Ο πιστός καλείται να απαρνηθεί τα εγκόσμια, αλλά το ιερατείο δεν φαίνεται να έχει την ίδια δυσκολία με την απόκτηση των εγκόσμιων.
Στον απλό άνθρωπο λένε να έχει πίστη.
Στον άρρωστο λένε να προσευχηθεί.
Στον απελπισμένο λένε να ελπίσει.
Στον φοβισμένο λένε να προσκυνήσει.
Και κάπου ανάμεσα σε μια θαυματουργή εικόνα, ένα λείψανο, μια Αγία Ζώνη, ένα μπουκαλάκι αγιασμό και μια υπόσχεση για θεϊκή βοήθεια, κάποιος βρίσκεται πάντα πρόθυμος να ανοίξει το πορτοφόλι του.
Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι τα θαύματα έχουν μια περίεργη οικονομική λογική.
Αν κάποιος θεραπευτεί μετά από μια προσευχή, είναι θαύμα.
Αν δεν θεραπευτεί, ήταν θέλημα Θεού.
Αν κάποιος προσφέρει χρήματα και όλα πάνε καλά, ευλογήθηκε.
Αν χάσει την περιουσία του, δοκιμάστηκε.
Αν κάποιος αμφισβητήσει, είναι άπιστος.
Και αν κάποιος ζητήσει αποδείξεις, ξαφνικά το θαύμα αποκτά δικηγόρο.
Ο πιστός πρέπει να αποδεικνύει την πίστη του με χρήματα, δωρεές, τάματα και περιουσίες. Το ιερατείο όμως δεν χρειάζεται να αποδείξει σχεδόν τίποτα. Αρκεί να χαρακτηρίσει κάτι ιερό, θαυματουργό ή θεόσταλτο και ο άνθρωπος καλείται να το δεχτεί.
Και αν δεν το δεχτεί, τότε δεν είναι αρκετά ταπεινός. Πόσο βολικό.
Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος θέλει να πιστεύει σε θεούς, αγίους, λείψανα ή θαύματα. Η προσωπική πίστη είναι δική του υπόθεση.
Όταν όμως η πίστη μετατρέπεται σε εμπόριο ελπίδας, τότε το πράγμα αλλάζει.
Όταν ο φόβος του θανάτου γίνεται εργαλείο.
Όταν η ασθένεια γίνεται ευκαιρία.
Όταν η απόγνωση γίνεται αγορά.
Όταν η περιουσία ενός απλού ανθρώπου παρουσιάζεται ως εισιτήριο για θεϊκή εύνοια.
Τότε δεν μιλάμε πλέον απλώς για πίστη.
Μιλάμε για εξουσία.
Και η εξουσία που ζητά από τους άλλους να σιωπούν, να υπακούν και να πληρώνουν, ενώ η ίδια απολαμβάνει πλούτο, προνόμια και κοινωνική επιρροή, δεν είναι πνευματικότητα.
Είναι ένας πολύ παλιός μηχανισμός ελέγχου, ντυμένος με ράσα, μυστήριο και αρκετό φόβο για να παραμένει κερδοφόρος.
Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, αν αφαιρέσεις τα ράσα, τα λείψανα, τις εικόνες, τα θαύματα και τη θεϊκή γλώσσα, μένει κάτι πολύ απλό.
Ένας άνθρωπος φοβάται, ένας άλλος του προσφέρει ελπίδα και κάπου στη μέση υπάρχει ένα παγκάρι.
Το θαύμα, όπως φαίνεται, δεν χρειάζεται πάντα να θεραπεύει τον πιστό. Αρκεί να θεραπεύει τα οικονομικά του θαυματοποιού.
Υστερόγραφο. Και επειδή κάποιοι θα ενοχληθούν από την εικόνα, μια μικρή διευκρίνιση. Ο κλόουν δεν είναι προσβολή για το επάγγελμα. Ο κλόουν τουλάχιστον ξέρει ότι προσφέρει παράσταση και δεν ζητά από το κοινό να θεωρεί τα κόλπα του θεϊκά θαύματα.
Όσο για τους κλόουν με τα ράσα, εκεί η διαφορά είναι ότι ο πρώτος φοράει τη στολή για να διασκεδάσει τον κόσμο, ενώ ο δεύτερος συχνά περιμένει από τον κόσμο να πληρώσει για να πιστέψει ότι η παράσταση είναι αποκάλυψη.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου