Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

O όχλος παραπλανημένος από απατηλά οφέλη, επιζητεί, συχνά, την καταστροφή του και συγκινείται, εύκολα από λαμπρές ελπίδες και απερίσκεπτες υποσχέσεις

Όταν κατελήφθη η πόλη Βέι, ο λαός θεώρησε ότι η Ρώμη θα ωφελείτο, αν οι μισοί κάτοικοί της μετακόμιζαν στο Βέι. Επειδή το Βέι βρισκόταν σε πλούσια περιοχή, διέθετε πληθώρα κτισμάτων και ήταν κοντά στη Ρώμη, και όχι τόσο κοντά ώστε οι κάτοικοί του να παρεμβαίνουν στις πολιτικές διαδικασίες της, θεωρήθηκε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί θα ευημερούσαν, αν μετακόμιζαν εκεί. Το εγχείρημα κρίθηκε απ’ τη Σύγκλητο και τους φρονιμότερους Ρωμαίους τόσο μάταιο και ενδεχομένως, βλαβερό, ώστε διεκήρυξαν δημόσια, πως θα προτιμούσαν να τους θανατώσουν παρά να συγκατατεθούν. Το αποτέλεσμα ήταν, όταν το θέμα ήλθε προς συζήτηση, να εξαγριωθεί τόσο πολύ ο όχλος κατά της Συγκλήτου, ώστε θα γινόταν ένοπλη σύγκρουση και αιματοχυσία, αν κάποιοι αξιοσέβαστοι, ηλικιωμένοι πολίτες δεν προστάτευαν τη Σύγκλητο και δεν σταματούσαν, χάρις στο κύρος τους, την αυθάδεια του πλήθους.

Δυο πράγματα αξίζει να σημειωθούν εδώ. Ο λαός, πρώτα απ’ όλα, παραπλανημένος από απατηλά αγαθά, επιδιώκει πολλές φορές την αυτοκαταστροφή του, προξενώντας ατελεύτητα κινδύνους και καταστροφές στις δημοκρατίες, εκτός εάν κάποιος τον οποίον εμπιστεύεται, τον καθοδηγήσει, ώστε να αντιληφθεί τι είναι καλό και τι κακό γι’ αυτόν, Όταν πάλι, κατά κακή τύχη, δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπως ενίοτε συμβαίνει, επειδή εξαπατήθηκε στο παρελθόν από γεγονότα ή ανθρώπους, τότε αναπόφευκτα σπέρνει τον όλεθρο. Απ’ αυτή την απροθυμία να εμπιστευθούν οποιονδήποτε, αποτυγχάνουν οι δημοκρατίες να λάβουν σωστές αποφάσεις, όπως σημειώσαμε πιο πάνω για τους Ενετούς, οι οποίοι, όταν δέχθηκαν επίθεση από πολυάριθμους εχθρούς, δεν μπορούσαν να αποφασίσουν κατά πόσον θα αντιμετώπιζαν την κατάσταση επιστρέφοντας όσα είχαν αρπάξει απ΄ τους άλλους –γιατί αυτό είχε προκαλέσει τον πόλεμο και εξαναγκάσει τους άλλους ηγεμόνες να συνασπισθούν εναντίον τους-, ώσπου καταστράφηκαν.

Στρεφόμενοι τώρα στο ερώτημα, για ποια πράγματα είναι εύκολο και ποια δύσκολο να πείσεις κάποιον, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι εκείνο το οποίο πρέπει να τον πείσεις είτε δείχνει σε πρώτη ματιά, ως σίγουρη ή χαμένη υπόθεση. είτε, πάλι, μπορεί να του φανεί γενναία ή δειλή πράξη. Όταν οι προτάσεις που έχουν τεθεί στην κρίση του λαού δείχνουν να είναι σίγουρες υποθέσεις, μολονότι εμπεριέχουν συγκαλυμμένους κινδύνους, ή δείχνουν τολμηρές, ενώ υποκρύπτουν την καταστροφή της Δημοκρατίας, θα είναι πάντοτε εύκολο να πείσεις τις μάζες να τις υιοθετήσουν. Και, ομοίως, θα είναι πάντοτε δύσκολο να τις πείσεις να υιοθετήσουν μια πορεία που τους φαίνεται άνανδρη ή χωρίς ελπίδα, μολονότι περικλείει ασφάλεια και ηρεμία.

Όσα έχω αναφέρει προκύπτουν από πολυάριθμες περιπτώσεις, ρωμαϊκές και μη, σύγχρονες και παλαιές. Έτσι, π.χ., δεν εξετιμήθη στη Ρώμη o Φάβιος Μάξιμος, απέτυχε να τους πείσει ότι η δημοκρατία θα έπραττε φρόνιμα αν έκανε πόλεμο φθοράς εναντίον του Αννίβα, αμυνόμενη, μάλλον, παρά επιτιθέμενη. Διότι o λαός θεώρησε άνανδρη και χωρίς πλεονεκτήματα μια τέτοια τακτική, o δε Φάβιος δεν είχε αρκετά επιχειρήματα ώστε να τους πείσει για την άποψή του. Οι άνθρωποι τυφλώνονται τόσο πολύ, σ’ ό,τι αφορά την ίδια τους την ασφάλεια. ώστε, μολονότι οι Ρωμαίοι διέπραξαν το λάθος να εξουσιοδοτήσουν τον αρχηγό του ιππικού του Φάβιου να επιτεθεί, αντίθετα με την βούληση του τελευταίου, και μολονότι με την επίθεση αυτή θα εξολοθρευόταν ο ρωμαϊκός στρατός -αν δεν τον διέσωζε η προνοητικότητα του Φάβιου-, παρ’ όλα αυτά ελάχιστα συνήγαγαν οι Ρωμαίοι απ’ αυτήν την εμπειρία, ώστε, εν συνεχεία, εξέλεξαν ως Ύπατο τον Βάρρο, όχι για να επιβραβεύσουν την αξία του, αλλά επειδή τριγύριζε στην πόλη διακηρύσσοντας σε δρόμους και πλατείες ότι θα συνέτριβε τον Αννίβα, φτάνει να του ανέθεταν τη διοίκηση. Με αποτέλεσμα τη μάχη και την ήττα στις Κάννες, από την οποία η Ρώμη σχεδόν καταστράφηκε.

MACHIAVELLI, Η χειραγώγηση του όχλου – Οι Συνομωσίες

Νέα θεωρία: Οι δεινόσαυροι άρχισαν να χάνονται πριν τους εξοντώσει ο αστεροειδής

Δεκάδες εκατομμύρια χρόνια προτού ένας μεγάλος αστεροειδής πέσει στο σημερινό Μεξικό πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια, οι δεινόσαυροι είχαν αρχίσει ήδη να εμφανίζουν εξελικτικά προβλήματα και να έχουν «πάρει την κάτω βόλτα», σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον παλαιοντολόγο Μανάμπου Σακαμότο του βρετανικού Πανεπιστημίου του Ρέντινγκ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), προχώρησαν -με βάση τα απολιθώματα που έχουν βρεθεί και με τη βοήθεια εξελιγμένων στατιστικών μεθόδων- σε εκτιμήσεις για τη διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των δεινοσαύρων.

Η ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μείωση πληθυσμού σε όλα τα είδη των δεινοσαύρων, πιο γρήγορη στους μακρυλαίμηδες δεινόσαυρους (τα σαυρόποδα) και πιο αργή στα θηρόποδα, όπου ανήκει και ο τρομερός Τυρανόσαυρος Ρεξ.

Έως τώρα οι επιστήμονες πίστευαν ότι η εξαφάνιση των δεινοσαύρων ήλθε ξαφνικά και ότι οι ίδιοι βρίσκονταν σε πλήρη ακμή μέχρι εκείνη την εποχή. Η νέα μελέτη ανατρέπει αυτή την εικόνα, δείχνοντας μια μακρά πτωτική εξελικτική πορεία, κατά την οποία συνεχώς εξαφανίζονταν περισσότερα είδη δεινοσαύρων, από ό,τι εμφανίζονταν νέα στο προσκήνιο.

«Δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο. Μολονότι η πτώση του αστεροειδούς παραμένει η πιο πιθανή αιτία για την τελική εξαφάνιση των δεινοσαύρων, είναι σαφές ότι ήδη είχαν περάσει πια την εξελικτική ακμή τους», δήλωσε ο δρ Σακαμότο. «Αν και μια ξαφνική 'αποκάλυψη' μπορεί να υπήρξε το τελευταίο καρφί στο φέρετρό τους, οι δεινόσαυροι είχαν αρχίσει πριν από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια να χάνουν την θέση τους ως το κυρίαρχο είδος στη Γη», πρόσθεσε.

Όταν έπεσε ο γιγάντιος αστεροειδής στον πλανήτη μας, προκάλεσε μεγάλες πυρκαγιές και σήκωσε τεράστια νέφη σκόνης στην ατμόσφαιρα, μπλοκάροντας έτσι την ηλιακή ακτινοβολία, ρίχνοντας τη θερμοκρασία και επιφέροντας εκτεταμένη απώλεια βλάστησης. Όλα αυτά συνετέλεσαν σε μια κατακλυσμική οικολογική καταστροφή, από την οποία δεν κατάφεραν ποτέ να επιβιώσουν οι δεινόσαυροι. Η εξέλιξη αυτή άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση των θηλαστικών - και τελικά του ανθρώπου.

Ραδιοχρονολόγηση

radioactivity_053Η εύρεση της ηλικίας αρχαιολογικού ενδιαφέροντος βιολογικών εκθεμάτων γίνεται με τη μέθοδο ραδιοχρονολόγησης με άνθρακα-14, που για πρώτη φορά προτάθηκε το 1946 από τον Αμερικανό χημικό Γουίλαρντ Φρανκ Λίμπι (το 1960 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ χημείας για την τεχνική της ραδιοχρονολόγησης με τον 14C.)  και έκτοτε αποτελεί βασική μέθοδο προσδιορισμού της ηλικίας ευρημάτων από οργανική ύλη, με εφαρμογές στην αρχαιολογία, στην παλαιοντολογία, στη γεωφυσική, στη γεωλογία και άλλες επιστήμες.
 
Τα ισότοπα του άνθρακα – που έχουν τον ίδιο αριθμό πρωτονίων αλλά διαφορετικό αριθμό νετρονίων – τα συναντάμε με μαζικούς αριθμούς 12 ( 12C ) και 13 ( 12C ) που είναι σταθερά και ένα ραδιενεργό με μαζικό αριθμό 14 ( 14C). Το τελευταίο είναι ασταθές και τείνει  να υποστεί διαδοχικές διασπάσεις μέχρι να γίνει κάποιο σταθερό άτομο. Η χρονική διάρκεια αυτής της πορείας εκφράζεται με τον χρόνο ημιζωής ή υποδιπλασιασμού, δηλαδή το χρονικό διάστημα που απαιτείται ώστε ο αριθμός των ατόμων να μείνει ο μισός του αρχικού.
 
Τα σωματίδια υψηλής ενέργειας που μας έρχονται συνεχώς από το διάστημα – η λεγόμενη κοσμική ακτινοβολία -, παράγει νετρόνια στην ατμόσφαιρα, τα οποία, αντιδρώντας με το 14N άζωτο-14 δίνουν τον άνθρακα-14 ( 14C). Ο τελευταίος έχοντας τις ίδιες χημικές ιδιότητες με τον  άνθρακα-12 ( 12C ) που κυρίως συναντάται στον κόσμο, σχηματίζει μόρια διοξειδίου με άνθρακα-14, απορροφάται από τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση και εισέρχεται στους ζωικούς οργανισμούς που τα καταναλώνουν. Κάθε ζωντανός οργανισμός έχει, λοιπόν, περίπου σταθερή γνωστή αναλογία άνθρακα-14 προς άνθρακα-12, ίση με εκείνη της ατμόσφαιρας.
 
Ο Γουίλαρντ Λίμπι παρατήρησε πως, μετά τον θάνατό τους, τα φυτά και τα ζώα αφού δεν λαμβάνουν πλέον άνθρακα-14 και ο ήδη υπάρχων ( 14C). σαν ραδιενεργός που είναι αρχίζει να διασπάται και να ελαττώνεται, ενώ, αντίθετα, ο σταθερός άνθρακας-12 διατηρεί την ίδια συγκέντρωση.
 
radioactivity_043
Έτσι λοιπόν η αναλογία άνθρακα-14 προς άνθρακα-12 χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της ηλικίας του δείγματος, έχοντας ως δεδομένο πως ο χρόνος ημιζωής του ραδιενεργού ισοτόπου είναι 5.730 χρόνια. Η μέθοδος εφαρμόζεται σε οστά, τρίχες, δέρμα, ξύλο, πάπυρο, φυτικά υφάσματα και άλλα δείγματα και μας επιτρέπει τη χρονολόγηση ευρημάτων ηλικίας μέχρι περίπου 50.000 ετών, με ακρίβεια συνήθως +/- 50-100 έτη.
 
Όπως βλέπουμε πιο πάνω ο ραδιενεργός άνθρακας-14 διασπάται σε άζωτο N-14 και ένα ηλεκτρόνιο (ακτινοβολία β). Στην ραδιοχρονολόγηση μετράμε την ακτινοβολία βήτα και από εκεί έμμεσα υπολογίζεται η συγκέντρωση άνθρακα-14. Η καθιερωμένη μέθοδος γι' αυτό είναι η χρήση AMS (Φασματοσκοπία Μάζας με επιταχυντή σωματιδίων), η οποία προσδίδει σημαντικά μεγαλύτερη ακρίβεια και επιτρέπει την ανάλυση μικρότερων δειγμάτων.
 
radioacivity3Ηλικία της Γης
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή της γνώσης των ραδιενεργών στοιχείων είναι ο καθορισμός όχι μόνο των αρχαιολογικών αντικειμένων, αλλά και της ηλικίας της Γης. Μια μέθοδος του καθορισμού της ηλικίας των βράχων είναι βασισμένη στο γεγονός ότι σε πολλά μεταλλεύματα ουράνιου και θορίου, που έχουν αποσυντεθεί από το σχηματισμό τους, τα άλφα σωματίδια έχουν παγιδευτεί (ως άτομα ηλίου) στο εσωτερικό του βράχου. Με ακρίβεια καθορίζονται τα σχετικά ποσά του ηλίου, ουράνιου, και θορίου στο βράχο, κι έτσι μπορεί να υπολογιστεί το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν συνεχιστεί οι διαδικασίες αποσύνθεσης  δηλαδή η ηλικία του βράχου.
 
Προσδιορίζουμε δηλαδή την αναλογία ουρανίου-238 προς το μόλυβδο-206 ή θορίου-232 προς το μόλυβδο-208 στους βράχους (δηλαδή οι αναλογίες των συγκεντρώσεων των αρχικών και τελικών μελών της ραδιενεργού σειράς αποσύνθεσης). Αυτές και άλλες μέθοδοι δίνουν τις τιμές για την ηλικία της γης περίπου 4.6 δισεκατομμύρια έτη. Παρόμοιες τιμές λαμβάνονται και για τους μετεωρίτες που έχουν πέσει στην επιφάνεια της γης, καθώς επίσης και για τα δείγματα της Σελήνης που ήλθαν πίσω από το διαστημικό σκάφος Απόλλωνα-11 τον Ιούλιο του 1969, δείχνοντας έτσι ότι ολόκληρο το ηλιακό σύστημα είναι πιθανώς της ίδιας  σχεδόν ηλικίας όπως η Γη.
 
Οι μέθοδοι αυτοί ξεκίνησαν το 1905 με τον Rutherford και Boltwood που χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά την αρχή της ραδιενεργής διάσπασης για τη χρονολόγηση ορυκτών και πετρωμάτων. Το 1907 ο Boltwood χρονολόγησε ένα δείγμα ουρανίτη με τη μέθοδο ουρανίου/μολύβδου. Η ραδιοχρονολόγηση είχε επιτευχθεί πριν ακόμα είναι γνωστά με ακρίβεια τα ισότοπα και οι ρυθμοί διάσπασής τους. Ο Boltwood δημοσίευσε για πρώτη φορά απόλυτες ηλικίες πετρωμάτων της τάξης εκατομμυρίων χρόνων. Τα επόμενα σαράντα χρόνια η έρευνα οδήγησε στην ανάπτυξη και βελτίωση τεχνικών και μεθόδων για τη μέτρηση της ηλικίας γήινων υλικών. Η ακριβής χρονολόγηση τελειοποιήθηκε το 1950. Η ανακάλυψη του φασματογράφου μάζας το 1919 οδήγησε στον εντοπισμό και τη μελέτη περισσότερων ισοτόπων.
 
Ο χρόνος ημιζωής
Όπως είδαμε πιο πάνω τα ασταθή ισότοπα μέσα από διαδοχικές ραδιενεργές διασπάσεις τείνουν να γίνουν σταθερά. Οι ραδιενεργοί μητρικοί πυρήνες μετατρέπονται -σταδιακά- σε θυγατρικούς σταθερούς πυρήνες σε καθορισμένο χρόνο, που είναι διαφορετικός για κάθε ισότοπο. Κάθε ραδιενεργό ισότοπο έχει το δικό του χρόνο ημιζωής. Ο λόγος της απομένουσας ποσότητας από το αρχικό ισότοπο προς το σύνολο των προϊόντων της διάσπασης (μητρικοί πυρήνες/θυγατρικοί πυρήνες) χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ηλικίας των πετρωμάτων που περιέχουν ραδιενεργά ορυκτά.
 
Τα περισσότερα ραδιενεργά ισότοπα έχουν γρήγορους ρυθμούς διάσπασης, δηλαδή μικρούς χρόνους ημιζωής και χάνουν τη ραδιενέργειά τους μέσα μερικές ημέρες ή έτη (το ιώδιο-131 έχει χρόνο ημιζωής 8,02 μέρες). Μερικά ραδιενεργά ισότοπα, όμως, αποσυντίθενται αργά και είναι αυτά που χρησιμοποιούνται ως γεωλογικά ρολόγια, υπολογίζουν δηλαδή την απόλυτη ηλικία των πετρωμάτων, των ορυκτών αλλά και γεγονότων που συνέβησαν πριν εκατομμύρια χρόνια. Το πιθανό σφάλμα στους χρόνους ημιζωής είναι πολύ μικρό, της τάξης του +-2%.
 
Η χρονολόγηση των πετρωμάτων από αυτά τα ραδιενεργά χρονόμετρα είναι θεωρητικά απλή, αλλά οι εργαστηριακές διαδικασίες είναι πιο σύνθετες. Οι ποσότητες μητρικών και θυγατρικών πυρήνων σε κάθε δείγμα καθορίζονται με διάφορα είδη αναλυτικών μεθόδων. Η κύρια δυσκολία έγκειται στο να μετρηθούν με ακρίβεια τα πολύ μικρά ποσοστά ισοτόπων. Όταν είναι εφικτό, χρησιμοποιούνται στο ίδιο δείγμα δύο ή περισσότερες μέθοδοι ανάλυσης για να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα.

Απαγορευμένες Ερωτήσεις

Σχετική εικόναΌταν κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και σου ‘ρχεται μια σκέψη ή μια ιδέα… πώς ξέρεις ότι είναι δική σου;

Αν εκείνη τη στιγμή, με τρόπο τηλεπαθητικό, έχεις δεχθεί την σκέψη ή την ιδέα κάποιου άλλου;
Δεν το προσέχεις, δεν το παρατηρείς, δεν το έχεις διερευνήσει, δεν έχεις αναρωτηθεί, ούτε που το σκέφτηκες καν ποτέ.

Μήπως καθημερινά είσαι τηλεπαθητικός δέκτης αμέτρητων πραγμάτων, και ούτε που το έχεις υποψιαστεί ποτέ;

Όταν είσαι στο σπίτι σου και ψάχνεις για ένα αντικείμενο που θυμάσαι πολύ καλά ότι το έβαλες π.χ. επάνω στο τραπέζι, αλλά αυτό δεν είναι εκεί, κι έπειτα από λίγη ώρα το ανακαλύπτεις κάπου αλλού, ενώ δεν θυμάσαι να το μετακίνησες εκεί, πώς ξέρεις ότι δεν μετακινήθηκε από μόνο του;

Αν το έχεις μετακινήσει εσύ ασυνείδητα με τρόπο τηλεκινητικό;

Δικαιολογείς πρόχειρα αυτήν την απλή καθημερινή φάση και δεν αναρωτιέσαι ιδιαίτερα γι’ αυτήν, κι όμως, άραγε, υπάρχει περίπτωση να το μετακίνησες εσύ με τηλεκίνηση, την οποία δεν συνειδητοποιείς ότι μπορείς με κάποιον τρόπο να την μεταχειριστείς;

Όταν θυμάσαι μια ανάμνηση παλιά, μια παλιά ιστορία από την ζωή σου ή μια ολόκληρη σειρά από μνήμες, για ώρα πολύ, και αφαιρείσαι, και αναπολείς ή ονειροπολείς, και «χάνεσαι» για λίγο…πώς ξέρεις ότι είσαι στ’ αλήθεια στον δικό μας κοινό χρόνο;

Δεν έχεις καθίσει ποτέ να προβληματιστείς, για το πώς κάνει ο χρόνος, αυτό που κάνει, κάθε μέρα στην ζωή σου.

Δεν ξέρεις πώς δουλεύει ο χρόνος, το μόνο που ξέρεις είναι πώς δουλεύει το ρολόι σου.

Υπάρχει περίπτωση, άραγε, τότε να έχεις κάνει ένα μικρό ταξίδι πίσω στον χρόνο αλλά να μην το έχεις συνειδητοποιήσει, να μην το θυμάσαι μετά, να μην αφήνεις τον εαυτό σου να το αντιληφθεί κανονικά; Μήπως μπορείς να είσαι χρονοταξιδιώτης και δεν το ξέρεις;

Όταν, χθες το βράδυ, την ώρα που κοιμόσουν, είδες ένα πάρα πολύ παράξενο όνειρο, πολύ ρεαλιστικό… πώς το ξέρεις ότι ήταν απλά ένα όνειρο;

Μήπως ταξίδεψες κάπου, κάπως, μακριά από το σώμα σου και την συνηθισμένη συνείδησή σου, σε μια άλλη πραγματικότητα;

Γιατί δεν θυμάσαι τίποτε απολύτως το άλλο πρωί;

Στο ένα τρίτο της ζωής μας κοιμόμαστε, και συνήθως ονειρευόμαστε.

Γιατί δεν θυμάσαι τίποτε από το ένα τρίτο της ζωής σου;

Όταν φαντάζεσαι κάτι ή κάποιον, και μετά από λίγο αυτό που φαντάστηκες γίνεται στ’ αλήθεια, ή αυτός που σκέφτηκες εμφανίζεται μπροστά σου ή σου τηλεφωνεί, πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι ήταν απλά μια «σύμπτωση»;

Δεν δίνεις ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα συχνά περιστατικά, πολλές φορές ούτε που τα προσέχεις, ούτε που τα συνειδητοποιείς, κι όμως, μήπως άραγε σημαίνουν ότι έχεις την ικανότητα να προβλέπεις το μέλλον ή να διαισθάνεσαι τις καταστάσεις πριν αυτές συμβούν;

Και, γιατί δεν μπορείς να το κάνεις συνέχεια ή όποτε θέλεις;

Ακόμη και, με ποιον ακριβώς τρόπο μαντεύεις κάτι, όταν απλά μαντεύεις κάτι;

Πώς είσαι τόσο σίγουρος για κάποια πράγματα, ενώ για πολλά άλλα δεν είσαι;

Όταν κάτι μέσα σου, ή κάποιος, σου λέει «να μπεις για λίγο στη θέση του άλλου», και το κάνεις, και όντως καταφέρνεις να καταλάβεις την οπτική του ή τα κίνητρά του, να τον κατανοήσεις, άραγε… πώς ξέρεις ότι δεν μπήκες όντως στη θέση του, ότι δεν άφησες τη δική σου συνείδηση και μπήκες για λίγο μέσα στη δική του;

Όταν, μερικές φορές, ξέρεις με ποιον τρόπο θα λειτουργήσει ο άλλος και τι θα κάνει ή τι θα πει… πώς το ξέρεις;

Όταν φαντάζεσαι κάτι… πώς ξέρεις ότι αυτό που φαντάζεσαι εκείνη τη στιγμή, δεν συμβαίνει κάπου στον κόσμο ή στο Σύμπαν;

Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι αυτό που φαντάζεσαι δεν είναι αληθινό; Ότι δεν υπάρχει κάπου, κάπως, κάποτε;

Από πού έρχεται η φαντασία σου;

Όταν «τυχαίνει» κάτι, και λες ότι «απλά έτυχε» …μήπως αυτό σημαίνει ότι μπορείς να εξηγήσεις στον εαυτό σου ή στους άλλους τί ακριβώς είναι η τύχη;

Όταν συνήθως λες ότι δεν πιστεύεις σε πράγματα που δεν μπορείς να εξηγήσεις ή που δεν ξέρεις τίποτε απολύτως για αυτά, και σου φαίνονται ως απλές επινοήσεις ή απλές λέξεις, και περνιέσαι για έξυπνος, τότε, άραγε, γιατί πιστεύεις στην ύπαρξη της τύχης;

Το «τυχαίο», είναι στ’ αλήθεια τυχαίο;

Ξέρεις τι σημαίνει το τυχαίο;

Όταν θέλεις πολύ να κάνεις κάτι, και τελικά το καταφέρνεις και το κάνεις, πώς τα κατάφερες;

Γιατί δεν καταφέρνεις να κάνεις ό,τι θέλεις πάντα;

Όταν υπάρχει κάτι που δεν το ξέρεις, πώς ξέρεις ότι δεν υπάρχει;

Όταν είσαι μόνος σου… μήπως δεν είσαι στ’ αλήθεια μόνος σου;

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Το δράμα επινοήθηκε όταν οι μυθικές ιστορίες δεν απαγγέλλονταν απλώς (όπως γινόταν στην περίπτωση του έπους), αλλά παίζονταν από ζωντανά πρόσωπα στη σκηνή. Ο νεωτερισμός αυτός αποδίδεται σε έναν σχετικά άγνωστο σε μας Αθηναίο, τον Θέσπι, και φαίνεται ότι έγινε στην Αθήνα στο τέλος του έκτου αιώνα π.Χ. Σήμαινε τεράστιο άλμα στην αμεσότητα και την ένταση με την οποία το κοινό αισθανόταν τους μύθους. Η νέα μορφή ταίριαζε ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή δημοκρατία, που άρχισε στη δεκαετία του 490, καθώς το θέατρο μπορεί να εξερευνήσει δημοσίως ηθικά και πολιτικά αμφιλεγόμενα θέματα και να στοχασθεί γύρω από τα πιο πιεστικά προβλήματα της εποχής. Προσαρμόζοντας για δημοκρατικό κοινό τις παλιές ιστορίες για βασιλείς και περήφανους αριστοκράτες πολεμιστές κυριευμένους από τα ιδανικά της εξουσίας, της τιμής και της εκδίκησης, α τραγικοί ποιητές τις μετασχημάτισαν ριζικά. Αυτή η επαναδιατύπωση του μύθου σε δραματική μορφή συνέβη μόνο στην Αθήνα, και ασφαλώς δεν είναι σύμπτωση ότι δημοκρατία και δράμα εμφανίζονται περίπου την ίδια εποχή.
 
Χρησιμοποιώντας μια δομή αντιτιθέμενων χαρακτήρων, ο πρωταγωνιστής έχει πάντα τον ανταγωνιστή του, η τραγωδία εστιάζει πιο έντονα τους μύθους στη σύγκρουση, στις αντικρουόμενες αρχές και ορισμούς, σε προβλήματα ατομικής επιλογής και ευθύνης, στη σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό αγαθό και ανάμεσα στις ανταγωνιστικές και συνεργατικές αξίες, καθώς και στο πρόβλημα του εξαιρετικά μεγάλου ατόμου στο πλαίσιο μιας εξισωτικής ιδεολογίας. Και οι Ἑπτά ἐπί Θήβας του Αισχύλου και ο Οἰδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, για παράδειγμα, ανοίγουν με μια κρίση στην πόλη, στην οποία ο ηγέτης στέκεται μπροστά από τους πολίτες του και φέρει την ευθύνη να αναλάβει αποφασιστική δράση. Τέτοιες καταστάσεις φυσικά θα ενδιέφεραν ένα κοινό συνηθισμένο να βλέπει κάθε σημαντική απόφαση, πολιτική, νομική, ή οικονομική, να σφυρηλατείται σε αγωνιστικούς διαλόγους και ανταγωνιστικές ομιλίες στην Εκκλησία του Δήμου και στα δικαστήρια.
 
Το πώς ακριβώς η τραγωδία συνδέεται με τη νοοτροπία της δημοκρατικής αθηναϊκής πόλης είναι θέμα αμφιλεγόμενο.[1] Ενώ οι κωμωδίες ασχολούνται άμεσα με πολιτικά θέματα, το μυθικό πλαίσιο της τραγωδίας δημιουργεί κάποια απόσταση από τα σύγχρονα της γεγονότα. Μερικοί ενίοτε ισχυρίζονται ότι τα έργα αποσκοπούν στην ενδυνάμωση της δημοκρατικής ιδεολογίας της πόλης· στο σωζόμενο όμως σώμα των τραγωδιών μόνο πολύ λίγα έργα φαίνεται να έχουν εμφανώς πολιτικές σκοπιμότητες ως κύρια μέριμνά τους.[2] Τα περισσότερα από τα σωζόμενα έργα, αν και είναι γενικώς φιλοαθηναϊκά και φιλοδημοκρατικά, παρουσιάζουν διαμάχες και προβλήματα προς συζήτηση κυρίως και όχι ξεκάθαρες ιδεολογικές λύσεις ή κρατική προπαγάνδα. Η Εκάβη και οι Τρωάδες του Ευριπίδη, για παράδειγμα, πρέπει να έθεσαν ερωτήματα για την αθηναϊκή πολιτική κατά τη διεξαγωγή του Πελοποννησιακού πολέμου. Πολλοί παράγοντες επιδρούσαν σε αυτό το πιο ανοικτό και διερευνητικό κλίμα της τραγωδίας. Πρώτον, οι εορτές του Διονύσου έχουν μιαν ατμόσφαιρα πανηγυριώτικη όπου οι συνήθεις περιορισμοί στη συμπεριφορά αίρονται, ενώ αναστέλλονται οι κανονικές δομές της κοινωνικής ζωής. Μια τέτοια ατμόσφαιρα ενθαρρύνει τον στοχασμό περί του κόσμου με νέους τρόπους και (όπως δείχνουν οι κωμωδίες) ριζική αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης. Δεύτερον, όπως επισημαίνει ο Jeffrey Henderson, το θέατρο του Διονύσου την εποχή του Περικλή χωρούσε περίπου δεκαεπτά χιλιάδες θεατές, ενώ η Πνύκα, όπου συνεδρίαζε η Εκκλησία του Δήμου (συνέλευση όλων των ανδρών πολιτών), μπορούσε να χωρέσει μόνον περί τους έξι χιλιάδες.[3] Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι εκείνοι που δεν είχαν τα πλήρη δικαιώματα του πολίτη και δεν είχαν πλήρη συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους «γυναίκες, μέτοικοι, ξένοι, δούλοι» ίσως ήταν όχι απλώς παρόντες στο θέατρο αλλά ίσως και να ξεπερνούσαν σε αριθμό τους άνδρες πολίτες. Στην περίπτωση αυτή τα έργα, τόσο οι τραγωδίες όσο και οι κωμωδίες, θα απευθύνονταν εν μέρα σε ένα κανό αποκλεισμένων, στους «άλλους», των οποίων η άποψη, που δεν ήταν η άποψη του πολίτη, θα μπορούσε επιτέλους να ληφθεί υπόψη. Τρίτον, μετά από κάποιους πειραματισμούς στην αρχή του πέμπτου αιώνα (των Περσών του Αισχύλου συμπεριλαμβανομένων), οι τραγικοί έπαψαν να γράφουν έργα που ασχολούνταν άμεσα με τη σύγχρονη ιστορία και αντ’ αυτού διάλεγαν μυθικά θέματα. Η καθολική δύναμη αυτών των απόμακρων μύθων δίνει στα έργα αυτά τη δυνατότητα να υπερβαίνουν τα σύγχρονα θέματα που μπορεί να βρίσκονται στο βάθος.
 
Εάν οι γυναίκες ήταν ή όχι παρούσες ανάμεσα στους θεατές, παραμένει άλυτο πρόβλημα- και δεν έχουμε αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες για το δεύτερο μι­σό του πέμπτου αιώνα, αν και φαίνεται πιθανόν ότι στην αρχή του τέταρτου αι­ώνα οι γυναίκες πράγματι παρακολουθούσαν τις δραματικές γιορτές.[4] Καθώς οι γυναίκες δεν είχαν άμεση πολιτική δύναμη, δεν έπρεπε να κυκλοφορούν δημοσίως και θεωρούνταν κατώτερες και υποδεέστερες από τους άνδρες, είναι πιθανόν να αποκλείονταν και από τις δραματικές παραστάσεις. Αλλά εάν έτσι έχει το πράγμα, για ποιο λόγο παίζουν οι γυναίκες τόσο σπουδαίους και δυναμικούς ρόλους στις τραγωδίες; Η Κλυταιμήστρα του Αισχύλου, η Μήδεια του Ευριπίδη, η Δηϊάνειρα και η Ηλέκτρα του Σοφοκλή και, ώς ένα σημείο, η Ιοκά- στη στον Οιδίποδα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ότι ενδιέφεραν ιδιαίτερα τις γυναίκες θεατές. Αλλά βέβαια οι κριτές που αποφάσιζαν για τα βραβεία ήταν πάντοτε άνδρες.
 
Εάν το κοινό αποτελούνταν μόνον από άνδρες, τότε μήπως αυτοί οι δυναμικοί γυναικείοι ρόλοι αποσκοπούσαν να βοηθήσουν τους άνδρες να καταλάβουν τις γυναίκες που υπήρχαν στη ζωή τους, ή να φέρουν στην επιφάνεια την αγωνία των ανδρών ή την ενοχή τους για τον καταπιεσμένο γυναικείο πληθυσμό, ή να ενδυναμώσουν τις προκαταλήψεις για τις «κακές γυναίκες», ή να βοηθήσουν τους άνδρες να διερευνήσουν τη δική τους ανδρική ιδιότητα, ή να ενδυναμώσουν ή αμφισβητήσουν την ισχυρή διαίρεση ανδρικών και γυναικείων ρόλων σε αυτή τη χωρισμένη κατά τα φύλα κοινωνία; Όλες αυτές αλλά και άλλες λύσεις έχουν προταθεί· και η συζήτηση θα εξακολουθήσει να είναι έντονη, ιδιαίτερα επειδή αναπόφευκτα εμπλέκονται και α δικές μας πολιτικές αντιλήψεις για τη θέση των δύο φύλων. Το ζήτημα δεν είναι τόσο κεντρικό στον Οιδίποδα όσο σε άλλες τραγωδίες, Ἀντιγόνη, Τραχινίαι, Μήδεια, Βάκχαι, αλλά βεβαίως χρωματίζει την άποψή μας για τον ρόλο της Ιοκάστης στο έργο.[5]
 
Ωστόσο, αν δούμε την πολιτική με την ευρεία της έννοια ως αναζήτηση ή ως κάτι που αναφέρεται στη φύση της κοινωνίας σε σχέση με το άτομο, όσο και με την τάξη του κόσμου, τότε το πολιτικό πλαίσιο είναι ζωτικό για την κατανόηση του αθηναϊκού δράματος, όπως άλλωστε και όλης της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, και θα δούμε τις επιπτώσεις του στον Οἰδίποδα.[6] Όταν πηγαίνουμε στο θέατρο, προσδοκούμε μια βραδιά ιδιωτικής διασκέδασης σε τόπο και χρόνο της επιλογής μας· στην αρχαία Αθήνα η μετάβαση στο θέατρο αποτελούσε συμμετοχή σε εορτή της πόλης και συμμετοχή μαζί με όλους τους συμπολίτες στη διερεύνηση των μεγάλων προβλημάτων της δικαιοσύνης και της αδικίας, του κακού και της τιμωρίας του, της κοινωνικής ευθύνης, της φύσης των θεών και της σημασίας των παθημάτων του ανθρώπου. Αυτά είναι προβλήματα που γίνονται το υλικό της φιλοσοφίας τον επόμενο αιώνα, αλλά πριν από την εποχή της πεζογραφίας ανήκαν ακόμη στους ποιητές. Στους αιώνες μετά τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη εξακολουθούν να γράφονται τραγωδίες και να ανεβαίνουν στη σκηνή πλάι στα παλαιότερα έργα. Οι δραματικές εορτές εξακολουθούν να είναι υπό πολυσχιδή εποπτεία και το κανό τις παρακολουθεί με ζέση. Κατά τον τέταρτο αιώνα η αύξηση του αριθμού των θεάτρων σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο και η συχνή χρήση δραματικών θεμάτων για τη διακόσμηση αγγείων, ιδιαίτερα στη Ν. Ιταλία, δείχνουν ότι η δημοτικότητα της τραγωδίας είχε επεκταθεί πέρα από την Αθήνα. Παρά ταύτα, η τραγωδία έχει χάσει τουλάχιστον μέρος της ορμής της για καινοτομία και πολύ λίγες μετακλασικές τραγωδίες έχουν επιβιώσει.[7] Ο Πλάτων, που γράφει τους διαλόγους του σε δραματική μορφή, είναι κατά μία έννοια ο διάδοχος των τραγικών σε μια μεταμυθική εποχή.
------------------------
[1] Βλ. πρόσφατη επισκόπηση με βιβλιογραφία Suzanne Said, «Tragedy and Politics», στον τόμο Deborah Boedeker και Kurt A. Raaflaub, επιμ., Democracy, Empire, and the Arts in Fifth-Century Athens (Cambridge: Harvard University Press, 1999), 275-95· βλ. για μια πιο αντιρρητική πραγμάτευση του θέματος Jasper Griffin, «The Social Function of Attic Tragedy», Classical Quartefy 48 (1998), 39-61.
[2] Τα θεωρούμενα πατριωτικά έργα του Ευριπίδη Έρεχθεύς, Ήρακλεΐδα, και Ίκέτιδες είναι εκείνα τα οποία αναφέρονται συνηθέστερα ως παραδείγματα πολιτικών έργων. Ωστόσο, όπως σημειώνουν ερευνητές πρόσφατα, ακόμη και στα έργα αυτά δεν εγκρίνεται τόσο ευθέως η αθηναϊκή πολιτική ιδεολογία, όπως θα μπορούσε να νομίσει κανείς εκ πρώτης όψεως· βλ., για παράδειγμα, την Εισαγωγή του Stephen Scully στη μετάφραση των S. Scully και Rosanna Warren, Euripides: Suppliant Women (New York: Oxford University Press, 1995), 318, ειδικότερα 10-18. 
[3] Βλ. Jeffrey Henderson, «Women and the Athenian Dramatic Festivals», Transactions of the American Philological Association 121 (1991), 136-37. Μπορεί, εντούτοις, κανείς να υποστηρίξει ότι το μέγεθος ταυ θεάτρου ήταν σχεδιασμένο για να δεχθεί μόνον ολόκληρο τον ανδρικό πληθυσμό πολιτών (ενήλικες, ελεύθερους άνδρες Αθηναίους άνω των δεκαοκτώ ετών), των οποίων ο αριθμός υπολογίζεται περί τους τριάντα χιλιάδες.
[4] Ο Henderson (παραπάνω, σημ. 7), 133-47, διατύπωσε με ισχυρά επιχειρήματα την άποψη άτι οι γυναίκες ήταν παρούσες στο θέατρο. Βλ. πρόσφατη συζήτηση: Anthony J. Podlecki, «Could Women Attend the Theatre in Ancient Athens? A Collection of Testimonia», Ancient World 21 (1990), 27-43· Synneve Des Bouvrie, Women in Greek Tragedy. Symbolae Osloenses, Supplement 27, (Oxford, 1990), 86-90· Simon Goldhill, «Representing Democracy: Women at the Great Dionysia», στον τόμο των Robin Osborne και Simon Homblower, επιμ., Ritual, Finance, Politics: Athenian Democratic Accounts Presenting to David Lewis (Oxford: Oxford University Press, 1994), 347-69. 
[5] Βλ. παρακάτω, κεφάλαιο 12, στο τέλος.
[6] Για την ευρεία αυτή έννοια του πολιτικού νοήματος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας βλ. Christian Meier, The Political Art of Greek Tragedy, Baltimore: John Hopkins University Press, 1994· ελλην. μετάφρ. Φλώρα Μανακίδσυ, ειαμ. Μαρία Ιατρού, Η πολιτική τέχνη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1997) και τα βιβλία των Peter Euben και Christofer Rocco που παρατίθενται στη Βιβλιογραφία.
[7] Για την μετα-κλασσική τραγωδία βλ. Ρ.Ε. Easterling, «From Repertoire to Canon», στον τόμο P. E. Easterling, επιμ., Cambridge Companion to Greek Tragedy, 211-27.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (203-244)

ΧΟ. ὦ φίλον Οἰδίπου τέκος, ἔδεισ᾽ ἀκού- [στρ. α]
σασα τὸν ἁρματόκτυπον ὄτοβον ὄτοβον,
205 ὅτε τε σύριγγες κλάγξαν ἑλικότροχοι,
ἱππικοί τ᾽ ἄπυον πηδαλίων διὰ στόμια
πυριγενετᾶν χαλινοί.
ΕΤ. τί οὖν; ὁ ναύτης ἆρα μὴ ᾽ς πρῷραν φυγὼν
πρύμνηθεν ηὗρε μηχανὴν σωτηρίας,
210 νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι;

ΧΟ. ἀλλ᾽ ἐπὶ δαιμόνων πρόδρομος ἦλθον ἀρ- [ἀντ. α]
χαῖα βρέτη, θεοῖς πίσυνος, ὅτ᾽ ὀλοᾶς
νειφομένας βρόμος λιθάδος ἐν πύλαις·
δὴ τότ᾽ ἤρθην φόβῳ πρὸς μακάρων λιτάς, πόλεος
215 ἵν᾽ ὑπερέχοιεν ἀλκάν.
ΕΤ. πύργον στέγειν εὔχεσθε πολέμιον δόρυ.
οὐκοῦν τάδ᾽ ἔσται πρὸς θεῶν. ἀλλ᾽ οὖν θεοὺς
τοὺς τῆς ἁλούσης πόλεος ἐκλείπειν λόγος.

ΧΟ. μήποτ᾽ ἐμὸν κατ᾽ αἰῶνα λίποι θεῶν [στρ. β]
220 ἅδε πανάγυρις, μηδ᾽ ἐπίδοιμι τάνδ᾽
ἀστυδρομουμέναν πόλιν καὶ † στράτευμ᾽
ἁπτόμενον πυρὶ δαΐῳ.
ΕΤ. μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς·
πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας
225 μήτηρ, γυνὴ Σωτῆρος· ὧδ᾽ ἔχει λόγος.

ΧΟ. ἔστι· θεοῦ δ᾽ ἔτ᾽ ἰσχὺς καθυπερτέρα· [ἀντ. β]
πολλάκι δ᾽ ἐν κακοῖσι τὸν ἀμήχανον
κἀκ χαλεπᾶς δύας ὕπερθ᾽ ὀμμάτων
κριμναμενᾶν νεφελᾶν ὀρθοῖ.
230 ΕΤ. ἀνδρῶν τάδ᾽ ἐστί, σφάγια καὶ χρηστήρια
θεοῖσιν ἔρδειν, πολεμίων πειρωμένων·
σὸν δ᾽ αὖ τὸ σιγᾶν καὶ μένειν εἴσω δόμων.

ΧΟ. διὰ θεῶν πόλιν νεμόμεθ᾽ ἀδάματον, [στρ. γ]
δυσμενέων δ᾽ ὄχλον πύργος ἀποστέγει.
235 τίς τάδε νέμεσις στυγεῖ;
ΕΤ. οὔτοι φθονῶ σοι δαιμόνων τιμᾶν γένος·
ἀλλ᾽ ὡς πολίτας μὴ κακοσπλάγχνους τιθῇς,
εὔκηλος ἴσθι μηδ᾽ ἄγαν ὑπερφοβοῦ.

ΧΟ. ἅμα ποταίνιον κλύουσα πάταγον [ἀντ. γ]
240 ταρβοσύνῳ φόβῳ τάνδ᾽ ἐς ἀκρόπτολιν,
τίμιον ἕδος, ἱκόμαν.
ΕΤ. μή νυν, ἐὰν θνῄσκοντας ἢ τετρωμένους
πύθησθε, κωκυτοῖσιν ἁρπαλίζετε.
τούτῳ γὰρ Ἄρης βόσκεται, φόνῳ βροτῶν.

***
ΧΟΡΟΣ
Ω καλογιέ του Οιδίποδα,
επήρα φόβο π᾽ άκουσα το βρόντημα,
το βρόντημ᾽ απ᾽ τ᾽ αμάξια τα βαρύχτυπα
και πὄκριξαν τ᾽ αξόνια τροχοκίνητα
κι άκουσα στων αλόγων ν᾽ αναδεύουν
γύρω το στόμα, της φωτιάς γεννήματα,
τα γκέμια, που τα τιμονεύουν.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Και τί; μην τάχα ο ναύτης, αν από την πρύμνα
στην πλώρη τρέξει, θα βρει τρόπο να γλιτώσει,
210 σαν πάρει πια το κύμα δίπλα το καράβι;

ΧΟΡΟΣ
Μα ήρθα μ᾽ ασπούδα τρέχοντας
προς των θεών τα παλιά τ᾽ αγάλματα
πόχω σ᾽ αυτούς μονάχα όλα τα θάρρη μου,
όταν πάνω στις πύλες μας μανίζοντας
τ᾽ άγριο τουφάνι της χιονιάς βροντούσε·
τότ᾽ απ᾽ το φόβο να προσπέσω πέταξα
στη θεότη, να ᾽θε με βοηθούσε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εύχεστε να βαστά στου εχθρού το δόρυ ο πύργος,
κι αυτό συμφέρει τους θεούς· γιατί δε λένε
πως σαν μια πολιτεία χαθεί, παν κι οι θεοί της;

ΧΟΡΟΣ
Άμποτ᾽ όσο που ζω μην ποτέ μου μ᾽ αφήσει
220 των θεών αυτή η σύναξη, μήτε να δω
εχθρού πόδι την πόλη μου αυτή να πατήσει
και να την διαγουμίσει
κι από φλόγες ζωσμένο εχθρικές το λαό.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μπορείς να κράζεις τους θεούς, μα δίχως κι έτσι
το νου να χάνεις· γιατί, ξέρε, η πειθαρχία
της νίκης είναι και της σωτηρίας μητέρα.

ΧΟΡΟΣ
Ναι, μα πιο του θεού τρανή η δύναμη ακόμα·
και συχνά κι έναν όπου δε βλέπει σωσμό
στη φορτούνα και πια του σκεπάζει
μαύρο νέφος τα μάτια, απ᾽ τον άγριο χαμό
τον σηκώνει με μιας και γερό τονέ βγάζει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
230 Δουλειά ᾽ναι των αντρών στους θεούς θυσίες να κάνουν
και τη βουλή τους να ρωτούν πριν πιάσει η μάχη·
δουλειά σου εσένα, να σωπάς και μένεις σπίτι.

ΧΟΡΟΣ
Να ᾽ν᾽ αδάμαστ᾽ η πόλη μας, στους θεούς το χρωστούμε
κι απ᾽ τα πλήθη του εχθρού να μας σκέπουν οι πύργοι·
ποιά γι᾽ αυτά μου λοιπόν κατηγόρια φοβούμαι;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τους θεούς για να τιμάς εγώ δε σ᾽ εμποδίζω,
μα για να μη λιγόκαρδους τους άλλους κάνεις,
κάθου ήσυχη κι ας μη σε παραπαίρνει ο φόβος.

ΧΟΡΟΣ
Σύσμιχτο άκουσα πάταγο τώρα πρι λίγην ώρα
240 και διωγμένη απ᾽ τον τρόμο στην ακρόπολη τούτη,
των θεών άγιαν έδρα, ήρθα τρέχοντας φόρα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μη λοιπόν τώρ᾽ αν τύχει ή σκοτωμούς κι ακούτε
ή λαβωμούς, σ᾽ άγρια ξεφωνητά ξεσπάτε,
κι ο Άρης μ᾽ αυτά ᾽ναι που μεθά, μ᾽ ανθρώπινο αίμα.

Ο μπαμπάς μου, ο ήρωάς μου…

Μια φράση τόσο κλισέ μα συγχρόνως τόσο αλήθεια. Και είμαι τόσο ευγνώμων που έχω την τύχη να τη ζω καθημερινά… «Σ’ αγαπώ μπαμπά μου!» μου ψιθύρισε το μικρό μου τις προάλλες την ώρα που το έβαζα για ύπνο.

Δε θα πω ψέματα, κορδώθηκα σαν το παγώνι. Και συγκινήθηκα. Πολύ. Πάρα πολύ μάλλον. Ίσως να ένιωσα και κάποιου είδους δικαίωση. Όμως δε θα ‘πρεπε. Γιατί δεν έκανα κάτι εξωπραγματικό, ούτε καν σπουδαίο. Δεν έκανα κάτι που δεν μπορούν να κάνουν ή δεν κάνουν οι άλλοι μπαμπάδες. Το ότι βοηθάω τη γυναίκα μου με τις δουλειές του σπιτιού, το ότι ξυπνάω τα βράδια όταν βλέπει εφιάλτες το παιδί μου, το ότι θέλω να είμαι κοντά του και να του μαθαίνω πράγματα, να παίζω μαζί του και να πηγαίνουμε βόλτες στην παιδική χαρά και κολυμβητήριο και ζωγραφική και πηλό και να το πηγαίνω το πρωί στον παιδικό σταθμό, δεν με κάνουν καλύτερο πατέρα. Ούτε τα κάνω για να κερδίσω τις εντυπώσεις ή την ευγνωμοσύνη της γυναίκας μου και του παιδιού μου. Ούτε για να το παίξω στον κόσμο καλός μπαμπάς. Ότι κάνω, το κάνω για μένα. Και δεν περιμένω ανταλλάγματα. Μου φτάνει το πώς με βλέπει το παιδί μου… Αυτό είναι που μετράει.

Κάθε μπαμπάς είναι ήρωας στα μάτια του παιδιού του. Δεν έχει σημασία το πώς σε βλέπει ο κόσμος, ή αν θεωρείσαι καλύτερος από άλλους. Δεν είναι διαγωνισμός ούτε αγώνας για το ποιος είναι καλύτερος. Και δε θα έπρεπε. Εξάλλου, ποιος ορίζει τι σημαίνει καλός μπαμπάς;

Για μένα καλός μπαμπάς δεν είναι απαραίτητα ο πανταχού παρών μπαμπάς. Ας μην ξεχνάμε ότι ο μπαμπάς έχει επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις που πολλές φορές μπορούν να στερούν την παρουσία του από την οικογένεια. Και κούραση που ίσως τον αποτρέπει κάποιες φορές να συμμετέχει όσο θα ήθελε ο ίδιος. Ούτε είναι ο δυνατός, αποτελεσματικός και υπεράνθρωπος πατέρας που έχει τη λύση και την απάντηση για όλα. Ούτε εκείνος που τα κάνει όλα τέλεια. Εξάλλου αυτό είναι αδύνατο, γιατί τέλειος σημαίνει να μην κάνεις λάθη. Και οι μπαμπάδες κάνουν λάθη. Και αρκετά μάλιστα. Αλλά αυτό είναι που τους κάνει μπαμπάδες.

Για μένα καλός μπαμπάς είναι αυτός που είναι αληθινός, αυθεντικός και ισορροπημένος. Γιατί στην τελική αυτό που αποκομίζει ένα παιδί από έναν τέτοιο μπαμπά είναι η αίσθηση της ισορροπίας, της αρμονίας και της εμπιστοσύνης. Για μένα καλός μπαμπάς είναι αυτός που προσπαθεί να είναι καλός και θέλει να γίνει ακόμα καλύτερος. Για μένα καλός μπαμπάς είναι αυτός που βάζει το παιδί του και τις ανάγκες του πάνω από τον ίδιο και τα δικά του θέλω. Έτσι λοιπόν γίνεσαι καλός μπαμπάς. Αληθινός. Έτσι γίνεσαι «ήρωας». Ήρωας στα μάτια του παιδιού σου. Ούτως ή άλλως δεν χρειάζονται πολλά για να συμβεί αυτό. Αρκεί να θέλεις να είσαι εκεί. Και να το δείχνεις. Όπως μπορείς, αλλά όσο μπορείς περισσότερο…

O μπαμπάς μπορεί να μη φοράει κόκκινη μπέρτα ούτε και να τρέχει με ταχύτητα φωτός και σίγουρα δεν πετάει. Για τα παιδιά όμως, ο μπαμπάς είναι ο ήρωας τους. Χρόνια πολλά σε όλους τους μπαμπάδες του κόσμου.

Η μοναξιά, είναι επιλογή για λίγους

Είδα στα μάτια σου κενό και κατάλαβα.. Εγώ την γνωρίζω καλά.
Και τι σημαίνει αλήθεια;
Να νιώθεις μόνος ανάμεσα σε πολλούς;
Να θέλεις να είσαι μόνος;
Να είσαι πραγματικά μόνος;
Να γουστάρεις να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου; Να ξέρεις ότι είναι ωραίο να μην εξαρτάσαι από τους άλλους;
Μπορεί όλα μαζί, μπορεί τίποτα από αυτά.
Πολλοί τη φοβούνται, άλλοι την αποφεύγουν και ψάχνουν επιβεβαίωση και παρηγοριά στους άλλους, δημιουργώντας ένα comfort zone με το μέτριο.
Μπορεί να συμβολίζει το σκοτάδι. Για άλλους μεταφράζεται ως ασφάλεια, αγάπη και σεβασμός προς τον εαυτό.
Οι μοναξιές μας όμως διαφέρουν.
Κάθε άνθρωπος τη βιώνει διαφορετικά. Άλλοι για λίγο, άλλοι για πάντα.
Μπορεί να νομίζεις ότι η μοναξιά συνδέεται με την άσχημη ψυχολογική κατάσταση ή την απελπισία.
Εγώ νομίζω ότι είναι παρεξηγημένη έννοια.
Η μοναξιά θέλει κότσια και χαρακτήρα.
Ο άνθρωπος μόνος γεννιέται, μόνος πορεύεται, μόνος φεύγει από τη ζωή. Η πραγματική μόνιμη συντροφιά μας, είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
Έχεις σκεφτεί γιατί ακόμα όταν βρίσκεσαι μέσα στο πλήθος, εκείνο είναι τόσο απόλυτα μόνο εξ’ ίσου; Τόσο απόμακρο, τόσο βιαστικό;
Συχνά είσαι κοντά στους δικούς σου ανθρώπους, όμως πόσες φορές αισθάνεσαι ότι δεν σε ακούν;
Αλήθεια, ποιος σε καταλαβαίνει πραγματικά;
Νομίζω πως έφτασε η ώρα να αρχίσουμε να αγαπούμε το άτομο που θα είναι πάντα εκεί και να σταματήσουμε να φορτώνουμε τις αδυναμίες της καρδιάς στο μυαλό. Τις δικές μας αδυναμίες στην τύχη.
Σκέψου πως αυτή τη στιγμή είσαι μόνος και είμαι μόνη, ακριβώς επειδή ο καθένας έχει την ανάγκη να χωθεί σε τέτοιες αναζητήσεις και να αγαπήσει λίγο την ύπαρξή του.
Μήπως οφείλουμε να κοιτάξουμε- αν γίνεται και κάθε βράδυ- μπροστά μας τη ζωή που έχουμε κάνει μέχρι τώρα σαν ένα τρένο που περνά, παρατηρώντας όλους τους ανθρώπους που μπήκαν σε αυτό, πότε ανέβηκαν, που κατέβηκαν, αν άκουγαν μουσική και κοιτούσαν ανενόχλητοι απ’ έξω ή αν με ενδιαφέρον παραχώρησαν τη θέση τους σε εμάς; Αν μας χαμογέλασαν;
Μήπως δε θα έπρεπε να μας απασχολεί τόσο πολύ το πως φαινόμαστε στους άλλους, πόσοι μας μίλησαν, αλλά να βρούμε μια θέση που θα κοιτά τον ήλιο και να απολαύσουμε τη διαδρομή;
Μήπως οφείλουμε μέσα από το φόβο της μοναξιάς, να αποκτήσουμε δύναμη και να μη χρειαστούμε κανένα χέρι να μας κρατήσει, κανένα στόμα να ψιθυρίσει αυτά που θέλουμε ν’ ακούσουμε, παρά μόνο τη δική μας φωνή να μας φωνάζει πως ΜΠΟΡΕΙΣ να τα καταφέρεις;
Μήπως οι άνθρωποι σταματήσουν να είναι ψυχροί και απόμακροι αν εμείς σταματήσουμε να τους βλέπουμε έτσι; Μήπως απλώς θα πρέπει, να αφήσουμε τα πράγματα να κυλούν όπως ξέρουν αυτά;
Παρόλα αυτά, ποιος μας φταίει;
Φταίνε αυτά τα βράδια, που καταλήγουν πάντοτε τόσο μοναχικά..
Αναρωτήσου, πως είναι να μην αντέχεις τον εαυτό σου;
Απόψε θα ξημερώσει αργά.

Το σλαβικό πρόβλημα στην Ελλάδα

Ο σλαβικός κόσμος αποτελεί, εδώ και 14 αιώνες, μιαν από τις σταθερές, η οποία δεσπόζει καθοριστικά στην εθνολογική, γλωσσική και την πολιτιστική φυσιογνωμία ενός μεγάλου μεγάλου μέρους της γηραιάς μας Ηπείρου, οι Σλάβοι αποτελούν το τελευταίο χρονολογικά κύμα της μεγάλης μετανάστευσης των λαών στην Ευρώπη.
 
Το καθοριστικό εκείνο στοιχείο που προσδίδει ιδιαιτερότητα στη σλαβική παρουσία στην Ευρώπη είναι οι συνθήκες, οι οποίες υπαγορεύουν το σλαβικό εποικισμό στη Βόρεια, την Κεντρική και τη ΝΑ Ευρώπη, η μετακίνηση του κυρίως όγκου των σλαβικών φύλων από την κοιτίδα τους έχει τον χαρακτήρα μιας μετανάστευσης που υπαγορεύεται από δημογραφικούς κυρίως παράγοντες. Οι Σλάβοι δηλ. αρχίζουν από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα να διεισδύουν κατά φύλα στις περιοχές εκείνες της Ευρώπης που είναι αραιοκατοικημένες αναπληρώνοντας έτσι ένα δημογραφικό κενό.
 
Ένα δεύτερο, καθοριστικό για την εθνογενετική διαμόρφωση του σλαβικού κόσμου, δεδομένο είναι ότι την πολιτειακή δομή των σλαβικών φύλων που εγκαθίστανται από τον 6ο αιώνα την χαρακτηρίζει μια ατελής ακέφαλη οργάνωση. Ο θεσμός του φορέα της κεντρικής εξουσίας του μονάρχη, είναι ένας εξωγενής παράγων που θα μεταφυτευθεί, σε ένα μέρος μόνο του σλαβικού κόσμου. Οι ιστορικές διεργασίες, οι οποίες εκτυλίσσονται κατά διαστήματα, περίπου από τον 6ο μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα καταλήγουν σε μια τομή, η οποία εγκαινιάζει μια νέα ιστορική περίοδο:
 
Σε ορισμένες περιοχές, όπου έχουν εγκατασταθεί σλαβικά φύλα, θα επικρατήσει, κατά κανόνα, ως αποτέλεσμα εξωτερικών επιδράσεων, ο θεσμός της κεντρικής εξουσίας και θα σχηματισθούν τα επί μέρους μεσαιωνικά κρατικά μορφώματα (αναφέρω κατά χρονολογική σειρά: Βουλγαρία, Μοραβία, Ρωσία, Πολωνία, Σερβία και Κροατία) από τα οποία κατά τους νεότερους χρόνους, θα δημιουργηθούν τα αντίστοιχα έθνη, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Τα φύλα όμως εκείνα, τα οποία κατά την ανωτέρω περίοδο θα διατηρήσουν το αρχέγονο πολιτειακό καθεστώς (εκείνο δηλ. της ακέφαλης πολιτειακής οργάνωσης) είτε θα αφομοιωθούν εθνογλωσσικά από τους γειτονικούς λαούς, είτε θα επιβιώσουν ως τη νεότερη περίοδο ως μεμονωμένες γλωσσικές νησίδες μέσα σε ένα κράτος, η εθνική γλώσσα του οποίου δεν θα είναι η Σλαβική.
 
Επειδή, όπως είναι προφανές, η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη, η οποία μας ενδιαφέρει σήμερα, ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στα ιστορικά παραδείγματα, ξεκινώντας από τον απώτατο Βορρά και καταλήγοντας στο δικό μας Νότο.
 
Α) Τα σλαβικά εκείνα φύλα που, κατά τον 7ο αι. εγκαθίσταται στην παράλιο ζώνη της Β. Θάλασσας που ορίζεται από τις εκβολές του ποταμού Έλβα στη Δύση και του ποταμού Oder στην Ανατολή (Γερμανία) κατορθώνουν, διατηρώντας την παγανιστική τους θρησκεία και ένα ιδιότυπο πολιτειακό σύστημα ομοσπονδίας κατά φύλα, να διατηρήσουν την εθνολογική τους ταυτότητα μέχρι 12ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία επιτείνεται η προσπάθεια του Φραγκικού κράτους να ενσωματώσει τα ανατολικά αυτά εδάφη στην επικράτεια του. Μετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, αρχίζει για τους βόρειους Σλάβους μια περίοδος βαθμιαίας αφομοίωσης από το γερμανικό στοιχείο. Λίγα χρόνια πριν την πτώση της Κων/πολης εξακολουθεί να ακούγεται η σλαβική διάλεκτος στην πόλη Lubeck. Στις αρχές του 18ου αι., όπως μαρτυρεί το ληξιαρχικό βιβλίο μιας μικρής ενορίας κοντά στο Αννόβερο, πεθαίνει και ο τελευταίος χρήστης του ιδιώματος και σβήνει οριστικά η σλαβική παρουσία στη ΒΑ. Γερμανία.
 
Β) Οι τύχες των Σοραβών, σλαβικών φύλων, που εγκαταστάθηκαν σε νοτιότερα από τους προηγούμενους εδάφη κατά την αυτή περίοδο, παρουσιάζουν την ίδια αναλογία. Κατά το πρώτο ήμισυ του 10ου αι., οι ηγέτες των φύλων αυτών εντάσσονται στο σύστημα της φεουδαρχικής αριστοκρατίας του Φραγκικού κράτους. Ως υπήκοοι του Φραγκικού κράτους αρχικά, του βασιλείου της Σαξονίας αργότερα και του νεότερου γερμανικού κράτους κατά τη σύγχρονη περίοδο, οι Σαραβοί επιβιώνουν γλωσσικά μέχρι σήμερα σαν μια μικρή νησίδα στη Ν. Σαξωνία.
 
Γ) Η σλαβική παρουσία στη σημερινή Ν. Αυστρία (Καρινθία) δεν γίνεται αντιληπτή σήμερα μόνον από το σλαβικό έτυμο της πόλης Graz, αλλά και από τη σλαβική διάλεκτο που ομιλείται ακόμη σε ορισμένες περιοχές.
 
Δ) Φτάνοντας, τώρα, στη σλαβική παρουσία στο μεσαιωνικό ελλαδικό χώρο θα πρέπει να επισημανθούν εδώ οι τυπολογικές αναλογίες με τα προηγούμενα δεδομένα, ότι δηλ.: α) Η ειρηνική διείσδυση και μόνιμη εγκατάσταση των Σλάβων γεωργών στον ελλαδικό χώρο ευνοείται από τη δημογραφική κατάσταση, στην οποία βρίσκεται το γηγενές στοιχείο και β) ότι τα σλαβικά φύλα, τα οποία συμβιώνουν με το γηγενή (ελληνόγλωσσο) πληθυσμό δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν κάποιο κρατικό μόρφωμα και εντάσσονται διοικητικά στο βυζαντινό σύστημα.
 
Οι εθνογενετικές διεργασίες που αρχίζουν να εκτυλίσσονται όταν, τον 6ο αι., τα σλαβικά φύλα εγκαταλείπουν την αρχική τους κοιτίδα στην Ουκρανία και κατά κύματα πλημμυρίζουν τον κεντρικό, το βόρειο και το νοτιανατολικό χώρο της ηπείρου μας, αποτελούν, αναμφίβολα, ένα αντικειμενικό δεδομένο με διαχρονικές και πανευρωπαϊκές συνέπειες. Τα σλαβικά φύλα, τα οποία εγκαθίστανται στις νέες τους πατρίδες θα αποτελέσουν, από την άλλη πλευρά, τον πυρήνα των επί μέρους σλαβικών εθνών, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Μια άλλη σημαντική έκφανση του φαινομένου, στο οποίο αναφερόμαστε σήμερα αποτελεί και η μακραίωνη συμβίωση των σλαβικών φύλων με γηγενή στοιχεία (τον γερμανόφωνο κόσμο στο Βορρά και τους ελληνόφωνους στο Νότο).
 
Αξίζει να αναφερθούμε και σε ένα ιστορικό δεδομένο που σημαδεύει, αφενός, τη γέννηση της γειτονικής μας τέως Γιουγκοσλαβίας και, αφετέρου, καταδεικνύει, αντικειμενικά πόσο επισφαλή είναι τα επιχειρήματα περί της δήθεν “μακεδονικής” εθνικής συνείδησης, τα οποία προβάλλονται κατά κόρον στις μέρες μας.
 
Όταν, το 1918, σχηματίσθηκε το “Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων”, παρέμειναν εκτός των βορείων του συνόρων εδάφη, τα οποία κατοικούνταν κατά πλειοψηφία από σλαβόφωνο πληθυσμό. Ειδικότερα: στη νοτιότερη επαρχία της Αυστρίας, την Καρινθία, που συνορεύει με τη Σλοβενία, υπερτερούσαν οι κάτοικοι με μητρική γλώσσα τη Σλοβένικη από εκείνους που μιλούσαν τη Γερμανική. Η σχέση αύτη ήταν, 2/3 χρήστες της Σλοβένικης έναντι 1/3 γερμανόφωνων.
 
Η γλωσσική αυτή πλειοψηφία δεν αντικατόπτριζε, όμως, και τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό των κατοίκων της νότιας αυτής αυστριακής επαρχίας, διότι, όταν στις 10.10.1920 κλήθηκαν (με ελεύθερο δημοψήφισμα) να αποφασίσουν, αν επιθυμούσαν να παραμείνει η Καρινθία στην επικράτεια της Αυστρίας ή να ενωθεί με το νεότευκτο κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, το αποτέλεσμα ήταν: 59% υπέρ της Αυστρίας και 41% υπέρ της Γιουγκοσλαβίας.
 
Το αντικειμενικό αυτό δεδομένο μας οδηγεί σε ένα πρώτο καίριο συμπέρασμα: ότι η εθνική συνείδηση του μεμονωμένου πολίτη κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο δεν υπαγορεύεται οπωσδήποτε από τη γλωσσική του προέλευση ή, με άλλα λόγια, ότι η γλωσσική ταυτότητα δεν είναι πάντοτε ταυτόσημη με την εθνική. Αν μεταφέρουμε το συμπέρασμα αυτό στη δική μας πραγματικότητα, θα αντιληφθούμε πληρέστερα πόσο έωλα είναι τα επιχειρήματα εκείνων, που (είτε βρίσκονται κοντά στα βόρεια σύνορα μας, είτε πιο μακριά, στη Δύση) “ανακαλύπτουν” καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες στο βόρειο ελληνικό χώρο.
 
Θα κλείσουμε με μια δεύτερη καίρια επισήμανση: η ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία, η μεσαιωνική ιστορία της Δυτ. Ευρώπης, σλαβολογία, επιστήμες που έχουν, όπως είναι φυσικό, βαθιές τις ρίζες στην ακαδημαϊκή παράδοση της Ευρώπης, δεν καλλιεργούνται συστηματικά στην Ελλάδα.
 
Δεν είναι ίσως του παρόντος να αναζητήσουμε τα αίτια για την ύπαρξη αυτών των άγραφων σελίδων στην ακαδημαϊκή μας ιστορία. Θα πρέπει, ωστόσο να τονίσουμε επιγραμματικά ότι: δύο είναι οι λόγοι που οδήγησαν την νεοελληνική έρευνα σε μια εσωστρεφή θεώρηση του παρελθόντος· θεώρηση, η οποία έχει τον αντίκτυπο της στο ευρύτερο κοινωνικό μας σύνολο, με διαστάσεις ιδιαίτερα ανησυχητικές στις μέρες μας. Ο γνωστός σε όλους μας Philip Fallmeraier κληροδότησε στην επιστήμη ενός νέου κράτους, που εμάχετο να εδραιώσει την υπόσταση του στη μεταναπολεόντειο Ευρώπη, ένα αμυντικό σύνδρομο, οι συνέπειες του οποίου είναι ακόμα ορατές στην αντιρρητική εν γένει τάση της ερευνητικής μας προσπάθειας.
 
Ο δεύτερος λόγος συναρτάται άμεσα από τη στάση των βορείων μας γειτόνων, οι οποίοι, εδώ και έναν και πλέον αιώνα, δεν περιορίστηκαν μόνο στο «ακαδημαϊκό» έργο, χαλκεύοντας τις ελληνικές πηγές και την ελληνική ιστορία, αλλά κατέδειξαν έμπρακτα δύο φορές κατά το πρόσφατο παρελθόν ότι είναι ικανοί να προχωρήσουν ακόμα και στη φυσική εξόντωση του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας, αλλά και να εξαφανίσουν τους πνευματικούς του θησαυρούς.
 
Οι δύο, λοιπόν αυτοί παράγοντες (το σύνδρομο του Fallmeraier και οι διαθέσεις των γειτόνων) αποτελούν και το ιστορικό αίτιο της μέχρι σήμερα απροθυμίας των ελλήνων ερευνητών να εγκύψουν στη μελέτη του σλαβικού κόσμου.

Έχω ανάγκη να σε καταλαβαίνω

Φτιάξε το σκηνικό στο κεφάλι σου. Βράδυ, είσαι σπίτι, έχεις πάρα πολλά στο κεφάλι σου. Τόσα που οι φωνές για το πόσα σκατά έμειναν και σήμερα ανεκπλήρωτα, σε τρώνε, σε κουφαίνουν. Κι εκεί, στέκεται ο άνθρωπός σου. Αμίλητος. Αλλού.    

Αυτό το «αλλού» είναι που τρώει τη σχέση, χειρότερα κι από σκουριά σε παλιοσίδερα αφημένα στη βροχή. Και ξέρεις τι συμβαίνει στο σίδερο όταν το καλύψει η σκουριά; Αρρωσταίνει. Μαλακώνει, γίνεται σκόνη αν πας, μόνο, να το ακουμπήσεις. Έτσι κι εκείνος. Αμίλητος, αλλού, αποσπασμένος από τα δικά του, τις φιλοδοξίες του, τα άγχη και τα δικά του σκατά. Λέξη καμία. Μόνο σιωπή.

Κι όταν επιτέλους σπάσει, όταν ειπωθεί αυτή η μια λέξη που ελπίζεις να κάνει τις φωνές σου να το βουλώσουν, είναι σα χάδι σε σάπιο σίδερο. Σε σπάει. Άτιμο πράγμα η ελπίδα, η προσδοκία. Εκεί που λες πως όλα τα έχεις πλέον κανονίσει, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα. Σχεδόν σε κοροϊδεύει, που τόλμησες, ανόητε, να παραβλέψεις την πραγματικότητα.

Πώς, όμως, πώς στ’ αλήθεια είναι δυνατόν να δείξεις κατανόηση; Αλήθεια ρωτάω, θέλω να μάθω. Θέλω να μάθω, πώς είναι να καταλαβαίνεις κάποιον, όταν ο ίδιος δεν μπορεί να κατανοήσει. Όταν ο ίδιος, είναι σαν να είναι κάποιος άλλος, όταν αυτός ο άνθρωπος που ήξερες τόσο καλά, καμιά φορά γίνεται τόσο ξένος.

Καλύτερα η σιωπή. Καλύτερα να μην ξέρεις, να πλανάσαι κι εσύ σε μια πραγματικότητα του κουτιού, φούσκα, που λένε. Μα το κακό με τις φούσκες είναι ότι είναι πιο ευαίσθητες κι από σάπια σίδερα. Κι όταν σκάσουν, γιατί θα σκάσουν κάποια στιγμή, αφήνουν μόνο κάτι σταγονίτσες, να σου θυμίζουν ότι κάποτε υπήρξαν. Δεν ξέρω πώς να καταλαβαίνω, πώς να είμαι ο ανώτερος άνθρωπος, πώς αντέχεται η υπομονή.

Γιατί το αστείο με την κυρία από πάνω, είναι ότι δεν αρκεί απλά να κάνεις υπομονή. Πρέπει να καταλαβαίνεις το λόγο, να τον αναγνωρίζεις και να τον αγαπάς. Να αγαπάς το λόγο. Μόνο έτσι μπορείς να ελπίζεις ότι κάτι θα αλλάξει και πως, τελικά, μπορείς να το πεις και να το πιστέψεις, πως ο άνθρωπός σου, είναι πραγματικά δικός σου, γιατί τον σέβεσαι και τον δέχεσαι ολόκληρο, χωρίς σκουριές, χωρίς φούσκες.

Πόσο δύσκολο είναι στ’ αλήθεια, να αγαπάς, χωρίς να περιμένεις ν’ αγαπηθείς; Κι όταν όλες οι φωνές στο κεφάλι σου δε λένε να το βουλώσουν, πώς κάνεις χώρο για να σωπάσεις τις δικές του; Πώς γίνεσαι, πραγματικά, αυτό που ο άλλος χρειάζεται;

Πολλές φορές έχω κάνει υπομονή. Τελικά κατάλαβα, ότι αυτό νόμιζα. Γιατί η μαγκιά με την υπομονή, είναι να μην το ξέρεις. Να μην αναγνωρίσεις τι ακριβώς κάνεις, να σου βγάινει αβίαστα, φυσικά, να ρέει από μέσα σου γιατί δε γίνεται αλλιώς. Να είναι η ηρεμία του ανθρώπου σου, προϋπόθεση για τη δική σου και οι φωνές σας να μιλούν την ίδια γλώσσα.

Δεν σε καταλαβαίνω και λυπάμαι, γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις κι εσύ κάποτε να με καταλάβεις. Θέλω να μπορώ να δρω για μένα, με στόχο εσένα. Να είσαι εσύ ο άξονας, μα εγώ η αφετηρία. Πώς, γαμώτο, θα μπορέσουμε κάποτε να αγαπάμε με ειρήνη μέσα μας;

Δεν ξέρω, ήταν άλλη μια μέρα που απέτυχα. Ίσως αύριο. Ίσως το μυστικό, είναι να μη σταματάς ποτέ να προσπαθείς. Το νερό, πάντα νερό θα είναι, και πάντα θα προσπαθεί να σκουριάσει το σίδερο. Ίσως αυτό που πρέπει επιτέλους να μάθουμε οι άνθρωποι, είναι πως η βροχή δε σταματιέται. Πρέπει κάθε φορά, να το σκουπίζεις από την αρχή, μέχρι να στεγνώσει και να ξαναβραχεί. Και πάλι από την αρχή. Αντέχεις;

Θύμα γίνεσαι, δε γεννιέσαι

Κάθε μέρα θα συναντήσεις ανθρώπους που κάπου, κάποτε, έπεσαν θύμα κάποιου άλλου ατόμου. Άνθρωποι που έχουν πληγωθεί, άτομα τα οποία θεωρούν πως σ’ όποιον και να στραφούν θα τους προδώσει ,θα τους καταστρέψει τη ζωή και την εξελικτική τους πραγματικότητα, μπορεί και να αφανιστεί ο λόγος ύπαρξης τους και άλλα τέτοια υπερβολικά.

Αλήθεια πόσο ελπιδοφόρο μπορεί να είναι το ότι τρεις στους πέντε έχουν τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση και πιστεύουν ότι η ζωή τους είναι τόσο χάλια και χωρίς ελπίδα που ακόμη και τους καλύτερους ανθρώπους να έχουν δίπλα τους, θεωρούν πως πάλι θα τους χαλιναγωγήσουν; Δυστυχώς, κάνοντας ένα γρήγορο απολογισμό, επιβεβαιώνουμε τα παραπάνω, συνειδητοποιώντας πως όντως έτσι έχουν τα πράγματα.

Το θέμα χρήζει αναλύσεως, ας μιλήσουμε ανοιχτά, για να είσαι σε μια μόνιμη κατάσταση θύματος πρέπει να έχεις δώσει κάποια αντίστοιχα δικαιώματα. Οι επιλογές, ίσως, που έχεις κάνει μέχρι τώρα, δίνουν τα εναύσματα στους άλλους να σε χειραγωγήσουν και να σε χρησιμοποιήσουν ανάλογα με τις ανάγκες τους. Προφανώς δεν αποφάσισε κανείς πως τη ζωή σου θα την περάσεις μέσα στη μαυρίλα επειδή αξίζεις όλα τα κακά του κόσμου. Εντάξει, μικρό ποσοστό μπορεί να πάρει κι ο παράγοντας «τύχη» αλλά όχι όσο πιστεύεις.

Αρχικά, ας σταματήσουμε επιτέλους να ρίχνουμε ευθύνες μόνο στους θύτες. Δεν είναι υπεύθυνοι μόνο αυτοί. Αν θεωρείς τον εαυτό σου θύμα, που το κάνεις, σκέψου τι δικαιώματα έχεις δώσεις στους γύρω σου που σε έχουν εκμεταλλευτεί. Μήπως ανοίγεσαι ανεξέλεγκτα σε άτομα που εν τέλει, δεν το αξίζουν; Μήπως η κρίση που έχεις για τους ανθρώπους δεν είναι τόσο ώριμη όσο νομίζεις;

Θα πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσεις να κατηγορείς τους άλλους για ό,τι σου συμβαίνει. Μη ξεχνάς, υπαίτιοι των πράξεων μας είμαστε εμείς. Έτσι και αλλιώς, κανένας δεν είναι απόλυτα αθώος κι απόλυτα τέλειος. Γιατί κι εσύ έχεις κοροϊδέψει κι εσύ έχεις πει ψέματα κι έχεις επιτηδευμένα ξεφύγει από καταστάσεις που δε γούσταρες. Είτε έχει να κάνει με μία βαρετή αγγαρεία στη δουλειά ή τη σχολή που δεν είχες καμία όρεξη να κάνεις, είτε επειδή η Ρίτσα σ’ έχει πρήξει να βγείτε με το Φοίβο που θεωρείς τελείως γλοιώδη αλλά δε θες ταυτόχρονα να εκθέσεις τη φίλη σου, είτε γιατί ξέρεις πως ο αδερφός του Τάσου ίσως να είναι κάποια ξεχασμένη έκδοση του Homo Habilis και πρέπει να τον τρως στη μάπα κάθε φορά που θες να πας για μπιρόνια με τον κολλητό.

Είναι αλήθεια πως κανείς δεν είναι τόσο αθώος και τόσο θύμα όσο το παρουσιάζει γιατί, για να βρίσκεσαι στη θέση του θύματος, αναμφίβολα πρέπει να έχεις κάνει πέρασμα από το θρόνο του θύτη. Έλα τώρα, παραδέξου το, μη κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Τουλάχιστον μία φορά, έχεις κάνει όλα όσα αναφέρθηκαν. Δεν έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα πως ό,τι κι αν κάνεις σ’ αυτή τη ζωή θα σου γυρίσει πίσω; Αλλά μήπως, λέω μήπως, τελικά, είμαστε έστω και υποσυνείδητα υπαίτιοι των πράξεών μας ;

Σε αυτό το σημείο να πούμε πως δεν πρέπει να είσαι απόλυτος με αυτά που προαναφέρθηκαν, σαφώς και πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο. Της τάξεως του ότι δεν υπάρχει μόνο μια πλευρά σε ένα νόμισμα. Είναι κι αυτοί που ζουν με τον πόνο και την ταλαιπωρία του άλλου. Άτομα τα οποία γουστάρουν, ίσως και πέραν του φυσιολογικού, να τάζουν τον ουρανό με τ’ άστρα προκειμένου -σε δεύτερο χρόνο- να κάνουν τον απέναντί τους να πονέσει. Δεδομένο θεωρείται πως δεν υφίσταται καμία αναφορά σε τέτοιου είδους ανθρώπους.

Αντίθετα, όσο αναφερόμαστε σε εσένα –κατά τα’ άλλα- νορμάλ άνθρωπο, κακό δεν είναι να κάτσεις να σκεφτείς κάποια πράγματα μόνος σου με τον εαυτό σου. Τι έχεις κάνει πραγματικά για να βγάλεις τη ταμπέλα του θύματος από πάνω σου; Μήπως τίποτα απολύτως; Μήπως έχεις συνηθίσει να βρίσκεσαι βαθιά μέσα σε αυτό το χάος γιατί σου είναι πιο εύκολο να κατηγορείς τους άλλους; Μήπως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσεις αυτό που είσαι, τις πράξεις σου και κατ΄ επέκταση το επίπεδο της ζωής που τα παραπάνω σε έχουν φτάσει;

Σε έναν ουτοπικό κόσμο, όπου το ψέμα και η προδοσία θα ήταν άγνωστες έννοιες, δε θα ήσουν θύμα. Θα ήσουν φεγγάρι που θα συνόδευε τις νύχτες των όμορφων και καλοσυνάτων ανθρώπων. Αλλά δεν ζούμε σε ουτοπικό κόσμο και δεν είσαι φεγγάρι, ούτε αθώος, ούτε θύμα. Είσαι εσύ, με τις πράξεις και τις επιλογές σου. Αγάπησέ τις.

Ο έρωτας είναι σαν τη βροχή

1. Lust / Πόθος.
Αναμφίβολα το πρώτο σημάδι του έρωτα είναι ο πόθος. Η έντονη σεξουαλική επιθυμία. Είναι το σημείο που νομίζεις ότι έχεις βρει κάτι ή κάποιον που είναι καλύτερος από όλα και από όλους. Είναι ομορφότερος, εξυπνότερος, σοφότερος. Ερμηνεύεις όλα τα χαρακτηριστικά του σε υπερθετικό βαθμό. Κάπως έτσι συμβαίνει και με την πρώτη δυνατή βροχή μετά από έναν παρατεταμένο καύσωνα, ένα μακρύ και ζεστό καλοκαίρι. Κάθε πρώτη δυνατή βροχή της εποχής νιώθεις ότι σε πλένει, σε καθαρίζει. Σε κάνει να τα βλέπεις όλα καινούργια, καλύτερα και ομορφότερα. Θέλεις να βγεις έξω να βραχείς. Θέλεις να νιώσεις την έντασή της.
 
2. Euphoria / Ευφορία.
Είσαι στο στάδιο που νιώθεις high. Το χαμόγελο είναι αποτυπωμένο στο πρόσωπό σου μονίμως. Περπατάς στο δρόμο και όλα σου φαίνονται ευχάριστα. Όσο κουρασμένος και να είσαι σωματικά, νιώθεις μια απέραντη και ακατάπαυστη δύναμη. Μένεις ξύπνιος σχεδόν 20 ώρες την ημέρα γιατί θέλεις να ζήσεις κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές προκαλούν και αυτές αυτό το συναίσθημα της ευφορίας. Κοιτάς high στον ουρανό και μέσα από τη μουντάδα και τα σύννεφα βρίσκεις αυτό το κρυμμένο συναίσθημα της χαράς, την απεραντοσύνη της καλής διάθεσης και της όρεξης για νέες περιπέτειες.
 
3.  Fear / Φόβος.
Κάπου εδώ ξεκινούν τα ερωτήματα, οι αμφιβολίες, οι ανασφάλειες και η ζήλεια. Σε μια λέξη; Ο Φόβος. Ο φόβος μην χάσουμε το έτερον ήμισυ. Μετά από ένα διάστημα, όπως και στις ερωτικές σχέσεις, έτσι και με τη βροχή, προκαλείται το συναίσθημα του φόβου. Η πλημμύρα της βροχής και ο χείμαρρος του νερού σε κάνει να φοβάσαι μην σε πάρει μακριά και σε πνίξει κατά τη διάρκεια αυτής της δυνατής ροής.
 
4. Disgust / Απέχθεια.
Μετά το φόβο, τη σύγκρουση και το δηλητήριο της αμφιβολίας νιώθεις την απέχθεια. Την αποστροφή. Θέλεις να απέχεις από κάθε τι που σου θυμίζει την ιστορία αυτή που σου προκάλεσε όλα τα παραπάνω. Αναρωτιέσαι αν όντως συμμετείχες σε αυτό το λούνα παρκ συναισθημάτων ή αν ήταν ιδέα σου. Και αν τα ένιωσες όντως ρωτάς συνέχεια τον εαυτό σου «Γιατί; Υπήρχε λόγος;». Θέλεις αυτός ο κρύος χειμώνας και η δυνατή νεροποντή να τελειώσει και να ξεπροβάλουν οι πρώτες ηλιαχτίδες. Αρχίζεις και νιώθεις αηδία βλέποντας τα πάντα βρεγμένα και αδημονείς για το ουράνιο τόξο. Για το ουράνιο τόξο που θα δεις, αρκεί να έχεις υπομονή.
 
5. Truth / Αλήθεια.
Μετά τα ξεσπάσματα και τα σκαμπανεβάσματα, προκύπτει η ηρεμία της αλήθειας. Και η αλήθεια είναι η αποδοχή όλων των παραπάνω. Το ότι μαθαίνεις να ζεις από αυτά και με αυτά. Τα αποδέχεσαι σαν κομμάτι του εαυτού σου. Και αυτή είναι η Αλήθεια. Και όσο δεν το μετανιώνεις, τόσο πιο αληθινό είναι. Και η βροχή αληθινή είναι. Πολλές φορές δεν το πιστεύεις πόσο δυνατή είναι μέχρι που βγαίνεις έξω και την νιώθεις να πέφτει πάνω σου, στο πρόσωπό σου, στο σώμα σου, σε όλο σου το είναι. Και όσο και να βραχείς δεν σε πειράζει. Γιατί αυτό που ζεις είναι αληθινό.
 
6. Το τέλος / The finale.
Ε, αυτό είναι ο Έρωτας. Απαιτητικός, σκληρός, άδικος, δίκαιος, ανατρεπτικός, θρεπτικός, δύσκολος, εύκολος, τραχύς, οξύμωρος, αντιφατικός, όμορφος, αληθινός…αλλά και…αναγκαίος. Τον έχουμε ανάγκη για να συνειδητοποιούμε ότι ΖούμεΧωρίς νερό ζεις…;

Μήπως φταίμε εμείς για όσα αρνητικά μας συμβαίνουν;

Ο εγκέφαλός σου «ακούει» και «εκτελεί»!

«Αύριο με περιμένει πολύ δύσκολη μέρα». «Κάθε φορά που κανονίζω να φύγω για διακοπές, όλο και κάτι θα πάει στραβά». «Ποτέ δεν καταφέρνω να είμαι στην ώρα μου στα ραντεβού μου». Πόσοι από εμάς δεν κάνουν τέτοιες αρνητικές σκέψεις; Και σε πόσους από εμάς δεν έχει τύχει αυτό ακριβώς το αρνητικό που σκεφτόμαστε να συμβεί, επιβεβαιώνοντάς μας ότι καλά κάνουμε και βλέπουμε τα πράγματα… γκρίζα;

Η επιστημονική κοινότητα έρχεται να επιβεβαιώσει πως, πράγματι, όσο σκεφτόμαστε αρνητικά τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να δούμε αυτές τις αρνητικές σκέψεις να επαληθεύονται.

Nocebo: το ύπουλο δίδυμο αδερφάκι του placebo
Εδώ και δεκαετίες ακούμε για το φαινόμενο placebo: συμμετέχοντες σε επιστημονικές έρευνες οι οποίοι παίρνουν ένα ψευδοφάρμακο παρουσιάζουν την ίδια βελτίωση με όσους λαμβάνουν την κανονική φαρμακευτική αγωγή που ερευνάται κάθε φορά. Ασθενείς που στο πλαίσιο μιας έρευνας πιστεύουν πως έχουν υποβληθεί σε εγχείρηση, αλλά στους οποίους δεν έχει γίνει παρά μόνο μια τομή ώστε να νομίζουν πως πράγματι έχουν χειρουργηθεί, αρχίζουν να συνέρχονται από χρόνια προβλήματα.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι επιστήμονες εντόπισαν και το ύπουλο δίδυμο αδερφάκι του placebo, το nocebo (νοσίμπο). Αν το placebo μάς βοηθάει να νιώσουμε καλύτερα ενεργοποιώντας τις ανάλογες περιοχές του εγκεφάλου μας με τη σκέψη μας, το nocebo δρα με τον ίδιο τρόπο, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση: νιώθουμε χειρότερα γιατί πιστεύουμε ότι θα νιώσουμε χειρότερα. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα και όσοι από τους συμμετέχοντες σε μια έρευνα δεν έχουν πάρει καμία φαρμακευτική αγωγή πέρα από ζαχαρόνερο, εμφανίζουν τις παρενέργειες που εκδηλώνουν και εκείνοι στους οποίους δίνεται το φάρμακο που βρίσκεται υπό μελέτη. Μόνο και μόνο επειδή οι υπεύθυνοι της έρευνας τους είπαν πως το υπό δοκιμή φάρμακο (το οποίο όμως ποτέ δεν έλαβαν στην πραγματικότητα) ενδέχεται να τους προκαλέσει πονοκέφαλο, ναυτία, κ.λπ…

Σκέφτομαι τι σκέφτομαι
Μπορεί οι New Age θεωρίες, όπως αυτή του νόμου της έλξης που περιγράφεται στο βιβλίο «Το Μυστικό» της Ρόντα Μπερνς (εκδ. Λιβάνη), να μας κάνουν να σηκώνουμε με δυσπιστία το φρύδι. Μπορεί η όλη φιλοσοφία «της θετικής ενέργειας» να μας φαίνεται αφελής, ίσως και ουτοπική. Αν όμως ακόμα και οι επιστήμονες -που κατά κανόνα βλέπουν με σκεπτικισμό ό,τι δεν φαίνεται στο μικροσκόπιο ή στα στατιστικά των ερευνών- έχουν αποδεχτεί τη δύναμη που ασκούν επάνω μας οι σκέψεις μας, τότε μήπως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε σοβαρά… τι σκεφτόμαστε; Και μήπως αν πράγματι αλλάζοντας τις σκέψεις μας από αρνητικές σε θετικές, μπορούμε να αλλάξουμε προς το καλύτερο την καθημερινότητά μας;

Πιάσε με αν μπορείς
Επειδή τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβανόμαστε καν ότι σκεφτόμαστε αρνητικά, ένα γρήγορο τεστ για να εντοπίσουμε αν κάνουμε αρνητικές σκέψεις είναι να εξετάσουμε το πώς αισθανόμαστε. Αν, για παράδειγμα, ξαφνικά νιώσουμε άσχημα χωρίς καν να έχουμε δει ή ακούσει κάτι που θα μπορούσε να μας στεναχωρήσει, το πιθανότερο είναι πίσω από το συναίσθημα που βιώσαμε να κρύβεται μια αρνητική σκέψη. Από τη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι στο θέατρο του νου μας οι ηθοποιοί δεν είναι και τόσο… λαμπεροί, έχουμε κάνει και το πιο σημαντικό βήμα ώστε να ξαναστήσουμε την παράσταση από την αρχή, όπως θέλουμε εμείς. Να, λοιπόν, μερικά από τα πρώτα βήματα που χρειάζεται να κάνουμε αν θέλουμε να αποβάλλουμε τις αρνητικές σκέψεις:

1. Δες αν θέλεις. Πραγματικά.
Ξαναδιάβασε την προηγούμενη φράση, γιατί η λέξη-κλειδί είναι το αν «θέλουμε». Καμία συνήθεια δεν κόβεται εύκολα και το ίδιο ισχύει για τις πεποιθήσεις που έχουμε χτίσει σαν από τσιμέντο για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας. Μπορεί να μην είναι ευχάριστο να σκέφτεσαι ότι πάντα «την πατάς, γιατί δίνεις σε φίλους, συνεργάτες και συντρόφους περισσότερα από ό,τι αξίζουν», αλλά αν έχεις μάθει να λειτουργείς έτσι, είναι πιο εύκολο να συνεχίσεις στο ίδιο μοτίβο από το να αλλάξεις.

2. Αντικατάστησέ τες.
Αν καταλάβεις ότι σκέφτεσαι συχνά υποτιμητικά για τον εαυτό σου, γράψε σε ένα χαρτί την αντίθετη δήλωση. Για παράδειγμα, αν πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται «Είμαι πάντα αναβλητική και γι’ αυτό δεν προλαβαίνω ποτέ τις προθεσμίες στη δουλειά», γράψε «Είμαι συνεπής και οργανώνω με αποτελεσματικότητα το χρόνο μου». Κόλλησε το χαρτί στον καθρέφτη της τουαλέτας ή στο ψυγείο ώστε να το βλέπεις και να το διαβάζεις κάθε μέρα. Μπορεί να σου φανεί περίεργο, το πιθανότερο είναι να νιώθεις αμήχανα τις πρώτες φορές που θα το διαβάζεις, αλλά ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς κάτι παλιό είναι να βάλεις στη θέση του κάτι νέο.

3. Κόψε τη συζήτηση.
Κάθε σκέψη πυροδοτεί μια άλλη και πριν το καταλάβουμε, στο μυαλό μας έχει εξελιχθεί ένα ολόκληρο σενάριο. Αν η αρχική σκέψη είναι αρνητική, η ταινία που θα παίζει στο μυαλό μας αποκλείεται να έχει happy end. Πάτησε pause και σκέψου κάτι άλλο.

4. Φτιάξε στοκ… από όμορφες εικόνες.
Οι όμορφες εικόνες δημιουργούν και όμορφες σκέψεις. Ψάξε στο pinterest για φωτογραφίες που σε κάνουν να νιώθεις καλά, άλλαξε το background του υπολογιστή σου με μια αισιόδοξη εικόνα, βάλε ένα λουλούδι στο γραφείο ή την κουζίνα.

5. Κάνε ένα βήμα τη φορά.
Πράγματι υπάρχει κάποιος λόγος που πιστεύεις πως χάνεις την ψυχραιμία σου όταν κάποιος σε αδικεί. Αλλά σε πρώτη φάση, αρκέσου στο να αναγνωρίσεις πως νιώθεις αδικία όποτε συμβαίνει αυτό. Στη συνέχεια θα αρχίσεις να εντοπίζεις πότε αντιδράς με αυτό τον τρόπο και, έπειτα, γιατί. Αλλά το πρώτο βήμα είναι να δεις τι σκέφτεσαι. Τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους…

Δελφοί: Ένα μέρος αναγέννησης. Όταν η μαγεία του παρελθόντος συναντάει το σήμερα

Το ιερό των Δελφών αποτελεί έναν από τους πιο διάσημους αρχαίους ναούς του κόσμου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, το ότι οι Δελφοί έχουν αποκτήσει το προσωνύμιο «Ομφαλός της Γης».

Σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Δίας απελευθέρωσε δύο αετούς, τον έναν από την Ανατολή και τον άλλον από τη Δύση, εκείνοι συναντήθηκαν στους Δελφούς, μέρος που θεωρήθηκε το κέντρο του κόσμου. Άλλωστε και το όνομα Δελφοί (Δελφύς – η αρχαιοελληνική ονομασία του χώρου) σημαίνει «μήτρα, κοιλιά» – λόγω του σχήματος του χώρου ή επειδή εκεί λατρευόταν κατά τη μυκηναϊκή εποχή η μητέρα – θεά Γη.

Ήταν το σημαντικότερο μαντείο της αρχαιότητας, όπου η Πυθία, μασώντας φύλλα δάφνης έδινε τους χρησμούς της στους πιστούς. Ήταν αφιερωμένο στον θεό Ήλιο – Απόλλωνα, ο οποίος αφού σκότωσε τον δράκο Πύθωνα με το τόξο του, επέβαλε τη λατρεία του στην περιοχή.

Ο ναός των Δελφών βρίσκεται στους πρόποδες του Παρνασσού πάνω από την πόλη και μακριά από την ακτή. Το Μαντείο των Δελφών ήταν γνωστό σε όλη τη γη και αποτελούσε ένα ιερό μέρος το οποίο επισκέπτονταν οι άνθρωποι για να πάρουν τον πολυπόθητο χρησμό και να λύσουν τα προβλήματά τους.

Ο τρόπος με τον οποίο η Πυθία, η Ιέρεια του Μαντείου των Δελφών επίλυε τα προβλήματά τους δεν είναι πλήρως γνωστός (η εκάστοτε Πρωθιέρεια του Απόλλωνος στο μαντείο των Δελφών, μέσω της οποίας ο θεός έδινε τους χρησμούς του. Οι αρχαίοι συνέδεαν το όνομα Πυθία με το ρήμα πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω κάτι, πληροφορούμαι, αλλά και με το ρήμα πύθομαι = σαπίζω, επειδή εκεί αποσυντέθηκε ο Πύθων που φόνευσε ο Απόλλων).

Οι αιτούντες τον χρησμό – «θεοπρόποι» – που επισκέπτονταν το ναό, πρώτα έπρεπε να περάσουν μία τελετή καθαρισμού (κάθαρσις). Στη συνέχεια, ενδύονταν με έναν λευκό χιτώνα ενώ τους φορούσαν πολλά αρωματικά λουλούδια. Μόνο τότε θα μπορούσαν να μπουν στο ναό. Πάντα εισέρχονταν μόνοι. Σύντομα, μετά την είσοδό τους, έπεφταν σε κατάσταση ύπνωσης στην οποία θα έπαιρναν την απάντηση που έψαχναν από την Ιέρεια.

Όταν το άτομο έβγαινε από το ναό, δεν μπορούσε να θυμηθεί σχεδόν τίποτα από αυτό που συνέβη. Το μόνο που είχαν, ήταν κάποιες θολές εικόνες και αποτυπώσεις. Αλλά γι’ αυτό που ήταν σίγουροι, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν το γιατί, ήταν ότι είχαν λύση στο πρόβλημά τους. Η λύση δεν ήταν πάντα κάτι απλό.

Κάποιες φορές σήμαινε ότι έπρεπε να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους ή να αναλάβουν την ευθύνη για κάτι. Αλλά ό,τι κι αν ήταν, το άτομο γνώριζε βαθιά ότι αυτή ήταν η λύση, αλλά μια λύση υπό όρους. Θα αποτελούσε λύση μόνο αν έκαναν πράξη την καθοδήγηση που είχαν πάρει.

Οι αναζητητές του Μαντείου των Δελφών συχνά δεν μπορούσαν να θυμηθούν τις οδηγίες που είχαν πάρει, δεδομένου ότι τους δόθηκαν σε κατάσταση ύπνωσης. Αλλά το υποσυνείδητό τους γνώριζε τι χρειαζόταν να κάνουν, και όσο το υποσυνείδητό τους ήταν διατεθειμένο να λάβει υπόψη τις οδηγίες του Μαντείου, τότε η λύση του προβλήματός τους ήταν βέβαιη.

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το Μαντείο των Δελφών είχε τόσο μεγάλη φήμη και αναγνώριση. Οι άνθρωποι ήθελαν σαφώς μια λύση στο πρόβλημά τους: τόσο συνειδητά όσο και υποσυνείδητα. Ποιος άλλωστε θέλει να κουβαλάει ένα βάρος για μεγάλη χρονική περίοδο; Ποιος θέλει να κάνει τη ζωή τόσο καταθλιπτική για τον εαυτό του;

Οι άνθρωποι θέλουν να πετάξουν αυτά τα βάρη. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να είναι καταθλιπτικοί. Αντίθετα, οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και θέλουν να ζήσουν μία ζωή γεμάτη νόημα! Άλλωστε, με το τρίπτυχο του «γνώθι σαυτόν», του «μηδέν άγαν» και του «μέτρον άριστον» που βρίσκονταν γραμμένα στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, ο Απόλλων καθοδηγεί την υγεία μας και μας αποκαλύπτει τον τρόπο της αυτο – θεραπείας.

Όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα το οποίο δεν αντιμετωπίζεται,, τότε υπάρχει ανησυχία. Ως άνθρωποι έχουμε την τάση να κάνουμε δικά μας πολλές φορές και βάρη άλλων ανθρώπων. Καθώς επιφορτιζόμαστε με προβλήματα, αυτά μετατρέπονται σε βουνά πίεσης τα οποία μας ακινητοποιούν. Όλα τα προβλήματα γίνονται μεγάλα προβλήματα. Όλες οι ανησυχίες γίνονται μεγάλες ανησυχίες. Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Και ένας από τους σκοπούς του Μαντείου των Δελφών ήταν να φέρει μία καινούργια προοπτική στο άτομο.

Για το σύγχρονο ταξιδιώτη, οι Δελφοί συνεχίζουν να αποπνέουν ένα μυστήριο αλλά και ένα δέος που αγγίζει τόσο πολύ την ψυχή, που ακόμη και μία μόνο επίσκεψη αρκεί για να χαραχτεί η εμπειρία ανεξίτηλη στη μνήμη.

Φταίτε πράγματι εσείς [οι πολίτες]

Φταίτε πράγματι εσείς [οι πολίτες]. Επειδή συνηθίζετε να είστε θεατές των λόγων και ακροατές των έργων. Βλέπετε το μέλλον μέσα από τα ωραία λόγια των ρητόρων, όπως κρίνετε και τα όσα έχουν επισυμβεί βασιζόμενοι στα ρητορικά σχήματα άλλων και όχι στα δικά σας βιώματα.

Κανένας δεν σας ξεπερνά στην αδυναμία ν’ αφήνεστε να σας εμπαίζουν με λόγια καινοφανή, καθόσον τη δοκιμασμένη επιχειρηματολογία δεν την αποδέχεστε, περιφρονείτε ό,τι είναι τετριμμένο, και παρασύρεστε από κάθε παραδοξολογία.

Καθένας σας θέλει πάνω απ’ όλα ν’ αγορεύει, κι αν δεν είναι σε θέση να το κάνει, συναγωνίζεται τους ρήτορες προκειμένου ν’ αποδείξει πως δεν υστερεί κι έχει σκεφτεί πρώτος τις απόψεις που εκείνοι διατυπώνουν. Ενώ όμως πρόθυμα εγκωμιάζετε εκ των προτέρων τον κάθε δεινό ομιλητή, μόνον εκ των υστέρων διακρίνετε τις συνέπειες των όσων λέγουν.

Κι ενώ αξιώνετε έναν κόσμο διαφορετικό, αδυνατείτε να κρίνετε σωστά όσα βρίσκονται πέρα απ’ τη μύτη σας. Κοντολογίς, εγκαταλείπεστε στην ακουστική απόλαυση και μοιάζετε μάλλον με ακροατές μιας αντιπαράθεσης σοφιστών παρά με πολίτες που αντιμετωπίζουν τα κρίσιμα ζητήματα της χώρας τους. (Γ’, 38)

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θέσθαι τον νόμον

Η ανόητη πολιτική γίνεται αιτία πολλών δεινών για τη δημοκρατία.

Πως καταλύεται η δημοκρατία; Ουδείς τολμάει να σας μιλήσει καθαρά. Εγώ, όμως, θα μιλήσω: Όταν βρίσκεστε σε σύγχυση, άποροι, άοπλοι, ασύντακτοι και διχασμένοι, χωρίς ούτε στρατηγός ούτε άλλος να φροντίζει για να υλοποιούνται οι αποφάσεις σας, κι όταν όλα αυτά κανείς δεν θέλει να τα πει ανοιχτά ούτε να τα διορθώσει, μήδε κάνει κάτι για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση – όπως κατ’ εξακολούθησιν γίνεται σήμερα –, τότε, Αθηναίοι, καταλύεται η δημοκρατία.

Ποια είναι η δύναμη των νόμων; Άραγε, αν κάποιος που αδικείται φωνάξει βοήθεια, οι νόμοι θα τρέξουν να τον βοηθήσουν; Όχι βέβαια. Οι νόμοι δεν είναι παρά γραπτά κείμενα, δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Πού έγκειται, λοιπόν, η δύναμή τους; Σ’ εσάς τους ίδιους και μόνο – αρκεί να τους διατηρείτε πάντα σεβαστούς και απαράβατους για όποιον έχει ανάγκη να τους επικαλεσθεί.

Συνεπώς, από εσάς αντλούν την δύναμή τους οι νόμοι κι εσείς από τους νόμους. Πρέπει λοιπόν να τους βοηθάτε όπως ο αδικούμενος υπερασπίζεται τον εαυτό του, και να θεωρείτε ότι οι καταπατήσεις των νόμων, απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονται, αποτελούν αδικήματα σε βάρος του συνόλου των πολιτών. Δεν νοείται ούτε έλεος ούτε προσωπική επιρροή ούτε τέχνασμα προκειμένου να μην τιμωρηθεί όποιος παραβαίνει τους νόμους.

Όλοι πρέπει να εξοργίζεσθε εξίσου αναλογιζόμενοι και βλέποντας ότι πολύ εύκολα κινδυνεύουν να κακοποιηθούν οι πιο φτωχοί και αδύναμοι πολίτες, ενώ οι βδελυροί και πλούσιοι να αδικοπραγούν ατιμωρητί και να εξαγοράζουν πρόσωπα για να εκβιάζουν καταστάσεις. Παρόμοιες συμπεριφορές δεν πρέπει να παραβλέπονται. Κι όποιος με απειλές και εκφοβισμούς γυρεύει να αποτρέψει την τιμωρία του για κάποιο αδίκημα που προκάλεσε σε βάρος άλλου, στην ουσία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αφαιρεί το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της ελεύθερης συμμετοχής στα κοινά.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

Η χρησιμότητα των διεφθαρμένων και των τεράτων

Είναι βέβαιο ότι όσο λιγότερες είναι οι επιθυμίες κάποιου τόσο λιγότερο ορέγεται πράγματα και τόσο πιο καλά τα ‘χει με τον εαυτό του. Όσο πιο ενεργός είναι εξυπηρετώντας τις δικές του ανάγκες τόσο λιγότερο χρειάζεται να τον υπηρετούν, κι όσο πιο αγαπητός είναι τόσο λιγότερο οχληρός θα είναι σε μία οικογένεια. Όσο περισσότερο αγαπά την ειρηνική ζωή και την ομόνοια τόσο πιο ελεήμων είναι προς τον πλησίον του, κι όσο περισσότερο διακρίνεται από αληθινή αρετή, στον ίδιο βαθμό αναμφίβολα είναι αποδεκτός από τον Θεό και τους ανθρώπους.

Αλλά ας είμαστε αντικειμενικοί, σε τι ωφελούν όλα τούτα, πώς μπορούν να συμβάλουν στον πλούτο, τη δόξα και το μεγαλείο των εθνών; Είναι ο φιλήδονος αυλικός του οποίου η χλιδή δεν έχει όρια, είναι ο ακόλαστος που επινοεί νέες μόδες κάθε βδομάδα, είναι η υπεροπτική δούκισσα που με την ακολουθία, τις δεξιώσεις και την όλη συμπεριφορά της προσπαθεί να παραστήσει την πριγκίπισσα, είναι ο ανήθικος άσωτος κι ο σπάταλος κληρονόμος αυτοί που πετάνε τα χρήματά τους δίχως μυαλό και κρίση, που αγοράζουν ό,τι βλέπουνε μπροστά τους για να το καταστρέψουν ή να το δώσουν την επομένη, είναι ο άπληστος και δόλιος ουτιδανός που έφτιαξε την περιουσία του εξαπατώντας χήρες κι ορφανά αυτός που κληροδοτεί τα χρήματά του σε άσωτους να τα δαπανούν.

Ιδού ποιοι αποτελούν την κατάλληλη λεία και τροφή για έναν Λεβιάθαν στην πλήρη του άνθηση. Με άλλα λόγια, η ολέθρια κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων είναι τέτοια που μας κάνει να έχουμε ανάγκη τους διεφθαρμένους και τα τέρατα για να επιτελούν τις διάφορες εργασίες τις οποίες η ανθρώπινη δεξιότητα είναι ικανή να επινοήσει προκειμένου να προμηθεύσει ένα μέσο έντιμης επιβίωσης στις πλατιές μάζες των φτωχών εργαζομένων που είναι απαραίτητοι για τη σύσταση μιας μεγάλης κοινωνίας. Θα ήταν τρελό να φανταστεί κανείς ότι τα μεγάλα και πλούσια έθνη μπορούν να υφίστανται και να είναι συγχρόνως ισχυρά και πολιτισμένα με διαφορετικό τρόπο.

BERNARD MANDEVILLE, Περί της φύσης της κοινωνίας

Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες

Ένας λαός ευχαριστημένος, ένας λαός χαρούμενος, είναι διά τον ενάρετον άνθρωπον το πουλιό ευχάριστο θέαμα. Μα όταν βλέπη κανείς πως η χαρά εκείνη θ’ ακολουθηθή γλήγορα από γενική βλάβη του λαού του ίδιου, επειδή ‘μιάζει καθ’ όλα με τη χαρά του νήπιου όταν χαίρεται πως έπιασε και κρατεί το φίδι, τι πονόκαρδο δεν κάνει μία τέτοια χαρά!

Μία μασκαράδα εγίνηκε μια φορά στη Ρώμη, η οποία, για την πολλή της ομοιότητα με τα πράμματά μας αξίζει v’ αναφερθή.

Μία συντροφιά μασκαράδες εβγήκανε με πιάτα γιομάτα μιστόπητα˙ κ’ εφαινότουνε πως, από καλοσύνη τους, ηθέλανε να φιλέψουνε τον λαόν. Ο λαός έτρεξε˙ καθένας εκαμπύλωνε το δάχτυλό του, εβούταε κ’ έχαφτε. Μα δεν αργήσανε να τραβηχθούν κατά μέρος, και ντροπιασμένοι, να ξεράσουνε. Η μιστόπητα εκείνη δεν ήτανε όλη μιστόπητα, Απ’ όξου, ναι, το κουλούμι ήτανε πετσομένο με μιστόπητα μα μέσαθε ήτανε κάτι άλλο πράμμα πολύ δυσάρεστο…

Λαέ απατημένε, άμποτε τα πράμματα νάλθουνε σε τρόπο, που να μην πληρώσεις ποτέ την ποινήν της απάτης σου. Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες, θελ’ ιδείς τότε, εξετάζοντας ένα ένα, πως δεν ήτανε όλα μιστόπητες.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Θα είμαστε, τελικά, «ακρίδες» στον πλανήτη Γη,ή «μέλισσες»;

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ πραγματική φύση των ανθρώπωνΈχει γίνει πολλή συζήτηση ανά τους αιώνες σχετικά με την πραγματική φύση των ανθρώπων. Είμαστε έμφυτα εγωιστές ή αλτρουιστές; Γεννηθήκαμε για να είμαστε δυστυχισμένοι ή για να ζούμε μέσα στη χαρά; Η αγάπη ή η βία είναι εγγενείς μέσα μας; Θα είμαστε, τελικά, «ακρίδες» στον πλανήτη Γη, στερώντας του τη δυνατότητα να παρατείνει τη ζωή, ή «μέλισσες», φέρνοντας περισσότερη ζωή απ’ όση αν δεν υπήρχαμε;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα σχετικά με την πραγματική φύση των ανθρώπων, καλό θα ήταν να συλλογιστούμε πώς ο Homo sapiens κατέληξε να κυριαρχήσει στη Γη, σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο είδος στην ιστορία της ζωής όπως την ξέρουμε. Πολλοί βιολόγοι -ανάμεσά τους ο Ε. Ο. Γουίλσον στο βιβλίο του The Social Conquest of Earth (Η Κοινωνική Κατάκτηση της Γης) και ο Γιουβάλ Χαράρι στο βιβλίο του Sapiens, Μια Σύντομη Ιστορία του Ανθρώπου- παρουσιάζουν πειστικά στοιχεία ότι αυτό που επέτρεψε στα ανθρώπινα όντα να ακμάσουν και να κατακτήσουν τη Γη ήταν η απαράμιλλη ικανότητά τους να συνεργάζονται. Οι άνθρωποι, φυσικά, ήταν και ανταγωνιστικοί μεταξύ τους, όπως αποδεικνύει η ιστορία των πολέμων. Ωστόσο η πραγματική ιστορία της ανθρώπινης προόδου έχει να κάνει με την αγαστή συνεργασία. Αντίθετα με οποιοδήποτε άλλο είδος πάνω στη Γη, μάθαμε να συνεργαζόμαστε με πλήθος αγνώστων για να πετύχουμε κοινούς στόχους.

Πράγματι, υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της σκοτεινής μας φύσης αναπτύχθηκε αργότερα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας ζούσαμε κατά φυλές, αναζητώντας την τροφή μας, ως κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες (ίσως στο 99% της ύπαρξής μας). Αυτό ήμαστε πριν την ανάπτυξη της γεωργίας. Παρόλο που τα στοιχεία είναι λιγοστά, φαίνεται πως η εικόνα που έχουμε για τους αρχαίους προγόνους μας, ότι ήταν πολεμοχαρείς αγριάνθρωποι, μάλλον απέχει πολύ από την αλήθεια. Σύμφωνα με τις ενδείξεις, χρησιμοποιούσαν ελάχιστη βία προς τους άλλους ανθρώπους, ήταν πιθανώς πολύ συμπονετικοί και συνεργάζονταν εκτεταμένα, σε σημείο που να μοιράζονται και την τροφή τους. Επίσης, έτειναν να αισθάνονται άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη φύση, παρά αποκομμένοι από αυτή. Οι σύγχρονες φυλές που αποτελούνται από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες εξακολουθούν να επιδεικνύουν το ίδιο συνεργατικό πνεύμα. Τα στοιχεία υποδηλώνουν πως η γεωργική επανάσταση και η έννοια της «ιδιοκτησίας» ήταν που εξέθρεψαν αυτό που οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε ως την πιο σκοτεινή ανθρώπινη φύση μας.

Αυτό δεν σημαίνει πως όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί. Ωστόσο η πιο αληθινή μας φύση, το πιο βασικό χαρακτηριστικό του συλλογικού εαυτού μας είναι αυτό του συμπονετικού συνεργάτη, κι εκεί ακριβώς βρίσκονται οι ρίζες της επιτυχίας μας. Όπως η φυσική μας ευτυχία, έτσι κι αυτή η αληθινή φύση κρύβεται πίσω από πέπλα παρανοήσεων.

Τα ίδια πράγματα που μας στερούν την προσωπική ευτυχία, στέκονται επίσης εμπόδιο στον δρόμο της ανθρωπότητας, διεκδικώντας τη θέση που κατέχουμε δικαιωματικά, αυτή της εποικοδομητικής, δημιουργικής και θετικής δύναμης στον πλανήτη. Η κοινωνία και ο κόσμος αποτελούν εγγενώς ένα φυσικό παρακλάδι της εσωτερικής μας ζωής.

Το σπίτι της ανθρωπότητας δεν είναι παρά μια προέκταση του εσωτερικού μας σπιτιού ως ατόμων. Η εσωτερική κατάσταση καθενός μας επιδρά στην κατάσταση του κόσμου. Αν θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο, τότε θα πρέπει να ξεκινήσουμε όλοι να δουλεύουμε πάνω στην εποικοδομητική φύση της δικής μας ύπαρξης. Γι’ αυτό όλες οι πνευματικές παραδόσεις μάς καλούν να επεξεργαστούμε την εσωτερική μας ζωή προτού προσπαθήσουμε να σώσουμε τον κόσμο, και γι’ αυτό η θετική ψυχολογία υποστηρίζει πως η συμπεριφορά προς όφελος της κοινωνίας προέρχεται από την εσωτερική ευτυχία, κι όχι αντίστροφα.