Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Η αξία μας δεν καθορίζεται από την προσοχή που παίρνουμε από τους άλλους

Η πιο ουσιαστική μορφή της αποδοχής είναι η αποδοχή του εαυτού μας. Είναι η αυτοαμφισβήτησή μας που μας κάνει να απορρίπτουμε τους άλλους και τις καταστάσεις της ζωής, ιδιαίτερα όταν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θέτουν σε κίνδυνο την αξία μας.

Έχουμε δύο βασικά εμπόδια προς την αυτοπαραδοχή. Το ένα είναι τα αισθήματα ενοχής για σκέψεις, λόγια ή πράξεις μας. Το δεύτερο εμπόδιο είναι οι κοινωνικοί προγραμματισμοί μας, που μας έχουν κάνει να έχουμε ψευδαισθήσεις για το πότε κάποιος αξίζει ή όχι το σεβασμό και την αγάπη. Σε κάποιες κοινωνίες οι άνθρωποι απορρίπτονται απλά επειδή ανήκουν σε μια μειονότητα και όχι για τα ατομικά χαρακτηριστικά τους.

Η άγνοια μας οδηγεί στο ρατσισμό.

Έχουμε, επίσης, προγραμματιστεί να πιστεύουμε ότι η αξία μας εξαρτάται από τα χρήματά μας, το είδος του επαγγέλματός μας ή από το μέρος της πόλης όπου μένουμε. Αυτός είναι ίσως ένας από τους τομείς όπου επιδεικνύουμε τη μεγαλύτερη άγνοια. Σαν νέα παιδιά μαθαίνουμε από τους ενήλικες να διακρίνουμε τους ανθρώπους σ’ αυτούς που αξίζουν και σ’ αυτούς που δεν αξίζουν αποδοχή, σεβασμό, ισότητα και αγάπη. Υπάρχει ακόμη κι ένα είδος προκατάληψης για τους ανθρώπους που είναι βαρύτεροι ή γηραιότεροι. Αυτό είναι ένα λάθος που χρειάζεται να διορθωθεί. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας. Μπορούμε να το θεραπεύσουμε με το να αποδεχτούμε τον εαυτό μας ακριβώς όπως είμαστε και να θεραπεύσουμε αυτές τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις.

Όταν αποδεχόμαστε και αγαπάμε τον εαυτό μας, παρόλο που δεν εκπληρώνουμε κάποιες από αυτές τις λανθασμένες κοινωνικές προϋποθέσεις, βοηθάμε όλη την κοινωνία να γίνει λίγο πιο ελεύθερη απ’ αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Για να τολμήσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, θα χρειαστεί να τολμήσουμε να αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε.

Η πρώτη ψευδαίσθηση είναι ότι η αξία μας εξαρτάται από τη γνώμη ή τη συμπεριφορά των άλλων προς εμάς.

Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια, αν έχουμε διάφορους ανθρώπους που έχουν διαφορετικές αντιλήψεις και συμπεριφορές προς εμάς. Αυτό που είμαστε και η αξία μας δεν καθορίζεται από τους άλλους. Αυτό που είμαστε δεν αλλάζει, όταν οι άλλοι έχουν λανθασμένους προγραμματισμούς που τους κάνουν να σκέφτονται ή να φέρονται με δυσάρεστο τρόπο. Η συμπεριφορά τους είναι καθρέφτισμα των δικών τους φόβων και προβλημάτων και της ανικανότητάς τους να αντιληφθούν και να σέβονται εμάς (ίσως και τον εαυτό τους) γι’ αυτό που πραγματικά είμαστε.

Μαθαίνουμε από τους γονείς μας, το σχολείο και την κοινωνία να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους. Όταν αξιολογούμε ότι είμαστε «καλύτεροι από κάποιον σε κάτι», αισθανόμαστε ότι αξίζουμε. Τότε, όταν θεωρούμε κάποιον σαν «καλύτερο από μας», αισθανόμαστε ότι δεν αξίζουμε. Μπορεί να συγκρίνουμε τον εαυτό μας σε σχέση με κάποιο από τα ακόλουθα: εξυπνάδα, καλή εμφάνιση, καλλιτεχνικές ικανότητες, ευφράδεια λόγου, πλούτο, ωραίο σπίτι, επαγγελματική επιτυχία, τα παιδιά τους έχουν επιτυχίες, είναι καλοί στον αθλητισμό, στη μαγειρική, κάνουν εύκολα φίλους ή αυτοπειθαρχίες, ασχολούνται με πνευματικές δραστηριότητες ή αρέσουν στο αντίθετο φύλο.

Αν το σκεφτούμε, είναι αρκετά ανόητο. Μια ώρα πριν θεωρούσαμε τον εαυτό μας σαν καλύτερο από κάποιον άλλον σε κάποια από τις όψεις που επιλέγουμε να συγκρίνουμε τον εαυτό μας, όπως εμφάνιση, επιτυχίες, επαγγελματική θέση, χρήματα κλπ, και νιώθαμε υπέροχα. Και τώρα που βλέπουμε ή ακούμε ότι κάποιος άλλος είναι καλύτερος, νιώθουμε άσχημα. Δεν μπορεί να υπάρχει αλήθεια σ’ αυτό. Είναι όλο μια ψευδαίσθηση. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε. Είμαστε όλοι μοναδικοί. Δεν μπορούμε να αξίζουμε περισσότερο ή λιγότερο σεβασμό και αγάπη από κάποιον άλλο.

Μπορεί, επίσης, να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους ως προς το πόση προσοχή παίρνουμε από τους άλλους. Αυτό ξεκινά στα παιδικά μας χρόνια, αν τα αδέλφια μας έπαιρναν περισσότερη προσοχή, χάρες, δώρα ή βοήθεια. Αυτό επαναλήφθηκε στην εφηβεία, όταν οι άλλοι ήταν πιο εξωστρεφείς και έπαιρναν περισσότερη προσοχή. Μερικοί από μας νιώθουμε απόρριψη ακόμη κι όταν ο σύντροφός μας δίνει περισσότερη προσοχή στα παιδιά μας. Αυτή η αυτοαμφισβήτηση και η επακόλουθη ζήλια είναι συνηθισμένη και στα ζώα, που ενοχλούνται όταν άλλα ζώα παίρνουν περισσότερη προσοχή. Μπορεί να ερμηνεύουμε λανθασμένα ότι αυτό σημαίνει πως είμαστε λιγότερο αγαπητοί και άξιοι. Η αξία μας δεν καθορίζεται από την προσοχή που παίρνουμε από τους άλλους. Είμαστε αυτό που είμαστε, ανεξάρτητα από την προσοχή των άλλων. Αυτό που είμαστε δεν αλλάζει επειδή έχουμε ή δεν έχουμε την προσοχή τους.

Μια άλλη όψη αυτής της ψευδαίσθησης είναι η αυτοαμφισβήτηση, ο φόβος και η ζήλια, όταν ο σύντροφός μας προσέχει κάποιον άλλο. Μερικοί ζούμε μέσα στο φόβο για κάτι τέτοιο, ακόμη και χωρίς παρόμοια συμπεριφορά εκ μέρους του συντρόφου μας. Ίσως επειδή δεν βιώνουμε αρκετή αυτοπεποίθηση για την ικανότητά μας να είμαστε ενδιαφέροντες και αγαπητοί στον άλλον. Ή ίσως επειδή εμείς οι ίδιοι βρίσκουμε τον εαυτό μας να παρατηρεί ή να σκέφτεται το αντίθετο φύλο και συμπεραίνουμε ότι και ο σύντροφός μας θα κάνει το ίδιο. Μπορεί, επίσης, να έχουμε πληγωθεί στο παρελθόν σε μια τέτοια κατάσταση ή να έχουμε δει τους γονείς μας να υποφέρουν.

Και πάλι ζούμε μέσα στην ψευδαίσθηση πως αξίζουμε όταν έχουμε ένα σύντροφο που μας αγαπά αποκλειστικά και δεν αξίζουμε αν ο σύντροφός μας ενδιαφέρεται για άλλον ή μας αφήνει. Οι σχέσεις διαρκούν για όσο χρειάζεται ώστε να μάθουμε τα μαθήματα, για τα οποία τις έχουμε επιλέξει. Η αξία μας δεν έχει σχέση με την ικανότητα του συντρόφου μας να μας αγαπά αγνά, τις ψευδαισθήσεις του ότι μπορεί να βρει αλλού την ευτυχία ή επειδή περνά μια κρίση της μέσης ηλικίας και αναζητά ποικιλία ή επιβεβαίωση σε κάποιον άλλον. Ένα άλλο ερώτημα είναι γιατί η αξία μου εξαρτάται από το συγκεκριμένο άτομο και όχι από το πώς με αντιλαμβάνονται έξη δισεκατομμύρια άτομα πάνω στη γη. Πώς γίνεται έξη δισεκατομμύρια άνθρωποι να μπορούν να είναι ευτυχισμένοι χωρίς την αποκλειστική αγάπη και προσοχή από το δικό μου σύντροφο. Πώς είναι ικανοί να είναι ευτυχισμένοι;

Φυσικά, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια τέτοια κατάσταση για την αυτογνωσία μας, ρωτώντας τον εαυτό μας πώς μπορεί να έχουμε συμβάλει σ’ αυτό το χωρισμό και ποιες συμπεριφορές μπορεί να θέλουμε να αλλάξουμε σαν αποτέλεσμα αυτής της ευκαιρίας εξέλιξης.

Πώς να μιλήσετε στο παιδί σας για την αγάπη και τον έρωτα;

Έχετε ένα αγόρι ή ένα κορίτσι που μπαίνει ή πλησιάζει στην εφηβεία και αρχίζει να κάνει διάφορες ερωτήσεις για το τι είναι η αγάπη, αν διαρκεί για πάντα, γιατί οι άνθρωποι χωρίζουν. Τέτοια παρόμοια ερωτήματα αρχίζουν να τα απασχολούν από αρκετά μικρή ηλικία, ειδικά αν υπάρχουν διαζύγια στο κοντινό ή το ευρύτερο περιβάλλον τους, κάτι που είναι πολύ συχνό στις μέρες μας.

Η εφηβεία ειδικά είναι μια περίοδος πολύ παράξενη, γεμάτη αντιθέσεις. Ο έφηβος βιώνει διάφορες αλλαγές στο σώμα του που δε γίνονται μεμιάς αλλά αργά και... βασανιστικά... Με αποτέλεσμα να αισθάνεται άσχημα για μεγάλο χρονικό διάστημα! Χρειάζεται υπομονή, κατανόηση και συνεχή συζήτηση με τα παιδιά σας όταν αρχίσουν οι αλλαγές που τα μπερδεύουν και τα αγχώνουν. Ή όταν αρχίσουν τα πρώτα σκιρτήματα στην καρδιά τους.

Μην ξεχνάτε ότι δέχονται πλέον πιέσεις από παντού. Από το σώμα τους που αλλάζει και... ξυπνάει η σεξουαλικότητα, από την ανάγκη τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν με ρομαντικό τρόπο. Και από την άλλη είναι οι φίλοι τους. Κάποιοι είναι πιο προχωρημένοι και τα παιδιά σας μπορεί να αισθάνονται άβολα... Είναι και όλα αυτά που μπορεί να ψάξουν και να διαβάσουν εύκολα στο Internet, όσα "φίλτρα" κι αν τους βάλετε..

Τι να κάνετε; Άβολη η θέση σας αλλά μόνο εσείς μπορείτε να τα κατευθύνετε σωστά... Με διαρκή συζήτηση! Κάντε τα να αισθανθούν άνετα ώστε να σας ανοιχτούν. Κι έπειτα δώστε τους τις κατευθύνσεις που θα τα βοηθήσουν να βγουν λίγο από το χάος που επικρατεί στο μυαλό τους, στο σώμα τους και την καρδιά τους.

- Άλλο έρωτας, άλλο έλξη κι άλλο αγάπη: πρέπει να το καταλάβουν αυτό. Εξηγείστε τους τη διαφορά του να είναι ερωτευμένοι με κάποιον που δεν ξέρουν καλά και άρα τον εξιδανικεύουν με την πραγματική αγάπη για κάποιον που γνωρίζουν. Ο έρωτας είναι ως γνωστόν τυφλός! Η αγάπη πάλι προϋποθέτει βαθιά γνωριμία του άλλου. Αγαπάμε τον άλλο όπως είναι, με τα ελαττώματά του.

- Ο έρωτας σβήνει αλλά η αγάπη μένει... Υπάρχει αληθινή αγάπη αλλά για να τη βρούμε χρειάζεται υπομονή και σίγουρα προϋποθέτει βαθιά γνωριμία με τον άλλο... Οπότε μη βιαστούν να πουν το "Σ' αγαπώ". Και φυσικά χρειάζεται ωριμότητα, κάτι που δε διαθέτουν τα παιδιά σας, λόγω ηλικίας!

- Είναι η ώρα να τους μιλήσετε λεπτομερώς για τη σεξουαλικότητά τους και να είστε ανοιχτοί σε ό,τι απορίες έχουν. Η συζήτηση αυτή καλό είναι να έχει γίνει ακόμη πιο νωρίς γιατί η σεξουαλικότητα των παιδιών αφυπνίζεται από τη στιγμή που αρχίζουν να ανακαλύπτουν το σώμα τους. Στην εφηβεία όμως είναι η ώρα που η σεξουαλικότητα "βράζει" και ανυπομονεί να εκτονωθεί. Μιλήστε τους για όλα τα συν και τα πλην, για τους κινδύνους, για την προστασία, για τις αλλαγές στο σώμα. Τα αγόρια και τα κορίτσια εδώ θέλουν μια διαφορετική μεταχείριση, χωρίς ωστόσο να ενθαρρύνουμε τα μεν και να αποθαρρύνουμε τα δε.

- Να μάθετε να τα ακούτε, ό,τι κι αν έχουν να σας πουν. Κάντε τους να σας εμπιστευτούν για να μπορούν να σας πουν τα πάντα ούτως ώστε να μπορέσετε να τα προστατεύσετε, χωρίς όμως να τα καταπιέζετε. Αλλιώς θα ζητήσουν αλλού συμβουλές... Και δεν ξέρουμε τι συμβουλές θα λάβουν...

Οπλιστείτε με υπομονή και μάθετε τα παιδιά να αγαπούν και ν' αγαπιούνται.

Συνήθεια: Βάλτος ή όαση;

Μια πράξη που εκτελείται πανομοιότυπα κι επαναλαμβανόμενα ανά τακτά χρονικά διαστήματα όπως για παράδειγμα ένα λαϊκό έθιμο δημιουργεί έναν δικό της κύκλο ζωής- που αφενός αποκτά ισχυρή δύναμη επανεμφάνισης από μόνη της κι αφετέρου σταδιακά το ενδιαφέρον γι' αυτήν ατονεί σε βαθμό που εκτελείται σχεδόν αυτοματοποιημένα. Με μια λέξη γίνεται πλέον συνήθεια.

Η συνήθεια αποκοιμίζει, αυτό είναι γεγονός κι όχι μόνο αυτό αλλά απαξιώνει εν πολλοίς και το περιεχόμενο όλων των πράξεων που εκτελούνται με παρόμοιο τρόπο. Η περιοδικά επαναλαμβανόμενη ενέργεια, που δεν διαφοροποιείται σε κανένα σημείο, καθιστά τις πράξεις αυτές μηχανικές με αποτέλεσμα να διαφεύγουν απ’ τον συνειδητό έλεγχο του ατόμου και να περνούν σε υποσυνείδητο επίπεδο. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα εν-τυπώνονται στο υποσυνείδητο, το θέμα είναι αναδύονται κατά βούληση ή άνευ αυτής.

Είναι όμως αυτό απαραίτητα αρνητικό; Είναι κακό να έχουμε συνήθειες;

Αυτά είναι δυο εύλογα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσουμε για να ξεδιαλύνουμε κάθε υποψία ασάφειας που υπάρχει γύρω απ’ το συγκεκριμένο θέμα.

Έχει ειπωθεί κατά καιρούς από πολλούς φιλοσόφους ότι η συνήθεια είναι αργός θάνατος κι ο άνθρωπος της συνήθειας στην ουσία είναι νεκρός. Μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε τον εαυτό μας μέσα στις απλές καθημερινές μας λειτουργίες και θα διαπιστώσουμε με ανησυχία ότι πολλά πράγματα γίνονται εντελώς μηχανικά κι αυτοματοποιημένα, τόσο που αν ερωτηθούμε λίγο αργότερα γι αυτά δεν είμαστε σε θέση να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας την αναπαράσταση αυτών των γεγονότων σε μια πλήρη ακολουθία.

Εδώ έγκειται ίσως το πιο αρνητικό σημείο μιας συμπεριφοράς που εκτελείται από κεκτημένη ταχύτητα λόγω συνήθειας. Η συμπεριφορά που χαράχθηκε στο υποσυνείδητο αυθόρμητα αναζητά διέξοδο μόλις οι συνθήκες την ευνοούν: όταν δηλαδή παρομοιάζουν με τις συνθήκες της πρωταρχικής της δημιουργίας και συγχρόνως έχουν χαλαρώσει οι αμυντικοί μηχανισμοί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η συνήθεια γίνεται τροχοπέδη αλλαγής κι αυτό εντοπίζεται άμεσα: Ελέγξετε για παράδειγμα πόσο εύκολα σας οδηγούν τα βήματα σας να ακολουθήσετε μια διαδρομή για το σπίτι σας που κάνατε χρόνια. Δοκιμάστε να αλλάξετε τον κωδικό του κινητού σας και θα δείτε ότι σχεδόν πάντα πριν απ’ τον καινούριο ξεκινάτε να πληκτρολογήσετε τον παλιό, πολλές φορές μάλιστα μετά από την αποτυχία εισόδου στο μενού του αντιλαμβάνεστε ότι χρησιμοποιούσατε αυτόν που ήδη έχετε αλλάξει.

Υπάρχει όμως και το αντίστροφο που φαινομενικά συγκρούεται με όσα παραθέσαμε προηγουμένως. Μια καλή συνήθεια θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι είναι πολύ θετική διαδικασία και δε θα πρέπει να την βλέπουμε με καχυποψία. Επιπρόσθετα είναι πολλές φορές που στις πρακτικές του διαλογισμού δίνεται οδηγία αυτοί να γίνονται σε καθορισμένες ώρες τις ημέρας σε συγκεκριμένο μέρος κλπ, κάτι που καταλήγει στο να συνηθίζει ο νους και το σώμα έτσι ώστε να μην αντιδρούν. Η αλήθεια βέβαια στον μηχανισμό της συνήθειας, επειδή για μηχανισμό πρόκειται, βρίσκεται στην αποτύπωση μιας λειτουργίας στο υποσυνείδητο, δηλαδή μια εντολή προς τον αυτόματο πιλότο. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι πρέπει να δούμε την συνήθεια ως εργαλείο και να το χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά.

Συνεπώς , μετά τα παραπάνω, που ακριβώς εντοπίζεται το αρνητικό στοιχείο σε μια συνήθεια και γιατί το περιεχόμενο της απαξιώνεται όταν επαναλαμβάνεται μηχανικά; Στη πραγματικότητα το ουσιαστικό πρόβλημα βρίσκεται στην ποιότητα μιας συνήθειας και λιγότερο στον τρόπο της εκτέλεσης της καθώς μια βλαβερή πράξη που γίνεται συνήθεια θα προκαλέσει ζημιά σε μας αλλά ίσως και σε άλλους. Ωστόσο αν θέλουμε να προχωρήσουμε πιο βαθιά σ’ αυτή τη μελέτη τότε θα πρέπει να δούμε ότι σε συνηθισμένες ενέργειες απουσιάζει μονίμως η συνείδηση κι αυτό από μόνο του είναι πολύ σοβαρό. Ταυτόχρονα η συνήθεια έχει την δύναμη να δημιουργεί ισχυρά δεσμά σε νοητικό επίπεδο έτσι ώστε να μην επιτρέπει στο άτομο να ξεφύγει απ’ αυτές τις πράξεις κι αυτό καταλήγει σε μια διαρκή αμετάβλητη κυκλική πορεία η οποία ελέγχει το ίδιο το άτομο.

Εν ολίγοις γύρω από τον άνθρωπο ορθώνεται ένα αόρατο μοτίβο το πρότυπο του οποίου δεν του επιτρέπει να δράσουμε διαφορετικά. Πρόκειται για ένα καλούπι που δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε από τα όρια του. Αυτό βέβαια θα το αντιληφθεί εκείνος που επιθυμεί να δράσει διαφορετικά, και τότε θα διαπιστώσει ότι είναι δέσμιος προηγούμενων συνηθειών. Αντίθετα ο άνθρωπος που αρέσκεται μ’ αυτό που είναι κι όπως είναι δεν θα αντιληφθεί ποτέ ότι είναι φυλακισμένος του εαυτού του. Ούτε αυτό είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό, για κάθε άνθρωπο η ζωή που ζει είναι δικαίωμα του εφόσον δεν δημιουργεί πρόβλημα στον περίγυρο του, στο άρθρο αυτό αναφέρομαι κυρίως σε εκείνους που επιθυμούν να γνωρίζουν πως πετυχαίνεται η αλλαγή μέσα στη ζωή και πως γεμίζει η καθημερινότητα ζωντάνια.

Μια ωφέλιμη συνήθεια δε θα πρέπει να εγκαταλειφθεί αλλά είναι χρήσιμο να αλλάζει διαρκώς ο τρόπος με την οποία την εκτελούμε έτσι ώστε η συνείδηση να είναι πάντα παρούσα κι ο έλεγχος της συμπεριφοράς να γίνεται με επίγνωση κι όχι αυτοματοποιημένα. Τι συμβαίνει όταν δεν είμαστε συνειδητοί; Το υποσυνείδητο έχοντας αποτυπωμένα πάνω του όλα τα πρότυπα συμπεριφοράς, χρησιμοποιεί κατά το δοκούν αυτόματα ένα από αυτά και το σώμα υπακούει σ’ αυτή την ώθηση. Ότι ένα απωθημένο ανασύρεται την κατάλληλη στιγμή και γίνεται μια πράξη που συχνά μοιάζει με παρά-πράξη, δηλαδή είναι αθέλητη. Θα συλλάβετε πολλές φορές τον εαυτό σας να πει κάτι που δεν ήθελε να πει αλλά του ξέφυγε. Αυτό όμως που τελικά ειπώθηκε ήταν πολύ βαθιά τυπωμένο μέσα του και μάλιστα πολλαπλές εν-τυπώσεις. Μέσα σ’ αυτές τις γραμμές μπορεί κάποιος να ανακαλύψει το μυστικό των δηλώσεων, των εστιασμένων σκέψεων , την δύναμη των πεποιθήσεων και πολλά άλλα υποτιθέμενα μυστικά.

Τα οφέλη αυτής της συνεχούς αλλαγής είναι μακροπρόθεσμα και πολύ ευεργετικά. Ο άνθρωπος που λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ακόμη και στις πιο απλές του καθημερινές του ασχολίες αποκτά τον έλεγχο του εαυτού του, είναι πάντα παρών σε ότι κάνει κι έτσι έχει την δυνατότητα να αποφύγει παγίδες -που δε θα διέκρινε αν είχε αφεθεί- , να αλλάξει ανά πάσα στιγμή την απόφαση του για μια συμπεριφορά ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί και να ξεπεράσει πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν μέσα στη καθημερινότητα.

Με αυτό τον τρόπο δράσης ανανεώνουμε και αναζωογονούμε όλα όσα έχουν την τάση να βαλτώνουν και να αργοπεθαίνουν αλλά τα θέλουμε ακόμη ζωντανά. Η συνήθεια κουράζει και το ενδιαφέρον αποσύρεται με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να μην αντλεί πλέον ευχαρίστηση απ’ τις στιγμές του, επειδή απουσιάζει η ζωτική ενέργεια της κυκλικής εναλλασσόμενης- κι όχι πανομοιότυπης- κίνησης.

Η συνήθεια γίνεται ναρκωτικό που κοιμίζει την συνείδηση του ανθρώπου κι όταν αυτή αποσυρθεί, λόγω αδιαφορίας, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται υπό τον έλεγχο των σκεπτομορφών που έχει ο ίδιος πλάσει κι έχει συντηρήσει μέσω αυτών των επαναλαμβανομένων δράσεων. Ο έλεγχος του εαυτού χάνεται , ο έρωτας της πρώτης φοράς ξεφτίζει σιγά-σιγά, οι ενέργειες δεν ανανεώνονται με αποτέλεσμα να φθίνουν και να νιώθουμε συνεχώς κόπωση δίχως να μπορούμε να την αιτιολογήσουμε. Η συνήθεια μαγνητίζει την σκέψη και την κρατά εστιασμένη στον ίδιο σκοπό με τον ίδιο ρυθμό. Ακόμη κι αν αυτό μας αρέσει και είναι καλό θα μας αιχμαλωτίσει στην κινούμενη άμμο της προσκόλλησης.

Μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε συνεχώς αλλά το πώς το κάνουμε πρέπει να αλλάζει γιατί μόνο τότε θα είμαστε σε θέση να το αλλάξουμε, να το πετάξουμε όταν διαπιστώσουμε ότι είναι πλέον ανώφελο για μας ή ακόμη κι επιζήμιο ή στον αντίποδα, να το διατηρήσουμε στη ζωή μας φρέσκο και ζωντανό.

Αν θέλετε να παίρνετε ζωή απ’ αυτό που κάνετε κι όχι να χάνετε τη ζωή σας σ’ αυτό που κάνετε, τότε κάντε το συνεχώς διαφορετικά, το ίδιο αλλά πάντοτε με μια μικρή έστω αλλαγή που να του δίνει νέο ενδιαφέρον. Έτσι θα είστε εσείς το αφεντικό σε κάθε ενέργεια κι η νέα οπτική που θα αποκτάτε για το αντικείμενο θα σας προσφέρει συνεχή ευχαρίστηση και ζωντάνια. Ωστόσο αυτό είναι και το μυστικό εργαλείο για να καταργήσετε μια αρνητική συνήθεια απ’ την οποία θέλετε να απαλλαγείτε: Να την εκτελέσετε Συνειδητά. Αν είστε συνειδητοποιημένοι ότι θέλετε να την βγάλετε απ' την ζωή σας μόνο τότε θα είστε σίγουροι γι αυτό και τότε σίγουρα θα το πετύχετε.

Ο κύκλος της συνήθειας σπάει μόνο με έναν νέο κύκλο μιας νέας συνήθειας ή με νέες προσθήκες πάνω στη διαδρομή του παλιού. Αυτό λέγεται ανανέωση, αυτός είναι ο ένας τρόπος της αλλαγής που μπορεί να επιτευχθεί αργά κι ανώδυνα. Υπάρχει κι ο άλλος τρόπος , ο δύσκολος κι επίπονος που συχνά έρχεται ακάλεστα κι απρόσμενα. Τον αποκαλούμε πόνο κι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος. Γι' αυτόν όμως θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο, μέχρι τότε να αλλάζετε συνεχώς με μικρά και σταθερά βήματα γεμάτοι παρατηρητικότητα κι επαγρύπνηση.

Αν είναι να φανερωθεί ένας δάσκαλος ας είναι εκείνος του Γνώθι σαυτόν

Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν

Μου αρέσουν εκείνοι που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο για να χαθούν – Γιατί είναι αυτοί που περνάνε αντίπερα.
Μου αρέσουν οι μεγάλοι καταφρονητές – Γιατί είναι τα βέλη της επιθυμίας για την απέναντι όχθη.
Μου αρέσει αυτός που σπαταλάει την ψυχή του,
που δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ,
που πάντα χαρίζει και δεν θέλει να συντηρηθεί.
Μου αρέσει εκείνος που ντρέπεται όταν τον ευνοούν τα ζάρια
και που όλο ρωτάει “είμαι ένας χαρτοπαίχτης λοιπόν; –
γιατί θέλει να καταστραφεί.
Μου αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι βαθιά ακόμα
και μέσα στην πληγή του και που μπορεί να καταστραφεί
από ένα παραμικρό βίωμα –
Έτσι διασχίζει πρόθυμα το ποτάμι.
Δείτε τους αγαθούς και τους δίκαιους ποιον μισούν περισσότερο.
Αυτόν που συντρίβει τις πλάκες των αξιών τους –
Τον καταστροφέα –
Τον εγκληματία.
Αυτός όμως είναι εκείνος που δημιουργεί.
Σας το λέω –
Πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.
Η σοφία των δασκάλων και των σοφών της αρετής λέει να αγρυπνάτε
για να κοιμάστε καλά –
Αυτή είναι η σοφία του δίχως όνειρα ύπνου.
Μακάριοι οι νυσταγμένοι γιατί γρήγορα θα τους πάρει ο ύπνος.

Friedrich Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρας

Η Ψυχολογία των μαζών

Η αντίθεση ανάμεσα στην ατομική και την κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών, η οποία εκ πρώτης όψεως ενδέχεται να μας φαίνεται πολύ σημαντική, χάνει ύστερα από λεπτομερέστερη παρατήρηση μεγάλο μέρος της έντασής της. Η ατομική ψυχολογία ασχολείται μεν με τον μεμονωμένο άνθρωπο και παρακολουθεί τους τρόπους με τους οποίους εκείνος προσπαθεί να επιτύχει την ικανοποίηση των ενορμήσεών του, σπάνια ωστόσο, και υπό ορισμένες συνθήκες, βρίσκεται στη θέση να μη συνυπολογίσει τις σχέσεις του συγκεκριμένου ανθρώπου με άλλα άτομα.

Στην ψυχική ζωή του μεμονωμένου ανθρώπου, ο Άλλος εκλαμβάνεται συχνά ως πρότυπο, ως αντικείμενο, ως βοηθός ή ως αντίπαλος, και συνεπώς η ατομική ψυχολογία είναι εξαρχής ταυτόχρονα και κοινωνική ψυχολογία, υπό αυτήν τη διευρυμένη αλλά απόλυτα δικαιολογημένη έννοια.

Η σχέση του μεμονωμένου ανθρώπου με τους γονείς του και τα αδέλφια του, με το αντικείμενο της αγάπης του και με το γιατρό του, όλες δηλαδή οι σχέσεις που έως τώρα αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της ψυχαναλυτικής έρευνας, μπορούν να εγείρουν την αξίωση να αναγνωριστούν ως κοινωνικά φαινόμενα και σε αυτή την περίπτωση θα έρθουν σε αντίθεση με τις διεργασίες που ονομάζουμε ναρκισσιστικές και στις οποίες η ικανοποίηση των ενορμήοεων ξεφεύγει την επιρροή άλλων προσώπων ή παραιτείται από αυτά. Η αντίθεση ανάμεσα στις κοινωνικές και τις ναρκισσιστικές —ο Bleuler ίσως θα έλεγε αυτιστικές— ψυχικές πράξεις εμπίπτει λοιπόν απολύτως στο πεδίο της ατομικής ψυχολογίας και δε δικαιολογεί το διαχωρισμό της από μια κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών.

Στις σχέσεις που ανέφερα προηγουμένως με τους γονείς και τα αδέρφια, με την ερωμένη, με το φίλο και με το γιατρό, ο μεμονωμένος άνθρωπος βιώνει πάντα την επιρροή ενός μόνο προσώπου ή ενός πολύ μικρού αριθμού προσώπων, το καθένα από τα οποία έχει αποκτήσει εξαιρετικά μεγάλη σημασία γι' αυτόν. Έχουμε συνηθίσει, όποτε μιλούμε για κοινωνική ψυχολογία ή ψυχολογία των μαζών, να παραβλέπουμε αυτές τις σχέσεις και να απομονώνουμε ως αντικείμενο έρευνας τον ταυτόχρονο επηρεασμό του ατόμου από ένα μεγάλο αριθμό προσώπων με τα οποία το συνδέει κάτι, παρόλο που κατά τα άλλα μπορεί να του είναι ξένα από πολλές απόψεις. Η ψυχολογία των μαζών πραγματεύεται λοιπόν το μεμονωμένο άνθρωπο ως μέλος μιας φυλής, ενός λαού, μιας κάστας, μιας κοινωνικής θέσης, ενός θεσμού ή ως συστατικό στοιχείο ενός ανθρώπινου πλήθους που σε μια συγκεκριμένη στιγμή οργανώνεται σε μάζα για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Ύστερα από αυτήν τη διάρρηξη μιας φυσικής συνάφειας, ήταν εύκολο να θεωρήσουμε τις εκφάνσεις που παρουσιάζονται κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις ως εκδηλώσεις μιας ιδιαίτερης, μη αναγόμενης περαιτέρω ενόρμησης -herd instinct, group mind-, η οποία υπό άλλες συνθήκες δεν εκφράζεται.

Μπορούμε όμως κάλλιστα να αντιτείνουμε ότι μας είναι δύσκολο να παραχωρήσουμε μια τόσο μεγάλη σπουδαιότητα στο στοιχείο του αριθμού, πως μόνο αυτό είναι σε θέση να ξυπνήσει στην ανθρώπινη ψυχική ζωή μια νέα και, κατά τα άλλα, μη ενεργοποιημένη ενόρμηση. Έτσι, η προσδοκία μας οδηγείται σε δύο άλλες δυνατότητες: ότι η κοινωνική ενόρμηση δεν μπορεί να είναι πρωταρχική και αδιαίρετη και ότι οι απαρχές του σχηματισμού της μπορούν να βρεθούν σε στενότερο κύκλο, όπως για παράδειγμα σε αυτόν της οικογένειας.

Η ψυχολογία των μαζών, παρόλο που βρίσκεται στα αρχικά της στάδια, περικλείει μια ανυπολόγιστη ακόμη πληθώρα μεμονωμένων προβλημάτων και θέτει στον ερευνητή αμέτρητα προβλήματα που μέχρι τώρα δεν έχουν καν ταξινομηθεί σωστά. Η απλή ομαδοποίηση των διαφορετικών μορφών μαζικού σχηματισμού και η περιγραφή των ψυχολογικών φαινομένων που εκδηλώνονται από αυτές απαιτούν μεγάλη επένδυση σε παρατήρηση και εξεικόνιση και έχουν ήδη δώσει πλούσια βιβλιογραφία. Όποιος συγκρίνει αυτό το λεπτό βιβλιαράκι με το εύρος της ψυχολογίας των μαζών, εύκολα θα υποθέσει ότι εδώ δεν πραγματεύομαι παρά μόνο λίγα από τα σημεία τou συνολικού υλικού. Και όντως θα είναι μερικά μόνο ερωτήματα, για τα οποία η βαθύτερη έρευνα της ψυχανάλυσης δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

S. FREUD, ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

Μη φοβάσαι τον εαυτό σου, ζήσε απλά αυτό που σου χαρίστηκε

Ζήσε τον έρωτα που σου χαρίστηκε και μη φοβάσαι.

Η αλήθεια είναι ότι αν κάτι ο καθένας το νιώσει μοναδικό, το θέλει και δικό του. Δικό του όχι εγωιστικά κι απίκο, αλλά ζωντανό, με υπόσταση, με αυτό που αξίζει τέλος πάντων. Κυρίαρχος λένε στις σχέσεις είναι αυτός που ενδιαφέρεται λιγότερο κι αδύναμος αυτός που φοβάται, ή μήπως όχι τελικά;

Θεωρητικά, για να πάμε στην τυπική ανάλυση, αυτός που «νοιάζεται» λιγότερο είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Κι έχει το πάνω χέρι γιατί υπάρχεις ναι μεν στη ζωή του, αλλά υπάρχουν κι άλλα.

Κρατάει την απόσταση ασφαλείας του και δε φοβάται να φύγει.

Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, οφείλουμε να παρατηρήσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Αυτοί που πέφτουν με τα μούτρα, δεν το κάνουν επίτηδες. Κάνουν αυτό που νιώθουν και δε φοβούνται να δείξουν ούτε κρατάνε για τον εαυτό τους.

Θέλουν να τα δώσουν όλα. Κι έτσι χωρίς να το θέλουν, τρέχουν τη σχέση. Οπότε κάπως έτσι ζουν μόνιμα με το φόβο μην τυχόν κι αν. Οι υποχωρήσεις, οι ελιγμοί κι η πάσης φύσης προσαρμοστικότητα είναι η μόνη τους έγνοια. Κάνουν τα πάντα για να μη χαθεί η σχέση.

Αυτοί που τρέχουν την σχέση λοιπόν είναι αυτοί που φοβούνται, μάλλον τον ίδιο τον εαυτό τους πρώτα από όλα. Φοβούνται να χάσουν αυτό που βρήκαν και θέλουν να γίνουν όλα γρήγορα. Να τα ζήσουν όλα μεμιάς, να προλάβουν να χορτάσουν. Φοβούνται ότι αυτό που ζουν είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό, ή πολύ πιο απλά δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, δεν έχουν αυτοεκτίμηση. Όλη η αξία τους, στα μάτια τα δικά τους, προέρχεται μέσα απ’ τον άλλο άνθρωπο.

Βέβαια αυτό τελικά μπορεί να αποβεί καταστροφικό. Γιατί λίγο ο φόβος ο δικός σου που σου βγαίνει σε αντίδραση, λίγο το πνίξιμο που ίσως νιώσει ο άλλος, δένουν το πακετάκι. Κι είναι κρίμα γιατί όλο αυτό ξεκινάει και τελειώνει από σένα. Να θυμάσαι πάντα ότι αυτός ο κάποιος σε έχει επιλέξει γιατί αυτό που είσαι του κάνει. Ή τέλος πάντων του κάνει προς ώρας. Έχεις υπόσταση, προσωπικότητα κι αυτά ήταν που έκαναν τον άλλο να σε ξεχωρίσει. Τώρα αν αυτό είναι να κρατήσει ή όχι δεν μπορεί να το ξέρει κανένας απ’ τους δύο. Οπότε γιατί να υποδουλώνεις τον εαυτό σου στο φόβο;

Μη φοβάσαι τον εαυτό σου, ζήσε απλά αυτό που σου χαρίστηκε. Ο φόβος δεν είναι καλός σύντροφος άλλωστε ποτέ και πουθενά. Να δίνεις όχι γιατί πρέπει, άλλωστε το πρέπει είναι υποκειμενικό, αλλά γιατί θέλεις. Γιατί σου αρέσει εκεί και νιώθεις όμορφα. Απλά μην τρέχεις, να ξέρεις ποιος είσαι και να μη φοβάσαι ότι μπορεί και να. Μην καταπιέζεις, αλλά ούτε και να υπόσχεσαι τον ουρανό με τα άστρα κι όλους τους πλανήτες. Go with the flow σαν νιώσεις όμορφα κι ό,τι είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθει χωρίς να σε ρωτήσει.

Τα συμπεράσματα δικά σας. Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις κι αποφασίστε μόνοι ποιος είναι ο κυρίαρχος τελικά. Να το αποφασίσετε μόνο όταν κάνετε τη δικιά σας καταγραφή κι ανασκόπηση και βρείτε σε ποια κατηγορία ανήκετε. Μόνον έτσι θα καταλάβετε ποιος είναι ο κυρίαρχος, αν όντως κάποιος «πρέπει» να έχει αυτό τον ρόλο.

Επί της ουσίας κυρίαρχοι οφείλουμε να είμαστε στους εαυτούς μας, σε κανέναν άλλο!

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;

Γιατί ορισμένοι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα εγωιστές, χειριστικοί και αγενείς; Ο David Robson ζητά από έναν επιστήμονα να μιλήσει για τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης διάνοιας.

Αν είχατε την ευκαιρία να αλέσετε ακίνδυνα έντομα σε έναν μύλο του καφέ, θα απολαμβάνατε την εμπειρία; Ακόμη και αν τα έντομα αυτά είχαν ονόματα και μπορούσατε να ακούσετε το κέλυφός τους να σπάει; Ή μήπως θα νιώθατε μια διεστραμμένη ευχαρίστηση τρομάζοντας έναν ανυποψίαστο άνθρωπο με κάποιον έντονο θόρυβο;

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα πειράματα που εφαρμόζει ο καθηγητής Ψυχολογίας Delroy Paulhus με σκοπό να κατανοήσει τις «σκοτεινές προσωπικότητες» που υπάρχουν γύρω μας. Ουσιαστικά, προσπαθεί να δώσει απάντηση σε μια ερώτηση που όλοι ίσως θέλουμε να κάνουμε: γιατί ορισμένοι άνθρωποι ευχαριστιούνται όταν φέρονται με σκληρότητα; Και δεν αναφερόμαστε μόνο σε ψυχοπαθείς δολοφόνους, αλλά και σε άτομα που επιδίδονται σε σχολικό εκφοβισμό και διαδικτυακό τρολάρισμα, ακόμη και σε φαινομενικά έντιμα μέλη της κοινωνίας, όπως είναι οι πολιτικοί και οι αστυνομικοί.

Ο καθηγητής από το Βρετανικό Πανεπιστήμιο της Κολούμπια στον Καναδά αναφέρει ότι είναι εύκολο να βγάλουμε γρήγορα και απλοϊκά συμπεράσματα σχετικά με αυτούς τους ανθρώπους: «Έχουμε την τάση να χαρακτηρίζουμε «άγγελο» ή «διάβολο» το κάθε άτομο που συναντάμε, διότι θέλουμε να απλοποιήσουμε τον κόσμο μας σε καλούς ή κακούς ανθρώπους». Αν και ο Paulhus δεν δικαιολογεί τη σκληρότητα, η προσέγγισή του είναι πιο αποστασιοποιημένη, όπως θα έκανε ένας ζωολόγος που μελετά δηλητηριώδη έντομα, επιτρέποντάς του να δημιουργήσει μια «ταξινόμηση», όπως την αποκαλεί, με διαφορετικά είδη από τη σκοτεινή πλευρά της καθημερινότητας.

Αυτοεκτίμηση
Το ενδιαφέρον του Paulhus ξεκίνησε με τους ναρκισσιστές, δηλαδή τους απίστευτα εγωιστές και φιλάρεσκους ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να επιτεθούν με σκοπό να προστατεύσουν τη δική τους αίσθηση αυτοαξίας. Στη συνέχεια, περισσότερο από μια δεκαετία πριν, ο απόφοιτος Kevin Williams του πρότεινε να διερευνήσουν κατά πόσον αυτές οι εγωκεντρικές τάσεις συνδέονται με δύο άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά: τον μακιαβελισμό (ψύχραιμη χειραγώγηση των άλλων) και την ψυχοπάθεια (αναισθησία και απάθεια για τα συναισθήματα των άλλων). Μαζί ανακάλυψαν ότι αυτά τα τρία χαρακτηριστικά ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα, αν και μερικές φορές συνέπιπταν δημιουργώντας μια «σκοτεινή τριάδα» – ένα τριπλό χτύπημα αγριότητας.

Είναι εκπληκτικό το πόσο ειλικρινείς μπορεί συχνά να είναι οι συμμετέχοντες στα πειράματά του. Στα ερωτηματολόγιά του ζητά συνήθως από τους συμμετέχοντες να συμφωνήσουν με δηλώσεις όπως «Μου αρέσει να ενοχλώ τα πιο αδύναμα άτομα» ή «Είναι προτιμότερο να μην μου αποκαλύψετε τα μυστικά σας». Θα φανταζόσασταν ίσως ότι αυτά τα χαρακτηριστικά θα ήταν πολύ δυσάρεστο να τα παραδεχτεί κανείς, αλλά τουλάχιστον στο εργαστήριο οι άνθρωποι ανοίγονται και οι απαντήσεις τους φαίνεται ότι σχετίζονται με τη χρήση εκφοβισμού στην πραγματική ζωή τους τόσο κατά την εφηβεία όσο και στην ενήλικη ζωή. Επίσης, έχουν περισσότερες πιθανότητες να απατήσουν τους/τις συζύγους τους (ιδιαίτερα εκείνοι που έχουν μακιαβελικές και ψυχοπαθητικές τάσεις) και να αντιγράψουν στις εξετάσεις.

Ο Paulhus επικεντρώνεται κυρίως σε άτομα της καθημερινότητας παρά σε εγκληματικά ή ψυχιατρικά περιστατικά. Τα γνωρίσματα αυτά λοιπόν δεν είναι με κανένα τρόπο εμφανή από την πρώτη συνάντηση. «Οι άνθρωποι αυτοί ζουν μέσα στην κοινωνία κι έτσι διατηρούν τον έλεγχο προκειμένου να μην έχουν οι ίδιοι μπλεξίματα. Μπορεί όμως να τραβούν την προσοχή σας πότε πότε». Οι άνθρωποι που παρουσιάζουν ιδιαίτερα υψηλό ναρκισσισμό, για παράδειγμα, εμφανίζουν γρήγορα την τάση τους να υπερβάλλουν για τον εαυτό τους, γεγονός που αποτελεί μια από τις στρατηγικές που τους βοηθά να ενισχύουν τον εγωισμό τους. Σε μερικά πειράματα, ο Paulhus τους παρουσίασε ένα θέμα που είχε επινοήσει ο ίδιος και εκείνοι προσπάθησαν γρήγορα να δείξουν ότι γνώριζαν τα πάντα – μόνο και μόνο για να θυμώσουν όταν στη συνέχεια τους αμφισβήτησε. «Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτό εντάσσεται σε μια αντίληψη που τους επιτρέπει να ζουν με μια διαστρεβλωμένη θετική άποψη για τον εαυτό τους».

Οι άνθρωποι γεννιούνται κακοί;
Μόλις ο Paulhus άρχισε να ερευνά τις σκοτεινές προσωπικότητες, σύντομα υπήρξαν κι άλλοι που ήθελαν να βρουν απαντήσεις σε μερικές βασικές ερωτήσεις σχετικά με τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι γεννιούνται κακοί; Μελέτες στις οποίες έγινε σύγκριση σε πανομοιότυπα και διζυγωτικά δίδυμα, έδειξαν μια σχετικά μεγάλη γενετική συνιστώσα τόσο για τον ναρκισσισμό όσο και για την ψυχοπάθεια. Ο μακιαβελισμός φαίνεται ότι οφείλεται περισσότερο στο περιβάλλον, δηλαδή είναι δυνατόν να μάθει κανείς από τους άλλους πώς να χειραγωγεί. Πάντως, οτιδήποτε και αν έχουμε κληρονομήσει, δεν απομακρύνει την προσωπική μας ευθύνη. Η Minna Lyons από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ ισχυρίζεται ότι κανείς δεν γεννιέται με γονίδια ψυχοπάθειας ώστε να μην μπορεί να γίνει τίποτα γι’ αυτό.

Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να σκεφτείτε τους αντιήρωες της λαϊκής κουλτούρας – τον James Bond, τον Don Draper από την τηλεοπτική σειρά Mad Men ή τον Jordan Belfort από την κινηματογραφική ταινία Wolf of Wall Street για να συνειδητοποιήσετε ότι οι σκοτεινές προσωπικότητες έχουν σεξαπίλ, κάτι που υποστηρίζεται από πολλές επιστημονικές μελέτες. Περαιτέρω ενδείξεις μπορεί να προέλθουν από ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου: από το γεγονός του αν είστε πρωινοί ή βραδινοί τύποι. Η Lyons και η φοιτήτριά της Amy Jones διαπίστωσαν ότι τα «νυχτοπούλια», οι άνθρωποι που μένουν ξύπνιοι μέχρι αργά αλλά δεν μπορούν να σηκωθούν το πρωί, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαθέτουν κάποια από τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά.

Συχνά είναι ριψοκίνδυνοι, είναι πιο χειριστικοί (μακιαβελικό χαρακτηριστικό) και ως ναρκισσιστές τείνουν να εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θα μπορούσε να βγάζει νόημα, αν σκεφτεί κανείς την εξέλιξή μας: ίσως οι σκοτεινές προσωπικότητες έχουν περισσότερες πιθανότητες να κλέψουν, να χειρίζονται τους άλλους και να έχουν παράνομες σεξουαλικές σχέσεις όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται, κι έτσι εξελίχθηκαν σε πλάσματα της νύχτας.

Όποια και αν είναι η αλήθεια αυτής της θεωρίας, ο Paulhus συμφωνεί ότι πάντα θα υπάρχει χώρος γι’ αυτούς να εκμεταλλευτούν τους άλλους: «Οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι τόσο περίπλοκες που υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για την ενίσχυση της επιτυχίας – ορισμένοι απαιτούν να φερόμαστε ευγενικά και άλλοι να φερόμαστε άσχημα».

Σκοτεινές πλευρές
Πρόσφατα, ο ερευνητής άρχισε να εξετάζει ακόμη περισσότερο τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Το ερωτηματολόγιό του περιελάμβανε ακόμα πιο ακραίες ερωτήσεις, όταν ανακάλυψε ότι μερικοί άνθρωποι παραδέχονταν εύκολα ότι προξενούσαν πόνο στους άλλους μόνο και μόνο για δική τους ευχαρίστηση. Αυτές οι τάσεις δεν είναι απλώς μια αντανάκλαση του ναρκισσισμού, της ψυχοπάθειας ή του μακιαβελισμού, αλλά φαίνεται ότι σχηματίζουν τον δικό τους υπότυπο – τον «καθημερινό σαδισμό». Για τον λόγο αυτό, ο Paulhus τον ονομάζει «σκοτεινή τετράδα».

Το «μηχάνημα σύνθλιψης εντόμων» προσέφερε τον ιδανικό τρόπο στον Paulhus και τους συναδέλφους να ελέγξουν αν αυτό αντανακλά τη συμπεριφορά τους στην πραγματική τους ζωή. Αν και οι συμμετέχοντες δεν το γνώριζαν, ο μύλος διέθετε μια οδό διαφυγής για τα έντομα, αλλά το μηχάνημα εξακολουθούσε να παράγει έναν ήχο που μιμούνταν το κέλυφος τον εντόμων όταν συνθλίβεται. Μερικοί ένιωθαν αηδία κι αρνήθηκαν να πάρουν μέρος, ενώ άλλοι απολάμβαναν τη διαδικασία. Ο Paulhus σχολιάζει: «Ήταν πρόθυμοι όχι μόνο να κάνουν κάτι κακό στα έντομα, αλλά ζητούσαν ακόμα περισσότερα, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι ήταν τόσο αηδιαστικό που δεν ήθελαν καν να βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο. Αυτά τα άτομα παρουσίασαν επίσης υψηλό ποσοστό στα τεστ που αφορούσαν τον καθημερινό σαδισμό».

Αναμφισβήτητα, ένα λογικό ανθρώπινο ον δεν πρέπει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα συναισθήματα των εντόμων. Στη συνέχεια, η ομάδα δημιούργησε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή που επέτρεπε στους συμμετέχοντες να «τιμωρήσουν» τον ανταγωνιστή τους διοχετεύοντας έναν δυνατό θόρυβο στα ακουστικά τους. Αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό. Στην πραγματικότητα, οι εθελοντές έπρεπε να εκτελέσουν μια κουραστική λεκτική εργασία προκειμένου να κερδίσουν το δικαίωμα να τιμωρήσουν τον ανταγωνιστή τους. Προς έκπληξη του Paulhus, όσοι παρουσίαζαν σαδιστική συμπεριφορά στην καθημερινότητά τους ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να κάνουν όλο αυτό τον κόπο: «Δεν ήταν απλώς πρόθυμοι να το κάνουν, αλλά είχαν ένα κίνητρο για απόλαυση, να κάνουν μια επιπλέον προσπάθεια με σκοπό να έχουν την ευκαιρία να βλάψουν άλλα άτομα». Ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία πρόκληση ή προσωπικό κέρδος από αυτή τη σκληρή συμπεριφορά, το έκαναν μόνο και μόνο για λόγους απόλαυσης.

Εντοπισμός των τρολ
Ο ερευνητής πιστεύει ότι αυτό έχει άμεση σχέση με το διαδικτυακό τρολάρισμα: «Φαίνεται ότι αποτελούν τη διαδικτυακή έκδοση των καθημερινών σαδιστών, αφού ξοδεύουν χρόνο ψάχνοντας να βλάψουν κάποιους ανθρώπους». Σε μια ανώνυμη έρευνα σχετικά με τους σχολιαστές τρολ, ανακαλύφθηκε ότι είχαν πολλά σκοτεινά χαρακτηριστικά. Κυρίως όμως, ο καθημερινός σαδισμός καθώς και η απόλαυση ήταν το πρωταρχικό κίνητρό τους. Πράγματι, το πείραμα με τη σύνθλιψη των εντόμων απέδειξε ότι όσοι είχαν σαδιστική συμπεριφορά στην καθημερινότητά τους μπορεί να έχουν πιο συγκρατημένες συναισθηματικές αντιδράσεις σε όλα τα είδη των ευχάριστων δραστηριοτήτων. Έτσι, ίσως, οι τυχαίες πράξεις σκληρότητας αποτελούν προσπάθειες να ξεφύγουν από το συναισθηματικό τους κενό.

Οι ανακαλύψεις του προσέλκυσαν την προσοχή των αστυνομικών και των στρατιωτικών φορέων, οι οποίοι θέλησαν να συνεργαστούν με τον Paulhus για να δουν αν οι απόψεις του θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον λόγο που μερικοί άνθρωποι καταχρώνται τη θέση τους. «Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν συνειδητά θέσεις εργασίας όπου τους δίνεται η ευκαιρία να βλάψουν άλλα άτομα», λέει ο Paulhus. Αν ναι, περαιτέρω έρευνες θα μπορούσαν να προτείνουν τρόπους με σκοπό να ελέγξουν τις σκοτεινές προσωπικότητες κατά τη διάρκεια προσλήψεων.

Είναι επίσης ενθουσιασμένος για το νέο του έργο όσον αφορά τον «ηθικό μακιαβελισμό» και τους «κοινούς ναρκισσιστές» – ανθρώπους που ίσως διαθέτουν σκοτεινά χαρακτηριστικά, αλλά τα χρησιμοποιούν για το καλό (τουλάχιστον όπως το βλέπουν οι ίδιοι). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σκληρότητα μπορεί να είναι απαραίτητη. «Για να γίνει κάποιος πρωθυπουργός, δεν μπορεί να είναι μαλθακός, θα πρέπει να έχει πυγμή και ίσως να χρειαστεί να πληγώνει τους ανθρώπους, ακόμη και να γίνεται κακός προκειμένου να επιτύχει τους ηθικούς σκοπούς του», λέει ο Paulhus. «Εξάλλου, οι σκοτεινές προσωπικότητες έχουν συχνά και την παρόρμηση και την αυτοπεποίθηση για να πραγματοποιήσουν τον σκοπό τους – ακόμη και η Μητέρα Τερέζα διέθετε προφανώς μια σκληρή πλευρά. Δεν πρόκειται να προσφέρετε καμιά βοήθεια στην κοινωνία αν απλώς κάθεστε μέσα στο σπίτι και φέρεστε ευγενικά».

Όλα αυτά υπογραμμίζουν την ψευδή διχοτόμηση του καλού και του κακού που ο Paulhus θέλησε να εξετάσει. Κατά μία έννοια, αυτό είναι κάτι προσωπικό όσο κι ένα επαγγελματικό ζήτημα. Ο ίδιος παραδέχεται ότι διαθέτει μια σκοτεινή πτυχή στη συμπεριφορά του: για παράδειγμα, του αρέσει να βλέπει βίαια αθλήματα, όπως οι Μεικτές Πολεμικές Τέχνες. «Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να δούμε ότι βρισκόμουν πάνω από τον μέσο όρο όσον αφορά αυτά τα σκοτεινά χαρακτηριστικά», λέει ο ίδιος. «Αλλά δεδομένου ότι διέθετα περιέργεια ως επιστήμονας και απολάμβανα την ερεύνα σε τέτοιου είδους πράγματα, σκέφτηκα ότι ίσως θα ήμουν στην καταλληλότερη θέση για να ρίξω μια πιο προσεκτική ματιά στη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου».

Γιατί ορισμένοι άνθρωποι φέρονται με κακία στους άλλους

Οι άνθρωποι γενικότερα, είμαστε ιδιαιτέρως κοινωνικά όντα που έχουν ανάγκη από θετικές σχέσεις. Επομένως, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα κίνητρα που έχουμε για να τα πηγαίνουμε καλά με τους άλλους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης της κοινωνίας μας, αν ιστορικά οι άνθρωποι δε συνεργάζονταν και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους σε ένα μεγάλο βαθμό.

Ωστόσο, πολύ συχνά βλάπτουν εσκεμμένα ο ένας τον άλλον. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Γιατί οι άνθρωποι θέλουν κάποιες φορές να πληγώσουν και να βλάψουν τους άλλους;

Δεκαετίες έρευνας αποδεικνύουν ότι πίσω από τη δημοφιλή πεποίθηση πως οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν θέλουν να αισθανθούν καλύτερα για τον εαυτό τους, κρύβεται μία μεγάλη αλήθεια.

1. Η Θετική Ιδιαιτερότητα
Η θεωρία της «κοινωνικής ταυτότητας», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια βασική ψυχολογική ανάγκη για «θετική ιδιαιτερότητα». Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν μία θετικά προσδιορισμένη ανάγκη να αισθάνονται μοναδικοί σε σχέση με τους γύρω τους.

Καθώς από τη φύση τους, έχουν την τάση να σχηματίζουν ομάδες, αυτή η ανάγκη για θετική διάκριση, επεκτείνεται και στις ομάδες που ανήκουν. Δηλαδή, τείνουν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ομάδες που ανήκουν, παρά τις ομάδες που δεν ανήκουν. Και ως εκ τούτου, έχουν την τάση να βλέπουν λιγότερο θετικά τους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος μίας ομάδας σε σχέση με αυτούς που ανήκουν κάπου.

Επίσης, αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων ή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ταυτότητα της ομάδας τους δοκιμάζεται η αμφισβητείται. Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη εξέταση αυτής της πεποίθησης, διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι γενικότερα εμφανίζουν ενδείξεις ευνοιοκρατίας για την ομάδα τους, και επιπλέον, ενισχύεται θετικά η αυτοεκτίμηση τους και το αίσθημα της θετικότητας προς την ομάδας τους, όταν διαγράφονται άλλα μέλη από την ομάδα και θεωρούνται ως «παρείσακτα».

2. Οι Μειονεκτικές Συγκρίσεις
Η θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους κάνουν συγκρίσεις με άλλους ανθρώπους και ότι αυτές οι συγκρίσεις μπορούν συχνά να μας κάνουν να αισθανόμαστε χειρότερα ή καλύτερα για τους εαυτούς μας.

Καθώς, σε γενικές γραμμές προτιμάμε να αισθανόμαστε καλά, είμαστε επιρρεπείς στο να κάνουμε συγκρίσεις που θα μας επιτρέψουν να δούμε μειονεκτικά άλλους ανθρώπους.

Επιπλέον, η έρευνα που βασίζεται σε αυτή τη θεωρία, υποστηρίζει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο αρνητικοί απέναντι στους άλλους όταν νιώθουν ότι τους έχουν προσβάλει ή τους έχουν υποτιμήσει και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και να βοηθηθούν στην αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης τους.

Ένα παράδειγμα αυτού, μπορεί να δοθεί σε μια μελέτη, κατά την οποία όταν είπαν στους συμμετέχοντες ότι δεν ήταν ελκυστικοί, χρησιμοποιώντας πλαστή ανατροφοδότηση, βαθμολόγησαν τους άλλους, όχι μόνο ως λιγότερο ελκυστικούς, αλλά και ως λιγότερο έξυπνους και ευγενικούς σε σύγκριση με την ανατροφοδότηση ότι ήταν ελκυστικοί.

Συνοψίζοντας, όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν προσβεβλημένοι, ήταν πιθανότερο να υποβιβάσουν τους άλλους.

3. Η Κλασική Προβολή
Ο Freud υποστήριξε δεκαετίες πριν, ότι οι άνθρωποι ένιωθαν καλά με τον εαυτό τους και τα ελαττώματά τους, όταν πίστευαν ότι και άλλα άτομα είχαν τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά με αυτούς. Βασικά, αν υποθέσουμε ότι αισθάνεστε ανέντιμοι, τότε είναι πιο πιθανό να βλέπετε τους άλλους ανθρώπους ως επίσης ανέντιμους και αυτό σας κάνει κατά μία έννοια, να αισθάνεστε πιο έντιμοι από αυτούς.

Υπάρχουν διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη, όταν είπαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι είχαν υψηλά επίπεδα εσωτερικού θυμού, πίστευαν ότι και τα άλλα άτομα εξέφραζαν θυμό και με αυτό τον τρόπο, ένιωθαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερο θυμό μέσα τους.

4. Η Απειλή του «Εγώ»
Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, εκδηλώνουμε αρκετή επιθετικότητα. Με άλλα λόγια, σε γενικές γραμμές, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι άνθρωποι αισθάνονται καλά ή άσχημα για τον εαυτό τους. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι εκείνη τη στιγμή που επιτίθενται, αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους από ό,τι συνήθως.

Αυτό το πεδίο έρευνας, έχει διαπιστώσει ότι η απειλούμενη αυτοεκτίμηση συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αυξημένων επιθετικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι νιώσουν προσβεβλημένοι, σε αντίθεση με το να λαμβάνουν εκτίμηση, είναι αρκετά πιθανό να κάνουν προσβλητικά σχόλια σε κάποιο άλλο άτομο.

Συμπέρασμα
Είτε αφορά στην προώθηση των ομάδων μας είτε των εαυτών μας, έχουμε την τάση να είμαστε πιο επιθετικοί, όταν η αυτοεκτίμηση μας αμφισβητείται και όταν δεν νιώθουμε ιδιαίτερα θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς μας.

Όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, τότε είναι πιθανό να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με ανθρώπους που νομίζουμε ότι είναι σε χειρότερη θέση από εμάς, ώστε να βλέπουμε ότι έχουν περισσότερα αρνητικά χαρακτηριστικά από εμάς, προκειμένου να υποβαθμίσουμε τα άτομα που δεν είναι μέλη των ομάδων μας, καθώς και για να εκφράσουμε πιο άμεση επιθετικότητα προς τους ανθρώπους γενικότερα.

Η προσβολή, η υποτίμηση ή η επίκριση άλλων ανθρώπων μπορεί να δείξει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε εσείς για τον εαυτό σας, παρά για το χαρακτήρα του άλλου προσώπου. Η ανασφάλεια για τους ίδιους μας τους εαυτούς μας, ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αποτύπωση της σκληρότητας που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία.

Μην Αφήσεις Κανέναν να σε Κάνει να Πιστέψεις πως δεν Είσαι Αρκετός

Αποτέλεσμα εικόνας για heat got me likeΑν δεν πιστεύεις πως είσαι αρκετός τότε χρειάζεται μια απόφαση για να αλλάξεις την συγκεκριμένη πεποίθηση.

Είσαι αρκετός και αν δεν το πιστεύεις εσύ, τότε δεν θα το πιστέψουν και οι άλλοι.Σίγουρα, υπάρχουν στιγμές που θεωρούμε πως υστερούμε σε κάποιον τομέα ή δεν έχουμε όλα τα απαραίτητα εφόδια για να ανταπεξέλθουμε όπως θα θέλαμε.

Πως το βλέπω;
Είτε πιστεύεις πως είσαι αρκετός είτε όχι, συνδέεται άμεσα με την σχέση που έχεις με τον εαυτό σου.
Είναι ένα σύνολο οπτικής που έχουμε με τον παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.
Σίγουρα δεν Είσαι Αρκετός;

Με το νόημα που έρχεται μαζί με την λέξη αρκετός, μπορεί να είναι πετυχημένος, όμορφος, δυναμικός, επικοινωνιακός, ελκυστικός και οτιδήποτε άλλο θέλεις να προσθέσεις.
Πιθανότητα και τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ, είναι μια ιδιότητα ή ικανότητα που πιστεύουμε πως έχουμε ή δεν έχουμε.

Δεν νομίζω πως κάποιος πιστεύει πως δεν είναι αρκετός σε όλους τους τομείς της ζωής του.
Σε κάποιους πιστεύει πως είναι αρκετός και μπορεί να τα βγάλει πέρα με το οτιδήποτε και σε κάποιους άλλους θεωρεί πως βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό επίπεδο.
Όμως, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο κάθε τομέας δεν αντικατοπτρίζει το ποιοι είμαστε.
Για να πιστέψεις πως είσαι αρκετός ή όχι, θα χρειαστεί απαραίτητα να κάνεις μια σύγκριση.
Και η σύγκριση αυτή θα πρέπει να στηρίζεται σε κάποια κριτήρια αξιολόγησης.

Τις περισσότερες φορές συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον άλλο ή με μια προσδοκία που έχουμε στο μυαλό μας για το πώς θα έπρεπε να είμαστε.
Η σύγκριση αυτή δημιουργεί κάποιο συμπέρασμα και αυτό με την σειρά του επηρεάζει σε μεγάλο ή μικρό βαθμό πώς νιώθουμε με τον εαυτό μας. Αν είμαστε ικανοποιημένοι ή αισθανόμαστε πως κάτι μας λείπει.

Η έλλειψη γεννά ανάγκες που ζητούν να ικανοποιηθούν και πάει λέγοντας.
Βέβαια, υπάρχει και κάτι ακόμα που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας.
Λειτουργούμε εντελώς διαφορετικά όταν πιστεύουμε πως είμαστε αρκετοί, σε αντίθεση με την πεποίθηση πως κάτι μας λείπει.
Αυτό συμβαίνει επειδή όταν πιστεύεις πως είσαι αρκετός έχεις μεγαλύτερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση να δοκιμάσεις, να πετύχεις, να πάρεις ρίσκα, να αντιμετωπίσεις εμπόδια και να διεκδικήσεις καλύτερες συνθήκες.
Η οποιαδήποτε προσπάθεια για κάτι καλύτερο επηρεάζεται άμεσα από την σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας και αυτό οφείλεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο.
Αν φοβάσαι πως δεν είσαι αρκετός, τότε θα φοβάσαι να κινηθείς εκτός του γνώριμου, γιατί η οποιαδήποτε αποτυχία θα επιβεβαιώσει τις ήδη υπάρχουσες ανασφάλειες σου πως δεν είσαι όντως αρκετός.

Όμως σκέψου το λίγο καλύτερα.
Κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς, όπως και εσύ, δεν έχει μόνο αποτυχίες στην ζωή του.
Αντιθέτως μάλιστα.
Μην Αφήσεις Κανέναν να σου Πει πως δεν Είσαι Αρκετός
Και κυρίως ο εαυτός σου.

Η αξία που πιστεύεις πως έχεις καθορίζεται απόλυτα από κριτήρια που εσύ επιλέγεις να δημιουργήσεις και φυσικά να κυνηγήσεις.
Όλοι χρειαζόμαστε επιβεβαίωση, όμως το όριο πρέπει να το βάλουμε εμείς και όχι κάποιος εξωγενής παράγοντας.
Αν περιμένουμε από κάποιον άλλο να επιβεβαιώσει πως αξίζουμε, τότε συνεχώς θα κυνηγάμε την ουρά μας.
Αν περιμένεις από τους άλλους να ορίσουν αν είσαι αρκετός ή όχι, θα διαμορφώνεις πάντα την άποψη που έχεις για τον εαυτό σου από την άποψη που έχουν οι άλλοι για εσένα.
Και αυτό είναι σκληρό και ένα ταβάνι που πιθανότατα δεν θα αγγίξεις ποτέ.
Σίγουρα υπάρχουν στοιχεία, χαρακτηριστικά και ιδιότητες του εαυτού σου που χρειάζονται βελτίωση και ανάπτυξη.
Όμως ας μην υπερβάλουμε. Όλοι έχουμε δυνατά και αδύνατα σημεία.
Αυτό που τα αλλάζει όλα είναι το σημείο εστίασης.
Αν αποφασίσεις να εστιάσεις στα στοιχεία που επιβεβαιώνουν πως δεν είσαι αρκετός, μόνο αυτό θα βλέπεις και μόνο αυτό θα κυνηγάς. Πάντα θα μένει κάτι ακόμα να καταφέρεις για να ορίσεις την αξία σου.
Αν όμως αποφασίσεις να εστιάσεις στις δυνάμεις σου, τότε όχι μόνο θα νιώσεις καλύτερα και πιο σίγουρος, αλλά θα κινηθείς πολύ πιο γρήγορα προς μια κατεύθυνση εξέλιξης και θετικής αλλαγής.
Αν Πιστεύεις πως δεν Είσαι Αρκετός, να Θυμάσαι:

Πιστεύεις πως δεν είσαι αρκετός;
Για ποιο λόγο; Ποιο είναι το χαρακτηριστικό που σε κάνει να νιώθεις με αυτό τον τρόπο;
Είναι κάποια επιτυχία που δεν έχει έρθει ακόμα; Μια ιδιότητα που δεν έχεις και εύχεσαι να αποκτήσεις;
Να θυμάσαι το εξής: Ποτέ δεν ξεκινάς από το μηδέν.
Οι εμπειρίες της ζωής σου έχουν προσφέρει κάποιες γνώσεις και σημαντικές πληροφορίες για το ποιος είσαι και τι μπορείς να καταφέρεις, αν το θέλεις και το βάλεις στόχο.
Αν θεωρείς πως δεν είσαι αρκετός, τότε ξεκαθάρισε τους λόγους και αν πιστεύεις πως αξίζει, απλά κάνε το.
Αλλά φρόντισε να το κάνεις για εσένα.

Βέβαια θα χρειαστεί να θυμάσαι πως δεν υπάρχει όριο βελτίωσης. Το όριο αυτό, έχεις την ευθύνη να το θέσεις εσύ και μόνο εσύ.
Δεν είναι κακό να θέλεις να καταφέρεις περισσότερα. Είναι ωραίο και σπάει την ρουτίνα και την βαρεμάρα. Ακόμα, αποκαλύπτει πτυχές του εαυτού σου που ενδεχομένως δεν ήξερες πως υπάρχουν.
Όμως αυτό που μετράει είναι το σημείο που ξεκινάς.
Αν έχεις ως αφετηρία πως δεν είσαι αρκετός, τότε η διαδικασία εξέλιξης θα είναι επίπονη και βασανιστική. Θα συγκρίνεις διαρκώς το σημείο που βρίσκεσαι και το σημείο που θέλεις να φτάσεις και πάντα θα βρίσκεις κάτι που θα φταίει.
Μπορεί σε κάποιους τομείς να μην έχεις ακόμα τα εφόδια, όμως αυτό που μετράει είναι η απόφαση να γίνεις λίγο καλύτερος από ότι είσαι ήδη.

Αυτό από μόνο του φτάνει.
Είσαι ήδη αρκετός και αυτό αποδεικνύεται από την θέληση σου να γίνεις καλύτερος.
Είσαι ήδη αρκετός γιατί επέλεξες να μην κρυφτείς από τον εαυτό σου και αποφάσισες να εξελιχθείς ακόμα περισσότερο.

Οπότε απλά ξεκίνα και μην κοιτάς διαρκώς πίσω σου.

Βρίσκοντας το Θάρρος να Κυνηγήσεις Ανεμόμυλους

Χρειάζεται θάρρος να πάρεις αποφάσεις που θα σε οδηγήσουν στην ζωή που ονειρεύεσαι.

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι σημαίνει θάρρος;
Θάρρος είναι να κοιτάξεις έναν φόβο ή μια αμφιβολία κατάματα. Είναι η δυνατότητα να διαχειριστείς τις πιο σκοτεινές σκέψεις σου και να αποφασίσεις να μην τις πάρεις τόσο στα σοβαρά.
Θάρρος είναι η επιλογή να γίνεις ο ήρωας στην δική σου ιστορία και θεωρώ πως όλοι μας, είτε λίγο είτε πολύ, είμαστε ήρωες στην καθημερινότητα μας.
Όμως, παίρνοντας την φράση του Saul Bellow, υπάρχουν δύο ειδών ήρωες.
Οι πρώτοι είναι αυτοί που προσπαθούν να παραμείνουν για πάντα όπως ακριβώς είναι. Και μπορεί να σου φανεί περίεργο, όμως χρειάζεται θάρρος να γνωρίζεις πως μένεις στάσιμος και να συνεχίζεις στους ίδιους ρυθμούς.
Οι δεύτεροι, είναι εκείνοι που δεν κυνηγούν την βεβαιότητα που προσφέρει το γνώριμο, αλλά την αβεβαιότητα της περιπέτειας.
Είναι οι ήρωες που αισθάνονται συνεχώς πως υπάρχει μια διαφορετική ζωή που τους περιμένει στο τέλος της διαδρομής.
Θεωρώ πως το θάρρος βρίσκεται κάπου κρυμμένο ανάμεσα στην φράση του Robert Kennedy:
«Κάποιοι βλέπουν τα πράγματα όπως είναι και λένε γιατί. Εγώ ονειρεύομαι πράγματα που δεν ήταν ποτέ εκεί και λέω γιατί όχι»
Χρειάζεται Θάρρος να Φορέσεις Πανοπλία, Όχι να Είσαι ο Σέρλοκ Χόλμς

Τρελαίνομαι να διαβάζω τα μυθιστορήματα του Doyle.
Ο διάσημος ντεντέκτιβ, έχοντας στον πλευρό του τον όχι και τόσο έξυπνο και σίγουρα αγαθό Γουάτσον, λύνει μυστήρια που κανείς άλλος δεν μπορεί, χρησιμοποιώντας την απίστευτη αναλυτική ικανότητα της νοημοσύνης του.
Όμως αυτή διαδικασία δεν περιλαμβάνει κάποιο παράδοξο.
Και εμένα μου αρέσουν τα παράδοξα.
Από κάποιο σημείο και μετά, οι περιπέτειες του Σέρλοκ χρειάζονται ακριβώς το ίδιο θάρρος με τις προηγούμενες.
Όχι τόσο το δικό του, όσο το δικό μας να τις παρακολουθήσουμε.
Και αυτό γιατί ξέρουμε τι θα γίνει στο τέλος. Ο Σέρλοκ θα χρησιμοποιήσει το μυαλό του και στο τέλος θα αποδείξει πως κάθε μυστήριο έχει μια λογική εξήγηση.
Το τέλος θα είναι αίσιο και θα ζήσουν αυτοί καλά…
Ένας άλλος λόγος που κολλάω με τον Σέρλοκ, είναι γιατί τον περιμένω στην γωνία.
Ελπίζω κάποια στιγμή να συναντήσει κάποιο μυστήριο που δεν θα μπορέσει να εξηγήσει και θα προσγειωθεί απότομα στην πραγματικότητα που ονομάζεται ζωή.
Όμως υπάρχει ένας άλλος ήρωας που είναι κάπως διαφορετικός.
Αυτός είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, ένα από τα πιο διάσημα μυθιστορήματα παγκοσμίως.
Ο Δον Κιχώτης είναι ένας γέρος, όπου βυθισμένος στα βιβλία του, παρακολουθεί με αγωνία την καθημερινότητα του να επαναλαμβάνεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, μέρα με την μέρα.
Μέχρι που παίρνει το θάρρος να κάνει κάτι διαφορετικό. Κάτι που για τους υπόλοιπους είναι τρελό και σημάδι παραφροσύνης.
Αποφασίζει να φορέσει την πανοπλία του και να ξεκινήσει την δική του εκστρατεία. Να δει γίγαντες αντί για ανεμόμυλους και μάχες εκεί που δεν υπάρχουν.
Ωστόσο, παρόλο που ακόμα και η οικογένεια του κάνει τα πάντα για να βρει τα λογικά του, ίσως δεν μάθουμε ποτέ αν ο Δον Κιχώτης τρελάθηκε ή απλά βρήκε το θάρρος να κοιτάξει διαφορετικά την πραγματικότητα.
Και αυτό είναι ένα από τα παράδοξα που μου αρέσουν.
Θάρρος Είναι να Αποφασίσεις να Δεις Διαφορετικά μια Κατάσταση

Ο Δον Κιχώτης είναι ένας ήρωας που κινείται μεταξύ ανοησίας, γελιοποίησης και θλίψης.
Οποιαδήποτε μάχη και αν δώσει, στο τέλος θα χάσει.
Όμως από ότι φαίνεται δεν θέλει να κερδίσει αυτές τις μάχες. Θέλει να κερδίσει την μάχη με τον εαυτό του.
Έχει ανάγκη να πιστέψει πως υπάρχει νόημα σε όλη αυτή την διαδρομή που ονομάζεται ζωή. Και θέλει να το κάνει με τον δικό του τρόπο.
Αποφασίζει να δώσει την δική του μάχη, ακόμα και αν αυτή είναι μια ψευδαίσθηση.
Είναι όμως;
Οι μεγαλύτερες μάχες που δίνουμε είναι μέσα στο μυαλό μας και ο Δον Κιχώτης βρίσκει το θάρρος να στήσει την δική του.
Αποφασίζει να γίνει ο ευγενής πολεμιστής που ακολουθεί τον δικό του κώδικα ηθικής, προστατεύει τους αδύναμους και δίνει τον καλό αγώνα.
Ο Δον Κιχώτης θα χάσει ξανά και ξανά, μέχρι που το χαμόγελο που σχηματίζεται στο πρόσωπο μας από τον εξευτελισμό του θα σβήσει από τα χείλη μας.
Θα βρει το θάρρος να απορρίψει τις ιδέες και τις προσδοκίες των άλλων για τον ίδιο, και αποφασίζει να ξεκινήσει ένα διαφορετικό ταξίδι.
Ίσως να γνώριζε πως τα χρόνια είχαν περάσει και το τέλος να ήταν κοντά, οπότε αποφάσισε να ζήσει το υπόλοιπο καθαρίζοντας την συνείδηση του.
Όμως αυτό που πολλές φορές φανταζόμαστε ως ακατόρθωτο να το πετύχουμε, να είναι και ο γίγαντας της δικής μας ιστορίας. Και για να βρούμε το θάρρος να τον αντιμετωπίσουμε, να τον δούμε σαν ανεμόμυλο.
Σε μια εποχή όπου όλα πνίγουν την φωνή μέσα μας, που φωνάζει να καταφέρουμε περισσότερα, πιθανότατα κάποιοι ανεμόμυλοι να χρειάζονται όσο ποτέ.
Το θάρρος να αποφασίσουμε ποια θα είναι η δική μας μάχη απέναντι στους γίγαντες του μυαλού μας.

Ο θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα - Πού πήγαιναν οι καλοί και πού οι κακοί

Οι αρχαίοι Αθηναίοι, σύμφωνα με τους νόμους τους Σόλωνα, ήταν υποχρεωμένοι να φροντίζουν τους ηλικιωμένους γονείς τους και ακόμα να φροντίζουν τα της ταφή τους.

Όποιος πολίτης παρέβαινε αυτά τα καθήκοντα, πλήρωνε πρόστιμο και έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα, δηλαδή εθεωρείτο «άτιμος», ή και τον εξόριζαν από την πόλη. Αθηναίοι και Έλληνες, στην αρχαιότητα, πίστευαν πως οι θεοί προσφέρουν απλόχερα τα αγαθά στους θνητούς και αυτοί, σεβόμενοι τους αθάνατους ευεργέτες, οφείλουν να τα απολαύσουν μέχρι τελευταίας ευκαιρίας.

Διαφορετικά, θα προσβάλλουν τους γενναιόδωρους θεούς. Σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, λοιπόν, εκτιμούν, αγαπούν και απολαμβάνουν την επίγεια ζωή. Αντιμετωπίζουν τον θάνατο με δέος, φόβο και θλίψη, συνεπώς φοβούνται τον νεκρό, που θεωρούν «μιασμένο» (μολυσμένο). Ο θάνατος ήταν η συντέλεια, καθώς ελάχιστοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ο Όμηρος διαχωρίζει την ψυχή (από το ρήμα ψύχω > πνέω – αναπνέω) σε κυρίως ψυχή ( ζωή -ανάσα – πνοή) και σε θυμό που είναι η ψυχή μας ως φορέας ψυχικών και πνευματικών ιδιοτήτων. Κατά τον Όμηρο, το σώμα είναι ο άνθρωπος καθαυτόν, που φθείρεται με τον θάνατο. Η ψυχή μετά θάνατον γίνεται σκιά ωχρή, χωρίς αξία, που πλανάται στον Άδη κι ύστερα εξανεμίζεται, χάνεται. Παρόμοιες ιδέες έχει και ο Αριστοτέλης, ο οποίος δηλώνει πως ο άνθρωπος είναι σώμα και ύλη, ψυχή και είδος.

Κατά τον Αριστοτέλη η ψύχη είναι ενδιάμεσο μεταξύ ανθρώπων και θεού, γεννιέται και σβήνει με το σώμα. Μονάχα ο νους έρχεται απ΄ έξω («θύραθεν»), είναι «το ανώτερον μέρος της ψυχής, προγενέστερον και κύριον, απλούν και απαθές» και είναι ύλη.

Η αθανασία της ψυχής. 

Υπέρ της αθανασίας της ψυχής τάσσονται οι Ορφικοί, οι Πυθαγόρειοι και οι Πλατωνικοί.
Οι θεωρίες τους συγγενεύουν πολύ με τη μεταγενέστερη χριστιανική θεωρία περί ψυχής. Κοινή σε όλους είναι η άποψη ότι η ψυχή «ουσία άυλη, άφθαρτη και αθάνατη», «κάτι το άορατον, ασώματον, πάγκαλον και θείον», γι” αυτό είναι αθάνατη. Ενώ το σώμα είναι «ορατόν και σύνθετον και γαιώδες και ανθρώπινον», γι” αυτό είναι θνητό και πιθανόν να παραλογίζεται (Πλάτωνος, Φαίδων).

Ο Σωκράτης στις τελευταίες στιγμές νιώθει πως με τον θάνατό του θεραπεύεται από τη νόσο (δηλαδή το κλείσιμο της ψυχής, μέσα στο φθαρτό σώμα). Για να εκφράσει, λοιπόν, την ευγνωμοσύνη του προς τον θεό Ασκληπιό, δίνει εντολή στον Κρίτωνα να θυσιάσει για λογαριασμό του έναν κόκορα. Την ίδια ερμηνεία, που θέλει το σώμα να είναι φυλακή της ψυχής, υποστηρίζουν οι Ορφικοί.
Χαρακτηριστικά πρεσβεύουν πως «η ψυχή εγκαταλείπει προσωρινά το σώμα την ώρα του ονείρου και για πάντοτε την ώρα του θανάτου». Όλοι τους, επίσης, ομιλούν για δικαιοσύνη, ηθική αγνότητα και τιμωρία ή δικαίωση στον άλλο κόσμο.

Η επικούρεια άποψη.

Αντίποδας των προηγούμενων είναι η Επικούρεια άποψη. Ο Επίκουρος δέχεται τον πλατωνοαριστοτελικό διαχωρισμό της ψυχής σε: άλογο (ψυχή – anima) και σε λογικό (νους – animus).

Όμως διαφέρει από τους άλλους, διότι πιστεύει πως και τα δύο μέρη της ψυχής είναι φθαρτά και υλικά. Βασίζεται στην ατομική θεωρία του Δημόκριτου, δηλαδή ερμηνεύει την ψυχή και τον νου ως συμπτώματα, εκδηλώσεις της ύλης. Κατά τον Επίκουρο, η ψυχή αποτελείται από λεπτότατα άτομα, διάχυτα στο σώμα, και πεθαίνει μαζί με το σώμα. Ενδιαφέρουσα είναι η άποψή του περί θανάτου:
«… Άρα το πιο φρικιαστικό απ” όλα τα δεινά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας. Απλούστατα επειδή, ενόσω εμείς θα ζούμε, εκείνος θα είναι απών, ενώ, όταν θα εμφανιστεί, εμείς δεν θα υπάρχουμε. Ο θάνατος, λοιπόν, δεν έχει καμία σχέση ούτε με τους ζωντανούς, ούτε με τους πεθαμένους, αφού όσο οι ζωντανοί είναι ζωντανοί δεν υπάρχει, και οι πεθαμένοι, δεν θα ζουν όταν φανεί… » (Επίκουρου, Επιστολή προς Μενοικέα, Περί Ευτυχίας). 
Η αρχαία ελληνική θρησκεία άφηνε απόλυτη ελευθερία σκέψης και έκφρασης, είχε δοξασίες με καθαρά πνευματικό περιεχόμενο και υψηλές ηθικές αξίες. Όπως λόγου χάριν, στα Ηλύσια Πεδία βασιλεύουν -μετά θάνατον- οι θνητοί που διακρίθηκαν για τις αρετές τους. Αντιθέτως, στα σκοτεινά παλάτια του Άδη οδηγούνται οι νεκροί θνητοί, όσοι δεν αξιοποίησαν τα προσόντα τους και τις δυνατότητες που τους χάρισαν οι θεοί κατά τη διάρκεια του βίου.

Σε αυτούς συγκαταλέγεται αυτός που λαθέν βιώσας, όπως αναφέρει ο Όμηρος. Δηλαδή αυτός που πέρασε από τον εφήμερο βίο χωρίς να γίνει αντιληπτός, χωρίς να αξιοποιήσει τα χαρίσματα των θεών. Στο κατώτατο σημείο του Άδη, στα Τάρταρα, καταλήγουν όσοι έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα. Ο Τάνταλος, ο Σίσυφος, οι κόρες του Δαναού τιμωρούνται από τους θεούς και υποβάλλονται σε χωρίς τέλος μαρτυρία.

Το ανθρώπινο σώμα είναι «ευφυές» και στέλνει μηνύματα

Η σωματική ευφυϊα δεν περιλαμβάνει μόνο τις πολλαπλές ικανότητες του σώματος που απαιτούνται για να (επι)ζήσουμε, ούτε βασίζεται αποκλειστικά στις ανάγκες του ευάλωτου σώματος- συμπεριλαμβάνει επίσης την ικανότητα του πνεύματος να επεξεργάζεται και να αξιολογεί πολυάριθμες πληροφορίες.

Εδώ δεν ενδιαφέρει τόσο η συμβολή του πνεύματος, που εντελώς συνειδητά, νηφάλια και αναλυτικά κρίνει μια κατάσταση και λαμβάνει αποφάσεις.

Πιο πολύ μας ενδιαφέρει η ευφυϊα που έχει αποκτήσει ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του μέσα από τη μάθηση και την οποία έχει αποθηκεύσει βαθιά στο υποσυνείδητό του.

Γιατί, από τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας η μάθηση γίνεται και στο σώμα. Τα παιδιά “ορίζουν” τα πράγματα στο περιβάλλον τους όχι μόνο βλέποντάς τα, αλλά και αγγίζοντας τα, τοποθετώντας τα στο στόμα, μυρίζοντας τα, κρατώντας τα στην αγκαλιά τους και σφίγγοντας τα στο σώμα τους.

Αυτό το είδος της μάθησης χάνεται όλο και πιο πολύ όσο μεγαλώνουμε, καθώς ο άνθρωπος επικεντρώνεται διαρκώς περισσότερο στις πνευματικές του μαθησιακές ικανότητες και -στην καλύτερη περίπτωση- χρησιμοποιεί μόνο τη ακοή και την όραση για να κάνει παραστατικά τα περιεχόμενα της μάθησης.Ενώ η σωματική μαθησιακή ικανότητα, που πραγματώνεται με την αίσθηση της αφής ωθείται στο περιθώριο.

Η σωματική νοημοσύνη αποτελεί συνισταμένη τριών σημαντικών στοιχείων:

-των ενστίκτων και των αυτόματων αντιδράσεων που ενυπάρχουν σε όλα τα όντα και έχουν πάντα ως στόχο την επιβεβαίωση,

-των συναισθημάτων, που- όπως πιστεύουν οι βιολόγοι- έχουν αναπτυχθεί στο πέρασμα των χιλιετιών και μεταδίδονται με τη μορφή της γενετικής πληροφορίας από μία γενιά στην άλλη,

-και τέλος, των αποθηκευμένων γνώσεων και εμπειριών, που έχουμε αποκτήσει καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Η συνδρομή αυτών των στοιχείων του σώματος και του πνεύματος, την οποία συχνά νιώθουμε να έρχεται ανεπαίσθητα στο συνειδητό βαθιά από μέσα μας, είναι ένας ιδιαίτερα βαρυσήμαντος κριτής, που μας συμπαραστέκεται αμέριστα σε πολλές καταστάσεις της ζωής μας.

Αυτή η σύμπραξη σώματος και πνεύματος αποτελεί ένα είδος “ολοκληρωμένης νοημοσύνης” του ανθρώπου, την οποία όμως χρησιμοποιούμε ελάχιστα, επειδή βασιζόμαστε, κατά προτίμηση στη λογική. Επομένως η σωματική νοημοσύνη πρέπει να έρχεται ως αρωγός της λογικής, για να μπορεί κανείς να έχει μακροπρόθεσμα μια πιο ισορροπημένη και υγιή ζωή.

Μηνύματα της Σωματικής Νοημοσύνης
Οι σημαντικότερες δυνατότητες επικοινωνίας ανάμεσα στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα βρίσκονται στα συναισθήματα, τα οποία κατά περιόδους εκδηλώνεται στο ίδιο το άτομο- αλλά και στο περιβάλλον του- με την έκφραση του προσώπου του, τη στάση του σώματος του και με διάφορες χειρονομίες.

Ακόμα και αυτό που χαρακτηρίζουμε συνήθως ως διαίσθηση ή βαθιά εσωτερική αίσθηση, δεν είναι παρά χαρακτηριστικά μηνύματα της σωματικής νοημασύνης, τα οποία επηρεάζουν τις αποφάσεις μας, μας προειδοποιούν για κάτι ή μας δείχνουν το σωστό δρόμο για την ευεξία, την υγεία και την ικανοποίηση.

Έτσι ένα χαμήλωμα των βλεφάρων ή μια αποστροφή του βλέμματος μπορεί να σημαίνουν ότι πρέπει να απορρίψουμε μια πρόταση ή να φύγουμε από μια κατάσταση που ίσως περικλείει κινδύνους για μας.

Αντίθετα, ένα ανασήκωμα του κεφαλιού, όπως και ένα πηγούνι που προεξέχει, μπορεί να δηλώνουν ότι “τωρα πια δεν μας κρατάει τίποτα” για να διεκπεραιώσουμε μια υπόθεση.

Οι σφιγμένοι μυς ίσως αποτελούν μια ένδειξη ότι βρισκόμαστε κάτω από μεγάλη πίεση ή και ότι πρέπει να φύγουμε το συντομότερο- γι‘ αυτό το σώμα είναι ήδη έτοιμο με τους μυς τεντωμένους.

Αντίθετα, μια ορισμένη αδυναμία στα πόδια μπορεί να σημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε κάποια κατάσταση- και είναι καλύτερα για μας να αποχωρήσουμε.

Ένα τσίμπημα μέσα μας μπορεί να είναι σημάδι έντασης αλλά και αντίστασης σε κάποιο σχέδιο.

Από την άλλη, δεν δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε κάποια φτερουγίσματα μέσα μας ως μεγάλη χαρά, σημάδι έρωτα ή άλλης μορφής επιτυχίας.

Η αίσθηση ότι μπορούμε να αναπνεύσουμε ελεύθερα και βαθιά μπορεί να σημαίνει από ανακούφιση έως και βαθιά ικανοποίηση και ασφάλεια.

Να εμπιστευόμαστε τυφλά τα μηνύματα της Σωματικής Νοημοσύνης;
Επειδή η σωματική νοημοσύνη, εκτός από την αυτόματη ρύθμιση των ζωτικών μας λειτουργιών και των συναισθημάτων μας, ανατρέχει και σε όλες τις εμπειρίες που αποκτήσαμε στη ζωή μας, είναι κατά βάση ευπαθή.

Και όπως όλα όσα μάθαμε κάποτε δεν λειτουργούν πάντα ως “Εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς”, το ίδιο μπορεί και στις αποθηκευμένες εμπειρίες της σωματικής μας νοημοσύνης να υπάρχουν πράγματα που δεν συνιστούν πλέον καλό οδηγό για τις επιλογές μας.

Εξάλλου, μηνύματα της σωματικής νοημοσύνης που παρουσιάζουν διαρκώς απόκλιση από εκείνα της λογικής, είναι πιθανό- όχι όμως και απαραίτητο- να αποτελούν ενδείξεις για μια εσφαλμένη- ή δυσλειτουργική πλέον- αποτύπωση της εμπειρικής μας μνήμης.

Ανώτερη επιστήμη και τεχνολογία από την αρχαιότητα – Το πιο αποκαλυπτικό βίντεο για την αρχαία τεχνολογία

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχιμηδησ κατοπτραΕσείς το είδατε; Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην εκπομπή του «Κώδικα Μυστηρίων» και από τότε μηνύματα αναγνωστών μας το ονόμασαν ως το πιο αποκαλυπτικό βίντεο για την αρχαία τεχνολογία, χάρις των αποκαλυπτικών φωτογραφιών αλλά και των εμπεριστατωμένων ιστοριών που εξιστορεί ο αφηγητής του…

Το υλικό στο βίντεο, περιέχει αυθεντικές φωτογραφίες αρχαίων αναπαραστάσεων, αντίγραφα σχεδίων και πρωτότυπα αρχαίων εγγράφων που εσωκλείουν αναφορές σε ανώτερη επιστήμη και τεχνολογία από την αρχαιότητα.

Το υλικό της αφήγησης είναι 100% αληθινό όσο απίστευτο και αν ακούγεται, περιέχει μόνο επιβεβαιωμένες ιστορικά αναφορές και παραπέμπει τον ακροατή στα εν λόγω αρχαία διασωθέντα κείμενα…

Δείτε το εντυπωσιακό Βίντεο:


Ο δαίμονας που πήρε σύζυγο

Ο Πλούτων, βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, αποφασίζει να στείλει στη Γη τον αρχιδιάβολο Belfagor (ο «ευνοημένος» της κλήρωσης) για να διαπιστώσει αν αληθεύουν τα λεγόμενα των συζύγων ανδρών που καταλήγουν στο βασίλειό του: δηλαδή, ότι ο συζυγικός βίος είναι πιο επώδυνος και από την Κόλαση.
 
Ο Belfagor, έχοντας 100.00 δουκάτα στην τσέπη, έχει ως αποστολή να βιώσει τη συζυγική ζωή για δέκα χρόνια και να υποστεί αγόγγυστα όλες τις ταλαιπωρίες και τις δυστυχίες που υφίστανται οι άνδρες – εκτός κι αν τις αποφύγει χρησιμοποιώντας πονηριά ή απάτη. Κατόπιν, υποκρινόμενος ότι έχει πεθάνει, οφείλει να επιστρέψει και να περιγράψει τις εμπειρίες του στους ανωτέρους του.
 
Πηγαίνει στη Φλωρεντία και, με το όνομα Roderigo της Καστίλλης, παίρνει για σύζυγό του την Onesta (Σεμνή) – κόρη του Amerigo Donati. Όμως, εκτός από αριστοκρατική καταγωγή και ομορφιά, η Onesta είναι «προικισμένη» και με απεριόριστη έπαρση – τόση, όση δε διαθέτει ούτε ο ίδιος ο Εωσφόρος. Ο Roderigo υφίσταται σωρηδόν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς και προσβολές. Όσο ερωτευμένος (άρα, ευάλωτος) δείχνει απέναντί της, τόσο μεγαλώνει η δική της αλαζονεία.
 
Κάποια στιγμή, βρίσκεται ασφυκτικά χρεωμένος και αποφασίζει να εξαφανιστεί. Οι πιστωτές του τον καταδιώκουν και, για να ξεφύγει, ζητά άσυλο στο αγροτόσπιτο του Gianmatteo del Bricha – υποσχόμενος ότι θα του ανταποδώσει τη χάρη. Όταν οι διώκτες του φεύγουν άπραγοι, ο Roderigo υπόσχεται στον Gianmatteo πως θα τον κάνει πάμπλουτο. Του λέει πως θα κυριεύσει κάποιον άνθρωπο και, όταν πάει ο Gianmatteo για τον «εξορκισμό», εκείνος θα φύγει και ο Gianmatteo θα αμειφθεί πλουσιοπάροχα.
 
Η εφαρμογή της απάτης επιτυγχάνεται όταν ο αρχιδιάβολος καταλαμβάνει την κόρη του Ambruogio Amidei αλλά, επειδή ο Gianmatteo ζητά χαμηλή αμοιβή, ο Roderigo του δίνει μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία – η οποία εμφανίζεται με τον δαιμονισμό της κόρης του βασιλιά Carlo της Napoli. Αυτήν τη φορά, ο Gianmatteo πλουτίζει πραγματικά και είναι έτοιμος να αποσυρθεί για να απολαύσει το υπόλοιπο του βίου του. Όμως, η φήμη του έχει ξεπεράσει τα όρια της ιταλικής επικράτειας και τον καλεί (ή, μάλλον, τον προστάζει) για τις υπηρεσίες του ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ο 7ος – η κόρη του οποίου έχει καταληφθεί από δαιμόνιο.
 
Ο αρχιδιάβολος αρνείται να συνεργαστεί, πιστεύοντας πως ο Gianmatteo είναι άπληστος και προσπαθεί να τον εκμεταλλευθεί, και του ανακοινώνει πως θα φροντίσει για τον απαγχονισμό του – αυτή είναι η ποινή που ανακοίνωσε ο Λουδοβίκος στον Gianmatteo, σε περίπτωση αποτυχίας του. Όταν αποτυγχάνουν όλες οι προσπάθειες του Gianmatteo να επιτύχει τον οίκτο του Belfagor/ Roderigo, ο πονηρός χωριάτης επιστρατεύει το τελευταίο του τέχνασμα: ανακοινώνει στον αρχιδιάβολο πως η σύζυγός του (η Onesta) έχει έλθει για να τον ανταμώσει. Ο Belfagor/ Roderigo τρομοκρατείται και, βγαίνοντας από το κορίτσι, κατευθύνεται τάχιστα προς την Κόλαση – έστω κι αν δεν είχαν παρέλθει τα δέκα χρόνια.
 
Νικολό Μακιαβέλι

Πλάτων: πώς να σκεπτόμαστε το άτομο;

Π Λ Α Τ Ω Ν: Ατομικός ή κοινοτικός τρόπος ζωής;

«Συνεπώς, φίλε μου, δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε καθόλου τι θα πουν οι πολλοί για μας, αλλά τι θα πει ο ειδικός σε θέματα που έχουν να κάνουν με το δίκαιο και το άδικο, ο ένας, και η ίδια η αλήθεια. Ώστε, πρώτα από όλα, δε δίνεις τη σωστή συμβουλή με αυτό τον τρόπο, λέγοντας ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τη γνώμη των πολλών σχετικά με τα δίκαια και τα ωραία και τα αγαθά και τα αντίθετά τους. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, οι πολλοί είναι αρκετά δυνατοί για να μας σκοτώσουν» (Πλάτων).

Σ χ ό λ ι ο
Εκ πρώτης όψεως, η πιο πάνω θέση του Πλάτωνα προδίδει αντιδημοκρατικό φρόνημα. Μπορεί όμως κανείς να το ισχυριστεί αυτό στα σοβαρά; Μόνο στείροι ιδεολογιστές θα υιοθετούσαν μια τέτοια άποψη, δείχνοντας έτσι ότι κρίνουν την πλατωνική φιλοσοφία με γνώμονα τον δικό τους ιδεολογικό δογματισμό. Το κύριο μέλημα του φιλοσόφου δεν είναι να εκφράσει δημοκρατικά ή αντιδημοκρατικά αισθήματα, επιχειρηματολογώντας υπέρ της μιας ή της άλλης πολιτικής επιλογής, αλλά να αρθεί πάνω από μια τέτοια γνωσιο-οντο-λογική διχοτόμηση του ανθρώπου, προκειμένου να σκεφτεί τον τελευταίο ως ενιαίο όλο, ως καθολικό εκφραστή της αρετής. Θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος: ο φιλόσοφος δεν παίρνει θέση υπέρ της μιας πλευράς και ενάντια στους πολλούς; Ο Πλάτων, σε κάθε περίπτωση, δεν εκφράζει κάποια τέτοια πρόθεση, γιατί δεν εργάζεται με συναισθηματικά σχηματιζόμενες βλέψεις παρά αξιοποιεί τη δική του εμπειρία· σύμφωνα με αυτή, όσοι καταδίκασαν τον Σωκράτη σε θάνατο, δεν αποτελούν εγγύηση ότι ενσαρκώνουν την καθολική αρετή, αφού προκάλεσαν κακό στον πιο δίκαιο άνθρωπο της Αθηναϊκής κοινωνίας. Τούτο σημαίνει ότι «κάποιες γνώμες πρέπει να τις παίρνει κανείς στα σοβαρά υπόψη του, ενώ άλλες όχι» (Κρίτων 46d)· με ποιο κριτήριο θα υιοθετεί τις μεν και θα απορρίπτει τις δε; Με κριτήριο την ορθότητα και τη φρόνηση αυτών των γνωμών· δηλαδή κατά πόσο είναι απλώς γνώμες ή στηρίζονται στη γνώση, η οποία δεν διαχωρίζεται από την αρετή. Και τούτο έχει ιδιαίτερη αξία για τον Σωκράτη, ήτοι τον Πλάτωνα, γιατί, όπως αναφέρει στην Κρίτωνα 48b 4-5, «πρέπει να αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία στο να ζούμε καλώς από το να ζούμε απλώς».

1. Η γνώμη δεν είναι γνώση. Τότε, σήμερα και πάντα. Η πρώτη ανήκει στην κατηγορία της κοινής γνώμης με όλα τα παρεπόμενα (φλυαρία, δοκησισοφία, δογματισμός κ.λπ.),και ως τέτοια είναι υπεύθυνη για την καθίδρυση της απόλυτης -με την αρνητική σημασία- υποκειμενικότητας, δηλαδή αυτής, η οποία δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Εδώ στηρίζονται οι παντοειδείς μηχανισμοί. Η αληθινή γνώση, απεναντίας, είναι η αποδεδειγμένη διαλεκτικά γνώση, δηλαδή αυτή που παράγεται με βάση την εξελισσόμενη πράξη και τη λογική αυτής της εξέλιξης. Π.χ. τα παραπάνω λόγια του Πλάτωνα είναι από τον Κρίτωνα και αποτελούν γνώση στο μέτρο που αποτιμούν τη στάση των πολλών απέναντι στη μεταχείριση του Σωκράτη από την αθηναϊκή "δημοκρατία". Η γνώση -η διαλεκτική γνώση- είναι πάντοτε συγκεκριμένη και αληθής: οι πεντακόσιοι, ας πούμε, ηλιαστές ήξεραν ποιον καταδίκαζαν στην υπόθεση του Σωκράτη; Όχι. Απλώς ήταν πλανημένοι και παρασυρόμενοι από τον ένα ή τους λίγους γιάπηδες -επαγγελματίες πολιτικούς, δουλόφρονες-υπηρέτες των μηχανισμών διανοούμενους, δηλαδή από κάποια ή κάποιες απόλυτες υποκειμενικότητες: από τους ανθρώπους της κυρίαρχης τη στιγμή εκείνη πολιτική, ιδεολογική και συμφεροντολογική σκοπιμότητα. Αυτοί λοιπόν είχαν γνώμη, όχι γνώση. Πότε απέκτησαν γνώση; Εκ των υστέρων. Όταν έστειλαν τον Σωκράτη στο θάνατο και μετάνιωσαν γι' αυτό. Συμβαίνει, όπως και με τους σημερινούς καταστροφείς της Ελλάδας, οι οποίοι έχουν τη γνώμη -όχι όμως και τη γνώση- ότι "σώζουν" την Ελλάδα, ενώ από πλευράς πραγματικής γνώσης την οδηγούν στον όλεθρο.

2. Το τελευταίο παράδειγμα απαντά και στο δεύτερο σημείο: άλλο ειδικός κατά Πλάτωνα κι άλλο τεχνοκράτης, αξιωματούχος με πτυχία, θέσεις και αναθέσεις. Και οι εν λόγω καταστροφείς ή άλλοι παρόμοιοι προσπαθούν να κερδίσουν, ήτοι να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη με την επίκληση της "γνώσης" τους: ήρθαν από τα "μεγάλα" πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής και ξέρουν, ενώ οι πραγματικοί ειδήμονες δεν ξέρουν· ή οι πρώτοι ξέρουν μόνο πώς να καταστρέφουν και να σφετερίζονται τον δημόσιο πλούτο.

3. Εδώ εισέρχεται η ουσία της αρετής. Η τελευταία δεν είναι κάποιος στύλος -δηλαδή κάτι σαν δέντρο- της ΔΕΗ που φωτίζει τους περαστικούς ή τους παχύσαρκους "ειδήμονες", αλλά εκείνο το αφανές πολλοστημόριο της κατασταλαγμένης γνώσης που ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ κ.α. το ονόμαζαν κοινωνική ηθική ή ήθος. Το τελευταίο δεν έχει να κάνει με ποσότητες τεχνογνωσίας, αλλά με την οντολογική διάταξη και αναδιάταξη ανθρώπων και κοινωνιών. Παράδειγμα: όταν ένας πολιτικάντης στρέφεται ενάντια σε μια πολιτική, αλλά, όταν καταλαμβάνει υπουργικό θώκο, γίνεται ο πιο φανατικός θιασώτης της, αυτός δεν έχει ήθος, δηλαδή γνώση με αρετή, ενάρετη γνώση, έμφρονη. Είναι ο πιο ειδήμων νεκροθάφτης. Σε σχέση με όλα αυτά, λοιπόν, ο Πλάτων δεν κατακεραυνώνει τους πολλούς ούτε θεοποιεί τον άριστο, αλλά αποπαγιδεύει όλους μας από μια ηθική των δούλων που λέγει: ό,τι σχετίζεται με τους πολλούς είναι δημοκρατικό, ενώ το αντίθετο όχι. Θυμίζω ότι ο ναζισμός ήταν εθνικός σοσιαλισμός με τη στήριξη των πολλών: ήταν σωστή πολιτική;

M. Heidegger: Καθοδόν προς τη γλώσσα

Για την ουσία της γλώσσας

Με ποιο τρόπο μιλάμε για τη γλώσσα; Με τη γλώσσα. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για την ουσία της, παρά μόνο να λαμβάνουμε θέση στην ουσία της. Η γλώσσα, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν είναι όργανο για να ονομάσουμε ή να κατονομάσουμε κάτι, αλλά ο οίκος του Είναι. Τι σημαίνει οίκος του Είναι; Ότι είναι ο τόπος, όπου το Είναι εκτυλίσσεται ως συγκάλυψη – αποκάλυψη. Αυτός ο τόπος ωστόσο δεν είναι ξένος στον άνθρωπο, αλλά συνιστά την οίκησή του: είναι το συμβάν που κυοφορεί νόημα και συγκεντρώνει, περισυλλέγει (versammelt) τον άνθρωπο σ’ αυτό. Η γλώσσα, επομένως, αφ’ εαυτής είναι πράγματι ένα γλωσσικό όργανο και τίποτε άλλο. Καθεαυτήν δε είναι γλώσσα ως τέτοια που είναι. Ως οίκος του Είναι όμως είναι το συμβάν που διανοίγει τον άνθρωπο, έξω από την περίκλειστη υποκειμενικότητά του, προς λήψη στάσης, δηλαδή προς την έκ-σταση (Ek-istenz), προς το ίστασθαι έξω με κατεύθυνση και ορίζοντα το Είναι. Η ουσία της γλώσσας δεν εξαντλείται στους χαρακτηρισμούς της ως φθογγολογικής εξωτερίκευσης εσωτερικών διαθέσεων ή ως ενέργειας του ανθρώπου κ.λπ.

Η γλώσσα μιλάει. Και τούτο όχι ερήμην του ανθρώπου ή ως αντιστάθμισμα σε υποτιθέμενη άποψη ότι ο άνθρωπος δεν μιλάει. «Η γλώσσα μιλάει» δεν σημαίνει ότι είναι όργανο «έκφρασης», γιατί τότε η υποκειμενικότητα θα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της γλώσσας: ό,τι θα έλεγε το Εγώ θα ήταν νόμος του Είναι και όχι αντίστροφα. Γιατί κυριαρχία του υποκειμένου στη γλώσσα συνεπάγεται μια απόλυτη εξουσία του, τέτοιου είδους ώστε να απονέμει σημασίες και να εκπληρώνει την ουσία της γλώσσας ως έκφρασης. Και μοιραία τότε εγκαθιδρύεται το «αλάθητο» κάθε εξουσίας: θρησκευτικής, πολιτικής, επιστημονικής κ.λπ. Απεναντίας η γλώσσα μιλάει υπό τον ορίζοντα της σχέσης του Είναι και του ανθρώπου ως Da-sein (εδωνά του Είναι). Μιλάει, με άλλα λόγια, υπό την οπτική ότι είναι το νοηματικό συμβάν αυτής της σχέσης. Η γλώσσα είναι στην ουσία της, όταν εκδηλώνεται ως αυτή η σχέση. Εκδηλώνεται ως αυτή η σχέση με το να μας στέλνει νεύματα, κελεύσματα, επιταγές του Είναι και όχι του υποκειμένου, του Εγώ. Οι επιταγές, τα κελεύσματα, για παράδειγμα, που εκπορεύονται από έναν πολιτικό, είναι επιταγές κυριαρχίας του Εγώ και δεν έχουν καμιά αξία για τη γλώσσα, γιατί δεν αφορούν στην ουσία της· απεναντίας, αφορούν στην ουσία της οι επιταγές, τα νεύματα κ.λπ. που μας στέλνει η ποίηση.

Τι συμβαίνει εδώ; Ο Χάιντεγκερ επιζητεί, μάχεται κυριολεκτικά να ξεπεράσει τον ψυχρό ορθολογισμό του εργαλειακού Λόγου –κυρίως από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν–, έναν ορθολογισμό ή εξ-ορθολογισμό που διαιωνίζει την απόλυτη εξουσία της υποκειμενικότητας και ο οποίος αποτελεί το σήμα κατατεθέν της γλωσσικής, νοηματικής, «στοχαστικής» συμπεριφοράς του νεωτερικού ανθρώπου. Ενόσω ξεπερνιέται, αποδομείται η εν λόγω κυριαρχία, ο άνθρωπος δύναται να καταστεί, κατά Χάιντεγκερ, τόπος κατανόησης του Είναι, καθίσταται δηλαδή το Da (το εδωνά) του Είναι (του Sein). Πώς ξεπερνιέται ή αποδομείται η εν λόγω κυριαρχία; Με το να φωτίζεται η ουσία της γλώσσας μέσα από την ποιητική δημιουργία (Dichten). Ως Dichten, η γλώσσα γίνεται η φωνή του Είναι και από γλώσσα της σιωπής που ήταν στα σκοτεινά διαμερίσματα του μεταφυσικού ορθολογισμού καθίσταται η γλώσσα του ομιλείν. Η γλώσσα έτσι, ο λόγος των προσωκρατικών και των μεγάλων ποιητών αναγορεύεται, για πρώτη φορά, σε τόπο φωτισμού της ουσίας της γλώσσας και κατ’ επέκταση σε τόπο φανέρωσης του Είναι των όντων. Η γλώσσα, στο επίπεδο του ποιείν πλέον, είναι η ανταπόκριση του ανθρώπου στην κλήση του Είναι: «ποιητικά», λοιπόν, «κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη».

1. Η ποιητική δημιουργικότητα είναι η ουσία της γλώσσας πράγματι και βοηθάει τους θνητούς, κατά Χάιντεγκερ, όχι να επικοινωνούν εξωτερικά μεταξύ τους, αλλά για να εγκαθίστανται κυριολεκτικά μέσα στη γλώσσα ως το ή τα Da του Είναι τους.

2. Τα αντιμαχόμενα, μέσω της ποίησης, Εγώ ουσιαστικά κινούνται σε ένα στάδιο μεταφυσικό και όχι ποιητικό, όπως το εννοεί εδώ ο Χάιντεγκερ. Γι’ αυτό το ξεπερνάει.

3.Το ποιείν είναι σκέπτεσθαι, γι’ αυτό και δεν περιχαρακώνεται στο Εγώ ως υποκείμενο.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (180-187)

[180] Καίτοι τίνα βούλει σέ, Αἰσχίνη, καὶ τίν᾽ ἐμαυτὸν ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἶναι θῶ; βούλει ἐμαυτὸν μέν, ὃν ἂν σὺ λοιδορούμενος καὶ διασύρων καλέσαις, Βάτταλον, σὲ δὲ μηδ᾽ ἥρω τὸν τυχόντα, ἀλλὰ τούτων τινὰ τῶν ἀπὸ τῆς σκηνῆς, Κρεσφόντην ἢ Κρέοντα ἢ ὃν ἐν Κολλυτῷ ποτ᾽ Οἰνόμαον κακῶς ἐπέτριψας; τότε τοίνυν κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ὁ Παιανιεὺς ἐγὼ Βάτταλος Οἰνομάου τοῦ Κοθωκίδου σοῦ πλείονος ἄξιος ὢν ἐφάνην τῇ πατρίδι. σὺ μέν γ᾽ οὐδὲν οὐδαμοῦ χρήσιμος ἦσθα· ἐγὼ δὲ πάνθ᾽ ὅσα προσῆκε τὸν ἀγαθὸν πολίτην ἔπραττον. Λέγε τὸ ψήφισμά μοι.

ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ.
[181] [Ἐπὶ ἄρχοντος Ναυσικλέους, φυλῆς πρυτανευούσης Αἰαντίδος, σκιροφοριῶνος ἕκτῃ ἐπὶ δέκα, Δημοσθένης Δημοσθένους Παιανιεὺς εἶπεν· ἐπειδὴ Φίλιππος ὁ Μακεδὼν ἔν τε τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ παραβαίνων φαίνεται τὰς γεγενημένας αὐτῷ συνθήκας πρὸς τὸν Ἀθηναίων δῆμον περὶ τῆς εἰρήνης, ὑπεριδὼν τοὺς ὅρκους καὶ τὰ παρὰ πᾶσι τοῖς Ἕλλησι νομιζόμενα εἶναι δίκαια, καὶ πόλεις παραιρεῖται οὐδὲν αὐτῷ προσηκούσας, τινὰς δὲ καὶ Ἀθηναίων οὔσας δοριαλώτους πεποίηκεν οὐδὲν προαδικηθεὶς ὑπὸ τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων, ἔν τε τῷ παρόντι ἐπὶ πολὺ προάγει τῇ τε βίᾳ καὶ τῇ ὠμότητι·

[182] καὶ γὰρ Ἑλληνίδας πόλεις ἃς μὲν ἐμφρούρους ποιεῖ καὶ τὰς πολιτείας καταλύει, τινὰς δὲ καὶ ἐξανδραποδιζόμενος κατασκάπτει, εἰς ἐνίας δὲ καὶ ἀντὶ Ἑλλήνων βαρβάρους κατοικίζει ἐπὶ τὰ ἱερὰ καὶ τοὺς τάφους ἐπάγων, οὐδὲν ἀλλότριον ποιῶν οὔτε τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος οὔτε τοῦ τρόπου, καὶ τῇ νῦν αὐτῷ παρούσῃ τύχῃ κατακόρως χρώμενος, ἐπιλελησμένος ἑαυτοῦ ὅτι ἐκ μικροῦ καὶ τοῦ τυχόντος γέγονεν ἀνελπίστως μέγας·

[183] καὶ ἕως μὲν πόλεις ἑώρα παραιρούμενον αὐτὸν βαρβάρους καὶ ἰδίας, ὑπελάμβανεν ἔλαττον εἶναι ὁ δῆμος ὁ Ἀθηναίων τὸ εἰς αὑτὸν πλημμελεῖσθαι· νῦν δὲ ὁρῶν Ἑλληνίδας πόλεις τὰς μὲν ὑβριζομένας, τὰς δὲ ἀναστάτους γιγνομένας, δεινὸν ἡγεῖται εἶναι καὶ ἀνάξιον τῆς τῶν προγόνων δόξης τὸ περιορᾶν τοὺς Ἕλληνας καταδουλουμένους·

[184] διὸ δεδόχθαι τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων, εὐξαμένους καὶ θύσαντας τοῖς θεοῖς καὶ ἥρωσι τοῖς κατέχουσι τὴν πόλιν καὶ τὴν χώραν τὴν Ἀθηναίων, καὶ ἐνθυμηθέντας τῆς τῶν προγόνων ἀρετῆς, διότι περὶ πλείονος ἐποιοῦντο τὴν τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίαν διατηρεῖν ἢ τὴν ἰδίαν πατρίδα, διακοσίας ναῦς καθέλκειν εἰς τὴν θάλατταν καὶ τὸν ναύαρχον ἀναπλεῖν ἐντὸς Πυλῶν, καὶ τὸν στρατηγὸν καὶ τὸν ἵππαρχον τὰς πεζὰς καὶ τὰς ἱππικὰς δυνάμεις Ἐλευσῖνάδε ἐξάγειν, πέμψαι δὲ καὶ πρέσβεις πρὸς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, πρῶτον δὲ πάντων πρὸς Θηβαίους διὰ τὸ ἐγγυτάτω εἶναι τὸν Φίλιππον τῆς ἐκείνων χώρας,

[185] παρακαλεῖν δὲ αὐτοὺς μηδὲν καταπλαγέντας τὸν Φίλιππον ἀντέχεσθαι τῆς ἑαυτῶν καὶ τῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἐλευθερίας, καὶ ὅτι ὁ Ἀθηναίων δῆμος, οὐδὲν μνησικακῶν εἴ τι πρότερον γέγονεν ἀλλότριον ταῖς πόλεσι πρὸς ἀλλήλας, βοηθήσει καὶ δυνάμεσι καὶ χρήμασι καὶ βέλεσι καὶ ὅπλοις, εἰδὼς ὅτι αὐτοῖς μὲν πρὸς ἀλλήλους διαμφισβητεῖν περὶ τῆς ἡγεμονίας οὖσιν Ἕλλησι καλόν, ὑπὸ δὲ ἀλλοφύλου ἀνθρώπου ἄρχεσθαι καὶ τῆς ἡγεμονίας ἀποστερεῖσθαι ἀνάξιον εἶναι καὶ τῆς τῶν Ἑλλήνων δόξης καὶ τῆς τῶν προγόνων ἀρετῆς.

[186] ἔτι δὲ οὐδὲ ἀλλότριον ἡγεῖται εἶναι ὁ Ἀθηναίων δῆμος τὸν Θηβαίων δῆμον οὔτε τῇ συγγενείᾳ οὔτε τῷ ὁμοφύλῳ. ἀναμιμνῄσκεται δὲ καὶ τὰς τῶν προγόνων τῶν ἑαυτοῦ εἰς τοὺς Θηβαίων προγόνους εὐεργεσίας· καὶ γὰρ τοὺς Ἡρακλέους παῖδας ἀποστερουμένους ὑπὸ Πελοποννησίων τῆς πατρῴας ἀρχῆς κατήγαγον, τοῖς ὅπλοις κρατήσαντες τοὺς ἀντιβαίνειν πειρωμένους τοῖς Ἡρακλέους ἐγγόνοις, καὶ τὸν Οἰδίπουν καὶ τοὺς μετ᾽ ἐκείνου ἐκπεσόντας ὑπεδεξάμεθα, καὶ ἕτερα πολλὰ ἡμῖν ὑπάρχει φιλάνθρωπα καὶ ἔνδοξα πρὸς Θηβαίους·

[187] διόπερ οὐδὲ νῦν ἀποστήσεται ὁ Ἀθηναίων δῆμος τῶν Θηβαίοις τε καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι συμφερόντων. συνθέσθαι δὲ πρὸς αὐτοὺς [καὶ] συμμαχίαν καὶ ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ ὅρκους δοῦναι καὶ λαβεῖν. πρέσβεις Δημοσθένης Δημοσθένους Παιανιεύς, Ὑπερείδης Κλεάνδρου Σφήττιος, Μνησιθείδης Ἀντιφάνους Φρεάρριος, Δημοκράτης Σωφίλου Φλυεύς, Κάλλαισχρος Διοτίμου Κοθωκίδης.]

***
[180] Αλήθεια, Αισχίνη, ποιόν ρόλο θέλεις να δώσω σε σένα και ποιόν στον εαυτό μου στο δράμα εκείνης της ημέρας; Θέλεις να δώσω στον εαυτό μου τον ρόλο του Βάταλου, όπως θα με αποκαλούσες χλευάζοντας και διασύροντάς με, και σε σένα όχι τον ρόλο του πρώτου τυχόντα ήρωα επί σκηνής, αλλά κάποιον από αυτούς που παίζονται στη σκηνή, του Κρεσφόντη ή του Κρέοντα ή μήπως τον ρόλο του Οινόμαου, που κάποτε στον Κολλυτό ανεπιτυχώς υποδύθηκες; Τότε λοιπόν, στην κρίσιμη εκείνη περίσταση, αποδείχτηκε ότι εγώ, ο Βάτταλος από την Παιανία, στάθηκα για την πατρίδα πιο άξιος από εσένα, τον Οινόμαο τον Κοθωκίδη. Εσύ βέβαια δεν ήσουν χρήσιμος σε τίποτε και πουθενά. Εγώ έκανα όλα όσα έπρεπε να κάνει ένας καλός πολίτης. Κάνε μου τη χάρη και διάβασε, γραμματέα, το ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ
[181] [Επί άρχοντος Ναυσικλέους, με πρυτανεύουσα φυλή την Αιαντίδα, τη δέκατη έκτη ημέρα του Σκιροφοριώνα, ο Δημοσθένης, ο γιος του Δημοσθένη από την Παιανία, πρότεινε: επειδή και στο παρελθόν έχει αποδειχτεί ότι ο Φίλιππος ο Μακεδόνας παρέβη τις συνθήκες που έχουν γίνει από αυτόν και τον Λαό των Αθηναίων, περιφρονώντας τους όρκους και τα δίκαια που αναγνωρίζονταν από όλους τους Έλληνες· προσπαθεί να οικειοποιηθεί πόλεις που δεν του ανήκουν και μάλιστα έχει καταλάβει με τα όπλα μερικές που ανήκουν στους Αθηναίους, χωρίς προηγουμένως να έχει αδικηθεί καθόλου από τον Λαό των Αθηναίων· και σήμερα ακόμη προχωρεί πολύ σε βία και αγριότητα,

[182] καθόσον σε άλλες από τις ελληνικές πόλεις τοποθετεί φρουρές και ανατρέπει τα πολιτεύματα, κάποιες μάλιστα τις καταστρέφει από τα θεμέλια πουλώντας τους κατοίκους ως δούλους, σε μερικές εγκαθιστά βαρβάρους στη θέση των Ελλήνων με τρόπο που να βεβηλώνουν τα ιερά και τους τάφους, χωρίς να κάνει κάτι που δεν ταίριαζε στον τόπο καταγωγής και στον χαρακτήρα του, κάνοντας κατάχρηση της τωρινής του τύχης, ξεχνώντας ότι από μικρός και ασήμαντος έχει γίνει ανέλπιστα μεγάλος·

[183] όσο καιρό ο Λαός των Αθηναίων τον έβλεπε να αρπάζει βαρβαρικές και ξένες χώρες, θεωρούσε μικρής σημασίας τα αδικήματά του· τώρα όμως, βλέποντας άλλες από τις ελληνικές πόλεις να ταπεινώνονται, άλλες να καταστρέφονται, θεωρεί ότι είναι φοβερό και ανάξιο της φήμης των προγόνων του να βλέπει με αδιαφορία τους Έλληνες να υποδουλώνονται.

[184] Γι᾽ αυτό, ας αποφασίσει η Βουλή και ο Δήμος των Αθηναίων, αφού προηγουμένως προσευχηθούν και θυσιάσουν στους θεούς και στους ήρωες που έχουν υπό την προστασία τους την πόλη και τη χώρα των Αθηναίων, και λάβουν υπόψη τους την αρετή των προγόνων, οι οποίοι θεωρούσαν σπουδαιότερη την ελευθερία των Ελλήνων από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, να καθελκύσουν στη θάλασσα διακόσια πολεμικά σκάφη, ο ναύαρχος να πλεύσει βόρεια στα στενά των Θερμοπυλών και ο στρατηγός και ο ίππαρχος να βγάλουν το πεζικό και το ιππικό στην Ελευσίνα· να στείλουν επίσης πρέσβεις στους άλλους Έλληνες, αλλά πρώτα από όλους στους Θηβαίους, γιατί ο Φίλιππος βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στη χώρα εκείνων,

[185] και να τους παροτρύνουν να υπερασπιστούν την ελευθερία τη δική τους καθώς και των άλλων Ελλήνων, χωρίς να τρομοκρατηθούν από τον Φίλιππο, διαβεβαιώνοντάς τους ότι ο Λαός των Αθηναίων, χωρίς να κρατάει κακία για τυχόν έχθρα που υπήρξε στο παρελθόν μεταξύ των δύο πόλεων, θα τους βοηθήσει και με στρατό και με χρήματα και με πολεμοφόδια και με όπλα, επειδή γνωρίζει καλά ότι είναι ωραίο πράγμα να φιλονικούν Αθηναίοι και Θηβαίοι ως Έλληνες μεταξύ τους για την ηγεμονία, αλλά το να εξουσιάζονται από έναν άνθρωπο άλλης φυλής και να στερούνται από αυτόν αυτή την ηγεμονία είναι ανάξιο και της φήμης των Ελλήνων και της αρετής των προγόνων τους.

[186] Ακόμη ο Λαός των Αθηναίων δεν θεωρεί τον Θηβαϊκό Λαό ξένο ούτε ως προς τη συγγένεια ούτε ως προς τη φυλή. Θυμάται και τις ευεργεσίες των προγόνων του προς τους προγόνους των Θηβαίων. Πράγματι, όταν τα παιδιά του Ηρακλή στερήθηκαν την πατρική εξουσία από τους Πελοποννησίους, οι πρόγονοί μας τους επανέφεραν στη γη τους νικώντας σε ένοπλη σύγκρουση αυτούς που προσπαθούσαν να αντιταχθούν στους απογόνους του Ηρακλή. Εμείς επίσης παρείχαμε άσυλο στον Οιδίποδα και στην οικογένειά του όταν εξορίστηκαν, αλλά και άλλες φιλάνθρωπες και άξιες λόγου πράξεις έχουμε κάνει προς τους Θηβαίους.

[187] Γι᾽ αυτό, ούτε και τώρα ο Λαός των Αθηναίων θα μείνει μακριά από τα συμφέροντα των Θηβαίων και των άλλων Ελλήνων. Τέλος, να συνάψουν συμμαχία με αυτούς, να παραχωρήσουν δικαιώματα επιγαμίας και να ανταλλάξουν όρκους. Πρέσβεις ορίζονται ο Δημοσθένης του Δημοσθένη από την Παιανία, ο Υπερείδης του Κλεάνδρου ο Σφήττιος, ο Μνησθείδης του Αντιφάνη ο Φρεάρριος, ο Δημοκράτης του Σωφίλου ο Φλυέας και ο Κάλλαισχρος ο Διοτίμου ο Κοθωκίδης].

Η δυνατότητα πολιτικών μηνυμάτων στην τραγωδία

Η τραγωδία δεν μπορούσε να είναι μόνο διατύπωση μονόπλευρων απόψεων επί θεμάτων καθημερινής ζωής. Ο πολιτικός ρόλος της βρισκόταν σε βαθύτερο επίπεδο. Το αττικό θέατρο ήταν τμήμα των εορταστικών εκδηλώσεων προς τιμήν τού Διόνυσου.[1] και οι τραγωδίες ακολουθουσών ορισμένους μορφολογικούς κανόνες. Κάθε χρόνο, οι ποιητές παρουσίαζαν τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα ο καθένας. Ο επώνυμος άρχων επέλεγε τρεις από τους υποψηφίους, που έκαναν αίτηση για χορό και συγχρόνως τού υπέβαλλαν τα έργα τους. Δεν γνωρίζουμε αν η επιλογή ήταν μόνο δική του ή αν υπήρχαν κριτήρια που τον οδηγούσαν σ’ αυτήν. Ο επώνυμος άρχων όριζε επίσης τους τρεις χορηγούς, που θα αναλάμβαναν για λογαριασμό τού ποιητή την παραγωγή και τα έξοδα τού χορού. Όλοι έδειχναν μεγάλο ζήλο' γίνονταν τεράστιες δαπάνες και εντατικές προετοιμασίες, με στόχο φυσικά το βραβείο. Τον νικητή επέλεγε επιτροπή δέκα πολιτών, που κληρώνονταν από τις φυλές, με βάση κατάλογο συντεταγμένο από τη Βουλή των Πεντακοσίων. Έτσι, ως έναν βαθμό, διασφαλίζονταν υψηλά κριτήρια, αλλά και ότι αυτοί που απένεμαν το βραβείο δεν ήταν υπέρμαχοι συγκεκριμένων πεποιθήσεων. Πέρα από αυτό, οι κριτές αποκλείεται να μην επηρεάζονταν από τα χειροκροτήματα ή τις αποδοκιμασίες.[2] Για τα έργα έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον τόσο οι Αθηναίοι όσο και οι επισκέπτες τής πόλης. Υπολογίζεται πως οι θεατές ήταν περισσότεροι από 15.000.[3] Όταν ο Περικλής καθιέρωσε τα θεωρικά, πιθανόν σκόπευε να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των φτωχών.[4] Το ενδιαφέρον όμως των ευρύτερων τάξεων θεωρείται δεδομένο.
 
Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι τραγικοί ποιητές δεν μπορούσαν να πάρουν θέση σε τρέχοντα πολιτικά ζητήματα. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με πολλή προσοχή το διακινδύνευαν, όταν η σοβαρότητα συγκεκριμένου θέματος έμοιαζε να επιβάλλει μια κάποια περιορισμένη παραβίαση των κανόνων. Οι Ευμενίδες ίσως αποτέλεσαν παρόμοια εξαίρεση.[5] Αλλά αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση το σημαντικότερο στοιχείο τού έργου. Γενικά το ερώτημα τής πολιτικής τοποθέτησης τού ποιητή[6] είναι αδιάφορο, έστω και μόνο γιατί είναι δύσκολο να ταυτίσουμε την άποψή του με τις απόψεις που εκφράζουν τα πρόσωπα τού έργου ή τού χορού.
 
Φυσικό ήταν ο ποιητής να κάνει διαφόρων ειδών υπαινιγμούς για θέματα επικαιρότητας' έχουμε πολλά παραδείγματα. Στις Ευμενίδες, λόγου χάριν, γίνεται με εντυπωσιακό τρόπο υπαινιγμός για την πρόσφατη συμμαχία με το Άργος, την ανάμειξη τής Αθήνας στην αιγυπτιακή εξέγερση και στη Χαλκιδική, και για τις διεκδικήσεις στο Σκαμάνδριο πεδίο.[7] Η συμμαχία με το Άργος ήταν τόσο κεφαλαιώδους σημασίας για τη νέα εξωτερική πολιτική, που η μυθική της εικόνα δημιουργεί την εντύπωση ευνοϊκής γι’ αυτήν στάσης τού συγγραφέα -αν και σε καμιά περίπτωση για την πολιτική τού νέου ρεύματος στο σύνολό της.[8] Πάντως τέτοιες τοποθετήσεις είναι σπάνιες. Κατά κανόνα, παρόμοιοι υπαινιγμοί δεν απηχούν παρά τα όσα ακούγονταν εκείνο τον καιρό.
 
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει μια τρίτη δυνατότητα πολιτικών μηνυμάτων, που μπορούσαν να αναφέρονται σε πεδίο, όπου ο ποιητής όχι μόνο είχε τη δυνατότητα, αλλά και αναμενόταν να κινείται με μεγαλύτερη ελευθερία: στο πεδίο - υπεράνω αντιπαραθέσεων κάθε είδους - που αφορούσε σε πολιτικά προβλήματα και προϋπάρχουσες ή νεοεμφανιζόμενες στην πόλη ή την πολιτική καταστάσεις. Στο επίπεδο αυτό, ο ποιητής μπορούσε κάποιες φορές, με βάση κατ’ ουσίαν το πολιτικό, να ερμηνεύει διαφορετικά τον μύθο που πραγματευόταν. Στις περιπτώσεις αυτές ακριβώς, η πολιτική πείρα και προβληματική ίσως να ήταν που υπαγόρευε νέα ερμηνεία τού μύθου. Και ίσως να διαφαίνονταν μέσα από τον μύθο επίκαιρα προβλήματα, λιγότερο ή περισσότερο βασικά για το έργο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις συνεπώς, με τη βοήθεια τού μύθου, αποκαλύπτονταν νέα πολιτικά προβλήματα, βαθύτερη γνώση και νέες εμπειρίες. Είναι τότε που η τραγωδία καθρεφτίζει για μας κάτι από την πολιτική σκέψη τής εποχής· είναι τότε που ασκεί την παιδευτική της λειτουργία,[9] επιτρέποντας βασικά στους πολίτες να συνειδητοποιήσουν προβλήματα ή επιτεύγματα τής πόλης, αντανακλώντας την ουσία τού πολιτικού με τρόπο αμερόληπτο· εμπεριέχοντας ίσως σε γενικό επίπεδο και κάποιες προειδοποιήσεις.
 
Όπου η ταυτότητα μιας κοινωνίας είναι πολιτική, ο πολιτικός προβληματισμός αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα. Τις πρωτόγνωρες πολιτικές αλλαγές, το βήμα προς την ελευθερία και τη δυνατότητα των πολιτών να καθορίζουν το πολίτευμα συνόδεψαν ασυνήθιστα δύσκολα και θεμελιώδη προβλήματα προσανατολισμού. Αυτά ακριβώς βρίσκουν έκφραση στην αττική τραγωδία, σε βαθμό που ακόμη δεν έχει εκτιμηθεί ικανοποιητικά. Το πραγματικά πολιτικό περιεχόμενο τής τραγωδίας, το μήνυμά της προς την κοινότητα, ανήκε σε μια περιοχή πολιτικής σκέψης που υπερέβαινε τις εφήμερες αντιπαραθέσεις.
 
Δεν υπήρχε ακόμη διάκριση μεταξύ σκέψης και ποίησης εκείνη την εποχή.[10] Η τραγωδία είχε απήχηση στα ευρύτερα στρώματα, καθιστώντας έτσι δυνατή τη συνέχιση τής με μακρά παράδοση πολιτικής σκέψης και στην εποχή τής αθηναϊκής δημοκρατίας. Πιθανόν οι τραγικοί να υπέκυψαν στην καθοριστική επιρροή τής «τρίτης θέσης», στην οποία είχε εξελιχθεί η πολιτική σκέψη των Ελλήνων.[11] Αυτό διασφάλιζε έναν βαθμό ρεαλισμού. Έτσι επίσης - όπως και από την αντιστοιχούσα μορφή πολιτικής ομαδοποίησης - στένευαν τα περιθώρια μεροληψίας.[12] Ήταν βέβαια γνώρισμα αυτής τής παράδοσης ότι όλα βρίσκονταν ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο. Το πολιτικό γεννήθηκε απροσδόκητα. Μπορεί, πίσω από ορισμένες πραγματικότητες, να έγιναν αντιληπτές κάποιες αρχές και συγκεκριμένα αιτήματα να προβλέφθηκαν, δεν είχαν όμως οι άνθρωποι επίγνωση των συνεπειών αυτού που στην πράξη ήταν ο στόχος - ώσπου ξαφνικά η δημοκρατία έγινε πραγματικότητα. Ακόμη και τότε όμως δεν έγιναν άμεσα φανερές οι επιπτώσεις τής δημοκρατίας και τής ολότελα νέας κατάστασης που γεννήθηκε μαζί της. Σαν αποτέλεσμα, οι άνθρωποι ελάχιστα συνειδητοποιούσαν πόσο πελώριο ήταν αυτό που συνέβαινε. Αυτό που προσπάθησε ο Αισχύλος ήταν να αναπτύξει νέες έννοιες, με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσε να κατανοηθεί και να σταθεροποιηθεί το σύνολο αυτής τής νέας εμπειρίας.
-----------
[1] Γιαυτά και όσα ακολουθούν, δες A. Pickard-Cambridge, The Dramatic Festivals of Athens (2η έκδ. Οξφόρδη 1968), ιδίως 58 κ.ε., 67. 84 κ.ε., 95 κ.ε., 263 κ.εεπίσης W. Jaeger, Paideia 1 (4η έκδ. Βερολίνο 1959), 319 κ.ε.
[2] Ο Πλάτων γράφει ότι σκοπός των τραγωδιών ήταν να ευχαριστήσουν το ακροατήριο (Γοργίας 502b-c). Δες V. Ehrenberg, Aristophanes und das Volk von Athen (Ζυρίχη/Στουτγάρδη 1968), 35. Η διαδικασία τής ψηφοφορίας των δικαστών έχει ενδιαφέρον δες Pickard-Cambridge, 95 κ.ε.· J. Ferguson, A Companion to Greek Tragedy (Ώστιν 1972), 24.
[3] Υπήρχαν από τριάντα ως σαράντα χιλιάδες ενήλικες πολίτες. Επιτρεπόταν όμως να πηγαίνουν στο θέατρο γυναίκες και αγόρια' σε ορισμένες περιπτώσεις και ξένοι. Πρβλ. V. Ehrenberg, 34, 395 σημ. 52.
[4] Τα χρήματα χρησιμοποιούνταν κυρίως για να δίνεται στους φτωχούς η δυνατότητα να πηγαίνουν στο θέατρο χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο. Δεν είναι σαφές ως ποιο σημείο υπήρχε η πρόθεση να καλύπτουν την απώλεια εσόδων δες Pickard- Cambridge, 265 κ.ε.
[5] Στα σωζόμενα έργα του, ο Αισχύλος δεν αναφέρεται συνήθως στην επικαιρότητα τόσο πολύ.
[6] Για τον Αισχύλο, δες Podlecki (όπως σημ. 2).
[7] 290κ.ε., 670κ.ε., 772 κ.ε. Lurje (όπως σημ. 2)· J.H. Quincey, Classical Quarterly 14 (1964) 191· Dodds (όπως σημ. 2) 47.
[8] Πρβλ. και σελ. 209. Για τη διαφορά ανάμεσα στις αναφορές στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική, δες Lurje. Εξίσου σαφής ένδειξη υποστήριξης για τον Θεμιστοκλή λέγεται ότι απαντά στους Πέρσες (Podlecki 8 κ.ε.).
[9] Αριστ., Βάτραχοι 1009 κ.ε. Πρβλ. Παυσανίας 1.3.2 για την επίδραση αυτής τής θεωρίας. 
[10] Πρβλ. Jaeger I, 317.
[11] Δες ανωτέρω, σελ. 73 κ.ε., ιδίως 77 κ.ε. και σελ. 224 κ.ε.
[12] Δες και σελ. 217. Ο Jaeger (I, 320) μάλλον υπερτονίζει την αντίθεση ανάμεσα στις παραστάσεις τής τραγωδίας και την καθημερινή ζωή. Για τις πολιτικές φράξιες, δες W.R. Connor, The New Politicians of Fifth-Century Athens (Πρίνστον 1971). O Connor δεν αντιλαμβάνεται όλα τα σύμφυτα με το θέμα του προβλήματα' πρβλ. Ch. Meier, «Der Alltag des Historikers und die historische Theorie», στο H.M. Baumgartner και J. Rusen (επ. εκδ.), Geschichte und Theorie. Umrisse einer Historik (Φρανκφούρτη 1976), 39 κ.ε. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι τα υπό συζήτηση θέματα ήταν σε μεγάλο βαθμό κυρίαρχα τιόν φατριών τής αρχαίας εποχής και τις μετέβαλλαν ανά­λογα· διαφωνίες σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές ήταν σπάνιες. Για τις πηγές, δες Ruschenbusch (όπως σημ.6) 3 κ.ε.Το θέμα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.