Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

Ο Αριστοτέλης και το ζήτημα της βασιλείας

Με βάση το ποιοτικό κριτήριο που διαχωρίζει τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα (τα ορθά αποσκοπούν στην κοινή ωφέλεια, ενώ τα στρεβλά στην ωφέλεια της κοινωνικής τάξης που υπηρετούν), ο Αριστοτέλης κατατάσσει τη βασιλεία στα ορθά, εφόσον βέβαια ο ένας που ασκεί την εξουσία – ο βασιλιάς – μάχεται για την ευημερία όλων. Αν δεν έχει τέτοιες προθέσεις τότε δεν είναι βασιλιάς αλλά τύραννος κι αυτή είναι και η στρέβλωση της βασιλείας, που καταντά τυραννία, επειδή βέβαια δεν εκπληρώνει το ποιοτικό κριτήριο. Όμως, το γεγονός ότι αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο πολίτευμα (μιλάμε πάντα για τη βασιλεία) δε σημαίνει ότι το συναντάμε συνεχώς με την ίδια ξεκάθαρη μορφή που απλώς επαναλαμβάνεται: «Εύκολα βεβαίως διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν περισσότερα του ενός είδη βασιλείας και ότι ο τρόπος άσκησης της εξουσίας δεν είναι ο ίδιος σε όλα».

Το πρώτο είδος βασιλείας που εντοπίζει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της Σπάρτης, όπου ο βασιλιάς είναι πρωτίστως στρατηγός και αποκτά δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του μόνο σε περίπτωση απειθαρχίας στον πόλεμο. Πέρα από τη στρατηγία οι βασιλιάδες της Σπάρτης είχαν και όλες τις θρησκευτικές αρμοδιότητες. Επρόκειτο για μία συνταγματικού τύπου βασιλεία περιορισμένων αρμοδιοτήτων: «Άρα η βασιλεία αυτή μοιάζει με το αξίωμα της ισόβιας στρατηγίας με απεριόριστη εξουσία, γιατί οι Σπαρτιάτες βασιλείς δεν έχουν δικαίωμα να θανατώσουν πολίτη παρά μόνο στις εκστρατείες σε περίπτωση δειλίας, όπως ακριβώς και οι αρχαίοι βασιλείς είχαν νόμιμα το δικαίωμα αυτό σε καιρό πολεμικής εκστρατείας». Τα λόγια του Αγαμέμνονα, όπως πηγάζουν από τον Όμηρο το επιβεβαιώνουν: “«και όποιον θα νιώσω να κάθεται μακριά από τη μάχη, πολύ θα του είναι, αν δεν τον φάνε τα σκυλιά και τα όρνια. Γιατί έχω εγώ του θανάτου το δικαίωμα»”. Η τελική διαπίστωση ότι «αυτή η ισόβια στρατηγία είναι ένα είδος βασιλείας» ξεκαθαρίζει ότι η βασιλεία αφορά οποιαδήποτε θέση εξουσίας ασκείται ισοβίως, ασχέτως αν δεν συμπεριλαμβάνει το σύνολο των πολιτειακών εξουσιών. Υπό αυτή την έννοια κάθε ισόβιο αξίωμα αποτελεί μορφή βασιλείας, αφού σε τελική ανάλυση ο βασιλιάς δεν ορίζεται τόσο από το εύρος της ισχύος των αποφάσεών του όσο από τη δυναμική του αμετάκλητου που μπορεί να έχουν οι αποφάσεις αυτές και από τη μονιμότητα της κατοχής κάθε αξιώματος.

Το πρώτο είδος βασιλείας που εντοπίζει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της Σπάρτης, όπου ο βασιλιάς είναι πρωτίστως στρατηγός και αποκτά δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του μόνο σε περίπτωση απειθαρχίας στον πόλεμο.

Εντελώς διαφορετικά αντιλαμβάνονται τη βασιλεία στην Ασία: «Η δύναμή τους» (των μοναρχιών εκείνων εννοείται) «πλησιάζει τη δύναμη των τυραννικών καθεστώτων, υπακούν όμως σε νόμους και είναι κληρονομικές, οι βασιλείες αυτές είναι τυραννικές, ο κληρονομικός όμως και συνταγματικός τους χαρακτήρας τις καθιστά ασφαλείς. Για την ίδια αιτία τα σώματα περιφρούρησης δεν έχουν τυραννικό χαρακτήρα αλλά βασιλικό, δηλαδή ένοπλοι πολίτες φρουρούν τους βασιλείς, ενώ τους τυράννους ξένοι μισθοφόροι». Ο διαχωρισμός της βασιλείας, ως ορθό πολίτευμα, και της τυραννίας, ως στρεβλό, διαφαίνεται ακόμη και στον τρόπο περιφρούρησης των αξιωματούχων, αφού η ίδια η φρουρά καταδεικνύει την αποδοχή ή την απόρριψη του μονάρχη από τη λαϊκή βούληση. Σε τελική ανάλυση, το στοιχείο που σε κάθε περίπτωση νομιμοποιεί την εξουσία, ασχέτως αν αυτή χαράσσεται από τη φρόνηση του ενός, είναι η συγκατάθεση των πολλών. Αν αυτό δεν ισχύει τότε δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για πολιτική στρέβλωση, που από θέση αρχής καθιστά τα πάντα επικίνδυνα: «οι βασιλείς ασκούν εξουσία συνταγματικά κατοχυρωμένη και αποδεκτή από το λαό, οι τύραννοι όμως εξουσιάζουν χωρίς τη λαϊκή συγκατάθεση, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να διαθέτουν φρουρά από πολίτες, ενώ οι δεύτεροι φρουρά εναντίον των πολιτών».

Ανασκαλεύοντας όμως το παρελθόν θα δούμε ότι στους παλιότερους (ο Αριστοτέλης τους αποκαλεί αρχαίους Έλληνες) υπήρξε κι ένα άλλο είδος αρχόντων οι οποίοι ονομάζονταν αισυμνήτες: «Αυτό με απλά λόγια είναι αιρετή τυραννίδα και διαφέρει από τη βαρβαρική βασιλεία όχι ως προς το ότι δεν είναι συνταγματική, αλλά μόνο ως προς το ότι δεν είναι κληρονομική. Από τους αισυμνήτες άλλοι ασκούσαν ισοβίως την εξουσία και άλλοι για ορισμένο χρονικό διάστημα ή μόνο για τη διεκπεραίωση πολιτικών υποθέσεων». Ο Αριστοτέλης προκειμένου να καταστήσει σαφείς τις αισυμνητείες καταφεύγει στην περίπτωση της Μυτιλήνης όπου εκλέχτηκε αισυμνήτης ο Πιττακός. Το γεγονός ότι εκλέχτηκε από το λαό αποτελεί νομιμοποίηση της εξουσίας ασχέτως αν ο Πιττακός κυβέρνησε τυραννικά δίνοντας αμνηστία στους ακραίους ολιγαρχικούς που εκδιώχτηκαν λόγω των βιαιοπραγιών που διέπραξαν. Για τον Πιττακό, που συγκαταλέγεται στους εφτά σοφούς της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης παραθέτει ένα σατιρικό στίχο του Αλκαίου προκειμένου να διαφωτιστεί περαιτέρω η κατάσταση: “«τον παρακατιανό Πιττακό τον έκανε τύραννο στην ήρεμη και βαριόμοιρη πόλη το πλήθος με μια φωνή γεμάτη έπαινο”». Το τελικό συμπέρασμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το τι ήταν οι αισυμνητείες: «Μοιάζουν με τις τυραννίδες, επειδή έχουν δεσποτικό χαρακτήρα, και με τις βασιλείες, επειδή είναι αιρετές και ασκούνται με τη συγκατάθεση των πολιτών».

Το μόνο που μένει είναι η τέταρτη και τελευταία μορφή της βασιλείας, που αφορά την περίοδο των ηρωικών χρόνων και η οποία ήταν και συνταγματική και κληρονομική: «Οι βασιλείς είχαν τη λαϊκή αποδοχή και ήταν κληρονομικοί, επειδή οι πρώτοι πρόγονοί τους ευεργέτησαν το πλήθος στις τέχνες ή στον πόλεμο ή στην πολιτική συνένωση ή στην προσθήκη εδαφών. Έφεραν τα αξιώματα του αρχιστράτηγου στον πόλεμο, του αρχιερέα στις θυσίες, όταν το αξίωμα αυτό δεν αποδιδόταν σε ιερείς, και επιπλέον του δικαστή». Το σίγουρο είναι ότι με το πέρασμα των χρόνων ο θεσμός της βασιλείας περισσότερο φθειρόταν παρά άκμαζε: «Αργότερα όμως, γενικά στις πόλεις οι θυσίες μόνο έμειναν στην αρμοδιότητα των βασιλέων, επειδή πολλά προνόμιά τους τα παραχωρούσαν οι βασιλείς με τη θέλησή τους στο λαό και άλλα οι λαοί τα αποσπούσαν απ’ αυτούς. Όπου ωστόσο διατηρήθηκε βασιλεία άξια του ονόματός της, οι βασιλείς συνέχισαν να έχουν την αρχιστρατηγία στις μακρινές εκστρατείες».

Όμως, όταν ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει και συνοψίζει τα τέσσερα είδη της βασιλείας, αμέσως μετά σπεύδει να διευκρινίσει ότι υπάρχει κι ένα πέμπτο που επίσης οφείλει να παρουσιαστεί: «Πέμπτο είδος βασιλείας είναι εκείνο στο οποίο ένας μόνο εξουσιάζει τα πάντα, όπως ακριβώς κάθε έθνος και κάθε πόλη ασκούν εξουσία σε όλες τις δημόσιες υποθέσεις κατά το πρότυπο της διαχείρισης των υποθέσεων του οίκου. Γιατί, όπως ακριβώς η διαχείριση των υποθέσεων του οίκου συνιστά κάποιο είδος βασιλείας του οίκου, έτσι και η βασιλεία είναι μια μορφή διαχείρισης ζητημάτων της πόλης ή του έθνους, ενός ή περισσότερων». Το ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά τόσο την παρουσία αυτού του πέμπτου είδους βασιλείας, ενώ είχε δοθεί η εντύπωση ότι τα είδη είναι τέσσερα, όσο ο παραλληλισμός του με τη διαχείριση των υποθέσεων του οίκου, αφού από την πρώτη σελίδα του πρώτου βιβλίου των Πολιτικών είχε ξεκαθαρίσει: «Δεν έχουν δίκιο λοιπόν όσοι νομίζουν ότι είναι το ίδιο πράγμα ένας πολιτικός, ένας βασιλιάς, ένας οικοδεσπότης και ένας δουλοκτήτης. (Νομίζουν δηλαδή ότι η διαφορά τους έγκειται μόνο στο πλήθος των εξουσιαζόμενων και όχι στο είδος της εξουσίας που ασκεί ο καθένας απ’ αυτούς. Αν δηλαδή κανείς εξουσιάζει λίγους, νομίζουν ότι είναι ένας δουλοκτήτης, αν εξουσιάζει περισσότερους, είναι ένας οικοδεσπότης και αν εξουσιάζει ακόμη πιο πολλούς, είναι ένας πολιτικός ή ένας βασιλιάς, σα να μη διαφέρει σε τίποτε μια μεγάλη οικογένεια από μια μικρή πόλη)».

Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του διαχωρίζει τον τρόπο που διαμορφώνονται οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια: «Κι αυτές είναι πρώτον η δεσποτική» (αφορά τις σχέσεις του αφέντη με τους δούλους), «δεύτερον η γαμική» (αφορά τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα), «και τρίτον η τεκνοποιητική» (αφορά τις σχέσεις με τα παιδιά). Κι αργότερα, όταν θέλει να διευκρινίσει ότι οτιδήποτε αποτελεί μια ολότητα που αποτελείται από πολλά μέρη σύμφωνα με τη φύση κάποια από τα μέρη αυτά άρχονται από τα άλλα για χάρη της διατήρησης της ολότητας, αναφέρει ότι ο τρόπος που άρχει κανείς είναι ανάλογος με το τι ακριβώς άρχει. Για παράδειγμα άλλο να άρχει κανείς ανθρώπους κι άλλο θηρία. Στα θηρία αρμόζει η δεσποτική εξουσία. Στους ανθρώπους όχι. Με τον ίδιο τρόπο: «η ψυχή εξουσιάζει το σώμα κατά τρόπο δεσποτικό, ενώ ο νους εξουσιάζει τις άλογες – ορεκτικές δυνάμεις, όπως ο πολιτικός ή ο βασιλιάς». Ο διαχωρισμός της τυραννικής και της βασιλικής εξουσίας είναι ξεκάθαρος, αφού η ψυχή δεν μπορεί παρά να διατάξει το σώμα (όπως θα διέταζε κανείς ένα θηρίο), ενώ ο νους οφείλει να επιβληθεί στις άλογες δυνάμεις, διαδικασία πιο σύνθετη, που απαιτεί μεγαλύτερες ικανότητες, αφού δεν αφορά μόνο το φόβο ή το αυτονόητο της υποταγής, αλλά και την πειθώ που θα επιφέρει την εθελοντική υπακοή απέναντι σε κάτι καλύτερο. Κι αυτός είναι ο διαχωρισμός της δεσποτικής – τυραννικής εξουσίας από τη βασιλική. Η διαχείριση των υποθέσεων του οίκου συμπεριλαμβάνει και τις δύο μορφές εξουσίας, αφού η δεσποτική αρμόζει στους δούλους, όχι όμως στις γυναίκες και στα παιδιά, που είναι ελεύθεροι άνθρωποι. Προφανώς ο παραλληλισμός του πέμπτου είδους βασιλείας με τη διαχείριση των υποθέσεων του οίκου αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο άσκησης της εξουσίας που δεν μπορεί να είναι δεσποτική, αλλά βασιλική κι όχι στην καθαυτό ομοιότητα των δύο καταστάσεων (διαχείριση οίκου, διαχείριση πόλης), αφού αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα έπρεπε να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης φάσκει και αντιφάσκει.

Το σίγουρο είναι ότι από όλες αυτές τις μορφές της βασιλείας η πέμπτη, που αναφέρεται ως παμβασιλεία, κι εκείνη των Σπαρτιατών ορίζονται ως τα δύο άκρα στην ευρύτητα εξουσίας που μπορούν να έχουν όλες οι βασιλείες: «Τα περισσότερα είδη από τα υπόλοιπα είναι ενδιάμεσοι τύποι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, γιατί άλλα έχουν μικρότερη εξουσία από την παμβασιλεία, ενώ άλλα έχουν μεγαλύτερη εξουσία από τη σπαρτιατική βασιλεία». Και το ερώτημα που διατυπώνεται ευθέως είναι «αν συμφέρει ένα πρόσωπο να έχει απόλυτη εξουσία σε όλα ή δε συμφέρει», το οποίο σε τελική ανάλυση ισοδυναμεί με το ερώτημα «αν συμφέρει να ασκείται η εξουσία από τον άριστο άντρα ή από τους άριστους νόμους». Ο Αριστοτέλης ξεκινά την αναζήτηση παραθέτοντας τη γνώμη αυτών που υποστηρίζουν τη βασιλεία: «Οι υπερασπιστές της βασιλείας εκκινούν από την άποψη ότι οι νόμοι αποφαίνονται γενικά και όχι συγκεκριμένα και επιτακτικά για τις απρόβλεπτες καταστάσεις, συμπεραίνοντας ότι είναι ηλίθιο οι γραπτοί νόμοι να ρυθμίζουν και να ελέγχουν οποιαδήποτε τέχνη, για την ίδια αιτία δεν είναι άριστο πολίτευμα εκείνο που λειτουργεί μόνο με γραπτές διατάξεις και νόμους, οι άρχοντες έχουν χρέος να διαθέτουν την καθολικότητα του λόγου που έχει ο νόμος. Στο νόμο βέβαια δεν υπάρχει εμπάθεια. το μειονέκτημα αυτό αντισταθμίζεται με το πλεονέκτημα του μονάρχη να σκέφτεται και ν’ αποφασίζει καλύτερα για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση».

Ο λαός, ως κυρίαρχο σώμα για την ορθότητα όλων των επιλογών, δεν πρέπει ποτέ – ως σύνολο – να υστερεί σε ισχύ από οποιονδήποτε μονάρχη. Γιατί τότε είναι πιθανό να χάσει τον έλεγχο. Με άλλα λόγια, η βασιλεία μπορεί να υφίσταται μόνο με την προϋπόθεση ότι και πάλι ο λαός έχει τη μεγαλύτερη ισχύ.

Ο Αριστοτέλης μπροστά σ’ αυτού του είδους τους προβληματισμούς σχετικά με την ανεπάρκεια του νόμου να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις και το αδιαμφισβήτητο της υπεροχής του ανθρώπου που ξέρει να αποδίδει δικαιοσύνη εφαρμόζοντας τους νόμους και ταυτόχρονα καλύπτοντας όλα τα πιθανά κενά τους, δεν μπορεί παρά να προβεί στη διαπίστωση: «Γίνεται σαφές βέβαια ότι ο μονάρχης επιβάλλεται να είναι και νομοθέτης ο ίδιος και ακόμη να θεσπίζονται νόμοι έγκυροι, έγκυροι όμως όχι για όσα δεν προβλέπουν οι νόμοι, αλλά για όλες τις άλλες περιπτώσεις που προβλέπουν». Ωστόσο, από τη στιγμή που είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο μονάρχης οφείλει να είναι και νομοθέτης εξασφαλίζοντας την πληρότητα στην απονομή του δικαίου, δε μένει παρά να οδηγηθούμε και πάλι στο ίδιο ερώτημα: «Όμως, αν δεν είναι δυνατόν ο νόμος να αποφαίνεται σωστά ή για όλες τις περιπτώσεις, τότε είναι σωστό να εξουσιάζει ο ένας ο άριστος ή όλοι;».

Το ότι φαίνεται να συμμετέχει στον προβληματισμό σχετικά με την ανεπάρκεια του νόμου και την καλύτερη απόδοση δικαίου από τον άρχοντα γίνεται ακριβώς για να φτάσει στο συγκεκριμένο ερώτημα και να καταδείξει για μια ακόμη φορά την υπεροχή της πλειοψηφίας. Γιατί ο Αριστοτέλης θεωρεί το νόμο ύψιστη αρχή της πόλης και θα υποστηρίξει ανεπιφύλακτα ότι ο νόμος είναι αυτός που θα προστατέψει την πόλη από τους δημαγωγούς. Η παρουσίαση της θέσης που θέλει τη βασιλεία προτιμότερη από το νόμο δεν έχει άλλο σκοπό απ’ το να γίνουν αντιληπτά τα αδιέξοδά της. Γιατί και πάλι θα έρθουμε μπροστά στην αθροιστική θεωρία που καθιστά σαφή την υπεροχή των πολλών όταν δράσουν αθροιστικά, ως σύνολο: «η πόλη αποτελείται από πολλούς, και, όπως ακριβώς είναι πλουσιότερο το συμπόσιο που γίνεται με τη συνεισφορά όλων, από αυτό που το αναλαμβάνει μόνο ένας, έτσι και το πλήθος αποφαίνεται καλύτερα για πολλά ζητήματα απ’ ό,τι ο ένας, όποιος κι αν είναι αυτός».

Και σα να μην έφτανε αυτό ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ακόμη το πλήθος είναι περισσότερο αδιάφθορο. Όπως το περισσότερο νερό μολύνεται λιγότερο, έτσι και το πλήθος διαφθείρεται λιγότερο συγκριτικά με τους λίγους. Όταν κάποιος κυριεύεται από οργή ή άλλο παρόμοιο πάθος, η κρίση του σίγουρα θολώνει. Όταν όμως είναι πολλοί, είναι δύσκολο να οργιστούν και να σφάλουν όλοι μαζί συγχρόνως». Γι’ αυτό το πλήθος είναι καταδικασμένο να υπερτερεί. Γι’ αυτό η λαϊκή κυριαρχία κρίνεται αναμφισβήτητη. Η ισχύς που οφείλει να διαθέτει ο βασιλιάς προκειμένου να επιβάλλει την εξουσία του πρέπει να είναι ανώτερη απ’ τον καθένα ξεχωριστά – διαφορετικά δε θα μπορούσε να ασκήσει καμιά εξουσία – αλλά ποτέ δεν πρέπει να ξεπερνά την ισχύ που μπορεί να έχει το σύνολο του λαού της πόλης. Γιατί τότε κρίνεται επικίνδυνος. Ο λαός, ως κυρίαρχο σώμα για την ορθότητα όλων των επιλογών, δεν πρέπει ποτέ – ως σύνολο – να υστερεί σε ισχύ από οποιονδήποτε μονάρχη. Γιατί τότε είναι πιθανό να χάσει τον έλεγχο. Με άλλα λόγια, η βασιλεία μπορεί να υφίσταται μόνο με την προϋπόθεση ότι και πάλι ο λαός έχει τη μεγαλύτερη ισχύ.

Ο βασιλιάς, ως φαινομενικά απόλυτος άρχων, οφείλει να γνωρίζει ότι τελικά η λαϊκή κυριαρχία είναι ανίκητη: «Τώρα δεν είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τη δύναμη που χρειάζεται ο βασιλιάς. Αυτός πρέπει να διαθέτει ισχύ και να είναι τόση η ισχύς αυτή, ώστε να είναι ισχυρότερος από κάθε άτομο χωριστά, ασθενέστερος όμως από το πλήθος. Την αναλογία αυτή ισχύος οι αρχαίοι την τηρούσαν, όταν έδιναν φρουρά σε όποιον καθιστούσαν αισυμνήτη ή τύραννο της πόλης, όπως τον ονόμαζαν. Επίσης όταν ο Διονύσιος ζητούσε φρουρούς, κάποιος συμβούλευε τους Συρακουσίους να του δώσουν τόσους μόνο φρουρούς (ώστε να είναι ισχυρότερος από τον καθένα χωριστά αλλά ασθενέστερος από το πλήθος)».

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ

ΞΕΝ Οικ 1.18–1.23

Ελαττώματα και πάθη που υποδουλώνουν

Στον Οικονομικό παρουσιάζεται ο Σωκράτης να συζητά αρχικά με τον Κριτόβουλο (κεφ.1–6) και στη συνέχεια με τον Ισχόμαχο (κεφ. 7–21) για ζητήματα οικιακής οικονομίας και αγροτικής παραγωγής. Με τον πρώτο συνομιλητή του ο μεγάλος φιλόσοφος επιχείρησε αρχικά να συνεξετάσει τι αποτελεί περιουσία και τι όχι. Συμφώνησαν ότι κάτι γίνεται περιουσία μας, μόνον αν γνωρίζουμε πώς να το χρησιμοποιούμε. Ο Κριτόβουλος αναρωτιέται, λοιπόν, πώς εξηγείται κάποιοι να μην μπορούν να ευδοκιμήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια. Ο Σωκράτης τότε επισημαίνει ότι ο Κριτόβουλος αναφέρεται σε δούλους, ο συνομιλητής του όμως επιμένει ότι μιλά για ελεύθερους ανθρώπους, προκαλώντας την παρακάτω διευκρίνιση του φιλοσόφου.


[1.18] Καὶ πῶς ἄν, ἔφη ὁ Σωκράτης, δεσπότας οὐκ ἔχοιεν, εἰ
εὐχόμενοι εὐδαιμονεῖν καὶ ποιεῖν βουλόμενοι ἀφ’ ὧν <ἂν>
ἔχοιεν ἀγαθὰ ἔπειτα κωλύονται ποιεῖν ταῦτα ὑπὸ τῶν
ἀρχόντων; Καὶ τίνες δὴ οὗτοί εἰσιν, ἔφη ὁ Κριτόβουλος,
οἳ ἀφανεῖς ὄντες ἄρχουσιν αὐτῶν; [1.19] Ἀλλὰ μὰ Δί’, ἔφη ὁ
Σωκράτης, οὐκ ἀφανεῖς εἰσιν, ἀλλὰ καὶ πάνυ φανεροί. καὶ
ὅτι πονηρότατοί γέ εἰσιν οὐδὲ σὲ λανθάνουσιν, εἴπερ πονηρίαν
γε νομίζεις ἀργίαν τ’ εἶναι καὶ μαλακίαν ψυχῆς καὶ ἀμέλειαν.
[1.20] καὶ ἄλλαι δ’ εἰσὶν ἀπατηλαί τινες δέσποιναι προσποιούμεναι
ἡδοναὶ εἶναι, κυβεῖαί τε καὶ ἀνωφελεῖς ἀνθρώπων ὁμιλίαι,
αἳ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ αὐτοῖς τοῖς ἐξαπατηθεῖσι κατα-
φανεῖς γίγνονται ὅτι λῦπαι ἄρα ἦσαν ἡδοναῖς περιπεπεμ-
μέναι, αἳ διακωλύουσιν αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὠφελίμων ἔργων
κρατοῦσαι. [1.21] Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἐργάζεσθαι
μὲν οὐ κωλύονται ὑπὸ τούτων, ἀλλὰ καὶ πάνυ σφοδρῶς πρὸς
τὸ ἐργάζεσθαι ἔχουσι καὶ μηχανᾶσθαι προσόδους· ὅμως δὲ
καὶ τοὺς οἴκους κατατρίβουσι καὶ ἀμηχανίαις συνέχονται.
[1.22] Δοῦλοι γάρ εἰσι καὶ οὗτοι, ἔφη ὁ Σωκράτης, καὶ πάνυ γε
χαλεπῶν δεσποτῶν, οἱ μὲν λιχνειῶν, οἱ δὲ λαγνειῶν, οἱ δὲ
οἰνοφλυγιῶν, οἱ δὲ φιλοτιμιῶν τινων μώρων καὶ δαπανηρῶν,
ἃ οὕτω χαλεπῶς ἄρχει τῶν ἀνθρώπων ὧν ἂν ἐπικρατήσωσιν,
ὥσθ’ ἕως μὲν ἂν ὁρῶσιν ἡβῶντας αὐτοὺς καὶ δυναμένους
ἐργάζεσθαι, ἀναγκάζουσι φέρειν ἃ ἂν αὐτοὶ ἐργάσωνται καὶ
τελεῖν εἰς τὰς αὑτῶν ἐπιθυμίας, ἐπειδὰν δὲ αὐτοὺς ἀδυνάτους
αἴσθωνται ὄντας ἐργάζεσθαι διὰ τὸ γῆρας, ἀπολείπουσι
τούτους κακῶς γηράσκειν, ἄλλοις δ’ αὖ πειρῶνται δούλοις
χρῆσθαι. [1.23] ἀλλὰ δεῖ, ὦ Κριτόβουλε, πρὸς ταῦτα οὐχ ἧττον
διαμάχεσθαι περὶ τῆς ἐλευθερίας ἢ πρὸς τοὺς σὺν ὅπλοις
πειρωμένους καταδουλοῦσθαι. πολέμιοι μὲν οὖν ἤδη ὅταν
καλοὶ κἀγαθοὶ ὄντες καταδουλώσωνταί τινας, πολλοὺς δὴ
βελτίους ἠνάγκασαν εἶναι σωφρονίσαντες, καὶ ῥᾷον βιοτεύειν
τὸν λοιπὸν χρόνον ἐποίησαν· αἱ δὲ τοιαῦται δέσποιναι αἰκιζό-
μεναι τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τοὺς
οἴκους οὔποτε λήγουσιν, ἔστ’ ἂν ἄρχωσιν αὐτῶν.

***
(Σωκρ.) Και πώς μπορεί, είπε ο Σωκράτης, να μην έχουν κυρίους που, ενώ εύχονται να ευτυχούν κι ενώ θέλουν να κάνουν εκείνα απ' τα οποία θα κέρδιζαν αγαθά, εμποδίζονται να τα εκτελέσουν απ' αυτούς, που τους κυριαρχούν;

(Κριτ.) Και ποιοι λοιπόν ειν' αυτοί, που από κρυφά τούς επιβάλλονται; είπε ο Κριτόβουλος.

(Σωκρ.) Μα, για το θεό, δεν είναι κρυφοί, είπε ο Σωκράτης, απεναντίας είναι πάρα πολύ φανεροί. Και τους καταλαβαίνεις πως είναι πάρα πολύ κακοί, αν φυσικά έχεις και συ τη γνώμη πως η πονηρία κι η τεμπελιά είναι και μαλακία ψυχής και νωθρότητα.

Είναι δε κι άλλες μερικές απατηλές κυρίες, που καμώνονται πως είναι ηδονές, παραδείγματος χάρη τα τυχερά παιγνίδια, κι οι κακές συναναστροφές των ανθρώπων, που σαν περάσει ο καιρός και σ' αυτούς τους ίδιους τους ξεγελασμένους φανερώνονται πως ήταν λύπες φυσικά, σκεπασμένες με ηδονές, που τους εμποδίζουν απ' την εκτέλεση ωφελίμων έργων, γιατί τους κυριαρχούν.

(Κριτ.) Μα, Σωκράτη, είναι κι άλλοι, είπε, που όχι μόνο δεν εμποδίζονται, απ' τις κυρίες αυτές, στη δουλειά, μα και όρεξη μεγάλη έχουν να δουλεύουν και να προσπαθούν να βρουν τρόπο να κερδίζουν· κι όμως και τα σπιτικά τους καταστρέφουν και πάντα βρίσκονται σε στενοχώριες οικονομικές.

(Σωκρ.) Σωστά, γιατί κι αυτοί δούλοι είναι, είπε ο Σωκράτης, δούλοι μάλιστα πολύ σκληρών κυρίων, άλλοι δούλοι στη λαιμαργία, άλλοι δούλοι στο σεξουαλισμό τους, άλλοι στο μπεκρουλίκι, κι άλλοι είναι δούλοι, κάτι φιλοδοξιών κουτών και πολυέξοδων, που τόσο σκληρά κυριαρχούν τους ανθρώπους ώστε, ως ότου τους βλέπουν νέους και γερούς για δουλειά, τους επιβάλλονται να σκορπίζουν και να σπαταλούν στα πάθη τους, όσα μπορούσαν να κερδίζουν απ' τη δουλειά τους, σαν τους καταλάβουν όμως πως γίνηκαν ανίκανοι, απ' τα γεράματα να δουλέψουν, τους αφήνουν να περάσουν άσχημα γεράματα και προσπαθούν πάλι να πιάσουν άλλους δούλους.

Και πρέπει, Κριτόβουλε, ν' αγωνίζεται κανείς ενάντια σ' αυτούς τους εχθρούς, για να 'ναι ελεύθερος, όχι λιγώτερο απ' όσο αγωνίζεται ενάντια σ' εκείνους, που προσπαθούν με τα όπλα να τον κάνουν σκλάβο τους. Οι εχθροί αυτοί τουλάχιστο, όσες φορές υποδούλωσαν μερικούς, αν ήταν καλοί, πολλούς, καθώς ξέρουμε, τους σωφρόνισαν και τους ανάγκασαν να 'ναι καλύτεροι και τους έκαμαν να περνούν την υπόλοιπη ζωή τους ανετώτερα. Οι κυρίες όμως αυτές δεν παύουν ποτέ να κακοποιούν τα σώματα των ανθρώπων και τις ψυχές και τα σπιτικά τους, όσο καιρό τούς κυριαρχούν.

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙ. Οι συμφωνόληκτοι ενεστώτες σε i ̯ o

α) Τα ρήματα σε -αίνειν

§ 218. Ο τύπος μετονοματικών σε -αίνειν [1] παρουσιάζει από πολλές απόψεις ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Σε ένα σημαντικό αριθμό ρημάτων η προέλευση του ν είναι ακόμη απόλυτα διαφανής, και υπάρχει αξιοσημείωτη ποικιλία στη φθογγική δομή της απόληξης των βάσεων. Έτσι, η αναλογική εξάπλωση ολοκληρώνεται σχεδόν τελείως μπροστά στα μάτια μας. Τέλος, το -αίνειν δεν ανέπτυξε μια τόσο γενική σημασία όπως π.χ. το -οῦν και το -εύειν ή ακόμη περισσότερο το -ίζειν· κατά συνέπεια πρέπει να αναζητήσουμε πολύ ακριβέστερα πρότυπα για τους αναλογικούς σχηματισμούς.

§ 219. Ρήματα σε -αίνειν από βάσεις με n που διατηρείται ή συνάγεται: ποιμαίνειν 'βόσκω' (Όμ.) από το ποιμεν- 'βοσκός' (-μαιν- από το *- m n ̻ - i ̯ - με μηδενική βαθμίδα - mn - από το - men -), εὐφραίνειν (Όμ.) από το εὐφρον- 'εύθυμος' (παρομοίως ασθενές θέμα), μελαίνειν 'μαυρίζω' (Όμ.) από το μελαν- 'μαύρος'· πολύ συχνά από ουδέτερα σε -μα από το *- m n ̻ - [2], που αντιστοιχούν στα λατινικά ουδέτερα σε - men -: πημαίνειν 'βλάπτω' (Όμ.) από το πῆμα 'θλίψη, κακοτυχία'· βασκαίνειν 'συκοφαντώ, φθονώ' (κλασ.) από το βάσκανος 'συκοφαντικός, φθονερός' (πρβ. § 178), κυδαίνειν 'εξυμνώ' (Όμ.) επέκταση του κυδ-άνειν (§ 169) 'κάνω φημισμένο, έχω φήμη', ἰσχαίνειν 'ξεραίνω' (κλασ.) από το ἰσχνός 'ξερός'. Μερικά θέματα σε nμπορούμε να τα συναγάγουμε από σχηματισμούς με επιθήματα που αρχίζουν από rκαι l, καθώς αυτά συνδέονται ποικιλοτρόπως με επιθήματα που αρχίζουν από n· πρβ. π.χ. τα ουδέτερα σε r / n (§ 17), όπως ὕδωρ ὕδατος (το θέμα σε n διατηρείται ακόμη στο κύριο όνομα Ἁλοσ-ύδνη), επιπλέον πίων 'παχύς' πιαίνειν (αρχίζοντας από τους λυρικούς) - πῖαρ 'λίπος', πίειρα - πιαλέος, κυδάνειν, κυδαίνειν - κυδρός 'δοξασμένος' (varialectio κυδνός) - κυδάλιμος, οἰδάνειν 'φουσκώνω, πρήζομαι' (Όμ.), οἰδαίνειν (ελληνιστ.) - οἰδαλέος. Γι' αυτό το λόγο μπορούμε να υποθέσουμε ένα - n - στη βάση, π.χ. για το πε(ι)ραίνειν 'ολοκληρώνω' (Όμ.) από το πεῖραρ πείρατος (έτσι στον Όμηρο· αργότερα πέρας πέρατος) 'τέλος', μιαίνειν 'μολύνω' (Όμ.) δίπλα στο μιαρός 'μολυσμένος', ἐρυθραίνειν 'κοκκινίζω' (Όμ.) δίπλα στο ἐρυθρός 'κόκκινος', εἰδαίνεσθαι 'είμαι όμοιος' (Νίκανδρος) δίπλα στο εἰδάλιμος 'ωραίος στη μορφή'.

§ 220. Η αναλογική εξάπλωση του -αίνειν ακολουθεί δύο κατευθύνσεις: υπάρχουν επιτελεστικά (αιτιολογικά) και αμετάβατα (καταστατικά ρήματα). Προηγήθηκαν στην αποδοχή του -αίνειν τα αντίστοιχα επίθετα με θέμα σε ο· ακολούθησαν άλλα επίθετα και διάφορα ουσιαστικά.

Τα επιτελεστικά περιλαμβάνουν δύο ομάδες. Η πρώτη ξεκινά από το μελαίνειν (Όμ.) 'μαυρίζω (κάτι)' (από το μελαν-)· αυτό προκαλεί τον αντιθετικό σχηματισμό λευκαίνειν (Όμ.) 'λευκαίνω' (από το λευκός)· εδώ προστίθενται και άλλα ρήματα με τη σημασία 'κάνω λευκό, γκρίζο, ωχρό': ἀργαίνειν (Ευρ.), πολιαίνειν (Αισχύλ.), χλωραίνειν (Σοφ.), επιπλέον ἀσβολαίνειν (γλώσσες) 'μαυρίζω με καπνιά (ἄσβολος ή ἀσβόλη)'. Παράλληλα το παλιό ἐρυθαίνειν (§ 219) γίνεται ἐρυθραίνειν (κλασ.) σε συνάρτηση με το ἐρυθρός, και ύστερα το πυρρός 'στο κόκκινο της φωτιάς' συνοδεύεται από ένα πυρσαίνειν 'δίνω σε κάτι το κόκκινο της φωτιάς' (Ευρ.), και το κάλχη 'πορφύρα' από ένα καλχαίνειν 'βάφω (πορφυρό)' (τραγικοί). Η άλλη γραμμή οδηγεί από τα: θερμαίνειν (Όμ.) 'ζεσταίνω' (από το θερμός, μάλλον όμως από ένα ουδέτερο *θέρμα), αὐαίνειν (Όμ.) 'ξεραίνω' (από το αὖος 'ξερός', πρβ. αὐον ά̄ 'ξηρότητα') και ἰσχναίνειν (κλασ.), που μετασχηματίστηκε από το ἰσχαίνειν (§ 219) κατά το ἰσχνός (πρβ. ἰσχαλέος - ἰσχναλέος, στα: ψυχραίνειν (Ιπποκρ.) 'ψύχω' (ψυχρός), ἀλεαίνειν (Ιπποκρ.) 'ζεσταίνω' (ἀλέα 'ζέστη'), ξηραίνειν (Όμ.) 'ξηραίνω' (ξηρός), ὑγραίνειν (κλασ.) (ὑγρός). Η στενή σύνδεση των εννοιών 'θερμός - ψυχρός' και 'ξηρός - υγρός' ανήκει στις θεμελιώδεις αρχές της αρχαίας ιατρικής: από την ανισομερή ανάμειξη αυτών των στοιχείων προκαλούνται οι αρρώστιες.

§ 221. Τα αμετάβατα ακολουθούν παρομοίως διάφορους δρόμους. Ο ένας αρχίζει με το ἀφραίνειν (Όμ.) 'είμαι ανόητος' (ἀφρον-) και περνάει από τα μωραίνειν (κλασ.· μωρός), ἀμαθαίνειν (Πλάτωνας· ἀμαθής), ληραίνειν (μετακλασ.· λῆρος 'φλυαρία')· το ίδιο με επίταση συμβαίνει στα: μαργαίνειν 'είμαι μανιασμένος' (Όμ.· μάργος 'μανιασμένος'), λυσσαίνειν (Σοφ.· λύσσα 'μανία'). Με αυτή την κατεύθυνση ενώθηκε μια άλλη που από το σκυδμαίνειν (Όμ.) 'οργίζομαι' (*σκύδμα) κ.ά. μέσω του χαλεπαίνειν (Όμ.) 'είμαι δυσάρεστος' (χαλεπός) οδηγεί στα δυσθυμαίνειν (Όμηρ. Ύμν.), ἀγριαίνειν (κλασ.), δυσμεναίνειν (κλασ.· δυσμενής), θυμαίνειν (από την Ασπίδα Ηρακλέους και εφεξής), ὀργαίνειν 'οργίζω' (τραγικοί) κτλ. [3] Έτσι προκύπτει η παράσταση 'είμαι σε έξαψη'. Αυτό πέρασε ύστερα σε αντιπαθητικά γνωρίσματα του χαρακτήρα και παρόμοιες σωματικές καταστάσεις (πρβ. επίσης κωμαίνειν [Ιπποκρ.] 'έχω υπνηλία' από το κῶμα, φλεγμαίνειν [κλασ.] 'έχω φλεγμονή' από το φλέγμα, κ.τ.ό.): ἰλλαίνειν (Ιπποκρ.) 'αλληθωρίζω' (ἰλλός 'αλλήθωρος'), χωλαίνειν (Πλάτωνας, Ιπποκρ.) 'είμαι κουτσός' (χωλός), λιμαίνειν (Ηρόδοτος) 'πεινώ' (λιμός), ὑδαταίνειν (Ιπποκρ.) 'είμαι υδρωπικός' (ὑδατ-)· δίπλα σε όλα αυτά δεν μπορεί να μας ξενίζει το αντώνυμο ὑγιαίνειν (κλασ.) 'είμαι ὑγιής '.

§ 222. Οι διαθέσεις του ρήματος σε -αίνειν. Στη χρήση των διαθέσεων των ρημάτων σε -αίνειν επικρατεί από πρώτη όψη μεγάλη σύγχυση· ξεδιαλύνεται όμως, αν χρησιμοποιήσουμε ως παράλληλο την εξέλιξη των διαθέσεων των ρημάτων σε -εύειν (§ 215 κεξξ.). Μόνο που το φαινόμενο που συζητήθηκε εκεί παίρνει εδώ σημαντικά μεγαλύτερες διαστάσεις: Πολυάριθμα είναι τα ρήματα σε -αίνειν που μαρτυρούνται και οι τρεις βαθμίδες τους, αμετάβατο ενεργητικό, αμετάβατο αποθετικό, και επιδραστικό ενεργητικό: π.χ. μωραίνειν 'είμαι ανόητος' - μωραίνεσθαι 'είμαι ανόητος' - μωραίνειν 'καθιστώ ανόητο', αντίστοιχα χαλεπαίνειν, ἀγριαίνειν, ὑγιαίνειν κτλ. Μερικές φορές το πρώτο ή ακόμη και το δεύτερο στάδιο έχουν χαθεί από την παράδοση· έτσι το πικραίνειν σώζεται μόνο ως αποθετικό και επιτελεστικό, πρέπει όμως παρ' όλα αυτά να συνυπολογιστεί στην ομάδα του χαλεπαίνειν (§ 221)· ή: το κυλλαίνειν είναι άπαξ λεγόμενον, και μάλιστα με την έννοια 'κυρτώνω', ανήκει όμως στην ομάδα χωλαίνειν κτλ. (§ 221). Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε πολύ μακριά το λόγο για τον οποίο εξαπλώθηκαν τόσο πολύ ο μετασχηματισμός σε αποθετικό και ο αναδρομικός σχηματισμός επιτελεστικών σε -αίνειν: διεργασίες στο ανθρώπινο σώμα και διεργασίες στο θυμικό αποτελούν προσφιλείς περιοχές της μέσης διάθεσης.

β) Τα ρήματα σε -ύνειν

§ 223. Σε σύγκριση με το -αίνειν, το -ύνειν δημιουργεί μια ταπεινή εντύπωση, επειδή η εξάπλωσή του κρατήθηκε σε στενά όρια. Επίσης οι αρχές της εξάπλωσής του τοποθετούνται στην προϊστορική περίοδο και γι' αυτό δεν είναι τόσο διαφανείς, όπως και γενικά ο αριθμός των ελλιπώς ερμηνευόμενων παραγώγων σε -ύνειν είναι αναλογικά μεγάλος.

§ 224. Τα ετυμολογικά θεμέλια του -ύνειν. Από την αρχή της παράδοσης το -ύνειν βρίσκεται σε στενή σχέση με τα θέματα σε υ, και μάλιστα τόσο με τα επίθετα σε υ: βαρύνω από το βαρύς και μερικά άλλα, όσο και με τα ουσιαστικά σε ῡ: ἀρτύνειν 'εξοπλίζω' από το ἀρτ ύ̄ ς 'τάξη, φιλία'. Από πού προέρχεται αυτή η σχέση δεν είναι απόλυτα σαφές. Μπορούμε μόνο να πούμε ότι επιθήματα με n εμφανίζονταν από παλιά ύστερα από θέματα σε u και ότι σε μερικές περιπτώσεις το -ύνειν έχει δίπλα του ένα όνομα με επίθημα με n: θαρσύνειν 'ενθαρρύνω' από το θάρσυνος 'θαρραλέος' (αργότερα θρασύνειν σε συνάρτηση με το θρασύς), τορύνειν 'ανακατεύω' (Αριστοφ.) από το τορύνη (ῠ και ῡ) 'κουτάλα ανακατέματος', κ.τ.ό.· βέβαια υποψιαζόμαστε συνήθως το όνομα για τον αναδρομικό σχηματισμό από το ρήμα ή και το αποδεικνύουμε· έτσι π.χ. εὔθῡνα 'λογοδοσία', εὔθυνος (ῠ ή ῡ;) 'δικαστής, ανακριτής' πλάι στο εὐθύνειν 'ισιώνω, κατευθύνω', αἰσχύνη 'όνειδος' (κλασ.· παλιότερα αἶσχος) από το αἰσχύνειν (Όμ.) 'ντροπιάζω, εξυβρίζω'.

§ 225. Η περαιτέρω εξάπλωση του -ύνειν. Καθώς σχεδόν όλα τα επίθετα σε -ύς συσχετίζονταν με ένα ουδέτερο σε -ος (βαθύς - βάθος, παλιότερα βένθος), μπορούσε και το -ύνειν να συνδεθεί με αυτά τα ουδέτερα (το βαθύνειν με το βάθος αντί με το βαθύς) και ύστερα να προσκολληθεί σε ουδέτερα σε -ος που δεν είχαν επίθετο σε -ύς. Έτσι από το μῆκος προέκυψε ένα μηκύνειν 'εκτείνω, καθυστερώ', από το κάλλος 'ομορφιά' ένα καλλύνειν 'καλλωπίζω', κτλ.

§ 226. Μεγαλύτερη σημασία (ιδίως στην κλασική εποχή) απέκτησε η σύνθεση του -ύνειν με επίθετα με θέμα σε υ. Η έννοια του παράγωγου είναι εδώ η επιτελεστική, που είναι συνηθισμένη στην ομάδα βαρύς - βαρύνειν, όπου αντικατέστησε τον φωνητικά δύσχρηστο σχηματισμό με το -οῦν. Ήδη αυτή η εννοιολογική ομοιότητα με το ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο -οῦν μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι υπερβάσεις του -ύνειν δικαιολογούνται από τις στενότερες αναλογικές σχέσεις του από ό,τι στην περίπτωση του -οῦν. Στην πράξη η διαδικασία εξάπλωσης, αν παραβλέψουμε μερικές μεμονωμένες αναλογίες όπως ἐλαφρύνειν (συνεπ- Ηρόδοτος) 'κάνω ελαφρύ' (ἐλαφρός) κατά το βαρύνειν (Όμ.) (βαρύς), λεπτύνειν (κλασ.) 'κάνω λεπτό' (λεπτός) κατά το παχύνειν (κλασ.) 'κάνω παχύ' (παχύς), πραγματοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στο εσωτερικό των τριών ομάδων 'κάνω όμορφο, λαμπρύνω' (αποθ. 'καλλωπίζομαι, κομπάζω'): ἁβρύνειν (κλασ.· ἁβρός 'τρυφερός, όμορφος'), σεμνύνειν (κλασ.· σεμνός 'αξιότιμος, περήφανος'), ἀμορφύνειν (Αντίμαχος· ἄμορφος 'άσχημος') με πρότυπο το φαιδρύνειν (Ησίοδος) 'λαμπρύνω, ευφραίνω' (όπως μετασχηματίστηκε, προερχόμενο από το *φαιδύνειν από το φαίδει· ὄψει Ησύχιος, υπό την επίδραση του φαιδρός), θηλύνειν (κλασ.· από το θῆλυς), καλλύνειν (§ 225), θρασύνειν (§ 224), αἰσχύνειν (§ 224)· 'κάνω μεγάλο, μακρύ κτλ.': μεγαλύνειν (κλασ.· μεγαλο-), σμικρύνειν (ελληνιστ.· σμικρός) κατά το βαθύνειν (Όμ.), βραχύνειν (Ιπποκρ.), εὐρύνειν (Όμ.), πλατύνειν (κλασ.) [4] κτλ.· 'κάνω μαλακό, σκληρό': ἁπαλύνειν (Ιπποκρ., Ξεν.· ἁπαλός), σκληρύνειν (Ιπποκρ., Αριστοτ. κτλ.· σκληρός) κατά τα θηλύνειν, μωλύνειν (Σοφ., Ιπποκρ.· μῶλυς 'αδύναμος'), τραχύνειν (κλασ.· τραχύς).

§ 227. Πολύ σπάνια είναι η προσθήκη του -ύνειν σε ουσιαστικά της α΄ και β΄ κλίσης. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται πάντα για πολύ ειδικές αναλογίες: ἀμαθύνειν (Όμ.) 'μετατρέπω σε άμμο, καταστρέφω' (ἄμαθος 'άμμος') κατά το ἀμαλδύνειν (Όμ.) 'αποδυναμώνω, καταστρέφω' (βλαδύς 'μαλακός, αδύναμος'), μοσχύνειν (Μεγ. Ετυμολ.) 'παχαίνω' (μόσχος 'μοσχάρι') κατά το παχύνειν (κλασ.) 'παχαίνω' (παχύς). Σ' αντάλλαγμα εντοπίζουμε ευκαιριακά και ρηματικές βάσεις από το -ύνειν· έτσι εξηγείται το ἀλεγύνειν (Όμ.) 'εξοπλίζω, ετοιμάζω' (ἀλέγειν [Όμ.] 'φροντίζω') κατά το ἐντύνειν (Όμ.) 'εξοπλίζω' (επίσης ἐντύειν· από το *ἐντ ύ̄ ς) [5], σπερχύνειν (Ησύχιος· = σπέρχειν [Όμ.] 'σπρώχνω') κατά το ταχύνειν (κλασ.) 'επιταχύνω' από το ταχύς (πρβ. επίσης ὀτρύνειν [Όμ.] 'ωθώ, επισπεύδω').
--------------------------
[1] Τα πρωτογενή ρήματα σε -αίνειν μπορούν εδώ να παραλειφθούν, καθώς δεν επηρέασαν τον τύπο του επιθήματος και συνήθως διαφέρουν και στο σχηματισμό του θέματος από τα μετονοματικά: βαίνω - βήσομαι - ἔβην απέναντι στο σημαίνω - σημανῶ - ἐσήμηνα.

[2] Παράλληλα εμφανίζεται το -μάζειν, αργότερα -ματίζειν

[3] Εδώ και το μενεαίνειν 'επιθυμώ διακαώς'· οργίζομαι' (Όμ.) από το μένος μένεος 'ορμή, ζωτικότητα, οργή'· σχετικά με το κτερεΐζειν 

[4] Δες § 15 υποσημείωση.

[5] Στον Όμηρο δαῖτα(ς) ἀλεγύνειν όπως δαῖτα, ἄριστον κτλ. ἐντύνειν.

Ο Αληθινός Κόσμος της Αιωνιότητας

Στον Αληθινό Κόσμο της Αιωνιότητας

Υπάρχει ένα βαθύ παράδοξο που βρίσκεται στην καρδιά της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεσμευόμαστε από τα φυσικά μας σώματα και την αντιληπτική συσκευή που είναι ο εγκέφαλος, και όμως, είμαστε σε θέση να αγγίξουμε εμπειρίες και πραγματικότητες που φαίνεται να υπερβαίνουν αυτούς τους περιορισμούς, που φαίνεται να υπάρχουν σε ένα βασίλειο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Αληθινό Κόσμο της Αιωνιότητας».

Σε αυτόν τον Αληθινό Κόσμο, δεν περιοριζόμαστε από τους περιορισμούς του χρόνου και του χώρου. Δεν αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα μέσα από τον περιορισμένο φακό των πέντε αισθήσεων, αλλά μάλλον την αντιλαμβανόμαστε άμεσα, χωρίς την ανάγκη ερμηνείας ή αφαίρεσης. Είναι ένα βασίλειο όπου η εμπειρία είναι άμεση και απευθείας, χωρίς να διαμεσολαβείται από έννοιες ή ιδέες.

Ο Αληθινός Κόσμος της Αιωνιότητας δεν είναι ένα μέρος στο οποίο μπορείτε να φτάσετε ακολουθώντας έναν χάρτη ή έναν οδηγό. Δεν είναι ένας προορισμός στο τέλος ενός μονοπατιού, αλλά μάλλον, είναι μια κατάσταση ύπαρξης, ένας τρόπος αντίληψης που μπορούμε να προσεγγίσουμε όταν αφήσουμε την προσκόλλησή μας στο εγώ, στην ιδέα του εαυτού ως ξεχωριστής και διακριτής οντότητας. Αυτή η κατάσταση ύπαρξης χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση ενότητας και διασύνδεσης, μια συνειδητοποίηση της θεμελιώδους ενότητας όλων των πραγμάτων.

Όταν μπαίνουμε σε αυτή την κατάσταση ύπαρξης, διαπιστώνουμε ότι οι ατομικές μας εμπειρίες διαλύονται σε μια μοναδική, περιεκτική εμπειρία που ρέει στην αιωνιότητα. Τα όρια του εαυτού διαγράφονται και γινόμαστε ένα με το σύμπαν, ένα με την απέραντη έκταση της πραγματικότητας.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που πολλοί από εμάς έχουμε παρόμοιες εμπειρίες όταν ξεπερνάμε το εγώ. Όταν αφήνουμε την προσκόλλησή μας στον εαυτό μας, αγγίζουμε μια πραγματικότητα που είναι καθολική και διαχρονική, μια πραγματικότητα που είναι η ίδια ανεξάρτητα από το ποιοι είμαστε ή από πού προερχόμαστε.

Αυτή η πραγματικότητα, αυτή η Αλήθεια, είναι ανέγγιχτη. Δεν μπορεί να συλληφθεί ή να γίνει κατανοητή με τον ίδιο τρόπο που κατανοούμε τον φυσικό κόσμο. Δεν είναι κάτι που μπορεί να αναλυθεί σε στοιχεία ή να αναλυθεί ως προς τις έννοιες ή τις ιδέες. Είναι μια πραγματικότητα που είναι πέρα από τη διάνοια, πέρα από τη σφαίρα της σκέψης. Είναι μια πραγματικότητα που μπορεί να βιωθεί μόνο άμεσα, στην αμεσότητα της παρούσας στιγμής.

Πώς μπορούμε λοιπόν να αγγίξουμε αυτήν την Άθικτη Αλήθεια; Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτόν τον Αληθινό Κόσμο της Αιωνιότητας; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αναζήτηση, αλλά στην αποχώρηση. Δεν βρίσκεται στην προσπάθεια ή την κατάκτηση, αλλά στην παράδοση και την αποδοχή. Δεν βρίσκεται στη σκέψη, αλλά στην ύπαρξη. Στη σιωπή του μυαλού, στην ησυχία της καρδιάς, μπορούμε να βρούμε μια πόρτα στον Αληθινό Κόσμο της Αιωνιότητας, στην απέραντη έκταση της Άθικτης Αλήθειας.

Επιπτώσεις

Η απόλυτη επιδίωξη της ανθρώπινης συνείδησης είναι να συνειδητοποιήσει αυτή την καθολική ενότητα. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν είναι μια κατάκτηση ή μια προσπάθεια αλλά μια οργανική εξέλιξη της συνείδησης. Υποδηλώνει ότι η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στην εγγενή ενότητα και διασύνδεσή της, η οποία παραμένει ανέγγιχτη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Πρέπει να καλλιεργήσουμε ενσυναίσθηση, συμπόνια και κατανόηση, δίνοντας έμφαση στην εγγενή σύνδεση μεταξύ όλων των οντοτήτων. Πρέπει να κατανοήσουμε τη σημασία των προσωπικών πνευματικών εμπειριών, που υποστηρίζουν την ενδοσκόπηση και την αυτοπραγμάτωση έναντι της δογματικής προσκόλλησης σε εξωτερικά επιβεβλημένες αλήθειες.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η θεωρία, ενώ παρέχει ένα φιλοσοφικό και πνευματικό πλαίσιο, δεν είναι ένα οριστικό μοντέλο της πραγματικότητας. Είναι μια προοπτική, μια ερμηνεία της τεράστιας και πολύπλοκης φύσης της ύπαρξης. Όπως συμβαίνει με όλες τις θεωρίες, είναι ανοιχτό σε ερμηνεία, εξέλιξη και διάψευση καθώς εξελίσσεται η κατανόησή μας για τη συνείδηση και την πραγματικότητα.

Όψεις του Ταξιδιού

Πραγματοποίηση

Το ταξίδι στον Αληθινό Κόσμο της Αιωνιότητας είναι ένα ταξίδι συνειδητοποίησης. Δεν πρόκειται για την απόκτηση νέων γνώσεων ή εμπειριών, αλλά για την συνειδητοποίηση της αλήθειας που ήταν πάντα παρούσα μέσα μας – την αλήθεια της ενότητάς μας με το Άπειρο.

Χωρίς οδηγούς, μονοπάτια, χάρτες

Σε αυτό το ταξίδι, δεν υπάρχουν οδηγοί, μονοπάτια ή χάρτες. Κάθε άτομο πρέπει να βρει τον δικό του δρόμο. Αυτό δεν περιλαμβάνει προσπάθεια ή κατάκτηση, αλλά παράδοση – παράδοση στην αλήθεια της ενότητάς μας με το Άπειρο.

Εμπειρία πέρα από τις λέξεις

Η εμπειρία του Αληθινού Κόσμου της Αιωνιότητας είναι πέρα από λόγια. Είναι πέρα από τη σφαίρα της σκέψης και της νοητικής σύλληψης. Όταν προσπαθούμε να το περιγράψουμε με λέξεις, αναπόφευκτα υστερούμε, γιατί οι λέξεις είναι εργαλεία του νου και του φυσικού κόσμου και δεν μπορούν να συλλάβουν την πραγματικότητα του Άπειρου.

Συμπέρασμα

Η Μυστική Θεωρία της Αιώνιας Ενότητας προσφέρει μια προοπτική για την ύπαρξη που υπερβαίνει τους περιορισμούς του ανθρώπινου εγώ και του φυσικού κόσμου. Μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια της ενότητάς μας με το Άπειρο και να βιώσουμε τη χαρά, την ειρήνη και την ελευθερία που έρχεται με αυτή τη συνειδητοποίηση.

Σεξ: η μελωδία της εγκεφαλικής ευτυχίας

'Οπως ασφαλώς θα γνωρίζουν εξ ιδίας πείρας οι περισσότεροι αναγνώστες, ο σαρκικός έρωτας δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται: ένα ανώδυνο βιολογικό παιχνίδι που στοχεύει στην αναπαραγωγή ή στην πρόσκαιρη σεξουαλική ικανοποίηση. Όποτε μάλιστα διαπιστώνουμε ότι σε μια «σχέση» απουσιάζουν τα γνώριμα πάθη και η οδύνη του έρωτα, τότε μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι πως, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ερωτική... σχέση.

Παρά τη συστηματική προπαγάνδα από τα ΜΜΕ για το αντίθετο, το σεξ δεν είναι απλώς και μόνο μια σωματική λειτουργία ή, έστω, μια βιολογική ανάγκη, αλλά μία από τις πιο ουσιαστικές και περίπλοκες βιοψυχολογικές εκδηλώσεις της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.

Σήμερα, όταν γίνεται λόγος για τα επιτεύγματα της επιστήμης ή της τεχνολογίας, έχει επικρατήσει να βλέπουμε παντού «επαναστάσεις», ενώ στην πραγματικότητα έχει σημειωθεί μόνο κάποια μικρή πρόοδος. Εντούτοις, σε ό,τι αφορά την έρευνα των βιοχημικών και των νευρολογικών προϋποθέσεων της ερωτικής μας συμπεριφοράς, έχει όντως συντελεστεί μια μικρή επανάσταση κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Γεγονός που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στη ριζική αναθεώρηση πολλών από τις σημερινές -ηθικά και ιδεολογικά βεβαρημένες- προκαταλήψεις μας γύρω από το σεξ.

Η φαινομενολογία της ερωτικής συμφωνίας

Αν ήθελε κάποιος να συνοψίσει τις πολυετείς επιστημονικές μελέτες και περιγραφές της ανθρώπινης ερωτικής συμπεριφοράς, θα μπορούσε, πολύ σχηματικά, να αναγνωρίσει τέσσερα βασικά μέρη ή πράξεις στην πανάρχαιη, αλλά κάθε άλλο παρά πασίγνωστη, ερωτική συμφωνία που εκτελείται όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται ερωτικά.

Πρώτη πράξη: η ακαταμάχητη έλξη. Από την πρώτη στιγμή που τη ή τον βλέπουμε, ενεργοποιείται ο μέσος εγκέφαλός μας, το τμήμα κάτω από τον εγκεφαλικό φλοιό, το οποίο, μεταξύ άλλων, συντονίζει και ελέγχει τα οπτικά και ακουστικά μας αντανακλαστικά. Αρχίζει να εκκρίνει ντοπαμίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που σχετίζεται άμεσα με τα αισθήματα ηδονής και ευφορίας που μας προκάλεσε η παρουσία του άλλου προσώπου.

Ερεθισμένος από την ντοπαμίνη, ο υποθάλαμος στέλνει εντολή στο σώμα να επιδείξει τις κατάλληλες σωματικές αντιδράσεις: οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, η καρδιά χτυπά σαν τρελή στέλνοντας περισσότερο αίμα στο πρόσωπο που κοκκινίζει, ένα λεπτό στρώμα ιδρώτα καλύπτει το δέρμα μας καθιστώντας το πιο φωτεινό. Αν το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας μας αντιδράσει θετικά σε αυτά τα ερωτικά σήματα που του στέλνουμε, τότε ενισχύονται τα νευρωνικά κυκλώματα που συνδέουν την παρουσία του/της με συναισθήματα ευχαρίστησης και ευφορίας.

Δεύτερη πράξη: η έκρηξη του πάθους. Κάθε νέα συνάντηση μαζί του/της ανεβάζει τα επίπεδα έκκρισης της ντοπαμίνης, ενισχύοντας περαιτέρω την επιθυμία μας για το πρόσωπό του/της, ενώ παράλληλα η ανάμνηση της ευχαρίστησης που μας γεννά η παρουσία της/του μεγαλώνει την επιθυμία μας να βρισκόμαστε μαζί της/του. Γεγονός που με τη σειρά του προκαλεί στον εγκέφαλό μας την έκκριση δύο νέων νευροδιαβιβαστών, της νοραδρεναλίνης και της φαινυλεθυλαμίνης.

Αυτό το εκρηκτικό κοκτέιλ προκαλεί στον εγκέφαλό μας μια κατάσταση έντονης διέγερσης και ελαφρού ιλίγγου, παρόμοιου με αυτόν που θα μας προκαλούσε η κατάποση μιας μικρής ποσότητας αμφεταμίνης. Ταυτόχρονα μειώνεται η παραγωγή ενός άλλου σημαντικού νευροδιαβιβαστή, της σεροτονίνης, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται το συναίσθημα της ερωτικής εμμονής.

Τρίτη πράξη: επιτέλους συνουσία! Οσο μεγαλώνει η οικειότητα τόσο περισσότερο ο υποθάλαμος διεγείρει την παραγωγή ενός άλλου σημαντικού νευροδιαβιβαστή, της ωκυτοκίνης, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στη γέννηση αισθημάτων έντονης τρυφερότητας και ενισχύει τους υποδοχείς των νευρωνικών κυκλωμάτων που εμπλέκονται στην ανάδυση άλλων συναφών ερωτικών συναισθημάτων. Φιλιά, χάδια και άλλες ερωτικές ενέργειες αυξάνουν περαιτέρω τα επίπεδα ωκυτοκίνης και βασοπρεσίνης, δημιουργώντας μια ακατάσχετη ανάγκη για ερωτική ολοκλήρωση.

Τέταρτη πράξη: για πάντα μαζί; Υστερα από 18 ή 30 μήνες από τη δημιουργία της σχέσης, ο εγκέφαλός μας έχει πια «μπουχτίσει» από το κοκτέιλ ορμονών με αποτέλεσμα να μην αντιδρά πια όπως πριν. Σε αυτή την αποφασιστική φάση κάθε ερωτικής σχέσης τα περισσότερα ζευγάρια χωρίζουν. Και τότε ο καθένας από το πρώην ζευγάρι αρχίζει να αναζητά νέο ερωτικό σύντροφο για να βιώσει εκ νέου τις τρεις πρώτες τόσο ερεθιστικές φάσεις στη δημιουργία μιας σχέσης. Ομως αυτό δεν είναι πάντα ο κανόνας. Αρκετά ζευγάρια καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτή τη δύσκολη φάση, μετατρέποντας την ορμονική «πλήξη» σε βαθύτερη ψυχοσωματική οικειότητα. Σε αυτήν την περίπτωση μένουν μαζί για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ίσως για πάντα.

Ποιες εγκεφαλικές δομές εμπλέκονται στην εκτέλεση αυτής της ερωτικής συμφωνίας και τι είναι αυτό που πυροδοτεί και ρυθμίζει την ακατάσχετη και ενίοτε μανιώδη επιθυμία μας για σεξ;

Εγκέφαλος: ο αόρατος συνθέτης

Οπως και τα περισσότερα πρωτεύοντα θηλαστικά, οι άνθρωποι αφιερώνουν πολύ χρόνο στην προετοιμασία και την ικανοποίηση των ερωτικών τους αναγκών, αφού αυτό αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή αναπαραγωγή τους. Αν μάλιστα αυτή η βιολογική ανάγκη συσχετιστεί με τις ανώτερες νοητικές ικανότητες των ανθρώπων, τότε εξηγείται ικανοποιητικά η υπερβολική σπουδαιότητα που αποδίδουν οι άνθρωποι στο σεξ συγκριτικά με τα υπόλοιπα είδη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σεξ είναι κάτι παραπάνω από μια βιολογική λειτουργία.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πίσω από τις περίπλοκες και χρονοβόρες ερωτοτροπίες που καταλήγουν στην πολυπόθητη ερωτική συνεύρεση δύο ανθρώπων κρύβονται πάντα «ενδογενείς» βιολογικοί παράγοντες που χρειάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξης για να διαμορφωθούν. Εκπληξη, αντίθετα, προκαλεί σήμερα το τεράστιο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε την πραγματική φύση των παραγόντων που, σε τελευταία ανάλυση, ρυθμίζουν τα ερωτικά μας ήθη.

Από τις μέχρι σήμερα νευροβιολογικές έρευνες προκύπτει ότι, κατά τη μακρά εξελικτική ιστορία του είδους μας, ο εγκέφαλός μας ανέπτυξε τρία διαφορετικά -τόσο από λειτουργική όσο και από ανατομική άποψη- ερωτικά συστήματα που διασφαλίζουν την ηδονή της σεξουαλικής πράξης και, μέσω αυτής, την επιτυχή αναπαραγωγή μας.

Το πρώτο εγκεφαλικό σύστημα σχετίζεται με τη σεξουαλική έλξη που μας ωθεί στο να ζευγαρώνουμε. Το δεύτερο ενισχύει την ανάδυση του «ρομαντικού έρωτα» και μας παρέχει βιοχημικά κίνητρα για να αφιερώνουμε πολύ χρόνο και ενέργεια στον ερωτικό μας σύντροφο. Το τρίτο εγκεφαλικό σύστημα, όταν ενεργοποιείται, ενισχύει και διασφαλίζει τη μακροβιότητα της σχέσης με τον ή τη σύντροφό μας.

Μάλιστα, έχει πολλαπλώς επιβεβαιωθεί το γεγονός ότι τόσο η ιδιαίτερη επίδραση όσο και η εξειδικευμένη λειτουργία αυτών των διαφορετικών εγκεφαλικών συστημάτων βασίζονται πάντα στη διαφοροποιημένη παραγωγή συγκεκριμένων εγκεφαλικών μορίων, κυρίως ορμονών και ειδικών νευροδιαβιβαστών.

Για παράδειγμα, σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι η έντονη σεξουαλική έλξη που νιώθουμε για ένα άτομο συνδέεται στενά και εξαρτάται από την απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων τεστοστερόνης. Οσο για την ερωτική έκσταση που βιώνουμε όταν ερωτοτροπούμε με το άτομο αυτό, ρυθμίζεται κυρίως από την ποσότητα ντοπαμίνης που εκλύεται στον εγκέφαλό μας, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης. Επίσης, η σταθερότητα και η «μονιμοποίηση» της ερωτικής σχέσης στον χρόνο εξαρτώνται από την αυξημένη παραγωγή μιας άλλης ορμόνης, της ωκυτοκίνης στις γυναίκες και της βασοπρεσίνης στους άνδρες.

Ενδέχεται, λοιπόν, σε λίγα χρόνια στο λήμμα «έρωτας» των ενημερωμένων λεξικών να διαβάζουμε: «Σφοδρή αλλαγή της εγκεφαλικής δραστηριότητας που προκαλείται από την έκλυση μεγάλης ποσότητας ειδικών νευροδιαβιβαστών (ντοπαμίνη, ωκυτοκίνη, βασοπρεσίνη) με άμεσο στόχο τη σεξουαλική ηδονή και απώτερο στόχο την προώθηση της αναπαραγωγικής λειτουργίας».

Βέβαια, σε κάποιους αυτός ο ορισμός μπορεί να φαίνεται κάπως «άχρωμος», υπερβολικά «πεζός» ή και «αντιποιητικός», αλλά σίγουρα όχι επιστημονικά ανακριβής! Επομένως, αν δεν ανήκετε στην κατηγορία των εκκεντρικών ανθρώπων που πιστεύουν (εντελώς αυθαίρετα!) ότι οι πρόσφατες ανακαλύψεις της νευροεπιστήμης σχετικά με το σεξ είναι ολότελα εσφαλμένες ή παραπλανητικές, τότε οφείλετε να παραδεχτείτε ότι αυτός ο «ψυχρός» ορισμός συνοψίζει ικανοποιητικά τις τρέχουσες επιστημονικές αντιλήψεις και δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα, τουλάχιστον τη «στενή» αλλά «αντικειμενική» πραγματικότητα των επιστημών του εγκεφάλου.

Το βέβαιο πάντως είναι ότι καμία ουσιαστική πρόοδος στην κατανόηση της ερωτικής ζωής των ανθρώπων δεν θα επιτευχθεί όσο επιμένουμε να αγνοούμε (ή να παραβλέπουμε σκοπίμως!) τις βιολογικές-εγκεφαλικές παραμέτρους που, μαζί με το κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον, συνδιαμορφώνουν τις ποικίλες εκδηλώσεις της ερωτικής μας συμπεριφοράς.

Πώς η βιοχημεία του σεξ επηρεάζει τον εγκέφαλο;

Οραση, όσφρηση, αφή, ακοή υπακούουν τυφλά στις γονιδιακές και τις εγκεφαλικές επιλογές «μας». Ολες μας οι αισθήσεις συνωμοτούν, κυριολεκτικά πίσω από την πλάτη μας, για να πέσουμε στην παγίδα του... έρωτα.

Ωστόσο, αν ρωτούσαμε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό ανθρώπων «Ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο σεξουαλικό όργανο του σώματός μας;», θα παίρναμε ασφαλώς τις πιο διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τα γούστα και το φύλο αυτού που απαντά.

Μάλιστα, έχει διαπιστωθεί στατιστικά ότι το ενδιαφέρον των γυναικών επικεντρώνεται αρχικά στο πρόσωπο και κατόπιν στο σώμα, χωρίς βέβαια να παραλείπεται και η οπτική «αξιολόγηση» της περιοχής του ανδρικού καβάλου. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνδρες εξερευνούν και επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στο στήθος, τις γάμπες και τα οπίσθια.

Το βέβαιο πάντως είναι πως σχεδόν κανείς, άνδρας ή γυναίκα, δεν θα σκεφτόταν να απαντήσει ότι το πιο σεξουαλικό όργανο του σώματός μας βρίσκεται κρυμμένο μέσα στο κεφάλι μας. Είναι δηλαδή ο εγκέφαλός μας. Ομως εδώ και αρκετό καιρό οι ειδικοί γνωρίζουν ότι όλα τα άλλα «ερωτικά μέλη» του ανθρώπινου σώματος, τα οποία έχουν εξελιχθεί ακριβώς για να προσελκύουν και να ξυπνούν το σεξουαλικό μας ενδιαφέρον, έχουν στόχο και τελικό αποδέκτη τον εγκέφαλο, την πραγματική μηχανή παραγωγής του σεξ και των ερωτικών μας αισθημάτων.

Αραγε, τι ακριβώς συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν, μεταξύ όλων των ανθρώπων, επιλέγουμε τον συγκεκριμένο ερωτικό σύντροφο και όχι κάποιον άλλο; Ποια φυσικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά καθόρισαν αυτήν την επιλογή μας; Τα ερωτήματα αυτά απασχολούσαν ανέκαθεν τους ανθρώπους, χωρίς δυστυχώς να καταφέρουν να βρουν μία συγκεκριμένη απάντηση, πόσω δε μάλλον την οριστική απάντηση που θα ισχύει για όλους. Και έτσι, μέχρι σήμερα, το «μυστήριο» του έρωτα αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε προσπάθεια αντικειμενικής ή, έστω, υποκειμενικής κατανόησης και εκλογίκευσής του.

Η χημεία της ερωτικής έλξης

Τα τελευταία χρόνια, όπως είδαμε, η επιστημονική έρευνα καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για τη διερεύνηση της ερωτικής μας συμπεριφοράς: ανθρωπολόγοι, γενετιστές, ψυχολόγοι, νευροεπιστήμονες, εξελικτικοί βιολόγοι -για να μην αναφέρουμε τους ψυχαναλυτές, τους ψυχοθεραπευτές ή τους σεξολόγους- επιχειρούν να διαφωτίσουν ό,τι σκοτεινό έχει απομείνει από τη ρομαντική μας αντίληψη περί έρωτος.

Πάντως, όταν εξετάζονται σε «εργαστηριακές συνθήκες» τα ανθρώπινα όντα συμπεριφέρονται ερωτικά όπως περίπου και όλα τα άλλα ανώτερα θηλαστικά. Και το γεγονός ότι το είδος μας εξακολουθεί να υπάρχει σημαίνει, προφανώς, ότι η εξελικτική διαδικασία μάς έχει προικίσει με τα απαραίτητα «εργαλεία» για να επιλέγουμε τον ερωτικό μας σύντροφο με βάση το αναπαραγωγικό μας συμφέρον: για να κάνουμε δηλαδή μαζί του υγιή παιδιά.

Προφανώς, αυτό το αναπαραγωγικό κριτήριο θα πρέπει να υπερτερεί σαφώς και να βαραίνει περισσότερο από κάθε άλλο (π.χ. οικονομικά συμφέροντα, «τέλεια» εξωτερική εμφάνιση κ.ά.) στην επιλογή του ή της συντρόφου μας.

Αναζητώντας κάποια επιστημονική και πανανθρώπινη «εξήγηση» του πώς επιλέγουμε τον μόνιμο ερωτικό μας σύντροφο, οι ειδικοί υπέθεσαν ότι οι οσμές του σώματος μπορεί να είναι φορείς ειδικών χημικών σημάτων που επηρεάζουν τη σωματική μας κατάσταση και την ψυχολογική μας προδιάθεση. Ετσι, για παράδειγμα, διαπίστωσαν ότι οι φερομόνες επηρεάζουν την ερωτική συμπεριφορά μας καθορίζοντας την έλξη ή την απώθηση που νιώθουμε για τον/τη σύντροφό μας!

Τι είναι όμως οι φερομόνες (ή φερορμόνες); O όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «φέρειν + ορμόνες» και αναφέρεται στους χημικούς αγγελιαφόρους που όταν εκκρίνονται από το δέρμα έχουν τη δυνατότητα να επιφέρουν αλλαγές τόσο στη φυσιολογία όσο και στη συμπεριφορά των ατόμων. Ας σημειωθεί ότι οι φερομόνες ασκούν την επιρροή τους χωρίς ο οργανισμός που τις εκκρίνει ή τις συλλαμβάνει να αντιλαμβάνεται συνειδητά την παρουσία ή τη δράση τους.

Αραγε οι άνδρες και οι γυναίκες μπορούν -ή μήπως οφείλουν;- να εμπιστεύονται την όσφρησή τους για την επιλογή του ερωτικού τους συντρόφου; Τα πτηνά και τα έντομα (π.χ. οι μέλισσες), όπως και πολλά θηλαστικά, είναι βέβαιο πως το κάνουν. Γιατί οι άνθρωποι να αποτελούν εξαίρεση;

Οι θεωρίες συνωμοσίας ως βραχυκυκλώματα της λογικής

Προφανώς, υπάρχουν και θα υπάρχουν συνωμοσίες. Διάφοροι τύποι που αποφασίζουν να συνενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη ενός συνήθως ιδιοτελούς σκοπού, με χρήση όλων των "μέσων". Μαζεύονται, λοιπόν, αυτά τα μπουμπούκια και σχεδιάζουν πως θα επιτευχθεί μακροχρονίως ο στόχος τους.

Όμως:
  • Οι πράξεις μας, σχεδόν πάντα, έχουν μη ηθελημένα αποτελέσματα
  • Οι κοινωνίες αλλάζουν και δεν επιδέχονται των παρεμβάσεων που είχαν αρχικά σχεδιασθεί
  • Οι συνωμότες σπανίως διακρίνονται από πραότητα και πνεύμα συνεργασίας, διότι αν είχαν αυτά τα καλά χαρακτηριστικά, δεν θα χρειαζόταν να διαβούν τις σκοτεινές ατραπούς της συνωμοσίας
  • Oι άνθρωποι είναι πολύπλοκα όντα που δεν αντιδρούν πάντα όπως θα ήθελαν οι συνωμότες
Έτσι, οι συνωμοσίες σπανίως επιτυγχάνουν τους αρχικούς τους σκοπούς.

Η συνεργασία, η επικοινωνία, η αλληλεπίδραση, η ανοιχτή κοινωνία, η εργατικότητα και η χρήση των επιστημονικών μεθόδων, είναι ασφαλέστερος τρόπος για να επιτύχει κανείς τους στόχους του.

Για όλους εμάς όμως, τους απλούς πολίτες, που πιστεύουμε στις θεωρίες συνωμοσίας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι η θεωρία συνωμοσίας είναι ένα βραχυκύκλωμα κατανόησης του κόσμου, αφού προσφέρει εύπεπτο, μαγικό και απλοϊκό τρόπο κατανόησης ενός φαινομένου, χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στην επώδυνη, μακρά και κουραστική διαδικασία της επιστημονικής ανάλυσης, που απαιτεί και σχετικό γνωστικό υπόβαθρο. Έτσι, είναι επιρρεπείς στις θεωρίες συνωμοσίας συνάνθρωποί μας με ελλιπή παιδεία και απλουστευτική σκέψη, που δεν απαιτεί χρόνο και κόπο.

Ο άνθρωπος που θέλει να εξηγήσει επαρκώς ένα φαινόμενο, θα ήταν χρήσιμο να ρωτήσει έναν ειδικό στο θέμα και να πάψει να "ψάχνεται" και να πελαγοδρομεί στις ταραγμένες ατραπούς των τσαρλατάνων. Μια δεύτερη γνώμη από ειδικό και λίγο διάβασμα των τυπικών συγγραμμάτων επί του θέματος, θα φωτίσει αρκετά τον δρόμο του. Επίσης, η ηθική και όχι η γνωσιακή αξιολόγηση των ειδικών είναι αυτή που θα ήταν καλό να γίνεται από όλους μας, ώστε να σταθούμε με εμπιστοσύνη στα λεγόμενά τους.

Τέλος, οι θεωρίες συνωμοσίας επιτρέπουν στους Πολίτες να διαφύγουν των ευθυνών τους και να επιρρίψουν το φταίξιμο για τα προβλήματά τους σε μυστικές και απόκρυφες δράσεις, πέραν των δυνάμεών τους. Με αυτή την έννοια, οι θεωρίες συνωμοσίας, παύουν να είναι ακίνδυνα γραφικά κατασκευάσματα και μετατρέπονται σε φορείς διάχυσης ευθύνης και απάθειας, τόσο χαρακτηριστικών της απολυταρχίας.

Και όπως έγραφε στην "Ανοιχτή κοινωνία" ο Karl Popper: «Δεν υπονοώ ότι δεν γίνονται ποτέ συνωμοσίες. Αντιθέτως, αποτελούν τυπικά κοινωνικά φαινόμενα. Ωστόσο, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ότι, σε πείσμα της συχνής εμφάνισής τους, λίγες από αυτές έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Οι συνωμότες σπάνια απολαμβάνουν τη συνωμοσία τους και αυτό είναι η καλύτερη απάντηση στις θεωρίες συνωμοσίας.

Ὁ χαμένος παράδεισος ζεῖ μέσα μας στὶς στιγμὲς τῆς μεγάλης χαρᾶς

Τὸ ἀληθινὸ πάθος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἀπεριόριστη δίψα τῆς ψυχῆς, ἡ τραγικὴ πάλη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ μέτριο καὶ τὸ συμβατικό.

Μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς συντροφιᾶς, ἀλλὰ ἡ βαθειὰ συναίσθηση μιᾶς τέλειας μοναχικότητας, ἕνα αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπ᾿ ὅλα μέσα στὴ ζωή.

Ὁ χαμένος παράδεισος ζεῖ μέσα μας στὶς στιγμὲς τῆς μεγάλης χαρᾶς, στὸ πλησίασμα ἑνὸς ἀνθρώπου, μιᾶς ἀλήθειας, μιᾶς ἀγάπης ἢ μιᾶς ὀμορφιᾶς.

Οἱ στιγμὲς τῆς δυνατῆς ζωῆς μᾶς πείθουν πὼς ὁ χαμένος παράδεισος δὲν ἔχει ἀνεπανόρθωτα χαθεῖ.

Ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης πορείας, θὰ εἶναι καὶ τὸ τέρμα της.

Ἡ νοσταλγία τοῦ ἀπολύτου ποὺ καίει μέσα μας εἶναι ἡ νοσταλγία τοῦ τέρματος.

Νομίζω πὼς ἡ πιὸ συχνὴ ἀφορμὴ κόπου εἶναι ἡ ἀντινομία ἀνάμεσα στὸν κόσμο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ στὸν κόσμο τῆς καθημερινότητας στὸν ὁποῖο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχτοῦμε.

Νὰ ὑπάρχεις σημαίνει νὰ ζεῖς συνειδητὰ τὴν τραγικὴ ἀντινομία τοῦ μέσα σου καὶ τοῦ γύρω σου κόσμου.

Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι πάντα μιὰ μεγάλη μοναξιά. Καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μιᾶς ζωῆς στερημένης ἀπὸ στοργή... Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι ἕνα χρέος ποὺ θὰ τὸ σηκώσεις μονάχος.

Γιατὶ ὁ εαυτός μας δὲν ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνο ὅταν ἀπομένεις μονάχος.

Ἡ αἴσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ σήμερα ἴσως εἶναι τὸ μαρτυρικὸ τίμημα ποὺ προσφέρουμε γιὰ νὰ μείνουμε ἀδούλωτοι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐφήμερης ἐπανάπαυσης, τῆς σιγουριᾶς ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ προσκόλληση στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου.

Ἐλεύθερος εἶσαι, ὅταν ἡ ἔκταση τοῦ μέσα σου κόσμου, ἡ ἔκταση στὴν ὁποία ζεῖ καὶ κινεῖται ἡ ψυχή σου, δὲν ἔχει σύνορα καὶ φραγμούς. Εἶσαι ἀδέσμευτος μέσα σου, ἔχεις μόνος ἐσὺ ὅλη τὴν εὐθύνη κι ὅλο τὸν ἔλεγχο τῆς ἐσωτερικῆς σου πορείας, κι ἡ πορεία σου αὐτὴ μπορεῖ σὲ κάθε στιγμὴ νὰ ζητήσει καινούργια κατεύθυνση.

Εἶναι τόσο σπάνιο ἡ ἀγάπη νὰ σέβεται τὴν ἐλευθερία. Εἶναι τόσο σπάνιο πρᾶγμα νὰ συντροφεύεται ἡ ἀγάπη ἀπ᾿ τὴν τρυφερότητα.

Εἶναι ἡ ἴδια ἡ τρυφερότητα μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ τρυφερότητα δὲν ξεκινάει ἀπὸ καμιὰ σκοπιμότητα. Εἶναι ἡ ἴδια ἕνας αὐτοσκοπός, μιὰ γνησιότητα. Αὐτὸ μόνο.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀποφασίσουμε νὰ ζήσουμε μιὰ προσωπικότερη ζωή, τὴ ζωὴ μιᾶς προσωπικῆς ἀναζήτησης, ἔχουμε νὰ σηκώσουμε τὸ βαρὺ φορτίο μιᾶς εὐθύνης ἀπόλυτα προσωπικῆς, χωρὶς κανένα ξαλάφρωμα μοιρασιᾶς.

Τὸν εαυτό σου θὰ τὸν βρεῖς μονάχος· ὅσα κι ἂν σοῦ ποῦν γι᾿ αὐτόν, ὅσα κι ἂν σὲ διδάξουν δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ στὸν ἀποκαλύψουν.

Ὁ ἔρωτας εἶναι ἀκριβῶς μιὰ ἔλλειψη, μιὰ ἀνάγκη πλήρωσης, μιὰ ὀδυνηρὴ ἀναζήτηση τοῦ εαυτοῦ.

Ἂν σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ εαυτός σου δὲν ἦταν ἕνας μεγάλος μόχθος κι ἕνας ἀτέλειωτος πόνος καὶ μιὰ ἀσίγαστη πείνα καὶ δίψα, τότε πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ δὲ θὰ ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζει οὐρανό.

Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ ὁ εαυτός σου θὰ εἶναι γιὰ μένα πάντοτε ἕνας δρόμος κι ὄχι ἕνα τέρμα, μιὰ ἀνάβαση κι ὄχι μιὰ κορφή.

Πρέπει νὰ ξαναμάθουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν εαυτό μας, νὰ τὸν μάθουμε πραγματικά, μὲ τὸ κορμί μας, σὰν κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ζωντανὸ νερὸ τοῦ κόσμου, σὰν γιορτὴ καὶ πανήγυρη συνταιριασμένη μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τὸν καιρό.

Εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ ζωή, ὁ κόσμος, ἰδωμένος σωστά.

Οι 3 θεωρίες της έλξης μεταξύ συντρόφων

Θεωρία της διατήρησης του είδους

Τελευταία, οι επιστήμονες από διάφορους επιστημονικούς κλάδους διεξάγουν έρευνες, και οι εργασίες τους συγκλίνουν προς την βαθύτερη κατανόηση του έρωτα σ' ένα ζευγάρι. Από κάθε έρευνα προκύπτουν πολύτιμες πληροφορίες, ανάλογα με το πώς αντιμετωπίζονται οι καινούργιες έρευνες. Οι βιολόγοι υποστηρίζουν πως υπάρχει μια συγκεκριμένη «λογική» που συνδέεται με την επιλογή συντρόφου.

Οι άντρες νιώθουν φυσικά να τους ελκύουν νεότερες γυναίκες, με απαλή επιδερμίδα, λαμπερά μάτια, στιλπνά μαλλιά, ωραίο σώμα, κόκκινα χείλη, ροδαλά μάγουλα και μεγάλο στήθος, όχι για λόγους μόδας, αλλά γιατί όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά καλής υγείας και καλού ορμονικού επιπέδου, σημάδια ότι μια γυναίκα βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή για αναπαραγωγή.

Οι γυναίκες διαλέγουν τον σύντροφό τους από άλλη σκοπιά. Επειδή η νεαρή ηλικία, η καλή φυσική κατάσταση και η υγεία δεν είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγική λειτουργία του άνδρα, οι γυναίκες προτιμούν από ένστικτο έναν σύντροφο με χαρακτηριστικά έκδηλου κύρους, ικανότητα να επιβάλλεται, συναισθηματική δύναμη και οικονομικά προσόντα.

Υποτίθεται ότι αυτά παρέχουν εγγυήσεις για την επιβίωση της οικογένειας. Ωστόσο, παρόλο που οι βιολογικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ερωτικές μας επιδιώξεις, ο έρωτας πρέπει να είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό.

Θεωρία της αγοράς προσόντων και ελαττωμάτων

Η βασική ιδέα της θεωρίας της ανταλλαγής, είναι ότι επιλέγουμε σύντροφο σκεπτόμενοι τι μας ταιριάζει.

Κοιτάζουμε και κρίνουμε αμφότεροι την εξωτερική εμφάνιση, την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική θέση του καθενός, καθώς και διάφορα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως αν είναι ευγενικός, δημιουργικός, κι αν έχει αίσθηση του χιούμορ.

Με ταχύτητα ηλεκτρονικού υπολογιστή, αθροίζουμε τους βαθμούς που έχουμε δώσει στα θετικά και τα αρνητικά σημεία, κι αν η βαθμολογία είναι σχεδόν ισοδύναμη, ανάβει το πράσινο φως και προχωράμε.

Κατά τους κοινωνιολόγους, δεν μας ενδιαφέρουν μόνο η νεαρή ηλικία, η ομορφιά και η κοινωνική θέση, αλλά ο άνθρωπος ως σύνολο. Παραδείγματος χάριν, το γεγονός ότι μια γυναίκα είναι κάπως μεγάλη ή ένας άντρας έχει μια κατώτερη δουλειά, μπορεί να αναπληρώνεται από το γεγονός ότι αυτός ή εκείνη είναι ένας άνθρωπος γοητευτικός, έξυπνος και πονόψυχος.

Θεωρία της αναγνώρισης

Μια τρίτη θεωρία προσθέτει άλλη διάσταση στο φαινόμενο της έλξης. Η θεωρία ότι επιζητούμε την αναγνώριση, υποστηρίζει ότι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιλογή συντρόφου είναι το κατά πόσο και πώς η σχέση μ' αυτόν τον άλλον μπορεί να αυξήσει την αυτοεκτίμησή μας.

Το ερώτημα που προκύπτει αυτή τη στιγμή είναι: Πώς θα επηρεάσει το εγώ μου το γεγονός ότι είμαι μ' αυτόν τον άνθρωπο; Όλοι νιώσαμε κάποτε περήφανοι όταν η πιο ελκυστική γυναίκα της παρέας έφυγε μαζί μας στο τέλος της βραδιάς.

Αυτήν την πρόσθετη αξία που μου δίνει το γεγονός ότι με επιλέγει αυτός/ή που ποθούν οι άλλοι, θα την ονομάσω επιδίωξη ναρκισσιστικής ικανοποίησης από τη σχέση. Απαίτηση για ένα προνομιακό βλέμμα, επιλεκτικό και ακριβές, που μπορεί να ξεκινάει από την ανάγκη να είμαι ο εκλεκτός των γονιών μου, και ιδιαίτερα αυτός που αγαπούσε η μαμά μου.

Γιατί το βλέμμα της μητέρας είναι αναντικατάστατο. Τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες, η μητέρα αντιπροσωπεύει το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο κάποτε ήμαστε ένα.

Με αφετηρία αυτήν την ιδέα, ο Λακάν πιστεύει ότι, τελικά, η μόνιμη επιδίωξη του ανθρώπου είναι να μπορέσει κάποιος να μου δώσει αυτό που είχα κάποτε με τη μητέρα μου: να γίνω ένα με τον άλλον.

Η άποψή του είναι ότι σε κάθε πρόσωπο που συναντάμε αναζητούμε αυτήν την άνευ όρων αγάπη που νομίζαμε πως είχαμε με τη μητέρα μας: αναζητούμε την ένωση μαζί της, τη συμβιωτική κατάσταση της ενδομήτριας ζωής μας.

Γι’ αυτό λέει ο Λακάν: «Έρωτας είναι να ζητάς το αδύνατο από κάποιον που δεν υπάρχει». Μ' άλλα λόγια, φαντάζεσαι πως ο άλλος είναι αυτός που δεν είναι, κι απ? αυτόν τον φανταστικό άλλον ζητάς κάτι που είναι αδύνατον: να γίνει ένα μαζί σου, να είσαι πιο σημαντικός στη ζωή του κι από τον ίδιο του τον εαυτό.

Για να μην τα πολυλογούμε, να είσαι τόσο απαραίτητος για την ύπαρξή του, ώστε να μην σε εγκαταλείψει ποτέ.

Είναι όντως τα παιδιά μας τόσο «δύσκολα» ή τα έχουμε κάνει εμείς;

Πολλοί γονείς, εκπαιδευτικοί, παππούδες και γιαγιάδες έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά με την «κακή» και «δύσκολη» συμπεριφορά των παιδιών-μαθητών-εγγονιών. Μπερδεύονται, λειτουργούν αμφιθυμικά, ζορίζονται και νιώθουν ματαίωση και απογοήτευση, καθώς αδυνατούν να τα κουμαντάρουν και να τα βάλουν σε μία σειρά. Κατηγορούν και εκείνα, αλλά και τον εαυτό τους επειδή αποτυγχάνουν διαρκώς στον παιδαγωγικό τους ρόλο. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι έρχονται σε συναισθηματική απόσταση μαζί τους. Επειδή θυμώνουν, τους μιλούν απότομα και βαριά, τα χτυπούν μερικές φορές νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα ταρακουνήσουν το παιδί, οι ενήλικες μετατρέπονται σε «δυνάστες» και τα παιδιά αναπτύσσουν άσχημα, αρνητικά συναισθήματα προς εκείνους και κατ’ επέκταση όλο αυτό τους επηρεάζει και στην μετέπειτα ζωή τους με τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Το ζητούμενο είναι να τα παιδιά να πάρουν κατάλληλα μαθήματα από εμάς! Όχι να τραυματιστούν από εμάς! Εμείς καλούμαστε να τα διδάξουμε πως να αντιδρούν, να συμπεριφέρονται και να ελέγχουν τα συναισθήματα τους, έτσι ώστε να αναπτυχθούν ομαλά σε κοινωνικό-συναισθηματικό επίπεδο. Ο σκοπός μας είναι να μεγαλώσουμε ισορροπημένους ενήλικες, όχι να τους κολλήσουμε την ρετσινιά του «δύσκολου» ανθρώπου, επειδή δεν μπορούμε να διαχειριστούμε κατάλληλα το μεγάλωμα τους.

Ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι, που το παιδί εκδηλώνει μία «ζόρικη» συμπεριφορά;

1. Τα παιδιά τεστάρουν τα όρια μας, για να μάθουν και τα δικά τους ποια είναι

Είναι απόλυτα φυσιολογικό τα παιδιά να θέλουν να μάθουν το πως λειτουργεί αυτός ο πολυσύνθετος κόσμος, στον οποίο έσκασαν μύτη. Θα προσπαθήσουν να μάθουν εάν υπάρχουν όρια ή μέχρι που φτάνουν, για να καταλάβουν τα πάντα γύρω τους. Δεν έχουν σκοπό να μας εξοντώσουν, αλλά έχουν σκοπό να γνωρίσουν πράγματα και τον εαυτό τους μέσα από αυτά.

2. Λαμβάνουν αντιφατικά μηνύματα

Όταν άλλα ακούνε στο σπίτι τους, άλλα στο σχολείο και άλλα στον παππού και στην γιαγιά, πώς να μην έρθουν σε σύγχυση; Εδώ εμείς οι ενήλικες μπερδευόμαστε με τα διπλά και τριπλά μηνύματα. Εκείνα γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση;

3. Δεν αντιλαμβάνονται τους Κανόνες

Αυτό μπορεί να συμβαίνει, είτε γιατί εμείς οι ενήλικες δεν τους θέτουμε ξεκάθαρα και με συνέπεια, είτε γιατί οι απαιτήσεις μας από εκείνα είναι πέραν των δυνατοτήτων τους με βάση το αναπτυξιακό τους στάδιο.

4. Επιδιώκουν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους

Τα παιδιά αρχίζουν και εκφράζουν την επιθυμία τους για αυτονόμηση στην ηλικία των 2 ετών. Προσπαθούν να αποκτήσουν τον έλεγχο σε κάποια πράγματα, για να αισθανθούν δυνατά και ανεξάρτητα.

5. Έχουν έλλειψη από ακριβείς πληροφορίες

Τα παιδιά προχωράνε αμέριμνα στον δρόμο, γιατί πέρα από την ξεγνοιασιά της ηλικίας τους, δεν έχουν πιθανότατα λάβει τις ακριβείς πληροφορίες για το τι πρέπει να προσέχουν και για ποιο λόγο. Ποιες θα είναι οι συνέπειες της αμελούς συμπεριφοράς τους.

6. Έχουν επιβραβευτεί οι απρεπείς συμπεριφορές τους

Αυτό πολύ πιθανόν να έχει συμβεί άθελα μας. Είτε το να γελάσουμε με αυτές, είτε ακόμα να αντιδράσουμε πολύ άσχημα ουρλιάζοντας ή χτυπώντας το παιδί. Αυτομάτως το ενισχύουμε να το ξανακάνει. Είτε για να τραβήξει την προσοχή μας, είτε για να μας «εκδικηθεί» για την δική μας ανάρμοστη συμπεριφορά.

7. Αντιγράφουν τις συμπεριφορές των μεγαλυτέρων

Ο καλύτερος δάσκαλος σε ένα παιδί για την ανάρμοστη συμπεριφορά του, είναι η δική μας! Όταν ένα παιδί βλέπει τους κοντινούς του να ουρλιάζουν, να χτυπούν, να μην σέβονται ο ένας τον άλλο, πως έχουμε την απαίτηση εκείνο να διαφοροποιηθεί από εμάς και να μας βγάλει ασπροπρόσωπους;

Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε την «δύσκολη» συμπεριφορά ενός παιδιού;

1. Προσέχουμε την δική μας Συμπεριφορά: Προσπαθούμε να μάθουμε πρώτα εμείς να διαχειριζόμαστε καλύτερα τα συναισθήματα μας και τις πράξεις μας. Δεν ξεσπάμε πάνω σε εκείνα την κούραση μας, το στρες, την απογοήτευση που προέρχεται από όλους τους τομείς της ζωής μας. Επειδή τρέχουμε όλη μέρα και έχουμε απεριόριστες ευθύνες για πολλά πράγματα, θα μας εξυπηρετούσε τα παιδιά μας να είναι βολικά και απόλυτα ήσυχα. Είναι μόνο φυσιολογικό τα παιδιά να είναι ανήσυχα πνεύματα. Χρειάζονται εκπαίδευση με επιμονή και υπομονή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι οι γονείς είμαστε οι πρώτοι και οι πιο σημαντικοί παιδαγωγοί στην ζωή τους.

Ξεπατικώνουν συμπεριφορές μας ως απόλυτα φυσιολογικές και απορροφούν τα συναισθήματα μας. και τα προβλήματα που υπάρχουν μέσα στο σπίτι. Είναι πολύ εύκολο να ρίξουμε την ευθύνη σε εκείνα, αλλά είναι ταυτόχρονα και πολύ άδικο. Όταν μας έρχεται η παρόρμηση να τους μιλήσουμε άσχημα ή να τα χτυπήσουμε τραβώντας τα ακόμα, θα ήταν συνετό να πάρουμε βαθιές ανάσες και να θυμηθούμε, ότι ο σκοπός μας είναι να τα βοηθήσουμε να σταματήσουν να συμπεριφέρονται άσχημα.

Για να το πετύχουμε αυτό, πρώτα ηρεμούμε εμείς και δεν μεταδίδουμε καμία συναισθηματική φόρτιση σε εκείνο. Στοχεύουμε να αποδεσμευτεί το παιδί από την ανάρμοστη συμπεριφορά. Οι έντονες δικές μας αντιδράσεις την ενισχύουν. Απομακρύνουμε το παιδί σε έναν ήρεμο χώρο και με πολύ λίγα λόγια του εξηγούμε για ποιο λόγο δεν είναι σωστό να επαναλάβει την προηγούμενη του πράξη. Εξηγούμε τα αποτελέσματα, που έχει και για το ίδιο και για τους γύρω του, χωρίς να του μεταδίδουμε ενοχές, κατηγορίες και χαρακτηρισμούς.

Τα λόγια που χρησιμοποιούμε εξαρτώνται πολύ και από τον χαρακτήρα του παιδιού, που έχουμε απέναντι μας. Στα μεγαλύτερα παιδιά πέρα από την εξήγηση των συνεπειών, τα βάζουμε να συμμετέχουν στο όποιο κόστος μπορεί να έχει η συμπεριφορά τους. Δηλαδή, για παράδειγμα εάν έσπασε το τζάμι από τα νεύρα του, του ζητάμε να συμμετέχει στην αποκατάσταση αυτού. Θα το βάλουμε στην διαδικασία επιδιόρθωσης του συγκεκριμένου πράγματος, όχι ως τιμωρία, αλλά για να δει στην πράξη ότι όλοι αναλαμβάνουμε το όποιο κόστος έχουν τα λάθη μας. Το ίδιο, όμως, πρέπει να δει και από εμάς να κάνουμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις.

2. Θέτουμε ξεκάθαρους, σταθερούς κανόνες και όρια στην καθημερινότητα τους: Τα παιδιά εάν μάθουν μέχρι που φτάνουν τα όρια μας και τα δικά τους και αυτό τηρείται από ΟΛΟΥΣ με σταθερότητα, δεν έχουν κανένα λόγο να παρεκκλίνουν και πόσο μάλιστα με αντιδραστικότητα. Όταν άλλους κανόνες ακούν από τον μπαμπά, άλλους από την μαμά, τον παππού και την γιαγιά, τότε το παιδί φυσικό είναι να υπακούσει στους πιο ελαστικούς ή ακόμα χειρότερα να λειτουργεί ως «πνεύμα αντιλογίας». Τι φταίει το παιδί, όταν σήμερα το αφήνεις να ξαπλώσει στις 12 το βράδυ και αύριο του επιβάλεις να κοιμηθεί από τις 10; Δεν θα αντιδράσει; Τα όρια δεν τοποθετούνται ανάλογα με τα κέφια μας και την δική μας διαθεσιμότητα. Επιπλέον, δεν ξεκινάμε να θέτουμε όρια με ένα «μη». Για παράδειγμα, δεν λέμε «μην το πετάξεις αυτό», αλλά είναι προτιμότερο να του πούμε «κουβάλησε το με προσοχή».

3. Κατανοούμε και σεβόμαστε την προσωπικότητα του παιδιού: Δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες δυνατότητες, τους ίδιους ρυθμούς στην επεξεργασία και αφομοίωση κάποιων πραγμάτων. Αυτό καλούμαστε να το δούμε, να το αποδεχθούμε με απόλυτο σεβασμό. Έχουν την δική τους προσωπικότητα και δεν τους αξίζει καμία «ταμπέλα», επειδή δυσκολεύουν την δική μας ζωή και τις δικές μας ανάγκες. Ναι μεν εμείς επιθυμούμε να έχουν καλούς τρόπους συμπεριφοράς, αλλά και εκείνα δεν προσεγγίζονται όλα με τον δικό μας απόλυτο τρόπο. Πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τις ιδιαιτερότητες τους, τις ευαισθησίες τους, για να περάσουμε τα κατάλληλα μηνύματα με τον τρόπο που θα τους βοηθήσει να τα ακούσουν περισσότερο. Επίσης, δεν τα προσβάλλουμε και ειδικά μπροστά σε κόσμο. Το καλύτερο είναι οι συζητήσεις να γίνονται σε προστατευμένο για εκείνα περιβάλλον, για να αισθάνονται ασφάλεια και λιγότερη έκθεση.

4. Επιτρέπουμε να αποκτά σιγά σιγά στοιχεία αυτονόμησης: Εάν το παιδί το αποκλείσεις εντελώς στην προσπάθεια του να κατακτήσει τον δικό του έλεγχο σε πράγματα, τότε αυτό θα επαναστατήσει. Για παράδειγμα, θα το αφήσουμε να πλύνει και μόνο του τα δόντια, αλλά με τον όρο να μάθει πρώτα να τα πλένει σωστά. Θα θέλει να επιλέξει κάποιο φαγητό που του αρέσει και τρελαίνεται, για να φάει, αλλά θα μπει και η προϋπόθεση ότι σε αυτό το φαγητό θα προστεθεί και κάτι άλλο που κρίνει ο γονιός, ότι είναι και πιο υγιεινό.

5. Επιβραβεύουμε την κατάλληλη συμπεριφορά και αγνοούμε τις μη κατάλληλες: Όταν βλέπουμε το παιδί να συμπεριφέρεται με καλό τρόπο και να είναι συνεργάσιμο, δεν το περνάμε αυτό στο ντούκου θεωρώντας το αυτονόητο. Το μιλάμε, το αναφέρουμε, το επιβραβεύουμε. Οι επιβραβεύσεις πρέπει να είναι απλές, όχι υπερβολικές και απαραίτητα υλικές. Θα μπορούσε να είναι η παροχή ενός προνομίου, όπως το να κρατήσει περισσότερο η βόλτα του σαββατοκύριακου. Ομοίως, η αντίδραση μας σε μία μη κατάλληλη συμπεριφορά δεν χρειάζεται να είναι υπερβολική. Οι εξάρσεις μας την φουντώνουν. Μπορούμε να περάσουμε το μήνυμα, ότι δεν είναι αποδεκτό αυτό που κάνει και πέρα από την εξήγηση, το ενημερώνουμε πως θα του δοθεί ο χρόνος να το επεξεργαστεί. Εάν την επαναλάβει, μπορούμε να του μιλήσουμε για το κόστος που έχουν τα λάθη και ότι θα χρειαστεί να το υποστεί. Δεν αναφερόμαστε σε «τιμωρία», αλλά σε «κόστος».

6. Προσπαθούμε να διερευνήσουμε τι πυροδοτεί αυτή την κακή συμπεριφορά: Τα παιδιά κατ’ ουσίαν δεν είναι «δύσκολα». Κάτι τους δυσκολεύει και εκφράζονται με αυτόν τον τρόπο. Και αυτό θα πρέπει να το θυμόμαστε κάθε φορά, που μας πιάνει η μανία να ξεσπάσουμε πάνω τους. Είναι λογικό να μην έχουμε πάντα την υπομονή. Συζητήστε το με τον/την σύζυγο σας, με έναν ειδικό και προσπαθήστε να το καταλάβετε.

7. Μην στέκεστε στους λάθος χειρισμούς σας, μπείτε να τους τροποποιήσετε: Αυτό είναι και ένα μάθημα, που καλούμαστε να δώσουμε στα παιδιά μας. Μην πελαγώνετε. Ζητάμε συγγνώμη χωρίς υπερβολική ενοχικότητα και προσπαθούμε κάθε φορά να χειριστούμε την κατάσταση πιο ομαλά. Τα παιδιά μπορούν εύκολα να αντιληφθούν την ενοχικότητα σας και να την χειριστούν καταλλήλως.

Συχνά είναι ευκολότερο να αγαπάς κάποιον παρά να τον συμπαθείς

Κύρια σημεία:
  • Το να συμπαθούμε κάποιον σημαίνει ότι νιώθουμε συναισθηματική ασφάλεια μαζί του, καθώς και μια αίσθηση ευκολίας.
  • Τείνουμε να συμπαθούμε τους ανθρώπους που έχουν υψηλό βαθμό συναισθηματικής υγείας και αυτορρύθμισης.
  • Η αυθόρμητη ευχαρίστηση που νιώθουμε με κάποιον είναι σημάδι ότι μας αρέσει.
Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι κάποιοι από τους ανθρώπους που αγαπάτε δεν είναι άνθρωποι που σας αρέσουν; Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό; Δεν θα τολμήσω να ορίσω τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον, παρά μόνο να προτείνω ότι το να αγαπάς ένα άτομο συνεπάγεται ότι νοιαζόμαστε γι’ αυτό και θέλουμε να είναι ευτυχισμένο. Κρατάμε μια τρυφερή θέση στην καρδιά μας που τους εκτιμά και εκτιμούμε τα καλά πράγματα της σχέσης.

Τι χρειάζεται για να μας αρέσει κάποιος;

Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά συχνά είναι ευκολότερο να αγαπάς κάποιον παρά να τον συμπαθείς. Η αγάπη μπορεί να υπάρχει πέρα από τις καθημερινές μας αλληλεπιδράσεις με ένα άτομο. Όταν τον σκεφτόμαστε, μπορεί να νιώθουμε μια ζεστή λάμψη στην καρδιά μας. Μπορεί να νιώθουμε στοργή, φροντίδα και καλοσύνη απέναντί τους. Αλλά αν περάσουμε μαζί τους περισσότερο από μία ώρα ή ίσως περισσότερο από δύο λεπτά, μπορεί να αναρωτηθούμε γιατί προγραμματίσαμε τόσο πολύ χρόνο μαζί τους.

Σκεφτείτε τη σχέση σας με τους γονείς ή τα αδέλφια σας. Ίσως έχετε ευλογηθεί με εκείνους που έχουν κατανόηση, καλοσύνη και υποστήριξη. Αν ναι, μπορεί να τους αγαπάτε και να τους συμπαθείτε. Απολαμβάνετε την παρέα τους, απολαμβάνετε τον χρόνο που περνάτε μαζί και ανυπομονείτε να τους τηλεφωνήσετε ή να τους επισκεφθείτε στις διακοπές σας. Αν είναι έτσι, είστε πράγματι πολύ ευλογημένοι!

Αλλά πολύ συχνά ακούω ιστορίες από φίλους και από πελάτες ότι έχουν τεταμένες σχέσεις με τους συγγενείς τους. Τους αγαπούν, αλλά η σχέση τους απέχει πολύ από το να είναι καλλιεργητική. Μετά από μια επίσκεψη ή ένα τηλεφώνημα, μένουν με το αίσθημα της αποστράγγισης και της εξάντλησης. Χρειάζονται άφθονο χρόνο για να ανακάμψουν. Μπορεί να ορκιστούν να περνούν λιγότερο χρόνο μαζί στο μέλλον. Αλλά η αγάπη και η φροντίδα τους μπορεί αργότερα να υπερκεράσουν αυτόν τον όρκο, μέχρι να τους υπενθυμίσουν για άλλη μια φορά ότι απλά δεν τους αρέσει αυτό το άτομο.

Αν αυτό σας βρίσκει απήχηση, ίσως σας έρθει στο μυαλό ένας συγγενής, φίλος ή ακόμη και ο σύζυγός σας, για τον οποίο νοιάζεστε και τον αγαπάτε. Αλλά απλά δεν μπορείτε να αντέξετε να βρίσκεστε κοντά τους για πολύ καιρό.

Όλοι έχουμε την ανάγκη να ακουστούμε, να εκτιμηθούμε και να υποστηριχθούμε. Λαχταράμε για μια αίσθηση άνεσης με κάποιον. Ωστόσο, δεν φαίνεται ποτέ να το πετυχαίνουμε αυτό μαζί τους. Συχνά, οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι έχουν τη δική τους ατζέντα για εμάς. Μπορεί να νοιάζονται για εμάς, αλλά θέλουν να είμαστε ευτυχισμένοι με τους δικούς τους όρους, λέγοντάς μας τι να κάνουμε, να νιώσουμε ή να σκεφτούμε. Ή είναι τόσο απορροφημένοι από τις δικές τους ανησυχίες και προβληματισμούς που δεν έχουν πολύ εύρος ζώνης για να ασχοληθούν με τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις ανησυχίες μας. Καθώς αρχίζουμε να μιλάμε για τον εαυτό μας, μπορεί γρήγορα να στρέψουν τη συζήτηση προς τον εαυτό τους.

Απαραίτητα “συστατικά” για να συμπαθήσετε κάποιον

Το θεμέλιο για να μας αρέσει κάποιος είναι να νιώθουμε συναισθηματικά ασφαλείς μαζί του. Νιώθουμε άνετα να μιλάμε μαζί τους ή να είμαστε ήσυχοι μαζί- δεν υπάρχει πίεση να συνεχίσουμε τη συζήτηση. Δεν αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να φυλάξουμε τα λόγια μας ή να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας. Μας είναι εύκολο να είμαστε παρόντες μαζί τους. Μπορούμε να είμαστε σοβαροί, αλλά και ανάλαφροι και χιουμοριστικοί. Νιώθουμε ευτυχισμένοι, δεσμευμένοι και ευχαριστημένοι που βρισκόμαστε στην παρουσία τους. Η αυθόρμητη ευχαρίστηση που νιώθουμε με έναν σύντροφο, φίλο ή συγγενή είναι ένα αποκαλυπτικό σημάδι ότι μας αρέσουν.

Τείνουμε να συμπαθούμε τους ανθρώπους που είναι συναισθηματικά υγιείς, που έχουν υψηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και αυτορρύθμισης, ευχάριστη διάθεση και αυτοπεποίθηση χωρίς να είναι αλαζόνες και ελεγκτικοί. Είναι πιο δύσκολο να μας αρέσουν οι άνθρωποι που είναι συναισθηματικά προβληματικοί. Χωρίς μια υγιή ικανότητα αυτορρύθμισης, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να ξεσπάσουν με θυμό, σαρκασμό και επίρριψη ευθυνών. Είναι πιο επιρρεπείς στο να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους αντί να τα εκφράζουν με μη βίαιο, μη απειλητικό τρόπο. Οι άνθρωποι που είναι απορροφημένοι από τον εαυτό τους, που τους κατατρώει η ντροπή, που δεν είναι αυθεντικοί, που είναι υπερβολικά ομιλητικοί χωρίς να ανταποδίδουν με την επέκταση της προσοχής τους προς τον κόσμο μας ή που δεν είναι πρόθυμοι να δείξουν ευαλωτότητα είναι πιο δύσκολο να τους συμπαθήσουμε.

Μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα ως προς το γιατί μπορεί να μην σας αρέσει ένα άτομο. Ίσως ενσαρκώνει μια ευαλωτότητα που σας αναστατώνει επειδή έχετε μια αποστροφή προς τη δική σας ευαλωτότητα. Ίσως είναι πιο πετυχημένοι από εσάς και νιώθετε ότι σας τρομάζουν. Ίσως σας θυμίζουν έναν γονέα ή έναν πρώην σύντροφο που αντιπαθείτε. Ή ίσως φαίνονται αυτοδικαιωμένοι και σας θυμίζουν υπερβολικά τη δική σας δυσάρεστη αυτοδικία. Ίσως αντιπαθείτε έναν φίλο που χώρισε από τον σύντροφό του- μπορεί στην πραγματικότητα να ζηλεύετε επειδή κάποιο κομμάτι σας θα ήθελε να κάνει το ίδιο. Καθώς αποκαλύπτετε αυτές τις σκιώδεις πτυχές του γιατί δεν συμπαθείτε κάποιον, κάτι μπορεί να αλλάξει μέσα σας – και στη συνέχεια μεταξύ σας.

Δεν προτείνω να εξαλείψετε τους ανθρώπους που δεν σας αρέσουν- είναι ευλογία να έχετε στη ζωή σας ανθρώπους που αγαπάτε και εκτιμάτε. Προτείνω όμως να παραμείνετε ανοιχτοί στο να συνδέεστε με ανθρώπους με τους οποίους βιώνετε μια αυθόρμητη απόλαυση – και, το σημαντικότερο, να καλλιεργείτε μέσα σας τις ιδιότητες που σας αρέσουν στους άλλους.

Τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος

Δοκιμάσατε μια φορά κι εσείς ένα παράφορο πάθος, ερωτευτήκατε ποτέ τρελά; Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη διέγερση που μπορεί να νιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Τότε χάνει τη ψυχραιμία του, αφήνεται να παρασυρθεί, είναι εντελώς «εκτός εαυτού». Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ήρωα του Σαίξπηρ, Οθέλλο. Δε θα υπήρχε καμιά τραγωδία αν δεν είχε δείξει τέτοιον απόλυτο έρωτα για τη Δυσδαιμόνα κι αν δεν είχε ανταποκριθεί κι εκείνη.

Η ιστορία μάς ενδιαφέρει τη στιγμή που αυτός ο λογικός άντρας και νικηφόρος στρατηγός ξεχνά όλες του τις ικανότητες και χάνει εντελώς το μυαλό του, ενώ ο παράφορος έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα τον κάνει να χάσει κάθε ισορροπία και προκαλεί σύγχυση στα αισθήματά του. Η αληθινά τερατώδης εξέλιξή του, η οποία τον μετατρέπει από φυσιολογικό άνθρωπο σε ψυχωτικό, τον ρίχνει στην παραφροσύνη. Κάποιες ασήμαντες ενδείξεις -εκείνη η μυστηριώδης ιστορία για ένα μαντίλι, την οποία του ψιθυρίζει στ’ αυτί ένας φαύλος άνθρωπος, ο Ιάγος – του προκαλούν μια λύσσα που τον γεμίζει με φοβερό πόνο. Ένα πάθος, που στην εξέλιξή του τον κάνει να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την εύθραυστη και άτυχη Δυσδαιμόνα. Τότε ο Οθέλλος πέφτει σε πλήρη απελπισία, γιατί μόλις πριν μια στιγμή είχε σκοτώσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο. Εδώ μπορούμε πράγματι, να βεβαιώσουμε ότι δεν ήταν κύριος του πάθους του (ο Μονταίνι είπε κάποτε:” Η ομορφιά δε σε μαγεύει, σε τρελαίνει”), ότι βουλιαξε στη φουσκονεριά των αισθημάτων του. Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε αν αυτός ο παράφορος έρωτας δικαιολογεί πλήρως την πράξη του που προκάλεσε το θάνατο της αγαπημένης του. «Ήταν κάτι δυνατότερο από μένα!» «Δε γινόταν αλλιώς!» «Δεν το ‘κανα επίτηδες!» Ο παράφορα ερωτευμένος ξαναγίνεται εδώ μικρό κακομαθημένο παιδί που ενεργεί κατά το κέφι του, κι αφού κάνει μια μεγάλη βλακεία, λέει: «Δε φταίω εγώ!» Εδώ η ζήλια είναι το κατεξοχήν κατώτερο αίσθημα, που κάνει τον παθιασμένα ερωτευμένο εγκληματία, τον ήρωα δολοφόνο.

Τα πάθη δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά. Επομένως, εμείς τα κάνουμε καλά ή κακά όταν τα στρέφουμε σε ορισμένες κατευθύνσεις (όπως τον έρωτα για την επιστήμη, για την αλήθεια ή για την ανθρωπότητα) ή όταν αφηνόμαστε απερίσκεπτα να παρασυρθούμε από τον εγωισμό μας και παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ανώφελο πάθος» ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Ο παθιασμένος άνθρωπος αναπτύσσει μια εντελώς προσωπική λογική, με την οποία συνδέει τη μεγαλομανία με τη μανία καταδιώξεως. Είναι ένας αρρωστημένα μεγαλομανής. Γι’ αυτόν τίποτα δε μετράει περισσότερο απ’ το πάθος του. Ο Σταντάλ είπε κάποτε: «Ο άνθρωπος αυτός κρυσταλλώνει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής γύρω από το πάθος του, ώσπου βυθίζεται σ’ έναν κόσμο πέρα από κάθε τάξη, όπου τίποτε πια δεν έχει νόημα». Ο ερωτευμένος κάνει τη μύγα βόδι, επειδή καταχωρεί όλα όσα δικαιολογεί η ζήλια του, αφήνοντας όλα τα άλλα έξω, και στηρίζει εικασίες πάνω σε μια εύθραυστη βάση, που η προφανώς γελοία δομή της συγκαλύπτει την αδυναμία.

Τότε το λογικό δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στο πάθο: ο λογικός άνθρωπος που κυριεύεται από πάθος, πέφτει ξαφνικά σε παραλήρημα κι είναι ανίκανος να εκφέρει οποιαδήποτε λογική κρίση. Κολυμπάει μέσα στον ανορθολογισμό. Ο ψυχαναλυτής Ντανιέλ Λαγκάς είπε: «Εκεί όπου γίνεται λογική υπάρχει έρωτας», Πράγματι, ο γάμος που γίνεται με βάση τη λογική, δεν είναι γάμος από πάθος εξ ορισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και η ιδέα ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα πάθη μας, ότι μπορούν να μας κυριεύσουν, ότι δεν μπορούμε να τα συγκρατήσουμε, ότι είμαστε θύματα ή δούλοι τους.

Πρέπει να κάνουμε μια χαρακτηρολογική διάκριση ανάμεσα στους παθιασμένους ανθρώπους και στους λογικούς, φλεγματικούς, αδρανείς ή και ψυχρούς, αδιάφορους και αναίσθητους ανθρώπους, που κρατούν τις αποστάσεις τους απέναντι σε συμβάντα, αισθηματικές καταστάσεις ή πάθη. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορούν να φρενάρουν την κατάλληλη στιγμή. ‘Έχουν έλεγχο τον εαυτού τους, αντιστέκονται, δεν «αφήνονται» ποτέ. Στο ερώτημα αν ο έρωτας δικαιολογεί τα πάντα, απαντούν μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι», και διαβεβαιώνουν ότι μπορούμε και οφείλουμε να είμαστε κύριοι των παθών μας. Μια προσπάθεια της θέλησης το πετυχαίνει αυτό. Με θάρρος και δυνατό χαρακτήρα μπορεί να αναχαιτιστεί κάθε παρόρμηση. Ο Καρτέσιος, για τον οποίο η θέληση είναι απεριόριστη, λέει πως αρκεί να αποφασίσουμε να φρενάρουμε τα πάθη μας, όποτε και όπως θέλουμε. Το πάθος όμως που αναχαιτίζεται από μια πράξη θέλησης δεν παύει να ‘ναι τέτοιο; Οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι δεν είναι ποτέ λογικοί, αποσταστοποιημένοι ή ψυχροί· είναι εξημμένοι, ζωηροί, βρίσκονται σε αναβρασμό. Ποτέ δεν μπορούν να πνίξουν μια μεγάλη κρίση του πάθους τους, κάνοντας απλώς μια προσπάθεια με τη θέληση και το νου τους. Ο Πασκάλ επισημαίνει τις «φοβερές συνέπειες του πάθους», οι οποίες «προβληματίζουν όλη τη γη, βασιλιάδες και στρατούς, κι όλο τον κόσμο».

Όλη η προσπάθεια τριών χιλιάδων χρόνων φιλοσοφικού στοχασμού, από τον Σωκράτη και τους Στωικούς ως τον Σαρτρ και τον Καμύ, σχετίζεται με τη θέληση να υπερνικηθούν τα πάθη γενικά και το ερωτικό πάθος ειδικότερα, έτσι ώστε να μετασχηματιστούν τα «ανώφελα πάθη» μας σε αποφάσεις δράσης.

Απ’ αυτή την άποψη, τίποτα δεν είναι λιγότερο φιλοσοφικό από το ερωτικό πάθος, με το οποίο χάνει κανείς τον εαυτό του. Αν μπορέσει κανείς να διοχετεύσει την ορμή του πάθους του, για να τη χρησιμοποιήσει με επωφελή τρόπο στην καθημερινή ζωή, στο επάγγελμα, στην καλλιτεχνική ή λογοτεχνική δημιουργία, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών και των λαών, αν μπορέσει να μετατρέψει τον έρωτα για ένα άτομο σε μεγάλο έρωτα για την ανθρωπότητα, για την αλήθεια, αν μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή, εφήμερη κλίση σε μεγάλο καθολικό πάθος, τότε και μόνο θα γίνει κύριος των παθών του και θα πετύχει έναν από τούς σημαντικότερους στόχους της φιλοσοφία. Έτσι επιβεβαιώνεται η φράση του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ ότι “τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος”

Για να προκύψει το δυνατό, πρέπει να προσπαθήσουμε ξανά και ξανά για το αδύνατο

Πόσες φορές δεν έχουμε την αίσθηση ότι αντιδρούμε πολύ διαφορετικά από το πώς θα θέλαμε να συμπεριφερθούμε απέναντι σε ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις.
Αφού φωνάξουμε, βροντήξουμε την πόρτα ή ξεστομίσουμε κάτι που δεν θα θέλαμε, μας κατακλύζουν συναισθήματα θλίψης, απελπισίας αλλά και θυμού ενάντια στον εαυτό μας. Η φωνή του εσωτερικού κριτή μας, αντηχεί ακατάπαυστα στο κεφάλι μας και την ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα, ίσως απελπισμένοι ότι μόνο με την αυτοτιμωρία θα αλλάξουμε. Δυστυχώς, τα χρόνια περνούν και συνειδητοποιούμε πως αρκετά συχνά αντιδρούμε στην ίδια κατάσταση πάντα με τον ίδιο τρόπο. Όπως το νερό τελικά διαβρώνει την πέτρα, έτσι και η αίσθηση ‘ότι “τίποτα δεν αλλάζει” διαβρώνει το ηθικό μας, ώσπου καταλήγουμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε.
Πολλοί πιστεύουν συνειδητά ότι μπορούν ν’ αλλάξουν’ ωστόσο, όταν εμβαθύνουν μέσα τους και κοιτάξουν τα συναισθήματά τους, οι περισσότεροι καταλήγουν πως μια τέτοια αλλαγή δεν είναι ρεαλιστική.
Τι είναι αυτό που δυσκολεύει τόσο την αλλαγή συγκεκριμένων πλευρών της προσωπικότητας μας;
Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε, όσο κι αν το πιστεύουμε.
Πράγματι, οι ακούσιες αντιδράσεις μας, είναι πρότυπα που δημιουργήσαμε σε μια συγκεκριμένη ηλικία και σ’ ένα καθορισμένο επίπεδο συνείδησης. Τα δημιουργήσαμε για να ξεφύγουμε από τον πόνο και να καλύψουμε τις ανάγκες μας.
Πρέπει να δείξουμε απεριόριστη κατανόηση στον εαυτό μας για να συμβιβαστούμε με τον πόνο που έχουμε προκαλέσει στους άλλους και που βιώνουμε και οι ίδιοι. Όταν καταλάβουμε ότι δεν είναι η κακία ή η ανικανότητα που έχει φωλιάσει στην καρδιά μας, αλλά ότι απλώς έχουμε τα μάτια μας κλειστά, θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Οπότε, αν θέλουμε να επουλώσουμε τις πληγές στη ψυχή μας, πρέπει απαραιτήτως να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας.
Οι πληγές αυτές έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στη μνήμη μας. Στις μέρες μας, χάρη στην επιστημονική έρευνα, γνωρίζουμε πως η μνήμη, μέσα στην τεράστια πολυπλοκότητά της, δεν αποθηκεύει μόνο την ανάμνηση των γεγονότων, αλλά και αισθήσεις, εμπειρίες και βιώματα.
Οι ερμηνείες και οι εκτιμήσεις μας γεννούν πολλά από τα συναισθήματα που νιώθουμε σε κάποια δεδομένη στιγμή. Είναι πολύ διαφορετική η ερμηνεία του δε με αγαπούν επειδή δεν το αξίζω, από την ερμηνεία του δε με αγαπούν επειδή δε με γνωρίζουν καλά. Γι αυτό όσοι είναι σε θέση να ερμηνεύσουν ένα δύσκολο γεγονός της ζωής τους με πιο ανοιχτό μυαλό, θα αλλάξουν το παρελθόν τους από το παρόν. Το παρελθόν δεν είναι κάτι άκαμπτο και αμετάβλητο αλλά φοβερά εύπλαστο. Αν το αντιλαμβανόμαστε ως άκαμπτο και αμετάβλητο, αυτό οφείλεται στο ότι αξιολογούμε από την ίδια οπτική και με βάση τις ίδιες παραμέτρους.
Ίσως η προσκόλλησή μας στο παρελθόν να μας προσφέρει μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας, για την οποία όμως το τίμημα είναι βαρύ, αφού, μεταξύ άλλων, όταν κοιτάζουμε το μέλλον μας σιωπηλά, αυτό που βλέπουμε είναι στην ουσία το παρελθόν μας. Πως μπορούμε να προσβλέπουμε σε συγκεκριμένα ιδανικά και ορίζοντες, όταν είναι κρυμμένα από την πολύ περιορισμένη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας; Με τον εαυτό μας συναντιόμαστε κάθε μέρα και γι αυτό είναι οι δικές μας οι λύσεις και οι πράξεις που μπορούν να μας κατευθύνουν προς τον έναν ή τον άλλον προορισμό.
Να θυμάστε πως ανάμεσα σε κάθε γεγονός που συμβαίνει και στη συναισθηματική του αντίδραση θα παρεμβάλλεται πάντα η δική σας ερμηνεία της κατάστασης. Έτσι, είναι πολύ πιο σημαντικό οι ερμηνείες σας να σας βοηθούν παρά να είναι φαινομενικά λογικές.

Ο Αριστοτέλης, η απόλυτη μοναρχία κι η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό

Ο Αριστοτέλης ως απόλυτη μοναρχία ή αλλιώς παμβασιλεία ορίζει τη «βασιλεία σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς εξουσιάζει τους πάντες σύμφωνα με τη δική του αποκλειστική βούληση». Όμως η αποδοχή του απόλυτου μονάρχη ως αποκλειστικού διαχειριστή όλων των ζητημάτων της εξουσίας δεν είναι παρά η αναγνώριση της ανωτερότητάς του έναντι όλων των άλλων που οφείλουν να υπακούν στις αποφάσεις του: «Σχετικά όμως με την απόλυτη μοναρχία – παμβασιλεία – ορισμένοι κρίνουν ότι, όπου η πόλη αποτελείται από όμοιους, δεν είναι φυσικό ένας να είναι ο κυρίαρχος φορέας εξουσίας πάνω σε όλους τους πολίτες. Για τους λόγους αυτούς είναι δίκαιο κανένας να μην εξουσιάζει ή να μην εξουσιάζεται περισσότερο από κάποιον άλλο, αλλά να εναλλάσσονται οι πολίτες ως άρχοντες και αρχόμενοι το ίδιο».

Η αποδοχή της απόλυτης μοναρχίας, ως ομολογία της κατωτερότητας των πολλών, προϋποθέτει ότι το επίπεδο του λαού είναι χαμηλό. Αν δεχτούμε ότι το επίπεδο του λαού ανεβαίνει, ότι δηλαδή ο λαός αποκτά κρίση κι ως εκ τούτου πολιτικό ανάστημα, η επιβολή του απόλυτου μονάρχη κρίνεται επίφοβη, αφού είναι δύσκολο να επιβληθεί κάποιος στο σύνολο των πολιτών όταν θεωρείται όμοιος με τους άλλους. Γι’ αυτό και μοιραία τα πρόσωπα της εξουσίας εναλλάσσονται, αφού μόνο η εναλλαγή εξασφαλίζει την ισότητα, δηλαδή τη δικαιοσύνη ανάμεσα σε όμοιους ανθρώπους: «Αυτό είναι ήδη νόμος, γιατί νόμος είναι η πολιτική ευταξία. Συνεπώς είναι προτιμότερο να εξουσιάζει ο νόμος παρά κάποιος πολίτης».

Κι ερχόμαστε ξανά στο ίδιο ζήτημα, στο κατά πόσο δηλαδή είναι προτιμότερο να καθορίζεται η δικαιοσύνη από το νόμο ή από τον άριστο πολίτη, αφού ο νόμος από τη μια εξασφαλίζει τη νηφαλιότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι αδύνατο να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις που θα γεννηθούν από τις ανθρώπινες αντιδικίες: «Είναι προτιμότερο να κυβερνά ο άριστος νόμος ή ο άριστος άντρας;» Και το ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στα ίδια αδιέξοδα που οδηγήθηκε και η βασιλεία: «όλοι συμφωνούν ότι άνθρωπος πρέπει να κρίνει και να αποφασίζει για τέτοια ζητήματα, διαφωνούν όμως αν πρέπει να είναι ένας ή πολλοί». Κι όταν τονίζεται ότι «άνθρωπος πρέπει να κρίνει και να αποφασίζει για τέτοια ζητήματα» δεν εννοείται με τρόπο αυθαίρετο σα να πρόκειται για ιδιωτική υπόθεση ή για καθήκον που ορίζεται με καθαρά προσωπικά δεδομένα, αλλά με την καθοδήγηση των νόμων που σε κάθε περίπτωση χαράσσουν την πορεία της αντίληψης του δικαίου. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος που «κρίνει» και «αποφασίζει» για «τέτοια ζητήματα» είναι περισσότερο ερμηνευτής των νόμων που έχει τη νηφαλιότητα να τους αποδώσει ή και να τους συμπληρώσει όπου χρειαστεί, κι όχι ο απόλυτος άρχων που πράττει κατά βούληση: «Πράγματι κάθε άρχοντας κρίνει σωστά με την καθοδήγηση του νόμου, αλλά θα φαινόταν ίσως άτοπη η σκέψη ότι καλύτερα αντιλαμβάνεται τα πράγματα κάποιος με δύο μάτια και με δύο αυτιά και ενεργώντας με δύο χέρια και δύο πόδια παρά οι πολλοί με πολλά τέτοια όργανα, αφού και τώρα οι μονάρχες καθιστούν πολλούς μάτια, αυτιά, χέρια και πόδια δικά τους».

Η κατάδειξη ότι ακόμη και ο απόλυτος μονάρχης έχει ανάγκη τα χέρια, τα πόδια και τα μάτια των άλλων είναι η αθροιστική θεωρία που έρχεται και πάλι στο προσκήνιο αποδεικνύοντας ότι το σύνολο των πολιτών είναι ικανότερο στη διαχείριση των δημοσίων ζητημάτων, αφού ενωμένο με πολλά πόδια και χέρια υπερτερεί έναντι του άριστου: «γίνεται σαφές από τα προηγούμενα ότι ανάμεσα στους όμοιους και στους ίσους ούτε συμφέρον είναι ούτε δίκαιο να εξουσιάζει ένας όλους, είτε κυβερνά χωρίς σύνταγμα, οπότε ο ίδιος υποκαθιστά το νόμο, είτε με σύνταγμα είτε κυβερνά ο ίδιος αγαθός αγαθούς ανθρώπους είτε ανήθικος ανήθικους είτε ακόμα και αν είναι ανώτερος στην αρετή, εκτός αν ισχύουν κάποιοι όροι».

Αναζητώντας τους όρους που μπορούν να νομιμοποιήσουν την απόλυτη εξουσία του ενός, ο Αριστοτέλης τους καθορίζει μέσα από τη συνισταμένη δύο παραγόντων. Πρώτον ο ίδιος ο λαός να μπορεί από τη φύση του ανεχτεί μια τέτοια εξουσία και δεύτερον ο απόλυτος άρχων να ξεχωρίζει πράγματι ως προς την αρετή από όλους τους άλλους: «Βασιλεία, λοιπόν, μπορεί να εμφανιστεί στο λαό που από τη φύση του ανέχεται την κυριαρχία οικογένειας με υψηλή καταγωγή, η οποία ξεχωρίζει σε ηγετικά πολιτικά προσόντα. Αριστοκρατία μπορεί να έχει ο λαός που από φυσική προδιάθεση ανέχεται να εξουσιάζεται σύμφωνα με τις αρχές της πολιτικής ελευθερίας από οικογένειες ξεχωριστές σε πολιτική αρετή και ηγετικά προσόντα. Τέλος πολιτεία μπορεί να υπάρξει σε λαό που από τη φύση του διαθέτει πλήθος πολιτών ικανό να άρχεται και να άρχει βάσει συντάγματος το οποίο απονέμει αξιοκρατικά τα πολιτικά αξιώματα στους εύπορους πολίτες». Όσο για το δεύτερο παράγοντα που θέλει την ανωτερότητα του άρχοντα έναντι όλων των άλλων που εξουσιάζει, ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «δεν πρέπει ούτε να σκοτώνουν ή να εξορίζουν, ούτε να εξοστρακίζουν τέτοιο ξεχωριστό άντρα, αλλά και ούτε να απαιτούν να εξουσιάζεται από πολίτες τυχαίους και της σειράς. Γιατί δεν μπορεί από τη φύση του το μέρος να υπερέχει του όλου, όμως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κάποιου, ο οποίος υπερέχει τόσο πολύ. Κατά συνέπεια απομένει να πειθαρχούν οι άλλοι σε αυτόν και να είναι αυτός κυρίαρχος όχι στο πλαίσιο εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία αλλά απόλυτα».

Η αποδοχή του ξεχωριστού άντρα στην απόλυτη ανάληψη της εξουσίας δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση ή να φαίνεται σαν αντίφαση σε σχέση με τα όσα ήδη έχουν τεκμηριωθεί σχετικά με τη λαϊκή κυριαρχία και την υπεροχή των πολλών σύμφωνα με την αθροιστική θεωρία. Εξάλλου, είναι απόλυτα χτυπητή η αντίθεση ανάμεσα στην άποψη που δε θέλει τον εξοστρακισμό του ηγέτη (όπως διατυπώνεται τώρα) και στην άποψη που θεωρούσε σωστό τον εξοστρακισμό για τη διατήρηση της ισορροπίας και της κοινωνικής αρμονίας στα ορθά πολιτεύματα (όπως είχε διατυπωθεί πριν). Οι αντιφάσεις αυτές έχουν να κάνουν με την περίπτωση της παρουσίας του εξαιρετικού άντρα, που ξεπερνά σε πολιτική αρετή όλους τους άλλους, η οποία τίθεται ως απολύτως τραβηγμένη υπόθεση, που πρακτικά είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό και η φράση «δεν μπορεί από τη φύση του το μέρος να υπερέχει του όλου, όμως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κάποιου, που υπερέχει τόσο πολύ». Γιατί η περίπτωση της εμφάνισης ενός τέτοιου ανθρώπου αντιβαίνει τα ίδια τα όρια της φύσης βάζοντας το μέρος να ξεπερνά το όλο. Ενθυμούμενοι το παράδειγμα που είχε θέσει με το χέρι και το σώμα, προκειμένου να καταδείξει την ανωτερότητα του όλου, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά στην υπόθεση που θέλει την ύπαρξη ενός τόσο ξεχωριστού χεριού, που να ξεπερνά σε σημασία το σώμα στο σύνολό του. Αν πράγματι υπάρχει τέτοιο χέρι τότε αξίζει το άριστο σώμα να υποταχθεί στη θέλησή του. Με την ίδια λογική, αν πράγματι υπάρχει τέτοιος άντρας που ανατρέπει την αθροιστική θεωρία, τότε το άριστο πολίτευμα οφείλει να του δώσει την πρωτοκαθεδρία.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση όμως είναι η τοποθέτηση του όρου «από τη φύση» όταν αναφέρεται στους λαούς που μπορούν να αποδεχτούν το πολίτευμα της βασιλείας ή της αριστοκρατίας ή της πολιτείας. Αποδίδοντας στη φυσική προδιάθεση την επιλογή ή την ευκολία της εγκαθίδρυσης του ενός ή του άλλου πολιτεύματος είναι σα να αποδέχεται ότι τα πολιτεύματα είναι δοσμένα από τη φύση, αφού ο χαρακτήρας του κάθε λαού που μπορεί να τα αποδεχτεί ή όχι είναι γέννημα της φύσης. Σα να μην παίζει ρόλο το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού ή οι ιστορικές συγκυρίες ή η πολιτική ωρίμανση της κοινωνίας ή τα συμφέροντα που συγκρούονται και που θέλουν να επιβάλουν τις πολιτικές τους.

Φυσικά δεν έχει και τόση σημασία να καταδείξει κανείς το εσφαλμένο μιας τέτοιας αντίληψης (ότι τα πολιτεύματα σχετίζονται με τη νοοτροπία ενός λαού δε σημαίνει ότι αυτή η νοοτροπία σχετίζεται με τη φύση) όσο την αντίφαση που δημιουργείται μέσα στην ίδια την αριστοτελική θεωρία. Γιατί το δοσμένο από τη φύση δε δείχνει μόνο το αναπόφευκτο, αλλά και το αδύνατο της μεταστροφής του. Από τη στιγμή που ό,τι δίνεται από τη φύση δεν αλλάζει, θα λέγαμε ότι και η νοοτροπία των λαών, ως κάτι που προέρχεται από τη φύση, επίσης δε θα μπορούσε να αλλάξει. Κατ’ επέκταση δε θα μπορούσαν να αλλάξουν και τα πολιτεύματα, αφού οι πολιτειακή αλλαγή δεν είναι παρά η επισφράγιση των κοινωνικών αλλαγών που παίρνουν θεσμική υπόσταση. Η αναγνώριση ότι τα πολιτεύματα αλλάζουν σε έναν τόπο από εποχή σε εποχή ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες είναι η αναγνώριση ότι η νοοτροπία του λαού αλλάζει, αφού η νέα πολιτειακή συνθήκη που θα προκύψει δεν είναι παρά η έκφραση των νέων αντιλήψεων που διαμορφώνουν οι κοινωνικές – οικονομικές διεκδικήσεις.

Αν δεχτούμε ότι η κυρίαρχη λαϊκή αντίληψη είναι δοσμένη από τη φύση τότε πρέπει να δεχτούμε ότι και οι νόμοι δεν αλλάζουν, καθώς οι νόμοι είναι αυτοί που εκφράζουν το αίσθημα του δικαίου σε κάθε εποχή. Αν αυτό ήταν αμετάβλητο τότε και οι νόμοι θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι πράγμα που φυσικά δε συμβαίνει και που ο Αριστοτέλης γνωρίζει πολύ καλά. Και μόνο η αναφορά του στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα καταδεικνύει την πλήρη επίγνωσή του. Η αναγνώριση ότι «ο νόμος είναι πολιτική ευταξία» είναι η συνείδηση ότι ο νόμος είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος. Εξάλλου ο ίδιος στο τέταρτο βιβλίο των Πολιτικών του τονίζει: «οι νόμοι πρέπει να προσαρμόζονται στα πολιτεύματα – και έτσι τους θεσπίζουν όλοι γενικά – αλλά όχι τα πολιτεύματα στους νόμους». Η παραδοχή ότι οι νόμοι αλλάζουν δεν είναι παρά η παραδοχή ότι και τα πολιτεύματα αλλάζουν. Η πεποίθηση ότι ο νόμος έχει και παιδαγωγικό χαρακτήρα είναι η αντίληψη ότι ο νόμος όχι μόνο αλλάζει προκειμένου να εκφράσει τις νέες κοινωνικές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα επιφέρει επιπλέον αλλαγές σ’ αυτό που ονομάζουμε κοινωνικές πεποιθήσεις: «Αλλά ο νόμος, αφού μορφώνει και διαπαιδαγωγεί τους πολίτες, αναθέτει τα υπόλοιπα στους άρχοντες να τα κρίνουν και να τα διοικούν σύμφωνα με την πιο δίκαιη γνώμη. Επιπλέον τους επιτρέπει να επεμβαίνουν και να διορθώνουν τις κείμενες διατάξεις κατά την κρίση και την πείρα τους»

Το ότι οι νομοθετικές εξελίξεις είναι πολιτειακές εξελίξεις και ότι τελικά όλα διαμορφώνονται από τις κοινωνικές συγκρούσεις είναι η αποδοχή των διαρκών αλλαγών, αφού οι συγκρούσεις δεν μπορούν παρά να είναι ατέρμονες. Η συνείδηση των διαρκών αλλαγών ως ιστορική αναγκαιότητα καθιστά σαφές ότι η φύση δεν έχει καμία σχέση με αυτή την υπόθεση. «Οι νόμοι δε λειτουργούν αυτονομημένοι απ’ τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, αφού είναι δημιουργήματα αυτών των συνθηκών. Η πίστη στην αυτόνομη αξία των νόμων είναι καθαρός ιδεαλισμός, κατάλληλος μόνο για αφελείς δικαστές που δύσκολα υποπτεύονται πως είναι και αυτοί υπηρέτες της άρχουσας τάξης».

Το ότι ο Αριστοτέλης δε θέτει το ζήτημα σε τόσο ταξική βάση, αν και έχει τεκμηριώσει τις ιδέες του για την πάλη των τάξεων, δε σημαίνει ότι παραβλέπει τις νομοθετικές αλλαγές που υφίστανται μέσα στην πορεία των πολιτευμάτων. Εξάλλου, θέτει ευθέως και την ίδια την εξέλιξη των πολιτευμάτων καθιστώντας σαφές ότι το ένα προήλθε από το άλλο ως ιστορική αναγκαιότητα. Και ξεκαθαρίζει επίσης ότι η αλλαγή πολιτευμάτων θα ήταν αδύνατη αν δε συνοδευόταν κι από την αλλαγή των αντιλήψεων των ανθρώπων: «παλιότερα οι πόλεις είχαν βασιλικό πολίτευμα, επειδή ήταν σπάνιο να βρεθούν πολλοί άντρες να υπερέχουν στην αρετή και για άλλους λόγους βέβαια, αλλά και γιατί οι πόλεις ήταν ολιγάνθρωπες. Επιπλέον οι πόλεις ανακήρυσσαν τους βασιλείς τους κρίνοντάς τους από τις δημόσιες ευεργεσίες τους, κάτι που μόνο τους αγαθούς άντρες χαρακτηρίζει. Όταν όμως συνέβαινε να εμφανίζονται πολλοί ενάρετοι, όμοιοι με το βασιλιά, δεν ανέχονταν πια το βασιλικό θεσμό, αλλά έψαχναν κάποιο πολίτευμα στο οποίο να ασκούν από κοινού την εξουσία κι έτσι προέκυψε το πολίτευμα της πολιτείας».

Η άποψη ότι σταδιακά άρχισαν «να εμφανίζονται πολλοί ενάρετοι» που «δεν ανέχονταν πια το βασιλικό θεσμό» είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με «τη φύση» που «ανέχεται την κυριαρχία οικογένειας», αφού τελικά η ανοχή αυτή φαίνεται να εξαντλείται όταν αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες. Η ίδια η εξελικτική πορεία των πολιτευμάτων το αποδεικνύει αυτό, αφού τα πολιτεύματα εξελίσσονται ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες που σε καμία περίπτωση δε θα λέγαμε ότι αφορούν τη φύση. Προφανώς ο Αριστοτέλης έχει στο νου του τον τρόπο διοίκησης των Περσών και θεωρεί ότι η βασιλεία αρμόζει σ’ αυτούς που είναι βάρβαροι κι εκ φύσεως δούλοι. Οι πολιτειακές μεταβολές που καταγράφει δε συντελούνται στους Πέρσες, που παραμένουν πολιτειακά σταθεροί.

Η εξελικτική πορεία των πολιτευμάτων συνεχίζει με το πέρασμα στην ολιγαρχία: «Αλλά όταν αυτοί, χάνοντας σιγά σιγά την αρετή τους, άρχισαν να καταχρώνται το δημόσιο ταμείο, από εκεί και πέρα εύλογα εμφανίστηκαν οι ολιγαρχίες, αφού ανήγαγαν σε αξία πια τον πλούτο». Μετά την ολιγαρχία ακολουθεί η τυραννία για να φτάσουμε τελικά στη δημοκρατία: «Στην αρχή οι ολιγαρχίες μετέπιπταν σε τυραννίδες και οι τυραννίδες σε δημοκρατία. Γιατί οι ολιγαρχικοί περιορίζοντας την εξουσία συνεχώς σε λιγότερους από αισχροκέρδεια κινούμενοι, έδωσαν την ευκαιρία να γίνει ισχυρότερο το πλήθος, με αποτέλεσμα να τους επιβληθεί και να εμφανιστούν οι δημοκρατίες».

Η δημοκρατία εμφανίζεται ως ο τελευταίος κρίκος της πολιτειακής αλυσίδας. «Η τυραννίδα ως διοικητικό και κυβερνητικό σύστημα, εμφανίζεται στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 7ου π. Χ. αιώνα». Η γέννηση της δημοκρατίας θα επιτευχθεί πολύ αργότερα στην Αθήνα: «Η τυραννίδα στην Αθήνα διαρκεί συνολικά (Πεισίστρατος και Πεισιστρατίδες) 51 χρόνια, αρκετά για να συνειδητοποιήσουν οι Αθηναίοι την αξία και τη σημασία των νόμων του Σόλωνα. Ο Κλεισθένης που θα κάνει τη μεταρρύθμιση του δύο χρόνια μετά την πτώση των Πεισιστρατιδών, έχει ήδη μπροστά του τη σοφία ενός Σόλωνα και το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα ενός Πεισίστρατου. Από την απάλειψη των σφαλμάτων και των δύο, θα προκύψει δια του Κλεισθένους η δημοκρατία το 508 π. Χ.».

Η δημοκρατία δεν προέκυψε από θαύμα ούτε από την επιθυμία κάποιου που ήθελε να την επιβάλλει. Προέκυψε από τις ίδιες τις ιστορικές ανάγκες που υποχρέωσε τις πολιτειακές δομές να προσαρμοστούν. Οι αλλαγές των πολιτευμάτων που γεννιούνται το ένα μέσα από το άλλο καταδεικνύουν τις οικονομικές ανάγκες που διαρκώς εξελίσσονται και το αλληλένδετο με τις θεσμικές διαδικασίες που θα τις εξυπηρετήσουν. Η οικονομική επικράτηση των εμπόρων είναι καθοριστική. Η εξέλιξη της κοινωνίας δε θα μπορούσε παρά να οδηγήσει στον εκδημοκρατισμό της κι οποιαδήποτε δημοκρατική εκτροπή δεν είναι παρά ιστορικό πισωγύρισμα. Ο Αριστοτέλης είναι κατατοπιστικός: «Τώρα όμως που οι πόλεις έγιναν πολυανθρωπότερες, ίσως δεν είναι πια εύκολο να εμφανίζεται άλλο πολίτευμα από τη δημοκρατία».

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΞΕΝ ΛακΠολ 14.1–14.7

Παλαιότερη και σύγχρονη Σπάρτη: αξίες και νόμοι που εγκαταλείπονται και παραβιάζονται

Αφού ολοκλήρωσε την περιγραφή της νομοθεσίας του Λυκούργου, αναφερόμενος στον περίφημο σπαρτιατικό στρατό και συγκεκριμένα στον τρόπο προετοιμασίας και οργάνωσής του, στη στρατιωτική του τακτική, καθώς και στον ρόλο του βασιλιά κατά τις εκστρατείες, ο Ξενοφώντας εξετάζει κατά πόσο εφαρμόζονταν οι επιταγές και διατάξεις της στις ημέρες του:


[14.1] Εἰ δέ τίς με ἔροιτο εἰ καὶ νῦν ἔτι μοι δοκοῦσιν οἱ
Λυκούργου νόμοι ἀκίνητοι διαμένειν, τοῦτο μὰ Δία οὐκ ἂν
ἔτι θρασέως εἴποιμι. [14.2] οἶδα γὰρ πρότερον μὲν Λακεδαιμονίους
αἱρουμένους οἴκοι τὰ μέτρια ἔχοντας ἀλλήλοις συνεῖναι
μᾶλλον ἢ ἁρμόζοντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ κολακευομένους
διαφθείρεσθαι. [14.3] καὶ πρόσθεν μὲν οἶδα αὐτοὺς φοβουμένους
χρυσίον ἔχοντας φαίνεσθαι· νῦν δ’ ἔστιν οὓς καὶ καλλωπι-
ζομένους ἐπὶ τῷ κεκτῆσθαι. [14.4] ἐπίσταμαι δὲ καὶ πρόσθεν
τούτου ἕνεκα ξενηλασίας γιγνομένας καὶ ἀποδημεῖν οὐκ
ἐξόν, ὅπως μὴ ῥᾳδιουργίας οἱ πολῖται ἀπὸ τῶν ξένων
ἐμπίμπλαιντο· νῦν δ’ ἐπίσταμαι τοὺς δοκοῦντας πρώτους
εἶναι ἐσπουδακότας ὡς μηδέποτε παύωνται ἁρμόζοντες ἐπὶ
ξένης. [14.5] καὶ ἦν μὲν ὅτε ἐπεμελοῦντο ὅπως ἄξιοι εἶεν
ἡγεῖσθαι· νῦν δὲ πολὺ μᾶλλον πραγματεύονται ὅπως ἄρ-
ξουσιν ἢ ὅπως ἄξιοι τούτων ἔσονται. [14.6] τοιγαροῦν οἱ Ἕλλη-
νες πρότερον μὲν ἰόντες εἰς Λακεδαίμονα ἐδέοντο αὐτῶν
ἡγεῖσθαι ἐπὶ τοὺς δοκοῦντας ἀδικεῖν· νῦν δὲ πολλοὶ παρα-
καλοῦσιν ἀλλήλους ἐπὶ τὸ διακωλύειν ἄρξαι πάλιν αὐτούς.
[14.7] οὐδὲν μέντοι δεῖ θαυμάζειν τούτων τῶν ἐπιψόγων αὐτοῖς
γιγνομένων, ἐπειδὴ φανεροί εἰσιν οὔτε τῷ θεῷ πειθόμενοι
οὔτε τοῖς Λυκούργου νόμοις.

***
Αν όμως κανείς με ηρώτα, αν νομίζω ότι ακόμη και τώρα οι νόμοι του Λυκούργου διατηρούνται αμετάβλητοι, δεν θα είχα βέβαια πλέον την τόλμην να το είπω. Διότι γνωρίζω ότι οι Λακεδαιμόνιοι εις παλαιοτέραν μεν εποχήν επροτίμων με ολίγα πράγματα να ζουν εις τον τόπον των και μεταξύ των, παρά ως αρμοσταί εις τας πόλεις με την κολακείαν να διαφθείρωνται. Και άλλοτε μεν, όπως γνωρίζω, εφοβούντο να παρουσιάζωνται έχοντες χρήματα, ενώ τώρα μερικοί και επιδεικνύονται ότι έχουν. Γνωρίζω ακόμη ότι άλλοτε δια τούτο ακριβώς και ξενηλασίαι εγίνοντο και ταξίδια έξω της χώρας δεν επετρέποντο, όπως μη παρασύρωνται οι πολίται υπό των ξένων εις τον εύκολον βίον, ενώ τώρα γνωρίζω ότι οι θεωρούμενοι πρώτοι εις την Σπάρτην επιδιώκουν πώς αδιακόπως να είναι εις το εξωτερικόν αρμοσταί. Και άλλοτε μεν εφρόντιζαν άξιοι ηγεμόνες να είναι, ενώ τώρα προσπαθούν πώς άρχοντες να γίνουν μάλλον, παρά πώς άξιοι τούτου να είναι. Δια τούτο λοιπόν οι Έλληνες άλλοτε μεν ήρχοντο εις την Σπάρτην και παρεκάλουν να τους οδηγήσουν εναντίον των νομιζομένων αδίκων∙ ενώ τώρα πολλοί προσκαλούν και άλλους όπως τους εμποδίσουν ηγεμόνες πάλιν να γίνουν. Δεν πρέπει όμως ν' απορούμεν δια τας αξιοκατακρίτους αυτάς πράξεις των, αφού είναι φανερόν ότι ούτε εις τον Θεόν υπακούουν, ούτε εις του Λυκούργου τους νόμους.