Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.
Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.
Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.
Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:
«Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα.» (Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)
Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020
Η ζήλια είναι σύγκριση
Η ζήλια είναι σύγκριση. Και έχουμε διδαχτεί να συγκρίνουμε, έχουμε διαπαιδαγωγηθεί να συγκρίνουμε, πάντα να συγκρίνουμε. Κάποιος άλλος έχει καλύτερο σπίτι, κάποιος άλλος έχει ομορφότερο σώμα, κάποιος άλλος έχει περισσότερα χρήματα, κάποιος άλλος έχει περισσότερο χαρισματική προσωπικότητα. Συγκρίνεις, συνεχώς συγκρίνεις τον εαυτό σου με οποιονδήποτε περνάει δίπλα σου και το αποτέλεσμα θα είναι μεγάλη ζήλια. Η ζήλια είναι αποτέλεσμα της διαπαιδαγώγησης που έχεις υποστεί συνεχώς να συγκρίνεις.
Αν σταματήσεις να συγκρίνεις, η ζήλια εξαφανίζεται. Τότε, απλώς γνωρίζεις ότι εσύ είσαι εσύ και κανένας άλλος, και δεν υπάρχει λόγος να κάνεις συγκρίσεις. Είναι καλό που δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τα δέντρα, αλλιώς θα αρχίσεις να αισθάνεσαι μεγάλη ζήλια. Γιατί δεν είσαι πράσινος; Και γιατί η φύση υπήρξε τόσο σκληρή μαζί σου και όχι με τα λουλούδια; Είναι καλό που δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τα πουλιά, με τα ποτάμια, με τα βουνά, αλλιώς θα υπέφερες. Εσύ συγκρίνεσαι μόνο με τους ανθρώπους. Δεν συγκρίνεσαι με τα παγώνια και με τους παπαγάλους. Αλλιώς, η ζήλια σου θα ήταν τεράστια. Θα σε βάραινε τόσο πολύ η ζήλια, που δεν θα μπορούσες να ζήσεις καθόλου.
Η σύγκριση είναι πολύ ανόητη συμπεριφορά, επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ασύγκριτος. Από τη στιγμή που εδραιώνεται μέσα σου αυτή η κατανόηση, η ζήλια εξαφανίζεται. Κάθε ένας είναι μοναδικός και ασύγκριτος. Εσύ είσαι απλώς ο εαυτός σου. Κανένας άλλος δεν υπήρξε ποτέ σαν εσένα και κανένας άλλος δεν θα είναι ποτέ σαν εσένα. Και ούτε χρειάζεσαι να είσαι σαν κάποιον άλλο.
Η φύση δημιουργεί μόνο πρωτότυπα. Δεν της αρέσουν τα αντίγραφα.
Αν σταματήσεις να συγκρίνεις, η ζήλια εξαφανίζεται. Τότε, απλώς γνωρίζεις ότι εσύ είσαι εσύ και κανένας άλλος, και δεν υπάρχει λόγος να κάνεις συγκρίσεις. Είναι καλό που δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τα δέντρα, αλλιώς θα αρχίσεις να αισθάνεσαι μεγάλη ζήλια. Γιατί δεν είσαι πράσινος; Και γιατί η φύση υπήρξε τόσο σκληρή μαζί σου και όχι με τα λουλούδια; Είναι καλό που δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τα πουλιά, με τα ποτάμια, με τα βουνά, αλλιώς θα υπέφερες. Εσύ συγκρίνεσαι μόνο με τους ανθρώπους. Δεν συγκρίνεσαι με τα παγώνια και με τους παπαγάλους. Αλλιώς, η ζήλια σου θα ήταν τεράστια. Θα σε βάραινε τόσο πολύ η ζήλια, που δεν θα μπορούσες να ζήσεις καθόλου.
Η σύγκριση είναι πολύ ανόητη συμπεριφορά, επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ασύγκριτος. Από τη στιγμή που εδραιώνεται μέσα σου αυτή η κατανόηση, η ζήλια εξαφανίζεται. Κάθε ένας είναι μοναδικός και ασύγκριτος. Εσύ είσαι απλώς ο εαυτός σου. Κανένας άλλος δεν υπήρξε ποτέ σαν εσένα και κανένας άλλος δεν θα είναι ποτέ σαν εσένα. Και ούτε χρειάζεσαι να είσαι σαν κάποιον άλλο.
Η φύση δημιουργεί μόνο πρωτότυπα. Δεν της αρέσουν τα αντίγραφα.
ARTHUR SCHOPENHAUER: Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε - η προσωπικότητά μας
To μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι προκαθορισμένο από την ατομικότητά του. Ιδιαίτερα οι πνευματικές δυνάμεις του είναι εκείνες που καθορίζουν μια για πάντα την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απολαύσεις. Εάν η πνευματική του δυνατότητα είναι περιορισμένη, οποιαδήποτε προσπάθεια έξω από τον ίδιο, οτιδήποτε κι αν κάνουν οι άνθρωποι ή η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα καταφέρει να τον ανυψώσει πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο της ανθρώπινης ευτυχίας και απόλαυσης – που έχει μέσα της και κάτι το ζωώδες. Το μόνο πράγμα που τον ευχαριστεί είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων -στην καλύτερη περίπτωση μια άνετη και χαρούμενη οικογενειακή ζωή- χαμηλού επιπέδου παρέα και χυδαία διασκέδαση. Ακόμα και η εκπαίδευση, γενικά, λίγα μπορεί να προσφέρει -αν όχι τίποτα- για τη διεύρυνση των οριζόντων του. Διότι οι απολαύσεις που είναι ανώτερες, πιο ποικίλες και διαρκούν περισσότερο είναι οι πνευματικές, όσο και εάν τα νιάτα μάς οδηγούν παραπλανητικά προς άλλη κατεύθυνση. Οι πνευματικές απολαύσεις όμως εξαρτώνται κυρίως, από τη δύναμη του πνεύματος. Επομένως, είναι σαφές ότι η ευτυχία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ η τύχη και η μοίρα μας, σε γενικές γραμμές, σηματοδοτούν μόνο αυτό που έχουμε, ή αυτό που είμαστε για τους άλλους. Με την έννοια αυτή, η τύχη μας μπορεί να βελτιωθεί· όμως δεν περιμένουμε και πολλά από αυτήν αν έχουμε εσωτερικό πλούτο. Από την άλλη, ένας ανόητος θα παραμείνει ανόητος και χοντροκέφαλος μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμη και εάν έζησε περιστοιχισμένος από ουρί του παραδείσου.
Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.
Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.
ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.
Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.
ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Fr. Nietzsche: έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (4)
Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900
Έτσι μίλησε Ο Ζαρατούστρα
§1 Πρόλογος: ομιλία 4
«Ο Ζαρατούστρα όμως κοίταζε τον λαό και απορούσε. Στη συνέχεια μίλησε έτσι:
Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο –ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο.
Ένα επικίνδυνο αντίπερα, ένα επικίνδυνο καθοδόν, ένα επικίνδυνο κοίταγμα προς τα πίσω, ένα επικίνδυνο ανατρίχιασμα και σταμάτημα.
Ό,τι είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι ένα γεφύρι και όχι σκοπός: αυτό που είναι αξιαγάπητο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι μια μετάβαση και μια δύση[1].
Αγαπώ εκείνους που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να δύουν, γιατί είναι αυτοί που περνούν αντίπερα, προς το αντίκρυ μέρος.
Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή αυτοί σέβονται πιο πολύ και είναι βέλη της σφοδρής επιθυμίας για την άλλη όχθη.
Αγαπώ εκείνους που δεν αναζητούν παρευθύς πίσω από τα άστρα μια αιτία για να καταστραφούν και να γίνουν θύματα: αλλά εκείνους που θυσιάζονται στη γη [ή] για τη γη, ώστε η γη κάποτε να γίνει γη του υπεράνθρωπου.
Αγαπώ εκείνον που ζει για να γνωρίσει κι ο οποίος θέλει να γνωρίσει, έτσι ώστε να ζήσει κάποτε ο υπεράνθρωπος. Και έτσι θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που εργάζεται και εφευρίσκει, προκειμένου να χτίσει το σπίτι για τον υπεράνθρωπο και να προετοιμάσει γι’ αυτόν τη γη, τα ζώα και τα φυτά: γιατί έτσι θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που αγαπά την αρετή του: γιατί αρετή είναι θέληση για δύση, για καταστροφή και ένα βέλος του σφοδρού πόθου (Sehnsucht).
Αγαπώ εκείνον που δεν κρατά για τον εαυτό του ούτε μια στάλα πνεύματος, αλλά θέλει να είναι ολοκληρωτικά το πνεύμα της αρετής του: έτσι, ως πνεύμα, αυτός χωρεί πάνω από το γεφύρι.
Αγαπώ εκείνον που καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του: έτσι, αυτός θέλει, για χάρη της αρετής του, να εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον.
Αγαπώ εκείνον που δεν θέλει να έχει πάρα πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερες αρετές από όσο είναι δύο αρετές, επειδή είναι περισσότερο από ένα κόμπος, από τον οποίο κρέμεται η μοίρα.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του σπαταλιέται, που δεν θέλει να του εκφράζουν ευχαριστίες και που δεν δίνει τίποτα πίσω: γιατί πάντοτε χαρίζει και δεν θέλει να διατηρεί τίποτα για τον εαυτό του.
Αγαπώ εκείνον που ντρέπεται, όταν του πέφτει καλή ζαριά, και ο οποίος τότε ρωτά: είμαι ένας κακός παίκτης[2]; –γιατί αυτός θέλει να καταστραφεί, να καταβαραθρωθεί.
Αγαπώ εκείνον που ρίχνει χρυσά λόγια πριν από τις πράξεις του και που εκτελεί πάντα περισσότερα απ’ όσα υπόσχεται: γιατί θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που δικαιώνει τους ανθρώπους του μέλλοντος και λυτρώνει εκείνους του παρελθόντος: γιατί θέλει να καταστραφεί από τους συγκαιρινούς του.
Αγαπώ εκείνον που τιμωρεί τον θεό του, επειδή αγαπά τον θεό του: γιατί πρέπει να καταστραφεί από την οργή του θεού του.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμη και στον τραυματισμό του και που μπορεί να καταστραφεί κι από ένα παραμικρό βίωμα: έτσι διαβαίνει πρόθυμα το γεφύρι.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του ξεχειλίζει, τόσο ώστε να ξαστοχά τον ίδιο του τον εαυτό και όλα τα πράγματα να είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που έχει ελεύθερο πνεύμα κι ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, αλλά η καρδιά του τον σπρώχνει στην καταστροφή.
Αγαπώ όλους εκείνους που μοιάζουν με βαριές σταλαγματιές, που πέφτουν μια μια από το σκοτεινό σύννεφο που κρέμεται πάνω από τους ανθρώπους: αυτοί αναγγέλλουν πως έρχεται ο κεραυνός και χάνονται ως κήρυκες.
Δείτε, είμαι ένας κήρυκας του κεραυνού και μια βαριά σταλαγματιά από το σύννεφο: αυτός όμως ο κεραυνός ονομάζεται υπεράνθρωπος».
§2 Ερμηνεία–κατανόηση:
«από την κοπαδιαστή στην ηρωική στιγμή του ανθρώπου»
1. Είδαμε στο τέλος της ομιλίας 3 [=στην προηγούμενη ανάρτηση για τον Ζαρατούστρα] το πλήθος να γελά με τον Ζαρατούστρα, που τους μιλούσε για τον σχοινοβάτη. Ο Ζαρατούστρα απορεί για την αντίδραση του λαού. Ωστόσο δεν σταματά την ομιλία του: στέκεται μπροστά του, τον κοιτάζει και συνεχίζει. Περιγράφει τον άνθρωπο ως ένα σχοινί. Το σύμβολο του σχοινιού υποδηλώνει κίνδυνο. Ως ένα σχοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ο άνθρωπος είναι μια επικίνδυνη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που ήταν πάντοτε και σε αυτό που πάντοτε μπόρεσε να γίνει.
2. Το χαρακτηριστικό στοιχείο, με βάση το οποίο αποτιμά ο Ζαρατούστρα ότι αξίζει να αγαπά τους ανθρώπους μέσα στον ως άνω κίνδυνο, είναι η δυνατότητά τους να αρνούνται τον παρόντα, γεμάτο αυταπάτες, εαυτό τους, να δύουν, και να μεταβαίνουν στην κατάσταση του υπερανθρώπου. Η άρνηση τούτη δεν νοείται με το κοινό ή με το διαλεκτικό νόημα, αλλά με το νόημα της δημιουργίας. Η δημιουργία τούτη, σύμφωνα με το καθιερωμένο credo του ανθρώπου, εκπορεύεται από τον θεό, λογίζεται έργο του. Τη θέση τώρα του θεού την παίρνει ο άνθρωπος ως υπερ-άνθρωπος. Αλλά και τούτο δεν ιδιάζει στον άνθρωπο εν γένει, αλλά σε εκείνον, όπως τον συλλαμβάνει ο Νίτσε ως άνθρωπο που αντλεί από τον εαυτό του τη βούληση της δύναμης να δύει.
3. Αυτός ο δύων άνθρωπος δεν είναι ο θνητός που ζει και αποθνήσκει με μοναδική του έγνοια πως θα κυριαρχήσει επί του άλλου· που εξαντλεί τη δύναμή του στη διαπάλη για επικράτηση του δίκαιου του ισχυροτέρου. Απεναντίας είναι εκείνος που δύει, που αρνείται δηλαδή να είναι ένα δουλικό, περιφρονημένο εξάρτημα ενός υποτιθέμενου αθάνατου θεού, έξωθεν εισαγόμενου, ή πειθήνιο εξάρτημα ποικίλων ανταγωνιστικών σχέσεων επομένως, όντας μόνο τέτοιος δύων, δύναται να ανατείλει ως υπερ-άνθρωπος: ως μεγάλος καταφρονητής της σκλάβας συνθήκης του, που μόλις εν-τοπίσαμε, ως αρνητής κάθε υπερβατικότητας, ως φορέας της δημιουργικής βούλησης, της βούλησης για δύναμη του εαυτού του, της βούλησης να μην είναι ή να μη γίνεται θύμα.
4. Η βούληση για δύση του εν τέλει νοείται ή εκδηλώνεται ως βούλησή του να εγκαθιδρύσει στο κέντρο της γης τον υπερ-άνθρωπο, δηλαδή τον υπερ-εαυτό του: τον εαυτό πέρα και πάνω από τα δεσμά της ηθικής των δούλων και της μαζικής κουλτούρας των εθελόδουλων αμνών. Άρα δύναται να γίνει υπερ-εαυτός, όταν είναι απαλλαγμένος από κάθε ψευδαίσθηση, καταναγκασμό, εξαναγκασμό, δουλικότητα, ηθικολογικό υπολογισμό, σαν αυτό, ας πούμε, του χριστιανικού κηρύγματος για αγάπη προς τον πλησίον και προς τον θεό. Αντί, επομένως να αγαπά τον πλησίον του κ.λπ., υπό τη μορφή της τεθλιμμένης ύπαρξης, που ψάχνει μια παρόμοια ανήμπορη ύπαρξη για να κλαίνε από κοινού τη μοίρα τους, χρειάζεται και αξίζει να ενεργεί ως ελεύθερο πνεύμα: να γίνεται ο ίδιος δημιουργός της μοίρας του. Πώς; Με το να «καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του».
5. Αλλά ποια αρετή; Όχι ασφαλώς τη μια ή την άλλη από τις επί μέρους παραδοσιακές αρετές, αλλά την ακρότατη στιγμή του επικνδύνως και γι’ αυτό ηρωικώς, δηλ. ελευθέρως, πράττειν. Τη στιγμή, με άλλα λόγια, που ο άνθρωπος καλείται να βαδίσει πάνω στο προαναφερθέν τεντωμένο σχοινί, τότε που γίνεται σχοινοβάτης, ήτοι σχοινο-χορευτής –δες ανάρτηση για Ζαρατούστρα 3– της ιστορίας και της ζωής. Ετούτο το σχοινί είναι το γεφύρι, που διασχίζει μόνο ο ηρωικός άνθρωπος –όχι όμως και το κοπάδι– χωρίς να ρωτά που βγάζει παρά μόνο ρισκάρει. Το κοπάδι, ο αγελαίος συρφετός, δεν μπορεί ούτε θέλει να το διασχίσει, επειδή δεν ενεργεί ηρωικά: επιλέγει την απάθεια και την εξουθένωση σώματος και ψυχής από τους δυνάστες του.
6. Το ρίσκο, ο κίνδυνος, είναι ίδιον εκείνων που ξεχνούν, αφήνουν πίσω τους, ήτοι υπερβαίνουν τον ταπεινωμένο εαυτό τους και ετοιμάζονται για τη στιγμή της μεγάλη εξέγερσης: ζουν και πεθαίνουν συνάμα ως ηρωικά πνεύματα. Τούτο σημαίνει πως παραγκωνίζουν συνειδητά κάθε είδους χρηστομάθεια και χριστολογία, συντρίβουν μέσα τους και έξω τους κάθε ιδεαλιστικό, μεταφυσικό, μαζικό στερεότυπο, αχρηστεύουν εν έργω κάθε είδους προσταχτικό καθωσπρεπισμό, προκειμένου να φτάσουν στην αντίπερα όχθη που βρίσκεται ο υπεράνθρωπος. Ο Νίτσε συνοψίζει όλο αυτό το πνεύμα στις φράσεις, ανάμεσα στις άλλες, του ομιλήματος 4: «εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον», «όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του» και σε όλες που ακολουθούν ως το τέλος του εν λόγω ομιλήματος. Στη συνάφεια τούτη, η ως άνω στιγμή είναι τέτοια, ως επιφάνεια. Επιφάνεια όχι με το τρέχον νόημα της συγχρονικότητας ή της αληθοφάνειας, αλλά ως διείσδυση στον χρόνο και στην ιστορία, ιδωμένα στην ολότητά τους. Η στιγμή, ως επιφάνεια, συμβαίνει να εκφράζει τη στιγμιαία φάση της ιστορίας [=την ποιοτική της στιγμή], όπου ο άνθρωπος μπορεί να πραγματώσει τον εαυτό του ως τη μια ή την άλλη επαναστατική αλλαγή.
---------------------
[1] Übergang και Untergang αντιστοίχως. Ο Νίτσε χρησιμοποιεί τους όρους με αλληλοδιάδοχη σημασία. Έτσι ο άνθρωπος είναι Übergang (=υπέρ-βαση, πέρασμα πάνω από …, πέρασμα αντίπερα) και Untergang (=κατά-βαση: πορεία προς τα κάτω, καθοδική, φθίνουσα πορεία, κατάρρευση, δύση).
[2] Falscher Spieler: ανέντιμος παίχτης, αυτός που κλέβει στα χαρτιά.
Έτσι μίλησε Ο Ζαρατούστρα
§1 Πρόλογος: ομιλία 4
«Ο Ζαρατούστρα όμως κοίταζε τον λαό και απορούσε. Στη συνέχεια μίλησε έτσι:
Ο άνθρωπος είναι ένα σχοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο –ένα σχοινί πάνω από μια άβυσσο.
Ένα επικίνδυνο αντίπερα, ένα επικίνδυνο καθοδόν, ένα επικίνδυνο κοίταγμα προς τα πίσω, ένα επικίνδυνο ανατρίχιασμα και σταμάτημα.
Ό,τι είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι ένα γεφύρι και όχι σκοπός: αυτό που είναι αξιαγάπητο στον άνθρωπο είναι πως αυτός είναι μια μετάβαση και μια δύση[1].
Αγαπώ εκείνους που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να δύουν, γιατί είναι αυτοί που περνούν αντίπερα, προς το αντίκρυ μέρος.
Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή αυτοί σέβονται πιο πολύ και είναι βέλη της σφοδρής επιθυμίας για την άλλη όχθη.
Αγαπώ εκείνους που δεν αναζητούν παρευθύς πίσω από τα άστρα μια αιτία για να καταστραφούν και να γίνουν θύματα: αλλά εκείνους που θυσιάζονται στη γη [ή] για τη γη, ώστε η γη κάποτε να γίνει γη του υπεράνθρωπου.
Αγαπώ εκείνον που ζει για να γνωρίσει κι ο οποίος θέλει να γνωρίσει, έτσι ώστε να ζήσει κάποτε ο υπεράνθρωπος. Και έτσι θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που εργάζεται και εφευρίσκει, προκειμένου να χτίσει το σπίτι για τον υπεράνθρωπο και να προετοιμάσει γι’ αυτόν τη γη, τα ζώα και τα φυτά: γιατί έτσι θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που αγαπά την αρετή του: γιατί αρετή είναι θέληση για δύση, για καταστροφή και ένα βέλος του σφοδρού πόθου (Sehnsucht).
Αγαπώ εκείνον που δεν κρατά για τον εαυτό του ούτε μια στάλα πνεύματος, αλλά θέλει να είναι ολοκληρωτικά το πνεύμα της αρετής του: έτσι, ως πνεύμα, αυτός χωρεί πάνω από το γεφύρι.
Αγαπώ εκείνον που καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του: έτσι, αυτός θέλει, για χάρη της αρετής του, να εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον.
Αγαπώ εκείνον που δεν θέλει να έχει πάρα πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερες αρετές από όσο είναι δύο αρετές, επειδή είναι περισσότερο από ένα κόμπος, από τον οποίο κρέμεται η μοίρα.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του σπαταλιέται, που δεν θέλει να του εκφράζουν ευχαριστίες και που δεν δίνει τίποτα πίσω: γιατί πάντοτε χαρίζει και δεν θέλει να διατηρεί τίποτα για τον εαυτό του.
Αγαπώ εκείνον που ντρέπεται, όταν του πέφτει καλή ζαριά, και ο οποίος τότε ρωτά: είμαι ένας κακός παίκτης[2]; –γιατί αυτός θέλει να καταστραφεί, να καταβαραθρωθεί.
Αγαπώ εκείνον που ρίχνει χρυσά λόγια πριν από τις πράξεις του και που εκτελεί πάντα περισσότερα απ’ όσα υπόσχεται: γιατί θέλει την καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που δικαιώνει τους ανθρώπους του μέλλοντος και λυτρώνει εκείνους του παρελθόντος: γιατί θέλει να καταστραφεί από τους συγκαιρινούς του.
Αγαπώ εκείνον που τιμωρεί τον θεό του, επειδή αγαπά τον θεό του: γιατί πρέπει να καταστραφεί από την οργή του θεού του.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμη και στον τραυματισμό του και που μπορεί να καταστραφεί κι από ένα παραμικρό βίωμα: έτσι διαβαίνει πρόθυμα το γεφύρι.
Αγαπώ εκείνον που η ψυχή του ξεχειλίζει, τόσο ώστε να ξαστοχά τον ίδιο του τον εαυτό και όλα τα πράγματα να είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του.
Αγαπώ εκείνον που έχει ελεύθερο πνεύμα κι ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, αλλά η καρδιά του τον σπρώχνει στην καταστροφή.
Αγαπώ όλους εκείνους που μοιάζουν με βαριές σταλαγματιές, που πέφτουν μια μια από το σκοτεινό σύννεφο που κρέμεται πάνω από τους ανθρώπους: αυτοί αναγγέλλουν πως έρχεται ο κεραυνός και χάνονται ως κήρυκες.
Δείτε, είμαι ένας κήρυκας του κεραυνού και μια βαριά σταλαγματιά από το σύννεφο: αυτός όμως ο κεραυνός ονομάζεται υπεράνθρωπος».
§2 Ερμηνεία–κατανόηση:
«από την κοπαδιαστή στην ηρωική στιγμή του ανθρώπου»
1. Είδαμε στο τέλος της ομιλίας 3 [=στην προηγούμενη ανάρτηση για τον Ζαρατούστρα] το πλήθος να γελά με τον Ζαρατούστρα, που τους μιλούσε για τον σχοινοβάτη. Ο Ζαρατούστρα απορεί για την αντίδραση του λαού. Ωστόσο δεν σταματά την ομιλία του: στέκεται μπροστά του, τον κοιτάζει και συνεχίζει. Περιγράφει τον άνθρωπο ως ένα σχοινί. Το σύμβολο του σχοινιού υποδηλώνει κίνδυνο. Ως ένα σχοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ο άνθρωπος είναι μια επικίνδυνη κατάσταση ανάμεσα σε αυτό που ήταν πάντοτε και σε αυτό που πάντοτε μπόρεσε να γίνει.
2. Το χαρακτηριστικό στοιχείο, με βάση το οποίο αποτιμά ο Ζαρατούστρα ότι αξίζει να αγαπά τους ανθρώπους μέσα στον ως άνω κίνδυνο, είναι η δυνατότητά τους να αρνούνται τον παρόντα, γεμάτο αυταπάτες, εαυτό τους, να δύουν, και να μεταβαίνουν στην κατάσταση του υπερανθρώπου. Η άρνηση τούτη δεν νοείται με το κοινό ή με το διαλεκτικό νόημα, αλλά με το νόημα της δημιουργίας. Η δημιουργία τούτη, σύμφωνα με το καθιερωμένο credo του ανθρώπου, εκπορεύεται από τον θεό, λογίζεται έργο του. Τη θέση τώρα του θεού την παίρνει ο άνθρωπος ως υπερ-άνθρωπος. Αλλά και τούτο δεν ιδιάζει στον άνθρωπο εν γένει, αλλά σε εκείνον, όπως τον συλλαμβάνει ο Νίτσε ως άνθρωπο που αντλεί από τον εαυτό του τη βούληση της δύναμης να δύει.
3. Αυτός ο δύων άνθρωπος δεν είναι ο θνητός που ζει και αποθνήσκει με μοναδική του έγνοια πως θα κυριαρχήσει επί του άλλου· που εξαντλεί τη δύναμή του στη διαπάλη για επικράτηση του δίκαιου του ισχυροτέρου. Απεναντίας είναι εκείνος που δύει, που αρνείται δηλαδή να είναι ένα δουλικό, περιφρονημένο εξάρτημα ενός υποτιθέμενου αθάνατου θεού, έξωθεν εισαγόμενου, ή πειθήνιο εξάρτημα ποικίλων ανταγωνιστικών σχέσεων επομένως, όντας μόνο τέτοιος δύων, δύναται να ανατείλει ως υπερ-άνθρωπος: ως μεγάλος καταφρονητής της σκλάβας συνθήκης του, που μόλις εν-τοπίσαμε, ως αρνητής κάθε υπερβατικότητας, ως φορέας της δημιουργικής βούλησης, της βούλησης για δύναμη του εαυτού του, της βούλησης να μην είναι ή να μη γίνεται θύμα.
4. Η βούληση για δύση του εν τέλει νοείται ή εκδηλώνεται ως βούλησή του να εγκαθιδρύσει στο κέντρο της γης τον υπερ-άνθρωπο, δηλαδή τον υπερ-εαυτό του: τον εαυτό πέρα και πάνω από τα δεσμά της ηθικής των δούλων και της μαζικής κουλτούρας των εθελόδουλων αμνών. Άρα δύναται να γίνει υπερ-εαυτός, όταν είναι απαλλαγμένος από κάθε ψευδαίσθηση, καταναγκασμό, εξαναγκασμό, δουλικότητα, ηθικολογικό υπολογισμό, σαν αυτό, ας πούμε, του χριστιανικού κηρύγματος για αγάπη προς τον πλησίον και προς τον θεό. Αντί, επομένως να αγαπά τον πλησίον του κ.λπ., υπό τη μορφή της τεθλιμμένης ύπαρξης, που ψάχνει μια παρόμοια ανήμπορη ύπαρξη για να κλαίνε από κοινού τη μοίρα τους, χρειάζεται και αξίζει να ενεργεί ως ελεύθερο πνεύμα: να γίνεται ο ίδιος δημιουργός της μοίρας του. Πώς; Με το να «καθιστά την αρετή του κλίση του και μοίρα του».
5. Αλλά ποια αρετή; Όχι ασφαλώς τη μια ή την άλλη από τις επί μέρους παραδοσιακές αρετές, αλλά την ακρότατη στιγμή του επικνδύνως και γι’ αυτό ηρωικώς, δηλ. ελευθέρως, πράττειν. Τη στιγμή, με άλλα λόγια, που ο άνθρωπος καλείται να βαδίσει πάνω στο προαναφερθέν τεντωμένο σχοινί, τότε που γίνεται σχοινοβάτης, ήτοι σχοινο-χορευτής –δες ανάρτηση για Ζαρατούστρα 3– της ιστορίας και της ζωής. Ετούτο το σχοινί είναι το γεφύρι, που διασχίζει μόνο ο ηρωικός άνθρωπος –όχι όμως και το κοπάδι– χωρίς να ρωτά που βγάζει παρά μόνο ρισκάρει. Το κοπάδι, ο αγελαίος συρφετός, δεν μπορεί ούτε θέλει να το διασχίσει, επειδή δεν ενεργεί ηρωικά: επιλέγει την απάθεια και την εξουθένωση σώματος και ψυχής από τους δυνάστες του.
6. Το ρίσκο, ο κίνδυνος, είναι ίδιον εκείνων που ξεχνούν, αφήνουν πίσω τους, ήτοι υπερβαίνουν τον ταπεινωμένο εαυτό τους και ετοιμάζονται για τη στιγμή της μεγάλη εξέγερσης: ζουν και πεθαίνουν συνάμα ως ηρωικά πνεύματα. Τούτο σημαίνει πως παραγκωνίζουν συνειδητά κάθε είδους χρηστομάθεια και χριστολογία, συντρίβουν μέσα τους και έξω τους κάθε ιδεαλιστικό, μεταφυσικό, μαζικό στερεότυπο, αχρηστεύουν εν έργω κάθε είδους προσταχτικό καθωσπρεπισμό, προκειμένου να φτάσουν στην αντίπερα όχθη που βρίσκεται ο υπεράνθρωπος. Ο Νίτσε συνοψίζει όλο αυτό το πνεύμα στις φράσεις, ανάμεσα στις άλλες, του ομιλήματος 4: «εξακολουθεί να ζει και να μη ζει πλέον», «όλα τα πράγματα γίνονται η καταστροφή του» και σε όλες που ακολουθούν ως το τέλος του εν λόγω ομιλήματος. Στη συνάφεια τούτη, η ως άνω στιγμή είναι τέτοια, ως επιφάνεια. Επιφάνεια όχι με το τρέχον νόημα της συγχρονικότητας ή της αληθοφάνειας, αλλά ως διείσδυση στον χρόνο και στην ιστορία, ιδωμένα στην ολότητά τους. Η στιγμή, ως επιφάνεια, συμβαίνει να εκφράζει τη στιγμιαία φάση της ιστορίας [=την ποιοτική της στιγμή], όπου ο άνθρωπος μπορεί να πραγματώσει τον εαυτό του ως τη μια ή την άλλη επαναστατική αλλαγή.
---------------------
[1] Übergang και Untergang αντιστοίχως. Ο Νίτσε χρησιμοποιεί τους όρους με αλληλοδιάδοχη σημασία. Έτσι ο άνθρωπος είναι Übergang (=υπέρ-βαση, πέρασμα πάνω από …, πέρασμα αντίπερα) και Untergang (=κατά-βαση: πορεία προς τα κάτω, καθοδική, φθίνουσα πορεία, κατάρρευση, δύση).
[2] Falscher Spieler: ανέντιμος παίχτης, αυτός που κλέβει στα χαρτιά.
ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (582d-583d)
[582d] Ἐμπειρίας μὲν ἄρα, εἶπον, ἕνεκα κάλλιστα τῶν ἀνδρῶν κρίνει οὗτος.
Πολύ γε.
Καὶ μὴν μετά γε φρονήσεως μόνος ἔμπειρος γεγονὼς ἔσται.
Τί μήν;
Ἀλλὰ μὴν καὶ δι᾽ οὗ γε δεῖ ὀργάνου κρίνεσθαι, οὐ τοῦ φιλοκερδοῦς τοῦτο ὄργανον οὐδὲ τοῦ φιλοτίμου, ἀλλὰ τοῦ φιλοσόφου.
Τὸ ποῖον;
Διὰ λόγων που ἔφαμεν δεῖν κρίνεσθαι. ἦ γάρ;
Ναί.
Λόγοι δὲ τούτου μάλιστα ὄργανον.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Οὐκοῦν εἰ μὲν πλούτῳ καὶ κέρδει ἄριστα ἐκρίνετο τὰ [582e] κρινόμενα, ἃ ἐπῄνει ὁ φιλοκερδὴς καὶ ἔψεγεν, ἀνάγκη ἂν ἦν ταῦτα ἀληθέστατα εἶναι.
Πολλή γε.
Εἰ δὲ τιμῇ τε καὶ νίκῃ καὶ ἀνδρείᾳ, ἆρ᾽ οὐχ ἃ ὁ φιλότιμός τε καὶ φιλόνικος;
Δῆλον.
Ἐπειδὴ δ᾽ ἐμπειρίᾳ καὶ φρονήσει καὶ λόγῳ;
Ἀνάγκη, ἔφη, ἃ ὁ φιλόσοφός τε καὶ ὁ φιλόλογος ἐπαινεῖ, ἀληθέστατα εἶναι.
[583a] Τριῶν ἄρ᾽ οὐσῶν τῶν ἡδονῶν ἡ τούτου τοῦ μέρους τῆς ψυχῆς ᾧ μανθάνομεν ἡδίστη ἂν εἴη, καὶ ἐν ᾧ ἡμῶν τοῦτο ἄρχει, ὁ τούτου βίος ἥδιστος;
Πῶς δ᾽ οὐ μέλλει; ἔφη· κύριος γοῦν ἐπαινέτης ὢν ἐπαινεῖ τὸν ἑαυτοῦ βίον ὁ φρόνιμος.
Τίνα δὲ δεύτερον, εἶπον, βίον καὶ τίνα δευτέραν ἡδονήν φησιν ὁ κριτὴς εἶναι;
Δῆλον ὅτι τὴν τοῦ πολεμικοῦ τε καὶ φιλοτίμου· ἐγγυτέρω γὰρ αὐτοῦ ἐστιν ἢ ἡ τοῦ χρηματιστοῦ.
Ὑστάτην δὴ τὴν τοῦ φιλοκερδοῦς, ὡς ἔοικεν.
Τί μήν; ἦ δ᾽ ὅς.
[583b] Ταῦτα μὲν τοίνυν οὕτω δύ᾽ ἐφεξῆς ἂν εἴη καὶ δὶς νενικηκὼς ὁ δίκαιος τὸν ἄδικον· τὸ δὲ τρίτον ὀλυμπικῶς τῷ σωτῆρί τε καὶ τῷ Ὀλυμπίῳ Διί, ἄθρει ὅτι οὐδὲ παναληθής ἐστιν ἡ τῶν ἄλλων ἡδονὴ πλὴν τῆς τοῦ φρονίμου οὐδὲ καθαρά, ἀλλ᾽ ἐσκιαγραφημένη τις, ὡς ἐγὼ δοκῶ μοι τῶν σοφῶν τινος ἀκηκοέναι. καίτοι τοῦτ᾽ ἂν εἴη μέγιστόν τε καὶ κυριώτατον τῶν πτωμάτων.
Πολύ γε· ἀλλὰ πῶς λέγεις;
[583c] Ὧδ᾽, εἶπον, ἐξευρήσω, σοῦ ἀποκρινομένου ζητῶν ἅμα.
Ἐρώτα δή, ἔφη.
Λέγε δή, ἦν δ᾽ ἐγώ· οὐκ ἐναντίον φαμὲν λύπην ἡδονῇ;
Καὶ μάλα.
Οὐκοῦν καὶ τὸ μήτε χαίρειν μήτε λυπεῖσθαι εἶναί τι;
Εἶναι μέντοι.
Μεταξὺ τούτοιν ἀμφοῖν ἐν μέσῳ ὂν ἡσυχίαν τινὰ περὶ ταῦτα τῆς ψυχῆς; ἢ οὐχ οὕτως αὐτὸ λέγεις;
Οὕτως, ἦ δ᾽ ὅς.
Ἆρ᾽ οὖν μνημονεύεις, ἦν δ᾽ ἐγώ, τοὺς τῶν καμνόντων λόγους, οὓς λέγουσιν ὅταν κάμνωσιν;
Ποίους;
Ὡς οὐδὲν ἄρα ἐστὶν ἥδιον τοῦ ὑγιαίνειν, ἀλλὰ σφᾶς [583d] ἐλελήθει, πρὶν κάμνειν, ἥδιστον ὄν.
Μέμνημαι, ἔφη.
Οὐκοῦν καὶ τῶν περιωδυνίᾳ τινὶ ἐχομένων ἀκούεις λεγόντων ὡς οὐδὲν ἥδιον τοῦ παύσασθαι ὀδυνώμενον;
Ἀκούω.
Καὶ ἐν ἄλλοις γε οἶμαι πολλοῖς τοιούτοις αἰσθάνῃ γιγνομένους τοὺς ἀνθρώπους, ἐν οἷς, ὅταν λυπῶνται, τὸ μὴ λυπεῖσθαι καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τοιούτου ἐγκωμιάζουσιν ὡς ἥδιστον, οὐ τὸ χαίρειν.
Τοῦτο γάρ, ἔφη, τότε ἡδὺ ἴσως καὶ ἀγαπητὸν γίγνεται, ἡσυχία.
Καὶ μὴν μετά γε φρονήσεως μόνος ἔμπειρος γεγονὼς ἔσται.
Τί μήν;
Ἀλλὰ μὴν καὶ δι᾽ οὗ γε δεῖ ὀργάνου κρίνεσθαι, οὐ τοῦ φιλοκερδοῦς τοῦτο ὄργανον οὐδὲ τοῦ φιλοτίμου, ἀλλὰ τοῦ φιλοσόφου.
Τὸ ποῖον;
Διὰ λόγων που ἔφαμεν δεῖν κρίνεσθαι. ἦ γάρ;
Ναί.
Λόγοι δὲ τούτου μάλιστα ὄργανον.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Οὐκοῦν εἰ μὲν πλούτῳ καὶ κέρδει ἄριστα ἐκρίνετο τὰ [582e] κρινόμενα, ἃ ἐπῄνει ὁ φιλοκερδὴς καὶ ἔψεγεν, ἀνάγκη ἂν ἦν ταῦτα ἀληθέστατα εἶναι.
Πολλή γε.
Εἰ δὲ τιμῇ τε καὶ νίκῃ καὶ ἀνδρείᾳ, ἆρ᾽ οὐχ ἃ ὁ φιλότιμός τε καὶ φιλόνικος;
Δῆλον.
Ἐπειδὴ δ᾽ ἐμπειρίᾳ καὶ φρονήσει καὶ λόγῳ;
Ἀνάγκη, ἔφη, ἃ ὁ φιλόσοφός τε καὶ ὁ φιλόλογος ἐπαινεῖ, ἀληθέστατα εἶναι.
[583a] Τριῶν ἄρ᾽ οὐσῶν τῶν ἡδονῶν ἡ τούτου τοῦ μέρους τῆς ψυχῆς ᾧ μανθάνομεν ἡδίστη ἂν εἴη, καὶ ἐν ᾧ ἡμῶν τοῦτο ἄρχει, ὁ τούτου βίος ἥδιστος;
Πῶς δ᾽ οὐ μέλλει; ἔφη· κύριος γοῦν ἐπαινέτης ὢν ἐπαινεῖ τὸν ἑαυτοῦ βίον ὁ φρόνιμος.
Τίνα δὲ δεύτερον, εἶπον, βίον καὶ τίνα δευτέραν ἡδονήν φησιν ὁ κριτὴς εἶναι;
Δῆλον ὅτι τὴν τοῦ πολεμικοῦ τε καὶ φιλοτίμου· ἐγγυτέρω γὰρ αὐτοῦ ἐστιν ἢ ἡ τοῦ χρηματιστοῦ.
Ὑστάτην δὴ τὴν τοῦ φιλοκερδοῦς, ὡς ἔοικεν.
Τί μήν; ἦ δ᾽ ὅς.
[583b] Ταῦτα μὲν τοίνυν οὕτω δύ᾽ ἐφεξῆς ἂν εἴη καὶ δὶς νενικηκὼς ὁ δίκαιος τὸν ἄδικον· τὸ δὲ τρίτον ὀλυμπικῶς τῷ σωτῆρί τε καὶ τῷ Ὀλυμπίῳ Διί, ἄθρει ὅτι οὐδὲ παναληθής ἐστιν ἡ τῶν ἄλλων ἡδονὴ πλὴν τῆς τοῦ φρονίμου οὐδὲ καθαρά, ἀλλ᾽ ἐσκιαγραφημένη τις, ὡς ἐγὼ δοκῶ μοι τῶν σοφῶν τινος ἀκηκοέναι. καίτοι τοῦτ᾽ ἂν εἴη μέγιστόν τε καὶ κυριώτατον τῶν πτωμάτων.
Πολύ γε· ἀλλὰ πῶς λέγεις;
[583c] Ὧδ᾽, εἶπον, ἐξευρήσω, σοῦ ἀποκρινομένου ζητῶν ἅμα.
Ἐρώτα δή, ἔφη.
Λέγε δή, ἦν δ᾽ ἐγώ· οὐκ ἐναντίον φαμὲν λύπην ἡδονῇ;
Καὶ μάλα.
Οὐκοῦν καὶ τὸ μήτε χαίρειν μήτε λυπεῖσθαι εἶναί τι;
Εἶναι μέντοι.
Μεταξὺ τούτοιν ἀμφοῖν ἐν μέσῳ ὂν ἡσυχίαν τινὰ περὶ ταῦτα τῆς ψυχῆς; ἢ οὐχ οὕτως αὐτὸ λέγεις;
Οὕτως, ἦ δ᾽ ὅς.
Ἆρ᾽ οὖν μνημονεύεις, ἦν δ᾽ ἐγώ, τοὺς τῶν καμνόντων λόγους, οὓς λέγουσιν ὅταν κάμνωσιν;
Ποίους;
Ὡς οὐδὲν ἄρα ἐστὶν ἥδιον τοῦ ὑγιαίνειν, ἀλλὰ σφᾶς [583d] ἐλελήθει, πρὶν κάμνειν, ἥδιστον ὄν.
Μέμνημαι, ἔφη.
Οὐκοῦν καὶ τῶν περιωδυνίᾳ τινὶ ἐχομένων ἀκούεις λεγόντων ὡς οὐδὲν ἥδιον τοῦ παύσασθαι ὀδυνώμενον;
Ἀκούω.
Καὶ ἐν ἄλλοις γε οἶμαι πολλοῖς τοιούτοις αἰσθάνῃ γιγνομένους τοὺς ἀνθρώπους, ἐν οἷς, ὅταν λυπῶνται, τὸ μὴ λυπεῖσθαι καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τοιούτου ἐγκωμιάζουσιν ὡς ἥδιστον, οὐ τὸ χαίρειν.
Τοῦτο γάρ, ἔφη, τότε ἡδὺ ἴσως καὶ ἀγαπητὸν γίγνεται, ἡσυχία.
***
[582d] Επομένως, όσο εξαρτάται από την εμπειρία, ο φιλόσοφος είναι σε θέση να κρίνει πολύ καλύτερα από τους δύο άλλους.Χωρίς καμίαν αντίρρηση.
Μάλιστα θα είναι και ο μόνος που με την εμπειρία συνδυάζει και τη φρόνηση.
Πώς;
Γιατί και το όργανο με το οποίο μπορούμε να κρίνομε ορθά δεν ανήκει στον φιλοκερδή ούτε στον φιλόδοξο αλλ᾽ αποκλειστικά στον φιλόσοφο.
Ποιό εννοείς;
Δεν είπαμε ότι χρειάζεται ο ορθός λόγος για να κρίνομε σωστά;
Ναι.
Ακριβώς όμως τούτου (του φιλοσόφου) κύριο όργανο είναι ο ορθός λόγος.
Πώς όχι;
Λοιπόν, αν με όργανο τα πλούτη και το κέρδος μπορούσαμε να κρίνομε σωστά [582e] τα πράγματα, όσα θα επαινούσε ή θα έψεγε ο φιλοκερδής, κατ᾽ ανάγκη θα ήσαν και τα πιο αληθινά.
Βέβαια.
Αν πάλι όργανο ήταν η νίκη και η ανδρεία, τότε δεν θα ήσαν πιο αληθινά όσα θα επαινούσε ή θα έψεγε ο φιλόδοξος και ο φιλόνικος;
Φανερό.
Αφού όμως τα πράγματα κρίνονται με την εμπειρία, τη φρόνηση και τον ορθό λόγο;
Τότε κατ᾽ ανάγκη αληθέστατα είναι όσα επαινεί ο φιλόσοφος, του ορθού λόγου ο φίλος.
[583a] Επομένως, από τις τρεις ηδονές της ψυχής, γλυκύτερη είναι η ηδονή τούτου του μέρους της ψυχής με το οποίο αποκτούμε τη μάθηση, κι εκείνος ο άνθρωπος που μέσα του δεσπόζει το μέρος τούτο θα ζει τη γλυκύτερη ζωή;
Πώς μπορεί να είναι αλλιώς; απόδειξη ότι μόνος αρμόδιος στον έπαινο, ο φρόνιμος άνθρωπος, επαινεί τον δικό του βίο.
Και ποιόν βίο και ποιάν ηδονή βάζει σε δεύτερη σειρά ο κριτής;
Φυσικά την ηδονή του πολεμικού και του φιλόδοξου· γιατί αυτή βρίσκεται πλησιέστερα προς τη δική του από την ηδονή του χρηματιστή.
Ώστε, καθώς φαίνεται, στην ηδονή του φιλοκερδούς θα δίνει την τελευταία θέση;
Χωρίς αμφιβολία.
Τρίτη απόδειξη: μόνο του φρονίμου η ηδονή είναι αληθινή και καθαρή
[583b] Νά λοιπόν δύο αλλεπάλληλες αποδείξεις που ισοδυναμούν με δύο νίκες του δίκαιου κατά του άδικου· αλλά και τρίτη ακόμη νίκη θα κερδίσει και προσευχήσου, όπως είναι έθιμο ολυμπιακό, στον Ολύμπιο τον σωτήρα την εξής: Κάθε άλλη ηδονή, εκτός από την ηδονή του φρονίμου, δεν είναι εντελώς αληθινή και καθαρή, αλλ᾽ απλώς μια σκιαγραφία ηδονής, καθώς θυμάμαι ν᾽ άκουσα από κάποιον σοφό. Αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη και τελειωτική ήττα του άδικου.
Βέβαια· αλλά πώς το αποδείχνεις;
[583c] Εσύ αποκρίνου στις ερωτήσεις μου και ψάχνοντας θα το βρω.
Ρώτα με λοιπόν.
Σε ρωτώ· τη λύπη δεν τη λέμε αντίθετη της ηδονής;
Με το παραπάνω.
Δεν υπάρχει όμως και μια κατάσταση, όπου ούτε χαιρόμαστε ούτε λυπούμαστε;
Μάλιστα υπάρχει.
Και η κατάσταση αυτή, καθώς βρίσκεται στη μέση μεταξύ ηδονής και λύπης, είναι κάτι σαν ησυχία της ψυχής απέναντι και στις δύο· ή δεν είναι αυτή η ιδέα σου;
Αυτή μάλιστα.
Θυμάσαι τάχα τους λόγους που λένε οι άρρωστοι κατά την αρρώστια τους;
Ποιούς λόγους;
Ότι δεν υπάρχει πιο γλυκό πράγμα από την υγεία, αλλά δεν ήσαν [583d] σε θέση να ξέρουν όλη την αξία του πριν αρρωστήσουν.
Ναι, τους θυμάμαι.
Δεν άκουσες ακόμη και κείνους που υποφέρουν από καμιά μεγάλη λύπη να λένε ότι τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από το να πάψουν να υποφέρουν;
Το έχω ακούσει.
Και σε πολλές άλλες τέτοιες περιστάσεις κάνουν, νομίζω, το ίδιο οι άνθρωποι· όταν λυπούνται, εγκωμιάζουν ως το πιο γλυκό πράγμα την απαλλαγή από τη λύπη, και την ησυχία, όχι τη χαρά.
Γιατί αυτό ίσως τους φαίνεται τότε γλυκό και ευχάριστο πράγμα, η ησυχία.
Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Κύκλωψ (608-623)
ΧΟ. λήψεται τὸν τράχηλον
τον αφιλόξενον ανθρωποφάγο η πυράγρα·
610το μάτι του, που βλέπει φως, θα του το φάει η φλόγα.
Κρυμμένος μες στην ανθρακιά τον περιμένει
κλάδος πελώριος από δρυ,
615δαυλί πυρακτωμένο.
Εμπρός, θεούλη του κρασιού, έλα, προχώρα,
ξερίζωσε του λυσσασμένου Κύκλωπα το μάτι·
ξινό και μαύρο θενα του βγει το κρασί.
620Κι εγώ τον Βάκχο μου στεφανωμένο με κισσό,
που τόσο μου ᾽χει λείψει, να τον ξανάβρω λαχταρώ,
να φύγω από τούτη την κυκλώπεια ερημιά.
Άραγε θά ᾽ρθει, θα φανεί άραγε κείνη η μέρα;
ἐντόνως ὁ καρκίνος
610 τοῦ ξενοδαιτυμόνος· πυρὶ γὰρ τάχα
φωσφόρους ὀλεῖ κόρας.
ἤδη δαλὸς ἠνθρακωμένος
615 κρύπτεται ἐς σποδιάν, δρυὸς ἄσπετον
ἔρνος. ἀλλ᾽ ἴτω Μάρων, πρασσέτω,
μαινομένου ᾽ξελέτω βλέφαρον
Κύκλωπος, ὡς πίηι κακῶς.
620 κἀγὼ τὸν φιλοκισσοφόρον Βρόμιον
ποθεινὸν εἰσιδεῖν θέλω,
Κύκλωπος λιπὼν ἐρημίαν·
ἆρ᾽ ἐς τοσόνδ᾽ ἀφίξομαι;
610 τοῦ ξενοδαιτυμόνος· πυρὶ γὰρ τάχα
φωσφόρους ὀλεῖ κόρας.
ἤδη δαλὸς ἠνθρακωμένος
615 κρύπτεται ἐς σποδιάν, δρυὸς ἄσπετον
ἔρνος. ἀλλ᾽ ἴτω Μάρων, πρασσέτω,
μαινομένου ᾽ξελέτω βλέφαρον
Κύκλωπος, ὡς πίηι κακῶς.
620 κἀγὼ τὸν φιλοκισσοφόρον Βρόμιον
ποθεινὸν εἰσιδεῖν θέλω,
Κύκλωπος λιπὼν ἐρημίαν·
ἆρ᾽ ἐς τοσόνδ᾽ ἀφίξομαι;
***
ΧΟΡ. Γεμάτα απ᾽ τον λαιμό θα τον αρπάξειτον αφιλόξενον ανθρωποφάγο η πυράγρα·
610το μάτι του, που βλέπει φως, θα του το φάει η φλόγα.
Κρυμμένος μες στην ανθρακιά τον περιμένει
κλάδος πελώριος από δρυ,
615δαυλί πυρακτωμένο.
Εμπρός, θεούλη του κρασιού, έλα, προχώρα,
ξερίζωσε του λυσσασμένου Κύκλωπα το μάτι·
ξινό και μαύρο θενα του βγει το κρασί.
620Κι εγώ τον Βάκχο μου στεφανωμένο με κισσό,
που τόσο μου ᾽χει λείψει, να τον ξανάβρω λαχταρώ,
να φύγω από τούτη την κυκλώπεια ερημιά.
Άραγε θά ᾽ρθει, θα φανεί άραγε κείνη η μέρα;
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πότε γεννήθηκε και πότε πρωτογράφτηκε η Ελληνική γλώσσα
4.3 Γραμμική Β: μια ελλειπτική γραφή
Αλλά η γραμμική Β εμφανίζει και άλλες ιδιαιτερότητες (ίσως για τον ίδιο λόγο) που την κάνουν ένα δύσκολο και ελλειπτικό σύστημα γραφής. Έτσι, δεν σημειώνονται σε αυτήν τα τελικά σύμφωνα. Η λέξη θυγάτηρ, π.χ., που σημαίνει στα αρχαία Ελληνικά ό,τι και στα νέα, τη θυγατέρα, γράφεται στη γραμμική Β tu-ka-te, χωρίς σημάδι για το τελικό ρ. Εδώ θα προσέξετε ότι γίνεται και κάτι άλλο. Το θ (που στα αρχαία ελληνικά, όπως θα δούμε, προφερόταν ως [th]) δεν διακρίνεται από το τ, όπως το βρίσκουμε στη λέξη ti-ri-po-de. Έτσι, λοιπόν, τα σύμβολα ta, te, ti, to, tu μπορούν να διαβαστούν είτε ως θα, θε, θι, θο, θυ = [tha], [the], [thi], [tho], [thu] (θυμηθείτε ότι το υ παριστάνει το φωνήεν [u]), είτε ως τα, τε, τι, το, τυ = [ta], [te], [ti], [to], [tu]. Για να καταλάβετε τί σημαίνει αυτό σκεφτείτε τις δύο λέξεις της νέας ελληνικής τάμα και θάμα (π.χ. πράματα και θάματα 'θαύματα'). Οι δυο αυτές λέξεις διαφέρουν ως προς τα αρχικά τους σύμφωνα, και αυτή η διαφορά είναι που δημιουργεί τις διαφορετικές σημασίες τους (θυμηθείτε τί λέγαμε γι' αυτό το ζήτημα στο δεύτερο κεφάλαιο). Οι δυο αυτές λέξεις, αν τις γράφαμε με το σύστημα της γραμμικής Β, δεν θα διέφεραν καθόλου - θα γράφονταν με τον ίδιο τρόπο: ta-ma.
Καταλαβαίνετε το πρόβλημα που δημιουργεί μια τέτοια ασάφεια. Δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για ποια λέξη πρόκειται, εκτός αν βοηθά το υπόλοιπο κείμενο (αυτό που ονομάζουμε συμφραζόμενα). Και αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε τα κείμενα αυτά. Για τους ίδιους τους Μυκηναίους αυτό δεν θα πρέπει να ήταν πρόβλημα. Η γραφή δεν είχε πλατιά διάδοση, όπως θα γίνει αργότερα με την αλφαβητική γραφή και έως τις μέρες μας. Ήταν κτήμα μιας περιορισμένης ομάδας ειδικών, των γραφέων, που κατέγραφαν ένα περιορισμένο φάσμα πληροφοριών (λογιστικούς καταλόγους προϊόντων, προσώπων κλπ.). Οι κατάλογοι αυτοί, με το περιορισμένο περιεχόμενο, δεν απευθύνονταν σε ένα ευρύ κοινό αλλά στη «γραφειοκρατία» των ανακτόρων. Έτσι, δεν υπήρχε πρόβλημα συνεννόησης και κατανόησης, παρά τις ασάφειες του συστήματος γραφής, όπως δεν υπάρχει σήμερα πρόβλημα κατανόησης για έναν επιχειρηματία που διαβάζει τα λογιστικά έγγραφα που του δίνει το λογιστήριό του. Ξέρει για ποιο πράγμα γίνεται λόγος και δεν τον εμποδίζει ο συντομογραφικός ή και ελλειπτικός τρόπος γραφής ενός λογιστικού εγγράφου. Για κάποιον όμως «απ' έξω», τα λογιστικά αυτά έγγραφα είναι «σκοτεινά» με έναν τρόπο που δεν διαφέρει πολύ από τα αντίστοιχα προβλήματα που δημιουργούν τα κείμενα της γραμμικής Β.
Αυτό λοιπόν που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής χωρίς υπερβολική ασάφεια και ελλειπτικότητα γεννιέται όταν διευρύνεται το είδος της πληροφορίας που καταγράφεται. Η διεύρυνση αυτή σημαίνει ότι οι αποδέκτες, αλλά και οι κάτοχοι της γνώσης της γραφής (του γραμματισμού, όπως λέμε), δεν περιορίζονται σε μια μικρή, προνομιούχα ομάδα ειδικών αλλά επεκτείνονται σε ευρύτατες ομάδες ανθρώπων. Η διεύρυνση στο είδος της πληροφορίας που καταγράφεται συμβαδίζει λοιπόν με τη διεύρυνση του κοινού που διαβάζει. Έτσι γεννιέται η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που απεικονίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον λόγο. Και αυτό βέβαια είναι το αλφαβητικό, για το οποίο έχουμε ήδη μιλήσει και θα μιλήσουμε αναλυτικότερα σε επόμενο άρθρο.
Αλλά η γραμμική Β εμφανίζει και άλλες ιδιαιτερότητες (ίσως για τον ίδιο λόγο) που την κάνουν ένα δύσκολο και ελλειπτικό σύστημα γραφής. Έτσι, δεν σημειώνονται σε αυτήν τα τελικά σύμφωνα. Η λέξη θυγάτηρ, π.χ., που σημαίνει στα αρχαία Ελληνικά ό,τι και στα νέα, τη θυγατέρα, γράφεται στη γραμμική Β tu-ka-te, χωρίς σημάδι για το τελικό ρ. Εδώ θα προσέξετε ότι γίνεται και κάτι άλλο. Το θ (που στα αρχαία ελληνικά, όπως θα δούμε, προφερόταν ως [th]) δεν διακρίνεται από το τ, όπως το βρίσκουμε στη λέξη ti-ri-po-de. Έτσι, λοιπόν, τα σύμβολα ta, te, ti, to, tu μπορούν να διαβαστούν είτε ως θα, θε, θι, θο, θυ = [tha], [the], [thi], [tho], [thu] (θυμηθείτε ότι το υ παριστάνει το φωνήεν [u]), είτε ως τα, τε, τι, το, τυ = [ta], [te], [ti], [to], [tu]. Για να καταλάβετε τί σημαίνει αυτό σκεφτείτε τις δύο λέξεις της νέας ελληνικής τάμα και θάμα (π.χ. πράματα και θάματα 'θαύματα'). Οι δυο αυτές λέξεις διαφέρουν ως προς τα αρχικά τους σύμφωνα, και αυτή η διαφορά είναι που δημιουργεί τις διαφορετικές σημασίες τους (θυμηθείτε τί λέγαμε γι' αυτό το ζήτημα στο δεύτερο κεφάλαιο). Οι δυο αυτές λέξεις, αν τις γράφαμε με το σύστημα της γραμμικής Β, δεν θα διέφεραν καθόλου - θα γράφονταν με τον ίδιο τρόπο: ta-ma.
Καταλαβαίνετε το πρόβλημα που δημιουργεί μια τέτοια ασάφεια. Δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για ποια λέξη πρόκειται, εκτός αν βοηθά το υπόλοιπο κείμενο (αυτό που ονομάζουμε συμφραζόμενα). Και αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε τα κείμενα αυτά. Για τους ίδιους τους Μυκηναίους αυτό δεν θα πρέπει να ήταν πρόβλημα. Η γραφή δεν είχε πλατιά διάδοση, όπως θα γίνει αργότερα με την αλφαβητική γραφή και έως τις μέρες μας. Ήταν κτήμα μιας περιορισμένης ομάδας ειδικών, των γραφέων, που κατέγραφαν ένα περιορισμένο φάσμα πληροφοριών (λογιστικούς καταλόγους προϊόντων, προσώπων κλπ.). Οι κατάλογοι αυτοί, με το περιορισμένο περιεχόμενο, δεν απευθύνονταν σε ένα ευρύ κοινό αλλά στη «γραφειοκρατία» των ανακτόρων. Έτσι, δεν υπήρχε πρόβλημα συνεννόησης και κατανόησης, παρά τις ασάφειες του συστήματος γραφής, όπως δεν υπάρχει σήμερα πρόβλημα κατανόησης για έναν επιχειρηματία που διαβάζει τα λογιστικά έγγραφα που του δίνει το λογιστήριό του. Ξέρει για ποιο πράγμα γίνεται λόγος και δεν τον εμποδίζει ο συντομογραφικός ή και ελλειπτικός τρόπος γραφής ενός λογιστικού εγγράφου. Για κάποιον όμως «απ' έξω», τα λογιστικά αυτά έγγραφα είναι «σκοτεινά» με έναν τρόπο που δεν διαφέρει πολύ από τα αντίστοιχα προβλήματα που δημιουργούν τα κείμενα της γραμμικής Β.
Αυτό λοιπόν που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής χωρίς υπερβολική ασάφεια και ελλειπτικότητα γεννιέται όταν διευρύνεται το είδος της πληροφορίας που καταγράφεται. Η διεύρυνση αυτή σημαίνει ότι οι αποδέκτες, αλλά και οι κάτοχοι της γνώσης της γραφής (του γραμματισμού, όπως λέμε), δεν περιορίζονται σε μια μικρή, προνομιούχα ομάδα ειδικών αλλά επεκτείνονται σε ευρύτατες ομάδες ανθρώπων. Η διεύρυνση στο είδος της πληροφορίας που καταγράφεται συμβαδίζει λοιπόν με τη διεύρυνση του κοινού που διαβάζει. Έτσι γεννιέται η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που απεικονίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον λόγο. Και αυτό βέβαια είναι το αλφαβητικό, για το οποίο έχουμε ήδη μιλήσει και θα μιλήσουμε αναλυτικότερα σε επόμενο άρθρο.
Ευρηματικότητα: Το μεγάλο κλειδί που μας περιμένει να το αξιοποιήσουμε
Είναι πολλές οι φορές που θέλουμε να κάνουμε μια αλλαγή, να πάμε παρακάτω, να βελτιώσουμε την ζωή ή κάποια δράση και τομέα της ζωής μας. Όμως είναι επίσης πολλές οι φορές που φαινομενικά εμφανίζονται εμπόδια τα οποία μας κρατάνε πίσω.
Όλα αυτά είναι οι λεγόμενοι «πόροι», ή όπως αναφέρει κι ο Tony Robbins, τα “resources”. Το μεγαλύτερο “asset” (περιουσιακό στοιχείο, εσωτερική περί-ουσία) όμως αλλά και resource που επίσης αναφέρει, αλλά και υπερβαίνει όλα τα υπόλοιπα, είναι η ευρηματικότητα (resourcefulness).
Επίσης αναφέρει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν μόνο σε δύο καταστάσεις ύπαρξης:
– Όταν είναι σε απόγνωση («αρκετά»), ή
– Όταν είναι σε έμπνευση
Αυτή ακριβώς είναι και η ιστορία του πολυμήχανου Οδυσσέα, στην γνωστή σε όλους μας Οδύσσεια. Αυτή ακριβώς είναι η κωδικοποιημένη ιστορία που μας δείχνει πώς η ανάγκη, το θέλω και το βαθύ «γιατί» του Ήρωά μας, πυροδοτούν την ευρηματικότητα μέσα του. Κανένας φόβος ή δυσκολία δεν είναι μεγαλύτερα από αυτά, και κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στο όραμά του.
Μήπως πρέπει να αφήσουμε για λίγο όλα τα πλασματικά πρότυπα, να εμπνευστούμε από τον Οδυσσέα που βρίσκεται μέσα μας, και να εστιάσουμε όχι στο τι δεν έχουμε και στο τι μας λείπει, αλλά στο τι μπορούμε να κάνουμε με ό,τι έχουμε διαθέσιμο;
Η προσωπική ανάπτυξη και η δύναμη ανέκαθεν υπήρχε μέσα μας. Ήρθε η ώρα να την ξεκλειδώσουμε.
- Χρόνος
- Χρήμα
- Γνωριμίες
- Ενέργεια
- Δεξιότητες
Όλα αυτά είναι οι λεγόμενοι «πόροι», ή όπως αναφέρει κι ο Tony Robbins, τα “resources”. Το μεγαλύτερο “asset” (περιουσιακό στοιχείο, εσωτερική περί-ουσία) όμως αλλά και resource που επίσης αναφέρει, αλλά και υπερβαίνει όλα τα υπόλοιπα, είναι η ευρηματικότητα (resourcefulness).
Επίσης αναφέρει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν μόνο σε δύο καταστάσεις ύπαρξης:
– Όταν είναι σε απόγνωση («αρκετά»), ή
– Όταν είναι σε έμπνευση
Αυτή ακριβώς είναι και η ιστορία του πολυμήχανου Οδυσσέα, στην γνωστή σε όλους μας Οδύσσεια. Αυτή ακριβώς είναι η κωδικοποιημένη ιστορία που μας δείχνει πώς η ανάγκη, το θέλω και το βαθύ «γιατί» του Ήρωά μας, πυροδοτούν την ευρηματικότητα μέσα του. Κανένας φόβος ή δυσκολία δεν είναι μεγαλύτερα από αυτά, και κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στο όραμά του.
Μήπως πρέπει να αφήσουμε για λίγο όλα τα πλασματικά πρότυπα, να εμπνευστούμε από τον Οδυσσέα που βρίσκεται μέσα μας, και να εστιάσουμε όχι στο τι δεν έχουμε και στο τι μας λείπει, αλλά στο τι μπορούμε να κάνουμε με ό,τι έχουμε διαθέσιμο;
Η προσωπική ανάπτυξη και η δύναμη ανέκαθεν υπήρχε μέσα μας. Ήρθε η ώρα να την ξεκλειδώσουμε.
Η Εσωτερική διάσταση της μουσικής και η αρμονία της ζωής
Η τέχνη της μουσικής θεωρήθηκε ιδιαιτέρως θεία, επειδή είναι το ακριβές αντίγραφο του νόμου που λειτουργεί στο σύμπαν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μουσική είναι η γλώσσα της ομορφιάς του Ενός, το οποίον κάθε ψυχή αγαπάει.
Πολλοί την θεωρούν πηγή διασκέδασης, χόμπι ή μια τέχνη όμως για εκείνους που ακολουθούν την εσωτερική ατραπό, η μουσική υπερβαίνει όλες τις τέχνες γιατί μπορεί να εξυψώσει την ψυχή πάνω από τη μορφή. Η αληθινή χρήση της είναι να γίνει κανείς μουσικός στις σκέψεις, στα λόγια και στις πράξεις του.
Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να προσφέρουμε την αρμονία την οποία ποθεί η ψυχή και την οποία επιθυμεί κάθε στιγμή…
Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη μουσικής στο Σύμπαν ο Πλάτωνας την ονόμαζε ως «ομορφιά του Σύμπαντος» κι έλεγε ότι «Η Μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο Σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα».
Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Η μουσική ήταν πάνω από όλα μαθηματικά γιατί οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Ο μεγάλος φιλόσοφος δίδασκε ότι οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους τους οποίους δεν ακούμε. Επίσης πίστευαν ότι όλη η ύλη προήλθε από μουσικές αποχρώσεις, ωστόσο ήταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν μπορούσε να ακούσει παρά μόνο ο πραγματικός Θεουργός.
Αν σταθούμε για λίγο στη γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πέντε συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος.
Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις έρευνές του ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Γης, σχηματίζουν την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.
Για παράδειγμα η τροχιά του 'Αρη σχηματίζει την περιφέρεια ενός τετράεδρου που συμβολίζει το Πυρ. Η τροχιά του Διός σχηματίζει την περιφέρεια ενός κύβου που συμβολίζει τη γη. Η τροχιά της Αφροδίτης σχηματίζει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου που συμβολίζει τον Αέρα, ενώ η τροχιά της Γης σχηματίζει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου που συμβολίζει το Νερό.
Και οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εδώ.
Οι Πυθαγόρειοι ταύτιζαν τους πλανήτες με τις νότες της μουσικής ΝΤΟ, ΡΕ ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευτεί και από σύγχρονους επιστήμονες, δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.
Επίσης η φιλοσοφία της Τετρακτύος πρέσβευε ότι οι ήχοι των ουρανίων σωμάτων συνθέτουν μια κοσμική μουσική, γιατί οι αποστάσεις και οι ταχύτητες των πλανητών και των απλανών αστέρων διέπονται από αριθμητικούς λόγους που παράγουν και τη συμφωνία των ήχων. Οι συμφωνίες των ήχων παράγουν αρμονικό αποτέλεσμα και έχουν μορφή απλών αριθμητικών σχέσεων όπως μας διδάσκουν: 2/1 (οκτάβα), 3/2 (Πέμπτη), 4/3 (τέταρτη).
Επομένως για τους Πυθαγόρειους το μυστικό της μουσικής και της κοσμικής Αρμονίας κρύβεται στις σχέσεις των τεσσάρων πρώτων φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4).
Με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, που συνδυάζει την κοσμική αρμονία με τη μουσική αρμονία, ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε να εξηγήσει τη θέση και την κίνηση των πλανητών στον ουράνιο θόλο. Χρησιμοποιώντας μουσικούς όρους, δηλαδή τα μουσικά διαστήματα που ανέφερα πιο πάνω, καθόρισε υπό μορφή κλίμακας τις μεσοπλανητικές αποστάσεις.
Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα και η αστρονομία η θεωρία της ουράνιας μουσικής.
Ο Βοήθιος (σημαντικός Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα) αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες καθώς και με τις ηλικίες του ανθρώπου όπως και με συγκεκριμένα φωνήεντα.
Δικαιολογημένα λοιπόν η τέχνη της Μουσικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ανώτερη εσωτερική έκφραση. Γίνεται λοιπόν ένα είδος καθολικής γλώσσας, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει όλα όσα συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο κάθε έλλογου όντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη τέχνη η οποία μπορούσε να επηρεάσει θνητούς και Θεούς. Η συμβολική αναφορά του μύθου του Ορφέα, ο οποίος με τη μουσική κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα του 'Αδη, δείχνει τη δύναμη της Τέχνης των Ήχων αλλά και τη φύση της στην τέρψη των αισθήσεων, στην εσωτερική μεταμόρφωση του ατόμου.
Ο Γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής Γιόχαν Χέρντερ έλεγε πως «η μουσική αποκαλύπτει σχέσεις προς τα σύμπαντα, τον κύκλο του Όντος, μας κάνει να αισθανόμαστε τις κινήσεις και τις δονήσεις του παγκόσμιου πνεύματος, του Σύμπαντος».
Πράγματι, όταν δημιουργούμε ή ακούμε μουσική γινόμαστε εν δυνάμει μάρτυρες της δημιουργίας του κόσμου. Γιατί ο ήχος έχει γεννηθεί από το άπειρο δυναμικό του κενού. Και ξαφνικά τι γίνεται; Εξαφανίζεται! Πού πάει; Επιστρέφει πίσω στο κενό της σιωπής, στο μη-Ον. Μπορεί να διαρκεί για μια στιγμή στη μνήμη όπως η φευγαλέα παρουσία του αγγίζει τη φευγαλέα παρουσία των ήχων που ακολουθούν, αλλά πάντα η σιωπή είναι αυτή που προηγείται και πάντα σε σιωπή θα τελειώνει.
Κάθε κίνηση που ξεπηδά από αυτή την Απόλυτη σιωπηλή Ζωή είναι μια δόνηση και ένας δημιουργός δονήσεων. Όπως η κίνηση προκαλεί κίνηση έτσι και η σιωπηλή ζωή γίνεται ενεργός σε ένα ορισμένο μέρος και δημιουργεί κάθε στιγμή όλο και περισσότερες δονήσεις που ευθύνονται για τα διάφορα πεδία ύπαρξης. Αυτά τα πεδία φανταζόμαστε ότι διαφέρουν μεταξύ τους αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι χωριστά το ένα από το άλλο.
Το ορυκτό, το φυτικό το ζωικό και το ανθρώπινο βασίλειο είναι βαθμιαίες αλλαγές δονήσεων, που διαφέρουν μεταξύ τους σε βαρύτητα, πλάτος, μήκος, χρώμα, επίδραση, ήχο και ρυθμό.
Ο άνθρωπος όχι μόνο σχηματίζεται από δονήσεις αλλά ζει και κινείται μέσα σε αυτές. Οι διάφορες διαθέσεις του, οι τάσεις, οι ασχολίες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του καθώς και όλες οι συνθήκες της ζωής του εξαρτώνται από ορισμένη δράση δονήσεων, είτε αυτές είναι σκέψεις, συναισθήματα ή αισθήματα.
Υπάρχουν δύο όψεις της δόνησης: λεπτή και χονδροειδής.
Μερικές γίνονται αντιληπτές από την ψυχή, άλλες από το νου, και μερικές από τα μάτια. Εκείνα που αντιλαμβάνεται η ψυχή είναι οι δονήσεις των αισθημάτων, εκείνα που αντιλαμβάνεται ο νους είναι οι δονήσεις των σκέψεων, ενώ εκείνα που βλέπει το μάτι είναι οι δονήσεις που έχουν στερεοποιηθεί από την αιθερική τους κατάσταση και αποτελούν τα στοιχεία αιθέρα, αέρα, πυρ, νερό και γη, ενώ οι πιο λεπτές δονήσεις είναι ασύλληπτες ακόμη και από την ψυχή.
Αν δεν υπήρχε δόνηση οι πολύτιμοι λίθοι δεν θα μας έδειχναν το χρώμα και τη λάμψη τους, τα δέντρα δεν θα αναπτύσσονταν δεν θα υπήρχαν λουλούδια και καρποί. Οι δονήσεις μπορούν να κατανοηθούν σαν αιτία και αποτέλεσμα. Το αν ένα πράγμα είναι ορατό ή ακουστό, αντιληπτό ή ασύλληπτο, εξαρτάται από την ταχύτητα των δονήσεων. Το καθετί έχει τον ήχο και τη μορφή του.
Ακόμη και τα πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε ζωή και θάνατο είναι στην ουσία διαφορετικοί ρυθμοί δονήσεων. Για παράδειγμα όταν ένας καρπός σαπίσει, όταν ένα λουλούδι μαραθεί υφίσταται μια αλλαγή στις δονήσεις του. Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή μέσα από αυτή τη σκοπιά, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι η γέννηση και ο θάνατος είναι μόνο δικές μας ιδέες για τη ζωή, ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι τα πάντα είναι ζώντα γιατί η διαφορά στις δονήσεις νεκρών και ζώντων σωμάτων είναι η διαφορά του ρυθμού των δονήσεων.
Ο νόμος του ρυθμού κρύβεται πίσω από τη φύση. Η ανατολή και η δύση του Ήλιου, η αύξηση και η μείωση της σελήνης, η ρυθμική αλλαγή της πλημμύριδας στη θάλασσα και οι αλλαγές των εποχών δείχνουν έναν ρυθμό. Για ποιο λόγο άραγε η μουσική που τονίζει το ρυθμό μας δημιουργεί την επιθυμία για χορό;
Το μωρό ηρεμεί όταν η μητέρα του το κτυπά απαλά στην πλάτη, γιατί ενστικτωδώς δίνει ένα ρυθμό στο σώμα του.
Ένα άτομο είναι ρυθμικό και η επιρροή του είναι ηρεμιστική, άλλο είναι άρρυθμο και μας αναστατώνει. Γιατί ο ρυθμός να έχει τέτοια επίδραση πάνω μας; Γιατί οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς, ο σφυγμός, η κυκλοφορία του αίματος είναι ρυθμική. Όταν ο ρυθμός αυτός παρεμποδίζεται προκύπτει αταξία, ασθένεια, ενόχληση, απελπισία.
Ο νόμος του ρυθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι κυβερνά τέσσερις τομείς στον άνθρωπο:
Α) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στο αίσθημα,
Β) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη σκέψη,
Γ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στην ομιλία, και
Δ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη δράση.
Για παράδειγμα, αν το σώμα χάσει το ρυθμό του, κάτι πάει στραβά στο νου, αν ο νους χάσει το ρυθμό του το σώμα μπερδεύεται, αν η καρδιά χάσει το ρυθμό της ο νους ταράζεται, και αν ο ρυθμός της ψυχής χαθεί τότε όλα πηγαίνουν στραβά.
Επιστημονικές έρευνες που έγιναν πρόσφατα στο νοσοκομείο Piedmont στην Ατλάντα, απέδειξαν ότι νεογέννητα – κυρίως πρόωρα – που εκτίθενται σε μουσική ακρόαση ειδικά επεξεργασμένων ενδομήτριων ήχων και σε νανουρίσματα με την φωνή της μητέρας, κερδίζουν πολύ γρηγορότερα βάρος και εξέρχονται από τη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών ταχύτερα σε σχέση με νεογνά που δεν έχουν εκτεθεί σε μουσική.
Ακόμη, έδειξαν ότι η ακρόαση της Κ.448 σονάτας για πιάνο του W.A. Mozart μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα επίλυσης περίπλοκων μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια σονάτα επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν φάρμακο για την καταστολή κρίσεων σε επιληπτικούς ασθενείς.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα η μουσική επηρεάζει:
τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό, το ρυθμό της αναπνοής, την αρτηριακή πίεση, τον όγκο του αίματος, τη θερμοκρασία του δέρματος, τη γαστρική κίνηση, τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού, την οξυγόνωση του αίματος, τις ορμόνες, την αντιμετώπιση του στρες, του άγχους, του πόνου, των συνεπειών των εγκεφαλικών επεισοδίων, του καρκίνου και της κατάθλιψης.
Μετά από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι:
1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας.
2) ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο.
3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες και
4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της συμπεριφοράς όχι μόνο του ανθρώπου.
Για παράδειγμα, ο Χανς Τζένυ (Ελβετός) πειραματίστηκε με διάφορους ήχους και μουσικές και μελέτησε την επίδρασή τους σε ρινίσματα σιδήρου και σε υδράργυρο. Το πλήθος σχημάτων έδειξε, ότι ο ήχος είναι ο κρυμμένος δημιουργικός παράγων πίσω από τον κόσμο των ορατών μορφών. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.
'Ετσι λοιπόν όταν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο μυστικισμός αγγίζουν την κορυφή της γνώσης τους όλα συμφωνούν σε ένα σημείο και αυτό είναι η κίνηση, είναι ο κραδασμός, είναι η δόνηση.
Αυτή η κίνηση έχει δύο όψεις γιατί έχουμε αναπτύξει δύο βασικές ιδιότητες: την όραση και την ακοή. Η όψη που απευθύνεται στην ακοή μας είναι αυτή που ονομάζουμε ήχο, ενώ η άλλη που απευθύνεται στην όραση την αποκαλούμε φως ή χρώμα. Το αποτέλεσμα της σχέσης των ήχων, της σχέσης των χρωμάτων και της σχέσης ήχου και χρώματος είναι η αρμονία.
Καθώς αναπτύσσεται κανείς πνευματικά μέσα στη ζωή αλλάζουν οι προτιμήσεις του για τα χρώματα. Σε κάποιους αρέσουν τα έντονα χρώματα ενώ σε άλλους τα απαλά. Ο λόγος είναι ότι τα έντονα χρώματα έχουν έντονες δονήσεις ενώ τα απαλά έχουν απαλές αρμονικές δονήσεις. Οπότε ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση προτιμά διαφορετικά χρώματα.
'Ετσι:
Το ίδιο ισχύει και για τον ήχο. Κάθε άτομο έχει τη δική του νότα και έναν ήχο που συγγενεύει με την δική του ιδιαίτερη εξέλιξη. Για άλλη μια φορά έρχεται η φιλοσοφία των Πυθαγόρειων να μας πει πως «Όλα τα όντα τραγουδούν τον Δημιουργό. Ο άνθρωπος όμως αδυνατεί να ακούσει αυτές τις θείες μελωδίες επειδή η ψυχή του είναι εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της ύλης. Όταν λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή ξανακερδίσει την πραγματική της υπόσταση τότε όχι μόνο θα ακούει την ουράνια χορωδία αλλά θα συμμετέχει και η ίδια στην δοξολογία του Αιώνιου Θεού γιατί η Αρμονία αναγνωρίζει την Αρμονία».
Αντίστοιχα σε χιλιάδες χρόνια αργότερα ένας Σούφι ποιητής και φιλόσοφος (Ιναγιάτ Χαν) αναφέρει σε βιβλίο του: «Η καρδιά ενός ανθρώπου από τη στιγμή που θα διευρυνθεί γίνεται πιο μεγάλη από όλους τους ουρανούς. Δεν είναι πόσο γνωστό πόσο μακρινό είναι το τέρμα, αλλά μια μουσική από μακριά φθάνει στα αυτιά μου. Η μουσική των σφαιρών μοιάζει με τον φάρο στο λιμάνι που φαίνεται από τη θάλασσα και ο οποίος μου δείχνει ότι πλησιάζω στον προορισμό μου.
Τι είδους μουσική θα μπορούσε να ήταν αυτή; Αν δεν υπήρχε αρμονία στην ουσία της ζωής, η ζωή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αρμονία σε αυτό τον κόσμο της ποικιλίας. Επομένως η μουσική των σφαιρών είναι η μουσική που αποτελεί την πηγή της δημιουργίας, η μουσική που γίνεται ακουστή όταν ταξιδεύουμε προς το σκοπό όλης της δημιουργίας. Και αυτή την ακούν και την απολαμβάνουν εκείνοι που αγγίζουν τα ίδια τα βάθη της ζωής τους. Γιατί εκείνο που υπήρχε πριν από την δημιουργία ήταν η Τέλεια Ύπαρξη.
Το πνεύμα της έννοιας της τελειότητας που βρίσκεται πέρα από λόγια. Είναι η τελειότητα του κάλλους, της σοφίας, της δύναμης, η τελειότητας της αγάπης και της γαλήνης. Αλλά εκεί που υπάρχουν μάτια πρέπει να υπάρχει και ένα αντικείμενο να το δουν, να το θαυμάσουν, έτσι εκπληρώνεται ο σκοπός των ματιών.
Εκεί όπου υπάρχουν αυτιά, πρέπει να υπάρχει ένας ήχος για να ακουστεί προκειμένου να απολαύσουν την ομορφιά, εκεί βρίσκεται η τελείωση των αυτιών. Έτσι η Τέλεια Ύπαρξη ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιληφθεί την ίδια της την τελειότητα, να δημιουργήσει μια περιορισμένη τελειότητα της δικής της Ύπαρξης και έτσι χωρίστηκε σε τρεις όψεις. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από την Τριάδα. Ο θεατής, η θέαση και το θέαμα».
Ο ίδιος φιλόσοφος συνεχίζει: «Η μουσική μας βοηθά να εκπαιδευθούμε στην αρμονία. Όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει, μας συντονίζει σε αρμονία με τη ζωή. Εκείνο που στερεί τον άνθρωπο από όλη την ομορφιά γύρω του είναι η βαρύτητα του σώματος ή η βαρύτητα της καρδιάς. Έλκεται προς τη γη και καθετί γίνεται περιορισμένο.
Μόνο όταν διώξει αυτή τη βαρύτητα γίνεται ανάλαφρος και αποκτά όλες τις καλές τάσεις όπως ευγένεια, ανεκτικότητα, μεγαλοψυχία, αγάπη και εκτίμηση. Η ζωή είναι όπως ο ωκεανός. Όταν δεν υπάρχει εκτίμηση, δεν υπάρχει δεκτικότητα, ο άνθρωπος βυθίζεται σαν ένα κομμάτι σίδερο ή μια πέτρα στο βυθό της θάλασσας.
Δεν μπορεί να επιπλεύσει όπως η βάρκα, που είναι κοίλη και δεκτική. Τα δύσκολα στην πνευματική ατραπό είναι πάντα εκείνα που έρχονται από τον εαυτό μας. Αυτός που μαθαίνει να βαδίζει την πνευματική ατραπό, πρέπει να γίνει σαν ένα άδειο κύπελλο, προκειμένου ο οίνος της μουσικής και της αρμονίας να χυθεί μέσα στην καρδιά του».
Πολλοί την θεωρούν πηγή διασκέδασης, χόμπι ή μια τέχνη όμως για εκείνους που ακολουθούν την εσωτερική ατραπό, η μουσική υπερβαίνει όλες τις τέχνες γιατί μπορεί να εξυψώσει την ψυχή πάνω από τη μορφή. Η αληθινή χρήση της είναι να γίνει κανείς μουσικός στις σκέψεις, στα λόγια και στις πράξεις του.
Θα πρέπει να είμαστε ικανοί να προσφέρουμε την αρμονία την οποία ποθεί η ψυχή και την οποία επιθυμεί κάθε στιγμή…
Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη μουσικής στο Σύμπαν ο Πλάτωνας την ονόμαζε ως «ομορφιά του Σύμπαντος» κι έλεγε ότι «Η Μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας. Δίνει ψυχή στο Σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα».
Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Η μουσική ήταν πάνω από όλα μαθηματικά γιατί οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Ο μεγάλος φιλόσοφος δίδασκε ότι οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους τους οποίους δεν ακούμε. Επίσης πίστευαν ότι όλη η ύλη προήλθε από μουσικές αποχρώσεις, ωστόσο ήταν σε ένα επίπεδο όπου κανείς δεν μπορούσε να ακούσει παρά μόνο ο πραγματικός Θεουργός.
Αν σταθούμε για λίγο στη γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν πέντε συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος.
Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις έρευνές του ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Γης, σχηματίζουν την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.
Για παράδειγμα η τροχιά του 'Αρη σχηματίζει την περιφέρεια ενός τετράεδρου που συμβολίζει το Πυρ. Η τροχιά του Διός σχηματίζει την περιφέρεια ενός κύβου που συμβολίζει τη γη. Η τροχιά της Αφροδίτης σχηματίζει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου που συμβολίζει τον Αέρα, ενώ η τροχιά της Γης σχηματίζει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου που συμβολίζει το Νερό.
Και οι αποκαλύψεις δεν σταματούν εδώ.
Οι Πυθαγόρειοι ταύτιζαν τους πλανήτες με τις νότες της μουσικής ΝΤΟ, ΡΕ ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευτεί και από σύγχρονους επιστήμονες, δηλαδή ότι οι συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.
Επίσης η φιλοσοφία της Τετρακτύος πρέσβευε ότι οι ήχοι των ουρανίων σωμάτων συνθέτουν μια κοσμική μουσική, γιατί οι αποστάσεις και οι ταχύτητες των πλανητών και των απλανών αστέρων διέπονται από αριθμητικούς λόγους που παράγουν και τη συμφωνία των ήχων. Οι συμφωνίες των ήχων παράγουν αρμονικό αποτέλεσμα και έχουν μορφή απλών αριθμητικών σχέσεων όπως μας διδάσκουν: 2/1 (οκτάβα), 3/2 (Πέμπτη), 4/3 (τέταρτη).
Επομένως για τους Πυθαγόρειους το μυστικό της μουσικής και της κοσμικής Αρμονίας κρύβεται στις σχέσεις των τεσσάρων πρώτων φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4).
Με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών, που συνδυάζει την κοσμική αρμονία με τη μουσική αρμονία, ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε να εξηγήσει τη θέση και την κίνηση των πλανητών στον ουράνιο θόλο. Χρησιμοποιώντας μουσικούς όρους, δηλαδή τα μουσικά διαστήματα που ανέφερα πιο πάνω, καθόρισε υπό μορφή κλίμακας τις μεσοπλανητικές αποστάσεις.
Για τους Πυθαγόρειους η μουσική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα και η αστρονομία η θεωρία της ουράνιας μουσικής.
Ο Βοήθιος (σημαντικός Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου αιώνα) αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες καθώς και με τις ηλικίες του ανθρώπου όπως και με συγκεκριμένα φωνήεντα.
Δικαιολογημένα λοιπόν η τέχνη της Μουσικής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ανώτερη εσωτερική έκφραση. Γίνεται λοιπόν ένα είδος καθολικής γλώσσας, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξωτερικεύσει όλα όσα συντελούνται στον εσωτερικό κόσμο κάθε έλλογου όντος. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι ήταν η μόνη τέχνη η οποία μπορούσε να επηρεάσει θνητούς και Θεούς. Η συμβολική αναφορά του μύθου του Ορφέα, ο οποίος με τη μουσική κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα του 'Αδη, δείχνει τη δύναμη της Τέχνης των Ήχων αλλά και τη φύση της στην τέρψη των αισθήσεων, στην εσωτερική μεταμόρφωση του ατόμου.
Ο Γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής Γιόχαν Χέρντερ έλεγε πως «η μουσική αποκαλύπτει σχέσεις προς τα σύμπαντα, τον κύκλο του Όντος, μας κάνει να αισθανόμαστε τις κινήσεις και τις δονήσεις του παγκόσμιου πνεύματος, του Σύμπαντος».
Πράγματι, όταν δημιουργούμε ή ακούμε μουσική γινόμαστε εν δυνάμει μάρτυρες της δημιουργίας του κόσμου. Γιατί ο ήχος έχει γεννηθεί από το άπειρο δυναμικό του κενού. Και ξαφνικά τι γίνεται; Εξαφανίζεται! Πού πάει; Επιστρέφει πίσω στο κενό της σιωπής, στο μη-Ον. Μπορεί να διαρκεί για μια στιγμή στη μνήμη όπως η φευγαλέα παρουσία του αγγίζει τη φευγαλέα παρουσία των ήχων που ακολουθούν, αλλά πάντα η σιωπή είναι αυτή που προηγείται και πάντα σε σιωπή θα τελειώνει.
Κάθε κίνηση που ξεπηδά από αυτή την Απόλυτη σιωπηλή Ζωή είναι μια δόνηση και ένας δημιουργός δονήσεων. Όπως η κίνηση προκαλεί κίνηση έτσι και η σιωπηλή ζωή γίνεται ενεργός σε ένα ορισμένο μέρος και δημιουργεί κάθε στιγμή όλο και περισσότερες δονήσεις που ευθύνονται για τα διάφορα πεδία ύπαρξης. Αυτά τα πεδία φανταζόμαστε ότι διαφέρουν μεταξύ τους αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι χωριστά το ένα από το άλλο.
Το ορυκτό, το φυτικό το ζωικό και το ανθρώπινο βασίλειο είναι βαθμιαίες αλλαγές δονήσεων, που διαφέρουν μεταξύ τους σε βαρύτητα, πλάτος, μήκος, χρώμα, επίδραση, ήχο και ρυθμό.
Ο άνθρωπος όχι μόνο σχηματίζεται από δονήσεις αλλά ζει και κινείται μέσα σε αυτές. Οι διάφορες διαθέσεις του, οι τάσεις, οι ασχολίες, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες του καθώς και όλες οι συνθήκες της ζωής του εξαρτώνται από ορισμένη δράση δονήσεων, είτε αυτές είναι σκέψεις, συναισθήματα ή αισθήματα.
Υπάρχουν δύο όψεις της δόνησης: λεπτή και χονδροειδής.
Μερικές γίνονται αντιληπτές από την ψυχή, άλλες από το νου, και μερικές από τα μάτια. Εκείνα που αντιλαμβάνεται η ψυχή είναι οι δονήσεις των αισθημάτων, εκείνα που αντιλαμβάνεται ο νους είναι οι δονήσεις των σκέψεων, ενώ εκείνα που βλέπει το μάτι είναι οι δονήσεις που έχουν στερεοποιηθεί από την αιθερική τους κατάσταση και αποτελούν τα στοιχεία αιθέρα, αέρα, πυρ, νερό και γη, ενώ οι πιο λεπτές δονήσεις είναι ασύλληπτες ακόμη και από την ψυχή.
Αν δεν υπήρχε δόνηση οι πολύτιμοι λίθοι δεν θα μας έδειχναν το χρώμα και τη λάμψη τους, τα δέντρα δεν θα αναπτύσσονταν δεν θα υπήρχαν λουλούδια και καρποί. Οι δονήσεις μπορούν να κατανοηθούν σαν αιτία και αποτέλεσμα. Το αν ένα πράγμα είναι ορατό ή ακουστό, αντιληπτό ή ασύλληπτο, εξαρτάται από την ταχύτητα των δονήσεων. Το καθετί έχει τον ήχο και τη μορφή του.
Ακόμη και τα πράγματα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό που ονομάζουμε ζωή και θάνατο είναι στην ουσία διαφορετικοί ρυθμοί δονήσεων. Για παράδειγμα όταν ένας καρπός σαπίσει, όταν ένα λουλούδι μαραθεί υφίσταται μια αλλαγή στις δονήσεις του. Αν προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή μέσα από αυτή τη σκοπιά, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι η γέννηση και ο θάνατος είναι μόνο δικές μας ιδέες για τη ζωή, ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι τα πάντα είναι ζώντα γιατί η διαφορά στις δονήσεις νεκρών και ζώντων σωμάτων είναι η διαφορά του ρυθμού των δονήσεων.
Ο νόμος του ρυθμού κρύβεται πίσω από τη φύση. Η ανατολή και η δύση του Ήλιου, η αύξηση και η μείωση της σελήνης, η ρυθμική αλλαγή της πλημμύριδας στη θάλασσα και οι αλλαγές των εποχών δείχνουν έναν ρυθμό. Για ποιο λόγο άραγε η μουσική που τονίζει το ρυθμό μας δημιουργεί την επιθυμία για χορό;
Το μωρό ηρεμεί όταν η μητέρα του το κτυπά απαλά στην πλάτη, γιατί ενστικτωδώς δίνει ένα ρυθμό στο σώμα του.
Ένα άτομο είναι ρυθμικό και η επιρροή του είναι ηρεμιστική, άλλο είναι άρρυθμο και μας αναστατώνει. Γιατί ο ρυθμός να έχει τέτοια επίδραση πάνω μας; Γιατί οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς, ο σφυγμός, η κυκλοφορία του αίματος είναι ρυθμική. Όταν ο ρυθμός αυτός παρεμποδίζεται προκύπτει αταξία, ασθένεια, ενόχληση, απελπισία.
Ο νόμος του ρυθμού μπορεί να θεωρηθεί ότι κυβερνά τέσσερις τομείς στον άνθρωπο:
Α) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στο αίσθημα,
Β) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη σκέψη,
Γ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στην ομιλία, και
Δ) τον ορθό ή λαθεμένο ρυθμό στη δράση.
Για παράδειγμα, αν το σώμα χάσει το ρυθμό του, κάτι πάει στραβά στο νου, αν ο νους χάσει το ρυθμό του το σώμα μπερδεύεται, αν η καρδιά χάσει το ρυθμό της ο νους ταράζεται, και αν ο ρυθμός της ψυχής χαθεί τότε όλα πηγαίνουν στραβά.
Επιστημονικές έρευνες που έγιναν πρόσφατα στο νοσοκομείο Piedmont στην Ατλάντα, απέδειξαν ότι νεογέννητα – κυρίως πρόωρα – που εκτίθενται σε μουσική ακρόαση ειδικά επεξεργασμένων ενδομήτριων ήχων και σε νανουρίσματα με την φωνή της μητέρας, κερδίζουν πολύ γρηγορότερα βάρος και εξέρχονται από τη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών ταχύτερα σε σχέση με νεογνά που δεν έχουν εκτεθεί σε μουσική.
Ακόμη, έδειξαν ότι η ακρόαση της Κ.448 σονάτας για πιάνο του W.A. Mozart μπορεί να βελτιώνει την ικανότητα επίλυσης περίπλοκων μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια σονάτα επίσης χρησιμοποιήθηκε σαν φάρμακο για την καταστολή κρίσεων σε επιληπτικούς ασθενείς.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα η μουσική επηρεάζει:
τον καρδιακό ρυθμό και το σφυγμό, το ρυθμό της αναπνοής, την αρτηριακή πίεση, τον όγκο του αίματος, τη θερμοκρασία του δέρματος, τη γαστρική κίνηση, τα ανακλαστικά της κόρης του ματιού, την οξυγόνωση του αίματος, τις ορμόνες, την αντιμετώπιση του στρες, του άγχους, του πόνου, των συνεπειών των εγκεφαλικών επεισοδίων, του καρκίνου και της κατάθλιψης.
Μετά από σύγχρονες έρευνες νευροεπιστημόνων γνωρίζουμε ότι:
1) υπάρχει ένας ξεχωριστός μηχανισμός στον εγκέφαλο ο οποίος διαχωρίζει τη μουσική από άλλους ήχους συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας.
2) ότι παρόλο που το δεξί είναι το κυρίαρχο ημισφαίριο της μουσικής η επεξεργασία των διαφόρων μουσικών στοιχείων πραγματοποιούνται ξεχωριστά στον εγκέφαλο.
3) ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητά του να αισθάνεται και να απολαμβάνει τη μουσική πέρα από τις όποιες εγκεφαλικές βλάβες και
4) ότι η μουσική, εκτός από τέχνη των ήχων, αποτελεί πολύπλοκη εκδήλωση της συμπεριφοράς όχι μόνο του ανθρώπου.
Για παράδειγμα, ο Χανς Τζένυ (Ελβετός) πειραματίστηκε με διάφορους ήχους και μουσικές και μελέτησε την επίδρασή τους σε ρινίσματα σιδήρου και σε υδράργυρο. Το πλήθος σχημάτων έδειξε, ότι ο ήχος είναι ο κρυμμένος δημιουργικός παράγων πίσω από τον κόσμο των ορατών μορφών. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.
'Ετσι λοιπόν όταν η φιλοσοφία, η επιστήμη, ο μυστικισμός αγγίζουν την κορυφή της γνώσης τους όλα συμφωνούν σε ένα σημείο και αυτό είναι η κίνηση, είναι ο κραδασμός, είναι η δόνηση.
Αυτή η κίνηση έχει δύο όψεις γιατί έχουμε αναπτύξει δύο βασικές ιδιότητες: την όραση και την ακοή. Η όψη που απευθύνεται στην ακοή μας είναι αυτή που ονομάζουμε ήχο, ενώ η άλλη που απευθύνεται στην όραση την αποκαλούμε φως ή χρώμα. Το αποτέλεσμα της σχέσης των ήχων, της σχέσης των χρωμάτων και της σχέσης ήχου και χρώματος είναι η αρμονία.
Καθώς αναπτύσσεται κανείς πνευματικά μέσα στη ζωή αλλάζουν οι προτιμήσεις του για τα χρώματα. Σε κάποιους αρέσουν τα έντονα χρώματα ενώ σε άλλους τα απαλά. Ο λόγος είναι ότι τα έντονα χρώματα έχουν έντονες δονήσεις ενώ τα απαλά έχουν απαλές αρμονικές δονήσεις. Οπότε ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση προτιμά διαφορετικά χρώματα.
'Ετσι:
Το ίδιο ισχύει και για τον ήχο. Κάθε άτομο έχει τη δική του νότα και έναν ήχο που συγγενεύει με την δική του ιδιαίτερη εξέλιξη. Για άλλη μια φορά έρχεται η φιλοσοφία των Πυθαγόρειων να μας πει πως «Όλα τα όντα τραγουδούν τον Δημιουργό. Ο άνθρωπος όμως αδυνατεί να ακούσει αυτές τις θείες μελωδίες επειδή η ψυχή του είναι εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση της ύλης. Όταν λοιπόν η ανθρώπινη ψυχή ξανακερδίσει την πραγματική της υπόσταση τότε όχι μόνο θα ακούει την ουράνια χορωδία αλλά θα συμμετέχει και η ίδια στην δοξολογία του Αιώνιου Θεού γιατί η Αρμονία αναγνωρίζει την Αρμονία».
Αντίστοιχα σε χιλιάδες χρόνια αργότερα ένας Σούφι ποιητής και φιλόσοφος (Ιναγιάτ Χαν) αναφέρει σε βιβλίο του: «Η καρδιά ενός ανθρώπου από τη στιγμή που θα διευρυνθεί γίνεται πιο μεγάλη από όλους τους ουρανούς. Δεν είναι πόσο γνωστό πόσο μακρινό είναι το τέρμα, αλλά μια μουσική από μακριά φθάνει στα αυτιά μου. Η μουσική των σφαιρών μοιάζει με τον φάρο στο λιμάνι που φαίνεται από τη θάλασσα και ο οποίος μου δείχνει ότι πλησιάζω στον προορισμό μου.
Τι είδους μουσική θα μπορούσε να ήταν αυτή; Αν δεν υπήρχε αρμονία στην ουσία της ζωής, η ζωή δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αρμονία σε αυτό τον κόσμο της ποικιλίας. Επομένως η μουσική των σφαιρών είναι η μουσική που αποτελεί την πηγή της δημιουργίας, η μουσική που γίνεται ακουστή όταν ταξιδεύουμε προς το σκοπό όλης της δημιουργίας. Και αυτή την ακούν και την απολαμβάνουν εκείνοι που αγγίζουν τα ίδια τα βάθη της ζωής τους. Γιατί εκείνο που υπήρχε πριν από την δημιουργία ήταν η Τέλεια Ύπαρξη.
Το πνεύμα της έννοιας της τελειότητας που βρίσκεται πέρα από λόγια. Είναι η τελειότητα του κάλλους, της σοφίας, της δύναμης, η τελειότητας της αγάπης και της γαλήνης. Αλλά εκεί που υπάρχουν μάτια πρέπει να υπάρχει και ένα αντικείμενο να το δουν, να το θαυμάσουν, έτσι εκπληρώνεται ο σκοπός των ματιών.
Εκεί όπου υπάρχουν αυτιά, πρέπει να υπάρχει ένας ήχος για να ακουστεί προκειμένου να απολαύσουν την ομορφιά, εκεί βρίσκεται η τελείωση των αυτιών. Έτσι η Τέλεια Ύπαρξη ήταν αναγκαία προκειμένου να αντιληφθεί την ίδια της την τελειότητα, να δημιουργήσει μια περιορισμένη τελειότητα της δικής της Ύπαρξης και έτσι χωρίστηκε σε τρεις όψεις. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από την Τριάδα. Ο θεατής, η θέαση και το θέαμα».
Ο ίδιος φιλόσοφος συνεχίζει: «Η μουσική μας βοηθά να εκπαιδευθούμε στην αρμονία. Όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει, μας συντονίζει σε αρμονία με τη ζωή. Εκείνο που στερεί τον άνθρωπο από όλη την ομορφιά γύρω του είναι η βαρύτητα του σώματος ή η βαρύτητα της καρδιάς. Έλκεται προς τη γη και καθετί γίνεται περιορισμένο.
Μόνο όταν διώξει αυτή τη βαρύτητα γίνεται ανάλαφρος και αποκτά όλες τις καλές τάσεις όπως ευγένεια, ανεκτικότητα, μεγαλοψυχία, αγάπη και εκτίμηση. Η ζωή είναι όπως ο ωκεανός. Όταν δεν υπάρχει εκτίμηση, δεν υπάρχει δεκτικότητα, ο άνθρωπος βυθίζεται σαν ένα κομμάτι σίδερο ή μια πέτρα στο βυθό της θάλασσας.
Δεν μπορεί να επιπλεύσει όπως η βάρκα, που είναι κοίλη και δεκτική. Τα δύσκολα στην πνευματική ατραπό είναι πάντα εκείνα που έρχονται από τον εαυτό μας. Αυτός που μαθαίνει να βαδίζει την πνευματική ατραπό, πρέπει να γίνει σαν ένα άδειο κύπελλο, προκειμένου ο οίνος της μουσικής και της αρμονίας να χυθεί μέσα στην καρδιά του».
Αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη
Αγαπάμε, αλλά δεν έχουμε ανάγκη τους άλλους για να είμαστε ευτυχισμένοι ή ζωντανοί. Ωστόσο υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν αυτά τα δύο συνώνυμα. Όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι μπορούμε να είμαστε καλά και μόνοι μας. Αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη.
Οι κινηματογραφικές ταινίες, η κουλτούρα και η κοινωνία μας έχουν ενσταλάξει την ιδέα της ερωτικής αγάπης που καταστρέφει, ενώ η αγάπη θα πρέπει να είναι κάτι που μας φέρνει ευτυχία.
Η ιδέα αυτή κάνει πολλούς ανθρώπους να αναπτύσσουν συναισθηματική εξάρτηση, ένα πρόβλημα που γίνεται όλο και πιο συνηθισμένο.
Δεν σε έχω ανάγκη για να ζήσω
Επικρατεί η ιδέα ότι ο πόνος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αγάπης, όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο μύθος αυτός δεν σταματάει να διαδίδεται και μπορεί να συνοψιστεί στην περίφημη φράση: «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα».
Ο φόβος της μοναξιάς και της αίσθησης αποτυχίας στην ερωτική ζωή μπορεί να σας κάνει να πείτε «ναι» στο πρώτο άτομο που έρχεται στον δρόμο σας.
Αυτό συμβαίνει με τη συναισθηματική εξάρτηση.
Η συναισθηματική εξάρτηση σας κάνει να περνάτε από τη μια σχέση στην επόμενη, επειδή το να αισθάνεστε ότι δεν σας αγαπούν σας προκαλεί ανησυχία. Ωστόσο η ανησυχία αυτή εξαφανίζεται όταν βρίσκεστε σε μια σχέση.
Όμως, πέρα από όλα, είναι ξεκάθαρο το εξής: η αγάπη που βιώνετε δεν είναι αληθινή. Αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη.
Πώς μπορείτε να το διορθώσετε αυτό; Αποφύγετε να πέσετε στις παρακάτω παγίδες.
Εξιδανικεύετε τον σύντροφό σας
Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί όλα είναι τόσο υπέροχα στην αρχή των σχέσεων αλλά μετά παίρνουν τον κατήφορο;
Η απάντηση βρίσκεται στην εξιδανίκευση του Πρίγκιπα ή της Πριγκίπισσας, που σας κάνει να παραβλέπετε πράγματα τα οποία αληθινά σας ενοχλούν, επειδή πιστεύετε ότι μπορείτε να τα ανεχτείτε ή επειδή τρέφετε την ελπίδα ότι θα αλλάξουν.
Ωστόσο, αυτό σημαίνει ότι δημιουργείτε μια αγάπη που δεν είναι αληθινή, επειδή βλέπετε τα πράγματα ρόδινα και όπως τα θέλετε.
Ίσως λόγω συναισθηματικής αδυναμίας βλέπετε μόνο αυτά που έχετε ανάγκη και παραβλέπετε τα υπόλοιπα.
Χαμηλή αυτοεκτίμηση
Η ανάγκη σας να βρίσκεστε σε μια σχέση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, κάτι που έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς της ζωής σας.
Η ανάγκη αυτή γίνεται επιτακτική, ο πρωταρχικός σας στόχος. Είναι ένας στόχος που, αν δεν επιτευχθεί, κάνει ολόκληρο τον κόσμο σας να καταρρεύσει.
Ο κόσμος σας περιστρέφεται γύρω από την τέλεια σχέση. Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, η αποτυχία σας καταβάλλει και η αυτοεκτίμησή σας μειώνεται.
Για τους ανθρώπους με χαμηλή αυτοεκτίμηση η αγάπη μετατρέπεται σε μια διαδικασία που απορροφά τα πάντα. Δίνουν ολόκληρο τον εαυτό τους και κινδυνεύουν να πληγωθούν πολύ βαθιά.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να θέσουν όρια, έτσι υποφέρουν σε όλη τη ζωή τους.
Μια σχέση δεν είναι τα πάντα. Επομένως, αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη
Ίσως σε κάποιο επίπεδο να γνωρίζετε ότι το να βρίσκεστε σε μια σχέση δεν είναι τα πάντα. Όμως αυτή είναι μια πεποίθηση με την οποία είστε τόσο εμποτισμένοι που είναι πολύ εύκολο να κάνετε τα λάθη για τα οποία μιλάμε.
Μπορείτε να ζήσετε τέλεια χωρίς να βρίσκεστε σε σχέση. Μάλιστα, όσοι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μείνουν μόνοι, αν βρεθούν κάποτε εκτός σχέσης, θα πρέπει να αξιοποιήσουν αυτήν την περίσταση.
Εξάλλου, όταν είστε μόνοι, έχετε την ευκαιρία να γνωρίσετε καλύτερα τον εαυτό σας και να σκεφτείτε πάνω στη σχέση που μόλις τελείωσε.
Με αυτόν τον τρόπο ωριμάζετε και καταλαβαίνετε τι σας άρεσε και τι δεν σας άρεσε στη σχέση, έτσι την επόμενη φορά τα πράγματα θα είναι καλύτερα.
Πρόκειται για κάτι πολύ θετικό, όμως η ανάγκη να βρίσκεστε σε μια σχέση συχνά θολώνει την όρασή σας και δεν σας επιτρέπει να εκτιμάτε τον χρόνο που έχετε για να σκεφτείτε τον εαυτό σας και κανέναν άλλον.
Είναι η μόνη στιγμή για να μάθετε ότι μπορείτε να αγαπήσετε κάποιον χωρίς να τον έχετε ανάγκη.
Δώσατε ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό σας να βρεθεί εκτός σχέσης;
Φοβάστε να μείνετε μόνοι;
Αν η ζωή σας εξαρτάται από το να έχετε κάποιον πλάι σας, δεν θα είστε ποτέ απόλυτα ευτυχισμένοι.
Θα απογοητεύεστε και αυτό είναι το χειρότερο λάθος που μπορείτε να κάνετε. Το μόνο πρόσωπο που είναι πάντα μαζί σας είστε εσείς.
Σταματήστε να παραμελείτε τον εαυτό σας και αρχίστε να αγαπάτε τον εαυτό σας.
Οι κινηματογραφικές ταινίες, η κουλτούρα και η κοινωνία μας έχουν ενσταλάξει την ιδέα της ερωτικής αγάπης που καταστρέφει, ενώ η αγάπη θα πρέπει να είναι κάτι που μας φέρνει ευτυχία.
Η ιδέα αυτή κάνει πολλούς ανθρώπους να αναπτύσσουν συναισθηματική εξάρτηση, ένα πρόβλημα που γίνεται όλο και πιο συνηθισμένο.
Δεν σε έχω ανάγκη για να ζήσω
Επικρατεί η ιδέα ότι ο πόνος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αγάπης, όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο μύθος αυτός δεν σταματάει να διαδίδεται και μπορεί να συνοψιστεί στην περίφημη φράση: «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα».
Ο φόβος της μοναξιάς και της αίσθησης αποτυχίας στην ερωτική ζωή μπορεί να σας κάνει να πείτε «ναι» στο πρώτο άτομο που έρχεται στον δρόμο σας.
Αυτό συμβαίνει με τη συναισθηματική εξάρτηση.
Η συναισθηματική εξάρτηση σας κάνει να περνάτε από τη μια σχέση στην επόμενη, επειδή το να αισθάνεστε ότι δεν σας αγαπούν σας προκαλεί ανησυχία. Ωστόσο η ανησυχία αυτή εξαφανίζεται όταν βρίσκεστε σε μια σχέση.
Όμως, πέρα από όλα, είναι ξεκάθαρο το εξής: η αγάπη που βιώνετε δεν είναι αληθινή. Αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη.
Πώς μπορείτε να το διορθώσετε αυτό; Αποφύγετε να πέσετε στις παρακάτω παγίδες.
Εξιδανικεύετε τον σύντροφό σας
Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί όλα είναι τόσο υπέροχα στην αρχή των σχέσεων αλλά μετά παίρνουν τον κατήφορο;
Η απάντηση βρίσκεται στην εξιδανίκευση του Πρίγκιπα ή της Πριγκίπισσας, που σας κάνει να παραβλέπετε πράγματα τα οποία αληθινά σας ενοχλούν, επειδή πιστεύετε ότι μπορείτε να τα ανεχτείτε ή επειδή τρέφετε την ελπίδα ότι θα αλλάξουν.
Ωστόσο, αυτό σημαίνει ότι δημιουργείτε μια αγάπη που δεν είναι αληθινή, επειδή βλέπετε τα πράγματα ρόδινα και όπως τα θέλετε.
Ίσως λόγω συναισθηματικής αδυναμίας βλέπετε μόνο αυτά που έχετε ανάγκη και παραβλέπετε τα υπόλοιπα.
Χαμηλή αυτοεκτίμηση
Η ανάγκη σας να βρίσκεστε σε μια σχέση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, κάτι που έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς της ζωής σας.
Η ανάγκη αυτή γίνεται επιτακτική, ο πρωταρχικός σας στόχος. Είναι ένας στόχος που, αν δεν επιτευχθεί, κάνει ολόκληρο τον κόσμο σας να καταρρεύσει.
Ο κόσμος σας περιστρέφεται γύρω από την τέλεια σχέση. Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, η αποτυχία σας καταβάλλει και η αυτοεκτίμησή σας μειώνεται.
Για τους ανθρώπους με χαμηλή αυτοεκτίμηση η αγάπη μετατρέπεται σε μια διαδικασία που απορροφά τα πάντα. Δίνουν ολόκληρο τον εαυτό τους και κινδυνεύουν να πληγωθούν πολύ βαθιά.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να θέσουν όρια, έτσι υποφέρουν σε όλη τη ζωή τους.
Μια σχέση δεν είναι τα πάντα. Επομένως, αγάπη δεν σημαίνει ανάγκη
Ίσως σε κάποιο επίπεδο να γνωρίζετε ότι το να βρίσκεστε σε μια σχέση δεν είναι τα πάντα. Όμως αυτή είναι μια πεποίθηση με την οποία είστε τόσο εμποτισμένοι που είναι πολύ εύκολο να κάνετε τα λάθη για τα οποία μιλάμε.
Μπορείτε να ζήσετε τέλεια χωρίς να βρίσκεστε σε σχέση. Μάλιστα, όσοι δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μείνουν μόνοι, αν βρεθούν κάποτε εκτός σχέσης, θα πρέπει να αξιοποιήσουν αυτήν την περίσταση.
Εξάλλου, όταν είστε μόνοι, έχετε την ευκαιρία να γνωρίσετε καλύτερα τον εαυτό σας και να σκεφτείτε πάνω στη σχέση που μόλις τελείωσε.
Με αυτόν τον τρόπο ωριμάζετε και καταλαβαίνετε τι σας άρεσε και τι δεν σας άρεσε στη σχέση, έτσι την επόμενη φορά τα πράγματα θα είναι καλύτερα.
Πρόκειται για κάτι πολύ θετικό, όμως η ανάγκη να βρίσκεστε σε μια σχέση συχνά θολώνει την όρασή σας και δεν σας επιτρέπει να εκτιμάτε τον χρόνο που έχετε για να σκεφτείτε τον εαυτό σας και κανέναν άλλον.
Είναι η μόνη στιγμή για να μάθετε ότι μπορείτε να αγαπήσετε κάποιον χωρίς να τον έχετε ανάγκη.
Δώσατε ποτέ την ευκαιρία στον εαυτό σας να βρεθεί εκτός σχέσης;
Φοβάστε να μείνετε μόνοι;
Αν η ζωή σας εξαρτάται από το να έχετε κάποιον πλάι σας, δεν θα είστε ποτέ απόλυτα ευτυχισμένοι.
Θα απογοητεύεστε και αυτό είναι το χειρότερο λάθος που μπορείτε να κάνετε. Το μόνο πρόσωπο που είναι πάντα μαζί σας είστε εσείς.
Σταματήστε να παραμελείτε τον εαυτό σας και αρχίστε να αγαπάτε τον εαυτό σας.
Προσελκύστε την μαγεία στην ζωή σας
Οι ψυχή μας επιθυμεί την μαγεία. Τα παιδιά αγαπούν τις ιστορίες με μαγεία και τα παραμύθια. Ακόμα και καθώς μεγαλώνετε, η μαγεία και η φαντασία έχουν την θέση τους στην καρδιά σας, αλλά γίνεται όλο και πιο εύκολο να ξεχάσετε τα «ξόρκια» που τις φέρνουν προς τα έξω. Και τότε η προσέλκυση της μαγείας στη ζωή σας γίνεται θεμελιώδης ανάγκη.
Οι ιστορίες για αόρατους μαγικούς κόσμους είναι τόσο ελκυστικές στα παιδιά και στους ενήλικες επειδή όλες έχουν τα αρχαία αρχέτυπα που βιώνουμε στο ταξίδι της ζωής μας. Αυτές οι ιστορίες ανοίγουν τις αισθήσεις σας. Τις αφυπνίζουν με ένα τρόπο που σας αφήνουν να δείτε την μαγεία, απλή και θαυμάσια-όπως είναι όλα γύρω σας στη ζωή.
Σε όλο τον κόσμο, κάθε εποχή οι άνθρωποι έγραφαν ιστορίες για φανταστικά πλάσματα και γεγονότα που έχουν εκπλήξει και εμπνεύσει ανθρώπους. Και αυτό συμβαίνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Πίσω από όλες αυτές τις ιστορίες, αυτό που μπορείτε να βρείτε είναι η φαντασία μας, αλλά επίσης πολλές ελπίδες και φόβους μας.
Όλοι χρειαζόμαστε μαγεία στη ζωή μας
Όλοι χρειαζόμαστε μαγεία και όταν την απορρίπτετε αυτό σημαίνει πως κάτι πάει λάθος. Αλλά η μαγεία βρίσκεται παντού γύρω σας. Με την απόρριψη της, απορρίπτετε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σας και των δυνατοτήτων σας.
Φαίνεται πως οι δύσκολες περιστάσεις είναι αυτές που σας παγιδεύουν ειδικά σε αυτή την άποψη των ενηλίκων που διώχνει την μαγεία. Είναι άποψη που κρύβει το παιδί που βρίσκεται ακόμα μέσα σας: δεν είναι ότι δεν σας χαροποιεί πλέον, αλλά επίσης σας φέρνει άγχος.
Ως ενήλικες, συνεχώς βρίσκουμε τον εαυτό μας κολλημένο σε προβλήματα, να πολεμάμε (ή να διαμαρτυρόμαστε) τις αδικίες στις οποίες νιώθουμε θύματα. Αυτές είναι κάποιες από τις περιστάσεις που προσπαθείτε να επιβιώσετε, αλλά ενώ το κάνετε ξεχνάτε να κοιτάξετε ψηλά. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να ελκύσουμε ή να ξανά-ελκύσουμε τη μαγεία. Η διαμόρφωση ενός μαγικού οράματος για μικρά πράγματα είναι μια ψυχική κατάσταση και όλοι έχουν την δύναμη να δημιουργήσουν το δικό τους «μαγικό κουμπί» για να τους φέρει σε αυτή την κατάσταση όποτε θέλουν.
Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να ζήσετε τη ζωή σας: σαν τίποτα να μην είναι θαύμα ή σαν όλα να είναι θαύμα.
Πώς να ελκύσετε τη χαμένη ενέργεια
Το μυαλό σας είναι απίστευτα ισχυρό (περισσότερο από όσο νομίζετε) και με λίγη εκπαίδευση μπορείτε να αλλάξετε εντελώς την νοοτροπία σας. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να αποτυπώσετε όλες τις μαγικές στιγμές που σταματήσατε για να τις παρατηρήσετε ενώ κυνηγούσατε το ρολόι το οποίο σε αντίθεση με εσάς δεν πρέπει να σταματά ποτέ.
1. Πιστέψτε στον εαυτό σας
Δεν μπορείτε να βρείτε την ομορφιά έξω αν δεν κοιτάξετε μέσα σας. Αν πάντα αναζητάτε την εξωτερική αποδοχή τότε θα χάσετε πολύτιμο χρόνο. Και εκείνο τον χρόνο θα μπορούσατε να ονειρεύεστε το επόμενο μεγάλο σχέδιο σας ή να αναπτύσσετε μια καινούργια ικανότητα που θέλετε να μάθετε.
Όταν πιστεύετε στον εαυτό σας και στις ικανότητες σας, οι πιθανότητες γίνονται ατελείωτες. Γίνεστε ένα δημιουργικό ανθρώπινο ον, τολμάτε να ονειρευτείτε, να μεγαλώσετε, τολμάτε να μοιραστείτε τα οράματα σας με άλλους ανθρώπους και δεν φοβάστε πλέον ότι θα γελοιοποιηθείτε γι αυτά.
Όλα ξεκινάνε με ένα όνειρο, με ένα όραμα ή με μια ιδέα. Η διαφορά μεταξύ στους ανθρώπους που πιστεύουν στον εαυτό τους και σε αυτούς που δεν πιστεύουν είναι ότι οι πρώτοι θα μπορέσουν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω από όσο τους επιτρέπει η δύναμη τους. Και τότε είναι που εμφανίζονται τα θαύματα και οι ίδιοι φτάνουν σε ύψη που δεν πίστευαν ποτέ ότι θα μπορούσαν να φτάσουν.
«Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα.» -Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
2. Κινηθείτε
Όλοι είμαστε ηγέτες της δικής μας ζωής. Μπορούμε να πράξουμε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και να επηρεάσουμε τις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, και το πώς θα ενεργήσουμε όλες αυτές τις φορές θα οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Επομένως, είναι σημαντικό να γνωρίζετε την κατάσταση του μυαλού σας όταν πρόκειται να πράξετε. Αν ενεργείτε με αγάπη, συμπόνια και κατανόηση, οι πράξεις σας θα είναι πάντα μαγικές και ισχυρές. Και θα είναι επίσης το κομμάτι ενός μεγαλύτερου καλού. Όταν πράττετε με αγάπη, δεν νιώθετε καλύτερα μόνο εσείς αλλά επίσης εμπνέετε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Η αγάπη πάντα προσελκύει περισσότερη αγάπη και αυτό ξεπερνά τα συγκεκριμένα αποτελέσματα οποιασδήποτε πράξης από μόνη της.
Αλλά αν οι πράξεις σας γίνονται σύμφωνα με τον εγωισμό σας, αν έχουν τη βάση τους στην δυσπιστία, στον φόβο, στην υποψία ή στην κριτική, θα προσελκύσετε τα ίδια πράγματα. Θα προσελκύσετε τους ίδιους ανθρώπους και καταστάσεις ξανά και ξανά: εκείνες που σας παγιδεύουν στο ακριβώς ίδιο μοτίβο.
Τώρα είναι καιρός να το αλλάξετε αυτό. Μην φοβάστε. Υπάρχει μαγεία που σας περιμένει και το καλύτερο είναι πως μπορείτε να τη δημιουργήσετε. Έχουμε ήδη πει τα περισσότερα συστατικά για να δημιουργήσουμε μαγεία, και τώρα είναι στα χέρια σας για να την προσελκύσετε.
«Οτιδήποτε μπορείς να κάνεις ή να ονειρευτείς, μπορείς να το ξεκινήσεις. Η τόλμη έχει ευφυΐα, δύναμη και μαγεία μέσα της.» -Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
3. Βρείτε τη μαγεία στα μικρά πράγματα
Υπάρχει μαγεία σε πολλά πράγματα γύρω σας, στα μικρά καθημερινά πράγματα. Θα μπορούσε να είναι το ηλιοβασίλεμα, ο έναστρος ουρανός, το χαμόγελο ενός παιδιού, το κελάηδημα των πουλιών, το αεράκι στο πρόσωπο σας, η βροχή που αναζωογονεί και θρέφει τη ζωή…
Η μαγεία δεν είναι θέμα φαντασίας. Το να βλέπετε τη μαγεία στα πάντα γύρω σας σημαίνει να αναγνωρίζετε και να είστε ευγνώμονες για όλα τα θαύματα της ζωής σας. Έτσι, για να βρείτε και να προσελκύσετε τη μαγεία πρέπει να ξεκινήσετε ευχαριστώντας για το υπέροχο δώρο που έχετε ήδη, το δώρο που συνεχίζει να δίνει με κάθε κτύπο της καρδιάς σας: τη ζωή. Και αυτό γιατί ένα μεγάλο μέρος της μαγείας για την οποία μιλάμε είναι πραγματικά απλώς η έμπνευση, η δύναμη και η ενέργεια.
«Αυτοί που δεν πιστεύουν στην μαγεία δε θα τη βρουν ποτέ.» -Ρόαλντ Νταλ
Οι ιστορίες για αόρατους μαγικούς κόσμους είναι τόσο ελκυστικές στα παιδιά και στους ενήλικες επειδή όλες έχουν τα αρχαία αρχέτυπα που βιώνουμε στο ταξίδι της ζωής μας. Αυτές οι ιστορίες ανοίγουν τις αισθήσεις σας. Τις αφυπνίζουν με ένα τρόπο που σας αφήνουν να δείτε την μαγεία, απλή και θαυμάσια-όπως είναι όλα γύρω σας στη ζωή.
Σε όλο τον κόσμο, κάθε εποχή οι άνθρωποι έγραφαν ιστορίες για φανταστικά πλάσματα και γεγονότα που έχουν εκπλήξει και εμπνεύσει ανθρώπους. Και αυτό συμβαίνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Πίσω από όλες αυτές τις ιστορίες, αυτό που μπορείτε να βρείτε είναι η φαντασία μας, αλλά επίσης πολλές ελπίδες και φόβους μας.
Όλοι χρειαζόμαστε μαγεία στη ζωή μας
Όλοι χρειαζόμαστε μαγεία και όταν την απορρίπτετε αυτό σημαίνει πως κάτι πάει λάθος. Αλλά η μαγεία βρίσκεται παντού γύρω σας. Με την απόρριψη της, απορρίπτετε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σας και των δυνατοτήτων σας.
Φαίνεται πως οι δύσκολες περιστάσεις είναι αυτές που σας παγιδεύουν ειδικά σε αυτή την άποψη των ενηλίκων που διώχνει την μαγεία. Είναι άποψη που κρύβει το παιδί που βρίσκεται ακόμα μέσα σας: δεν είναι ότι δεν σας χαροποιεί πλέον, αλλά επίσης σας φέρνει άγχος.
Ως ενήλικες, συνεχώς βρίσκουμε τον εαυτό μας κολλημένο σε προβλήματα, να πολεμάμε (ή να διαμαρτυρόμαστε) τις αδικίες στις οποίες νιώθουμε θύματα. Αυτές είναι κάποιες από τις περιστάσεις που προσπαθείτε να επιβιώσετε, αλλά ενώ το κάνετε ξεχνάτε να κοιτάξετε ψηλά. Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να ελκύσουμε ή να ξανά-ελκύσουμε τη μαγεία. Η διαμόρφωση ενός μαγικού οράματος για μικρά πράγματα είναι μια ψυχική κατάσταση και όλοι έχουν την δύναμη να δημιουργήσουν το δικό τους «μαγικό κουμπί» για να τους φέρει σε αυτή την κατάσταση όποτε θέλουν.
Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι για να ζήσετε τη ζωή σας: σαν τίποτα να μην είναι θαύμα ή σαν όλα να είναι θαύμα.
Πώς να ελκύσετε τη χαμένη ενέργεια
Το μυαλό σας είναι απίστευτα ισχυρό (περισσότερο από όσο νομίζετε) και με λίγη εκπαίδευση μπορείτε να αλλάξετε εντελώς την νοοτροπία σας. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να αποτυπώσετε όλες τις μαγικές στιγμές που σταματήσατε για να τις παρατηρήσετε ενώ κυνηγούσατε το ρολόι το οποίο σε αντίθεση με εσάς δεν πρέπει να σταματά ποτέ.
1. Πιστέψτε στον εαυτό σας
Δεν μπορείτε να βρείτε την ομορφιά έξω αν δεν κοιτάξετε μέσα σας. Αν πάντα αναζητάτε την εξωτερική αποδοχή τότε θα χάσετε πολύτιμο χρόνο. Και εκείνο τον χρόνο θα μπορούσατε να ονειρεύεστε το επόμενο μεγάλο σχέδιο σας ή να αναπτύσσετε μια καινούργια ικανότητα που θέλετε να μάθετε.
Όταν πιστεύετε στον εαυτό σας και στις ικανότητες σας, οι πιθανότητες γίνονται ατελείωτες. Γίνεστε ένα δημιουργικό ανθρώπινο ον, τολμάτε να ονειρευτείτε, να μεγαλώσετε, τολμάτε να μοιραστείτε τα οράματα σας με άλλους ανθρώπους και δεν φοβάστε πλέον ότι θα γελοιοποιηθείτε γι αυτά.
Όλα ξεκινάνε με ένα όνειρο, με ένα όραμα ή με μια ιδέα. Η διαφορά μεταξύ στους ανθρώπους που πιστεύουν στον εαυτό τους και σε αυτούς που δεν πιστεύουν είναι ότι οι πρώτοι θα μπορέσουν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω από όσο τους επιτρέπει η δύναμη τους. Και τότε είναι που εμφανίζονται τα θαύματα και οι ίδιοι φτάνουν σε ύψη που δεν πίστευαν ποτέ ότι θα μπορούσαν να φτάσουν.
«Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα.» -Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
2. Κινηθείτε
Όλοι είμαστε ηγέτες της δικής μας ζωής. Μπορούμε να πράξουμε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και να επηρεάσουμε τις συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε, και το πώς θα ενεργήσουμε όλες αυτές τις φορές θα οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Επομένως, είναι σημαντικό να γνωρίζετε την κατάσταση του μυαλού σας όταν πρόκειται να πράξετε. Αν ενεργείτε με αγάπη, συμπόνια και κατανόηση, οι πράξεις σας θα είναι πάντα μαγικές και ισχυρές. Και θα είναι επίσης το κομμάτι ενός μεγαλύτερου καλού. Όταν πράττετε με αγάπη, δεν νιώθετε καλύτερα μόνο εσείς αλλά επίσης εμπνέετε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Η αγάπη πάντα προσελκύει περισσότερη αγάπη και αυτό ξεπερνά τα συγκεκριμένα αποτελέσματα οποιασδήποτε πράξης από μόνη της.
Αλλά αν οι πράξεις σας γίνονται σύμφωνα με τον εγωισμό σας, αν έχουν τη βάση τους στην δυσπιστία, στον φόβο, στην υποψία ή στην κριτική, θα προσελκύσετε τα ίδια πράγματα. Θα προσελκύσετε τους ίδιους ανθρώπους και καταστάσεις ξανά και ξανά: εκείνες που σας παγιδεύουν στο ακριβώς ίδιο μοτίβο.
Τώρα είναι καιρός να το αλλάξετε αυτό. Μην φοβάστε. Υπάρχει μαγεία που σας περιμένει και το καλύτερο είναι πως μπορείτε να τη δημιουργήσετε. Έχουμε ήδη πει τα περισσότερα συστατικά για να δημιουργήσουμε μαγεία, και τώρα είναι στα χέρια σας για να την προσελκύσετε.
«Οτιδήποτε μπορείς να κάνεις ή να ονειρευτείς, μπορείς να το ξεκινήσεις. Η τόλμη έχει ευφυΐα, δύναμη και μαγεία μέσα της.» -Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
3. Βρείτε τη μαγεία στα μικρά πράγματα
Υπάρχει μαγεία σε πολλά πράγματα γύρω σας, στα μικρά καθημερινά πράγματα. Θα μπορούσε να είναι το ηλιοβασίλεμα, ο έναστρος ουρανός, το χαμόγελο ενός παιδιού, το κελάηδημα των πουλιών, το αεράκι στο πρόσωπο σας, η βροχή που αναζωογονεί και θρέφει τη ζωή…
Η μαγεία δεν είναι θέμα φαντασίας. Το να βλέπετε τη μαγεία στα πάντα γύρω σας σημαίνει να αναγνωρίζετε και να είστε ευγνώμονες για όλα τα θαύματα της ζωής σας. Έτσι, για να βρείτε και να προσελκύσετε τη μαγεία πρέπει να ξεκινήσετε ευχαριστώντας για το υπέροχο δώρο που έχετε ήδη, το δώρο που συνεχίζει να δίνει με κάθε κτύπο της καρδιάς σας: τη ζωή. Και αυτό γιατί ένα μεγάλο μέρος της μαγείας για την οποία μιλάμε είναι πραγματικά απλώς η έμπνευση, η δύναμη και η ενέργεια.
«Αυτοί που δεν πιστεύουν στην μαγεία δε θα τη βρουν ποτέ.» -Ρόαλντ Νταλ
BERTRAND RUSSELL: Σε έναν τέτοιο κόσμο είναι η ευτυχία δυνατή;
Η ευτυχία είναι 2 ειδών, με όλο που υπάρχουν και ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Τα 2 βασικά είδη που εννοώ θα μπορούσαν να καθοριστούν ως η γνήσια και η ψεύτικη ευτυχία, ή ως η πνευματική και κτηνώδης, ή ως η ευτυχία του πνεύματος και η ευτυχία της σάρκας. Ίσως ο απλούστερος τρόπος να περιγράψει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στα 2 βασικά είδη ευτυχίας είναι να πει ότι το ένα είναι προσιτό για κάθε άνθρωπο και το άλλο για κείνους που ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.
Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας, αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών.
Η συντροφικότητα κι η συνεργασία είναι ουσιώδεις παράγοντες για την ευτυχία του μέσου ανθρώπου.. Η πίστη σε κάτι είναι μία πηγή ευτυχίας για μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Το μυστικό της ευτυχίας είναι αυτό: πλάτυνε όσο μπορείς περισσότερο τα ενδιαφέροντά σου και κάνε τις αντιδράσεις σου προς τα πράγματα και τα πρόσωπα που σ’ ενδιαφέρουν όσο γίνεται φιλικές παρά εχθρικές.
Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, η ευτυχία δεν είναι κάτι που πέφτει μέσα στο στόμα μας σαν ώριμο φρούτο, χάρη στην απλή συνδρομή ευνοϊκών περιστάσεων. Να γιατί τιτλοφόρησα το βιβλίο αυτό «Η κατάκτηση της ευτυχίας». Γιατί σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο σε δυστυχίες, αποφευκτές και αναπόφευκτες, σε αρρώστιες και ψυχολογικές συγκρούσεις, σε αγώνες, σε μιζέριες και σε κακή θέληση, ο άνδρας ή η γυναίκα που θέλει να είναι ευτυχισμένος, οφείλει να βρει τρόπους για να παλέψει ενάντια στις πολλαπλές αιτίες της δυστυχίας, στις οποίες κάθε άτομο είναι εκτεθειμένο. Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια. Ένας άνθρωπος προικισμένος με καλόβολο χαρακτήρα, που κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία και έχει καλή υγεία και απλά γούστα, μπορεί να περάσει άνετα από την ζωή αναρωτώμενος γιατί οι άλλοι κάνουν τόσες ιστορίες. Αν μια όμορφη γυναίκα με ανεκτικό χαρακτήρα τύχει να παντρευτεί έναν πλούσιο σύζυγο που δε ζητά από αυτή τίποτε το εξαιρετικό, και αν, ύστερα από τον γάμο τους, η κυρία δεν φοβάται μήπως παχύνει, θα μπορέσει να χαρεί μια άνετη ζωή, με την προϋπόθεση πως θα σταθεί τυχερή με τα παιδιά της. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πλούσιοι, οι περισσότεροι δεν γεννιούνται με καλόβολο χαρακτήρα. Πολλοί έχουν βίαια πάθη που τους κάνουν να βλέπουν σαν αληθινό μαρτύριο μια ζωή ήσυχη και τακτική. Η υγεία είναι μια ευλογία που κανείς άνθρωπος δεν είναι βέβαιος ότι θα διατηρηθεί. Και ο γάμος δεν είναι μια πηγή αυτόματης ευτυχίας. Για όλους αυτούς τους λόγους η ευτυχία για τους ανθρώπους είναι μια κατάκτηση μάλλον παρά ένα δώρο των Θεών, και σ αυτή την κατάκτηση η προσπάθεια, εσωτερική και εξωτερική, παίζει μεγάλο ρόλο.
Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι φτιαγμένη για να βρίσκει την ευτυχία στη φυλακή, και τα πάθη που μας κλείνουν στον εαυτό μας είναι η χειρότερη φυλακή. Ανάμεσα στα πιο κοινά πάθη είναι ο φόβος, ο φθόνος, το αίσθημα της ενοχής, ο οίκτος για τον εαυτό μας και ο αυτοθαυμασμός. Σ όλα αυτά τα πάθη οι επιθυμίες μας είναι συγκεντρωμένες στον εαυτό μας: δεν ενδιαφερόμαστε αληθινά για τον εξωτερικό κόσμο, παρά μόνο μας ανησυχεί η σκέψη μήπως μας θίξει ή δεν ικανοποιήσει το εγώ μας. Ο φόβος είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι άνθρωποι αρνούνται τόσο πολύ να παραδεχθούν την πραγματικότητα και για το ότι φροντίζουν τόσο πολύ να τυλιχθούν μέσα στο ζεστό ρούχο του μύθου.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.
Bertrand Russell, Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας, αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών.
Η συντροφικότητα κι η συνεργασία είναι ουσιώδεις παράγοντες για την ευτυχία του μέσου ανθρώπου.. Η πίστη σε κάτι είναι μία πηγή ευτυχίας για μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Το μυστικό της ευτυχίας είναι αυτό: πλάτυνε όσο μπορείς περισσότερο τα ενδιαφέροντά σου και κάνε τις αντιδράσεις σου προς τα πράγματα και τα πρόσωπα που σ’ ενδιαφέρουν όσο γίνεται φιλικές παρά εχθρικές.
Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, η ευτυχία δεν είναι κάτι που πέφτει μέσα στο στόμα μας σαν ώριμο φρούτο, χάρη στην απλή συνδρομή ευνοϊκών περιστάσεων. Να γιατί τιτλοφόρησα το βιβλίο αυτό «Η κατάκτηση της ευτυχίας». Γιατί σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο σε δυστυχίες, αποφευκτές και αναπόφευκτες, σε αρρώστιες και ψυχολογικές συγκρούσεις, σε αγώνες, σε μιζέριες και σε κακή θέληση, ο άνδρας ή η γυναίκα που θέλει να είναι ευτυχισμένος, οφείλει να βρει τρόπους για να παλέψει ενάντια στις πολλαπλές αιτίες της δυστυχίας, στις οποίες κάθε άτομο είναι εκτεθειμένο. Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια. Ένας άνθρωπος προικισμένος με καλόβολο χαρακτήρα, που κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία και έχει καλή υγεία και απλά γούστα, μπορεί να περάσει άνετα από την ζωή αναρωτώμενος γιατί οι άλλοι κάνουν τόσες ιστορίες. Αν μια όμορφη γυναίκα με ανεκτικό χαρακτήρα τύχει να παντρευτεί έναν πλούσιο σύζυγο που δε ζητά από αυτή τίποτε το εξαιρετικό, και αν, ύστερα από τον γάμο τους, η κυρία δεν φοβάται μήπως παχύνει, θα μπορέσει να χαρεί μια άνετη ζωή, με την προϋπόθεση πως θα σταθεί τυχερή με τα παιδιά της. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πλούσιοι, οι περισσότεροι δεν γεννιούνται με καλόβολο χαρακτήρα. Πολλοί έχουν βίαια πάθη που τους κάνουν να βλέπουν σαν αληθινό μαρτύριο μια ζωή ήσυχη και τακτική. Η υγεία είναι μια ευλογία που κανείς άνθρωπος δεν είναι βέβαιος ότι θα διατηρηθεί. Και ο γάμος δεν είναι μια πηγή αυτόματης ευτυχίας. Για όλους αυτούς τους λόγους η ευτυχία για τους ανθρώπους είναι μια κατάκτηση μάλλον παρά ένα δώρο των Θεών, και σ αυτή την κατάκτηση η προσπάθεια, εσωτερική και εξωτερική, παίζει μεγάλο ρόλο.
Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι φτιαγμένη για να βρίσκει την ευτυχία στη φυλακή, και τα πάθη που μας κλείνουν στον εαυτό μας είναι η χειρότερη φυλακή. Ανάμεσα στα πιο κοινά πάθη είναι ο φόβος, ο φθόνος, το αίσθημα της ενοχής, ο οίκτος για τον εαυτό μας και ο αυτοθαυμασμός. Σ όλα αυτά τα πάθη οι επιθυμίες μας είναι συγκεντρωμένες στον εαυτό μας: δεν ενδιαφερόμαστε αληθινά για τον εξωτερικό κόσμο, παρά μόνο μας ανησυχεί η σκέψη μήπως μας θίξει ή δεν ικανοποιήσει το εγώ μας. Ο φόβος είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι άνθρωποι αρνούνται τόσο πολύ να παραδεχθούν την πραγματικότητα και για το ότι φροντίζουν τόσο πολύ να τυλιχθούν μέσα στο ζεστό ρούχο του μύθου.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.
Bertrand Russell, Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
Ο Wei Zheng συμβουλεύει τον αυτοκράτορα
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΑΚΟΥΣ
1. Κόλακες
«Οι κόλακες αποτελούν μάστιγα. Αποζητώντας ισχύ και κέρδος, προσπαθούν να κερδίσουν την ευμένεια του ηγεμόνα μέσω των κολακευτικών λόγων τους και του δουλοπρεπή τρόπου τους. Όταν ο ηγεμόνας περιβάλλεται από τέτοιους ανθρώπους, τα μάτια και τα αυτιά του είναι κλειστά. Δεν μπορεί να δει τα ελαττώματά του και οι πιστοί αξιωματούχοι δεν τολμούν να μιλήσουν. Είναι επικίνδυνο».
«Οι καλές συμβουλές συχνά ερεθίζουν τα αυτιά, αλλά μπορεί να σε ωφελήσουν. Η κολακεία είναι συχνά ευχάριστη για τον νου, αλλά μπορεί να σε βλάψει. Ο φωτισμένος ηγεμόνας ακολουθεί τις καλές συμβουλές. Ακόμη κι αν έχουν πικρή γεύση, μπορεί να γιατρέψουν την ασθένειά του. Στον αδαή ηγεμόνα αρέσει η κολακεία. Ακόμη κι αν έχει γλυκιά γεύση, μπορεί να τον καταστρέψει».
2. Πραγματική ευγλωττία
Στην αρχή της ηγεμονίας του, ο Taizong άκουγε τις διαμαρτυρίες με υπομονή. Αλλά σταδιακά, με τις επιτυχίες, η αυτοπεποίθησή του μετατράπηκε σε αλαζονεία και ο αυτοέλεγχός του χάθηκε, ιδιαίτερα με τον θάνατο του Wei Zheng το 643 μ.Χ. Έτσι ερχόταν σε αντιπαράθεση με όσους του ασκούσαν κριτική και έφερνε αντιρρήσεις σε όσους είχαν διαφορετική άποψη. Ο υπουργός Liu Ji έγραψε στον Taizong ένα υπόμνημα για τη συμπεριφορά του.
Ακόμη και αν η αυτού Μεγαλειότητά σας έχει αρκετή ταπεινοφροσύνη για να ζητήσετε συμβουλές από κατωτέρους σας, μπορεί να μην τις λάβετε. Όμως τώρα, όταν εκφέρουν την άποψή τους, συχνά λογομαχείτε μαζί τους έντονα και προσπαθείτε να επιβληθείτε. Ποιος να τολμήσει να μιλήσει; Η ευγλωττία δεν είναι τόσο μεγάλη αρετή όσο πιστεύετε. Ο Lao Tzu είπε ότι η πραγματική ευγλωττία σημαίνει να μιλάς λίγο και ο Chuang Tzu είπε ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται πολλή συζήτηση. Κανείς από τους δύο δεν πρόκρινε τη μακρηγορία. Μπορεί να επικρατήσετε σε μια συζήτηση, αλλά θα χάσετε την εκτίμηση των υπουργών σας. Πετύχαμε ειρήνη και ευημερία όχι επειδή ήμαστε εύγλωττοι ομιλητές, αλλά επειδή ήμαστε πρακτικοί άνθρωποι που ενεργούν. Επίσης, η μακρηγορία είναι κουραστική. Ελπίζω η αυτού Μεγαλειότητά σας να αφιερωθεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της και να γίνετε και πάλι όσο ταπεινός ήσαστε».
O Taizong παραδέχτηκε το λάθος του. «Ναι, μιλούσα πάρα πολύ. Ήμουν περήφανος για την ικανότητά μου στην επιχειρηματολογία. Με έκανε να περιφρονώ τους άλλους. Σε ευχαριστώ που μου το υπέδειξες».
3. Ο καθρέφτης του αυτοκράτορα
Όταν κατά το δέκατο έκτο έτος της ηγεμονίας του Taizong ο Wei Zheng πέθανε, θλίψη κυρίευσε τον αυτοκράτορα. Έκλεισε την αυτοκρατορική Αυλή για πέντε μέρες, κάτι πρωτοφανές, και έκανε το ακόλουθο γνωστό σχόλιο:
«Χρησιμοποίησε κάτι μπρούντζινο για καθρέφτη και μπορείς να ισιώσεις τα ενδύματά σου χρησιμοποίησε την ιστορία ως καθρέφτη και μπορείς να διακρίνεις τις αιτίες της ανάδυσης και της πτώσης ενός κράτους: χρησιμοποίησε τους άλλους σαν καθρέφτη και μπορείς να κατανοήσεις τα προτερήματα και τις αδυναμίες σου. Τώρα που ο Wei Zheng πέθανε, έχασα έναν πολύτιμο καθρέφτη».
Στις μέρες μας, ο Wei Zheng απολαμβάνει την ίδια φήμη όπως και στην εποχή του. Μεταξύ των παραδοσιακών λογίων-αξιωματούχων, θεωρείται ως υπόδειγμα κομφουκιανού υπουργού στη λαϊκή παράδοση έχει γίνει θεότητα που προστατεύει από τα κακά πνεύματα.
TANG TAIZONG, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΑΚΟΥΣ
«Οι κόλακες αποτελούν μάστιγα. Αποζητώντας ισχύ και κέρδος, προσπαθούν να κερδίσουν την ευμένεια του ηγεμόνα μέσω των κολακευτικών λόγων τους και του δουλοπρεπή τρόπου τους. Όταν ο ηγεμόνας περιβάλλεται από τέτοιους ανθρώπους, τα μάτια και τα αυτιά του είναι κλειστά. Δεν μπορεί να δει τα ελαττώματά του και οι πιστοί αξιωματούχοι δεν τολμούν να μιλήσουν. Είναι επικίνδυνο».
«Οι καλές συμβουλές συχνά ερεθίζουν τα αυτιά, αλλά μπορεί να σε ωφελήσουν. Η κολακεία είναι συχνά ευχάριστη για τον νου, αλλά μπορεί να σε βλάψει. Ο φωτισμένος ηγεμόνας ακολουθεί τις καλές συμβουλές. Ακόμη κι αν έχουν πικρή γεύση, μπορεί να γιατρέψουν την ασθένειά του. Στον αδαή ηγεμόνα αρέσει η κολακεία. Ακόμη κι αν έχει γλυκιά γεύση, μπορεί να τον καταστρέψει».
2. Πραγματική ευγλωττία
Στην αρχή της ηγεμονίας του, ο Taizong άκουγε τις διαμαρτυρίες με υπομονή. Αλλά σταδιακά, με τις επιτυχίες, η αυτοπεποίθησή του μετατράπηκε σε αλαζονεία και ο αυτοέλεγχός του χάθηκε, ιδιαίτερα με τον θάνατο του Wei Zheng το 643 μ.Χ. Έτσι ερχόταν σε αντιπαράθεση με όσους του ασκούσαν κριτική και έφερνε αντιρρήσεις σε όσους είχαν διαφορετική άποψη. Ο υπουργός Liu Ji έγραψε στον Taizong ένα υπόμνημα για τη συμπεριφορά του.
Ακόμη και αν η αυτού Μεγαλειότητά σας έχει αρκετή ταπεινοφροσύνη για να ζητήσετε συμβουλές από κατωτέρους σας, μπορεί να μην τις λάβετε. Όμως τώρα, όταν εκφέρουν την άποψή τους, συχνά λογομαχείτε μαζί τους έντονα και προσπαθείτε να επιβληθείτε. Ποιος να τολμήσει να μιλήσει; Η ευγλωττία δεν είναι τόσο μεγάλη αρετή όσο πιστεύετε. Ο Lao Tzu είπε ότι η πραγματική ευγλωττία σημαίνει να μιλάς λίγο και ο Chuang Tzu είπε ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται πολλή συζήτηση. Κανείς από τους δύο δεν πρόκρινε τη μακρηγορία. Μπορεί να επικρατήσετε σε μια συζήτηση, αλλά θα χάσετε την εκτίμηση των υπουργών σας. Πετύχαμε ειρήνη και ευημερία όχι επειδή ήμαστε εύγλωττοι ομιλητές, αλλά επειδή ήμαστε πρακτικοί άνθρωποι που ενεργούν. Επίσης, η μακρηγορία είναι κουραστική. Ελπίζω η αυτού Μεγαλειότητά σας να αφιερωθεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της και να γίνετε και πάλι όσο ταπεινός ήσαστε».
O Taizong παραδέχτηκε το λάθος του. «Ναι, μιλούσα πάρα πολύ. Ήμουν περήφανος για την ικανότητά μου στην επιχειρηματολογία. Με έκανε να περιφρονώ τους άλλους. Σε ευχαριστώ που μου το υπέδειξες».
3. Ο καθρέφτης του αυτοκράτορα
Όταν κατά το δέκατο έκτο έτος της ηγεμονίας του Taizong ο Wei Zheng πέθανε, θλίψη κυρίευσε τον αυτοκράτορα. Έκλεισε την αυτοκρατορική Αυλή για πέντε μέρες, κάτι πρωτοφανές, και έκανε το ακόλουθο γνωστό σχόλιο:
«Χρησιμοποίησε κάτι μπρούντζινο για καθρέφτη και μπορείς να ισιώσεις τα ενδύματά σου χρησιμοποίησε την ιστορία ως καθρέφτη και μπορείς να διακρίνεις τις αιτίες της ανάδυσης και της πτώσης ενός κράτους: χρησιμοποίησε τους άλλους σαν καθρέφτη και μπορείς να κατανοήσεις τα προτερήματα και τις αδυναμίες σου. Τώρα που ο Wei Zheng πέθανε, έχασα έναν πολύτιμο καθρέφτη».
Στις μέρες μας, ο Wei Zheng απολαμβάνει την ίδια φήμη όπως και στην εποχή του. Μεταξύ των παραδοσιακών λογίων-αξιωματούχων, θεωρείται ως υπόδειγμα κομφουκιανού υπουργού στη λαϊκή παράδοση έχει γίνει θεότητα που προστατεύει από τα κακά πνεύματα.
TANG TAIZONG, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΑΚΟΥΣ
Fr. Nietzsche: έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (3)
Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900
Ο Ζαρατούστρα κηρύσσει τον θάνατο του θεού
§1
Πρόλογος: ομιλία 3
Όταν ο Ζαρατούστρα έφτασε στην πιο κοντινή πόλη, που γειτονεύει με το δάσος, βρήκε πολύ λαό συναγμένο στην πλατεία: γιατί είχε διαλαληθεί ότι επρόκειτο να εμφανισθεί ένας σχοινοβάτης. Και ο Ζαρατούστρα έτσι μίλησε προς τον λαό:
«Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Τι έχετε κάνει, για να τον ξεπεράσετε;
Όλα τα όντα μέχρι τώρα δημιούργησαν κάτι πέρα και πάνω από τον εαυτό τους: και εσείς θέλετε να είστε η άμπωτη αυτής της μεγάλης παλίρροιας και προτιμάτε ακόμη να ξαναγυρίσετε στο ζώο παρά να ξεπεράσετε τον άνθρωπο;
Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; Ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Και το ίδιο ακριβώς πρόκειται να είναι ο άνθρωπος για τον υπεράνθρωπο: ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Έχετε κάνει τον δρόμο από το σκουλήκι στον άνθρωπο και πολλά ακόμη μέσα σας είναι σκουλήκι. Άλλοτε ήσασταν πίθηκοι, και τώρα επίσης ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι περισσότερο πίθηκος από οποιονδήποτε πίθηκο.
Μα ακόμη και ο πιο σοφός από σας, κι αυτός είναι μόνο μια δυσαρμονία και ένα νόθο μείγμα φυτού και φαντάσματος. Αλλά σας είπα να γίνετε φαντάσματα ή φυτά;
Ιδού, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο!
Ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης. Η θέλησή σας ας πει: ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης!
Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, μείνετε πιστοί στη γη και μην πιστεύετε όσους σας μιλούν για υπεργήινες προσδοκίες! Δηλητηριαστές είναι αυτοί, είτε το ξέρουν είτε όχι.
Καταφρονητές της ζωής είναι, ετοιμοθάνατοι και δηλητηριασμένοι και οι ίδιοι· η γη είναι βαριεστημένη απ’ αυτούς: ας εξαφανιστούν λοιπόν από προσώπου γης!
Άλλοτε, η βλαστήμια κατά του θεού ήταν η μέγιστη βλαστήμια· ο θεός όμως πέθανε και μαζί του πέθαναν και αυτοί οι βλάστημοι. Το να βλαστημάς τη γη και να εκτιμάς περισσότερο από το νόημα της γης τα σπλάχνα του αδιαπέραστου [μυστηρίου], αυτό τώρα είναι το πιο φρικτό πράγμα.
Άλλοτε, η ψυχή κοιτούσε με περιφρόνηση το σώμα: και τότε τίποτα δεν ήταν υψηλότερο από την περιφρόνηση αυτή: –η ψυχή ήθελε το σώμα λιπόσαρκο, βδελυρό, λιμασμένο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα ξέφευγε από αυτό και από τη γη.
Ω, αυτή η ψυχή ήταν και η ίδια ακόμα πιο λιπόσαρκη, βδελυρή και λιμοκτονούσα: και η σκληρότητα ήταν η ηδονή αυτής της ψυχής!
Αλλά κι εσείς ακόμη, αδελφοί μου, πείτε μου: τι κηρύσσει το σώμα σας για την ψυχή σας; Μήπως η ψυχή σας δεν είναι φτώχια, βόρβορος και ελεεινή αυταρέσκεια;
Στ’ αλήθεια, ένα βρόμικο ποτάμι είναι ο άνθρωπος. Κάποιος πρέπει πάντως να είναι θάλασσα, για να μπορεί να δέχεται ένα βρόμικο ποτάμι, χωρίς να λερώνεται, να μολύνεται.
Δείτε, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: αυτός είναι τούτη η θάλασσα· μέσα του μπορεί να καταποντισθεί η μεγάλη σας περιφρόνηση.
Ποιο είναι το μέγιστο που μπορείτε να βιώσετε; Είναι η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Η ώρα που και η ευτυχία σας ακόμη γίνεται αηδία, καθώς επίσης η λογική σας (Vernunft) και η αρετή σας.
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η ευτυχία μου! Είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια. Όμως η ευτυχία μου θα’ πρεπε να δικαιώνει την ίδια την άμεση ύπαρξη (Dasein)!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η λογική μου! Επιθυμεί διακαώς τη γνώση όπως το λιοντάρι την τροφή του; Είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η αρετή μου! Δεν με έχει κάνει ακόμη να παραφέρομαι. Πόσο βαριεστημένος είμαι από το καλό και το κακό μου! Όλα τούτα είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η δικαιοσύνη μου! Δεν βλέπω να είμαι πύρωση και κάρβουνο. Ο δίκαιος όμως είναι πύρωση και κάρβουνο!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει ο οίκτος μου! Μήπως δεν είναι οίκτος ο σταυρός, που πάνω του καρφώνεται εκείνος που αγαπά τους ανθρώπους; Αλλά ο δικός μου οίκτος δεν είναι σταύρωση.»
Μιλήσατε εσείς ποτέ έτσι; Φωνάξατε εσείς ποτέ έτσι; Αχ, να σας είχα ακούσει να φωνάζετε ποτέ έτσι!
Όχι οι αμαρτίες σας – η ολιγάρκειά σας φωνάζει προς τον ουρανό, η τσιγκουνιά σας, και στις αμαρτίες σας ακόμα, φωνάζει προς τον ουρανό!
Πού είναι λοιπόν η αστραπή, που σας γλύφει με τη γλώσσα της; Πού είναι η παραφροσύνη, με την οποία θα έπρεπε να μπολιαστείτε;
Δείτε, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: αυτός είναι τούτη η αστραπή, αυτός είναι τούτη η παραφροσύνη! –
Όταν ο Ζαρατούστρα είπε αυτά τα λόγια, φώναξε κάποιος από τον λαό: «Τώρα ακούσαμε αρκετά για τον σχοινοβάτη· ώρα είναι, να μας αφήσεις κιόλας να τον δούμε!» Κι όλος ο λαός γέλασε με τον Ζαρατούστρα. Αλλά ο σχοινοβάτης, που νόμισε ότι τα λόγια απευθύνονταν σ’ αυτόν, άρχισε το έργο του.
§2 Ερμηνεία – κατανόηση: «η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης»
1. Ο Ζαρατούστρα εμφανίζεται και μιλάει στον λαό. Το πλήθος-λαός είναι συγκεντρωμένο/ος στην κεντρική πλατεία της πόλης για να δει την παράσταση που θα δώσει ένας σχοινοβάτης (Seiltänzer). Πρώτο σημαντικό στοιχείο εδώ είναι η εικόνα της όρχησης, του χορού, που παριστά ο σχοινοβάτης–ακροβάτης με βάση και την ετυμολογία της γερμανικής λέξης: Seil-tänzer [=σχοινο-χορευτής]. Το γεγονός ότι η συνάθροιση του λαού και η παράσταση του σχοινοβάτη λαμβάνουν χώρα στην αγορά, στην πλατεία, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, σημαίνει ότι η συνολική τούτη πράξη ενέχει χαρακτήρα κοινωνικής ζωής και η ως άνω όρχηση στέλνει νεύματα ακροβασίας της κοινωνικής έκφρασης του ανθρώπου ως μάζας.
2. Ο Ζαρατούστρα απευθύνεται σε αυτή τη μάζα χωρίς ασφαλώς να βρίσκει, δηλαδή να περιμένει να βρει ανταπόκριση: μιλά διαφορετική γλώσσα. Ενώ αυτός κηρύσσει το ξεπέρασμα του ανθρώπου–μάζας, οι άνθρωποι είναι «ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή»· είναι η μάζα που τρέφεται με φτηνά θεάματα, τα οποία και αναπαράγει, αναπαράγοντας συγχρόνως την ύπαρξή της ως μαζική, αγελαία ύπαρξη. Να γιατί, μας λέει ο Νίτσε, δεν παύει να πιθηκίζει και να επιβεβαιώνει καθημερινά πως είναι φυτό: η όρχηση για τον Ζαρατούστρα – υπεράνθρωπο είναι η πιο ριψοκίνδυνη πράξη υπέρβασης του ανθρώπου–μάζας· ετούτη η μάζα όμως ενσαρκώνει τη δική της όρχηση ως ελαφριά και επιπόλαιη, ως πανηγυριώτικη, χαβαλετζήδικη συμπεριφορά, που συνιστά μαρτυρία ότι ο άνθρωπος έχει εκ-φυλισθεί σε φυτό ή φάντασμα ή σε κάτι ενδιάμεσο.
3. Η χρησιμοποιούμενη εδώ αιχμηρή Νιτσεϊκή γλώσσα απο-ιδεολογικοποιεί τη διδασκαλία του Ζαρατούστρα. Αυτή εδώ δεν ενδιαφέρεται να πείσει και να κερδίσει οπαδούς, αλλά να αποδομήσει, να καυτηριάσει, να αχρηστεύσει την υφιστάμενη συνθήκη του ανθρώπινου Είναι, που ομολογεί την κένωσή του από τον προορισμό, την προοπτική του πάνω στη γη, εν ονόματι της αφελούς προσήλωσής του σε «υπεργήινες προσδοκίες». Όταν ο άνθρωπος δηλητηριάζεται από την προσκόλλησή του σε αδόκητες ιδεολογίες, σε αλλόφρονα δόγματα πίστης, τότε γίνεται ο ίδιος δολοφόνος του εαυτού του και κατ’ επέκταση βλάσφημος της γης, όπου ανήκει. Απέναντι σε τούτη την αξιοθρήνητη έκπτωσή του, ο υπεράνθρωπος ορθώνεται ως αξιόπιστη ρεαλιστική δυνατότητα να αναπτυχθεί το ανθρώπινο είδος.
4. Ο παρών λόγος του Ζαρατούστρα είναι το πρώτο από τα τρία μέρη διδασκαλίας του για τον υπεράνθρωπο. Αυτό το μέρος σχετίζεται με τον υπεράνθρωπο και τη μεγάλη περιφρόνηση, που επιχειρεί να ενσταλάξει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Τα άλλα δυο είναι ο λόγος –του Προλόγου– 4, που σχετίζεται με την προετοιμασία του δρόμου προς τον υπεράνθρωπο, και 5, που ασχολείται με τους τελευταίους ανθρώπους που μένουν πίσω. Αμφότεροι οι λόγοι θα συζητηθούν σε προσεχείς αναρτήσεις. Η διδασκαλία του Ζαρατούστρα εδώ για το ξεπέρασμα του ανθρώπου συγκεντρώνει την προσοχή της στο υπέρ-τον-άνθρωπο, με το νόημα του ριζικού μετασχηματισμού του τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου όχι ως ατόμου ή μάζας ατόμων, αλλά ως ανθρώπινου είδους ή γένους, εν τέλει ως μιας νέας φυλής. Αυτό υποδηλώνει και ο βιολογικοός–εξελικτικός χαρακτήρας της χρησιμοποιούμενης γλώσσας.
5. Ένα τέτοιο ανα-τρεπτικό κήρυγμά του, ξέρει καλά ο Ζαρατούστρα, δεν βρίσκει ανταπόκριση μέσα στη μάζα, γιατί η υλοποίησή του δεν μπορεί να είναι έργο ή εγχείρημα των καθημερινών ανθρώπων, αλλά των δημιουργών: εκείνων που αρνούνται να «είναι ένα βρόμικο ποτάμι» και γίνονται η θάλασσα [=η εξελικτική αλλαγή του είδους] που δέχεται μέσα της τα βρόμικα νερά χωρίς να μολύνεται. Οι δημιουργοί είναι δημιουργοί, γιατί βρίσκουν το νόημά τους πάνω στη γη και όχι στον υπερβατικό θεό ή στα κενά ιδεώδη [=στις αφηρημένες ιδέες] του καλού, του δικαίου κ.λπ. Άρα γίνονται οι μεγάλοι περιφρονητές όλων εκείνων των αξιών, ιδεών και παρόμοιων γνωρισμάτων που κρατούν τον άνθρωπο μέσα στη «φτώχεια, τον βόρβορο και την ελεεινή αυταρέσκεια», μέσα στην αδράνεια του βολέματος.
6. Ο Ζαρατούστρα είναι αυτός ο δημιουργός–περιφρονητής και καλεί τους ανθρώπους να πραγματώσουν βιωματικά την ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Να πάψουν να είναι άνθρωποι – πίθηκοι και να γίνουν υπεράνθρωποι μέσα από την εν έργω περιφρόνηση της ευτυχίας [=αυτό- ικανοποίησης εντός του περιορισμένου], της εργαλειακής λογικής [=καθήλωσης σε μια δικαιολογητική «αλήθεια» χωρίς πνοή και λαχτάρα], της αρετής [=ακινητοποίησης στα όρια του καλού ή του κακού και παράβλεψης της εμπνευσμένης δράσης], της δικαιοσύνης [=ισοπεδωτικού εξισωτισμού], του οίκτου [=της χριστιανικής αγάπης ως υποκρισίας]. Ο υπεράνθρωπος λοιπόν είναι ο εγκόσμιος «θεός», που εισέρχεται στη ζωή μας, εάν τον θελήσουμε, ως αστραπή, ως παραφροσύνη [=βούληση για δύναμη και αιώνια επιστροφή].
7. Ο λαός εν τέλει, που παρακολουθεί την ομιλία του Ζαρατούστρα, γελάει με τον τελευταίο, αντί να γελάει με τον εαυτό του. Γελάει, γιατί μπερδεύει τον υπεράνθρωπο με τον σχοινοβάτη, όπως ακριβώς τα μπερδεύει και αυτός εδώ: πιστεύει πως είναι ο υπεράνθρωπος. Είναι ωστόσο ο διαμεσολαβητής, η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας. Η βούληση για δύναμη, στον παρόντα λόγο, εκφράζεται ως εξής: «η θέλησή σας ας πει: ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης!». Η ανάσυρση του ανθρώπου από τον βόρβορο υλοποιείται μόνο ως ανάκτηση του δυναμικού του Είναι υπό τη μορφή του υπερανθρώπου. Ο υπεράνθρωπος είναι η συνειδητή εμμονή του ανθρώπου στο νόημα του Είναι (του) που αποκαλύπτεται ως βούληση για δύναμη.
Ο Ζαρατούστρα κηρύσσει τον θάνατο του θεού
§1
Πρόλογος: ομιλία 3
Όταν ο Ζαρατούστρα έφτασε στην πιο κοντινή πόλη, που γειτονεύει με το δάσος, βρήκε πολύ λαό συναγμένο στην πλατεία: γιατί είχε διαλαληθεί ότι επρόκειτο να εμφανισθεί ένας σχοινοβάτης. Και ο Ζαρατούστρα έτσι μίλησε προς τον λαό:
«Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Τι έχετε κάνει, για να τον ξεπεράσετε;
Όλα τα όντα μέχρι τώρα δημιούργησαν κάτι πέρα και πάνω από τον εαυτό τους: και εσείς θέλετε να είστε η άμπωτη αυτής της μεγάλης παλίρροιας και προτιμάτε ακόμη να ξαναγυρίσετε στο ζώο παρά να ξεπεράσετε τον άνθρωπο;
Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; Ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Και το ίδιο ακριβώς πρόκειται να είναι ο άνθρωπος για τον υπεράνθρωπο: ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Έχετε κάνει τον δρόμο από το σκουλήκι στον άνθρωπο και πολλά ακόμη μέσα σας είναι σκουλήκι. Άλλοτε ήσασταν πίθηκοι, και τώρα επίσης ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι περισσότερο πίθηκος από οποιονδήποτε πίθηκο.
Μα ακόμη και ο πιο σοφός από σας, κι αυτός είναι μόνο μια δυσαρμονία και ένα νόθο μείγμα φυτού και φαντάσματος. Αλλά σας είπα να γίνετε φαντάσματα ή φυτά;
Ιδού, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο!
Ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης. Η θέλησή σας ας πει: ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης!
Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, μείνετε πιστοί στη γη και μην πιστεύετε όσους σας μιλούν για υπεργήινες προσδοκίες! Δηλητηριαστές είναι αυτοί, είτε το ξέρουν είτε όχι.
Καταφρονητές της ζωής είναι, ετοιμοθάνατοι και δηλητηριασμένοι και οι ίδιοι· η γη είναι βαριεστημένη απ’ αυτούς: ας εξαφανιστούν λοιπόν από προσώπου γης!
Άλλοτε, η βλαστήμια κατά του θεού ήταν η μέγιστη βλαστήμια· ο θεός όμως πέθανε και μαζί του πέθαναν και αυτοί οι βλάστημοι. Το να βλαστημάς τη γη και να εκτιμάς περισσότερο από το νόημα της γης τα σπλάχνα του αδιαπέραστου [μυστηρίου], αυτό τώρα είναι το πιο φρικτό πράγμα.
Άλλοτε, η ψυχή κοιτούσε με περιφρόνηση το σώμα: και τότε τίποτα δεν ήταν υψηλότερο από την περιφρόνηση αυτή: –η ψυχή ήθελε το σώμα λιπόσαρκο, βδελυρό, λιμασμένο. Έτσι σκέφτηκε ότι θα ξέφευγε από αυτό και από τη γη.
Ω, αυτή η ψυχή ήταν και η ίδια ακόμα πιο λιπόσαρκη, βδελυρή και λιμοκτονούσα: και η σκληρότητα ήταν η ηδονή αυτής της ψυχής!
Αλλά κι εσείς ακόμη, αδελφοί μου, πείτε μου: τι κηρύσσει το σώμα σας για την ψυχή σας; Μήπως η ψυχή σας δεν είναι φτώχια, βόρβορος και ελεεινή αυταρέσκεια;
Στ’ αλήθεια, ένα βρόμικο ποτάμι είναι ο άνθρωπος. Κάποιος πρέπει πάντως να είναι θάλασσα, για να μπορεί να δέχεται ένα βρόμικο ποτάμι, χωρίς να λερώνεται, να μολύνεται.
Δείτε, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: αυτός είναι τούτη η θάλασσα· μέσα του μπορεί να καταποντισθεί η μεγάλη σας περιφρόνηση.
Ποιο είναι το μέγιστο που μπορείτε να βιώσετε; Είναι η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Η ώρα που και η ευτυχία σας ακόμη γίνεται αηδία, καθώς επίσης η λογική σας (Vernunft) και η αρετή σας.
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η ευτυχία μου! Είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια. Όμως η ευτυχία μου θα’ πρεπε να δικαιώνει την ίδια την άμεση ύπαρξη (Dasein)!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η λογική μου! Επιθυμεί διακαώς τη γνώση όπως το λιοντάρι την τροφή του; Είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η αρετή μου! Δεν με έχει κάνει ακόμη να παραφέρομαι. Πόσο βαριεστημένος είμαι από το καλό και το κακό μου! Όλα τούτα είναι φτώχεια και βόρβορος και μια ελεεινή αυταρέσκεια!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει η δικαιοσύνη μου! Δεν βλέπω να είμαι πύρωση και κάρβουνο. Ο δίκαιος όμως είναι πύρωση και κάρβουνο!»
Η ώρα που λέτε: «τι καλό μου κάνει ο οίκτος μου! Μήπως δεν είναι οίκτος ο σταυρός, που πάνω του καρφώνεται εκείνος που αγαπά τους ανθρώπους; Αλλά ο δικός μου οίκτος δεν είναι σταύρωση.»
Μιλήσατε εσείς ποτέ έτσι; Φωνάξατε εσείς ποτέ έτσι; Αχ, να σας είχα ακούσει να φωνάζετε ποτέ έτσι!
Όχι οι αμαρτίες σας – η ολιγάρκειά σας φωνάζει προς τον ουρανό, η τσιγκουνιά σας, και στις αμαρτίες σας ακόμα, φωνάζει προς τον ουρανό!
Πού είναι λοιπόν η αστραπή, που σας γλύφει με τη γλώσσα της; Πού είναι η παραφροσύνη, με την οποία θα έπρεπε να μπολιαστείτε;
Δείτε, σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο: αυτός είναι τούτη η αστραπή, αυτός είναι τούτη η παραφροσύνη! –
Όταν ο Ζαρατούστρα είπε αυτά τα λόγια, φώναξε κάποιος από τον λαό: «Τώρα ακούσαμε αρκετά για τον σχοινοβάτη· ώρα είναι, να μας αφήσεις κιόλας να τον δούμε!» Κι όλος ο λαός γέλασε με τον Ζαρατούστρα. Αλλά ο σχοινοβάτης, που νόμισε ότι τα λόγια απευθύνονταν σ’ αυτόν, άρχισε το έργο του.
§2 Ερμηνεία – κατανόηση: «η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης»
1. Ο Ζαρατούστρα εμφανίζεται και μιλάει στον λαό. Το πλήθος-λαός είναι συγκεντρωμένο/ος στην κεντρική πλατεία της πόλης για να δει την παράσταση που θα δώσει ένας σχοινοβάτης (Seiltänzer). Πρώτο σημαντικό στοιχείο εδώ είναι η εικόνα της όρχησης, του χορού, που παριστά ο σχοινοβάτης–ακροβάτης με βάση και την ετυμολογία της γερμανικής λέξης: Seil-tänzer [=σχοινο-χορευτής]. Το γεγονός ότι η συνάθροιση του λαού και η παράσταση του σχοινοβάτη λαμβάνουν χώρα στην αγορά, στην πλατεία, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, σημαίνει ότι η συνολική τούτη πράξη ενέχει χαρακτήρα κοινωνικής ζωής και η ως άνω όρχηση στέλνει νεύματα ακροβασίας της κοινωνικής έκφρασης του ανθρώπου ως μάζας.
2. Ο Ζαρατούστρα απευθύνεται σε αυτή τη μάζα χωρίς ασφαλώς να βρίσκει, δηλαδή να περιμένει να βρει ανταπόκριση: μιλά διαφορετική γλώσσα. Ενώ αυτός κηρύσσει το ξεπέρασμα του ανθρώπου–μάζας, οι άνθρωποι είναι «ένα περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή»· είναι η μάζα που τρέφεται με φτηνά θεάματα, τα οποία και αναπαράγει, αναπαράγοντας συγχρόνως την ύπαρξή της ως μαζική, αγελαία ύπαρξη. Να γιατί, μας λέει ο Νίτσε, δεν παύει να πιθηκίζει και να επιβεβαιώνει καθημερινά πως είναι φυτό: η όρχηση για τον Ζαρατούστρα – υπεράνθρωπο είναι η πιο ριψοκίνδυνη πράξη υπέρβασης του ανθρώπου–μάζας· ετούτη η μάζα όμως ενσαρκώνει τη δική της όρχηση ως ελαφριά και επιπόλαιη, ως πανηγυριώτικη, χαβαλετζήδικη συμπεριφορά, που συνιστά μαρτυρία ότι ο άνθρωπος έχει εκ-φυλισθεί σε φυτό ή φάντασμα ή σε κάτι ενδιάμεσο.
3. Η χρησιμοποιούμενη εδώ αιχμηρή Νιτσεϊκή γλώσσα απο-ιδεολογικοποιεί τη διδασκαλία του Ζαρατούστρα. Αυτή εδώ δεν ενδιαφέρεται να πείσει και να κερδίσει οπαδούς, αλλά να αποδομήσει, να καυτηριάσει, να αχρηστεύσει την υφιστάμενη συνθήκη του ανθρώπινου Είναι, που ομολογεί την κένωσή του από τον προορισμό, την προοπτική του πάνω στη γη, εν ονόματι της αφελούς προσήλωσής του σε «υπεργήινες προσδοκίες». Όταν ο άνθρωπος δηλητηριάζεται από την προσκόλλησή του σε αδόκητες ιδεολογίες, σε αλλόφρονα δόγματα πίστης, τότε γίνεται ο ίδιος δολοφόνος του εαυτού του και κατ’ επέκταση βλάσφημος της γης, όπου ανήκει. Απέναντι σε τούτη την αξιοθρήνητη έκπτωσή του, ο υπεράνθρωπος ορθώνεται ως αξιόπιστη ρεαλιστική δυνατότητα να αναπτυχθεί το ανθρώπινο είδος.
4. Ο παρών λόγος του Ζαρατούστρα είναι το πρώτο από τα τρία μέρη διδασκαλίας του για τον υπεράνθρωπο. Αυτό το μέρος σχετίζεται με τον υπεράνθρωπο και τη μεγάλη περιφρόνηση, που επιχειρεί να ενσταλάξει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Τα άλλα δυο είναι ο λόγος –του Προλόγου– 4, που σχετίζεται με την προετοιμασία του δρόμου προς τον υπεράνθρωπο, και 5, που ασχολείται με τους τελευταίους ανθρώπους που μένουν πίσω. Αμφότεροι οι λόγοι θα συζητηθούν σε προσεχείς αναρτήσεις. Η διδασκαλία του Ζαρατούστρα εδώ για το ξεπέρασμα του ανθρώπου συγκεντρώνει την προσοχή της στο υπέρ-τον-άνθρωπο, με το νόημα του ριζικού μετασχηματισμού του τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου όχι ως ατόμου ή μάζας ατόμων, αλλά ως ανθρώπινου είδους ή γένους, εν τέλει ως μιας νέας φυλής. Αυτό υποδηλώνει και ο βιολογικοός–εξελικτικός χαρακτήρας της χρησιμοποιούμενης γλώσσας.
5. Ένα τέτοιο ανα-τρεπτικό κήρυγμά του, ξέρει καλά ο Ζαρατούστρα, δεν βρίσκει ανταπόκριση μέσα στη μάζα, γιατί η υλοποίησή του δεν μπορεί να είναι έργο ή εγχείρημα των καθημερινών ανθρώπων, αλλά των δημιουργών: εκείνων που αρνούνται να «είναι ένα βρόμικο ποτάμι» και γίνονται η θάλασσα [=η εξελικτική αλλαγή του είδους] που δέχεται μέσα της τα βρόμικα νερά χωρίς να μολύνεται. Οι δημιουργοί είναι δημιουργοί, γιατί βρίσκουν το νόημά τους πάνω στη γη και όχι στον υπερβατικό θεό ή στα κενά ιδεώδη [=στις αφηρημένες ιδέες] του καλού, του δικαίου κ.λπ. Άρα γίνονται οι μεγάλοι περιφρονητές όλων εκείνων των αξιών, ιδεών και παρόμοιων γνωρισμάτων που κρατούν τον άνθρωπο μέσα στη «φτώχεια, τον βόρβορο και την ελεεινή αυταρέσκεια», μέσα στην αδράνεια του βολέματος.
6. Ο Ζαρατούστρα είναι αυτός ο δημιουργός–περιφρονητής και καλεί τους ανθρώπους να πραγματώσουν βιωματικά την ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Να πάψουν να είναι άνθρωποι – πίθηκοι και να γίνουν υπεράνθρωποι μέσα από την εν έργω περιφρόνηση της ευτυχίας [=αυτό- ικανοποίησης εντός του περιορισμένου], της εργαλειακής λογικής [=καθήλωσης σε μια δικαιολογητική «αλήθεια» χωρίς πνοή και λαχτάρα], της αρετής [=ακινητοποίησης στα όρια του καλού ή του κακού και παράβλεψης της εμπνευσμένης δράσης], της δικαιοσύνης [=ισοπεδωτικού εξισωτισμού], του οίκτου [=της χριστιανικής αγάπης ως υποκρισίας]. Ο υπεράνθρωπος λοιπόν είναι ο εγκόσμιος «θεός», που εισέρχεται στη ζωή μας, εάν τον θελήσουμε, ως αστραπή, ως παραφροσύνη [=βούληση για δύναμη και αιώνια επιστροφή].
7. Ο λαός εν τέλει, που παρακολουθεί την ομιλία του Ζαρατούστρα, γελάει με τον τελευταίο, αντί να γελάει με τον εαυτό του. Γελάει, γιατί μπερδεύει τον υπεράνθρωπο με τον σχοινοβάτη, όπως ακριβώς τα μπερδεύει και αυτός εδώ: πιστεύει πως είναι ο υπεράνθρωπος. Είναι ωστόσο ο διαμεσολαβητής, η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας. Η βούληση για δύναμη, στον παρόντα λόγο, εκφράζεται ως εξής: «η θέλησή σας ας πει: ο υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης!». Η ανάσυρση του ανθρώπου από τον βόρβορο υλοποιείται μόνο ως ανάκτηση του δυναμικού του Είναι υπό τη μορφή του υπερανθρώπου. Ο υπεράνθρωπος είναι η συνειδητή εμμονή του ανθρώπου στο νόημα του Είναι (του) που αποκαλύπτεται ως βούληση για δύναμη.
ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (578e-582c)
[578e] Καλῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις. τί δέ; εἴ τις θεῶν ἄνδρα ἕνα, ὅτῳ ἔστιν ἀνδράποδα πεντήκοντα ἢ καὶ πλείω, ἄρας ἐκ τῆς πόλεως αὐτόν τε καὶ γυναῖκα καὶ παῖδας θείη εἰς ἐρημίαν μετὰ τῆς ἄλλης οὐσίας τε καὶ τῶν οἰκετῶν, ὅπου αὐτῷ μηδεὶς τῶν ἐλευθέρων μέλλοι βοηθήσειν, ἐν ποίῳ ἄν τινι καὶ ὁπόσῳ φόβῳ οἴει γενέσθαι αὐτὸν περί τε αὑτοῦ καὶ παίδων καὶ γυναικός, μὴ ἀπόλοιντο ὑπὸ τῶν οἰκετῶν;Ἐν παντί, ἦ δ᾽ ὅς, ἔγωγε.
[579a] Οὐκοῦν ἀναγκάζοιτο ἄν τινας ἤδη θωπεύειν αὐτῶν τῶν δούλων καὶ ὑπισχνεῖσθαι πολλὰ καὶ ἐλευθεροῦν οὐδὲν δεόμενος, καὶ κόλαξ αὐτὸς ἂν θεραπόντων ἀναφανείη;
Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη, αὐτῷ, ἢ ἀπολωλέναι.
Τί δ᾽, εἰ καὶ ἄλλους, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁ θεὸς κύκλῳ κατοικίσειεν γείτονας πολλοὺς αὐτῷ, οἳ μὴ ἀνέχοιντο εἴ τις ἄλλος ἄλλου δεσπόζειν ἀξιοῖ, ἀλλ᾽ εἴ πού τινα τοιοῦτον λαμβάνοιεν, ταῖς ἐσχάταις τιμωροῖντο τιμωρίαις;
[579b] Ἔτι ἄν, ἔφη, οἶμαι, μᾶλλον ἐν παντὶ κακοῦ εἴη, κύκλῳ φρουρούμενος ὑπὸ πάντων πολεμίων.
Ἆρ᾽ οὖν οὐκ ἐν τοιούτῳ μὲν δεσμωτηρίῳ δέδεται ὁ τύραννος, φύσει ὢν οἷον διεληλύθαμεν, πολλῶν καὶ παντοδαπῶν φόβων καὶ ἐρώτων μεστός· λίχνῳ δὲ ὄντι αὐτῷ τὴν ψυχὴν μόνῳ τῶν ἐν τῇ πόλει οὔτε ἀποδημῆσαι ἔξεστιν οὐδαμόσε, οὔτε θεωρῆσαι ὅσων δὴ καὶ οἱ ἄλλοι ἐλεύθεροι ἐπιθυμηταί εἰσιν, καταδεδυκὼς δὲ ἐν τῇ οἰκίᾳ τὰ πολλὰ ὡς γυνὴ ζῇ, [579c] φθονῶν καὶ τοῖς ἄλλοις πολίταις, ἐάν τις ἔξω ἀποδημῇ καί τι ἀγαθὸν ὁρᾷ;
Παντάπασιν μὲν οὖν, ἔφη.
Οὐκοῦν τοῖς τοιούτοις κακοῖς πλείω καρποῦται ἀνὴρ ὃς ἂν κακῶς ἐν ἑαυτῷ πολιτευόμενος, ὃν νυνδὴ σὺ ἀθλιώτατον ἔκρινας, τὸν τυραννικόν, ὡς μὴ ἰδιώτης καταβιῷ, ἀλλὰ ἀναγκασθῇ ὑπό τινος τύχης τυραννεῦσαι καὶ ἑαυτοῦ ὢν ἀκράτωρ ἄλλων ἐπιχειρήσῃ ἄρχειν, ὥσπερ εἴ τις κάμνοντι σώματι καὶ ἀκράτορι ἑαυτοῦ μὴ ἰδιωτεύων ἀλλ᾽ ἀγωνιζόμενος [579d] πρὸς ἄλλα σώματα καὶ μαχόμενος ἀναγκάζοιτο διάγειν τὸν βίον.
Παντάπασιν, ἔφη, ὁμοιότατά τε καὶ ἀληθέστατα λέγεις, ὦ Σώκρατες.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε Γλαύκων, παντελῶς τὸ πάθος ἄθλιον, καὶ τοῦ ὑπὸ σοῦ κριθέντος χαλεπώτατα ζῆν χαλεπώτερον ἔτι ζῇ ὁ τυραννῶν;
Κομιδῇ γ᾽, ἔφη.
Ἔστιν ἄρα τῇ ἀληθείᾳ, κἂν εἰ μή τῳ δοκεῖ, ὁ τῷ ὄντι τύραννος τῷ ὄντι δοῦλος τὰς μεγίστας θωπείας καὶ δουλείας [579e] καὶ κόλαξ τῶν πονηροτάτων, καὶ τὰς ἐπιθυμίας οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν ἀποπιμπλάς, ἀλλὰ πλείστων ἐπιδεέστατος καὶ πένης τῇ ἀληθείᾳ φαίνεται, ἐάν τις ὅλην ψυχὴν ἐπίστηται θεάσασθαι, καὶ φόβου γέμων διὰ παντὸς τοῦ βίου, σφαδᾳσμῶν τε καὶ ὀδυνῶν πλήρης, εἴπερ τῇ τῆς πόλεως διαθέσει ἧς ἄρχει ἔοικεν. ἔοικεν δέ· ἦ γάρ;
Καὶ μάλα, ἔφη.
[580a] Οὐκοῦν καὶ πρὸς τούτοις ἔτι ἀποδώσομεν τῷ ἀνδρὶ καὶ ἃ τὸ πρότερον εἴπομεν, ὅτι ἀνάγκη καὶ εἶναι καὶ ἔτι μᾶλλον γίγνεσθαι αὐτῷ ἢ πρότερον διὰ τὴν ἀρχὴν φθονερῷ, ἀπίστῳ, ἀδίκῳ, ἀφίλῳ, ἀνοσίῳ καὶ πάσης κακίας πανδοκεῖ τε καὶ τροφεῖ, καὶ ἐξ ἁπάντων τούτων μάλιστα μὲν αὐτῷ δυστυχεῖ εἶναι, ἔπειτα δὲ καὶ τοὺς πλησίον αὑτῷ τοιούτους ἀπεργάζεσθαι.
Οὐδείς σοι, ἔφη, τῶν νοῦν ἐχόντων ἀντερεῖ.
Ἴθι δή μοι, ἔφην ἐγώ, νῦν ἤδη ὥσπερ ὁ διὰ πάντων [580b] κριτὴς ἀποφαίνεται, καὶ σὺ οὕτω, τίς πρῶτος κατὰ τὴν σὴν δόξαν εὐδαιμονίᾳ καὶ τίς δεύτερος, καὶ τοὺς ἄλλους ἑξῆς πέντε ὄντας κρῖνε, βασιλικόν, τιμοκρατικόν, ὀλιγαρχικόν, δημοκρατικόν, τυραννικόν.
Ἀλλὰ ῥᾳδία, ἔφη, ἡ κρίσις. καθάπερ γὰρ εἰσῆλθον ἔγωγε ὥσπερ χοροὺς κρίνω ἀρετῇ καὶ κακίᾳ καὶ εὐδαιμονίᾳ καὶ τῷ ἐναντίῳ.
Μισθωσώμεθα οὖν κήρυκα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἢ αὐτὸς ἀνείπω ὅτι ὁ Ἀρίστωνος ὑὸς τὸν ἄριστόν τε καὶ δικαιότατον εὐδαιμονέστατον [580c] ἔκρινε, τοῦτον δ᾽ εἶναι τὸν βασιλικώτατον καὶ βασιλεύοντα αὑτοῦ, τὸν δὲ κάκιστόν τε καὶ ἀδικώτατον ἀθλιώτατον, τοῦτον δὲ αὖ τυγχάνειν ὄντα ὃς ἂν τυραννικώτατος ὢν ἑαυτοῦ τε ὅτι μάλιστα τυραννῇ καὶ τῆς πόλεως;
Ἀνειρήσθω σοι, ἔφη.
Ἦ οὖν προσαναγορεύω, εἶπον, ἐάντε λανθάνωσιν τοιοῦτοι ὄντες ἐάντε μὴ πάντας ἀνθρώπους τε καὶ θεούς;
Προσαναγόρευε, ἔφη.
Εἶεν δή, εἶπον· αὕτη μὲν ἡμῖν ἡ ἀπόδειξις μία ἂν εἴη, [580d] δευτέραν δὲ ἰδὲ τήνδε, ἐάν τι δόξῃ εἶναι.
Τίς αὕτη;
Ἐπειδή, ὥσπερ πόλις, ἦν δ᾽ ἐγώ, διῄρηται κατὰ τρία εἴδη, οὕτω καὶ ψυχὴ ἑνὸς ἑκάστου τριχῇ, [λογιστικὸν] δέξεται, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν.
Τίνα ταύτην;
Τήνδε. τριῶν ὄντων τριτταὶ καὶ ἡδοναί μοι φαίνονται, ἑνὸς ἑκάστου μία ἰδία· ἐπιθυμίαι τε ὡσαύτως καὶ ἀρχαί.
Πῶς λέγεις; ἔφη.
Τὸ μέν, φαμέν, ἦν ᾧ μανθάνει ἄνθρωπος, τὸ δὲ ᾧ θυμοῦται, τὸ δὲ τρίτον διὰ πολυειδίαν ἑνὶ οὐκ ἔσχομεν ὀνόματι προσειπεῖν [580e] ἰδίῳ αὐτοῦ, ἀλλὰ ὃ μέγιστον καὶ ἰσχυρότατον εἶχεν ἐν αὑτῷ, τούτῳ ἐπωνομάσαμεν· ἐπιθυμητικὸν γὰρ αὐτὸ κεκλήκαμεν διὰ σφοδρότητα τῶν τε περὶ τὴν ἐδωδὴν ἐπιθυμιῶν καὶ πόσιν καὶ ἀφροδίσια καὶ ὅσα ἄλλα τούτοις ἀκόλουθα, καὶ φιλοχρήματον δή, ὅτι διὰ χρημάτων μάλιστα ἀποτελοῦνται [581a] αἱ τοιαῦται ἐπιθυμίαι.
Καὶ ὀρθῶς γ᾽, ἔφη.
Ἆρ᾽ οὖν καὶ τὴν ἡδονὴν αὐτοῦ καὶ φιλίαν εἰ φαῖμεν εἶναι τοῦ κέρδους, μάλιστ᾽ ἂν εἰς ἓν κεφάλαιον ἀπερειδοίμεθα τῷ λόγῳ, ὥστε τι ἡμῖν αὐτοῖς δηλοῦν, ὁπότε τοῦτο τῆς ψυχῆς τὸ μέρος λέγοιμεν, καὶ καλοῦντες αὐτὸ φιλοχρήματον καὶ φιλοκερδὲς ὀρθῶς ἂν καλοῖμεν;
Ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ, ἔφη.
Τί δέ; τὸ θυμοειδὲς οὐ πρὸς τὸ κρατεῖν μέντοι φαμὲν καὶ νικᾶν καὶ εὐδοκιμεῖν ἀεὶ ὅλον ὡρμῆσθαι;
[581b] Καὶ μάλα.
Εἰ οὖν φιλόνικον αὐτὸ καὶ φιλότιμον προσαγορεύοιμεν, ἦ ἐμμελῶς ἂν ἔχοι;
Ἐμμελέστατα μὲν οὖν.
Ἀλλὰ μὴν ᾧ γε μανθάνομεν, παντὶ δῆλον ὅτι πρὸς τὸ εἰδέναι τὴν ἀλήθειαν ὅπῃ ἔχει πᾶν ἀεὶ τέταται, καὶ χρημάτων τε καὶ δόξης ἥκιστα τούτων τούτῳ μέλει.
Πολύ γε.
Φιλομαθὲς δὴ καὶ φιλόσοφον καλοῦντες αὐτὸ κατὰ τρόπον ἂν καλοῖμεν;
Πῶς γὰρ οὔ;
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἄρχει ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν μὲν [581c] τοῦτο, τῶν δὲ τὸ ἕτερον ἐκείνων, ὁπότερον ἂν τύχῃ;
Οὕτως, ἔφη.
Διὰ ταῦτα δὴ καὶ ἀνθρώπων λέγομεν τὰ πρῶτα τριττὰ γένη εἶναι, φιλόσοφον, φιλόνικον, φιλοκερδές;
Κομιδῇ γε.
Καὶ ἡδονῶν δὴ τρία εἴδη, ὑποκείμενον ἓν ἑκάστῳ τούτων;
Πάνυ γε.
Οἶσθ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι εἰ ᾽θέλοις τρεῖς τοιούτους ἀνθρώπους ἐν μέρει ἕκαστον ἀνερωτᾶν τίς τούτων τῶν βίων ἥδιστος, τὸν ἑαυτοῦ ἕκαστος μάλιστα ἐγκωμιάσεται; ὅ τε [581d] χρηματιστικὸς πρὸς τὸ κερδαίνειν τὴν τοῦ τιμᾶσθαι ἡδονὴν ἢ τὴν τοῦ μανθάνειν οὐδενὸς ἀξίαν φήσει εἶναι, εἰ μὴ εἴ τι αὐτῶν ἀργύριον ποιεῖ;
Ἀληθῆ, ἔφη.
Τί δὲ ὁ φιλότιμος; ἦν δ᾽ ἐγώ· οὐ τὴν μὲν ἀπὸ τῶν χρημάτων ἡδονὴν φορτικήν τινα ἡγεῖται, καὶ αὖ τὴν ἀπὸ τοῦ μανθάνειν, ὅτι μὴ μάθημα τιμὴν φέρει, καπνὸν καὶ φλυαρίαν;
Οὕτως, ἔφη, ἔχει.
Τὸν δὲ φιλόσοφον, ἦν δ᾽ ἐγώ, τί οἰώμεθα τὰς ἄλλας [581e] ἡδονὰς νομίζειν πρὸς τὴν τοῦ εἰδέναι τἀληθὲς ὅπῃ ἔχει καὶ ἐν τοιούτῳ τινὶ ἀεὶ εἶναι μανθάνοντα; [τῆς ἡδονῆς] οὐ πάνυ πόρρω; καὶ καλεῖν τῷ ὄντι ἀναγκαίας, ὡς οὐδὲν τῶν ἄλλων δεόμενον, εἰ μὴ ἀνάγκη ἦν;
Εὖ, ἔφη, δεῖ εἰδέναι;
Ὅτε δὴ οὖν, εἶπον, ἀμφισβητοῦνται ἑκάστου τοῦ εἴδους αἱ ἡδοναὶ καὶ αὐτὸς ὁ βίος, μὴ ὅτι πρὸς τὸ κάλλιον καὶ αἴσχιον ζῆν μηδὲ τὸ χεῖρον καὶ ἄμεινον, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸ τὸ [582a] ἥδιον καὶ ἀλυπότερον, πῶς ἂν εἰδεῖμεν τίς αὐτῶν ἀληθέστατα λέγει;
Οὐ πάνυ, ἔφη, ἔγωγε ἔχω εἰπεῖν.
Ἀλλ᾽ ὧδε σκόπει· τίνι χρὴ κρίνεσθαι τὰ μέλλοντα καλῶς κριθήσεσθαι; ἆρ᾽ οὐκ ἐμπειρίᾳ τε καὶ φρονήσει καὶ λόγῳ; ἢ τούτων ἔχοι ἄν τις βέλτιον κριτήριον;
Καὶ πῶς ἄν; ἔφη.
Σκόπει δή· τριῶν ὄντων τῶν ἀνδρῶν τίς ἐμπειρότατος πασῶν ὧν εἴπομεν ἡδονῶν; πότερον ὁ φιλοκερδής, μανθάνων αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν οἷόν ἐστιν, ἐμπειρότερος δοκεῖ σοι εἶναι τῆς [582b] ἀπὸ τοῦ εἰδέναι ἡδονῆς, ἢ ὁ φιλόσοφος τῆς ἀπὸ τοῦ κερδαίνειν;
Πολύ, ἔφη, διαφέρει. τῷ μὲν γὰρ ἀνάγκη γεύεσθαι τῶν ἑτέρων ἐκ παιδὸς ἀρξαμένῳ· τῷ δὲ φιλοκερδεῖ, ὅπῃ πέφυκε τὰ ὄντα μανθάνοντι, τῆς ἡδονῆς ταύτης, ὡς γλυκεῖά ἐστιν, οὐκ ἀνάγκη γεύεσθαι οὐδ᾽ ἐμπείρῳ γίγνεσθαι, μᾶλλον δὲ καὶ προθυμουμένῳ οὐ ῥᾴδιον.
Πολὺ ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, διαφέρει τοῦ γε φιλοκερδοῦς ὁ φιλόσοφος ἐμπειρίᾳ ἀμφοτέρων τῶν ἡδονῶν.
[582c] Πολὺ μέντοι.
Τί δὲ τοῦ φιλοτίμου; ἆρα μᾶλλον ἄπειρός ἐστι τῆς ἀπὸ τοῦ τιμᾶσθαι ἡδονῆς ἢ ἐκεῖνος τῆς ἀπὸ τοῦ φρονεῖν;
Ἀλλὰ τιμὴ μέν, ἔφη, ἐάνπερ ἐξεργάζωνται ἐπὶ ὃ ἕκαστος ὥρμηκε, πᾶσιν αὐτοῖς ἕπεται —καὶ γὰρ ὁ πλούσιος ὑπὸ πολλῶν τιμᾶται καὶ ὁ ἀνδρεῖος καὶ σοφός— ὥστε ἀπό γε τοῦ τιμᾶσθαι, οἷόν ἐστιν, πάντες τῆς ἡδονῆς ἔμπειροι· τῆς δὲ τοῦ ὄντος θέας, οἵαν ἡδονὴν ἔχει, ἀδύνατον ἄλλῳ γεγεῦσθαι πλὴν τῷ φιλοσόφῳ.
Ω! σε πολύ μεγάλο φόβο.
[579a] Δεν θ᾽ αναγκαζόταν λοιπόν τότε να χαϊδεύει μερικούς από τους δούλους του και να τους δίνει ένα σωρό υποσχέσεις και να τους απελευθερώσει ακόμη χωρίς να το έχει ανάγκη, και να καταντήσει αυτός κόλακας των ίδιων των δούλων του;
Κατ᾽ ανάγκη, γιατί διαφορετικά θα κινδυνεύει η ζωή του.
Και τί θα γινότανε, αν ο θεός έβαζε γύρω στην κατοικία αυτού του πλούσιου πολλούς άλλους γείτονες που να μην υποφέρουν να βλέπουν έναν άνθρωπο να έχει στην εξουσία του άλλους ομοίους του, αλλ᾽ όπου βρουν κανένα τέτοιον να τον τιμωρούν με πολύ μεγάλες τιμωρίες;
[579b] Η θέση του θα ήταν ακόμη πιο χειρότερη, αφού όλοι όσοι τον περιστοιχίζουν είναι εχθροί.
Σε μια τέτοια λοιπόν ειρκτή δεν βρίσκεται αλυσοδεμένος ο τύραννος; Τέτοιος από τη φύση του, όπως τον εζωγραφίσαμε, δεν θα είναι διαρκώς έρμαιο πολλών και κάθε λογής φόβων και επιθυμιών; Και με όλη την απληστία της ψυχής του, δεν θα είναι ο μόνος από τους πολίτες που ούτε να ταξιδέψει θα μπορεί πουθενά ούτε να ιδεί τίποτα από κείνα που έχουν οι άλλοι ελεύθεροι την περιέργεια να βλέπουν, αλλά τον περισσότερο καιρό κατάκλειστος μέσα στο σπίτι του θα ζει σα γυναίκα, [579c] ζηλεύοντας τους άλλους που μπορούν να ταξιδεύουν και να βλέπουν τόσο ωραία πράγματα;
Πολύ σωστά τα λες.
Ο άνθρωπος λοιπόν ο τυραννικός, που τώρα δα εσύ τον είπες αθλιότατο, καρπούται πολύ περισσότερα κακά, όταν δεν περάσει τη ζωή του σαν απλός ιδιώτης, αλλ᾽ αναγκαστεί από κάποια κακή του τύχη να γίνει τύραννος και, ενώ δεν είναι ικανός να κυβερνήσει τον εαυτό του, αναλάβει να κυβερνά τους άλλους, απαράλλακτα όπως όταν ένας άνθρωπος ασθενικός, που δεν μπορεί καλά καλά να επαρκέσει στον εαυτό του, αντί να περιοριστεί να φροντίζει για την υγεία του, αναγκαστεί να περάσει τη ζωή του αγωνιζόμενος [579d] προς άλλους αθλητές και μαχόμενος.
Η παρομοίωσή σου, Σωκράτη, είναι ακριβέστατη και αληθέστατη.
Ώστε η κατάσταση αυτή δεν είναι από κάθε άποψη η χειρότερη, και από κείνον που εσύ τον έκρινες αθλιότερο δεν ζει πολύ αθλιότερα ακόμη ο τύραννος;
Χωρίς καμιάν αμφιβολία.
Είναι λοιπόν στ᾽ αλήθεια, ακόμη κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί κανείς, ο πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποχρεωμένος να κάνει εξευτελιστικές θωπείες και δουλικότητες, [579e] και κόλακας των πιο ταπεινών ανθρώπων· ποτέ δεν μπορεί να χορτάσει και τις κοινότερες επιθυμίες του, αλλά όλα τα στερείται και φαίνεται στ᾽ αλήθεια φτωχός σ᾽ εκείνον που ξέρει να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής του, και σ᾽ όλη τη ζωή του γεμάτος από φόβο, σφαδασμούς και οδύνες, αν πραγματικά μοιάζει με την πόλη που εξουσιάζει. Και της μοιάζει· δεν είν᾽ έτσι;
Βεβαιότατα.
[580a] Ας προσθέσομε ακόμη στις τόσες αθλιότητες του ανθρώπου και κείνα που είπαμε πρωτύτερα, ότι εξ ανάγκης χάρη στην εξουσία που έχει και είναι και γίνεται διαρκώς περισσότερο φθονερός, άπιστος, άδικος, άφιλος, ανόσιος, πανδοχείο και τροφείο κάθε κακίας, και για όλους αυτούς τους λόγους δυστυχής ο ίδιος και συνάμα αφορμή δυστυχίας σε όσους τον πλησιάζουν.
Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έχει την παραμικρότερη αντίρρηση σ᾽ αυτά.
Έλα λοιπόν τώρα κάμε μου τη χάρη, όπως ο κριτής [580b] που κρίνει τα τελικά αποτελέσματα όλων των αγώνων, να αποφανθείς και συ οριστικά ποιός κατά τη γνώμη σου έρχεται πρώτος ως προς την ευδαιμονία, ποιός δεύτερος και ούτω καθεξής από τους πέντε που έχομε να κρίνομε: τον βασιλικό, τον τιμοκρατικό, τον ολιγαρχικό, τον δημοκρατικό, τον τυραννικό.
Διόλου δύσκολη δεν είναι η κρίση· εγώ τουλάχιστο τους κρίνω ως προς την αρετή και την κακία, την ευδαιμονία και τη δυστυχία κατά τη σειρά που μπήκαν, όπως οι χοροί των τραγωδιών, στη σκηνή.
Θες λοιπόν να μισθώσομε έναν κήρυκα ή να κάμω εγώ ο ίδιος αυτό το έργο και να κηρύξω ότι ο γιος του Αρίστωνος ευτυχέστατον έκρινε τον πιο ενάρετο και δίκαιο, [580c] και αυτός είναι ο βασιλικότατος, εκείνος δηλαδή που εξουσιάζει περισσότερο τον εαυτό του, δυστυχέστατο τον πιο κακοήθη και άδικο, και αυτός πάλι είναι εκείνος που έχει τον τυραννικότατο χαρακτήρα και ασκεί την τυραννία του χειρότερου είδους τόσο απάνω στον εαυτό του όσο και απάνω στην πόλη;
Μάλιστα, να το κηρύξεις από μέρος μου.
Να προσθέσω στο κήρυγμά μου: και αν ακόμη τους γνωρίζουν ή δεν τους γνωρίζουν, ότι είναι τέτοιοι, όλοι και θεοί και άνθρωποι;
Να το προσθέσεις.
Πολύ καλά· αυτή λοιπόν είναι μια απόδειξη του ζητουμένου μας· [580d] υπάρχει όμως και μια άλλη, η εξής, αν την επιδοκιμάζεις.
Και ποιά είναι αυτή;
Δεύτερη απόδειξη: πιο ευχάριστος ο βίος του φιλοσόφου, άρα και του δικαίου
Επειδή, όπως μια πόλη χωρίζεται σε τρία μέρη, έτσι και η ψυχή του καθενός μας διαιρείται επίσης σε τρία μέρη, μπορούμε, μου φαίνεται, να βγάλομε απ᾽ αυτό και μιαν άλλη απόδειξη.
Να την ακούσομε.
Νά την· στα τρία μέρη της ψυχής αντιστοιχούν και τρία είδη ηδονών, ένα για το καθένα· επίσης και τρία είδη επιθυμιών και αρχών.
Εξήγησέ μου το καλύτερα.
Το πρώτο απ᾽ αυτά τα μέρη της ψυχής είναι, όπως είπαμε, εκείνο με το οποίο μαθαίνει ο άνθρωπος· το δεύτερο, εκείνο με το οποίο θυμώνει· το τρίτο, επειδή έχει πολλές μορφές, δεν μπορέσαμε να το χαρακτηρίσομε [580e] με ένα όνομα· από το μεγαλύτερο όμως και επικρατέστερο χαρακτηριστικό του το ονομάσαμε επιθυμητικό, για τη σφοδρότητα που έχουν οι επιθυμίες του φαγητού, του ποτού και των αφροδισίων και των συνακόλουθών τους, ακόμη και φιλοχρήματο, επειδή με τα χρήματα προπάντων ικανοποιούνται [581a] αυτές οι επιθυμίες.
Και πολύ σωστά.
Αν άραγε λέγαμε ότι η ηδονή και η αγάπη του μέρους τούτου της ψυχής είναι η ηδονή και η αγάπη του κέρδους, δεν θα καθορίζαμε γενικά την ιδιαίτερη φύση του, ώστε να έχομε σαφή αντίληψη του πράγματος, άμα θέλομε να το ονομάσομε, και δεν θα είχαμε δίκιο να το ονομάσομε φιλοχρήματο και φιλοκερδές;
Αυτό λέω κι εγώ.
Τί δε; το θυμοειδές μέρος της ψυχής δεν είναι εκείνο που λέμε ότι ολόκληρο τείνει προς την επικράτηση, τη νίκη και την ευδοκίμηση;
[581b] Μάλιστα.
Δεν θα ταίριαζε λοιπόν να το ονομάσομε ακόμη φιλόνικο και φιλόδοξο;
Και πολύ μάλιστα.
Εκείνο όμως με το οποίο μαθαίνομε είναι φανερό σε όλους ότι ολόκληρο τείνει πάντα προς τη γνώση της καθαυτό αλήθειας και ότι καμιά σημασία δεν δίνει για τα πλούτη και τη δόξα.
Μάλιστα.
Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να το ονομάσομε ταιριαστά φιλομαθές και φιλόσοφο;
Πώς όχι;
Δεν συμβαίνει ακόμη σ᾽ άλλους ανθρώπους να επικρατεί [581c] το ένα απ᾽ αυτά, σ᾽ άλλους το άλλο, κατά πώς τύχει;
Έτσι είναι.
Και γι᾽ αυτό τον λόγο ακριβώς δεν μπορούμε να ειπούμε ότι τα τρία είδη των ανθρώπινων χαρακτήρων είναι ο φιλόσοφος, ο φιλόνικος και ο φιλοκερδής;
Βεβαιότατα.
Και ότι υπάρχουν επίσης τρία είδη ηδονών που αντιστοιχούν σε καθέναν απ᾽ αυτούς τους τρεις χαρακτήρες;
Μάλιστα.
Ξέρεις λοιπόν ότι, αν θέλεις να ρωτήσεις τρεις τέτοιους ανθρώπους, τον καθένα χωριστά, ποιόν απ᾽ αυτούς τους βίους θεωρεί ευτυχέστερον, καθένας θα εγκωμιάσει περισσότερο τον δικό του; Ο [581d] φιλοκερδής έξαφνα θα μας πει ότι η ηδονή της δόξας ή της μάθησης δεν έχει καμιάν αξία μπροστά στην ηδονή του κέρδους, εφόσον τουλάχιστο δεν μας παρέχει και καμιάν υλικήν ωφέλεια;
Αλήθεια είναι.
Τί δε ο φιλόδοξος; την ηδονή του κέρδους δεν τη θεωρεί ταπεινή και την ηδονή της μάθησης καπνό και φλυαρία, εκτός μόνο αν προσπορίζει τιμές;
Έτσι είναι.
Και ο φιλόσοφος τί φαντάζεσαι ότι νομίζει τις άλλες [581e] ηδονές μπροστά σ᾽ εκείνην που δίνει η γνώση της καθαυτό αλήθειας και η αποκλειστική προσήλωση σ᾽ αυτήν; δεν θα έλεγε ότι πολύ απέχουν από την αληθινή ηδονή και ότι τις ονομάζει πραγματικά αναγκαίες, επειδή διόλου δεν θα τις χρειαζότανε, εάν δεν εξαναγκαζόταν (από τη φύση);
Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να είμαστε εντελώς βέβαιοι.
Αφού λοιπόν αμφισβητούνται αυτά τα τρία είδη των ηδονών και οι βίοι που τους αντιστοιχούν, πώς θα κάμομε για να κρίνομε ποιός από τους τρεις έχει δίκιο; πώς να βρούμε, αν όχι ποιός βίος απ᾽ αυτούς είναι ωραιότερος και ασχημότερος ή καλύτερος και χειρότερος, αλλά τουλάχιστον [582a] ευχαριστότερος και αλυπότερος;
Ξέρω κι εγώ;
Σκέψου να ιδείς· πώς μπορούμε να κρίνομε ασφαλώς για την αλήθεια ενός πράγματος; όχι με την εμπειρία, τη φρόνηση και τον ορθό λόγο; ή μήπως έχομε κανένα άλλο καλύτερο κριτήριο;
Όχι βέβαια.
Πρόσεξε λοιπόν· ποιός απ᾽ αυτούς τους τρεις ανθρώπους έχει καλύτερην εμπειρία όλων των ηδονών που αναφέραμε· μήπως ο φιλοκερδής, αν επιδοθεί στη μάθηση της καθαυτό αλήθειας, θα είναι, νομίζεις, ικανότερος να κρίνει [582b] για την ηδονή που δίνει η γνώση, ή ο φιλόσοφος για την ηδονή που δίνει το κέρδος;
Πολύ διαφέρει το πράγμα· γιατί ο φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος να δοκιμάζει από την παιδική του ηλικία και τις άλλες ηδονές, ενώ ο φιλοκερδής δεν αισθάνεται καμιάν ανάγκη, μαθαίνοντας τη φύση των όντων, να δοκιμάσει πόσο γλυκιά είναι αυτή η ηδονή ούτε και ν᾽ αποκτήσει εμπειρία της· μάλλον δε, και αν είχε όλη την καλή διάθεση και προθυμία, το πράγμα θα ήταν ανώτερο των δυνάμεων του.
Ώστε ο φιλόσοφος ξεπερνάει κατά πολύ τον φιλοκερδή ως προς την εμπειρία και των δύο ηδονών.
[582c] Πολύ μάλιστα.
Και τον φιλόδοξο; έχει τάχα λιγότερην εμπειρία της ηδονής που δίνουν οι τιμές απ᾽ όσην έχει ο φιλόδοξος της ηδονής που δίνει η μάθηση και η επιστήμη;
Κάθε άλλο· γιατί τιμές και δόξες βρίσκει καθένας απ᾽ αυτούς τους τρεις ανθρώπους, άμα ευδοκιμήσει στο έργο που έχει επιδοθεί —και ο πλούσιος τιμάται από πολλούς και ο ανδρείος και ο σοφός—· ώστε, όσο γι᾽ αυτή την ηδονή των τιμών, τί πράγμα είναι, όλοι έχουν ίσην εμπειρία· ενώ ποιάν ηδονή δίνει η θέαση του όντος, κανένας άλλος δεν μπορεί να την έχει δοκιμάσει παρά μόνο ο φιλόσοφος.
[579a] Οὐκοῦν ἀναγκάζοιτο ἄν τινας ἤδη θωπεύειν αὐτῶν τῶν δούλων καὶ ὑπισχνεῖσθαι πολλὰ καὶ ἐλευθεροῦν οὐδὲν δεόμενος, καὶ κόλαξ αὐτὸς ἂν θεραπόντων ἀναφανείη;
Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη, αὐτῷ, ἢ ἀπολωλέναι.
Τί δ᾽, εἰ καὶ ἄλλους, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὁ θεὸς κύκλῳ κατοικίσειεν γείτονας πολλοὺς αὐτῷ, οἳ μὴ ἀνέχοιντο εἴ τις ἄλλος ἄλλου δεσπόζειν ἀξιοῖ, ἀλλ᾽ εἴ πού τινα τοιοῦτον λαμβάνοιεν, ταῖς ἐσχάταις τιμωροῖντο τιμωρίαις;
[579b] Ἔτι ἄν, ἔφη, οἶμαι, μᾶλλον ἐν παντὶ κακοῦ εἴη, κύκλῳ φρουρούμενος ὑπὸ πάντων πολεμίων.
Ἆρ᾽ οὖν οὐκ ἐν τοιούτῳ μὲν δεσμωτηρίῳ δέδεται ὁ τύραννος, φύσει ὢν οἷον διεληλύθαμεν, πολλῶν καὶ παντοδαπῶν φόβων καὶ ἐρώτων μεστός· λίχνῳ δὲ ὄντι αὐτῷ τὴν ψυχὴν μόνῳ τῶν ἐν τῇ πόλει οὔτε ἀποδημῆσαι ἔξεστιν οὐδαμόσε, οὔτε θεωρῆσαι ὅσων δὴ καὶ οἱ ἄλλοι ἐλεύθεροι ἐπιθυμηταί εἰσιν, καταδεδυκὼς δὲ ἐν τῇ οἰκίᾳ τὰ πολλὰ ὡς γυνὴ ζῇ, [579c] φθονῶν καὶ τοῖς ἄλλοις πολίταις, ἐάν τις ἔξω ἀποδημῇ καί τι ἀγαθὸν ὁρᾷ;
Παντάπασιν μὲν οὖν, ἔφη.
Οὐκοῦν τοῖς τοιούτοις κακοῖς πλείω καρποῦται ἀνὴρ ὃς ἂν κακῶς ἐν ἑαυτῷ πολιτευόμενος, ὃν νυνδὴ σὺ ἀθλιώτατον ἔκρινας, τὸν τυραννικόν, ὡς μὴ ἰδιώτης καταβιῷ, ἀλλὰ ἀναγκασθῇ ὑπό τινος τύχης τυραννεῦσαι καὶ ἑαυτοῦ ὢν ἀκράτωρ ἄλλων ἐπιχειρήσῃ ἄρχειν, ὥσπερ εἴ τις κάμνοντι σώματι καὶ ἀκράτορι ἑαυτοῦ μὴ ἰδιωτεύων ἀλλ᾽ ἀγωνιζόμενος [579d] πρὸς ἄλλα σώματα καὶ μαχόμενος ἀναγκάζοιτο διάγειν τὸν βίον.
Παντάπασιν, ἔφη, ὁμοιότατά τε καὶ ἀληθέστατα λέγεις, ὦ Σώκρατες.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε Γλαύκων, παντελῶς τὸ πάθος ἄθλιον, καὶ τοῦ ὑπὸ σοῦ κριθέντος χαλεπώτατα ζῆν χαλεπώτερον ἔτι ζῇ ὁ τυραννῶν;
Κομιδῇ γ᾽, ἔφη.
Ἔστιν ἄρα τῇ ἀληθείᾳ, κἂν εἰ μή τῳ δοκεῖ, ὁ τῷ ὄντι τύραννος τῷ ὄντι δοῦλος τὰς μεγίστας θωπείας καὶ δουλείας [579e] καὶ κόλαξ τῶν πονηροτάτων, καὶ τὰς ἐπιθυμίας οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν ἀποπιμπλάς, ἀλλὰ πλείστων ἐπιδεέστατος καὶ πένης τῇ ἀληθείᾳ φαίνεται, ἐάν τις ὅλην ψυχὴν ἐπίστηται θεάσασθαι, καὶ φόβου γέμων διὰ παντὸς τοῦ βίου, σφαδᾳσμῶν τε καὶ ὀδυνῶν πλήρης, εἴπερ τῇ τῆς πόλεως διαθέσει ἧς ἄρχει ἔοικεν. ἔοικεν δέ· ἦ γάρ;
Καὶ μάλα, ἔφη.
[580a] Οὐκοῦν καὶ πρὸς τούτοις ἔτι ἀποδώσομεν τῷ ἀνδρὶ καὶ ἃ τὸ πρότερον εἴπομεν, ὅτι ἀνάγκη καὶ εἶναι καὶ ἔτι μᾶλλον γίγνεσθαι αὐτῷ ἢ πρότερον διὰ τὴν ἀρχὴν φθονερῷ, ἀπίστῳ, ἀδίκῳ, ἀφίλῳ, ἀνοσίῳ καὶ πάσης κακίας πανδοκεῖ τε καὶ τροφεῖ, καὶ ἐξ ἁπάντων τούτων μάλιστα μὲν αὐτῷ δυστυχεῖ εἶναι, ἔπειτα δὲ καὶ τοὺς πλησίον αὑτῷ τοιούτους ἀπεργάζεσθαι.
Οὐδείς σοι, ἔφη, τῶν νοῦν ἐχόντων ἀντερεῖ.
Ἴθι δή μοι, ἔφην ἐγώ, νῦν ἤδη ὥσπερ ὁ διὰ πάντων [580b] κριτὴς ἀποφαίνεται, καὶ σὺ οὕτω, τίς πρῶτος κατὰ τὴν σὴν δόξαν εὐδαιμονίᾳ καὶ τίς δεύτερος, καὶ τοὺς ἄλλους ἑξῆς πέντε ὄντας κρῖνε, βασιλικόν, τιμοκρατικόν, ὀλιγαρχικόν, δημοκρατικόν, τυραννικόν.
Ἀλλὰ ῥᾳδία, ἔφη, ἡ κρίσις. καθάπερ γὰρ εἰσῆλθον ἔγωγε ὥσπερ χοροὺς κρίνω ἀρετῇ καὶ κακίᾳ καὶ εὐδαιμονίᾳ καὶ τῷ ἐναντίῳ.
Μισθωσώμεθα οὖν κήρυκα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἢ αὐτὸς ἀνείπω ὅτι ὁ Ἀρίστωνος ὑὸς τὸν ἄριστόν τε καὶ δικαιότατον εὐδαιμονέστατον [580c] ἔκρινε, τοῦτον δ᾽ εἶναι τὸν βασιλικώτατον καὶ βασιλεύοντα αὑτοῦ, τὸν δὲ κάκιστόν τε καὶ ἀδικώτατον ἀθλιώτατον, τοῦτον δὲ αὖ τυγχάνειν ὄντα ὃς ἂν τυραννικώτατος ὢν ἑαυτοῦ τε ὅτι μάλιστα τυραννῇ καὶ τῆς πόλεως;
Ἀνειρήσθω σοι, ἔφη.
Ἦ οὖν προσαναγορεύω, εἶπον, ἐάντε λανθάνωσιν τοιοῦτοι ὄντες ἐάντε μὴ πάντας ἀνθρώπους τε καὶ θεούς;
Προσαναγόρευε, ἔφη.
Εἶεν δή, εἶπον· αὕτη μὲν ἡμῖν ἡ ἀπόδειξις μία ἂν εἴη, [580d] δευτέραν δὲ ἰδὲ τήνδε, ἐάν τι δόξῃ εἶναι.
Τίς αὕτη;
Ἐπειδή, ὥσπερ πόλις, ἦν δ᾽ ἐγώ, διῄρηται κατὰ τρία εἴδη, οὕτω καὶ ψυχὴ ἑνὸς ἑκάστου τριχῇ, [λογιστικὸν] δέξεται, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν.
Τίνα ταύτην;
Τήνδε. τριῶν ὄντων τριτταὶ καὶ ἡδοναί μοι φαίνονται, ἑνὸς ἑκάστου μία ἰδία· ἐπιθυμίαι τε ὡσαύτως καὶ ἀρχαί.
Πῶς λέγεις; ἔφη.
Τὸ μέν, φαμέν, ἦν ᾧ μανθάνει ἄνθρωπος, τὸ δὲ ᾧ θυμοῦται, τὸ δὲ τρίτον διὰ πολυειδίαν ἑνὶ οὐκ ἔσχομεν ὀνόματι προσειπεῖν [580e] ἰδίῳ αὐτοῦ, ἀλλὰ ὃ μέγιστον καὶ ἰσχυρότατον εἶχεν ἐν αὑτῷ, τούτῳ ἐπωνομάσαμεν· ἐπιθυμητικὸν γὰρ αὐτὸ κεκλήκαμεν διὰ σφοδρότητα τῶν τε περὶ τὴν ἐδωδὴν ἐπιθυμιῶν καὶ πόσιν καὶ ἀφροδίσια καὶ ὅσα ἄλλα τούτοις ἀκόλουθα, καὶ φιλοχρήματον δή, ὅτι διὰ χρημάτων μάλιστα ἀποτελοῦνται [581a] αἱ τοιαῦται ἐπιθυμίαι.
Καὶ ὀρθῶς γ᾽, ἔφη.
Ἆρ᾽ οὖν καὶ τὴν ἡδονὴν αὐτοῦ καὶ φιλίαν εἰ φαῖμεν εἶναι τοῦ κέρδους, μάλιστ᾽ ἂν εἰς ἓν κεφάλαιον ἀπερειδοίμεθα τῷ λόγῳ, ὥστε τι ἡμῖν αὐτοῖς δηλοῦν, ὁπότε τοῦτο τῆς ψυχῆς τὸ μέρος λέγοιμεν, καὶ καλοῦντες αὐτὸ φιλοχρήματον καὶ φιλοκερδὲς ὀρθῶς ἂν καλοῖμεν;
Ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ, ἔφη.
Τί δέ; τὸ θυμοειδὲς οὐ πρὸς τὸ κρατεῖν μέντοι φαμὲν καὶ νικᾶν καὶ εὐδοκιμεῖν ἀεὶ ὅλον ὡρμῆσθαι;
[581b] Καὶ μάλα.
Εἰ οὖν φιλόνικον αὐτὸ καὶ φιλότιμον προσαγορεύοιμεν, ἦ ἐμμελῶς ἂν ἔχοι;
Ἐμμελέστατα μὲν οὖν.
Ἀλλὰ μὴν ᾧ γε μανθάνομεν, παντὶ δῆλον ὅτι πρὸς τὸ εἰδέναι τὴν ἀλήθειαν ὅπῃ ἔχει πᾶν ἀεὶ τέταται, καὶ χρημάτων τε καὶ δόξης ἥκιστα τούτων τούτῳ μέλει.
Πολύ γε.
Φιλομαθὲς δὴ καὶ φιλόσοφον καλοῦντες αὐτὸ κατὰ τρόπον ἂν καλοῖμεν;
Πῶς γὰρ οὔ;
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἄρχει ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν μὲν [581c] τοῦτο, τῶν δὲ τὸ ἕτερον ἐκείνων, ὁπότερον ἂν τύχῃ;
Οὕτως, ἔφη.
Διὰ ταῦτα δὴ καὶ ἀνθρώπων λέγομεν τὰ πρῶτα τριττὰ γένη εἶναι, φιλόσοφον, φιλόνικον, φιλοκερδές;
Κομιδῇ γε.
Καὶ ἡδονῶν δὴ τρία εἴδη, ὑποκείμενον ἓν ἑκάστῳ τούτων;
Πάνυ γε.
Οἶσθ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι εἰ ᾽θέλοις τρεῖς τοιούτους ἀνθρώπους ἐν μέρει ἕκαστον ἀνερωτᾶν τίς τούτων τῶν βίων ἥδιστος, τὸν ἑαυτοῦ ἕκαστος μάλιστα ἐγκωμιάσεται; ὅ τε [581d] χρηματιστικὸς πρὸς τὸ κερδαίνειν τὴν τοῦ τιμᾶσθαι ἡδονὴν ἢ τὴν τοῦ μανθάνειν οὐδενὸς ἀξίαν φήσει εἶναι, εἰ μὴ εἴ τι αὐτῶν ἀργύριον ποιεῖ;
Ἀληθῆ, ἔφη.
Τί δὲ ὁ φιλότιμος; ἦν δ᾽ ἐγώ· οὐ τὴν μὲν ἀπὸ τῶν χρημάτων ἡδονὴν φορτικήν τινα ἡγεῖται, καὶ αὖ τὴν ἀπὸ τοῦ μανθάνειν, ὅτι μὴ μάθημα τιμὴν φέρει, καπνὸν καὶ φλυαρίαν;
Οὕτως, ἔφη, ἔχει.
Τὸν δὲ φιλόσοφον, ἦν δ᾽ ἐγώ, τί οἰώμεθα τὰς ἄλλας [581e] ἡδονὰς νομίζειν πρὸς τὴν τοῦ εἰδέναι τἀληθὲς ὅπῃ ἔχει καὶ ἐν τοιούτῳ τινὶ ἀεὶ εἶναι μανθάνοντα; [τῆς ἡδονῆς] οὐ πάνυ πόρρω; καὶ καλεῖν τῷ ὄντι ἀναγκαίας, ὡς οὐδὲν τῶν ἄλλων δεόμενον, εἰ μὴ ἀνάγκη ἦν;
Εὖ, ἔφη, δεῖ εἰδέναι;
Ὅτε δὴ οὖν, εἶπον, ἀμφισβητοῦνται ἑκάστου τοῦ εἴδους αἱ ἡδοναὶ καὶ αὐτὸς ὁ βίος, μὴ ὅτι πρὸς τὸ κάλλιον καὶ αἴσχιον ζῆν μηδὲ τὸ χεῖρον καὶ ἄμεινον, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸ τὸ [582a] ἥδιον καὶ ἀλυπότερον, πῶς ἂν εἰδεῖμεν τίς αὐτῶν ἀληθέστατα λέγει;
Οὐ πάνυ, ἔφη, ἔγωγε ἔχω εἰπεῖν.
Ἀλλ᾽ ὧδε σκόπει· τίνι χρὴ κρίνεσθαι τὰ μέλλοντα καλῶς κριθήσεσθαι; ἆρ᾽ οὐκ ἐμπειρίᾳ τε καὶ φρονήσει καὶ λόγῳ; ἢ τούτων ἔχοι ἄν τις βέλτιον κριτήριον;
Καὶ πῶς ἄν; ἔφη.
Σκόπει δή· τριῶν ὄντων τῶν ἀνδρῶν τίς ἐμπειρότατος πασῶν ὧν εἴπομεν ἡδονῶν; πότερον ὁ φιλοκερδής, μανθάνων αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν οἷόν ἐστιν, ἐμπειρότερος δοκεῖ σοι εἶναι τῆς [582b] ἀπὸ τοῦ εἰδέναι ἡδονῆς, ἢ ὁ φιλόσοφος τῆς ἀπὸ τοῦ κερδαίνειν;
Πολύ, ἔφη, διαφέρει. τῷ μὲν γὰρ ἀνάγκη γεύεσθαι τῶν ἑτέρων ἐκ παιδὸς ἀρξαμένῳ· τῷ δὲ φιλοκερδεῖ, ὅπῃ πέφυκε τὰ ὄντα μανθάνοντι, τῆς ἡδονῆς ταύτης, ὡς γλυκεῖά ἐστιν, οὐκ ἀνάγκη γεύεσθαι οὐδ᾽ ἐμπείρῳ γίγνεσθαι, μᾶλλον δὲ καὶ προθυμουμένῳ οὐ ῥᾴδιον.
Πολὺ ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, διαφέρει τοῦ γε φιλοκερδοῦς ὁ φιλόσοφος ἐμπειρίᾳ ἀμφοτέρων τῶν ἡδονῶν.
[582c] Πολὺ μέντοι.
Τί δὲ τοῦ φιλοτίμου; ἆρα μᾶλλον ἄπειρός ἐστι τῆς ἀπὸ τοῦ τιμᾶσθαι ἡδονῆς ἢ ἐκεῖνος τῆς ἀπὸ τοῦ φρονεῖν;
Ἀλλὰ τιμὴ μέν, ἔφη, ἐάνπερ ἐξεργάζωνται ἐπὶ ὃ ἕκαστος ὥρμηκε, πᾶσιν αὐτοῖς ἕπεται —καὶ γὰρ ὁ πλούσιος ὑπὸ πολλῶν τιμᾶται καὶ ὁ ἀνδρεῖος καὶ σοφός— ὥστε ἀπό γε τοῦ τιμᾶσθαι, οἷόν ἐστιν, πάντες τῆς ἡδονῆς ἔμπειροι· τῆς δὲ τοῦ ὄντος θέας, οἵαν ἡδονὴν ἔχει, ἀδύνατον ἄλλῳ γεγεῦσθαι πλὴν τῷ φιλοσόφῳ.
***
[578e] Πολύ σωστά· αλλά αν κανένας από τους θεούς σηκώσει μέσ᾽ από την πόλη έναν απ᾽ αυτούς τους πλούσιους, που να έχει πενήντα δούλους ή και περισσότερους, και τον μεταφέρει με τη γυναίκα του, τα παιδιά του και με όλη του την περιουσία και τους δούλους του σε μιαν ερημιά, όπου να μην υπάρχει κανένας άλλος άνθρωπος ελεύθερος να τον βοηθήσει, σε τί φόβο φαντάζεσαι ότι θα βρισκόταν αυτός ο άνθρωπος μη σηκωθούν οι δούλοι και τον σκοτώσουν, και αυτόν και τη γυναίκα και τα παιδιά του;Ω! σε πολύ μεγάλο φόβο.
[579a] Δεν θ᾽ αναγκαζόταν λοιπόν τότε να χαϊδεύει μερικούς από τους δούλους του και να τους δίνει ένα σωρό υποσχέσεις και να τους απελευθερώσει ακόμη χωρίς να το έχει ανάγκη, και να καταντήσει αυτός κόλακας των ίδιων των δούλων του;
Κατ᾽ ανάγκη, γιατί διαφορετικά θα κινδυνεύει η ζωή του.
Και τί θα γινότανε, αν ο θεός έβαζε γύρω στην κατοικία αυτού του πλούσιου πολλούς άλλους γείτονες που να μην υποφέρουν να βλέπουν έναν άνθρωπο να έχει στην εξουσία του άλλους ομοίους του, αλλ᾽ όπου βρουν κανένα τέτοιον να τον τιμωρούν με πολύ μεγάλες τιμωρίες;
[579b] Η θέση του θα ήταν ακόμη πιο χειρότερη, αφού όλοι όσοι τον περιστοιχίζουν είναι εχθροί.
Σε μια τέτοια λοιπόν ειρκτή δεν βρίσκεται αλυσοδεμένος ο τύραννος; Τέτοιος από τη φύση του, όπως τον εζωγραφίσαμε, δεν θα είναι διαρκώς έρμαιο πολλών και κάθε λογής φόβων και επιθυμιών; Και με όλη την απληστία της ψυχής του, δεν θα είναι ο μόνος από τους πολίτες που ούτε να ταξιδέψει θα μπορεί πουθενά ούτε να ιδεί τίποτα από κείνα που έχουν οι άλλοι ελεύθεροι την περιέργεια να βλέπουν, αλλά τον περισσότερο καιρό κατάκλειστος μέσα στο σπίτι του θα ζει σα γυναίκα, [579c] ζηλεύοντας τους άλλους που μπορούν να ταξιδεύουν και να βλέπουν τόσο ωραία πράγματα;
Πολύ σωστά τα λες.
Ο άνθρωπος λοιπόν ο τυραννικός, που τώρα δα εσύ τον είπες αθλιότατο, καρπούται πολύ περισσότερα κακά, όταν δεν περάσει τη ζωή του σαν απλός ιδιώτης, αλλ᾽ αναγκαστεί από κάποια κακή του τύχη να γίνει τύραννος και, ενώ δεν είναι ικανός να κυβερνήσει τον εαυτό του, αναλάβει να κυβερνά τους άλλους, απαράλλακτα όπως όταν ένας άνθρωπος ασθενικός, που δεν μπορεί καλά καλά να επαρκέσει στον εαυτό του, αντί να περιοριστεί να φροντίζει για την υγεία του, αναγκαστεί να περάσει τη ζωή του αγωνιζόμενος [579d] προς άλλους αθλητές και μαχόμενος.
Η παρομοίωσή σου, Σωκράτη, είναι ακριβέστατη και αληθέστατη.
Ώστε η κατάσταση αυτή δεν είναι από κάθε άποψη η χειρότερη, και από κείνον που εσύ τον έκρινες αθλιότερο δεν ζει πολύ αθλιότερα ακόμη ο τύραννος;
Χωρίς καμιάν αμφιβολία.
Είναι λοιπόν στ᾽ αλήθεια, ακόμη κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί κανείς, ο πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποχρεωμένος να κάνει εξευτελιστικές θωπείες και δουλικότητες, [579e] και κόλακας των πιο ταπεινών ανθρώπων· ποτέ δεν μπορεί να χορτάσει και τις κοινότερες επιθυμίες του, αλλά όλα τα στερείται και φαίνεται στ᾽ αλήθεια φτωχός σ᾽ εκείνον που ξέρει να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής του, και σ᾽ όλη τη ζωή του γεμάτος από φόβο, σφαδασμούς και οδύνες, αν πραγματικά μοιάζει με την πόλη που εξουσιάζει. Και της μοιάζει· δεν είν᾽ έτσι;
Βεβαιότατα.
[580a] Ας προσθέσομε ακόμη στις τόσες αθλιότητες του ανθρώπου και κείνα που είπαμε πρωτύτερα, ότι εξ ανάγκης χάρη στην εξουσία που έχει και είναι και γίνεται διαρκώς περισσότερο φθονερός, άπιστος, άδικος, άφιλος, ανόσιος, πανδοχείο και τροφείο κάθε κακίας, και για όλους αυτούς τους λόγους δυστυχής ο ίδιος και συνάμα αφορμή δυστυχίας σε όσους τον πλησιάζουν.
Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έχει την παραμικρότερη αντίρρηση σ᾽ αυτά.
Έλα λοιπόν τώρα κάμε μου τη χάρη, όπως ο κριτής [580b] που κρίνει τα τελικά αποτελέσματα όλων των αγώνων, να αποφανθείς και συ οριστικά ποιός κατά τη γνώμη σου έρχεται πρώτος ως προς την ευδαιμονία, ποιός δεύτερος και ούτω καθεξής από τους πέντε που έχομε να κρίνομε: τον βασιλικό, τον τιμοκρατικό, τον ολιγαρχικό, τον δημοκρατικό, τον τυραννικό.
Διόλου δύσκολη δεν είναι η κρίση· εγώ τουλάχιστο τους κρίνω ως προς την αρετή και την κακία, την ευδαιμονία και τη δυστυχία κατά τη σειρά που μπήκαν, όπως οι χοροί των τραγωδιών, στη σκηνή.
Θες λοιπόν να μισθώσομε έναν κήρυκα ή να κάμω εγώ ο ίδιος αυτό το έργο και να κηρύξω ότι ο γιος του Αρίστωνος ευτυχέστατον έκρινε τον πιο ενάρετο και δίκαιο, [580c] και αυτός είναι ο βασιλικότατος, εκείνος δηλαδή που εξουσιάζει περισσότερο τον εαυτό του, δυστυχέστατο τον πιο κακοήθη και άδικο, και αυτός πάλι είναι εκείνος που έχει τον τυραννικότατο χαρακτήρα και ασκεί την τυραννία του χειρότερου είδους τόσο απάνω στον εαυτό του όσο και απάνω στην πόλη;
Μάλιστα, να το κηρύξεις από μέρος μου.
Να προσθέσω στο κήρυγμά μου: και αν ακόμη τους γνωρίζουν ή δεν τους γνωρίζουν, ότι είναι τέτοιοι, όλοι και θεοί και άνθρωποι;
Να το προσθέσεις.
Πολύ καλά· αυτή λοιπόν είναι μια απόδειξη του ζητουμένου μας· [580d] υπάρχει όμως και μια άλλη, η εξής, αν την επιδοκιμάζεις.
Και ποιά είναι αυτή;
Δεύτερη απόδειξη: πιο ευχάριστος ο βίος του φιλοσόφου, άρα και του δικαίου
Επειδή, όπως μια πόλη χωρίζεται σε τρία μέρη, έτσι και η ψυχή του καθενός μας διαιρείται επίσης σε τρία μέρη, μπορούμε, μου φαίνεται, να βγάλομε απ᾽ αυτό και μιαν άλλη απόδειξη.
Να την ακούσομε.
Νά την· στα τρία μέρη της ψυχής αντιστοιχούν και τρία είδη ηδονών, ένα για το καθένα· επίσης και τρία είδη επιθυμιών και αρχών.
Εξήγησέ μου το καλύτερα.
Το πρώτο απ᾽ αυτά τα μέρη της ψυχής είναι, όπως είπαμε, εκείνο με το οποίο μαθαίνει ο άνθρωπος· το δεύτερο, εκείνο με το οποίο θυμώνει· το τρίτο, επειδή έχει πολλές μορφές, δεν μπορέσαμε να το χαρακτηρίσομε [580e] με ένα όνομα· από το μεγαλύτερο όμως και επικρατέστερο χαρακτηριστικό του το ονομάσαμε επιθυμητικό, για τη σφοδρότητα που έχουν οι επιθυμίες του φαγητού, του ποτού και των αφροδισίων και των συνακόλουθών τους, ακόμη και φιλοχρήματο, επειδή με τα χρήματα προπάντων ικανοποιούνται [581a] αυτές οι επιθυμίες.
Και πολύ σωστά.
Αν άραγε λέγαμε ότι η ηδονή και η αγάπη του μέρους τούτου της ψυχής είναι η ηδονή και η αγάπη του κέρδους, δεν θα καθορίζαμε γενικά την ιδιαίτερη φύση του, ώστε να έχομε σαφή αντίληψη του πράγματος, άμα θέλομε να το ονομάσομε, και δεν θα είχαμε δίκιο να το ονομάσομε φιλοχρήματο και φιλοκερδές;
Αυτό λέω κι εγώ.
Τί δε; το θυμοειδές μέρος της ψυχής δεν είναι εκείνο που λέμε ότι ολόκληρο τείνει προς την επικράτηση, τη νίκη και την ευδοκίμηση;
[581b] Μάλιστα.
Δεν θα ταίριαζε λοιπόν να το ονομάσομε ακόμη φιλόνικο και φιλόδοξο;
Και πολύ μάλιστα.
Εκείνο όμως με το οποίο μαθαίνομε είναι φανερό σε όλους ότι ολόκληρο τείνει πάντα προς τη γνώση της καθαυτό αλήθειας και ότι καμιά σημασία δεν δίνει για τα πλούτη και τη δόξα.
Μάλιστα.
Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να το ονομάσομε ταιριαστά φιλομαθές και φιλόσοφο;
Πώς όχι;
Δεν συμβαίνει ακόμη σ᾽ άλλους ανθρώπους να επικρατεί [581c] το ένα απ᾽ αυτά, σ᾽ άλλους το άλλο, κατά πώς τύχει;
Έτσι είναι.
Και γι᾽ αυτό τον λόγο ακριβώς δεν μπορούμε να ειπούμε ότι τα τρία είδη των ανθρώπινων χαρακτήρων είναι ο φιλόσοφος, ο φιλόνικος και ο φιλοκερδής;
Βεβαιότατα.
Και ότι υπάρχουν επίσης τρία είδη ηδονών που αντιστοιχούν σε καθέναν απ᾽ αυτούς τους τρεις χαρακτήρες;
Μάλιστα.
Ξέρεις λοιπόν ότι, αν θέλεις να ρωτήσεις τρεις τέτοιους ανθρώπους, τον καθένα χωριστά, ποιόν απ᾽ αυτούς τους βίους θεωρεί ευτυχέστερον, καθένας θα εγκωμιάσει περισσότερο τον δικό του; Ο [581d] φιλοκερδής έξαφνα θα μας πει ότι η ηδονή της δόξας ή της μάθησης δεν έχει καμιάν αξία μπροστά στην ηδονή του κέρδους, εφόσον τουλάχιστο δεν μας παρέχει και καμιάν υλικήν ωφέλεια;
Αλήθεια είναι.
Τί δε ο φιλόδοξος; την ηδονή του κέρδους δεν τη θεωρεί ταπεινή και την ηδονή της μάθησης καπνό και φλυαρία, εκτός μόνο αν προσπορίζει τιμές;
Έτσι είναι.
Και ο φιλόσοφος τί φαντάζεσαι ότι νομίζει τις άλλες [581e] ηδονές μπροστά σ᾽ εκείνην που δίνει η γνώση της καθαυτό αλήθειας και η αποκλειστική προσήλωση σ᾽ αυτήν; δεν θα έλεγε ότι πολύ απέχουν από την αληθινή ηδονή και ότι τις ονομάζει πραγματικά αναγκαίες, επειδή διόλου δεν θα τις χρειαζότανε, εάν δεν εξαναγκαζόταν (από τη φύση);
Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να είμαστε εντελώς βέβαιοι.
Αφού λοιπόν αμφισβητούνται αυτά τα τρία είδη των ηδονών και οι βίοι που τους αντιστοιχούν, πώς θα κάμομε για να κρίνομε ποιός από τους τρεις έχει δίκιο; πώς να βρούμε, αν όχι ποιός βίος απ᾽ αυτούς είναι ωραιότερος και ασχημότερος ή καλύτερος και χειρότερος, αλλά τουλάχιστον [582a] ευχαριστότερος και αλυπότερος;
Ξέρω κι εγώ;
Σκέψου να ιδείς· πώς μπορούμε να κρίνομε ασφαλώς για την αλήθεια ενός πράγματος; όχι με την εμπειρία, τη φρόνηση και τον ορθό λόγο; ή μήπως έχομε κανένα άλλο καλύτερο κριτήριο;
Όχι βέβαια.
Πρόσεξε λοιπόν· ποιός απ᾽ αυτούς τους τρεις ανθρώπους έχει καλύτερην εμπειρία όλων των ηδονών που αναφέραμε· μήπως ο φιλοκερδής, αν επιδοθεί στη μάθηση της καθαυτό αλήθειας, θα είναι, νομίζεις, ικανότερος να κρίνει [582b] για την ηδονή που δίνει η γνώση, ή ο φιλόσοφος για την ηδονή που δίνει το κέρδος;
Πολύ διαφέρει το πράγμα· γιατί ο φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος να δοκιμάζει από την παιδική του ηλικία και τις άλλες ηδονές, ενώ ο φιλοκερδής δεν αισθάνεται καμιάν ανάγκη, μαθαίνοντας τη φύση των όντων, να δοκιμάσει πόσο γλυκιά είναι αυτή η ηδονή ούτε και ν᾽ αποκτήσει εμπειρία της· μάλλον δε, και αν είχε όλη την καλή διάθεση και προθυμία, το πράγμα θα ήταν ανώτερο των δυνάμεων του.
Ώστε ο φιλόσοφος ξεπερνάει κατά πολύ τον φιλοκερδή ως προς την εμπειρία και των δύο ηδονών.
[582c] Πολύ μάλιστα.
Και τον φιλόδοξο; έχει τάχα λιγότερην εμπειρία της ηδονής που δίνουν οι τιμές απ᾽ όσην έχει ο φιλόδοξος της ηδονής που δίνει η μάθηση και η επιστήμη;
Κάθε άλλο· γιατί τιμές και δόξες βρίσκει καθένας απ᾽ αυτούς τους τρεις ανθρώπους, άμα ευδοκιμήσει στο έργο που έχει επιδοθεί —και ο πλούσιος τιμάται από πολλούς και ο ανδρείος και ο σοφός—· ώστε, όσο γι᾽ αυτή την ηδονή των τιμών, τί πράγμα είναι, όλοι έχουν ίσην εμπειρία· ενώ ποιάν ηδονή δίνει η θέαση του όντος, κανένας άλλος δεν μπορεί να την έχει δοκιμάσει παρά μόνο ο φιλόσοφος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)











