάλχα για τη σημασία του οιωνού και ο μάντης απάντησε κατά τον ίδιο τρόπο, ταυτίζοντας το λαγό με την Τροία και τα δύο σαρκοβόρα πουλιά με τους Ατρείδες (Αισχ., Αγαμ. 104-159)**.
 
Η ομηρική εκδοχή παραδίδεται και στα Κύπρια έπη, όπως και σε πολλά μεταγενέστερα έργα. Ο Απολλόδωρος προσδιορίζει χρονικά το επεισόδιο πριν από την πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία προς την Τροία με αρχηγό τον Αγαμέμνονα, όταν οι Έλληνες έφθασαν μόνο μέχρι τη Μυσία, όπου ο Αχιλλέας πολέμησε εναντίον του Τήλεφου, και μετά επέστρεψαν στην Ελλάδα.
 
Στα Κύπρια μαρτυρείται η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα, την οποία επεξεργάστηκαν δραματουργικά οι τραγικοί ποιητές***. Ο Αγαμέμνονας και οι Αχαιοί στρατιώτες καθυστέρησαν εκεί λόγω νηνεμίας. Όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον Κάλχα την αιτία για την οποία ο στόλος δεν μπορούσε να συνεχίσει, τότε ο μάντης αποκάλυψε ότι ο Αγαμέμνονας είχε προκαλέσει την οργή της Άρτεμης, η οποία απαιτούσε τη θυσία της βασιλοκόρης Ιφιγένειας. Η κόρη θυσιάστηκε στον βωμό και η θεά κατευνάστηκε.
 
Η αναφορά αυτού του επεισοδίου είναι συχνή και ο ρόλος του Κάλχα ως ερμηνευτή των σημαδιών και ιερέα-εκτελεστή της θυσίας επισημαίνεται τόσο στα αρχαία κείμενα όσο και στις εικονογραφικές παραστάσεις. Μετά τον κατευνασμό της Άρτεμης, ο Κάλχας οδήγησε τους Αχαιούς στη Τροία. Δεν είναι ασυνήθιστο ένας μάντης να υποδεικνύει την πορεία που, όπως και στην περίπτωση των πηδαλιούχων, συχνά συνδέεται με την παρατήρηση των άστρων. Ο Απολλόδωρος υποστηρίζει ότι ο Τήλεφος, σε αντάλλαγμα για την ίασή του, υπέδειξε στον Αχιλλέα τον δρόμο προς την Τροία, όταν συναντήθηκαν στο Άργος. Σε αυτή την περίπτωση, ο Κάλχας απλώς επιβεβαίωσε την ορθότητα της πορείας που υπέδειξε ο Τήλεφος. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει αλλού ότι πολλά χρόνια πριν από την εκστρατεία ο μάντης έδωσε μια προφητεία που αφορούσε την πολιορκία της Τροίας. Η πόλη θα παρέμενε απόρθητη εκτός αν ο Αχιλλέας πολεμούσε μαζί με τους Αχαιούς. Η Θέτις, μητέρα του ήρωα, γνωρίζοντας την τραγική μοίρα του γιου της, αν εκείνος πήγαινε στην Ασία, έκρυψε τον εννιάχρονο Αχιλλέα ανάμεσα στις κόρες του Λυκομήδη, όπου μετά από χρόνια τον ανακάλυψε ο Οδυσσέας.
 

Στην Τροία


Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τροίας, ο Κάλχας εμπλέκεται σε πολλές σκηνές -μάλιστα εξαιτίας των μαντικών ικανοτήτων και της έντονης προσωπικότητάς του, οι αρχαίοι συγγραφείς έτειναν να αυξάνουν το ρόλο του στα έργα τους. Έτσι, αποκαλύπτει στον Αγαμέμνονα -όχι άφοβα****- τον λόγο για τον οποίο ο Απόλλωνας έστειλε τον λοιμό κατά το δέκατο έτος του πολέμου που αποδεκάτιζε τους Έλληνες. Αποκάλυψε στους Έλληνες ότι δεν θα έπαιρναν την πόλη αν ο Φιλοκτήτης δεν πολεμούσε μαζί τους χρησιμοποιώντας το τόξο του Ηρακλή. Έτσι εξηγείται η αποστολή αντιπροσωπείας στη Λήμνο, με επικεφαλής τον Οδυσσέα, για να πείσει τον πληγωμένο ήρωα να συμπράξει. Η συμμετοχή του Φιλοκτήτη αποδείχθηκε πραγματικά πολύτιμη, αφού τα βέλη του σκότωσαν τον Πάρη. Λίγο αργότερα, ο Κάλχας πρότεινε στους συντρόφους του να αιχμαλωτίσουν τον Τρώα μάντη Έλενο, ο οποίος ήξερε χρησμούς που προστάτευαν την πόλη. Ο Οδυσσέας έστησε ενέδρα στον Έλενο, τον έπιασε και αυτός αποκάλυψε τις προϋποθέσεις για την πτώση της πόλεως. Ο Κάλχας αποκάλυψε επίσης την παρουσία και σημασία του Παλλάδιου, λατρευτικού αγάλματος της Αθηνάς, το οποίο ο Οδυσσέας και ο Διομήδης κατάφεραν να κλέψουν. Μερικοί συγγραφείς αποδίδουν στον Κάλχα πρωταγωνιστικό ρόλο και στο σχεδιασμό του Δούρειου Ίππου, ενώ η ενεργή συμμετοχή του στη θυσία της Ιφιγένειας μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι ο μάντης συνδέθηκε και με άλλες ανθρωποθυσίες που ακολούθησαν την πτώση της Τροίας, της Πολυξένης και του Αστυάνακτα.
 
Τη μορφή του Κάλχα πήρε ο Ποσειδώνας και με αυτήν εμφανίστηκε στους Έλληνες, ενθαρρύνοντάς τους για τη μάχη. Οι Αίαντες αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για θεϊκή μεταμόρφωση (Ν 39-75).
 

Μετά τα Τρωικά

 
Η πτώση της Τροίας ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του Κάλχα και στις μυθικές παραδόσεις, όπως συνέβη και με τους μάντεις Μόψο και Αμφίλοχο. Αν και προέβλεψε την κακοτυχία των Αχαιών κατά την επιστροφή στις πατρίδες τους, επιβιβάστηκε σε πλοίο μαζί με τον Σθένελο και τον Ιδομενέα. Δεν έφτασαν όμως στον προορισμό τους, καθώς σφοδρή καταιγίδα έριξε το πλοίο σε ακτή της Μικράς Ασίας, στην Κολοφώνα. Κατά την επικρατέστερη παράδοση, ο Κάλχας αρνήθηκε να αποπλεύσει και έπεισε κάποιους από τους συντρόφους του να παραμείνουν στην Ασία. Μαζί με τον Αμφίλοχο, τον γιο του μάντη Αμφιάραου, και τους οικιστές της Παμφυλίας κίνησαν με τα πόδια προς την Κλάρο.
 

Ο Κάλχας οικιστής


Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ο περιπλανώμενος μάντης Κάλχας φαίνεται να ταξίδεψε πέρα από την Κολοφώνα. Η μυθολογική του πορεία είναι συμβολική και συνδέεται με καθεμιά από τις τοπικές παραδόσεις, που τον θέλουν οικιστή. Ο Ησύχιος από τη Μίλητο αναφέρει ότι η πόλη Χαλκηδόνα της Βιθυνίας συνδέεται με τον ήρωα λόγω της ονομασίας της. Στην Πέργη της Παμφυλίας ο Κάλχας ήταν ανάμεσα στους εννέα οικιστές που τιμήθηκαν -στα χρόνια του Αδριανού- με αγάλματα κοντά στη νότια πύλη της πόλης (Ηρ. 7.91, Στράβ. 14.4.3)· από τα αγάλματα αυτά διατηρούνται μόνο οι βάσεις τους. Τέλος, ο Κάλχας αναφέρεται ως ιδρυτής της πόλης Σέλγης της Πισιδίας (Στράβ. 12.7.3).
 

Μόψος και Κάλχας: Η διαμάχη για τη μαντική*****


Σύμφωνα με μια προφητεία, ίσως από τον Έλενο, ο Κάλχας θα πέθαινε αν θα συναντούσε μάντη ανώτερό του. Ο Κάλχας βρέθηκε στην Κλάρο, ή στην Κολοφώνα, μετά την καταστροφή της Τροίας. Εκεί συνάντησε τον Μόψο, και σύμφωνα με τον Ησίοδο, τον ρώτησε πόσα σύκα είχε μια αγριοσυκιά που φύτρωνε εκεί. Εκείνος απάντησε «δέκα χιλιάδες», δίνοντας και το βάρος τους σε μεδίμνους παρά ένα σύκο που διευκρίνισε ότι δεν το συνυπολόγισε για να βγει ακριβής η μέτρηση. Ο Φερεκύδης παραδίδει ότι η ερώτηση δεν αφορούσε αγριοσυκιά αλλά μια έγκυο γουρούνα, για την οποία ο Κάλχας είπε ότι κυοφορούσε οκτώ μικρά, όλα αρσενικά και ότι θα γεννούσε την έκτη ώρα της επόμενης μέρας. Ο Μόψος ήταν εκείνος που έδωσε τη σωστή απάντηση λέγοντας ότι το ζώο κυοφορούσε εννέα γουρουνάκια, από τα οποία το ένα ήταν θηλυκό. Σύμφωνα με τον γεωγράφο Στράβωνα άλλοι συγγραφείς «συρράπτουν» τις δύο παραδόσεις. Ο Απολλόδωρος, για παράδειγμα, αναφέρει ότι ο Κάλχας ρώτησε τον Μόψο για τα σύκα και ο Μόψος τον Κάλχα για τη γουρούνα. Ο Μόψος πέτυχε τη σωστή απάντηση, ενώ ο Κάλχας έχασε και πέθανε από θλίψη. Ο Κόνων συμφωνεί ότι η διαφωνία ξεκίνησε στην Κολοφώνα, αλλά προτείνει ένα διαφορετικό τέλος, το οποίο έγινε στη Λυκία. Ισχυρίζεται ότι ο τοπικός βασιλιάς Αμφίμαχος της Λυκίας ρώτησε τους δύο μάντεις για την έκβαση της στρατιωτικής εκστρατείας που σχεδίαζε. Ο Κάλχας πρόβλεψε λαμπρή νίκη, ενώ ο Μόψος προσπάθησε να αποτρέψει το βασιλιά από το εγχείρημα. Τελικά, ο Αμφίμαχος νικήθηκε, η φήμη του Μόψου εξαπλώθηκε, ενώ ο Κάλχας αυτοκτόνησε από απελπισία. Έτσι, αν οι μύθοι ποικίλλουν ως προς το θέμα της αναμέτρησης των δύο μάντεων, όλοι συμφωνούν ότι ο Κάλχας, παρότι ένδοξος μάντης, έχασε τον αγώνα και απεβίωσε.
 

Οι τάφοι του Κάλχα


Κατά την επικρατέστερη μυθική παράδοση, ο τάφος του Κάλχα βρισκόταν στη γειτονική περιοχή της Κλάρου ή στο Νότιον. Και άλλα μέρη όμως αναφέρονται ως τόποι όπου έλαβε χώρα ο αγώνας μαντικής και όπου πέθανε ο Κάλχας, υποδηλώνοντας έτσι την παρουσία τάφου του μάντη εκεί. Ως τόπο του αγώνα των δύο μάντεων ο Σοφοκλής υποδεικνύει την Κιλικία, ο Κόνων τη Λυκία, άλλοι το Γρύνιο (ή Γρύνειο) κοντά στη Μύρινα (στην Ιωνία ή την Αιολίδα). Τάφοι του μάντη μαρτυρούνται και στην Ιταλία: στην πόλη Σίρις, αποικία των Κολοφωνίων στον κόλπο του Τάραντα (αν και κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν ότι ανήκε σε άλλο μάντη με το ίδιο όνομα, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Ηρακλή)· στην Απουλία (στο όρος Δρίο) σε άμεση σχέση με τον τάφο του συντρόφου του Ποδαλείριου, μάλιστα λεγόταν ότι ο Ποδαλείριος είχε κτίσει τον τάφο του Κάλχα και ότι όποιος θυσίαζε στο ένα ή το άλλο ιερό μαύρο κριάρι και κοιμόταν στο δέρμα του έβλεπε όνειρα προφητικά. Αυτοί οι τάφοι μνημονεύονται ως ηρώα από τον Στράβωνα και θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τη λατρεία του οικιστή ή με ιερά μαντικής.
 

Ο Κάλχας αμπελουργός


Ο Κάλχας περιγράφεται ακόμα ως μάντης και αμπελουργός. Κάποια μέρα ένας υπηρέτης τον ειδοποίησε ότι δεν θα προλάβει να πιει από το κρασί του αμπελιού του, ο Κάλχας γέλασε και περίμενε τη μέρα του τρύγου. Κάλεσε λοιπόν τον αναιδή δούλο και ήταν έτοιμος να πιει. Όμως λίγο προτού φέρει το ποτήρι στα χείλη του ξεψύχησε και η προφητεία βγήκε αληθινή. (Η ίδια ιστορία λέγεται και για τον Αγκαίο από τη Σάμο.)
----------------------
*Ο Οδυσσέας για τον Κάλχα
Λάβετε, ω φίλ', υπομονήν και καρτερείτε ολίγο
να ιδούμ' εάν του Κάλχαντος τα ρήματ' αληθεύσουν.
Είναι στον νουν μας ζωντανά και μάρτυρες είσθ΄ όλοι
όσους δεν πήρε ο θάνατος, οπόταν στην Αυλίδα -
χθες ή προχθές μου φαίνεται - συνάζονταν τα πλοία
των Αχαιών καταστροφήν να φέρουν εις τους Τρώας·
κι εμείς στους ιερούς βωμούς, όπου μια βρύση εκύλα
κάτω απ΄ ωραίον πλάτανον τα όμορφα νερά της,
των αθανάτων καίαμεν εξαίσιες εκατόμβες·
μέγα σημάδι εφάνη εκεί, μαύρος σαν αίμα δράκος,
τέρας που έβγαλε στο φως ο ίδιος ο Κρονίδης,
από το βάθος του βωμού στον πλάτανον εχύθη.
Εκεί φωλιάζαν σπούργιτες, αφτέρωτα πουλάκια
εις το υψηλότατο κλαδί κρυμμένα μες στα φύλλα
οκτώ, κι ενάτ' η μάνα τους που τα 'χε γεννημένα.
Τα 'τρωγε αυτός που έτριζαν ελεεινά και γύρω
πετούσε η μάνα κλαίοντας τα τέκνα της κι ο δράκος
στράφη, ετινάχθη κι έπιασεν απ΄ το φτερό κι εκείνην·
και αφού τα τέκνα όλα 'φαγε και ακόμη την μητέρα,
θαύμα τον έστησε ο θεός οπού τον είχε δείξει·
εκεί τον πέτρωσ' ο υιός του κρυπτοβούλου Κρόνου·
κι εμείς όλοι απορούσαμε σ΄ αυτό που εγίνη εμπρός μας·
κι ως ήλθαν ξάφνου ανάμεσα στες θείες εκατόμβες
τέρατα τόσα φοβερά, τον λόγον πήρε ο Κάλχας:
«Πώς όλοι στέκεσθ' άφωνοι; Το μέγ' αυτό σημείον
ο Ζευς μας το 'δειξε ο σοφός, κι ό,τι δηλεί θα γίνει
με τους καιρούς, αλλ' ένδοξο θα μείνει στον αιώνα·
καθώς τα τέκνα όλά 'φαγε και την μητέρα εκείνος,
οκτώ, κι ενάτη ήταν αυτή που τα ΄χε γεννημένα,
κι εμείς θα πολεμήσομεν αυτού χρόνους εννέα,
και η πόλις η πλατύδρομη στον δέκατον θα πέσει».
Αυτά μας έλεγε και ιδού που τώρα γίνοντ' όλα.
(Όμ., Ιλ. Β 299-330)
 
**Ο Κάλχας ερμηνεύει τον οιωνό των δύο αετών
οι βασιλείς των οιωνών [=αετοί του Δία] εμφανίστηκαν στους βασιλείς
των πλοίων, ο ένας μελανός, ο άλλος με πάλλευκη
ουρά, δίπλα στα ανάκτορα προς την δεξιά
πλευρά, σε περίβλεπτον βράχο,
και κατασπάραξαν πολύτοκη
ετοιμόγεννη λαγίνα [=Τροία]
κόβοντας
τον ύστατο δρόμο της.
Πένθιμα, πένθιμα πες, και το καλό ας νικά.
Και ο σοφός μάντης του στρατού,
όταν είδε τους δύο
λαγοφάγους, κατάλαβε πως ήσαν
οι πολεμοχαρείς Ατρείδες
και αρχηγοί της εκστρατείας και είπε
τον χρησμό: «Μετά από χρόνια
αυτός ο στρατός θα πάρει
την πόλη του Πριάμου, και όλα τα πλούτη,
πολυπληθή και πλεονάζοντα, των πύργων
θ' αρπάξει με την βία
η Μοίρα· μόνο μη ρίξει
στο σκότος και χτυπήσει
φθόνος θεών πρόωρα
τον μεγάλο χαλινό
από στρατιώτες γύρω
από την Τροία· γιατί η αγνή
Άρτεμις εχθρεύεται από οίκτο
τα φτερωτά σκυλιά [=αετοί] του πατέρα της
όταν, πριν γεννήσει,
θυσιάζουν,
μαζί με τα έμβρυα, δύστυχη
λαγίνα· μισεί τα δείπνα
των αετών».
Πένθιμα, πένθιμα πες, και το καλό ας νικά.
«Εσύ η Καλή, η τόσο
ευμενής στα τρυφερά
νεογνά των ισχυρών
λεόντων και η τερπνή
στα βυζανιάρικα μωρά
θηρίων όλων των αγρών,
κάνε
να εκπληρωθούν αυτοί
οι οιωνοί, θετικοί
αλλά δυσάρεστοι
οιωνοί των πουλιών·
και καλώ βοηθό
τον Παιάνα, μήπως η θεά στείλει
στους Δαναούς τους αντίθετους ανέμους
κι έτσι χρονίσουν αταξίδευτα τα πλοία,
ζητώντας άλλη θυσία άνομη, ανεκτέλεστη,
αρχιτέκτονα οικογενειακών ερίδων,
άφοβη σε άνδρα·
γιατί παραμένει φοβερή
παλίνδρομος δόλια οικονόμος
η Μήνις, μνήμων εκδίκηση
για το παιδί». Τέτοια
πεπρωμένα εξήγγειλε ο Κάλχας
μαζί με μεγάλα οφέλη
για τα ανάκτορα
απ' το πέταγμα των πουλιών·
και σύμφωνα μ' αυτά
πένθιμα, πένθιμα πες, και το καλό ας νικά.
 ο μέγας ηγεμών
των αχαϊκών πλοίων
δεν έψεξε κανέναν μάντη,
ενέδωσε στην τύχη που τον έπληξε,
ενώ, από την άπλοια που άδειαζε
τα σώματα, έπληττε ο αχαϊκός λαός
αντίκρυ στη Χαλκίδα,
στα βουερά παράλια της Αυλίδος·
φυσούν απ' τον Στρυμόνα άνεμοι
και φέρνουν απραξία κι ασιτία, κλείνουν
τα λιμάνια, κάνουν τους ανθρώπους
να σέρνονται, πλοία και παλαμάρια
να σαπίζουν, επιμηκύνοντας τον χρόνο
στο άπειρο και ξεραίνουν με την αναβολή
το άνθος των Αργείων·
(Αισχύλος, Αγαμέμνων 112-159, 185-197)
 
***Η θυσία της Ιφιγένειας και ο ρόλος του Κάλχα. Ευριπίδης και Αισχύλος
Ο Άγγελος ανακοινώνει στην Κλυταιμνήστρα τα σχετικά με τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας:
Καλή κυρά μου, θα τα μάθεις όλα·
θα σου τα πω εξαρχής, αν δε σκοντάψει
ο νους μου, ως θα μιλώ, και με μπερδέψει.
Όταν, την κόρη σου οδηγώντας, στο άλσος
και στο ανθισμένο φτάσαμε λιβάδι
της Άρτεμης, κόρης του Δία, που εκεί ήταν
συγκεντρωμένος ο στρατός, Αργείοι
μαζεύονταν πολλοί. Την κόρη ως είδε
o βασιλιάς προς το άλσος να βαδίζει
για σφαγή, αναστενάζει, το κεφάλι
γυρίζει από την άλλη, με το ιμάτιο
τα μάτια του σκεπάζει και δακρύζει.
Εκείνη τότε στάθηκε κοντά του
και μίλησε: «Πατέρα, ήρθα σ' εσένα·
για την πατρίδα, για όλη την Ελλάδα
αυτοθέλητα δίνω το κορμί μου·
στο βωμό της θεάς ας μ' οδηγήσουν,
και, αφού ο χρησμός το ορίζει, ας με θυσιάσουν.
Όσο από μένα, ευτυχισμένοι να είστε·
και νικητές γυρίστε στην πατρίδα.
Αργείος κανείς να μη μ' αγγίξει· δίνω
σιωπηλή και με θάρρος το λαιμό μου.»
Θάμασαν όλοι, τέτοια ακούοντας λόγια,
την αρετή της κόρης και την τόλμη.
Και στάθηκε ο Ταλθύβιος - έργο του ήταν -
στη μέση και σιωπή προστάζει σε όλους.
Απ' το φηχάρι [=θηκάρι] κοφτερό μαχαίρι
έβγαλε ο μάντης Κάλχας, σε πανέρι
το απόθεσε χρυσό, και την κοπέλα
στεφάνωσε- και πήρε του Πηλέα
ο γιος τον αγιασμό και το πανέρι,
ράντισε το βωμό ένα γύρο και είπε:
«Ω φόνισσα αγριμιών, κόρη του Δία,
εσύ που λαμπερό μέσα στη νύχτα
φως γυροφέρνεις, δέξου τη θυσία
που των Αχαιών σ' εσέ ο στρατός προσφέρνει,
μαζί του κι ο Αγαμέμνονας, κοπέλας
αμόλυντο αίμα απ' τον ωραίο λαιμό της,
και κάμε καλοτάξιδα τα πλοία,
κι εμείς της Τροίας να πάρουμε το κάστρο.»
Ατρείδες και στρατός σταθήκαμε όλοι
σκυμμένοι χάμω. Πήρε ο ιερέας
το μαχαίρι κι αφού είπε μιαν ευχή
κοίταζε το λαιμό, πού να χτυπήσει·
εγώ βαθιά πονούσα και σκυμμένος
στεκόμουν· κι άξαφνα έγινε το θάμα.
Ξεκάθαρα όλοι ακούσανε το χτύπο
της μαχαιριάς, αλλά κανείς δεν είδε
πού χώθηκε η κοπέλα μες στο χώμα.
Φωνάζει κι ο ιερέας κι ο στρατός όλος,
θάμα θεϊκό κι ανέλπιστο σαν είδαν,
που να το βλέπεις και να μην πιστεύεις·
καταγής σπαρταρούσε μια πελώρια
κι ωραιότατη λαφίνα, κι ο βωμός
απ' το αίμα που πηδούσε ραντιζόταν.
Και με χαρά μεγάλη λέει ό Κάλχας:
«Των Παναχαιών πολέμαρχοι, το θύμα
βλέπετε αυτό, το λάφι το βουνίσιο,
που το 'βαλε η θεά μπρος στο βωμό της;
Δέχεται κάλλιο αυτό παρά την κόρη,
μη μολυνθεί ο βωμός μ' ανθρώπινο αίμα.
Το 'λαβε με χαρά και μας χαρίζει
καλό ταξίδι και εισβολή στην Τροία,
θάρρος λοιπόν όλ' οι άντρες, και τραβήξτε
για τα καράβια· σήμερα είν' ανάγκη
ν' αφήσουμε τον κόρφο της Αυλίδας,
του Αιγαίου για να περάσουμε το κύμα.»
Κι όταν καλά μες στου Ηφαίστου τη φλόγα
κάηκε όλο το σφαχτό, για το ταξίδι
εδεήθη του στρατού, σαν που είναι η τάξη.
Εμένα ο Αγαμέμνονας με στέλνει
να τα ιστορήσω να σου πω ποια μοίρα
οι θεοί στην κόρη δίνουνε, ποια δόξα,
που αμάραντη θα μείνει στην Ελλάδα.
Και λέω εκείνο που είδα: το κορίτσι
στους θεούς έχει πετάξει, δίχως άλλο.
Μη θλίβεσαι· το χόλιασμα παράτα
που για τον άντρα σου είχες· όσα κάνουν
οι θεοί αναπάντεχα είναι στους ανθρώπους,
κι εκείνους που αγαπούνε τους γλιτώνουν.
Η μέρα η σημερνή την κόρη σου είδε
και να πεθαίνει και να ζει όμως πάλι.
(Ευρ., Ιφιγένεια εν Αυλίδι 1540-161)
 
Χορός Αργείων γερόντων περιγράφει τη θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα, μιλά για τον ρόλο του Κάλχα, τη «δυσκολία» του Αγαμέμνονα και την εδραίωση της εξουσίας του έναντι των άλλων αρχηγών με τη θυσία της κόρης του:
και όταν ο μάντης διελάλησε
στους Αχαιούς για τον πικρό
χειμώνα φάρμακο άλλο
πιο σκληρό, προφέροντας το όνομα
της Αρτέμιδος, τότε οι Ατρείδες
χτύπησαν στην γη τα σκήπτρα τους
και δεν συγκράτησαν τα δάκρυα·
και ο μέγας άναξ φωνάζοντας είπε:
«Βαριά καταστροφή αν δεν υπακούσω,
βαριά και αν σφάξω το παιδί μου,
το κόσμημα του παλατιού, και μιάνω
με ρυάκια από αίμα σφαγμένης
παρθένου τα πατρικά χέρια πλάι
στον βωμό· τι από αυτά δεν είναι συμφορά;
Πώς να εγκαταλείψω τον στόλο
και να προδώσω την συμμαχία;
Γιατί είναι θεμιτό να επιθυμεί κανείς
με απέραντο πάθος θυσία παρθενικού
αίματος που παύει
τους ανέμους. Ας βγει σε καλό».
 
Και αφού μπήκε στον ζυγό της ανάγκης
και έπνευσε στην ψυχή του άνεμος ασεβής,
ανόσιος, ανίερος, από τότε άλλαξε
γνώμη και τόλμησε τα πάντα·
αποθρασύνει τους θνητούς η αισχρή σκέψη,
πρώτη αιτία τύφλωσης και παραφοράς·
τόλμησε λοιπόν κι έγινε
θύτης θυγατρός, χρήσιμος
στον πόλεμο για μια γυναίκα
και στον απόπλου των πλοίων.
 
Τις ικεσίες και παρακλήσεις στον πατέρα
δεν υπολόγισαν καθόλου ούτε και την παρθενική
ζωή της οι φιλοπόλεμοι αρχηγοί·
και είπε στους υπηρέτες ο πατέρας
με ευχές να την σηκώσουν
σαν κατσίκι ψηλά πάνω από τον βωμό
καλυμμένη με πέπλα, πρηνή, και με όλη
την δύναμή τους για να εμποδίσουν
να βγει απ' το καλλίπρωρο
στόμα κατάρα
για το σπίτι,
 
με την βία χαλινού που φιμώνει.
Άφησε να πέσει στο χώμα η κροκάτη εσθήτα
και τόξευσε τον κάθε θύτη
με βέλος οικτίρμον το βλέμμα,
και έμοιαζε σαν ζωγραφιά που θέλει
να μιλήσει, γιατί πολλές φορές τραγούδησε
στους φιλόξενους ανδρώνες του πατέρα,
και με αγνή παρθενική φωνή ετίμησε
στην τρίτη σπονδή τον ευλογημένο
παιάνα του αγαπημένου πατέρα με αγάπη.
 
Τα μετά, ούτε είδα ούτε λέω· η τέχνη
του Κάλχα δεν μένει ανεκπλήρωτη.
(Αισχύλος, Αγαμέμνων 199-249)
 
****Ο Αχιλλέας στον Κάλχα
«Άφοβα λέγε τον χρησμόν όποιον ηξεύρει ο νους σου·
ότι, μα τον Απόλλωνα, που τες ευχές ακούει,
Κάλχα, και συ των Δαναών προσφέρεις τους χρησμούς του,
όσο εγώ ζω κι εδώ στην γην βλέπω το φως του ηλίου,
βαρύ κανείς επάνω σου το χέρι δεν θα βάλει
των Δαναών όλων κανείς, και μήτε ο Αγαμέμνων
που σήμερα των Αχαιών καυχάται ότ' είναι ο πρώτος».
(Όμ., Ιλ. Α 85-91)
 
*****Μόψος και Κάλχας: Διαμάχη περί την μαντικήν
λέγεται δὲ Κάλχας ὁ μάντις μετ᾽ Ἀμφιλόχου τοῦ Ἀμφιαράου κατὰ τὴν ἐκ Τροίας ἐπάνοδον πεζῇ δεῦρο ἀφικέσθαι, περιτυχὼν δ᾽ ἑαυτοῦ κρείττονι μάντει κατὰ τὴν Κλάρον, Μόψῳ τῷ Μαντοῦς τῆς Τειρεσίου θυγατρός, διὰ λύπην ἀποθανεῖν. Ἡσίοδος μὲν οὖν οὕτω πως διασκευάζει τὸν μῦθον· προτεῖναι γάρ τι τοιοῦτο τῷ Μόψῳ τὸν Κάλχαντα "θαῦμά μ᾽ ἔχει κατὰ θυμόν, ὅσους ἐρινειὸς ὀλύνθους οὗτος ἔχει μικρός περ ἐών· εἴποις ἂν ἀριθμόν;" τὸν δ᾽ ἀποκρίνασθαι "μύριοί εἰσιν ἀριθμόν, ἀτὰρ μέτρον γε μέδιμνος· εἷς δὲ περισσεύει, τὸν ἐπενθέμεν οὔ κε δύναιο. ὣς φάτο· καί σφιν ἀριθμὸς ἐτήτυμος εἴδετο μέτρου. καὶ τότε δὴ Κάλχανθ᾽ ὕπνος θανάτοιο κάλυψε. Φερεκύδης δέ φησιν ὗν προβαλεῖν ἔγκυον τὸν Κάλχαντα πόσους ἔχει χοίρους, τὸν δ᾽ εἰπεῖν ὅτι τρεῖς, ὧν ἕνα θῆλυν· ἀληθεύσαντος δ᾽ ἀποθανεῖν ὑπὸ λύπης. οἱ δὲ τὸν μὲν Κάλχαντα προβαλεῖν τὴν ὗν φασι τὸν δὲ ἐρινεόν, καὶ τὸν μὲν εἰπεῖν τἀληθὲς τὸν δὲ μή, ἀποθανεῖν δὲ ὑπὸ λύπης καὶ κατά τι λόγιον. λέγει δ᾽ αὐτὸ Σοφοκλῆς ἐν Ἑλένης ἀπαιτήσει ὡς εἱμαρμένον εἴη ἀποθανεῖν, ὅταν κρείττονι ἑαυτοῦ μάντει περιτύχῃ· οὗτος δὲ καὶ εἰς Κιλικίαν μεταφέρει τὴν ἔριν καὶ τὸν θάνατον τοῦ Κάλχαντος. τὰ μὲν παλαιὰ τοιαῦτα. (Στρ., 14.1.27.3-25)

Αξιοπρέπεια: Πολλοί νομίζουν ότι την έχουν, ελάχιστοι την κατέχουν και την τιμούν

Αξιοπρέπεια: μεγάλη κουβέντα. Πολλοί καυχώνται ότι την έχουν στον υπέρτατο βαθμό. Και άλλοι πασχίζουν να τη βρουν στα πρόσωπα που μας περιστοιχίζουν. Μια αξία που δε μπορείς να συγκρίνεις με άλλες. Κανόνες κι αρχές σε κείνη δεν υπάρχουν. Μόνο ο σεβασμός, θα έλεγα, που κι αυτός είναι μόνο ένα κομμάτι της.

Όταν ο κόσμος γυρίζει ανάποδα και νιώθεις εκτεθειμένος, μαθαίνεις να ακούς, χωρίς να ετοιμάζεσαι να βάλλεις πυρά. Όταν ακούς τον άλλο προσεκτικά, όσο κι αν σε εκθέτει ή σε προσβάλλει στα πρόσωπα άλλων, μπορείς να ελέγξεις το θυμό σου ούτως ώστε να γίνεις πιο σκεπτικός.

Υπάρχει πιο δύσκολη μάχη από κείνη που δίνεις με τον εαυτό σου; Όταν καταφέρεις να δαμάσεις τη γλώσσα, γίνεσαι κύριος του εαυτού σου, κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους άλλους. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Ο περισσότερος κόσμος ενδιαφέρεται απλά να απαντήσει και να σχολιάσει τις θέσεις των άλλων. Γιατί επιλέγεις να κρίνεις κάποιον από το παρουσιαστικό του αντί να αναγνωρίσεις την εντιμότητα των πράξεών του;

Έτσι είμαστε όλοι- βάζω και τον εαυτό μου μαζί- κρίνουμε από το φαινομενικό και όχι από την ουσία. Πάντα είμαστε ετοιμόλογοι, ώστε να φανούμε έξυπνοι έναντι άλλων. Πάντα οι άλλοι σφάλλουν και όχι εμείς. Πάντα προσπερνάμε το χαμόγελο, την αφιλοκερδή προσφορά του άλλου, για να εστιάσουμε στα ελαττώματά του, που άλλωστε ο καθένας μας έχει. Πείτε μου, δεν είναι λάθος αυτό;

Μπορεί και να υπερβάλλω σε κάποια σημεία. Ποιος ξέρει… Αυτό όμως που μου είναι στενάχωρο είναι ο ωφελιμισμός. Γιατί πάντα να βάζουμε ασυνείδητα ή συνειδητά ταμπέλες στον κόσμο; «Εκείνος είναι κουτός και δεν θα το καταλάβει, ο άλλος αν τον βοηθήσω τώρα θα μου χρωστάει όταν τον χρειαστώ». Τέτοιοι είμαστε. Γι’ αυτό σου λέω, η αξιοπρέπεια δεν έχει κοστολόγηση, δεν πωλείται σε τιμή ευκαιρίας. Είναι αξία μεγάλη που σπανίζει και μπαίνει σε δόσεις. Δόσεις όχι όπως εκείνες του αυτοκινήτου, αλλά δόσεις εκλεκτών που θεμιτά επιλέγεις να έχεις στη ζωή σου…

Η δύναμη της ευαισθησίας

Τους ευαίσθητους ανθρώπους θα τους καταλάβεις γρήγορα σε μια παρέα. Δε θα σου κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση, όχι. Συστήνονται απλά, επιλέγουν μια γωνίτσα για να κάτσουν και μιλάνε, με τους διπλανούς τους κυρίως. Δε φωνάζουν για να ακουστούν.

Καθώς υπάρχουν παντού, σίγουρα έχεις παρατηρήσει πόσο φοβισμένοι είναι. Τον πόνο, αυτόν φοβούνται. Έχουν πληγωθεί τόσο βαθιά στο παρελθόν και προσπαθούν πια να τον αποφύγουν, με οποιονδήποτε τρόπο. Φοβούνται το άγνωστο, την προδοσία, την απόρριψη, φοβούνται μην απογοητεύσουν, μην απογοητευτούν. Γενικά, ο φόβος κάνει πάρτι. Στο μυαλό και στην ψύχη. Εκεί, λοιπόν, που είναι χαμένοι, εκεί γεννιέται η δύναμή τους.

Έχοντας περάσει απ’ όλους τους ρόλους, θύτες και θύματα, διαχειρίζονται τις καταστάσεις με ενσυναισθήση κι έτσι τους είναι τόσο εύκολο να καταλάβουν. Θα τους πεις το πρόβλημά σου και θα σε νιώσουν, θα σε συμβουλέψουν, αλλά δε θα το κάνουν δικό τους. Είναι δικό σου θέμα πώς θα το δουλέψεις. Έχουν μάθει πλέον να προστατεύονται χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους. Ξέρουν να λένε «όχι» και να το εννοούν. Το «ναι», απ’ την άλλη, που θα πουν, θα ‘ναι κι αυτό συνειδητό, απ’ την καρδιά τους.

Μέσα από εσωτερικά μπερδέματα, διαψεύσεις και τρικυμίες του νου, έχουν καταφέρει το εξής: Ξέρουν τι παίζει ανά πάσα ώρα και στιγμή με τα συναισθήματά τους. Ξέρουν γιατί κλαίνε. Ξέρουν γιατί γελάνε. Γιατί θυμώνουν και γιατί ενθουσιάζονται. Κι αυτό, ναι, είναι μαγικό.

Οι άνθρωποι αυτοί θα προσπαθήσουν να ‘ναι δίκαιοι μαζί σου. Βλέπεις, δεν ξέχασαν τον παιδικό κανόνα, δεν τους αρέσει να κάνουν πράγματα που δε θέλουν να τους κάνουν. Έχουν αποφασίσει ότι δε θα γίνουν πότε ξανά ο σωτήρας σου. Θα στέκονται εκεί δίπλα σου, πανέτοιμοι όμως, πανέτοιμοι να σου προσφέρουν τη βοήθειά τους, εφόσον τη ζητήσεις. Δε γίνεται να ‘χεις έναν ευαίσθητο γύρω σου και να μην εξελιχθείς, να μη γίνεις λίγο καλύτερος από εκείνον που ήσουν μέχρι χθες. Εντάξει, δεν είναι κι άγιοι, αλλά έχουν συνήθως κίνητρο αγνό και πρόθεση καλοπροαίρετη.

Ο δρόμος που διέσχισαν για να φτάσουν να ‘ναι αυτοί που είναι σήμερα προφανώς δεν ήταν και στρωμένος με ροδοπέταλα. Αλλά, θα μου πεις, ποιος δρόμος είναι..

Είναι, όμως, κι οι άλλοι, που μοιάζουν πολύ αλλιώτικοι, αλλά δεν είναι. Εκείνος που χτυπάει το χέρι στο τραπέζι κι απαιτεί να περάσει το δικό του. Εκείνη η αχώνευτη στη δουλειά που σου κάνει συνέχεια παρατηρήσεις, άνευ λόγου, κι εσύ ρίχνεις από ‘κείνα τα καντήλια που είναι στο ψηλό το ράφι. Αυτοί κι αν είναι ευαίσθητοι. Μην απορείς. Πώς; Πότε; Τι ώρα;

Είναι, απλά δεν τους άφησαν βλέπεις ποτέ να εκφραστούν. Δεν τους άφησαν να δουν τη δύναμή τους. Γιατί; Γιατί μεγάλωσαν μέσα σε στερεότυπα που θεοποιούν την αναλγησία και δαιμονοποιούν το συναίσθημα. Γιατί τους είπαν πως «οι άντρες δεν κλαίνε» και πως αν κλάψει, θα φανεί αδύναμη, πως πρέπει να ‘ναι σκληροί κι άκαμπτοι γιατί η ζωή είναι δύσκολη. Γιατί τους είπαν κάποτε ότι η ευαισθησία είναι ντροπή. Και ζουν με αυτό και μάχονται κάθε μέρα…

Η ενοχή της μη αμοιβαιότητας

Ο έρωτας γεννιέται ανάμεσα σε δύο ψυχές κι η αγάπη φυτεύεται μέσα σε δύο καρδιές. Το «μαζί» ξεκινά εκεί που το χώρια είναι αβάσταχτο, εκεί που το να ‘σαι μακριά απ’ τον άλλον είναι λίγο χειρότερο απ’ το βασανιστήριο της σταγόνας.

Για να δημιουργηθεί μια σχέση αληθινή, έτοιμη να αντέξει στον χρόνο και να περάσει όλα τα εμπόδια που μπορεί να υψωθούν, χρειάζεται οι άνθρωποι να αγαπιούνται αληθινά και βαθιά, πέρα από κάθε συμφέρον κι εγωισμό. Να βλέπεις στα μάτια του άλλου πως το ανέφικτο μπορεί να συμβεί, μόνο επειδή το θέλει πολύ κι έτσι το θες κι εσύ ακόμη περισσότερο. Αν αυτό το μαγικό συναίσθημα της ολοκλήρωσης λείπει σ’ έναν απ’ τους δύο, τότε είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ένας δεσμός που να φέρει την ευτυχία. Γιατί το ζητούμενο σε όσα αναφέραμε ήδη είναι η ευτυχία. Τι νόημα έχει να ζεις μια ζωή που δε σε κάνει ευτυχισμένο;

Είναι, όμως, κι εκείνες οι αγάπες οι μονόπλευρες, οι μισές, που δεν μπορούν ποτέ να κολλήσουν. Συνεχώς ακουμπούν κι όσο αγγίζουν, τόσο απομακρύνονται. Δεν υπάρχει «γιατί» σε τέτοιες περιπτώσεις, τα συναισθήματα ίσως και να υπάρχουν, αλλά οι ψυχές θέλουν κάτι μαγικό για να ενωθούν κι η μαγεία δεν είναι πάντα συνεπής, εκεί, τη στιγμή που τη θέλουμε. Υπάρχουν κι άνθρωποι που αγαπούν πολύ κάποιους άλλους, όμως οι άλλοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτήν την αγάπη που δέχονται, είτε γιατί η δική τους αγάπη ανήκει αλλού είτε απλά γιατί δεν τους ταιριάζει, δεν τους εμπνέει η ψυχή που τους τη χαρίζει. Κι αυτό, αφού δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε απ’ το να συμβαίνει, δεν έχουμε παρά να το αποδεχτούμε.

Ο τρόπος διαχείρισης, λοιπόν, δεν είναι πάντα εύκολος απ’ τη μεριά εκείνου που δεν μπορεί να αισθανθεί το ίδιο έντονα, το ίδιο βαθιά ή και καθόλου. Κι αν είσαι, γενικά, αδιάφορος και δε νοιάζεσαι και πολύ για τα συναισθήματα των άλλων, παρά μόνο για τα δικά σου, όλα είναι μια χαρά. Βγάζεις φλας, προσπερνάς και συνεχίζεις το δικό σου ταξίδι.

Για εκείνους, όμως, που πραγματικά νοιάζονται για το πώς νιώθουν οι άλλοι, η απόρριψη της αγάπης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πίσω απ’ την ψυχρή εικόνα του ανάλγητου, που μπορεί να δημιουργείται, κρύβονται ενοχές για όλα εκείνα που δεν μπορούν να ανταποδώσουν. Δεν είναι εύκολο να σου λέει κάποιος «σ’ αγαπώ» κι εσύ να μην μπορείς να πεις το ίδιο· να μην απαντάς στο «σ’ αγαπώ» με «σ’ αγαπώ», ειδικά όταν ξέρεις πως εκείνος που το μοιράζεται μαζί σου το κάνει με πλήρη ειλικρίνεια και τόλμη.

Η παγίδα, όμως, εδώ δε βρίσκεται στην απάθεια. Ήττα θα ‘ναι να αφήσεις τις ενοχές σου να σε νικήσουν και να πιέσεις τον εαυτό σου να ανταποκριθεί σε έναν έρωτα που δεν είναι για ‘σένα. Σ’ έναν έρωτα που δεν είναι καν έρωτας, κάπως εκβιαστικός, σχεδόν υποχρεωτικός, καταδικασμένος να ‘ναι λίγος και ρηχός.

Δύναμη είναι η ειλικρίνεια. Δε χρειάζεται να γίνεις αγενής, αλλά σίγουρα δε χρειάζεται να δεχτείς ένα δώρο που δεν ξέρεις πώς να το χρησιμοποιήσεις. Κι αν η αγάπη κάποιου είναι ένα δώρο άχρηστο για ‘σένα, άσ’ την ελεύθερη να βρει τον παραλήπτη της, αλλιώς θα χάσετε κι οι δυο. Εκείνος που τη χαράμισε για ‘σένα κι εσύ που χαραμίστηκες σε μια αγάπη που σου μοιάζει με αγγαρεία.

Όταν ανταποκρίνεσαι από ανάγκη, ανασφάλεια, συμφέρον ή ακόμα κι από οίκτο, ξέρεις πως δε μοιράζεσαι την αγάπη αλλά τη δυστυχία. Φοβάσαι ότι θα πληγώσεις τον άλλον αν απορρίψεις τα συναισθήματά του, αλλά αρνείσαι να δεχτείς πως αν προσποιηθείς πως τα αποδέχεσαι, απορρίπτεις αμοιβαία την ελπίδα για την ολοκλήρωση, αποκλείεις την ευτυχία, γιατί καμία με το ζόρι ή από λύπηση αγάπη δεν έφερε την ευτυχία.

Εξάλλου, το έχει πει πολλά χρόνια πριν από μας ο Τάσος Λειβαδίτης: «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.» Γιατί μόνο έτσι αξίζει ο έρωτας, απόλυτος κι αμοιβαίος.

Χρώματα, χρώματα, παντού χρώματα

Τώρα ίσως γίνεται περισσότερο αντιληπτό και σε εμένα προσωπικά, το γιατί σε διάφορα συνέδρια ψυχολογίας, οι ειδικοί ζητάνε από τα άτομα που βρίσκονται σε θεραπεία, να φοράνε πιο φωτεινά και ανοιχτά ρούχα. Και όμως, τα ανοιχτά ρούχα επηρεάζουν θετικά τον ψυχισμό μας, συμβολίζουν την ελπίδα και τη χαρά στη ζωή.

Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να δίνουμε μεγάλη σημασία στο χρώμα των ρούχων που φοράμε, συνδέουμε χρώματα με καταστάσεις, βάφουμε το σπίτι με κάποιο χρώμα το οποίο να αποπνέει αισιοδοξία, επιλέγουμε ακόμα και φαγητά εξαιτίας αυτών! Ο ίδιος ο Γκαίτε έχει γράψει κάποτε πως τα χρώματα επιδρούν στην ψυχή μας και προκαλούν συγκινήσεις, άλλοτε μας ηρεμούν, άλλοτε μας κινητοποιούν και άλλοτε μας θλίβουν.

Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως το χρώμα δεν είναι κάτι τόσο απλό: βλέπουμε πως είναι τελικά κάτι το οποίο έχει τη δύναμη να μεταβάλλει την ψυχολογία μας, είναι σύμφυτο με την ίδια μας τη ζωή.
 

Χρώματα και ανθρώπινη ψυχολογία


Η επίδραση των χρωμάτων στην ανθρώπινη ψυχολογία αν και μελετάται σχετικά πρόσφατα από την επιστήμη της Ψυχολογίας, έχει παρατηρηθεί πως έχει γίνει αντικείμενο μελέτης ήδη από την αρχαιότητα σε διάφορους πολιτισμούς, όπως οι Μάγιας, οι Κινέζοι, οι Αιγύπτιοι, οι Ινδοί. Τα χρώματα, ιστορικά, έχουν μάλιστα χρησιμοποιηθεί και για θεραπευτικούς λόγους σε διάφορες περιστάσεις, με την πράξη της χρωματοθεραπείας.

Το χρώμα, επιστημονικά, χαρακτηρίζεται ως το φως που έρχεται σε εμάς από τον ήλιο. Αυτό που το ξεχωρίζει όμως από κάθε άλλο φυσικό φαινόμενο, είναι η τεράστια επίδραση που διαδραματίζει στην ψυχή και τη διάθεσή μας.

Είναι τόσο αποκαλυπτικό για έναν άνθρωπο και τον εσωτερικό του κόσμο, σε βαθμό που να μπορούμε να καταλάβουμε τον ψυχισμό ενός ανθρώπου από το χρώμα που επιλέγει να φορέσει. Για παράδειγμα, ένας καταθλιπτικός θα προτιμήσει να φορέσει ένα μαύρο ή πιο σκούρο χρώμα, σε αντίθεση με έναν χαρούμενο άνθρωπο ο οποίος θα επιλέξει ένα πιο ανοιχτό και ευχάριστο χρώμα. Χρησιμοποιείται επίσης και ο τρόπος έκφρασης του συναισθήματος, ένας άνθρωπος ο οποίος είναι θυμωμένος, θα προτιμήσει να φορέσει το κόκκινο, που είναι χρώμα πάθους και αντίστασης.

Φυσικά, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως ο κάθε πολιτισμός επιλέγει διαφορετικό χρώμα ώστε να εκφράσει τα συναισθήματά του.

Για παράδειγμα, στην Κίνα το άσπρο αντί του μαύρου χαρακτηρίζεται χρώμα του πένθους. Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφέρουμε πως το μαύρο είναι στην ουσία όλα τα χρώματα, διότι στην πραγματικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις περισσότερες περιστάσεις στη ζωή. Το ίδιο και το άσπρο το οποίο συμβολίζει την αγνότητα.

Έχει διαπιστωθεί και επιστημονικά πως οι άνθρωποι που περιβάλλονται από φωτεινά χρώματα είναι περισσότερο ευδιάθετοι από εκείνους που χρησιμοποιούν στη ζωή τους πιο μουντά. Έχει επίσης αποδειχθεί πως οι άνθρωποι πλησιάζουν πιο εύκολα τους ανθρώπους που φοράνε πιο χαρούμενα χρώματα, διότι αυτό σύμφωνα με την κρίση τους, συμβολίζει έναν ανοιχτό και ευδιάθετο χαρακτήρα.

Ψυχολογικά χρώματα


Τα βασικά ψυχολογικά χρώματα είναι τέσσερα:

Το κόκκινο, το οποίο αντιπροσωπεύει το σώμα. Επιπλέον, συμβολίζει την ενέργεια, τη δράση, τη δίψα και την επιθυμία για ζωή. Από την άλλη όμως, συμβολίζει την καταπίεση και τη βία, την επιθετικότητα και τον κίνδυνο.

Το μπλε, το οποίο συμβολίζει το νου. Επιπλέον, συμβολίζει την εξυπνάδα, την κοινωνικότητα, τη γαλήνη, τη λογική, την ηρεμία. Είναι όμως και ένα χρώμα που κρύβει μέσα του τον καθωσπρεπισμό, την ψυχρότητα, την έλλειψη φιλικότητας.

Το κίτρινο, που έχει συνδεθεί με τα συναισθήματα. Συμβολίζει επιπλέον τη φιλία, την εξωστρέφεια, τη δημιουργικότητα, αλλά και αρνητικά συναισθήματα και καταστάσεις, όπως την κατάθλιψη, το άγχος ακόμα και τη ζήλια.

Το πράσινο, που συμβολίζει τη συνύπαρξη των τριών παραπάνω. Εκφράζει την αρμονία, την ελπίδα, την ηρεμία, εκπροσωπεί όμως και τη στασιμότητα και την ανία.

Κάθε χρώμα προκειμένου να έχει σωστή επιρροή, πρέπει να υπάρχει σε ένα βαθμό και με μέτρο. Υπάρχουν τρόποι να συνδυάσεις χρώματα (κίτρινο με πορτοκαλί), ώστε να δημιουργήσεις ένα ακόμα ομορφότερο και πιο αισιόδοξο αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε κάθε στιγμή τη ζωής μας εισπράττουμε την επιρροή των χρωμάτων αλλά και το εκπέμπουμε και εμείς στους άλλους.

Είναι στο χέρι μας να διανθίσουμε τη ζωή μας με τα πιο φωτεινά χρώματα, ώστε να ευεργετηθούμε από τις πλείστες ωφέλειες τους σε όλα τα επίπεδα!

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας;

Γνωρίζω ότι ορισμένοι άνθρωποι «συγχωρούν» τον εαυτό τους πολύ εύκολα και γρήγορα. Αρνούμενοι την ευθύνη τους, μειώνοντας το ρόλο τους, στρέφοντας αλλού τις κατηγορίες είναι ορισμένες από τις πρακτικές που χρησιμοποιούν.

Βέβαια, αυτό δεν είναι αυθεντική συγχώρεση του εαυτού, διότι περιέχει ελάχιστη ενδοσκόπηση και σκέψη του πώς οι πράξεις τους έχουν βλάψει τους άλλους ή τον εαυτό τους. Δεν υπάρχει προσπάθεια για αποκατάσταση της όποιας ζημιάς.

Η αυθεντική συγχώρεση όμως του εαυτού μπορεί να αποκαταστήσει την αίσθηση ενός ατόμου ότι έχει ηθική αξία και αξιοπρέπεια ακόμα κι αν έχει κάνει σημαντικά λάθη και έχει βλάψει τον εαυτό της ή άλλους. Όλα συμπυκνώνονται στο τι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε στο παρόν και στο μέλλον.

Η πικρή ειρωνεία είναι ότι οι άνθρωποι που ίσως χρειάζονται και αξίζουν περισσότερο να συγχωρήσουν τον εαυτό τους, δεν μπορούν να το κάνουν. Η απαραίτητη ενδοσκόπηση και αυτεπίγνωση μπορεί να είναι πολύ δύσκολη επειδή κάποιοι άνθρωποι εμποδίζονται από διάφορες μορφές αυταπάτης. Κάποιες από αυτές τις μορφές αυταπάτης περιλαμβάνουν:

– Εξαιρετισμός: Θεωρούμε τον εαυτό μας υπεύθυνο με τρόπους που ποτέ δεν θα θεωρούσαμε για άλλους. Σαν να είμαστε η πηγή όλου του κακού σε αυτή την περίπτωση.

– Επεκτατισμός: Επεκτείνουμε τη σφαίρα της ευθύνης μας σε σχεδόν τα πάντα. Υπερεκτιμάμε σημαντικά τη ζώνη της ευθύνης μας.

– Προκατάληψη επιβεβαίωσης: Λειτουργούμε με την υπόθεση ότι κάποιον σας κι εμάς μπορεί να επιφέρει κακό ή να πληγώσει τους άλλους.

Αυτές οι μορφές αυταπάτης είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωριστούν και να διακοπούν επειδή είναι τόσο οικείες. Αυτό έχει πολύ σοβαρές και εμφανείς συνέπειες. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Τίνα. Αν η Τίνα πιστεύει ότι όλα τα άσχημα που συμβαίνουν στη σχέση της είναι δικό της λάθος, ο σύντροφός της μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση αυτή και να μη λάβει καμιά ευθύνη. Η σχέση μετατρέπεται από κακή σε τοξική και επικίνδυνη.

Ας φανταστούμε ότι η Τίνα αφήνει τελικά τη σχέση της μετά από πολλά χρόνια. Νιώθει ότι έχει απογοητεύσει τον εαυτό της που έμεινε σε εκείνη τη σχέση για τόσο πολύ. Ξόδεψε τόσα χρόνια με κάποιον που δεν της ταίριαζε.

Γιατί η αυτο-συγχώρεση είναι τόσο σημαντική; Επειδή είναι ένας τρόπος να αποκαταστήσουμε την αξιοπρέπεια, η οποία συχνά βάλλεται στις τοξικές σχέσεις. Είναι ένα βήμα για την ανοικοδόμηση της αίσθησης ότι ένα άτομο αξίζει.

Πώς θα ήταν αν αυτό γινόταν στην Τίνα; Χρειάζεται να αναγνωρίσει την ιστορία της σχέσης και τα μοτίβα που δημιουργήθηκαν ή συνεχίστηκαν από τις παρελθοντικές της σχέσεις. Χρειάζεται να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τους λόγους που έμεινε, αλλά και τους λόγους που έφυγε. Χρειάζεται να αναγνωρίσει τι ήταν πέρα από τον έλεγχό της, καθώς και τις ευθύνες του συντρόφου της. Κι αυτό είναι δύσκολο.

Η εργασία αποκατάστασης παίρνει διάφορες μορφές. Ένα σημαντικό βήμα είναι η αναπλαισίωση. Η Τίνα έχει μια ταινία στο κεφάλι της που παίζει ξανά και ξανά, ότι εκείνη τα προκάλεσε όλα. Αν αναπλαισίωνε συγκεκριμένες αποφάσεις, θα έβλεπε πιο καθαρά.

Η αφοσίωση σε έναν καλύτερο τωρινό και μελλοντικό εαυτό χτίζεται μέσα από την αναγνώριση και τη δουλειά της αποκατάστασης/ διόρθωσης. Η συγχώρεση του εαυτού μας δεν συμβαίνει γρήγορα και εύκολα. Θα είναι σίγουρα τρομακτικό, αλλά και απελευθερωτικό.

H πρόκληση του να είσαι γονέας: Ζώντας το δικό σου όνειρο και αφήνοντας το παιδί να ζήσει το δικό του

Οι περισσότεροι, με τον τρόπο μας, προσπαθούμε να γίνουμε ολοένα καλύτεροι. Να εξελίξουμε τον εαυτό μας. Ειδικά όταν γίνουμε γονείς, θέλουμε να αλλάξουμε όλα τα αρνητικά κατάλοιπα που εμείς δεχτήκαμε ως παιδιά. Το παιδί που έρχεται στη ζωή μας, φέρνει μαζί του πολλά δώρα. Φέρνει όμως και το ξύπνημα των δικών μας παιδικών τραυμάτων, αναπόφευκτα.

Θέλει πολλή σοφία και ωριμότητα η διαχείριση, ώστε το δικό μας τραυματισμένο εσωτερικό παιδί να μην πάρει τα ηνία στη σχέση που δημιουργούμε με το παιδί μας. Αν παρασυρθούμε στη δίνη των τραυμάτων μας, θα διαιωνίσουμε τη δυσαρμονική σχέση που βιώσαμε ως παιδιά, ίσως με άλλους τρόπους, αλλά σίγουρα με το ίδιο επώδυνο αποτέλεσμα για το παιδί. Θα είναι σαν να διαπληκτίζονται δύο παιδιά, γιατί ο ενήλικας θα έχει χαθεί από το συνειδησιακό προσκήνιο της ύπαρξής του. Όσο λιγότερο έχει δουλευτεί αυτό το κομμάτι, τόσο πιο έντονα θα απαιτεί ο γονιός από το παιδί του να γίνει η προέκταση του εαυτού του.

«Τίποτα δεν έχει ισχυρότερη επιρροή ψυχολογικά στο περιβάλλον τους και ειδικά στα παιδιά τους, από τη ζωή που οι γονείς δεν έζησαν» – C. G. Jung

Οι γονείς που ξεκινούν από αυτό το σημείο, θα ζητούν από το παιδί να τους δώσει την αξία που αυτοί δεν κατάφεραν να κερδίσουν, συνεχίζοντας, για χάρη τους, τη διαδρομή που έχουν αφήσει μισοτελειωμένη. Του επιβάλλουν να τους γεμίσει τον ανικανοποίητο εαυτό, το εσωτερικό τους παιδί, που ακόμα θρηνεί τα χαμένα του όνειρα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι τόσο το βάρος για το παιδί, που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επέλθει η τριβή. Θα προσπαθήσει να αντισταθεί σε αυτό το άτυπο «καθήκον», ίσως με ένταση, με υπερβολές, με όποιον τρόπο μπορεί, εν τέλει, να διοχετεύσει αυτήν την υποχρέωση που του ανατέθηκε.

Όσο αδούλευτο είναι το «Εγώ» του γονιού, όσο πιο ανεπαρκής είναι η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθησή του, τόσο πιο βίαια θα ανταποκριθεί στην αντίδραση του παιδιού. Δε θα μπορέσει να το κατανοήσει, καθώς, γι’ αυτόν, είναι ευθύνη του παιδιού να τον βοηθήσει να γίνει ο ενήλικας που ονειρευόταν στα δικά του παιδικά όνειρα. Θα το φοβερίσει για να το υποτάξει, για να γίνει το υπάκουο υποχείριο που θα κυοφορήσει τις επιθυμίες του. Θα το τιμωρήσει, θα το απορρίψει, θα το απειλήσει, θα το συγκρίνει, θα το επικρίνει, ώσπου εν τέλει θα βάλει τη μαγιά για να πλάσει άλλον έναν ανικανοποίητο και τραυματισμένο ενήλικα.

Αυτή η αγάπη που δόθηκε στο παιδί με «κουπόνια» δε θα είναι ικανή να το θρέψει. Η σχέση ελέγχου και εξουσίας προς το παιδί τους, δεν είναι παρά η εσφαλμένη προσπάθεια των γονιών για ίαση των αιμόφυρτων ψυχικών τους τραυμάτων.

Η γιουγκιανή ψυχολόγος Frances Wickes επισημαίνει: «τα παιδιά δε δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε ό, τι λέμε, παρά διαισθάνονται αυτό που είμαστε».Το παιδί, κοιτώντας τους γονείς του, βλέπει τελικά το τραύμα που προβάλλεται, αλλά δεν ξέρει να διαχωρίσει πως αυτό δεν του ανήκει, οπότε το επωμίζεται όλο. Γίνεται ο φταίχτης και καταλήγει να απορρίπτει τον εαυτό του, όπως έκαναν και οι γονείς του.

Ας το δούμε από προσωπική σκοπιά, ας θεωρήσουμε ότι είμαστε τα παιδιά που βγήκαν από τέτοιου είδους σχέσεις, για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο – ίσως να αναγνωρίζετε και εσείς κάποιους τέτοιους μηχανισμούς, που προέκυψαν από μια προηγούμενη γενιά ανθρώπων που δεν τους επετράπη η ικανοποίηση: αν δεν μας αγκαλιάσουν και αποδεχτούν στα παιδικά μας χρόνια για αυτό που είμαστε, μας καταδικάζουν, άθελά τους, σε μία ζωή αγωνίας για αποδοχή. Θα παλεύουμε να αποδείξουμε ότι αξίζουμε.

Ό,τι και να δημιουργήσουμε, θα υπάρχει ανασφάλεια για το πόσο καλό ήταν τελικά. Θα κρύβουμε τον εαυτό μας μόνιμα πίσω από προσωπεία, εφόσον το δικό μας πρόσωπο δεν το αποδέχτηκαν ούτε καν οι γονείς μας. Θα χάσουμε τον εαυτό, στην προσπάθεια ενός επιτυχημένου ρόλου. Θα ενστερνιστούμε τα επιτυχημένα μοτίβα των άλλων, χάνοντας τις δικές μας αλήθειες. Θα αποποιηθούμε τα όνειρά μας και θα μας αυτοσαμποτάρουμε ανελέητα, για να επιβεβαιώσουμε τη δυσλειτουργία μας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το τραύμα μπορεί να δράσει τόσο καθοριστικά, ώστε, μετά από χρόνια επιβεβλημένης από τον εαυτό μας αποτυχίας, να μην έχουμε άλλο τρόπο παρά να ακολουθήσουμε το κοινωνικό στεγανό, ως μία βέβαιη λύση: η ανάγκη για επιβεβαίωση ονομάζεται «βιολογικό ρολόι» και οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου παιδιού, ώστε να καλύψει το προσωπικό μας κενό. Βλέπετε τη συνέχεια;

Πάρτε μια βαθιά ανάσα και πείτε ένα δυνατό: Στοπ! Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε τον αγώνα. Είναι εντάξει να μη γίνουμε αυτό που ονειρεύονταν οι γονείς μας για εμάς. Δεν τους προδίδουμε. Δεν τους παραμελούμε. Όταν εμείς γίνουμε το δικό μας όνειρο, θα βρεθούν τρόποι διαχείρισης σε σχέση με τους γονείς.

Είναι καταπληκτικό το να ανακαλύπτουμε το δικό μας δρόμο, να περπατάμε το δικό μας μονοπάτι.

Δε χρειάζεται να τρέχουμε, αρκεί να περπατάμε. Είναι υπέροχο να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τα τραύματά μας και να διακρίνουμε τα γεγονότα, χωριστά από την επιρροή τους. Όπως υποστηρίζει και ο Stephenson Bond, γιουνγκιανός ψυχαναλυτής:

«Ένας από τους βασικούς παράγοντες στην ψυχολογική ανάπτυξη είναι η σύνδεση μεταξύ πιθανότητας και πραγματικότητας, μεταξύ αυτού που υπάρχει στο όνειρο και αυτού που βιώνεται, μεταξύ του εαυτού που αντιλαμβανόμαστε εσωτερικά και του εαυτού που δείχνουμε στον κόσμο. Και ο σύνδεσμος μεταξύ τους είναι μέσα από τη φαντασία. Ο σύνδεσμος είναι μέσα από το παιχνίδι»

Είναι μοναδικό δώρο το να συνειδητοποιήσουμε ότι το να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας είναι υποχρέωσή μας. Η δική μας αλλαγή είναι μία αλλαγή που φέρνει φωτεινή επέκταση σε εμάς, στους γύρω μας, στην ανθρωπότητα.

«Η επίδραση των γονέων γίνεται μόνο ένα πρόβλημα ηθικό μπροστά σε συνθήκες που μπορούσαν να έχουν αλλάξει από τους γονείς, αλλά δεν άλλαξαν» – C.G. Jung

Αυτομέδων, ο ηνίοχος του Αχιλλέα

Ένας ξεχωριστός άνθρωπος, άρχοντας και κυβερνήτης του εαυτού του ήταν ο ηνίοχος του Αχιλλέα, επομένως και του Πατρόκλου (όταν ο τελευταίος φόρεσε τα άρματα του ξαδέλφου του και βγήκε στον πόλεμο), ο Αυτομέδων (αυτό+ μέδω= προστατεύω, κυβερνώ).

Γιος του Διώρου από την Σκύρο, φίλος συγχρόνως του Αχιλλέα, ένας ιδιαίτερος ηνίοχος, αφού κουμαντάρει δύο θεϊκά άλογα και είχε πάει στην Τροία ως αρχηγός συντάγματος με δέκα πλοία.

Αυτόπτης μάρτυς του θανάτου του Πατρόκλου, βρέθηκε σε δεινή θέση:

«Και αν κι έκλαιεν τον Πάτροκλον, εχύθη με τους ίππους
ο Αυτομέδων, ως αετός εκεί που χήνες βόσκουν.
Κι εύκολ’ από την χλαλοή έφευγε αυτός των Τρώων
κι εύκολα πάλι έπεφτε το πλήθος να σκορπίσει
αλλ’ άνδρες δεν εφόνευε ‘κει που τούς κυνηγούσε
ότι στ’ αμάξι μόνος του να σπρώχνει δεν εμπόρει
τους γοργούς ίππους και να ορμά στην μάχην με την λόγχην».

Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε κάποιος σύντροφος που στάθηκε πίσω από το άρμα και τού φώναξε:

«Ω Αυτομέδων, των θεών ποιος σου’βαλε στα στήθη
βουλήν ολέθριαν κι έβλαψε τα ύγεια λογικά σου;
Τους Τρώας συ να πολεμείς στην πρώτην τάξιν μόνος!
Και σου εφονεύθη ο σύντροφος, και ο Έκτωρ με καμάρι
τώρα στους ώμους του φορεί τα όπλα του Αχιλλέως.

Είπε κι εκείνος όρμησε στο γρήγορον αμάξι
κι έλαβ’ ευθύς την μάστιγα και ομού τα χαλινάρια».

Απελευθερωμένος, ο Αυτομέδων ρίχτηκε στη μάχη, ένας ακόμη γενναίος ανάμεσα στους άλλους.

Ήταν τέτοια η φήμη του ώστε επικράτησε στην αρχαία ελληνική γλώσσα, και μετά και στην λατινική, να ονομάζεται «αυτομέδων» κάθε ικανός και επιδέξιος ηνίοχος, αλλά και κάθε χαριτωμένος άνθρωπος.

Η θυσία του αυθεντικού και πανέμορφου Εαυτού, αξίζει;

Όλο και πιο σπάνια συναντώ ανθρώπους που εκτιμούν τον Εαυτό τους.

Και για να καλύψουν αυτήν την έλλειψη αυτοεκτίμησης, ανεβάζουν τα επίπεδα εγωισμού και μιας αμυντικής αυτοπεποίθησης που τους κάνει να νομίζουν ότι το Σύμπαν περιφέρεται γύρω τους.

Η σύγκριση είναι μια βασανιστική διαδικασία τελειότητας που κάνει τους ανθρώπους να χάνουν τον αυθορμητισμό τους και κυρίως την χαρά για όσα είναι (ακόμα και για όσα έχουν).

Η αυτοεκτίμηση φαίνεται να έχει προδιαγραφές, όπως και το να εκτιμάμε έναν άλλον έχει προδιαγραφές, που δεν βασίζονται στις ποιότητες, αλλά στις αξίες... σαν να είναι ο άνθρωπος αντικείμενο προς πώληση και χρειάζεται να είναι τέλειος... Τέλειος όμως ως προς τι; και ως προς ποιόν;

Ποιόν θέλουμε να εντυπωσιάσουμε άραγε;

Οι περισσότεροι είναι αυστηροί και επικριτικοί με τον Εαυτό τους και με τους άλλους... Δεν συγχωρούν λάθη και αστοχίες σε κανέναν... όπως δεν συγχώρησαν τις δικές τους παιδικές αστοχίες και τα παρορμητικά λάθη τους οι γονείς τους...

Και σαν ενήλικες προσπαθούν πάντα για την τελειότητα, στην οποία θυσιάζουν την αγάπη, την γνησιότητα των αισθημάτων, την ειλικρινή και αυθόρμητη επαφή με τον Εαυτό τους και τους άλλους...

Και αναρωτιέμαι... Αξίζει αυτή η θυσία για να φαινόμαστε τέλειοι;

Η θυσία του αυθεντικού και πανέμορφου θεϊκού Εαυτού, αξίζει;

Χωρίς αυτόν είμαστε μισοί, έτσι κι αλλιώς... Μόνο που δεν φαίνεται, αλλά το νιώθουμε βαθιά στην Ψυχή μας...

Το ότι χάνουμε τον Εαυτό μας ήδη από την παιδική ηλικία, το ξέρουμε...

Το θέμα είναι ότι το μαθαίνουμε όταν πια η συνήθεια έχει κατοικήσει μόνιμα στην καρδιά μας και είναι δύσκολο πολύ να τα κάνουμε όλα αλλιώς... Να τα ερμηνεύσουμε αλλιώς, να τα γκρεμίσουμε όλα και να ξεκινήσουμε από την αρχή μια Ζωή που είναι αντάξια της εσωτερικής μας ύπαρξης.

Η φαντασία είναι το μάτι της ψυχής

Οι περισσότεροι από εμάς περηφανευόμαστε όταν είμαστε λογικοί και ισορροπημένοι. Από την άλλη πλευρά, μάς έρχονται κάποιες υποψίες πως ”σωστό” και ”απολαυστικό” δεν πάνε πάντα μαζί. Η ελευθερία μας περιορίζεται όταν στεκόμαστε συνεχώς μέσα στο τετράγωνο κουτί που μας ορίζει η λογική. Ήλθε η ώρα να αφήσουμε λίγο τους κανόνες και να πιάσουμε…τις εξαιρέσεις! Άλλωστε, η άνοιξη, βοηθά!

Και η λογική θέλει το φρένο της.

Όταν θεωρούμε κάποιον ότι είναι υπερβολικός ή κάνει ανοησίες, λέμε ότι δεν έχει σώας τας φρένας. Αυτό ακριβώς μας παρέχει η λογική. Φρένα. Ουσιαστικά, κοντρολάρει τις ενστικτώδεις και τις συναισθηματικές μας παρορμήσεις. Χωρίς αυτήν, οι κίνδυνοι θα πολλαπλασιάζονταν και καλύτερα να μην ξέραμε τι θα γινόταν μετά.

Όπως κάθε πράγμα, έτσι και η λογική, έχει βαθμίδες. Η λογική μάς φέρνει κοντά στο μέτρο. Ακόμη και η ίδια η λογική λοιπόν, έχει μέτρο! Μέχρι ένα σημείο, αποτελεί τον ελεγκτή όλων των σκέψεων και πράξεών μας. Από ένα σημείο και μετά, μετατρέπεται σε υπερβολή. Τα φρένα…μετατρέπονται σε χειρόφρενα και τελικά, φτάνουμε στην ακινησία, στην αδράνεια και στο φόβο όταν πρόκειται να αναλάβουμε πρωτοβουλίες. Η λογική μάς βοηθά στο να ζήσουμε καλύτερα. Αν φτάσει σε σημείο να μας βλάπτει τότε δεν έχει νόημα να τη λέμε λογική. Μια κακή ιδέα, είναι να τη διαχωρίσουμε πλήρως από τη φαντασία, τη διαίσθηση, το ένστικτο και όλα όσα μάς κάνουν ξεχωριστούς στην φύση.

Ο κόσμος της φαντασίας και η μαγεία του!

Ο Γάλλος γνωμικογράφος του 19ου αιώνα, Ζοζέφ Ζουπέρ, μας λέει πως η φαντασία είναι το μάτι της ψυχής μας. Η λογική αφορά τον εγκέφαλό μας. Η φαντασία απευθύνεται στο συναίσθημά μας. Χρειαζόμαστε και τα δύο καθώς έχουμε και πνεύμα και ψυχή. Η φαντασία είναι απαραίτητη στη ζωή μας. Αν η λογική μάς δίνει την ισορροπία, τότε η φαντασία μάς χαρίζει την ομορφιά. Αν η λογική μάς δίνει μια εκτίμηση των κινδύνων, τότε η φαντασία μάς δωρίζει την εκτίμηση των ευκαιριών. Η φαντασία είναι ο ξεναγός μας στα ίδια μας τα όνειρα.

Μέσα στο καλοκαίρι η λογική υποχωρεί γιατί πολύ απλά, το μυαλό ξεκουράζεται. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευκαιρία από το να αφήσουμε τη συναισθηματική μας νοημοσύνη να εκφραστεί ελεύθερα. Η γλώσσα έκφρασης των συναισθημάτων μας είναι η φαντασία. Βλέπουμε τα πράγματα μέσα από άλλα μάτια τα οποία δεν κοιτούν εμπόδια, ούτε κινδύνους. Κοιτούν μόνο ευκαιρίες. Η φαντασία σπέρνει μέσα μας ιδέες και μας γεμίζει με κουράγιο για να τις υλοποιήσουμε. Το ”μάτι” της ψυχής μας βλέπει πως όλα είναι δυνατά και τα πάντα κατορθώνονται. Μια θετική πλημμύρα έρχεται για να μας κάνει ικανούς να ονειρευτούμε. Ας μην ξεχνάμε πως ό,τι θεωρούμε σήμερα ως λογικό, δεδομένο και κεκτημένο, κάποτε ήταν απλώς κάτι που ονειρευτήκαμε! Με την ευκαιρία του καλοκαιριού, ας δούμε τα πράγματα με τα μάτια της φαντασίας…!

Ο μύθος της θεάς Τύχης

Μια νύχτα, μεθυσμένος από το κρασί και τον πόθο του, ο Δίας ξάπλωσε με την όμορφη Θέμιδα, θεά των νόμων και της δικαιοσύνης, την οποία είχε βάλει στο μάτι από καιρό.

Από την ένωση αυτή ανάμεσα στο άναρχο και αυτό που πρέπει να γίνεται, γεννήθηκε η Τύχη (Fortuna για τους Ρωμαίους).

Ένα όμορφο κοριτσάκι που χαιρόταν την εύνοια του πατέρα της (πράγμα αρκετά σπάνιο στη ζωή του Δία).

Ο μύθος λέει ότι, από μικρή, ο Δίας ζητούσε να του τη φέρνουν και την ήθελε συνεχώς κοντά του. Για να τη διασκεδάσει, ο παντοδύναμος θεός πρόσταξε κάθε κάτοικο του Ολύμπου να μάθει κάτι στην αγαπημένη του κόρη.

Από τον Ερμή, ειδικά, ζήτησε να της μάθει να τρέχει πιο γρήγορα απ’ τον καθένα.

Πριν κλείσει τα οχτώ, τα πόδια της Τύχης έτρεχαν πιο γρήγορα κι από τους φτερωτούς αστραγάλους του Ερμή, και κέρδιζε στο δρόμο οποιονδήποτε: θεό, άνθρωπο ή ζώο.

Από τη Δήμητρα ζήτησε να της μάθει τα πάντα για τα σπαρτά και τα οπωροφόρα.

Η Τύχη ήξερε να ξεχωρίζει, με ταχύτητα και ακρίβεια, κάθε ένα από τα δημητριακά της Ελλάδας.

Ήξερε πού φύτρωνε κάθε δεντράκι, πότε άνθιζε κάθε φυτό και πώς θερίζουν τα σπαρτά.

Από την Ήρα, τη νόμιμη σύζυγό του, ο Δίας δε ζήτησε τίποτα.

Μάλλον από ζήλια, η θεά της σταθερότητας και της οικογένειας δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει την Τύχη.

Πράγματι, όταν η Τύχη γινόταν δεκαπέντε χρόνων, η Ήρα αποφάσισε να επιβάλει στον Όλυμπο έναν ηθικό νόμο: κανένα νόθο παιδί ανάμεσα στους θεούς. Τα παιδιά που δεν προέρχονταν από αγνή ένωση, έπρεπε να ζουν με τους ανθρώπους…

Βέβαια, ήταν ήδη αργά για να τα βάλει με τον Δία. Ο πονηρός αρχηγός είχε σκαρφιστεί ένα σχέδιο έτσι ώστε η Τύχη να πρέπει υποχρεωτικά να μείνει με τους θεούς, και όχι μόνο δεν εκδιώχτηκε, αλλά την προστάτευαν και την κανάκευαν περισσότερο απ’ όλους.

Από κείνη την ημέρα, το νέκταρ και η αμβροσία δεν θα εμφανίζονταν μαγικά σ’ ένα μπουκάλι στο καλάθι του πρωινού, αλλά θα συλλέγονταν κάθε πρωί από τα πρώτα φρούτα των δέντρων της Γης. Τα πρώτα μήλα, τα πρώτα ροδάκινα, οι πρώτες φράουλες της ημέρας θα περιείχαν στη σάρκα τους τα μαγικά θρεπτικά συστατικά που θα διατηρούσαν τους κατοίκους του Ολύμπου νέους και υγιείς, – συνεπώς αθάνατους και συνεπώς θεούς.

Για να μη φάνε οι άνθρωποι αυτά τα ισχυρά ελιξίρια, ο Δίας έθεσε έναν όρο: με την πρώτη ηλιαχτίδα που θα τα φώτιζε, τα φρέσκα φρούτα θα έχαναν όλα τους τα πολύτιμα υγρά.

Το σχέδιο ήταν τέλειο. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να αναγνωρίζει και να μαζεύει τα πρώτα φρούτα της ημέρας, τόσο επιδέξια και τόσο γρήγορα ώστε να μην τα προλάβουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου;

Μόνο η Τύχη.

Έτσι κι έγινε. Πριν χαράξει, η Τύχη έφευγε βιαστική κι έτρεχε σ’ όλη τη Γη για να μαζέψει τα πρώτα φρούτα από κάθε δέντρο, πριν χαλάσει ο ήλιος το θεϊκό τους περιεχόμενο.

Τα μάζευε σ’ ένα καλάθι και τα ανέβαζε σβέλτα στον Όλυμπο για το πρωινό των θεών, που χειροκροτούσαν και επαινούσαν την ικανότητά της.

Ένα πρωί η Τύχη δεν έφτασε στην ώρα της, και οι θεοί άρχισαν να ανησυχούν. Δεν ήταν και τόσο τρομερό αν μια μέρα δεν έτρωγαν νέκταρ, όμως, αν αυτό συνεχιζόταν, θα πέθαιναν, θα αρρώσταιναν ή –το χειρότερο- θα γερνούσαν.

Μια αντιπροσωπεία των θεών βγήκε σε αναζήτηση της Τύχης στους δρόμους της Ελλάδας. Εκεί έμαθαν ότι ένας ψαράς την είχε πιάσει κατά λάθος, καθώς έριχνε τα δίχτυα του στο Αιγαίο. Γοητευμένος και έκπληκτος από την ομορφιά του απρόσμενου φορτίου του, δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει.

Οι θεοί παρουσιάστηκαν μπροστά στον ψαρά και τον ρώτησαν τι αντάλλαγμα ήθελε προκειμένου να αφήσει ελεύθερη την Τύχη.

Ό,τι ζήτησε ο ψαράς του το ‘δωσαν, και μετά η Τύχη ήταν και πάλι ελεύθερη.

Η φήμη, όμως, άρχισε να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Όποιος έπιανε την Τύχη μπορούσε να ζητήσει από τους θεούς ό,τι ήθελε, κι εκείνοι θα του το έδιναν με αντάλλαγμα την ελευθερία της.

Μόλις πληροφορήθηκε τον κίνδυνο, η τύχη άρχισε να παίρνει όλο και περισσότερες προφυλάξεις και ζήτησε από τους άλλους θεούς να της μάθουν ορισμένα πράγματα παραπάνω, για το καλό όλων.

Η Άρτεμις της δίδαξε να κρύβεται για να μην μπορεί να τη δει κανείς. Άρχισε να ταξιδεύει με μεγάλη μυστικότητα, χωρίς κανένας να παίρνει είδηση την παρουσία της.

Από την Αφροδίτη έμαθε να χτενίζει τα μακριά και όμορφα μαλλιά της. Τα τραβούσε και τα έπλεκε σε μια υπέροχη πλεξούδα την οποία, -αντί να τη ρίχνει στην πλάτη όπως έκανε ως τότε-, άρχισε να φέρνει μπροστά, από το μέτωπο ως το στήθος της.

Από τον Ουρανό έμαθε να γίνεται άπιαστη, και από τον Άρη έμαθε τη στρατηγική του πολέμου.

Εξαιτίας όσων έμαθε κι από φόβο μην τυχόν και της στήσουν καρτέρι στην καθημερινή της διαδρομή, η Τύχη αποφάσισε πως το πέρασμά της δεν έπρεπε να είναι προβλέψιμο. Για να πετύχει κάτι τέτοιο, πήρε μια περίεργη απόφαση: τα πόδια της δεν έπρεπε ποτέ να πατάνε δεύτερη φορά πάνω στα ίδια της τα χνάρια.

Λίγο από συνήθεια και πιο πολύ από παραξενιά, αυτή η απόφαση της έγινε εμμονή, και η θεά Τύχη πρόσεχε πάρα πολύ να μην περάσει δυο φορές από το ίδιο μέρος.

Από το Βάκχο έμαθε τις ιδιότητες του κρασιού για να μπορεί να μεθάει όσους κατάφερναν να την πιάσουν και να το σκάει, αφήνοντάς τους χωρίς τίποτα.

Κοινώς αποδεκτή γνώμη

Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά, θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη, δεν είναι παρά η γνώμη δύο ή τριών ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι’ αυτό την παραμικρή αμφιβολία.

Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά δύο ή τρεις άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την πρώτη φορά, και ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι δυο τρεις αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα, αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτή μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που τη διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια, σ’ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι, που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι, ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε, όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ό,τι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μη θεωρηθούν ταραξίες, που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι από όλους τους άλλους.

 Όταν μια γνώμη φτάνει σε αυτό τον βαθμό αποδοχής, η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής, οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οι ίδιοι οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο, υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους που σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο από τον δικό τους, δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς, δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων, αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές;

 Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από εκατό ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλον· η άποψη στο τέλος μπορεί να αποδοθεί σε ένα και μόνο άτομο.

 ARTHUR SCHOPENHAUER, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

Μένιππος: Καλά κλάματα

Καταγόταν από τη Φοινίκη και αρχικά ήταν δούλος που καταγινόταν με την τοκογλυφία, προφανώς αποδοτική δραστηριότητα, αφού έγινε πολίτης των Θηβών, και μάλιστα πλούσιος. Η ιστορία όμως λέει ότι του έκλεψαν τα πάντα και, στην απελπισία του, κρεμάστηκε.

Ο Μένιππος ήταν οπαδός του Διογένη και ίσως ο κυνικότερος, με τη σύγχρονη έννοια, των Κυνικών. Σίγουρα ήταν ο επιρρεπέστερος στο γέλιο, απολαυστικά άκαρδος με την αθυροστομία του. Μολονότι δε σώζεται κανένα από τα γραπτά του, είναι γνωστός επειδή ενέπνευσε ολόκληρο λογοτεχνικό είδος, τη μενίππεια σάτιρα, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με θεράποντες το Λουκιανό και τον Πετρώνιο.

Στους Νεκρικούς Διαλόγους του πρώτου, ο Μένιππος είναι το απαύγασμα του αντιήρωα, που καλείται στον Άδη για να χλευάσει παράπονα των πάλαι ποτέ πλούσιων και ισχυρά όπως του Μίδα και του Κροίσου, καθώς και τις σαχλαμάρες των φιλοσόφων, όπως του Σωκράτη, που εικονίζεται να κυνηγάει νεαρούς στον Κάτω Κόσμο (κι ας λένε ότι μετά την ψυχή βγαίνει και το χούι).

Ο Μένιππος αρνείται να πληρώσει ναύλο στο Χάροντα, το βαρκάρη της Αχερουσίας, και αποσπά το θαυμασμό του Κέρβερου, του τρικέφαλου σκύλου που φυλάει την είσοδο (διότι, προφανώς, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, «σκύλος σκύλου κρέας δεν τρώει»). Ο Κέρβερος κλείνει το διάλογο λέγοντας:

Μόνο εσύ, Μένιππε, φάνηκες αντάξιος της γενιάς σου, και ο Διογένης πριν από σένα, που μπήκατε μέσα χωρίς να σας αναγκάζουνε, ούτε να σας σπρώχνουνε, αλλά με τη θέλησή σας, γελώντας και δίνοντας σε όλους την παραγγελιά «καλά κλάματα».

Ανακάλυψαν ότι το μαγνητικό πεδίο του Δία αλλάζει όπως της Γης

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον πλανήτη μας

Γνωρίζαμε ότι το μαγνητικό πεδίο της Γης αλλάζει και πώς σε αυτό το φαινόμενο οφείλονται οι κοσμογονικές αλλαγές στον πλανήτη, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Υποθέταμε ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε άλλους πλανήτες. Η υπόθεση έγινε γνώση, μετά την αποστολή και την έρευνα του Juno στον πλανήτη Δία. Τον τεράστιο πλανήτη-γίγαντα, μία φυσική ασπίδα για τη Γη, που όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία, διαθέτει ένα μαγνητικό πεδίο που αλλάζει, όπως αυτό της Γης.

Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι έχουν εντοπίσει ένα μεταβαλλόμενο μαγνητικό πεδίο σε έναν πλανήτη διαφορετικό από τον δικό μας και αυτό από μόνο του, αποτελεί μία τεράστια επιτυχία και ανακάλυψη. Η μελέτη στη μεταβολή του μαγνητικού πεδίου του Δία δείχνει ότι συμβαίνει με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο θα βοηθήσει τα μέγιστα στην κατανόηση του φαινομένου.

Η ανακάλυψη έγινε από το διαστημόπλοιο Juno της NASA. Από την εκτόξευσή του το 2011 και την άφιξή του στον Δία το 2016, το Juno πετάει και ελέγχει τον πλανήτη κάθε 53 ημέρες. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν αλλαγές στο μαγνητικό πεδίο του Δία όταν συνέκριναν τα τελευταία δεδομένα του Juno με μετρήσεις που έγιναν από παλαιότερες αποστολές όπως οι Pioneer 10 και Voyager 1 από τη δεκαετία του 1970.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο ένοχος πίσω από τις παραλλαγές μπορεί να είναι οι βίαιες καταιγίδες του Jovian που εκτείνονται βαθιά στην επιφάνεια του Δία για χιλιάδες μίλια. Η υπόθεσή τους υποστηρίζεται από το γεγονός ότι ένα αόρατο επίθεμα μαγνητικού πεδίου κοντά στον ισημερινό του Δία, που ονομάστηκε Great Blue Spot, είναι εκεί όπου εντοπίστηκαν οι ισχυρότερες παραλλαγές του μαγνητικού πεδίου στην τελευταία παρατήρηση.

Αν και η παραλλαγή του μαγνητικού πεδίου που εντοπίστηκε στον Δία μπορεί να έχει διαφορετική προέλευση από αυτή της Γης, η ανακάλυψη μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν τις αλλαγές του μαγνητικού πεδίου της Γης, ένα φαινόμενο που δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό.

Ο μαγνητικός βόρειος πόλος της Γης προς τα νότια περίπου 30 μίλια το χρόνο από το 2015! Αλλάζει αρκετά γρήγορα ώστε τα συστήματα GPS που διαθέτουμε, να χρήζουν συχνής ενημέρωσης. Μια αποδυνάμωση ή μία αντιστροφή του μαγνητικού πεδίου της Γης θα μπορούσε ενδεχομένως να προκαλέσει διαταραχές στη μαγνητική ασπίδα του πλανήτη και ενδεχομένως μαζική εξαφάνιση, εκθέτοντας τη Γη μας σε επιβλαβή ακτινοβολία από το διάστημα, καθώς και ραγδαίες αλλαγές στο κλίμα. Τόσο ραγδαίες, που ο άνθρωπος θα ήταν σχεδόν αδύνατον να προσαρμοστεί και να επιβιώσει ως είδος.

Πρώτη πειραματική επίδειξη σολιτονικού αερίου παρέχει μια πειραματική πλατφόρμα για δύσκολες μελλοντικές έρευνες

Τα σολιτόνια δεν είναι τυπικά κύματα. Ενώ τα περισσότερα κύματα διασκορπίζονται σαν πτυχώσεις σε μια λίμνη, τα σολιτόνια διατηρούν το σχήμα τους και δρουν περισσότερο σαν σωματίδια. Τα μονήρη σολιτόνια είναι καλά κατανοήσιμα, όμως λίγα είναι γνωστά σχετικά με τη συμπεριφορά στον πραγματικό κόσμο ενός συνόλου σολιτονίων – γνωστού ως σολιτονικό αέριο – λόγω έλλειψης πειραματικών δεδομένων. Τώρα, ο Nicolas Mordant του Πανεπιστημίου των Άλπεων στη Grenoble, στη Γαλλία και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν ένα δοχείο με νερό για να υλοποιήσουν ένα σολιτονικό αέριο, βρίσκοντας ότι η συμπεριφορά του ταιριάζει με τις αριθμητικές προσομοιώσεις. Η εργασία παρέχει την πρώτη πειραματική απόδειξη ενός σολιτονικού αερίου, ένα φαινόμενο που θα μπορούσε δυνητικά εμφανίζεται σε περιβάλλοντα από πλάσμα μέχρι οπτικές ίνες.

Για να δημιουργήσουν το σολιτονικό τους αέριο, ο Mordant και οι συνεργάτες του δημιούργησαν κύματα σε ρηχό νερό σε ένα δοχείο κυμάτων μήκους 34 μέτρων. Στο ρηχό νερό, μεμονωμένα κύματα είναι γνωστό ότι συμπεριφέρονται σαν μονήρη σολιτόνια. Οδηγώντας ένα έμβολο στο ένα άκρο του δοχείου έτσι που να χορηγεί μια σταθερή συνεχόμενη σειρά κυμάτων με καλά καθορισμένο σχήμα, η ομάδα δημιούργησε ένα σύνολο σολιτονίων που αναπηδούσαν πίσω και μπρος στο δοχείο. Οι μετρήσεις των υψών του κύματος αποκάλυψε ένα εξαιρετικό ταίριασμα με αυτά που προβλέπονταν από τη θεωρία και από τις αριθμητικές προσομοιώσεις.

Η ομάδα αναφέρει ότι αυτή η διάταξη είναι ένα καλό εργαλείο για την διερεύνηση «ολοκληρώσιμων εξισώσεων κύματος», εκείνων στις οποίες η δυναμική προσδιορίζεται πλήρως από τις αρχικές συνθήκες. Το μαθηματικό αυτό πλαίσιο – στο οποίο τα σολιτόνια είναι μια λύση – χρησιμοποιείται για να λύσει προβλήματα στη μη-γραμμική οπτική, στη φυσική του πλάσματος, στην ωκεανογραφία και στη συμπυκνωμένη ύλη. Όμως δεν είναι ποτέ καθαρό εάν αυτό το ιδεατό πλαίσιο θα άντεχε απέναντι στα πειράματα, όπου φαινόμενα τριβής όπως το ιξώδες θα μπορούσαν δυνητικά να προκαλέσουν στα σολιτόνια διάσπαση με το χρόνο.