Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Πως απέκτησαν περιουσία η Εκκλησία και τα μοναστήρια

«Κανένα λοιπόν δεν έχω φοβηθεί τόσο, όσο τους επισκόπους, εκτός από λίγους».
(Ιωάννης «Χρυσόστομος»)

Πρόλογος
Ο όγκος πληροφοριών για το παρόν θέμα είναι κάτι παραπάνω από μεγάλος. Διότι ο Χριστιανισμός επικρατεί εδώ και αιώνες. Πρόθεσή μου δεν είναι να ισοπεδώσω τα πάντα, αλλά ούτε να ισχυριστώ ότι πρόκειται για ελάχιστες περιπτώσεις. Δεν είναι. Πολλοί ήσαν εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν (και εκμεταλλεύονται) την εξουσία, είτε είναι πολιτική είτε θρησκευτική.

Ο τεράστιος όγκος υλικού που υπάρχει, δεν μπορεί να κατατεθεί σε ένα άρθρο. Για αυτόν τον λόγο γράφω, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση ότι το θέμα θα καλυφθεί πλήρως. Απλά, θα πάρουμε μια ιδέα.

Εδώ, θα μας απασχολήσει το θέμα από εκκλησιαστικής πλευράς. Για αυτό και η κύρια πηγή μας θα είναι τα εκκλησιαστικά κείμενα, καθώς θα δούμε πως απέκτησαν περιουσία η Εκκλησία και τα μοναστήρια επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και πως την διατήρησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Κύριο θέμα
Η δίψα για εξουσία και η φιλαρχία, διαφαίνονται ήδη στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα με τα ευαγγέλια, οι δύο αδελφοί, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, έβαλαν ως μέσο την μάνα τους για να ζητήσει μία χάρη από τον Ιησού. Τον πλησίασαν και οι τρεις τους, με την μάνα να πηγαίνει γονυπετούσα και να του ζητά την χάρη να καθίσουν οι δύο γιοι της, ο ένας δεξιά κι ο άλλος αριστερά, όταν θα έρχονταν η βασιλεία του. Ο Ιησούς, όμως, δεν τους έκανε την χάρη, με την δικαιολογία ότι «ουκ εστίν εμόν δούναι, αλλ’ οις ετοίμασται υπό του Πατρός μου». Αποτέλεσμα ήταν να αγανακτήσουν οι άλλοι δέκα με τους δύο αδελφούς (Κατά Ματθαίον, 20: 20-24). Αυτό το σκηνικό αποτελεί μια μικρογραφία για το τι θα επακολουθούσε κατά τους επόμενους αιώνες.

Οι πρώτοι χριστιανοί στην Ιερουσαλήμ, ζούσαν σε κατάσταση κοινοκτημοσύνης. Πωλούσαν τα χωράφια και τα σπίτια τους και τα ποσά τα έδιναν στους αποστόλους για να τα διαχειριστούν, κατά τις υπάρχουσες ανάγκες (Πράξεις Αποστόλων, 4: 32-37). Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι αυτή η πράξη έγινε οικειοθελώς. Όμως, διαβάζοντας κανείς το κεφάλαιο 5, φαίνεται κάτι διαφορετικό.

Παρουσιάζεται ένα χριστιανικό ζευγάρι, ο Ανανίας και η Σαπφείρα, που πωλούν και αυτοί τον αγρό τους και δίνουν ένα μέρος από τα χρήματα που εισέπραξαν. Αυτό θεωρήθηκε ως «ψέμα κατά του Θεού». Ο συγγραφέας του βιβλίου, εξηγεί ότι το ψέμα ήταν, στο ότι απέκρυψαν από τον Πέτρο το πραγματικό ποσό που πήραν από την πώληση. Προφανώς, ήθελαν να κρατήσουν το υπόλοιπο. Ο Πέτρος όμως τα ήθελε όλα. Το ότι είπαν ψέματα, ενώ δεν υπήρχε κάποιος προφανής λόγος, δείχνει έμμεσα ότι μάλλον η εντολή των αποστόλων ήταν να πουλήσουν υποχρεωτικά οι έχοντες, και να αποδώσουν τα πάντα σε αυτούς. Και επειδή δεν το ήθελαν, αλλά φοβόντουσαν κιόλας, συμφώνησαν να πουν ψέματα. Επήλθε «κρίσις Θεού» και πέθαναν και οι δύο. Και «εγένετο φόβος μέγας εφ’ όλην την εκκλησίαν και επί πάντας τους ακούοντας ταύτα» (Πράξεις, 5: 1-11). Έχοντας κανείς διαβάσει πρώτα τα ευαγγέλια, όταν φτάνει στο κομμάτι αυτό, απορεί. Απορεί με την σκληρότητα αλλά και με το βεβιασμένο της υπόθεσης. Πουθενά δεν δίδεται το αίτιο για το οποίο είπε ψέματα ο Ανανίας και η Σαπφείρα. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν θα έπρεπε να θεραπευθούν αυτοί οι δύο άνθρωποι, παρά να εξοντωθούν;

Πού είναι το πνεύμα της συγχώρεσης; Πού η ευκαιρία να κατανοηθεί το λάθος και να επανορθώσουν; Γιατί η καταδίκη εξ αιτίας των χρημάτων να προκρίνεται έναντι των «υψηλών ηθικών αξιών», που υποτίθεται ότι μαθήτευσαν κοντά στον Ιησού; Πού η μακροθυμία του Θεού; Ο Πέτρος δεν ήταν που αρνήθηκε τον Ιησού; Ο Ιησούς δεν τον συγχώρεσε, κατά τα ευαγγέλια; Ο Πέτρος δεν πήρε τίποτα από όλα αυτά; Αλλά μπροστά στο οικονομικό συμφέρον, αυτά πάνε «περίπατο». Περιττό να αναφερθεί, ότι ο θάνατος των δύο αυτών ανθρώπων που αποδόθηκε…στον Θεό, έχει αλλού τα αίτιά του. Διότι εδώ ο Θεός θανατώνει υποτίθεται τους δύο αυτούς «κακούς» ανθρώπους, αλλά αφήνει έναν Ηρώδη να φονεύει τα νήπια.

Βλέπουμε καθαρά από αυτό το απόσπασμα, ότι το ζευγάρι αυτό χρησίμευσε πολύ στους αποστόλους. Το παράδειγμά τους έγινε προς αποφυγή παρόμοιων περιπτώσεων. Με εργαλεία την «θεία» αυθεντία που ποτέ δεν σφάλλει (ο Πέτρος) και τον φόβο της «θείας δίκης», γίνεται η προσπάθεια της διαχειρίσεως των προσήλυτων.

Αργότερα, θα δημιουργηθεί παροξυσμός μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα, όχι για οικονομικούς λόγους αυτή τη φορά. Ο δεύτερος, ήθελε να πάρει σε μία περιοδεία και τον Μάρκο, που ήταν ανιψιός του. Επειδή όμως κάποια προηγούμενη φορά τους είχε αφήσει στην μέση και είχε φύγει, ο Παύλος δεν τον ήθελε. «Εγένετο ουν παροξυσμός, ώστε αποχωρισθήναι αυτούς απ’ αλλήλων» (Πράξεις, 15: 35-41). Έκτοτε, ποτέ δεν θα δούμε αυτούς τους δύο «αποστόλους» να είναι μαζί.

Το εξουσιαστικό πνεύμα φαίνεται και στην «Προς Κορινθίους» επιστολή την «πρώτη», καθώς είχαν δημιουργηθεί φατρίες μέσα στην κοινότητα. Γράφει ο Παύλος· «Εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, υπό των Χλόης ότι έριδες εν υμίν εισί· λέγω δε τούτο ότι έκαστος υμών λέγει· εγώ μεν ειμί του Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά» (κεφ. 1: 11-12). Άλλος του Παύλου, άλλος του Απολλώ, άλλος του Κηφά, δηλαδή του Πέτρου.

Παρότι ο Παύλος φαίνεται να μην συμφωνεί και να συστήνει τον Χριστό, εντούτοις διεκδικεί την πνευματική πατρότητα της κοινότητας στην Κόρινθο, και θέτει τον εαυτό του πιο πάνω από τους τοπικούς διδασκάλους τους. Ο Παύλος ήταν ικανός στο να πετυχαίνει αυτό που θέλει, βάση της πολιτικής του. Προβάλλοντας τον «Χριστό», εξυπηρετούσε τα δικά του σχέδια.

«Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας· εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα. Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄ Προς Κορινθίους, 4: 15-16).

Στην ίδια επιστολή, ο Παύλος θέλοντας να συστήσει τον εαυτό του και να μπει βαθύτερα στις συνειδήσεις των πιστών, παρουσιάζει τον εαυτό του διαφορετικό από τους υπόλοιπους. Αν και μπορεί, παρ' όλα αυτά δεν μετέχει της εξουσίας να τρέφεται από τους πιστούς. Από τα γραφόμενά του, προκύπτει ότι οι «εργάτες του ευαγγελίου», πρέπει να ζουν από αυτό! Γράφει τα εξής:

«ει ημείς υμίν τα πνευματικά εσπείραμεν μέγα ει ημείς υμών τα σαρκικά θερίσομεν; Ει άλλοι της εξουσίας υμών μετέχουσιν ου μάλλον ημείς; Αλλ ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη αλλά πάντα στέγομεν ινα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού· ουκ οίδατε ότι οι τα ιερά εργαζόμενοι εκ του ιερού εσθίουσιν· οι τω θυσιαστηρίω προσεδρεύοντες τω θυσιαστηρίω συμμερίζονται; Ούτως και ο Κύριος διέταξεν τοις το ευαγγέλιον καταγγέλλουσιν εκ του ευαγγελίου ζην» (Α΄ Προς Κορινθίους, 9: 11-14).

Στην «Προς Φιλιππησίους» επιστολή του, κατηγορεί τους διδασκάλους γενικά, ότι ενδιαφέρονται για τα δικά τους οφέλη, και όχι για τα περί του Χριστού και των κοινοτήτων. Σαφέστατη μαρτυρία για την κατάσταση που επικρατούσε.

«Ελπίζω εν Κυρίω Ιησού Τιμόθεον ταχέως πέμψαι υμίν, ίνα καγώ ευψυχώ γνους τα περί υμών. Ουδένα γαρ έχω ισόψυχον, όστις γνησίως τα περί υμών μεριμνήσει· οι πάντες γαρ τα εαυτών ζητούσι, ου τα του Χριστού Ιησού» (κεφ. 2: 19-21).

Ο πλαστογράφος της μεταγενέστερης πρώτης επιστολής του «Πέτρου», αναγκάζεται να στείλει ορισμένες οδηγίες προς τους «πρεσβυτέρους», παρακαλώντας τους να μην ποιμαίνουν το ποίμνιο αναγκαστικά αλλά με την θέλησή τους. Ούτε με αισχροκέρδεια, αλλά με προθυμία. Χωρίς να κατακυριεύουν την εκκλησία. (Α΄ Επιστολή Πέτρου, 5: 1-3). Η επιστολή αυτή απευθύνεται στις κοινότητες του Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας, όπως αναφέρεται στην αρχή της επιστολής. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση αισχροκέρδειας και κατάχρησης εξουσίας είχε πλέον παγιωθεί. Για αυτό και βάζει το όνομα του «Πέτρου», για να έχουν κύρος οι οδηγίες.

Στην επιστολή του «Ιωάννου» την δεύτερη, εξίσου πλαστή, ο συντάκτης αναφέρεται σε κάποιον Διοτρεφή που προφανώς είχε ηγετική θέση σε κάποια κοινότητα. Διότι δεν δέχονταν άλλους «αδελφούς» που έρχονταν από αλλού, και έβγαζε από την εκκλησία όσους είχαν την πρόθεση να τους φιλοξενήσουν. Ο συντάκτης της επιστολής τον αποκαλεί «φιλοπρωτεύων», που είναι και η αιτία του κακού (Β’ Επιστολή Ιωάννου, στ. 9-10).

Ακόμα, αναφέρονται αρκετοί που μπήκαν στην εκκλησία προκειμένου να επιβάλλουν δικά τους πράγματα και δικές τους συνήθειες.

Έτσι, ο Παύλος αναφέρεται σε κάποιους που έφερναν «άλλο ευαγγέλιο», «άλλο πνεύμα», «άλλον Ιησού», τους οποίους οι πιστοί της Κορίνθου, δέχονταν. Ο Παύλος, τους αποκαλεί «εργάτες πονηρούς», «ψευδαποστόλους», «διάκονοι του διαβόλου», που «καταδουλώνουν» και «κατατρώγουν». Οι συγκεκριμένοι που αναφέρονται εδώ από τον Παύλο, είναι «Εβραίοι, Ισραηλίτες, απόγονοι του Αβραάμ, διάκονοι του Χριστού» -στοιχείο που δείχνει ότι δεν αναφέρεται σε ανθρώπους αλλόπιστους (Β΄ Προς Κορινθίους, 11: 4-23).

Ο συντάκτης της «Β΄ Πέτρου» επιστολής, αναφέρεται σε «ψευδοπροφήτες» και σε «ψευδοδιδασκάλους» που εισάγουν «αιρέσεις απωλείας», που «εμπορεύονται τους πιστούς με πλαστούς λόγους». Αν και ο συντάκτης φαινομενικά αναφέρεται στο μέλλον, είναι έκδηλο από την ίδια την επιστολή, ότι όταν τα γράφει, τα γράφει επειδή τα βλέπει ήδη να συμβαίνουν. (Β΄ Επιστολή Πέτρου, 2: 1-22).

Παρόμοια πράγματα αναφέρονται και στην πλαστή επιστολή του Ιούδα του αδελφόθεου.

Παιχνίδια εξουσίας φαίνονται και στο βιβλίο της «Αποκάλυψης», που φυσικά δεν είναι του Ιωάννη. Επί παραδείγματι, ο «άγγελος» της εκκλησίας στην Έφεσο δοκίμασε «τους λέγοντας εαυτούς αποστόλους είναι , και ουκ εισί, και εύρες αυτούς ψευδείς» (Αποκάλυψη, 2: 2). Αυτοί οι σφετεριστές ισχυρίζονταν ότι ήσαν απεσταλμένοι του Θεού.

Στην εκκλησία της Περγάμου, υπήρχαν μέσα στην εκκλησία άνθρωποι που δίδασκαν αυτά που έλεγαν οι Νικολαϊτες (Αποκάλυψη, 2: 14-15) και στην εκκλησία των Θυατείρων, η γυναίκα του υπεύθυνου έκανε την «προφήτισσα» και δίδασκε την πορνεία και τα «βαθειά του Σατανά» (Αποκάλυψη, 2: 20-24).

Η επιστολή του Κλήμη Ρώμης προς τους Κορινθίους, γράφεται το 96, εξαιτίας ερίδων. Ο καθηγητής Χ. Κρικώνης, αναφέρει ότι, «Αιτία συγγραφής και αποστολής της επιστολής ήταν η αναταραχή που προκάλεσαν στους κόλπους της Εκκλησίας της Κορίνθου μερικοί φιλόνικοι και ζηλωταί, με πρωτοστάτες ολίγα πρόσωπα προπετή και αυθάδη» (Αποστολικοί Πατέρες, τ. Α΄, σ. 36).

Ο Κλήμης γράφει σε αυτήν την επιστολή: «Και οι Απόστολοι μας εγνώριζαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι η φιλονικία θα γίνει για το αξίωμα της επισκοπής» (κεφ. XLIV: 1, ο. π. σ. 87).

Η εξουσία στους «πρώτους» εκκλησιαστικούς έχει άμεση σχέση με την αυθεντία, την «αποστολή» τους από τον Κύριο, την οποία εκδηλώνουν με κάποια «θεόπνευστη» διδασκαλία. Πολλοί την επικαλούνταν με σκοπό κυρίως την οικονομική εκμετάλλευση. Έτσι φαίνεται και από ένα πρωτοχριστιανικό κείμενο που χρονολογείται μεταξύ 100- 110, την «Διδαχή των Αποστόλων». Εκεί αναφέρεται: «Κάθε απόστολος που προσέρχεται προς εσάς να τον δεχτείτε ωσάν να είναι ο ίδιος ο Κύριος. Και δεν θα μείνει παρά μία ημέρα· και αν είναι ανάγκη, θα μείνει και την άλλη· αν όμως μείνει τρεις ημέρες, είναι ψευδοπροφήτης. Αναχωρώντας σε άλλο τόπο ο απόστολος δε θα παίρνει μαζί του τίποτε άλλο, παρά μόνο άρτο μέχρι να εξασφαλίσει διαμονή· εάν όμως ζητήσει χρήματα, είναι ψευδοπροφήτης» (xi 4-6).

Ωστόσο, οι πιστοί οφείλουν τα πρωτογεννήματα να τα δίνουν στους «αληθινούς» προφήτες-αρχιερείς. «Κάθε λοιπόν πρωτογέννημα, ήτοι το πρώτο και εκλεκτότερο μέρος των γεννημάτων από το πατητήρι των σταφυλιών και από το αλώνι και από τα βόδια και τα πρόβατα αφού λάβεις να προσφέρεις στους προφήτες, διότι αυτοί είναι οι αρχιερείς σας» (xiii 3).

«Αν ανοίξεις δοχείο οίνου ή ελαίου, δώσε το πρώτο και εκλεκτότερο στους προφήτες» (xiii 6).

Αρχές του δεύτερου αιώνα, αρχίζει κάπως να ομογενοποιούνται οι πρωτοορθόδοξες κοινότητες μέσα στον πολυμορφικό χριστιανισμό, και να αποχτούν αυστηρότερη δομή. Με τον Ιγνάτιο Αντιοχείας ανεβαίνει η θέση του επισκόπου και κατά συνέπεια, η επιρροή του στο ποίμνιο.

Ας δούμε μερικά ενδεικτικά χωρία από τις επιστολές του.

Προς Εφεσίους:
«ώστε οργανωμένοι σε μία υποταγή και πειθαρχώντας στον επίσκοπο και το πρεσβυτέριο, να είστε αγιασμένοι σε όλα» (ii 2)

«Πρέπει να συμπορεύεσθε με την γνώμη του επισκόπου» (iv 1).

Προς Μαγνησιείς:
«Είναι πρέπον, λοιπόν, όχι μόνο να ονομάζεσθε Χριστιανοί, αλλά και να είσαστε· όπως και μερικοί τον ονομάζουν βέβαια επίσκοπο, αλλά κάνουν τα πάντα χωρίς την άδειά του. Αυτοί όμως δεν μου φαίνονται να είναι ευσυνείδητοι, ακριβώς διότι δεν συναθροίζονται σύμφωνα με την εντολή» (iv 1).

«να προΐσταται δηλαδή ο επίσκοπος συμβολίζοντας τον θεό και οι πρεσβύτεροι συμβολίζοντας τους αποστόλους» (vi 1).

Προς Τραλλιανούς:
«Όλοι να σέβονται τους διακόνους, σαν τον Ιησού Χριστό, όπως και τον επίσκοπο, που είναι σύμβολο του Πατέρα, και τους πρεσβυτέρους, σαν το συνέδριο του Θεού και σύνδεσμο των αποστόλων. Χωρίς αυτούς Εκκλησία δεν υπάρχει» (iii 1).

Προς Σμυρναίους:
«Κανένας να μην κάνει τίποτε χωρίς τον επίσκοπο από αυτά που ανήκουν στην εκκλησία. Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίο θα δώσει την άδεια αυτός. Όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος, εκεί να βρίσκεται το πλήθος, όπως ακριβώς όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται η Καθολική Εκκλησία. Δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του επισκόπου ούτε να βαπτίζετε, ούτε να τελείτε την θεία Ευχαριστία, αλλά αυτό που εκείνος θα θεωρήσει γνήσιο, αυτό είναι αρεστό και στον θεό» (viii 1-2).

Στο βιβλίο «Ποιμένας του Ερμά», αναφέρει για μερίδα διακόνων «που διακόνησαν κακώς και λεηλάτησαν τη ζωή των χηρών και ορφανών, και περιποιήθηκαν τους εαυτούς τους από τη διακονία που ανέλαβαν να υπηρετήσουν» (Παραβολή 9η , xxvi 2).

Τα ίδια θα εξακολουθήσουν και κατά τους επόμενους αιώνες. Ειδικά, όταν θα δημιουργηθούν νέα εκκλησιαστικά αξιώματα.

Πάνω σε αυτό, γράφει ο αρχιμανδρίτης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βασίλειος Στεφανίδης:
Μετά των επαρχιακών συνόδων διεμορφώθη και το μητροπολιτικόν αξίωμα. Διότι αι επαρχιακαί σύνοδοι συνήρχοντο εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, η οποία ήτο η μεγαλυτέρα και σπουδαιοτέρα πόλις όλων των άλλων, πρόεδρος των επαρχιακών συνόδων ήτο ο επίσκοπος της πρωτευούσης της επαρχίας, εις αυτόν δε ανετίθετο η εκτέλεσις των αποφάσεων των επαρχιακών συνόδων, επομένως επίβλεψις επί των άλλων επισκόπων της επαρχίας. Ούτως ο επίσκοπος της πρωτευούσης απέκτησεν υπεροχήν απέναντι των επισκόπων της επαρχίας. Εις την περαιτέρω διαμόρφωσιν και ενίσχυσιν της υπεροχής των επισκόπων των πρωτευουσών των επαρχιών, αντέδρασαν οι άλλοι επίσκοποι των επαρχιών. Ο Ευσέβιος αναφέρει, ότι η φιλαρχία προυκάλει μεταξύ των επισκόπων φθόνον, έχθραν, μίσος, έριδας και απειλάς. Όπως άλλοτε προέκυψαν έριδες μεταξύ πρεσβυτέρων και επισκόπων, έπειτα μεταξύ χωροεπισκόπων και επισκόπων, ούτω τώρα προέκυψαν έριδες μεταξύ των επισκόπων και των μητροπολιτών.
(Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 99)
Ας δούμε και μερικά που αναφέρονται από τους «άγιους» Πατέρες. Αυτά σχετίζονται με δογματικές θέσεις. Είμαστε στον 4ο αιώνα πλέον, όπου τα δόγματα αποκρυσταλλώνονται, αλλά δεν είναι όλοι σύμφωνοι. Πολλά τα «μπαϊράκια» και οι θέσεις που κινδυνεύουν να χαθούν… πάντα για την «πίστη» βεβαίως.

Βασίλειος ο «Μέγας»

Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης ήσαν αδέλφια. Ο θείος τους, Γρηγόριος και αυτός, ήταν επίσκοπος σε κάποια πόλη της Καππαδοκίας. Επήλθε όμως διάσταση μεταξύ του Βασιλείου και του θείου του. Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί οπαδοί του Αρείου εντός της Εκκλησίας. Ο Βασίλειος, ως μητροπολίτης, είχε την εκκλησιαστική ευθύνη. Προσπάθησε να συντονίσει τους Ορθόδοξους επισκόπους ώστε να δρουν ενωμένοι. Το αποτέλεσμα είναι να δυσαρεστηθούν οι επίσκοποι της περιοχής και να θεωρήσουν ότι ο Βασίλειος παύει την αυτοτέλειά τους. Ένας από αυτούς ήταν και ο θείος του. Ο "άγιος" Γρηγόριος Νύσσης πλαστογράφησε μια σειρά επιστολών δήθεν του θείου τους, προκειμένου να τους φέρει σε συμφιλίωση.

Όταν ανακάλυψε την πλαστογραφία ο Βασίλειος, γράφει στον αδελφό του τον Γρηγόριο Νύσσης:
Επλαστογράφησες μιαν επιστολήν και μου την έφερες σαν να προήρχετο από τον αιδεσιμώτατον επίσκοπον και κοινόν θείον μας, και ούτω μ’ εξηπάτησες δια λόγους που δεν καταλαβαίνω. Όταν μου την έφερες, την εδέχθην σαν να προήρχετο από τον επίσκοπον. Διατί να μη έκαμα έτσι; Την απέδειξα γεμάτος χαράν εις πολλούς φίλους, ηυχαρίστησα τον Θεόν. Αλλ’ εφανερώθη η πλαστότης της όταν ο ίδιος ο επίσκοπος την ηρνήθη. Ενετράπην δι’ αυτήν, ηυχήθην ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί, αφού επληρώθημεν από το όνειδος της ραδιουργίας και του ψεύδους και της απάτης. Έπειτα μου παρέδωσαν δευτέραν επιστολήν, αποσταλείσα τάχα εις εμέ από τον ίδιον τον επίσκοπον δια του υπηρέτου σου Αστερίου. Αλλ΄ούτε εκείνην έστειλε πράγματι ο επίσκοπος, όπως μας διαβεβαίωσεν ο αιδεσιμώτατος αδελφός Άνθιμος. Τρίτην πάλιν επσιτολήν ήλθε και μας έφερεν ο Αδαμάντιος.
(Επιστολή 58, σ. 89, ΕΠΕ 1)
Σε άλλη επιστολή, γράφει:
Ως προς το άλλο δε ζήτημα, δια ν’ αποδείξωμεν ότι ο έλεγχος των Εκκλησιών έχει παραδοθεί εις τους αντιπάλους όχι εξ αιτίας ιδικής μας ραθυμίας, θέλομεν να γνωρίζει η θεοσέβειά σου, ότι οι δήθεν κοινωνούντες με ημάς επίσκοποι, ή από οκνηρίαν ή από υποψία και έλλειψιν ειλικρινείας απέναντι ημών ή από την εναντίωσιν που προβάλλεται παρά του διαβόλου κατά των αγαθών πράξεων, δεν είναι πρόθυμοι να μας βοηθήσουν.
(Επιστολή 141, σ. 279, ΕΠΕ 1)
Όταν προσεύχεσαι, παρακαλούμεν να ζητείς από τον Κύριον πρώτον και μέγιστον να λυτρώσει ημάς από τους παραλόγους και πονηρούς ανθρώπους, οι οποίοι τόσον εκυριάρχησαν επί των πληθυσμών, ώστε τώρα πλέον να εξεικονόζωμεν ακριβώς ιουδαϊκήν άλωσιν. Διότι όσον ασθενέστεραι καθίστανται αι Εκκλησίαι, τόσον περισσότερον ακμάζουν αι φιλαρχίαι των ανθρώπων. Και το αξίωμα της επισκοπής προσφέρεται τώρα εις ανθρώπους ταλαίπωρους, εις δούλους. Αυτοί οι άνθρωποι τώρα εξεθρόνισαν τον αδελφόν μου από την Νύσσαν και αντί αυτού ετοποθέτησαν άνδρα, μάλλον δε ανδράποδον που αξίζει ολίγους μόνον οβολούς και που είναι εφάμιλλος με τους εγκαταστήσαντας αυτόν κατά την διαφθοράν της πίστεως.
(Επιστολή 239, σ. 301 ΕΠΕ 1)
Να μη αφήσουν σχίσματα εις τας εκκλησίας, αλλά να συγκεντρώσουν με κάθε τρόπον εις ενιαίον σώμα όλους τους ομόφρονας, ούτως ώστε ο ορθόδοξος λαός να μη διασπάται εις πολλά κομμάτια ακολουθών τους προισταμένους του εις την διάστασιν.
(Επιστολή Μ. Βασιλείου, προς τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας,69, σ. 377 ΕΠΕ 1)
Γρηγόριος ο «θεολόγος»
Τώρα που σ’ όλη σχεδόν την οικουμένη δεχτήκαμε τέτοια σωτηρία από το Θεό, έχομε ολότελα αναξίους επισκόπους. Θα αφήσω κραυγή όχι ψεύτικη αλλά όχι κι ευχάριστη… Είναι ντροπή να πω πως είναι, όμως θα μιλήσω. Ενώ έχομε ταχθεί να είμαστε δάσκαλοι του καλού, είμαστε εργαστήρι όλων των κακών.
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη εις εαυτόν, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 192)
Αρπάζουν μια εξουσία ή μια απροσδόκητη κληρονομία και αμέσως αρχίζουν να αλαζονεύονται από ικανοποίηση. Αυτή είναι συμπεριφορά νόθων και παράνομων ιερέων, αναξίων για την αποστολή τους, οι οποίοι προηγουμένως δεν προσέφεραν τίποτε στην ιεροσύνη. Χθεσινοί ιερόσυλοι, ιερείς σήμερα…
(Γρηγόριος Θεολόγος, Εις τον Μ. Αθανάσιο, ΕΠΕ 6, σ.. 50)
Αυτά η μισητή αρρώστια, αυτά του Θεού οι υπηρέτες που έχουν μεταξύ τους φιλονικίες βαριές…
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα Ι, ΕΠΕ 10, σ. 59)
Όσοι σε θρόνους άπρεπα καθόμαστε ψηλούς του κόσμου πρωτολάτες, του καλού διδάχοι μ’ ένθεη τροφή ψυχές όπου μας έλαχε να τρέφομε οι ίδιοι καταπεινασμένοι· των παθών γιατροί μα και νεκροί γεμάτοι από άφθονες ασθένειες…
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΙΑ, ΕΠΕ 10, σ. 63)
Οι μέγιστοι ναοί της οικουμένης όλης από χρόνια πολλά είχαν και θησαύριζαν, κειμήλια κι έσοδα απ’ τον κόσμο όλο, ούτ’ ένα στα βιβλία λογαριασμό δε βρήκα των παλιών της Εκκλησίας πρωτοκαθέδρων, ούτε σ’ όσους απ’ τους ταμίες είχαν τα χρήματα… Για όλα είναι η απληστία κακή, μα είναι χειρότερη η απληστία στους πνευματικούς
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΙΑ, ΕΠΕ 10,σ. 145)
Γιατί του λαού οι πρωτοστάτες κι οι διδάχοι, του Πνεύματος οι χορηγοί, που απ’ τους ψηλούς τους θρόνους ξεκινά της σωτηρίας ο λόγος, που την ειρήνη πάντα σ’ όλους διαλαλούνε με φωνές πλατιές στης σύναξης τη μέση, με τόσο μίσος φρένιασαν ο ένας στον άλλο, που ξεφωνίζοντας, μαζεύοντας συμμάχους, κατηγορώντας και κατηγορούμενοι, πηδώντας κι απ’ τα πηδήματα έξω πέφτοντας, αρπάζοντας όποιον καθείς προφτάσει, από μανία φιλαρχίας και μονοκρατορίας, κομμάτιασαν πια ολόκληρη την οικουμένη… Μα αυτούς σα χώρισαν δεν τους ενώνει τίποτα, όχι η ευσέβεια, μόνο η μάχη για τους θρόνους.
(ο. π σ. 149)
Να φυλάγεσαι από ένα, τους κακούς επισκόπους, χωρίς να φοβηθείς την αξία του θρόνου. Το ύψος είναι για όλους, δεν είναι για όλους η χάρη. Παραμέρισε την προβιά και κοίταξε το λύκο.
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 175)
Και σε μία έκρηξη ειλικρινείας: «…έχομε πουλήσει το θείο…» (Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 199).
Καθένας είναι διπλός, πρόβατο που περιβάλλει λύκο, και αγκίστρι που κρύβει πικρό για τα ψάρια φαγητό. Τέτοιοι οι ηγήτορες· ακολουθεί από κοντά ο λαός, πρόθυμοι όλοι στην κακία χωρίς να τους οδηγεί κανείς…
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΙΓ, ΕΠΕ 10, σ. 229)
Γιατί ήμουν γι’ αυτούς βαρύς και γεμάτος θράσος, ανοίγοντας δρόμους απάτητους, κι ήμουν διαφθορέας των πατρογονικών συνηθειών και νόμων, αν νόμος είναι οι φαυλότητες του πλούτου, της έπαρσης, της τρυφής, της φιλαρχίας που τώρα κυριαρχούν.
(Γρηγόριος Θεολόγος, Έπη, Ποίημα ΞΗ, ΕΠΕ 10, σ. 385)
Ιωάννης ο «Χρυσόστομος»
Κανέναν λοιπόν δεν έχω φοβηθεί τόσο, όσο τους επισκόπους, εκτός από λίγους.
(Ιωάννης Χρυσόστομος, Προς Ολυμπιάδα, επιστολή 9, ΕΠΕ 37,σ. 442)
Γιατί εκείνος ο προβατόσχημος λύκος, έχει βέβαια σχήμα επισκόπου, αλλά είναι μοιχός· γιατί όπως η γυναίκα χαρακτηρίζεται μοιχαλίδα όταν, ενώ ζει ο άνδρας της, συνάπτει σχέσεις με άλλο άνδρα, έτσι και αυτός είναι μοιχός, όχι σαρκικός αλλά πνευματικός, διότι, ενώ εγώ ζω, μου άρπαξε το θρόνο της Εκκλησίας.
(Επιστολή προς τον Επίσκοπο Κυριακό, ΕΠΕ τ. 38, σ. 243)
Για αυτό, αν και βρίσκομαι τόσο μακριά, και τον οφειλόμενο σου αποδίδω σεβασμό και σε μακαρίζω και σε θαυμάζω, γιατί, ενώ οι περισσότεροι κατακρήμνισαν τους εαυτούς τους με τις παρανομίες που έκαναν στις Εκκλησίες, εσύ ακολούθησες τον αντίθετο δρόμο από τους άλλους.
(Επιστολή στον επίσκοπο Μάρη, ΕΠΕ τ. 38, σ. 155)
Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης γράφει στον επίσκοπο Ευσέβιο:
Πολλοί σε κατηγορούν, ότι επιτρέπεις να γίνονται χειροτονίες για τη λειτουργία των μυστηρίων με χρήματα.
(ΕΠΕ 1, σ. 51)
Χτίζεις τον ναό με άχρηστες πέτρες, που προήλθαν από τα παράνομα ή καλύτερα τα ασεβή σου έσοδα. Γιατί, σαν να πουλούσες την ιεροσύνη, εισέπραξες χρήματα από χειροτονία και την έδωσες στον Ζώσιμο.
(ΕΠΕ 1, σ. 133)
Στον «άγιο» Κύριλλο τον Αλεξανδρείας, τον δολοφόνο της Υπατίας, γράφει:
Πολλοί λοιπόν από αυτούς που συγκεντρώθηκαν στην Έφεσο σε κατηγορούν ότι μάχεσαι για τις προσωπικές σου έχθρες, και δεν επιδιώκεις με ορθόδοξο τρόπο αυτά που έχουν σχέση με τον Ιησού Χριστό. Είναι, λένε, ανηψιός του Θεόφιλου και ότι μιμείσαι τη συμπεριφορά εκείνου.
(ΕΠΕ 1 σ. 295)
Η αρχομανία των επισκόπων, τους εξωθούσε ακόμα και σε ξυλοδαρμούς του ποιμνίου. Να τι προβλέπει ο δήθεν «αποστολικός» κανόνας 27:
Επίσκοπον, ή Πρεσβύτερον, ή Διάκονον, τύπτοντα πιστούς αμαρτάνοντας, ή απίστους αδικήσαντας, και δια των τοιούτων φοβείν εθέλοντα, καθαιρείσθαι προστάσσομεν. Ουδαμού γαρο Κύριος τούτο ημάς εδίδαξε. Τουναντίον δε, αυτός τυπτόμενος, ουκ αντέπυπτε· λοιδορούμενος, ουκ αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει.
(Πηδάλιο, σ. 35)
Η Εκκλησία προσπάθησε να περιορίσει την δια χρημάτων χειροτονία. Κάτι που, όπως φαίνεται από τις επιστολές του Ισίδωρου που είδαμε και παραπάνω (και είναι πολλές οι περιπτώσεις που καταγράφονται στις περίπου 2.000 διασωθείσες επιστολές του), δεν τηρήθηκε.

Ο δήθεν «Αποστολικός» κανόνας 29:
Ει τις επίσκοπος δια χρημάτων της αξίας ταύτης εγκρατής γένοιτο, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, καθαιρείσθω, και αυτός και ο χειροτονήσας.
(Πηδάλιο, σ. 38)
Υπήρχε και η «συνήθεια» να προσπαθεί ο επίσκοπος (ο «κατά τύπον Θεού», κατά τον Ιγνάτιο), να προσπαθεί να κερδίσει χρήματα από άλλες επισκοπές.

Ο δήθεν «Αποστολικός» κανόνας 14, αναφέρει:
Επίσκοπον μη εξείναι καταλείψαντα την εαυτού παροικίαν, ετέρα επιπηδάν, καν υπό πλειόνων αναγκάζηται, ει μη τις εύλογος αιτία ή ητούτο βιαζόμενη αυτόν ποιείν, ως πλέον τι κέρδος δυναμένου αυτού τοις εκείσε λόγω ευσεβείας συμβαλλέσθαι.
(Πηδάλιο, σ. 26)
Και ερμηνεύει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Η μεν επιπήδησις είναι όταν πλεονεκτικώς, και αυτοπροαιρέτως κινούμενος ο αρχιερεύς, αφήση την επαρχίαν του και αρπάση άλλην παραλόγως, ήτις και κατακρίνεται, και εις κανονιά υπόκειται επιτίμια.
(ο. π. σ. 27)
Η ίδια κατάσταση θα εξακολουθήσει σε όλους τους μετέπειτα αιώνες, ως τις μέρες μας.

Σε αυτό μέρος. θα δούμε κάποια στοιχεία που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία και τα μοναστήρια απέκτησαν τις περιουσίες τους και πως τις διατήρησαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Υπενθυμίζω, ότι η κατοχή ιδιοκτησίας είναι αντίθετη τελείως σε όσα φέρεται να έχει διδάξει ο Ιησούς στους ακολούθους του. Με την σημερινή γλώσσα, στους χριστιανούς. «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην»
(Κατά Λουκάν, 12: 33).

Το «πωλήσατε» είναι στην προστακτική έγκλιση, που σημαίνει ότι πρόκειται περί ρητής εντολής. Όπως και το «δότε». Επίσης, δεν λέει να δώσουν οι χριστιανοί μέρος από τα υπάρχοντά τους, αλλά «τα» υπάρχοντά τους.

Και πώς θα ζήσουν οι πιστοί, ίσως ρωτήσει κάποιος. Ο Ιησούς έχει δώσει πάλι την κατάλληλη διδασκαλία. Διότι στο ίδιο κεφάλαιο, στους προηγούμενους στίχους, φέρεται να ισχυρίζεται:

«Κατανοήσατε τους κόρακας ό,τι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν οις ουκ εστίν ταμείον ουδέ αποθήκη και ο θεός τρέφει αυτούς· πόσω μάλλον υμείν διαφέρετε των πετεινών»
(στ. 24).

Αλλά και στον στίχο 27, αναφέρεται:

«κατανοήσατε τα κρίνα πως αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων».

Αυτά, αν κι εκ πρώτης όψεως μοιάζουν παράξενα, συνεχίζοντας την ανάγνωση του ίδιου κεφαλαίου, θα δούμε ότι έχουν κάποια «λογική». Διότι αμέσως μετά, ο Ιησούς προτρέπει τους ακολούθους του να είναι έτοιμοι για την επικείμενη έλευση του «υιού του ανθρώπου» και της βασιλείας (στ. 35-47).

Όλα δένουν σε μία «εσχατολογικού» τύπου ερμηνεία του κόσμου. Οι πιστοί ακόλουθοι οφείλουν να εμπιστευθούν την πρόνοια του Θεού, διότι τελειώνει «η βασιλεία του κακού», και το καλό μέλλει εντός ολίγου να θριαμβεύσει. Ταιριάζει στα πλαίσια του εσχατολογικού κλίματος της εποχής, που παρήγαγε αρκετούς «Μεσσίες». Όταν όμως τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε, η Εκκλησία –που στο μεταξύ απέκτησε οργάνωση και εξουσία για τα οποία ο Ιησούς καθόλου δεν έκανε μνεία, έδωσε διαφορετικές ερμηνείες, και άλλαξε εντελώς το πνεύμα και την ιδεολογία του φερόμενου ιδρυτή της.

Πηγές εκκλησιαστικής-μοναστηριακής περιουσίας

Με βάση την μικρή μας έρευνα, θα μπορούσαμε, σε γενικές γραμμές πάντα, να συνοψίσουμε τις πηγές της εκκλησιαστικής-μοναστηριακής περιουσίας, στα κάτωθι:

1. Στις βασιλικές επιχορηγήσεις, οι οποίες προέρχονται από την φορολογία του λαού. Ανάμεσα στον λαό όμως υπάρχουν ακόμα πολλοί εθνικοί. Επίσης, από τις φοροαπαλλαγές.
2. Στις αρπαγές των ναών και των περιουσιακών στοιχείων των ναών, που ανήκαν στους εθνικούς.
3. Στις δωρεές/κληρονομιές των πιστών, μεγάλο μέρος των οποίων οφείλονται για μια εξασφάλιση θέσης στον Παράδεισο (όχι του…Αμαρουσίου, αλλά στον ουρανό).
4. Στις αρπαγές από τους φτωχούς, που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην βαρύτατη φορολογία.
5. Στην τοκογλυφία των επισκόπων και των ηγουμένων.
6. Στην παραχώρηση της περιουσίας του υποψήφιου μοναχού, στο μοναστήρι.

Επί Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (του λεγομένου Βυζαντίου)

Κωνσταντίνος ο «Μέγας»
Αναμφίβολα, ο Κωνσταντίνος υπήρξε ο πρώτος αυτοκράτορας που για πολιτικούς λόγους επεδίωξε να αλλάξει τα δεδομένα της εποχής του, και να θέσει τις βάσεις μιας νέας πολιτικής, την οποία θα ολοκληρώσουν οι κατοπινοί αυτοκράτορες που θα ακολουθήσουν –με εξαίρεση τον Ιουλιανό, σύμφωνα με την οποία υπάρχει «ένας θεός στον ουρανό- ένας αυτοκράτορας στην γη, μία Εκκλησία-κοινή πίστη στην αυτοκρατορία». Όλοι οι υπήκοοι είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν, και να ξεχάσουν την παλαιά πολυφωνία, για να επέλθει η πολυπόθητη ενότητα στην πολυεθνική αυτοκρατορία.

Ο βυζαντινολόγος George Ostrogorsky, γράφει:
Η θεώρηση του Χριστιανισμού ως της μόνης και αποκλειστικής θρησκείας ήταν εντελώς ξένη και αδιανόητη στον αιώνα του θρησκευτικού συγκρητισμού, και φυσικά και στον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα. Πέρασε πολύς χρόνος ώσπου να επικρατήσει το πνεύμα της αποκλειστικότητας στο θρησκευτικό χώρο και ο ρωμαϊκός κόσμος να αποδεχθεί τον Χριστιανισμό ως τη μόνη θρησκεία, που κατέχει την απόλυτη αλήθεια και αποκλείει κάθε άλλη διδασκαλία ως αίρεση. Φυσική βέβαια συνέπεια της νέας πολιτικής που χάραξε ο Κωνσταντίνος ήταν να καταλάβει η χριστιανική πίστη μονοπωλιακή θέση στη ρωμαιό-βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτό όμως έγινε αρκετά αργότερα.
(«Ιστορία Βυζαντινού Κράτους», σελ. 106)
Οικογενειακή θρησκευτική παράδοση του Κωνσταντίνου ήταν η μονοθεϊστική λατρεία του θεού Ήλιου, για αυτόν τον λόγο είδε με καλό μάτι τον Χριστιανισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι ο βιβλικός θεός μερικές φορές καλείται ως «Ήλιος της δικαιοσύνης». Παράλληλα διατήρησε το εθιμοτυπικό να είναι αρχιερέας των εθνικών.

Μετά την ήττα του Μαξέντιου από τον Κωνσταντίνο, ο δεύτερος πλέον «δεν προσέφερε τις συνηθισμένες θυσίες των ειδωλολατρών προς τον Δία Καπιτωλίνο στις 29 Οκτωβρίου, αλλά ισχυροποίησε, αμέσως μετά τη μάχη, τον χριστιανικό κλήρο. Στην Ιταλία και την Αφρική, υπήρχαν πολύ περισσότεροι χριστιανοί από ό,τι στην Γαλατία. Στη Ρώμη, όπου η Σύγκλητος έχτισε προς τιμήν του, δίπλα στο Κολοσσαίο, την αψίδα του θριάμβου, που σώζεται μέχρι σήμερα, χάρισε στον επίσκοπο Μιλτιάδη, ίσως ήδη από τότε, την domus Faustae μαζί με τα κτήματά της και το αυτοκρατορικό παλάτι, που ανήκε κάποτε στην οικογένεια του Λατερανού κι έπειτα το πήρε κληρονομιά από τον πατέρα της Μαξιμιανό η δεύτερη γυναίκα του Φαύστα. Επειδή όμως η Φαύστα δεν ήταν χριστιανή, ο Κωνσταντίνος, μετά τη δολοφονία της, μεταβίβασε το Λατερανό στην Εκκλησία. Ο Ρωμαίος ποντίφικας βελτίωσε σημαντικά την έδρα του. Το κτίριο παρέμεινε παπική κατοικία ως το 1308. Επιπλέον ο ηγεμόνας παρακινεί από τώρα τους επισκόπους να επεκτείνουν τις εκκλησίες τους ή να ανοικοδομήσουν νέες, παρέχοντάς τους "πλούσια στήριξη από τα δικά του οικονομικά μέσα" (Ευσέβιος). Στην Αφρική, που βρίσκεται μετά τη νίκη του υπό την εξουσία του, επιστρέφει στην καμπή του 312/313τη δημευμένη περιουσία των Εκκλησιών, ακόμη και αν στο μεταξύ είχε περάσει στην κατοχή ιδιωτών. Διατάζει ρητά τον ανθύπατο Ανουλίνο να φροντίσει ώστε αυτή η περιουσία, "οι κήποι, τα σπίτια και όλα ανεξαιρέτως να επιστραφούν από τους πολίτες ή τα άλλα πρόσωπα που τα κατείχαν όσο το δυνατόν γρηγορότερα" στην Εκκλησία»
(Karlheinz Deschner, «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού, τ. Α΄, σ. 289).

Ο Κωνσταντίνος φρόντισε να παραχωρήσει με κλήρο πολλά κτήματα και προϊόντα εισαγωγής που μπορούσαν να μεταπωληθούν. Οικοδόμησε πλούσιους και πολυτελείς ναούς, χάρισε χρυσάφι και ασήμι (ο. π σ. 305-307). Αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση προς την Εκκλησία, εξυπηρετούσε αρχικά στο να ισοσταθμίσει χριστιανούς και εθνικούς. Σταδιακά, από τώρα και στο εξής, θα ενισχύεται ο χριστιανικός κλήρος και θα αποδυναμώνονται οι εθνικοί.

«Για ποιόν λόγο όμως γίνονταν όλα αυτά τα έξοδα για τα πελώρια και μνημειώδη εκκλησιαστικά οικοδομήματα, που απομυζούσαν τον λαό; Δαπάνες, τις οποίες κατά την προηγούμενη αρχαία περίοδο μόνο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός είχε ξεπεράσει; Εδώ υπάρχει μόνο μία έγκυρη απάντηση: Ο Κωνσταντίνος επιδείκνυε έτσι που αναζητούσε υποστήριξη για να χτίσει την αυτοκρατορία του»
(ο. π. σ. 307).

«Το 313 ο Κωνσταντίνος απελευθέρωσε τον κλήρο απ’ όλες τις ιδιωτικές χορηγίες, τις παροχές υπηρεσιών στην πόλη και το κράτος και με έναν μεταγενέστερο νόμο- μια και οι κληρικοί ασκούν συνήθως ένα δεύτερο επάγγελμα- από τους επαγγελματικούς φόρους. Πως δικαιολογήθηκε αυτό; Με την υπόθεση ότι τα επαγγελματικά τους έσοδα προορίζονταν σίγουρα για τους φτωχούς.

Οι επίσκοποι απολάμβαναν σύντομα τόσα πολλά προνόμια, κυρίως από φοροαπαλλαγές, ώστε το 320 απαγορεύτηκε να καταλαμβάνουν οι πλούσιοι ιερατικό αξίωμα, αφού έτσι προσπαθούσαν οι τελευταίοι να αποφύγουν τις φορολογικές πιέσεις.

Το 321 η Εκκλησία απέκτησε κληρονομικά δικαιώματα, κάτι που για τους ειδωλολατρικούς ναούς ίσχυε μόνο περιστασιακά. Είχε όμως τόσο πολλά εισοδήματα, ώστε το κράτος μετά από δύο γενιές εξέδωσε νόμους ‘’ενάντια στην εκμετάλλευση της ευλαβούς πίστης, ιδιαίτερα γυναικών από τον κλήρο’’. Η περιουσία της Εκκλησίας αυξήθηκε μέσα στον επόμενο αιώνα στο πολλαπλάσιο, μια και ολοένα περισσότεροι χριστιανοί για τη "σωτηρία της ψυχής τους" άφηναν στην Εκκλησία ένα κληροδότημα ή όλη τους την περιουσία, μια συνήθεια, που έλαβε κατά το Μεσαίωνα διατάσεις επιδημίας: Η Εκκλησία κατείχε το ένα τρίτο της Ευρώπης»
(ο. π. σ. 309).

Κωνσταντίνος και Ελένη
Δεν είναι όμως μόνο ο Κωνσταντίνος, αλλά και η μητέρα του Ελένη που οικοδόμησε πολυτελέστατους ναούς και δημιούργησε προσκυνήματα, από τον κρατικό κορβανά. Μέρος της φορολογίας –και συνεπώς μέρος των χρημάτων που δίδονταν για την έγερση χριστιανικών ναών-, προέρχονταν από την φορολόγηση της πορνείας. Ο Κωνσταντίνος είχε θεσπίσει έναν πολύ βαρύ φόρο, τον «χρυσάργυρο», που το εισέπρατταν κάθε 4 ή 5 χρόνια. Προκειμένου να πληρωθεί, πολλοί κάνανε τα κορίτσια τους πόρνες, σύμφωνα με τον Ζώσιμο. Εκτός από αυτό, αρκετοί ναοί των εθνικών είχαν μεταβληθεί σε πορνεία, τα οποία επίσης φορολογούσε το χριστιανικό Βυζάντιο, κατά τα γραφόμενα του χριστιανού ιστορικού Σωζομενού.

Ο Ευσέβιος Καισαρείας, στο έργο του «Βίος Κωνσταντίνου», στο τρίτο βιβλίο, μνημονεύει ορισμένα από τα κυριότερα χριστιανικά οικοδομήματα που κατασκεύασαν και κόσμησαν ο Κωνσταντίνος και η μητέρα του η Ελένη, στα Ιεροσόλυμα, την Νικομήδεια, την Κωνσταντινούπολη, την Αντιόχεια και αλλού. Ήσαν πολυτελείς ναοί και προσκυνήματα και κατασκευάστηκαν εκεί που «πάτησε», «δίδαξε» και «μαρτύρησε» ο Ιησούς, ασχέτως αν μέχρι τότε ήσαν παντελώς άγνωστα. Ο αυτοκράτορας διέθετε πολύ χρήμα για όλα αυτά, και με αυτές τις βασιλικές χορηγίες, τα έκτισε και τα κόσμησε με πολυάριθμα αναθήματα. Τα ίδια έπραξε και η Ελένη, καθώς ο Κωνσταντίνος, «της παρέσχε μάλιστα εξουσίαν και επί του βασιλικού θησαυρού, ώστε να χρησιμοποιεί από αυτόν κατά προαίρεσιν και να διαχειρίζεται κατά γνώμην, όπως θέλει και όπως κατά περιστάσεις της φαίνεται καλόν»
(«Βίος Κωνσταντίνου» λόγος Γ΄, 47,3).

Ο καθηγητής και αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης, αναφέρει:
Μεταγενέστεραι διατάξεις, τας οποίας ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε, και πριν γίνει μονοκράτωρ, και ότε έγινε (324), δεικνύουσι φροντίδα περί του χριστιανισμού και δαπάνην χρημάτων δι’ αυτόν. Δια των διατάξεων τούτων ο κλήρος απηλλάγη των δημοσίων βαρών, εις τας εκκλησίας εδόθη δικαίωμα να έχωσιν ιδιοκτησίαν και να δέχωνται κληρονομίας, εις εκκλησίας εδόθησαν αυτοκρατορικαί επιχορηγήσεις, οι ναοί ωρίσθησαν ως τόποι ασύλου, αι χριστιανικαί εορταί κατέστησαν κρατικαί εορταί, επί των νομισμάτων ετέθησαν χριστιανικαί παραστάσεις, δι’ αυτοκρατορικών χρημάτων ιδρύθησαν χριστιανικοί ναοί και δι’ αυτοκρατορικών χρημάτων συνεκλήθη η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος [Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, 10.5,7,6. Βίος του Μ. Κ, 3.23,25,43,47. 3.18,28. 3,22].
(Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 142)
Ιδιοποίηση των ναών και των περιουσιών των ναών των εθνικών

«Η Εκκλησία πήρε και όλα όσα συνέρρεαν παλαιότερα στα ειδωλολατρικά ιερά. Ακόμη και τα κτήματα των ναών τα οποία ιδιοποιήθηκε, όπως και οι εκκλησιαστικές περιουσίες «των αιρετικών», αποτέλεσαν τρόπον τινά τα θεμέλια της περιουσίας της»
(Karlheinz Deschner, «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού», τ. Β΄, σ. 221).

Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα...

Λιβάνιος, «Λόγος υπέρ των ιερών».
Ο Λιβάνιος, στον λόγο του προς τον Θεοδόσιο, «Υπέρ των ιερών», αναφέρει:
8. Βέβαια, εσύ ο ίδιος δεν έδωσες διαταγή να κλείσουν οι ναοί και δεν απαγόρεψες ούτε την είσοδο σε ναούς, ούτε το ιερό πυρ των ναών, ούτε το λιβάνι, ούτε τις προσφορές άλλων θυμιαμάτων σε ναούς και βωμούς. Όμως, εκείνα τα μαυροφορεμένα υποκείμενα, που τρώνε περισσότερο κι από τους ελέφαντες και κατεβάζοντας αμέτρητα ποτήρια, παρενοχλούν τους άλλους που συνοδεύουν το πιοτό τους με τραγούδια, αυτοί που συγκαλύπτουν τις επιδόσεις τους στο φαγοπότι με μια τεχνητή χλωμάδα του προσώπου. Αυτοί, ενώ ο νόμος παραμένει σε ισχύ, ορμούν πάνω στους ναούς κρατώντας ξύλα και πέτρες και σίδερα, και μερικές φορές χωρίς αυτά, με χέρια και πόδια. Ακολουθεί η εκ του ασφαλούς λεηλασία, το γκρέμισμα της στέγης, η κατεδάφιση των τοίχων, σπάσιμο των αγαλμάτων, αναποδογύρισμα των βωμών. Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν. Κι αφού κατεδαφίσουν έναν ναό, σπεύδουν στον δεύτερο και στον τρίτο κι ύστερα στοιβάζουν τρόπαια πάνω σε τρόπαια, καταπατώντας τον νόμο.

9. Τέτοιες πράξεις αποτολμούνται και μέσα σε πόλεις, όμως κυρίως στην ύπαιθρο. Κι είναι πολλοί αυτοί που κάθε φορά επιτίθενται κι ύστερα από τα μύρια κακά που διαπράττουν τα σκορπισμένα πλήθη, συγκεντρώνονται και ζητούν αναμεταξύ τους λογαριασμό των πράξεων τους, και το 'χουν σε ντροπή να μην έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα αδικήματα. Ξεχύνονται στους αγρούς σαν χείμαρροι και μαζί με τους ναούς ερημώνουν και τους αγρούς. Γιατί όταν ένας αγρός στερηθεί τον ναό του, πάει χαμένος, τυφλώνεται και πεθαίνει. Οι ναοί, βασιλιά, είναι η ψυχή των αγρών οι ναοί πρωτοέδωσαν ζωή στους αγρούς, και από γενιά σε γενιά παραδόθηκαν στους σημερινούς ανθρώπους.

11. Να τι αντίκτυπο έχουν στις μεγάλες υποθέσεις του κράτους οι βιαιότητες που αποτολμούν ενάντια στον κόσμο της υπαίθρου οι άνθρωποι αυτοί που ισχυρίζονται ότι πολεμούν τους ναούς. Μόνο που ο πόλεμός τους, είναι γι' αυτούς πηγή εισοδήματος, γιατί αρπάζουν όχι μόνο ό,τι βρίσκεται μες στους ναούς αλλά και τα υπάρχοντα των ταλαίπωρων αγροτών, την παραγωγή τους και τα ζωντανά. Και αποχωρούν τελικά οι εισβολείς κουβαλώντας τη λεία τους από τα μέρη που εκπόρθησαν. Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά σφετερίζονται και ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού είναι περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι. Από τα δεινά των άλλων καλοπερνούν αυτοί, που ισχυρίζονται ότι κάνοντας νηστείες λατρεύουν τον θεό τους. Κι αν κάποιοι από τα θύματά τους πάνε στην πόλη και βρουν τον «ποιμένα» (έτσι αποκαλούνται κάποιοι άνθρωποι, όχι και τόσο αγαθοί) και κλαίγοντας του διηγηθούν τα όσα έπαθαν, ο «ποιμένας» αυτός επαινεί τους κακοποιούς και ξαποστέλνει τους παθόντες, λέγοντάς τους πως είναι κερδισμένοι κι από πάνω, που δεν έπαθαν χειρότερα.

12. Κι όμως, βασιλιά, δικοί σου υπήκοοι είναι κι αυτοί και σου είναι πιο χρήσιμοι από τους άλλους που εγκληματούν σε βάρος τους, όσο πιο χρήσιμος είναι ένας εργαζόμενος από έναν άεργο. Αυτοί είναι οι μέλισσες, ενώ εκείνοι οι κηφήνες. Κι όταν ακούνε πως σε κάποιο κτήμα υπάρχουν πράγματα προς αρπαγή, αμέσως κατηγορούν τον κτηματία ότι κάνει θυσίες και άλλα κακά, και ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επέμβαση, και να σου, καταφθάνουν οι σωφρονιστές. Έτσι τις βαφτίζουν τις ληστείες τους, αν και η λέξη «ληστεία» είναι ανεπαρκής. Ο ληστής κοιτάει να ξεφύγει και αρνείται την πράξη του κι αν τον πεις ληστή θα το πάρει για προσβολή. Ενώ αυτοί περηφανεύονται και καμαρώνουν για τα κατορθώματα τους και τα διηγούνται σε όσους δεν τα γνωρίζουν, κι από πάνω έχουν και την αξίωση να ανταμειφθούν γι' αυτά.

54. Εσύ λοιπόν δεν μας καταδιώκεις, ακριβώς όπως εκείνος που καταδίωξε τους Πέρσες με τα όπλα δεν δίωξε όσους υπηκόους του είχαν αντίθετες αντιλήψεις από τις δικές του. Τότε, γιατί μας καταδιώκουν αυτοί οι άνθρωποι; Με ποιο δικαίωμα κάνουν επιδρομές; Πώς απλώνουν οργισμένοι το χέρι πάνω σε ξένα κτήματα; Πώς μπορούν να καταστρέφουν και ν' αρπάζουν, και σ' όλα αυτά να προσθέτουν την ύβρη με το να καμαρώνουν γι' αυτές τους τις πράξεις;
(Λιβάνιος, «Λόγος υπέρ των ιερών»)
Όπως σημειώνει ο ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ο Λιβάνιος, στην έκκλησή του προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότητες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο. Δεν περιορίστηκε στις βεβηλώσεις και ανατροπές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια. Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνοουμένους της εξουσίας»
(Σιμόπουλος Κυριάκος, «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων», σ. 123).

Επίσης παρατηρεί:

«Κατά τον Ιουλιανό ο Κωνσταντίνος επέτρεψε να λεηλατηθούν όλοι οι θησαυροί των ναών για να διακηρύξει την περιφρόνησή του προς την αρχαία θρησκεία. Η διαρπαγή όμως δεν έγινε από προσωπική απέχθεια του Κωνσταντίνου- ήταν άλλωστε και ο ίδιος ‘’εθνικός’’- αλλά για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους: προσπορισμός εσόδων, προπαγάνδα και κυρίως ικανοποίηση των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών που απολάμβαναν πλούσιο μερίδιο από την λαφυραγωγία. Στην Κωνσταντινούπολη δημεύτηκαν οι περιουσίες των αρχαίων ιερών»
(ο. π. σ. 128).

Πορφύριος Γάζης
Άλλο παράδειγμα που θα μπορούσε να αναφερθεί, είναι αυτό του Πορφυρίου Γάζας. Αναφέρονται αναλυτικά στον «Βίο» του, που κατέγραψε ο Μάρκος ο Διάκονος. Αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν το 398.

Γράφει ο Κ. Σιμόπουλος, βάση του «Βίου»:
Οι χριστιανοί εισόρμησαν στους ναούς, καταθρυμμάτισαν όλα τα αγάλματα και λεηλάτησαν τα άδυτα αρπάζοντας τα πολύτιμα αναθήματα και σκεύη. Θα στραφούν ύστερα εναντίον του Μαρνείου, του ναού του Διός. Έντρομοι οι ιερείς αμπάρωσαν τις πόρτες και κατέφυγαν στο άδυτο. Και τώρα τι θα γίνει; Άλλοι έλεγαν να κατεδαφιστεί ο ναός-‘’κατασκαφήναι’’- και άλλοι να πυρποληθεί- ‘’κατακαήναι’’. Προτόμησαν τον εμπρησμό. Ένα ‘’σοφό παιδάκι’’ εφτά χρονών- ‘’έως επτά ενιαυτών’’- εκφράζοντας προφανώς τη θεϊκή βούληση, έδωσε οδηγίες στους ευσεβείς χριστιανούς. Να αλείψετε με πίσσα, θειάφι, και χοιρινό λίπος τις χάλκινες πόρτες και να βάλετε φωτιά. Ακριβώς αυτό έκαναν. Άλειψαν τις θύρες του ναού με τα εμπρηστικά υλικά και ‘’προσήκαν το πυρ’’. Φούντωσε η φωτιά και ο ναός τυλίχθηκε στις φλόγες. Και οι χριστιανοί ρίχθηκαν στην λεηλασία. Άρπαξαν, γράφει ο συναξαριστής, ‘’α εύρισκον, είτε χρυσόν είτε αργυρόν ή σίδηρον ή μόλυβδον’’. Δεν αναφέρει τίποτα για τους έγκλειστους ιερείς. Ασφαλώς κάηκαν ζωντανοί. Ήρθε ύστερα η σειρά των ιδιωτικών σπιτιών. Οι ορδές του Πορφυρίου εισβάλλουν στα σπίτια της Γάζας και καταστρέφουν όλα τα λατρευτικά αγάλματα, όλα τα διακοσμητικά έργα τέχνης, πίνακες ζωγραφικής. Έκαψαν επίσης όλα τα βιβλία των αρχαίων Ελλήνων συγγραφεών.
(Σιμόπουλος Κυριάκος, «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων», σ. 134)
Άλλο παράδειγμα, ο Θεόφιλος και το Σαράπειο...
Επικεφαλής φανατισμένου όχλου, οπλισμένου με τσεκούρια, εισόρμησε στον ναό και κάλεσε τους βανδάλους του να κατακερματίσουν το περίφημο αρχαίο άγαλμα του Σάραπι, έργο του Αθηναίου γλύπτη Βρυάξιδος. Ακολούθησε, με παρότρυνσή του, άγρια λεηλασία του ιερού. Ο Ευνάπιος γράφει ειρωνικά ότι οι «ηρωικοί επιδρομείς» γκρέμισαν τα πάντα και ρίχθηκαν στην αρπαγή χρημάτων και πολύτιμων αντικειμένων.
(Σιμόπουλος Κυριάκος, «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» σ. 135)
Οι θησαυροί των ναών της Αιγύπτου παραχωρήθηκαν από τον αυτοκράτορα στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας».
(ο.π.σ 136)
Δεν ήταν όμως αίτιο η θρησκευτική έξαρση, αλλά η αρπαγή.
Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι οι βαρβαρότητες κατά των αρχαίων μνημείων και καλλιτεχνημάτων δεν ήταν αποτέλεσμα θρησκευτικών εξάρσεων αλλά προμελετημένη επιχείρηση διαρπαγής υπό την αιγίδα της εξουσίας, αυτοκρατορικής και εκκλησιαστικής. Αρκεί να σημειωθεί ότι ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, ο οργανωτής των βανδαλισμών, υπήρξε τόσο ευσεβής και αδιάλλακτος χριστιανός και δεινός πολέμιος της ειδωλολατρίας που το 410 διόρισε επίσκοπο Πτολεμαΐδος (Κυρηναϊκής) τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο και ρήτορα Συνέσιο που ανοιχτά δήλωνε πως είναι οπαδός της παλαιάς θρησκείας.
(ο. π. σ. 137)
Στους βανδαλισμούς πρωτοστατούν και οι μοναχοί επειδή διεκδικούν τις περιουσίες των «ειδωλολατρικών ιερών».
(ο. π. σ. 139)
Θεοδοσιανός Κώδικας
Πέρα όμως από την ανοχή των χριστιανών αυτοκρατόρων, λίγο αργότερα, το 415, ο Ονώριος και ο Θεοδόσιος ο Μικρός, θα εκδώσουν τον κάτωθι νόμο 16.10.20. Συνεπώς, τώρα έχουμε να κάνουμε με την επίσημη πολιτική της αυτοκρατορίας.
Διατάσσουμε ότι οι ιερείς της ειδωλολατρικής δεισιδαιμονίας θα υπόκεινται στην τιμωρία που τους αντιστοιχεί, εκτός εάν αποχωρήσουν από την Καρχηδόνα πριν από τις Καλένδες του Νοεμβρίου και επιστρέψουν στις κοινότητες από τις οποίες προέρχονται. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ιερείς σε όλη την Αφρική θα υπόκεινται σε αντίστοιχη τιμωρία, εκτός εάν αποχωρήσουν από τις πόλεις και επιστρέψουν στις δικές τους κοινότητες. Επίσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Γρατιανού, που τώρα βρίσκεται μεταξύ των αγίων, διατάσσουμε ότι όλα τα μέρη που το εσφαλμένο δόγμα των παλαιών είχε εκχωρήσει στις ιερές τους τελετές θα περιέλθουν στην ιδιοκτησία του αυτοκρατορικού μας ταμείου. Γι’ αυτό, από τη στιγμή που απαγορεύθηκε να δίνονται δημόσια χρήματα στην αίσχιστη δεισιδαιμονία, τα οφέλη από τέτοια μέρη θα αφαιρούνται από τους παράνομους ιδιοκτήτες τους. Εάν όμως η γενναιοδωρία παλαιών αυτοκρατόρων ή η Μεγαλειότητά μας επιθυμεί να παραχωρηθεί οποιοδήποτε το μέρος από αυτή την περιουσία σε κάποια πρόσωπα, αυτή η περιουσία θα παραμείνει στην κυριότητά τους επ’ άπειρον. Ορίζουμε ότι αυτός ο κανονισμός θα ισχύει όχι μόνο σε όλη την Αφρική, αλλά σε όλες τις περιοχές που βρίσκονται μέσα στην επικράτειά μας. Επιπλέον, εάν ήταν επιθυμία μας, όπως έχει εκφραστεί επανειλημμένως με νόμους, τέτοιου είδους περιουσία να ανήκει στη σεβαστή Εκκλησία, η χριστιανική θρησκεία θα μπορεί να διεκδικήσει την περιουσία αυτή για λογαριασμό της. Κατά συνέπεια, όλα τα κτήματα που ανήκαν σε μία δεδομένη στιγμή στη δεισιδαιμονία που δικαίως έχει καταδικαστεί, και όλοι οι τόποι που προηγουμένως ανήκαν στους Frediani ή στους Δενδροφόρους ή σε άλλους που φέρουν διάφορα ονόματα και ειδωλολατρικά επαγγέλματα, και που προορίζονταν για τις γιορτές τους και τις δαπάνες τους, θα μπορούν τώρα να ενισχύσουν το εισόδημα του οίκου Μας, αφού η προαναφερθείσα εσφαλμένη πίστη καταργηθεί. Ασφαλώς, εάν κάτι έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε θυσίες και άρα έχει εξυπηρετήσει την εξαπάτηση των ανθρώπων, θα απομακρυνθεί από τα λουτρά και από τα αγαπημένα μέρη όπου συχνάζει το κοινό, έτσι ώστε να μη δίνει αφορμή για σφάλματα. Επιπλέον, ορίζουμε την απομάκρυνση των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων ή άλλων προσώπων που λέγεται ότι είχαν μονοπωλήσει για λογαριασμό τους την δωρεάν διανομή σίτου και τροφίμων στον λαό σε καιρό λιμού, του απλού λαού. Έτσι κανείς δεν θα αποφεύγει την ποινή του θανάτου, εάν πάρει με τη θέλησή του να τον διορίσουν σε τέτοια αίσχη.

Παρεδόθη την τρίτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Σεπτεμβρίου στη Ραβέννα το έτος της δέκατης υπατείας του Αυγούστου Ονωρίου καί της έκτης υπατείας του Αυγούστου Θεοδοσίου, 30 Αυγούστου 415.
(Αφροδίτη Καμάρα, «Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσα από τους κώδικες», σ. 79-83)
Κληρονομιές

Σημαντική πηγή εσόδων απετέλεσαν και οι κληρονομιές, εν ονόματι του «θεού» και μιας καλής θέσεως στην μετά θάνατον ζωή.
Αφότου το 321 ο Κωνσταντίνος έδωσε στην Εκκλησία το δικαίωμα να κληρονομεί -μία ανεξάντλητη πηγή πλούτου έως τις μέρες μας- πολλοί χριστιανοί της άφηναν μέρος γαιών ή και ολόκληρες γαίες και περιουσίες σε μετρητά, για τη σωτηρία της ψυχής τους.
(Karlheinz Deschner, «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού», τ. Β΄, σ. 261)
Είναι ένα φαινόμενο που το βλέπουμε και σήμερα. Όπως και όλα όσα αναφέρουμε, αφού η απληστία του χυδαίου ανθρώπου παραμένει η ίδια.
Όταν πρόκειται για χρήματα, οι πιο δοξασμένοι άγιοι, οι πιο διάσημοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν διστάζουν να διχάσουν γονείς και παιδιά, ζητώντας να τα αποκληρώσουν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου προς όφελος της Εκκλησίας.
(ο. π. σ. 264)
Αυτό προκύπτει από τα ίδια τα γραπτά των Πατέρων. Για παράδειγμα, ο άγιος Κυπριανός προτρέπει τους γονείς να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στον Θεό και όχι στα παιδιά τους. Γιατί ο Θεός είναι ο αληθινός τους κηδεμόνας. Ο άγιος Ιερώνυμος ζητάει από τους ιερείς να δίνουν την περιουσία τους στους φτωχούς και στην εκκλησία. Ο Σαλβιανός λέει ανοιχτά ότι, όποιος δεν αφήνει την περιουσία του στην Εκκλησία, αλλά την δίνει στα παιδιά του, ενεργεί ενάντια στο θέλημα του Θεο
(ο. π .σ. 261-265).

Επειδή το κακό είχε παραγίνει, κάποιοι προσπάθησαν να περιορίσουν το φαινόμενο, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο «Μαμωνάς της αδικίας» πάντα θριαμβεύει.
Τον 4ο αιώνα πιστοποιούν ακόμη και οι νόμοι των χριστιανών αυτοκρατόρων την εξαθλίωση πολλών οικογενειών η οποία είχε προκληθεί από τις μεγάλες δωρεές προς την Εκκλησία. Ήδη ο Βαλεντινιανός Α΄ (364-375) προβαίνει γι’ αυτό το λόγο σε αυστηρές ενέργειες ενάντια στην υφαρπαγή κληρονομιών από την Εκκλησία. Το έτος 370 απαγορεύει σε ιερωμένους και μοναχούς να επισκέπτονται τα σπίτια των χηρών και ορφανών, και ανακηρύσσει άκυρες όλες τις δωρεές και κληροδοτήσεις τους, όπως και εκείνες άλλων γυναικών οι οποίες με θρησκευτική πρόφαση, επρόκειτο να γίνουν θύματα εκβιαστών ιερέων.
(ο. π. σ. 266)
Όπως δείχνει η ιστορία, ουδέποτε εφαρμόστηκαν τα μέτρα αυτά. Έμειναν νεκρό γράμμα.
Αν και απαγορεύονταν η προσωπική ιδιοκτησία για τους μοναχούς, τα μοναστήρια είχαν το δικαίωμα να πλουτίζουν όσο ήθελαν, πράγμα που έκαναν κιόλας, κυρίως με τις περιουσίες που δώριζαν πλούσιοι κοσμικοί κατά την είσοδό τους στο τάγμα. 
Άλλοι πλούσιοι κοσμικοί έδιναν για την σωτηρία της ψυχής τους μεγάλες δωρεές στα μοναστήρια, τα αποκαλούμενα ‘’ψυχικά’’. Στην Νιτρία, η ενάρετη Ρωμαία Μελάνη χαρίζει στον μοναχό πατέρα Παμβώ, μαθητή του Αντωνίου, 150 κιλά ασήμι. Ο Αυγουστίνος που παραπονιέται κάποιες φορές για περιφερόμενους οκνηρούς μοναχούς που πουλάνε ψεύτικα λείψανα από πόρτα σε πόρτα, επιθυμεί μεν την ευημερία των μοναστηριών, αλλά καθώς φαίνεται, δεν είναι τόσο εύπιστος.
(ο. π. σ. 230)
Αρπαγές από τους φτωχούς που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην βαρύτατη φορολογία

Ο Αλέξανδρος Διομήδης, που διετέλεσε πολιτικός, οικονομολόγος, δικηγόρος, συγγραφέας, και πανεπιστημιακός, στις «Βυζαντινές Μελέτες» του, γράφει:
Οι πανίσχυροι εκκλησιαστικοί άρχοντες -όπως και οι κοσμικοί άρχοντες- εχρησιμοποίουν ολόκληρον τον όγκον της επιρροής των δια να αποσπάσουν από τους ασθενείς και απροστάτευτους τα μικροκτήματά των -«τα των πενήτων καταπίειν»- να συγκεντρώσουν δε εις χείρας των, κατά το δυνατόν, μείζονα έκτασιν γης. «Πολλά των χωρίων ευρίσκονται βλαπτόμενα τε και αδικούμενα, τινά δε και αφανιζόμενα παρ’ ολίγον από της των μοναστηρίων αφορμής», λέγει η Νεαρά XXIX Βασιλείου Β΄ [976-1025]. Κατεδυνάστευον -ιδία όταν επρόκειτο περί Μονών- τους περιοίκους αγροτικούς πληθυσμούς έως ου, απαυδίζοντες ούτοι από την πίεσιν των δημοσίων φόρων, από την διάχυτον πέριξ των αναλγησία, από την αρπακτικότητα των εισπρακτόρων, εγκατέλειπον το κτήμα ή μετεβίβαζον αυτό υπό τον όρον της «προστασίας» (πατροκίνιον), εις την παντοδύναμον Μονήν.
(Βυζαντιναί Μελέται, τ. Α΄, σ. 38-39)
Φυσικά, ως σοβαρός ερευνητής, δεν τα βγάζει από το κεφάλι του, αλλά βασίζεται σε Νεαρά (νομοθεσία) του Βασιλείου του Β΄.
Η τάξις των γεωργών είχε περιέλθει, κατά τας αψευδείς μαρτυρίας συγγραφέων του ΙΔ΄ αιώνος, εις οικτράν κατάστασιν. Ο πληθυσμός της υπαίθρου αραιώνεται ένεκα της κακομεταχειρήσεως από τους χωροδεσπότας και των δηώσεων και καταστροφών, από τας συχνάς εχθρικάς επιδρομάς. Εν τούτοις, εν μέσω του ολέθρου τούτου, η μοναστηριακή περιουσία ηύξανεν, ο αριθμός των ζητούντων, εν μέσω γενικής αναστατώσεως άσυλον εις τας Μονάς, παραχωρούντων δε εις αυτάς και τας εις τας πόλεις οικίας των και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Από την αντίδρασιν πλείστων εκκλησιαστικών συγγραφέων προκύπτει, ότι η καλογερική πλεονεξία εξεμεταλλεύετο επί μάλλον και μάλλον τα αισθήματα και τους φόβους των πιστών. Έκτοτε ιδίως χρονολογούνται τα εκτεταμένα μοναστηριακά κτήματα εν Θεσσαλία και αι μεγάλαι Μοναί με μετόχια της Μακεδονίας, ιδία της ανατολικής.
(ο. π. σ.100)
Η τοκογλυφία των επισκόπων και των ηγουμένων

Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, μας αποκαλύπτει βάση πρωτογενούς πηγής, την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον 14ο αιώνα. Μάλιστα, η πηγή προέρχεται από έναν εκκλησιαστικό, ονόματι Ισίδωρο.
Ένας ιεράρχης, ο Ισίδωρος, που έζησε στο τέλος του ΙΔ΄ αιώνα, ακολουθώντας τις παραδόσεις του Χρυσοστόμου, του Γρηγορίου και του Βασιλείου, διαμαρτύρονταν για τον ηθικό ξεπεσμό της κοινωνίας στην εποχή του, για την απληστία των κληρικών και των καλογέρων και για την τοκογλυφία, που έριχνε στην δυστυχία, στην απόγνωση και στην αθλιότητα πολύ κόσμο. «Αρπάζετε το έχειν των αδελφών σας (βροντοφώνησε σε μία ομιλία του), και με τις τέτοιες αρπαγές σας ικανοποιείται την ασέλγειά σας». Και αλλού ο ίδιος τονίζει: «Επειδή δεν υπάρχει πια κοινωνική αλληλεγγύη, εσείς οι δανειστές δέρνετε, χτυπάτε, δαγκώνετε» (ελ. Χειρόγρ. Βιβλ. Παρισιού Νο 1192, φ. 280 και 239). Ακόμα, στιγματίζει και τους καλογέρους, που κατέβαιναν στις πόλεις, όπου ανακατεύονταν στα πολιτικά και ο νους και ο λογισμός τους ήταν πώς να πλουτίσουν και να αποκτήσουν αμπέλια και χωράφια (βλ. ελ. Χειρόγραφο οπ. Παραπάνω, φ. 171-171ν). Αξίζει όμως να μεταφέρουμε εδώ μεταφρασμένα όσα λέει για τους τοκογλύφους. Επειδή στις διαμαρτυρίες και στις επικρίσεις του οι τοκογλύφοι επικαλούντανε τους νόμους από την μία μεριά και από την άλλη δικαιολογούντανε, ότι με τα δάνειά τους προσφέρανε υπηρεσίες στην κοινωνία, ο Ισίδωρος τους δίνει την πιο κάτω αποστομωτική απάντηση: Αλλά ποια είναι η ψυχρή απολογία των καλόγερων; «Από τα δικά μου χρήματα που δανείζω, βγάζει κέρδος, λένε, ο χρεοφειλέτης μου. Τι παράξενο λοιπόν είναι, αν κ’ εγώ ο δανειστής του πάρω ένα μέρος από τα κέρδη του, αφού με τα δικά μου χρήματα κέρδισε; Δεν πιστεύω να θεωρείται καλό πράγμα το να δίνει κανείς την περιουσία του να την νέμεται ένας άλλος, χωρίς εκείνο που δανείζει να’ χει κανένα κέρδος». Αυτό είναι ληστεία και αρπαγή, απαντούν εκείνοι, που χαρακτήριζαν την τοκογλυφία σαν άδικο και παράνομο μέτρο. «Κανένα κέρδος δεν έχει ο αδελφός σου με το να τόνε δανείσεις, η τέτοια σου πράξη είναι σα να ρίχνεις τ’ αγκίστρι μέσα στους φτωχού το σπιτικό και μαζί με τα δικά σου τραβάς και τα δικά του, έπειτα ούτε και κρυφά τα αρπάζεις, πράγμα που θάτανε σ’ εκείνον που παθαίνει τη ζημιά μικρό κακό, αλλά με τέτοια καταπίεση, ώστε με τα ίδια τα χέρια του αδικούμενου παίρνεις τ’ αρπαγμένα, γιατί εκείνος τρομοκρατημένος από τις φοβέρες σου για να μην τον κλείσεις στην φυλακή ή του γκρεμίσεις το σπίτι ή του πάρεις και τα πιο χρειαζούμενα πράγματα, προτιμά το μικρότερο κακό· και για να μη χάσει την υπόληψή του και γίνει περίγελο του κόσμου, αν ο τρίτος πάει και του κάνει το κακό, ο ίδιος ή το σπίτι του πουλάει ή το χωράφι του, ή τα ρούχα του ή ό, τι άλλο δικό του, τρέμοντας την ασπλαχνία σου και θεληματικά έρχεται και σου δίνει ό, τι του ζητείς» (ελ. Χειρόγρ. Βιλιοθ. Παρισιού, Νο 1192, φ. 226). Όσο όμως και αν φώναζε και αν διαμαρτύρονταν ο Ισίδωρος κανείς από τους ισχυρούς δεν του έδινε σημασία. Η φωνή του ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
(Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου, σ. 462-464)
Δεν ξεκίνησε βέβαια το φαινόμενο από τον 14ο αιώνα. Υπήρχε από πολλούς αιώνες πρωτύτερα. Ήδη η Α΄ Οικουμενική, 10 αιώνες πριν, είχε ασχοληθεί με το θέμα. Και επαναλαμβάνονται οι κανόνες σε διάφορες εποχές και συνόδους, κάτι που αποδεικνύει ότι το φαινόμενο ποτέ δεν εξέλειπε. Φαίνεται για άλλη μια φορά η ασυμφωνία λόγων και πράξεων από την πλευρά των εκκλησιαστικών ηγετών. Αυτό το βλέπουμε πολύ καθαρά και στην εποχή μας, όπου η εκκλησία άλλα λέει, και άλλα κάνει. Συμπεριφέρεται ακριβώς όπως και οι πολιτικοί. Και αν βρεθεί κάποιος να πει το ορθό, τότε τον απομονώνουν. Τον «τρώει» το εκκλησιαστικό κύκλωμα, και δεν εισακούεται, ακριβώς όπως και ο Ισίδωρος που είδαμε παραπάνω.
Στον κανόνα 17 της Α΄ Οικουμενικής, αναφέρεται: «Επειδή πολλοί εν τω κανόνι εξεταζόμενοι, την πλεονεξίαν και την αισχροκέρδειαν διώκοντες, επελάθοντο του θείου γράμματος λέγοντος «το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω» (Ψαλμός 11,5). Και δανείζοντες εκατοστάς απαιτούσιν· εδικαίωσεν η αγία και μεγάλη σύνοδος, ως, ει τις ευρεθείη μετά τον όρον τούτον τόκους λαμβάνων, εκ μεταχειρίσεως, ή άλλως μετερχόμενος το πράγμα, ή ημιολίας απαιτών, ή όλως έτερον τι επινοών αισχρού κέρδους ένεκα, καθαιρεθήσεται του κλήρου και αλλότριος του Κανόνος έσται.
(Πηδάλιο, σ. 124)
Ίσως να πει κανείς ότι το κέρδος εδώ είναι ατομικό και όχι της Εκκλησίας. Σωστά. Όμως, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το φαινόμενο να συμβαίνουν αυτά με την γνώση και την ανοχή του επισκόπου, και μέρος των κερδών να μένουν στην επισκοπή. Για παράδειγμα, ο ΜΔ΄ δήθεν «αποστολικός» κανόνας, αναφέρεται στην τοκογλυφία (και) του επισκόπου
(ο. π. σ. 52).

Παραχώρηση περιουσίας του υποψήφιου μοναχού στο μοναστήρι

Ο κανόνας ΣΤ΄ της «Πρωτοδευτέρας» συνόδου, που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στον ναό των «Αγίων Αποστόλων», επί βασιλέως Μιχαήλ του Γ΄ (ή Μέθυσου), το 861 με 318 πατέρες, ορίζει:
Οι μοναχοί ουδέν ίδιον οφείλουσιν έχειν. Πάντα δε τα αυτών προσκυρούσθαι τώ μοναστηρίω. φησί γάρ ο μακάριος Λουκάς περί των εις Χριστόν πιστευόντων, καί τήν των Μοναχών πολιτείαν διατυπούντων, «ως ουδείς τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον περί των υπαρχόντων αυτοίς διατίθεσθαι πρότερον, καί οίς βούλοιντο προσώποις, μή κεκωλυμένοις δηλονότι παρά τού νόμου, τα αυτών παραπέμπεσθαι. Μετά γάρ τοι το μονάσαι, τών προσόντων αυτοίς απάντων, το Μοναστήριον έχει την κυριότητα και ουδέν περί των οικείων φροντίζειν, ή διατίθεσθαι, τούτοις παρακεχώρηται. Ει δε τις φωραθείη κτήσίν τινά, ήτις ου κατεκληρώθη τώ Μοναστηρίω, ιδιοποιούμενος, και φιλοκτησίας πάθει δουλούμενος, ταύτην μεν παρά του Ηγουμένου ή του Επισκόπου αναλαμβάνεσθαι, και πολλών παρουσία πιπρασκομένην, πτωχοίς καί απόροις διανέμεσθαι. Τον δε γε την τοιαύτην κτήσιν, κατά τον πάλαι Ανανίαν υποσυλάν μελετήσαντα, τω προσήκοντι επιτιμίω η αγία Σύνοδος ώρισε σωφρονίζεσθαι. Δήλον δε ως άτινα περί μοναζόντων ανδρών η αγία Σύνοδος εκανόνισε, τα αυτά και περί μοναζουσών γυναικών κρατείν εδικαίωσε.
(ο. π. σ. 286)
Ο Νικόδημος σχολιάζει τον κανόνα και αναφέρει τις εξής περιπτώσεις που αφορούν μοναχούς και μοναχές: Πριν καλογερέψει κάποιος, έχει το δικαίωμα να διευθετήσει τα κληρονομικά. Όταν όμως καλογερέψει, δεν μπορεί να κάνει κάτι, και όλα τα εξουσιάζει το Μοναστήρι (ο. π. σ. 286).

Αν φανερωθεί ότι κάποιος καλογέρεψε κρατώντας κρυφά κάτι για τον εαυτό του και όχι για το κοινόβιο, τότε επιβάλλεται σε επιτίμιο, και αυτό που βρίσκεται στην κατοχή του το παίρνει ο Ηγούμενος ή ο Αρχιερέας το πωλεί, και τα χρήματα τα δίνει στους φτωχούς (σ. 287).

Η Νεαρά του Ιουστινιανού ΡΚΓ, στο Δ΄ βιβλίο των Βασιλικών, ορίζει ότι αν ο καλόγερος έχει παιδιά, μπορεί να κανονίσει τα κληρονομικά, αφού όμως συμπεριλάβει μεταξύ των κληρονόμων και τον εαυτό του. Ισχύει μόνο για τα παιδιά του. Αν δηλαδή, έχει τρία παιδιά, ο ίδιος συνυπολογίζεται ως τέταρτο. Ο καλόγερος το μερίδιό του πρέπει να το παραχωρεί στο μοναστήρι (σ. 286).

Αν όμως πεθάνει χωρίς να τακτοποιήσει κάτι, τότε κληρονομούν τα παιδιά του και το μοναστήρι (σ. 286).

Εάν ο καλόγερος πεθάνει, όσα απέκτησε εν ονόματι του μοναστηριού, δεν περιέρχονται στα παιδιά του ή σε άλλους συγγενείς, αλλά στο μοναστήρι. Γιατί, είναι αφιερωμένα στον Θεό. Το ίδιο ισχύει και για τις επισκοπές.

Αν απέκτησαν κληρονομιά πριν μονάσουν, πρέπει να δίνουν από το μερίδιό τους, πέρα από τους συγγενείς, και στο μοναστήρι.

Πριν την πτώση της Πόλης

Κατά τους παραπάνω τρόπους, όλους τους προηγούμενους αιώνες, η εκκλησία και τα μοναστήρια μάζεψαν πλούτη και περιουσίες. Ας δούμε τώρα, πως ήταν η κατάσταση λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, και πως πολιτεύτηκαν οι εκκλησιαστικοί, προτάσσοντας το οικονομικό συμφέρον τους, πάνω από όλα.

Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος αναφέρει –πάντα βάση πηγών-, τα εξής:
Ο Αλέξιος Κομνηνός για να μαζέψει χρήματα πουλούσε και τίτλους ευγενείας σε όσους ήθελαν να γίνουν τιτλούχοι. Κι ακόμα πολλά μοναστήρια παραχώρησε σε φίλους του, και σε άλλους χάρισε ολόκληρες εκτάσεις για να χτίσουν μοναστήρια, να νέμονται μεγάλες περιοχές χωρίς να πληρώνουν φόρους, όπως το νησί Πάτμος, που το χάρισε στον φίλο του καλόγερο Χριστόδουλο. Γενικά ο Αλέξιος Κομνηνός, όπως και οι διάδοχοί του, ευνόησε πολύ τον καλογερισμό, για αυτό στα χρόνια των Κομνηνών χτίστηκαν πολλά μοναστήρια και οι καλόγεροι αποχτήσανε μεγάλη επιρροή και δύναμη. Επίσης θέσπισε με χρυσόβουλλό του «εφεξής το Όρος του Άθω καλείσθαι παρά πάντων Άγιον» και είναι «ελεύθερον και μηδεμίαν φορολογίαν ή επήρειαν τινά έχει τους μοναχούς έως της συντελείας του αιώνος».
(Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, σ. 309)
Θρησκόληπτοι αυτοκράτορες που υπολόγιζαν στην δύναμη της εκκλησίας, έκαναν τα χατίρια για να τα έχουν καλά, και ας ζούσε ο λαός στην δυστυχία.

Μάλιστα, προκειμένου να καλλιεργούνται οι γεωργικές εκτάσεις των μοναστηριών, χρειάζονταν και δούλοι, οι λεγόμενοι «αγιόδουλοι».

«Η εκκλησία του αγίου Δημητρίου είχε δούλους, που μέρα και νύχτα καταπιέζονταν με τον πιο σκληρό τρόπο από το ιερατείο και τους καλόγερους»
(ο. π. σ.415).

«Οι καλόγεροι για να κρύψουν την ντροπή τους, που κρατούσαν δούλους και τους κακομεταχειρίζονταν, τους λέγανε ‘’αγιόδουλους’’ και πλάσανε το παραμύθι, πως τάχα ο άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του, όταν τους φέρνανε από τη Συρία σκλάβους, δεμένους με αλυσίδες, τους λευτέρωσε, αρπάζοντάς τους και τους έκανε δούλους των χτημάτων του»
(ο. π . σ. 415).

Για να μην χάσουν τις ανέσεις, δεν δίστασαν να συμβιβαστούν με τον κατακτητή. Δεν μπορούσαν να βασιστούν στην πάλαι ποτέ ισχυρή Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αποδυναμωμένη τώρα οικονομικά και στρατιωτικά, έχοντας χάσει εδάφη και έχοντας ουσιαστικά παραμείνει με την Πόλη και τα περίχωρα λίγο πριν την πτώση.
Οι Τούρκοι, αφού απλωθήκανε σχεδόν σε ολόκληρη τη Μικρασία, άρχισαν να παίρνουν μία-μία και τις πόλεις της Θράκης. Στα χρόνια αυτά οι καλόγεροι του Αγίου Όρους έκοψαν κάθε δεσμό με το Βυζάντιο και θεληματικά αναγνώρισαν ως κυρίαρχό τους τον Τούρκο ηγεμόνα Ορχάν. Το Άγιον Όρος, γράφει ο Σμυρνάκης, φαίνεται ότι αναγνώρισε την κυριαρχία των Οθωμανών, ότε η έδρα αυτών ην εν Προύσση, ίσως επί Σουλτάνου Ορχάν του Νικητού (1326-1360). Οι δε Πατέρες του Αγίου Όρους, προβλέποντες, ότι η πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κράτους θέλει περιέλθει εις χείρας των Οθωμανών, ένεκεν των εν αυτή επικρατουσών τότε απείρων καταμελισμών και διενέξεων έσπευσαν εις Προύσσαν και υπέβαλον την υποταγήν αυτώ τω Σουλτάνω, παρ’ ου έλαβον την επικύρωσιν των κτημάτων και προνομίων άλλων.
(ο. π. σ. 465)
Η κατάσταση μέσα στην Πόλη και γενικότερα, δεν ήταν καλύτερη. Οι πολίτες ήσαν διαιρεμένοι σε δύο παρατάξεις· τους ενωτικούς- που ήλπιζαν στην βοήθεια του πανίσχυρου Πάπα, και τους ανθενωτικούς- που δεν ήθελαν αυτήν την υποταγή και προτιμούσαν την υποταγή στους Οθωμανούς.
Είχε γίνει πια πεποίθηση στην άρχουσα τάξη, πως σωτηρία δεν υπάρχει και ότι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου θα είναι ή οι δυτικοί ή οι Τούρκοι. Μέσα στην πρωτεύουσα οι λαϊκές μάζες, οι κληρικοί και οι καλόγεροι ήσαν ανθενωτικοί, δηλαδή εχθροί του Πάπα και των δυτικών. Οι πιο πολλοί όμως ευγενείς ήταν ενωτικοί, δηλαδή φιλοδυτικοί-λατινόφρονες. Μα και οι περισσότεροι λόγιοι ήταν ενωτικοί και υποστήριζαν την πολιτική των Παλαιολόγων. Οι ανθενωτικοί, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο γίνονταν φανατικότεροι και καταντούσαν φιλότουρκοι με το μίσος που εκδηλώνανε ενάντια στους ενωτικούς.

Ο φιλοτουρκισμός ήταν ισχυρός και στις επαρχίες, γι’ αυτό οι Τούρκοι στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στην Στερεά Ελλάδα και στην Ήπειρο, δεν βρίσκανε αντίσταση, όταν προχωρούσαν στα μέρη αυτά. Στα 1396, όταν ο Βαγιαζήτ περνούσε από τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, οι πιο πολλές πόλεις –Τρίκαλα, Λάρισα, Σάλωνα, Δομοκός- παραδόθηκαν θεληματικά. Ο μητροπολίτης, μάλιστα, στα Σάλωνα προσκάλεσε τον τούρκο σουλτάνο να κυνηγήσουν μαζί.

Είδαμε, πως τα Γιάννενα παραδόθηκαν από το αρχοντολόγι τους θεληματικά στους Τούρκους. Το ίδιο έγινε και με τους αγιορείτες, καθώς και αλλού. Η πολιτική αυτή, που εφάρμοσαν οι Τούρκοι και που εξυπηρέτησε πολύ τα καταχτητικά τους σχέδια, βασίζονταν στη δική τους ιερά Γραφή, το Κοράνι. Σύμφωνα με τις βασικές διατάξεις του, ο κόσμος χωρίζεται, από τη μια μεριά, στους πιστούς- σε εκείνους που παραδέχουνται τον προφήτη Μωάμεθ σαν ανώτατο πάνω στη γης κυρίαρχο, και από την άλλη, στους απίστους -τους μη μωαμεθανούς, που τους λέγανε γκιαούρηδες, δηλαδή εχθρούς.

Το Κοράνι όμως επέτρεπε τη συμβίωση των μωαμεθανών με τους γκιαούρηδες, όταν αυτοί θεληματικά δέχονταν να γίνουν ραγιάδες των μωαμεθανών, δηλαδή υποταχτικοί τους. Η μουσουλμανική νομοθεσία όριζε να πληρώνουν μόνο κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και μερικά άλλα δοσίματα, πολύ ελαφρότερα από τους φόρους, που πλήρωναν στο Βυζάντιο οι υπήκοοί του. Δε θέλει ρώτημα, πως η μουσουλμανική νομοθεσία πάνω στο ζήτημα αυτό δεν αντανακλούσε αισθήματα δικαιοσύνης ή ανεξιθρησκίας. Οι Τούρκοι, ας μην το ξεχνούμε, ήταν λαός νομαδικός στην αρχή και γι’ αυτό πολύ καθυστερημένος. Από τους Άραβες πήραν μόνο τη θρησκεία. Αν εφαρμόζανε πολιτική εξοντωτική δε θα μπορούσαν να τα βάλλουν με την βυζαντινή αυτοκρατορία, γιατί οι μικρασιατικές και βαλκανικές μάζες θα συσπειρώνονταν και θα βοηθούσαν το Βυζάντιο με τον πιο θετικό τρόπο.

Εφαρμόζοντας, λοιπόν, οι Τούρκοι με συνέπεια τις διατάξεις και τις εντολές του Κορανίου, από τη μία μεριά δελέαζαν τις λαϊκές χριστιανικές μάζες, που ήταν δυσαρεστημένες και αγαναχτισμένες από την σκληρή καταπίεση και την εκμετάλλευση της βυζαντινής φεουδαρχίας, και από την άλλη, παραχωρώντας στους πατριάρχες και στους μητροπολίτες τη θρησκευτική πνευματική εξουσία πάνω στους ραγιάδες, είχαν οι σουλτάνοι ήσυχο το κεφάλι τους, ότι οι γκιαούρηδες θα μένανε υποταχτικοί, γιατί ο ανώτερος κλήρος, που εκμεταλλευότανε με χίλιους δυό τρόπους σε βάρος των χριστιανών την προνομιακή του θέση, είχε κάθε λόγο να μένει πιστός και να κάνει τα θελήματα της τουρκικής εξουσίας. Από την αιτία αυτή, τόσο οι καλόγεροι, όσο και η μεγάλη πλειοψηφία από τους μητροπολίτες, είχαν συμφέρον να ευνοήσουν την επικράτηση των Τούρκων, αφού τους άφηνε, όπως πρώτα, να έχουν -εξουσιαστική θέση μέσα σε κάθε πολιτεία και να νέμουνται τις εκκλησιαστικές και μοναστηριακές περιουσίες τους.
(ο. π. σ. 487-489)
Επί Τουρκοκρατίας

Ας δούμε τι ίσχυε κατά το ισλαμικό δίκαιο. Ο Γιάννης Κορδάτος αναφέρει σχετικά:
Κατά το ισχύον τότε ισλαμικόν δίκαιον, αι πόλεις που συνθηκολογούσαν δεν καταστρέφονταν και η παλαιά καθιερωμένη κοινωνική τάξις και ιεραρχία δεν ανατρέπονταν.
(Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, σ. 66)
Οι Τούρκοι σύμφωνα με το Κοράνι και το λόγο που έδωκεν ο Μωάμεθ ο κατακτητής, δεν επείραξαν ούτε τας ιδιωτικάς, ούτε τας κοινοτικάς, ούτε τας μοναστηριακάς ιδιοκτησίας των μερών που υπετάχθησαν θεληματικά. Μόνον σε κείνα τα μέρη που έγινεν αντίστασις εδημεύθησαν όλαι αι κινηταί και ακίνητοι περιουσίαι των χριστιανών. Δι’ αυτό αι περισσότεραι επαρχίαι η μια ύστερα απ’ άλλην και πολύ πιο πριν απ’ το πέσιμο της Πόλης καλούσαν τους Τούρκους νάρθουν να τις πάρουν. Οι Αγιορείτες μάλιστα καλόγηροι -και υπάρχουνε γραπτά που το μαρτυρούν στα χρόνια 1326-1390, τα είχανε καλά με τους Τούρκους και άμα έπεσεν η Σαλονίκη στα 1430 εκάλεσαν τον Σουλτάνο Μουράτ Β΄ να στείλει ανθρώπους να του παραδώσουν το Όρος.
(ο. π. σ . 67)
Έτσι, «είναι αναμφισβήτητον ότι σχεδόν όλη η ακίνητος ιδιοκτησίατων μοναστηρίων, ναών, κλπ., επί βυζαντινής εποχής, διετηρήθη και επί τουρκοκρατίας»
(ο. π. σ. 77).

Για ποιούς λόγους δόθηκαν τα προνόμια στο Πατριαρχείο και τον ανώτερο κλήρο;
Υπήρχαν εις όλην την Ελλάδα, Μακεδονίαν, Θράκην, και γενικά εις την Μεσόγειον, πολλοί που είχαν εκδηλωθεί υπέρ της ενώσεως των Εκκλησιών, αποδεχόμενοι τας αποφάσεις της συνόδου της Φλορεντίας (1439), πράγμα που εσήμαινε ότι ήσαν φίλοι και σύμμαχοι των Λατίνων. Έπρεπε λοιπόν να σταθεροποιήσει την νίκην του και να προλάβει κάθε κίνδυνον εκ της Δύσεως. Και αυτό θα το κατόρθωνε, αν κολάκευε τους ανθενωτικούς, αν δηλαδή δεν ανέτρεπε το υφιστάμενον καθεστώς της φεουδαρχίας και δεν εδήμευε τας μοναστηριακάς ιδιοκτησίας.
( ο. π. σ. 66)
Ο φόβος της ανατροπής του, από τους Δυτικούς. Ο Σουλτάνος ήθελε να τα έχει καλά με τον Πατριάρχη, διότι υπήρχε ο κίνδυνος των Ρωμαιοκαθολικών του Πάπα. Έτσι, ο ένας έδινε προνόμια και ο άλλος είχε την αποστολή να κρατά τον λαό ήσυχο. Ακόμα, δεν υπήρχε το αυτοκέφαλο. Το Πατριαρχείο έκανε κουμάντο στις ελλαδικές επισκοπές.

Σε τι συνίσταντο τα προνόμια; Ο Πατριάρχης έγινε ο απόλυτος ρυθμιστής των εκκλησιαστικών ζητημάτων, και του ιδιωτικού δικαίου.

Οι Τούρκοι, μετά την άλωση της Πόλης, και σε όσους ήθελαν να παραμείνουν χριστιανοί, έδιναν ένα επίσημο έγγραφο, το «βεράτιον». Όπως γράφει ο Βασίλειος Στεφανίδης, κατά το βεράτιον του Μεχμέτ προς τον Γεννάδιο, το οποίο διασώζεται στον χρονογράφο Γεώργιο Φρατζή, «ο πατριάρχης και οι αρχιερείς ανεγνωρίζοντο ως αδειάσειστοι, αφορολόγητοι και ανενόχλητοι»
(Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 689).

Οι χριστιανοί είχαν πλήρη ελευθερία να ασκούν την λατρεία τους. «Οι χριστιανοί θα αφίνοντο εις την θρησκείαν αυτών, υπό τους ιδιαιτέρους θρησκευτικούς αρχηγούς και τον ιδιαίτερον νόμον αυτών. Ούτω παρείχετο εσωτερική αυτοδιοίκησις. Η εσωτερική αύτη αυτοδιοίκησις εις τα όμματα των μουσουλμάνων δεν ήτο προνόμιον, αλλά μειονέκτημα και έλαβε χαρακτήρα χριστιανικής θεοκρατίας, διότι οι θρησκευτικοί αρχηγοί έγιναν και πολιτικοί άρχοντες, αλλά δεν ήτο τελεία ανεξαρτησία. Ο ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός των εν Τουρκία ορθοδόξων χριστιανών («μιλέτ μπασής», όχι εθνάρχης, αλλά αρχηγός θρησκευτικής ομάδος), ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εγκαθίστατο υπό του σουλτάνου»
(ο. π. σ. 689).

Τι όφειλε να επιτελεί ο εκάστοτε Πατριάρχης; «Ο πατριάρχης απέναντι του σουλτάνου ήτο υπεύθυνος δια την υπ’ αυτού και των χριστιανών οφειλομένην εις το κράτος αφοσίωσιν»
(ο. π. σ. 690).

Απολύτως λογικό να οδηγηθούν τα πράγματα στις «αλλαξοπατριαρχίες».
Η φιλοδοξία κληρικών και λαϊκών προυχόντων και η απληστία της τουρκικής κυβερνήσεως εγίνετο η αφορμή συχνών αλλαξοπατριαρχειών.
(ο. π. σ. 690)
Η Εκκλησία φορολογούσε τους ραγιάδες Έλληνες

Ας δούμε όμως και μια ακόμη επαίσχυντη πράξη της «μητέρας» εκκλησίας, η οποία δεν ήταν άλλη από την φορολόγηση των ραγιάδων.
Μία φούχτα καλόγεροι, που κι αυτοί ήταν εξαρτημένοι απ’ το Άγιον Όρος, από το Πατριαρχείο ή το μητροπολίτη, έπαιρναν αμύθητα εισοδήματα από γεννήματα, καρπούς και ζωντανά. Χιλιάδες αγρότες ήταν σκλάβοι των μοναστηριών και έτρεφαν τους μικρούς και μεγάλους καλογέρους με τον μόχθον και τον ιδρώτα τους. Η Εκκλησία μάλιστα έπαιρνε από κάθε χριστιανό ραγιά ειδικό φόρο, που λέγονταν ρόγα ή ζητεία.  
Ο κάθε χριστιανός ραγιάς ήταν υποχρεωμένος το 1/3 από το εισόδημά του και την περιουσία του να το δίνει δια τας ανάγκας της Εκκλησίας, δηλαδή των μητροπολιτών.
(Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, σ. 71)
Πέρα από τα προνόμια του κλήρου από τον Σουλτάνο που είδαμε παραπάνω, «οι δεσποτάδες, κατά παραχώρησιν του Σουλτάνου, εισέπραττον και τακτικά ετήσια δικαιώματα από τους ραγιάδες χριστιανούς. Οι προς τους επισκόπους πληρωμένοι φόροι συνίστατο εις χρήματα και εις είδη, όπως και επί βυζαντινής εποχής (Νεαρά αυτοκράτορος Ισαακίου Κομνηνού, 1057-1059). Κατά την Νεαράν αύτην, οι επίσκοποι εισέπραττον εν χρυσούν νόμισμα, δύο αργυρά, ένα κριόν, εξ μόδια αλεύρου και 30 όρνιθες παρ’ εκάστου χωρίου έχοντος 30 οικογενείας»
(ο. π. σ. 78).

Ας δούμε τι μαρτυρεί και ο Αδαμάντιος Κοραής για την πρακτική των μοναστηριών...
Δεν βλέπεις τους οσιωτάτους μοναχούς μας πως περιέρχονται φορολογούντες τους ηλιθίους δια τα μοναστήρία των;
(Επιστολή Κοράη προς Κ. Κοκκινάκην εις Βιέννην, 24.5.1820)
Τις ελησμόνησε πολλών εκκλησιαστικών μας προεστώτων την πλεονεξίαν, οι οποίοι λαμπροφορημένοι και δορυφορούμενοι, ως οι Σατράπαι του τυράννου, περιήρχοντο τας επαρχίας, δια να αρπάσωσιν από του πτωχού το στόμα ό, τι δεν ετόλμησε ν’ αρπάση ουδ’ αυτή η των Τούρκων η αχορτασία;
(Κοραής, Προς τους προεστώτας της Ελλάδος, 10.1.1822)
Ελαφροτέραν θέλετε κάμειν την χρειαζομένην δια τους ιερείς δαπάνην, αν αποφασίσετε, όχι μόνον να μην έχετε πλειοτέρους της χρείας ιερείς εντοπίους, αλλά μηδέ να δέχεσθε έξωθεν κανένα ξένον ερχόμενον από πόλιν άλλην, ή στελλόμενον από μοναστήριον, δια να καταστήση μετόχιον, και να φορολογή την πόλιν σας. Των μετοχίων ο καιρός απέρασεν. Κύριος είναι ο καθένας ν’ απαρνηθή την πολιτικήν κοινωνίαν, και να ζη και να ονομάζεται μοναχός· αλλ’ ούτε θείοι, ούτ’ ανθρώπινοι νόμοι συγχωρούν εις κανένα να τρέφεται αργός από των εργαζομένων τους κόπους.
(Κοραής, επιστολή στους Χιώτες για την καταστροφή του νησιού τους, 12.10.1822)

Εσύ όμως έχεις επενδύσει στη μάσκα σου

Το να αλλάζεις τα πράγματα απ’ έξω δεν πρόκειται να σε βοηθήσει. Είναι σαν να αλλάζεις συνεχώς τη θέση των επίπλων στο σπίτι σου.
Ό,τι κι αν κάνεις, όπως και να τα βάλεις, είναι το ίδιο σπίτι, το ίδιο δωμάτιο, τα ίδια έπιπλα. Πόσο καιρό μπορείς να ξεγελιέσαι μ’ αυτόν τον τρόπο;
Κάθε άνθρωπος είναι ρευστός σαν ποτάμι. Οι άνθρωποι δεν είναι νεκρά αντικείμενα. Πώς μπορεί να είναι ίδιοι; Εσύ είσαι ίδιος; Είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν το πρωί όταν ξύπνησες;

Ο γερό – Ηράκλειτος έλεγε πως δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, επειδή το ποτάμι δεν είναι ποτέ το ίδιο.
Δεν βαριέσαι χωρίς λόγο. Αν ήσουν αληθινά ζωντανός, τότε τα πάντα θα σου προκαλούσαν έκπληξη.
Αν αποκτήσεις περισσότερη επίγνωση, τότε η ζωή θα γίνει περισσότερο ζωντανή κι ενδιαφέρουσα και δεν θα υπάρχει καμιά δυσκολία.
Ζεις πάντα με νεκρές προσδοκίες.
Κάθε μέρα, έρχεσαι στο σπίτι σου και προσδοκείς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά από τη γυναίκα σου.

Τώρα δες πώς εσύ ο ίδιος προκαλείς τη δυστυχία σου.
Προσδοκείς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά από τη γυναίκα σου και ταυτόχρονα περιμένεις η γυναίκα σου να είναι καινούργια. Ζητάς το ανέφικτο.
Αν θέλεις στ’ αλήθεια να παραμένει η γυναίκα σου συνεχώς καινούργια, μην έχεις προσδοκίες. Όταν έρχεσαι σπίτι σου να είσαι πάντοτε έτοιμος να εκπλαγείς και να σοκαριστείς. Τότε η γυναίκα σου θα είναι καινούργια. Εκείνη όμως πρέπει να ικανοποιήσει συγκεκριμένες προσδοκίες.
Ποτέ δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να δείχνει όλη του τη ρευστότητα. Κρυβόμαστε, φοβόμαστε να εκτεθούμε, μήπως ο άλλος δεν μας καταλάβει. Και η σύζυγος επίσης προσδοκεί από το σύζυγό της να συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και φυσικά ο καθένας παίζει απλώς το δικό του ρόλο. Έτσι όμως δεν ζούμε τη ζωή, απλώς παίζουμε το ρόλο μας.

Ο σύζυγος έρχεται σπίτι. Τη στιγμή που μπαίνει μέσα, δεν είναι πια ένας ζωντανός άνθρωπος, αλλά απλώς σύζυγος.
Σύζυγος σημαίνει ένας συγκεκριμένος τύπος αναμενόμενης συμπεριφοράς. Όταν συναντιέται η γυναίκα – σύζυγος και ο άντρας – σύζυγος συναντιούνται τέσσερις άνθρωποι, που δεν είναι αληθινοί άνθρωποι, αλλά προσωπικότητες, μάσκες, ψεύτικα πρότυπα, αναμενόμενες συμπεριφορές, καθήκοντα και τίποτε άλλο. Και οι αληθινοί άνθρωποι είναι κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες. Εκείνοι οι αληθινοί άνθρωποι βαριούνται.

Εσύ όμως έχεις επενδύσει στην προσωπικότητα σου, στη μάσκα σου.
Αν θέλεις στ’ αλήθεια μια ζωή χωρίς πλήξη, πέταξε όλες τις μάσκες και να είσαι αληθινός. Μερικές φορές θα είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά αξίζει τον κόπο.
Να είσαι αληθινός.
Ζήσε περισσότερο αυθεντικά.
Πέταξε τις μάσκες. Είναι βάρος στην καρδιά σου.
Πέταξε όλες τις ψευτιές. Εκθέσου. Και ασφαλώς θα βρεθείς σε μπελάδες, αλλά μέσα από αυτούς τους μπελάδες ωριμάζεις και μεγαλώνεις.
Και τότε τίποτα δεν κρατάει τη ζωή.

Κάθε στιγμή η ζωή αποκαλύπτει κάτι καινούργιο. Είναι ένα διαρκές θαύμα που συμβαίνει παντού γύρω σου, απλώς εσύ κρύβεσαι πίσω από νεκρές συνήθειες. Έχεις ξεχάσει εντελώς ποιο είναι το πρωταρχικό σου πρόσωπο. Ακόμη κι όταν στέκεσαι μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου και είσαι μόνος σου, δεν μπορείς να δεις το πρωταρχικό σου πρόσωπο στον καθρέφτη. Ακόμη κι εκεί υποκρίνεσαι.

Η ύπαρξη είναι διαθέσιμη σ’ εκείνους που είναι διαθέσιμοι στην ύπαρξη. Και τότε, σου λέω, δεν υπάρχει πλήξη. Η ζωή είναι απέραντη απόλαυση.

Η αμφισημία της λέξης δραστηριότητα

Λέγοντας «δραστηριότητα» με την τρέχουσα σημασία της λέξης, εννοούμε συνήθως μία δράση ή οποία επιφέρει κάποια μεταβολή σε μία υπάρχουσα κατάσταση, και προϋποθέτει αντίστοιχη δαπάνη ενέργειας. Επομένως, ένας άνθρωπος θεωρείται δραστήριος αν ασχολείται με επιχειρήσεις, αν σπουδάζει ιατρική, αν εργάζεται σε μία ατελείωτη αλυσίδα παραγωγής, αν φτιάχνει ένα τραπέζι ή αν κάνει αθλήματα. Το κοινό που έχουν όλες αυτές οι δραστηριότητες μεταξύ τους είναι ότι όλες αποσκοπούν στην επίτευξη ενός εξωτερικού σκοπού. Αυτό το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη είναι το κίνητρο της δραστηριότητας. Ας πάρουμε σαν παράδειγμα έναν άνθρωπο ο οποίος καταφεύγει στην εργασιομανία εξαιτίας ενός βαθύτατου συναισθήματος ανασφάλειας και μοναξιάς` ένας άλλος όμως μπορεί να κάνει το ίδιο πράγμα αλλά κινούμενος από φιλοδοξία ή από απληστία για το χρήμα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο είναι σκλάβος ενός πάθους και στην πραγματικότητα η δραστηριότητά του είναι «παθητικότητα», επειδή εξωθείται σε αυτήν` δεν είναι αυτός που ενεργεί αλλά αυτός που «υφίσταται».

Από την άλλη πλευρά, ένας άνθρωπος ο οποίος κάθεται ήρεμα και στοχάζεται, χωρίς άλλη επιδίωξη ή σκοπό εκτός από το να γνωρίσει τον εαυτό του και να νιώσει την ενότητά του με τον κόσμο, θεωρείται συνήθως «παθητικός» επειδή «δεν κάνει» κάτι. Στην πραγματικότητα, αυτή η στάση του εστιασμένου διαλογισμού είναι η υψηλότερη μορφή δραστηριότητας που υπάρχει, μια δραστηριότητα της ψυχής που είναι δυνατή μόνο με την προϋπόθεση της εσωτερικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας.

Ένας ορισμός της έννοιας της «δραστηριότητας», ο οποίος σήμερα επικρατεί, αναφέρεται στη χρησιμοποίηση ενέργειας για την επίτευξη εξωτερικών στόχων` ο άλλος ορισμός της έννοιας της «δραστηριότητας» αναφέρεται στη χρήση των εσωτερικών και έμφυτων δυνάμεων του ανθρώπου, άσχετα από το αν θα επέλθει ή όχι κάποια εξωτερική μεταβολή.

Τη δεύτερη αυτή έννοια της «δραστηριότητας» τη διατύπωσε πιο ξεκάθαρα από οποιονδήποτε άλλο ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα διακρίνει τις ψυχικές καταστάσεις σε «ενεργητικές» και «παθητικές», σε «δράσεις» και «πάθη». Και όταν ο άνθρωπος ασκεί μία δράση, τότε είναι ελεύθερος, είναι κύριος της δράσης του` όταν βρίσκεται κάτω από την επίδραση ενός πάθους, τότε απλώς εξωθείται, ενώ ο ίδιος δεν έχει επίγνωση των κινήτρων που τον άγουν και τον φέρουν.

Έτσι ο Σπινόζα φτάνει στο συμπέρασμα πως η αρετή και η δύναμη είναι ένα και το αυτό. Ο φθόνος, η ζήλια, η ματαιοδοξία και κάθε είδους απληστία είναι πάθη` η αγάπη είναι μία δράση, είναι η άσκηση της δύναμης του ανθρώπου, που μπορεί να εκδηλωθεί μόνο σε συνθήκες ελευθερίας και ποτέ ως αποτέλεσμα καταναγκασμού.

Δημαγωγούς ή ηγέτες;

Ποιος αλήθεια λογικός άνθρωπος, αν ήταν ξένος και δεν είχε προλάβει να διαφθαρεί κι αυτός μαζί μας, βλέποντάς μας δεν θα μας περνούσε για σχιζοφρενείς; Από τη μια επαιρόμαστε για τα κατορθώματα των προγόνων μας κι έχουμε την αξίωση να εκθειάζουν την πόλη μας για τα αλλοτινά της επιτεύγματα, κι από την άλλη κάνουμε τα εντελώς αντίθετα από εκείνους.

 [Το πρόβλημα είναι ότι] Έχετε αποκτήσει την συνήθεια να απορρίπτετε τους πάντες – εκτός από εκείνους που συμβαδίζουν με τις επιθυμίες σας. Κάνετε έτσι τους ρήτορες να μην προβληματίζονται σχετικά με το τι συμφέρει την πόλη, αλλά να βγάζουν λόγους για να σας ευχαριστήσουν. Σε αυτό επιδίδονται οι περισσότεροι. Κι όμως, αν πράγματι θέλετε το συμφέρον της πόλης, περισσότερο πρέπει να δίνετε προσοχή σε εκείνους που σας εναντιώνονται, παρά σ’ εκείνους που σας χαρίζονται. Διότι όσοι σας λένε μόνο ό,τι θέλετε να ακούσετε μπορεί κάλλιστα να σας εξαπατούν – τα ευχάριστα λόγια επισκοτίζουν τη δυνατότητά σας να διακρίνετε το καλύτερο –, ενώ από όσους δεν σας συμβουλεύουν χαϊδεύοντάς σας τ’ αφτιά δεν κινδυνεύετε να πάθετε κάτι τέτοιο· γιατί ο μόνος τρόπος για να σας μεταπείσουν αυτοί είναι να σας καταδείξουν τι συμφέρει την πόλη. Άλλωστε, πως είναι δυνατόν οι πολίτες να κρίνουν τα περασμένα ή να σκεφθούν για τα μέλλοντα, αν δεν παραθέτουν τους λόγους των διαφωνούντων και δεν ακούνε και τους μεν και τους δε με την ίδια προσήλωση;

Φοβάμαι βέβαια μήπως ματαιοπονώ. Έχουμε εδώ και πολύ καιρό διαφθαρεί από ανθρώπους που σε τίποτε άλλο δεν είναι ικανοί απ’ το να μας απατούν και οι οποίοι τόσο περιφρονούν το λαό, ώστε και σε πόλεμο δεν θα διστάσουν να τον παρασύρουν προκειμένου να χρηματισθούν αυτοί.

Κι εκείνο που παρατηρώ είναι ότι η οργή σας στρέφεται περισσότερο εναντίον εκείνων που σας επικρίνουν παρά εναντίον εκείνων που έχουν γίνει αιτία των δεινών σας. Συνηθίζετε να μισείτε όχι τόσο τους υπαίτιους, όσο τους κατήγορους των σφαλμάτων. Και πραγματικά φοβούμαι μήπως προσπαθώντας να σας κάνω καλό με πληρώσετε με κανένα κακό! Θα ντρεπόμουν ωστόσο αν έδινα την εντύπωση ότι νοιάζομαι για την προσωπική μου φήμη κι όχι για την κοινή σωτηρία.

Χρέος και δικό μου και όλων όσοι πονούν την πόλη μας είναι να προτιμούμε όχι τους ευχάριστους, αλλά τους πιο ωφέλιμους λόγους. Να ξέρετε δε ότι, ενώ για τα νοσήματα του σώματος πολλές και διάφορες θεραπείες έχουν βρεθεί από τους γιατρούς, για τις ψυχές που είναι γεμάτες άγνοια και πονηρές επιθυμίες δεν υπάρχει άλλο φάρμακο από το λόγο που τολμά να επιπλήττει όσους σφάλουν.  Μου φαίνεται μάλλον γελοίο να υπομένουμε τις καυτηριάσεις και τις τομές των γιατρών προκειμένου ν’ απαλλαγούμε από χειρότερους πόνους, και ν’ αποδοκιμάζουμε τους λόγους πριν
δούμε αν έχουν τη δύναμη να ωφελήσουν τους ακούοντες.

Κι ωστόσο, οι περισσότεροι ρητορεύουν ενώπιον του λαού υπερασπιζόμενοι όχι τα συμφέροντα της πόλης, αλλά αυτά από τα οποία κάτι προσδοκούν να κερδίσουν. Απορώ πραγματικά που δεν μπορείτε να διακρίνετε ότι καμία φάρα δεν είναι χειρότερη για το λαό από τους πονηρούς ρήτορες και δημαγωγούς, γιατί αυτοί επιδιώκουν να στερούμαστε τα αναγκαία της καθημερινής ζωής, επειδή βλέπουν ότι όσοι είναι αυτάρκεις ανήκουν στην πόλη και διατυπώνουν τις ορθότερες απόψεις· ενώ όσοι ζουν απ’ το δημόσιο είναι αναγκασμένοι για να μην περιπέσουν σε ανέχεια , να τελούν υπό την εξουσία τους. Σε πενία λοιπόν, για να τους εξουσιάζουν, θα έβλεπαν ευχαρίστως να περιέρχονται όλοι οι πολίτες. Τρανή απόδειξη: δεν κοιτούν με ποιο τρόπο θα παράσχουν τα προς το ζην σε όσους έχουν ανάγκη, αλλά πώς θα εξισώσουν τους θεωρούμενους πλούσιους με τους απόρους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από το να ηγούνται οι χειρότεροι των καλύτερων και να προστάζουν οι πλέον ανόητοι τους φρονιμότερους. Οι ηγέτες εκείνοι που ανταποκρίνονται στα όσα πρέπει να πράξουν, οφείλουν να αγαπούν ταυτόχρονα τους πολίτες και την πόλη τους· διότι ούτε ίππους ούτε σκύλους ούτε ανθρώπους ούτε κανένα άλλο πράγμα εξουσιάζει κανείς καλά, αν δεν χαίρεται για αυτά που πρέπει να φροντίζει. Να μεριμνούν για το λαό και να θεωρούν πρωταρχικό να είναι ευχαριστημένος από τη διακυβέρνησή τους – δεδομένου ότι, από τα ολιγαρχικά και από όλα τα άλλα καθεστώτα, τα μακροβιότερα είναι όσα υπηρετούν καλύτερα το λαό.

Ο σωστός ηγέτης ούτε επιτρέπει να παρεκτρέπεται ο όχλος ούτε ανέχεται να εξευτελίζεται, αλλά επιδιώκει οι άριστοι να έχουν τα αξιώματα και οι άλλοι να μην αδικούνται καθόλου· διότι αυτά είναι τα πρωταρχικά και σπουδαιότερα στοιχεία ενός χρηστού πολιτεύματος.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Τις έρευνες για ίχνη εξωγήινης ζωής στον Άρη αρχίζει το ExoMars

To διαστημόπλοιο της αποστολής ExoMars του Ευρωπαικού Οργανισμού Διαστήματος (ΕΟΔ) και της ρωσικής διαστημικής υπηρεσίας Roscosmos πρόκειται να αρχίσει σύντομα την αναζήτηση αερίων που ενδεχομένως να σχετίζονται με ενεργή γεωλογική ή βιολογική δραστηριότητα στον Κόκκινο Πλανήτη. 
 
Το Trace Gas Orbiter έφτασε στην τελική του τροχιά μετά από έναν χρόνο «αεροφρεναρίσματος» που έλαβε τέλος τον Φεβρουάριο. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας το σκάφος κινήθηκε στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας του Άρη και τώρα πραγματοποιεί μια περιστροφή γύρω από τον πλανήτη κάθε δύο ώρες. Μετά από διαδικασίες καλιμπραρίσματος και την εγκατάσταση νέου λογισμικού, θα είναι σε θέση να αρχίσει τις επιστημονικές παρατηρήσεις. 
 
«Πρόκειται για ένα μεγάλο ορόσημο για το πρόγραμμα ExoMars, και ένα φανταστικό επίτευγμα για την Ευρώπη» είπε η Πία Μιτσντόρφερ, mission manager του Trace Gas Orbiter. «Φτάσαμε σε αυτήν την τροχιά για πρώτη φορά μέσω αεροφρεναρίσματος και με το βαρύτερο σκάφος που έχει σταλεί ποτέ στο Κόκκινο Πλανήτη, έτοιμοι να αρχίσουμε την αναζήτηση ιχνών ζωής από τροχιά».
 
Οι επστημονικές παρατηρήσεις πρόκειται να αρχίσουν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Βασικός σκοπός είναι η καταγραφή των αποκαλούμενων «trace gases», που αποτελούν λιγότερο από 1% του συνόλου της ατμόσφαιρας του πλανήτη. Ειδικότερα,το διαστημόπλοιο θα αναζητήσει ίχνη μεθανίου και άλλων αερίων που θα μπορούσαν να υποδεικνύουν παρουσία ενεργής βιολογικής ή γεωλογικής δραστηριότητας.
 
Στη Γη οι ζωντανοί οργανισμοί απελευθερώνουν πολύ από το μεθάνιο του πλανήτη, ενώ είναι επίσης βασικό συστατικό πολλών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Στον Άρη, εκτιμάται πως δεν θα έχει μεγάλη διάρκεια ζωής (περίπου 400 χρόνια) επειδή διασπάται από την υπεριώδη ακτινοβολία από τον ήλιο. Εάν εντοπιστεί σήμερα, πιθανότατα θα έχει δημιουργηθεί πρόσφατα ή θα έχει απελευθερωθεί από κάποιο αρχαίο κοίτασμα.
 
Το Trace Gas Orbiter μπορεί να εντοπίζει και να αναλύει μεθάνιο και άλλα αέρια ακόμα και σε μικρές συγκεντρώσεις,με εξαιρετικά υψηλή ακρίβεια σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις- ενώ είναι σε σχέση να διακρίνει τις διαφορετικές προελεύσεις. Ακόμη, τα όργανά του θα αναζητήσουν όγκους πάγου κρυμμένους κάτω από την επιφάνεια του πλανήτη, που, μαζί με πιθανές πηγές αερίων, θα μπορούσαν να υποδείξουν σημεία ενδιαφέροντος για μελλοντικές προσεδαφίσεις αποστολών.
 
Πέρα από αυτά, το σκάφος σύντομα θα αρχίσει να λειτουργεί και ως αναμεταδότης για τα οχήματα Opportunity και Curiosity της NASA, εν όψει και των αφίξεων του InSight της αμερικανικής διαστημικής υπηρεσίας, αλλά και της άφιξης του οχήματος εδάφους του δεύτερου σκέλους της αποστολής ExoMars τον Μάρτιο του 2021.

Τα σκοτεινά φωτόνια ίσως δεν υπάρχουν

Μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και το Εθνικό Εργαστήριο Lawrence, διεξήγαγε μια εξαιρετικά ακριβή μέτρηση της σταθεράς λεπτοδομής α (που επιδρά στο χρώμα του φωτός που εκπέμπεται από τα άτομα) και με αυτόν τον τρόπο έχουν βρει στοιχεία που δημιουργούν αμφιβολίες για τη θεωρία των σκοτεινών φωτονίων. 

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η σταθερά α που υπολόγισαν συμπίπτει στενά με τη θεωρία, γεγονός που προσφέρει κάποια επιβεβαίωση των θεωριών που υποδηλώνουν ότι τα ηλεκτρόνια δεν αποτελούνται από μικρότερα, άγνωστα σωματίδια. Όμως προκαλεί, επίσης, αμφιβολίες για τις θεωρίες γύρω από την ύπαρξη σκοτεινών φωτονίων.
 
Τα σκοτεινά φωτόνια, σύμφωνα με την θεωρία, είναι σωματίδια σχεδόν ταυτόσημα με τα φωτόνια, αλλά έχουν μάζα που θα τους επέτρεπε να αλληλεπιδρούν με άλλα σωματίδια. Αν μπορούσαν να βρεθούν αποδείξεις για την ύπαρξή τους, θα ενίσχυαν θεωρίες σχετικά με τη σκοτεινή ύλη εν γένει, διότι η θεωρία της σκοτεινής ύλης δείχνει ότι αυτά τα σκοτεινά φωτόνια θα είναι ο φορέας της δύναμης που αλληλεπιδρούν.
 
Σκοτεινή ύλη και σκοτεινά φωτόνια
Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε σήμερα, το ορατό σύμπαν που παρατηρούμε γύρω μας  αντιστοιχεί σε ένα 5% περίπου από ό,τι πιστεύουμε πως υπάρχει εκεί έξω, με το υπόλοιπο 95% να αντιστοιχεί στη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή ενέργεια οι οποίες αποκαλούνται σκοτεινές καθώς δε γνωρίζουμε τι είδους σωματίδια τις απαρτίζουν.
 
Γνωρίζουμε πως το φως απαρτίζεται από φωτόνια, τα οποία αλληλεπιδρούν με την ορατή ύλη, αλλά δεν έχουν καμία αλληλεπίδραση με τη σκοτεινή ύλη. Υπάρχει όμως περίπτωση να υπάρχει ένα «σκοτεινό» αντίστοιχο του φωτονίου, το οποίο να αλληλεπιδρά μέσω κάποιου μηχανισμού με τα συνηθισμένα σωματίδια ; Την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα προσπαθήσει να δώσει μια συνεργασία φυσικών, που ονομάζεται DarkLight.
 
Σύμφωνα με τη θεωρία που προτείνει η ομάδα DarkLight, το σκοτεινό φωτόνιο μοιάζει πολύ με το γνωστό μας φωτόνιο, όμως έχει μάζα, και γι’ αυτό πολλές φορές αποκαλείται και βαρύ φωτόνιο ή ακόμη και σωματίδιο Α’. Υπό συνθήκες, υποστηρίζουν οι φυσικοί σωματίδιο Α’ θα αλληλεπιδρά και με τη συνήθη ύλη.
 
Εάν τα βαριά φωτόνια αλληλεπιδρούν με την ύλη, είναι εφικτός και ο σχεδιασμός ενός ειδικού πειράματος για την ανίχνευσή τους. Σύμφωνα με τη DarkLight, τέτοια σωματίδια θα μπορούσαν να προκύψουν από δέσμες φορτισμένων σωματιδίων όπως τα ηλεκτρόνια.
 
Τα σκοτεινά φωτόνια προτάθηκαν το 2008 από τους Matthew Buckley, Sean Carroll και άλλους, ως  φορέας ενέργειας στο πλαίσιο μιας νέας μεγάλης εμβέλειας U(1) θεωρίας βαθμίδας, «σκοτεινού ηλεκτρομαγνητισμού», που επιδρά στη σκοτεινή ύλη. Δηλαδή είναι ένα μποζόνιο με σπιν 1 που συνδέεται με μία νέα U(1) θεωρία βαθμίδας.
 
Σε αντίθεση με το συνηθισμένα φωτόνια, το σκοτεινό φωτόνιο είναι ασταθές ή διαθέτει μη-μηδενική μάζα, διασπάται γρήγορα σε άλλα σωματίδια, όπως τα ζεύγη ηλεκτρόνιο-ποζιτρόνιο . Μπορεί επίσης να αλληλεπιδρά άμεσα με τα γνωστά σωματίδια, όπως ηλεκτρόνια ή μιόνια, αν τα σωματίδια φορτίζονται υπό την νέα δύναμη.
 
PrintΕρευνητές έχουν μελετήσει συγκρούσεις ηλεκτρονίων-ποζιτρονίων για αλληλεπιδράσεις που παράγουν ένα κανονικό φωτόνιο γ και ένα σκοτεινό φωτόνιο Α’ ‘που αλληλεπιδρά με σωματίδια συνηθισμένης ύλης. Το σκοτεινό φωτόνιο μπορεί ενδεχομένως να αποσυντεθεί σε ένα ζεύγος e + e-
 
Επίσης, προτάθηκαν ως μια πιθανή αιτία της λεγόμενης «g–2 ανωμαλίας» που επιβεβαιώθηκε από το πείραμα E821 στο Brookhaven National Laboratory. Ωστόσο, σκοτεινά φωτόνια είχαν σε μεγάλο βαθμό αποκλειστεί ως αιτία της ανωμαλίας από πολλά πειράματα, συμπεριλαμβανομένου του  ανιχνευτή PHENIX στο  Relativistic Heavy Ion Collider στο Brookhaven.

Πλάτων: Ἀφιλοσοφία και πολιτική ακολασία

Ἀφιλοσοφία και πολιτικοί κηφήνες

§1

Ι. Ανάμεσα στους εκατόν ογδόντα περίπου ορισμούς –184 για την ακρίβεια– σχετικά με διάφορες έννοιες της πλατωνικής φιλοσοφίας απαντά και ένας ορισμός για την αφιλοσοφία. Τι είναι όμως οι όροι; Είναι ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού με ορισμούς εννοιών της πλατωνικής φιλοσοφίας. Θεωρείται το αρχαιότερο λεξικό, του οποίου η σύνταξη αποδίδεται στον Σπεύσιππο, μαθητή του Πλάτωνος και διάδοχό του στην Ακαδημία. Με τους όρους μπορεί κανείς να έχει μπροστά του θεμελιώδεις αρχές και θέσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας, έτσι όπως τις συναντάμε στα μεγάλα θεωρητικά του έργα.

ΙΙ. Πώς ορίζεται η εν λόγω έννοια; Ορίζεται ως εξής:

«Ἀφιλοσοφία ‒ἕξις καθ’ ἣν ὁ ἔχων μισόλογος ἐστίν = διάθεση ή κατάσταση, στην οποία όποιος βρίσκεται μισεί τον λόγο».

Η αφιλοσοφία, κατ’ αυτό το πνεύμα, παραπέμπει ευθέως στην εχθρική στάση του ανθρώπου απέναντι στο λόγο. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο άνθρωπος, ως άτομο και ως γένος, φέρει μέσα του δυνάμει το θεϊκό στοιχείο, την έννοια δηλαδή και την αίσθηση του ιερού, του πνευματικού, του ιδεατού, του ορθο-λογικού ή εξ-ορθο-λογισμένου και του αυθεντικά αληθινού. Ως εκ της φύσης του έτσι, καθ’ όλη την πορεία του βίου του προορίζεται να καλλιεργεί αυτό το στοιχείο.

ΙΙΙ. Όσο το καλλιεργεί, τόσο γίνεται φιλόμουσος, ευαίσθητος, διαλεκτικός, αυτάρκης, αυτοπροσδιοριζόμενος. Και στο μέτρο που τείνει να πραγματώνει τέτοιες και παρόμοιες αρχές ζωής, στον μεγάκοσμο της κοινωνίας και της πολιτικής συμπεριφέρεται στοχαστικά και μάχεται για το γενικό καλό. Αντίθετα, ο αφιλόσοφος είναι αντικειμενικά μισόλογος· μισεί δηλαδή τον λόγο, τον διαλεκτικό λόγο προφανώς και όχι την καθημερινή φλυαρία, ως σκέψη και γλώσσα, εχθρεύεται την αρμονία, τη συμμετρία, την κοσμιότητα, τον ρυθμό και ως εκ τούτου την ευτυχία και ευδαιμονία της πολιτείας. Παραδίνεται άνευ όρων στη «γαστριμαργία» [=λαιμαργία, αδηφαγία] (Πλάτων Τίμαιος 73] και στον δημόσιο λόγο και έργο του, ως πολιτικό πρόσωπο, εκβαρβαρώνει και εκβαρβαρώνεται.

§2

Ι. Μια ανεπανάληπτη εικόνα μισόλογου, βίαιου, ακόλαστου όντος μας παρουσιάζει ο Πλάτων στον Φαίδρο, εκεί που κάνει λόγο για το φτερωτό άρμα της ψυχής. Από τα δυο άλογα, τα δυο τμήματα της ψυχής, που ηνιοχεί ο ηνίοχος νους, το αριστερό άλογο παριστά τον δύσμορφο, αισχρό, βάρβαρο, μισόλογο, αφιλόσοφο τύπο ανθρώπου, που έχει ως καθοριστική οντο-λογική του έγνοια την κατώτατη μορφή φιληδονίας. Πρόκειται για μια εκβαρβάρωση, που εφάμιλλη δεν βρίσκει ο Πλάτων παρά μόνο στον φαύλο κόσμο της πολιτικής.

ΙΙ. Η εκβαρβάρωση του Πολιτικού και της πολιτικής απασχολεί τον φιλόσοφο σε όλα σχεδόν τα έργα του, αλλά και πιο συγκεκριμένα, άμεσα και παραστατικά στην Πολιτεία. Εδώ ο αφιλόσοφος πολιτικός είναι αδίστακτος, απαίδευτος και ασύδοτος. Χρηματίζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και θέτει το ίδιον όφελος πάνω από το συμφέρον της πολιτικής κοινότητας. Είναι απόλυτα εξαχρειωμένος και στην πολιτική πράξη αποδεικνύεται πραγματικός κηφήνας (Πολιτεία Η, ΧΙΙ, ΧΙΙΙ). Ως εκ τούτου, είναι ανίκανος να κυβερνήσει με δικαιοσύνη την πολιτεία και γίνεται ένας καθεστωτικός πολτός:

Παράφρονας, ωμός, βίαιος, κυνικός, αδίστακτος και άπατρις.

Προκειμένου να διατηρείται στην εξουσία δέχεται να ξεπουλήσει την πατρίδα του, αρκεί ο ίδιος να μη διακινδυνεύσει τη φιλήδονη ζωή του και τα εξουσιαστικά του προνόμια. Όπως πολύ εύγλωττα τονίζει ο Πλάτων, σε μια τέτοια άνομη πολιτεία, ενώ η πλειονότητα των ανθρώπων πένεται, σε επίπεδο καθεστωτικής πολιτικής αναπτύσσονται και αναπαράγονται τα πιο επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία: κλέφτες, λωποδύτες, ιερόσυλοι, απατεώνες και ό,τι παρόμοιο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.

ΙΙΙ. Όλα τότε οδηγούν σε μια πολιτική απάθεια, η οποία επιτρέπει να εναλλάσσονται στην εξουσία, με δημοκρατικό ιδίως μανδύα, ο ένας πολιτικός διαφθορέας μετά τον άλλο. Και όλη αυτή η εναλλαγή παρουσιάζεται ως σωτηρία της πατρίδας, την ίδια στιγμή που στην πράξη εκτρέφει τον αφανισμό της. Συμβαίνουν όλα τούτα ως συμπτώματα της αφιλοσοφίας, του μίσους δηλαδή των πολιτικών απέναντι στον λόγο. Αυτό το μίσος έχει ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά την άκριτη προσήλωση στο Αισθητό και στην ακοσμία του καθημερινού κόσμου, την ανεστραμμένη λογική και συνακόλουθα το μίσος απέναντι σε κάθε πνευματικότητα.

ΙV. Γι’ αυτό βλέπουμε και τα αριστερά άλογα της τρέχουσας πολιτικής, σε πλήρη εναρμόνιση και με άλλα παρόμοια άλογα, ανεξάρτητα από ιδεολογικά επιχρίσματα, να στοχεύουν πρωτίστως στην ολοσχερή διάλυση του συστήματος παιδείας, υποβιβάζοντάς το στο δικό τους αμόρφωτο επίπεδο. Το ερώτημα εν τέλει είναι: γιατί η πολιτική σκέψη του Πλάτωνα αντέχει στον χρόνο; Επειδή ομιλεί πολύ διορατικά για το εκάστοτε τραγικό παρόν των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της ελλαδικής πολιτείας –όπως και κάθε άλλης σύγχρονης πολιτείας/κράτους– της οποίας το πολιτικό προσωπικό είναι ο κατ’ εξοχήν μέντορας της αφιλοσοφίας και της μισολογίας. Γι’ αυτό και η πολιτική σήψη, κυρίαρχη όσο ποτέ, καλπάζει, οδηγώντας προς τον βέβαιο όλεθρο σύμπασα την πολιτεία:

«Aν ακολουθήσουν έναν πιο αγροίκο και αφιλοσόφητο τρόπο ζωής, υποκαθιστώντας τη φιλοσοφία με τη φιλοδοξία, τότε μπορεί να συμβεί, σε στιγμή μέθης ή κάποιας άλλης ολιγωρίας, τα δυο ακόλαστα άλογα να καταλάβουν αιφνιδιαστικά τις ψυχές ανυπεράσπιστες, να τις οδηγήσουν τη μια κοντά στην άλλη, και τότε να επιλέξουν να κάνουν εκείνο που προτιμά ο πολύς κόσμος και το θεωρεί ευτυχία· και αφού το κάνουν μια φορά, να συνεχίζουν να το κάνουν» (Πλάτων Φαίδρος 256b7-c5).

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (286.1-289.1)

286. ΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΟΝΟΣ [286.1] ἄνθρωπός τις εἶχεν ἵππον καὶ ὄνον. ὁδευόντων δὲ ἐν τῇ ὁδῷ εἶπεν ὁ ὄνος τῷ ἵππῳ· «ἆρον ἐκ τοῦ ἐμοῦ βάρους, εἰ θέλεις εἶναί με σῶν». ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη. ὁ δὲ ὄνος πεσὼν ἐκ τοῦ κόπου ἐτελεύτησεν. τοῦ δὲ δεσπότου πάντα ἐπιθέντος αὐτῷ καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ ὄνου δορὰν θρηνῶν ὁ ἵππος ἐβόα· «οἴμοι τῷ παναθλίῳ. τί μοι συνέβη τῷ ταλαιπώρῳ; μὴ θελήσας γὰρ μικρὸν βάρος λαβεῖν ἰδοὺ ἅπαντα βαστάζω καὶ τὸ δέρμα».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι τοῖς μικροῖς οἱ μεγάλοι συγκοινωνοῦντες ἀμφότεροι σωθήσονται ἐν τῷ βίῳ.

287. ΣΚΩΛΗΞ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[287.1] ὁ τῷ πηλῷ κρυπτόμενος σκώληξ εἰς γῆν ἐξελθὼν ἔλεγε πᾶσι τοῖς ζῴοις· «ἰατρός εἰμι φαρμάκων ἐπιστήμων, οἷός ἐστι ὁ τῶν θεῶν ἰατρὸς Παιών». «καὶ πῶς», εἶπεν ἀλώπηξ, «ἄλλους ἰώμενος σαυτὸν χωλὸν ὄντα οὐκ ἰάσω;»
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι, ἐὰν μὴ πρόχειρος ᾖ ἡ πεῖρα, πᾶς λόγος ἀργὸς ὑπάρχει.

288. ΚΟΡΑΞ ΝΟΣΩΝ
[288.1] κόραξ νοσῶν ἔφη τῇ μητρί· «μῆτερ, εὔχου τῷ θεῷ καὶ μὴ θρήνει». ἡ δ᾽ ὑπολαβοῦσα ἔφη· «τίς σε, ὦ τέκνον, τῶν θεῶν ἐλεήσει; τίνος γὰρ κρέας ὑπὸ σοῦ γε οὐκ ἐκλάπη;»
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οἱ πολλοὺς ἐχθροὺς ἐν βίῳ ἔχοντες οὐδένα φίλον ἐν ἀνάγκῃ εὑρήσουσιν.

289. ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ
[289.1] σαλπιγκτὴς στρατὸν ἐπισυνάγων καὶ κρατηθεὶς ὑπὸ τῶν πολεμίων ἐβόα· «μὴ κτείνετέ με, ὦ ἄνδρες, εἰκῇ καὶ μάτην. οὐδένα γὰρ ὑμῶν ἀπέκτεινα· πλὴν γὰρ τοῦ χαλκοῦ τούτου οὐδὲν ἄλλο κτῶμαι». οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔφασαν· «διὰ τοῦτο γὰρ μᾶλλον τεθνήξῃ, ὅτι σὺ μὴ δυνάμενος πολεμεῖν τοὺς πάντας πρὸς μάχην ἐγείρεις».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι πλέον πταίουσιν οἱ τοὺς κακοὺς καὶ βαρεῖς δυνάστας ἐπεγείροντες εἰς τὸ κακοποιεῖν.

***
286. Το άλογο και ο γάιδαρος.
[286.1] Ήταν κάποιος άνθρωπος που είχε στην κατοχή του ένα άλογο και ένα γαϊδούρι. Καθώς λοιπόν πορεύονταν μια μέρα όλοι μαζί στο δρόμο, ο γάιδαρος παρακάλεσε τον σύντροφό του: «Αμάν αδελφέ, να χαρείς, σήκωσε πάνω σου λίγο από το δικό μου φορτίο, αλλιώς μά την αλήθεια δεν θα τα βγάλω πέρα». Όμως το άλογο δεν ήθελε ούτε να το ακούσει κάτι τέτοιο. Αποτέλεσμα: στο τέλος ο γάιδαρος σωριάστηκε κάτω και ψόφησε από την εξάντληση. Τότε το αφεντικό τα στοίβαξε όλα πάνω στο άλογο, ακόμη και το τομάρι του ψόφιου ζώου. Έτσι, που λέτε, απέμεινε το άλογο να θρηνεί και να κλαίγεται: «Αχ δυστυχία μου, συμφορά μου! Πώς την έπαθα έτσι ο άμοιρος εγώ! Γιατί δεν δέχτηκα τότε να επωμιστώ λιγουλάκι παραπανίσιο βάρος; Νά τώρα που αναγκάζομαι να τα βαστάξω όλα, φορτίο και τομάρι μαζί».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι μεγαλουσιάνοι καλό είναι να συνεργάζονται με τους πιο παρακατιανούς. Έτσι θα προκόψουν και οι μεν και οι δε στη ζωή.

287. Το σκουλήκι και η αλεπού.
[287.1] Μια φορά ο σκούληκας, που μένει συνήθως χωμένος μέσα στη λάσπη, αναδύθηκε έξω στην επιφάνεια της γης και διαλαλούσε σε όλα τα ζώα: «Εδώ ο καλός γιατρός, εδώ ο ειδήμονας στα φαρμακευτικά — σας λέω, ούτε ο προσωπικός γιατρός των θεών, ο Παιώνας με το όνομα, δεν είναι τόσο ικανός». «Τί λες, βρε μπαρούφα», του πέταξε τότε η αλεπού. «Άμα μπορείς να κάνεις καλά τους άλλους, γιατί δεν κοίταξες να γιάνεις πρώτα-πρώτα τον εαυτό σου, έτσι σακατεμένος που είσαι;».
Το δίδαγμα του μύθου: Αν δεν υπάρχει διαθέσιμη δυνατότητα για δοκιμή στην πράξη, όσα και να πεις δεν είναι παρά ανούσιες φλυαρίες.

288. Το άρρωστο κοράκι.
[288.1] Κάποια μέρα ο κόρακας έπεσε άρρωστος. Παρακάλεσε λοιπόν τη μάνα του: «Μαμά, άντε πες καμιά προσευχή στον θεό και μην κλαψουρίζεις». Όμως εκείνη του αντιγύρισε με το δίκιο της: «Αχ παιδάκι μου, ποιός θεός θα βρεθεί να σε λυπηθεί εσένα; Αφού έχεις κλέψει κρέατα από ολωνών τους βωμούς, το ξέχασες;».
Το δίδαγμα του μύθου: Όποιος έχει πολλούς εχθρούς στη ζωή του δύσκολα θα βρει φίλο στην ανάγκη.

289. Ο σαλπιγκτής.
[289.1] Ήταν μια φορά ένας σαλπιγκτής στον στρατό, που έπαιζε το εγερτήριο για να μαζευτούν οι άντρες, όταν ξαφνικά αιχμαλωτίστηκε από τους εχθρούς. Άρχισε τότε τις φωνές και τα παρακάλια: «Αμάν, αδέλφια, μη με σκοτώσετε τζάμπα και αδίκως. Τί σας φταίω εγώ; Εγώ δεν σκότωσα ποτέ κανέναν σας. Το μόνο σιδερικό που έχω πάνω μου είναι τούτη εδώ η καραμούζα — άλλο όπλο δεν κουβαλάω». Όμως οι στρατιώτες τον έβαλαν στη θέση του: «Βρε, ακριβώς για αυτόν τον λόγο σού αξίζει να πεθάνεις χίλιες φορές. Να πολεμάς δεν σου βαστάει, ωστόσο ξέρεις να ξεσηκώνεις όλον τον κόσμο για μάχη».
Το δίδαγμα του μύθου: Όποιος παροτρύνει τους σκληρούς και αυταρχικούς τυράννους στις αδικοπραγίες τους είναι δυο φορές φταίχτης.

Επιβλαβείς προσωπικότητες: διακινητές ενοχής

Δυστυχώς, ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους οι οποίοι είναι έτοιμοι και θέλουν να σας κάνουν να νιώσετε ένοχοι. Είτε είναι κάποιος φίλος, μέλος της οικογένειας ή συνάδελφος, πρέπει να μάθετε ν' αναγνωρίζετε όταν κάτι είναι δικό σας σφάλμα ή το άλλο άτομο προσπαθεί απλά να εκμεταλλευτεί την ενοχή σας.

Οι διακινητές ενοχής είναι παντού γύρω σας. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι πολύ κοντά και είναι εύκολο να πέσετε στη δύναμή τους κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων περιόδων της ζωής σας.

Αυτοί είναι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει – και έχουν ταλέντο – στο να προβάλουν μια βαθιά αίσθηση ενοχής στους άλλους με σκοπό την κυριαρχία τους. Κατ’ επέκταση, αυτό σας κάνει να πέσετε σε έναν αέναο κύκλο αρνητικών συναισθημάτων, όπου πιστεύετε πως ό,τι κάνετε είναι λάθος και πως δεν αξίζετε τίποτα.

Αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένας τύπος χειραγώγησης τόσο αιχμηρός όσο και καταστροφικός.

Αυτού του τύπου η δυναμική εξασκείται σε όλα τα επίπεδα. Μπορεί να συμβεί μέσα στην οικογένειά σας, μεταξύ ζευγαριών, ακόμα και στον χώρο εργασίας.

Είναι κάτι τόσο συχνό που είμαστε πρακτικά σίγουροι ότι όλοι γνωρίζουν τουλάχιστον έναν άνθρωπο ο οποίος εξασκεί αυτή την πρακτική. Είμαστε εξίσου σίγουροι ότι θα βρείτε χρήσιμο το να μάθετε πώς ν’ αναγνωρίζετε αυτή τη συμπεριφορά.

Ας ρίξουμε μια βαθύτερη ματιά στους διακινητές ενοχής.

Το επικίνδυνο παιχνίδι της ενοχής και οι πρωταγωνιστές τους


Ένα από τα πιο θανάσιμα «παιχνίδια» ισχύος που μπορείτε να κάνετε μεταξύ φίλων, οικογένειας ή στη δουλειά είναι αναμφίβολα η προβολή ενοχής.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να εκτελέσετε αυτά τα κόλπα. Παρ’ όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο γίνεστε υπεύθυνοι για κάποια πράγματα και όχι κάποιοι άλλοι, βασίζεται πάντα στον τύπο των χειραγωγών – διακινητών ενοχής.

Δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το ίδιο παιχνίδι ισχύος στον σύντροφό σας, όπως θα κάνατε σε ένα μέλος της οικογενείας σας για παράδειγμα.

Ας ρίξουμε μια ματιά στους διάφορους τύπους διακινητών ενοχής.
 

1. Ο φιλάνθρωπος και στοργικός


«Σ’ το λέω επειδή σε αγαπάω και θέλω το καλύτερο για σένα – αυτό που κάνεις είναι λάθος για σένα και παραμελείς επίσης τα σημαντικότερα πρόσωπα που νοιάζονται για σένα.»

Ορίστε τι είναι λάθος μ’ αυτό:
  • Αυτός ο τύπος έκφρασης είναι ξεκάθαρο παράδειγμα συναισθηματικής χειραγώγησης.
  • Οι φράσεις αυτές ταπεινώνουν τον αποδέκτη και τον κατηγορούν για τη δυστυχία ή τη δυσφορία των άλλων γύρω του.
  • Τέτοια συμπεριφορά είναι πολύ συχνή σε οικογενειακό επίπεδο.
  • Άλλο παράδειγμα μπορεί να είναι: «Αν δεχθείς εκείνη τη δουλειά και μετακομίσεις, θα δυστυχήσεις και αυτό θα κάνει εμάς δυστυχισμένους. Δεν είναι σωστό για σένα.»
Στην περίπτωση αυτή, η ενοχή που προβάλλεται σε εσάς συνοδεύεται από τη στοργικότητα κάποιου σημαντικού για εσάς προσώπου. Επιπλέον, μόνο που έχετε στενούς δεσμούς με τέτοιου τύπου ανθρώπους, οι επιπτώσεις είναι δυνατότερες και βαθύτερες.

2. Εκείνοι οι οποίοι σας θεωρούν υπεύθυνους για όλα


Όταν ρίχνετε ένα πιάτο, είναι επειδή είστε αδιόρθωτοι ατζαμήδες. Αν κάψετε το φαγητό σας, είναι επειδή ονειροπολούσατε. Αν σκάσετε ένα λάστιχο, είναι επειδή δε θυμηθήκατε ποτέ να πείτε στον μηχανικό να τα ελέγξει.

Μπορεί να γνωρίζετε κάποιον που ακούγεται έτσι.

Υπάρχουν άνθρωποι με την ικανότητα να καθιστούν άλλους υπεύθυνους για όλα τα στραβά που τους συμβαίνουν.

Πρόκειται για μια αργή και προοδευτική μορφή καταστροφής η οποία πρέπει να αναγνωριστεί και να σταματήσει το συντομότερο δυνατό.

3. Εκείνοι οι οποίοι επιβεβαιώνουν την αυτοεκτίμησή τους μετατρέποντάς σας στην αδέξια μαριονέτα τους


«Είναι φανερό πως χωρίς εμένα κοντά σου δε μπορείς να κάνεις τίποτα – είδες πώς το κατέστρεψες μοναχά αγγίζοντάς το;» «Καταστρέφεις πάντα ό,τι κάνεις. Από εδώ και πέρα, θα το κάνω μόνος μου.»
  • Αυτό είναι τυπικό παράδειγμα μιας τοξικής σχέσης και ένα πολύ συγκεκριμένο είδος κυριαρχίας.
  • Το άτομο που ασκεί δύναμη προβάλει μια αβάσιμη ενοχή επάνω σας, με σκοπό να επιβεβαιωθεί εκείνος ή εκείνη ως άτομο.
  • Το κάνουν αυτό υποτιμώντας τις πράξεις σας, τις σκέψεις και την προσωπικότητά σας. Αν δεν προβάλλετε αντίσταση απέναντι σ’ αυτό, η πρόοδός τους είναι ασταμάτητη.
Θα σας κάνουν να πιστέψετε πως δεν είστε τίποτα και εκείνοι είναι τα πάντα.

4. Εκείνοι οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν πώς να αναλάβουν την ευθύνη για τα δικά τους λάθη


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γνωρίζετε ήδη περισσότερα από ένα άτομο που είναι έτσι.

Κάνουν λάθη, δρουν απερίσκεπτα, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της συμπεριφοράς τους… αλλά δεν είναι σε θέση ν’ αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους.

 Το χειρότερο είναι, ότι αντί ν’ αναλάβουν την ευθύνη, είναι ειδικοί στο να την προβάλουν στους άλλους.

Πιθανόν να πουν, «Είναι δικό σου το λάθος επειδή δεν έπρεπε να με ακούσεις,» ή «Αυτό το έκανες εσύ επειδή είχες υπερβολική αυτοπεποίθηση.»

5. Εκείνοι οι οποίοι το κάνουν για το δικό σας καλό, για να σας «διδάξουν»


Η απόδοση ευθυνών στους άλλους είναι, για πολλούς, μία προσπάθεια να τους διδάξουν πώς ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη και να ωριμάζουν ως άνθρωποι.

Αυτό συμβαίνει συχνά στον επαγγελματικό κόσμο, για παράδειγμα:
  • Φανταστείτε ότι υπάρχει κάποιος προϊστάμενος ο οποίος σας θεωρεί υπεύθυνους για λάθη άλλων και «απαιτεί» να τα λύσετε εσείς.
  • Για να δικαιολογήσουν τις απαιτήσεις τους, σας υπενθυμίζουν ότι όλοι πρέπει να είναι υπεύθυνοι επειδή έτσι λειτουργούν τα πράγματα σε μια επιχείρηση.
  • Σκεφτείτε επίσης τους γονείς οι οποίοι αναγκάζουν το ένα παιδί να αναλάβει την ευθύνη για τα λάθη του άλλου. Συνήθως «φορτώνονται» την ευθύνη επειδή είναι μεγαλύτεροι, μικρότεροι, αγόρι ή κορίτσι.
Αυτή είναι η λάθος τακτική. Σε κάθε οικογένεια ή επαγγελματικό περιβάλλον, κάθε άτομο πρέπει να θεωρείται υπεύθυνο για τις δικές του ή της, πράξεις και ευθύνες.

Το να κατηγορείται κάποιος για σφάλματα ή απρόσεκτα λάθη άλλων τελικώς θα οδηγήσει σε άγχος και θα υπονομεύσει την αυτοεκτίμηση αυτού του προσώπου.

Ο κανόνας των 3Σ: στην οριοθέτηση της συμπεριφοράς των παιδιών

Γονέας: Σταμάτα να το κάνεις αυτό!
Παιδί: Γιατί να μην το κάνω;
Γονέας: Γιατί δεν πρέπει!
Παιδί: Και γιατί δεν πρέπει;
Γονέας: Γιατί δεν είναι σωστό!
Παιδί: Γιατί δεν είναι σωστό;
Γονέας: Λοιπόν αρκετά! Θα το κάνεις επειδή στο λέω εγώ!


Τα παιδιά ορισμένες φορές διαλέγουν τις πιο ακατάλληλες στιγμές για να κάνουν τους «σωκρατικούς» τους διαλόγους. Η παραπάνω συνομιλία είναι χαριτωμένη, αλλά αμφιβάλλω εάν αντιμετωπίζεται έτσι και από έναν γονέα, που συναγωνίζεται το χρόνο για να καταφέρει να επιτελέσει τις καθημερινές του υποχρεώσεις, αναγκασμένος παράλληλα να απαντάει στα ατελείωτα «γιατί» του παιδιού σε θέματα, που ο ίδιος θεωρεί αυτονόητα.

Βέβαια για το παιδί δεν είναι αυτονόητα.

Το παιδί θέλει να υπακούσει, αλλά θέλει επίσης να μάθει και το λόγο για τον οποίο του ζητείται να υπακούσει και μια ικανοποιητική εξήγηση άλλωστε αποτελεί ζωτικό στοιχείο στην όλη διαδικασία της αγωγής. Το σφάλμα του γονέα δεν υφίσταται, εάν το παραπάνω παράδειγμα ληφθεί ως μεμονωμένο περιστατικό, δηλαδή εάν για μία φορά παρέλειψε να δώσει εξήγηση, αλλά εάν αποτελεί συνηθισμένο πρότυπο στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση, δηλαδή εάν δε δίνει στο παιδί εξηγήσεις «εκ συστήματος».

Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς των παιδιών είναι ένα θέμα που δικαιολογημένα απασχολεί κάθε γονέα, αφού είναι μια διαδικασία που κρίνεται απαραίτητη για τη δημιουργία ευτυχισμένων και ολοκληρωμένων ανθρώπων. Τα όρια στην ουσία είναι οι κανόνες που θέτουμε στο παιδί, ώστε να το βοηθήσουμε να ασκηθεί στους περιορισμούς που προϋποθέτει η ζωή στην κοινωνία.

Στη σύγχρονη εποχή η πληροφόρηση για τις μεθόδους ανατροφής είναι ευκολότερη από ποτέ, αφού με ένα κλικ μπορεί πολύ εύκολα ο οποιοσδήποτε να αποκτήσει πρόσβαση σε ποικίλες πηγές ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα βέβαια δεν είναι πάντα το επιθυμητό, αφού οι γονείς καταλήγουν να μπερδεύονται περισσότερο και να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε αυτούς που υποστηρίζουν, ότι εάν είναι ανεκτικοί το παιδί θα γίνει ένας ισχυρογνώμων τύραννος και από την άλλη σε όσους θεωρούν ότι, εάν είναι υπερβολικά αυστηροί και τιμωρητικοί, το παιδί κινδυνεύει να γίνει ένα υποχωρητικό και άβουλο πλάσμα.

Πράγματι η αυταρχική κυριαρχία εκ μέρους των γονέων μπορεί να παράγει ένα πειθαρχημένο παιδί, αλλά θα εκμηδενίσει την ικανότητά του να παίρνει πρωτοβουλίες στη ζωή, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η υπερβολική ανεκτικότητα είναι ιδανικότερη επιλογή. Όπως τις περισσότερες φορές, έτσι και στο παρόν ζήτημα συνιστάται το μέσο ανάμεσα στα δύο άκρα, μια χρυσή τομή, που θα συνδυάζει μια θερμή και στοργική πειθαρχία, θέτοντας όρια που υπακούουν στον κανόνα των 3Σ(σαφήνεια, συνέπεια, συνέχεια).

 

Ο κανόνας των 3Σ:


Σαφήνεια
Σίγουρα τα όρια είναι απαραίτητα σε ποικίλους τομείς της ζωής του παιδιού, ωστόσο ο ευσυνείδητος γονέας οφείλει να δώσει προτεραιότητα και να επιμείνει σε όσα θέματα κρίνει σημαντικότερα, αφήνοντας ορισμένους τομείς ελεύθερους, ώστε να μη νιώθει το παιδί ασφυκτικά.

Κάθε κανόνας οφείλει να είναι διατυπωμένος με σαφή τρόπο, χωρίς περιττές λεπτομέρειες που έτσι και αλλιώς είναι δύσκολο να θυμάται το παιδί και σε γλώσσα απλή και κατανοητή. Είναι σημαντικό μαζί με τον κανόνα να γνωστοποιούνται τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές συνέπειες που ακολουθούν την υπακοή ή ενδεχόμενη παραβίασή του, ώστε να καθίσταται κατανοητό στο παιδί, ότι οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια θα είναι αποτέλεσμα δικής του επιλογής και συμπεριφοράς.

Η γκρίνια και οι φωνές δεν έχουν καμία θέση στη διαδικασία της οριοθέτησης. Ο γονέας μιλώντας στο παιδί με θετική και ήρεμη φωνή, αλλά συγχρόνως, σταθερή και αποφασιστική, ανακοινώνει τους κανόνες και τις συνέπειες αυτών, μία το πολύ δύο φορές, αποφεύγοντας τις συνεχείς επαναλήψεις. Ένα τρικ που δεσμεύει τα παιδιά στην τήρηση των κανόνων, είναι η συγκέντρωση αυτών καθώς και των συνεπειών τους σε μορφή συμβολαίου, που θα είναι συμφωνημένο και υπογεγραμμένο από τις δύο πλευρές και τοποθετημένο σε σημείο του σπιτιού, που να έρχονται συνέχεια σε οπτική επαφή μαζί του.

Συνέπεια
Τα παιδιά είναι πολύ πιθανό να παραβιάσουν κάποιους από τους κανόνες, είτε μέχρι να μάθουν, είτε επειδή ορισμένες φορές δοκιμάζουν τα όρια που τους θέτουν οι γονείς, ώστε να εξετάσουν, εάν είναι συνεπείς σε αυτά που λένε. Οι γονείς οφείλουν να παραμένουν σταθεροί τόσο ως προς αυτό που υποστηρίζουν, όσο και ως προς τις προβλεπόμενες συνέπειες που ακολουθούν την παραβίαση του εκάστοτε κανόνα.

Επισημαίνεται, ότι πρέπει να γίνεται σαφή διάκριση ανάμεσα στην κακή συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας ακολουθεί η αρνητική συνέπεια και του ίδιου του παιδιού, με προτίμηση να χρησιμοποιούνται φράσεις όπως “ήταν λάθος η συμπεριφορά σου” και αποφυγή απόδοσης μόνιμων χαρακτηρισμών στην προσωπικότητα του παιδιού, όπως για παράδειγμα “είσαι κακό παιδί”, διότι υπάρχει κίνδυνος το παιδί εσωτερικεύοντας την ετικέτα, να συμπεριφέρεται όντως ως κακό παιδί, επιβεβαιώνοντας στην ουσία τη διατυπωμένη σκέψη των γονέων.

Συνέχεια
Τα όρια τέλος πρέπει να επαναπροσδιορίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του παιδιού, ακολουθώντας τη διαδρομή της ηλικίας και τις αλλαγές του κοινωνικού περιβάλλοντος. Δεν είναι δυνατόν για παράδειγμα, ένας κανόνας που ισχύει για ένα αγόρι επτά χρονών σχετικά με την έξοδό του εκτός σπιτιού, να παραμένει σταθερός μέχρι την ηλικία των δεκαεπτά, όπως είναι αδύνατο ένας κανόνας που ίσχυε πριν από τρεις δεκαετίες σε ένα χωριό, να ισχύει και στη σύγχρονη εποχή στο αστικό κέντρο. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως ισοπέδωση αξιών και αρχών, είναι απαραίτητη όμως η συνεχής επαγρύπνηση των γονέων, ώστε να παρατηρούν τυχόν αλλαγές και να κρίνουν σε ποιους από τους τομείς της ζωής του παιδιού είναι σημαντική η οριοθέτηση.

Τα όρια προστατεύουν το παιδί από φυσικούς κινδύνους και το βοηθούν να βάλει σε μία τάξη τον περιβάλλοντα κόσμο για το τι επιτρέπεται και τι όχι.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι εκλαμβάνονται και από το ίδιο το παιδί ως ένδειξη ενδιαφέροντος και αγάπης από μέρους των γονέων.  Βέβαια χρυσοί κανόνες για την ανατροφή των παιδιών δεν υπάρχουν. Το παιδί όμως που έχει στοργικούς γονείς και παιδαγωγείται μέσω της αγάπης, της προβολής σωστών προτύπων που μπορεί να μιμηθεί και της οριοθέτησης με δυνατότητα να μάθει μέσα από τα λάθη του για τις συνέπειες των πράξεών του τόσο πάνω στον εαυτό του όσο και στους άλλους, θα έχει ως αποτέλεσμα την εσωτερίκευση των κανόνων από μέρους του και την απόκτηση ενός ικανοποιητικού επίπεδου αυτοελέγχου, με πολλές προοπτικές να εξελιχτεί σε ένα άτομο κοινωνικό, δημιουργικό, αυτόνομο και με εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Οι δύο ερμηνευτικοί δρόμοι της γνώσης

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν στη φύση μηχανές συγκρίσιμες με τις τελειότερες κατασκευές του ανθρώπου. Δεν μπορούμε, εκτός αν αρνηθούμε την ύπαρξη του ίδιου του φυσικού κόσμου, αν δεχτούμε πως ζούμε σε μια ψευδαίσθηση (γιατί υπάρχουν και αυτού του είδους οι θεωρίες).
 
Ας τολμήσουμε λοιπόν το επόμενο βήμα, να ρωτήσουμε: Από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές αυτές; Πώς λειτουργούν; Πώς και πότε κατασκευάστηκαν; Και για ποιον σκοπό;
 
Υπάρχουν δύο θεωρήσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να αναζητήσουμε απαντήσεις. Μας είναι γνωστές.
 
Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του φυσικού κόσμου, ότι η γνώση του αποκτάται με τα μέσα που του παρέχει ο φυσικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μάθει είναι και θα είναι μέρος του φυσικού κόσμου.
 
Η άλλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που εξουσιάζει τον φυσικό κόσμο.
 
Θα ονομάσω την πρώτη «φυσική» θεώρηση και τη δεύτερη «μεταφυσική». Βρίσκω τους όρους αυτούς πιο απλούς και πιο άμεσους, λιγότερο παρεξηγήσιμους από τους όρους επιστημονική, εμπειρική ή θετική –που χρησιμοποιούνται συχνά για την πρώτη θεώρηση– και υπερφυσική, υπερβατική, πνευματική ή δογματική – που χρησιμοποιούνται για τη δεύτερη. Στο κεφάλαιο αυτό, θα χειριστώ τις δύο αυτές θεωρήσεις διαζευκτικά: δεν μπορεί να είναι και οι δύο σωστές, δεν είναι συμβατές η μία με την άλλη, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.
 
Η θέση αυτή ίσως φανεί αυθαίρετη και ακραία, ή ακόμα –πράγμα πιο σοβαρό– λανθασμένη. Και όμως θα επιμείνω στο ότι υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο θεωρήσεις για τον εξής λόγο: από τη στιγμή που θα δεχτούμε πως οι δύο θεωρήσεις δεν είναι ανεξάρτητες και αυτοδύναμες, αλλά συμπληρωματικές, συμβιβάσιμες ή αλληλεξαρτημένες, από τη στιγμή αυτή θα έχουμε υποτάξει τη φυσική θεώρηση στη μεταφυσική, θα την έχουμε κάνει μέρος της. Γιατί το αντίθετο, η υποταγή του μεταφυσικού στο φυσικό –ακόμα και η ισότητά τους– αποκλείεται από τον ίδιο τον ορισμό της μεταφυσικής θεώρησης.
 
Δεν μπορείς να παντρεύεις τον θεό με την ύλη και να απαιτείς συζυγική ισότητα. Αυτό σημαίνει πως η διατήρηση της άποψης ότι οι δύο θεωρήσεις είναι ανεξάρτητες και διαζευκτικές είναι απαραίτητη αν δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τον σκοπό μας, που είναι να δούμε πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η φυσική θεώρηση του κόσμου χωρίς την προσφυγή σε μεταφυσικές ερμηνείες.
 
Έχοντας κάνει αυτή τη διαπίστωση, ας ξαναγυρίσουμε στα ερωτήματα που θέσαμε και ας δούμε πρώτα πώς θα μπορούσαν να απαντηθούν μέσα από τη φυσική θεώρηση. Το «από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές» δηλώνει πως ψάχνουμε για ηλεκτρόνια και πρωτόνια, για άτομα και μόρια, ότι αναζητούμε μια «υλιστική» ερμηνεία.
 
Το «πώς λειτουργούν» δηλώνει πως ψάχνουμε για φυσικοχημικές διεργασίες, για μηχανισμούς που απορρέουν από τις ιδιότητες της ύλης, ότι αναζητούμε μια «μηχανιστική» ερμηνεία.
 
Το «πώς και πότε κατασκευάστηκαν» δηλώνει ότι ψάχνουμε για μια διαδικασία που έγινε ή που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται στις μέρες μας, ότι αναζητούμε μια «ιστορική» ερμηνεία.
 
Ας σταθούμε εδώ πριν προχωρήσουμε στο τέταρτο ερώτημα, το «για ποιο σκοπό». Αφού η ύλη δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η υλιστική, η μηχανιστική και η ιστορική ερμηνεία του φυσικού κόσμου είναι έννοιες σύμφυτες, ένα και το αυτό, η διάκρισή τους υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η φυσική ερμηνεία του κόσμου (και φυσικά εννοούμε του φυσικού κόσμου, αφού αυτός είναι ο μόνος κόσμος που κατά τον ορισμό μας υπόκειται στη φυσική θεώρηση), αλλιώς γνωστή ως φυσιοκρατία, δεν μπορεί παρά να είναι υλι­στική- μηχανιστική-ιστορική. Αυτό, κατά τη θέση μας, πρέπει να ισχύει από τα ηλεκτρόνια μέχρι τους γαλαξίες, από το γονίδια μέχρι τα οικοσυστήματα, από τις κοκορομαχίες μέχρι τους παγκόσμιους πολέμους, από τις κοινωνίες των μελισσών μέχρι τις κοινωνίες των εθνών – και ίσως των άστρων.
 
Πώς απαντά η φυσική ερμηνεία στο τέταρτο ερώτημα; Για ποιον σκοπό είναι κατασκευασμένη η νυχτερίδα να στέλνει, να δέχεται και να αναλύει υπερήχους; Η απάντηση «για να πιάνει έντομα» σίγουρα δεν πρόκειται να μας ικανοποιήσει, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «γιατί είναι η νυχτερίδα κατασκευασμένη για να πιάνει έντομα;». Μπαίνουμε έτσι σε μια αλυσίδα ερωτημάτων. Ένας κρίκος της, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τέρμα, είναι η απάντηση «ο σκοπός πίσω από τη μηχανή που ονομάζουμε νυχτερίδα είναι να δώσει άλλες νυχτερίδες, να αναπαραχθεί».
 
Πρόκειται για τέρμα στην αλυσίδα των ερωτημάτων μας ή για στάση; Πολλοί θα έλεγαν στάση, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «ποιος είναι ο σκοπός της αναπαραγωγής;». Για τη βιολογία η ερώτηση αυτή είναι ό,τι είναι για τη φυσική η ερώτηση «ποιος είναι ο σκοπός της βαρύτητας;». Είναι φανερό ότι τέτοιες ερωτήσεις, που αναζητούν σκοπό στις πιο βασικές ιδιότητες του φυσικού κόσμου, οδηγούν στην απλή και πιο ειλικρινή ερώτηση «γιατί υπάρχει ο φυσικός κόσμος;», που είναι εξίσου απλά και ειλικρινά μια μεταφυσική ερώτηση.
 

Ερωτήσεις του τύπου «για ποιον σκοπό» είναι γνωστές ως τελεολογικές (τέλος = σκοπός). Το παραπάνω σκεπτικό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι τελεολογικές ερωτήσεις οδηγούν απευθείας στη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και, επομένως, δεν έχουν θέση στη φυσική ερμηνεία του.
 
Η μόνη μη μεταφυσική απάντηση σε μια τελεολογική ερώτηση μπορεί να βγει μέσα από μια άλλη ερώτηση: «Γιατί έχουμε την τάση να κάνουμε τελεολογικές ερωτήσεις;». Γιατί στο παράδειγμα της νυχτερίδας δεν αρκεστήκαμε στις τρεις πρώτες ερωτήσεις; (από τι είναι κατασκευασμένη η μηχανή; πώς λειτουργεί; πού, πότε και πώς φτιάχτηκε;).
 
Η σύντομη απάντηση στο γιατί θέτουμε τελεολογικές ερωτήσεις, η απάντηση της φυσικής θεώρησης του κόσμου, είναι «από συνήθεια», μια συνήθεια που την οφείλουμε στη γενετική και την πολιτισμική μας κληρονομιά. Προς το τέλος του βιβλίου θα έχουμε όλη την πληροφόρηση που θα μας επιτρέψει να αναγνωρίσουμε αυτή τη συνήθεια σαν μια έμφυτη πλάνη. Όμως, προς το παρόν, η απάντηση μας φαίνεται απλοϊκή και αυθαίρετη, για μερικούς ίσως εξοργιστικά απλοϊκή και αυθαίρετη (μόνο που αν μπει στη μέση η οργή, καλύτερα να κλείσετε το άρθρο). Ακούω κιόλας το παράπονο ότι σπατάλησα μερικές σελίδες για να παρουσιάσω τη νυχτερίδα σαν μηχανή και τώρα σας καλώ να δεχτείτε ότι η μηχανή αυτή δεν έχει σκοπό.
 
Ξέρεις εσύ (ακούω την ερώτηση) καμιά μηχανή που δεν έχει φτιαχτεί για κάποιο σκοπό; Είναι μια ερώτηση που δίκαια απαιτεί μια απάντηση. Και η απάντηση αυτή, η απάντηση που θα επιχειρήσει να δώσει το βιβλίο, δεν μπορεί παρά να έχει τα στοιχεία της φυσικής θεώρησης, να είναι μια υλιστική-μηχανιστική-ιστορική ερμηνεία. Αλλιώς δεν θα είναι τίποτε παραπάνω από μια υπεκφυγή, μια αναγνώριση πως μπροστά στην αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στις έσχατες ερωτήσεις, τις βαφτίζουμε άτοπες και ανεδαφικές. Θα είναι, τέλος, μια ομολογία πως η φυσική θεώρηση είναι από μόνη της ανεπαρκής.
 
Και τότε θα είναι δικαιωμένοι όσοι θα προτιμούσαν να κλείσει εδώ το θέμα, ψιθυρίζοντας συγκαταβατικά πως καλά κάνει η φυσική θεώρηση και ξανοίγεται στις άγνωστες θάλασσες της αναζήτησης, αλλά ας κρατά πάντα μαζί της την πυξίδα του τελεολογικού προσανατολισμού για να μπορέσει τελικά να επιστρέψει στο λιμάνι και να δεθεί στέρεα στο μουράγιο της.

Χαρακτηριστικές συνήθειες και ενέργειες ενός ώριμου ατόμου

Όλες οι θεωρίες της ωριμότητας κάνουν νύξεις για τις χαρακτηριστικές συνήθειες και ενέργειες ενός ώριμου ατόμου. Παρ’ όλο που υπάρχουν μερικές διενέξεις μεταξύ των θεωρητικών, όπως για το σε τι πραγματικά συνίσταται η πλήρης ωριμότητα, υπάρχουν επίσης πολλά ουσιαστικά κοινά σημεία.

Υπάρχει γενική συμφωνία, ότι τα ώριμα πρόσωπα έχουν την αίσθηση της ταυτότητας, την αίσθηση του “Εγώ”, την αίσθηση του ποιοι είναι, ξεχωριστά από τους άλλους στη ζωή τους. Τα ξεχωριστά όμως αυτά πρόσωπα κατανοούν επίσης την ανάγκη και για τη σωματική και για την ψυχολογική οικειότητα – μια ανάγκη να σχετιστούν σ’ ένα βαθύ, μεστό νοήματος επίπεδο με άλλους.

Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν ειλικρινή διάθεση να είναι παραγωγικοί και να προσφέρουν στους άλλους. Θέλουν να δημιουργούν και να μοιράζονται τα δημιουργήματα τους. Δέχονται τη ζωή και την εργασία τους με ικανοποίηση και χαρά. Ζουν τη ζωή σαν με τα λόγια του Ότο Ρανκ, “καλλιτέχνες” (όχι απαραίτητα σαν καλλιτέχνες που γράφουν ή ζωγραφίζουν, αλλά σαν καλλιτέχνες της ζωής). Αφιερώνουν το ταλέντο τους στις επιδιώξεις τους και τη φαντασία τους, στη δημιουργία της ζωής τους κάθε μέρα. Οι ώριμοι καλλιτέχνες της ζωής είναι αυθόρμητοι, ανεκτικοί, ευέλικτοι, δεκτικοί σε καινούργιες εμπειρίες, και αμφισβητούν την πραγματικότητα. Έχουν αρμονία με τις εξωτερικές επιδράσεις, αλλά είναι αυτόνομοι και απασχολημένοι με τη διαδικασία σύνθεσης της δικής τους ζωής. Θεωρούν την ύπαρξη μια σειρά επιλογών, τις οποίες πρέπει να αποφασίσουν, και για τις οποίες είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι. Ενδιαφέρονται, σέβονται και εκτιμούν τον κόσμο, την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν και τους άλλους που βρίσκονται σ’ αυτήν, ακόμα και αν δεν συμφωνούν εντελώς με αυτούς. Πιστεύουν στις προσωπικές τους ανάγκες και δυνατότητες και αντιλαμβάνονται, ότι αυτές μπορεί να συγκρουσθούν πολλές φορές με των άλλων, αλλά αναγνωρίζουν ότι η σύγκρουση μπορεί ν’ αποτελέσει θετικό παράγοντα ανάπτυξης και αλλαγής.

Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν μια βαθιά πνευματική αίσθηση ως προς τη σχέση τους με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους και αναγνωρίζουν το διαρκές θαύμα της ζωής και του να ζουν. Κάνουν πλήρη χρήση των δυνατοτήτων τους, αποδέχονται τον εαυτό τους ως μέρος του μεγαλύτερου μυστηρίου της ζωής, και μοιράζονται την αγάπη, τη χαρά και τη γνώση τους μ’ έναν ανοιχτό, ανιδιοτελή, υπεύθυνο τρόπο.

Στην ουσία, λοιπόν, οι ολοκληρωμένοι, ώριμοι άνθρωποι αναπτύσσονται συνεχούς, γιατί αντιλαμβάνονται, ότι η ωριμότητα δεν είναι ένας στόχος, αλλά μια διαδικασία, ότι η ουσία της ωριμότητας βρίσκεται στις δημιουργικές και υπεύθυνες επιλογές. Έχουν μια ευέλικτη, όχι όμως συμβατική αίσθηση ταυτότητας, μια ανεκτική και ζωντανή αίσθηση του ποιοι είναι, τι μπορούν να γίνουν και πού βρίσκονται οι δυνάμεις τους.

Στον ώριμο άνθρωπο είναι θεμελιακή η ικανότητα να δημιουργήσει βαθιές, οικείες, γεμάτες νόημα σχέσεις που βασίζονται πάνω στην “ασυμβίβαστη εκτίμηση” της μοναδικότητας των άλλων. Είναι στοργικοί, ερωτικοί και ανταποκρίνονται σεξουαλικά. Είναι κοινωνικοί, έχουν φίλους και αίσθηση της κοινωνικότητας. Είναι παραγωγικοί και αφοσιωμένοι στην εργασία τους. Αποδέχονται την αλλαγή για τη βελτίωση του εαυτού τους και των άλλων, όπως επίσης και της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν. Είναι επινοητικοί, έχουν αυτοπεποίθηση, χιούμορ και άνεση μέσα στο περιβάλλον τους, με τον εαυτό τους και με τους άλλους.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΡΜΑΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ο νους είναι έτσι "φτιαγμένος", δηλαδή έχει "εκπαιδευθεί" με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιλαμβάνεται, να συγκρίνει και να ερμηνεύει τη διαφορετικότητα των μορφών σ’ αυτόν τον κόσμο και είναι κομβικής σημασίας γεγονός, ότι εμείς κάνουμε το λάθος να τον χρησιμοποιούμε για να βρούμε τον αληθινό μας εαυτό, που δεν έχει ούτε μορφή, ούτε βάρος, ούτε υλική-οργανική υφή, αλλά στην ουσία είναι κάτι το τελείως διαφορετικό.

Τον αληθινό μας εαυτό δεν μπορούμε να τον δούμε γιατί υπερβαίνει όλες τις μορφές, όλες τις ονομασίες και όλους τους προσδιορισμούς που ορίζουν τον υλικό αυτόν κόσμο. Όταν πιστεύεις ότι είσαι μία μορφή, ένα αντικείμενο, ένα υλικό κατασκεύασμα, δηλαδή, με λίγα λόγια, όσο και να λες με τον νου σου ότι έχεις αντιληφθεί τον αληθινό σου εαυτό, δεν μπορείς να το πιστέψεις, και με την πρώτη ευκαιρία θα εμφανιστεί πάλι η αίσθηση της διαφορετικότητας και της χωριστότητας από τους άλλους και το σύνολο. Είναι σαν κάποιος να σου διηγείται κάτι που έχει ζήσει και εσύ να του λες ότι τον καταλαβαίνεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορείς να τον καταλάβεις πραγματικά, γιατί δεν μπορείς να νοιώσεις το βίωμά του, αλλά μόνο να αντιληφθείς την περιγραφή που σου κάνει και στην οποία μάλιστα θα δώσεις τη δική σου ερμηνεία.

Δυστυχώς, έχουμε δώσει σε αυτόν ακριβώς τον "εκπαιδευμένο" έτσι νου μας πολύ μεγάλη εξουσία και ατυχώς αποδίδουμε πολύ μεγάλη σημασία σε ότι πρεσβεύει, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα συνεργασθεί μαζί μας και ότι θα μας αφήσει ήσυχους, αλλά αυτό, προφανώς, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει. Αν θέλουμε να βρούμε την ηρεμία μας και την ψυχική μας γαλήνη, πρέπει να είμαστε ο αληθινός μας εαυτός και όχι να περιμένουμε πότε θα ηρεμήσει ο νους μας και θα μας αφήσει ήσυχους.

Αν αυτός μάς τρομάζει με τις σκέψεις που συνθέτει διαρκώς, είναι καλό να δηλώνουμε εσωτερικά τη δύναμή μας και να εναντιωνόμαστε σ' αυτό που γίνεται, αλλά να παραδινόμαστε απλά και να αποδεχόμαστε τον νου έτσι όπως είναι και τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο φόβος θα εξαφανισθεί.

Και είναι προφανές ότι δεν γίνεται να ζούμε συνεχώς κάτω από την τυραννία του νου και πρέπει ο καθένας από εμάς να βρει μέσα του τη δύναμη για να σταματήσει να ζει με τον φόβο, όπως εξ' ίσου βέβαιο είναι ότι αν εμπλακούμε σε μάχη με τον νου θα τη χάσουμε.

Γι' αυτό δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μπορούμε να κερδίσουμε εμπλεκόμενοι σε μία τέτοια μάχη, αλλά να κατανοήσουμε ότι η πραγματική μας δύναμη έγκειται στην υπέρβαση του νου, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι και από την άλλη, η δύναμη του νου έγκειται στο ότι μπορεί να κατοικήσει στη μνήμη μας. Οι σκέψεις έρχονται και παρέρχονται, αλλά μπορούν να μας επηρεάσουν αν τις ανακαλούμε, τις αναμασάμε και έτσι τις αφήνουμε να εγκατασταθούν στη μνήμη μας, δίνοντάς τους υπέρμετρη δύναμη με το να σκεφτόμαστε πράγματα που έχουν συμβεί στο παρελθόν.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλη αυτή η δύναμη που φαίνεται να κατέχει ο νους μας, είναι στην ουσία δική μας, που απλά εμείς έχουμε παραχωρήσει στον νου και αυτός έτσι μας τυραννάει, εκμεταλευόμενος την ίδια τη δύναμή μας.

Γιατί το μεγάλο τέχνασμα του νου είναι να μας κάνει να νιώθουμε διαιρεμένοι, αφού εφαρμόζει το γνωστό από τους πολιτικούς δόγμα "διαίρει και βασίλευε". Μας διαιρεί και μας απομονώνει στην ατομικότητά μας και έτσι κυριαρχεί επάνω μας. Μπορούμε, όμως, να γίνουμε εμείς οι αδιαίρετοι παρατηρητές και να ξεφύγουμε από τον επιβλαβή εναγκαλισμό με τον νου, αφού επιγνώσουμε πολύ καλά όλα αυτά τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί με τόση μαεστρία ο νους.

Οι ηλεκτρικές ιδιότητες μιας διπλοστρωματικής κατασκευής γραφένιου μπορούν να ρυθμίζονται με τέντωμα και στρέψη

Στοιβάζοντας φύλλα πάχους ενός ατόμου, ερευνητές μπορούν να κατασκευάσουν υπέρλεπτα υλικά με προσαρμοσμένες ηλεκτρικές και οπτικές ιδιότητες. Οι ιδιότητες αυτές μπορούν να εξαρτώνται από το πώς είναι διευθετημένα τα φύλλα. Ένα ζεύγος φύλλων γραφένιου στοιβαγμένων ελαφρώς λοξά, για παράδειγμα, μπορεί να λειτουργήσει ως υπεραγωγός. Ωστόσο, κανένας δεν έχει ακόμη ψάξει για το τι συμβαίνει όταν ένα φύλλο τεντώνεται σε σχέση με το άλλο. Τώρα, ο Vincent Renard του Πανεπιστημίου της Γκρενόμπλ (Grenoble Alpes), στη Γαλλία, και οι συνεργάτες του έχουν κάνει αυτό ακριβώς. Βρήκαν ότι γραφένιο δυο στρωμάτων που κατασκευάζεται από φύλλα υπό ελαφρώς διαφορετικούς εφελκυσμούς (tensions), έχει δραματικά αλλαγμένες ηλεκτρικές ιδιότητες.

Ο Renard και οι συνεργάτες του δημιούργησαν τα διπλοστρώματα με την ανάπτυξη ενός φύλλου γραφένιου επάνω σε ένα άλλο. Η διαδικασία αυτή εισήγαγε φυσικά διαφορετικές τιμές εφελκυσμού και περιστροφής στα δυο φύλλα. Αποτέλεσμα: σε περιοδικές θέσεις κατά μήκος του διπλού στρώματος, τα φύλλα ευθυγραμμίστηκαν, με τα κυψελοειδή ατομικά τους μοτίβα να επικαλύπτονται τέλεια. Ενδιαμέσως, τα μοτίβα των φύλλων μετατοπίστηκαν κατά το ήμισυ ενός κελιού του κυψελοειδούς. Η ομάδα χρησιμοποίησε Μικροσκόπιο Σάρωσης Σήραγγας (STM) για να αναλύσει πώς συμπεριφέρονται τα ηλεκτρόνια στις ευθυγραμμισμένες και τις μη -ευθυγραμμισμένες περιοχές.

Μετρώντας μια περιοχή όπου τα κυψελοειδή ευθυγραμμίζονταν, η ομάδα παρατήρησε μεγάλες κορυφώσεις στους αριθμούς των διαθεσίμων ηλεκτρονιακών καταστάσεων, καθώς μείωνε τη διαφορά δυναμικού μεταξύ της μύτης του STM και του διπλού στρώματος στο μηδέν. Οι κορυφώσεις αυτές ήταν μικρότερες για τις μετρήσεις στις μη-ευθυγραμμισμένες περιοχές. Περιοχές με υψηλούς αριθμούς ηλεκτρονιακών καταστάσεων έχουν θύλακες παγιδευμένων ηλεκτρονίων, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε υπεραγώγιμες ή μαγνητικές συμπεριφορές στο διπλόστρωμα.

Η ρύθμιση των ηλεκτρικών ιδιοτήτων του γραφένιου με τέντωμα και περιστροφή των φύλλων δεν έχει ακόμη δώσει ειδικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων προσεγγίσεων, όμως η ομάδα λέει ότι η μέθοδός τους εφοδιάζει τους ερευνητές με ένα νέο δρόμο για να πετύχουν αυτό το στόχο.

Ο ήχος του μακρινού διαστήματος μπορεί να αποκαλύψει κρυφές μαύρες τρύπες

Το βαθύ διάστημα δεν είναι τόσο αθόρυβο όσο πιστεύαμε έως τώρα. Κάθε λίγα λεπτά ένα ζεύγος μαύρων οπών συγκρούεται και αυτές οι κατακλυσμιαίες συγκρούσεις απελευθερώνουν κυματισμούς στον ιστό του χωροχρόνου, γνωστοί ως κύματα βαρύτητας. Τώρα φυσικοί του αυστραλέζικου Πανεπιστημίου Monash έχουν αναπτύξει έναν τρόπο να ακούσουν τα γεγονότα αυτά. Τα κύματα βαρύτητας από συγχωνεύσεις μαύρων οπών αποτυπώνουν ένα χαρακτηριστικό ‘τσιριχτό’ ήχο στα δεδομένα που συλλέγονται από τους ανιχνευτές των βαρυτικών κυμάτων. Η νέα τεχνική αναμένεται να αποκαλύψει την παρουσία χιλιάδων κρυμμένων έως τώρα μαύρων τρυπών, ξεδιπλώνοντας έτσι τις κραυγές τους μέσα από μια φαινομενικά ήσυχη κατάσταση.
 
Πέρυσι, σε μια από τις μεγαλύτερες αστρονομικές ανακαλύψεις του 21ου αιώνα, οι ερευνητές στους ανιχνευτές βαρυτικών κυμάτων LIGO και Virgo υπολόγισαν τα κύματα βαρύτητας από ένα ζευγάρι άστρων νετρονίων. 
 
Οι ερευνητές Eric Thrane και Rory Smith από το Κέντρο για την ανακάλυψη βαρυτικών κυμάτων με τον υπερυπολογιστή OzGrav και το Πανεπιστήμιο Monash στην Μελβούρνη, συμμετείχαν στην ομάδα που συμμετείχε στην κορυφαία ανακάλυψη του περασμένου έτους, όπως και συμμετείχαν στην ομάδα που εντόπισε το πρώτο βαρυτικό κύμα το 2015, όταν ανακάλυψαν τους κυματισμούς στον ιστό του χρονοχώρου, που δημιουργήθηκαν από τη σύγκρουση δύο μαύρων οπών στο μακρινό Σύμπαν, επιβεβαιώνοντας τη γενική θεωρία της σχετικότητας του Albert Einstein από το 1915.
 
Μέχρι σήμερα, έχουν αναφερθεί έξι επιβεβαιωμένα γεγονότα βαρυτικών κυμάτων που ανακοινώθηκαν από τις συνεργασίες LIGO και VIRGO. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Thrane, περισσότερα από 100.000 συμβάντα βαρυτικών κυμάτων κάθε χρόνο είναι πολύ ασθενικά για να ανιχνευτούν καθαρά από τον LIGO και το VIRGO. Τα βαρυτικά κύματα από αυτές τις συγχωνεύσεις συνδυάζονται για να δημιουργήσουν ένα υπόβαθρο βαρυτικών κυμάτων. Ενώ τα μεμονωμένα γεγονότα που συμβάλλουν σε αυτό δεν μπορούν να αναλυθούν μεμονωμένα, οι ερευνητές έχουν επιδιώξει εδώ και χρόνια να ανιχνεύσουν αυτό το ήχο του κύματος βαρύτητας.
 
Σε μία δημοσίευση ορόσημο στο αμερικανικό περιοδικό, Physical Review X , οι δύο ερευνητές έχουν αναπτύξει ένα νέο, πιο ευαίσθητο τρόπο αναζήτησης του ηχητικού φόντου των βαρυτικών κυμάτων.
«Η μέτρηση του βαρυτικού κύματος θα μας επιτρέψει να μελετήσουμε πληθυσμούς μαύρων οπών σε τεράστιες αποστάσεις. Κάποτε η τεχνική μας θα μας επιτρέπει να δούμε τα κύματα βαρύτητας από το Big Bang, κρυμμένα πίσω από τα κύματα βαρύτητας από τις μαύρες τρύπες και τα αστέρια νετρονίων» λέει.
 
Οι ερευνητές αυτοί ανέπτυξαν προσομοιώσεις εξασθενημένων σημάτων από μαύρες τρύπες, συλλέγοντας μεγάλες ποσότητες δεδομένων μέχρι που ήταν πεπεισμένοι ότι – στα πλαίσια των προσομοιωμένων δεδομένων – υπήρχαν εξασθενημένές – ασαφείς αλλά καθαρές ενδείξεις συγχωνεύσεων μαύρων οπών . Ο Smith είναι αισιόδοξος ότι η μέθοδος θα φέρει ανιχνεύσεις όταν εφαρμοστεί σε πραγματικά δεδομένα. Σύμφωνα με τον Σμιθ, οι πρόσφατες βελτιώσεις στην ανάλυση δεδομένων θα επιτρέψουν την ανίχνευση δεκάδων περιπτώσεων που βρέθηκαν στις περασμένες δεκαετίες. Η νέα μέθοδος εκτιμάται ότι είναι χίλιες φορές πιο ευαίσθητη, γεγονός που πρέπει να φέρει στο προσκήνιο τον μακροπρόθεσμο στόχο.
 
Είναι όμως σημαντικό οι ερευνητές να έχουν πρόσβαση σε ένα νέο υπερυπολογιστή αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων, ο οποίος εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο του 2018 στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Swinburne στην Μελβούρνη. Ο υπολογιστής, που ονομάζεται OzSTAR, θα χρησιμοποιηθεί από τους επιστήμονες για να ψάξει για κύματα βαρύτητας μέσα στα δεδομένα του LIGO. Ο υπερυπολογιστής θα επιτρέψει στους ερευνητές του OzGrav να επιχειρήσουν τέτοιου είδους ανακαλύψεις ορόσημα για την επιστήμη., που είναι 125.000 φορές πιο ισχυρός από τον πρώτο υπερυπολογιστή που φτιάχτηκε το 1998.»
 
Ο υπολογιστής Ozstar διαφέρει από τους περισσότερους από τους περισσότερους από 13.000 υπολογιστές που χρησιμοποιεί η κοινότητα LIGO, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των CalTech και MIT. Το OzStar χρησιμοποιεί μονάδες επεξεργαστών GPU, αντί για πιο παραδοσιακές κεντρικές μονάδες επεξεργασίας (CPU). Για ορισμένες εφαρμογές, οι GPU είναι εκατοντάδες φορές γρηγορότερες.
 
«Με την αξιοποίηση της δύναμης των GPU, το OzStar έχει τη δυνατότητα να κάνει μεγάλες ανακαλύψεις στην αστρονομία βαρυτικών κυμάτων», δήλωσε ο Smith.

Mars Express V2.0: Αναβάθμιση από απόσταση 150 εκατομμυρίων χιλιομέτρων

Σε σημαντική αναβάθμιση στο Mars Express προβαίνει ο ESA από απόσταση 150 εκατομμυρίων χιλιομέτρων. Το διαστημόπλοιο βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Άρη εδώ και 15 χρόνια, έχοντας φτάσει εκεί τον Δεκέμβριο του 2003, και πρόκειται να συλλέγει επιστημονικά δεδομένα για πολλά χρόνια ακόμα, χάρη σε μια εγκατάσταση νέου λογισμικού που αναπτύχθηκε από τις ομάδες της αποστολής στον ESA. Το νέο αυτό λογισμικό έχει σκοπό να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της φθοράς κάποιων εξαρτημάτων που έχουν αρχίσει να φθείρονται μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας. 
 
Οι αρχικός σχεδιασμός για το Mars Express ήταν να πραγματοποιήσει μια διετή αποστολή, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα, τραβώντας φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης της επιφάνειας, εντοπίζοντας ορυκτά που σχηματίζονται μόνο με παρουσία νερού και ίχνη μεθανίου και πραγματοποιώντας περάσματα από τον Φόβο, φεγγάρι του Άρη. 
 
Το διαστημόπλοιο είναι σε καλή κατάσταση γενικά, αλλά τα γυροσκόπιά του, τα οποία μετρούν πόσο περιστρέφεται στους τρεις άξονές του, έχουν πρόβλημα. Μαζί με τα δύο startrackers του σκάφους, καθορίζουν τον προσανατολισμό του σκάφους στο διάστημα- οπότε και πρόβλημα στα έξι γυροσκόπια θα δημιουργούσε δυσκολίες στην αποστολή. Ο προσανατολισμός του σκάφους είναι ιδιαίτερα σημαντικός ως προς τη στόχευση της κεραίας του προς την Γη, αλλά και των άλλων οργάνων του (όπως η κάμερα) προς τον Άρη.
 
Τα startrackers είναι απλές κάμερες οι οποίες φωτογραφίζουν εικόνες των άστρων στο φόντο, και, με λίγη «έξυπνη» επεξεργασία, χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση του προσανατολισμού του σκάφους στο διάστημα κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Οι πληροφορίες από τα γυροσκόπια για την περιστροφή συμπληρώνουν τα δεδομένα από τις εικόνες, ενώ παίζουν σημαντικό ρόλο και όταν τα startrackers δεν βλέπουν τα άστρα.
 
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προσωπικού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, τέσσερα από τα έξι γυροσκόπια οδεύουν προς δυσλειτουργία, και το Mars Express δεν προοριζόταν ποτέ να πετά χωρίς αυτά, οπότε και προβλεπόταν ότι η αποστολή θα λάμβανε τέλος κάπου μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου 2019. Ωστόσο, οι μηχανικοί ήξεραν από άλλες αποστολές (όπως η Rosetta και η ERS-2) πως ίσως ήταν δυνατή η συνέχισή της κυρίως με τα startrackers, με περιοδική μόνο χρήση των γυροσκοπίων.
 
Αυτό που έκαναν οι ομάδες του ΕΟΔ ήταν να ανοίξουν ξανά τον παλαιό (15ετίας) κώδικα του Mars Express, να ξαναγράψουν το λογισμικό, να το δοκιμάσουν και να το μεταδώσουν στο σκάφος. Ο κώδικας «ανέβηκε» σε μια περιοχή διαθέσιμης μνήμης την Κυριακή, ωστόσο, όπως και σε αναβαθμίσεις καθημερινών συσκευών, θα χρειαστεί επανεκκίνηση του σκάφους, η οποία είναι προγραμματισμένη για τις 16 Απριλίου. Αν όλα πάνε καλά, θα ακολουθήσουν δύο εβδομάδες δοκιμών για να διαπιστωθεί πως το διαστημόπλοιο λειτουργεί όπως πρέπει να λειτουργεί πριν συνεχίσει την αποστολή του.

Ο Αριστοτέλης και η φθορά σε αριστοκρατία και πολιτεία

Η αριστοκρατία είναι το πολίτευμα που την εξουσία την ασκούν οι άριστοι, δηλαδή οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί.  Αυτή είναι η σημασία που δίνει ο Αριστοτέλης στον όρο κι όχι εκείνη του αριστοκράτη – ευγενή που αναδεικνύεται λόγω του πλούτου ή της καταγωγής. Όμως η αντίληψη της αριστοτελικής αξιοκρατίας, όσο κι αν στηρίζεται στο δίκαιο, δεν μπορεί παρά να πραγματωθεί ως αποκλεισμός των περισσότερων από την εξουσία. Από αυτή την άποψη είναι εύκολο να ταυτιστεί με την ολιγαρχία και κατ’ επέκταση να υφίσταται τους ίδιους κινδύνους μ’ αυτήν: «Στα αριστοκρατικά πολιτεύματα ένα σύνολο επαναστάσεων προκαλείται, επειδή λίγοι δικαιούνται πολιτικά αξιώματα, λόγος που αναφέρθηκε ήδη ότι μεταβάλλει τις ολιγαρχίες (καθώς και στα δύο πολιτεύματα οι άρχοντες είναι λίγοι, όχι όμως για τον ίδιο λόγο λίγοι). Γι’ αυτό μάλιστα δίνεται η εντύπωση ότι η αριστοκρατία είναι ολιγαρχία».
 
Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτει την ολιγαρχία ως διαστρέβλωση της αριστοκρατίας. Τα δύο πολιτεύματα αποτελούν ζευγάρι για το λόγο ότι η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των λίγων. Η στρέβλωση της ολιγαρχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι λίγοι που άρχουν επιλέγονται με κριτήρια τον πλούτο ή την καταγωγή, παράγοντες που όχι μόνο δεν εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση, αλλά διαμορφώνουν και το πλέγμα των συμφερόντων που καθορίζεται από τα κοινά συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών. Η αριστοκρατία, ως πολίτευμα ορθό, εγγυάται την ορθή διακυβέρνηση, δηλαδή τη διακυβέρνηση που μεριμνά για την ευτυχία της πόλης ως σύνολο, αφού οι άξιοι δεν εκπροσωπούν κάποια συγκεκριμένη τάξη, ώστε να υπηρετήσουν συμφέροντα, και συγχρόνως είναι οι πλέον κατάλληλοι για να πάρουν τις σωστότερες αποφάσεις.
 
Όμως, τα πολιτεύματα που κατανέμουν τα αξιώματα σε λίγους είναι αδύνατο να μην επιφέρουν τη δυσαρέσκεια των πολλών, πολύ περισσότερο, όταν αυτοί νιώθουν το ίδιο αξιόλογοι με τους λίγους που μονοπωλούν την εξουσία: «Τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, όταν υπάρχει σημαντικός αριθμός ανθρώπων που εμφορούνται από την ιδέα ότι είναι ισάξιοι με τους άρχοντες». Και βέβαια, η αριστοκρατία προϋποθέτει τη δίκαιη επιλογή των λειτουργών της εξουσίας, δηλαδή τους πραγματικά άξιους, αφού και πάλι ξεκινούν επαναστάσεις «όταν παραγκωνίζονται από κατόχους υψηλότερων αξιωμάτων κάποιοι που είναι έξοχοι και καθόλου κατώτεροι από κανέναν σε αξία, περίπτωση του Λυσάνδρου» (αναφέρεται στο Σπαρτιάτη στρατηγό που έδωσε το τελικό χτύπημα στους Αθηναίους τερματίζοντας τον πελοποννησιακό πόλεμο), «ο οποίος παραγκωνίστηκε από τους βασιλείς». Η αξιοκρατία, ως ύψιστη δικαιοσύνη, είναι ο εγγυητής της πολιτειακής ομαλότητας δημιουργώντας το ιδανικό πολίτευμα που υπερασπίζει τα συμφέροντα ολόκληρης της πόλης κι όχι κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το γεφύρωμα των οικονομικών άκρων, σε κάθε περίπτωση, θα συμβάλει θετικά στην ενότητα της πόλης: «Επιπλέον τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, και όταν άλλοι από τους πολίτες είναι πάμφτωχοι, ενώ άλλοι έχουν μεγάλη οικονομική άνεση».
 
Το πολίτευμα της πολιτείας, ως ορθή εκδοχή της δημοκρατίας (η δημοκρατία για τον Αριστοτέλη είναι διαστρέβλωση της πολιτείας), συνδυάζει στοιχεία ολιγαρχικά και δημοκρατικά εξαλείφοντας τόσο τις δημοκρατικές στρεβλώσεις (την εμφάνιση των δημαγωγών, την κατάλυση του νόμου, την κυριαρχία του όχλου), όσο και τις ολιγαρχικές (τη μετατροπή της διαχείρισης της εξουσίας σε μέσο εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, την ανάδειξη των πλουσίων σε κυρίαρχη τάξη, τον ολοκληρωτικό παραγκωνισμό των φτωχότερων στρωμάτων). Η πολιτεία είναι ο ιδανικός συνδυασμός των δύο πολιτευμάτων (ολιγαρχία – δημοκρατία), αφού δεν υποκύπτει στις επιθυμίες των πολλών καταλύοντας το νόμο (και κατά συνέπεια εξαφανίζει το δημαγωγό) ούτε αποβλέπει στα συμφέροντα των πλουσίων προκαλώντας την αγανάκτηση του λαού  (καθιστά δηλαδή τη διακυβέρνηση πεδίο των ικανών κι όχι των πλουσίων) και η φιλοσοφία που ακολουθεί στην άσκηση της εξουσίας βασίζεται στα συμφέροντα της πόλης ως σύνολο. Από την άποψη αυτή μοιάζει με την αριστοκρατία: «αυτά κυρίως επιχειρούν να συνδυάσουν και οι πολιτείες και οι περισσότερες αριστοκρατίες». Όμως, σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της, αφού υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές: «Και σ’ αυτό πράγματι διαφέρουν οι αριστοκρατίες από τις αποκαλούμενες πολιτείες και γι’ αυτόν το λόγο οι πρώτες είναι λιγότερο ενώ οι δεύτερες περισσότερο σταθερές. Έτσι ονομάζονται αριστοκρατίες τα πολιτεύματα που κλίνουν προς την ολιγαρχία, και πολιτείες αυτά που κλίνουν προς το πλήθος, με συνέπεια τα τελευταία να είναι σταθερότερα από τα άλλα, με τη σκέψη ότι το περισσότερο είναι και ισχυρότερο και ευχαριστεί εκείνους που έχουν ισότητα μεταξύ τους, ενώ οι πλούσιοι, αν το πολίτευμα τους δώσει ανώτερες θέσεις, στρέφονται στην αδικία και στην πλεονεξία».
 
Το ότι και πάλι αναφερόμενος στην αριστοκρατία επικαλείται την πλεονεξία των πλουσίων (η αριστοκρατία δεν αφορά αποκλειστικά τους πλούσιους, αλλά τους άξιους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης και καταγωγής) καταδεικνύει την πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι η αξία των ανθρώπων οφείλει να προσμετρείται και περιουσιακά. Οφείλει δηλαδή ο άξιος να κατέχει και τα περισσότερα. Όμως, αυτό απέχει πολύ από την αντίληψη της εξυπηρέτησης των συμφερόντων, ως ταξικός συνασπισμός. Αυτό που μένει είναι το πάντα επίφοβο του πλούτου, που πρέπει πάση θυσία να μην μονοπωλεί τα αξιώματα, καθώς οι πλούσιοι που κατέχουν τις υψηλές θέσεις «στρέφονται στην αδικία και την πλεονεξία». Το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής ή, αλλιώς, η απαξίωση της δικαιοσύνης είναι τα προεόρτια των ταραχών: «Πολύ συχνά καταλύονται οι πολιτείες και οι αριστοκρατίες, επειδή διαστρεβλώνεται το δίκαιο μέσα στο ίδιο το πολίτευμα».
 
Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι η προϋπόθεση της πολιτειακής ομαλότητας κι εφόσον η πολιτεία και η αριστοκρατία είναι τα ορθά πολιτεύματα, που συνδυάζουν σωστά τα στοιχεία των στρεβλών πολιτευμάτων της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας, δε μένει παρά να διαπιστωθεί ότι η κατάλυση της πολιτείας και της αριστοκρατίας δεν είναι παρά η αλλοίωση που τις οδηγεί στη στρέβλωση και τις υποβιβάζει σε δημοκρατίες ή ολιγαρχίες: «Με άλλα λόγια η κατάλυση της πολιτείας αρχικά οφείλεται στον κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων, ενώ της αριστοκρατίας στον κακό συνδυασμό και αυτών των δύο στοιχείων και της αρετής, κυρίως όμως στον κακό συνδυασμό των δύο στοιχείων, και εννοώ βέβαια τη δημοκρατία και την ολιγαρχία». Το ότι η αρετή αναφέρεται πρωτίστως στην αριστοκρατία δε σημαίνει ότι δεν αφορά την πολιτεία. Αυτό που τονίζεται είναι ότι η αριστοκρατία εστιάζει στην ανάδειξη του άξιου, που καθορίζεται από την αρετή, ενώ η πολιτεία στην ανάδειξη της μεσαίας τάξης, ως εξισορροπητικό ιδανικό ανάμεσα στα άκρα του πλούτου και της φτώχειας. Αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων» είναι η αποτυχία της επιβολής της πολιτείας και της αριστοκρατίας που βαθμιαία υποβιβάζονται στις στρεβλώσεις της δημοκρατίας και ολιγαρχίας: «Γενικά, προς όποιο μέρος από τα δύο κλίνει το πολίτευμα, προς αυτή την κατεύθυνση αλλάζει κιόλας, καθώς το κάθε μέρος από τα δύο προσπαθεί να αυξήσει τις δυνάμεις του, όπως για παράδειγμα η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία, η αριστοκρατία σε δημοκρατία (γιατί οι φτωχότεροι, με την ιδέα ότι αδικούνται, μεταστρέφουν το πολίτευμα στο αντίθετο), ενώ οι πολιτείες σε ολιγαρχία (διότι το μόνο σταθερό είναι η αξιοκρατική/αναλογική ισότητα και η ιδιοκτησία)».
 
Η ομολογία ότι τα πολιτεύματα της αριστοκρατίας και της πολιτείας, παρόλο που έχουν την τάση να μεταβάλλονται προς την κατεύθυνση που κλίνουν, τελικά μπορούν να μεταβληθούν και προς την αντίθετη πλευρά (η πολιτεία να γίνει ολιγαρχία και η αριστοκρατία δημοκρατία), καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ατράνταχτες σταθερές μέσα στα πολιτεύματα κι ότι εν τέλει κανένα πολίτευμα δεν έχει αμιγή χαρακτήρα, αλλά όλα αποτελούν προσμείξεις που τα στρέφουν προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Επί της ουσίας το εξονυχιστικό ξεκαθάρισμα που επιχειρεί ο Αριστοτέλης στον προσδιορισμό των πολιτευμάτων δεν αφορά την κατάδειξη της εφαρμογής τους στον ένα ή τον άλλο τόπο, αλλά το διαχωρισμό των επιμέρους χαρακτηριστικών (δημοκρατικών και ολιγαρχικών), που τις περισσότερες φορές συνυπάρχουν μέσα στη διακυβέρνηση ενός τόπου. Με άλλα λόγια ο τρόπος που καθορίζονται τα πολιτεύματα μέσα στις διάφορες πόλεις αφορά περισσότερο τη γενική χροιά που αφήνουν κι όχι το απόλυτο της καθαρότητάς τους, αφού σχεδόν πάντα άλλοι θεσμοί λειτουργούν δημοκρατικά κι άλλη ολιγαρχικά μέσα στο ίδιο πολίτευμα. Ο προσδιορισμός της πολιτείας και της αριστοκρατίας (με την αριστοτελική έννοια πάντα) είναι η κατάδειξη της μείξης που πλέον διεκδικεί χειροπιαστή πολιτειακή ταυτότητα. Αυτό που μένει για τη μελέτη οποιουδήποτε πολιτεύματος, ασχέτως με τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται, είναι η αποσαφήνιση του τρόπου της λειτουργίας όλων των θεσμών, ώστε να φανερωθούν τα ολιγαρχικά και τα δημοκρατικά του στοιχεία.
 
Προκειμένου να καταδειχθεί η ρευστότητα των πολιτειακών μεταβολών ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα: «Το προαναφερόμενο συνέβη στους Θουρίους. Επειδή, δηλαδή, οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα, βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα, αλλά και γιατί οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα (διότι το πολίτευμα είχε αποκτήσει περισσότερο ολιγαρχικό χαρακτήρα και μπορούσαν επομένως να ικανοποιούν την απληστία τους). Από την άλλη πάλι ο λαός, αφού απέκτησε πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, επιβλήθηκε στους φρουρούς, ώσπου αναγκάσθηκαν όσοι κατείχαν κτήματα περισσότερα από τα νόμιμα να παραιτηθούν από αυτά».

Παρακολουθούμε την πορεία ενός πολιτεύματος που ξεκινά με ολιγαρχικά δεδομένα, αφού «οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα» και ενώ δίνει την εντύπωση ότι προχωρά σ’ ένα δημοκρατικό άνοιγμα δίνοντας σε περισσότερους πρόσβαση στην εξουσία «βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα», τελικά αποδεικνύεται ότι η μεγαλύτερη προσβασιμότητα στα αξιώματα προέκυψε ως εξισορροπητικός παράγοντας της σκληρής ολιγαρχίας που ιδιοποιήθηκε τον πλούτο της περιοχής και ήθελε να παγιωθεί και σε πολιτικό επίπεδο: «οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα». Η αντίδραση του λαού, πέρα από δίκαιη, κρίνεται μάλλον αναπόφευκτη και τελικά βλέπουμε την πλουτοκρατία να παραιτείται από κάποιες παράλογες αξιώσεις δίνοντας χώρο σε μια δημοκρατική στροφή χωρίς όμως να μπορούμε να πούμε ότι το πολίτευμα έγινε δημοκρατικό.
 
Κι εδώ, πέρα από το προφανές της πολυπλοκότητας των πολιτειακών στοιχείων που συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται, γίνεται σαφές και πάλι το αδύνατο της προσέγγισης των πολιτευμάτων ως κάτι ανεξάρτητο από τη διαχείριση του πλούτου. Η ταξική πάλη είναι ο πιο βασικός παράγοντας διαμόρφωσης του πολιτεύματος και οι πολιτειακές μεταβολές δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθρέφτη των ταξικών δυνάμεων που καταφέρνουν να υπερισχύσουν σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, το σταθερότερο πολίτευμα είναι εκείνο που αναδεικνύει τη μεσαία τάξη. Γιατί η μεσαία τάξη είναι αυτή που εξισορροπεί τις συγκρούσεις των άκρων. Εξάλλου, το εύρος της μεσαίας τάξης αποδεικνύει και το μέγεθος της ισοκατανομής του πλούτου, αφού η συρρίκνωσή της δεν είναι παρά η αύξηση των περιουσιακών άκρων. Θα λέγαμε ότι η κοινωνία που αποτελείται σε απόλυτο βαθμό από μεσαίους έχει εκμηδενίσει τις ταξικές αποστάσεις, αφού δε θα υπάρχουν ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι. Κι αυτός θα έπρεπε να είναι και ο στόχος της μεσαίας τάξης.
 
Και βέβαια, η ίδια η χαλάρωση της επίβλεψης των πολιτευμάτων μπορεί να επιφέρει πολιτειακές μεταβολές μέσω ανεπαίσθητων θεσμικών αλλαγών, που αρχικά φαίνονται ασήμαντες και στη συνέχεια αποδεικνύονται καθοριστικές: «Πολύ συχνά μάλιστα οι αριστοκρατίες μεταβάλλονται χωρίς να γίνεται αντιληπτό, γιατί σιγά σιγά χαλαρώνουν, κάτι που αποδόθηκε προηγουμένως σε όλα γενικά τα πολιτεύματα, επειδή οι μεταβολές οφείλονται ακόμη και σε ασήμαντες αλλαγές. Με άλλα λόγια, όταν καταργούν κάποιο θεσμό του πολιτεύματος, μετά έρχεται η σειρά να μεταβάλουν ευκολότερα κάποιον άλλο, λίγο σημαντικότερο θεσμό, ώσπου αλλάζουν όλο το πολιτικό σύστημα».
 
Κι εδώ ακριβώς κρύβεται το εύθραυστο όλων των πολιτευμάτων, που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμα να μεταβληθούν ακόμη και με τις (φαινομενικά) πιο επουσιώδεις θεσμικές αλλαγές. Οι διαχειριστές τις εξουσίας οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σ’ αυτού του είδους τις παρεμβάσεις. Κι αν μιλάμε για δημοκρατίες, όπου ο κυρίαρχος είναι ο λαός, δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από την ακατάπαυστη λαϊκή επαγρύπνηση σχετικά με τις αποφάσεις αυτών που διαχειρίζονται την εξουσία στο όνομά του. Ο λαός που αδιαφορεί για τα πολιτικά τεκταινόμενα, που αντιλαμβάνεται την εξουσία μόνο ως πεδίο εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων και παραχωρεί τα αξιώματα με βάση ιδιωτικές υποσχέσεις είναι ιδιαίτερα επίφοβος να υποστεί τις συνέπειες μιας πολιτειακής μεταβολής (ενδεχομένως απροκάλυπτης, ενδεχομένως συγκαλυμμένης, σε κάθε περίπτωση φανερής), που κατά κανόνα θα ευνοεί τους εκάστοτε ισχυρούς Με δεδομένο ότι οι ολιγαρχίες παίζουν το παιχνίδι των πλουσίων, οι δημοκρατίες πρέπει να προασπίζουν τα συμφέροντα των φτωχών. Οι δημοκρατίες που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των πλουσίων παραχωρώντας τους απροκάλυπτα το δημόσιο πλούτο είναι προφανές ότι έχουν χάσει την ταυτότητά τους.
 
Γι’ αυτό και τα πολιτεύματα δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να δράσουν ανταγωνιστικά. Γιατί εκφράζουν την ταξική αντιπαράθεση που αναγκαστικά παίρνει πολιτικό περιεχόμενο. Η αριστοκρατία, ως ορθή εκδοχή της ολιγαρχίας, όσο κι αν λειτουργεί με βάση την αξία του καθενός κι όσο κι αν η αξία δεν μετριέται με τον πλούτο, τελικά προωθεί τους οικονομικά ισχυρούς στα αξιώματα, αφού, όταν όλα λειτουργούν αξιοκρατικά, οι πραγματικά άξιοι θα προκόψουν και οικονομικά – εκτός βέβαια αν δεν το επιδιώκουν. Στη Σπάρτη, όσο κι αν ο τρόπος ζωής δεν ευνοούσε την επίδειξη του πλούτου, τις μεγάλες περιουσίες τις κατείχαν λίγοι: «Ακόμη, καθώς όλα τα αριστοκρατικά πολιτεύματα είναι ολιγαρχικά, οι επιφανείς πολίτες συγκεντρώνουν μεγαλύτερη δύναμη, όπως στη Σπάρτη, όπου οι περιουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων». Αντίθετα στην Αθήνα, μολονότι η οικονομική επιφάνεια και ο τρόπος ζωής έφεραν πολλές περιπτώσεις οικονομικής επίδειξης (ο Αλκιβιάδης είναι πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα) και μολονότι υπήρχαν σοβαρές ταξικές αποκλείσεις, το δημοκρατικό πολίτευμα, με όλη του την παθογένεια, μεριμνούσε για τους φτωχότερους παρέχοντας επιχορηγήσεις προκειμένου να ενισχύσει τη συμμετοχή τους στα κοινά.
 
Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη διαφορετικότητα της οικονομίας ανάμεσα στις δύο πόλεις. (Το θαλάσσιο εμπόριο και οι συνθήκες της αθηναϊκής συμμαχίας – ηγεμονίας, έδιναν σαφές οικονομικό προβάδισμα στην Αθήνα). Εδώ γίνεται λόγος για τον τρόπο που το πολίτευμα δίνει οικονομικές ευκαιρίες και βοήθειες επιθυμώντας να εξασφαλίσει την πολιτική συμμετοχή των πολλών. Από αυτή την άποψη δε θα μπορούσαν να μη λειτουργήσουν ανταγωνιστικά, αφού η υπεροχή ενός πολιτεύματος που βρίσκεται μακριά ή κοντά αποτελεί λόγο για να συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα. Κι αυτά είναι τα πολιτικά αίτια της αθηνοσπαρτιατικής αντιπαράθεσης: «Όλα, λοιπόν, τα πολιτεύματα καταλύονται άλλοτε από ενδογενείς παράγοντες και άλλοτε από εξωγενείς, όταν δηλαδή υπάρχει αντίθετο πολίτευμα κοντά ή μακριά αλλά ισχυρό. Αυτό συνέβαινε τον καιρό της ακμής των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να καταλύσουν τις ολιγαρχίες παντού, ενώ οι Σπαρτιάτες τις δημοκρατίες».
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά