Ένα από τα πλέον γνωστά και συγχρόνως περισσότερο παρεξηγημένα κεφάλαια της ελληνικής μυθολογίας είναι οι λεγόμενες «ερωτικές περιπέτειες» του Δία. Από την αρχαιότητα ακόμη οι σχετικές αφηγήσεις υπήρξαν αντικείμενο κριτικής από συγκεκριμένους φιλοσόφους. Ο Ξενοφάνης και ο Πλάτων για παράδειγμα κατηγορούσαν τον Όμηρο και τον Ησίοδο ότι απέδιδαν στους θεούς ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα, αλλά τα ομηρικά έπη δεν έπαψαν ποτέ να αποτελούν τον βασικό κορμό της αρχαίας Ελληνικής παιδείας. Αργότερα οι χριστιανοί απολογητές χρησιμοποίησαν αυτούς ακριβώς τους μύθους για να παρουσιάσουν την Ελληνική θρησκεία ως ανήθικη και γελοία. Στη σύγχρονη εποχή, αποκομμένοι από το ιστορικό και θρησκευτικό τους πλαίσιο, οι ίδιοι μύθοι οδηγούν συχνά σε επιφανειακούς χαρακτηρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους ο Δίας παρουσιάζεται ως ένας ακόρεστος γυναικοκατακτητής ή ακόμη και ως «βιαστής».
Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, προϋποθέτει ότι η Ελληνική μυθολογία αποτελεί κυριολεκτική αφήγηση πραγματικών γεγονότων. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο σφάλμα. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν διέθεταν ένα ιερό βιβλίο αντίστοιχο με εκείνα των μονοθεϊστικών θρησκειών, ούτε οι μύθοι γράφτηκαν για να αποτελέσουν ιστορικές βιογραφίες των θεών. Η μυθολογία λειτουργούσε ως μια συμβολική γλώσσα, μέσω της οποίας ερμηνεύονταν η φύση, η κοινωνία, η ιστορία, οι θεσμοί και η ίδια η θέση του Έλληνα ανθρώπου μέσα στον κόσμο.
Οι ενώσεις του Δία δεν περιγράφουν, επομένως, την προσωπική ζωή ενός θεού. Αποτελούν τον γενεαλογικό μηχανισμό με τον οποίο οι Έλληνες εξηγούσαν την προέλευση σχεδόν όλων όσων συγκροτούσαν τον κόσμο τους: των θεών, των φυσικών φαινομένων, των ηρώων, των βασιλικών οίκων, των ελληνικών φύλων, των πόλεων, των νόμων, των τεχνών και των λατρειών.
Η πληθώρα των συντρόφων του Δία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας υποτιθέμενης ερωτικής βουλιμίας. Αντίθετα, αντανακλά τη σταδιακή διαμόρφωση της Ελληνικής θρησκείας επί πολλούς αιώνες. Κάθε Ελληνική περιοχή διέθετε αρχικά τις δικές της τοπικές θεότητες, τους δικούς της ήρωες και τις δικές της παραδόσεις. Καθώς όμως ο Ελληνικός κόσμος αποκτούσε κοινή πολιτισμική και θρησκευτική συνείδηση, οι τοπικές αυτές παραδόσεις έπρεπε να ενταχθούν σε ένα ενιαίο σύστημα. Ο απλούστερος τρόπος ήταν να συνδεθούν γενεαλογικά με τον ύπατο θεό. Έτσι, πολλές προϋπάρχουσες θεότητες παρουσιάστηκαν ως παιδιά του Δία, όχι επειδή δημιουργήθηκαν μετά από αυτόν, αλλά επειδή η πατρότητα του Δία λειτουργούσε ως μέσο ενοποίησης των επιμέρους ελληνικών λατρειών.
Αυτό εξηγεί γιατί θεότητες τόσο διαφορετικές όπως ο Απόλλων, η Άρτεμις, ο Ερμής, ο Διόνυσος, οι Μούσες, οι Ώρες, οι Χάριτες και δεκάδες ακόμη εμφανίζονται ως παιδιά του. Η συγγένεια αυτή δεν είναι φυσικά βιολογική αλλά μυθική και συμβολική. Δηλώνει ότι όλες οι δημιουργικές δυνάμεις του κόσμου ανήκουν στην ίδια κοσμική τάξη, της οποίας εγγυητής είναι ο Ζεύς.
Ταυτόχρονα, οι ενώσεις του Δία λειτουργούν σε κοσμολογικό επίπεδο. Ως θεός του ουρανού, της βροχής, της αστραπής και της γονιμοποιού δύναμης της φύσης, συνεχίζει το αρχέγονο πρότυπο του ιερού γάμου μεταξύ Ουρανού και Γης. Η βροχή που γονιμοποιεί τη γη μετατρέπεται μυθολογικά στη θεϊκή ένωση από την οποία γεννιέται η ζωή. Πρόκειται για έναν πανάρχαιο συμβολισμό, γνωστό ήδη από τις πρώτες αγροτικές κοινωνίες της Ανατολικής Μεσογείου και του ινδοευρωπαϊκού κόσμου.
Οι περισσότερες γεννήσεις έχουν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα.
Η ένωση του Δία με τη Μήτιδα γεννά την Αθηνά, δηλαδή τη Σοφία, τον Νου, την Επιστήμη και την Τέχνη. Η γέννησή της από το κεφάλι του Δία δηλώνει ότι η σοφία προέρχεται από τον θείο Νου και όχι από τη σωματική δύναμη.
Η ένωση με τη Θέμιδα γεννά τις Ώρες και τις Μοίρες, δηλαδή την τάξη του κόσμου, τις εποχές, τη δικαιοσύνη και την αναγκαιότητα που διέπει τη φύση και την ανθρώπινη ζωή.
Η ένωση με τη Μνημοσύνη γεννά τις εννέα Μούσες. Δεν πρόκειται για μια ποιητική υπερβολή αλλά για μια βαθιά φιλοσοφική σύλληψη: κάθε πολιτισμός γεννιέται από τη μνήμη. Χωρίς τη συλλογική μνήμη δεν υπάρχει γνώση, ιστορία, μουσική, ποίηση ή επιστήμη.
Η ένωση με τη Δήμητρα οδηγεί στη γέννηση της Περσεφόνης, εκφράζοντας τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης, της καρποφορίας και της αναγέννησης της φύσης.
Η ένωση με τη Λητώ οδηγεί στη γέννηση του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, δύο θεοτήτων που εκφράζουν τη συμπληρωματικότητα του φωτός, της αρμονίας, της σελήνης, της άγριας φύσης και της ζωτικής ισορροπίας του κόσμου.
Παράλληλα, οι ενώσεις του Δία εξηγούν την καταγωγή των σημαντικότερων ηρώων της ελληνικής παράδοσης. Ο Ηρακλής, ο Περσέας, ο Μίνως, ο Αιακός, ο Σαρπηδών, ο Δάρδανος και δεκάδες ακόμη ήρωες παρουσιάζονται ως γιοι του Δία. Αυτό δεν αποσκοπεί στην εξύψωση της ερωτικής δραστηριότητας του θεού αλλά στη δήλωση ότι οι ήρωες αυτοί αποτελούν πρόσωπα με υπερβατική αποστολή, ιδρυτές δυναστειών, νομοθέτες ή πολιτισμικούς ευεργέτες.
Το ίδιο ισχύει και για τα βασιλικά γένη. Οι Σπαρτιάτες βασιλείς ανάγονταν στον Ηρακλή, οι Μακεδόνες στους Αργεάδες, οι Αιακίδες στον Αιακό, κλπ. Η θεϊκή καταγωγή δεν αποτελούσε βιολογικό ισχυρισμό αλλά πολιτική νομιμοποίηση. Μέσω αυτής, η εξουσία αποκτούσε ιερό κύρος.
Παράλληλα, η μυθολογία οργανώνει και την ίδια την εθνογραφία του Ελληνικού κόσμου. Οι επώνυμοι γενάρχες των ελληνικών φύλων, ο Δώρος, ο Αίολος, ο Ίων, ο Αχαιός, ο Αρκάς, ο Μακεδών, ο Λακεδαίμων, εντάσσονται σε ένα τεράστιο γενεαλογικό δίκτυο που ανάγεται τελικά στον Δία. Με αυτόν τον τρόπο, διαφορετικές φυλές και περιοχές αποκτούν μια κοινή μυθική συγγένεια και εντάσσονται σε μια ενιαία αντίληψη περί ελληνικότητας.
Ανάλογο ρόλο διαδραματίζουν οι μύθοι και στην ίδρυση των πόλεων. Ο Κάδμος για τη Θήβα, ο Δάρδανος για την Τροία, ο Αρκάς για την Αρκαδία, ο Μίνως για την Κρήτη, δεν είναι απλώς μυθικά πρόσωπα· αποτελούν τις ιερές απαρχές της συλλογικής ελληνικής ταυτότητας κάθε κοινότητας.
Οι ίδιοι μύθοι εξηγούν ακόμη γιατί τελούνται συγκεκριμένες γιορτές, γιατί υπάρχουν ορισμένα ιερά ή γιατί μια θεότητα λατρεύεται ιδιαίτερα σε έναν τόπο. Η μυθολογία λειτουργεί ως ερμηνεία της λατρείας, προσφέροντας θεϊκή εξήγηση στα τοπικά έθιμα και στις τελετουργίες.
Τέλος, ήδη από την κλασική εποχή πολλοί φιλόσοφοι αντιμετώπισαν αυτούς τους μύθους αλληγορικά. Οι Στωικοί, για παράδειγμα, ταύτιζαν τον Δία με τον κοσμικό Λόγο, τη δημιουργική διάνοια που οργανώνει το σύμπαν. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι «γάμοι» του Δία συμβολίζουν τη συνεργασία των δημιουργικών δυνάμεων της φύσης και όχι προσωπικές ερωτικές σχέσεις.
Οι ποιητές, βεβαίως, επεξεργάζονταν αυτές τις παραδόσεις με ελευθερία. Για να συγκινήσουν το κοινό τους πρόσθεταν δραματικά επεισόδια, μεταμορφώσεις, συγκρούσεις, ερωτικά στοιχεία και υπερβολές. Δεν έγραφαν θεολογικά συγγράμματα αλλά ποιητικά έργα. Η λογοτεχνική μορφή των μύθων δεν πρέπει να συγχέεται με τον βαθύτερο θρησκευτικό και συμβολικό τους πυρήνα.
Οι περίφημοι «έρωτες του Δία» δεν αποτελούν, λοιπόν, μια συλλογή σκανδαλωδών ιστοριών. Αποτελούν τον μυθολογικό χάρτη του ελληνικού κόσμου. Μέσα από αυτούς οι αρχαίοι Έλληνες ερμήνευσαν την προέλευση του σύμπαντος, των φυσικών δυνάμεων, των θεών, των ηρώων, των πόλεων, των Ελληνικών φύλων, των βασιλικών γενών, των θεσμών και της ίδιας της ανθρώπινης κοινωνίας. Όποιος τους διαβάζει αποκλειστικά ως ερωτικές αφηγήσεις χάνει ολόκληρο το νόημά τους. Οι μύθοι δεν γεννήθηκαν για να περιγράψουν την ιδιωτική ζωή του Δία και των άλλων θεών και ηρώων, αλλά για να εκφράσουν, με τη γλώσσα του συμβόλου, τη δομή και την ενότητα του κόσμου όπως την αντιλαμβανόταν ο Ελληνικός πολιτισμός.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου