Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Θρησκεία του κατατρεγμού

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ θρησκειαΟ μονοθεϊσμός έχει εκ των πραγμάτων στην δομή του αρκετές αυθαιρεσίες που του είναι απαραίτητες για να στηριχθεί το οικοδόμημα αυτό. Μερικές από αυτές είναι:

Ένας εξωκοσμικός θεός, που κατασκεύασε τον κόσμο και αυτός ο ίδιος θα τον καταστρέψει όταν έρθει η ώρα, δηλαδή όταν ολοκληρωθεί το έργο του, που το λένε το “Σχέδιο του Θεού”.

Το κακό δεν προέρχεται εκ Θεού, διότι μπορεί μεν να κατασκεύασε τα πάντα, μπορεί να κατασκεύασε τον άνθρωπο και να τον προίκισε με κάποιες ιδιότητες όμως μόνο καλές, τις κακές τις ανακάλυψε ο άνθρωπος από μόνος του και από εκεί προέρχεται το κακό και η Πτώση που περιλαμβάνει εκτός από τον άνθρωπο και το Σύμπαν.

Επειδή όμως όλη αυτή η θεωρία φαίνεται και είναι παντελώς παράλογη, εμφανίστηκε ως βοηθός της παραλογίας και ένας άλλος αμύντορας του κακού, ο Διάβολος ή Σατανάς, ένας υποτίθεται εκπεσών άγγελος, που είναι αυτός είναι που απεργάζεται την καταστροφή του ανθρώπου και του Θεού, φυσικά και αυτός βάζει φιτιλιές στον άνθρωπο για το “κακό”.

Δυστυχώς, όπως τα φαντάζονται οι θεϊστές, το κακό κυριαρχεί στην ανθρωπότητα, πάντα υπό τον έλεγχο του Σατανά, άρα αυτοί οι “καλοί” είναι πάντα υπό διωγμόν. Ναι, μην σας κάνει εντύπωση, μπορεί ο Χριστιανισμός να κατέλαβε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, μπορεί να κυριάρχησε για 1.600 χρόνια, μπορεί σήμερα να θεωρεί το 1/3 των ανθρώπων πρόβατά του, μπορεί να κυνήγησε και να διάλυσε τις αρχαίες θρησκείες που τότε θεωρούσε το απόλυτο κακό, και έφερε τον Μεσαίωνα, αλλά παρ’ όλα αυτά πολλοί χριστιανοί, ειδικά οι απολογητές, αισθάνονται βαθύτατα μέσα τους ότι όλοι οι “άλλοι” τους κυνηγούν και μέσα σε αυτούς και εμείς που κάνουμε κριτική στις αυθαιρεσίες και στις αντιφάσεις των κειμένων και των πιστεύω τους. ΔΕΣ: Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» - «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες. Πλείστοι όσοι ύμνοι της Παλαιάς Διαθήκης που μάλιστα τους υιοθέτησαν ως δήθεν προφητείες για την έλευση του Ιησού, μιλάνε για το παράπονο του αγαθού και κατατρεγμένου, που παρά τις κακουχίες και την ταλαιπωρία τελικά θα σώσει και θα εξυψώσει ο Γιαχβέ. Παρόμοια συμβαίνουν και στο Κοράνι. Η επωδός είναι μία· τελικά το κακό θα νικηθεί, αλλά μέχρι τότε θα ταλαιπωρεί τους πιστούς.

Θεωρίες συνωμοσίας
Έτσι, λοιπόν, μην σας κάνει εντύπωση η τάση αυτή αυτολύπησης που έχουν και ο μόνιμος κατατρεγμός. Αποτέλεσμα αυτού είναι και οι θεωρίες συνωμοσίας. Όλα για αυτούς κατευθύνονται από άλλα σκοτεινά κέντρα που τελικά διευθύνονται από τον Βελζεβούλ, με σκοπό έναν και μοναδικό όπως φαντάζονται, να γίνει κάτι κακό στον Χριστιανισμό και τους χριστιανούς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αγνοώντας ηθελημένα ότι η θρησκεία τους επιβλήθηκε με ανήθικα μέσα και ότι κυνήγησε απηνώς όσους είχαν πολύ ή λίγο διαφοροποιημένη άποψη από την επίσημη, τώρα αισθάνονται μειονεκτικά και στην αδυναμία τους να απαντήσουν επί της ουσίας στα προβλήματα της θρησκείας τους που αναφέρουμε συνέχεια και δεν είναι λίγα, το ρίχνουν σαν άμυνα στην ανισότητα.
Θα έπρεπε για αυτούς να έχουμε πιθανόν ισάριθμα άρθρα για κάθε θρησκεία, ώστε να αισθανθούν και αυτοί κάπως καλύτερα οι καημένοι. Μετά ένα άρθρο για την Αγία Γραφή να έχουμε και ένα για το Κοράνι, ένα για τις Βέδες, ένα για την Θεογονία του Ησίοδου και ίσως κάτι αντίστοιχο για το Ταό, τον Κομφούκιο τους ινδουιστές κλπ.

Ξεχνάνε σκόπιμα ότι όλοι εμείς και αυτοί, ζούμε σε μία χώρα που η Εκκλησία την έχει ξεσκίσει σαν πολιτισμό, και αφού κατάφερε τελικά με χίλια βάσανα αυτή η χώρα να γίνει ανεξάρτητη και να πλησιάζει έστω και από απόσταση να γίνει κράτος δικαίου, την έχει καπελώσει τόσο πολύ, που κάθε προσπάθεια για να απεμπλακεί το κράτος από την Εκκλησία, μοιάζει με βουνό. Είμαστε η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που υιοθετεί τα ανθρώπινα δικαιώματα και η χώρα που την μετά θάνατον διαχείριση του σώματός μας δεν την έχουμε ακόμα. Πριν 30 χρόνια ακόμα δεν έβγαιναν διαζύγια και αυτοί που μέχρι τώρα έκαναν ό,τι ήθελαν με τις ιδεοληψίες τους, ξαφνικά απεφάσισαν ότι θέλουν ισότιμη αντιμετώπιση με κάθε άλλη θρησκεία και σέκτα. Έτσι, τους φταίει ότι εμείς δεν ασχολούμαστε με τις Βέδες ή με τους Αντβεντιστές, ή δεν ξέρω με τι άλλο θα τους έκανε να αισθανθούν ίσως καλύτερα.

Το θέμα είναι γελοίο φυσικά και που το συζητάμε, αλλά θα πρέπει να ξεκαθαρίσει μία και καλή το γιατί ασχολούμαστε με αυτή την αισχρή θρησκεία.

Γιατί αυτή μέχρι πριν λίγο καιρό ακόμα ήταν σχεδόν υποχρεωτική. Γιατί είναι η μόνιμη τροχοπέδη του κράτους και της κοινωνίας μας. Γιατί είναι αυτή που έχει κάνει το Έλληνα τον πλέον ανορθολογιστή σε όλη την Ευρώπη. Γιατί έχει τεράστια περιουσία και τεράστια οφέλη και προνόμια από το κράτος τα οποία και δεν αξίζει. Γιατί επιβλήθηκε με την βία και με ανήθικους τρόπους όπως τον προσηλυτισμό και τον φόβο του θανάτου. Γιατί διαπλέκεται με την Εξουσία ειδικά τα απολυταρχικά και φασιστικά καθεστώτα, γιατί είναι κράτος εν κράτη και γιατί στην πραγματικότητα σε ελάχιστα πράγματα ίσως βοήθησε την κοινωνία και τον λαό, περισσότερο τους έβλαψε. Γιατί στηρίζεται στον μύθο και το ψέμα. Διαβάστε απλά την παρουσίαση για το πρόβλημα με την Εκκλησία.

ΔΕΣ: Θρησκεία - Αθεΐα - Αγνωστικισμός – Αθρησκεία - Μυθικισμός

Εκκλησιαστικό ανέκδοτο: Ο «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός»

Ο όρος αυτός (Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός*) δεν σημαίνει τίποτε, και δεν υπάρχει στα λεξικά. Και δεν σημαίνει τίποτα, γιατί Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός δεν υπήρξε ποτέ. Στα 1.000 και περισσότερα χρόνια του Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ορθοδόξου κράτους ο Ελληνισμός εξωβελίσθη, εχλευάσθη και κατεστράφη με λύσσα από τον ορθόδοξο κλήρο και τις κρατικές αρχές του.

Ο όρος είναι μάλλον χαλκευμένο σύνθημα ορισμένων ορθοδόξων κύκλων και ρητόρων και εμφανίζεται μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος, άρχισε δε τελευταίως να καταχωρείται δειλά μεν άλλα επίμονα και στα σχολικά βιβλία. Σε όλη την διάρκεια της βυζαντινής εποχής, αλλά και της τουρκοκρατίας, δηλαδή επί 1500 περίπου χρόνια, δεν ανεφέρθη ποτέ τέτοια λέξη. Χρησιμοποιείται όμως τώρα τελευταία και με την επανάληψη αρχίζει σιγά-σιγά να πιάνει. Μαζί μ’ αυτόν ακούγονται δειλά -δειλά και άλλοι οροί όπως Έλληνας ορθόδοξος, Ελληνισμός και Ορθοδοξία, κ.λπ. πού και αυτοί, για τους ιδίους λόγους, είναι κενοί περιεχομένου.

Σκοπός της δημιουργίας και διαδόσεως τέτοιων όρων-συνθημάτων είναι να πεισθούν απλοί πολίτες ότι σωστός Έλλην είναι μόνο ο ορθόδοξος χριστιανός! Αν λ.χ. κάποιος Έλληνας πολίτης θελήσει να πιστεύει ας πούμε στους Ολύμπιους θεούς των αρχαίων Ελλήνων, ή σε οποιαδήποτε αίρεση και θρησκεία, ή αν θελήσει να μην εμπλέκει το θρησκευτικό του συναίσθημα με την Εκκλησία και τον κλήρο, ή να πιστεύει στο δικό του θεό, ή ακόμη να είναι άθεος κ.λπ. αυτός δεν είναι σωστός Έλληνας! Έχουν επιτύχει δηλαδή να οικοδομηθεί μέσα μας η εντύπωση ότι, αν δεν είναι κανείς χριστιανός ορθόδοξος, δεν είναι σωστός Έλληνας!

Είναι όμως γνωστό ότι σωστός Έλληνας είναι ο πολίτης εκείνος πού μετέχει της Ελληνικής παιδείας, αρχαίας και νέας, και ας πιστεύει σε οποιαδήποτε θρησκεία αυτός επιθυμεί. Τα κατεστραμμένα δε από τους ορθοδόξους χριστιανούς του Βυζαντίου αρχαία ελληνικά καλλιτεχνήματα και μνημεία μαρτυρούν ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν μετείχαν της ελληνικής παιδείας. Και πράγματι ουσιαστικώς δεν μετείχαν. Γνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός είναι δημιούργημα αιώνων ενός λαού η λαών πού έζησε σε έναν ορισμένο χώρο. Ο πολιτισμός αυτός λαμβάνει το όνομα του αρχηγού η το όνομα του λαού η λαών η ακόμη και το όνομα της περιοχής πού έζησαν η ζουν αυτοί οι λαοί. Λέμε λ.χ. Μινωικός Πολιτισμός, Κυκλαδικός Πολιτισμός, Ελληνικός Πολιτισμός, Γαλλικός, Ινδικός, Κινεζικός, Αραβικός Πολιτισμός. Επίσης λέμε Ελληνορωμαϊκός, Ευρωπαϊκός, Δυτικός Πολιτισμός. Ποτέ δεν ακούσθηκαν οι όροι Ισπανοχριστιανικός Πολιτισμός, Ιταλοχριστιανικός Πολιτισμός, Ρωμαιοχριστιανικός Πολιτισμός, Περσικομωαμεθανικός Πολιτισμός, Αραβομωαμεθανικός Πολιτισμός, Ταϋλανδοβουδιστικός Πολιτισμός, Κινεζικοκομφουκικός Πολιτισμός, Χριστιανοευρωπαϊκός Πολιτισμός. Παρ’ όλα αυτά μερικοί επιμένουν να μιλούν για Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό.

Ο Χριστιανισμός, όπως ο Βουδισμός, ο Μωαμεθανισμός κ.λπ. είναι θρησκείες και αποτελούν στοιχεία του πολιτισμού των λαών πού τις πρεσβεύουν, όπως είναι σήμερα οι Λαοί της Ελλάδος, Ευρώπης, Ινδίας, Τουρκίας, Αραβίας. Ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» επομένως είναι εφεύρημα της νέας εποχής και αποσκοπεί στο να σύνδεση το Χριστιανισμό με τον Ελληνισμό, πού όμως είναι δύο μεγέθη τελείως διαφορετικά και αντίθετα.

Στην βυζαντινή εποχή οι ιεράρχες χλεύαζαν τον Ελληνικό Πολιτισμό και αναθεμάτιζαν τους Έλληνες από του άμβωνα. Σήμερα δεν μπορούν πλέον να κάνουν κάτι τέτοιο και προσπαθούν με διάφορα εφευρήματα να βρουν και αυτοί μία θέση μέσα στην Νέα Ελλάδα, πού δημιούργησε η επανάσταση του 1821. Διαδίδεται ότι για τις καταστροφές του Ελληνικού Πολιτισμού και τις σφαγές των Ελλήνων κατά την βυζαντινή περίοδο, είναι υπεύθυνοι μερικοί φανατικοί ιεράρχες και αυτοκράτορες. Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Οι τότε αρχιερείς και οι Σύνοδοι, ως σώμα, αλλά και όλοι οι τότε μοναχοί είναι υπεύθυνοι για το διαπραχθέν ανοσιούργημα.

Είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι μετά την πτώση του Βυζαντίου, κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας και στα προ της επαναστάσεως του 1821 χρόνια, οι απλοϊκοί κατώτεροι κληρικοί, πού ζούσαν καθημερινώς μαζί με τον ραγιά Έλληνα τα βάσανα, τα όνειρα, τις πίκρες και τις χάρες του, τον πόθο και τους αγώνες του για ελευθερία, αλλά και οι ιεράρχες εκείνοι, πού είχαν μυηθεί από την Φιλική Εταιρεία, όπως ο Παπαφλέσσας, ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ασφαλώς δε και πολλοί άλλοι, συμπαραστάθηκαν, αγωνίστηκαν και μερικοί έπαθαν και μαρτύρησαν για την πατρίδα τους.

Όμως πρέπει να τονισθεί ότι όλοι αυτοί οι άξιοι ιερωμένοι ενήργησαν κατά την επανάσταση του 1821 ως άτομα και όχι ως σώμα. Το Σώμα του οργανωμένου ανωτέρου κλήρου, ενώ μπορούσε, δεν συμμετείχε στην μετάδοση συγχρόνου και ελευθέρας παιδείας στους σκλαβωμένους Έλληνες και δεν θέλησε να γίνει η Επανάσταση των Ελλήνων, για ν’ απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό.
Όμως, μετά την απελευθέρωση της Πατρίδος, έπρεπε να βρεθεί κάποιος τρόπος ώστε να ξεχασθούν τα παλιά. Να μη θυμόμαστε τον Αλάριχο, τον Κυνήγιο, τον Θεοδόσιο Α’, τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης Αχόλιο, τον Αρκάδιο, τον Θεοδόσιο Β’, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο, τον Ιουστινιανό Α’ τους αρχιεπισκόπους και επισκόπους, τους μοναχούς και όλους τους άλλους κληρικούς, πού εγκλημάτησαν κατά του Ελληνισμού. Να μη μιλάμε καθόλου για την αρνητική στάση των ιεραρχών πριν κηρυχθεί η επανάσταση του 1821. Έπρεπε λοιπόν οπωσδήποτε να βρεθεί ένα «Modus viventi» αμέσως μετά την απελευθέρωση, ώστε όλοι μαζί, ιεράρχες και Ελληνισμός, θύτες και θύματα, να μπορέσουν να ενωθούν και να ζήσουν μέσα στη νέα κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε μετά την Αναγέννηση, την Γαλλική Επανάσταση του 1789, τον Νέο Ελληνικό Διαφωτισμό και την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Όμως στην νέα κατάσταση πραγμάτων, οι αλλαγές πού έχουν προκύψει για τους Έλληνες είναι πολλές και σημαντικές: Τώρα, πού δεν υπάρχει ούτε Αυτοκράτωρ, ούτε Σουλτάνος. Μπορούν οι Έλληνες να λένε επί τέλους ότι είναι Έλληνες, χωρίς να κινδυνεύουν να αφορισθούν από τον κλήρο! Μπορούν να ομιλούν για τους αρχαίους Έλληνες και τόν πολιτισμό τους, για τον Ελληνισμό! Μπορούν να παρακολουθούν μαθήματα στο ελεύθερο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που έκλεισε ο Ιουστινιανός! Πηγαίνουν στους Ολυμπιακούς αγώνες των ειδωλολατρών Ελλήνων, πού κατηγόρησαν οι πατέρες της εκκλησίας και κατήργησε ο Θεοδόσιος ο Μέγας. Οι νέοι αθλούνται στα γυμναστήρια, όπως τότε στην αρχαία Ελλάδα. Μπορούν να δίδουν στα παιδιά τους ονόματα όχι εβραϊκά, πού υπάρχουν στην χριστιανική ονοματοθεσία, άλλα και Ελληνικά. Παρακολουθούν τραγωδίες ειδωλολατρών αρχαίων Ελλήνων τραγικών στα αρχαία θέατρα, πού απαγόρευαν οι πατέρες της εκκλησίας! Μιλούν για ελευθερία, ανεξιθρησκία, έθνος, πατρίδα, ελευθερία συνειδήσεως και άλλα φοβερά, πού ο κλήρος κατέκρινε τότε κατά την περίοδο της βυζαντινής κυριαρχίας! Υπάρχει Βουλή και τύπος, που ελέγχει τους πάντες και τα πάντα! Και άλλα πολλά. Μπορούν επί τέλους οι Έλληνες να σκέπτονται, να ονειρεύονται και να αποφασίζουν αυτοί για την ζωή τους. Ξέκοψαν δηλαδή οι περισσότεροι από το ποίμνιο και την καθοδήγηση του ποιμενάρχη και αρμενίζουν πλέον ελεύθεροι στη ζωή ως Έλληνες.

Έπρεπε λοιπόν να ευρέθη ένας τρόπος, πού να συμβιβάζει τα πράγματα, ώστε όλοι να ζήσουν αρμονικά μέσα στη μικρή μας Ελλάδα στην νέα αυτή κατάσταση των πραγμάτων. Και, ως εκ θαύματος, ευρέθη! Οι τρεις Ιεράρχες! Θυμήθηκαν ότι οι τρεις ιεράρχες είχαν λάβει ελληνική παιδεία. Τους ανέσυραν λοιπόν με σπουδή από τα συρτάρια, τους ονόμασαν προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας, κατασκεύασαν τον όρο Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός, βρήκαν μερικά αποσπάσματα επαινετικών λόγων του Μ. Βασιλείου για μερικούς αρχαίους Έλληνες συγγραφείς -από τους άλλους δύο ιεράρχες δεν έβρισκαν τίποτε- και έσπευσαν να τα καταχωρίσουν στα σχολικά βιβλία, με την σφραγίδα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ώστε το πράγμα να αποκτά πρόσθετο κύρος και να διδάσκεται υποχρεωτικώς στην σπουδάζουσα νεολαία.

Παρατηρούμε σήμερα στα σχολικά Βιβλία αποσπάσματα λόγων του Μ. Βασιλείου και περικοπές του Ιερού Ευαγγελίου, δίπλα σε κείμενα αρχαίων Ελλήνων ειδωλολατρών! Παραλλήλως καθιερώνεται γιορτή των τριών Ιεραρχών. Γράφονται κάθε χρόνο πύρινοι και πειστικοί λόγοι, που εκφωνούνται με πάθος και με περισσή σοβαρότητα στην Ακαδημία Αθηνών, μπροστά στην ηγεσία του κράτους και των πνευματικών ανθρώπων της χώρας και ακούσουν οι πάντες με σοβαρότητα και δέος τις αξιόλογες και εργώδεις προσπάθειες του ρήτορας να πείσει ότι οι τρεις Ιεράρχες έσωσαν και προώθησαν τον Ελληνικό πολιτισμό (μερικοί ρήτορες, για να μη στασιάζει η γλώσσα προς το πνεύμα τους, παρακάμπτουν αμέσως με επιδεξιότητα το θέμα και ομιλούν για αλλά άσχετα πράγματα). Λόγοι θερμοί εκφωνούνται επίσης κάθε χρόνο από θεολόγους και φιλολόγους στην σπουδάζουσα νεολαία. Έτσι αποδεικνύεται περιτράνως το ποθούμενο, δηλαδή η σύζευξη της Ορθοδοξίας με τον Ελληνισμό, και η αδελφοσύνη των ιεραρχών με τους Έλληνες. Πόση υποκρισία!

Για το τείχος, πού είχε υψώσει η ορθοδοξία μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού, για το γκρέμισμα των αρχαίων μνημείων από τους επισκόπους και τους μοναχούς, για το κλείσιμο των ελληνικών σχολών από τον Ιουστινιανό και την αποδημία των Ελλήνων δασκάλων, για την απαγόρευση στους Έλληνες να διδάσκουν, για την παράδοση της παιδείας στους κληρικούς, για τον αφορισμό από τον κλήρο των Ελλήνων πού ήθελαν να ονομάζονται Έλληνες, για το κάψιμο των βιβλίων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, για την μετατροπή του Παρθενώνος και άλλων αρχαίων Ελληνικών ναών σε χριστιανικούς, για την καταστροφή και παράδοση των αρχαίων ελληνικών ναών ακόμη και σε πόρνους, για το παλούκωμα, πνίξιμο και σφαγή 100.000 Ελλήνων Παυλιανιτών αμέσως μετά την καθιέρωση της εορτής της ορθοδοξίας, για τον διωγμό και τον θάνατο τόσων άλλων Ελλήνων, που πίστευαν στα πάτρια και κατέφυγαν για να σωθούν στους Πέρσες και στους Άραβες, για τον Αλάριχο, για τον Κυνήγιο και άλλα φρικτά δεν λέγουν στους λόγους τους ούτε μια λέξη!

Διακηρύττουν με θέρμη την σύζευξη Χριστιανισμού και Ελληνισμού (αν είναι δυνατόν!), την οποία επί 1000 χρόνια βυζαντινής καταδυναστεύσεως με λύσσα απέρριψε το κράτος σύσσωμος ο βυζαντινός ανώτατος ορθόδοξος κλήρος. Οι ακαδημαϊκοί μας γνωρίζουν την αλήθεια. Χωρίς ντροπή ανέχονται να ακούσουν όλες αυτές τις αναλήθειες και τις χειροκροτούν! Κανένας τους δεν είχε το σθένος να βροντοφωνάξει αλήθεια! Με την σιωπή τους αυτή υβρίζουν, αντί να τιμούν, όλους εκείνους πού υπήρξαν θύματα της μισαλλοδοξίας του κλήρου. Ασεβούν δε και προς την μνήμη των προγόνων, τις ιδέες των οποίων αναπτύσσουν στα αμφιθέατρα. Όμως οι φτωχοί, ρακένδυτοι και αγράμματοι Έλληνες του 1821 πολέμησαν και σκοτώθηκαν για να μπορούν οι σημερινοί ακαδημαϊκοί να ζουν ελεύθεροι και να λέγουν στα παιδιά μας την αλήθεια.

Τώρα, που μετά την Γαλλική και Ελληνική Επανάσταση, γκρεμίσθηκαν οι αυτοκρατορίες, κατέπεσε και το βυζαντινό ασιατικό δίδυμο: Επουράνιος και Επίγειος Βασιλεύς. Στην θέση του επίγειου βασιλέως δεσπότη είναι τώρα ο Ελληνισμός, το ελληνικό έθνος, η πατρίς, η πνευματική ελευθερία, η παιδεία, η κριτική, η ελεύθερη δημοσιογραφία κ.ά. Οι ιεράρχες, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, σπεύδουν να προσαρμοσθούν με όλες τους τις δυνάμεις στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Δεν θα λέγουν τώρα λ.χ. ότι ήταν αμαρτία προς τον Θεό η ανυπακοή προς τον Σουλτάνο. Δεν θα μιλούν κατά της ελευθερίας. Δεν θα λέγουν ότι το σύνταγμα του Ρήγα Φεραίου ήταν αντίθετο προς τα ορθόδοξα χριστιανικά δόγματα. Δεν θα αφορίζουν τον Έλληνα όταν λέγει ότι είναι Έλληνας. Δύσκολα πράγματα βέβαια, την μία ημέρα να λες τούτο και την άλλη το αντίθετο, αλλά θα το επιτύχουν ιεράρχες μας.

Παλαιότερα οι προκάτοχοι τους κατέστρεψαν ολόκληρο αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, διέλυσαν με τις θρησκευτικές τους διενέξεις την βυζαντινή αυτοκρατορία, κατακρεούργησαν χιλιάδες Ελλήνων και άλλα φρικιαστικά, δεν θα μπορέσουν τώρα να αλλάξουν και να προσαρμοσθούν στη νέα κατάσταση πραγμάτων; Θα αλλάξουν και θα προσαρμοσθούν. Θα εξακολούθηση βεβαίως ο κόσμος να είναι για τους ιεράρχες πεδίο δράσεως του διαβόλου, και ως εκ τούτου, για να σώσουν τους πιστούς, θα αγωνίζονται όχι μόνο κατά των απειράριθμων αμαρτιών αλλά και κατά πάντων των Σατανάδων, Ιεχωβάδων, Εβραίων, Αντίχριστων, Φράγκων, αιρετικών, Βολταίρων, Κοραήδων, Παπικών, Τεκτόνων, Μασόνων, Ευρωπαϊστών, (χυδαϊστί: Ευρωλιγούρηδων) και μυρίων άλλων αποκρουστικών απίστων και επικινδύνων εχθρών του γένους και της Ορθοδοξίας σε Ανατολή και Δύση, σπέρνοντας έτσι -πάντοτε στο όνομα της θρησκείας της αγάπης- το μίσος στις ψυχές των ανθρώπων. Ανοχή καμμιά! Για τους ιεράρχες ο βίος χωρίς εχθρούς, από τους οποίους επωμίζονται το χρέος να μας σώσουν, φαίνεται να είναι αβίωτος!

Ταυτοχρόνως, για να παρουσιάσουν στον λαό ένα κοινωνικό πρόσωπο, θα επιδεικνύουν αμέριστο το ενδιαφέρον τους για το νέα προβλήματα, πού απασχολούν τους ανθρώπους και μάλιστα τους νέους: Έιντζ, ναρκωτικά, επιθετικότητα, παιδεία, περιβάλλον κ.λπ. διεισδύοντας έτσι και σε θέματα αρμοδιότητος του κράτους. Οι ιεράρχες αναγκαστικώς έχουν αποδεχτεί την κατάσταση πραγμάτων, που διεμορφώθη στην Ελλάδα μετά την εθνεγερσία του 1821 και γίνονται τώρα οι ειλικρινέστεροι, φλογερώτεροι, ενθουσιωδέστεροι άλλα και οι φανατικότεροι οπαδοί και υπερασπιστές του Ελληνισμού! (ανάγκη και θεοί πείθονται). Καθώς όμως προσμειγνύουν τον Ελληνισμό με την Ορθοδοξία, δημιουργούν εύλογες απορίες, αμηχανία τρομερή άλλα και σύγχυση αθεράπευτη στα πνεύματα των ανθρώπων, διότι:

α) Οι μεν σημερινοί λάτρεις της Ρωμιοσύνης γνωρίζουν ότι στο Βυζάντιο οι τότε ιεράρχες δεν θεωρούσαν καλούς ορθοδόξους χριστιανούς τους ελληνίζοντας, εκείνους δηλαδή πού ήσαν Έλληνες, λάτρεις του πολιτισμού των αρχαίων Ελλήνων προγόνων, και τους αφόριζαν και

 β) Οι δε σημερινοί λάτρεις του αρχαίου και νέου Ελληνισμοϋ, κινδυνεύουν να μη θεωρούνται κατά τους ιεράρχες καλοί Έλληνες, αν δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι!

Οι προσαρμογές αυτές των ιεραρχών θυμίζουν τις «Οβιδιακές Μεταμορφώσεις» αλλά και το διήγημα του Τσέχοφ «Ο Χαμαιλέων». Τί να κάνουμε; Έτσι είναι ο κόσμος! Όλοι μας αλλάζουμε με τον χρόνο και κατά τις περιστάσεις! Και ενώ προσαρμόζονται οι ιεράρχες εύκολα στις νέες απαιτήσεις των καιρών, παραλείπουν επιμόνως μερικά πράγματα, πού θα τους τιμούσαν: Δεν εξηγούν λ.χ. στον ελληνικό λαό γιατί οι προκάτοχοί τους στο Βυζάντιο έδιωξαν τους Έλληνες, χλεύασαν την σοφία τους, κατέστρεψαν τα μνημεία, κατήργησαν την ελληνική παιδεία. Ούτε αναζητούν λ.χ. τις τοποθεσίες όπου ο Άλάριχος, συνεργαζόμενος με τους μοναχούς και τον κλήρο της εποχής εκείνης, έσφαξε ήβηδόν τους Έλληνες, η δε Αγία Θεοδώρα παλούκωσε 100.000 Έλληνες, ώστε να μεταβούν εκεί και να αποθέσουν δύο λουλούδια.

Δεν αισθάνονται την ανάγκη να καυτηριάσουν τα εγκλήματα πού οι κληρικοί εκείνοι διέπραξαν κατά του Ελληνισμού και να ζητήσουν, για τις πράξεις εκείνων των συναδέλφων τους, συγγνώμη από το ελληνικό έθνος (ο πάπας Παύλος Β’ ζήτησε ήδη συγγνώμη για τους διωγμούς, τις καταστροφές και τις πιέσεις πού επί δέκα και πλέον αιώνες διέπραξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία [Καθημερινή, 15 Μαρτίου 2000]). Αυτά βεβαίως απαιτούν γενναιότητα ψυχής, την οποία φαίνεται ότι έχουν οι ιεράρχες, όταν τους βλέπουμε να αγορεύουν από του άμβωνα. Ας πουν επί τέλους οι ιεράρχες στον ελληνικό λαό γιατί τότε στο Βυζάντιο οι προκάτοχοί τους εξύβριζαν και χλεύαζαν τους Έλληνες και την σοφία τους, ενώ τώρα λέγουν και πράττουν άλλα…
-------------------
* Ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» επινοήθηκε το 1852 από τον Επτανήσιο λόγιο Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο. Ο Ζαμπέλιος υπήρξε ο εισηγητής της σύνδεσης αρχαίας Ελλάδας – Βυζαντίου – νεώτερης Ελλάδας. Το Βυζάντιο, το οποίο θεωρείτο από τον Διαφωτισμό ως ολέθρια περίοδος οπισθοδρόμησης και ρήγματος στην πορεία του ελληνισμού, προβάλλεται τώρα ως το αντίθετο δηλαδή, ως το ιστορικό μόρφωμα, που διατήρησε τον ελληνισμό και τον πολιτισμό του. Αυτή την άποψη περί Ελληνικής Ιστορίας καθιέρωσε ο Παπαρρηγόπουλος ως επίσημη, στη νεοελληνική συνείδηση. Ενώ, επίσης το 1852, ακούγεται από τον Θ. Ζαΐμη στη Βουλή το ανιστόρητο ότι, «η Εκκλησία διατήρησε την εθνική και πνευματική ενότητα του ελληνισμού [και] στα χρόνια της δουλείας». Τα σημάδια της αναβίωσης του θρησκευτικού πνεύματος, ήταν πολλαπλά και, πράγμα πιο σημαντικό, ήταν ανιχνεύσιμα σε όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας: στην επίσημη κρατική πολιτική, στη πνευματική ζωή και στη λαϊκή παράδοση. Το κράτος αναγνώρισε επίσημα τη ρύθμιση του εκκλησιαστικού ζητήματος με ειδικό νόμο το 1852, ο οποίος αναγόρευε τη σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σε θεματοφύλακα της πνευματικής και εθνικής ενότητας. Εγκύκλιος της 17/1/1853 του υπουργού «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως» Σταύρου Βλάχου, κάνει λόγο για την αναγκαιότητα του τακτικού εκκλησιασμού, όχι μόνο των μαθητών, αλλά και των διδασκόντων. Επίσης, μια άλλη υπουργική εγκύκλιος του 1854 διατάσσει την επαναφορά στα δημοτικά σχολεία της χρήσης βιβλίων, που ήδη τότε θεωρούνταν ξεπερασμένα, δίνοντας έμφαση στην Οκτώηχο και το Ψαλτήρι. Επίσης απαιτούνταν από τους μαθητές, εκτός από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες του εσπερινού του Σαββάτου και της θείας λειτουργίας της Κυριακής, να παρακολουθούνται και αυτές των εορτάσιμων ημερών. Με την εγκύκλιο του 1857 επιτρέπεται(!) στους μαθητές να εκκλησιάζονται στο ναό του τόπου κατοικίας τους και όχι απαραίτητα στο ναό, που επιλέγεται από το σχολείο. Το 1874 εισάγεται στη Βουλή, το ισχύον και σήμερα, επαίσχυντο νομοσχέδιο βάσει του οποίου μπορεί ένας ιερέας να είναι και δημοδιδάσκαλος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, στην εκατονταετή αναμέτρησή της με τον νεοελληνικό Διαφωτισμό, η χριστιανορθόδοξη θεοκρατία μπορεί να αισθάνεται νικήτρια. Το Αυτοκέφαλο έμεινε κενό γράμμα και δεν μπόρεσε να την εμποδίσει από το να κατακτήσει ξανά ένα κράτος-υπηρέτη. Έκτοτε οι πολιτικοί του την τρέμουν (βλ. «πολιτικό κόστος»). Τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεν καταρτίζονται, αν δεν τεθούν προηγουμένως υπό την επίβλεψή της. Δεν υπάρχει σχεδόν καμμία μορφή δημόσιας συζήτησης, (π.χ. τηλεοπτικής) για σχεδόν οποιοδήποτε ζήτημα, στην οποία να μην συμμετέχει έστω ένας ιερωμένος και στην οποία να μην ζητηθεί παρακαλεστά η ετυμηγορία του. Κάθε δημιουργική δύναμη και κάθε άξιο λόγου πνεύμα σε αυτή τη χώρα, θα τη βρίσκει εμπόδιο στον δρόμο του. Έκτοτε θα ευλογεί όλες τις εξάρσεις οπισθοδρόμησης, όποτε εκδηλώνονται: από τους αφορισμούς κατά των εξεγερμένων του 1805 και του 1821 μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά το 1936-1941, την πλήρη εισαγωγή της χώρας στον εθνοσωτήριο γύψο της στρατιωτικής «επανάστασης» του 1967-1974, αλλά και μέχρι σήμερα, η ελληνοχριστιανική απάτη αποτελεί το μόνιμο θεωρητικό υπόβαθρο της δράσης του νεοβυζαντινού σκοταδισμού.
 

Το φάρμακο παραμένει το ίδιο: Ξύπνα!

Έχεις προσπαθήσει να μην είσαι θυμωμένος, αυτό είναι κάτι που το έχεις αποφασίσει πάρα πολλές φορές, όμως εξακολουθεί να συμβαίνει. Έχεις προσπαθήσει να μην είσαι άπληστος, όμως πέφτεις στην παγίδα ξανά και ξανά. Έχεις προσπαθήσει κάθε είδους πράγμα για να αλλάξεις τη ζωή σου, μα δεν φαίνεται να συμβαίνει ποτέ τίποτα. Εσύ παραμένεις ο ίδιος.

Κι εδώ εγώ λέω ότι υπάρχει ένα απλό κλειδί – η επίγνωση.

Εσύ όμως δεν μπορείς να το πιστέψεις. Πώς μπορεί η επίγνωση να βοηθήσει, απλώς και μόνο η επίγνωση, όταν τίποτε άλλο δεν έχει μπορέσει ποτέ να βοηθήσει;

Τα κλειδιά είναι πάντοτε πολύ μικρά. Τα κλειδιά δεν είναι μεγάλα αντικείμενα.

Ένα μικρό κλειδί μπορεί να ανοίξει μια μεγάλη κλειδαριά.

Όταν οι άνθρωποι ρωτούσαν τον Βούδα, “τι θα πρέπει να κάνω για να μην είμαι θυμωμένος ή τι θα πρέπει να κάνω για να μην είμαι άπληστος ή τι θα πρέπει να κάνω ή να μην κάνω για να μην έχω τέτοια εμμονή με το σεξ ή το φαγητό;” η απάντησή του ήταν πάντοτε η ίδια: Έχε επίγνωση.
Φέρε επίγνωση στη ζωή σου.

Ο μαθητής του, ο Ανάντα, ακούγοντας ξανά και ξανά κάθε είδους ανθρώπους, με διαφορετικά προβλήματα και τη συνταγή του γιατρού να παραμένει ίδια, μπερδεύτηκε και ρώτησε τον Βούδα: “Οι άνθρωποι φέρνουν κάθε είδους αρρώστιες. Άλλος φέρνει απληστία, άλλος φέρνει το σεξ, άλλος φέρνει το φαγητό, άλλος φέρνει κάτι άλλο. Η συνταγή σου όμως παραμένει πάντοτε ίδια!”

Και ο Βούδας είπε: “Οι αρρώστιες τους είναι διαφορετικές, όπως ακριβώς οι άνθρωποι ονειρεύονται διαφορετικά όνειρα”.

Αν δύο χιλιάδες άνθρωποι κοιμούνται, θα έχουν δύο χιλιάδες όνειρα.

Αν όμως έρθεις σ’ εμένα και με ρωτήσεις πώς να απαλλαγείς από αυτό το όνειρο, το φάρμακο παραμένει το ίδιο: Ξύπνα!

Δεν πρόκειται να είναι κάτι διαφορετικό. Μπορείς να το ονομάσεις εγρήγορση, μπορείς να το ονομάσεις επίγνωση, μπορείς να το ονομάσεις παρατήρηση, μπορείς να το ονομάσεις ενθύμηση, μπορείς να το ονομάσεις διαύγεια.

Αυτά είναι διαφορετικά ονόματα για το ίδιο φάρμακο.

Πώς ένας προκλητικός χορός επηρέασε την Ιστορία

Πολλές φορές μικρά, ασήμαντα σε πρώτη ματιά, επεισόδια της Ιστορίας, συχνά επηρεάζουν αποφασιστικά την εξέλιξή της. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Ιπποκλείδη. Μας την αφηγείται ο παππούς Ηρόδοτος, ο πατέρας της Ιστορίας σίγουρα.

Ο Ηρόδοτος, βέβαια, ανυποψίαστος για την παγκόσμια σημασία του συγκεκριμένου γεγονότος, ανίδεος ακόμη για τα DNA και τα γονίδια, για τα σπερματοζωάρια που κυνηγάνε το συγκεκριμένο ωάριο για να το γονιμοποιήσουν, οδηγώντας τα πράγματα στο αναπότρεπτο αποτέλεσμα, διηγείται το επεισόδιο με συγκινητική αθωότητα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να φανταστεί ότι ένα μεθύσι και ένας προκλητικός χορός, ένας κόρδακας, θα ήταν ικανός να επηρεάσει την παγκόσμια Ιστορία.

Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ενθουσιασμένος από τη νίκη του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 576 π.Χ., ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης, γιος του Αριστωνύμου, ανακοινώνει πανηγυρικά στους Πανέλληνες ότι σκοπεύει να παντρέψει την κόρη του Αγαρίστη και καλεί όλους τους νέους από τις πιο επιφανείς οικογένειες του ελληνικού κόσμου να σπεύσουν στη Σικυώνα, για να διαλέξει ανάμεσά τους τον πιο άξιο.

Πλήθη εκλεκτών νέων συγκεντρώθηκαν στην ένδοξη τότε Σικυώνα, καθένας με τις ελπίδες και τις φιλοδοξίες του. Έναν ολόκληρο χρόνο τούς φιλοξένησε ο τύραννος πλουσιοπάροχα και παρακολουθούσε τις εκδηλώσεις και τις αντιδράσεις τους. Γρήγορα ξεχώρισαν ανάμεσά τους οι δύο καλύτεροι, ο Ιπποκλείδης, πλούσιος και ωραίος Αθηναίος, γιος του Τεισάνδρου, που συγγένευε με τους Κυψελίδες της Κορίνθου, και ο Μεγακλής, γιος του Αλκμέωνος, από τη μεγάλη αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμεωνιδών.

Τελικά ο Κλεισθένης ξεχώρισε τον Ιπποκλείδη, που υπερείχε σε όλα και αυτόν είχε στο νου του, όταν ήρθε η ώρα να αναγγείλει την απόφασή του. Στη λαμπρή γιορτή της μοιραίας βραδιάς, με τα πλούσια εδέσματα, τα κρέατα από τα εκατό βόδια που θυσιάστηκαν για την περίπτωση και το άφθονο κρασί, ήρθαν στο κέφι οι υποψήφιοι μνηστήρες, όπως και όλοι οι Σικυώνιοι που συμμετείχαν στις χαρές της αρχοντοπούλας.

Μεθυσμένος ο Ιπποκλείδης, ζήτησε να του παίξουν ένα σκοπό και άρχισε να χορεύει τον κόρδακα, ένα χορό στον οποίο οι χορευτές κουνούσαν προκλητικά τους γοφούς τους, κάτι σαν ένα τολμηρό τσιφτετέλι. Στο τέλος, ξάπλωσε με την πλάτη πάνω στα τραπέζια και άρχισε να τινάζει το πόδια του στον αέρα. Ο Κλεισθένης έμεινε αποσβολωμένος, καθώς δεν μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη.

- Με το χορό σου έχασες την τύχη σου, Ιπποκλείδη, του φώναξε τελικά.

Και ο Ιπποκλείδης, μέσα στη γενική ευθυμία, του απάντησε με τη φράση που... άλλαξε τον κόσμο:

- Ου φροντίς Ιπποκλείδηι.

- Σκασίλα μου, εξηγούν... κόσμια οι μεταφραστές. Το νόημα είναι πιο βαρύ... Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η ιστορική σημασία του γεγονότος είναι ακόμη πιο βαριά. Και να γιατί.

Η Αγαρίστη, μετά την απογοήτευση του Κλεισθένη, αναγκάστηκε να παντρευτεί τον Μεγακλή. Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο Κλεισθένης, ο περίφημος μεταρρυθμιστής και θεμελιωτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, του πρωτοφανέρωτου τότε πολιτικού συστήματος, που επηρεάζει την ιστορία του κόσμου μέχρι σήμερα. Ο δεύτερος γιος τους, ο Ιπποκράτης, έγινε παππούς του Περικλή, από το γάμο της κόρης του Αγαρίστης (από το όνομα της γιαγιάς της) και του Ξάνθιππου, γιου του Αρίφρονα από το Δήμο Χολαργού. Στον γιο του, τον Περικλή, όμως, στις φιλοδοξίες και στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του, οφείλεται το μεγαλείο της Αθήνας με τα ασύγκριτα έργα της Ακρόπολης, με τον Παρθενώνα, τα Προπύλαια, το Ωδείο, το Θέατρο και όλα αυτά που οδήγησαν στο Χρυσό Αιώνα, στη λάμψη του ελληνικού πολιτισμού, πάνω στον οποίο στηρίζεται ακόμη και σήμερα ο παγκόσμιος πολιτισμός, όσο και αν κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.

Εμείς, τώρα, που γνωρίζουμε τόσο πιο πολλά από τον Ηρόδοτο, ξέρουμε τη σημασία των συνδυασμών γονιδίων και DNA, ξέρουμε την επίδρασή τους στην εξέλιξη της Ιστορίας. Από τέτοιους πολύπλοκους συνδυασμούς γεννήθηκε ο Περικλής και δικά του όνειρα ήταν τα έργα της Ακρόπολης.

Χωρίς το χορό του Ιπποκλείδη, λοιπόν, δεν θα υπήρχε ο Κλεισθένης και η Δημοκρατία. Χωρίς τον Περικλή, σίγουρα δεν θα υπήρχε Παρθενώνας, κορυφαίο μνημείο, ορόσημο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα πράγματα είναι απλά... Πώς να μη σκεφτεί κανείς, λοιπόν, τον Ιπποκλείδη και τον ξέφρενο χορό του, όταν ατενίζει τον Παρθενώνα, περήφανο και λουσμένο στο φως του ήλιου; Υποψιαζόταν, άραγε, πού οδηγούσε τον κόσμο κουνώντας προκλητικά τους γοφούς του; Μάλλον όχι. Καλά το είπε λοιπόν ο άνθρωπος!

Οι άνθρωποι «κρύβονται» πίσω από τις αλλαγές στις εποχές

Συγκεντρώνοντας και αναλύοντας στοιχεία που προέρχονται από τους δορυφόρους για τα τελευταία 40 χρόνια, οι επιστήμονες κατέληξαν για πρώτη φορά στο συμπέρασμα πως οι άνθρωποι έχουν καταφέρει να επιδράσουν και να αλλάξουν την πορεία των εποχών, κυρίως επηρεάζοντας τη θερμοκρασία.

Μάλιστα, οι συγγραφείς της νέας μελέτης φαίνονται αρκετά πεπεισμένοι για το νέο τους εύρημα και δίνουν «πιθανότητες περίπου 5 σε 1 εκατομμύριο» αυτές οι αλλαγές να συμβαίνουν φυσικά και χωρίς ανθρώπινη επίδραση.

Οι επιστήμονες αναζητούν συνεχώς τα «δακτυλικά αποτυπώματα» της ανθρώπινης επίδρασης στις μελέτες τους προσπαθώντας να εξηγήσουν την αυξανόμενη θερμοκρασία του πλανήτη, την ταχεία αλλαγή στην Ανταρκτική αλλά και τη σύσταση των ωκεανών.

Το συμπέρασμα που εξήχθη από την προκείμενη έρευνα από τους επιστήμονες του Εθνικού Εργαστηρίου Lawrence Livermore, με επικεφαλής τον Μπεν Σαντερ, είναι ο ανομοιογενής ρυθμός αλλαγής των εποχών στην ατμόσφαιρα, πάνω από τις εύκρατες ζώνες των βόρειων και νότιων ημισφαιρίων.

Ενώ η υπερθέρμανση του πλανήτη δεν αποτελεί καινούριο φαινόμενο, τα καλοκαίρια στην τροπόσφαιρα θερμαίνονται ταχύτερα από τους χειμώνες. Εδώ και χρόνια οι ερευνητές μετρούσαν τα κατώτερα και ανώτερα επίπεδα των μηνιαίων θερμοκρασιών. Στα πρώτα χρόνια των μετρήσεών τους, οι διακυμάνσεις στις θερμοκρασίες ήταν μικρές. Μέχρι το τέλος, όμως, του συνόλου των δεδομένων που ελέγχθηκαν το 2016, οι διακυμάνσεις ήταν σημαντικά μεγαλύτερες.

«Υπάρχουν πολλά δεδομένα που δείχνουν ότι ο κύκλος των εποχών μεταβάλλεται, αν και είναι ένα στοιχείο που εντοπίζεται καθημερινά, όπως στα δέντρα που ανθίζουν νωρίτερα», σημειώνουν οι επιστήμονες.

Οι Άβαντες του Ελεφήνορα και οι ωραίες της Έδεσσας

Στο πρώτο μείζον γραπτό μνημείο της Ελληνικής γραμματολογίας, την Ιλιάδα, οι Άβαντες της Εύβοιας εισέρχονται πολεμόχαροι και εν πλήρει εξαρτήσει, παραταγμένοι πίσω από τον αρχηγό τους, τον Ελεφήνορα, γιο του Χαλκώδοντα.

Μεταφράζω από το Β΄ της Ιλιάδας, στίχοι 536-545, όπου παρατάσσονται οι αρχηγοί των Αχαιών:

Κι εκείνοι που κατείχαν την Εύβοια, ξεφυσώντας μανιασμένα[1], οι Άβαντες,
την Χαλκίδα, την Ερέτρια, και την Ιστιαία με τα πολλά σταφύλια[2]
την παραθαλάσσια Κήρυνθο και την ψηλή πόλη του Δίου,
κι εκείνοι που κατείχαν την Κάρυστο, κι εκείνοι που κατοικούσαν τα Στύρα,
και σ’ αυτούς ηγεμόνευε ο Ελεφήνωρ, απόγονος του Άρη,
γιος του Χαλκώδοντα, αρχηγός των γενναίων Αβάντων.
Αυτόν ακολουθούσαν οι Άβαντες, γρήγοροι στα πόδια και τα μαλλιά μακριά πίσω[3]

ορμητικοί στον πόλεμο εκ του συστάδην, με προτεταμένα κοντάρια έτοιμοι
να ξεσκίσουν τους θώρακες στα στήθια των εχθρών,
και μαζί τον ακολουθούσαν και σαράντα καράβια μαύρα.

Ο Ελεφήνωρ σκοτώνεται στη μάχη, προς την αρχή της Ιλιάδας (στο Δ΄), και με μάλλον άδοξο θάνατο: την ώρα που πάει να γδύσει από τα άρματά του έναν νεκρό Τρώα (που τον είχε σκοτώσει άλλος), τον βρίσκει ένας Τρώας ακάλυπτο, του ρίχνει ένα βέλος και τον σκοτώνει, με αποτέλεσμα να γίνει νέα μάχη, για το δικό του πτώμα, πλέον:

Μεταφράζω από το Δ΄ της Ιλιάδας, στίχους 457-472.

Πρώτος ο Αντίλοχος σκότωσε τον πάνοπλο πολεμιστή των Τρώων,
τον Εχέπωλο, γιο του Θαλύση, λαμπρό ανάμεσα στους προμάχους,
και καθώς τον χτύπησε, πρώτα στην περικεφαλαία με την χαίτη από αλογότριχες,
η χάλκινη αιχμή καρφώθηκε στο μέτωπο, και πέρασε μέχρι μέσ’ απ’ το κόκαλο.
Κι εκείνου σκοτάδι του κάλυψε τα μάτια,
και γκρεμίστηκε σαν πύργος μέσα στην σφοδρή τη μάχη.

Και καθώς έπεσε[4], τον βούτηξε από τα πόδια ο βασιλιάς Ελεφήνορας,
ο γιος του Χαλκώδοντα, ο αρχηγός των γενναίων Αβάντων,
και τον τραβούσε έξω από την ακτίνα των βελών, στα γρήγορα να του αρπάξει τα όπλα.
Αλλά δεν βάστηξε πολύ η ορμή του.

Γιατί καθώς τον είδε να σέρνει τον νεκρό ο γενναίος Αγήνωρ,
κι εκεί που, σκύβοντας[5], άφησε εκτεθειμένα από την ασπίδα τα πλευρά του,
εκεί τον πέτυχε, με χάλκινο μυτερό βέλος,
και του’ λυσε τα μέλη.

Και καθώς του’ φυγε η ψυχή[6], γύρω του εκτυλίχθηκε
τρομερός αγώνας, ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς,
κι εκείνοι πέφταν σαν λύκοι ο ένας πά’ στον άλλο
κι άνδρας σκότωνε τον άντρα.

Τα παραπάνω δεν συνιστούνε τον Ελεφήνορα ως πολεμιστή πρώτης γραμμής. Στις τρεις τάξεις των πολεμιστών που εμφανίζονται στην παραπάνω σκηνή, οι δύο, ο Αντίλοχος, που σκοτώνει τον Εχέπωλο, και ο Αγήνωρ, που σκοτώνει τον Ελεφήνορα, είναι υψηλότερης τάξης.

Ο Αντίλοχος είναι γιος του Νέστορα (ο Νέστορας τον θρηνεί ακόμα, έντεκα χρόνια μετά, στο γ΄ της Οδύσσειας) και, μετά τον θάνατο του Πάτροκλου, γίνεται ο στενότερος συνεργάτης του Αχιλλέα. Σκοτώνεται σε μια από τις τελευταίες μάχες του Τρωικού πολέμου (που περιγραφόταν στο χαμένο, για μας, έπος «Αιθιοπίδα»), με ηρωϊκό θάνατο, όχι τρέχοντας να γδύσει νεκρό, όπως εδώ ο Ελεφήνορας, αλλά να γλυτώσει τον πατέρα του, τον Νέστορα από την επίθεση του θηριώδους Αιθίοπα συμμάχου των Τρώων, του Μέμνονα. Σκοτώνει τον Αντίλοχο ο Μέμνονας, τρέχει ο Αχιλλέας, σκοτώνει τον Μέμνονα, παίρνει φαλάγγι τους Τρώες, φτάνει στις πύλες της Τροίας, κι εκεί τον σκοτώνει ο Απόλλων, με βέλος που του ρίχνει ο Πάρης. Γίνεται, βέβαια, μάχη για το σώμα του Αχιλλέα, το οποίο σώζουν ο Αίας και ο Οδυσσέας – οι οποίοι τσακώνονται, μετά, μεταξύ τους για τα όπλα του. Στο ακρωτήριο Σίγειο είχαν μαζί τους τάφους του Αχιλλέα, του Πάτροκλου και του Αντίλοχου, εκεί προσκύνησε ο Μεγαλέξανδρος περνώντας στην Μικρασία, εκεί και θυσιάζανε στους τρεις ήρωες ακόμα στα χρόνια του Στράβωνα[7].

Ούτε κι ο Αγήνωρ, που σκοτώνει εδώ τον Ελεφήνορα, είναι τυχαίος. Γιος του Αντήνορα – ο οποίος συμβούλευε σοφά τους Τρώες, όπως ο Νέστορας τους Αργείους – φτάνει να μονομαχήσει μέχρι και με τον Αχιλλέα, από τα χέρια του οποίου τον γλυτώνει, την τελευταία στιγμή, ο Απόλλων. Στην άλωση της Τροίας (η οποία περιγραφόταν στο, επίσης χαμένο για μας έπος «’Ιλίου πέρσις») πιθανώς τον σκοτώνει ο Νεοπτόλεμος.

Ο Εχέπωλος του Θαλύση που σκοτώνεται πρώτος εδώ, είναι, αντίθετα, ένα αναλώσιμο όνομα, χωρίς ιστορία, πέρα από τον θάνατό του από το κοντάρι του Αντίλοχου και τον θάνατο του Ελεφήνορα πάνω από το σώμα του.

Σε κάθε περίπτωση, η λεία, το πλιάτσικο, για το οποίο σκοτώνεται εδώ ο Ελεφήνωρ είναι απολύτως μέσα στα ήθη του πολέμου, και σ’ αυτό αρχηγός ήταν ο ίδιος ο Αχιλλέας (πλαζόμενοι κατά ληίδ’, όπη άρξειεν Αχιλλεύς, θα θυμάται αργότερα, ο Νέστωρ)[8].

Αν η Ιλιάδα εκτυλίσσεται στο ένατο έτος του πολέμου, ο Ελεφήνωρ εννιά χρόνια πολεμούσε, προφανώς ευδόκιμα, και μαζί και οι Άβαντές του, επαγγελματίες, πλέον, πολεμιστές, μένεα πνείοντες και με τα κεφάλια ξυρισμένα μπροστά και με χαίτες στο πίσω μέρος. Και στα εννιά χρόνια, ο Ελεφήνωρ σκοτώνεται, στο Δ΄ της Ιλιάδας. Οι Άβαντες, χωρίς τον αρχηγό τους, μείναν να πολεμούν μέχρι το τέλος, συμμετείχαν στην Ιλίου πέρσιν (στο δέκατο έτος) και, μετά την άλωση της Τροίας, μπήκαν στα πλοία τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, οπότε γνώρισαν τον δικό τους «νόστον λυγρόν»[9].

Για τον νόστο των Αβάντων του Ελεφήνορα μας ενημερώνει [10]:

Μετά δε την Ιλίου πόρθησιν Μενεσθεύς, Φείδιππός τε, και Άντιφος, και Ελεφήνωρ, και Φιλοκτήτης μέχρι Μίμαντος κοινή έπλευσαν.

Συνεπώς, μετά την πόρθηση του Ιλίου, ο Μενεσθέας, ο Φείδιππος, ο Άντιφος, ο Ελεφήνωρ και ο Φιλοκτήτης, προφανώς με τα πλοία τους και τους άντρες που τους μείναν ζωντανοί, και τα τρόπαιά τους[11], πλεύσανε μαζί μέχρι τον Μίμαντα.

Μίμας είναι ακρωτήριο της Μικρασίας, απέναντι από την Χίο. Εκεί χωρίζουν οι ομάδες των Ελλήνων.

Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται σαν ο Ελεφήνωρ να ζει για να συμμετάσχει στην άλωση της Τροίας και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής, αλλά το διευκρινίζει αμέσως μετά:

Ελεφήνορος δε αποθανόντος εν Τροία, οι συν αυτό εκριφθέντες περί τον Ιόνιον κόλπον, Απολλωνίαν ώκησαν την εν Ηπείρω.

Δηλαδή: και ενόψει του ότι ο Ελεφήνωρ είχε πεθάνει στην Τροία, οι συμπολεμιστές του, αφού ναυάγησαν σε κάποια ακτή του Ιονίου πελάγους, εγκαταστάθηκαν στην Απολλωνία της Ηπείρου.

Το ότι σε δύο προτάσεις, στην μία ο Ελεφήνωρ παρουσιάζεται ζωντανός και να επιστρέφει, και στην άλλη να έχει πεθάνει στην Τροία, δεν είναι να μας εκπλήσσει. Κι άλλοι ήρωες, στην μία μυθολογική παραλλαγή σκοτώνονται στην Τροία, σε άλλη εμφανίζονται να επιβιώνουν και να «επιστρέφουν», συχνά ιδρύοντας μια καινούργια πατρίδα, και μένοντας να πεθάνουν και να θαφτούνε (και) εκεί. Ανάμεσα στις παραλλαγές αυτές, η Ομηρική λειτουργεί ως οργανωτικός κανόνας, αφού τα ομηρικά έπη επιβάλλονται ως η πλέον γνωστή «πηγή» για το «τι συνέβη» πράγματι στα πρόσωπα της Τρωϊκής ιστορίας. Η διευκρίνιση, Ελεφήνορος δε αποθανόντος εν Τροία, δείχνει ότι και εδώ η κύρια παραλλαγή είναι αυτή που θέλει τον Ελεφήνορα να σκοτώνεται, όπως το αφηγείται ο Όμηρος στο Δ΄ της Ιλιάδας.

Οι Άβαντες του Ελεφήνορα θα αποτελέσουν μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ομάδες πολεμιστών που θα περιπλανηθούν στον τότε γνωστό κόσμο χωρίς τον αρχηγό τους. Άλλες ομάδες που θα μνημονεύσουμε εδώ, είναι οι Λοκροί του Αίαντα του Λοκρού, μετά τον πνιγμό του τελευταίου βόρεια της Εύβοιας, και ο συγκινητικός μύθος για τους συντρόφους του Διομήδη που, μετά τον θάνατο του αρχηγού τους, μεταμορφώθηκαν σε γλαροπούλια – τα λεγόμενα και Diomedeae – και κάθε χρόνο μαζεύονταν και του περιποιόνταν τον τύμβο, καθαρίζοντάς τον από τα νεκρά φύλλα.

Στην ιστορία που μας διασώζεται, συνεπώς, οι Άβαντες του Ελεφήνορα εξόκειλαν στην Απολλωνία της Ιλλυρίας, τότε Ήπειρο, σήμερα στην Αλβανική ακτή. Εκεί, φαίνεται, αφού τα πλοία καταστράφηκαν, οι άντρες, οι μένεα πνέοντες πολεμιστές του Ελεφήνορα, χωρίς τον αρχηγό τους, μείναν για λίγο στην Ηπειρωτική Απολλωνία, με τους Ιλλυριούς.

Από κει και πέρα, την ιστορία μας διασώζει ο Στράβων (10.1.15)

Των δ’ εκ Τροίας επανιόντων Ευβοέων τινές εις Ιλλυριούς εκπεσόντες, αποβαίνονες οίκαδε δια της Μακεδονίες περί Έδεσσαν έμειναν, συμπολεμίσαντες τοις υποδεξαμένοις, καὶ ἔκτισαν πόλιν Εὔβοιαν.

Από τους Άβαντες του Ελεφήνορα, εκείνοι που εξόκειλαν στην Ιλλυρία, ξεκίνησαν με τα πόδια να γυρίσουν την Εύβοια. Καθώς περνούσαν από την Έδεσσα της Μακεδονίας, οι ντόπιοι τους κάλεσαν να πολεμήσουν στο πλευρό τους, σε κάποιον τοπικό πόλεμο που είχαν. Επαγγελματίες πολεμιστές … εμπειροπόλεμοι, βετεράνοι του Τρωικού πολέμου, οι Άβαντες του Ελεφήνορα, πολέμησαν, στο πλευρό των Εδεσσαίων, και νίκησαν, κι εκεί έμειναν με τους ντόπιους, κάναν, προφανώς, οικογένειες και έχτισαν μια πόλη, που την ονόμασαν Εύβοια, να τους θυμίζει την πατρίδα τους[12].

«Τινές» των εκ Τροίας επανιόντων Ευβοέων, λέει ο Στράβων. Εκτός από την Εύβοια της Μακεδονικής Έδεσσας, αναφέρονται κι άλλες. Εύβοια είχε, λέει ο Στράβων, και στην Σικελία, που έχτισαν οι Χαλκιδέοι. Στην Κέρκυρα και στην Λήμνο είχε επίσης πόλεις με αυτό το όνομα, και στο Άργος είχε ονομαστεί Εύβοια ένας λόφος[13].

Μπορούμε να δούμε στον χάρτη, έτσι, τους Άβαντες του Ελεφήνορα να σκορπίζονται, ταξιδεύοντας χωρίς τον αρχηγό τους, στις διάφορες περιοχές του αρχαίου γνωστού τότε κόσμου. Ένα νοητό δρομολόγιό του νόστου τους, με βάση τα δεδομένα του Στράβωνα, θα παρακολουθούσε τα σαράντα καράβια των Αβάντων της Ιλιάδας να φυλλορροούν σ’ ένα ταξίδι που παρακάμπτει την Εύβοια: στην Λήμνο θα πρέπει να φτάσαν πρώτα, μερικοί θα μείναν εκεί, στο Άργος[14], θα ονόμασαν «Εύβοια» τον λόφο όπου έστησαν τα παραπήγματά τους, στη συνέχεια θα περιέπλευσαν την Πελοπόννησο, σταματώντας κι αφήνοντας κόσμο στην Κέρκυρα, και φεύγοντας οι υπόλοιποι από εκεί, μπορούμε να τους δούμε να διασπώνται, ορισμένους να σαλπάρουν για βόρεια, ναυαγώντας στις απέναντι Ιλλυρικές ακτές, και είναι αυτοί που κατέληξαν στην Έδεσσα, πιθανώς ο κύριος όγκος τους, και ορισμένους προς τα δυτικά, να διαπλέουν την Αδριατική και να καταλήγουν – όπως τόσοι και τόσοι άλλοι ήρωες του Τρωικού πολέμου – στην Μεγάλη Ελλάδα – στην Σικελία και την Ιταλία.

Και όπου μέναν, χτίζαν πόλεις, που, από τη νοσταλγία της πατρίδας τους, τις ονόμαζαν Εύβοιες.

Δύο παρατηρήσεις εδώ: ο λυγρός νόστος των πορθητών της Τροίας – Αχαιών – είναι ο νόστος πολεμιστών που δεν είναι καλοδεχούμενοι στον τόπο τους, όταν γυρίσουν εκεί. Γι’ αυτό περιπλανώνται. Υπάρχει, βέβαια, η θύελλα που σκορπίζει τα πλοία βόρεια της Εύβοιας – από την οργή της Αθηνάς, για την βιαιότητα με την οποία οι Αχαιοί κατέστρεψαν την Τροία μόλις την κατέλαβαν – όπου πνίγεται ο βλάσφημος Αίαντας ο Λοκρός[15]. Όμως δεν εξηγεί η καταιγίδα αυτή τα πάντα. Ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα και πορθητής της Τροίας, με συμβουλή της γιαγιάς του της Θέτιδας, απέφυγε την θάλασσα, έκαψε τα πλοία του και επέστρεψε μέσω ξηράς. Ωστόσο, και εκείνου η πορεία (με-στο πλάι του-την Ανδρομάχη) είναι αυτή ενός αποίκου εις αναζήτηση γης για εγκατάσταση – περιπλανιέται στην Ελλάδα, βασιλεύει σε διάφορα μέρη, από την Μακεδονία μέχρι την Ήπειρο[16] περνώντας και από την Φθία, και συνεχίζει την περιπλάνησή του μέχρι που τον σκοτώνει στους Δελφούς ένας άλλος περιπλανώμενος – για διαφορετικό λόγο, εκείνος – ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα. Κι από τους πορθητές της Τροίας, όσοι φτάνουν νωρίς στον τόπο τους – όπως ο Διομήδης στο Άργος – διώχνονται, σε άλλους τόπους: εν τέλει, εκείνοι που εκπάτρισαν τους Τρώες, εκπάτρισαν μαζί και τους εαυτούς τους. Στις περιπλανήσεις τους εκείνες, Τρώες και Αχαιοί είναι συμφιλιωμένοι. Όταν, σε έναν ντόπιο πόλεμο της Ιταλίας, καλούν τον Διομήδη να πολεμήσει κατά των Τρώων, εκείνος δηλώνει ότι «έχει σκοτώσει αρκετούς Τρώες στη ζωή του» – και συμμαχεί με τους Τρώες. Στην γη που θα σκορπίσουν, Τρώες και Αχαιοί, θα χτίσουν πόλεις. Ορισμένες πόλεις χτίζονται μαζί, από Τρώες και Αχαιούς. Σε μια εκδοχή του μύθου, για παράδειγμα, που θέλει τον Οδυσσέα, μετά την μνηστηροφονία, να εκπατρίζεται και να πηγαίνει στην Ιταλία, την Ρώμη την χτίζουν μαζί ο Τρώας Αινείας και ο Οδυσσέας ο Ιθακήσιος.

Κι ακόμα: καθώς από τις αρχαίες πόλεις πολλές αναζητούσαν κάποιον μυθικό πρόγονο ανάμεσα στους ήρωες του Τρωϊκού πολέμου, έπαιρναν κάποιο από τα ονόματα της Ιλιάδας – ακόμα κι έναν δευτερεύοντα αρχηγό, και κάποιον που σκοτώνεται σε κάποια από τις φονικές μάχες του έπους – και τον ανακήρυσσαν ιδρυτή τους – και έδειχναν και τον τάφο του στα μέρη τους. Έτσι, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι τους Άβαντες του Ελεφήνορα – ή και τον Ελεφήνορα τον ίδιο – επέλεξαν να κηρύξουν οικιστές τους διάφορες πόλεις σε διάφορα μέρη της τότε Ελληνικής διασποράς. Σε κάθε περίπτωση, οι διάφορες Εύβοιες, που αναφέρει ο Στράβων, φαίνεται να αποτελούν ίχνη μιας πραγματικής οίκησης από Ευβοείς.

Μέσα σ’ αυτούς, από τους Άβαντες του Ελεφήνορα, εκείνοι που πόλεμον τολύπευσαν[17], κι αφού περιπλανήθηκαν ξεβράστηκαν στην ακτή της Ιλλυρίας, πλέον, χωρίς τα καράβια τους, χωρίς τον αρχηγό τους, αποφασίζουν να γυρίσουν στην Εύβοια, με τα πόδια και, κατεβαίνοντας στα Νότια, φτάνουν στην Έδεσσα (της Μακεδονίας), προσκαλούνται και συμμαχούν με τους ντόπιους σ’ έναν πόλεμό τους, νικούν και, επειδή τους αρέσει προφανώς το μέρος (γιατί όχι; νερά έχει, καταρράκτες, εύφορο έδαφος, ωραία θέα από τον Ψηλόνε Βράχο στον Λόγγο από κάτω, γεμάτο κυνήγι, λαγούς, μπεκάτσες, αγριογούρουνα – και όμορφες γυναίκες οι Εδεσσαίες), αποφασίζουν να μείνουν εκεί (πώς θα το βρίσκανε το νησί τους, αν γυρνούσαν; Θα είχε θέση γι’ αυτούς εκεί;) και αφομοιώνονται με τους ντόπιους, χτίζοντας και μια πόλη που την ονομάζουν Εύβοια, να τους θυμίζει την πατρίδα τους… μας μιλούν – με την δική τους ιστορία – απευθείας στην ψυχή μας.

Γιατί τώρα, σκεφτείτε ότι η οδός των Αβάντων έφτανε, από γη και θάλασσα, σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Από την άλλη μεριά, αν ψάξετε για μια οδό Αβάντων στην Έδεσσα, δεν έχει καν. Η ιστορία αυτή, εκεί, έχει ξεχαστεί.

Μόνο πού και πού, ως επ’ εσχάτων των χρόνων, κάποιος νεότερος Άβαντας ταξιδεύει στην Βόρεια Ελλάδα και παίρνει κάποια ωραία της Εδέσσης γυναίκα του[18], χωρίς, όπως φαίνεται, οι πρωταγωνιστές των νεωτέρων δρωμένων να έχουν πάντοτε συναίσθηση του ιστορικού τους αρχετύπου, της ιστορίας που επαναλαμβάνεται, λαθραία ακόμα κι απ’ τους ίδιους τους ήρωες της αναβίωσής της.
--------------------
[1] μένεα πνείοντες

[2] πολυστάφυλον

[3] όπιθεν κομόωντες

[4] ο Εχέπωλος,

[5] ο Ελεφήνορας

[6] του Ελεφήνορα.

[7] Περίπου 63 π.Χ. με 23 μ.Χ, δηλαδή περίπου στα χρόνια του Ιησού.

[8] Γυρνώντας πέρα δώθε για πλιάτσικο, με αρχηγό τον Αχιλλέα: γ΄ 106.

[9] α΄, 325-326, η θλιβερή επιστροφή των νικητών, ένα μοτίβο που δεσπόζει στην Οδύσσεια.

[10] Σχόλια στον Λυκόφρονα, 911.

[11] κτήματα … βαθυζώνους τε γυναίκας: τα λάφυρα και τις ασιάτισσες αιχμάλωτες, γ΄ 154.

[12] Οφείλω την ανασύνθεση της ιστορίας των Αβάντων του Ελεφήνορα στον Κακριδή – από τον Ε΄ τόμο της Ελληνικής Μυθολογίας της Εκδοτικής Αθηνών, 1990.

[13] ἦν δὲ καὶ ἐν Σικελίαι Εὔβοια Χαλκιδέων τῶν ἐκεῖ κτίσμα͵ ἣν Γέλων ἐξανέστησε͵ καὶ ἐγένετο φρούριον Συρακουσίων· καὶ ἐν Κερκύραι δὲ καὶ ἐν Λήμνωι τόπος ἦν Εὔβοια καὶ ἐν τῆι Ἀργείαι λόφος τις.

[14] Αφιλόξενο για ήρωες του Τρωικού πολέμου – ο βασιλιάς του, ο Διομήδης είχε ήδη διωχθεί κακήν κακώς από εκεί μόλις έφτασε, ο αρχιστράτηγος των Αχαιών, Αγαμέμνων, μόλις γύρισε κι αυτός, σκοτώθηκε με μπαμπεσιά από την γυναίκα του, δία Κληταιμνήστρη και τον δολομήτη εραστή της Αίγισθο.

[15] Αυτός, είχε βιάσει την Κασσάνδρα, σέρνοντάς την από το άγαλμα της Αθηνάς, όπου είχε καταφύγει για προστασία. Στην οργή της Αθηνάς για την ιεροσυλία αυτήν αποδίδεται η θύελλα που σκόρπισε τους Αχαιούς καθώς πλησίαζαν την Εύβοια – όπου πνίγηκε και ο Αίας ο Λοκρός, μεταξύ άλλων.

[16] Αυτός ήταν ο πρώτος Πύρρος της Ηπείρου, ήταν το άλλο του όνομα, από το πυρρό μαλλί του.

[17] επέζησαν του πολέμου (α΄ 245).

[18] Έστω, παλιννοστήσασα από τα ματωμένα χώματα της Μικρασίας – επιστροφή από τους Αλεξάνδρου του Φιλίππου και των Ελλήνων, πλην Λακεδαιμονίων – έτσι τονώθηκε, εξάλλου, και το Ελληνικό στοιχείο της νεότερης Μακεδονίας.

Η γενική σχετικότητα του Αϊνστάιν περνά τη δοκιμή και των μαύρων οπών

Στο κέντρο του Γαλαξία μας βρίσκεται μια μαύρη τρύπα 4 εκατομμυρίων ηλιακών μαζών που ονομάζεται Τοξότης Α *. Αυτό το βαρυτικό τέρας περιβάλλεται από μια ομάδα αστέρων που περιστρέφονται γύρω από αυτήν με μεγάλη ταχύτητα. Αυτό το ακραίο περιβάλλον το καθιστά ιδανικό μέρος για να εξερευνηθεί η φυσική της βαρύτητας και ιδιαίτερα για να δοκιμαστεί η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Νέες παρατηρήσεις από τρία ευαίσθητα όργανα στο Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο, επέτρεψαν τώρα στους αστρονόμους να ακολουθήσουν ένα από αυτά τα αστέρια, το S2, καθώς πέρασε πολύ κοντά στον Τοξότη A* τον Μάιο του 2018. Στο πλησιέστερο σημείο το S2 ήταν σε απόσταση περίπου 20 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα από τη μαύρη τρύπα και κινούνταν με ταχύτητα άνω των 15,5 εκατομμυρίων χιλιομέτρων ανά ώρα – σχεδόν 2,5% της ταχύτητας του φωτός.
 
Αυτή η προσομοίωση δείχνει τις τροχιές των αστέρων πολύ κοντά στον Τοξότη A* στην καρδιά του Γαλαξία. Ένα από αυτά τα αστέρια, το S2, κάνει μια τροχιά  κάθε 16 χρόνια και πέρασε πολύ κοντά στη μαύρη τρύπα τον Μάιο του 2018.

Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που παρατηρήσαμε το στενό πέρασμα του άστρου S2 γύρω από τη μαύρη τρύπα στο κέντρο του Γαλαξία. «Αλλά αυτή τη φορά, λόγω των πολύ βελτιωμένων οργάνων, είχαμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε το αστέρι με μία άνευ προηγουμένου ανάλυση,  με το όργανο SINFONI για τη μέτρηση της ταχύτητας του S2 προς και από τη Γη και το όργανο GRAVITY για να κάνουν εξαιρετικά ακριβείς μετρήσεις της αλλαγής θέσης του αστεριού, του σχήματος της τροχιάς του.
 
Στη συνέχεια οι ερευνητές συνέκριναν τις μετρήσεις τους, μαζί με προηγούμενες παρατηρήσεις του S2 χρησιμοποιώντας άλλα όργανα, με τις προβλέψεις της Νευτώνιας βαρύτητας, της γενικής σχετικότητας και άλλων θεωριών της βαρύτητας.
 
Τα νέα αποτελέσματα είναι ασυμβίβαστα με τις προβλέψεις του Νεύτωνα και σε εξαιρετική συμφωνία με τις προβλέψεις της γενικής σχετικότητας.
 
Μια καλλιτεχνικά απεικόνιση που δείχνει τη διαδρομή του S2 καθώς περνά πολύ κοντά στον Τοξότη A *. Καθώς πλησιάζει στη μαύρη τρύπα, το πολύ ισχυρό πεδίο βαρύτητας αναγκάζει το χρώμα του αστέρα να μετατοπιστεί ελαφρά προς το κόκκινο, αποτέλεσμα της γενικής θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν.
 
«Οι νέες μετρήσεις αποκαλύπτουν σαφώς ένα φαινόμενο που ονομάζεται βαρυτική ερυθρή μετατόπιση», ανέφεραν οι αστρονόμοι. «Το φως από το S2 τεντώνεται προς τα μεγαλύτερα μήκη κύματος από το πολύ δυνατό πεδίο βαρύτητας της μαύρης τρύπας.»
 
«Και η αλλαγή στο μήκος κύματος του φωτός από το S2 συμφωνεί ακριβώς με εκείνη που προβλέπεται από τη θεωρία της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν».
 
«Αυτή είναι η πρώτη φορά που αυτή η απόκλιση από τις προβλέψεις της απλούστερης Νευτώνειας θεωρία της βαρύτητας έχει παρατηρηθεί στην κίνηση ενός αστέρα γύρω από μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα».
 
Κατά τη διάρκεια της στενής διέλευσης του άστρου στην μαύρη τρύπα μπόρεσαν να εντοπίσουν ακόμη και την αχνή λάμψη γύρω από τη μαύρη τρύπα στις περισσότερες εικόνες, γεγονός που επέτρεψαν να ακολουθήσουν οι ερευνητές με ακρίβεια το αστέρι στην τροχιά του, τελικά οδηγώντας στην ανίχνευση της βαρυτικής μετατόπισης προς το ερυθρό στο φάσμα του S2.
 
Περισσότερα από εκατό χρόνια μετά τη δημοσίευση του εγγράφου που εξηγεί τις εξισώσεις της γενικής σχετικότητας , ο Albert Einstein αποδείχθηκε σωστός και πάλι – σε ένα πολύ πιο ακραίο εργαστήριο από ό, τι θα μπορούσε να φανταστεί.
 
Τα αποτελέσματα εμφανίζονται στο περιοδικό Astronomy & Astrophysics.

Ρητορεία και ρητορική: Τα στάδια σύνθεσης του λόγου

ἔργα τοῦ ῥήτορος
(opera oratoris, partes artis)
 
Σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, ο ρήτορας που επιδιώκει να πείσει το ακροατήριό του θα πρέπει καταρχάς να αναλογιστεί το γένος του λόγου του (αν πρόκειται για λόγο δικανικό, συμβουλευτικό ή επιδεικτικό), να συνειδητοποιήσει σε τι συνίσταται το θέμα του -και σε ποια στάσιν εμπίπτει ο λόγος- και επιπλέον, κυρίως στην περίπτωση μιας δικανικής υπόθεσης, να εκτιμήσει αν πράγματι μπορεί με τον λόγο του να εκπροσωπήσει ικανοποιητικά την πλευρά που ο ίδιος υποστηρίζει. Μετά την κατανόηση του θέματος (intellectio) θα προχωρήσει στη βαθύτερη επεξεργασία του, που προβλέπει πέντε στάδια. Πρόκειται για τα ακόλουθα ἔργα τοῦ ῥήτορος (opera oratoris, συχνά, αν και όχι αποκλειστικά, χρησιμοποιείται για τη συνοπτική αναφορά σε αυτά ο όρος μέρη τῆς τέχνης ή μέρη τῆς ῥητορικῆς): εὕρεσις (inventio, εύρεση του υλικού), τάξις (dispositio, διάταξη των μερών του λόγου), λέξις (elocutio, ύφος), μνήμη (memoria, απομνημόνευση), ὑπόκρισις (actio/pronuntiatio, εκφώνηση) (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 3.3.1). Ωστόσο, στον Κατὰ τῶν Σοφιστῶν 16 (περ. 390 π.Χ.) λόγο του Ισοκράτη, το παλαιότερο σωζόμενο κείμενο της κλασικής αρχαιότητας που φαίνεται να γνωρίζει την ύπαρξη σταδίων σύνθεσης του λόγου, περιγράφονται ως περιοχές στις οποίες ο ρήτορας θα πρέπει να αποδείξει την ευχέρειά του οι ακόλουθες τρεις: η εύρεση των ιδεών που συνθέτουν το περιεχόμενο του λόγου, η διάταξή τους και η διατύπωσή τους.

Στη Ρητορική του πάλι ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για τρία θέματα που πρέπει να πραγματευθεί κανείς σε σχέση με τον λόγο: καταρχάς τις πηγές και τη σύνθεση των πίστεων (των αποδείξεων), στη συνέχεια την λέξιν (το ύφος) και, ως τρίτο, τη διάταξη των μερών του λόγου (3.1.1403b6-8). Ωστόσο, στη συνέχεια αναφέρει ως τρίτο θέμα που, παρά τη σημασία του, δεν έχει μελετηθεί συστηματικά, τα σχετικά με την εκφώνηση του λόγου (τὰ περὶ τὴν ὑπόκρισιν, 3.1.1403b20-22). Η αναφορά του όμως σε αυτό το ζήτημα είναι σύντομη, γιατί εν τέλει θεωρεί ότι η εκφώνηση του λόγου, που σχετίζεται με τον τόνο της φωνής αλλά και τον ρυθμό της ομιλίας, δεν εμπίπτει στους κανόνες της τέχνης, αλλά εξαρτάται από τη φυσική προδιάθεση - σε αντίθεση με τη γλωσσική διατύπωση, που θα πρέπει, για να είναι σωστή και αποτελεσματική, να βασίζεται στην τέχνη (3.1.1404a15-16).
 
Η εύρεση του υλικού
(εὕρεσις, inventio)
 
Ο όρος εὕρεσις σημαίνει την εύρεση των ιδεών και του υλικού που μπορούν να παρουσιαστούν και να αναπτυχθούν σε σχέση με ένα ζήτημα, ώστε να είναι πειστική η πραγμάτευσή του. Για να φτάσει βεβαίως κανείς σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να μελετήσει εντατικά και σε βάθος όλες τις διαστάσεις του θέματος που πρόκειται να πραγματευτεί. «Αμέσως μόλις κατανοήσω σε βάθος μια υπόθεση» γράφει ο Κικέρωνας «διαπιστώνω ποιά είναι η αιτία της διαμάχης, ποιό ακριβώς είναι το ερώτημα που τίθεται» (De oratore 2.104). Μετά τον εντοπισμό αυτού του σημείου ο ρήτορας μπορεί να συνθέσει τους κατάλληλους συλλογισμούς και τα αντίστοιχα ισχυρά επιχειρήματα.
 
Επομένως η εύρεση προϋποθέτει την κατανόηση του θέματος (intellectio) και προηγείται της διάταξης του υλικού που έχει στη διάθεσή του ο ρήτορας (τάξις, dispositio). Ωστόσο τα όρια μεταξύ των δύο εργασιών δεν είναι απολύτως ευκρινή. Έτσι ως μέρος της εὑρέσεως αντιμετωπίζεται η εκτίμηση της βαρύτητας, της ιδιαίτερης αποδεικτικής αξίας κάθε επιχειρήματος και κάθε συλλογισμού, όπως και η ιδιαίτερη λειτουργία του (αν για παράδειγμα αποβλέπει να συγκινήσει συναισθηματικά το κοινό ή αν ο ίδιος ο συλλογισμός απαιτεί επιπλέον επιμέρους επιχειρήματα).
 
Είναι όμως προφανές ότι η ποιότητα και ταυτότητα κάθε επιχειρήματος συνδέεται άμεσα με τη θέση του μέσα στον λόγο - τα πιο ισχυρά και εντυπωσιακά επιχειρήματα θα πρέπει να τοποθετούνται στην αρχή και στο τέλος τoυ (Κικέρων, De oratore 2.314).
 
Αν τώρα αναρωτιέται κανείς ποιές είναι οι προϋποθέσεις, για να πετύχει ο ρήτορας σε αυτό το στάδιο της εργασίας του τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η απάντηση είναι ότι θα πρέπει να ενισχύσει και να ενεργοποιήσει με μεγάλη επιμέλεια, αφοσίωση και μελέτη τη φυσική του προδιάθεση, το ταλέντο του, που θεωρείται απολύτως απαραίτητο και δεν διδάσκεται από καμία τέχνη. Η τέχνη θα διδάξει βεβαίως με τρόπο συστηματικό τις πηγές άντλησης των επιχειρημάτων (τους τόπους των επιχειρημάτων, loci). Ωστόσο, μόνο μέσα από την ακρόαση, την παρατήρηση, τον δημιουργικό αναστοχασμό θα αποφύγει ο ρήτορας την πνευματική νωθρότητα και την κουραστική και μονότονη εφαρμογή των τυπικών τεχνικών παραγγελμάτων (πρβλ. Κικέρωνα, De oratore 2.117).

Σάββατο 28 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (644-673)

ΑΠ. ὦ παντομισῆ κνώδαλα, στύγη θεῶν,
645 πέδας μὲν ἂν λύσειεν, ἔστι τοῦδ᾽ ἄκος,
καὶ κάρτα πολλὴ μηχανὴ λυτήριος·
ἀνδρὸς δ᾽ ἐπειδὰν αἷμ᾽ ἀνασπάσῃ κόνις
ἅπαξ θανόντος, οὔτις ἔστ᾽ ἀνάστασις.
τούτων ἐπῳδὰς οὐκ ἐποίησεν πατὴρ
650 οὑμός, τὰ δ᾽ ἄλλα πάντ᾽ ἄνω τε καὶ κάτω
στρέφων τίθησιν οὐδὲν ἀσθμαίνων μένει.
ΧΟ. πῶς γὰρ τὸ φεύγειν τοῦδ᾽ ὑπερδικεῖς ὅρα·
τὸ μητρὸς αἷμ᾽ ὅμαιμον ἐκχέας πέδοι
ἔπειτ᾽ ἐν Ἄργει δώματ᾽ οἰκήσει πατρός;
655 ποίοισι βωμοῖς χρώμενος τοῖς δημίοις;
ποία δὲ χέρνιψ φρατέρων προσδέξεται;
ΑΠ. καὶ τοῦτο λέξω, καὶ μάθ᾽ ὡς ὀρθῶς ἐρῶ.
οὐκ ἔστι μήτηρ ἡ κεκλημένη τέκνου
τοκεύς, τροφὸς δὲ κύματος νεοσπόρου·
660 τίκτει δ᾽ ὁ θρῴσκων, ἡ δ᾽ ἅπερ ξένῳ ξένη
ἔσωσεν ἔρνος, οἷσι μὴ βλάψῃ θεός.
τεκμήριον δὲ τοῦδέ σοι δείξω λόγου·
πατὴρ μὲν ἂν γείναιτ᾽ ἄνευ μητρός· πέλας
μάρτυς πάρεστι παῖς Ὀλυμπίου Διός,
665 οὐκ ἐν σκότοισι νηδύος τεθραμμένη,
ἀλλ᾽ οἷον ἔρνος οὔτις ἂν τέκοι θεά.
ἐγὼ δέ, Παλλάς, τἄλλα θ᾽ ὡς ἐπίσταμαι,
τὸ σὸν πόλισμα καὶ στρατὸν τεύξω μέγαν,
καὶ τόνδ᾽ ἔπεμψα σῶν δόμων ἐφέστιον,
670 ὅπως γένοιτο πίστις ἐς τὸ πᾶν χρόνου
καὶ τόνδ᾽ ἐπικτήσαιο σύμμαχον, θεά,
καὶ τοὺς ἔπειτα, καὶ τάδ᾽ αἰανῶς μένοι
στέργειν τὰ πιστὰ τῶνδε τοὺς ἐπισπόρους.

***
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κνώδαλα σ᾽ όλους μισητά, θεούς κι ανθρώπους,
τα σίδερα μπορούν να λύσουν και το πράμα
έχει γιατρειά κι άπειρ᾽ οι τρόποι να γλιτώσεις·
μα όταν το χώμα πιει το αίμα ενός ανθρώπου,
μια και πεθάνει, ανάσταση πια δεν υπάρχει,
μα ουδ᾽ ο πατέρας μου σ᾽ αυτό γητειές και ξόρκια
650 δε βρήκε, που όλα τ᾽ άλλα άνω και κάτω στρέφει
και φέρνει δίχως να του κόβεται η πνοή του.
ΧΟΡΟΣ
Κοιτά πώς πολεμάς αθώο να μας τον βγάλεις!
αφού το αίμα της μάνας του, αίμα δικό του,
έχυσε κατά γης, πώς θα καθίσει στο Άργος
στο πατρικό το σπίτι του; ποιούς κοινούς θα ᾽χει
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣΚνώδαλα σ᾽ όλους μισητά, θεούς κι ανθρώπους,τα σίδερα μπορούν να λύσουν και το πράμαέχει γιατρειά κι άπειρ᾽ οι τρόποι να γλιτώσεις·μα όταν το χώμα πιει το αίμα ενός ανθρώπου,μια και πεθάνει, ανάσταση πια δεν υπάρχει,μα ουδ᾽ ο πατέρας μου σ᾽ αυτό γητειές και ξόρκια650δε βρήκε, που όλα τ᾽ άλλα άνω και κάτω στρέφεικαι φέρνει δίχως να του κόβεται η πνοή του.ΧΟΡΟΣΚοιτά πώς πολεμάς αθώο να μας τον βγάλεις!αφού το αίμα της μάνας του, αίμα δικό του,έχυσε κατά γης, πώς θα καθίσει στο Άργοςστο πατρικό το σπίτι του; ποιούς κοινούς θα ᾽χειβωμούς να κάνει τις θυσίες του; ποιά φατρίαστους αγιασμούς της θα δεχτεί να παίρνει μέρος;ΑΠΟΛΛΩΝΑΣΚι αυτό θ᾽ αποκριθώ και πόσο ορθά στοχάσου·δεν είναι η μάνα που γεννάει αυτό που λένεπαιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·660ο άντρας που σπέρνει, αυτός γεννά· κείνη σαν ξένητο φύτρο σώζει, αν ο θεός γερό τ᾽ αφήσει.και θα σου φέρω απόδειξη σ᾽ αυτό που λέω.πατέρας γίνεται να υπάρξει δίχως μάνα,νά, μάρτυρας εμπρός του Ολύμπιου Δία η κόρη,που μέσα σε κοιλιάς δε θρέφτηκε σκοτάδια,κι όμοιό της ποιά θεά βλαστάρι θα γεννούσε;Μα εγώ, από τ᾽ άλλο, θενα κάμω όπως γνωρίζω,την πόλη σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλουςκι αυτόν ικέτη σου έστειλα να σου προσπέσει670για να ᾽ναι πάντα σ᾽ όλο τον καιρό πιστός σουκαι να τον έχεις σύμμαχο, Θεά, και τούτονκαι τη γενιά του κι έτσι μένει στον αιώνανα σου φυλάουν την πίστη αυτοί κι οι απόγονοί τους.του; ποιά φατρία
στους αγιασμούς της θα δεχτεί να παίρνει μέρος;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κι αυτό θ᾽ αποκριθώ και πόσο ορθά στοχάσου·
δεν είναι η μάνα που γεννάει αυτό που λένε
παιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·
660 ο άντρας που σπέρνει, αυτός γεννά· κείνη σαν ξένη
το φύτρο σώζει, αν ο θεός γερό τ᾽ αφήσει.
και θα σου φέρω απόδειξη σ᾽ αυτό που λέω.
πατέρας γίνεται να υπάρξει δίχως μάνα,
νά, μάρτυρας εμπρός του Ολύμπιου Δία η κόρη,
που μέσα σε κοιλιάς δε θρέφτηκε σκοτάδια,
κι όμοιό της ποιά θεά βλαστάρι θα γεννούσε;
Μα εγώ, από τ᾽ άλλο, θενα κάμω όπως γνωρίζω,
την πόλη σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλους
κι αυτόν ικέτη σου έστειλα να σου προσπέσει
670 για να ᾽ναι πάντα σ᾽ όλο τον καιρό πιστός σου
και να τον έχεις σύμμαχο, Θεά, και τούτον
και τη γενιά του κι έτσι μένει στον αιώνα
να σου φυλάουν την πίστη αυτοί κι οι απόγονοί τους.

Ο Μαρξ, η εμπορευματοποίηση του χρήματος και ο Αριστοτέλης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το χρήμα είναι η κινητήριος δύναμη όλων των συνδιαλλαγών. Λειτουργεί όχι μόνο ως διαμεσολαβητικός κρίκος ανταλλαγής προϊόντων αλλά και ως κριτήριο της αξίας κάθε προϊόντος, αφού η τελική του τιμή δεν είναι μόνο η έκφραση μιας εμπορικής επικοινωνίας ανάμεσα στον παραγωγό ή τον έμπορο και τον καταναλωτή, αλλά και το εμπορικό ανάστημα του ίδιου του προϊόντος μέσα στις αγορές. Κι εδώ βέβαια δεν μιλάμε για το μέγεθος της χρηστικής αξίας, γιατί άλλο η χρηστική αξία κι άλλο η εμπορική αξία. Εδώ μιλάμε για τη συνολική δαπάνη της εργασιακής δύναμης που απαιτείται για την παραγωγή ή τη μεταφορά των προϊόντων, δηλαδή για την ποσότητα των εργατοωρών και των πρώτων υλών που δαπανώνται. Νομοτελειακά το χρήμα είναι ο εκφραστής της αξίας, ο μετατροπέας της διαμορφωμένης παραγωγικής διαδικασίας σε χειροπιαστή, μετρήσιμη κι ως εκ τούτου ανταλλάξιμη ύλη. Φυσικά, δεν είναι ο δημιουργός της αξίας, είναι η μονάδα μέτρησής της αξίας, κι ως μονάδα μέτρησης, είναι προφανές ότι από μόνο του δεν έχει καμία αξία. Πράγματι, αν το χρήμα χάσει την ανταλλακτική του χρήση, χάσει δηλαδή την ανταπόκρισή του στα προϊόντα, δεν είναι παρά ένα κομμάτι χαρτί, γιατί η δύναμη του χρήματος δεν κρύβεται στην δική του αυτοτελή αξία, αλλά στο εύρος της πρόσβασης που εξασφαλίζει στα προϊόντα. Έτσι, δεν είναι παρά ο διευκολυντής της ανταλλαξιμότητας, η επινοημένη παρέμβαση εξυπηρέτησης των συναλλαγών, με δυο λόγια το όργανο της άμεσης μετατροπής των προϊόντων σε άλλα προϊόντα. Θα λέγαμε ότι είναι το λάδι που κινεί την εμπορευματική μηχανή. Το κάθε προϊόν, ως φορέας συσσωρευμένης αξίας, με την πώλησή του μετατρέπεται σε χρήμα, το οποίο επαναμετατρέπεται σε προϊόν με την επόμενη αγορά. Έτσι, ο καθένας εμφανίζεται διαρκώς στο αγοραστικό στερέωμα άλλοτε ως πουλητής κι άλλοτε ως αγοραστής προϊόντων και η όλη διαδικασία δεν είναι παρά η τελική ανταλλαγή προϊόντων που διασφαλίζουν την κοινωνική αυτάρκεια. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στην εξίσωση Ε – Χ – Ε (εμπόρευμα – χρήμα – εμπόρευμα) που καθορίζει όλες τις συναλλαγές: «Σύμφωνα με το υλικό της περιεχόμενο η κίνηση καταλήγει σε Ε – Ε, σε ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα, σε ανταλλαγή της ύλης της κοινωνικής εργασίας».
 
Η εμπορευματοποίηση αφορά τα προϊόντα που ανταλλάσσονται κι όχι το ίδιο το χρήμα που δεν λειτουργεί ως προϊόν αλλά ως διαμεσολαβητής προϊόντων. Με την εξέλιξη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος όμως, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι το ίδιο το χρήμα άρχισε να αποτελεί εμπόρευμα. Η ίδια η λειτουργία των τραπεζών, που δανείζουν χρήμα απαιτώντας περισσότερο χρήμα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Το θέμα των τραπεζών είναι τόσο ξεκάθαρο που Μαρξ ούτε που το αναφέρει. Ο Μαρξ προχωρά στην ίδια την κεφαλαιοκρατική παραγωγή που στηρίζεται αποκλειστικά στην ποσότητα του συσσωρευμένου χρήματος, που μετατρέπει δηλαδή το χρήμα από ανταλλακτικό μέσο σε εργαλείο παραγωγής. Το χρήμα, μετατρεπόμενο άμεσα σε οτιδήποτε, ρίχνεται στην παραγωγή ως κτιριακή υποδομή, μηχανήματα, εργατική δύναμη κτλ, και παράγει προϊόντα μαζικά, δημιουργώντας νέες αξίες, δημιουργώντας δηλαδή νέες μεγαλύτερες χρηματικές ποσότητες. Το χρήμα γεννά χρήμα και στην ουσία το ίδιο το προϊόν περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού η παραγωγή του μετατρέπεται σε διαμεσολαβητικός κρίκος για την αναπαραγωγή του χρήματος. Ο κεφαλαιοκράτης αδιαφορεί παντελώς τόσο για την ουσία, όσο και για τη φύση  ή τη χρηστική αξία του προϊόντος. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η γρήγορη πώλησή του, δηλαδή η αμεσότητα της επαναμετατροπής του σε χρήμα. Μοιραία η εξίσωση Ε – Χ – Ε μετατρέπεται σε Χ – Ε – Χ: «Ο κύκλος Ε – Χ – Ε ξεκινάει από το εμπόρευμα και κλείνει μ’ ένα άλλο εμπόρευμα που βγαίνει από την κυκλοφορία και περιέρχεται στην κατανάλωση. Ο τελικός σκοπός είναι λοιπόν η κατανάλωση, η ικανοποίηση αναγκών, με δυο λόγια η αξία χρήσης. Αντίθετα, ο κύκλος Χ – Ε – Χ ξεκινάει από το χρήμα και ξαναγυρνάει τελικά στο ίδιο το χρήμα. Γι’ αυτό, το κίνητρό του και ο καθοριστικός σκοπός του είναι η ίδια η ανταλλακτική αξία».
 
Η μετατροπή του χρήματος από διαμεσολαβητής εμπορευμάτων σε εργαλείο παραγωγής, δηλαδή σε κεφάλαιο, είναι η ολοκληρωτική εμπορευματοποίησή του, αφού κάθε εργαλείο είναι εμπορευματικό προϊόν, και η μετατροπή της εξίσωσης Ε –Χ –Ε σε Χ – Ε – Χ είναι η μετατροπή του χρήματος σε αυτοσκοπό με δυο λόγια η οριστική θεοποίηση του χρήματος. Κι αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη ουσία του καπιταλισμού και η μέγιστη αλλοτρίωση του σύγχρονου καπιταλιστικού ανθρώπου, η θεοποίηση του χρήματος, που αναπαράγεται και γιγαντώνεται μόνο με την ωφέλιμη χρήση άλλου χρήματος. Όταν όμως εμπορευματοποιείται το χρήμα, όταν δηλαδή γίνεται μέσο και στόχος παραγωγής τότε εμπορευματοποιούνται τα πάντα, με την προϋπόθεση ότι μπορούν να γεννήσουν χρήμα, και αυτού του είδους η  εμπορευματική νοοτροπία σηματοδοτεί την οριστική ισοπέδωση κάθε αξίας. Η φύση, η εκπαίδευση, η υγεία, η πολιτική και τελικά ο ίδιος ο άνθρωπος μετατρέπονται σε αντικείμενα συναλλαγής, δηλαδή σε είδη εμπορίου. Ο άνθρωπος – καταναλωτής είναι ο διεκπεραιωτής της όλης διαδικασίας κι αυτό είναι η μέγιστη αποξένωση. Υπό αυτούς τους όρους η απληστία μετατρέπεται σε επιχειρηματικό προσόν, αφού ο αμοραλισμός είναι η βασικότερη προϋπόθεση της ανεξέλεγκτης κερδοφορίας κι ο σύγχρονος αδυσώπητος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός είναι η ιδεολογική του υπόσταση. Κάπως έτσι  όλα οφείλουν να προσαρμοστούν στα κεφαλαιοκρατικά καλούπια και κάπως έτσι  εξαθλιώνονται οι λαοί, αφανίζεται η φύση και πάει λέγοντας. Και φυσικά, όλοι οφείλουν να μετατραπούν σε υπάλληλοι των πολυεθνικών, δηλαδή να εξαρτώνται απόλυτα από αυτές. Κάθε αυτόνομος παραγωγός αξίας που βιοπορίζεται από την ατομική – οικογενειακή του επιχείρηση αποτελεί παραφωνία του κεφαλαίου και αργά ή γρήγορα οφείλει να εξαφανιστεί. Ο ιδιώτης γιατρός που μετατρέπεται σε υπάλληλος πολυεθνικής που επενδύει σε πολυιατρεία είναι ίσως το κλασικότερο παράδειγμα και η ταυτόχρονη δραματική υποβάθμιση των δημόσιων νοσοκομείων  δεν είναι συμπτωματική. Είναι η άλωση των πάντων από το κεφάλαιο.
 
Ο Μαρξ προκειμένου να τεκμηριώσει την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τη μετατροπή του χρήματος σε αυτοσκοπό καταφεύγει στον Αριστοτέλη και συγκεκριμένα σ’ ένα χωρίο του από τα «Πολιτικά». «Ο Αριστοτέλης αντιπαρατάσσει τη χρηματιστική στην οικονομική. Ξεκινάει από την οικονομική. Εφόσον πρόκειται για τέχνη προς πορισμόν περιορίζεται στην προμήθεια των αγαθών που είναι απαραίτητα για τη ζωή και ωφέλιμα για το σπίτι ή το κράτος. Υπάρχει όμως ένα δεύτερο είδος πορισμού, που κατά προτίμηση και δικαιολογημένα ονομάζεται χρηματιστική, για την οποία φαίνεται να μην υπάρχει κανένα όριο για τον πλούτο και την απόκτηση. Το εμπόριο (εννοεί λιανικό εμπόριο) από τη φύση του δεν ανήκει στη χρηματιστική, γιατί εδώ η ανταλλαγή περιορίζεται μόνο σ’ αυτό που είναι απαραίτητο γι’ αυτούς (τον αγοραστή και τον πουλητή). Γι’ αυτό – εξηγεί παραπέρα ο Αριστοτέλης – η αρχική μορφή του εμπορίου ήταν το ανταλλακτικό εμπόριο, με την επέκτασή του όμως γεννήθηκε με αναγκαιότητα το χρήμα. Με την εφεύρεση του χρήματος το ανταλλακτικό εμπόριο εξελίχθηκε με αναγκαιότητα σε καπηλική, στο εμπόριο των εμπορευμάτων και το εμπόριο αυτό, αντιφάσκοντας στην αρχική του τάση, εξελίχθηκε στη χρηματιστική, στην τέχνη να δημιουργεί χρήμα. Και φαίνεται σαν να περιστρέφεται γύρω από το χρήμα, γιατί το χρήμα είναι η αρχή και το τέλος αυτού του τρόπου ανταλλαγής. Επομένως είναι απεριόριστος ο πλούτος, που επιδιώκει η χρηματιστική. Όριο έχει η οικονομική κι όχι η χρηματιστική η πρώτη επιδιώκει κάτι διαφορετικό από το ίδιο το χρήμα, η δεύτερη την αύξηση του χρήματος. Η σύγχυση των δύο μορφών που η μια περνάει στην άλλη κάνει μερικούς να θεωρούν σαν τελικό σκοπό της οικονομικής τη διατήρηση και τον πολλαπλασιασμό του χρήματος στο άπειρο».
 
Καρλ Μαρξ. Το Κεφάλαιο

Ξεπερνώντας την ανάγκη για συνεχή αποδοχή από τους αλλους

Ίσως σας είναι δύσκολο να εκφράσετε τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τα συναισθήματά σας στους άλλους, επειδή νιώθετε ότι:

α) γίνεστε βάρος ή ενοχλητικοί, επειδή τους απασχολείτε με τα δικά σας,

β) φαίνεστε αδύναμοι και «λιγότεροι» απέναντί τους, αλλά και απέναντι στον εαυτό σας,

γ) το ενδιαφέρον είναι ειλικρινές, μόνο όταν εκφράζεται χωρίς να το ζητήσετε,

δ) είναι πιο ευχάριστο να δίνετε απ’ το να παίρνετε,

ε) δεν σας αξίζει να σας προσέξουν και να πάρετε κι εσείς κάτι απ’ τους γύρω σας,

στ) είναι προτιμότερο να αποφύγετε τη ντροπή που θα βιώνατε αν δείχνατε την ευάλωτη πλευρά σας ή απλώς, δεν σας είναι σαφές τι χρειάζεστε ή πώς νιώθετε μια δεδομένη στιγμή.

Οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να πουν Όχι

Συνήθως, οι άνθρωποι που αισθάνονται βαθιά μέσα τους λιγότερο σημαντικοί ή επαρκείς από τους άλλους δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί έτσι όπως πραγματικά είναι. Αν βιώνετε τέτοιου είδους συναισθήματα, ενδεχομένως να ανήκετε στη μερίδα εκείνη των ανθρώπων, οι οποίοι, προκειμένου να γίνουν αρεστοί και να μην απογοητεύσουν κανέναν, στέργουν συνεχώς στην κάλυψη των αναγκών των άλλων, δυσκολεύονται να πούνε «όχι», ζητάνε λιγότερα απ’ όσα πραγματικά επιθυμούν, διατηρούν μονίμως μια υποχωρητική στάση, κοκ.

Για οποιονδήποτε λόγο κι αν έχετε μάθει να γίνεστε πιο υποχωρητικοί σε ορισμένες περιστάσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι με την πάροδο του χρόνου θα σας έγινε όλο και πιο δύσκολο να αναγνωρίζετε τα συναισθήματα, τις ανάγκες και όσα θα σας έκαναν να αισθανθείτε καλά.

Σίγουρα, ο ρόλος του «φροντιστή» θα σας είναι πολύ οικείος και μάλλον και οι γύρω σας σάς έχουν ταυτίσει μ' αυτόν. Το αποτέλεσμα; Και εσείς νιώθετε ενοχές κάθε φορά που δεν βρίσκεστε στο πλευρό των αγαπημένων σας ανθρώπων, αλλά ίσως και οι άλλοι θυμώνουν κάθε φορά που δεν το πράττετε.

Ωστόσο, όταν οι βασικές σας ανάγκες (βλ. τον πίνακα παρακάτω) δεν εκπληρώνονται και θεωρείτε πως την κρίσιμη ώρα οι κοντινοί σας άνθρωποι δεν βρίσκονται και δεν προστρέχουν στο πλευρό σας ―όπως εσείς έχετε πράξει τόσες και τόσες φορές― ίσως αισθανθείτε το θυμό και την αγανάκτηση να φουντώνουν ή ίσως γίνετε απαιτητικοί αρχίζοντας μάλιστα να αποδίδετε αρνητικά κίνητρα, προθέσεις και προεκτάσεις σε γεγονότα και πράξεις. Προφανώς, θα έχετε απογοητευτεί πολλές φορές από τον εαυτό σας επειδή δώσατε τόσα πολλά για να πάρετε τόσα λίγα ή επειδή δεν μπορέσατε σε κρίσιμες στιγμές να κατανοήσετε τις ανάγκες σας λίγο καλύτερα και να «ορθώσετε το ανάστημά σας», ζητώντας αυτό που πραγματικά θέλατε απ’ τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συντρόφους ή την οικογένειά σας.

Όμως, η αποδοχή των ανθρώπων που σας ενδιαφέρουν, δεν εξαρτάται από την αέναη υποχωρητικότητά σας.

Μην ξεχνάτε ότι σχέση σημαίνει αλληλεπίδραση: Αν πιάνετε τον εαυτό σας να επικεντρώνεται διαρκώς στις ανάγκες των άλλων, ίσως να συμβαίνει επειδή και οι άλλοι γύρω σας είναι αρκετά επικεντρωμένοι στις δικές τους ανάγκες, προβλήματα ή περιορισμούς.

Ορισμένες προτάσεις για πιο ισότιμες σχέσεις:

1) Κατανοήστε τι σημαίνει διεκδικητική συμπεριφορά: Η υγιής διεκδίκηση για την κάλυψη των αναγκών σας δεν εξαντλείται στην απόκτηση μιας σειράς δεξιοτήτων και τεχνικών, παρά αποτελεί γενικότερη στάση ζωής. Ποιο από τα ακόλουθα τέσσερα είδη επικοινωνίας σάς είναι πιο γνώριμο;

Α) Επιθετική επικοινωνία: Με αυτόν τον τρόπο μοιράζεστε τη γνώμη, τα συναισθήματά και τις ανάγκες σας ευθέως, βάζοντας όμως πάνω απ’ όλα τον εαυτό σας και αγνοώντας τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων.

Β) Παθητική επικοινωνία: Η γνώμη, οι ανάγκες και τα συναισθήματά σας δεν εκφράζονται ή εκφράζονται ανεπαρκώς. Με αυτόν τον τρόπο μειώνετε το ρίσκο της ανάληψης ευθύνης και αισθάνεστε ότι ελαχιστοποιείτε τον κίνδυνο οι άλλοι να σας ασκήσουν κριτική και να θυμώσουν μαζί σας.

Γ) Παθητικό-επιθετική επικοινωνία: Ενώ διατηρείτε (συχνά χωρίς να το πολυθέλετε και οι ίδιοι) τις ανάγκες και τα συναισθήματά σας κρυφά από τους άλλους, όταν αυτά δεν καλύπτονται, γίνεστε έμμεσα εχθρικοί και αντιπαραθετικοί μαζί τους (π.χ. σιωπάτε ή αλλάζετε επιδεικτικά θέμα ή ακόμη εκφέρετε φαινομενικά αθώα σχόλια που γνωρίζετε όμως ότι θα ενοχλήσουν, κλπ.).

Δ) Διεκδικητική επικοινωνία: Με αυτόν τον τρόπο, δηλώνετε με σαφήνεια, ειλικρίνεια και ευθύτητα (προσοχή! ΌΧΙ κυνικότητα) την άποψη και τα συναισθήματά σας χωρίς να υποτιμάτε ή να αγνοείτε τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων. Η υποβόσκουσα στάση είναι ότι παρά τις διαφορές έχετε ίδια δικαιώματα για αμοιβαία επικοινωνία και έκφραση. Θεωρείτε λοιπόν θεμιτό να γίνεστε άλλοτε εσείς και άλλοτε οι άλλοι πιο διαλλακτικοί.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι πολλοί άνθρωποι που υιοθετούν ένα επιθετικό στυλ επικοινωνίας και βάζουν τις ανάγκες τους πάνω απ' όλα αδιαφορώντας για τους άλλους, το πράττουν συχνά ορμώμενοι από ένα τελείως υποκειμενικό και καθόλου ρεαλιστικό αίσθημα αδικίας και υποχωρητικής στάσης. Ως εκ τούτου, μπορείτε να θωρακίσετε τις σχέσεις σας και να διεκδικήσετε αποτελεσματικά την κάλυψη των αναγκών σας, μ'οόταν διατηρείτε ταυτόχρονα και μια ευρύτερη εικόνα στο μυαλό σας για τις ανάγκες και τους περιορισμούς των γύρω σας.

2) Αναγνωρίστε τα συναισθήματά σας: Κατά βάθος, ίσως να φοβάστε ότι οι άλλοι θα θυμώσουν, θα σας «τιμωρήσουν», θα σας απορρίψουν ή θα σας επικρίνουν επειδή βιώνετε κάποιο «απαγορευμένο» συναίσθημα ή έχετε κάποια «παράλογη» ανάγκη. Ίσως αυτός ο φόβος σας να ενισχύετε από σχέσεις που διατηρείτε με ανθρώπους που όντως είναι αυστηροί, τιμωρητικοί ή απορριπτικοί (όμως αυτό δεν σχετίζεται καθόλου με εσάς). Στο σήμερα, είτε αποφεύγετε τελείως τις αντιπαραθέσεις, είτε θυμώνετε και συγκρούεστε συνέχεια με τα οικεία σας πρόσωπα επειδή πάντα κάτι δεν σας δίνουν. Είναι σημαντικό να έχετε κατά νου ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που δυσκολεύονται να διεκδικήσουν, δυσκολεύονται και να αναγνωρίσουν το πραγματικό συναίσθημα και την πραγματική ακάλυπτη ανάγκη που ποδηγετούν τη συμπεριφορά τους.

Ως εκ τούτου:
  • Επιδιώξτε όσο καλύτερα και ειλικρινά μπορείτε να αναγνωρίσετε και να κατονομάσετε το πραγματικό συναίσθημα που σας προκαλεί τη δυσφορία.
  • Αποδεχθείτε ότι είναι απολύτως φυσιολογικό και ανθρώπινο να βιώνει κανείς και αυτού του είδους τα συναισθήματα.
  • Μην έχετε ενοχές γι’ αυτό που παροδικά νιώθετε και θυμηθείτε ότι όλοι οι άνθρωποι τρέφουν παρόμοια συναισθήματα συχνά στη ζωή τους.
  • Συνδέστε το συναίσθημα με την υποκείμενη ανάγκη σας που παραμένει ακάλυπτη και ανικανοποίητη.
  • Έχετε πάντα κατά νου ότι ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό και πολύ κοινό συναίσθημα αρκεί να μην μας κατακυριεύει και να μην ορίζει απόλυτα την εμπειρία της ύπαρξής μας. Το μόνο δύσκολο, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι να τον εκφράσουμε με τον ορθό τρόπο και να τον μετουσιώσουμε εποικοδομητικά για μας και τους άλλους.
3) Κατανοήστε ποιες είναι οι πραγματικές σας ανάγκες: Όλα μας τα συναισθήματα προέρχονται από τις ανεκπλήρωτες ή εκπληρωμένες ανάγκες μας. Γι’ αυτό κάθε φορά που νιώθετε δυσάρεστα, αναγνωρίστε ότι αυτό συμβαίνει επειδή μια υποκείμενη ανάγκη δεν καλύπτεται. Ένα βρέφος, για παράδειγμα, που χρειάζεται τη μητέρα του, θα νιώσει ανακούφιση όταν εκείνη θα το κρατήσει στην αγκαλιά της και δυσαρέσκεια όταν θα το αγνοήσει ή το παραμελήσει.

Μην ξεχνάτε ούτε στιγμή πόσο οικείο μπορεί να είναι για εσάς να παραμερίζετε τις δικές σας ανάγκες προς όφελος των άλλων και να μπαίνετε στον «αυτόματο πιλότο» της υποχωρητικότητας. Πριν, λοιπόν, αρχίσετε να πνέετε τα μένεα εναντίον των άλλων, κάντε ένα διάλειμμα και αναρωτηθείτε: «Τί είναι αυτό που πραγματικά χρειάζομαι τώρα;». Αποφύγετε να επικεντρωθείτε στο τι περιμένετε να κάνουν οι άλλοι για εσάς και εστιαστείτε στον εαυτό και τις ανάγκες σας.

Οι βασικές συναισθηματικές μας ανάγκες σε σχέση με τον εαυτό και με τους άλλους είναι πέντε και βρίσκονται στον παρακάτω πίνακα. Κάθε φορά που νιώθετε δυσάρεστα ανατρέξτε στις στήλες του πίνακα προκειμένου να εντοπίσετε ποια/ες ακάλυπτη/ες ανάγκη/ες τροφοδοτεί/ούν ενδεχομένως τη δυσαρέσκειά σας. Με τον καιρό, τα επιμέρους ενδεχόμενα θα σας γίνουν πιο οικεία και θα μπορείτε αποτελεσματικότερα να κατονομάσετε τις πραγματικές ανάγκες. Έχετε ασφαλώς υπόψη σας ότι τα δυσάρεστα συναισθήματα μπορεί να προκύπτουν από τη μη εκπλήρωση όχι μόνο μίας αλλά και πολλαπλών αναγκών, συνεπώς μην εκπλαγείτε αν ταυτίσετε αυτό που νιώθετε με όρους που αντιστοιχούν σε διαφορετικές στήλες του πίνακα.

pinakaki animus
4) Παρατηρήστε την καθημερινή σας συμπεριφορά
Στην καθημερινή σας ζωή, στις επαγγελματικές, φιλικές και οικογενειακές σας σχέσεις, αναγνωρίστε και καταγράψτε τις καταστάσεις εκείνες στις οποίες θα επιθυμούσατε να γίνετε πιο διεκδικητικοί. Κάντε έναν κατάλογο τον οποίο θα έχετε κατά νου καθώς εξασκείστε σε νέες συμπεριφορές και δεξιότητες επικοινωνίας.

Για παράδειγμα:
  • Να παραμείνω σταθερός στην απόφασή μου να μη δουν τα παιδιά τηλεόραση μετά τις δέκα το βράδυ όσο κι αν γκρινιάζουν.
  • Να μη διστάσω να πω «όχι» αν μερικοί στην παρέα θέλουν να δουν μια ταινία που δεν μου αρέσει.
  • Να εξηγήσω στη φίλη μου ότι σήμερα είναι αδύνατον να βγω για καφέ.
5) Εκφράστε τις ανάγκες σας με κατάλληλο τρόπο
Η αλήθεια είναι ότι μόνο εμείς γνωρίζουμε τι θέλουμε και τι θα μας έκανε να αισθανθούμε καλύτερα. Μιλήστε, χρησιμοποιώντας το α’ ενικό πρόσωπο και με όση περισσότερη σαφήνεια γίνεται για τα συναισθήματα και τις ανάγκες σας, αλλά και γι’ αυτά που θα θέλατε να κάνει ο συνομιλητής σας.

Μιλήστε πάνω απ’ όλα για τον εαυτό σας. Η διαφορά, για παράδειγμα, του «είμαι πληγωμένος» από το «εσύ με πλήγωσες» είναι τεράστια, καθώς μόνο και μόνο η χρήση του β’ ενικού αναγκάζει συνήθως τους ανθρώπους να υιοθετήσουν αμυντική στάση προκειμένου να προστατευτούν από την κριτική.

Να θυμάστε ότι ο περίγυρος σας δεν είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει αυτό που έχετε ανάγκη κατά βάθος επομένως εκτιμήστε τις θετικές προθέσεις.

Για παράδειγμα:
Όταν θέλετε απλώς να μοιραστείτε ή να μιλήσετε για αυτό που σας απασχολεί χωρίς να επιζητάτε από τον άλλον να σπεύσει πρώιμα να προτείνει μια πρακτική (ενίοτε βεβιασμένη) λύση μπορείτε να πείτε: «Εκτιμώ πολύ πόσο προσπαθείς να με βοηθήσεις προτείνοντάς μου μια λύση σε όλη αυτή την κατάσταση και είναι πολύ πιθανό η συμβουλή σου να φανεί τελικά χρήσιμη. Όμως, για να είμαι ειλικρινής, αυτό που έχω ανάγκη τώρα είναι να με ακούσεις. Θέλω να σ’ τα πω και να ξεσκάσω. Σου ζητώ μόνο να καταλάβεις γιατί έχω εκνευριστεί με τον διευθυντή μου.»

Ή στην αντίθετη περίπτωση όταν χρειάζεστε πράξεις και όχι λόγια:

«Σημαίνει πολλά για μένα αυτό που μόλις είπες και πάντα έχεις υπάρξει στο πλάι μου όταν σε χρειάστηκα. Τώρα που βρίσκομαι σ’ αυτή τη δύσκολη φάση, αυτό που με στεναχωρεί περισσότερο είναι ότι αισθάνομαι μόνος μου μέσα σ’ αυτό το χάος. Μήπως θα μπορούσα να σου ζητήσω μια χάρη; Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου αύριο στο ραντεβού με τον γιατρό γιατί φοβάμαι;».

6. Διαχειριστείτε την απογοήτευση
Καλώς ή κακώς, είναι αδύνατο να ζήσετε μια ζωή χωρίς απογοητεύσεις. Ακόμη κι αν ανταποκρίνεστε με διεκδικητικότητα, είναι φυσικό να νιώσετε απογοήτευση όταν τα πράγματα δεν εκτυλίσσονται όπως θα περιμένατε. Δεν είναι όμως καθόλου φυσικό να κατηγορείτε τον εαυτό σας για όλα. Ιδού λοιπόν ορισμένες συμβουλές για να διαχειριστείτε καλύτερα την απογοήτευση:

α) Αναλάβετε το δικό σας μερίδιο ευθύνης και σκεφτείτε πρακτικούς τρόπους για το πώς θα κινηθείτε από δω και στο εξής.
β) Μάθατε κάτι για εσάς απ’ αυτήν την κατάσταση; Αν ναι, χρησιμοποιείστε το προς όφελός σας στο μέλλον.
γ) Αποδεχθείτε το γεγονός ότι ίσως δεν θα μπορούσατε να έχετε κάνει κάτι διαφορετικό ή καλύτερο όπως και αν είχαν τα πράγματα.
δ) Μήπως η ανάγκη σας δεν καλύφθηκε, επειδή και οι άλλοι έχουν ανάγκες και δικά τους προβλήματα και άγχη;

Το τέλος στην υπέρμετρη υποχωρητικότητα έρχεται μέσα από μια σταδιακή διαδικασία στην οποία οι αλλαγές δεν συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι απόλυτα φυσικό, στην αρχή, να σας είναι δύσκολο να εκφράσετε τις ανάγκες, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προτιμήσεις σας. Να θυμάστε ότι είναι η φυσική σας τάση να υποχωρείτε απέναντι στις ανάγκες των άλλων.

Σιγά σιγά, όμως, θα αναγνωρίζετε όλο και καλύτερα, αλλά και πιο αποτελεσματικά τις ανάγκες και τις προτιμήσεις σας και θα σας είναι πολύ πιο εύκολο να διεκδικήσετε με επιτυχία την κάλυψή τους. Ίσως να μην αρέσει ο καινούριος σας εαυτός σε εκείνους που έχετε προστρέξει στο πλευρό τους και ίσως να τους είναι ξένο να σας βλέπουν να επικεντρώνεστε πλέον και στον εαυτό σας. Όμως, έχετε πάντα κατά νου ότι οι υγιείς σχέσεις επιτυγχάνονται μόνο όταν αυτά που δίνετε και αυτά που παίρνετε βρίσκονται σε μια ισορροπία.

Albert Camus: Οι γιοι του Κάιν

Η μεταφυσική εξέγερση, στην κυριολεξία της, φανερώνεται συγκεκριμένα στην ιστορία των ιδεών μόνο στο τέλος του 18ου αιώνα. Οι σύγχρονοι καιροί ξεπρόβαλαν τότε μέσα σ’ ένα μεγάλο θόρυβο από τείχη που γκρεμίζονταν. Αλλά από εκείνη τη στιγμή οι συνέπειές της ξετυλίγονται ασταμάτητα και δεν είναι υπερβολικό να σκεφτούμε ότι μορφοποίησαν την Ιστορία της εποχής μας.

Αυτό σημαίνει ότι η μεταφυσική εξέγερση δεν είχε νόημα πριν από εκείνη τη χρονολογία; Κι όμως τα πρότυπά της είναι αρκετά παλιά αφού μας αρέσει να αποκαλούμε την εποχή μας προμηθεϊκή.

Είναι όμως έτσι πραγματικά;

Οι πρώτες θεογονίες μας δείχνουν τον Προμηθέα αλυσοδεμένο σ’ ένα βράχο στα άκρα του κόσμου, αιώνιο μάρτυρα, εξορισμένο για πάντα από έναν αφέντη που αρνιέται να υπηρετήσει. Ο Αισχύλος μεγαλώνει πιο πολύ το ανάστημα του ήρωα, παρουσιάζει το ξάστερο πνεύμα του («καμιά δυστυχία δε θα με χτυπήσει που να μην την έχω από τα πριν μαντέψει»), τον βάζει να φωνάζει το μίσος του ενάντια σ’ όλους τους θεούς και βυθίζοντάς τον σε «μιά φουρτουνιασμένη θάλασσα μοιραίας απελπισίας» τον προσφέρει στις αστραπές και τους κεραυνούς να τον αποτελειώσουν: «Αχ! βλέπετε τί αδικία υπομένω!»

Δεν μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε πώς οι αρχαίοι αγνοούσαν τη μεταφυσική επανάσταση. Ζωγράφισαν πολύ πριν απ’ το Σατανά μιά πονεμένη κι ευγενική εικόνα του Στασιαστή και μας έδωσαν το μεγαλύτερο μύθο της επαναστατημένης διανόησης. Η ανεξάντλητη ελληνική μεγαλοφυΐα που αφιέρωσε τόσο πολλούς μύθους στήν υπακοή και την ταπεινοφροσύνη μπόρεσε όμως να φτιάξει κι ένα πρότυπο εξέγερσης. Αναντίρρητα μερικά από τα χαρακτηριστικά του Προμηθέα ξαναζούν πάλι την ιστορία επανάστασης που ζούμε: η πάλη ενάντια στο θάνατο («Ελευθέρωσα τους ανθρώπους από την ψύχωση του θανάτου»),ο μεσσιανισμός («Στήριξα μέσα τους τυφλές ελπίδες»), η φιλανθρωπία («Εχθρός τού Δία... γιατί πολύ αγάπησα τους ανθρώπους»).

Δεν μπορούμε όμως να ξεχάσουμε ότι στον «Προμηθέα πυρφόρο», τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου, αγγέλλεται η βασιλεία του συγχωρημένου επαναστάτη. Οι Έλληνες δε νοθεύουν τίποτα. Στα πιο ακραία τολμήματά τους έμεναν πιστοί στο μέτρο που είχαν θεοποιήσει. Η εξέγερσή τους δε στρέφεται ενάντια σ’ όλη τη δημιουργία αλλά ενάντια στο Δία που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τους άλλους θεούς και που οι μέρες του είναι μετρημένες. Κι ο Προμηθέας ο ίδιος είναι ένας ημίθεος. Πρόκειται γιά μια ιδιωτική υπόθεση, μια αμφισβήτηση για το καλό κι όχι για μια πάλη του καλού και του κακού στον κόσμο.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχαίοι πιστεύοντας στο πεπρωμένο, πίστευαν πρώτα απ’ όλα στη φύση όπου ένοιωθαν να μετέχουν. Η εξέγερση ενάντια στη φύση γίνεται στο τέλος εξέγερση ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου. Είναι σα να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο οπότε η μόνη συνεπής εξέγερση είναι η αυτοκτονία. Η ίδια η ελληνική μοίρα είναι μιά τυφλή δύναμη που την ανέχονται όπως και τις δυνάμεις της φύσης. Το κορύφωμα του παράδοξου για έναν Έλληνα είναι να χτυπά κάποιος με βέργες τη θάλασσα. Το θεωρεί βαρβαρική τρέλα. Ο Έλληνας περιγράφει βέβαια την παράβαση του μέτρου, αφού υπάρχει, αλλά της δίνει τη θέση και τα όρια της. Η πρόκληση του Αχιλλέα μετά το θάνατο του Πατρόκλου, οι κατάρες των τραγικών ηρώων ενάντια στο πεπρωμένο τους δεν προκαλούν την ολοκληρωτική καταδίκη.

Ο Οιδίπους ξέρει πώς δεν είναι αθώος. Είναι ένοχος χωρίς να το θέλει, ανήκει κι αυτός στη μοίρα. Παραπονιέται αλλά δεν προφέρει Ανεπανόρθωτες φράσεις. Κι η Αντιγόνη η ίδια επαναστατεί αλλά στ’ όνομα της παράδοσης, για να βρουν τ’ αδέρφια της την ανάπαυση στον τάφο και να τηρηθούν οι τελετουργικοί κανόνες. Από μια άποψη πρόκειται για μιά αντιδραστική εξέγερση. Η ελληνική σκέψη που έχει πάντα δύο πρόσωπα αφήνει πάντα ν’ ακούγεται σαν αντίστροφη υπόκρουση κάτω απ’ τις πιο απελπισμένες της μελωδίες ο αιώνιος λόγος του Οιδίποδα, που, τυφλός κι εξαθλιωμένος, αναγνωρίζει πως όλα πάνε καλά. Το ναι ισορροπεί με το όχι. Ακόμα κι όταν ο Πλάτωνας προσχεδιάζει στον Καλλικλή τον κοινό τύπο του νιτσεϊκού, ακόμα κι όταν εκείνος φωνάζει: «Ας φανερωθεί λοιπόν ένας άνθρωπος με το φυσικό που πρέπει, ξεφεύγει απ’ τον εαυτό του, καταπατάει τους κανόνες μας, τις μαγείες μας, τα ξόρκια μας κι αυτούς τους νόμους που όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι αντίθετοι στη φύση. Ο δούλος μας ξεσηκώθηκε κι ανακάλυψε πώς είναι αφέντης», Ακόμα και τότε προφέρει τη λέξη φύση όταν αρνιέται το νόμο.

Είναι γιατί η μεταφυσική επανάσταση προϋποθέτει μιά απλοποιημένη δράση της δημιουργίας που οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να έχουν. Δεν υπήρχαν γι’ αυτούς οι θεοί από τη μιά και οι άνθρωποι από την άλλη, αλλά βαθμίδες που οδηγούσαν απ’ τους τελευταίους στους πρώτους. Η ιδέα της αθωότητας σε αντίθεση με την ενοχή, τ’ όραμα μιας ολόκληρης ιστορίας πού συνοψίζεται στην πάλη του καλού και του κακού τους ήταν άγνωστα. Μέσα στο σύμπαν τους υπάρχουν περισσότερο σφάλματα παρά εγκλήματα, με μοναδικό οριστικό έγκλημα το ξεπέρασμα του μέτρου. Στον ολοκληρωτικά ιστορικό κόσμο, πού πλησιάζει να γίνει ο δικός μας, δεν υπάρχουν πια σφάλματα αντίθετα υπάρχουν μόνο εγκλήματα και το φοβερότερο απ’ αυτά είναι το μέτρο. Έτσι καταλαβαίνουμε το περίεργο μίγμα αγριότητας κι επιείκειας πού αποπνέει ο ελληνικός μύθος.

Οι Έλληνες δε θεώρησαν ποτέ τη σκέψη — κι αυτό μας υποβιβάζει σε σχέση μ’ αυτούς - έναν αποκομμένο απ’ τον κόσμο χώρο. Άλλωστε η εξέγερση είναι ακατανόητη αν δε στρέφετε ενάντια σε κάποιον. Μόνο η έννοια ενός θεού με πρόσωπο, δημιουργού κι υπεύθυνου των πραγμάτων, δίνει σημασία και περιεχόμενο στην ανθρώπινη διαμαρτυρία. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε — χωρίς να είναι παραδοξολογία — ότι η ιστορία της εξέγερσης στο δυτικό κόσμο είναι αξεχώριστη Απ’ τήν ιστορία του χριστιανισμού. Πρέπει πραγματικά να περιμένουμε τις τελευταίες στιγμές της αρχαίας σκέψης για να δούμε πώς η εξέγερση αρχίζει να εκφράζεται τούς στοχαστές της μεταβατικής περιόδου και περισσότερο στον Επίκουρο και το Λουκρήτιο.

Η φοβερή θλίψη του Επίκουρου βγάζει κιόλας ένα νέο ήχο. Γεννιέται αναμφίβολα από το άγχος του θανάτου, που δεν είναι ξένο στο ελληνικό πνεύμα. Αλλά ο παθητικός τόνος πού παίρνει τούτο το άγχος είναι αποκαλυπτικός.

«Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ενάντια σ’ όλων των λογιών τα πράγματα αλλά όσο για το θάνατο μένουμε όλοι σαν τους κατοίκους μιας κυριευμένης ακρόπολης.»

Ο Λουκρήτιος διευκρινίζει: «Η ουσία τούτου του ευρύχωρου κόσμου είναι μόνο ο θάνατος, η καταστροφή.» Γιατί λοιπόν ν’ αναβάλει κανείς την απόλαυση γι’ αργότερα; «Από προσμονή σε προσμονή, λέει ο Επίκουρος, ξοδεύουμε τη ζωή μας και πεθαίνουμε όλοι μέ πόνο.» Πρέπει λοιπόν ν’ απολαμβάνουμε. Αλλά τι παράξενη απόλαυση! Έρχεται με το να εθελοτυφλούμε μπροστά στα τείχη της ακρόπολης, με το να εξασφαλίζουμε νερό και ψωμί μέσα στη σιωπηλή σκιά. Αφού ο θάνατος μας απειλεί πρέπει ν’ αποδείξουμε πώς ο θάνατος δεν είναι τίποτα. ‘Όπως ο Επίκτητος κι ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Επίκουρος εξορίζει το θάνατο από την ύπαρξη. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα σε σχέση με μας γιατί αυτό που είναι διαλυμένο είναι ανίκανο να αισθανθεί κι ό,τι δέν αισθάνεται καθόλου δεν είναι τίποτα για μας.»

Είναι μήπως το μηδέν; Όχι, γιατί όλα είναι ύλη σ’ αυτό τόν κόσμο και ο θάνατος σημαίνει επιστροφή στο στοιχείο. Η ύπαρξη είναι η πέτρα.

Η παράξενη ηδονή που γι' αυτή μιλάει ο Επίκουρος υπάρχει κυρίως στην απουσία του πόνου: είναι η ευτυχία της πέτρας. Για να ξεφύγει από το πεπρωμένο, μ’ ένα θαυμαστό ελιγμό που ξαναβρίσκουμε στους μεγάλους κλασικούς μας, ο Επίκουρος σκοτώνει την ευαισθησία. Και πρώτα απ’ όλα την πρώτη φωνή της ευαισθησίας που είναι η ελπίδα. Αυτό που λέει ο 'Έλληνας φιλόσοφος για τους θεούς δεν εξηγείται διαφορετικά. Όλη η δυστυχία των ανθρώπων έρχεται από την ελπίδα που τους βγάζει από τη σιωπή της ακρόπολης και τους στήνει στις επάλξεις να προσμένουν τη σωτηρία. Αυτές οι παράλογες χειρονομίες δεν έχουν άλλο αποτέλεσμα από το να ξανανοίγουν πληγές με φροντίδα σκεπασμένες. Γι' αυτό ο Επίκουρος δεν αρνιέται τους θεούς, τους απομακρύνει μόνο, αλλά τόσο έντονα κι δραστικά που η ψυχή δεν έχει άλλη διέξοδο παρά να κλειστεί πάλι στα τείχη. «Η ευτυχισμένη και αθάνατη ύπαρξη δεν έχει καθόλου έννοιες ούτε και προκαλεί τέτοιες σε κανένα.» Κι ο Λουκρήτιος προσθέτει: «Είναι αναμφισβήτητο πώς οι θεοί, από την ίδια τους τη φύση, απολαμβάνουν την αθανασία μέσα στην πιο βαθιά γαλήνη ξένοι κι απόμακροι από τις έννοιές μας και τις υποθέσεις μας.» Ας ξεχάσουμε λοιπόν τους θεούς, ας μην τους σκεφτούμε ποτέ πια και «ούτε οι σκέψεις μας της μέρας ούτε τα όνειρά μας της νύχτας θα φέρουν πια στενοχώρια.»

Θα συναντήσουμε πάλι αργότερα, αλλά με πιο σημαντικές αποχρώσεις, το αιώνιο θέμα της εξέγερσης. Ένας θεός χωρίς ανταμοιβές καί τιμωρίες, ένας κουφός θεός είναι το μόνο θρησκευτικό όραμα των επαναστατημένων. Αλλά ενώ ο Βινύ θα καταταραστεί τη σιωπή της θεότητας, ο Επίκουρος κρίνει ότι, αφού πρέπει να πεθάνουμε, η σιωπή του ανθρώπου προετοιμάζει καλύτερα γι’ αυτή τη μοίρα από τα θεϊκά λόγια. Ή επίμονη προσπάθεια τούτου του περίεργου πνεύματος εξαντλείται γιά νά υψώσει τείχη γύρω από τον άνθρωπο, να ξανακλείσει την πύλη της ακρόπολης και να πνίξει ανελέητα την ακαταμάχητη κραυγή της ανθρώπινης ελπίδας. "Όταν αυτή η στρατηγική αναδίπλωση συμπληρωθεί, τότε μόνο ο Επίκουρος σαν ένας θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, θα τραγουδήσει τη νίκη σε έναν ύμνο που δείχνει φανερά τον αμυντικό χαρακτήρα της επανάστασής του. «Ξεγέλασα τις παγίδες σου, ω μοίρα, έκλεισα όλους τους δρόμους από όπου μπορούσες να με φτάσεις. Δε θα αφεθούμε να νικηθούμε, ούτε από σένα ούτε από καμιά κακιά δύναμη. Κι όταν η ώρα της αναπόφευκτης αναχώρησης θα σημάνει, η περιφρόνησή μας για κείνους που αγκιστρώνονται μάταια στην ύπαρξη θα ξεσπάσει στ' ωραίο τραγούδι: "Ώ! πόσο άξια ζήσαμε!»

Μόνο ο Λουκρήτιος στην εποχή του οδηγεί πολύ μακρύτερα αυτή τη λογική και την πλησιάζει στη σύγχρονη διεκδίκηση. Στην ουσία δεν προσθέτει τίποτα στον Επίκουρο. Αρνιέται κι αυτός κάθε αρχή εξήγησης που δεν υπόκειται στις αισθήσεις. Το άτομο δεν είναι παρά το τελευταίο καταφύγιο όπου η ύπαρξη, αφού έχει αποδοθεί στα πρωτογενή της στοιχεία, θα συνεχίσει ένα είδος κουφής και τυφλής αθανασίας, ενός αθάνατου θανάτου, που για το Λουκρήτιο, όπως και για τον Επίκουρο, μοιάζει σαν η μοναδική δυνατή ευτυχία. Είναι αναγκασμένος όμως να παραδεχτεί ότι τα άτομα δεν ενώνονται μόνα τους σε ομάδες και, αντί να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου νόμου στο πεπρωμένο που θέλει να αρνιέται, δέχεται μια τυχαία κίνηση, που σύμφωνα με αυτή τα άτομα συναντώνται καί χωρίζουν. Καιρός είναι νά παρατηρήσουμε ότι έχουμε εδώ το τόσο σύγχρονο πρόβλημα όπου η διανόηση ανακαλύπτει ότι αν αποσπάσει τον άνθρωπο από το πεπρωμένο την αφήνει στην τύχη. Γι αυτό προσπαθεί να του ξαναδώσει ένα ιστορικό τούτη τη φορά πεπρωμένο. Ό Ολονύκτιος δε φτάνει ως εκεί. Το μίσος του για το πεπρωμένο και για το θάνατο ικανοποιείται με μια μεθυσμένη γη, όπου τα μόρια ενώνονται, γιά νά δώσουν τήν ύπαρξη από σύμπτωση και όπου η ύπαρξη από σύμπτωση διαλύεται σε άτομα. Το λεξιλόγιό του όμως μαρτυρά μια καινούργια ευαισθησία. Ή τυφλή ακρόπολη γίνεται ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο. Moenia mundi, τα τείχη του κόσμου, είναι μια από τις εκφράσεις - κλειδιά της ρητορικής του Λουκρήτιου. Ή μεγάλη υπόθεση βέβαια σε αυτή το στρατόπεδο είναι η αποσιώπηση της ελπίδας.

Αλλά η μεθοδική άρνηση του Επίκουρου μεταμορφώνεται σε έναν ασκητισμό που δονείται και κορυφώνεται συχνά με κατάρες. Το έλεος για το Λουκρήτιο σημαίνει «νά μπορεί κανείς να κοιτάζει τα πάντα με ένα πνεύμα που δεν ταράζεται από τίποτα». Αλλά αυτό το πνεύμα τρέμει από την αδικία που γίνεται στον άνθρωπο. Κάτω από την πίεση της αγανάχτησης νέες αντιλήψεις του εγκλήματος, της αθωότητας, της ενοχής και της τιμωρίας περνάνε μέσα στο μεγάλο ποίημα «για τή φύση των πραγμάτων». ’Αναφέρεται «τό πρώτο έγκλημα της θρησκείας», η ’Ιφιγένεια και η δολοφονία της αθωότητάς της. Αυτό τό θείο στοιχείο που «συχνά περνά δίπλα από τους ενόχους και πάει, με μιά ανάξια τιμωρία, να στερήσει τη ζωή των αθώων». Αν ο Λουκρήτιος δεν ειρωνεύεται το φόβο της τιμωρίας στον άλλο κόσμο, δεν το κάνει, όπως ο Επίκουρος, με τη μορφή μιας αμυντικής επανάστασης, αλλά με ένα μαχητικό συλλογισμό: γιατί το κακό θα πρέπει να τιμωρείται, αφού από τώρα βλέπουμε ότι το καλό δεν αμείβεται;

Στο έπος του Λουκρήτιου ο Επίκουρος γίνεται εκπληκτικός επαναστάτης πού δεν ήταν στην πραγματικότητα. «Ενώ στα μάτια όλων, η ανθρωπότητα έκανε μιά τιποτένια ζωή πάνω στη γη, συνθλιμμένη από το βάρος μιας θρησκείας πού το πρόσωπό της παρουσιαζόταν ψηλά από τις ουράνιες περιοχές, απειλώντας τούς θνητούς με τη φοβερή της όψη, πρώτος ένας Έλληνας, ένας άνθρωπος, τόλμησε να σηκώσει τα θνητά μάτια του ενάντια της και να την πολεμήσει. Κι από τότε η θρησκεία ανατράπηκε και καταπατήθηκε, ενώ εμάς η νίκη μας ύψωσε στους ουρανούς.» Νοιώθουμε εδώ τη διαφορά που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε τούτη τη νέα βλασφημία και την αρχαία κατάρα. Οι Έλληνες ήρωες μπορούσαν να επιθυμούν να γίνουν ήρωες αλλά δίπλα στους θεούς που υπήρχαν κιόλας. Τότε ήταν σα μιά προαγωγή. Ό άνθρωπος του Λουκρήτιου, αντίθετα, κάνει μιά επανάσταση. Αρνιέται τους ανάξιους κι εγκληματίες θεούς γιά να πάρει ο ίδιος τη θέση τους. Βγαίνει από το οχυρωμένο στρατόπεδο και αρχίζει τις πρώτες επιθέσεις ενάντια στη θεότητα στο όνομα τού ανθρώπινου πόνου. Μέσα στον αρχαίο κόσμο ο φόνος είναι το ανεξήγητο και το χωρίς εξιλασμό. Στο Λουκρήτιο το έγκλημα του ανθρώπου είναι απάντηση στο θείο έγκλημα. Καί δεν είναι τυχαίο που το ποίημα του Λουκρήτιου τελειώνει με μιά θαυμαστή εικόνα βωμών των θεών γεμάτων από πτώματα που κατηγορούν τους θεούς για το λοιμό.

Αυτή η νέα γλώσσα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την έννοια ενός όχι απρόσωπου θεού που αρχίζει αργά να σχηματοποιείται στην ευαισθησία των συγχρόνων του Επίκουρου και του Λουκρήτιου. Από το θεό - πρόσωπο ή επανάσταση μπορεί να ζητήσει λογαριασμό. "Από τη στιγμή που εκείνος βασιλεύει, αυτή υψώνεται, αγριεμένη κι αποφασισμένη, και προφέρει τ’ οριστικό όχι. Με τον Κάιν ή πρώτη επανάσταση συμπίπτει με το πρώτο έγκλημα. Η ιστορία της εξέγερσης, όπως τη ζούμε σήμερα, ταιριάζει πιο πολύ στα παιδιά του Κάιν παρά στους μαθητές του Προμηθέα.
 
Αντίθετα πρέπει κανείς να υποταχτεί στο Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ καί του Ιακώβ αφού διατρέξει, όπως ο Πασκάλ, όλη τη σταδιοδρομία της επαναστατημένης διανόηση ψυχή που αμφιβάλλει πιο πολύ τείνει εντονότερα στο γιανσενισμό.
 
Ο γνωστικισμός, που είναι καρπός μιας ελληνοχριστιανικής συνεργασίας, προσπάθησε επί δυο αιώνες, από αντίδραση στον ιουδαϊσμό, να τονώσει το ρεύμα. Ξέρουμε τους πολλαπλούς μεσολαβητές που φαντάστηκε ο Βαλεντίνος λόγου χάρη. Αλλά τα πνεύματα αυτού του μεταφυσικού πανηγυριού παίζουν τον ίδιο ρόλο με τις ενδιάμεσες άξιες στον ελληνισμό. Σκοπεύουν να μειώσουν τον παραλογισμό ενός τετ - ά -τετ ανάμεσα στον αξιοθρήνητο άνθρωπο και τον ασυγκίνητο θεό, που είναι Ιδιαίτερα ο ρόλος του δεύτερου σκληρού και  μαχητικού θεού του Μαρκίωνα. Αυτός ο δημιουργός έφτιαξε τον τελειωμένο κόσμο και το θάνατο. Πρέπει να τον μισούμε και ταυτόχρονα ν’ αρνιόμαστε τη δημιουργία του με τον ασκητισμό μέχρι που να την καταστρέφουμε με τη σεξουαλική αποχή. Πρόκειται λοιπόν γιά έναν ασκητισμό αλαζονικό κι επαναστατημένο.

Με λίγα λόγια ο Μαρκίωνας κατευθύνει την εξέγερση ενάντια σ’ έναν κατώτερο θεό για να υμνήσει καλύτερα τον ανώτερο. Η θεωρία του γνωστικισμού με τις ελληνικές καταβολές της παίρνει θέση συμφιλιωτική και τείνει να καταστρέφει την ιουδαϊκή κληρονομιά μέσα στο χριστιανισμό. Θέλησε ακόμα ν’ αποφύγει από τα πριν τον αύγουστινισμό, όσο δηλαδή εκείνος θα πρόσφερε επιχειρήματα σε οποιαδήποτε εξέγερση. Για το Βασιλίδη λόγου χάρη οι μάρτυρες αμάρτησαν καθώς καί ο ίδιος ο Χριστός αφού υποφέρουν. Παράξενη ιδέα που σκοπεύει ν’ αφαιρέσει την αδικία από τη δυστυχία. Στη θέση της αυθαίρετης και παντοδύναμης θείας χάρης οι γνωστικιστές θέλησαν μόνο να βάλουν την ελληνική ιδέα της μύησης πού δίνει στον άνθρωπο όλες τις δυνατότητες. Τό πλήθος των αιρέσεων στους γνωστικιστές της δεύτερης γενιάς εκφράζει την πολλαπλή και λυσσαλέα προσπάθεια της ελληνικής σκέψης να κάνει πιο προσιτό το χριστιανικό κόσμο και ν’ αφαιρέσει τις αιτίες που μπορούσε να δώσει αυτός σε μια εξέγερση, θεωρούμενη από τον ελληνισμό σαν το χειρότερο κακό. ’Αλλά η Εκκλησία καταδίκασε αυτή την προσπάθεια κι έτσι πολλαπλασίασε τους στασιαστές.

Μια και η φυλή του Κάιν γνώρισε όλο καί περισσότερους θριάμβους στο πέρασμα των αιώνων, μπορούμε να πούμε πως ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είχε μιά ανέλπιστη τύχη. Οι βλάσφημοι, κατά παράδοξο τρόπο, ζωντανεύουν το ζηλιάρη θεό πού ο χριστιανισμός ήθελε να διώξει από τη σκηνή της ιστορίας. Μιά από τις σπουδαιότερες τολμηρές πράξεις τους ήταν ή προσάρτηση τού Χριστού στο στρατόπεδό τους μέ τό νά τερματίσουν τήν ιστορία του στήν κορυφή τού σταυρού καί στήν τρομερή κραυγή του πριν απ’ τήν αγωνία. Έτσι διατηρήθηκε ή ανελέητη μορφή ενός θεού τού μίσους, πού ταίριαζε καλύτερα στήν αντίληψη πού είχαν οι επαναστατημένοι γιά τη δημιουργία. Μέχρι το  Ντοστογιέφσκι και το Νίτσε η ανταρσία γίνεται ενάντια σε μιά σκληρή και γεμάτη ελαττώματα θεότητα που προτιμά, χωρίς πειστική δικαιολογία, τη θυσία του Αβελ αντί του Κάιν προκαλώντας έτσι το πρώτο έγκλημα. Ο Ντοστογιέφσκι στη φαντασία κι ο Νίτσε στην πράξη θ’ απλώσουν υπέρμετρα το πεδίο της επαναστατημένης σκέψης και θα ζητήσουν λογαριασμό από τον ίδιο το θεό της αγάπης. Ο Νίτσε θα θεωρήσει το Θεό νεκρό στις καρδιές των συγχρόνων του. Θα επιτεθεί τότε, πως ο πρόδρομός του Στιρνερ, στη χίμαιρα του Θεού που παραμένει κάτω από τη μορφή της ηθικής μέσα στο πνεύμα του αιώνα του. ’Αλλά μέχρι την εποχή τους η φιλελεύθερη σκέψη π.χ. αρκέστηκε ν’ αρνηθεί την Ιστορία του Χριστού («αυτό το ανιαρό μυθιστόρημα» σύμφωνα με το Σαντ) και  να διατηρήσει, με την άρνησή της, την παράδοση του τρομερού θεού.