Τρίτη 23 Μαΐου 2023

Ο Αριστοτέλης και οι παρανοήσεις στο ζήτημα της ανδρείας

Ο Αριστοτέλης παρακολουθώντας την πολλές φορές εσφαλμένη αντίληψη των ανθρώπων σχετικά με τις πράξεις που πραγματώνουν την ανδρεία νιώθει την ανάγκη να κατονομάσει πέντε περιπτώσεις, ώστε να διαχωριστεί η αυθεντική απόδοση της έννοιας από τις παρανοήσεις: «Πρώτη στη σειρά η πολιτική ανδρεία. Σύμφωνα, πράγματι, με την κοινή αντίληψη οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με τους κινδύνους πρώτον εξαιτίας των ποινών που επιβάλλουν οι νόμοι, αλλά και λόγω του ψόγου που θα αντιμετωπίσουν, δεύτερον λόγω των τιμών που με τις πράξεις τους αυτές κερδίζουν». (1116a 8, 19-22).

Η πολιτική ανδρεία τοποθετείται πρώτη στη σειρά, γιατί κατά τον Αριστοτέλη είναι η πιο υγιής έκφανση της ανδρείας, είναι δηλαδή πιο κοντά στα πρότυπα που ο ίδιος όρισε: «πρώτη στη σειρά, γιατί αυτή είναι που μοιάζει πιο πολύ με την ανδρεία για την οποία ήταν ο λόγος μας». (1116a 8, 20).

Και συμπληρώνει: «Το είδος αυτό της ανδρείας μοιάζει πολύ περισσότερο από ό,τι όλα τα άλλα είδη με την ανδρεία για την οποία ήταν ο λόγος μας προηγουμένως, και αυτό γιατί έχει την αρχή της σε μια αρετή· πραγματικά η αρχή της βρίσκεται στην αιδώ, στην επιθυμία και επιδίωξη ενός ωραίου πράγματος (πρόκειται για την τιμή) και στην αποφυγή του ονείδους, που είναι κάτι άσχημο». (1116a 8, 30-32).

Είναι πράγματι ανδρείο να θέλει κάποιος να κερδίζει τιμές ασκώντας την αρετή που ορίζουν τα πρότυπα της πόλης ή να αποφύγει τις οδυνηρές επικρίσεις που θα προκύψουν αν δε συμμορφωθεί σ’ αυτά. Φυσικά, θεωρείται δεδομένο ότι πρόκειται για ευνομούμενη πόλη με ορθά πρότυπα αρετής, αφού σε αντίθετη περίπτωση όλα ματαιώνονται. Μια πόλη ανομίας κι ατιμωρησίας, που απαξιώνει το νόμο αναδεικνύοντας τον κυνισμό και το θράσος σε πηγή ισχύος, δεν μπορεί παρά να αναπαράγει τη στρεβλότητα υιοθετώντας τα πρότυπα της πιο επαίσχυντης υποκρισίας.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η τήρηση της αρετής μετατρέπεται σε κοινωνική προσποίηση, αφού επί της ουσίας έχει απαξιωθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν ανταμείβεται ο ενάρετος. Γι’ αυτό και οι τιμές που αποδίδονται (τουλάχιστον από την άποψη της αρετής) δεν έχουν καμιά αξία. Κι όταν απαξιώνεται η αρετή, απαξιώνεται και η ανδρεία, καθώς μετατρέπεται σε θρασύτητα.

Όμως, ακόμη και σε μια άμεμπτη πόλη, που η επιδίωξη της τιμής συμβαδίζει αδιαπραγμάτευτα με τις επιταγές της αρετής, ο ενάρετος δεν είναι κατ’ ανάγκη ανδρείος, ακόμη κι αν δείχνει γενναιότητα τη στιγμή που πρέπει: «Εδώ θα μπορούσε κανείς να κατατάξει και όλους εκείνους που αναγκάζονται από τους άρχοντές τους να κάνουν τα έργα των ανδρείων· μόνο που αυτοί είναι κατώτεροι από τους προηγούμενους, δεδομένου ότι κάνουν τα έργα των ανδρείων όχι από αιδώ, αλλά από φόβο, και εκείνο που θέλουν να αποφύγουν δεν είναι το άσχημο, αλλά το δυσάρεστο· γιατί τους αναγκάζουν τα αφεντικά τους». (1116a 8, 33-36).

Με άλλα λόγια, κάθε έννοια ανδρείας ματαιώνεται, όταν προέρχεται από καταναγκασμό. Η ελεύθερη βούληση αναδεικνύεται σε παράγοντα απολύτως καθοριστικό για την πραγμάτωση όλων των εκφάνσεων της αρετής. Δεν πρέπει να αναγκάζεται κανείς να συμπεριφερθεί γενναία προκειμένου να αποφύγει κάτι χειρότερο. Πρέπει να το επιθυμεί και να το επιλέγει ως ανάγκη εσωτερική, ως πάγια θεώρηση του εαυτού μέσα στον κόσμο, δηλαδή ως προσωπική αντίληψη για την επίτευξη του ωραίου.

Κι αυτό ακριβώς ισχύει και στο πεδίο των μαχών: «Το ίδιο κάνουν και όλοι εκείνοι που βάζουν τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή και, όταν εκείνοι φεύγουν από τη θέση τους και πάνε πιο πίσω, τους χτυπούν· όπως και εκείνοι που τους παρατάσσουν μπροστά από τις τάφρους και τα παρόμοια· όλοι, πράγματι, αυτοί κάνουν χρήση εξαναγκασμών. Ανδρείος όμως πρέπει να είναι κανείς όχι από εξαναγκασμό, αλλά γιατί είναι ωραίο». (1116a 8, 40 και 1116b 8, 1-3).

Κι επειδή η ανδρεία έχει να κάνει με το μεγαλείο της ψυχής που δρα ελεύθερα για την προάσπιση της αρετής, δεν πρέπει να συγχέεται με τη γνώση και την εμπειρία, όπως εσφαλμένα υποστήριζε ο Σωκράτης: «Και η εμπειρία όμως σε επιμέρους τομείς θεωρείται και αυτή, ανδρεία· αυτό ήταν που έκανε και τον Σωκράτη να θεωρήσει ότι η ανδρεία είναι γνώση». (1116b 8, 4-5).

Ο Αριστοτέλης αντιτίθεται σ’ αυτή την άποψη επικαλούμενος το παράδειγμα των μισθοφόρων στρατιωτών: «Αυτού του είδους την ανδρεία ο ένας τη δείχνει σ’ αυτό, ο άλλος σε κάποιο άλλο είδος κινδύνου – οι μισθοφόροι στρατιώτες στους κινδύνους του πολέμου: φαίνεται πως στον πόλεμο υπάρχουν πολλοί φαινομενικοί κίνδυνοι, και οι στρατιώτες αυτοί είναι περισσότερο από κάθε άλλον σε θέση να τους ξέρουν· εμφανίζονται λοιπόν στα μάτια των άλλων ως ανδρείοι, γιατί αυτοί οι άλλοι δεν ξέρουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Έπειτα λόγω της εμπειρίας τους είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ικανοί να “κάνουν χωρίς να πάθουν”, γιατί μπορούν να κάνουν την καλύτερη χρήση των όπλων τους, αλλά και γιατί έχουν τέτοιου είδους όπλα που είναι τα καλύτερα για το “να κάνουν και να μην πάθουν”· μάχονται λοιπόν σαν οπλισμένοι με άοπλους, σαν επαγγελματίες αθλητές με ερασιτέχνες». (1116b 8, 6-14).

Από αυτή την άποψη, το θάρρος τους δε σχετίζεται με την ψυχική δύναμη της αντιμετώπισης του φόβου, αλλά με την επίγνωση της άκρατης υπεροχής που θα εξασφαλίσει τη σωτηρία. Αν δεχτούμε ότι οι μισθοφόροι είναι πιο ανδρείοι, επειδή γνωρίζουν την τέχνη του πολέμου κι αισθάνονται άτρωτοι, είναι σαν να υποστηρίζουμε ότι «δεν είναι οι πιο ανδρείοι αυτοί που μάχονται με τον καλύτερο τρόπο, αλλά οι πιο δυνατοί και αυτοί που τα σώματά τους βρίσκονται στην καλύτερη φόρμα». (1116b 8, 15-17). Θα είναι δηλαδή, σαν να μεταθέτουμε την ανδρεία από ψυχική σε σωματική αρετή.

Εξάλλου, η ίδια η πραγματικότητα καταδεικνύει τη συνήθη ανεπάρκεια θάρρους στις τάξεις των μισθοφόρων: «Οι επαγγελματίες όμως αυτοί στρατιώτες γίνονται δειλοί, όταν ο κίνδυνος ξεπερνά τα κανονικά όρια κι αυτοί μειονεκτούν από πλευράς αριθμού και πολεμικού εξοπλισμού: οι ίδιοι τρέπονται, τότε, πρώτοι σε φυγή, ενώ οι πολίτες μένουν στις θέσεις τους και σκοτώνονται. Για τους πολίτες η φυγή είναι άσχημο πράγμα, και ο θάνατος είναι προτιμότερος από μιαν άσχημη σωτηρία· οι μισθοφόροι όμως στρατιώτες στην αρχή αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο, επειδή πίστευαν πως αυτοί ήταν πιο δυνατοί, μόλις όμως αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα, τότε πια το βάζουν στα πόδια, γιατί το θάνατο τον φοβούνται πιο πολύ από την άσχημη ενέργεια. Ο ανδρείος, φυσικά, δεν είναι τέτοιος άνθρωπος». (1116b 8, 17-26).

Σε τελική ανάλυση, οι μισθοφόροι εκπροσωπούν περισσότερο τη θρασύτητα της εκ του ασφαλούς σύγκρουσης, που μετατρέπεται αμέσως σε δειλία, αν τα δεδομένα αλλάξουν. Κι ο θρασύδειλος είναι το ακριβώς αντίθετο του ανδρείου.

Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος αυτός που πράττει ανεξέλεγκτα, παρασυρμένος από συναισθηματική έξαρση: «Με την ανδρεία, όμως, συσχετίζουν και το βρασμό της ψυχής. Αυτοί δηλαδή που ενεργούν παθιασμένα, θεωρούνται ανδρείοι, ακριβώς όπως τα ζώα που ορμούν πάνω σ’ αυτούς που τα πλήγωσαν». (1116b 8, 26-28).

Το παράφορο θάρρος της στιγμιαίας έξαψης είναι αδύνατο να ταυτιστεί με την ανδρεία, καθώς τείνει περισσότερο στο ζωώδες: «Τα ζώα ενεργούν κάτω από την επίδραση του πόνου: γιατί πληγώθηκαν ή γιατί φοβούνται· ιδού και η απόδειξη: αν βρίσκονται στο δάσος [ή σε κάποιο έλος], δεν πλησιάζουν τους ανθρώπους. Δεν είναι λοιπόν ζώα ανδρεία μόνο και μόνο γιατί, παρακινημένα από τον πόνο και από το θυμό, ορμούν προς τον κίνδυνο δίχως να παραβλέπουν κανέναν από τους κινδύνους που τα περιμένει. Γιατί με αυτούς τους όρους ανδρεία θα ήταν, φυσικά, και τα γαϊδούρια όταν πεινούν, δεδομένου ότι και με το ξύλο που τρώνε, αυτά δεν εννοούν να παρατήσουν την τροφή τους». (1116b 8, 35-40 και 1117a 8, 1-2).

Η παρανόηση ανάμεσα στο παθιασμένο-ζωώδες θάρρος και στην ανδρεία οφείλεται στο ότι και ο ανδρείος συγκαταλέγεται στους ανθρώπους που ζουν με πάθος: «και οι ανδρείοι είναι παθιασμένα άτομα: η παθιασμένη ψυχή είναι που κυρίως εξωθεί τον άνθρωπο στους κινδύνους. Εξού και οι ομηρικές εκφράσεις: “έβαλε δύναμη μες στην ψυχής του”, “ξεσήκωσε μένος και ορμή”, “μένος δριμύ στα ρουθούνια του ανέβηκε”, “έβρασε το αίμα του”. Όλες, πράγματι, οι εκφράσεις αυτές μοιάζουν να δηλώνουν το ξεσήκωμα και την ορμή της ψυχής». (1116b 8, 29-34).

Όμως, η παθιασμένη ζωή δεν επιφέρει την ανδρεία αν δε συνδυαστεί με την επιθυμία της εκπλήρωσης του ωραίου, όπως αρμόζει στις απαιτήσεις της αρετής. Θα έλεγε κανείς ότι το πάθος είναι το πρώτο σκέλος της ανδρείας (το έχουν και τα ζώα), το οποίο όμως μένει μετέωρο χωρίς τη συμπλήρωση του δεύτερου σκέλους, δηλαδή του τελικού σκοπού της πράξης, που στην περίπτωση της ανδρείας – όπως και κάθε αρετής – πρέπει να είναι κάτι υψηλό.

Πολλοί άνθρωποι παρασυρμένοι από την επίτευξη του πρώτου σκέλους (πάθος) δεν εξετάζουν την επιτέλεση του δεύτερου (τελικός σκοπός σύμφωνα με τις αρχές της αρετής) ταυτίζοντας την ανδρεία με τη συναισθηματική έκρηξη που οδηγεί στο ανεξέλεγκτο, δηλαδή στο ζωώδες. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Οι ανδρείοι λοιπόν ό,τι κάνουν το κάνουν για χάρη του ωραίου, και το ξεσήκωμα της ψυχής τούς βοηθάει σ’ αυτό». (1116b 8, 34-35).

Και θα γίνει σαφέστερος: «Δεν είναι λοιπόν ανδρεία τα ζώα που, παρακινημένα από τον πόνο και από το θυμό, ορμούν προς τον κίνδυνο. Η ανδρεία που έχει την αρχή της στο πάθος μοιάζει να είναι απολύτως φυσική, και αν της προστεθεί η προαίρεση και το επιθυμητό τέλος» («ου ένεκα» στο πρωτότυπο, οπότε η φράση «επιθυμητό τέλος» θα μπορούσε να αποδοθεί ως «επιθυμητός λόγος» ή «επιθυμητή αιτία»), «μπορεί να θεωρηθεί πραγματική ανδρεία». (1117a 8, 3-7).

Για τον Αριστοτέλη η αντίληψη που ταυτίζει τις εν βρασμώ ψυχής πράξεις με την ανδρεία, δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην ανδρεία και τη μαχητικότητα. Τα ζώα μπορεί να δείχνουν μαχητικότητα, όταν νιώθουν ότι κινδυνεύουν, όμως αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ανδρεία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους: «Και οι άνθρωποι, ως γνωστόν, υποφέρουν και αισθάνονται πόνο, όταν κατέχονται από οργή, και ευχαριστιούνται, όταν παίρνουν την εκδίκησή τους· μόνο που οι άνθρωποι που μάχονται γι’ αυτούς τους λόγους είναι, βέβαια, μαχητικοί, ανδρείοι όμως δεν είναι, γιατί δεν μάχονται για χάρη του ωραίου, ούτε όπως ορίζει ο λόγος, αλλά από πάθος – εν πάση περιπτώσει, έχουν μέσα τους κάτι που βρίσκεται πολύ κοντά» («παραπλήσιον» στο πρωτότυπο) «στην ανδρεία». (1117a 8, 7-11).

Είναι φανερό ότι, όταν μια πράξη δεν εκπληρώνει τις αξίες της λογικής (λόγος) και του υψηλού τελικού σκοπού, είναι αδύνατο να συγκαταλέγεται σ’ αυτό που ο Αριστοτέλης εννοεί εκπλήρωση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να εκληφθεί η άκρατη αισιοδοξία ως ανδρεία: «Ούτε όμως οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τη ζωή με αισιοδοξία είναι ανδρείοι· γιατί ο λόγος που δείχνουν θάρρος στους κινδύνους είναι ότι νίκησαν πολλές φορές και πολλούς αντιπάλους». (1117a 8, 11-13).

Η αισιοδοξία αυτού του είδους έρχεται και πάλι σε αντίθεση με τη λογική, καθώς βασίζεται στην υπέρμετρη αυτοπεποίθηση λόγω προηγούμενων επιτυχιών. Σε τελική ανάλυση, η ανδρεία ενός τέτοιου αισιόδοξου δεν έχει να κάνει με την ψυχική δύναμη και τη συνειδητή επιθυμία για την επίτευξη του ωραίου, αλλά με το ασυλλόγιστο θάρρος μιας αβέβαιης υπεροχής, που οφείλεται περισσότερο στη συναισθηματική έξαρση παρά στα πραγματικά δεδομένα.

Γι’ αυτό και είναι πολύ πιθανό αυτοί οι άνθρωποι να τραπούν εν τέλει σε φυγή, αν διαπιστωθεί ότι ο κίνδυνος είναι πολύ πιο σοβαρός απ’ ότι περίμεναν: «οι ανδρείοι είναι θαρραλέοι για τους λόγους που είπαμε, ενώ οι αισιόδοξοι γιατί θαρρούν πως είναι πολύ δυνατοί και ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθουν οτιδήποτε (το ίδιο δεν κάνουν και οι μεθυσμένοι; Ο λόγος είναι ότι το μεθύσι τους κάνει αισιόδοξους). Όταν, πάντως, τα πράγματα δεν τους έρχονται όπως τα περίμεναν, τότε το βάζουν στα πόδια». (1117a 8, 14-18).

Η παρανόηση ανάμεσα στην άλογη αισιοδοξία και την ανδρεία έχει να κάνει με το γεγονός ότι η ανδρεία ταιριάζει πράγματι περισσότερο στους αισιόδοξους, άποψη που έχει ήδη διατυπώσει ο Αριστοτέλης νωρίτερα: «το θάρρος είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αντιμετωπίζει τη ζωή με αισιοδοξία». (1116a 8, 4). Γι’ αυτό και τώρα συμπληρώνει: «Εν πάση περιπτώσει, έχουν αρκετή ομοιότητα» (οι αισιόδοξοι εννοείται) «με τους ανδρείους, αφού και οι δυο τους είναι θαρραλέοι». (1117a 8, 13-14).

Όμως, άλλο η αισιόδοξη φύση που κινείται στο πλαίσιο της λογικής εκφράζοντας ψυχικό σθένος κι άλλο η υπέρμετρη αισιοδοξία που τείνει στην αφροσύνη. Η πρώτη εμπεριέχει το συνειδητό και αφορά την υπευθυνότητα στην ανάληψη ενός κινδύνου, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με την άγνοια που γεννά η απερισκεψία. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι της δεύτερης κατηγορίας δεν αποκλείεται να το βάλουν και στα πόδια, πράξη εκ διαμέτρου αντίθετη με την έννοια της ανδρείας.

Ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει για τελευταία φορά: «Του ανδρείου όμως γνώρισμα λέγαμε πως είναι το να αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα που είναι, ή φαίνονται, φοβερά για τον άνθρωπο, και αυτό να το κάνει γιατί είναι κάτι το ωραίο και γιατί είναι άσχημο το να μην το κάνει». (1117a 8, 19-20).

Θα έλεγε κανείς ότι οι αισιόδοξοι που δε βασίζονται στις υποδείξεις της λογικής μοιάζουν πολύ με τους ανθρώπους που μπαίνουν σε περιπέτειες έχοντας άγνοια του κινδύνου. Όμως, κι εδώ πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός: «Ανδρείοι φαίνονται και οι άνθρωποι που έχουν άγνοια του κινδύνου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν απέχουν πολύ από τους αισιόδοξους, είναι όμως κατώτεροι από εκείνους, καθώς δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ενώ εκείνοι έχουν. Γι’ αυτό και οι αισιόδοξοι μένουν για κάποιο διάστημα στη θέση τους, ενώ αυτοί, ξεγελασμένοι για την πραγματική κατάσταση, μόλις αντιληφθούν ή υποψιαστούν ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά, το βάζουν στα πόδια». (1117a 8, 26-30).

Το να καταδείξει κάποιος ανδρεία δεν είναι εύκολο πράγμα, αφού μπορεί να επιφέρει πόνους και οδύνες, ακόμη και θάνατο: «Οι άνθρωποι λοιπόν λέγονται ανδρείοι όταν – όπως το είπαμε ήδη – αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα και οδυνηρά πράγματα. Αυτός είναι ο λόγος που και η ανδρεία συνεπάγεται, επίσης, πόνο και λύπη, και είναι δικαιολογημένος ο έπαινος που της απονέμεται». (1117a 9, 37-39).

Σε τελική ανάλυση, η συνείδηση της επωμιζόμενης λύπης είναι που διαχωρίζει τον πραγματικά ανδρείο από τον κατ’ επίφαση ή κατά συνθήκη ανδρείο. Γι’ αυτό πρόκειται για θάρρος ψυχής που αξίζει τον έπαινο. Και γι’ αυτό δεν είναι ανδρείος ούτε αυτός που εξαναγκάζεται ούτε αυτός που νιώθει ασφάλεια έχοντας επίγνωση της υπεροχής του ούτε ο παράφορος που ενεργεί εν βρασμώ ψυχής ούτε ο υπεραισιόδοξος ούτε εκείνος που αγνοεί το μέγεθος του κινδύνου.

Όλοι αυτοί, επί της ουσίας, δε λειτουργούν συνειδητά. Η συνειδητή ενέργεια απαιτεί ελεύθερη βούληση, λογική, επίγνωση του κινδύνου και επιθυμία για την τέλεση ωραίου, που τίθεται ως πρώτη προτεραιότητα, δηλαδή ως μοναδικό επιδιωκόμενο τέλος. Και στη συνειδητή εκπλήρωση αυτών μόνο με τον εθισμό (έξη) μπορεί να φτάσει κανείς.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο τίθεται ακόμη ένα κριτήριο για την ανδρεία, που πρέπει να λειτουργεί με τρόπο αυθόρμητο ακόμη και στα πιο αιφνίδια γεγονότα: «Γι’ αυτό και θεωρούμε ότι δείχνει μεγαλύτερη ανδρεία το να μείνει κανείς άφοβος και ατάραχος μπροστά στα φοβερά πράγματα που κάνουν ξαφνικά την εμφάνισή τους παρά σ’ εκείνα που τα είχε προβλέψει από πριν· ο λόγος είναι ότι η αρχή βρίσκεται πιο πολύ στην έξη· γιατί βρίσκεται, βέβαια, λιγότερο στην προπαρασκευή: στα πράγματα που είναι δυνατό να προβλεφθούν, μπορεί κανείς να κάνει την επιλογή και την προτίμησή του με τη βοήθεια υπολογισμών και σκέψης, τα ξαφνικά όμως πράγματα αντιμετωπίζονται κατά την έξη». (1117a 8, 21-26).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 5.1.30–5.1.36

Η Ανταλκίδειος ειρήνη

Η ενίσχυση του σπαρτιατικού στόλου και οι επιτυχίες του στον Ελλήσποντο έφεραν σε δυσχερή θέση τους Αθηναίους, που επιθυμούσαν πλέον τη σύναψη ειρήνης. Οι Κορίνθιοι, που υπέφεραν από τη φρουρά του Λεχαίου, και οι Αργείοι, που πληροφορούνταν τις σπαρτιατικές προετοιμασίες για εκστρατεία, ήταν επίσης πρόθυμοι να δεχτούν την ειρήνη που είχαν απορρίψει το 392 π.Χ. Απεσταλμένοι των πόλεων αυτών σπεύδουν στις Σάρδεις μετά από πρόσκληση του σατράπη Τιρίβαζου.


[5.1.30] ὥστ’ ἐπεὶ παρήγγειλεν ὁ Τιρίβαζος παρεῖναι
τοὺς βουλομένους ὑπακοῦσαι ἣν βασιλεὺς εἰρήνην κατα-
πέμποι, ταχέως πάντες παρεγένοντο. ἐπεὶ δὲ συνῆλθον,
ἐπιδείξας ὁ Τιρίβαζος τὰ βασιλέως σημεῖα ἀνεγίγνωσκε τὰ
γεγραμμένα. εἶχε δὲ ὧδε.

[5.1.31] Ἀρταξέρξης βασιλεὺς νομίζει δίκαιον τὰς μὲν ἐν τῇ
Ἀσίᾳ πόλεις ἑαυτοῦ εἶναι καὶ τῶν νήσων Κλαζομενὰς καὶ
Κύπρον, τὰς δὲ ἄλλας Ἑλληνίδας πόλεις καὶ μικρὰς καὶ
μεγάλας αὐτονόμους ἀφεῖναι πλὴν Λήμνου καὶ Ἴμβρου
καὶ Σκύρου· ταύτας δὲ ὥσπερ τὸ ἀρχαῖον εἶναι Ἀθηναίων.
ὁπότεροι δὲ ταύτην τὴν εἰρήνην μὴ δέχονται, τούτοις ἐγὼ
πολεμήσω μετὰ τῶν ταῦτα βουλομένων καὶ πεζῇ καὶ κατὰ
θάλατταν καὶ ναυσὶ καὶ χρήμασιν.

[5.1.32] Ἀκούοντες οὖν ταῦτα οἱ ἀπὸ τῶν πόλεων πρέσβεις ἀπήγ-
γελλον ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν ἕκαστοι πόλεις. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι
ἅπαντες ὤμνυσαν ἐμπεδώσειν ταῦτα, οἱ δὲ Θηβαῖοι ἠξίουν
ὑπὲρ πάντων Βοιωτῶν ὀμνύναι. ὁ δὲ Ἀγησίλαος οὐκ ἔφη
δέξασθαι τοὺς ὅρκους, ἐὰν μὴ ὀμνύωσιν, ὥσπερ τὰ βασιλέως
γράμματα ἔλεγεν, αὐτονόμους εἶναι καὶ μικρὰν καὶ μεγάλην
πόλιν. οἱ δὲ τῶν Θηβαίων πρέσβεις ἔλεγον ὅτι οὐκ
ἐπεσταλμένα σφίσι ταῦτ’ εἴη. Ἴτε νυν, ἔφη ὁ Ἀγησίλαος,
καὶ ἐρωτᾶτε· ἀπαγγέλλετε δ’ αὐτοῖς καὶ ταῦτα, ὅτι εἰ μὴ
ποιήσουσι ταῦτα, ἔκσπονδοι ἔσονται. οἱ μὲν δὴ ᾤχοντο.
[5.1.33] ὁ δ’ Ἀγησίλαος διὰ τὴν πρὸς Θηβαίους ἔχθραν οὐκ ἔμελ-
λεν, ἀλλὰ πείσας τοὺς ἐφόρους εὐθὺς ἐθύετο. ἐπειδὴ δὲ
ἐγένετο τὰ διαβατήρια, ἀφικόμενος εἰς τὴν Τεγέαν διέπεμπε
τῶν μὲν ἱππέων κατὰ τοὺς περιοίκους ἐπισπεύσοντας, διέ-
πεμπε δὲ καὶ ξεναγοὺς εἰς τὰς πόλεις. πρὶν δὲ αὐτὸν
ὁρμηθῆναι ἐκ Τεγέας, παρῆσαν οἱ Θηβαῖοι λέγοντες ὅτι
ἀφιᾶσι τὰς πόλεις αὐτονόμους. καὶ οὕτω Λακεδαιμόνιοι
μὲν οἴκαδε ἀπῆλθον, Θηβαῖοι δ’ εἰς τὰς σπονδὰς εἰσελθεῖν
ἠναγκάσθησαν, αὐτονόμους ἀφέντες τὰς Βοιωτίας πόλεις.
[5.1.34] οἱ δ’ αὖ Κορίνθιοι οὐκ ἐξέπεμπον τὴν τῶν Ἀργείων φρουράν.
ἀλλ’ ὁ Ἀγησίλαος καὶ τούτοις προεῖπε, τοῖς μέν, εἰ μὴ
ἐκπέμψοιεν τοὺς Ἀργείους, τοῖς δέ, εἰ μὴ ἀπίοιεν ἐκ τῆς
Κορίνθου, ὅτι πόλεμον ἐξοίσει πρὸς αὐτούς. ἐπεὶ δὲ φοβη-
θέντων ἀμφοτέρων ἐξῆλθον οἱ Ἀργεῖοι καὶ αὐτὴ ἐφ’ αὑτῆς
ἡ τῶν Κορινθίων πόλις ἐγένετο, οἱ μὲν σφαγεῖς καὶ οἱ
μεταίτιοι τοῦ ἔργου αὐτοὶ γνόντες ἀπῆλθον ἐκ τῆς Κορίνθου·
οἱ δ’ ἄλλοι πολῖται ἑκόντες κατεδέχοντο τοὺς πρόσθεν
φεύγοντας.

[5.1.35] Ἐπεὶ δὲ ταῦτ’ ἐπράχθη καὶ ὠμωμόκεσαν αἱ πόλεις ἐμμε-
νεῖν ἐν τῇ εἰρήνῃ ἣν κατέπεμψε βασιλεύς, ἐκ τούτου διελύθη
μὲν τὰ πεζικά, διελύθη δὲ καὶ τὰ ναυτικὰ στρατεύματα.
Λακεδαιμονίοις μὲν δὴ καὶ Ἀθηναίοις καὶ τοῖς συμμάχοις
οὕτω μετὰ τὸν ὕστερον πόλεμον τῆς καθαιρέσεως τῶν
Ἀθήνησι τειχῶν αὕτη πρώτη εἰρήνη ἐγένετο. [5.1.36] ἐν δὲ τῷ
πολέμῳ μᾶλλον ἀντιρρόπως τοῖς ἐναντίοις πράττοντες οἱ
Λακεδαιμόνιοι πολὺ ἐπικυδέστεροι ἐγένοντο ἐκ τῆς ἐπ’
Ἀνταλκίδου εἰρήνης καλουμένης. προστάται γὰρ γενόμενοι
τῆς ὑπὸ βασιλέως καταπεμφθείσης εἰρήνης καὶ τὴν αὐτο-
νομίαν ταῖς πόλεσι πράττοντες, προσέλαβον μὲν σύμμαχον
Κόρινθον, αὐτονόμους δὲ ἀπὸ τῶν Θηβαίων τὰς Βοιωτίδας
πόλεις ἐποίησαν, οὗπερ πάλαι ἐπεθύμουν, ἔπαυσαν δὲ καὶ
Ἀργείους Κόρινθον σφετεριζομένους, φρουρὰν φήναντες ἐπ’
αὐτούς, εἰ μὴ ἐξίοιεν ἐκ Κορίνθου.

***
Έτσι, όταν ο Τιρίβαζος παρήγγειλε να παρουσιαστούν όσοι ήθελαν ν' ακούσουν τους όρους ειρήνης που πρότεινε ο Βασιλεύς, όλοι βιάστηκαν να πάνε. Αφού συγκεντρώθηκαν, ο Τιρίβαζος τους έδειξε τη βασιλική σφραγίδα και διάβασε το ακόλουθο κείμενο:

«O Βασιλεύς Αρταξέρξης κρίνει δίκαιο να του ανήκουν οι πόλεις της Ασίας, κι από τα νησιά οι Κλαζομενές και η Κύπρος. Οι άλλες ελληνικές πόλεις, μεγάλες και μικρές, ν' αφεθούν ανεξάρτητες εκτός από τη Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σκύρο, που όπως και παλιά θ' ανήκουν στους Αθηναίους. Όσους δεν δεχτούν τούτη την ειρήνη, θα τους πολεμήσω μαζί μ' εκείνους που τη δέχονται και στη στεριά και στη θάλασσα, με πλοία και με χρήματα».

Όταν τ' άκουσαν αυτά οι πρέσβεις των πόλεων, πήγαν να τ' αναφέρουν ο καθένας στην πόλη του. Ενώ όμως οι άλλοι ορκίστηκαν να τηρήσουν τούτους τους όρους, οι Θηβαίοι διατύπωσαν την αξίωση να ορκιστούν για λογαριασμό όλων των Βοιωτών. Ο Αγησίλαος ωστόσο δήλωσε πως δεν θα δεχτεί τους όρκους των παρά μόνο αν ορκιστούν, καθώς ακριβώς έλεγε το κείμενο του Βασιλέως, ότι η καθεμιά πόλη ―μικρή ή μεγάλη― θα είναι ανεξάρτητη. Οι πρέσβεις των Θηβαίων πάλι υποστήριζαν ότι δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση. «Τότε», τους είπε ο Αγησίλαος, «να πάτε να ρωτήσετε τους δικούς σας. Και να τους ειδοποιήσετε ακόμα ότι αν δεν τα κάνουν αυτά, θα μείνουν έξω από τη συνθήκη ειρήνης». Τότε οι Θηβαίοι πρέσβεις έφυγαν.

Στο μεταξύ ο Αγησίλαος, που εχθρευόταν τους Θηβαίους, δίχως να χάσει καιρό έπεισε τους εφόρους κι έκανε αμέσως θυσία για το πέρασμα των συνόρων. Αφού βγήκαν ευνοϊκά τα σημάδια, πήγε στην Τεγέα κι από κει έστειλε ιππείς να επιταχύνουν την επιστράτευση των περιοίκων, κι έστειλε κι αξιωματικούς–συνδέσμους στις πόλεις. Πριν εξορμήσει ωστόσο από την Τεγέα, ήρθαν οι Θηβαίοι να δηλώσουν ότι αφήνουν τις πόλεις ανεξάρτητες. Έτσι οι Λακεδαιμόνιοι γύρισαν στην πατρίδα τους και οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν τη συνθήκη, αφήνοντας ανεξάρτητες τις πόλεις της Βοιωτίας.

Οι Κορίνθιοι όμως δεν έδιωχναν τη φρουρά των Αργείων. Ο Αγησίλαος τους προειδοποίησε και τούτους: αν οι Κορίνθιοι δεν διώξουν τη φρουρά των Αργείων κι αν οι Αργείοι δεν εκκενώσουν την Κόρινθο, θα τους κηρύξει πόλεμο. Τότε φοβήθηκαν κι οι δύο, έφυγαν οι Αργείοι και η Κόρινθος έγινε ανεξάρτητη· οι υπαίτιοι των σφαγών κι οι συνένοχοί τους αποφάσισαν από μόνοι τους να εγκαταλείψουν την Κόρινθο, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός δεχόταν, με τη θέλησή του, τους αλλοτινούς εξόριστους.

Ύστερα απ' αυτά οι πόλεις ορκίστηκαν να τηρήσουν τη συνθήκη ειρήνης που είχε προτείνει ο Βασιλεύς, και διαλύθηκαν οι στρατοί και οι στόλοι. Έτσι έγινε ειρήνη ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους και στους Αθηναίους και στους συμμάχους, για πρώτη φορά από τότε που πολεμούσαν έπειτα από το γκρέμισμα των Μακρών Τειχών. Αν και σ' αυτόν τον πόλεμο οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν υπερτερήσει των αντιπάλων τους, ωστόσο χάρη στη λεγόμενη Ειρήνη του Ανταλκίδα το γόητρό τους αυξήθηκε: καθώς έγιναν υπέρμαχοι των προτάσεων ειρήνης του Βασιλέως και υποστήριξαν την ανεξαρτησία των πόλεων, απέκτησαν καινούργιο σύμμαχο, την Κόρινθο, εξασφάλισαν την ανεξαρτησία των βοιωτικών πόλεων από τους Θηβαίους ―που ήταν παλιά τους επιδίωξη― κι έδωσαν τέλος στην προσάρτηση της Κορίνθου από τους Αργείους, με την απειλή ότι θα κηρύξουν επιστράτευση εναντίον τους αν δεν εγκαταλείψουν την πόλη.

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 12. ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΠΑΡΑΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΜΕΣΩ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ


§12.24. Η αναφορική αντωνυμία δεν χρησιμοποιείται όμως μόνο για την υποτακτική σύνδεση μιας κύριας με μιαν εξαρτημένη αναφορική πρόταση ή μιας εξαρτημένης αναφορικής με μιαν άλλη δευτερεύουσα πρόταση. Μερικές φορές το αναφορικό συνδέει δύο προτάσεις, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να διατυπωθούν παρατακτικά, ως δύο κύριες προτάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές η αναφορική αντωνυμία ισοδυναμεί με μια δεικτική ή προσωπική αντωνυμία που συνοδεύεται από έναν σύνδεσμο, όπως καί, ἀλλά, δέ, γάρ, οὖν, ἄρα.

§12.25. Η χρήση των εγκλίσεων σε τέτοιες αναφορικές προτάσεις είναι αντίστοιχη με αυτήν των κύριων προτάσεων επιθυμίας καθώς εκφέρονται σε προτρεπτική και αποτρεπτική υποτακτική, ευχετική ευκτική ή προστακτική:

ΣΟΦ Φιλ 314-316 τοιαῦτ' Ἀτρεῖδαί μ' ἥ τ' Ὀδυσσέως βία, ὦ παῖ, δεδράκασ'· οἷ' Ὀλύμπιοι θεοὶ δοῖέν ποτ' αὐτοῖς ἀντίποιν' ἐμοῦ παθεῖν || τέτοιο κακό, παιδί μου, μου έχουν κάνει οι Ατρείδες και ο Οδυσσέας∙ οι θεοί του Ολύμπου να τους δώσουν να πάθουν κάποτε τα ίδια!

ΠΛ Μεν 89e καὶ δὴ καὶ νῦν, ὦ Μένων, εἰς καλὸν ἡμῖν Ἄνυτος ὅδε παρεκαθέζετο, ᾧ μεταδῶμεν τῆς συζητήσεως || και έτσι, Μένωνα, ο Άνυτος μας ήρθε τώρα και κάθισε εδώ δίπλα μας ακριβώς πάνω στη ώρα, τον οποίον ας αφήσουμε να πάρει μέρος στη συζήτηση.

§12.26. Οι αναφορικές αντωνυμίες χρησιμοποιούνται κατ' αυτόν τον τρόπο, να συνδέουν δηλαδή δύο προτάσεις, οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να διατυπωθούν παρατακτικά, ως δύο κύριες προτάσεις, στις ακόλουθες κυρίως περιπτώσεις:

§12.27. Σε προτάσεις που δηλώνουν την αιτία, προπαντός μετά από μια ερωτηματική πρόταση. Το ὅς ισοδυναμεί εδώ με το οὗτος (αὐτὸς) γάρ:

ΞΕΝ Απομν 1.2.64 πῶς οὖν ἂν ἔνοχος εἴη τῇ γραφῇ; ὃς [= οὗτος γὰρ] ἀντὶ μὲν τοῦ μὴ νομίζειν θεούς, ὡς ἐν τῇ γραφῇ ἐγέγραπτο, φανερὸς ἦν θεραπεύων τοὺς θεοὺς μάλιστα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων || πώς λοιπόν είναι δυνατόν να είναι ένοχος ως προς την κατηγορία που του αποδόθηκε; Aφού αυτός αντί του να μη πιστεύει στους θεούς, όπως είχε κατηγορηθεί, ήταν πρόδηλο ότι λάτρευε τους θεούς περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους.

ΞΕΝ Απομν 3.5.15-16 πότε γὰρ οὕτως Ἀθηναῖοι ὥσπερ Λακεδαιμόνιοι ἢ πρεσβυτέρους αἰδέσονται, οἳ ἀπὸ τῶν πατέρων ἄρχονται καταφρονεῖν τῶν γεραιτέρων, ἢ σωμασκήσουσιν οὕτως, οἳ οὐ μόνον αὐτοὶ εὐεξίας ἀμελοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιμελομένων καταγελῶσι; πότε δὲ οὕτω πείσονται τοῖς ἄρχουσιν, οἳ καὶ ἀγάλλονται ἐπὶ τῷ καταφρονεῖν τῶν ἀρχόντων; ἢ πότε οὕτως ὁμονοήσουσιν, οἵ γε ἀντὶ μὲν τοῦ συνεργεῖν ἑαυτοῖς τὰ συμφέροντα ἐπηρεάζουσιν ἀλλήλοις καὶ φθονοῦσιν ἑαυτοῖς μᾶλλον ἢ τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις || γιατί πότε άραγε οι Αθηναίοι, σαν τους Λακεδαιμονίους, ή τους πιο ηλικιωμένους θα σεβαστούν, αφού αυτοί αρχίζουν να περιφρονούν τους γεροντότερους ξεκινώντας ήδη από τους πατέρες τους, ή πότε θα γυμνάσουν τόσο τα σώματά τους, αφού όχι μόνον οι ίδιοι παραμελούν τη σωματική υγεία, αλλά και περιγελούν εκείνους που την φροντίζουν; Πότε πάλι θα πείθονται τόσο στους άρχοντες, αφού περηφανεύονται κιόλας γιατί περιφρονούν τους άρχοντες∙ ή πότε θα ομονοήσουν έτσι, αφού αντί να συνεργάζονται για τα συμφέροντά τους, αλληλοτρώγονται και αλληλοφθονούνται πιο πολύ μεταξύ τους παρά με τους ξένους ανθρώπους.

§12.28. Όταν παρεμβάλλεται στον λόγο μία ή περισσότερες προτάσεις:

ΗΡΟΔ 7.105 οὕτω δὴ ἐς Λεωνίδην ἀνέβαινε ἡ βασιληίη, καὶ διότι πρότερος ἐγεγόνεε Κλεομβρότου (οὗτος γὰρ ἦν νεώτατος Ἀλεξανδρίδεω παῖς) καὶ δὴ καὶ εἶχε Κλεομένεος θυγατέρα. ὃς τότε ἤιε ἐς Θερμοπύλας || έτσι λοιπόν ανέλαβε ο Λεωνίδας την βασιλεία, και γιατί γεννήθηκε πριν από τον Κλεόμβροτο (αφού αυτός ήταν ο πιο μικρός γιος του Αλεξανδρίδα) και γιατί είχε παντρευτεί τη θυγατέρα του Κλεομένη∙ αυτός τότε βάδιζε προς τις Θερμοπύλες.

§12.29. Σε προσφωνήσεις και ερωτήσεις (στην ποίηση):

ΣΟΦ ΟΤ 1352-1356 νῦν δ' ἀξιωθεὶς εἶσι κἀκούσας γ' ἐμοῦ τοιαῦθ' ἃ τὸν τοῦδ' οὔποτ' εὐφρανεῖ βίον∙ ὅς γ' [= σύ γ'] , ὦ κάκιστε, σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχων, ἃ νῦν ὁ σὸς ξύναιμος ἐν Θήβαις ἔχει, τὸν αὐτὸς αὐτοῦ πατέρα τόνδ' ἀπήλασας || τώρα όμως φεύγει, αφού αξιώθηκε ν' ακούσει από μένα τέτοια πράγματα που δεν πρόκειται να ευφράνουν τη ζωή του∙ γιατί εσύ, πανάθλιε, όταν είχες τα σκήπτρα και τον θρόνο που τώρα τα έχει ο αδελφός σου στη Θήβα, εσύ ο ίδιος εξόρισες τούτον εδώ τον πατέρα σου.

ΕΥΡ Ορ 756-757 Ορ. ψῆφον ἀμφ' ἡμῶν πολίτας ἐπὶ φόνῳ θέσθαι χρεών. - Πυ. ἣ κρινεῖ τί χρῆμα; [= αὕτη δὲ τί χρῆμα κρινεῖ;] || Ορέστ. Θα μας δικάσουν με ψηφοφορία για φόνο. - Πυλάδ. Τί απόφαση θα βγάλει [η ψηφοφορία];

§12.30. Και σε άλλες περιπτώσεις όμως εμφανίζεται στους Αττικούς μια ως προς το περιεχόμενό της κύρια πρόταση υπό τη μορφή μιας εξαρτημένης αναφορικής πρότασης:

ΘΟΥΚ 1.39.2-3 καὶ δεῦρο ἥκουσιν οὐ τἀκεῖ μόνον αὐτοὶ ἁμαρτόντες, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς νῦν ἀξιοῦντες οὐ ξυμμαχεῖν, ἀλλὰ ξυναδικεῖν καὶ διαφόρους ὄντας ἡμῖν δέχεσθαι σφᾶς· οὓς χρῆν, ὅτε ἀσφαλέστατοι ἦσαν, τότε προσιέναι || και έρχονται τώρα εδώ σαν να μην τους έφτανε το κακό που έκαναν εκεί, αλλά έχοντας την απαίτηση όχι να συμμαχήσετε, αλλά να γίνετε συνένοχοι στις αδικίες τους και, επειδή υπάρχουν διαφορές μεταξύ μας, να τους δεχτείτε· αυτοί έπρεπε όμως να έρθουν τότε, όταν δεν διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1390a5 καὶ ζῶσι [οἱ πρεσβύτεροι] τῇ μνήμῃ μᾶλλον ἢ τῇ ἐλπίδι· τοῦ γὰρ βίου τὸ μὲν λοιπὸν ὀλίγον τὸ δὲ παρεληλυθὸς πολύ, ἔστι δὲ ἡ μὲν ἐλπὶς τοῦ μέλλοντος ἡ δὲ μνήμη τῶν παροιχομένων· ὅπερ αἴτιον καὶ τῆς ἀδολεσχίας αὐτοῖς || οι ηλικιωμένοι ζουν επίσης πιο πολύ στη κατάσταση της μνήμης παρά της ελπίδας· γιατί η ζωή που τους απομένει είναι λίγη, ενώ το παρελθόν πολύ, και η ελπίδα συνδέεται με το μέλλον ενώ η μνήμη με τα περασμένα· αυτό ακριβώς είναι και το αίτιο της φλυαρίας τους.

Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, σε αυτήν τη συνάφεια και η στερεότυπη κατακλείδα των αποδείξεων στα Στοιχεῖα του Ευκλείδη, η οποία επίσης μπορεί να ενταχθεί εδώ, π.χ.

ΕΥΚΛ 1.4 ὅπερ ἔδει δεῖξαι

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας.

Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα.

Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον Ελληνόφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών.

Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα;

Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπαξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος).

Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια).

Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης.

Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη ("δεν σε θέλει η γκόμενα")· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό ("σε παράτησε η γκόμενα").

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου...) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται.

Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες -- σπανίως όμως "πουτάνες": επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον "πόνο".

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του.

Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά.

Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως "τον πυρήνα της βούλησης για ζωή", αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb.

Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι "καψουρεύονται" είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

Τι είναι το πιο όμορφο σε αυτή τη ζωή

Το να συναντάς στο διάβα σου ανθρώπους που οι καρδιές σας να πάλλονται στον ίδιο ρυθμό…

Να παίζουν μαζί στην ίδια ορχήστρα της ζωής…
Να χορεύουν στην ίδια πίστα, να εναρμονίζονται και μαζί να δημιουργούν την τέλεια συγχορδία…

Πόσο υπέροχο είναι να βρεις ανθρώπους που να μιλάνε κατευθείαν στη ψυχή σου, που να αναδύονται με ευκολία όλο και περισσότερο στα πιο βαθιά της ψυχής σου αταξίδευτα νερά, χωρίς να χάνονται , χωρίς να παραπονιούνται, παρά μόνο να διψάνε και για άλλο βάθος. Να λαχταράνε να καταδυθούν στα πιο απομακρυσμένα, στα πιο φουρτουνιασμένα δικά σου νερά…και εσύ στα δικά τους.

Πόσο υπέροχο να βρεις ανθρώπους που να μιλάτε στην ίδια γλώσσα, στην ίδια συχνότητα, που να επικοινωνείτε με ένα βλέμμα, με ένα άγγιγμα.. Που να επικοινωνείτε κυρίως τηλεπαθητικά.

Και ξέρεις ποιο είναι το πιο μαγικό;

Πως όταν εσύ συντονιστείς με το μέσα σου, με την πιο βαθιά της ψυχής σου ουσία, με της καρδιάς σου τον ρυθμό… Όταν εσύ αποδεχτείς πλήρως την μοναξιά σου και την μετατρέψεις σε μοναχικότητα.. Τότε τσουπ…

…Κάπου εκεί αναπάντεχα, απροσδόκητα, λες και η ζωή σου φύλαγε ένα δώρο για όλα αυτά που κατάφερες... εμφανίζονται από το πουθενά σαν από μηχανής Θεοί οι άνθρωποι αυτοί.. Οι δικοί σου άνθρωποι.. Που πάλλεστε σε αυτή την ίδια συχνότητα, την δική σου συχνότητα, της καρδιάς σου, της καρδιάς σας… Ο απόλυτος συντονισμός και η πιο γλυκιά αρμονία, μελωδία στη ψυχή.

Και κάπου εκεί έρχεται και Εκείνος ο άνθρωπος που μαζί του ο χρόνος χάνεται, που νιώθεις ότι μια ζωή είναι πολύ λίγη για να χωρέσει όλα όσα έχετε να μοιραστείτε και να ζήσετε μαζί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αντιλαμβάνεσαι γιατί με τους άλλους χαθήκατε, γιατί έκλεισαν όλοι οι άλλοι κύκλοι…
Ναι, έκλεισαν για να κοιτάξεις μέσα σου…
Για να δεις εσένα…
Να ανακαλύψεις και να αγκαλιάσεις εσένα…
Της ψυχής σου το ολόκληρο και έτσι να ελκύσεις και άλλα ολόκληρα…

Γιατί όλοι μας ερχόμαστε και φεύγουμε ολόκληροι..
Οπόταν και η αναζήτηση του άλλου μισού είναι απλά ένας μύθος…

Ένας άνθρωπος θα παραμείνει αδύναμος, και άθλιος, μόνο όταν αρνείται να ανυψώσει τις σκέψεις του

Όλα όσα ο άνθρωπος επιτυγχάνει
και όλα όσα αποτυγχάνει να επιτύχει είναι το άμεσο αποτέλεσμα των σκέψεών του.
Σε ένα δίκαια διευθετημένο σύμπαν, όπου η απώλεια ισορροπίας θα σήμαινε
ολοκληρωτική καταστροφή, η ατομική ευθύνη πρέπει να είναι απόλυτη.

Η αδυναμία και η δύναμη ενός
ανθρώπου, η εντιμότητα και η ανεντιμότητα, είναι δικές του ιδιότητες, και όχι
κάποιου άλλου. Αυτές τις αποκτά μόνος του και όχι μέσω κάποιου άλλου· και
μπορούν να μεταβληθούν μόνο από τον ίδιο, ποτέ από κάποιον άλλον. Η κατάστασή
του είναι επίσης δική του, και όχι κάποιου άλλου. Ο πόνος του και η ευτυχία του
εξελίσσονται από μέσα του. Όπως σκέφτεται, έτσι και είναι· όπως συνεχίζει να
σκέφτεται, έτσι παραμένει.

Ένας δυνατός άνθρωπος δεν
μπορεί να βοηθήσει έναν πιο αδύναμο εκτός και εάν ο πιο αδύναμος είναι πρόθυμος
να βοηθηθεί, αλλά ακόμα και τότε ο αδύναμος άνθρωπος πρέπει να επιβληθεί στον
εαυτό του. Αυτός πρέπει, με τις δικές του προσπάθειες, να αναπτύξει την δύναμη
την οποία θαυμάζει στον άλλον. Κανένας εκτός από τον εαυτό του δεν μπορεί να
αλλάξει την κατάστασή του.

Είναι συνηθισμένο για τους ανθρώπους να σκέφτονται
και να λένε, «Πολλοί άνθρωποι είναι σκλάβοι επειδή κάποιος είναι δυνάστης· ας
μισούμε τον δυνάστη».

Τώρα, όμως, υπάρχει σε μια
μικρή μερίδα ανθρώπων μια αυξανόμενη τάση να αντιστραφεί αυτή η κρίση και να
λένε, «Ένας άνθρωπος είναι δυνάστης επειδή πολλοί είναι σκλάβοι· ας
περιφρονούμε τους σκλάβους».

Η αλήθεια είναι ότι δυνάστης
και σκλάβος είναι συνεργάτες εν αγνοία, και, ενώ φαίνεται να αντιπαλεύει ο ένας
τον άλλον, στην πραγματικότητα αντιπαλεύουν τους εαυτούς τους. Μια τέλεια Γνώση
διακρίνει την επίδραση του δικαίου στην αδυναμία των καταπιεζόμενων και την
εσφαλμένη εφαρμογή της δύναμης του δυνάστη. Μια τέλεια Αγάπη, βλέποντας τον
πόνο που συνεπάγονται και οι δυο καταστάσεις, δεν αποδοκιμάζει καμία. Μια
τέλεια Ευσπλαχνία αγκαλιάζει και τον καταπιεστή και τον καταπιεζόμενο.

Εκείνος που έχει υπερνικήσει
την αδυναμία, και έχει αποβάλλει όλες τις εγωιστικές σκέψεις, δεν ανήκει ούτε
στον δυνάστη ούτε στον καταπιεζόμενο. Είναι ελεύθερος.

Ένας άνθρωπος μπορεί να
ανυψωθεί, να υπερνικήσει και να επιτύχει μόνο όταν ανυψώσει τις σκέψεις του.

Θα παραμείνει αδύναμος, και
άθλιος, και φουκαράς μόνο όταν αρνείται να ανυψώσει τις σκέψεις του.

Ο μνησίκακος άνθρωπος

Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. 

Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. 

Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. 

Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κυνηγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». 

Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς∙ ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας.

Ο κάλπικος εξερευνητής και ο κλέφτης ευνούχος του

Οι εξερευνήσεις σε θάλασσες και στεριές δεν είναι ανακάλυψη των νεώτερων χρόνων. Τις πραγματοποιούσαν από αμνημονεύτων ετών όχι μόνο οι αρχαίοι ημών πρόγονοι αλλά και άλλοι αρχαίοι λαοί, με πρώτους και καλύτερους τους Αιγύπτιους και τους Κινέζους.

Ο διάδοχος του Δαρείου, ο Ξέρξης, θέλησε να ακολουθήσει τις εξερευνητικές αποστολές του πατέρα του αλλά και του Νεχώ. Είχε φαίνεται ακούσει πως οι Καρχηδόνιοι έστελναν εξερευνητές στις δυτικές ακτές της Αφρικής και θέλησε να τους μιμηθεί. Αντί όμως να προσλάβει κάποιον έμπειρο Έλληνα ή Φοίνικα θαλασσόλυκο, εμπιστεύθηκε έναν Πέρση αριστοκράτη, που επί πλέον ήταν μαλθακός και κακομαθημένος.

Ο Σατάσπης, γιος του Τεάσπιος ήταν από την ίδια με τον Ξέρξη γενιά, δηλαδή Αχαιμενίδης και καθώς ήταν αριστοκράτης από σόι, φανταζόταν πως ήταν υπεράνω των νόμων. Έτσι έφτασε κάποτε να βιάσει μια παρθένα, την κόρη του Ζωπύρου, του γιου του Μεγάβυζου. Ο περσικός νόμος σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν ρητός και άτεγκτος: ο ένοχος καταδικαζόταν σε ανασκολοπισμό, δηλαδή σε παλούκωμα – έναν φρικτό τρόπο θανάτωσης.

Η μητέρα του, που ήταν αδελφή του Δαρείου, θεία δηλαδή του Ξέρξη, έπεσε στα πόδια του βασιλιά και του πρότεινε μια, κατά τη γνώμη της, μεγαλύτερη ποινή: να στείλουν τον Σατάσπη να περιπλεύσει την Αφρική, από τις εκβολές του Νείλου ως την Ερυθρά θάλασσα. Ο Ξέρξης δέχτηκε και ο Σατάσπης πήγε στην Αίγυπτο, αρμάτωσε ένα πλοίο και ξεκίνησε με δυτική κατεύθυνση. Περιέπλευσε τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, έφτασε στις Στήλες του Ηρακλέους (τα Στενά του Γιβλαρτάρ), ακολούθησε την ακτή προς νότον, πέρασε το ακρωτήριο Σολόεις (το σημερινό ακρωτήριο Καντίν του Μαρόκου) και προχώρησε ακόμα νοτιότερα. Τότε όμως βαρέθηκε ή φοβήθηκε να συνεχίσει. Ήδη θαλασσοδερνόταν πολλούς μήνες και η προοπτική να ταξιδεύει άλλα δύο ή τρία χρόνια δεν του άρεσε καθόλου.

Αποφάσισε λοιπόν να γυρίσει πίσω. Όταν κάποτε έφτασε μπροστά στον Ξέρξη, άρχισε να του αφηγείται σημεία και τέρατα για τις περιπέτειες που δήθεν αντιμετώπισε στο ταξίδι του, βγάζοντας τις περισσότερες από το μυαλό του. Του είπε πως έφτασε σε μια χώρα νάνων με κόκκινα φορέματα που όταν έβλεπαν τους Πέρσες ναύτες να βγαίνουν στη στεριά άφηναν τα σπίτια τους και παίρναν τα βουνά. Ύστερα το καράβι του κόλλησε κάπου και δε μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει πίσω.

Ο Ξέρξης δεν έχαψε τα παραμύθια του Σατάσπη και αποφάσισε να επαναφέρει την αρχική ποινή. Έτσι ο κάλπικος εξερευνητής ανασκολοπήθηκε. Την ιστορία του φαίνεται πως ο Ηρόδοτος την άκουσε από τον ευνούχο του Σατάσπη, που όταν το αφεντικό του θανατώθηκε, δραπέτευσε στη Σάμο, με πολλά λεφτά, που του τα είχε εμπιστευθεί πριν τον σκοτώσουν. Δεν χάρηκε όμως τα ξένα λεφτά, γιατί του τα έκλεψε ένας Σαμιώτης, το όνομα του οποίου, μολονότι το ήξερε ο Ηρόδοτος, (που μας λέει όλη αυτή την ιστορία στο 4ο βιβλίο του – Μελπομένη – παράγραφοι 41-45) μεγαλοψύχως φερόμενος το αποσιωπά.

Ο Αριστοτέλης για τη σωφροσύνη

Αναφερόμενος στη σωφροσύνη ο Αριστοτέλης υπενθυμίζει αυτό που έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «Ότι η σωφροσύνη είναι μεσότητα στις ηδονές, το έχουμε ήδη πει. Στην ίδια περιοχή κάνει την εμφάνισή της και η ακολασία». (1117b 10, 29-30 και 31-32).

Όσο για το διαχωρισμό των ηδονών, είναι κι αυτός ήδη γνωστός: «Ας δεχτούμε ότι οι ηδονές διακρίνονται σε σωματικές και ψυχικές, όπως είναι π.χ. η αγάπη της τιμής και η αγάπη της γνώστης». (1117b 10, 33-34).

Είναι φανερό ότι οι ψυχικές απολαύσεις έχουν να κάνουν περισσότερο με το πνεύμα σε αντίθεση με τις σωματικές που σχετίζονται με τη σάρκα. Με δεδομένη την ανωτερότητα του πνεύματος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ψυχικές απολαύσεις είναι ανώτερες, αφού υπηρετούν έναν ανώτερο σκοπό.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος που επιδίδεται σ’ αυτές είναι κατ’ ανάγκη και σώφρων: «Και στη μία και στην άλλη από τις δύο αυτές περιπτώσεις» (της αγάπης και της τιμής εννοείται) «ο άνθρωπος χαίρεται με αυτό που αγαπάει, χωρίς να συμμετέχει στη χαρά αυτή το σώμα του, αλλά κατά κύριο λόγο το μυαλό του. Για τους ανθρώπους όμως που επιδιώκουν αυτού του είδους τις αρετές δεν προορίζεται ούτε η λέξη “σώφρονες” ούτε η λέξη “ακόλαστοι”· το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους που επιδίδονται στις υπόλοιπες αρετές που δεν είναι σωματικές». (1117b 10, 34-38).

Κι αν κάποιος χρειάζεται περισσότερες εξηγήσεις, ο Αριστοτέλης θα φέρει και παραδείγματα: «… τους φιλόμυθους ανθρώπους, τους διηγητικούς ανθρώπους, καθώς και όλους αυτούς που ξοδεύουν τις ώρες τους μιλώντας για τυχαία πράγματα, τους λέμε “φλύαρους”, όχι όμως “ακόλαστους”, όπως και όλους αυτούς που λυπούνται γιατί έχασαν χρήματα ή φίλους». (1117b 10, 38-40 και 1118a 10, 1-2).

Με δυο λόγια, δε φτάνει να προτιμά και να επιλέγει κανείς τις πνευματικές απολαύσεις για να χαρακτηριστεί σώφρων. Πρέπει οι απολαύσεις αυτές να έχουν ποιότητα συντελούμενες με τον τρόπο που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει, για το λόγο που πρέπει και με τα πράγματα που πρέπει, ώστε να λειτουργούν προς την κατεύθυνση της αρετής. Είναι καλό να αφηγείται κανείς όμορφες ιστορίες, αλλά είναι κακό να είναι φλύαρος. Από την άλλη, ακόμη και οι φλύαροι ή οι φιλοχρήματοι δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόλαστοι.

Όμως, ακόμη κι αν είχαν αδιαπραγμάτευτη ποιότητα οι πνευματικές-ψυχικές απολαύσεις κάποιου, και πάλι δε θα αποτελούσαν εχέγγυο σωφροσύνης. Το ότι μπορεί να ασχολείται κανείς με την ποιοτική μουσική έχοντας καλλιεργήσει υψηλά αισθητικά κριτήρια δε σημαίνει ότι είναι και σώφρων, αφού δεν αποτελεί τεκμήριο ότι διατηρεί σχέσεις ισορροπίας με τις σωματικές ηδονές.

Κι αντιστρόφως, όποιος δεν ασχολείται με τη μουσική ή έχει χαμηλής ποιότητας μουσικές προτιμήσεις δε σημαίνει ότι είναι και ακόλαστος. Οι ψυχικές απολαύσεις στο σύνολό τους αποτελούν σαφέστατη πιστοποίηση πνευματικότητας, αλλά όχι σωφροσύνης, αφού δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την εγκράτεια ούτε με τη μεσότητα σε σχέση με τις παρορμήσεις του σώματος.

Τελικά, το κριτήριο της σωφροσύνης για τον Αριστοτέλη αφορά πρωτίστως (αν όχι αποκλειστικά) τις ισορροπίες που διατηρεί κάποιος στις σαρκικές απολαύσεις: «Με τις σωματικές ηδονές λοιπόν σχετίζεται, λέω, η σωφροσύνη, και ούτε όμως πάλι με όλες τους». (1118a 10, 3-4).

Κι επειδή το σώμα αντιλαμβάνεται την ευχαρίστηση με τις αισθήσεις, αυτό που μένει είναι να εξεταστούν όλες ξεχωριστά, ώστε να εντοπιστεί ποια είναι αυτή που έχει τη δύναμη να οδηγεί τον άνθρωπο προς το ακόλαστο. Και βέβαια δεν είναι η όραση: «Αυτούς, πράγματι, που χαίρονται με όσα προσφέρει στους ανθρώπους η όραση (χρώματα, σχήματα, ζωγραφιές) δεν τους λέμε ούτε “σώφρονες” ούτε “ακόλαστους” – παρόλο ότι μπορεί κανείς και σ’ αυτές τις περιπτώσεις να ευχαριστιέται είτε με τον τρόπο που πρέπει είτε σε υπερβολικό ή ελλιπή βαθμό». (1118a 10, 4-8).

Με τον ίδιο τρόπο απορρίπτεται και η ακοή, καθώς είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί ακόλαστος αυτός που απολαμβάνει την ευχαρίστηση του ήχου. Αλλά και η όσφρηση δε φαίνεται να συντελεί στην ακολασία: «Ούτε, επίσης, χρησιμοποιούμε τις λέξεις αυτές» (σώφρων-ακόλαστος) «για τους ανθρώπους που ευχαριστιούνται με τις μυρωδιές, παρά μόνο συμπτωματικά: αυτούς που ευχαριστιούνται με τις μυρωδιές των μήλων, των τριαντάφυλλων ή των θυμιαμάτων δεν τους λέμε “ακόλαστους” λέμε όμως αυτούς που ευχαριστιούνται με τις μυρωδιές των αρωμάτων ή των διάφορων μεζέδων». (1118a 10, 11-14).

Η αναφορά στα αρώματα και τους μεζέδες δεν είναι παρά η κατάδειξη του αχαλίνωτου στον έρωτα και στο φαγητό. Θα έλεγε κανείς ότι αυτές είναι οι κύριες πληγές για τον ακόλαστο. Γιατί ακόλαστος δεν έχει εγκράτεια. Κι ο άνθρωπος που αδυνατεί να συγκρατηθεί θα ριχτεί στους μεζέδες όσο χορτάτος κι αν είναι.

Γι’ αυτό και η μυρωδιά μπορεί να προδώσει τον ακόλαστο: «Ο λόγος είναι ότι οι ακόλαστοι με τις μυρωδιές αυτές, επειδή μέσω αυτών αναθυμούνται τα αντικείμενα των επιθυμιών τους. Μπορεί, φυσικά, να δει κανείς και άλλους ανθρώπους που, όταν πεινούν, ευχαριστιούνται με τις μυρωδιές των φαγητών· το να ευχαριστιέται όμως κανείς σε μόνιμη βάση με αυτού του είδους τα πράγματα δηλώνει ακόλαστο άνθρωπο· γιατί γι’ αυτόν όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο των επιθυμιών του». (1118a 10, 14-19).

Το ότι ο πεινασμένος που θα ξεσηκωθεί από τη μυρωδιά του φαγητού δεν είναι ακόλαστος είναι απολύτως προφανές, αφού το φαγητό είναι ανάγκη και οφείλει κανείς να εκπληρώνει τις ανάγκες του. Η ακολασία έγκειται στην υπερβολή κι όχι στην εκπλήρωση των σωματικών λειτουργιών. Εκτός αυτού, είναι μάλλον αβάσιμο να θεωρεί κανείς την όσφρηση πηγή της ακολασίας, αφού η όσφρηση δεν αποτελεί την πηγή της ηδονής, αλλά την ενθύμησή της.

Εξάλλου, ο ακόλαστος μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο με τη μυρωδιά, αλλά και με την όραση, καθώς και η θέα των εκλεκτών μεζέδων θα τον αναστατώσει. Ακόμη και το άκουσμα των πιατικών ή των ποτηριών που τσουγκρίζουν είναι σε θέση να τον κάνει άνω κάτω. Όπως λοιπόν η όραση και η ακοή δε θεωρούνται ότι επιφέρουν ακολασία, έτσι και η όσφρηση είναι αδύνατο να εκληφθεί ως γενεσιουργός αιτία της ακόλαστης συμπεριφοράς.

Για τον Αριστοτέλη οι αισθήσεις που οδηγούν τον άνθρωπο στην ακολασία είναι η αφή και η γεύση: «… η σωφροσύνη και η ακολασία σχετίζονται με εκείνες τις ηδονές που και τα άλλα ζώα τις έχουν κοινές με τον άνθρωπο (κάτι που τις κάνει να φαίνονται ότι προσιδιάζουν σε δούλους και σε κτήνη): πρόκειται για την αφή και τη γεύση». (1118a 10, 27-30).

Και η γεύση κρίνεται επουσιώδης: «Είναι όμως φανερό ότι και τη γεύση λίγο τη χρησιμοποιούν οι ακόλαστοι, ή και καθόλου. Δουλειά της αίσθησης της γεύσης είναι, πράγματι, η διάκριση των γεύσεων (αυτό δεν κάνουν οι δοκιμαστές των κρασιών και όλοι αυτοί που ξέρουν να νοστιμίζουν τα φαγητά με καρυκεύματα;), δε βρίσκεται όμως καθόλου – τουλάχιστο των ακόλαστων – σ’ αυτή τη διάκριση η ευχαρίστησή τους, αλλά στην απόλαυση, που σε όλες τις περιπτώσεις προέρχεται από την αφή: στα φαγητά, στα ποτά, σ’ αυτό που λέμε: “χαρές της Αφροδίτης”». (1118a 10, 30-37).

Η αφή παρουσιάζεται ως αναντίρρητη πηγή της ακολασίας: «Αυτός είναι και ο λόγος που ευχήθηκε κάποτε ένας καλοφαγάς να ήταν ο οισοφάγος του μακρύτερος και από του γερανού, θέλοντας να πει ότι την ευχαρίστηση την αισθανόταν με την αφή. Η αίσθηση λοιπόν με την οποία σχετίζεται η ακολασία είναι από όλες τις αισθήσεις η πιο κοινή σε όλα τα ζώα, και άρα δικαιολογημένα, λέω, η ακολασία θεωρείται επονείδιστη, αφού υπάρχει μέσα μας όχι γιατί είμαστε άνθρωποι, αλλά γιατί είμαστε ζώα. Το να χαίρεται λοιπόν κανείς με τέτοιου είδους πράγματα και να τα αγαπάει περισσότερο από όλα τα άλλα, είναι κάτι το ζωώδες». (1118a 10, 37-38 και 1118b 10, 1-5).

Κι αυτός είναι ο λόγος που η ακολασία είναι κατακριτέα, καθώς υποβαθμίζει τον άνθρωπο στα ζωώδη ένστικτά του. Ο σώφρων είναι αυτός που ξέρει να κρατά τις ορθές αποστάσεις δίνοντας βαρύτητα στα πράγματα που αρμόζουν περισσότερο στους ανθρώπους.

Φυσικά, θα ήταν παράλογο να απαιτήσει κανείς την πλήρη απάρνηση των ενστίκτων. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στην ανθρώπινη φύση: «Επιπαραδείγματι, η επιθυμία της τροφής είναι φυσική· ο καθένας, πράγματι, επιθυμεί ξερή ή υγρή τροφή, άμα του λείπει – καμιά φορά τις επιθυμεί και τις δύο· και αν είναι νέος και ακμαίος επιθυμεί επίσης, όπως λέει ο Όμηρος, και το “κρεβάτι”». (1118b 11, 11-14).

Και βέβαια, είναι επίσης φυσικό να υπάρχουν διαφορές στις προτιμήσεις του καθενός. Δε χρειάζεται να έχουν όλοι το ίδιο αγαπημένο φαγητό ούτε τα ίδια πρότυπα στην επιλογή ερωτικού συντρόφου. Αυτού του είδους οι αποφάσεις είναι αυστηρά προσωπικές και δεν αποτελούν κριτήριο σωφροσύνης ή ακολασίας.

Το ακόλαστο δεν έχει να κάνει με τις επιλογές, αλλά με την υπερβολή που ξεπερνά τις φυσικές ανάγκες: «Στις φυσικές λοιπόν επιθυμίες λίγοι συμπεριφέρονται λανθασμένα, και μάλιστα προς μία μόνο κατεύθυνση: προς την κατεύθυνση της υπερβολής· γιατί το να τρώει και να πίνει κανείς ό,τι βρεθεί μπροστά του ώσπου να κορεσθεί, σημαίνει ότι ξεπερνάει σε ποσότητα αυτό που έχει ορίσει η φύση: η φυσική επιθυμία πάει ως την ικανοποίηση της ανάγκης». (1118b 11, 18-22).

Η ακολασία ταυτίζεται με την κατάχρηση παίρνοντας διαστάσεις παθολογίας. Γιατί ακόλαστος δεν είναι ο άνθρωπος που θα τσιμπήσει ένα μεζεδάκι παραπάνω, αλλά εκείνος που θα συμπεριφερθεί με βουλιμία. Σε τελική ανάλυση, ο ακόλαστος είναι έρμαιο των ηδονών σε βαθμό που να λειτουργεί βλαπτικά για την ίδια του την υγεία. Κατά κανόνα τέτοιες ακραίες συμπεριφορές έχουν ψυχολογικό υπόβαθρο.

Η έννοια της μεσότητας, που διαμορφώνει την ψυχική ισορροπία βασιζόμενη στη λογική και την επιθυμία εκπλήρωσης του ωραίου (ως τελικό σκοπό), ματαιώνεται ολοκληρωτικά: «Αυτός είναι ο λόγος που τους ανθρώπους αυτούς τους λέμε “γαστρίμαργους”, θέλοντας να πούμε ότι γεμίζουν την κοιλιά τους πέρα από όσο πρέπει – έτσι, πάντως, καταντούν οι απολύτως ευτελείς και τιποτένιοι άνθρωποι». (1118b 11, 22-24).

Ο Αριστοτέλης αναφέρεται απολύτως περιφρονητικά στους ακόλαστους («ευτελείς και τιποτένιοι άνθρωποι») αποδίδοντας τη συμπεριφορά τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα (που είναι ευτελής) κι όχι σε ψυχολογικούς παράγοντες που θα μπορούσαν και να ξεπεραστούν. (Η ψυχανάλυση θα έρθει πολλούς αιώνες αργότερα). Ο Αριστοτέλης αγγίζει το θέμα διαισθητικά. Αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για αρρώστια της ψυχής, αλλά δε συλλαμβάνει το μέγεθος του επιστημονικού πεδίου, που ο ίδιος ανοίγει.

Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλούς θεωρείται ο πρώτος ψυχολόγος. Και μόνο ο διαχωρισμός της ψυχής (λόγον έχον μέρος, άλογον έχον μέρος κι επιθυμητικόν, λόγον-άλογον έχον μέρος) αποδεικνύει ότι εισάγεται μια νέα οπτική στην ερμηνεία του ανθρώπου, η οπτική της ψυχολογικής του υπόστασης.

Ο Αριστοτέλης έχει ξεπεράσει κατά πολύ το πλαίσιο της εποχής του προσεγγίζοντας ζητήματα που (ως ένα βαθμό) δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμη και σήμερα. Το να ασκηθεί οποιαδήποτε κριτική για ελλιπή ερμηνεία των ψυχοπαθολογικών αιτιών της βουλιμίας και την έλλειψη προτάσεων για την αντιμετώπισή της δεν είναι απλώς υπερβολικό, είναι παράλογο.

Για τον Αριστοτέλη ο ακόλαστος είναι άνθρωπος τιποτένιος που διαμορφώθηκε από αρνητική έξη στα ζητήματα των ηδονών. Και η υπερβολή στην αναζήτηση της σωματικής ευχαρίστησης έχει να κάνει τόσο με τον αχαλίνωτο τρόπο που πραγματώνεται, όσο και με την ευτέλεια των πραγμάτων που την προκαλεί, τα οποία πολλές φορές είναι κατακριτέα και μισητά: «Γιατί, ενώ όλοι αυτοί που λέγονται “παθιασμένοι φίλοι του τάδε ή του τάδε πράγματος” λέγονται έτσι ή γιατί ευχαριστιούνται με πράγματα που δεν πρέπει ή γιατί ευχαριστιούνται με αυτό ή με εκείνο το πράγμα περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι ή γιατί ευχαριστιούνται με τρόπο που δεν είναι σωστός, οι ακόλαστοι φτάνουν σε υπερβολή και από τις τρεις αυτές απόψεις: ευχαριστιούνται με κάποια πράγματα με τα οποία δεν πρέπει να ευχαριστιέται κανείς (γιατί είναι πράγματα μισητά), και στην περίπτωση που ευχαριστιούνται με πράγματα με τα οποία θα έπρεπε πράγματι κανείς να ευχαριστιέται, αυτοί το κάνουν σε βαθμό μεγαλύτερο από ό,τι πρέπει ή σε σύγκριση με τους περισσότερους ανθρώπους». (1118b 11, 26-31).

Ο ακόλαστος είναι απολύτως κατακριτέος άνθρωπος όχι μόνο γιατί δε γνωρίζει καμία αίσθηση του μέτρου, αλλά και γιατί μπορεί να εισπράττει χαρά από μισητά πράγματα, ανέντιμα ή ανήθικα. Κι αν ως εδώ το πορτρέτο του ακόλαστου πλάθεται από την πλευρά της εσφαλμένης χαράς, ο Αριστοτέλης θα το αποδώσει κι από την πλευρά της λύπης: «Όσο για τις λύπες, δε λέγεται κανείς – όπως στην περίπτωση της ανδρείας – σώφρων, αν τις αντιμετωπίζει, και ακόλαστος, αν δεν τις αντιμετωπίζει· ακόλαστος λέγεται αυτός που λυπάται περισσότερο από ό,τι πρέπει, επειδή δεν πετυχαίνει τα ευχάριστα πράγματα (και τη λύπη η ηδονή τού την προκαλεί), ενώ σώφρων λέγεται αυτός που δε λυπάται για την απουσία των ευχάριστων πραγμάτων [και για την αποχή του από αυτά]». (1118b 11, 33-38).

Από αυτή την άποψη, ο ακόλαστος είναι πρωτίστως άνθρωπος δυστυχής. Ο φόβος μήπως στερηθεί την υπερβολή των ηδονών παίρνει διαστάσεις εμμονής σκιαγραφώντας την εικόνα του εξαρτημένου-ανελεύθερου ανθρώπου. Η λύπη μήπως χάσει το αντικείμενο της ηδονής είναι η συναισθηματική έξαρση του άμετρου που γίνεται πλέον μοναδικό νόημα για τη ζωή. Σε τελική ανάλυση, ο ακόλαστος βρίσκεται σε διαρκή αγωνία. Γι’ αυτό είναι ευάλωτος.

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να γίνει λόγος για ευτυχία. Ο σώφρων, ως άνθρωπος του μέτρου, θα απολαύσει τις ηδονές στο βαθμό που πρέπει, χωρίς να εξαρτά την ευτυχία του στην εκπλήρωσή τους. Είναι σε θέση να παραμείνει ευτυχής, ακόμη κι αν χρειαστεί να στερηθεί κάτι. Τελικά, η ακολασία τείνει στο αξιολύπητο.

Και βέβαια, οι δυσάρεστες παρενέργειες στην αναζήτηση των ηδονών έχουν να κάνουν μόνο με την υπερβολή: «Ελλιπείς στις ηδονές, άνθρωποι που να τις ευχαριστιούνται λιγότερο από ό,τι πρέπει, δεν υπάρχουν· μια τέτοια αναισθησία δεν είναι, πράγματι, ανθρώπινη». (1119a 11, 6-8).

Και συμπληρώνει: «Το να μη νιώθει, πάντως, κανείς ευχαρίστηση με τίποτε και να μην κάνει διάκριση ανάμεσα σε ένα και σε άλλο πράγμα, αυτός απέχει πάρα πολύ από το να είναι άνθρωπος». (1119a 11, 10-11). Η γενική έλλειψη ευχαρίστησης που ισοπεδώνει τα πάντα εκμηδενίζοντας κάθε έννοια προτίμησης ή επιθυμίας προσομοιάζει σ’ αυτό που σήμερα ονομάζεται κατάθλιψη.

Η έλλειψη στη χαρά των ηδονών αποτελεί επίσης ψυχική δυσαρμονία, και σε πολλές περιπτώσεις καταστροφικότερη κι από την υπερβολή. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να γνωρίζει ούτε τη νευρική ανορεξία ούτε την παθολογία της ολοκληρωτικής παραίτησης. Οι σύγχρονες διαπιστώσεις των αρνητικών επιπτώσεων από την πλευρά της έλλειψης θα έλεγε κανείς ότι ενισχύουν εκ νέου την αριστοτελική προτροπή της μεσότητας.

Αυτό που μένει είναι ο προσδιορισμός του σώφρονα ανθρώπου: «Ο σώφρων άνθρωπος κατέχει τη μέση θέση σ’ αυτά τα πράγματα, αφού ούτε ευχαριστιέται με τα πράγματα με τα οποία ευχαριστιέται πάρα πολύ ο ακόλαστος (ίσα ίσα τα πράγματα αυτά τον δυσαρεστούν), ούτε γενικά ευχαριστιέται με πράγματα με τα οποία δε θα έπρεπε να ευχαριστιέται· επίσης, δεν ευχαριστιέται σε βαθμό υπερβολής με οποιοδήποτε από τα πράγματα αυτά». (1119a 11, 13-15).

Κι όχι μόνο αυτό: «Από την άλλη ο σώφρων άνθρωπος δεν αισθάνεται λύπη, όταν τα πράγματα αυτά του λείπουν, ούτε και τα επιθυμεί, ή τα επιθυμεί σε μέτριο βαθμό· δεν τα επιθυμεί, επίσης, περισσότερο από ό,τι πρέπει, ούτε σε στιγμή που δεν πρέπει – θυμήσου και όλα τα παρόμοια πράγματα που έχουμε ήδη πει». (1119a 11, 16-18). Εν κατακλείδι ο σώφρων «ενεργεί όπως ο ορθός λόγος ορίζει». (1119a 11, 21-22).

Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την ακολασία. Ακόμη και η δειλία θεωρείται λιγότερο περιφρονητέα. Ο ακόλαστος είναι αδύνατο να φτάσει στην εσωτερική γαλήνη που προϋποθέτει η ευτυχία. Η σωφροσύνη παρουσιάζεται ως ύψιστη αρετή, που είναι σε θέση να καθοδηγήσει και στην απόκτηση όλων των άλλων.

Μόνο ο σώφρων μπορεί να είναι αληθινά ανδρείος, αφού μόνο εκείνος θα φερθεί σωστά εκπληρώνοντας τις επιταγές της μεσότητας. Ο ακόλαστος δεν μπορεί παρά να επιδείξει το παράτολμο θράσος, αν νιώσει ότι υπάρχει κίνδυνος να στερηθεί την ηδονή που στρεβλά έχει ταυτίσει με την ευτυχία. Γι’ αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανθρώπινης ανισορροπίας.

Κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει τα παιδιά να διαπαιδαγωγούνται από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να μπορούν να χαλιναγωγούν τις επιθυμίες τους: «Γιατί και των παιδιών η ζωή κατευθύνεται από την επιθυμία, και κυρίως σ’ αυτά γίνεται εμφανής η επιδίωξη του ευχάριστου. Αν λοιπόν η επιθυμία δεν είναι υπάκουη και υποταγμένη σ’ αυτό που άρχει,» (δηλαδή στο λόγον έχον μέρος της ψυχής) «τότε η επιδίωξη του ευχάριστου θα προχωρήσει πολύ μακριά· γιατί η επιθυμία του ευχάριστου είναι αχόρταγη, και έρχεται στον δίχως νου άνθρωπο από παντού, και η άσκηση της επιθυμίας αυξάνει την έμφυτη, την εσωτερική δύναμη, με αποτέλεσμα, αν οι επιθυμίες είναι μεγάλες και δυνατές, μπορούν ακόμη και να αχρηστεύσουν τη σκέψη». (1119b 12, 6-12).

Ο σώφρων είναι ο άνθρωπος που πετυχαίνει τη σύμπλευση των επιθυμιών με τη λογική: «Όπως το παιδί πρέπει να ζει σύμφωνα με τις προσταγές του παιδαγωγού, έτσι και το επιθυμητικό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας πρέπει να ακολουθεί τις οδηγίες του λόγου. Γι’ αυτό το επιθυμητικό στοιχείο του σώφρονα ανθρώπου πρέπει να βρίσκεται σε αρμονική σχέση με το λογικό στοιχείο· γιατί ο στόχος και των δύο είναι το ηθικά ωραίο, και ο σώφρων άνθρωπος επιθυμεί αυτά που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει και τη στιγμή που πρέπει: αυτό ακριβώς ορίζει και ο λόγος». (1119b 12, 15-20).

Αποδεχόμενοι ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών αποτελεί τη συναισθηματική ολοκλήρωση του ανθρώπου, είναι φανερό ότι οι επιθυμίες που είναι ενάντιες στη λογική είναι το αδιέξοδο της αντίθεσης ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Κι αυτή είναι η κύρια πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας. Όταν το συναίσθημα συγκρούεται με τη λογική, ο άνθρωπος είναι αδύνατο να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Ή δε θα νιώθει χαρά καταπιέζοντας το συναίσθημα για χάρη της λογικής ή η χαρά του θα τον οδηγεί στην ενοχή, καθώς η λογική θα την υπονομεύει.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να γίνει λόγος για ψυχική γαλήνη κι αγάπη για τον εαυτό, που είναι η βάση της ευτυχίας. Με άλλα λόγια, προκύπτει ένας ορισμός: Ευτυχία είναι η ισορροπία της ψυχής που απορρέει από τη σύμπλευση του συναισθήματος και της λογικής σύμφωνα με τον τρόπο του σώφρονα ανθρώπου.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 4.8.12–4.8.19

Αποτυχημένη προσπάθεια των Σπαρτιατών για προσέγγιση με τους Πέρσες

Από το 4.8.1 ο Ξενοφώντας επιστρέφει στην αφήγηση των γεγονότων στο Αιγαίο και τη Μ. Ασία. Μετά τη νίκη τους στη ναυμαχία της Κνίδου (394 π.Χ.) οι Φαρνάβαζος και Κόνωνας έπλευσαν στο Αιγαίο και προκάλεσαν την ανατροπή των φιλολακωνικών καθεστώτων. Έτσι, οι Σπαρτιάτες, που διαπίστωσαν πλέον ότι οι νίκες τους στην ξηρά δεν επαρκούσαν για την τελική τους επικράτηση, αποφάσισαν να κλείσουν ειρήνη με τον Πέρση βασιλιά, ώστε να σταματήσει αυτός να χρηματοδοτεί και να επικουρεί τον αθηναϊκό στόλο. Επιθυμώντας τη διάλυση του Βοιωτικού Κοινού και της ένωσης Άργους–Κορίνθου, ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν το ενδεχόμενο αυτονομίας των ελληνικών πόλεων στη συνθήκη ειρήνης που θα υπογραφόταν στο μέλλον. Στις Σάρδεις στέλνεται ως διαπραγματευτής ο Ανταλκίδας και υποβάλλει τις προτάσεις των Σπαρτιατών στον διάδοχο του Τιθραύστη, τον Τιρίβαζο.

[4.8.12] Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι ἀκούοντες ὅτι Κόνων καὶ τὸ τεῖχος
τοῖς Ἀθηναίοις ἐκ τῶν βασιλέως χρημάτων ἀνορθοίη καὶ
τὸ ναυτικὸν ἀπὸ τῶν ἐκείνου τρέφων τάς τε νήσους καὶ τὰς
ἐν τῇ ἠπείρῳ παρὰ θάλατταν πόλεις Ἀθηναίοις εὐτρεπίζοι,
ἐνόμισαν, εἰ ταῦτα διδάσκοιεν Τιρίβαζον βασιλέως ὄντα
στρατηγόν, ἢ καὶ ἀποστῆσαι ἂν πρὸς ἑαυτοὺς τὸν Τιρίβαζον
ἢ παῦσαί γ’ ἂν τὸ Κόνωνος ναυτικὸν τρέφοντα. γνόντες
δὲ οὕτω, πέμπουσιν Ἀνταλκίδαν πρὸς τὸν Τιρίβαζον, προσ-
τάξαντες αὐτῷ ταῦτα διδάσκειν καὶ πειρᾶσθαι εἰρήνην τῇ
πόλει ποιεῖσθαι πρὸς βασιλέα. [4.8.13] αἰσθόμενοι δὲ ταῦτα οἱ
Ἀθηναῖοι ἀντιπέμπουσι πρέσβεις μετὰ Κόνωνος Ἑρμογένη
καὶ Δίωνα καὶ Καλλισθένη καὶ Καλλιμέδοντα. συμπαρεκά-
λεσαν δὲ καὶ ἀπὸ τῶν συμμάχων πρέσβεις· καὶ παρεγένοντο
ἀπό τε Βοιωτῶν καὶ Κορίνθου καὶ Ἄργους. [4.8.14] ἐπεὶ δ’ ἐκεῖ
ἦσαν, ὁ μὲν Ἀνταλκίδας ἔλεγε πρὸς τὸν Τιρίβαζον ὅτι
εἰρήνης δεόμενος ἥκοι τῇ πόλει πρὸς βασιλέα, καὶ ταύτης
οἵασπερ βασιλεὺς ἐπεθύμει. τῶν τε γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ Ἑλλη-
νίδων πόλεων Λακεδαιμονίους βασιλεῖ οὐκ ἀντιποιεῖσθαι,
τάς τε νήσους ἁπάσας καὶ τὰς ἄλλας πόλεις ἀρκεῖν σφίσιν
αὐτονόμους εἶναι. καίτοι, ἔφη, τοιαῦτα ἐθελόντων ἡμῶν,
τίνος ἂν ἕνεκα πρὸς ἡμᾶς [οἱ Ἕλληνες ἢ] βασιλεὺς πολεμοίη
ἢ χρήματα δαπανῴη; καὶ γὰρ οὐδ’ ἐπὶ βασιλέα στρατεύεσθαι
δυνατὸν οὔτε Ἀθηναίοις μὴ ἡγουμένων ἡμῶν οὔθ’ ἡμῖν αὐτο-
νόμων οὐσῶν τῶν πόλεων. [4.8.15] τῷ μὲν δὴ Τιριβάζῳ ἀκούοντι
ἰσχυρῶς ἤρεσκον οἱ τοῦ Ἀνταλκίδου λόγοι· τοῖς δὲ ἐναντίοις
λόγοι ταῦτ’ ἦν. οἵ τε γὰρ Ἀθηναῖοι ἐφοβοῦντο συνθέσθαι
αὐτονόμους εἶναι τὰς νήσους, μὴ Λήμνου καὶ Ἴμβρου καὶ
Σκύρου στερηθεῖεν, οἵ τε Θηβαῖοι, μὴ ἀναγκασθείησαν
ἀφεῖναι τὰς Βοιωτίας πόλεις αὐτονόμους, οἵ τ’ Ἀργεῖοι, οὗ
ἐπεθύμουν, οὐκ ἐνόμιζον ἂν τὴν Κόρινθον δύνασθαι ὡς Ἄργος
ἔχειν τοιούτων συνθηκῶν καὶ σπονδῶν γενομένων. αὕτη μὲν
ἡ εἰρήνη οὕτως ἐγένετο ἀτελής, καὶ ἀπῆλθον οἴκαδε ἕκαστος.

[4.8.16] Ὁ μέντοι Τιρίβαζος τὸ μὲν ἄνευ βασιλέως μετὰ Λακε-
δαιμονίων γενέσθαι οὐκ ἀσφαλὲς αὑτῷ ἡγεῖτο εἶναι· λάθρᾳ
γε μέντοι ἔδωκε χρήματα Ἀνταλκίδᾳ, ὅπως ἂν πληρωθέντος
ναυτικοῦ ὑπὸ Λακεδαιμονίων οἵ τε Ἀθηναῖοι καὶ οἱ σύμμαχοι
αὐτῶν μᾶλλον τῆς εἰρήνης προσδέοιντο, καὶ τὸν Κόνωνα ὡς
ἀδικοῦντά τε βασιλέα καὶ ἀληθῆ λεγόντων Λακεδαιμονίων
εἶρξε. ταῦτα δὲ ποιήσας ἀνέβαινε πρὸς βασιλέα, φράσων
ἅ τε λέγοιεν οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ ὅτι Κόνωνα συνειληφὼς
εἴη ὡς ἀδικοῦντα, καὶ ἐρωτήσων τί χρὴ ποιεῖν περὶ τούτων
ἁπάντων. [4.8.17] καὶ βασιλεὺς μέν, ὡς Τιρίβαζος ἄνω παρ’ αὐτῷ
ἦν, Στρούθαν καταπέμπει ἐπιμελησόμενον τῶν κατὰ θάλατταν.
ὁ μέντοι Στρούθας ἰσχυρῶς τοῖς Ἀθηναίοις καὶ τοῖς συμ-
μάχοις τὴν γνώμην προσεῖχε, μεμνημένος ὅσα κακὰ ἐπεπόνθει
ἡ βασιλέως χώρα ὑπ’ Ἀγησιλάου. οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι ἐπεὶ
ἑώρων τὸν Στρούθαν πρὸς ἑαυτοὺς μὲν πολεμικῶς ἔχοντα,
πρὸς δὲ τοὺς Ἀθηναίους φιλικῶς, Θίβρωνα πέμπουσιν ἐπὶ
πολέμῳ πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ διαβάς τε καὶ ὁρμώμενος ἐξ
Ἐφέσου τε καὶ τῶν ἐν Μαιάνδρου πεδίῳ πόλεων Πριήνης
τε καὶ Λευκόφρυος καὶ Ἀχιλλείου, ἔφερε καὶ ἦγε τὴν βασι-
λέως. [4.8.18] προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου κατανοήσας ὁ Στρούθας
ὅτι Θίβρων βοηθοίη ἑκάστοτε ἀτάκτως καὶ καταφρονητικῶς,
ἔπεμψεν ἱππέας εἰς τὸ πεδίον καὶ καταδραμόντας ἐκέλευσε
περιβαλλομένους ἐλαύνειν ὅ τι δύναιντο. ὁ δὲ Θίβρων
ἐτύγχανεν ἐξ ἀρίστου διασκηνῶν μετὰ Θερσάνδρου τοῦ αὐ-
λητοῦ. ἦν γὰρ ὁ Θέρσανδρος οὐ μόνον αὐλητὴς ἀγαθός,
ἀλλὰ καὶ ἀλκῆς [ἰσχύος], ἅτε λακωνίζων, ἀντεποιεῖτο. [4.8.19] ὁ δὲ
Στρούθας, ἰδὼν ἀτάκτως τε βοηθοῦντας καὶ ὀλίγους τοὺς
πρώτους, ἐπιφαίνεται πολλούς τε ἔχων καὶ συντεταγμένους
ἱππέας. καὶ Θίβρωνα μὲν καὶ Θέρσανδρον πρώτους ἀπ-
έκτειναν· ἐπεὶ δ’ οὗτοι ἔπεσον, ἐτρέψαντο καὶ τὸ ἄλλο
στράτευμα, καὶ διώκοντες παμπλήθεις κατέβαλον, ἦσαν δὲ
καὶ οἳ ἐσώθησαν αὐτῶν εἰς τὰς φιλίας πόλεις, καὶ πλείους
διὰ τὸ ὀψὲ αἰσθέσθαι τῆς βοηθείας. πολλάκις γάρ, καὶ
τότε, οὐδὲ παραγγείλας τὴν βοήθειαν ἐποιήσατο. καὶ ταῦτα
μὲν οὕτως ἐγεγένητο.

***
Οι Λακεδαιμόνιοι άκουσαν ότι ο Κόνων ξόδευε τα χρήματα του Βασιλέως για να ξαναχτίζει τα τείχη των Αθηναίων και για να συντηρεί το ναυτικό που εξασφάλιζε την προσχώρηση των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων της στεριάς στους Αθηναίους. Τότε σκέφτηκαν ότι αν ειδοποιούσαν γι' αυτά τον Τιρίβαζο, τον στρατηγό του Βασιλέως, ο Τιρίβαζος ή θα πήγαινε με το μέρος τους ή τουλάχιστον θα έπαυε να συντηρεί το ναυτικό του Κόνωνος. Αποφάσισαν λοιπόν να του στείλουν τον Ανταλκίδα, με οδηγίες να του μιλήσει με τέτοιο πνεύμα και να προσπαθήσει να πετύχει ειρήνη ανάμεσα στην πόλη και στον Βασιλέα. Όταν το έμαθαν οι Αθηναίοι, έστειλαν κι εκείνοι πρέσβεις ―μαζί με τον Κόνωνα― τον Ερμογένη, τον Δίωνα, τον Καλλισθένη και τον Καλλιμέδοντα. Ζήτησαν κι από τους συμμάχους τους να στείλουν κι εκείνοι πρέσβεις, κι ήρθαν από τους Βοιωτούς, από την Κόρινθο και το Αργός.

Αφού έφτασαν στην έδρα του Τιριβάζου, ο Ανταλκίδας του είπε ότι είχε έρθει με προτάσεις ειρήνης ανάμεσα στην πόλη του και στον Βασιλέα ― και μάλιστα τέτοιας ειρήνης, όπως από καιρό την επιθυμούσε ο Βασιλεύς: γιατί οι Λακεδαιμόνιοι, είπε, δεν διεκδικούσαν από τον Βασιλέα τις ελληνικές πόλεις της Ασίας· όσο για τις υπόλοιπες πόλεις κι όλα τα νησιά, αρκούσε στους Λακεδαιμονίους να μείνουν ανεξάρτητα. «Αφού λοιπόν», είπε, «είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τέτοιους όρους, τι λόγο έχει ο Βασιλεύς να μας πολεμάει και να ξοδεύει χρήματα; Ούτε οι Αθηναίοι θα μπορούν να οργανώσουν εκστρατεία εναντίον του Βασιλέως δίχως εμάς αρχηγούς, ούτε όμως κι εμείς εφόσον θα είναι ανεξάρτητες οι πόλεις».

Οι προτάσεις του Ανταλκίδα άρεσαν πολύ στον Τιρίβαζο όταν τις άκουσε. Στους αντιπάλους του Ανταλκίδα, αντίθετα, δεν βρήκαν απήχηση· οι Αθηναίοι φοβήθηκαν ότι αν συμφωνούσαν να δοθεί ανεξαρτησία στα νησιά θα 'χαναν τη Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σκύρο· οι Θηβαίοι ότι θ' αναγκάζονταν ν' αφήσουν ανεξάρτητες τις πόλεις της Βοιωτίας· οι Αργείοι, τέλος, ότι αν γινόταν τέτοια συνθήκη ειρήνης δεν θα μπορούσαν ―όπως ήθελαν― να κρατήσουν προσαρτημένη την Κόρινθο. Έτσι ματαιώθηκε τότε η σύναψη ειρήνης, κι όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους.

Ο Τιρίβαζος έκρινε επικίνδυνο να πάρει το μέρος των Λακεδαιμονίων χωρίς τη συγκατάθεση του Βασιλέως· έδωσε ωστόσο, κρυφά, χρήματα στον Ανταλκίδα για να φτιάξουν ναυτικό οι Λακεδαιμόνιοι, με τη σκέψη ότι τότε οι Αθηναίοι κι οι σύμμαχοί τους θα 'δειχναν περισσότερη διάθεση για ειρήνη. Ταυτόχρονα φυλάκισε τον Κόνωνα με τη δικαιολογία ότι οι κατηγορίες των Λακεδαιμονίων ήταν βάσιμες κι ότι είχε παραβεί το καθήκον του προς τον Βασιλέα. Ύστερα πήγε στον Βασιλέα να του διαβιβάσει τις προτάσεις των Λακεδαιμονίων, να του αναφέρει ότι είχε φυλακίσει τον Κόνωνα για παράβαση καθήκοντος και να του ζητήσει οδηγίες για όλ' αυτά.

Όσο ο Τιρίβαζος βρισκόταν στο εσωτερικό της χώρας κοντά στον Βασιλέα, τούτος έστειλε τον Στρούθα ν' αναλάβει τη διοίκηση των παραθαλασσίων περιοχών. Ο Στρούθας όμως, που δεν λησμονούσε πόσα κακά είχε πάθει η χώρα από τον Αγησίλαο, ήταν ένθερμος υποστηρικτής των Αθηναίων και των συμμάχων τους. Όταν είδαν οι Λακεδαιμόνιοι πόσο εχθρικά φερόταν απέναντί τους και πόσο φιλικά στους Αθηναίους, έστειλαν τον Θίβρωνα εναντίον του. Αυτός πέρασε στην Ασία κι άρχισε να λεηλατεί τα εδάφη του Βασιλέως με ορμητήρια την Έφεσο και τις πόλεις της πεδιάδας του Μαιάνδρου Πριήνη, Λεύκοφρυ και Αχίλλειο.

Σε λίγον καιρό ο Στρούθας πρόσεξε ότι ο Θίβρων ξεκινούσε πάντα τις επιχειρήσεις του ακατάστατα και δίχως προφυλάξεις· έστειλε λοιπόν ιππικό στην πεδιάδα να κάνει επιδρομή, να περικυκλώσει τον εχθρό και ν' αρπάξει ό,τι μπορέσει. Εκείνη την ώρα ο Θίβρων, που μόλις είχε γευματίσει, έκανε δισκοβολία με τον αυλητή Θέρσανδρο (γιατί ο Θέρσανδρος δεν ήταν μονάχα καλός αυλητής, αλλά σαν οπαδός των λακωνικών εθίμων παρίστανε και τον αθλητή). Όταν είδε ο Στρούθας ότι οι αντίπαλοι έβγαιναν ν' αντιμετωπίσουν τους άνδρες του μ' ακατάστατο τρόπο, κι ότι ήταν λιγοστοί στην πρώτη γραμμή, παρουσιάστηκε ξαφνικά με πολύ και καλά συνταγμένο ιππικό. Πρώτ' απ' όλους σκότωσαν τον Θίβρωνα και τον Θέρσανδρο· μετά τον θάνατο τους καταδίωξαν τον υπόλοιπο στρατό, που τράπηκε σε φυγή, και σκότωσαν πολλούς. Μερικοί ωστόσο σώθηκαν καταφεύγοντας στις φιλικές πόλεις, και περισσότεροι επειδή δεν είχαν ειδοποιηθεί έγκαιρα για την επιχείρηση ― γιατί όπως έκανε συχνά ο Θίβρων, έτσι κι εκείνη τη φορά είχε ξεκινήσει δίχως καν να 'χει εκδώσει διαταγές. Έτσι λοιπόν έγιναν αυτά.

Κυριακή 21 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 12. ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ΕΛΞΗ ΤΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΟΥ


§12.6. Η έλξη του αναφορικού παρουσιάζεται υπό δύο μορφές: ως προς την πτώση και ως προς τη θέση. Η έλξη του αναφορικού ως προς την πτώση εμφανίζεται με τη σειρά της επίσης σε δύο μορφές, αφενός σε μια "κανονική", που είναι η κύρια και η συχνότερη, και σε μια "αντίστροφη", που είναι σπανιότερη.

§12.7. Το φαινόμενο της κανονικής "έλξης του αναφορικού" ως προς την πτώση πρωτοπαρουσιάζεται ήδη στον Όμηρο, και μάλιστα σε δύο τύπους:

• Ο πρώτος περιλαμβάνει αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με το οἷος και δεν έχουν ρήμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αναφορική αντωνυμία δεν εκφέρεται στον τύπο που απαιτεί η "εσωτερική" σύνταξη της εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, αλλά στην πτώση της λέξης της κύριας πρότασης, στην οποία αναφέρεται και την οποία προσδιορίζει, π.χ.:

ΟΜ Ιλ 1.262-263 οὐ γάρ πω τοίους ἴδον ἀνέρας οὐδὲ ἴδωμαι, οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε || γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν είδα τέτοιους άνδρες ούτε πρόκειται να δω, όπως τον Πειρίθοο και τον Δρύαντα.

Εδώ το οἷος"έλκεται" ως προς την πτώση από το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται (ἀνέρας) και εξομοιώνεται προς αυτό, έτσι ώστε αντί οἷος Πειρίθοός τε Δρύας τε ἦσαν εμφανίζεται το οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε. Η εξομοίωση οφείλεται εδώ στην απουσία του ρήματος, το οποίο αν υπήρχε θα προέβαλε, κατά κάποιον τρόπο, αντίσταση στην "έλξη" εκ μέρους του ἀνέρας. Το ρήμα όμως λείπει, και αντί των ονομαστικών οἷος Πειρίθοός τε Δρύας τε που δεν υποστηρίζονται από κανένα ρήμα χρησιμοποιείται, υπό την πίεση του ἀνέρας, η αιτιατική.

• Ο δεύτερος τύπος της έλξης του αναφορικού στον Όμηρο είναι ο κύριος και ο πιο συχνός στην μεθομηρική ΑΕ:

ΟΜ Ιλ 5.265-268 τῆς […] γενεῆς, ἧς Τρωΐ περ εὐρύοπα Ζεὺς δῶχ' υἷος ποινὴν Γανυμήδεος, […] τῆς γενεῆς ἔκλεψεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγχίσης απ' τη γενιά κρατούν, την οποία χάρισε ο Δίας που βλέπει μακριά στον Τρώα, αντάλλαγμα για τον γιο του Γανυμήδη, απ' αυτή τη γενιά τα έκλεψε ο αρχηγός των ανδρών Αγχίσης.

Στο χωρίο αυτό, που θεωρείται το αρχαιότερο ―και το μόνο ομηρικό― παράδειγμα έλξης του αναφορικού στην ΑΕ, η εξαρτημένη αναφορική πρόταση εκφέρεται σε γενική, επειδή περιβάλλεται από τη διπλή γενική γενεῆς, στην οποίαν και αναφέρεται το ἧς.

§12.8. Δύο κυρίως είναι οι συνθήκες, οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να εμφανιστεί το υπό συζήτηση φαινόμενο:

• Σε έλξη υπόκειται, πρώτον, συνήθως εκείνη η αναφορική αντωνυμία που υπό κανονικές συνθήκες θα εκφερόταν σε αιτιατική. Η πτώση αυτή παρουσιάζεται ως η πιο ευάλωτη στην έλξη επειδή είναι, σε σύγκριση με τις άλλες, η πιο γενική ως προς τη σημασία της και εκφράζει την πιο αόριστη σχέση. Με την έλξη η αιτιατική μετατρέπεται σε μια από τις πλάγιες πτώσεις, δηλαδή σε γενική ή δοτική, ποτέ όμως σε ονομαστική.

• Για να συμβεί η έλξη πρέπει, δεύτερον, η κύρια πρόταση να απαιτεί ως συμπλήρωμά της την εξαρτημένη αναφορική πρόταση, η σχέση μεταξύ των δύο να είναι δηλαδή πολύ στενή και εσωτερική, έτσι ώστε να τείνουν να σχηματίσουν μία ενιαία έννοια∙ κατά κανόνα η εξαρτημένη αναφορική πρόταση που υπόκειται σε έλξη έχει τον χαρακτήρα επιθετικού προσδιορισμού, ο οποίος "ενσωματώνεται", κατά κάποιον τρόπο, στην έννοια του ουσιαστικού που προσδιορίζει.

Παραδείγματα:

ΗΡΟΔ 1.29 Σόλων […] Ἀθηναίοισι νόμους κελεύσασι ποιήσας ἀπεδήμησε ἔτεα δέκα, κατὰ θεωρίης πρόφασιν ἐκπλώσας, ἵνα δὴ μή τινα τῶν νόμων ἀναγκασθῇ λῦσαι τῶν ἔθετο [= τῶν νόμων τῶν τεθειμένων] || ο Σόλων μετά τους νόμους που έβαλε στους Αθηναίους, επειδή του το είχαν ζητήσει, αποδήμησε για δέκα χρόνια, με την πρόθεση να γνωρίσει τον κόσμο, και γιατί ήθελε βέβαια να μην αναγκαστεί να ακυρώσει κάποιον από τους νόμους που έβαλε.

ΘΟΥΚ 7.21.1 ἐν δὲ τῇ Σικελίᾳ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς χρόνους τούτου τοῦ ἦρος καὶ ὁ Γύλιππος ἧκεν ἐς τὰς Συρακούσας, ἄγων ἀπὸ τῶν πόλεων ὧν ἔπεισε [= τῶν πεισθεισῶν] στρατιὰν ὅσην ἑκασταχόθεν πλείστην ἐδύνατο || στην Σικελία κατά την ίδια περίπου περίοδο εκείνης της άνοιξης επέστρεψε και ο Γύλιππος στις Συρακούσες, φέρνοντας μαζί του από τις πόλεις που κατάφερε να πείσει όσους στρατιώτες μπορούσε να συγκεντρώσει από την κάθε μια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.3 ὅπως οὖν ἔσεσθε ἄνδρες ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας ἧς κέκτησθε [= τῆς κεκτημένης ἐλευθερίας] || κοιτάξτε να φανείτε άξιοι της ελευθερίας που έχετε κτήμα σας.

ΠΛ Φαιδ 70a εἴπερ [ἡ ψυχὴ] εἴη […] ἀπηλλαγμένη τούτων τῶν κακῶν ὧν σὺ νυνδὴ διῆλθες πολλὴ ἂν ἐλπὶς εἴη καὶ καλή, ὦ Σώκρατες, ὡς ἀληθῆ ἔστιν ἃ σὺ λέγεις || αν βέβαια η ψυχή υπάρχει απαλλαγμένη από αυτά τα κακά που περιέγραψες προηγουμένως, τότε θα υπήρχαν πολλές και ωραίες ελπίδες, Σωκράτη, ότι όσα λες είναι αληθινά.

ΙΣΟΚΡ 4.113 αὐτοὶ πλείους ἐν τρισὶ μησὶν ἀκρίτους ἀποκτείναντες ὧν ἡ πόλις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἁπάσης ἔκρινεν || αυτοί που σε διάστημα τριών μηνών σκότωσαν χωρίς δίκη περισσότερους από όσους δίκασε η πολιτεία μας σε όλο το διάστημα που ασκούσε την εξουσία.

ΔΗΜ 37.2 ὑπόλοιπόν ἐστι παρ' ὑμῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπιδείξανθ' ὡς οὐδ' ὁτιοῦν ἀδικῶ, καὶ μάρτυρας ὧν ἂν λέγω παρασχόμενον, πειρᾶσθαι σῴζειν ἐμαυτόν || δεν μένει τίποτα άλλο, δικαστές, παρά να αποδείξω σε σας ότι δεν έχω διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, να φέρω μάρτυρες για όσα υποστηρίζω, και να προσπαθήσω να σώσω τον εαυτό μου.

§12.9. Σπανιότερα είναι τα παραδείγματα με έλξη, στα οποία η σχέση της αναφορικής αντωνυμίας με τον όρο που προσδιορίζει δεν εμφανίζεται τόσο στενή. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι αξιοσημείωτο και επειδή πρόκειται για έλξη του εκφερόμενου σε αιτιατική υποκείμενου του απαρεμφάτου (ενώ συνήθως έλκεται το αντικείμενο του ρήματος της αναφορικής πρότασης):

ΛΥΣ 12.27 τίνα γὰρ εἰκὸς ἦν ἧττον ταῦτα ὑπηρετῆσαι ἢ τὸν ἀντειπόντα οἷς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο πραχθῆναι; [αντί: τούτοις, ἃ ἐβούλοντο πραχθῆναι] ποιος ήταν λιγότερο πιθανό να εκτελέσει τις εντολές παρά εκείνος που πρόβαλε αντιρρήσεις σε εκείνα τα οποία σχεδίαζαν να κάνουν οι Τριάντα;

§12.10. Έλξη του αναφορικού εμφανίζεται και σε ελλειπτικές προτάσεις:

ΣΟΦ Φιλ 1227 ἔπραξας ἔργον ποῖον ὧν οὔ σοι πρέπον; [αντί: τούτων, ἃ οὒ σοι πρᾶξαι πρέπον ή: ἐκείνων ἃ πρᾶξαι οὐκ ἦν σοι πρέπον] || ποια πράξη έκανες που δεν σου ταίριαζε να κάνεις;

ΞΕΝ Απομν 4.1.4 τῶν ἀνθρώπων τοὺς […] ἐξεργαστικωτάτους ὧν ἂν ἐπιχειρῶσι, παιδευθέντας μὲν καὶ μαθόντας, ἃ δεῖ πράττειν, ἀρίστους καὶ ὠφελιμοτάτους γίγνεσθαι [αντί: τούτων, ἃ ἂν ἐξεργάζεσθαι ἐγχειρῶσι] || εκείνοι από τους ανθρώπους που είναι οι πιο ικανοί να πραγματοποιούν εκείνα με τα οποία ενδεχομένως θα καταπιάνονταν, αν εκπαιδευθούν και μάθουν όσα πρέπει να πράττουν θα γίνουν οι πιο καλοί και οι πιο χρήσιμοι.

ΞΕΝ Π.ιππ 1.2 ὥσπερ οἰκίας οὐδὲν ὄφελος ἂν εἴη, εἰ τὰ ἄνω πάνυ καλὰ ἔχοι μὴ ὑποκειμένων οἵων δεῖ θεμελίων [αντί: οἷα δεῖ ὑποκεῖσθαι] όπως ακριβώς ένα σπίτι θα ήταν ανώφελο, αν το πάνω μέρος φαινόταν καλό ενώ τα θεμέλια δεν στηρίζονταν όπως πρέπει [και εδώ, όπως στο προηγούμενο παράδειγμα από τον Λυσία, υπάρχει έλξη του υποκειμένου του απαρεμφάτου].

§12.11. Έλξη συμβαίνει ακόμη και όταν στην κύρια πρόταση υπάρχει, αντί ουσιαστικού, μια δεικτική αντωνυμία, η οποία, ωστόσο, όταν δεν δηλώνει έμφαση αποσιωπάται:

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.45 ἐπαινῶ σε ἐφ' οἷς λέγεις τε καὶ πράττεις [αντί: ἐπὶ τούτοις, ἃ λέγεις] || σε επαινώ γι' αυτά που λές και πράττεις.

ΠΛ Απολ 22c οὗτοι [οἱ χρησμῳδοὶ] λέγουσι μὲν πολλὰ καὶ καλὰ, ἴσασιν δὲ οὐδὲν ὧν λέγουσι [αντί: οὐδὲν τούτων, ἃ λέγουσιν] || αυτοί λένε πολλά και ωραία πράγματα, δεν καταλαβαίνουν όμως τίποτα από όσα λένε.

§12.12. Αρκετές φορές εμφανίζεται η έλξη και σε αντωνυμίες που συνοδεύονται από πρόθεση, η οποία επαναλαμβάνεται στην εξαρτημένη πρόταση:

ΘΟΥΚ 3.64.2 καὶ νῦν ἀξιοῦτε, ἀφ' ὧν δι' ἑτέρους ἐγένεσθε ἀγαθοί, ἀπὸ τούτων ὠφελεῖσθαι || και τώρα έχετε την απαίτηση να επωφεληθείτε από εκείνα τα κατορθώματα τα οποία κάνατε για χάρη των γειτόνων σας.

ΔΗΜ 8.23 οἱ γὰρ ἤδη τοσαύτην ἐξουσίαν τοῖς αἰτιᾶσθαι καὶ διαβάλλειν βουλομένοις διδόντες, ὥστε καὶ περὶ ὧν φασι μέλλειν αὐτὸν ποιεῖν, καὶ περὶ τούτων προκατηγορούντων ἀκροᾶσθαι, ―τί ἄν τις λέγοι; [αντί: ἃ ἄν φασι κ.λπ.] || γιατί όταν δίνετε τόση κιόλας εξουσία σε όσους θέλουν να κατηγορούν και να διαβάλλουν, ώστε να τους ακούτε και γι' αυτά που λενε ότι σχεδιάζει ο Διοπείθης να κάνει και γι' αυτά ακόμη, προκαταβολικά, να τον καταγγέλλουν, ― τι να πει κανείς;

Σε αρκετές περιπτώσεις, μολονότι η εξαρτημένη αναφορική πρόταση ισοδυναμεί με έναν επιθετικό προσδιορισμό, βρίσκεται δηλαδή σε στενή σχέση με τη λέξη στην οποία αποδίδεται, δεν υπάρχει έλξη, π.χ.:

ΕΥΡ Ορ 1078-1079 γάμων δὲ τῆς μὲν δυσπότμου τῆσδ' ἐσφάλης, ἥν σοι κατηγγύησ' ἑταιρίαν σέβων || δεν κατάφερες να παντρευτείς τη δύστυχη την αδελφή μου, που στην υποσχέθηκα εκτιμώντας τη φιλία σου.

ΘΟΥΚ 2.70.4 καὶ τὸ δεύτερο ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε ὃν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν || και έκλεισε ο δεύτερος χρόνος του πολέμου αυτού που τον εξιστορεί ο Θουκυδίδης.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.17 ὥστε μηδὲν λαμβάνει αὐτόθεν τοὺς Ἑλληνας, ἀλλὰ διετράφησαν τοῖς κτήνεσιν ἃ ἐκ τῶν Ταόχων ἔλαβον || έτσι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να πάρουν τίποτα από αυτή τη χώρα, αλλά τρέφονταν από τα ζώα που είχαν αρπάξει από τη χώρα των Ταόχων.

ΠΛ Φαιδρ 262c βούλει οὖν, ἐν τῷ Λυσίου λόγῳ, ὃν φέρεις, καὶ ἐν οἷς ἡμεῖς εἴπομεν ἰδεῖν τι ὧν φαμὲν ἄτεχνόν τε καὶ ἔντεχνον εἶναι; || θέλεις λοιπόν να δούμε στο λόγο του Λυσία που κρατάς και σε αυτόν που εκφώνησα εγώ τί από όσα είπαμε είναι καμωμένο με τέχνη και τί χωρίς τέχνη;

ΙΣΟΚΡ 6.89 πολὺ γὰρ κρεῖττον ἐν ταῖς δόξαις αἷς ἔχομεν τελευτῆσαι τὸν βίον μᾶλλον ἢ ζῆν ἐν ταῖς ἀτιμίαις, ἃς ληψόμεθα ποιήσαντες ἃ προστάττουσιν ἡμῖν || διότι είναι προτιμότερο να τελειώσει η ζωή μας με τη δόξα που έχουμε παρά να ζούμε μέσα στην περιφρόνηση που θα μας βαραίνει αν εκτελέσουμε αυτά που μας διατάζουν.

§12.13. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έλξη υφίστανται και η ονομαστική και η γενική της αναφορικής αντωνυμίας:

ΘΟΥΚ 7.67.3 ἐν ὀλίγῳ γὰρ πολλαὶ [νῆες] ἀργότεραι μὲν ἐς τὸ δρᾶν τι ὧν βούλονται ἔσονται, ῥᾷσται δὲ ἐς τὸ βλάπτεσθαι ἀφ' ὧν ἡμῖν παρεσκεύασται [αντί: τούτων, ἃ ἡμῖν κ.λπ.] || γιατί τα πολλά πλοία στον μικρό χώρο θα είναι πιο αργοκίνητα για τους ελιγμούς που θέλουν, και πιο εύκολα να προσβληθούν με τα μέσα που έχουμε ετοιμάσει.

ΠΛ Πρωτ 361e περὶ σοῦ πρὸς πολλοὺς δὴ εἴρηκα ὅτι ὧν ἐντυγχάνω πολὺ μάλιστα ἄγαμαι σέ [αντί: τούτων οἷς ἐντυγχάνω] || το έχω πει ήδη σε πολλούς ότι σε θαυμάζω πολύ περισσότερο από όλους όσους συναντώ.

ΑΙΣΧΙΝ 2.117 παρ' ὧν βοηθεῖς οὐκ ἀπολήψῃ χάριν [αντί: παρὰ τούτων, οἷς] από αυτούς που βοηθάς δεν πρόκειται να δεχτείς ευγνωμοσύνη.

§12.14. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις το φαινόμενο της έλξης παρουσιάζεται, εκτός από τους πτωτικούς τύπους των αναφορικών αντωνυμιών, και σε εκείνα τα αναφορικά επιρρήματα που συγγενεύουν ως προς τη σημασία τους με τις πτώσεις:

ΣΟΦ Τρ 701-702 ἐκδὲ γῆς ὅθεν προύκειτ' ἀναζέουσι θρομβώδεις ἀφροί [αντί: οὗ ή ὅπου] || από τη γη όπου κείτονταν, αναδύονται θρόμβοι αφρού.

Το ὅθεν (= "από όπου") χρησιμοποιείται εδώ επειδή έλκεται από το ἐκ γῆς και την κατεύθυνση της κίνησης που προδιαγράφει αυτή η έκφραση. Πρβ. επίσης:

ΘΟΥΚ 1.89.3 Ἀθηναίων δὲ τὸ κοινὸν, ἐπειδὴ αὐτοῖς οἱ βάρβαροι ἐκ τῆς χώρας ἀπῆλθον, διεκομίζοντο εὐθὺς [ενν.: ἐντεῦθεν] ὅθεν ὑπεξέθεντο παῖδας καὶ γυναῖκας καὶ τὴν περιοῦσαν κατασκευήν [αντί: οἷ ὑπεξέθεντο κ.λπ.] || ο λαός της Αθήνας, αμέσως μόλις έφυγαν οι βάρβαροι από τη χώρα τους, μετέφεραν από τα μέρη όπου τα είχαν στείλει τα παιδιά και τις γυναίκες τους καθώς και όλα τα πράγματα που είχαν περισώσει.

ΠΛ Πολιτ 263c τὸ τῆς ἀποπλανήσεως ὁπόθεν ἡμᾶς δεῦρ' ἤγαγεν. οἶμαι μὲν γὰρ μάλιστα, ὅθεν ἐρωτηθεὶς σὺ τὴν ἀγελαιοτροφίαν ὅπῃ διαιρετέον εἶπες […] δύ' εἶναι ζῴων γένη [αντί: ἐκεῖθεν, οὗ … εἶπες] || από πού μας οδήγησε η παρέκβαση σε αυτό το σημείο∙ νομίζω πως βρισκόμασταν εκεί, όπου εσύ όταν ρωτήθηκες πως πρέπει να διαιρέσουμε την αγελαδοτροφία, είπες ότι δύο είναι τα γένη των έμβιων όντων.

§12.15. Σε μιαν ιδιότυπη έλξη υπόκειται η αναφορική αντωνυμία οἷος (καθώς και οι ὅσος, ἡλίκος, ὁποιοστισοῦν, ὁπόσος, δή, ὅστις, ὅστις δή, ὁστισοῦν, ὁποιοσοῦν, ὁπότερος, ὁποτεροσοῦν). Η έλξη αυτή παρουσιάζεται όταν στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση αποσιωπάται το ρήμα, καθώς τότε τα προαναφερθέντα αναφορικά παρατίθενται δίπλα στο υποκείμενο της πρότασης και εκφέρονται στην πτώση του ουσιαστικού που προσδιορίζουν. π.χ.:

ΘΟΥΚ 7.21.3 καὶ πρὸς ἄνδρας τολμηρούς, οἵους καὶ Ἀθηναίους, τοὺς ἀντιτολμῶντας χαλεπωτάτους ἂν [αὐτοῖς] φαίνεσθαι [αντί: οἷοι Ἀθηναῖοι εἰσιν] || και σε άντρες τολμηρούς, όπως είναι οι Αθηναίοι, όσοι τολμούσαν να αντιπαραταχθούν θα τους φαίνονταν πολύ επίφοβοι.

ΞΕΝ Απομν 2.9.3 οὐχ ὁρᾷς ὅτι πολλῷ ἥδιόν ἐστι χαριζόμενον οἵῳ σοὶ ἀνδρὶ ἢ ἀπεχθόμενον ὠφελεῖσθαι; [αντί: τοιούτῳ ἀνδρὶ, οἷος σὺ εἶ] δεν βλέπεις ότι είναι πολύπιο ευχάριστο να ωφελείσαι ευεργετώντας έναν άντρα σαν εσένα παρά να του είσαι απεχθής;

ΠΛ Συμπ 220b καί ποτε ὄντος πάγου οἵου δεινοτάτου [αντί: τοιούτου, οἷός ἐστι δεινότατος] || ιδίως κάποτε που είχε πολύ διαπεραστική παγωνιά.

Οι περιπτώσεις όπου δεν συμβαίνει αυτή η έλξη και η πρόταση εμφανίζεται πλήρης είναι σπάνιες, π. χ:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.1.45 εὖ οἶδ' ὅτι ἄσμενος ἂν πρὸς ἄνδρα οἷος σὺ εἶ ἀπαλλαγείη || ξέρω καλά ότι με ευχαρίστηση θα τον εγκαταλείψει και θα έρθει σε έναν άνδρα σαν εσένα.

§12.16. Στην πρώτη και κύρια, στην "κανονική" δηλαδή μορφή έλξης, όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως, η αναφορική αντωνυμία εξομοιώνεται ως προς την πτώση προς τη λέξη που προσδιορίζει. Κατά τη λεγόμενη "αντίστροφη έλξη" συμβαίνει, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, το αντίθετο: η λέξη που προσδιορίζεται από αυτήν εξομοιώνεται ως προς την πτώση προς την αναφορική αντωνυμία.

§12.17. Η δεύτερη αυτή μορφή έλξης δεν είναι τόσο συχνή όσο η πρώτη και όρος για να συμβεί είναι το εξής: Η αναφορική πρόταση ακολουθεί ύστερα από την εκφορά ενός μόνο τμήματος της ανολοκλήρωτης ακόμη κύριας πρότασης, από το οποίο δεν προδιαγράφονται τα συντακτικά συμφραζόμενα στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί. Η προσωρινή αυτή συντακτική απροσδιοριστία του τμήματος εκείνου της κύριας πρότασης, το οποίο προηγείται της παρεμβαλλόμενης εξαρτημένης αναφορικής πρότασης, προκαλεί την εξομοίωση του όρου της κύριας πρότασης προς την αναφορική αντωνυμία.

Η αντίστροφη έλξη εμφανίζεται συνήθως στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το ουσιαστικό της κύριας πρότασης που έλκεται από το αναφορικό θα εκφερόταν, αν δεν υπήρχε έλξη, σε ονομαστική ή αιτιατική. Και αυτή η μορφή έλξης παρουσιάζεται ήδη στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 14.75-75 νῆες ὅσαι πρῶται εἰρύαται ἄγχι θαλάσσης, ἕλκωμεν [αντί: νῆας] τα πλοία, όσα ανασύρθηκαν πρώτα στη στεριά δίπλα στη θάλασσα, να τα σύρουμε στο νερό.

ΣΟΦ ΟΤ 449-451 τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν πάλαι ζητεῖς ἀπειλῶν κἀνακηρύσσων φόνον τὸν Λαΐειον, οὗτός ἐστιν ἐνθάδε [αντί: ὁ ἀνήρ] || αυτός ο άνθρωπος που τον αναζητάς από καιρό και τον απειλείς διαλαλώντας τον φόνο του Λαΐου ― αυτός λοιπόν είναι εδώ.

ΗΡΟΔ 2.106 τὰς δὲ στήλας τὰς ἵστα κατὰ τὰς χώρας ὁ Αἰγύπτου βασιλεὺς Σέσωστρις, αἱ πλεῦνες οὐκέτι φαίνονται περιεοῦσαι [αντί: αἱ στῆλαι] || όσο για τις στήλες που έστηνε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Σέσωστρις στους διάφορους τόπους, οι πιο πολλές δεν φαίνεται να σώζονται πια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.1.6 ἀνεῖλεν αὐτῷ ὁ Ἀπόλλων θεοῖς οἷς ἔδει θύειν [αντί: θεούς] || του χρησμοδότησε ο Απόλλων σε ποιους θεούς έπρεπε να προσφέρει θυσίες.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.5.19 Κοτυωρίτας δέ, οὓς ὑμετέρους φατὲ εἶναι, εἴ τι αὐτῶν εἰλήφαμεν, αὐτοὶ αἴτιοί εἰσιν [αντί: Κοτυωρῖται] || όσο για τους Κοτυωρίτες, για τους οποίους λέτε ότι είναι υπήκοοί σας, αν πήραμε κάτι από αυτούς, φταίνε οι ίδιοι.

ΙΣΟΚΡ 6.48 πολιτείαν οἵαν εἶναι χρή, παρὰ μόνοις ἡμῖν ἐστιν [αντί: πολιτεία] πολίτευμα τέτοιο, όπως πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, υπάρχει μόνο σε εμάς.

§12.18. Πολύ συνηθισμένη είναι η αντίστροφη έλξη στην περίπτωση του οὐδεὶς ὅστις (σπάνια ὅς) οὔ όταν παραλείπεται το ἐστί:

ΠΛ Μεν 70c αὐτὸς παρέχων αὑτὸν ἐρωτᾶν τῶν Ἑλλήνων τῷ βουλομένῳ ὅτι ἄν τις βούληται, καὶ οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ ἀποκρινόμενος || έθετε ο ίδιος τον εαυτό του στη διάθεση κάθε Έλληνα που το επιθυμούσε να τον ρωτήσουν ό,τι ήθελαν, και δεν υπήρχε κανένας στον οποίον να μην απαντούσε.

ΠΛ Πρωτ 317c οὐδενὸς ὅτου οὐ πάντων ἂν ὑμῶν καθ' ἡλικίαν πατὴρ εἴην δεν υπάρχει κανένας ανάμεσά σας, του οποίου δεν θα μπορούσα να ήμουν πατέρας.

ΔΗΜ 18.200 εἰ γὰρ ταῦτα προεῖτο ἀκονιτί, περὶ ὧν οὐδένα κίνδυνον ὅντιν' οὐχ ὑπέμειναν οἱ πρόγονοι, τις οὐχὶ κατέπτυσεν ἂν σοῦ; || γιατί αν τα εγκατάλειπε χωρίς αγώνα αυτά, για τα οποία δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος που να μην τον υπέμειναν οι πρόγονοι, ποιος δεν θα σε έφτυνε κατάμουτρα;

Εδώ ανήκουν και οι φράσεις θαυμαστὸς ὅσος, θαυμαστοῦ ὅσου, θαυμασίως ὡς κ.λπ. αντί του θαυμαστόν ἔστιν, ὅσος, ὅσου, θαυμάσιόν ἐστιν, ὡς κ.λπ.:

ΠΛ Πολ 350c-d ὁ Θρασύμαχος ὡμολόγησε πάντα ταῦτα[…] οὐχ ῥᾳδίως, ἀλλ' ἑλκόμενος καὶ μόγις, μετὰ ἱδρῶτος θαυμαστοῦ ὅσου, ἅτε και θέρους ὄντος [αντί: θαυμαστόν ἐστι, μεθ' ὅσου] || ο Θρασύμαχος τα ομολόγησε όλα αυτά όχι έτσι εύκολα, αλλά με δυσκολία και συρόμενος, χύνοντας ποτάμι τον ιδρώτα, γιατί είναι και καλοκαίρι.

ΠΛ Πολ 331a εὖ οὖν λέγει θαυμαστῶς ὡς σφόδρα [αντί: θαυμαστόν ἐστι, ὡς] καλά τα λέει, με πολύ αξιοθαύμαστο τρόπο.

ΠΛ Συμπ 220b εἴ τις ἐξίοι, ἠμφιεσμένων τε θαυμαστὰ δὴ ὅσα [αντί: θαυμαστὸν ἦν, ὅσα ἠμφιεσμένοι ἐξῇσαν] || αν έβγαινε κανείς έξω, φορούσαν όλοι περίεργα χοντρά [ή: ένα σωρό πρόσθετα] ρούχα.

ΠΛ Γοργ 471a [Ἀρχέλαος] θαυμασίως ὡς ἄθλιος γέγονεν [αντί: θαυμάσιόν ἐστι, ὡς ἄθλιος γέγονε] || έγινε με πολύ παράξενο τρόπο δυστυχισμένος.

§12.19. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις η αντίστροφη έλξη εμφανίζεται και σε συνάρτηση με τοπικά επιρρήματα, π.χ.:

ΣΟΦ ΟΚ 1224-1227 μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον∙ τὸ δ' ἐπεὶ φανῇ, βῆναι κεῖσ' ὁπόθεν περ ἥκει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα || το καλύτερο από όλα είναι να μην γεννηθεί κανείς∙ αλλά αφού γεννηθεί, δεύτερο καλό είναι να πάει το γρηγορότερο εκεί, από όπου ήρθε.

Το κεῖθεν τίθεται στην προηγούμενη πρόταση διότι έλκεται από το ὅθεν∙ κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει εδώ το ἐκεῖσε αφού προηγείται ένα ρήμα (βῆναι), το οποίο απαιτεί μιαν έκφραση που να απαντά στο ερώτημα "προς τα που;". Άλλο παράδειγμα:

ΠΛ Κριτ 45b-c πολλαχοῦ γὰρ καὶ ἄλλοσε ὅποι ἂν ἀφίκῃ, ἀγαπήσουσί σε [αντί: ἀλλαχοῦ, ὅποι] || σε πολλά άλλα μέρη, όπου κι αν πας, θα σε υποδεχτούν φιλικά.

§12.20. Η θέση του αναφορικού ("έλξη του αναφορικού ως προς τη θέση", "μετάθεση" ή "μετατόπιση"): Εκτός από την προηγούμενη, "πτωτική έλξη", στην ΑΕ απαντάται και το φαινόμενο της "έλξης του αναφορικού ως προς τη θέση" του. Συχνά, δηλαδή, παρατηρείται, λ.χ., η μετατόπιση ή μετάθεση του συσχετικού με την αναφορική αντωνυμία ουσιαστικού από την κύρια στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση. Αυτή η μορφή έλξης είναι ένα ακόμη μέσο για να δηλωθεί η στενή σχέση της αναφορικής με την κύρια πρόταση ή με έναν όρο της τελευταίας. Ενώ όμως μέσω της "πτωτικής" έλξης η σχέση αυτή παρουσιάζεται ως "συνένωση" και "συγχώνευση" της αναφορικής και της κύριας πρότασης σε μία έννοια, με τον υπό συζήτηση τύπο έλξης αναφορική και κύρια πρόταση συμπλέκονται υπό τη μορφή του αναγκαίου καθορισμού της μιας από την άλλη.

Οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις αντιστοιχούν, όπως ήδη αναφέρθηκε, στα επίθετα, τα οποία ως επιθετικοί προσδιορισμοί πολύ συχνά ακολουθούν το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, όπως π.χ.:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.6.9 ἔστι μοι θυγάτηρ παρθένος ἀγαπητὴ γάμου ἤδη ὡραία || έχω κόρη παρθένα μονάκριβη σε ηλικία γάμου.

Λογικά η θέση της αναφορικής πρότασης είναι, όπως και του επιθετικού προσδιορισμού, μετά το ουσιαστικό στο οποίο αναφέρεται και το οποίο προσδιορίζει. Η εξαρτημένη πρόταση έχει στην περίπτωση αυτήν τη σημασία και τη λειτουργία ενός επιθέτου, π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.1.2 Κῦρον μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἧς αὐτὸν σατράπην ἐποίησε τον Κύρο έστειλε [ο Δαρείος ανθρώπους] και τον προσκάλεσε από την επαρχία, στην οποία τον είχε διορίσει σατράπη.

Όπως όμως μπορεί να συμβαίνει και στο συνημμένο με ένα ουσιαστικό επίθετο, έτσι και στη σχέση κύριας και εξαρτημένης αναφορικής πρότασης ενδέχεται να υπάρξει ανακατανομή του βάρους και της έμφασης, έτσι ώστε φορέας της "ουσιαστικής" σημασίας να είναι η εξαρτημένη αναφορική και όχι η κύρια πρόταση. Στην περίπτωση αυτή αντιστρέφονται οι λειτουργίες: η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση λειτουργεί ως "ουσιαστικό" και η κύρια επιθετικά, ως "επίθετο". Την αντιστροφή αυτήν η ΑΕ την δηλώνει "μεταθέτοντας" ή "μετατοπίζοντας" το ουσιαστικό της κύριας πρότασης, στο οποίο αναφέρεται η αναφορική, σε αυτήν την τελευταία και υποτάσσοντάς το στη σύνταξη του ρήματος της εξαρτημένης πρότασης. Το ουσιαστικό παραμένει κατά την "μετάθεση" ή "μετατόπιση" αυτή, όπως αποκαλείται το υπό συζήτηση φαινόμενο, χωρίς άρθρο. Παραδείγματα:

ΣΟΦ Αντ 1156-1157 οὐκ ἔσθ' ὁποῖον στάντ' ἂν ἀνθρώπου βίον οὔτ' αἰνέσαιμ' ἂν οὔτε μεμψαίμην ποτέ [αντί: οὐκ ἔστιν τοιοῦτος ἀνθρώπου βίος, ὁποῖον κ.λπ.] || δεν υπάρχει καμιά ανθρώπινη ζωή, όποια και αν είναι η κατάστασή της, που θα μπορούσα να την εξυμνήσω ή να την επικρίνω.

ΣΟΦ Ηλ 809-810 ἀποσπάσας γὰρ τῆς ἐμῆς οἴχῃ φρενὸς αἵ μοι μόναι παρῆσαν ἐλπίδων ἔτι [αντί: τὰς ἐλπίδας ή έκείνας τῶν ἐλπίδων, αἵ μοι μόναι κ.λπ.] || γιατί έφυγες και ξερίζωσες από μέσα μου τις μόνες ελπίδες που μου απόμεναν πια.

ΕΥΡ Ιππ 388-390 ταῦτ'οὖν ἐπειδὴ τυγχάνω φρονοῦσ' ἐγὼ οὐκ ἔσθ' ὁποίῳ φαρμάκῳ διαφθερεῖν ἔμελλον, ὥστε τοὔμπαλιν πεσεῖν φρενῶν [αντί: οὐκ ἔστι φάρμακον, ὁποίῳ κ.λπ.] || αφού λοιπόν αυτά είναι όσα πιστεύω δεν υπάρχει γιατρικό που να μπορεί να μου τα διώξει ώστε να μου αλλάξει τα μυαλά.

ΕΥΡ Ανδρ 91-93 χώρει νῦν∙ ἡμεῖς δ', οἷσπερ ἐγκείμεσθ' ἀεὶ θρήνοισι καὶ γόοισι καὶ δακρύμασι, πρὸς αἰθέρ' ἐκτενοῦμεν [αντί: ἡμεῖς δὲ θρήνους καὶ γόους καὶ δακρύματα, οἷς ἐγκ. ἀεί, ἐκτενοῦμεν] || πήγαινε τώρα∙ όσο για μένα τους θρήνους, τα κλάματα και τα δάκρυα που είμαι βουτηγμένη σε όλη μου τη ζωή θα τα φτάσω μέχρι τον αιθέρα.

ΘΟΥΚ 2.92.5 ἔστησαν οἱ Πελοποννήσιοι τροπαῖον ὡς νενικηκότες τῆς τροπῆς, ἃς πρὸς τῇ γῇ διέφθειραν ναῦς [αντί: τροπαῖον ὡς νενικηκότες τῆς τροπῆς τῶν νεῶν, ἃς κ.λπ.] || έστησαν και οι Πελοποννήσιοι μνημείο καθώς βγήκαν νικητές κατά την καταδίωξη των πλοίων που κατέστρεψαν κοντά στην ακτή.

ΘΟΥΚ 6.30.1 τῶν μὲν οὖν ξυμμάχων τοῖς πλείστοις καὶ ταῖς σιταγωγοῖς ὁλκάσι καὶ τοῖς πλοίοις καὶ ὅση ἄλλη παρασκευὴ ξυνείπετο πρότερον εἴρητο ἐς Κέρκυραν ξυλλέγεσθαι [αντί: καὶ τῇ ἄλλῃ παρασκευῇ, ἣν ξυνείπετο κ.λπ.] || στα περισσότερα καράβια των συμμάχων, και στα φορτηγά που μετέφεραν σιτάρι και στα άλλα πλεούμενα και σε όλη την υπόλοιπη νηοπομπή που ακολουθούσε, είχε δοθεί νωρίτερα η εντολή να συγκεντρωθούν στην Κέρκυρα.

ΞΕΝ Απομν 1.1.1 ἀδικεῖ Σωκράτης οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων [αντί: οὐ νομίζων θεούς, οὓς κ.λπ.] || ο Σωκράτης διαπράττει αδίκημα επειδή δεν πιστεύει στους θεούς που αποδέχεται η πόλη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.14 οὓς ἐώρα ἐθέλοντας κινδυνεύειν, τούτους καὶ ἄρχοντας ἔποίει ἧς κατεστρέφετο χώρας [αντί: τῆς χώρας, ἣν κτλ.] || όσους από τους άνδρες του τους έβλεπε να είναι πρόθυμοι να ριψοκινδυνεύσουν, αυτούς διόριζε ηγεμόνες στις χώρες που υπέτασσε.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.23 [Ἡριππίδας] ἐπορεύετο σὺν ᾗ εἶχε δυνάμει [αντί: σὺν τῇ δυνάμει, ἣν εἶχε] || ο Ηριππίδας ξεκίνησε με τη δύναμη που είχε.

ΠΛ Λαχ 188d τῷ ὄντι [ζῆν ἡρμοσμένος οὗ] αὐτὸς αὑτοῦ τὸν βίον σύμφωνον τοῖς λόγοις πρὸς τὰ ἔργα, ἀτεχνῶς δωριστὶ ἀλλ' οὐκ ἰαστί, οἴομαι δὲ οὐδὲ φρυγιστὶ οὐδὲ λυδιστί, ἀλλ' ἥπερ μόνη Ἑλληνική ἐστιν ἁρμονία [αντί: ἀλλὰ τῇ ἁρμονίᾳ, ἥπερ κ.λπ.] || αυτός ζει πραγματικά σε αρμονία, καθώς εναρμονίζει στη ζωή του τα λόγια με τα έργα, σε ανεπιτήδευτα δωρική, όχι σε ιωνική κλίμακα, ούτε σε φρυγική ή λυδική, θαρρώ, αλλά σε εκείνη ακριβώς που είναι η μόνη ελληνική.

ΠΛ Πρωτ 318d Ἱπποκράτης ὅδε Πρωταγόρᾳ συγγενόμενος, ᾗ ἂν αὐτῷ ἡμέρᾳ συγγένηται, βελτίων ἄπεισι γενόμενος [αντί: τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ κ.λπ.] || τούτος εδώ ο Ιπποκράτης με το να συναναστρέφεται τον Πρωταγόρα, στην κάθε μέρα που θα τον συναναστρέφεται, θα φεύγει καλύτερος.

§12.21. Όταν το ουσιαστικό της κύριας πρότασης συνοδεύεται από έναν επιθετικό προσδιορισμό ή έναν προσδιορισμό σε γενική, τότε υπάρχουν τα εξής ενδεχόμενα "μετατόπισης", από τα οποία προκύπτει ότι η λέξη και η έννοια που είναι φορέας της έμφασης ενσωματώνεται στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση:

(α) Το ουσιαστικό μετατοπίζεται μαζί με το επίθετο στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση, ενώ η δεικτική αντωνυμία παραμένει στην κύρια:

ΟΜ Ιλ 19.326 ἠὲ [εἴ κεν πυθοίμην] τὸν ὃς Σκύρῳ μοι ἔνι τρέφεται φίλος υἱός, εἴ που ἔτι ζώει γε Νεοπτόλεμος θεοειδής || ή ακόμη [αν μάθαινα] γι' αυτόν που μου μεγαλώνει στη Σκύρο, τον ίδιο μου το γιο, αν ζει ακόμη ο όμοιος με θεό στην όψη Νεοπτόλεμος.

ΔΗΜ 52.12 ὧν ἐγὼ ἤθελον τούτῳ ταύτην ἥτις εἴη μεγίστη πίστις δοῦναι για τα οποία προσφέρθηκα να ορκιστώ στον ενάγοντα με εκείνον που είναι ο πιο βαρύς όρκος.

(β) Το ουσιαστικό παραμένει στην κύρια πρόταση, ενώ στην αναφορική πρόταση μετατίθεται μόνο το επίθετο ή η επιθετική αντωνυμία:

ΟΜ Ιλ 6.452 οὔτε κασιγνήτων [τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω], οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ' ἀνδράσι δυσμενέεσσιν || ούτε και ο πόνος για τα αδέλφια μου θα με στεναχωρήσει τόσο, που πολλά και γενναία θα κυλιστούν στη σκόνη χτυπημένα από άντρες εχθρικούς.

ΘΟΥΚ 2.45.1 παισὶδ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα || για τα παιδιά όμως και τα νεώτερα αδέρφια όσων παρευρίσκεστε εδώ βλέπω μεγάλο τον αγώνα.

ΘΟΥΚ 2.48.3 καὶ τὰς αἰτίας [λεγέτω] ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν || και ας αναφέρει τις αιτίες που νομίζει ότι είναι αρκετά ισχυρές για να προκαλέσουν τόσο μεγάλη μεταβολή ώστε να αποτρέψουν τον θάνατο.

ΘΟΥΚ 4.113.3 οἱ δὲ ἐς τὰς ναῦς, αἳ ἐφρούρουν δύο, καταφυγόντες διασῴζονται || άλλοι βρίσκοντας καταφύγιο στα δύο πλοία τους που φρουρούσαν το μέρος σώθηκαν.

ΘΟΥΚ 7.43.3 καὶ προσβάντες τὸ τείχισμα ὃ ἦν αὐτόθι τῶν Συρακοσίων αἱροῦσι καὶ ἄνδρας τῶν φυλάκων ἀποκτείνουσιν || και αφού ανέβηκαν κατέλαβαν το οχύρωμα των Συρακουσίων που βρισκόταν εκεί και σκότωσαν μερικούς από τους φρουρούς.

(γ) Το επίθετο (ή η μετοχή) διατηρείται στη κύρια πρόταση και στην αναφορική πρόταση ενσωματώνεται μόνο το ουσιαστικό:

ΕΥΡ Ελ 306-307 Ἑλένη, τὸν ἐλθόνθ', ὅστις ἐστὶν ὁ ξένος, μὴ πάντ' ἀληθῆ δοξάσῃς εἰρηκέναι [αντί: τὸν ἐλθόντα ξένον, ὅστις ἐστί κ.λπ.] || Ελένη, όποιος και αν είναι ο ξένος που ήρθε, μη τα θεωρήσεις αληθινά όλα όσα είπε.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.17 ἄλλοι δὲ οἳ ἐτύγχανον ἔνδον ὄντες τῶν στρατιωτῶν, ὡς ὁρῶσι τὰ ἐπὶ ταῖς πύλαις πράγματα, διακόπτοντες ταῖς ἀξίναις τὰ κλεῖθρα ἀναπεταννύουσι τὰς πύλας || άλλοι πάλι από τους στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στα τείχη, μόλις είδαν αυτά που συνέβαιναν στις πύλες, σπάζοντας με τις αξίνες τις κλειδαριές ανοίγουν διάπλατα τις πύλες.

ΔΗΜ 19.203 οὐ μὲν ἀλλ' ἔγωγ' οἶμαι μοι προσήκειν ἀμφότερ' ὑμῖν ἐπιδεῖξαι, καὶ ὅτι ψεύσεται, ταῦτ' ἐὰν λέγειν, καὶ τὴν δικαίαν, ἥτις ἐστὶν ἀπολογία || νομίζω ωστόσο ότι οφείλω να σας καταδείξω και τα δύο, και ότι θα πει ψέμματα εάν τα ισχυριστεί αυτά, και το τί είναι μια ορθή υπεράσπιση.

(δ) Εάν το ουσιαστικό συνοδεύεται από περισσότερα του ενός επίθετα, ενδέχεται το ένα από αυτά να παραμένει μαζί με το ουσιαστικό στην κύρια πρόταση, ενώ τα άλλα μετατοπίζονται στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση:

ΟΜ Ιλ 2.763-764 ἵπποι μὲν μέγ' ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο, τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὥς || καλύτερα με διαφορά αναδείχτηκαν τα άλογα του Φέρητα που τα οδηγούσε ο Εύμηλος, γοργόποδα σαν πουλιά.

ΟΜ Ιλ 13.339-340 ἔφριξεν δὲ μάχη φθισίμβροτος ἐγχείῃσι μακρῇς, ἃς εἶχον ταμεσίχροας || και έβριθε η μάχη που ρημάζει τους άντρες από μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν, από κείνα που τρυπούν τα σώματα.

§12.22. Η παράθεση στο ουσιαστικό, στο οποίο αναφέρεται η εξαρτημένη αναφορική πρόταση, έλκεται ενίοτε από αυτήν την τελευταία όταν πρόκειται να καταλάβει εδώ μια πιο κατάλληλη και πιο εμφαντική θέση:

ΟΜ Οδ 1.68-70 Ποσειδάων γαιήοχος ἀσκελὲς αἰὲν Κύκλωπος κεχόλωται, ὃν ὀφθαλμοῦ [Ὀδυσσεύς] ἀλάωσεν, ἀντίθεον Πολύφημον || ο Ποσειδώνας που σείει τη γη είναι διαρκώς και αγύριστα οργισμένος εξαιτίας του Κύκλωπα, τον οποίον ο Οδυσσέας τύφλωσε στο μάτι, τον ισόθεο Πολύφημο.

ΠΛ Απολ 41a εἰ γάρ τις ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ || αν κανείς, φτάνοντας στον Άδη και έχοντας γλυτώσει από αυτούς εδώ που ισχυρίζονται πως είναι δικαστές, βρει τους αληθινούς δικαστές, οι οποίοι όπως λέγεται δικάζουν εκεί, τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ, τον Τριπτόλεμο και άλλους ημίθεους που στάθηκαν δίκαιοι στη ζωή τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Συχνά ένα ―κατά κανόνα έναρθρο― ουσιαστικό ενσωματώνεται, ομοιόπτωτο με την αναφορική αντωνυμία, στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση ως επεξήγηση της έννοιας που περιγράφεται με την ίδια αυτή πρόταση:

ΣΟΦ Αντ 404-405 ταύτην γ' ἰδὼν θάπτουσαν ὃν σὺ τὸν νεκρὸν ἀπεῖπας || αυτή είδε να θάβω αυτόν τον νεκρό που εσύ μου το απαγόρεψες.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.26 τέλος δὲ καὶ ἣν εἶχε στολὴν τὴν Μηδικὴν ἐκδύντα δοῦναί τινι || και τέλος ότι έδωσε σε κάποιον, αφού το έβγαλε, και το φόρεμα που είχε το Μηδικό.

ΠΛ Θεαιτ 167b ἐποίησε δοξάσαι ἕτερα τοιαῦτα, ἃ δή τινες τὰ φαντάσματα ὑπὸ ἀπειρίας ἀληθῆ καλοῦσιν || κάνουν κάποιον να σχηματίζει παρόμοιες δοξασίες, τις οποίες παραστάσεις μερικοί τις ονομάζουν από άγνοια αληθινές.

§12.23. Ως ένας είδος έλξης μπορεί να χαρακτηριστεί και το φαινόμενο του "εγκιβωτισμού" στην εξαρτημένη αναφορική πρότασης μιας άλλης, υποταγμένης σε αυτήν δευτερεύουσας πρόταση: Όταν, δηλαδή, στην εξαρτημένη αναφορική πρόταση ενσωματώνεται μια άλλη, υποταγμένη σε αυτήν δευτερεύουσα πρόταση (ή μια μετοχή που υποκαθιστά μια τέτοια δευτερεύουσα πρόταση), τότε οι δύο εξαρτημένες προτάσεις συνδέονται με τον ακόλουθο τρόπο: Η αναφορική αντωνυμία δεν ακολουθεί τη σύνταξη της αναφορικής πρότασης, αλλά "έλκεται" και εναρμονίζεται συντακτικά με την υποταγμένη σε αυτήν δευτερεύουσα πρόταση, η οποία έτσι "εγκιβωτίζεται" στην πρώτη. Κατά τη διεργασία τούτη η αναφορική αντωνυμία της αναφορικής πρότασης λαμβάνει τη μορφή εκείνη που θα είχε η δεικτική ή προσωπική αντωνυμία της υποταγμένης σε αυτήν δευτερεύουσας πρότασης, η οποία δεικτική ή προσωπική αντωνυμία όμως τώρα εκπίπτει επιφέροντας τον "εγκιβωτισμό" αυτής της τελευταίας πρότασης στην αναφορική:

ΘΟΥΚ 5.103.2 ὅ ὑμεῖς […] μὴ βούλεσθε παθεῖν μηδὲ ὁμοιωθῆναι τοῖς πολλοῖς, οἷς παρὸν ἀνθρωπείως ἔτι σῴζεσθαι, ἐπειδὰν πιεζομένους αὐτοὺς ἐπιλίπωσιν αἱ φανεραὶ ἐλπίδες, ἐπὶ τὰς ἀφανεῖς καθίστανται μαντικήν τε καὶ χρησμοὺς καὶ ὅσα τοιαῦτα μετ' ἐλπίδων λυμαίνεται [αντί: τοῖς πολλοῖς οἵ,παρὸν αὐτοῖς ἔτι σῴζεσθαι, ἐπειδὰν κ.λπ.] || μη θελήσετε εσείς να το πάθετε αυτό και μη γίνετε όμοιοι με τους πολλούς που ενώ είναι στο χέρι τους να σωθούνε με ανθρώπινα μέσα, μόλις, καθώς βρίσκονται υπό πίεση, τους εγκαταλείψουν οι χειροπιαστές ελπίδες, στρέφονται στις θολές, τη μαντεία, τους χρησμούς και όλα τα παρόμοια που ρημάζουν τον άνθρωπο δίνοντάς του ελπίδες.

ΘΟΥΚ 6.11.1 ἀνόητον δ' ἐπὶ τοιούτους ἰέναι ὧν κρατήσας μὴ κατασχήσει τις [αντί: οὓς, ἐπειδὰν αὐτῶν κρατήσῃ, μὴ κατασχήσει τις] || είναι όμως άτοπο νε επιτεθεί κανείς σε τόσους πολλούς, τους οποίους όταν τους νικήσει δεν θα μπορέσει να τους κρατήσει υποταγμένους.

ΠΛ Γοργ 492b <τί ἂν> τῇ ἀληθείᾳ αἴσχιον καὶ κάκιον εἴη σωφροσύνης καὶ δικαιοσύνης τούτοις τοῖς ἀνθρώποις, οἷς ἐξὸν ἀπολαύειν τῶν ἀγαθῶν καὶ μηδενὸς ἐμποδὼν ὄντος, αὐτοὶ ἑαυτοῖς δεσπότην ἐπαγάγοιντο τὸν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων νόμον τε καὶ λόγον καὶ ψόγον; [αντί: τούτοις τοῖς ἀνθρώποις οἵ, ἐξὸν αὐτοῖς ἀπολαύειν…, αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐπαγάγοιντο κ.λπ.] || τί θα ήταν πιο αισχρό και πιο κακό γι' αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι, μολονότι έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τα αγαθά και κανείς δεν τους στέκεται εμπόδιο, θα ανήγαγαν οι ίδιοι σε εξουσιαστή του εαυτού τους τον νόμο, τα λόγια και τις επικρίσεις του πλήθους.

ΙΣΟΚΡ 8.44 ἀλλ' ἄρχειν μὲν ἁπάντων ζητοῦμεν, στρατεύεσθαι δ' οὐκ ἐθέλομεν, καὶ πόλεμον μὲν μικροῦ δεῖν πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους ἀναιρούμεθα, πρὸς δὲ τοῦτον οὐχ ἡμᾶς αὐτοὺς ἀσκοῦμεν, ἀλλ' ἀνθρώπους τοὺς μὲν ἀπόλιδας, τοὺς δ' αὐτομόλους, τοὺς δ' ἐκ τῶν ἄλλων κακουργιῶν συνερρυηκότας, οἷς ὁπόταν τις διδῷ πλείω μισθόν, μετ' ἐκείνων ἐφ' ἡμᾶς ἀκολουθήσουσιν [αντί: οἵ, ὁπόταν τις αὐτοῖς (…) διδῷ, (…) μετ' ἐκείνων (…) ἀκολουθήσουσιν] || ενώ επιδιώκουμε την αρχηγία όλων των άλλων, δεν θέλουμε οι ίδιοι να εκστρατεύουμε, και ενώ κηρύσσουμε πόλεμο εναντίον όλων σχεδόν των ανθρώπων, δεν ασκούμαστε εμείς οι ίδιοι για να πολεμήσουμε, αλλά χρησιμοποιούμε εξόριστους, λιποτάκτες και φυγάδες για άλλα παραπτώματα που μαζεύτηκαν εδώ, οι οποίοι, αν άλλοι τους δώσουν μεγαλύτερο μισθό, θα πάνε με το μέρος τους και θα πολεμήσουν εναντίον μας.