Υπάρχει μια γνώση που δεν γεννιέται από τα βιβλία, ούτε εξαντλείται μέσα στις λέξεις, ούτε υποτάσσεται στους συλλογισμούς του ανθρώπινου νου. Είναι η γνώση που προϋπάρχει κάθε γνώσεως, η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, η σιωπηλή φωνή που ακούγεται μόνον όταν ο άνθρωπος παύσει να θορυβεί εσωτερικά. Οι αρχαίοι μύστες την αναζήτησαν μέσα στα άδυτα των ιερών, οι φιλόσοφοι την πλησίασαν με τον λόγο, οι ποιητές την διαισθάνθηκαν μέσα από τα σύμβολα και οι αληθινοί αναζητητές αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στην προσέγγισή της. Διότι γνώριζαν πως πίσω από την πολλαπλότητα του κόσμου υπάρχει μια ενότητα, πίσω από τις αμέτρητες μορφές μια αόρατη αρχή, πίσω από το φως των άστρων και το φως της συνειδήσεως μια Πηγή υπεράνω κάθε περιγραφής. Αυτή η Πηγή είναι το Ένα, το Απόλυτο, το Άρρητο, ο Μοναδικός Θεός, από τον οποίο πηγάζουν τα πάντα και προς τον οποίο, κατά την εσωτερική οδό, επιστρέφει η ψυχή όταν αφυπνισθεί από τη λήθη της.
Στο κατώφλι αυτής της πανάρχαιας αναζητήσεως στέκει η μυστηριώδης μορφή του Ερμή του Τρισμεγίστου, του τρεις φορές μεγάλου, του σοφού που η παράδοση περιβάλλει με το πέπλο της ιερής αρχαιότητας. Στη μορφή του ενώθηκαν στοιχεία του ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ, του θεϊκού γραφέως, προστάτη της σοφίας, της ιερής γραφής και της γνώσεως των ουρανίων νόμων. Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος δεν είναι απλώς ένα όνομα μέσα στην ιστορία των ιδεών, είναι ένα σύμβολο της γέφυρας ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, ανάμεσα στο αόρατο Αρχέτυπο και στην ορατή δημιουργία. Η ερμητική παράδοση τον παρουσιάζει ως διδάσκαλο που δεν περιορίζεται στη μετάδοση πληροφοριών, αλλά αποβλέπει στη μεταμόρφωση του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ο αληθινός δάσκαλος δεν προσφέρει απλώς απαντήσεις· οδηγεί τον μαθητή στο σημείο εκείνο όπου οι απαντήσεις παύουν να είναι εξωτερικές και γίνονται βίωμα και επίγνωση.
Τα ερμητικά κείμενα, ιδίως όσα συγκεντρώθηκαν υπό την ονομασία Corpus Hermeticum, αναδύθηκαν στον ελληνοαιγυπτιακό κόσμο των πρώτων αιώνων μ.Χ., μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ελληνική φιλοσοφία συναντούσε τις αιγυπτιακές θρησκευτικές παραδόσεις και τις αναζητήσεις της ύστερης αρχαιότητας. Στις σελίδες τους συναντούμε μια κοσμοθεωρία όπου ο νους μπορεί να γίνει καθρέφτης της θείας νοήσεως. Ο κόσμος δεν παρουσιάζεται ως άψυχη συσσώρευση πραγμάτων, αλλά ως ζωντανή τάξη, ως εκδήλωση ενός βαθύτερου Λόγου, ως ιερό βιβλίο του οποίου τα γράμματα είναι τα άστρα, οι αναλογίες της φύσεως, οι ρυθμοί της ζωής και οι αόρατες σχέσεις που συνέχουν τα πάντα. Ο άνθρωπος, μικρός κόσμος μέσα στον μεγάλο Κόσμο, φέρει μέσα του τη δυνατότητα να αναγνωρίσει αυτή την αρμονία, επειδή συμμετέχει, κατά την ερμητική αντίληψη, τόσο στην υλική όσο και στην πνευματική διάσταση της υπάρξεως.
Η ερμητική φιλοσοφία δεν ζητεί από τον άνθρωπο να εγκαταλείψει τον κόσμο, αλλά να μάθει να τον βλέπει με διαφορετικά μάτια. Να μη συγχέει το φαινόμενο με την ουσία, το πρόσκαιρο με το αιώνιο. Διότι όποιος βλέπει μόνον την εξωτερική μορφή των πραγμάτων παραμένει αιχμάλωτος της επιφανείας, ενώ όποιος αναζητεί την αρχή τους εισέρχεται σταδιακά στο πεδίο της εσωτερικής φιλοσοφίας. Εκεί, κάθε πράγμα αποκτά μια δεύτερη διάσταση: το φως γίνεται σύμβολο της νοήσεως, η σιωπή γίνεται γλώσσα της ψυχής, ο ουρανός γίνεται εικόνα του απείρου και η αυτογνωσία γίνεται πύλη προς τη θεογνωσία. Η φύση δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, αλλά ως αποκάλυψη μιας τάξεως που υπερβαίνει τις ανθρώπινες επιθυμίες και τους περιορισμούς της ατομικής υπάρξεως.
Στην καρδιά αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται η ιδέα πως η άγνοια δεν είναι απλώς η έλλειψη πληροφοριών, αλλά μια βαθύτερη λήθη: η λήθη της αληθινής φύσεως του ανθρώπου και της σχέσεώς του με την πρώτη Αρχή. Ο άνθρωπος γνωρίζει τα ονόματα των άστρων, μελετά τις κινήσεις τους, αναλύει τα στοιχεία της ύλης και οικοδομεί θεωρίες για τη λειτουργία του σύμπαντος· και όμως, δύναται να αγνοεί το βαθύτερο ερώτημα που φωλιάζει μέσα του: ποιος είναι εκείνος που γνωρίζει; Ποια είναι η πηγή της συνειδήσεως; Από πού αναδύεται η δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη και να αναζητούμε το νόημά της; Η εξωτερική γνώση μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική γνώση στρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο προς την πηγή του βλέμματος. Και εκεί αρχίζει η μύηση, όχι ως τελετουργική επίδειξη ούτε ως απόκτηση μυστικών τίτλων, αλλά ως αργή κάθαρση της ψυχής από την πλάνη, την αλαζονεία, τον φόβο και την ψευδαίσθηση πως το εγώ αποτελεί το κέντρο των πάντων.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις μεγάλες μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας άγγιξαν ερωτήματα που συγγενεύουν με την ερμητική αναζήτηση. Ο Πυθαγόρας, μέσα από την παράδοση που συνδέθηκε με το όνομά του, αναζήτησε την αρμονία των αριθμών και την τάξη που συνέχει το σύμπαν. Ο Πλάτων στράφηκε προς τον κόσμο των νοητών Ιδεών και προς το Αγαθό, το οποίο τοποθέτησε υπεράνω της συνηθισμένης γνώσεως και της απλής αισθητηριακής εμπειρίας. Ο Πλωτίνος, πολλούς αιώνες αργότερα, ανέπτυξε μια φιλοσοφία επιστροφής της ψυχής προς το Ένα, την υπέρτατη αρχή που υπερβαίνει ακόμη και τη συνηθισμένη διάκριση μεταξύ νοούντος και νοουμένου. Στον Νεοπλατωνισμό, όπως και σε ορισμένα ερμητικά κείμενα, η πνευματική πορεία δεν είναι απλώς συσσώρευση εννοιών, είναι άνοδος από την πολλαπλότητα προς την ενότητα, από τον περισπασμό προς τη συγκέντρωση, από την προσκόλληση στις μορφές προς τη θέαση της βαθύτερης αρχής τους.
Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια μυστική συγγένεια ανάμεσα σε αυτές τις φιλοσοφικές οδούς, χωρίς να χρειάζεται να υποστηρίξουμε ότι όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι υπήρξαν κρυφοί οπαδοί του Ερμή του Τρισμεγίστου. Δεν διαθέτουμε ιστορικές αποδείξεις για έναν τέτοιο καθολικό ή οργανωμένο μυστικό δεσμό. Εκείνο που μπορούμε να διακρίνουμε είναι κάτι βαθύτερο από μια κρυφή ένταξη σε κάποια σχολή: μια κοινή δίψα για την πρώτη Αρχή, μια επαναλαμβανόμενη προσπάθεια να διαπεραστεί το πέπλο των αισθήσεων και να αναζητηθεί η ενότητα πίσω από την πολλαπλότητα. Οι Πυθαγόρειοι, οι Πλατωνικοί, οι Νεοπλατωνικοί και οι Ερμητιστές δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο σώμα με μία κοινή διδασκαλία, ωστόσο, σε ορισμένα από τα βαθύτερα ερωτήματά τους, οι δρόμοι τους συναντώνται σαν υπόγειοι ποταμοί που, ενώ κυλούν μέσα από διαφορετικά εδάφη, αναζητούν τον ίδιο ωκεανό.
Ίσως, μάλιστα, η έννοια του «κρυφού» να πρέπει να νοηθεί όχι πάντοτε ως μυστική ιστορική οργάνωση, αλλά ως εσωτερική διάσταση της φιλοσοφίας, την οποία δεν μπορεί να προσεγγίσει κανείς με την απλή απομνημόνευση των δογμάτων της. Διότι μια διδασκαλία μπορεί να είναι γραμμένη ανοιχτά και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένει αθέατη για εκείνον που δεν είναι έτοιμος να κατανοήσει το βάθος της. Οι λέξεις είναι διαθέσιμες σε όλους, αλλά η αληθινή τους σημασία αποκαλύπτεται ανάλογα με την ωριμότητα του νου, την καθαρότητα της προθέσεως και την ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει τις ίδιες του τις πλάνες. Υπό αυτή την έννοια, η εσωτερική οδός δεν είναι κατ’ ανάγκην ένα κλειστό μυστικό, είναι μια ανοιχτή πύλη που παραμένει αόρατη όσο ο αναζητητής κοιτάζει μόνο την εξωτερική επιφάνεια.
Η εσωτερική φιλοσοφία αρχίζει εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τη γνώση ιδιοκτησία του εγώ. Δεν αρκείται στο να ρωτά τι είναι ο κόσμος, αλλά τολμά να ρωτήσει ποια σχέση έχει ο ίδιος με τον κόσμο και με την αρχή της υπάρξεως. Δεν επιδιώκει απλώς να επιβληθεί στη φύση, αλλά να κατανοήσει την τάξη της. Δεν αναζητεί το μυστικό για να αποκτήσει εξουσία πάνω στους άλλους, αλλά για να ελευθερωθεί από την εξουσία των δικών του παθών και ψευδαισθήσεων. Η πραγματική εσωτερική εργασία δεν μετριέται με το πλήθος των συμβόλων που γνωρίζει κάποιος, ούτε με τις τελετές που εκτελεί, ούτε με τους τίτλους που διεκδικεί. Μετριέται από το κατά πόσον ο άνθρωπος γίνεται δικαιότερος, ταπεινότερος, σοφότερος, πιο ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του και περισσότερο ικανός να αναγνωρίζει το ιερό ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχει καμία εξωτερική ένδειξη μεγαλείου.
Στην ερμητική παράδοση, ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον εαυτό του, όχι για να λατρέψει την ατομικότητά του, αλλά για να διακρίνει μέσα της την αντανάκλαση μιας ευρύτερης πνευματικής πραγματικότητας. Η αυτογνωσία δεν αποτελεί τον τελικό προορισμό, είναι το κατώφλι της θεογνωσίας. Όταν ο άνθρωπος εξετάζει τις σκέψεις του, τα κίνητρά του, τους φόβους και τις επιθυμίες του, αρχίζει να αντιλαμβάνεται πόσο συχνά συγχέει την αλήθεια με ό,τι τον εξυπηρετεί, την αγάπη με την προσκόλληση, τη σοφία με την υπεροχή και την ελευθερία με την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας. Η εσωτερική εργασία τον καλεί να αποκαταστήσει την τάξη μέσα του, ώστε ο νους να μην κυριαρχείται από τα πάθη και η ψυχή να μη διασκορπίζεται σε αμέτρητες κατευθύνσεις. Τότε η σιωπή δεν είναι κενό, αλλά εγρήγορση, η περισυλλογή δεν είναι φυγή, αλλά επιστροφή, και η γνώση δεν είναι απλώς κατοχή μιας αλήθειας, αλλά μεταβολή ολόκληρης της υπάρξεως.
Αλλά ποιος είναι ο απώτερος σκοπός αυτής της πορείας; Ποιο είναι το μυστήριο που καθιστά όλες τις επιμέρους γνώσεις ατελείς, όταν δεν φωτίζονται από μια βαθύτερη κατανόηση; Η ερμητική σκέψη μάς οδηγεί προς το ερώτημα του Ενός, της πρώτης και υπέρτατης Αρχής, από την οποία εξαρτάται η ενότητα του παντός. Στο Corpus Hermeticum, ιδίως στις πραγματείες που εξετάζουν τον Νου και τη θεία δημιουργία, ο Θεός προσεγγίζεται ως η υπέρτατη πραγματικότητα, η πηγή της ζωής και της νοήσεως, η αρχή που δεν εξαντλείται σε καμία από τις μορφές που προέρχονται από αυτήν. Το Ένα δεν είναι ένα ακόμη αντικείμενο ανάμεσα στα άλλα, ούτε μια οντότητα που μπορούμε να τοποθετήσουμε δίπλα στα δημιουργήματά του. Είναι εκείνο προς το οποίο παραπέμπει κάθε βαθύτερη αναζήτηση της ενότητας, εκείνο που δεν μπορεί να περικλειστεί από τις ανθρώπινες κατηγορίες και να περιοριστεί από τα όρια του λόγου.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της θεογνωσίας: όσο περισσότερο ο άνθρωπος συνειδητοποιεί το μεγαλείο του Θείου, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται τα όρια της δικής του γνώσεως. Ο Θεός δεν γίνεται πλήρως κατανοητός όπως κατανοείται ένα μαθηματικό θεώρημα ή ένα φυσικό φαινόμενο. Μπορούμε να στοχαστούμε τις ιδιότητές του, να αναζητήσουμε τα ίχνη του μέσα στην τάξη του κόσμου, να τον προσεγγίσουμε με τη φιλοσοφία, την προσευχή, την ηθική ζωή και τον στοχασμό, όμως η ουσία του Απολύτου υπερβαίνει την ανθρώπινη περιγραφή. Η αληθινή σοφία δεν είναι να προσποιείται κανείς πως κατέχει τον Θεό μέσα σε ένα σύστημα εννοιών, αλλά να αναγνωρίζει πως κάθε αληθινή γνώση, όταν φτάνει στα βαθύτερα όριά της, γίνεται ταπεινή αναζήτηση ενώπιον του Απείρου.
Γι’ αυτό και η βαθύτερη γνώση κάθε γνώσεως είναι η γνώση του ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ. Όχι επειδή οι επιμέρους επιστήμες, οι τέχνες και οι φιλοσοφίες στερούνται αξίας, αλλά επειδή καμία από αυτές, εξεταζόμενη μεμονωμένα, δεν απαντά από μόνη της στο έσχατο ερώτημα του Είναι. Η γνώση των αριθμών αποκαλύπτει σχέσεις· η γνώση της φύσεως αποκαλύπτει νόμους· η γνώση της ιστορίας αποκαλύπτει την πορεία των ανθρώπινων πολιτισμών, η γνώση της ψυχής φωτίζει τα βάθη της συνειδήσεως. Μα η ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ θέτει το ερώτημα που διαπερνά όλα τα υπόλοιπα: ποια είναι η πρώτη πηγή της υπάρξεως, ποια είναι η αρχή που καθιστά δυνατή την ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα και ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής; Η γνώση του Θεού, όπως νοείται εδώ, δεν ακυρώνει τις άλλες γνώσεις, τις τοποθετεί μέσα σε έναν ευρύτερο ορίζοντα νοήματος και υπευθυνότητας.
Το Ένα δεν είναι απλώς το άθροισμα των πολλών. Δεν είναι το αποτέλεσμα μιας προσθέσεως ούτε το τελευταίο στοιχείο ενός καταλόγου. Είναι η αρχή της ενότητας, εκείνο που επιτρέπει στα πολλά να υπάρχουν ως πολλά, χωρίς να αποκόπτονται από κάθε βαθύτερη συνοχή. Στη νεοπλατωνική φιλοσοφία, το Ένα υπερβαίνει ακόμη και το Είναι και τη νόηση, ενώ στην ερμητική γραμματεία ο Θεός παρουσιάζεται ως πηγή του κόσμου, του Νου και της ζωής. Οι δύο παραδόσεις δεν ταυτίζονται σε όλα τα σημεία τους, αλλά συναντώνται στην αναγνώριση πως η ύψιστη Αρχή δεν περιορίζεται από τις κατηγορίες με τις οποίες ο άνθρωπος οργανώνει την καθημερινή εμπειρία του. Το Απόλυτο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κατοχής. Μπορεί, όμως, να γίνει αντικείμενο αδιάκοπης αναζητήσεως, ευλάβειας και εσωτερικής μεταμορφώσεως.
Αν ο άνθρωπος επιθυμεί να προσεγγίσει αυτή την Αρχή, οφείλει πρώτα να κατανοήσει πως η γνώση δεν είναι πάντοτε δύναμη με την κοσμική έννοια του όρου. Η συσσώρευση πληροφοριών μπορεί να γεννήσει υπερηφάνεια, η πολυμάθεια μπορεί να ενισχύσει την αυταπάτη της αυτάρκειας και η κατοχή σπάνιων διδασκαλιών μπορεί να μετατραπεί σε νέο είδος δουλείας, όταν χρησιμοποιείται για να διαχωρίζει τους ανθρώπους σε δήθεν εκλεκτούς και ανάξιους. Η εσωτερική σοφία κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όσο πλησιάζει ο άνθρωπος την αλήθεια, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την ευθύνη του απέναντι στους άλλους. Όσο βαθύτερα στοχάζεται το θείο, τόσο λιγότερο δικαιολογείται να περιφρονεί το ανθρώπινο. Και όσο περισσότερο αναζητεί την ενότητα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δικαιολογήσει το μίσος, την αδικία και την αλαζονεία.
Η αληθινή μύηση, επομένως, δεν είναι η απόκτηση μιας μυστικής λέξεως που ανοίγει όλες τις πόρτες, ούτε η αποκάλυψη ενός κρυμμένου τύπου που εξαναγκάζει το σύμπαν να υπακούσει. Είναι η αργή αναγέννηση του βλέμματος. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει την ύπαρξη όχι μόνο μέσα από τις ανάγκες του, αλλά και μέσα από την ευγνωμοσύνη, τον σεβασμό και την επίγνωση της κοινής του ρίζας με όλα τα όντα. Είναι η στιγμή που η φιλοσοφία παύει να είναι μόνο λόγος και γίνεται τρόπος ζωής, οπου η αναζήτηση του Θεού δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διακηρύξεις, αλλά εκδηλώνεται στην αλήθεια των πράξεων, στην καθαρότητα των προθέσεων και στην αγάπη προς τον πλησίον.
Και ίσως εδώ να αποκαλύπτεται το βαθύτερο μυστικό του Ερμή του Τρισμεγίστου: το μυστήριο δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε κάποιον χαμένο ναό, σε μια απαγορευμένη βιβλιοθήκη ή σε μια ξεχασμένη αδελφότητα. Βρίσκεται και στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, στον νου που αναζητεί, στη συνείδηση που εξετάζει τον εαυτό της, στην καρδιά που επιθυμεί να διακρίνει το αληθινό από το απατηλό. Τα σύμβολα και τα κείμενα μπορούν να δείξουν την κατεύθυνση, οι δάσκαλοι μπορούν να φωτίσουν τον δρόμο και η φιλοσοφία μπορεί να οικοδομήσει τις γέφυρες, κανένα, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική εργασία της ψυχής. Ο άνθρωπος πρέπει να διαβεί ο ίδιος το κατώφλι από τη γνώση των πραγμάτων προς την αναζήτηση της πρώτης Αρχής.
Ας φανταστούμε, λοιπόν, τον Ερμή να στέκεται ανάμεσα στις στήλες ενός αρχαίου ιερού, εκεί όπου το φως του ήλιου εισέρχεται αργά από ένα στενό άνοιγμα και σχηματίζει στο δάπεδο μια λεπτή γραμμή χρυσού. Δεν κρατεί στα χέρια του την εξουσία του κόσμου, αλλά το σύμβολο της γνώσεως. Δεν καλεί τον αναζητητή να θαυμάσει το πρόσωπό του, αλλά να κοιτάξει πέρα από αυτό. Και η φωνή του, σαν ψίθυρος που διασχίζει τους αιώνες, μοιάζει να λέει πως η αληθινή σοφία αρχίζει όταν ο άνθρωπος πάψει να λατρεύει τα είδωλα της ίδιας του της σκέψεως. Να μην εκλαμβάνει τις σκιές ως την πηγή του φωτός, ούτε τις λέξεις ως την πλήρη πραγματικότητα εκείνου που επιχειρούν να περιγράψουν. Να μελετά, να ερευνά, να συλλογίζεται, αλλά και να σιωπά όταν το μυστήριο υπερβαίνει τις δυνατότητες της εκφράσεως.
Διότι όλα τα μονοπάτια της γνώσεως, όταν ακολουθούνται με ειλικρίνεια και χωρίς την τύφλωση της αλαζονείας, μπορούν να γίνουν αφορμές βαθύτερου στοχασμού. Και κάθε αληθινός στοχασμός, αν φτάσει αρκετά βαθιά, συναντά το ερώτημα του Ενός. Δεν είναι ανάγκη να ισχυριστούμε πως όλες οι φιλοσοφίες διδάσκουν ακριβώς το ίδιο ή πως κάθε σοφός ακολουθεί την ίδια πνευματική οδό. Αρκεί να αναγνωρίσουμε πως η ανθρώπινη αναζήτηση επανέρχεται αδιάκοπα στην απορία για την πρώτη Αρχή, για το νόημα της υπάρξεως και για τη σχέση του πεπερασμένου με το Άπειρο. Αυτή η απορία είναι το άσβεστο πυρ της φιλοσοφίας, η πνοή της εσωτερικής αναζητήσεως, η αφετηρία μιας πορείας που δεν ολοκληρώνεται με την κατοχή μιας απαντήσεως, αλλά βαθαίνει όσο ο άνθρωπος μαθαίνει να προσεγγίζει το μυστήριο με ταπεινότητα.
Και όταν, ύστερα από μακρά περιπλάνηση μέσα στις θεωρίες, στα σύμβολα, στις αντιφάσεις και στα ερωτήματα, ο αναζητητής σταθεί ενώπιον της σιωπής, ίσως αντιληφθεί πως δεν ήταν η γνώση που του έλειπε πάντοτε, αλλά η ορθή σχέση με εκείνο που γνώριζε. Ίσως καταλάβει πως η σοφία δεν είναι να εξηγεί κανείς τα πάντα, αλλά να διακρίνει ποια ερωτήματα οδηγούν στην αλήθεια και ποια γεννιούνται από την ανάγκη του εγώ να κυριαρχήσει. Ίσως τότε η ερμητική οδός αποκαλυφθεί ως πορεία επιστροφής: από τη διασπορά στη συγκέντρωση, από την πλάνη στη διάκριση, από την αυτάρκεια στην ευγνωμοσύνη, από την επιφανειακή γνώση στη βαθύτερη αναζήτηση του Θείου.
Το Ένα δεν χρειάζεται να φωνάξει για να είναι παρόν. Η σιωπή του δεν είναι απουσία, όπως και το σκοτάδι ενός κλειστού ιερού δεν σημαίνει πως το φως έχει πάψει να υπάρχει. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που καλείται να καθαρίσει το βλέμμα του, να εξαγνίσει την πρόθεσή του και να αναζητήσει με ειλικρίνεια την αλήθεια. Και τότε, μέσα από την άσκηση του νου, την καλλιέργεια της αρετής, τη μελέτη της φιλοσοφίας και την εσωτερική περισυλλογή, η γνώση μπορεί να γίνει σοφία, η σοφία ευλάβεια και η ευλάβεια βαθύτερη επίγνωση της σχέσεως του ανθρώπου με το Θείο.
Αυτό είναι το μήνυμα που μπορούμε να αντλήσουμε από την ερμητική παράδοση και τις συγγενείς φιλοσοφικές αναζητήσεις: πως η γνώση αποκτά το βαθύτερο νόημά της όταν δεν αποκόπτεται από το ερώτημα της πρώτης Αρχής, όταν δεν γίνεται όργανο υπεροχής, αλλά μέσο αυτογνωσίας και πνευματικής ωριμάνσεως. Πως η αναζήτηση του Ενός δεν απαιτεί την περιφρόνηση του κόσμου, αλλά την κατανόηση της θέσεώς μας μέσα σε αυτόν. Και πως ο άνθρωπος, όσο κι αν προχωρήσει στις επιμέρους γνώσεις, δεν παύει να στέκεται ενώπιον ενός μυστηρίου που τον υπερβαίνει και ταυτόχρονα τον καλεί να γίνει βαθύτερα συνειδητός, ελεύθερος και υπεύθυνος.
Διότι η ύψιστη γνώση δεν είναι να γνωρίζει ο άνθρωπος τα πάντα για τα δημιουργήματα, αλλά να αναζητεί με όλη του την ύπαρξη την Πηγή από την οποία προέρχονται. Και η βαθύτερη σοφία κάθε γνώσεως είναι η γνώση του ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ — όχι ως ιδιοκτησία του νου, αλλά ως αδιάκοπη αναζήτηση της Αλήθειας, ως ταπεινή προσέγγιση του Απείρου και ως εσωτερική επιστροφή προς την Αρχή των πάντων.
Εκεί όπου οι λέξεις σιωπούν, αρχίζει η περισυλλογή. Εκεί όπου η περισυλλογή βαθαίνει, γεννιέται η σοφία. Και εκεί όπου η σοφία εγκαταλείπει την αλαζονεία της, ο άνθρωπος στρέφεται προς το Ένα, το Άρρητο και το Αιώνιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου