Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Ο Πλάτωνας, οι Σοφιστές και η αναζήτηση της Αλήθειας

Πλάτωνας αντιπαρατίθεται με Σοφιστές

Η αναζήτηση της αλήθειας στον πλατωνικό κόσμο

Ποιος ήταν ο Πλάτωνας;

Ο Πλάτωνας (427 – 347 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Γεννήθηκε από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν γιος του Αρίστωνα και της Περικτιόνης. Από το έργο του έχουν σωθεί 35 διάλογοι και 13 επιστολές.

Ποια ήταν η σοφιστική κίνηση και οι Σοφιστές;

Η σοφιστική κίνηση ήταν μια πνευματική και κοινωνική κίνηση που εκδηλώθηκε στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. στην αρχαία Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Στηριζόταν στην εξάσκηση των μαθητών στη ρητορική και στη διαλεκτική, δηλαδή στην τεχνική της ρητορικής αντιπαράθεσης επιχειρημάτων για κάθε θέμα. Εκπρόσωποι της σοφιστικής κίνησης ήταν οι Σοφιστές, εμπνευσμένοι στοχαστές με μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση, με οξύ και ανήσυχο πνεύμα. Κατηγορήθηκαν, γιατί πληρώνονταν για τη διδασκαλία τους, αλλά και επειδή εισήγαγαν νέες ιδέες. Σημαντικότεροι Σοφιστές ήταν ο Πρωταγόρας, ο Πρόδικος, ο Ιππίας, ο Αντιφών, ο Θρασύμαχος, ο Κριτίας, ο Γοργίας και ο Αλκιδάμας.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι οι Σοφιστές δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να παραπλανούν και να κολακεύουν το πλήθος. Τους κατηγορούσε για θρησκευτικό αγνωστικισμό, αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, συγκαλυμμένη παραβίαση των νόμων της λογικής, και για επαγγελματισμό, εφόσον πληρώνονταν για τη διδασκαλία των εύπορων μαθητών τους. Επίσης, θεωρούσε ότι δεν ήταν «φιλόσοφοι» με την καθιερωμένη σημασία του όρου, που σήμαινε τη συστηματική και επίμονη επιδίωξη της ανακάλυψης της αλήθειας και την ειλικρινή αφοσίωση σε αυτήν, όπως απέδειξε ο Σωκράτης, αλλά αμειβόμενοι δάσκαλοι της «σοφίας», που επιδίωκαν να μεταδώσουν στους νέους όχι την αληθινή γνώση, αλλά τη μέθοδο για να εκφράζουν πειστικά το ψεύδος ως αλήθεια.

Γενικό πλαίσιο

Οι Σοφιστές, όπως ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας και ο Πρόδικος, έφεραν επανάσταση ενάντια στην προηγούμενη φιλοσοφική παράδοση. Προγενέστεροι φιλόσοφοι, από τον Παρμενίδη μέχρι τους Πυθαγόρειους, είχαν υποστηρίξει ότι πέρα από τον κόσμο των φαινομένων υπάρχει μία σταθερή πραγματικότητα: ένας κόσμος της φύσης και των ιδεών, τον οποίο ο νους μπορεί να γνωρίσει. Οι Σοφιστές αμφισβήτησαν αυτήν την οπτική. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Πλάτωνας, οι Σοφιστές υποστήριζαν: «Τι νόημα έχουν τέτοιες εικασίες, αφού κανείς δεν ζει σε αυτούς τους δήθεν πραγματικούς κόσμους;» Αντιπρότειναν ότι η μόνη πραγματικότητα που έχει σημασία ήταν αυτή που προσλαμβάνουν οι άνθρωποι με τις αισθήσεις τους και ότι οι αλήθειες μας περιορίζονται στον κόσμο των φαινομένων όπως τον βιώνουμε.

Η θεωρία της Υποκειμενικότητας των Σοφιστών

Σύμφωνα με τη θεωρία της υποκειμενικότητας των Σοφιστών: «μέτρον πάντων χρημάτων άνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν» (ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, των υπαρχόντων ότι υπάρχουν, και των ανύπαρκτων ότι δεν υπάρχουν). Η ρήση αυτή σημαίνει ότι η αλήθεια δεν υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο. Οτιδήποτε φαίνεται ή γίνεται αντιληπτό από τον καθένα, ισχύει για αυτόν. Αυτό είναι μια υποκειμενική θεώρηση της πραγματικότητας. Υποστήριζαν, ακόμα: «Οἷα μὲν ἔκαστα ἐμοὶ φαίνεται τοιαῦτα μὲν ἔστιν ἐμοὶ οἷα δὲ σοί, τοιαῦτα δὲ σοί άνθρωπος δέ σὺ τε κάγώ» (Όπως φαίνεται κάτι σε μένα, έτσι είναι για μένα, όπως φαίνεται σε σένα, έτσι είναι για σένα. Και άνθρωπος είμαστε κι οι δύο). Απόλυτη λοιπόν αλήθεια δεν υπάρχει, γιατί για κάθε πράγμα υπάρχουν δύο αντιτιθέμενες απόψεις: δύο λόγους είναι περί παντός πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις. Η Θεωρία της Σχετικότητας έρχεται, λοιπόν, κατά λογική συνέπεια ως συμπλήρωμα εκείνης της υποκειμενικότητας. Μοιάζει, δηλαδή, φιλοσοφικά να υποστηρίζει κάτι παρόμοιο: ότι η αντίληψη του χώρου και του χρόνου εξαρτάται από τον παρατηρητή.

Η αντιπαράθεση των Σοφιστών με τον Πλάτωνα σχετικά με την Πολιτική και το Δίκαιο

Ο σοφιστής Θρασύμαχος υποστήριξε ότι το «δίκαιο» δεν είναι παρά το συμφέρον του ισχυροτέρου, δηλαδή κάθε πολίτευμα ορίζει ως δίκαιο ό,τι εξυπηρετεί τους κρατούντες. Τέτοιες ιδέες ενίσχυαν την εντύπωση ότι οι Σοφιστές δεν αναζητούσαν μια απόλυτη, κοινή σε όλους αλήθεια, αλλά αντιμετώπιζαν την αλήθεια ως κάτι σχετικό.

Από την άλλη πλευρά, ο Πλάτωνας υπερασπιζόταν την ύπαρξη αντικειμενικής, απόλυτης αλήθειας απέναντι σε αυτόν τον αυξανόμενο σχετικισμό της εποχής. Μάλιστα, μετά τον θάνατο του Σωκράτη (399 π.Χ.), ο Πλάτωνας ίδρυσε την Ακαδημία, στην είσοδο της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν γραμμένη η επιγραφή: «Μηδεὶς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω» (Να μην εισέλθει όποιος δεν γνωρίζει γεωμετρία), υποδηλώνοντας τον κεντρικό ρόλο που είχε η μαθηματική γνώση στην πλατωνική παιδεία. Πράγματι, η μαθηματική παιδεία θεωρήθηκε από τον Πλάτωνα ως προϋπόθεση για την κατανόηση των φιλοσοφικών αληθειών.

Η αντίθεση, λοιπόν, είναι σαφής: Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι οι Σοφιστές περιφρονούσαν τις θεωρητικές επιστήμες, για αυτόν τον λόγο και σχολιάζει ότι ο Πρωταγόρας απέφευγε τη διδασκαλία μαθημάτων, όπως η Αστρονομία και τα Μαθηματικά, προτιμώντας να επικεντρώνεται στην πολιτική αρετή, ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι μέσω των Μαθηματικών ο νους ασκείται να συλλαμβάνει ακαλόντες αλήθειες και προσεγγίζει την ίδια την ουσία του αγαθού.

Επομένως, οι Σοφιστές υιοθέτησαν έναν ριζικό σχετικισμό, απορρίπτοντας την ύπαρξη μιας μοναδικής, καθολικής αλήθειας και δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη οπτική και τη ρητορική ικανότητα. Άλλοι, όπως ο Πλάτωνας, υποστήριξαν ότι η αλήθεια είναι υπαρκτή, ενιαία και ανεξάρτητη από υποκειμενικές πεποιθήσεις και ότι είναι καθήκον του φιλοσόφου να την ανακαλύψει και να την γνωρίσει.

Η Πλατωνική Αντίληψη της Αλήθειας: Απολυτότητα και Αντικειμενικότητα

Ο Πλάτωνας υπήρξε από τους μεγαλύτερους επικριτές του σοφιστικού σχετικισμού, προβάλλοντας τη θέση ότι η αλήθεια είναι απόλυτη και ότι η πραγματικότητα έχει αντικειμενική ύπαρξη, ανεξάρτητη από τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις των ανθρώπων. Στον διάλογο Θεαίτητος, ο Πλάτωνας εξέταζε και απέρριπτε ρητά τη πρωταγόρεια θέση ότι η αλήθεια είναι σχετική με τον καθένα. Με μια σειρά επιχειρημάτων, επιδίωκε να δείξει ότι ο ακραίος γνωσιολογικός σχετικισμός αυτοαναιρείται. Αυτό το επιχείρημα, γνωστό ως «περιτροπή» (peritrope) ή «επιχείρημα της αυτοαναίρεσης», δείχνει ότι η αξίωση «Η αλήθεια είναι σχετική» αν θεωρηθεί καθολικά αληθής, ακυρώνει τον εαυτό της. Με λογικό τρόπο, λοιπόν, ο Πλάτωνας αποπειράθηκε να καταρρίψει τη σχετικιστική πρόκληση, υποστηρίζοντας πως η ίδια η έννοια της «αλήθειας» συνεπάγεται κάτι σταθερό και ανεξάρτητο από τις στιγμιαίες αντιλήψεις μας.

Πέρα από το καθαρά λογικό επιχείρημα, ο Πλάτωνας υπερασπιζόταν μια ολόκληρη μεταφυσική και γνωσιολογική θεώρηση που εδράζονταν στην απολυτότητα. Κεντρικός πυρήνας της πλατωνικής φιλοσοφίας ήταν η «Θεωρία των Ιδεών». Σύμφωνα με αυτήν, πέρα από τον αισθητό κόσμο της μεταβολής υπάρχει ένας υπεραισθητός κόσμος αναλλοίωτων Ιδεών, όπως η Ιδέα του Αγαθού, του Ωραίου, της Δικαιοσύνης, της Ισότητας, που αποτελούν τα απόλυτα πρότυπα των αισθητών πραγμάτων. Οι αισθητές πραγματικότητες (επιμέρους πράξεις που θεωρούμε δίκαιες ή όμορφα αντικείμενα) είναι φθαρτές και σχετικές, όμως οι ίδιες οι Ιδέες (Δικαιοσύνη καθ' αυτή, Ομορφιά καθ' αυτή) είναι απόλυτες, αιώνιες αλήθειες.

Κατά τον Πλάτωνα, λοιπόν, η γνώση σε αυστηρή έννοια (ἐπιστήμη) δεν μπορούσε να αφορά τα «ρευστά» φαινόμενα που «γίγνονται και φθείρονται», αλλά μόνο τις αναλλοίωτες οντότητες, τις Ιδέες. Μάλιστα, στον Θεαίτητο, στη λεγόμενη «διήγηση του ονείρου του Σωκράτη», γίνεται διάκριση μεταξύ του κόσμου των στοιχείων και των συνθέτων πραγμάτων, και υπονοείται ότι μόνο αν κάτι διαλυθεί στα απλούστατα συστατικά του μπορεί να γίνει πλήρως γνωστό. Ενώ ο διάλογος αυτός τελειώνει άδοξα, σε «ἀπορία», χωρίς ορισμό της γνώσης, ο Πλάτωνας καθιστούσε σαφές ότι πραγματική γνώση έχει κανείς μόνο όταν συλλαμβάνει τις Ιδέες με τη διάνοια. Όπως αναφέρει και ο Timothy Chappell, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Open University της Αγγλίας, ειδικός στην ελληνική φιλοσοφία: ο Πλάτωνας αναγνωρίζει πλήρως ότι η γνώση των Ιδεών είναι απόλυτη γνώση.

Χαρακτηριστική είναι η Αλληγορία του Σπηλαίου, όπου ο Πλάτωνας περιγράφει τους ανθρώπους αλυσοδεμένους σε ένα σπήλαιο να βλέπουν μόνο σκιές αντικειμένων, λαμβάνοντάς τες ως πραγματικότητα. Ο φιλόσοφος είναι εκείνος που κατορθώνει να λυθεί, να βγει έξω στο φως του ήλιου και να δει τα πραγματικά αντικείμενα και τελικά τον Ήλιο, ο οποίος αντιπροσωπεύει την Ιδέα του Αγαθού, την Ύψιστη Αλήθεια και πηγή Νοητού Φωτός. Στην Αλληγορία του Σπηλαίου, ο Πλάτωνας προσπαθούσε να πείσει ότι η αισθητηριακή εμπειρία μάς δημιουργεί μόνο «σκιές», δηλαδή μεταβαλλόμενες και επιμέρους αλήθειες, ενώ η διάνοια μπορεί να μας αποκαλύψει την απόλυτη αλήθεια.

Για τον Πλάτωνα, η αναζήτηση της αλήθειας συνδεόταν στενά με την καλλιέργεια της λογικής – διαλεκτικής μεθόδου και του φιλοσοφικού βίου. Στον Θεαίτητο, ο Πλάτωνας συνέκρινε τον «φιλόσοφο» με τον «ρήτορα – πολιτικό». Ο φιλόσοφος περιγράφεται ως κάποιος που το σώμα του βρίσκεται στην πόλη, αλλά η ψυχή του περιπλανιέται στα βάθη της ουσίας, μετρά την επιφάνεια της γης και μελετά τα άστρα. Αυτή η περιγραφή δείχνει τη σύνδεση του φιλοσόφου με τις θετικές επιστήμες της εποχής: Γεωμετρία, Αστρονομία, φυσική παρατήρηση. Και πράγματι, ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι η μελέτη της φύσης υπό το φως των Μαθηματικών είναι μέρος της φιλοσοφικής παιδείας που οδηγεί στην αλήθεια. Με άλλα λόγια, η μαθηματική βεβαιότητα προσφέρει στον Πλάτωνα ένα μοτίβο για την έννοια της αντικειμενικής αλήθειας.

Ακόμα, ο Πλάτωνας εισήγαγε την απόλυτη, μαθηματική τάξη. Στον «Τίμαιο» παρουσιάζει έναν θεϊκό Δημιουργό (Δημιουργό Νου) που κατασκεύασε το Σύμπαν σύμφωνα με το πρότυπο των αιωνίων Ιδεών, επιδιώκοντας το καλύτερο δυνατό. Εκεί, η δομή της ύλης αναγόταν σε κανονικά πολυεδρικά σχήματα. Τα τέσσερα «στοιχεῖα»: η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά, αποτελούνταν από κανονικά πολύεδρα: το κύβο, το εικοσάεδρο, το οκτάεδρο, το τετράεδρο, αντίστοιχα, που με τη σειρά τους συντίθεντο από τέλεια τρίγωνα. Υποστήριξε, λοιπόν, τα θεμέλια του υλικού κόσμου είναι καθαρά γεωμετρικά. Μάλιστα, η Γεωμετρία ως η κυρίαρχη επιστήμη της εποχής έδινε κύρος στο πλατωνικό μοντέλο. Ήταν ένα παράδειγμα επιστήμης που οδηγούσε σε γνώση για πράγματα που δεν αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι με τις αισθήσεις τους, όπως το τέλειο τρίγωνο. Η κοσμολογία του υποδηλώνει ότι πίσω από την αταξία των φαινομένων υπάρχει μια λογική δομή, μια μαθηματικά αρμονική τάξη που έχει καθολική ισχύ. Παρότι ο ίδιος ο Πλάτωνας αναγνώριζε ότι οι φυσικές αισθήσεις μας δεν επιτρέπουν απόλυτη γνώση του μεταβαλλόμενου κόσμου, παραμένει η πεποίθηση ότι η λογική τάξη υφίσταται αντικειμενικά στον κόσμο.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η πλατωνική απολυτότητα δεν ήταν μόνο οντολογική και γνωσιολογική, αλλά και ηθική. Ενώ οι Σοφιστές έτειναν σε έναν σχετικισμό και στα ηθικά ζητήματα, ο Πλάτωνας πίστευε στην ύπαρξη απόλυτων ηθικών αξιών. Στην Πολιτεία διατύπωσε την ιδέα ότι η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, το θάρρος και το αγαθό έχουν έναν αντικειμενικό ορισμό και αλήθεια. Άλλωστε, ιστορικά ο Πλάτωνας, όπως και ο Αριστοτέλης, θεωρούνταν υπέρμαχος ενός είδους ηθικού καθολικισμού, σε αντίθεση με τον ηθικό σχετικισμό των Σοφιστών.

Η Σοφιστική θεώρηση: Σχετικισμός και Υποκειμενικότητα

Οι Σοφιστές εναρμόνισαν μια προσέγγιση της Αλήθειας ως σχετικής και της γνώσης ως εργαλειακής. Αν και δεν εκπροσωπούνταν από μία ενιαία φιλοσοφική σχολή, στη δημόσια συνείδηση χαρακτηριστήκαν από συγκεκριμένες κοινές τάσεις και απόψεις.

Η πρώτη τάση ήταν ο σχετικισμός, δηλαδή η άρνηση ότι υπάρχουν απόλυτες αλήθειες που ισχύουν ανεξάρτητα από τον παρατηρητή. Ο Πρωταγόρας, ένας από τους σπουδαιότερους Σοφιστές, υποστήριξε ότι η γνώση βασίζεται στις αισθήσεις, οι οποίες διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο, άρα μοιραία και η «αλήθεια» είναι υποκειμενική.

Η δεύτερη ήταν η άποψη ότι ο «σοφός» άνθρωπος δεν είναι αυτός που επιζητεί μια αφηρημένη αλήθεια ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, αλλά αυτός που μπορεί να μεταβάλει τις πεποιθήσεις των άλλων από βλαβερές σε ωφέλιμες. Η δικαιοσύνη, επίσης, συχνά ταυτιζόταν με την πεισμένη γνώμη μιας κοινότητας παρά με μία υπερβατική αξία. Αυτή η εργαλειοποίηση της αλήθειας αντιτίθεται στην πλατωνική θέση ότι η αλήθεια πρέπει να αγκαλιαστεί ακόμα κι αν είναι δυσάρεστη ή μη πρακτικά ωφέλιμη, απλώς επειδή είναι η αλήθεια.

Η τρίτη τάση ήταν η αντιπαράθεση νόμου και φύσης. Μάλιστα, οι Σοφιστές θεωρούσαν ότι πολλά από όσα θεωρούμε «φυσικά» είναι απλώς ανθρώπινα κατασκευάσματα και ότι κατά φύσιν όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, το συνολικό μήνυμα ήταν ότι γνώση και αλήθεια δεν είναι κάτι το δεδομένο, αλλά πράγματα εύπλαστα, εξαρτημένα από συμφραζόμενα και σκοπιμότητες.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένοι Σοφιστές έφτασαν σε ακραίες θέσεις σκεπτικισμού και μηδενισμού ως προς τη δυνατότητα αλήθειας. Ο Γοργίας στο χαμένο σύγγραμμά του «Περὶ τοῦ μὴ ὄντος ἢ περὶ φύσεως» υποστήριξε ότι: «τίποτα δεν υπάρχει πραγματικά. Αλλά ακόμα κι αν υπάρχει κάτι, δεν μπορούμε να το γνωρίσουμε. Κι αν ακόμα μπορούσαμε να το γνωρίσουμε, δεν μπορούμε να το μεταδώσουμε σε άλλον». Με την άποψη αυτή ο Γοργίας ισχυριζόταν ότι κάθε αξίωση γνώσης είναι μάταιη, και απομένει μόνο η δύναμη του λόγου να πείθει κατά βούληση, χωρίς αντικειμενικό κριτήριο αλήθειας.

Η τέταρτη τάση του σοφιστικού σχετικισμού ήταν ο ηθικοπολιτικός σχετικισμός. Παρατηρώντας ποικίλα έθιμα άλλων λαών, οι Σοφιστές πρότειναν ότι οι νόμοι και οι αξίες είναι θέμα σύμβασης. Ο μαθητής του Γοργία, Καλλικλής, υποστήριξε ότι η φύση επιτάσσει το δίκαιο του ισχυρού: Οι ικανοί από τη φύση τους έχουν δικαίωμα να υπερισχύουν των ασθενέστερων, ενώ οι ηθικοί κανόνες περί ισότητας είναι νόμοι που επινόησαν οι αδύναμοι για να δεσμεύσουν τους ισχυρούς. Αυτό το είδος ηθικού σχετικισμού έως κυνικού ρεαλισμού έρχεται σε αντιπαράθεση με την πλατωνική, και σωκρατική, αξίωση ότι η δικαιοσύνη και η αρετή είναι πάντοτε αγαθά για τον κάτοχό τους.

Η Πέμπτη τάση ήταν ότι οι Σοφιστές πρότασσαν την τέχνη του λόγου πάνω από την αναζήτηση της αλήθειας. Οι Σοφιστές υπόσχονταν να διδάξουν στους νέους την «τέχνη της πολιτικής», δηλαδή το πώς να διαχειρίζονται με επιτυχία τις υποθέσεις τους ιδιωτικά και δημόσια. Για έναν σοφιστή, η γνώση ήταν πολύ συχνά το μέσο για δύναμη και επιτυχία, και όχι αυτοσκοπός. Ο Γοργίας περηφανευόταν ότι μπορούσε, χωρίς να έχει ιατρική γνώση, να πείσει έναν άρρωστο να πάρει μια θεραπεία πιο αποτελεσματικά από τον ίδιο τον γιατρό, απλώς και μόνο μέσω της ρητορικής δεινότητάς του. Για τον λόγο αυτόν, ο Πλάτωνας περιέγραψε τους Σοφιστές ως ένα είδος «έμμισθων κυνηγών ψυχών» και «πωλητών γνώσεων», οι οποίοι έλεγαν σε κάθε πελάτη αυτό που θέλει ν' ακούσει. Δηλαδή, εφόσον αμείβονταν, οι Σοφιστές είχαν κίνητρο, κατά τον Πλάτωνα, να προσαρμόζουν τη διδασκαλία τους στις προτιμήσεις του ακροατή, αντί να υπηρετούν μια ανεξάρτητη αλήθεια.

Συνολικά, η σοφιστική οπτική για την αλήθεια ήταν ανθρωποκεντρική και σχετικιστική. Η αμφισβήτηση των παραδεδομένων μύθων, ο αγνωστικισμός ως προς τη θρησκεία, η αμφισβήτηση των ηθικών «νόμων», και η αμφισβήτηση της απολυτότητας ήταν τα θεμέλια του σοφιστικού κινήματος. Για τον Πλάτωνα, οι ιδέες αυτές ήταν βαθιά ανησυχητικές. Ισοδυναμούσαν, κατά την άποψή του, με την υπονόμευση της ίδιας της έννοιας της γνώσης και της ηθικής.

Συμπέρασμα

Ο Πλάτωνας εκπροσωπούσε την πίστη σε μία πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τους ανθρώπους, με δομή και αξίες, την οποία καλούνταν οι άνθρωποι να ανακαλύψουν μέσω του λόγου, της διαλεκτικής, των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας. Η αλήθεια, για αυτόν, ήταν μία και δεν εξαρτάται από το υποκείμενο.

Η θέση αυτή έθεσε τα θεμέλια για την επιστήμη, με την έννοια που τη γνωρίζουμε σήμερα. Η παραδοχή ότι υπάρχουν αντικειμενικοί φυσικοί νόμοι και καθολικές αρχές οφείλεται στη διδασκαλία του Πλάτωνα.

Οι Σοφιστές, αντίθετα, θεωρούσαν ότι η αλήθεια είναι εξαρτώμενη από το υποκείμενο, οι πεποιθήσεις διαμορφώνονται από την κουλτούρα, την ατομική εμπειρία, τη γλώσσα και τη σκοπιμότητα, ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ποικιλόμορφος και μεταβλητός. Στη σύγχρονη εποχή, ο πολιτισμικός σχετικισμός και οι διάφορες μεταμοντέρνες θεωρίες αντλούν από την παράδοχή ότι δεν υφίσταται αντικειμενική αλήθεια, κάτι που οι Σοφιστές υπαινίχθηκαν πρώτοι. Μάλιστα, αναγνωρίζεται ότι οι ρίζες του ηθικού σχετικισμού εντοπίζονται σε πρόσωπα με πρωταγωνιστή τον Πρωταγόρα.

Το αντίκτυπο στο σήμερα

Η πλατωνική απάντηση στον σοφιστικό σχετικισμό, και ιδίως το επιχείρημα ότι ο απόλυτος σχετικισμός αυτοαναιρείται, διαμόρφωσε την κριτική στάση που διαμόρφωσε η φιλοσοφία απέναντι στον σχετικισμό ανά τους αιώνες. Ο Πλάτωνας έδειξε ότι το να δηλώνει κανείς πως «η αλήθεια είναι σχετική» είναι μια θέση ασταθής, που δεν μπορεί να αξιώσει την καθολική ισχύ της χωρίς αντίφαση.

Η απόλυτη οπτική του έθεσε τις βάσεις για την πίστη σε μια συμπαντική τάξη και αλήθεια που αποτελεί στόχο της επιστήμης και της ηθικής προσπάθειας. Από την άλλη, η σοφιστική έμφαση στη ανθρώπινη νόηση και στην ερμηνεία προανήγγειλε θα λέγαμε τον μεταγενέστερο προβληματισμό για το πώς τα πλαίσια αναφοράς, όπως η κουλτούρα, η γλώσσα και το ιστορικό πλαίσιο, επηρεάζουν αυτό που θεωρούμε αληθινό.

Δεν διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια αντίληψη και κάποιοι είναι εύκολα χειραγωγήσιμοι

Πριν πολλούς αιώνες, κάποιοι κατάλαβαν ότι δεν διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια αντίληψη και κάποιοι είναι εύκολα χειραγωγήσιμοι. Κατάλαβαν ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν κατευθύνονται από την λογική αλλά από το συναίσθημα.
 
Ο Αριστοτέλης για αυτόν τον λόγο απεχθανόταν την δημοκρατία που κατά τον ίδιο σήμαινε οχλοκρατία [την αρνητική παραλλαγή της από τον ίδιο προτεινόμενης «Πολιτείας» (μείγμα ολιγαρχίας και δημοκρατίας)], διότι θεωρούσε ότι η μάζα των πολλών συνήθως είναι είτε αμόρφωτη είτε ανίκανη να γνωρίζει τα πολιτικά πράγματα και να παίρνει σωστές αποφάσεις και δίνει την εξουσία σε ανίκανους ή επικίνδυνους. Οπότε θεωρούσε ότι η δημοκρατία (οχλοκρατία) που άγεται και φέρεται από έναν όχλο ανώριμων πολιτικά ατόμων ήταν σύστημα που θέτει σε κίνδυνο την πολιτεία.

Ο πιο εύκολος τρόπος για να δημιουργήσει και να χειραγωγήσει κανείς τέτοια άτομα είναι η θρησκεία. Η θρησκεία απευθύνεται στο πιο ενδόμυχο και πιο πρωτόγονο συναίσθημα του ανθρώπου που έχει να κάνει με την ίδια του την ύπαρξη. Η θρησκεία απευθύνεται στους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου και μπορεί να υπερφαλαγγίσει ακόμη και έναν ευφυή άνθρωπο, ενώ έναν λιγότερο ή καθόλου ευφυή τον καθιστά σε απόλυτο βαθμό πειθήνιο και τυφλό όργανο της εκάστοτε θρησκείας.
 
Από την άλλη, η ευφυία ή η ικανότητα μάθησης δεν είναι επίσης ικανές από μόνες να προστατέψουν έναν άνθρωπο από τα δίχτυα της πίστης που εφαρμόζει μια θρησκεία. Γιατί σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι δέχονται την επιρροή της θρησκείας από την παιδική ηλικία, είτε με κατήχηση, είτε χωρίς ιδιαίτερη κατήχηση, υφίστανται μια νοητική διάβρωση. Άρα πρέπει να διαθέτει κανείς λογική ωριμότητα αλλά και ανεξάρτητη κριτική ικανότητα.

Όπου η θρησκεία και η πίστη σε κάποιον θεό παίζει σημαντικό ρόλο στην ζωή, όλοι υποβάλλονται κατά κανόνα ακούσια στο σύστημα που επικρατεί στην κοινωνία όπου ζουν. Άρα γίνονται αποδέκτες μιας πλύσης εγκεφάλου που είναι απόλυτη όταν την βιώνουν μέσα στην οικογένεια και στο περιβάλλον που ζουν και αναπτύσσονται. Δηλαδή η θρησκεία δεν είναι επιλογή, αλλά μια συμπεριφορά που επιβάλλεται. 

Αυτό στα παλιότερα χρόνια ήταν μάλιστα αυτονόητο. Ειδικά μετά τον χριστιανισμό. Δεν μπορούσε κάποιος ούτε κατά διάνοια να αμφισβητήσει την χριστιανική πίστη της κοινωνίας όπου ζούσε. Χωρίς ατομικές ελευθερίες και χωρίς δημοκρατικές λειτουργίες, ο φασισμός της θρησκείας επιβάλλονταν ασυζητητί ως κάτι το φυσιολογικό!
 
Αυτό συνέβαινε σε όλες τις χριστιανικές χώρες μέχρι που άρχισε ο εκδημοκρατισμός των κοινωνιών στην Ευρώπη και ο άνθρωπος μπήκε ξανά στο επίκεντρο, με τον Διαφωτισμό, κάτι που είχε να συμβεί από τότε που καταλύθηκε ο αρχαίος ελληνικός κόσμος. Επίσης, η μεταρρύθμιση του Λούθηρου αναθεώρησε τον καθολικισμό της Ευρώπης και έτσι ο προτεσταντισμός οδήγησε πολλές ευρωπαϊκές χώρες σε έναν άλλου είδους «ευνουχισμένο» χριστιανισμό που δεν αποτελούσε πια ανάχωμα στην πρόοδο και την κοινωνική αλλαγή.
 
Σε αυτό οφείλουμε σήμερα τις ελευθερίες που απολαμβάνουμε. Πριν από αυτές τις αλλαγές οι χριστιανικές χώρες δεν διέφεραν στην θρησκευτική καταπίεση από κάποιες χώρες του Ισλάμ όπου εκεί είναι και σήμερα αδιανόητες οι κατακτήσεις που η Ευρώπη έχει ως δεδομένες. Δεν οφείλουμε λοιπόν στον χριστιανισμό αυτές τις ελευθερίες, αλλά στο ελληνικό πνεύμα που αναβίωσε στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό και παραμέρισε το εμπόδιο του χριστιανικού σκοταδισμού.
 
Η Ελλάδα που βρισκόταν υπό Οθωμανική κατοχή δεν βίωσε αυτόν τον Διαφωτισμό και έμεινε σε καθυστέρηση. Ακόμη και μετά την επανάσταση και την ανεξαρτησία οι ελάχιστοι Έλληνες διαφωτιστές πολεμήθηκαν από το χριστιανικό κατεστημένο και οι ιδέες τους δεν μπόρεσαν να περάσουν με ευρύτητα στον λαό που παρέμεινε στο έλεος του χριστιανορθόδοξου σκοταδισμού. Ακόμη και σήμερα, οι φανατικοί ανατολικοί χριστιανοί της Ελλάδας, στηλιτεύουν τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τον αποκαλούν με μίσος «Διασκοτισμό», αφού θεωρούν ότι αυτοί είναι το μόνο αληθινό φως!
 
Ο χριστιανισμός είναι η απόλυτη διαστρέβλωση του φυσικού κόσμου μας και η τροχοπέδη της ανθρώπινης πνευματικότητας διότι η θρησκεία τους αυτή παραλύει και καθιστά τετραπληγικό κάθε υγιή νου.

Στην Ελλάδα μια σειρά από πράγματα έχουν καθυστερήσει επειδή ήταν αντίθετα με όσα γαλούχησε τον ελληνικό λαό η συμμορία των ρασοφόρων. Ο χριστιανομαθημένος αυτός λαός φέρει τα βαρίδια μιας μεσαιωνικής νοοτροπίας λόγω της χριστιανικής του αντι-παιδείας.

Μόλις τα τελευταία 50 χρόνια και κυρίως μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΕ άρχισε το κράτος και ο λαός να δέχεται πραγματικά τις επιρροές των Ευρωπαίων. 

Η κακή νοοτροπία του νεοέλληνα ωστόσο παραμένει. Είναι από τους πιο διεφθαρμένους λαούς. Η ΕΕ έγινε μια πηγή χρήματος που κατασπαταλήθηκε. Η αξιοκρατία είναι ανέκδοτο. Το πελατειακό σύστημα και φυσικά ο κομματισμός είναι ο κανόνας.

Ο λαός που βιάστηκε από τον χριστιανισμό και έπειτα από τον οθωμανισμό χρειάζεται πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει για να αποτινάξει τα βάρβαρα ήθη. Τα βάρη που του φόρτωσαν οι πανούκλες του πνεύματος δεν έχουν φύγει από πάνω του. Όσο ο πρώτος και μεγάλος βιαστής της Ελλάδας, ο χριστιανισμός, έχει αυτήν την μεγάλη δύναμη και επιρροή, αυτός ο λαός είναι καταδικασμένος.

HANS CHRISTIAN ANDERSEN: Το Χριστουγεννιάτικο έλατο

Βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου ο ζεστός ήλιος και ο καθαρός αέρας έφτιαξαν ένα γλυκό τόπο ξεκούρασης, μεγάλωνε ένα ελατάκι. Τα πάντα γύρω του ήταν ιδανικά, όμως αυτό δεν ήταν ευτυχισμένο, ήθελε τόσο να είναι σαν τους πανύψηλους συντρόφους του, τα πεύκα και τα έλατα που βρίσκονταν γύρω του.
Ο ήλιος έλαμπε και το ζεστό αεράκι ανακάτευε τα φύλλα του.Τα μικρά παιδιά των χωρικών περνούσαν δίπλα του χαρούμενα, αλλά το ελατάκι δεν τους έδινε καμία σημασία.
Μερικές φορές τα παιδιά έφερναν ένα μεγάλο καλάθι με μούρα ή φράουλες και κάθονταν δίπλα στο ελατάκι, και έλεγαν «Κοιτάξτε τι όμορφο μικρό δεντράκι!» Και τότε αυτό ένιωθε ακόμη πιο δυστυχισμένο.
Και ενώ γίνονταν όλα αυτά το ελατάκι ψήλωνε και μια ιδέα κάθε χρόνο.
Αλλά, ακόμη και αφού μεγάλωνε, αυτό παραπονιόταν. «Αχ, πως εύχομαι να ήμουν ψηλό σαν τα άλλα δέντρα, τότε θα άπλωνα τα κλαδιά μου σε κάθε μεριά και από την κορυφή μου θα μπορούσες να δεις σε όλο τον κόσμο. Θα άφηνα τα πουλιά να χτίσουν τις φωλιές τους στα κλαδιά μου και όταν φυσούσε δυνατός αέρας θα στεκόμουν με αξιοπρέπεια,όπως και οι ψηλοί μου σύντροφοι.»
Τόσο δυσαρεστημένο ήταν το ελατάκι, που δεν τον ευχαριστούσαν καθόλου ούτε τα πουλιά, ούτε ο ζεστός ήλιος, ούτε τα συννεφάκια που ταξίδευαν από πάνω του μέρα και νύχτα.
Μερικές φορές, τον χειμώνα, όταν το χιόνι σκέπαζε το δάσος ερχόταν ένας λαγός και πηδούσε ακριβώς πάνω από το ελατάκι περνώντας. Πόσο πικραινόταν τότε!
Δυο χειμώνες πέρασαν έτσι, και όταν ο τρίτος έφτασε, το ελατάκι είχε ψηλώσει τόσο πια που ακόμη κι ο λαγός έπρεπε να τρέξει γύρω του.Ωστόσο αυτό παρέμενε ανικανοποίητο και αναφωνούσε
«Αχ, να μεγαλώσω, να μεγαλώσω! Αχ, αν μπορούσα να ψηλώσω και να μεγαλώσω! Για τίποτα άλλο δεν νοιάζομαι σ’ αυτόν τον κόσμο!»
Το φθινόπωρο οι ξυλοκόποι ήρθαν, όπως κάθε φορά, και έκοψαν πολλά από τα ψηλότερα δέντρα, και το νεαρά έλατα, τα οποία είχα ψηλώσει πια και στέκονταν σαν τα υπόλοιπα ψηλά, καλά και ευγενή δέντρα, σωριάστηκαν στη γη με ένα κρότο.
Αφού τα κλαδιά τους κόπηκαν, ο κορμός τους έμοιαζε τόσο γυμνός και λεπτός που σχεδόν δεν μπορούσες να τον αναγνωρίσεις. Μετά τοποθέτησαν τους κορμούς τον ένα πάνω στον άλλο, μέσα σε κάρα που τα άλογα τα οδήγησαν μακριά έξω από το δάσος.
Έτσι, την άνοιξη, όταν τα χελιδόνια και οι πελαργοί ήρθαν,ρώτησαν: « Ξέρετε που πήγαν αυτά τα δέντρα; Τα είδατε;»
Τα χελιδόνια δεν γνώριζαν τίποτα, αλλά ο πελαργός μετά από λίγη σκέψη, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Ναι, νομίζω πως ξέρω. Καθώς πετούσα πάνω από την Αίγυπτο, συνάντησα πολλά καινούρια καράβια, και είχαν ψηλά κατάρτια που μύριζαν σαν έλατο. Αυτά πρέπει να ήταν τα δέντρα, και σε διαβεβαιώνω πως στέκονταν μεγαλοπρεπή, και αρμένιζαν με δόξα!»
«Αχ, πως εύχομαι να ήμουν αρκετά ψηλό για να πάω στην θάλασσα» είπε το ελατάκι. « πες μου τι είναι η θάλασσα και με τι μοιάζει;»
«Θα έπαιρνε πολύ καιρό να σου εξηγήσω!» είπε ο πελαργός και πέταξε γρήγορα μακριά.
«Να χαίρεσαι την νιότη σου,» είπε η ηλιαχτίδα, « να χαίρεσαι τη φρέσκα κλωνάρια σου και την γλυκιά ζωή που είναι μέσα σου.»
Και ο άνεμος φίλησε το ελατάκι, και η δροσιά πότισε τα φύλλα του, αλλά το ελατάκι δεν τους ευχαρίστησε καθόλου.
Τα Χριστούγεννα ήταν κοντά και πολλά νεαρά δεντράκια κόπηκαν, κάποια ήταν μικρότερα ακόμη και από το ελατάκι μας, το οποίο δεν έβρισκε ούτε γαλήνη, ούτε ηρεμία καθότι ήθελε να αρχίσει το ταξίδι του μακριά από το δάσος. Αυτά τα νεαρά δέντρα που κόπηκαν, κράτησαν όλα τους τα κλαδιά και στοιβάχτηκαν κι αυτό σε άμαξες με άλογα, που τα πήραν μακριά από το δάσος.
«Πού πάνε;» ρώτησε το ελατάκι. «Δεν είναι ψηλότερα από μένα. Και γιατί κράτησαν όλα τους τα κλαδιά; Πού πηγαίνουν;»
«Εμείς ξέρουμε, εμείς ξέρουμε» τραγούδησαν τα σπουργίτια, «έχουμε κοιτάξει μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών στην πόλη, και ξέρουμε τι θα απογίνουν. ΑΧ, ούτε φαντάζεστε τι τιμή και δόξα τα περιμένει. Τα ντύνουν με τον πιο υπέροχο τρόπο. Τα έχουμε δει να στέκονται στο κέντρο από ζεστά δωμάτια και να στολίζονται με ένα σωρό όμορφα πράγματα- γλυκά, καραμελωμένα μήλα, παιχνίδια και όλα τα είδη από χρωματιστές κορδέλες.»
«Και μετά,» ρώτησε το ελατάκι, «μετά τι γίνεται;»
«Δεν είδαμε τίποτα άλλο,» είπαν τα σπουργίτια, «αλλά αυτό ήταν αρκετό για μας.»
«Αναρωτιέμαι αν θα συμβεί κάτι τόσο λαμπρό και σε μένα ποτέ,» σκεφτόταν το ελατάκι. «Θα ήταν καλύτερο κι από το να διασχίσω την θάλασσα. Το προσμένω σχεδόν με πόνο. Ω, πότε θα έρθουν τα Χριστούγεννα; Είμαι τώρα τόσο ψηλό και όμορφο όσο αυτά που πήραν τον περσινό χρόνο. Ω, να ήμουν τώρα ξαπλωμένο στην άμαξα, ή στο ζεστό δωμάτιο με όλα τα φώτα και τα στολίδια πάνω μου! Κάτι καλύτερο και πιο όμορφο πρέπει να ακολουθεί μετά, αλλιώς τα δέντρα θα ήταν τόσο στολισμένα. Ναι, αυτό που ακολουθεί θα είναι μεγαλύτερο και πιο υπέροχο. Τι μπορεί να είναι άραγε; Έχω κουραστεί να περιμένω. Σπανίως νιώθω τι είναι αυτό που νιώθω.»
«Να χαίρεσαι την αγάπη μας,» είπαν ο αέρας και η λιακάδα. «Απόλαυσε την δική σου λαμπερή ζωή στον φρέσκο αέρα.»
Αλλά το ελατάκι δεν χαιρόταν, παρόλο που ψήλωνε κι άλλο κάθε μέρα, και τον χειμώνα και το καλοκαίρι το σκούρο πράσινο φύλλωμα του ξεχώριζε μέσα στο δάσος. Οι περαστικοί, όταν το έβλεπαν, έλεγαν, «Μα τι όμορφο δέντρο!»
Λίγο καιρό πριν τα Χριστούγεννα το ανικανοποίητο ελατάκι ήταν το πρώτο που έπεσε. Μόλις το τσεκούρι έκοψε τον κορμό του και το χώρισε από την ρίζα, το ελατάκι έπεσε με ένα βογγητό στην γη, νιώθοντας τον πόνο και την εξάντληση και ξεχνώντας όλα του τα όνειρα για χαρά αφήνοντας το σπίτι του στο δάσος βυθισμένο στην θλίψη. Ήξερε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τους αγαπητούς του παλιούς συντρόφους, ούτε τους μικρούς θάμνους και τα πολύχρωμα λουλούδια που φύτρωναν δίπλα του, ίσως ούτε τα πουλιά. Και ούτε ήταν το ταξίδι του ευχάριστο.
Το ελατάκι σιγά σιγά συνήλθε καθώς το έστησαν στην αυλή ενός σπιτιού, μαζί με πολλά άλλα δέντρα· και άκουσε έναν άντρα να λέει: « Μόνο ένα θέλουμε, και αυτό είναι το ομορφότερο. Αυτό είναι πανέμορφο!»
Τότε ήρθαν δύο υπηρέτες με μεγαλόπρεπη στολή και κουβάλησαν το ελατάκι σε ένα μεγάλο και πανέμορφο διαμέρισμα. Πίνακες κρέμονταν στους τοίχους, και δίπλα στο μεγάλο χτιστό τζάκι έστεκαν πορσελάνινα βάζα με λιοντάρια στα καπάκια τους. Υπήρχαν κουνιστές πολυθρόνες, μεταξωτοί καναπέδες και πελώρια τραπέζια γεμάτα με φωτογραφίες· και υπήρχαν και βιβλία, και παιχνίδια που κόστιζαν πολλά πολλά χρήματα—τουλάχιστον έτσι έλεγαν τα παιδιά.
Τοποθέτησαν το ελατάκι σε ένα μεγάλο κάδο γεμάτο με άμμο—αλλά πράσινη τσόχα κρεμόταν γύρω του, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να δει ότι ήταν ένας κάδος—και στάθηκε πάνω σε ένα πανέμορφο χαλί. Αχ, πως έτρεμε το ελατάκι! Τι θα του συνέβαινε τώρα; Κάτι νεαρές κυρίες ήρθαν και οι υπηρέτες τις βοήθησαν να στολίσουν το δέντρο.
Σε ένα του κλαδί κρέμασαν μικρά σακουλάκια φτιαγμένα από χρωματιστά χαρτιά, και κάθε σακουλάκι ήταν γεμάτο με γλυκά. Από άλλα του κλαδιά κρέμασαν καραμελωμένα μήλα και καρύδια, σαν να είχαν μεγαλώσει εκεί· και πάνω και γύρω υπήρχαν πολλές κόκκινες, μπλε και λευκές κορδέλες, που είχαν δεθεί στα κλαδιά του. Κούκλες, ακριβώς σαν αληθινοί άντρες και γυναίκες, είχαν τοποθετηθεί κάτω από τα πράσινά του φύλλα,– το ελατάκι δεν είχε ξαναδεί τέτοια πράγματα ποτέ,– και στην κορυφή του ήταν πιασμένο ένα λαμπερό αστέρι φτιαγμένο από χρυσές πούλιες. Ήταν πολύ όμορφο. «Αυτό το βράδυ,» όλοι αναφώνησαν, «πόσο υπέροχο θα είναι!»
«Όταν έρθει το βράδυ,» σκέφτηκε το ελατάκι, « και ανάψουν τα κεριά! Τότε θα ξέρω τι άλλο θα μου συμβεί. Άραγε θα έρθουν τα άλλα δέντρα του δάσους να με δουν; Θα κρυφοκοιτάξουν από τα παράθυρα τα σπουργίτια,αναρωτιέμαι, καθώς θα πετούν; Λες να μεγαλώσω πιο γρήγορα εδώ από ότι στο δάσος, και να κρατήσω και όλα αυτά τα όμορφα στολίδια και το καλοκαίρι και τον χειμώνα;» Αλλά οι σκέψεις του πολύ λίγο πλησίαζαν στην αλήθεια. Ο κορμός του πονούσε από την προσπάθεια, και αυτός ο πόνος είναι για ένα λεπτό ελατάκι ότι ο πονοκέφαλος για εμάς.
Επιτέλους τα κεριά άναψαν, και τότε τι αστραφτερό και μεγαλειώδες που ήταν το ελατάκι! Έτρεμαν από χαρά όλα του τα κλαδιά τόσο πολύ που ένα από τα κεριά έπεσε ανάμεσα τα πράσινα φύλλα του και έκαψε μερικά από αυτά. «Βοήθεια! Βοήθεια!» αναφώνησαν οι νεαρές κυρίες· αλλά ευτυχώς κανένα κακό δεν είχε γίνει, γιατί αμέσως έσβησαν την φωτιά.
Μετά από αυτό, το ελατάκι προσπάθησε να μην τρέμει καθόλου,αν και η φωτιά το τρόμαξε, είχε αγχωθεί τόσο πολύ να μην καταστραφεί κάποιο από τα όμορφα στολίδια του, αφού η ομορφιά τους τον τύφλωνε.
Και τότε οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και μια ομάδα από παιδιά έτρεξε μέσα, λες και ήθελαν να ταράξουν το ελατάκι, και τους ακολουθούσαν πιο αργά οι μεγάλοι. Για ένα λεπτό τα μικρά στάθηκαν αμίλητα από την έκπληξη, και μετά φώναξαν από χαρά μέχρι που το δωμάτιο δονήθηκε· και χόρεψαν χαρούμενα γύρω από το ελατάκι ενώ έπαιρναν τα δώρα το ένα μετά το άλλο.
«Μα τι κάνουν; Τι θα γίνει έπειτα;» σκέφτηκε το ελατάκι.Επιτέλους τα κεριά κάηκαν μέχρι το τέλος και έσβησαν. Τότε δόθηκε η άδεια στα παιδιά αρπάξουν ό, τι ήθελαν από το δέντρο.
Ω, πως έτρεξαν καταπάνω του! Ήταν τόση η βιάση τους που μερικά από τα κλαδιά έσπασαν, και αν δεν ήταν δεμένο από το ταβάνι με το λαμπερό αστέρι, σίγουρα θα το είχαν ρίξει κάτω.
Τότε τα παιδιά χόρεψαν τριγύρω με τα καινούρια τους παιχνίδια και κανείς δεν έδωσε σημασία στο ελατάκι, εκτός από την νταντά των παιδιών που έψαξε ανάμεσα στα κλαδιά του για κανένα καραμελωμένο μήλο η σύκο που μπορεί να ξεχάστηκε.
«Μια ιστορία, μια ιστορία,» φώναξαν τα παιδιά, τραβώντας έναν παχουλό κύριο προς το δέντρο.
«Τώρα θα είμαστε στην πράσινη σκιά του δέντρου,» είπε καθώς καθόταν κάτω από το ελατάκι, «και το δέντρο θα έχει την χαρά να ακούσει και αυτό· αλλά θα σας πω μόνο μια ιστορία. Ποια λέτε να είναι αυτή; Η ιστορία της Ιβέτ ή του Χάμπντι Ντάμπντι που έπεσε από τις σκάλες, αλλά σύντομα σηκώθηκε ξανά και στο τέλος παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα;»
«Την Ιβέτ,» φώναξαν μερικά· «τον Χάμπντι Ντάμπντι,» φώναξαν άλλα· και υπήρξε μεγάλη φασαρία. Αλλά το ελατάκι έμεινε τελείως ακίνητο και σκέφτηκε: « Τι σχέση έχω εγώ με αυτά; Πρέπει να κάνω κι εγώ φασαρία;» αλλά ήδη τους είχε διασκεδάσει όσο χρειαζόταν και δεν του έδωσαν καμία σημασία.
Τότε ο γηραιός κύριος τους είπε την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι που έπεσε από τις σκάλες, αλλά σύντομα σηκώθηκε ξανά και στο τέλος παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα. Και τα παιδία χειροκρότησαν και φώναξαν αμέσως,«πες μας άλλη μια ιστορία, πες μας άλλη μια ιστορία,» γιατί ήθελαν να ακούσουν και την ιστορία της Ιβέτ· αλλά γι’αυτήν την φορά είχαν μόνο την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι. Μετά από αυτό, δέντρο έμεινε εντελώς ήσυχο και σκεπτικό. Τα πουλιά του δάσους ποτέ δεν έλεγαν τέτοιες ιστορίες όπως αυτή του Χάμπντι Ντάμπντι, που έπεσε από τις σκάλες αλλά παρόλα αυτά παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα.
«Α, έτσι θα γίνεται στον κόσμο,» σκέφτηκε το ελατάκι. Πίστεψε την ιστορία γιατί την διηγήθηκε ένας τόσο συμπαθητικός άνθρωπος.
«Α, καλά!» σκέφτηκε, «ποιος ξέρει; Μπορεί κι εγώ να πέσω κάτω και να παντρευτώ μια πριγκίπισσα!» και δεν έβλεπε την ώρα να έρθει το επόμενο απόγευμα και να το στολίσουν πάλι με φώτα και παιχνίδια, χρυσό και φρούτα. «Αύριο δεν θα τρεμουλιάσω,» σκέφτηκε, « θα απολαύσω όλη μου την λάμψη,και θα ακούσω την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι ξανά, και ίσως και την ιστορία της Ιβέτ.» Και το ελατάκι έμεινε ήσυχο και σκεπτικό όλη την νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες και η νταντά ήρθαν. « Τώρα,» σκέφτηκε το δέντρο, «όλη μου η λάμψη θα έρθει ξανά.» Αλλά το έσυραν έξω από το δωμάτιο,το ανέβασαν στην σοφίτα και το πέταξαν σε μια γωνιά που το φως της ημέρας δεν έφτανε, και εκεί το άφησαν. «Τι σημαίνει αυτό;» σκέφτηκε το δέντρο. «Τι θα κάνω εδώ; Δεν ακούω τίποτα σε ένα μέρος σαν αυτό.» και ακούμπησε στον τοίχο και σκεφτόταν και σκεφτόταν.
Και είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί, μέρες και νύχτες πέρασαν και κανείς δεν ήρθε κοντά του· και όταν τελικά κάποιος ήρθε, ήταν μόνο για να σπρώξει κάτι μεγάλα κουτιά σε μια γωνία. Έτσι το δέντρο κρύφτηκε εντελώς πίσω από τα κουτιά, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
«Είναι χειμώνας τώρα,» σκέφτηκε το δέντρο, «το έδαφος είναι σκληρό και σκεπασμένο με χιόνι, έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν να με φυτέψουν. Θ βρω καταφύγιο εδώ, μέχρι να έρθει η άνοιξη. Πόσο ευγενικοί είναι όλοι μαζί μου!Απλά, εύχομαι αυτό το μέρος να μην ήταν τόσο σκοτεινό και να μην ήμουν τόσο μόνος, χωρίς ούτε καν ένα λαγουδάκι να με κοιτάζει. Τι ευχάριστα που ήταν στο δάσος καθώς το χιόνι έπεφτε στην γη, και όταν περνούσε από εκεί ο λαγός και ,ναι, ας πηδούσε από πάνω μου. Ω, είναι τόσο μοναχικά εδώ.»
«Σκουίκ, σκουίκ,» είπε ένα ποντικάκι, καθώς προχωρούσε προσεκτικά προς το ελατάκι· μετά ήρθε κι άλλο ένα, και μαζί μύρισαν το ελατάκι και χώθηκαν ανάμεσα στα κλαδιά του.
«Ω, έχει πολύ κρύο,» είπε το ποντικάκι. «Αν δεν είχε θα ήμασταν πολύ άνετα εδώ, έτσι δεν είναι γέρικο Έλατο;»
«Μα δεν είμαι γέρικο,» είπε το ελατάκι. «Υπάρχουν άλλα που είναι γηραιότερα από μένα.»
«Από πού έρχεσαι;» ρώτησαν τα ποντικάκια, που ήταν γεμάτα περιέργεια· και τι ξέρεις; Έχεις δει τα ωραιότερα μέρη στον κόσμο; Μπορείς να μας τα περιγράψεις; Και ήσουν στο κελάρι, εκεί που τα τυριά είναι στα ράφια και τα σαλάμια κρέμονται από το ταβάνι; Εκεί μπορείς να μπεις αδύνατος και να βγεις χοντρός.»
«Δεν ξέρω τίποτα από αυτά,» είπε το ελατάκι, «αλλά ξέρω τα δάση, όπου ο ήλιος λάμπει και τα πουλιά τραγουδούν.» Και τότε το ελατάκι τους είπε τα πάντα για την νιότη του. Δεν είχαν ακούσει ποτέ ξανά τέτοια ιστορία στην ζωή τους· και αφού την άκουσαν προσεκτικά, είπαν και τα δυο μαζί: «Μα πόσα πράγματα έχεις δει! Θα πρέπει να ήσουν πολύ χαρούμενο!»
«Χαρούμενο!» αναφώνησε το δέντρο· και τότε καθώς σκέφτηκε όλα αυτά που τους είπε, απάντησε: « Αχ, ναι, τελικά αυτές ήταν χαρούμενες μέρες.» Και καθώς συνέχισε την ιστορία του, τους είπε και για τα Χριστούγεννα,και πως το έντυσαν με γλυκά και φώτα, τα ποντίκια είπαν, «Πόσο χαρούμενο πρέπει να ήσουν, γέρικο έλατο.»
«Μα δεν είμαι γέρικο,» είπε το ελατάκι. «μόλις αυτόν τον χειμώνα ήρθα από το δάσος, πάνω στον ανθό της νιότης μου.»
«Τι υπέροχες ιστορίες που μας λες,» είπαν τα ποντικάκια.Και την επόμενη νύχτα ήρθαν τέσσερα ακόμη ποντικάκια μαζί τους για να ακούσουν τι είχε το δέντρο να πει. Όσο πιο πολύ μιλούσε, τόσο πιο πολύ θυμόταν, και μετά σκεφτόταν: «Ναι, αυτές ήταν χαρούμενες μέρες· αλλά μπορεί να έρθουν ξανά. Και ο Χάμπντι Ντάμπντι έπεσε κάτω, αλλά μετά παντρεύτηκε την πριγκίπισσα. Ίσως να παντρευτώ κι εγώ μια πριγκίπισσα.» και το ελατάκι σκέφτηκε την όμορφη μικρή σημύδα που φύτρωνε στο δάσος· μια μικρή πριγκίπισσα, μια όμορφη πριγκίπισσα ήταν γι’αυτόν.
«Ξέρεις μόνο αυτήν την μία ιστορία;» το ρώτησαν οι ποντικοί.
«Μόνο αυτήν,» απάντησε το δέντρο, «την άκουσα το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής μου· αλλά τότε δεν ήξερα πόσο ευτυχισμένο ήμουν.»
«Εμείς την βρίσκουμε θλιβερή,» είπαν οι ποντικοί. «Δεν ξέρεις καμία ιστορία για τυριά και σαλάμια από το κελάρι;»
«Όχι,» απάντησε το δέντρο.
«Ευχαριστούμε πολύ τότε,» είπαν οι ποντικοί, και έφυγαν.
Τα μικρά ποντικάκια επίσης έφυγαν μετά από αυτό, και το δέντρο αναστέναξε και είπε: «Ήταν τόσο ωραία όταν τα ποντικάκια κάθονταν γύρω μου και με άκουγαν ενώ μιλούσα. Τώρα πάει, πέρασε κι αυτό. Όμως, θα θεωρήσω τον εαυτό μου χαρούμενο όταν κάποιος έρθει να με πάρει από δω.»
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ αυτό; Ναι· ένα πρωί άνθρωποι ήρθαν να καθαρίσουν την σοφίτα· τα κουτιά μεταφέρθηκαν μακριά, και το δέντρο τραβήχτηκε με σκληρό τρόπο και πετάχτηκε στο πάτωμα· και τότε οι υπηρέτες το κατέβασαν από τις σκάλες, εκεί που ήταν μέρα.
«Τώρα η ζωή μου αρχίζει ξανά,» είπε το δέντρο, καθώς έβγαινε και πάλι στην λιακάδα και τον καθαρό αέρα. Τότε το κουβάλησαν έξω στην αυλή τόσο γρήγορα που ξέχασε να σκεφτεί για τον εαυτό του, μόνο κοιτούσε γύρω του, και είχε τόσα να δει.
Η αυλή ήταν κοντά σε ένα κήπο, όπου όλα ήταν ανθισμένα.Φρέσκα και μυρωδάτα τριαντάφυλλα κρέμονταν από μικρές γλάστρες. Οι φλαμουριές ήταν ανθισμένες, καθώς τα χελιδόνια πετούσαν γύρω γύρω, κελαηδώντας: «Τσίου, τσίου,τσίου, ο φίλος μας έρχεται»· αλλά δεν εννοούσαν το ελατάκι.
«τώρα θα ζήσω,» είπε το δέντρο χαρούμενα, απλώνοντας τα κλαδιά του· μα αλίμονο! Ήταν όλα μαραμένα και κίτρινα, και έτσι έμεινε ξαπλωμένο σε μια γωνιά μαζί με τις αγριάδες και τις τσουκνίδες. Το χρυσό αστέρι ήταν ακόμη κολλημένο στην κορυφή του και γυάλιζε στην λιακάδα.
Δύο από τα χαρούμενα παιδιά που είχαν χορέψει γύρω του στην Χριστουγεννιάτικη γιορτή τόσο ευτυχισμένα, έπαιζαν εκεί, στην ίδια αυλή. Το νεαρότερο είδε το χρυσό αστέρι και έτρεξε και το τράβηξε από την κορυφή του δέντρου. ¨Κοίτα τι ήταν κολλημένο στην κορυφή αυτού του άσχημου, γέρικου ελάτου,» είπε το παιδί, τσαλαπατώντας τα κλαδιά του μέχρι που αυτά έσπασαν.
Και το δέντρο είδε όλα τα φρέσκα, λαμπερά λουλούδια μέσα στον κήπο, και μετά κοίταξε και τον εαυτό του και ευχήθηκε να είχε μείνει στην σκοτεινή γωνιά της σοφίτας. Σκέφτηκε την γλυκιά του νιότη στο δάσος, το ευτυχισμένο βράδυ των Χριστουγέννων, και τα μικρά ποντικάκια που είχαν ακούσει την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντυ.
«Παρελθόν! Παρελθόν!» είπε το φτωχό δέντρο. «Πόσα πράγματα είχα που θα μπορούσα να διασκεδάσω τον εαυτό μου! Όμως τώρα είναι πολύ αργά.»
Τότε ένας νεαρός ήρθε και έκοψε το δέντρο σε μικρά κομμάτια, μέχρι που σχηματίστηκε ένας σωρός από ξύλα στο έδαφος. Τα κομμάτια τοποθετήθηκαν στην φωτιά, και γρήγορα άρπαξαν φωτιά, ενώ το δεντράκι αναστέναζε τόσο βαθιά που κάθε αναστεναγμός ήταν σαν πιστολιά. Τότε τα παιδιά που έπαιζαν ήρθαν και κάθισαν μπροστά από την φωτιά,και το κοίταζαν και έλεγαν, «Ποπ, ποπ.» Και σε κάθε Ποπ, το οποίο ήταν και ένας αναστεναγμός, το δεντράκι θυμόταν μια καλοκαιρινή μέρα στο δάσος ή ένα χειμωνιάτικο βράδυ μου το αστέρια έλαμπαν ψηλά στον ουρανό, και από το βράδυ των Χριστουγέννων, και από την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντυ—την μόνη ιστορία που είχε ακούσει ποτέ ή που ήξερε να διηγείται – μέχρι που κάηκε τελείως.
Τα αγόρια ακόμη έπαιζαν στον κήπο και το νεαρότερο φόραγε στο στήθος το αστέρι με το οποίο το ελατάκι είχε στολιστεί το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής του. Τώρα όλα ήταν παρελθόν· το δέντρο ήταν παρελθόν και η ιστορία επίσης παρελθόν – αφού όλες οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν.

O Μακιαβέλι για την «ουδετερότητα» στον πόλεμο

«Η τύχη ορίζει τις μισές μας πράξεις, όμως αφήνει και σε μας να κανονίσουμε τις άλλες μισές.» -Νικολό Μακιαβέλι.

Τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης βρίσκονται στο κέντρο της σκέψης του Μακιαβέλι· ο Ιταλός στοχαστής, έχοντας στο νου του κυρίως πρακτικές πολιτικές ανάγκες της εποχής, γράφει ταυτόχρονα και ως «θεωρητικός» της πολιτικής πράξης. Το ζήτημα της στάσης ενός συλλογικού υποκειμένου, δηλαδή μιας πόλης, ενός κράτους ή και μιας «ομοσπονδίας» κρατών, απέναντι στο ενδεχόμενο μιας πολεμικής αναμέτρησης είναι κυριολεκτικά αιώνιο και διαχρονικό. Την εποχή του Μακιαβέλι, δεν έχουν σχηματιστεί ακόμα τα εθνικά κράτη, όπως τα γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα και ύστερα· βεβαίως, ο πόλεμος συνεχίζει να είναι μια οικεία κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων, σχεδόν «φυσικό» κοινωνικό φαινόμενο, αν και οι αιτίες που τον γεννούν κάθε φορά μπορεί να διαφέρουν.

Όσα συμβαίνουν εκείνη την εποχή στην ιταλική χερσόνησο λειτουργούν ως θεωρητικό παράδειγμα στη μακιαβελική σκέψη, με τον ίδιο τρόπο που η σύγκρουση της Αθήνας με τη Σπάρτη στάθηκε η αφορμή να γράψει ο Θουκυδίδης το σημαντικότερο ίσως βιβλίο της παγκόσμιας Ιστορίας, την Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου· τα γενικότερα συμπεράσματα -οι «νόμοι» της ιστορίας και οι «κανονικότητές» της- συνάγονται από την μελέτη της ιστορικής εμπειρίας -από τη μελέτη των πραγμάτων- και τη λογική της επεξεργασία· άμεσο πρακτικό ζητούμενο στον Μακιαβέλι είναι η δυνατότητα να προβλέψουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά σε συγκεκριμένες κάθε φορά ιστορικές συνθήκες και καταστάσεις.

Ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις του βασιλιά της Γαλλίας; Ποια στάση θα κρατήσουν οι Ισπανοί; Μήπως θα ήταν προτιμότερο για τον Πάπα να παραμείνει «ουδέτερος», παρακολουθώντας την εξέλιξη της διαφαινόμενης αναμέτρησης; Ο Πάπας δεν είναι αρκετά ισχυρός, ώστε ν’ αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τους δύο αντιμαχόμενους· οι ιταλικές πόλεις είναι μάλλον ασταθής ακόμα πόλος ισχύος, χωρίς ισχυρή κρατική οργάνωση και -κυρίως- χωρίς ικανά και αξιόμαχα στρατεύματα. Όπως θα δούμε, ο παράγοντας της στρατιωτικής ισχύος είναι καθοριστικός και αυτός επιβάλλει τελικά στάσεις και συμπεριφορές· ο ρεαλιστής ηγέτης, ακόμα κι ενός σχετικά αδύναμου κράτους, αν θέλει να πολιτευτεί με στόχο την «επιβίωση», οφείλει να κάνει κάθε φορά την πιο συμφέρουσα επιλογή. Αμέτρητα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι μια πόλη μπορούσε να ζήσει σχετικά ελεύθερη, εφόσον ήταν ενταγμένη σ’ ευρύτερες συμμαχίες· με άλλα λόγια, η «σκλαβιά» δεν είναι η αναπόδραστη μοίρα των αδύναμων, αφού το περίπλοκο παιχνίδι της πολιτικής παίζεται πάντοτε από πολλούς παίχτες. Η «ελευθερία» μπορεί βεβαίως να σημαίνει πολλά πράγματα: δεκάδες μικρές ελληνικές πόλεις – κράτη της Μικράς Ασίας ήταν για αιώνες ελεύθερες ή αυτόνομες, παρά την απειλητική παρουσία των Περσών στο χώρο της σημερινής Μικρασίας, χάρη στις συμμαχίες, τον πλούτο ή τις στρατιωτικές δυνάμεις που διέθεταν.

Όσα ισχύουν για τον Πάπα και τις ιταλικές πόλεις ισχύουν γενικά για οποιοδήποτε κράτος που πρόκειται να μπλέξει σε πόλεμο και μπορούμε να πούμε ότι οι επιλογές είναι περιορισμένες:
  • Ο πάπας, ως ηγέτης αρκετών ιταλικών πόλεων, μένει «ουδέτερος».
  • Συμμετέχει ενεργά στο πλευρό ενός από τους αντιμαχόμενους (λ.χ. τη Γαλλία).
  • Συμμαχεί στρατιωτικά με το άλλο μέρος (λ.χ. με την Ισπανία).
Ο Μακιαβέλι τάσσεται κατηγορηματικά εναντίον της ουδετερότητας: «Και όσο για την ουδετερότητα, απόφαση που θαρρώ ότι πολλοί επιδοκιμάζουν, σε μένα δεν είναι δυνατό να καλαρέσει, γιατί δεν θυμάμαι ούτε απ’ τα όσα είδα ούτε και απ’ τα όσα διάβασα να στάθηκε ποτέ καλή· μάλιστα είναι και ολεθριότατη γιατί έτσι χάνεσαι στα σίγουρα.» Αν ο Πάπας, για οποιοδήποτε λόγο, μείνει αμέτοχος στη σύγκρουση, όποιος και να νικήσει θα βγει χαμένος· είτε θα βρεθεί στο έλεος του ισχυρότερου νικητή, είτε θα εισπράξει την περιφρόνηση και το μίσος του ηττημένου.

Επιπλέον, θα πρέπει να φανεί οπωσδήποτε αχάριστος στους παλιούς φίλους και συμμάχους, ενώ πολύ εύκολα η στάση του θα ερμηνευτεί ως δειλία: «Μου φαίνεται ότι να στέκεις ουδέτερος ανάμεσα σε δύο που πολεμούν άλλο δεν είναι παρά να γυρεύεις να μισηθείς και να περιφρονηθείς, αφού πάντα κάποιος από τους δύο θα νομίζει ότι εσύ, είτε από τις καλοσύνες που σούκαμε, είτε από την παλιά σας φιλία, είσαι υποχρεωμένος να δεθείς με την τύχη του κι όταν εσύ δεν πας μαζί του, του γεννιέται μίσος ενάντια σου· ο άλλος πάλι σε καταφρονεί, γιατί σε βρίσκει δειλό κι αναποφάσιστο και έτσι αμέσως βγάζεις όνομα πως είσαι άχρηστος φίλος και αχερένιος εχθρός· και έτσι όποιος νικήσει σε βλάπτει άφοβα.»

Εξάλλου, ο συνετός ηγέτης γνωρίζει ότι «πρώτο χρέος» του είναι «να φυλάγεται μήπως μισηθεί ή καταφρονεθεί, να αποφεύγει στα φερσίματα του την καταφρόνια και το μίσος· όποτε το καταφέρνει αυτό εύλογο είναι να πηγαίνουν όλα δεξιά και αυτό πρέπει να το κρατάει τόσο με τους φίλους όσο και με τους υπηκόους του· και όποτε ένας ηγεμόνας δεν γλιτώνει τουλάχιστον την καταφρόνια πάει καλλιά του.» Η ουδετερότητα όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ευημερία και την ειρήνη, αλλά τελικά προκαλεί τον πόλεμο και την καταστροφή· σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, η ασφάλεια ενός κράτους ενισχύεται όσο μπορεί να γίνει αυτό, μόνο με ισχυρό, εθνικό στράτευμα και τις κατάλληλες συμμαχίες.

Το βασίλειο της Γαλλίας βρίσκεται μάλλον σε πλεονεκτικότερη θέση, σε σχέση με τους αντιπάλους του, και αυτό από μόνο του θα μπορούσε να είναι σοβαρός λόγος για να συμμαχήσει κάποιος μαζί του. Εξάλλου, χωρίς δισταγμούς και περιστροφές, ο Μακιαβέλι συμβουλεύει τον ηγεμόνα να συντάσσεται με το μέρος που μπορεί να επικρατήσει χάρη στη βοήθειά του: «Αν έπρεπε να φανερωθώ σαν φίλος ενός από τους δύο και έβλεπα ότι πλευρίζοντας τον ένα του δίνω σίγουρη τη νίκη, ενώ πλευρίζοντας τον άλλο του τη δίνω αμφίβολη, πιστεύω πως πάντα πρέπει να διαλέξω τη σίγουρη, αφήνοντας στην άκρη κάθε υποχρέωση, κάθε συμφέρον, κάθε φόβο και κάθε τι άλλο που θα μου κακοπήγαινε.»

Η λανθασμένη επιλογή συμμάχων είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει νέους εχθρούς ή να οδηγήσει σε ρήξη με τους παλιούς φίλους: «…πλευρίζοντας ο πάπας τη Γαλλία αυτό δεν θα σηκώσει διαμάχη, πλευρίζοντας όμως τους άλλους θα σηκώσει πολλή…»

Ωστόσο, σπεύδει να διευκρινίσει ότι η προτίμησή του δεν έχει σχέση με προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας αναλυτικής και ρεαλιστικής στάθμισης όλων των δεδομένων της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.

Κατά τη διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης -η οποία εδώ πιθανολογείται ότι θα συμβεί αργά ή γρήγορα- ο «τρίτος» ουδέτερος θ’ αναγκαστεί πολλές φορές να επέμβει υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους· αν αυτό το κάνει κρυφά, δεν θα τον εμπιστεύεται κανένας. Ενώ, αν βγει στα ίσα και από την αρχή υποστηρίζοντας ανοιχτά τη μία πλευρά, θα κερδίσει τουλάχιστον την αναγνώριση: «Και ακόμα όσο γίνεται ο πόλεμος ανάμεσα σε εκείνους τους δύο αναγκαστικά θα γεννιούνται αρίφνητες αιτίες μίσους εναντίον σου, γιατί τις πιο πολλές φορές ο τρίτος βρίσκεται σε θέση που με πολλούς τρόπους μπορεί να εμποδίσει ή να βοηθήσει την μία τον έναν και την άλλη τον άλλο· και πάντα μέσα σε λίγο καιρό από τότε που θα ξεσπάσει ο πόλεμος οδηγείσαι σε σημείο που στριμώχνεσαι να κάνεις κρυφά και δίχως χάρη από κανέναν ότι δεν θέλησες να κάνεις ανοιχτά ακούγοντας και ένα ευχαριστώ. Κι αν ακόμα δεν κάνεις κάτι τέτοιο, πάλι ο ένας από τους δύο θα πιστεύει ότι το έκανες.»

Ακόμα και αν η τύχη σταθεί αρχικά ευνοϊκή για τον ουδέτερο, τα μίση «εύλογο είναι να γεννηθούν στερνά», μόλις τελειώσει ο πόλεμος: «Γιατί όσοι βλαφτήκανε από τον τρίτο πούκατσε παράμερα και όλοι όσοι τον φοβούνται μπαίνουν κάτω από τη σκέπη του νικητή και του γεννάνε λόγους για μίση και σκάνταλα μαζί σου.»

«Όταν δύο δυνατοί μάχονται και θες να κρίνεις ποιος θα πρέπει να νικήσει είναι απαραίτητο, εξόν από το μέτρημα των δυνάμεων του ενός και του άλλου, να ιδείς με πόσους τρόπους μπορεί να γυρίσει η νίκη κατά τον ένα και με πόσους κατά τον άλλο.» -Μακιαβέλι

Αφού λοιπόν όλα τα πράγματα που έχουν σχέση με την τύχη είναι αμφίβολα, «οι μυαλωμένοι άνθρωποι, όταν μπορούν να μην τα παίξουν όλα, το κάνουν με όλη τους την καρδιά· και βάζοντας με το νου τους το χειρότερο που μπορεί να τους βρει, εξετάζουν μες στα κακά ποιο είναι το μικρότερο· και με ευχαρίστηση πλευρίζουνε εκείνη την τύχη που κάνοντας το χειρότερο που μπορεί έχει τη λιγότερο άσχημη κατάληξη.»

Ο Μακιαβέλι υποτάσσει την ηθική -όπως και τη θρησκεία- στην πολιτική· η επιλογή του «μικρότερου κακού» προκύπτει από την ανάγκη και την ρεαλιστική αποτίμηση των στόχων που επιδιώκει κάθε συλλογικό υποκείμενο· δεν απορρίπτει όμως συλλήβδην τους «ηθικούς κανόνες», όπως επανειλημμένα έχει γραφτεί· για τον Μακιαβέλι «η πολιτική είναι μια αυτόνομη δραστηριότητα με τις αρχές και τους νόμους της, που διαφέρουν από τις αρχές και τους νόμους της ηθικής και της θρησκείας». Δίπλα στον διπλωμάτη και θεωρητικό Μακιαβέλι στέκεται πάντοτε ο Ιταλός πατριώτης: ύψιστος «ηθικός» πολιτικός στόχος είναι να ενωθούν οι πόλεις της Ιταλίας εναντίον των «βαρβάρων» που κατακλύζουν την χερσόνησο· ο ύψιστος σκοπός -η απελευθέρωση της Ιταλίας- νομιμοποιεί και αγιάζει όλα τα μέσα, «ηθικά» και «ανήθικα»· είναι άλλο πράμα πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα (το «δέον») και άλλο πώς είναι στην πραγματικότητα (το «είναι»)· γράφει χαρακτηριστικά: «…μόνο καλοστοχάζομαι, τι μπορεί να γίνει, τι γίνεται και τι έγινε.»

Αυτό που έχει σημασία είναι η τύχη της πατρίδας: «Και σ’ όλων των ανθρώπων τις πράξεις και προπαντός των ηγεμόνων, όπου δεν υπάρχει κριτής για να καταφύγεις, κοιτάζεις το αποτέλεσμα. Ας φροντίζει λοιπόν ένας ηγεμόνας να κερδίζει το κράτος και να το βαστάει ορθό· και τα μέσα θα κριθούν πάντα τιμημένα κι όλοι θα τα παινέσουν.»

Οι σώφρονες ηγέτες, αν θέλουν να σώσουν την πολιτεία που κυβερνούν, πορεύονται σύμφωνα με την «πραγματικότητα» και «τους καιρούς»· μπροστά στο σοβαρό ενδεχόμενο να ξεσπάσει πόλεμος στην Ιταλία, ο Μακιαβέλι γράφει προς τον Φραγκίσκο Γκουιτσιαρντίνι: «Λογιάζω, όπως και να πορευτεί η κατάσταση, στην Ιταλία θα πρέπει να γίνει πόλεμος και μάλιστα γρήγορα· γι’ αυτό και οι Ιταλοί θα πρέπει να κοιτάξουνε πώς θα πάρουνε μαζί τους τη Γαλλία, κι άμα δεν μπορούνε να την πάρουν, να σκεφτούνε πώς θα τα βολέψουν».

Ο Πάπας, ως θρησκευτικός και ταυτόχρονα πολιτικός αρχηγός, είναι αναγκασμένος να πάρει θέση· με δεδομένο ότι τα στρατεύματα των μικρών ιταλικών πόλεων είναι ακόμη αδύναμα, εμφανίζονται τουλάχιστον δύο επιλογές: «ή ν’ αφεθούμε στο έλεος οποιανού έρθει, δίνοντας του χρήμα σα λύτρα για το γλίτωμά μας ή ν’ αρματωθούμε στ’ αλήθεια και με τ’ άρματα να βοηθήσουμε τον εαυτό μας όσο γίνεται καλύτερα.» Ο Μακιαβέλι τάσσεται ανοιχτά υπέρ της δεύτερης επιλογής: «Απ’ τη μεριά μου δεν πιστεύω πως φτάνει η εξαγορά και το χρήμα, γιατί αν έφτανε θάλεγα: “ας μείνουμε εδώ κι ας μην σκεφτόμαστε άλλο τίποτα”. Όμως δε θα φτάσουν γιατί ή εγώ είμαι θεόστραβος ή πρώτα θα μας πάρουν το χρήμα και στερνά τη ζωή μας, με τρόπο που θα είναι κάτι σαν εκδίκηση, αν μας βρίσκανε φτωχούς και μπατιρημένους, τη στιγμή που και με την άμυνά μας δεν κερδίζουμε άλλο τίποτα.»

Από τα προηγούμενα φαίνεται ότι ο Μακιαβέλι δεν αντιλαμβάνεται τις συμμαχίες ως μια παθητική ή δουλική συμφωνία με ισχυρότερους συμμάχους· οι ξένες λόγχες, όσο ισχυρές κι αν είναι, μάχονται για λογαριασμό τους· μόνον αξιόπιστες εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία ενός κράτους, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό κάθε φορά. Τα μισθοφορικά και τα δανεικά στρατεύματα αποδείχθηκαν συχνά όχι μόνο άχρηστα αλλά κι επικίνδυνα· η καταστροφή του κράτους ή της πόλης που βασίζεται σ’ αυτά αναβάλλεται για όσο αναβάλλεται η αποφασιστική επίθεση του εχθρού: «Στην ειρήνη λεηλατούν τον Ηγέτη οι μισθοφόροι του, ενώ στον πόλεμο οι εχθροί του. Ποτέ ένας μισθός μισθοφόρου δεν είναι ικανός να τον κάνει να πεθάνει για τον Ηγέτη που τον πληρώνει. Ο μισθοφόρος στρατιώτης είναι στρατιώτης του Ηγέτη όσο ο τελευταίος δεν κάνει πόλεμο. Με το που θα ξεκινήσει ο πόλεμος, θα το βάλει τα πόδια».

Κι αν ακόμα «το χρήμα» υπάρχει άφθονο, είναι ανώφελο για όποιον στηρίζει την ελευθερία του σε δυνάμεις που δεν ελέγχει πλήρως, αφού συχνά λειτουργεί σαν μαγνήτης για επίδοξους επιδρομείς· οι συμμαχίες είναι ωφέλιμες εφόσον το κράτος προετοιμάζεται στην πράξη για πόλεμο και στηρίζεται στις δικές του ένοπλες δυνάμεις: «Γι’ αυτό κρίνω πως δεν πρέπει ν’ αργοπορήσουμε άλλο τον εξοπλισμό μας, ούτε να περιμένουμε την απόφαση της Γαλλίας, όταν ο αυτοκράτορας έχει αρχηγούς για τον στρατό του, έτοιμους και στη θέση τους, και μπορεί να κινήσει πόλεμο όποτε κι όπως θελήσει. Χρειάζεται λοιπόν να φτιάξουμε κι εμείς έναν στρατό, κρυφό ή φανερό· αλλιώς κάποιο πρωί θα σηκωθούμε ταραγμένοι. Θα συμβούλευα να κάνουμε ό,τι κάνουμε στα κρυφά.»

Ο Μακιαβέλι γνώριζε ασφαλώς τις πολεμικές αρετές του πατριωτικού στρατού· σε άλλη επιστολή προς τον Βιττόρι διαβάζουμε: «Και πρέπει να ξέρεις τούτο, ότι οι καλύτεροι στρατοί είναι των αρματωμένων λαών, και σ’ αυτούς δεν μπορούνε ν’ αντιταχτούνε παρά στρατοί όμοιοί τους. Θυμήσου τους ονομαστούς στρατούς· θα ιδείς εδώ τους Ρωμαίους, τους Λακεδαιμόνιους, τους Αθηναίους, τους Αιτωλούς, τους Αχαιούς και τα μελίσσια των βόρειων λαών και θα βρεις πως όσοι κάνανε πράξεις τρανές δώσανε άρματα στο λαό τους, καθώς ο Νίνος στους Ασσύριους, ο Κύρος στους Πέρσες και ο Αλέξανδρος στους Μακεδόνες.»

Στις 15 Μαρτίου 1525 γράφει προς τον Φραγκίσκο Γκουιτσιαρντίνι: «Και τώρα θα Σου πω κάτι που θα σου φανεί σαν τρέλα· θα Σου παρουσιάσω ένα σχέδιο που θα σου φανεί αστόχαστο και γελοίο· κι ωστόσο τούτοι οι καιροί μας ζητούν αποφάσεις τολμηρές, ασυνήθιστες και πρωτοφανέρωτες. Γνωρίζεις, όπως γνωρίζει κι ο καθένας που ξέρει να σκέφτεται για τούτον εδώ τον κόσμο, πως οι λαοί είναι άστατοι κι αλόγιστοι· ωστόσο, κι έτσι όπως είναι φτιαγμένοι, πολλές φορές λένε να γίνει κάτι που θάπρεπε να γίνει. Εδώ και κάμποσες μέρες λέγανε στη Φλωρεντία πως ο αφέντης Τζιοβάνι Μεδίκος οργάνωνε στράτευμα εθελοντικό για να πολεμήσει όπου του ερχότανε καλύτερα. Τούτη η φήμη μού κέντρισε το νου να σκεφτώ πως ο λαός έλεγε εκείνο που έπρεπε να γίνει.» Στις 17 Μαΐου γράφει προς τον ίδιο: «Άκουσα τις φήμες απ’ τη Λομβαρδία, κι απ’ όλες τις πλευρές αναγνωρίζεται, πόσο είν’ εύκολο να στρατολογηθούν κάμποσοι του σκοινιού και του παλουκιού. Για τ’ όνομα του Θεού ας μη χαθεί τούτη η ευκαιρία…».

Όσα συνέβαιναν την εποχή του Μακιαβέλι συνεχίζουν να συμβαίνουν και σήμερα· ασφαλώς, τα σύγχρονα και πανάκριβα οπλικά συστήματα έχουν αλλάξει ριζικά τη μορφή του πολέμου· ωστόσο, όπως απέδειξε περίτρανα ο τρομερός 20ος αιώνας, ούτε η ανθρώπινη «βαρβαρότητα» υποχώρησε γενικώς, ούτε οι πόλεμοι σταμάτησαν, επειδή τάχα οι «άνθρωποι» διδάχθηκαν από τα παθήματα του παρελθόντος.

«Οι καλοί θεσμοί που δεν έχουνε στήριγμα στρατιωτικό ξεφτίζουνε το ίδιο μ’ ένα περήφανο, βασιλικό αρχοντικό, καταστόλιστο με πετράδια και χρυσάφι, που όμως είναι ξέσκεπο και δεν έχει τίποτα να το φυλάξει απ’ τη βροχή.» -Μακιαβέλι

Η «φιλανθρωπία», αν με αυτό εννοούμε την τύχη των αμάχων, τους φόνους, τις αιχμαλωσίες και τα μύρια δεινά που φέρνει ο πόλεμος στους ηττημένους (ή και στους νικητές), ελάχιστα απασχολεί τον Μακιαβέλι· τέτοιες θυσίες θεωρούνται δεδομένες και ίσως αναπόφευκτες, σύμφωνα με τα πολεμικά ήθη όλων σχεδόν των εποχών· ο Μακιαβέλι ξέρει από πρώτο χέρι τι είδους «δικαιώματα» μπορεί να έχει μια πόλη ή ένα κράτος υπό ξένη κατοχή. Στις 6 Μαΐου 1527, ενάμιση μήνα πριν πεθάνει ο Μακιαβέλι, ο Γερμανός αυτοκράτορας Κάρολος Ε’ συμμάχησε τελικά με τους Ισπανούς, εισέβαλε στην ιταλική χερσόνησο και λεηλάτησε τη Ρώμη.

Το συμπέρασμα του Μακιαβέλι για τη στάση του ηγέτη μιας χώρας είναι ξεκάθαρο: «Μονάχα πρέπει να παραμερίζεις κάθε άλλη σκέψη και να ακολουθείς την απόφαση που θα γλυτώσει τη ζωή της πατρίδας σου και θα σώσει τη λευτεριά της.»

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Αρχαίες αντιλήψεις για την ανάλυση

Αρχαίες αντιλήψεις για την ανάλυση

1. Εισαγωγή
2. Αρχαία Ελληνική Γεωμετρία
3. Πλάτωνας
4. Αριστοτέλης
5. Αρχαία Κινεζική Φιλοσοφία
6. Αρχαία Ινδική Φιλοσοφία
7. Συμπέρασμα

1. Εισαγωγή

Αυτό το συμπλήρωμα παρέχει μια περίληψη των αντιλήψεων της ανάλυσης που εμπλέκονται στην αρχαία ελληνική γεωμετρία και τις φιλοσοφίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μαζί με μια σύγκριση με αναλυτικές αντιλήψεις και μεθοδολογίες στην αρχαία κινεζική φιλοσοφία και την αρχαία ινδική φιλοσοφία. Στόχος δεν είναι να διερευνηθούν λεπτομερώς οι περίπλοκες εννοιολογικές, κειμενικές και ιστορικές αλληλεπιδράσεις, αλλά απλώς να αναδειχθούν τα βασικά χαρακτηριστικά των σχετικών μεθοδολογιών. Κεντρικό στοιχείο στις αρχαίες μεθοδολογίες είναι η οπισθοδρομική αντίληψη της ανάλυσης, όπως περιγράφεται στην §2 του κύριου εγγράφου. Αλλά υπάρχουν επίσης ενδιαφέρουσες συγκρίσεις που πρέπει να γίνουν, όπως μεταξύ της μεθόδου διαίρεσης του Πλάτωνα και της χρήσης της ανάλυσης ολόκληρου μέρους στην αρχαία κινεζική φιλοσοφία και μεταξύ της συλλογιστικής θεωρίας του Αριστοτέλη και της αρχαίας ινδικής λογικής.

2. Αρχαία Ελληνική Γεωμετρία

Αμέσως μετά τον χαρακτηρισμό της μεθόδου ανάλυσης και σύνθεσης στη Μαθηματική Συλλογή του (όπως παρατίθεται στην §2 του κύριου κειμένου), ο Πάππος συνεχίζει:

Τώρα η ανάλυση είναι δύο ειδών. Αναζητά κανείς την αλήθεια, αποκαλούμενος θεωρητικός. Το άλλο χρησιμεύει για να πραγματοποιήσει αυτό που ήταν επιθυμητό να γίνει, και αυτό ονομάζεται προβληματικό. Στο θεωρητικό είδος υποθέτουμε ότι το πράγμα που επιδιώκεται ως ον και ως αληθινό, και τότε περνάμε από τα συνακόλουθα του (ακολουθούν) για να καταλήξουμε, σαν να ήταν αληθινά και υπάρχοντα από υπόθεση, σε κάτι που γίνεται δεκτό. Τότε, αν αυτό που γίνεται αποδεκτό είναι αληθινό, αυτό που επιδιώκεται είναι επίσης αληθινό, και η απόδειξη θα είναι το αντίστροφο της ανάλυσης. Αλλά αν βρούμε κάτι ψεύτικο για να παραδεχτούμε, αυτό που ζητάμε θα είναι επίσης ψευδές. Στο προβληματικό είδος υποθέτουμε ότι το επιθυμητό πράγμα είναι γνωστό, και στη συνέχεια περνάμε από τα συνακόλουθα του (ακολουθώντας) προκειμένου, σαν να ήταν αληθινά, σε κάτι που παραδέχεται. Αν αυτό που γίνεται δεκτό είναι δυνατό ή μπορεί να γίνει, δηλαδή αν είναι αυτό που οι μαθηματικοί αποκαλούν δεδομένο, θα είναι δυνατό και το επιθυμητό. Η απόδειξη θα είναι και πάλι το αντίστροφο της ανάλυσης. Αλλά αν συναντήσουμε κάτι αδύνατο να παραδεχτούμε, το πρόβλημα θα είναι επίσης αδύνατο.

Σύμφωνα με τον Πάππο, λοιπόν, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ θεωρητικής και προβληματικής ανάλυσης, ανάλογα με το αν επιδιώκουμε να αποδείξουμε ένα θεώρημα (όπως το θεώρημα του Πυθαγόρα) ή να πραγματοποιήσουμε μια κατασκευή (όπως η κατασκευή ενός ισόπλευρου τριγώνου σε μια δεδομένη ευθεία). Αυτή η διάκριση τονίστηκε επίσης από τον τελευταίο από τους μεγάλους κλασικούς Έλληνες φιλοσόφους, τον νεοπλατωνιστή Πρόκλο, ο οποίος έγραψε ένα σχόλιο στο πρώτο βιβλίο των Στοιχείων του Ευκλείδη τον πέμπτο αιώνα. Η γεωμετρία, παρατηρεί ο Πρόκλος, «χωρίζεται στην επεξεργασία προβλημάτων και στην ανακάλυψη θεωρημάτων. Ονομάζει «προβλήματα» εκείνες τις προτάσεις των οποίων ο στόχος είναι να παράγουν, να φέρουν στο προσκήνιο ή να κατασκευάσουν αυτό που κατά μία έννοια δεν υπάρχει, και «θεωρήματα» εκείνες των οποίων ο σκοπός είναι να δουν, να αναγνωρίσουν και να αποδείξουν την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός χαρακτηριστικού». (CEE, 157· πρβλ. 63.) Αν και οι «Προτάσεις» του Ευκλείδη χωρίζονται σε θεωρήματα και προβλήματα, ωστόσο, αυτά είναι συμπληρωματικά, καθώς, για κάθε κατασκευή που πραγματοποιούμε πληρώντας τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, υπάρχει ένα αντίστοιχο θεώρημα που πρέπει να αποδειχθεί που αποδεικνύει ότι η κατασκευή έχει τις επιθυμητές ιδιότητες και για κάθε θεώρημα, θα υπάρχει κάποια σχετική κατασκευή που πρέπει να γίνει. Το θεώρημα του Πυθαγόρα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να τεθεί σε «προβληματική» μορφή ως εξής: «Να κατασκευάσουμε τρία τετράγωνα, ένα σε κάθε πλευρά ενός τριγώνου, έτσι ώστε το τετράγωνο στη μεγαλύτερη πλευρά να είναι ίσο με τα άλλα δύο τετράγωνα». Η ανάλυση που απαιτείται για την επίλυση αυτού του προβλήματος θα παρέχει ταυτόχρονα το υλικό για την απόδειξη του ίδιου του θεωρήματος του Πυθαγόρα.

Αυτό που περιλαμβάνει η ανάλυση είναι η εύρεση κατάλληλων αρχών, θεωρημάτων που έχουν αποδειχθεί προηγουμένως και κατασκευαστικών κινήσεων μέσω των οποίων μπορεί να λυθεί το πρόβλημα (το επιθυμητό σχήμα που κατασκευάζεται ή το σχετικό θεώρημα που αποδεικνύεται). Στην Ευκλείδεια γεωμετρία, οι κατασκευαστικές κινήσεις πρέπει να είναι σύμφωνες με τα τρία πρώτα αξιώματα (χάραξη γραμμής μεταξύ οποιωνδήποτε δύο σημείων, επέκταση μιας γραμμής και σχεδίαση κύκλου με οποιοδήποτε δεδομένο κέντρο και ακτίνα). Η επιστροφή σε αρχές (αξιώματα) και προηγούμενα αποδεδειγμένα θεωρήματα υποδηλώνει ότι η οπισθοδρομική αντίληψη της ανάλυσης που αντανακλάται στην αφήγηση του Πάππου είναι πράγματι κεντρική. Αλλά δεν είναι η μόνη αντίληψη που εμπλέκεται στην αρχαία ελληνική γεωμετρική ανάλυση. Ο κύριος στόχος για τον προσδιορισμό των κατάλληλων αρχών και των θεωρημάτων που έχουν αποδειχθεί προηγουμένως είναι να αναχθεί το σύνολο προβλημάτων σε έναν αριθμό απλούστερων προβλημάτων που είτε έχουν ήδη λυθεί είτε μπορούν να λυθούν ευκολότερα, έτσι ώστε να εμπλέκονται επίσης ο μετασχηματισμός (ερμηνευτική ανάλυση) και η επίλυση (ανάλυση αποσύνθεσης). Το ότι η ανάλυση περιλαμβάνει τόσο τον μετασχηματισμό όσο και την επίλυση έχει σημειωθεί από αρκετούς σχολιαστές (βλ. Hankel 1874, 137–50; Heath E, I, 140–2).

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής γεωμετρικής ανάλυσης αφορά το ρόλο που διαδραματίζει η κατασκευή των σχημάτων, και ειδικότερα, η κατασκευή βοηθητικών ευθειών—ευθειών που δεν αποτελούν αυστηρά μέρος των σχημάτων που αναφέρονται στην εξειδίκευση του προβλήματος, αλλά είναι απαραίτητες για την επίτευξη αυτών των σχημάτων ή την απόδειξη του σχετικού θεωρήματος. Αυτό όχι μόνο υποδηλώνει ότι η ανάλυση είναι πιο δημιουργική από ό,τι συνήθως υποτίθεται σήμερα (μπορεί να απαιτείται έμπνευση για την εξεύρεση κατάλληλων βοηθητικών γραμμών), αλλά καθιστά επίσης την εξέταση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των διαφόρων στοιχείων των κατασκευών ένα κρίσιμο μέρος της ανάλυσης. Αυτή η πτυχή έχει τονιστεί από τους Hintikka και Remes στην κλασική τους μελέτη της μεθόδου ανάλυσης στην αρχαία ελληνική γεωμετρία (1974). Οι Hintikka και Remes κάνουν διάκριση μεταξύ κατευθυντικής και διαμορφωτικής ανάλυσης, που αντιστοιχούν, αντίστοιχα, στις οπισθοδρομικές και αποσυνθετικές αντιλήψεις που περιγράφονται στο κύριο έγγραφο (§1.1), και υποστηρίζουν ότι η δεύτερη έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την πρώτη. Αυτό μπορεί να υπεραντισταθμίζει τη μονομέρεια της «κατευθυντικής» ερμηνείας, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαμορφωτική ανάλυση παίζει ουσιαστικό ρόλο. Πράγματι, μπορούμε να προτείνουμε ότι η διαμορφωτική ανάλυση, πλήρως κατανοητή, περιλαμβάνει συνδετική καθώς και αποσυνθετική ανάλυση, καθώς ο στόχος είναι να κατανοήσουμε πώς να φτάσουμε από τη μια κατασκευή στην άλλη χρησιμοποιώντας τα τρία αξιώματα. Αν και υπάρχει συνεχής συζήτηση ως προς τη φύση της ανάλυσης στην αρχαία ελληνική γεωμετρία, είναι σίγουρα πιο περίπλοκη από ό,τι προτείνεται από την κλασική αφήγηση του Πάππου. (Βλ. ειδικά Knorr 1993, Behboud 1994, Netz 2000.)

Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται από το κείμενο του Πάππου αφορά το πρόβλημα της αναστρεψιμότητας. Αν μεταφράσουμε τον όρο «ακολουθώ» με τη λέξη «συνέπειες», όπως κάνει ο Heath, για παράδειγμα, (E, I, 138–9), τότε φαίνεται ότι ο Πάππος αντιλαμβάνεται την ανάλυση και τη σύνθεση ως επαγωγικά συμμετρικές. Υποθέτουμε «αυτό που αναζητείται» και ακολουθούμε τις συνέπειές του μέχρι να φτάσουμε σε κάτι αποδεκτό ως αληθινό, όταν αντιστρέφουμε τη διαδικασία και αντλούμε τις συνέπειες αυτού που φτάσαμε, αποδεικνύοντας την αλήθεια αυτού που αναζητήσαμε. Αλλά αυτό εγείρει μια προφανή αντίρρηση. Γιατί αν το Q είναι συνέπεια του P, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι το P είναι συνέπεια του Q. έτσι ώστε η εξαγωγή των συνεπειών του «τι επιδιώκεται» δεν θα αποφέρει απαραίτητα αρχές που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για να το αποδείξουν. Συνήθως δεν υπάρχει δρόμος προς τα πίσω από τα επακόλουθα στα προηγούμενα.

Υπάρχουν δύο απαντήσεις σε αυτό. Το ένα είναι να αρνηθούμε ότι το «ακολουθώ» πρέπει να γίνει κατανοητό ως «συνέπειες» (με τη λογική έννοια) και να το ερμηνεύσουμε ως κάτι περισσότερο σαν «συνακόλουθα» – με την ασθενέστερη έννοια των «πραγμάτων που συμβαδίζουν μεταξύ τους». Οι Hintikka και Remes έχουν υποστηρίξει σθεναρά αυτήν την ερμηνεία, επισημαίνοντας, για παράδειγμα, ότι ο Πάππος φαίνεται να κάνει διάκριση μεταξύ «ακολούθων» («συνακόλουθα») και «επακόλουθα», που φαίνεται να σημαίνει «επακόλουθα» εδώ (1974, κεφ. 2, 89–91). Η άλλη απάντηση είναι να δεχτούμε την κατανόηση του «ακολουθούντος» ως «συνέπειες», αλλά στη συνέχεια να επιμείνουμε στην αναστρεψιμότητα όλων των βημάτων (δηλαδή, ότι αυτό που έχουμε συνήθως εδώ είναι ισοδυναμίες και όχι απλώς επιπτώσεις), επισημαίνοντας ότι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που χρειάζεται και η σύνθεση, για να δείξουμε ότι τα βήματα είναι αναστρέψιμα. Ωστόσο, αυτές οι δύο απαντήσεις δεν είναι απαραίτητα αντικρουόμενες. Το «ακολουθούν» μπορεί να σημαίνει «συνακόλουθα» και όχι «συνέπειες», αλλά η διερεύνηση των συνεπειών μπορεί να είναι ένας τρόπος εύρεσης συνοδών που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν σε μια αυστηρή σύνθεση. Το ζήτημα της αναστρεψιμότητας επρόκειτο να είναι ένα σημαντικό θέμα στην ιστορία της οπισθοδρομικής αντίληψης της ανάλυσης.

3. Πλάτωνας

Αν η μία ρίζα των σύγχρονων αντιλήψεων για την ανάλυση στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία βρίσκεται στην αρχαία ελληνική γεωμετρία, η άλλη κύρια ρίζα βρίσκεται στην εκλεκτική μέθοδο που ακολουθείται από τους πρώιμους διαλόγους του Σωκράτη του Πλάτωνα. Ο όρος «elenctic» προέρχεται από την ελληνική λέξη «elenchein», που σημαίνει διασταυρώνω ή αντικρούω, και η μέθοδος του Σωκράτη συνίσταται στο να θέτει ερωτήματα της μορφής «Τι είναι το F;», όπου το «F» είναι συνήθως το όνομα κάποιας αρετής, και να προσπαθεί να βρει έναν ορισμό μέσω διαλόγου με τους συνομιλητές του. Για παράδειγμα, το ερώτημα στις Χαρμίδες είναι «Τι είναι η εγκράτεια;», στις Λάχες «Τι είναι ανδρεία;», στον Ευθύφρωνα «Τι είναι ευσέβεια [ωση];» και στον Μένων «Τι είναι αρετή;». Σε γενικές γραμμές, οι σχολιαστές συμφωνούν ότι αυτό που επιδιώκει ο Σωκράτης είναι πραγματικοί και όχι ονομαστικοί ορισμοί, ορισμοί που προσδιορίζουν την ουσιαστική φύση του σχετικού πράγματος και όχι τις ιδιότητες μέσω των οποίων μπορούμε να το αναγνωρίσουμε ή την έννοια του όρου που χρησιμοποιείται για να το προσδιορίσουμε. Αλλά υπήρξε μεγαλύτερη διαμάχη σχετικά με το ποιες ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις της ηλεκτρονικής μεθόδου και πώς να απαντήσουμε, ειδικότερα, στην κατηγορία ότι ο Σωκράτης διαπράττει τη λεγόμενη σωκρατική πλάνη. Ο Σωκράτης φαίνεται να είναι αφοσιωμένος στην αρχή ότι αν κάποιος δεν ξέρει τι είναι το F, τότε δεν μπορεί να ξέρει αν το F είναι πραγματικά κατηγορούμενο για οτιδήποτε, οπότε φαίνεται άσκοπο να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τι είναι το F διερευνώντας παραδείγματα αυτού μέσω της εκλεκτικής μεθόδου.

Ο Πλάτωνας μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία στον Μένωνα, τον διάλογο που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το πρώιμο στο μεταγενέστερο έργο του. Εάν ο σωκρατικός ορισμός προβλέπει την εννοιολογική ανάλυση, τότε το παράδοξο που διατυπώνεται σε αυτόν τον διάλογο –το παράδοξο του Μένωνα– προβλέπει το παράδοξο της ανάλυσης. Είτε ξέρουμε τι είναι κάτι, είτε όχι. Αν το κάνουμε, τότε δεν έχει νόημα να το ψάξουμε. Αν δεν το κάνουμε, τότε δεν θα ξέρουμε τι να ψάξουμε. (Πρβλ. Μένων, 80d–e.) Ως απάντηση σε αυτό το παράδοξο, ο Πλάτωνας εισάγει τη θεωρία του για την ανάμνηση, για την οποία υπήρξε τεράστια διαμάχη, και την αντίληψή του για τη γνώση ως αληθινή πεποίθηση συν μια αφήγηση. Αλλά αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία σε αυτόν τον διάλογο, όσον αφορά την ανάλυση, είναι η περίφημη ανάκριση του σκλάβου από τον Σωκράτη. Γιατί εδώ είναι που συζητά ένα γεωμετρικό πρόβλημα και δείχνει την αναδυόμενη επίδραση της ελληνικής γεωμετρίας.

Η επίδραση της ελληνικής γεωμετρίας, και της μεθόδου ανάλυσης, ειδικότερα, είναι εμφανής στην εισαγωγή της μεθόδου της υπόθεσης από τον Πλάτωνα, που περιγράφεται και εφαρμόζεται στον Μένωνα (86e–87b) και συζητείται περαιτέρω στον Φαίδωνα (100a–101d). Ακριβώς όπως στη γεωμετρική ανάλυση, η ιδέα είναι να «υποθέσουμε» κάποια υποτιθέμενη προηγούμενη πρόταση (π.χ. ότι η αρετή είναι γνώση) μέσω της οποίας μπορεί να αποδειχθεί η υπό εξέταση πρόταση (π.χ. ότι η αρετή προέρχεται από τη διδασκαλία). Όπως και στην περίπτωση της γεωμετρικής ανάλυσης, υπήρξε μεγάλη διαμάχη σχετικά με το ποιες υποτίθεται ότι είναι οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων στοιχείων που εμπλέκονται εδώ, και υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ της γεωμετρικής ανάλυσης και της μεθόδου της υπόθεσης. Αλλά φαίνεται ότι η ερμηνεία της μεθόδου της υπόθεσης στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής γεωμετρίας είναι η σωστή προσέγγιση (βλ. Sayre 1969, Mueller 1992).

Στους μεταγενέστερους διαλόγους, ο Πλάτωνας εκλεπτύνει την αντίληψή του για τη γνώση ως αληθινή πίστη συν μια αφήγηση (στον Θεαίτητο) και αναπτύσσει τη μέθοδο της υπόθεσης στη μέθοδο της συλλογής και της διαίρεσης (στον Φαίδρο, τον Σοφιστή, τον Πολιτικό και τον Φίληβο). Η τελευταία μέθοδος περιλαμβάνει, παραδειγματικά (αλλά όχι αποκλειστικά), τη «συλλογή» πραγμάτων γενικά και στη συνέχεια τη «διαίρεση» τους με μια σειρά διχοτομιών σε είδη. Αυτή είναι η ώριμη μέθοδος του Πλάτωνα, στην οποία μπορούμε να δούμε τη μέθοδο ανάλυσης προσαρμοσμένη για να παρέχει ένα μεταφυσικό πλαίσιο για το σωκρατικό του ενδιαφέρον για τον ορισμό. Αν και πολλοί έχουν επικρίνει τη μέθοδο της διαίρεσης, κυρίως ο Ryle (1966), ο οποίος θέλησε να τη διακρίνει από τη γνήσια φιλοσοφία ή τη διαλεκτική, φαίνεται ότι, σωστά κατανοητή, αποτελεί την καρδιά της μεταγενέστερης μεθοδολογίας του Πλάτωνα. Η σημασία του δεν έγκειται μόνο στα ταξινομικά δέντρα που προκύπτουν, αλλά στις δομικές σχέσεις που αποκαλύπτουν και στις γνώσεις που ενθαρρύνει στις τυπικές έννοιες που εμπλέκονται (βλ. Ackrill 1970).

4. Αριστοτέλης

Ο Πλάτωνας ήταν, αναμφίβολα, η μεγαλύτερη επιρροή στον Αριστοτέλη, ο οποίος εκπαιδεύτηκε στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Αλλά ο Αριστοτέλης δεν ήταν άκριτος για τη μεθοδολογία του Πλάτωνα. Επικρίνει τη μέθοδο της διαίρεσης, για παράδειγμα, στα Μέρη των Ζώων (I, 2-3). Όπως και ο Πλάτωνας, όμως, εμπνεύστηκε από την αρχαία ελληνική γεωμετρία. Υπάρχουν τρία αποσπάσματα στα οποία ο Αριστοτέλης αναφέρεται άμεσα στη γεωμετρική ανάλυση. Το πιο διάσημο απόσπασμα εμφανίζεται στα Ηθικά Νικομάχεια (III, 3), στο οποίο ο Αριστοτέλης συγκρίνει τη συλλογιστική σχετικά με τα μέσα με έναν δεδομένο σκοπό με την ανάλυση στη γεωμετρία. Ακριβώς όπως στη γεωμετρική ανάλυση (βλ. §2 του κύριου κειμένου), εργαζόμαστε πίσω από αυτό που επιδιώκεται σε κάτι που ήδη γνωρίζουμε πώς να κατασκευάσουμε ή να αποδείξουμε, έτσι και στην πρακτική σκέψη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, εργαζόμαστε πίσω από αυτό που θέλουμε σε κάτι που ξέρουμε πώς να κάνουμε, το οποίο οδηγεί σε αυτό που θέλουμε. Το δεύτερο απόσπασμα εμφανίζεται στην ενότητα 16 του Περί Σοφιστικών Διαψεύσεων, όπου ο Αριστοτέλης εξετάζει το ερώτημα πώς μπορούμε να μάθουμε να διαγιγνώσκουμε κακά επιχειρήματα. Αν και το απόσπασμα δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί, το κύριο σημείο του φαίνεται να είναι να τονίσει ότι η ανάλυση πρέπει να συμπληρωθεί από τη σύνθεση για να δώσει μια πλήρη λύση για οτιδήποτε. Το τρίτο απόσπασμα εμφανίζεται στην Μεταγενέστερη Αναλυτική (Ι, 12), στην οποία ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει το πρόβλημα της αναστρεψιμότητας που αναφέρεται στο τέλος της §2 παραπάνω.

Ωστόσο, σε σχέση με την ανάπτυξη της συλλογιστικής θεωρίας από τον Αριστοτέλη, που αναπτύσσεται στην εύστοχα ονομαζόμενη Αναλυτική, υπάρχουν οι πιο εντυπωσιακές ομοιότητες. Ακριβώς όπως ο στόχος του γεωμέτρη είναι να λύσει γεωμετρικά προβλήματα (να κατασκευάσει σχήματα ή να αποδείξει θεωρήματα), έτσι και ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με την επίλυση λογικών προβλημάτων (κατασκευή επιχειρημάτων ή απόδειξη προτάσεων). Το Prior Analytics παρέχει το πλαίσιο για να γίνει αυτό με τον ίδιο τρόπο που τα Στοιχεία του Ευκλείδη παρείχαν το πλαίσιο στην περίπτωση της γεωμετρίας. Και ακόμη περισσότερο από ό,τι στην περίπτωση της γεωμετρίας, η ανάλυση στην Αναλυτική του Αριστοτέλη περιλαμβάνει όχι μόνο την παλινδρόμηση στις πρώτες αρχές, αλλά και ολόκληρη τη διαδικασία επεξεργασίας των δομικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων στοιχείων των επιχειρημάτων και δείχνοντας πώς ένα επιχείρημα μπορεί να «αναγωγιστεί» σε ένα άλλο. Τα επιχειρήματα «αναλύονται» στο βαθμό που μπορούν να διατυπωθούν ως «συλλογισμοί», κάθε συλλογισμός είναι ένας συνδυασμός δύο προτάσεων και ενός συμπεράσματος που λαμβάνει μία από τις καθορισμένες μορφές έγκυρου συμπεράσματος. Εδώ είναι η μορφή του συλλογισμού που παραδοσιακά ονομάζεται Barbara, σε μια εκδοχή του:

Κάθε Α είναι Β, κάθε Β είναι Γ. επομένως κάθε Α είναι Γ.

Τόσο στα αγγλικά όσο και στα ελληνικά, ωστόσο, η χρήση του copula —όπως στο «A is B» στα αγγλικά ή στο «A estin B» στα ελληνικά— είναι διφορούμενη, έτσι ο Αριστοτέλης εισήγαγε μια πιο τεχνική έκφραση, «ισχύει για» (ή «ανήκει σε»), για να καταστήσει σαφές ποιο είναι το υποκείμενο και ποιο το κατηγόρημα, και τη σχέση που εμπλέκεται. Το «Κάθε Α είναι Β» επισημοποιήθηκε έτσι από τον Αριστοτέλη ως «(Το) Β ισχύει για [ή ανήκει] σε όλο το Α» («στο Β στο Α χουπαρχέι»). Η Barbara θα μπορούσε τότε να εκφραστεί ως εξής:

Το Γ ισχύει για όλα τα Β, το Β ισχύει για όλα τα Α. επομένως το Γ ισχύει για όλα τα Α.

Ένα επιπλέον πλεονέκτημα αυτής της σημειογραφίας είναι ότι επιτρέπει την ευδιάκριτη παρουσίαση της εγκυρότητας του συμπεράσματος, δεδομένης της μεταβατικότητας της σχέσης «ισχύει για» (όπως την κατανοούσε ο Αριστοτέλης). (Βλ. Beaney 1996, σελ. 21–2.) Έτσι, εκτός από την οπισθοδρομική και την αποσυνθετική ανάλυση, έχουμε και την ερμηνευτική ανάλυση που απεικονίζεται στη λογική του Αριστοτέλη. Οι προτάσεις συχνά πρέπει να υποβληθούν σε κάποιο είδος πειθαρχίας ή «μετάφρασης» για την ανάπτυξη μιας λογικής θεωρίας, προκειμένου να καταστεί σαφής ο λογικός χαρακτήρας ή ο ρόλος τους.

Ακριβώς όπως είναι στην Ευκλείδεια γεωμετρία, ωστόσο, η οπισθοδρομική αντίληψη της ανάλυσης είναι η πιο εμφανής στην αριστοτελική λογική. Ο κύριος στόχος της Αναλυτικής ήταν να μας επιτρέψει να επιστρέψουμε από μια δεδομένη πρόταση, που υποτίθεται ως συμπέρασμα, σε υποθέσεις μέσω των οποίων αυτή η πρόταση μπορεί στη συνέχεια να εξαχθεί, και αυτό θεωρήθηκε ότι διευκολύνεται από μια ενδελεχή εκπαίδευση σε ολόκληρο το συλλογιστικό σύστημα. (Για λεπτομερή συζήτηση του πλούτου της αντίληψης του Αριστοτέλη για την ανάλυση και την επιρροή της αρχαίας ελληνικής γεωμετρίας, βλ. Byrne 1997.)

Ενώ η Προηγούμενη Αναλυτική ασχολείται με τη θεωρία του συλλογισμού γενικά, η Μεταγενέστερη Αναλυτική ασχολείται με έναν συγκεκριμένο τύπο συλλογισμού, τον αποδεικτικό ή επιστημονικό συλλογισμό. Ένας αποδεικτικός συλλογισμός είναι «αυτός δυνάμει του οποίου, έχοντας τον, καταλαβαίνουμε κάτι» (71b17–19), δηλαδή αυτός στον οποίο οι προτάσεις είναι «αληθινές και πρωτόγονες και άμεσες και πιο οικείες και πριν και επεξηγηματικές του συμπεράσματος» (71b21–2). Ο Αριστοτέλης κάνει διάκριση μεταξύ της κατανόησης «του γεγονότος» (to hoti) και της κατανόησης «του λόγου γιατί» (to dioti). Δίνει το παράδειγμα των ακόλουθων δύο συλλογισμών (Ι, 13):

Πρώτος Συλλογισμός:

Οι πλανήτες δεν λάμπουν
Ό,τι δεν λάμπει είναι κοντά
Οι πλανήτες είναι κοντά

Δεύτερος Συλλογισμός:

Οι πλανήτες είναι κοντά
Αυτό που είναι κοντά δεν αναβοσβήνει
Οι πλανήτες δεν λάμπουν

Και τα δύο είναι έγκυρα επιχειρήματα, αλλά ενώ το πρώτο απλώς «δίνει το γεγονός», το δεύτερο «δίνει τον λόγο», δηλαδή, το δεύτερο παρέχει μια εξήγηση του τι αναφέρεται στο συμπέρασμα με όρους των πιο βασικών γεγονότων που εκφράζονται από τις υποθέσεις. Το ότι οι πλανήτες δεν λάμπουν δεν είναι μια εξήγηση του γιατί είναι κοντά. αλλά το ότι είναι κοντά, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι (μέρος) μιας εξήγησης του γιατί δεν λάμπουν (78a23–b3).

Αυτή η διάκριση, και μάλιστα το μοντέλο εξήγησης που εμπλέκεται εδώ, επρόκειτο να παίξει κρίσιμο ρόλο στις μεταγενέστερες αντιλήψεις της ανάλυσης. Γιατί η ίδια η αιτιώδης εξήγηση ταυτίστηκε με τη λογική επαγωγή και η κίνηση από την αιτία στο αποτέλεσμα αναπαραστάθηκε ως το πέρασμα από τις προτάσεις στο συμπέρασμα σε ένα λογικό επιχείρημα και η εύρεση της αιτίας κάποιου πράγματος ως θέμα προσδιορισμού των κατάλληλων υποθέσεων – κάτι που θα μπορούσε να γίνει σε ένα λογικό επιχείρημα. Σε αυτή την αντίληψη, λοιπόν, θα μπορούσε να υπάρχει μια λογική ανακάλυψης καθώς και μια λογική απόδειξης. Στην πρώτη περίπτωση παραπάνω, ξεκινάμε με ένα φαινόμενο (οι πλανήτες δεν αναβοσβήνουν) και προσδιορίζουμε την αιτία του (οι πλανήτες είναι κοντά) βρίσκοντας μια κατάλληλη πρόσθετη υπόθεση και στη δεύτερη περίπτωση, έχοντας προσδιορίσει την αιτία, αντιστρέφουμε τη διαδικασία για να εμφανίσουμε το πέρασμα από την αιτία στο αποτέλεσμα. Η πρώτη έγινε κατανοητή ως ανάλυση, παρέχοντας μια μέθοδο ανακάλυψης, και η δεύτερη ως σύνθεση, παρέχοντας μια μέθοδο απόδειξης. Μια τέτοια αντίληψη προϋποθέτει ότι τα βήματα είναι αναστρέψιμα (δηλαδή, σε αυτήν την περίπτωση, η μετατρεψιμότητα του «Ό,τι δεν λάμπει είναι κοντά» και «Ό,τι είναι κοντά δεν λάμπει»), αλλά με αυτήν την υπόθεση, υπάρχει μια ωραία συμμετρία μεταξύ ανάλυσης και σύνθεσης. Αυτή η αντίληψη της ανάλυσης και της σύνθεσης επρόκειτο να πάρει το επίκεντρο της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και της πρώιμης νεότερης περιόδου.

5. Αρχαία Κινεζική Φιλοσοφία

Δεδομένης της προέλευσης της «ανάλυσης», ως μεθοδολογικού όρου, στην αρχαία ελληνική γεωμετρία και της φιλοσοφικής ανάπτυξης των ιδεών του ορισμού και της οπισθοδρομικής ανάλυσης στο έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ειδικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μόνο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία θα πρέπει να επιδιώξουμε να κατανοήσουμε την προέλευση της αναλυτικής μεθοδολογίας. Στην πραγματικότητα, όμως, αξίζει να συγκρίνουμε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία με άλλες αρχαίες παραδόσεις φιλοσοφίας, και το πιο διδακτικό, με την αρχαία κινεζική και την αρχαία ινδική φιλοσοφία. Εστιάζουμε εδώ στην κινεζική φιλοσοφία και στην επόμενη ενότητα στην ινδική φιλοσοφία.

Ο Κομφουκιανισμός και ο Ταοϊσμός θεωρούνται γενικά ως οι δύο κύριες παραδόσεις της αρχαίας (προ-αυτοκρατορικής) κινεζικής φιλοσοφίας, αλλά τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενη εκτίμηση αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί (αν και κάπως μεροληπτικά) αναλυτική παράδοση (βλ. π.χ. Hansen 1992, κεφ.7; Beaney 2021). Αυτό αντιπροσωπεύεται στο έργο των Μοχιστών και της Σχολής των Ονομάτων (βλ. Fraser 2020c και 2023, αντίστοιχα). Στον Μοχισμό βρίσκει κανείς για πρώτη φορά ρητή επιχειρηματολογία, και στον μεταγενέστερο Μοχισμό —στους Κανόνες των Μοχιστών— ανησυχία για τη διατύπωση ορισμών και την εξήγησή τους (βλ. Indraccolo 2020; Fraser 2020γ; Lucas 2020). Στη Σχολή των Ονομάτων, ειδικά στις δέκα θέσεις του Hui Shi και στον λόγο του λευκού αλόγου του Gongsun Long, βρίσκουμε τη διατύπωση παραδόξων, δείχνοντας ενδιαφέρον για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η χρήση της γλώσσας και του συλλογισμού (βλ. Fraser 2020e).

Στον πυρήνα της φιλοσοφίας των Μοχιστών για τη γλώσσα και τη λογική βρίσκονται οι έννοιες του biàn (辯) και του tóng (同). Το biàn χρησιμοποιείται είτε ως ρήμα που σημαίνει «διακρίνω» ή «διακρίνω» είτε ως ουσιαστικό που σημαίνει «διάκριση» ή «διάκριση» και με εκτεταμένη έννοια αναφέρεται σε συζήτηση ή επιχείρημα που οδηγεί σε (σωστές) διακρίσεις ή διακρίσεις. Είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τα άλογα από τα μη άλογα, για παράδειγμα, και μπορούμε να φέρουμε κάποιον να το κάνει αυτό σε μια νέα ή αμφισβητούμενη περίπτωση, δείχνοντας πώς είναι το ίδιο ή διαφορετικό από μια συμφωνημένη περίπτωση ότι κάτι είναι άλογο. Ο κινεζικός όρος για το «ίδιο» εδώ είναι tóng, και οι Μοχιστές διέκριναν μια σειρά από διαφορετικές έννοιες του tóng, οι οποίες σε κάποιο βαθμό ευθυγραμμίζονται με τις έννοιες του copula (χρησιμοποιώντας το ρήμα «να είσαι») στις ευρωπαϊκές γλώσσες: ταυτότητα, κατηγορηματικό, σύνταγμα και συμπερίληψη ολόκληρου μέρους (βλ. Fraser 2013).

Μερικές φορές προτείνεται ότι ενώ η δυτική φιλοσοφία συνήθως περιλαμβάνει οντολογίες «από κάτω προς τα πάνω», η κινεζική φιλοσοφία περιλαμβάνει οντολογίες «από πάνω προς τα κάτω». Αυτό αντανακλάται σε έναν από τους τυπικούς τρόπους υποβολής ισχυρισμών ύπαρξης. Το να πούμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει ένα άλογο στο δωμάτιο σημαίνει ότι το δωμάτιο έχει ένα άλογο. Η ύπαρξη δεν ερμηνεύεται ως ιδιότητα ενός αντικειμένου, αλλά ως σχέση μεταξύ μέρους και όλου. Το να υπάρχεις σημαίνει να είσαι μέρος κάποιου πράγματος, και τελικά του κόσμου. Αν μπορούμε να μιλήσουμε για «ανάλυση» εδώ, τότε είναι ανάλυση ολόκληρου μέρους και όχι αποσύνθεση σε διακριτές οντότητες (όπως αντικείμενα και ιδιότητες). (Βλ. Graham 1989, Παράρτημα 2.)

Σύμφωνα με τους Μοχιστές, η «διάκριση» περιλαμβάνει την ταξινόμηση σε «είδη» (lèi 類), και η περιγραφή τους για το lèi ήταν μέρος μιας γενικότερης περιγραφής των ονομάτων, η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί γόνιμα με τη μέθοδο συλλογής και διαίρεσης του Πλάτωνα. Μια βασική διαφορά είναι ότι η επίκληση σε σχέσεις ομοιότητας και όχι σε γενικές και συγκεκριμένες «μορφές» (ουσίες) βρισκόταν στη βάση της άποψής τους. Η «γνώση των ειδών» (zhī lèi 知類) ήταν επίσης θεμελιώδης στην περιγραφή της συλλογιστικής τους, στη μετάβαση από αυτό που είναι γνωστό σε αυτό που είναι αρχικά άγνωστο (βλ. Fraser 2020c; Yang και Zhang 2020).

Στο έργο των μεταγενέστερων Μοχιστών, μπορούμε επίσης να βρούμε μια οπισθοδρομική αντίληψη της ανάλυσης. Κάτι είναι F, κατά την άποψή τους, εάν είναι το ίδιο (ή αρκετά παρόμοιο) με ένα σχετικό πρότυπο (fǎ 法). Επομένως, η εξήγηση ή η αιτιολόγηση ενός ισχυρισμού συνίσταται στον προσδιορισμό του σχετικού προτύπου. Ο ίδιος ο συλλογισμός συνίσταται στην εύρεση κάποιου συμφωνημένου παραδείγματος έγκυρου ή άκυρου συμπεράσματος, βάσει του οποίου μπορεί να πειστεί κάποιος για την εγκυρότητα ή την ακυρότητα ενός συμπεράσματος που δεν έχει γίνει ακόμη αποδεκτό ή αμφισβητείται. Η σαφέστερη περιγραφή της λογικής των Μοχιστών μπορεί να βρεθεί στο κεφάλαιο 45 του Mòzǐ, που ονομάζεται «Ελάσσονα Επιλογή». Εδώ είναι το βασικό απόσπασμα:

Αναλογία [pì [譬] είναι να αναφέρεις άλλα πράγματα και να τα χρησιμοποιείς για να τα διευκρινίσεις. «Παραλληλισμός» [móu 侔] είναι η τοποθέτηση εκφράσεων δίπλα-δίπλα και η από κοινού πρόοδος. «Τραβώντας» [yuán 援] λέει, «Είσαι έτσι, πώς γίνεται να μην μπορώ να είμαι μόνο εγώ;» «Σπρώχνοντας» [tuī 推] είναι, σε αυτή τη βάση, ότι αυτό που δεν δέχονται είναι το ίδιο με αυτό που αποδέχονται, προτείνοντάς το. (Mòzǐ, 45.1; tr. στο Fraser 2020a)

Σύμφωνα με τους Μοχιστές, λοιπόν, ο συλλογισμός συνίσταται στο να «επιστρέψουμε» σε κάτι που έχει συμφωνηθεί από τους σχετικούς διαφωνούντες και στη συνέχεια να προχωρήσουμε κατ' αναλογία, κάτι που μπορούμε να δούμε ότι περιλαμβάνει «παραλληλισμό», «τράβηγμα» ή/και «σπρώξιμο», για να εδραιωθεί ο επιθυμητός ισχυρισμός (για λεπτομέρειες, βλ. Beaney 2021, §2.2; Fraser 2020c, §7.2; Yang 2020). Οι Μοχιστές γνώριζαν ότι ένας τέτοιος αναλογικός συλλογισμός θα μπορούσε να είναι καλός ή κακός, κάτι που επεξηγούσαν δίνοντας παραδείγματα, αλλά δεν ανέπτυξαν καμία θεωρία —με τον τρόπο που έκανε ο Αριστοτέλης— για να προσφέρουν οποιαδήποτε βαθύτερη ανάλυση αυτού του συλλογισμού. Ωστόσο, επιδιώκοντας να εντοπίσουμε σχετικά παραδείγματα και πρότυπα με τα οποία θα καθοδηγήσουμε τη συλλογιστική, μπορούμε να δούμε να αναδύεται μια αναλυτική μεθοδολογία.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, υπάρχουν σημεία σύνδεσης μεταξύ των αρχαίων ελληνικών αναλυτικών μεθοδολογιών και των αρχαίων κινεζικών μεθοδολογιών, και οι συνδέσεις βοηθούν να ρίξουν φως και στα δύο σύνολα μεθοδολογιών. Έχει αξία να περιγράψουμε ορισμένες από τις κινεζικές μεθοδολογίες και φιλοσοφίες ως «αναλυτικές» για να μας κατευθύνουν σε αυτές τις συνδέσεις, αλλά είναι σημαντικό να τις κατανοήσουμε λεπτομερώς για να εκτιμήσουμε τις βαθύτερες διαφορές καθώς και τις επιφανειακές ομοιότητες, και υπάρχει αυξανόμενη επιστήμη που μας βοηθά να κάνουμε ακριβώς αυτό. (Καλά μέρη για να ξεκινήσετε περιλαμβάνουν τα έργα του Fraser που αναφέρονται στην §2.5 της σχολιασμένης βιβλιογραφίας και τα κεφάλαια στο Fung 2020· βλ. επίσης Harbsmeier 1998.)

6. Αρχαία Ινδική Φιλοσοφία

Μεταξύ των πρώτων ινδικών φιλοσοφικών κειμένων είναι οι Ουπανισάδες, το πρώτο από τα οποία χρονολογείται γύρω στον έβδομο αιώνα π.Χ. Αυτά είναι σχόλια στα παλαιότερα βεδικά θρησκευτικά κείμενα, που αποκαλύπτουν το Μπράχμαν ως πηγή ζωής και κλειδί για την απελευθέρωση. Ο όρος «upaniṣad» σημαίνει «κρυφή σύνδεση» ή «μυστική διδασκαλία» (Adamson and Ganeri 2020, σελ. 23), υποδηλώνοντας ότι οι Ουπανισάδες είχαν ως στόχο να αποκαλύψουν τις κρυφές συνδέσεις μεταξύ των πραγμάτων και να εξηγήσουν τη διδασκαλία των προηγούμενων βεδικών κειμένων. Θα μπορούσαμε να δούμε εδώ μια μορφή συνδετικής ανάλυσης και η ιδέα ότι η σοφία έγκειται στο να βλέπεις τις συνδέσεις μεταξύ των πραγμάτων είναι ένα θέμα σε όλη την ινδική φιλοσοφία, όπως ακριβώς είναι και στην κινεζική φιλοσοφία. Ταυτόχρονα, στην αναφορά δημόσιων συζητήσεων (pariṣad), οι Ουπανισάδες δείχνουν ενδιαφέρον για την εύρεση λόγων για πεποιθήσεις και αρχίζουν να διατυπώνονται επιχειρήματα για αυτές τις πεποιθήσεις. Εδώ μπορούμε να δούμε την οπισθοδρομική ανάλυση να αναδύεται. Στην Arthaśāstra (Πραγματεία για το Πλεονέκτημα), που αποδίδεται στον Kauṭilya (περ. 370–283 π.Χ.), ένας από τους τέσσερις κλάδους της μάθησης που διακρίνονται είναι το ānvīkṣikī, το οποίο θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «ορθολογική έρευνα» ή «έρευνα μέσω συλλογισμού». Αυτό με τη σειρά του υποδιαιρέθηκε σε sāmkhya, yoga και lokāyata: απαρίθμηση και απαρίθμηση, διαίρεση και επανασύνδεση και εμπειρικός πειραματισμός (Adamson and Ganeri 2020, σελ. 14–15). Όλες οι μορφές ανάλυσης μπορούν επομένως να θεωρηθούν ως εμβρυϊκές εδώ.

Αναπόφευκτα, η έκθεση των βεδικών ιδεών προκάλεσε κριτική αντίδραση. Στην αρχαία περίοδο αυτό προήλθε από τον Βουδισμό και τον Τζαϊνισμό, τις δύο κύριες ετερόδοξες σχολές, που προέρχονται και οι δύο από τον έκτο αιώνα π.Χ. και οι δύο απέρριπταν την αυθεντία των Βεδών και τις ορθόδοξες ινδουιστικές (βραχμανικές) πεποιθήσεις σε έναν δημιουργό του κόσμου, μια ιεραρχική κοινωνική δομή και άκαμπτες τελετουργικές πρακτικές. (Εδώ υπάρχει μια ισχυρή αναλογία με τις Ταοϊστικές αντιδράσεις στον Κομφουκιανισμό στην αρχαία Κίνα.) Οι συζητήσεις που ακολούθησαν τροφοδότησαν την ανάπτυξη επιχειρηματολογίας. Ένα αντιπροσωπευτικό κείμενο είναι το Milinda-pañha (Ερωτήσεις της Milinda), στο οποίο ένας βουδιστής σοφός ονόματι Nāgasena απαντά σε ερωτήσεις του βασιλιά Melinda, ο οποίος βασίλεψε από το 155 έως το 130 π.Χ. Ο Nāgasena εξηγεί στον βασιλιά Milinda πώς προχωρά η επιστημονική συζήτηση:

Όταν οι λόγιοι συζητούν ένα θέμα μεταξύ τους, τότε υπάρχει ένα ξεκαθάρισμα, ένα ξετύλιγμα [nibbeṭhanam], ο ένας ή ο άλλος καταδικάζεται για λάθος και τότε αναγνωρίζει το λάθος του. Γίνονται διακρίσεις και αντιδιακρίσεις. και όμως έτσι δεν θυμώνουν. [Παρατίθεται στο Ganeri 2004, §1.1]

Εδώ η χρήση του «nibbeṭhanam», που σημαίνει «ξετύλιγμα» ή «ξετύλιγμα» είναι αποκαλυπτική. Είναι συγκρίσιμο με την αρχική σημασία του ελληνικού όρου «analusis», που σήμαινε επίσης «ξετύλιγμα» ή «χαλάρωση», υποδηλώνοντας ότι το «nibbeṭhanam» είναι το ινδικό αντίστοιχο του «analusis». Σίγουρα η ιδέα της ύφανσης και της ύφανσης είναι ένα συχνό τροπάριο στην ινδική φιλοσοφία όπως και σε άλλες φιλοσοφικές παραδόσεις, η διάκριση μεταξύ ύφανσης και ύφανσης αντιστοιχεί στην ανάλυση και τη σύνθεση. Το πρώτο ζεύγος όρων μπορεί τώρα να θεωρηθεί ως μεταφορικό στις μεθοδολογικές συζητήσεις, αλλά οι δεύτεροι, με τη σημερινή τους σημασία, υφάνθηκαν από το πρώτο. (Ίσως το «nibbethaning» θα έπρεπε να εισαχθεί στα αγγλικά ως συνώνυμο του «analysing» για την καταπολέμηση του ευρωκεντρισμού.)

Όσον αφορά την ανάπτυξη της αναλυτικής μεθοδολογίας, ωστόσο, η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της ινδικής φιλοσοφίας είναι ότι ενώ η ελληνική (και η ευρωπαϊκή) μεθοδολογία είχε τις ρίζες της στη γεωμετρία του Ευκλείδη, η ινδική μεθοδολογία είχε τις ρίζες της στη γραμματική του Pāṇini, που παρουσιάζεται στο Aṣṭādhyāyī (Βιβλίο σε οκτώ κεφάλαια), που χρονολογείται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Βασιζόμενος στο έργο παλαιότερων γραμματικών (όπως ακριβώς έκανε ο Ευκλείδης σε παλαιότερους μαθηματικούς), ο Pāṇini προσφέρει εδώ μια συστηματική περιγραφή της γραμματικής των σανσκριτικών, της ιερής γλώσσας των βεδικών θρησκευτικών κειμένων. Παρέχεται ανάλυση των ήχων του, μαζί με τη διατύπωση κανόνων ή s ūtras, την αφαίρεση και τη γενίκευση γλωσσικών σχηματισμών, τον ορισμό τεχνικών όρων και τη δήλωση μετακανόνων που καθορίζουν τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων σχηματισμού. Ακριβώς όπως ο Αριστοτέλης είχε εφεύρει σχηματικά γράμματα για να αντιπροσωπεύει τους όρους στους συλλογισμούς, διευκρινίζοντας έτσι τη λογική μορφή, έτσι και ο Pāṇini χρησιμοποίησε συντομογραφίες για γραμματικές κατασκευές καθώς και για απλοποίηση κανόνων, διευκρινίζοντας έτσι τη γραμματική μορφή. Αλλά ενώ στην καρδιά της λογικής του Αριστοτέλη ήταν η διάκριση μεταξύ υποκειμένου και κατηγορήματος, στον πυρήνα της γραμματικής του Pāṇini ήταν το ρήμα, που θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει μια ενέργεια. Η συζήτηση για πράξεις φέρνει στο παιχνίδι αυτό που ο Pāṇini ονομάζει kārakas – όλα τα πράγματα που παίζουν ρόλο στην επίτευξη μιας δράσης, κυρίως παράγοντα, ασθενή ή παραλήπτη, όργανο, τόπο, δωρητή και στόχο. Στο «Devadatta κόψτε το δέντρο στον κήπο με ένα τσεκούρι», για παράδειγμα, ο Devadatta είναι ο παράγοντας, το δέντρο ο ασθενής, ο κήπος ο τόπος και το τσεκούρι το όργανο. Από αυτή την πρόταση μπορούν να προκύψουν άλλες προτάσεις, όπως «Το δέντρο κόπηκε με τσεκούρι», η ακριβής μορφή με την οποία παίρνουν στα σανσκριτικά διέπεται από τους κανόνες της γραμματικής, με καταλήξεις πεζών που υποδεικνύουν τα kārakas (αντί για προθέσεις ή σειρά λέξεων όπως στα αγγλικά). (Για συζήτηση, βλ. Cardona 1970, 1974; Matilal 2001, κεφ. 5.)

Η γραμματική του Pāṇini ενέπνευσε μια ολόκληρη δική της σχολιαστική παράδοση, ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα είναι το Mahābhāṣya του Patañjali (περίπου 150 π.Χ.). Οι γλωσσολογικές αναλύσεις προκάλεσαν ερωτήματα σχετικά με τη σημασιολογία των σχετικών όρων, τα οποία προκάλεσαν φιλοσοφικές συζητήσεις όπως για τη φύση των καθολικών και τη σημασία των κενών όρων. Η γραμματική του Pāṇini σηματοδοτεί επίσης την αρχή της λογικής στην Ινδία, με τη διατύπωση τόσο του νόμου του αποκλεισμένου μέσου όσο και του νόμου της διπλής άρνησης. Το βασικό κείμενο της ινδικής λογικής στην αρχαία περίοδο, που χρονολογείται από τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., είναι το Nyāya-sūtra του Gautama, το ιδρυτικό κείμενο της σχολής Nyāya, της σχολής που ειδικευόταν στη λογική και την επιστημολογία. (Ο όρος «nyāya» σημαίνει «κανόνας» ή «μέθοδος», και ως εκ τούτου, κατ' επέκταση, «λογική».) Εδώ είναι το κανονικό παράδειγμα του πενταμελούς συμπεράσματος που επισημοποίησαν οι λογικοί Nyāya (βλ. Perrett 2016, σελ. 79):

(1) Υπόθεση (pratijñā): Αυτό το βουνό κατέχει φωτιά.

(2) Λόγος (hetu): Επειδή έχει καπνό.

(3) Επιβεβαίωση (drṣṭānta): Ό,τι έχει καπνό έχει φωτιά, όπως η κουζίνα, σε αντίθεση με τη λίμνη.

(4) Εφαρμογή (upanaya): Αυτό το βουνό, αφού έχει καπνό, έχει φωτιά.

(5) Συμπέρασμα (nigamana): Επομένως αυτό το βουνό κατέχει φωτιά.

Από τη σκοπιά της συλλογιστικής θεωρίας, θα ήταν εύκολο να προτείνουμε ότι αυτό το συμπέρασμα θα μπορούσε να απλοποιηθεί στην ακόλουθη μορφή:

(1) Κύρια πρόταση: Ό,τι κατέχει καπνό είναι πυροβόλο.

(2) Μικρή πρόταση: Αυτό το βουνό έχει καπνό.

(3) Συμπέρασμα: Αυτό το βουνό κατέχει φωτιά.

Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά, ωστόσο, μεταξύ του Αριστοτέλη και των λογικών Nyāya. Γιατί οι τελευταίοι δεν ασχολούνται με τον χαρακτηρισμό της λογικής μορφής ενός συμπεράσματος αλλά με την επιστημική διαδικασία του συμπεράσματος – όπως ακριβώς θα μπορούσε να υποδηλώνει η εστίαση του σανσκριτικού γραμματικού στο ρήμα. Σε ένα πραγματικό επιχείρημα –πείθοντας κάποιον άλλο ότι υπάρχει φωτιά σε ένα βουνό, ας πούμε– κάποιος θα εντοπίσει τον (παρατηρητικό) λόγο για τον οποίο ισχυρίζεται κάτι και θα τον υποστηρίξει δίνοντας τουλάχιστον ένα θετικό (sapakṣa) και ένα αρνητικό (vipakṣa) παράδειγμα. Το συμπέρασμα (anumāna) θεωρήθηκε ως μια μορφή πράμανα ή μέσο γνώσης, έτσι η ινδική λογική είχε μια επιστημική λειτουργία, καθιστώντας σαφή τον ρόλο που παίζει το συμπέρασμα στους πραγματικούς ισχυρισμούς ή την απόκτηση γνώσης. Ήταν αυτή η αλληλένδετη ανησυχία τόσο με τη λογική όσο και με την επιστημολογία που καθόρισε την ατζέντα για τη μεταγενέστερη ινδική φιλοσοφία – ειδικά για αυτό που μπορεί, δικαιολογημένα, να ονομαστεί ινδική αναλυτική φιλοσοφία.

Όποιος ασχολείται με τη σχολή Nyāya της ινδικής φιλοσοφίας και τις συζητήσεις τους με τους Βουδιστές, ειδικότερα, δεν μπορεί να μην εκτιμήσει τις «αναλυτικές» ανησυχίες τους. Καθώς οι δυτικοί φιλόσοφοι αναγνωρίζουν επιτέλους τον ευρωκεντρισμό μεγάλου μέρους της σκέψης τους σήμερα και σταδιακά κάνουν βήματα για να τον ξεπεράσουν, η ινδική φιλοσοφία θα αρχίσει να παίρνει την καθυστερημένη και δικαιωματική της θέση σε μια ευρύτερη ιστορία της αναλυτικής φιλοσοφίας.

(Για μια εξαιρετική «αναλυτική» εισαγωγή στην ινδική φιλοσοφία, βλ. Perrett 2015, η οποία έχει κεφάλαια για τη γνώση, τη συλλογιστική και τη φιλοσοφία της γλώσσας. Για μια εισαγωγή στην ινδική λογική, βλέπε Matilal 1998a, και για μια πιο λεπτομερή περιγραφή, δείτε Ganeri 2004 και τα έγγραφα που συλλέχθηκαν στο Ganeri 2001a.

7. Συμπέρασμα

Ο όρος «ανάλυση» προέρχεται από τον αρχαίο ελληνικό όρο «ανάλυση», που αρχικά σήμαινε «ξετυλίγω». Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η «μεταφορά» της αποκάλυψης εμφανίζεται επίσης σε μεθοδολογικές συζητήσεις σε άλλους πολιτισμούς, όπως στη χρήση του «nibbeṭhanam» στην ινδική φιλοσοφία. Έτσι, κατά τη διερεύνηση της αναλυτικής μεθοδολογίας, πρέπει να απλώσουμε το γλωσσικό μας δίχτυ ευρύτερα από το να επιλέγουμε απλώς την «ανάλυση» στα ελληνικά και τις μεταγραφές τους σε άλλες (ευρωπαϊκές) γλώσσες. Για να ξέρουμε ποιες λέξεις να πιάσουμε, πρέπει να εντοπίσουμε μεθοδολογίες που είναι παρόμοιες, από σχετικές απόψεις, με εκείνες που χαρακτηρίζονται ρητά ως «αναλυτικές» από τους επαγγελματίες τους – αν και μπορούμε επίσης να βοηθηθούμε σε αυτό βλέποντας πώς περιγράφονται από μεταγενέστερους σχολιαστές, οι οποίοι μπορεί να χρησιμοποιούν οι ίδιοι «αναλυτικούς» και σχετικούς όρους. Αυτό ανοίγει την πόρτα σε μια πιο περιεκτική περιγραφή της αναλυτικής φιλοσοφίας.

Κοινός στις τρεις κύριες αρχαίες φιλοσοφικές παραδόσεις που εξετάζονται σε αυτό το συμπλήρωμα είναι ο ρόλος που διαδραματίζει η οπισθοδρομική ανάλυση, ευρέως κατανοητή ως η αναζήτηση λόγων με τους οποίους κάτι μπορεί να εξηγηθεί ή να δικαιολογηθεί. Αλλά η αποσύνθεση, η ερμηνευτική και η συνδετική ανάλυση εμπλέκονται επίσης σε πραγματικά παραδείγματα αναλυτικών μεθοδολογιών.

Ενώ μια μεγάλη ποικιλία μεθοδολογιών μπορεί να περιγραφεί ως «αναλυτική», οι διαφορές μεταξύ τους είναι επίσης αποκαλυπτικές. Όπως είδαμε, μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της ελληνικής (ευρωπαϊκής) φιλοσοφίας και της ινδικής φιλοσοφίας είναι οι μεθοδολογικές τους ρίζες στην αρχαία ελληνική γεωμετρία και τη σανσκριτική γραμματική, αντίστοιχα—με άλλα λόγια, στη γεωμετρική ανάλυση και τη γλωσσολογική ανάλυση. Θα το δούμε αυτό να διαδραματίζεται στις επόμενες ιστορίες τους.

Στην εργασία του για τον «Ευκλείδη και την Πασίνη», ο J. F. Staal έγραψε ότι «Οι φιλόσοφοι αποκτούν διαβατήρια για μη αριστοτελικούς κόσμους μόλις αρχίσουν να μελετούν τη σύνταξη μιας γλώσσας που είναι αρκετά διαφορετική από την ελληνική» (1965, σελ. 7). Τα κινέζικα και τα σανσκριτικά είναι δύο γλώσσες που είναι πράγματι αρκετά διαφορετικές ώστε να μας επιτρέπουν την πρόσβαση σε πλουσιότερους κόσμους ανάλυσης. Ο Staal συνέχισε γράφοντας: «Ακριβώς όπως ο Πλάτωνας επιφύλασσε την εισαγωγή στην Ακαδημία του για τους γεωμετρητές, οι Ινδοί λόγιοι και φιλόσοφοι αναμένεται να έχουν πρώτα εκπαιδευτεί στην επιστημονική γλωσσολογία. Στην Ινδία, η γραμματική ονομαζόταν Βέδα των Βεδών, η επιστήμη των επιστημών. Ο Ρενού δηλώνει: «Το να προσκολλάσαι στην ινδική σκέψη σημαίνει πρώτα απ' όλα να σκέφτεσαι σαν γραμματικός»... Αυτό έχει καθορίσει τη μορφή και τη μέθοδο ενός μεγάλου μέρους της ινδικής φιλοσοφίας» (1965, σελ. 16). {Πλήρες παράθεμα} Το να προσκολληθείς στην κινεζική σκέψη, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, σημαίνει να βυθιστείς πλήρως στα κλασικά κινεζικά κείμενα. Αλλά η ενασχόληση με την κινεζική φιλοσοφία περιλαμβάνει επίσης τις δικές της μορφές ανάλυσης – ερμηνευτικές, συνδετικές μορφές ανάλυσης, που έχουν τις ρίζες τους στην πολύ διαφορετική φύση της κινεζικής γλώσσας, όπως θα δούμε στις ενότητες για τη μεταγενέστερη κινεζική φιλοσοφία.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

Δ4.3. Ερέτρια


Στην Ερέτρια, αρχαία πόλη της Εύβοιας, ελβετικές ανασκαφές εντόπισαν, μεταξύ άλλων, μια νεκρόπολη που αποτελούνταν από έξι καύσεις ενηλίκων και εννέα ενταφιασμούς παιδιών. Η έρευνα θεώρησε ότι όλοι οι παραπάνω νεκροί συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς (Ερέτρια 2004: 172-175). Η περιοχή ονομάστηκε «Ηρώον» με βάση την κατασκευή πάνω από τους τάφους, από τις αρχές του 7ου αι. έως τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. μνημειακού χαρακτήρα κτισμάτων τα οποία σκεπάστηκαν, πιθανόν, με χωμάτινο τύμβο και συνδέονταν με την απόδοση τιμών ήρωα, ακόμα και λατρείας, προς τους νεκρούς. Οι ταφές του «Ηρώου» χρονολογήθηκαν ανάμεσα στα 720 και 680 π.Χ., γεγονός που τις τοποθετεί πολύ κοντά στην καταγραφή των ομηρικών επών. Όπως σημειώνεται, σε αυτές τις ταφές υπάρχει η μεγαλύτερη συγκέντρωση χάλκινων ταφικών λεβήτων του ελληνικού κόσμου (Ερέτρια 2004: 173).

Από τις έξι καύσεις ενηλίκων ξεχωρίζει μία, η οποία ήταν η πλουσιότερη και κατείχε κεντρική θέση ανάμεσα στις άλλες. Η ταφή αυτή αποτελείται από δυο μεγάλους χάλκινους λέβητες. Στον ένα είχαν τοποθετηθεί τα απανθρακωμένα οστά του νεκρού τυλιγμένα σε κάποιο ύφασμα, ενώ ο άλλος χρησίμευε για κάλυμμα του πρώτου. Μια λίθινη κόγχη προστάτευε, επιπλέον, το πρώτο τεφροδόχο αγγείο. Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η παρουσία ως κτερισμάτων προς τον νεκρό τεσσάρων ξιφών, καθώς και πέντε σιδερένιων αιχμών από δόρατα και μιας χάλκινης αιχμής που είχε μυκηναϊκή προέλευση. Ο ανασκαφέας θεώρησε ότι αυτή η τελευταία αιχμή μπορεί να ήταν σκήπτρο που υποδήλωνε την ανώτερη θέση του αποθανόντα (Crielaard 2002: 247-248). Οι άλλες πέντε ταφές ενηλίκων ήταν παρόμοιες. Τα παιδιά ήταν θαμμένα σε απλούς λάκκους, συνοδευόμενα από αγγεία, αλλά και από κοσμήματα μεταξύ των οποίων διακρίνεται ένα χρυσό διάδημα. Στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. ένα λίθινο μνημείο, που ήταν πλέον ορατό στον δρόμο προς τη Χαλκίδα, ανεγέρθηκε πάνω από τους τάφους, ενώ ένας περίβολος περιέκλειε την όλη κατασκευή. Ταυτόχρονα, οικοδομήθηκε και το πρώτο οχυρωματικό τείχος της πόλης με το μνημείο των θαμμένων ηρώων να βρίσκεται (συμβολικά ίσως;) κοντά στη Δυτική Πύλη (Crielaard 2002: 248).

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Άγιοι καταστροφείς: Ο Άγιος Νικόλαος

Άγιοι της χριστιανοσύνης που φέρονται ως καταστροφείς του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ή των αντιπάλων τους ή και δολοφόνοι!

Ένας από τους γνωστούς ισχυρισμούς των χριστιανών απολογητών είναι ότι: "Οι χριστιανοί δεν έκαναν καταστροφές, ο Ελληνικός πολιτισμός κατέπεσε από μόνος του και αν έγιναν κάποιες ελάχιστες καταστροφές από κάποιους φανατικούς· αυτό έγινε λόγω των διωγμών που υπέστησαν από τους εθνικούς". Θα δούμε αν ευσταθεί αυτός ο πολύ συχνός ισχυρισμός τους, με βάση τα δικά τους κείμενα που είναι τα συναξάρια των αγίων, από τα οποία θα δούμε αποσπάσματα καταστροφών, όπως και από την ιστορία, τι αναφέρει για όσους από αυτούς τους αγίους, έχουμε ιστορικά στοιχεία.

Τα Συναξάρια είναι οι βιογραφίες των αγίων του Χριστιανισμού, άσχετα αν περιλαμβάνουν πλήθος μυθικών και υπερφυσικών στοιχείων, ή πολλές από αυτές είναι δημιουργήματα μεταγενέστερης ανάγκης για ύπαρξη πληθώρας μαρτύρων

Τα σχετικά με καταστροφές αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι κυρίως από την συλλογή του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ακολουθεί ο "σύνδεσμος 1" στο πρωτότυπο. Ο δεύτερος "σύνδεσμος 2", είναι ένα διαδομένο συναξάρι στο Διαδίκτυο, που έχει μεταφρασμένα τα κείμενα, και ίσως πληροφορίες και από άλλα συναξάρια, αλλά όπως θα διαπιστώσετε και αρκετά αλλοιωμένα. Όταν ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σε παρένθεση, υπάρχει αλλοίωση που συνήθως σημειώνεται δίπλα του σε παρένθεση. Για τα ιστορικά πρόσωπα χρησιμοποιήθηκαν άλλες πηγές.

Ο άγιος Νικόλαος καταστρέφει ελληνικά αγάλματα
(Μονή Εσφιγμένου - Άγιο Όρος)
Ο Άγιος Νικόλαος
 (εορτάζει για την Εκκλησία στις 6 Δεκεμβρίου).

"Μετὰ ταῦτα λοιπόν, οἱ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του εὑρισκόμενοι εἰδωλολατρικοὶ βωμο εἰς οὓς κατοίκουν οἱ δαίμονες καὶ ἐπροσκυνοῦντο παρὰ τῶν ἀνθρώπων, κατεκρημνίζοντο διὰ προσευχῆς τοῦ Ἁγίου καὶ ἐδιαλύοντο εἰς χῶμα, οἱ δὲ δαίμονες ἔφευγον εἰς τὸν ἀέρα κλαίοντες τὴν συμφορὰν τῶν. Ἦτο δὲ ἐκεῖ καὶ εἰς μέγας βωμὸς εἰδωλολατρικός, διαφορετικὸς τῶν ἄλλων κατά τε τὸ ὕψος καὶ τὸ πλᾶτος, τὸν Οποῖον ὠνόμαζον οἱ εἰδωλολάτραι τῆς θέας Ἀρτέμιδος, ἤτοι τῆς Σελήνης. Ἠβουλήθη Ο Άγιος νὰ ἀφανίσῃ καὶ ἐκεῖνον• καὶ ποιήσας προσευχήν, παρευθὺς ἔπεσεν Ο βωμὸς καὶ τὰ εἴδωλα ὡς τὰ φύλλα τοῦ δένδρου ἐκ μεγάλου ἀνέμου τὸ φθινόπωρον".
[σύνδεσμος]

Στην αγιογραφία υπάρχουν αρκετές εικόνες που δείχνουν τον Άγιο Νικόλαο να γκρεμίζει ναούς και είδωλα. Η ποιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα από το Μουσείο Μπενάκη που έχει στιγμιότυπα του βίου του γνωστού αγίου Νικολάου, στο επίμαχο συμβάν, οι πιο γνωστές πάντως είναι αυτές οι δύο:

Μάλιστα, σε αυτές δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί προσευχή για το γκρέμισμα του ναού της Άρτεμης αλλά... εργαλεία.

<Εδώ αντίστοιχη απεικόνιση από σύγχρονο χριστιανικό κόμικ.

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριχθεί στην φωτιά ή να κατασφάξουν τους εχθρούς του μπροστά του!. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Η μελέτη αυτή μπήκε για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά, ότι ο Χριστιανισμός στην ουσία του και συχνά με την πράξη του, δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη και την ειρήνη που δήθεν θέλει να μας πει, ειδικά στον τρόπο που εξαπλώθηκε. Ήταν φονταμενταλιστικός, δηλαδή επικροτούσε και εφάρμοσε την βία στους άλλους όπως κάνουν τώρα οι μουσουλμάνοι, το προβάλει αυτό σαν επίτευγμα στα κείμενα αλλά και σε εικόνες του. Έτσι εξαπλώθηκε και δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει κάποια στιγμή το ίδιο.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς