Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

ΑΔΕΛΦΟΙ GRIMM: Οι έξι κύκνοι

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς κυνηγούσε στο μεγάλο δάσος. Τον συντρόφευαν στο κυνήγι όλοι οι φίλοι του και οι αυλικοί.

Κάποια στιγμή πετάχτηκε μπροστά του ένα όμορφο ελάφι. Ήταν τόση η λαχτάρα του να πιάσει αυτό το ελάφι, που το ακολούθησε αμέσως. Δεν πρόσεξε όμως πως είχε απομακρυνθεί πάρα πολύ και έτσι βρέθηκε ολομόναχος.

Όταν άρχισε να νυχτώνει, ο βασιλιάς κοίταξε γύρω του και είδε πως είχε χάσει το δρόμο του. Ανήσυχος, προσπάθησε να καταλάβει πού βρίσκεται. Άδικα έψαξε να βρει κανένα μονοπάτι που θα τον οδηγούσε πίσω στους συντρόφους του.

Και τότε ξαφνικά, είδε μια γριά με σκυφτό κεφάλι να έρχεται προς το μέρος του. Ήταν μάγισσα.

– Καλή μου γυναίκα, είπε εκείνος, μπορείς να μου δείξεις το δρόμο να βρω τους συντρόφους μου; Θα ανησυχούν πολύ!

– Μάλιστα, βασιλιά μου, απάντησε εκείνη. Και βέβαια μπορώ, μα πρώτα θα σου θέσω έναν όρο. Αν δεν τον κρατήσεις, να το ξέρεις, πότε δε θα βγεις από το δάσος. Θα πεθάνεις εδώ από την πείνα.

– Και ποιος είναι αυτός ο όρος; ρώτησε ο βασιλιάς.

– Έχω μια κόρη, είπε η γριά μάγισσα. Είναι πάρα πολύ όμορφη. Αν την πάρεις μαζί σου και την κάνεις βασίλισσά σου θα σου δείξω το δρόμο και γρήγορα θα βρεις τους συντρόφους σου.

Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να δεχτεί. Τι να κάνει! Η θέση του ήταν πολύ δύσκολη. Η γριά τον έφερε στο μικρό σπιτάκι της που η κόρη της, καθισμένη κοντά στη φωτιά, την περίμενε.

Δέχτηκε το βασιλιά με τρόπο που έδειχνε πως τα ήξερε όλα. Ο βασιλιάς πρόσεξε πως ήταν όμορφη πραγματικά μα δεν ένιωσε καμιά χαρά. Απεναντίας καθώς την κοίταζε ένιωσε ανατριχίλα στην πλάτη του.

Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς όμως, και έτσι πήρε την κόρη πάνω στο άλογό του και η γριά του έδειξε το δρόμο. Ύστερα από λίγο έφτασαν στο παλάτι και μετά από λίγες μέρες ο βασιλιάς τήρησε την υπόσχεση του και παντρεύτηκε την κόρη της μάγισσας.

Ο βασιλιάς είχε εφτά παιδιά από την πρώτη του γυναίκα, έξι αγόρια και ένα κορίτσι. Όλα τα αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο. Κι επειδή φοβόταν πως η νέα βασίλισσα, η μητριά τους, δε θα φερόταν καλά στα παιδιά του και ίσως να τους έκανε κακό τα πήγε σ’ έναν ερημικό πύργο στη μέση ενός δάσους.

Εκεί κρυμμένα δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα γιατί ήταν πάρα πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε να βρει το δρόμο που οδηγούσε σ’ εκείνον τον πύργο. Κι ο ίδιος ο βασιλιάς δε μπορούσε να τον βρει αν δεν είχε ένα κουβάρι κλωστή με μαγική δύναμη. Του το είχε χαρίσει κάποια πολύ σοφή γυναίκα. Όταν έριχνε κάτω το κουβάρι, μπροστά στα πόδια του, αυτό κυλούσε μόνο του και τον οδηγούσε στον πύργο.

Ο βασιλιάς πήγαινε συχνά να δει τα αγαπημένα του παιδιά και η βασίλισσα άρχισε να στενοχωριέται με τις απουσίες του. Η περιέργειά της όλο και μεγάλωνε. Ήθελε να μάθει γιατί έφευγε μόνος του και τι πήγαινε να κάνει στο δάσος.

Δωροδόκησε λοιπόν τους υπηρέτες του βασιλιά. Τους έδωσε πολλά λεφτά κι αυτοί της είπαν το μυστικό. Της είπαν όμως πως ήταν αδύνατο να πάει μόνη της στον πύργο. Μόνο το κουβάρι με τη μαγική δύναμη θα μπορούσε να την οδηγήσει.

Από τη στιγμή εκείνη, η βασίλισσα δεν μπόρεσε να βρει ησυχία ώσπου ανακάλυψε πού κρύβει ο βασιλιάς το κουβάρι. Ύστερα ετοίμασε κάμποσα άσπρα πουκαμισάκια και απάνω στο καθένα έραψε και από κάτι μαγικό. Είχε μάθει, βλέπετε, από τη μητέρα της να κάνει μαγικά.

Και μια μέρα που ο βασιλιάς πήγε με τους φίλους του για κυνήγι, πήρε τα πουκαμισάκια και πήγε στο δάσος. Το κουβάρι τη βοήθησε να βρει το δρόμο για τον πύργο. Τα παιδιά είδαν από μακριά πως κάποιος ερχόταν, νόμισαν πως ήταν ο αγαπημένος τους πατέρας και έτρεξαν πηδώντας από χαρά να τον προϋπαντήσουν. Και τότε η κακή βασίλισσα έριξε πάνω στο καθένα από ένα πουκαμισάκι. Μόλις τα πουκάμισα άγγιξαν το σώμα των παιδιών, αυτά μεταμορφώθηκαν, έγιναν κάτασπροι κύκνοι και πέταξαν μακρυά μέσα στο δάσος.

Τα αγόρια-κύκνοι πετούν μακρυά!

Η βασίλισσα κατευχαριστημένη γύρισε στο παλάτι. Πίστευε πως έχει πια απαλλαχθεί από τα ξένα παιδιά. Μα δεν ήξερε πως η μικρή κόρη του βασιλιά είχε μείνει στον πύργο κι είχε γλιτώσει από τα μάγια της.

Την άλλη μέρα, όταν ο βασιλιάς πήγε όπως πάντα να δει τα παιδιά του, δε βρήκε παρά την κόρη του.

– Πού είναι τα αδέρφια σου; τη ρώτησε.

– Α, αγαπημένε μου πατέρα, απάντησε εκείνη, έφυγαν και με άφησαν ολομόναχη.

Και του διηγήθηκε πως από το παράθυρο του δωματίου της είχε δει τα αδέρφια της που μεταμορφώθηκαν σε κύκνους και χάθηκαν μέσα στο δάσος.

Και του έδωσε τα φτερά που έπεσαν μπροστά στο παράθυρό της την ώρα που πέταξαν τα αδέλφια της. Αυτή τα είχε μαζέψει για να του τα δείξει.

Ο βασιλιάς λυπήθηκε πάρα πολύ μα δεν του πέρασε η ιδέα πως ήταν η βασίλισσα που είχε κάνει την κακή αυτή πράξη. Και επειδή φοβήθηκε πως μπορούσαν να του κλέψουν και την κόρη του θέλησε να την πάρει μαζί του.

Μα το κοριτσάκι φοβόταν τη μητριά του και παρακάλεσε τον πατέρα της να την αφήσει ακόμη μια νύχτα στον πύργο.

Όταν έμεινε μόνη σκέφτηκε: «Δεν πρέπει να μείνω περισσότερο εδώ. Πρέπει να πάω να βρω τα αδέρφια μου».

Και όταν νύχτωσε έφυγε από τον πύργο και έτρεξε στο δάσος.

Όλη τη νύχτα και όλη την άλλη μέρα περπατούσε μέσα στο δάσος. Κουρασμένη πια κάθισε να ξεκουραστεί. Κοιτώντας γύρω της, είδε ότι σε ένα ξέφωτο υπήρχε ένα καλυβάκι.

To σπιτάκι που είδε το κορίτσι στο δάσος

Σηκώθηκε και πήγε ως εκεί. Μπήκε μέσα και βρήκε ένα δωμάτιο με έξι κρεβατάκια. Χώθηκε από κάτω και ξάπλωσε πάνω στα σκληρά σανίδια. Όταν πλησίαζε να σκοτεινιάσει, άκουσε ένα ελαφρό θρόισμα κι αμέσως είδε έξι ολόλευκους κύκνους να μπαίνουν στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο. Κάθισαν ήσυχα στο πάτωμα και άρχισαν να φυσούν ο ένας τον άλλο. Σιγά-σιγά έπεσαν όλα τα φτερά τους. Ύστερα έβγαλαν το δέρμα τους σα να έβγαζαν το πουκάμισό τους.

Η μικρή κόρη παρακολουθούσε με ορθάνοιχτα τα μάτια της την παράξενη εκείνη στιγμή και ξαφνικά αναγνώρισε τους έξι αδερφούς της. Γεμάτη χαρά σύρθηκε έξω και έπεσε στην αγκαλιά τους.

Παρ’ όλη την χαρά τους όμως, τ΄ αδέρφια της είχαν ζωγραφισμένη την ανησυχία στο πρόσωπό τους και της είπαν:

– Φύγε γρήγορα, αδερφούλα μας, φύγε. Δεν πρέπει να μείνεις. Εδώ έρχονται και κρύβονται ληστές και άμα σε βρουν θα σε σκοτώσουν.

– Και δεν μπορείτε εσείς να με υπερασπιστείτε; ρώτησε η μικρή αδερφή τους.

– Όχι, της απάντησαν, γιατί μόνο κάθε βράδυ, για ένα τέταρτο της ώρας μπορούμε να λυθούμε από τα μάγια και να ξαναγίνουμε ανθρώπινα πλάσματα. Μόλις όμως περάσει το τέταρτο ξαναγινόμαστε κύκνοι.

Η αδερφή τους όταν άκουσε αυτά τα λόγια άρχισε αν κλαίει.

– Τίποτα λοιπόν, είπε, δεν μπορεί να γίνει για να ελευθερωθείτε;

– Ω, απάντησαν, υπάρχει κάτι αλλά είναι πολύ δύσκολο και εσύ είσαι μικρή κι αδύναμη. Θα έπρεπε έξι ολόκληρα χρόνια να είσαι αμίλητη, να μην πεις ούτε μια λέξη ούτε και να γελάσεις. Θα έπρεπε ακόμη να καταφέρεις να ετοιμάσεις, μέσα στα έξι αυτά χρόνια, έξι πουκαμισάκια με τα λουλούδια εκείνα που τα λένε αστράκια. Αν όμως βγει από το στόμα σου έστω και μια μόνο λέξη, όλα θα πήγαιναν χαμένα.

Ίσα-ίσα τη στιγμή που τελείωσαν τα λόγια τους, πέρασε και το τελευταίο δευτερόλεπτο από το τέταρτο της ώρας. Αμέσως τα έξι αδέρφια της ξανάγιναν κύκνοι και πέταξαν έξω από το παράθυρο.

Η καλή αδερφούλα είχε πάρει πια την απόφασή της. Θα ελευθέρωνε τα αδέρφια της ακόμα κι αν το πλήρωνε με την ίδια τη ζωή της.

Έφυγε λοιπόν από την καλύβα και προχώρησε στην καρδιά του δάσους. Σκαρφάλωσε πάνω σε ένα δέντρο και πέρασε τη νύχτα εκεί. Το άλλο πρωί μάζεψε αστράκια και άρχισε τη δουλειά της. Όσο για να μιλήσει, ήταν τόση η ερημιά, που τέτοιος φόβος δεν υπήρχε. Και έπειτα, ήταν τόσο λυπημένη που δεν ένιωθε την παραμικρή επιθυμία να γελάσει. Καθόταν λοιπόν στο δέντρο πάνω και δεν κοίταζε παρά τη δουλειά της.

Πέρασε καιρός πολύς. Κάποτε έτυχε να βγει να κυνηγήσει στο δάσος εκείνο ο βασιλιάς του τόπου. Μερικοί από τους κυνηγούς που τον συνόδευαν έφτασαν κοντά στο δέντρο που καθόταν η κόρη και την είδαν.

– Ποια είσαι; της φώναξαν από κάτω.

Εκείνη δεν έδωσε καμιά απάντηση. Δεν έβγαλε λέξη από το στόμα της όπως είχε υποσχεθεί.

– Έλα κάτω, της είπαν. Μη φοβάσαι, δε θα σου κάνουμε κακό.

Η κόρη δεν έβγαλε πάλι λέξη. Κούνησε μόνο το κεφάλι της. Κι επειδή οι κυνηγοί τη βασάνιζαν με ένα σωρό ερωτήσεις, τους έδειξε το χρυσό περιδέραιό της ελπίζοντας πως θα ικανοποιηθούν και θα την αφήσουν ήσυχη. Αυτοί όμως δεν είχαν σκοπό να φύγουν. Αναγκάστηκε λοιπόν να τους ρίξει την κεντητή ζώνη της, το πολύτιμο δαχτυλίδι της και ό,τι άλλο φορούσε πάνω της. Στο τέλος έμεινε μόνο με το πουκάμισό της. Τίποτα από αυτά όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Ήταν αδύνατο να τους κρατήσει περισσότερο. Οι κυνηγοί σκαρφάλωσαν στο δέντρο, την έπιασαν και την πήγαν στο βασιλιά τους.

Ο βασιλιάς την κοίταξε καλά και τη ρώτησε:

– Ποια είσαι; Τι έκανες πάνω στο δέντρο;

Μα εκείνη δεν έβγαλε λέξη από το στόμα της.

Έπειτα, της μίλησε σε όλες τις γλώσσες που ήξερε. Η κόρη έμενε βουβή. Ήταν όμως τόσο όμορφη που ο βασιλιάς τη συμπάθησε πολύ. Την τύλιξε με το βασιλικό μανδύα του, την έβαλε πάνω στο άλογο του και την έφερε στο παλάτι. Παράγγειλε αμέσως να της δώσουν να φορέσει τα πιο πλούσια φορέματα. Όταν ντύθηκε η κόρη έλαμψε η ομορφιά της. Έλαμπε σαν διαμάντι και τα μάτια της ακτινοβολούσαν, μα δεν έλεγε ούτε μια λέξη!

Το κορίτσι ήταν πανέμορφο!

Ο βασιλιάς απτόητος την έβαλε να καθίσει στο πλευρό του την ώρα του φαγητού. Μεγάλη εντύπωση του έκανε η μετριοφροσύνη της και η λεπτή της συμπεριφορά.

– Αυτή την κόρη, είπε, διαλέγω για γυναίκα μου. Δε θα πάρω καμιά άλλη στον κόσμο.

Έτσι, ύστερα από λίγες μέρες παντρεύτηκαν και όλοι χάρηκαν στο βασίλειο. Μόνο η μητέρα του βασιλιά δυσαρεστήθηκε με το γάμο του γιου της και δε μιλούσε καλά για τη νεαρή βασίλισσα.

– Ποιος ξέρει από πού μας ήρθε, έλεγε. Αυτή δεν ξέρει ούτε μια λέξη να βγάλει από το στόμα της. Δεν ήταν αυτή άξια να γίνει γυναίκα του γιού μου!

Έπειτα από ένα χρόνο, η νέα βασίλισσα έφερε στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Ήταν πολύ χαριτωμένο και ο βασιλιάς ξετρελάθηκε από τη χαρά του. Μα το άτυχο παιδάκι αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε. Η μητέρα του βασιλιά κατηγόρησε τη νύφη της πως δεν περιποιήθηκε το παιδί της και γι’ αυτό πέθανε. Ο καλόκαρδος βασιλιάς όμως δεν το πίστεψε. Θεωρούσε αθώα τη γυναίκα του. Και η βασίλισσα εξακολουθούσε να ράβει τα πουκαμισάκια χωρίς να νοιάζεται για τις κατηγορίες της πεθεράς της.

Δυστυχώς και το δεύτερο παιδί που γέννησε η νεαρή βασίλισσα πέθανε ξαφνικά κι αυτό. Ήταν ένα όμορφο αγοράκι και ο βασιλιάς λυπήθηκε πολύ. Πάλι η μητέρα του κατηγόρησε τη νύφη της.

– Είναι πού τρυφερή και πολύ καλή, είπε ο βασιλιάς και ανίκανη να κάνει κακό. Αν η καημένη δεν ήταν βουβή και μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, η αθωότητά της θα έλαμπε όπως το φως του ήλιου.

Όταν όμως πέθανε ξαφνικά και το τρίτο αγοράκι που γέννησε, τότε ο βασιλιάς πίστεψε τη μητέρα του και παράδωσε την άτυχη γυναίκα στους δικαστές να τη δικάσουν. Εκείνοι την καταδίκασαν να καεί ζωντανή!

Η μέρα που ορίστηκε για να εκτελεστεί η απόφαση ήταν η τελευταία μέρα στα έξι χρόνια που ήταν υποχρεωμένη η κόρη να μη γελάσει και να μη μιλήσει για να ελευθερώσει τα έξι αδέρφια της από τα μάγια της κακής μητριάς τους.

Τα έξι μικρά πουκάμισα ήταν έτοιμα όλα, εκτός από ένα που του έλειπε το αριστερό μανίκι. Και όταν την ανέβασαν στο σωρό με τα ξύλα για να την κάψουν, η νεαρή βασίλισσα κρατούσε στα χέρια της τα πουκάμισα.

Μόλις την ανέβασαν πάνω και ετοιμάστηκαν να ανάψουν τη φωτιά, η άτυχη γυναίκα έβγαλε μια δυνατή φωνή. Την ίδια στιγμή, είδε έξι κύκνους να πετούν προς το μέρος της. Κατάλαβε πως ήρθε η ώρα και η καρδιά της χτύπησε δυνατά από την ευτυχία.

Οι κύκνοι με γρήγορα φτερουγίσματα την πλησίασαν και την περικύκλωσαν. Και η κόρη έριξε τα πουκάμισα πάνω τους. Τότε έπεσαν τα φτερά από πάνω τους και παρουσιάστηκαν οι έξι αδερφοί της βασίλισσας, όλοι γεροί και δυνατοί. Μα επειδή το ένα από τα έξι πουκάμισα είχε μείνει χωρίς μανίκι, ο μικρότερος από τα αδέρφια της αντί για το αριστερό του χέρι είχε φτερούγα κύκνου!

Τα αγαπημένα αδέρφια αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν χαρούμενα και η βασίλισσα έτρεξε στο βασιλιά που στεκόταν και τους παρακολουθούσε κατάπληκτος. Για πρώτη φορά από τότε που γνωρίστηκαν, του μίλησε:

– Αγαπημένε μου βασιλιά, του είπε, τώρα που μπορώ να μιλήσω σου λέω πως είμαι αθώα. Άδικα με κατηγόρησε η μητέρα σου. Τα παιδιά ήταν γραφτό να πεθάνουν. Έπρεπε πρώτα να ελευθερωθούν τα αδέρφια μου. Σε παρακαλώ να συγχωρήσεις και συ τη μητέρα σου και να ζήσουμε όλοι ευτυχισμένοι.

Του διηγήθηκε τότε όλη την ιστορία της και αυτός κατάλαβε τα βάσανά που είχε περάσει για να απελευθερώσει τα αδέλφια της από τα μάγια.

Από τότε ο βασιλιάς και η βασίλισσα έζησαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα.

Παραμύθι των αδελφών Γκρίμ, Οι έξι κύκνοι

Το ξυπνητήρι του Πλάτωνα είναι η πρώτη συσκευή αφύπνισης παγκοσμίως

Γνωρίζατε ότι το πρώτο ξυπνητήρι το εφηύρε ο Πλάτωνας; Η κατασκευή της πρώτης συσκευής αφύπνισης ανήκει πράγματι στον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο. Πώς όμως κατάφερε να την φτιάξει;

Ο μαθητής του Αριστοτέλη, Αριστόξενος, αναφέρει πως ο Πλάτωνας εφηύρε ένα νυκτερινό ρολόι, με την μορφή μεγάλης κλεψύδρας. Το ρολόι αυτό ήταν κατά βάση ξυπνητήρι.

Το ανώτερο κεραμικό δοχείο τροφοδοτεί μέσω (κατάλληλα υπολογισμένου για την κάθε περίπτωση) ακροφυσίου το επόμενο δοχείο. Όταν αυτό γεμίσει την προγραμματισμένη χρονική στιγμή (π.χ. μετά από 7 ώρες) αδειάζει με ταχύτητα μέσω του εσωτερικά τοποθετημένου αξονικού σιφωνίου στο επόμενο κλειστό δοχείο και αναγκάζει τον εμπεριεχόμενο αέρα να εξέλθει με πίεση σφυρίζοντας από μία σύριγγα στην κορυφή του.

Μετά τη λειτουργία του το δοχείο αδειάζει σιγά σιγά μέσω μιας μικρής οπής που βρίσκεται στον πυθμένα του προς το κατώτερο αποθηκευτικό δοχείο προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθεί.

Ο μηχανισμός λοιπόν μέσα σε ένα ορισμένο και προγραμματισμένο χρονικό διάστημα σφυρίζει με αποτέλεσμα να λειτουργεί σαν ξυπνητήρι.

Ο Πλάτωνας μάλλον το χρησιμοποιούσε για να βρίσκεται σε εγρήγορση κατά την έναρξη των ομιλιών του που ξεκινούσαν την αυγή.

Μετά την λειτουργία του, το ξυπνητήρι αδειάζει σιγά σιγά μέσω ενός μικρού ανοίγματος που βρίσκεται στον πάτο, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά.

Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση της ευτυχίας ως πολιτικό ζήτημα

Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η οργάνωση της πολιτικής κοινωνίας (τελεολογικά) υπηρετεί ένα αγαθό, αυτό που μένει να ξεκαθαριστεί είναι ποιο είναι αυτό το αγαθό, ερώτημα που διατυπώνει ευθέως ο Αριστοτέλης: «Ποιος είναι ο στόχος της πολιτικής τέχνης και επιστήμης και ποιο είναι το κορυφαίο όλων των αγαθών που μπορεί κανείς να πετύχει με τις πράξεις του;» (1095a 4, 17-19).

Η απάντηση δίνεται άμεσα: «είναι η “ευδαιμονία”· έτσι τη λέει ο πολύς κόσμος, έτσι και οι πιο ραφιναρισμένοι στοχαστές, και ταυτίζουν με την “ευδαιμονία” την “καλή ζωή” και την ”καλή πράξη/ενέργεια”». (1095a 4, 20-23).

Το ότι η κατάκτηση της ευτυχίας είναι η κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης δραστηριότητας μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό από τους περισσότερους. Οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς την ευτυχία, δηλαδή με το περιεχόμενο που θα δώσει κανείς στην έννοια: «Ο πολύς κόσμος φέρνει με την “ευδαιμονία” στο μυαλό του κάτι το φανερό και χειροπιαστό, την ηδονή, ας πούμε, ή τον πλούτο ή την τιμή: ο καθένας κάτι διαφορετικό· δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που ένα και το αυτό άτομο εννοεί τώρα αυτό και ύστερα πάλι κάτι άλλο: την υγεία, όταν αρρωστήσει, τον πλούτο, αν είναι φτωχός». (1095a 4, 25-28).

Οι διαφορετικές εκδοχές της ευτυχίας, οι οποίες τις περισσότερες φορές σχετίζονται μ’ αυτό που ο καθένας στερείται, καταδεικνύουν – πέρα από τη γενική ασυμφωνία – και την επιφανειακή προσέγγιση του θέματος. Η ευτυχία νοείται περισσότερο αντανακλαστικά, ως κάλυψη μιας ανάγκης ή μιας επιθυμίας, η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να αλλάξει, παρά ως συνειδητή στόχευση που λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους (αυτογνωσία, προτεραιότητες, ασχολίες, επιλογή φίλων κλπ). Παρακολουθούμε το παράδοξο του ανθρώπου, που είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να ευτυχήσει, χωρίς όμως να επιχειρεί να προσδιορίσει επακριβώς αυτό που αναζητά, ώστε να δράσει ανάλογα. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σχεδόν αδύνατο να ευτυχήσει κάποιος, αφού, σε τελική ανάλυση, ταυτίζει την ευτυχία με ό,τι δεν έχει. Κι αυτό είναι η κατάδειξη της άγνοιας.

Κατά τον Αριστοτέλη οι άνθρωποι έχουν επίγνωση ότι αγνοούν το περιεχόμενο της ευτυχίας: «Έχοντας συνείδηση της άγνοιάς τους οι άνθρωποι θαυμάζουν αυτούς που λένε κάτι που ακούγεται σπουδαίο και που είναι πάνω από τη δική τους αντιληπτική ικανότητα». (1095a 4, 28-30). Κι εδώ δεν καταδεικνύεται μόνο ο ρόλος του φιλοσόφου που θα διαλευκάνει τις πιο λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις δίνοντας ζωτικότητα στους ορισμούς προς διευκόλυνση των ανθρώπων, αλλά και η ανάγκη της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, αφού όλοι πρέπει να φιλοσοφήσουν το περιεχόμενο της ευτυχίας, αν θέλουν τελικά να την κατακτήσουν.

Ο Αριστοτέλης παρατηρώντας τους ανθρώπους γράφει: «Με κριτήριο τις μορφές με τις οποίες ζουν τη ζωή τους οι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος, οι πιο χοντροκομμένοι δηλαδή άνθρωποι, φαίνεται ότι θεωρούν αγαθό και ευδαιμονία (πράγμα, φυσικά, απολύτως, αναμενόμενο) την ηδονή· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν τη ζωή των απολαύσεων». (1095b 5, 16-19).

Για να συμπληρώσει: «Ο πολύς λοιπόν κόσμος έχει ολωσδιόλου τα χαρακτηριστικά των σκλάβων, καθώς δίνει την προτίμησή του σε έναν τρόπο ζωής που προσιδιάζει στα ζώα: αν μιλούμε γι’ αυτούς, είναι γιατί πολλοί από τους ανθρώπους της εξουσίας παρουσιάζουν τις ίδιες προτιμήσεις με τον Σαρδανάπαλλο». (1095b 5, 21-24).

Η ταύτιση της ευτυχίας με τις ηδονές προσιδιάζει στους σκλάβους όχι για να υποτιμηθούν οι υλικές απολαύσεις στο όνομα της πνευματικότητας ή της ηθικής. Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» τονίζει ότι η ευτυχία στην πόλη είναι αλληλένδετη με την αυτάρκεια. Με άλλα λόγια, αν κάποιος δεν εξασφαλίσει τα υλικά αγαθά που χρειάζεται στη ζωή του είναι δύσκολο να ευτυχήσει, αφού η στέρηση θα λειτουργήσει ανασταλτικά. Αν κάποιος δεν έχει να φάει, είναι αδύνατο να μιλάμε για ευτυχία.

Το ζήτημα είναι η συνείδηση ότι τα υλικά αγαθά ή, αλλιώς, οι ηδονές που θα επιφέρουν είναι το μέσο για να οδηγηθεί κανείς στην ευτυχία κι όχι η ευτυχία καθ’ αυτή. Η μετατόπιση του βάρους στις ηδονές είναι η ζωώδης οπτική του ανθρώπου, αφού υπονομεύεται οποιαδήποτε πνευματικότητα. Κι όταν λέμε πνευματικότητα δεν εννοούμε αποκλειστικά την ενασχόληση με τη φιλοσοφία ή οποιαδήποτε άλλη υψηλή πνευματική δραστηριότητα, αλλά τη δημιουργικότητα και την ανθρώπινη επαφή σε καθημερινό επίπεδο.

Η καλλιέργεια της πολιτικής σκέψης, η αισθητική απόλαυση της τέχνης (σε όλες τις μορφές), η συντροφικότητα, με δυο λόγια όλες οι δραστηριότητες που πλουτίζουν τη ζωή μετατρέποντας το ζην σε ευ ζην προϋποθέτουν την ανωτερότητα του ανθρώπου από τα ζώα, δηλαδή τη συνείδηση ότι οι μεγάλες απολαύσεις δεν έχουν να κάνουν ούτε με τη συσσώρευση και την κατάχρηση των υλικών αγαθών ούτε με την εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης μέσα στην έννοια της αυτάρκειας για μια πόλη συγκαταλέγει και τα πνευματικά αγαθά (καταδεικνύοντας την αναγκαιότητα της παιδείας), αλλά και τα πολιτειακά (κατοχυρώνοντας το αδήριτο της σημασίας για χρηστό σύστημα διοίκησης κι ευνομία).

Σε τελική ανάλυση η ζωώδης οπτική της ευτυχίας που μετατρέπει τις υλικές απολαύσεις σε αυτοσκοπό δεν είναι παρά η κυριαρχία του χρήματος, που δρα ισοπεδωτικά: «Όσο για τη ζωή που είναι αφιερωμένη στην εξασφάλιση χρημάτων, αυτή εμπεριέχει κάτι το βίαιο, και ο πλούτος – το πράγμα είναι ολοφάνερο – δεν είναι το αγαθό που ψάχνουμε εμείς να βρούμε·». (1096a 5, 6-7).

Ο συσχετισμός του χρήματος με τη βία είναι το αδιέξοδο της υπερβολής που δεν μπορεί παρά να εκπληρωθεί σε βάρος των άλλων. Η αναγωγή του πλούτου σε ευτυχία καλλιεργεί την ατομικότητα, που όχι μόνο υπονομεύει την ευτυχία (η ευτυχία δεν αγοράζεται), αλλά λειτουργεί διασπαστικά αποξενώνοντας τους ανθρώπους. Όταν το χρήμα μετατρέπεται σε ύψιστη αξία επισκιάζοντας οτιδήποτε άλλο, αυτό που μένει είναι το ακατάπαυστα συγκρουσιακό για την εξασφάλισή του. Η κοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, όπου ο καθένας οφείλει να σώσει τον εαυτό του. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να μιλάμε για συλλογικότητες, πολύ περισσότερο για αλληλεγγύη ή για κοινωνική συνοχή.

Κι αυτές ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις για την υπονόμευση του πολιτεύματος, καθώς οι διαχειριστές της εξουσίας γίνονται όλο και πιο πρόθυμοι στην εξυπηρέτηση συμφερόντων, αρκεί βέβαια να κερδίζουν και οι ίδιοι. Βρισκόμαστε στο σημείο, όπου η αναζήτηση της ευτυχίας παίρνει διαστάσεις ξεκάθαρα πολιτικές. Ο Αριστοτέλης φτάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης δυστυχίας καταδεικνύοντας τον αποπροσανατολισμό, τις αντιφάσεις και το τελικό αδιέξοδο, αφού από τη μια ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να ζει μέσα σε κοινωνία (φύσει πολιτικό ον) κι από την άλλη εκλαμβάνει την ευτυχία με κριτήρια απολύτως ατομικά υπονομεύοντας τη συνύπαρξη.

Με δεδομένο ότι τα ζώα δεν προορίζονται για οργανωμένες κοινωνίες (οι όποιες δομές δημιουργούνται είναι αδύνατο να συγκριθούν με των ανθρώπων), είναι σαφές ότι στον άνθρωπο αρμόζουν άλλες προτεραιότητες, καθώς η ευτυχία γι’ αυτόν έχει άλλες προϋποθέσεις. Η προσπάθεια εκπλήρωσης των προϋποθέσεων αυτών με τα κριτήρια που ταιριάζουν στα ζώα είναι η ματαιότητα του ανέφικτου, που παρουσιάζει την αντιπαλότητα και τον έσχατο ανταγωνισμό ως δήθεν κοινωνική προοπτική. Κι αυτή είναι η εκδοχή του χρήματος που από μέσο-εργαλείο για την ευτυχία γίνεται αυτοσκοπός: «δεν είναι, πράγματι, παρά ένα αγαθό που προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες· αυτό θα πει: ένα αγαθό που το επιδιώκει κανείς για χάρη κάποιου άλλου αγαθού». (1096a 5, 7-8).

Η εμμονή στο χρήμα προς αναζήτηση της ευτυχίας είναι η εμμονή στο ζωώδες, αφού μετατρέπει τις πρόσκαιρες ηδονές σε νόημα ύπαρξης. Η βία που μοιραία θα παραχθεί ταιριάζει περισσότερο στον πρωτόγονο, που ξέρει ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιβιώσει. Ο άνθρωπος μπορεί να χρωστάει στην πρωτόγονη βαρβαρότητα την επιβίωσή του (αν δεν ήταν τέτοιος θα είχε αφανιστεί), αλλά η ευτυχία δεν έχει πλέον να κάνει με την επιβίωση. Κι αφού διασφαλίστηκαν όλες τις προϋποθέσεις για το ζην ανοίγοντας το δρόμο στο ευ ζην, ο άνθρωπος μετατρέπεται ξανά σε θηρίο μαχόμενος σε βάρος των άλλων. Η κοινωνία που θεοποιεί το χρήμα δεν είναι κοινωνία, είναι αρένα συμφερόντων που μετατρέπει τους ανθρώπους σε θηρία. Κι αυτή είναι η διαιώνιση του πρωτογονισμού που παριστάνει την εξέλιξη. Από αυτή την άποψη, αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό δεν είναι παρά η συνείδηση ότι πλέον η οργανωμένη κοινωνία απομακρύνει όλες τις απειλές και δε χρειάζεται κάποιος να γίνει θηρίο για να επιζήσει.

Η αποθέωση του χρήματος που λειτουργεί αποκτηνωτικά είναι η κατάδειξη της αποτυχίας. Ο άνθρωπος πέτυχε πάρα πολλά δαμάζοντας τη φύση, αλλά δεν κατάφερε να απαλλαχτεί από το θηριώδες. Από αυτή την άποψη, ο πολιτισμός έχει ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να εξημερώσει τον άνθρωπο.

Από την άλλη, η αντιπρόταση που υπάρχει για την κατάκτηση της ευτυχίας είναι η αναζήτηση της τιμής: «Οι ραφιναρισμένοι διανοητές και οι άνθρωποι της πράξης δίνουν την προτίμησή τους στην τιμή· αυτό είναι, πράγματι, χοντρικά το τέλος της ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης». (1095b 5, 24-26). Βεβαίως, η έννοια τέλος αφορά την τελεολογία, δηλαδή την ολοκλήρωση, το τελικό στάδιο της εξελικτικής πορείας, την άριστη κατάσταση που προκύπτει μετά το πέρας όλων των μετασχηματιστικών βαθμίδων.

Η πρόταση αυτή, ως εναλλακτική προοπτική της ευτυχίας, δε φαίνεται να ικανοποιεί τον Αριστοτέλη: «Είναι όμως φανερό ότι ένα τέτοιο τέλος είναι μάλλον εξωτερικό και επιφανειακό, για να είναι αυτό που εμείς διερευνούμε». (1095b 5, 26-27). Με άλλα λόγια, η ευτυχία αφορά πρωτίστως την εσωτερική γαλήνη που επέρχεται μετά από την ψυχική ολοκλήρωση, πράγμα που προϋποθέτει κάτι βαθύτερο από την κοινωνική αναγνώριση. Κάποιος μπορεί να νιώθει ευτυχής θεωρώντας ότι έχει κάνει το καθήκον του, ακόμη κι αν λοιδορείται από όλη την κοινωνία.

Η ευτυχία προϋποθέτει περισσότερο την αυτοεκτίμηση παρά την αποδοχή από τους άλλους: «Κατά την κοινή, πράγματι, αντίληψη η τιμή είναι κάτι που εξαρτάται πιο πολύ από αυτούς που την προσφέρουν παρά από αυτούς που τη δέχονται, το αγαθό όμως αισθανόμαστε ότι είναι κάτι προσωπικά δικό μας, κάτι που δύσκολα μπορεί να μας αφαιρεθεί». (1095b 5, 27-29).

Φυσικά, αυτό δε ματαιώνει τη σημασία της τιμής. Η καταξίωση, ως κοινωνική παραδοχή των προσπαθειών, λειτουργεί πάντα ενθαρρυντικά. Η αναγνώριση του αγώνα, της προσφοράς, του μόχθου, με δυο λόγια της αξίας του ανθρώπου, που πράγματι έχει συμβάλει με ιδιαίτερο τρόπο προς όφελος της πόλης, πέρα από το ότι καλλιεργεί θετικά πρότυπα, αποτελεί και ξεκάθαρη ηθική ανταμοιβή. Η πόλη οφείλει να τιμά τους πολίτες που διακρίνονται επάξια, αφενός για να δώσει κίνητρα και στους άλλους κι αφετέρου, γιατί η αχάριστη συμπεριφορά είναι αδικία που απαξιώνει όχι μόνο το πρόσωπο που παραμελείται, αλλά και τις αξίες που εκπροσωπεί.

Σε τελική ανάλυση, όμως, το ζήτημα της τιμής δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την εσωτερική διαδρομή του ανθρώπου που την εισπράττει λειτουργώντας ως μηχανισμός αυτοεκτίμησης: «Έπειτα την τιμή φαίνεται ότι την επιδιώκουν οι άνθρωποι για να βεβαιωθούν οι ίδιοι ότι είναι αγαθοί». (1095b 5, 29-31). Με δυο λόγια, δεν είναι η τιμή που έχει σημασία για τον τιμώμενο, αλλά η τόνωση της πεποίθησης ότι εκπληρώνει τις αρχές της αρετής: «Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκουν να τιμώνται από τους ανθρώπους που διαθέτουν φρόνηση, και από αυτούς που τους γνωρίζουν· κάτι παραπάνω: η τιμή που τους γίνεται θέλουν να οφείλεται στην αρετή τους, κάτι που, επομένως, κάνει φανερό ότι, κατά τη γνώμη τους τουλάχιστο, η αρετή είναι κάτι ανώτερο – ίσως θα έλεγε κανείς ότι αυτή μάλλον είναι το τέλος μιας ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης». (1095b 5, 31-35).

Κι αυτό είναι το νόημα της αριστοτελικής ευτυχίας: η εκπλήρωση της αρετής που θα επιφέρει πριν απ’ όλα την ισορροπία με τον ίδιο τον εαυτό και στη συνέχεια την ομαλότητα στις σχέσεις με τους άλλους. Αυτός είναι και ο λόγος που αξίζει κανείς να επιδιώκει την τιμή. Όχι για τη ρηχότητα της φήμης ή για τη ματαιοδοξία της υπεροχής, αλλά για την επισφράγιση της αρετής που τηρήθηκε. Η κοινωνία που ωθεί τους πολίτες σε τέτοιες αξίες είναι υγιής, αφού είναι σε θέση να εξασφαλίσει την ομαλότητα της συνύπαρξης επιτυγχάνοντας την ευτυχία και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

Από την άλλη, η πόλη που υιοθετεί στρεβλά πρότυπα ευτυχίας δεν έχει άλλη επιλογή από τη συνολική στρέβλωση. Σε μια κοινωνία αρπακτικών ο ενάρετος αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν αφελής. Και σε μια τέτοια κατάσταση κανείς δε θα ήθελε αυτό το ρόλο. Η αξιοκρατία, η τήρηση των νόμων, η ουσιαστική παιδεία, η απονομή της δικαιοσύνης και η καλλιέργεια ορθών προτύπων δεν αφορούν απλά τη λειτουργικότητα της πόλης. Αφορούν την ευτυχία των πολιτών της. Κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να αποτελούν τη βασικότερη κοινωνική διεκδίκηση.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.1.2–5.1.4

Συνέλευση των Μυρίων στην Τραπεζούντα

Οι Μύριοι κατόρθωσαν μετά από πολλές κακουχίες και περιπέτειες να φτάσουν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Μετά από λίγες ημέρες έγιναν δεκτοί στην Τραπεζούντα, την πρώτη ελληνική πόλη μετά την πολύμηνη πορεία τους, όπου έπρεπε να λάβουν αποφάσεις για τη συνέχεια της πορείας τους.


[5.1.2] Ἐκ δὲ τούτου ξυνελθόντες ἐβουλεύοντο περὶ τῆς λοιπῆς
πορείας· ἀνέστη δὲ πρῶτος Λέων Θούριος καὶ ἔλεξεν ὧδε.
Ἐγὼ μὲν τοίνυν, ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἀπείρηκα ἤδη ξυσκευαζό-
μενος καὶ βαδίζων καὶ τρέχων καὶ τὰ ὅπλα φέρων καὶ ἐν
τάξει ὢν καὶ φυλακὰς φυλάττων καὶ μαχόμενος, ἐπιθυμῶ δὲ
ἤδη παυσάμενος τούτων τῶν πόνων, ἐπεὶ θάλατταν ἔχομεν,
πλεῖν τὸ λοιπὸν καὶ ἐκταθεὶς ὥσπερ Ὀδυσσεὺς ἀφικέσθαι
εἰς τὴν Ἑλλάδα. [5.1.3] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ στρατιῶται ἀνε-
θορύβησαν ὡς εὖ λέγει· καὶ ἄλλος ταὔτ’ ἔλεγε, καὶ πάντες
οἱ παριόντες. ἔπειτα δὲ Χειρίσοφος ἀνέστη καὶ εἶπεν ὧδε.
[5.1.4] Φίλος μοί ἐστιν, ὦ ἄνδρες, Ἀναξίβιος, ναυαρχῶν δὲ καὶ
τυγχάνει. ἢν οὖν πέμψητέ με, οἴομαι ἂν ἐλθεῖν καὶ τριήρεις
ἔχων καὶ πλοῖα τὰ ἡμᾶς ἄξοντα· ὑμεῖς δὲ εἴπερ πλεῖν
βούλεσθε, περιμένετε ἔστ’ ἂν ἐγὼ ἔλθω· ἥξω δὲ ταχέως.
ἀκούσαντες ταῦτα οἱ στρατιῶται ἥσθησάν τε καὶ ἐψηφίσαντο
πλεῖν αὐτὸν ὡς τάχιστα.

***
Μετά ταύτα συναθροισθέντες ήρχισαν να συσκέπτωνται περί της υπολοίπου πορείας∙ πρώτος δε εσηκώθη ο Λέων εκ Θουρίων και είπε τα εξής: «Εγώ μεν λοιπόν, ω άνδρες, έχω πλέον κουρασθή ετοιμάζων τας αποσκευάς μου και βαδίζων και τρέχων και φέρων τα όπλα και πορευόμενος εν στρατιωτική παρατάξει και φρουρών και μαχόμενος, επιθυμώ δε του λοιπού απαλλαγείς από τους κόπους τούτους, επειδή ευρισκόμεθα πλησίον της θαλάσσης, να ταξιδεύσω κατά τον υπόλοιπον χρόνον διά θαλάσσης και εξηπλωμένος επί του πλοίου, καθώς ο Οδυσσεύς, να φθάσω εις την Ελλάδα». Ταύτα ακούσαντες οι στρατιώται θορυβωδώς επεδοκίμασαν τους λόγους του. Και άλλος επρότεινε τα ίδια και όλοι όσοι ωμίλησαν. Έπειτα δε ο Χειρίσοφος εσηκώθη και είπε τα εξής: «Έχω φίλον, ω άνδρες, τον Αναξίβιον, ο οποίος είναι και ναύαρχος τώρα. Αν λοιπόν με στείλετε, νομίζω ότι ήθελον επανέλθει φέρων και τριήρεις και πλοία, τα οποία θα μας μεταφέρουν εις την Ελλάδα∙ σεις δε, αν πράγματι θέλετε να αναχωρήσητε δια θαλάσσης, περιμείνατέ με μέχρις ότου επιστρέψω∙ και θα επιστρέψω αμέσως.» Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται ηυχαριστήθησαν και ενέκριναν να πλεύση ο Χειρίσοφος όσον το δυνατόν ταχύτερον.

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Αναλογικοί νεολογισμοί


§ 41. Για τη δημιουργία μεμονωμένων νέων συνθέτων με τη βοήθεια ενός συνθετικού ή του τελικού στοιχείου ενός συνθετικού άλλων συνθέτων δόθηκαν ήδη παραδείγματα: θεόσδοτος (§ 31), πυριήκης (§ 32). Πρόκειται για παραδείγματα στα οποία η μορφή του ενός συνθετικού δεν εναρμονιζόταν με τον συντακτικό του ρόλο μέσα στο σύνθετο. Από αυτό συμπεραίνουμε, όμως, πως υπάρχουν σύνθετα που τα ίδια δεν προέκυψαν από τη συνένωση των λέξεων ενός συντακτικού συμπλέγματος (§ 27), αλλά σχηματίστηκαν αναλογικά με πρότυπό τους ήδη διαμορφωμένα σύνθετα. 

Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε με ακρίβεια την ιστορία της σύνθεσης από την πρώτη της αρχή στα αρχαία ελληνικά, θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε τελείως τα πρότυπα από τους αναλογικούς σχηματισμούς. Τώρα όμως, καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε ήδη για την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα πλούσια ανάπτυξη της σύνθεσης, σπάνια μπορούμε να αποφασίσουμε με βεβαιότητα: τα επίθετα θεόσδοτος και πυριήκης έχουν σίγουρα σχηματιστεί αναλογικά, αλλά περιπτώσεις όπως οι Διόσκουροι, που σχηματίζονται μπροστά στα μάτια μας κατά τους ιστορικούς χρόνους από συνένωση περισσότερων λέξεων (στον 33ο Ομηρικό Ύμνο στ. 9 απαντά ακόμη ως Διός κούρους μεγάλοιο) αποτελούν ασφαλώς νέες δημιουργίες συνθέτων. 

Για μεγάλο αριθμό περιπτώσεων όμως δεν διαθέτουμε κάποιο παρόμοιο διακριτικό χαρακτηριστικό: είναι πολύ πιθανό το α΄ συνθετικό των λεγόμενων θεματικών συνθέτων να είχε κάποτε αυτόνομη συντακτική λειτουργία· δεν μπορούμε, όμως, να εξακριβώσουμε αν κάποιο από τα σωζόμενα αρχαιοελληνικά θεματικά σύνθετα ανήκε σε αυτά τα πανάρχαια δείγματα. Κατά συνέπεια, η έρευνα πρέπει να περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στην επισήμανση και την ταξινόμηση του αποθέματος των συνθέτων και στην παρατήρηση της εξέλιξής τους μέσα στη γλωσσική παράδοση.

Η ανατροπή είναι θέμα χρόνου

Ο δυτικός κόσμος καταρρέει;

Σήμερα, όπως όλοι έχουμε αντιληφθεί, οι δυτικές κοινωνίες διέρχονται μια περίοδο δραματικά αυξανόμενης κρίσης, η οποία συν τω χρόνω αποσαθρώνει τις παγκόσμιες κοινωνικές δομές. Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη διεθνή οικονομική κατάρρευση που βιώνουμε σήμερα. Όπως είναι φανερό η οικονομική κρίση δεν είναι το αίτιο, αλλά το αποτέλεσμα μιας ολοκληρωτικής κατάρρευσης αξιών και ιδεών. Πίσω από την καταρρέουσα οικονομική δομή, σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο, βρίσκεται ένας καταρρέον πολιτισμός και ομάδες ανθρώπων που την υπηρετούν. Χαρακτηριστικό φαινόμενο αυτής της κατάρρευσης είναι η εγκατάλειψη των αρχών της συλλογικότητας, της κοινωνικότητας και του κοινοτικού πνεύματος, δηλαδή των βασικών στοιχείων δόμησης του πολιτισμού μας.

Η συλλογικότητα έχει αντικατασταθεί από την ιδιώτευση, την υποκειμενικότητα, την ατομικότητα και τον εγωκεντρισμό. Με τον τρόπο αυτό η κοινωνία χάνει τη συνοχή της και αυτοδιαλύεται σε ένα σύνολο συγκρουόμενων ατόμων. Το εγώ αντικαθιστά το εμείς. Το είμαι αντικαθίσταται από το έχω. Με τον τρόπο αυτό ο δυτικός πολιτισμός από κοινωνικός, μετατρέπεται σε εξατομικευμένο, υστερόβουλο, ωφελιμιστικό και συν τω χρόνω φθείρεται, διαφθείρεται, και καταρρέει.

Δυστυχώς, η ιστορία διδάσκει ότι όλοι οι πολιτισμοί του παρελθόντος κατέρρευσαν, μέσα σε τραγικές ωδίνες, χωρίς οι διεφθαρμένες κοινωνικές δομές να το αντιλαμβάνονται και χωρίς να είναι έτοιμες να τους αντικαταστήσουν με κάτι καλύτερο.

Την πολιτισμικά μεταβατική περίοδο που διανύουμε, ελπίδα και προσπάθειά μας πρέπει να είναι η δημιουργία όλων των αναγκαίων συνθηκών προκειμένου η ιστορία να μην επαναληφθεί και η πολιτισμική μετάβαση, η οποία είναι ήδη δρομολογημένη, να γίνει ομαλά χωρίς τις τραυματικές εμπειρίες άλλων ιστορικών περιόδων.

Όπως διαπιστώνετε, ένα πολιτισμικό ρεύμα εκφράζει βασικά την εκάστοτε προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεράσει και να ελέγξει τους φόβους του.

Τι φοβόμαστε σήμερα και πως μπορούμε να το ξεπεράσουμε;

Ένα βασικό και επιτακτικό ανθρώπινο συναίσθημα είναι ο «φόβος», ο οποίος δημιουργείται από την έννοια της «ανάγκης». Σκοπός και αίτιο της ανάπτυξης ενός πολιτισμικού ρεύματος είναι η προσπάθεια μιας κοινωνίας να ξεπεράσει και να ελέγξει συλλογικά τρεις βασικές ομάδες φόβων, οι οποίοι βρίσκονται σε άμεση σχέση και συνάρτηση με τριών ειδών πραγματικά και πρακτικά γεγονότα. Ο πρώτος φόβος είναι ο φόβος της φυσικής ανθρώπινης επιβίωσης, ο δεύτερος είναι ο φόβος της βίαιης δράσης του φυσικού περιβάλλοντος και τέλος ο μεταφυσικός φόβος, δηλαδή ο φόβος που προκαλούν κάποια γεγονότα τα οποία ξεφεύγουν από το πλαίσιο μιας λογικής ερμηνείας, η οποία θα είχε τη βάση της στην εμπειρία των ανθρώπινων αισθήσεων, όπως ο θάνατος.

Προκειμένου ο άνθρωπος να κατασιγάσει αυτές τις τρεις ομάδες φόβων δημιούργησε αντίστοιχα, τα «κοινωνικά συστήματα» από τα οποία προήλθαν τα «πολιτικά συστήματα», την «επιστήμη» η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μετασχηματίζεται σε «τεχνολογία». και τέλος τη «θεολογία», η οποία αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η δημιουργία της έννοιας της «θρησκείας». Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν οι βασικοί τρεις πυλώνες ενός πολιτισμικού ρεύματος. Στο πλαίσιο αυτών των τριών πολιτισμικών πυλώνων αναπτύσσονται ανθρώπινες διοικητικές δομές οι οποίες, όλες μαζί, αποτελούν αυτό το οποίο ονομάζουμε «κοσμική εξουσία». Όπως γίνεται φανερό, αυτό που οδηγεί σε κατάρρευση έναν πολιτισμό δεν είναι η φιλοσοφική βάση τους, αλλά οι φιλοδοξίες, ο δογματισμός και η διαφθορά, των ανθρώπων που συγκροτούν τις διοικητικές δομές τους.

Όμως, όταν οι διοικητικές δομές των πολιτισμικών πυλώνων διαφθαρούν, οι πολιτισμικοί πυλώνες και ο πολιτισμός γενικότερα καταρρέουν, αφήνοντας τους ανθρώπινους φόβους να γιγαντωθούν εκ νέου. Τότε δημιουργείται η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός νέου πολιτισμικού ρεύματος το οποίο θα πρέπει να είναι ικανό να κατασιγάσει τους νέους ανθρώπινους φόβους.

Όμως μια κοινωνία που κυριαρχείται από υπέρμετρους φόβους, είναι μια υποταγμένη κοινωνία, ανίκανη να αντιδράσει λογικά και ήρεμα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Μια φοβισμένη κοινωνία κυριαρχείται από την αίσθηση του πανικού, της οργής, της ανεξέλεγκτης βίας. Μια φοβισμένη κοινωνία είναι μια εύκολα χειραγωγούμενη κοινωνία. Το γιγάντωμα των αναγκών και των φόβων μας, μας στερεί το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό, την ελευθερία μας.

Σήμερα πλέον κατανοούμε γιατί ο δυτικός πολιτισμός, μας δημιούργησε έναν καταιγισμό πλαστών και άχρηστων αναγκών. Όχι για να μας κάνει πιο ευχάριστη τη ζωή. αλλά επειδή αυξάνοντας τις ανάγκες μας, γιγάντωνε πλαστά τους φόβους μας. Μας έκανε υποταγμένους και εύκολα χειραγωγούμενους.

Ας αντιδράσουμε από σήμερα. Ας ελαχιστοποιήσουμε τους φόβους μας ελαχιστοποιώντας τις πλαστές ανάγκες μας, αντικαθιστώντας τις έννοιες του «αμοιβαίου συμφέροντος» και της περιστασιακής «ελεημοσύνης» με το μόνιμο αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης.

Η αλλαγή της πολιτισμικής συγκρότησης θα επιτευχθεί ειρηνικά και αναίμακτα, αν και όταν αντιληφθούμε την αναγκαιότητα μιας εσωτερικής μας αναμόρφωσης. Η πνευματική και συνειδησιακή συγκρότηση των πολιτών καθορίζει την ποιότητα της Πολιτείας και η ποιότητα της Πολιτείας, τον πολιτισμό που αυτή θα συγκροτήσει.

Η μεγάλη πολιτισμική αλλαγή θα αρχίσει να γίνεται μια ειρηνική πραγματικότητα μόνο όταν κάνουμε την αγωνία μας, τον δικαιολογημένο κοινωνικό θυμό μας και το αίσθημα της εκδίκησης, αξιοπρέπεια, δουλειά, γνώση, υπευθυνότητα, συλλογικότητα.

Μια επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με ένα καινούργιο πολιτισμικό ρεύμα, το οποίο μπορεί να αλλάξει το σύγχρονο κόσμο.

Ένα θεμελιώδες ερώτημα είναι το με ποιόν τρόπο επιδρά το περιεχόμενο της επιστημονικής σκέψης στις δομές ενός πολιτισμικού ρεύματος; Αρχικά θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι θετικές επιστήμες και σε προέκταση ο πυλώνας της επιστήμης, δεν θεμελιώνονται πάνω σε πειραματικά αποδεδειγμένες έννοιες, όπως αφήνουμε πολλές φορές να εννοηθεί.

Οι βάσεις των θετικών επιστημών είναι οι έννοιες της «ύλης», του «χρόνου», και του «χώρου». Όμως οι έννοιες αυτές, όπως γνωρίζουμε, δεν είναι ούτε χειροπιαστές ούτε αντικειμενικά προσδιορισμένες αλλά, φιλοσοφικά κατηγορούμενα προσδιοριζόμενα με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικές εποχές από διαφορετικούς πολιτισμούς.

Το πολύ σημαντικό όμως είναι ότι, οι έννοιες αυτές δεν αποτελούν τη βάση μόνο του πυλώνα της επιστήμης ενός πολιτισμικού ρεύματος αλλά και των άλλων δύο πυλώνων του, εκείνων της θρησκευτικότητας και της κοινωνικής φιλοσοφίας.

Επακόλουθο αυτού του γεγονότος είναι ότι, αν ανατραπεί το εννοιολογικό περιεχόμενο των εννοιών της «ύλης», του «χρόνου» και του «χώρου» καταρρέει ολόκληρο το πολιτισμικό οικοδόμημα μιας κοινωνίας. Η ανατροπή αυτή είναι προνόμιο των θετικών επιστημών και έχει επιτευχθεί από την σύγχρονη επιστημονική σκέψη. Ως εκ τούτου, η ανατροπή και η αλλαγή του δυτικού πολιτισμικού ρεύματος είναι ζήτημα χρόνου.

Η μεγάλη αυτή επιστημονική επανάσταση, που θα σχηματοποιήσει σε νέες βάσεις τις κοινωνικές διοικητικές δομές, στηρίζεται σε δύο νέες βασικές αλήθειες, επιστημονικά τεκμηριωμένες τόσο θεωρητικά όσο και πειραματικά.

Η πρώτη αλήθεια αναφέρεται στην αποκάλυψη του τι είναι στην ουσία αυτό το οποίο ονομάζουμε αντικειμενική πραγματικότητα και σε προέκταση, τι είναι αυτό το οποίο ονομάζουμε ύλη η οποία αποτελεί το θεό του καταρρέοντος πολιτισμικού ρεύματος, στον βωμό της οποίας αλλά και των παραγώγων της, πολλές φορές θυσιάζουμε ακόμα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η σύγχρονη επιστημονική σκέψη, μέσω της πειραματικής διαδικασίας, γνωρίζει πλέον ότι η αισθητή υλική πραγματικότητα αποτελεί μια ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φυσιολογίας, η οποία δημιουργείται μέσα σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου με την βοήθεια των αισθητηρίων οργάνων μας. Η υλική πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα matrix.

Σύμφωνα με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας η υλική συμπαντική πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά «η προβολή (το είδωλο, το καθρέφτισμα) όσων υπάρχουν στο πραγματικό τετραδιάστατο μη Ευκλείδειο και αθέατο Σύμπαν πάνω σε έναν ψεύτικο τρισδιάστατο και Ευκλείδειο χώρο που φτιάχνουν πλαστά οι αισθήσεις μας». Τον χώρο αυτό η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας ονομάζει χώρο Minkowski.

Η δεύτερη επιστημονική αλήθεια στην οποία θα στηριχθεί το νέο πολιτισμικό ρεύμα είναι ή έννοια της ολικότητας. Το Σύμπαν της σύγχρονης επιστήμης είναι ένα ενιαίο σύστημα το οποίο δεν μερίζεται, ούτε αποτελείται από μέρη. Η αίσθηση των εξατομικευμένων αντικειμένων και μορφών δεν αποτελεί παρά μια νέα πλάνη η οποία στηρίζεται σε μια ιδιομορφία, βασικά, της όρασής μας αλλά γενικότερα της εγκεφαλικής μας συγκρότησης.

Η αλήθεια είναι ότι τα πάντα μέσα στο Σύμπαν είναι Ένα. Μια απέραντη ενιαία, και αδιαίρετη ενότητα. Μέσα σε αυτή την ενότητα χάνεται η έννοια της εξατομίκευσης της προσωπικής ύπαρξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να ευτυχή το μέρος, αν πάσχει το όλον.

Η ευτυχία των μερών μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ευτυχίας του συνόλου. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε μια κοινωνική φιλοσοφία του «εμείς» και του «είμαι» καταργώντας την κοινωνική φιλοσοφία του «εγώ» και του «έχω».

Συγχρόνως, το θεώρημα δράσης αντίδρασης μας διδάσκει ότι, μέσα σε ένα ενιαία και αδιάσπαστη συμπαντική ουσία, κάθε κακή δράση μας πάνω στο μέρος, δημιουργεί την ενστικτώδη αντίδραση του συνόλου πάνω σε μας. Με λίγα λόγια ότι κάνουμε το εισπράττουμε πολλαπλάσια από κάθε γωνιά της συμπαντικής ενότητας.

Τέλος η έννοια της συμπαντικής αδιαίρετης ενότητας δημιουργεί μια νέα περιβαλλοντική συνείδηση εφόσον, η φύση είναι ένα μέρος του όλου και κάθε δράση μας εναντίον της σημαίνει δράση ολόκληρης της δημιουργίας εναντίον μας.

Ο,τιδήποτε αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι ψευδές; Είναι matrix; Ό,τι μάθαμε είναι λάθος;

Ότι μάθαμε μέχρι σήμερα μας βοήθησε να δημιουργήσουμε όλα όσα χρειάζονταν για να αναπτύξουμε τον σημερινό δυτικό πολιτισμό.

Δεν ήταν λάθος αλλά περιορισμοί της αλήθειας μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φυσιολογίας και δογματικής.

Όπως ανέφερε και ο Δημόκριτος: «Yπάρχουν δύο είδη γνώσης, η μία μέσω των αισθήσεων και η άλλη μέσω της διάνοιας. Από αυτές, εκείνη που αποκτάται μέσω της διάνοιας την αποκαλεί γνήσια, αποδίδοντάς της αξιοπιστία για την εκφορά σωστής κρίσης, ενώ εκείνη που αποκτάται μέσω των αισθήσεων την ονομάζει νόθα, μην αναγνωρίζοντάς της το αλάθητο για τη διάγνωση του αληθινού. Λέγει κατά λέξη, «υπάρχουν δύο μορφές γνώσεις, μία γνήσια και μία νόθα. Στη νόθα ανήκουν όλα τα παρακάτω, η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση, η αφή. Η άλλη μορφή γνώσης είναι γνήσια, που είναι ξέχωρη από αυτή». Η σύγχρονη επιστημονική γνώση έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη γνώση που αποκτάται μέσω της διάνοιας και πάνω σε αυτήν δομεί το Νέο Πολιτισμικό Ρεύμα.

Ποια είναι η επίδραση όλων των σύγχρονων επιστημονικών θεωριών στη νέα δομική συγκρότηση των δυτικών κοινωνιών;

Μια κοινωνία, η οποία έχει συνειδητοποιήσει τους προηγούμενους φυσικούς κανόνες, αναγνωρίζει ως βασική αξία της την «ελευθερία» στo πλαίσιo της ενότητας. Μέσο κατάκτησης της ελευθερίας αποτελεί η πνευματικότητα.

Αποτέλεσμα της προηγούμενης διαπίστωσης είναι ότι πρώτη και βασική επιδίωξη του ανθρώπου πρέπει να είναι η διασφάλιση και επέκταση της πνευματικότητάς του. Αυτό όμως που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι το πνεύμα δεν αποτελεί ένα ανεξάρτητο φιλοσοφικό κατηγόρημα, αλλά μια άλλη έκφραση της έννοιας της ελευθερίας.

Πνευματικός άνθρωπος είναι ο ελεύθερος και κοινωνικοποιημένος άνθρωπος. Πνευματικότητα δεν σημαίνει εξαΰλωση αλλά απελευθέρωση.

Η επιστήμη δίνει τα όπλα προκειμένου να συγκροτήσουμε έναν νέο ουμανιστικό πολιτισμό. Όμως οι κοινωνικές εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί προς μια στρεβλή κατεύθυνση Ως εκ τούτου δεν υπάρχει παρά μόνο μια διέξοδος από την κρίση, η συνειδητοποίηση της ανάγκης μιας εσωτερικής προσωπικής μας αναμόρφωσης, Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα την αναμόρφωση των καθιερωμένων θεσμών και μακροπρόθεσμα την κατάρρευση της σημερινής οικονομίστικης λογικής και την ανάπτυξη ενός νέου Ουμανιστικού Πολιτισμού.

Έτσι είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι, η επανάσταση η οποία ήδη συντελείται στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, της οικογενειακής ζωής, τις σχέσεις των δύο φύλων, του τομέα της επικοινωνίας, θα έχει ως αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, μια πολιτική και πολιτιστική έκρηξη, για την οποία πρέπει όλοι να είμαστε προετοιμασμένοι. Η προετοιμασία όμως αυτή δεν είναι εύκολη εφόσον προσκρούει σε μια στρεβλά και εγωιστικά αναπτυγμένη αίσθηση του «δημόσιου και οικονομικού συμφέροντος»

Παρόλα αυτά, όσο δύσκολο και αν είναι, το πρώτο βήμα του Νέου Πολιτισμικού Ρεύματος πρέπει να γίνει τώρα. Είναι επιτακτική ανάγκη, το συντομότερο δυνατόν, να αντικατασταθεί ο πολιτισμός του Homo Sapiens, του σοφού ανθρώπου των πολέμων του αίματος και των καταστροφών, από τον ουμανιστικό πολιτισμό του Homo Universalis, του Συμπαντικού ανθρώπου, που τόσο έχουμε ανάγκη.

Οι νέες επιστημονικές ανακαλύψεις ή διαπιστώσεις παραμένουν στο περιθώριο του εκπαιδευτικού συστήματος και γιατί;

Είναι θέμα των δυτικών «εκπαιδευτικών συστημάτων». Τα συστήματα αυτά προωθούν μόνο τις γνώσεις που αποβλέπουν στην θεοποίηση της ύλης και της ατομικότητας, ως παραγόντων της οικονομικής ανάπτυξης. Η λογική των εκπαιδευτικών αυτών συστημάτων θεωρεί, αλλά δεν ομολογεί, ότι η οικονομική ευμάρεια είναι ο μόνος παράγοντας που οδηγεί στην ευτυχία της κοινωνίας και του ανθρώπου.

Όλα είναι ένα, όλα είναι τώρα;

Όπως αναφέρει ο Αϊνστάιν: «Για εμάς τους ορκισμένους φυσικούς η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση ακόμα και αν είναι τόσο επίμονη».

Η έννοια του «χρόνου» στη σύγχρονη Φυσική τροποποιείται ριζικά έτσι ώστε, έννοιες όπως αυτές του «παρόντος», του «μέλλοντος» και του «παρελθόντος» δεν έχουν πλέον επιστημονικό νόημα. Ομοίως, δεν έχουν νόημα έννοιες όπως αυτές, του «εδώ» και του «εκεί», του «πάνω» ή του «κάτω». Στο Σύμπαν της σύγχρονης επιστημονικής πραγματικότητας το «εδώ» είναι «παντού» και το «τώρα» ταυτίζεται με το «χθες» και το «αύριο».

Υπάρχουν άλλοι επιστήμονες ή φιλόσοφοι εντός ή εκτός Ελλάδας με τους οποίους συμφωνείτε στην αναγκαιότητα του νέου αυτού πολιτισμικού ρεύματος; Όπως πλέον διαφαίνεται, το μηχανιστικό και υλιστικό κοσμοείδωλο, που θεμελιώθηκε κατά τον 16ο-17ο αιώνα, έχει σχεδόν κλείσει τον ιστορικό του κύκλο αφήνοντας πίσω του τα συντρίμμια ενός καταρρέοντος δυτικού πολιτισμού σε κοινωνικό, οικονομικό και θεολογικό επίπεδο.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου δυτικού πολιτισμικού ρεύματος είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε. Το πρόβλημα όμως είναι η αναζήτηση των αξιακών και ηθικών βάσεων της ανάπτυξης του νέου αυτού ανθρωπιστικού πολιτισμικού ρεύματος

Την ανάγκη αυτή έχουν επισημάνει, προτείνοντας λύσεις, μεγάλοι διανοητές σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και στην Ελλάδα.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τους Τόφλερ, Μαρκούζε και Νέγκρι.

Εκτός αυτών όμως, τόσο η διάσημη Λέσχη της Ρώμης, όσο και η Ομάδα Φουτουριστών στο Stanford Research Institute, μελετώντας τα πολύ επικίνδυνα μελλοντικά προβλήματα της ανθρωπότητας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η τρέχουσα κοσμοθεωρία και οι τεχνολογίες που αυτή υποστηρίζει, έχουν μεν δημιουργήσει τεράστια οφέλη σε ένα επίπεδο, αλλά συγχρόνως είναι απαρχαιωμένες και υπεύθυνες για τη δημιουργία του παγκόσμιου μεγάλου προβλήματος. Οι συγγραφείς αυτών των μελετών διατύπωσαν μια πρότασή εξόδου από την κρίση που δεν είχε να κάνει με την οικονομία, την τεχνολογία ή την πολιτική. Περισσότερο εξαρτιόταν από την επανάκτηση αυτού που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε ως προαιώνια φιλοσοφία: Μια κατανόηση της σχέσης μεταξύ του εαυτού μας και του κόσμου που βρίσκεται στη ρίζα κάθε μεγάλου κοινωνικού, θρησκευτικού ή φιλοσοφικού κινήματος.

Όπως επισημαίνουν οι διανοητές Hugh Kearney, Βuckminster Fullet, John Strohmeier και Peter Westbrook, οι βάσεις μιας νέας πολιτισμικής συγκρότησης απορρέει μόνο μέσα από ένα σύστημα σκέψης, το οποίο πήγασε από την αρχαία Ελληνική διανόηση.

Ποιος όμως τους άκουσε και ποιος τους ακούει ακόμα και σήμερα;

Το Άπειρο Βάθος του Είναι: Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Είναι για Πάντα Αυτό που Είναι

Η Ύπαρξη (το πιο ουσιαστικό μέρος της Ύπαρξης) είναι η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Έχουμε Συνείδηση ότι υπάρχουμε. Προβληματιζόμαστε κι αναζητάμε απαντήσεις για την Φύση της Ύπαρξης, τα Όριά της. Ο Μόνος Σωστός Τρόπος για να βρούμε απαντήσεις είναι να βιώσουμε την Ύπαρξη κι όχι μέσα από διδασκαλίες, θεωρίες, σκέψεις (όλα αυτά είναι μετα-ερμηνείες). Βιώνουμε την Ύπαρξη όταν απορρίπτουμε τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Τότε μόνο μπορούμε να έχουμε Καθαρή Αντίληψη και μπορούμε να νοιώσουμε το ΑΠΕΙΡΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι ξεκινώντας από την Παρούσα Συνείδηση (για τον Χάιντεγκερ Da-Sein, «εδώ είναι», «εδώ συνείδηση»), απορρίπτοντας όλες τις επιφανειακές εκδηλώσεις της Ύπαρξης έφτασαν στην Βίωση της Συνείδησης, του Καθαρού Είναι (για τον Xάιντεγκερ Sein ή Sein διαγραμμένο, Είναι και Μη-Είναι).

Το Είναι (ή Μη-Είναι) των υπαρξιστών για πολλούς είναι ο Θεός ή η Ύστατη Πραγματικότητα (που μπορούμε να την δούμε και αρνητικά σαν «Μηδέν»). Πάντως η ερμηνεία του Χάιντεγκερ είναι διφορούμενη. Το Είναι μπορεί να είναι το Πλήρες Είναι ή το Μη-Είναι, σαν το χωρίς ιδιότητες. Η δυσκολία δεν οφείλεται στο Είναι αλλά στην δική μας αδυναμία να αντιληφθούμε, είναι δηλαδή ερμηνευτικό το πρόβλημα.

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Είναι για Πάντα Αυτό που Είναι. Δεν αλλοιώνεται, δεν αυξάνεται, δεν μειώνεται. Δεν υπάρχει παρά μία συγκέντρωση σε μία δραστηριότητα, σε ένα σύνολο από αντιλήψεις και συμπεριφορές που μας «βάζει» σε ένα κύκλο ζωής, μέσα στα σύμπαντα, αόρατα και ορατά. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν σε ένα φαντασιακό χώρο (που μόνο από την ατελή συνείδηση θεωρείται πραγματικότητα). Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε πτώση, ούτε λύτρωση, ούτε τίποτα. Όλα συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο και οι δραστηριότητες όλες και οι διαλογιστικές πρακτικές συμβαίνουν στον φαντασιακό χώρο. Το μόνο που υφίσταται είναι η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα, («ψεύτικα», όχι ανύπαρκτα).

Ποτέ δεν μισούμε κάποιον τόσο, όσο αυτόν που αγαπάμε

Ο έρωτας μας συνδέει με τη χαρά που αισθανόμαστε γνωρίζοντας την ύπαρξη του άλλου. Μας φέρνει σε επαφή με τη σπάνια αίσθηση της πληρότητας.

Αυτή η κατάσταση δεν κρατάει για πολύ, αλλά μένει εγγεγραμμένη σαν ανάμνηση που συγκροτεί τη σχέση και που μπορεί να αναβιώσει περιστασιακά.

Αφού περάσουν μερικοί μήνες, εισβάλλει η πραγματικότητα και όλα τελειώνουν, ή αρχίζει η κατασκευή ενός κοινού δρόμου και για τους δύο.

Όταν κάποιος ερωτεύεται, στην πραγματικότητα δεν βλέπει τον άλλον στο σύνολό του.

Αντίθετα, ο άλλος λειτουργεί σαν μια οθόνη όπου ο ερωτευμένος προβάλλει τις εξιδανικευμένες πλευρές του.

Τα συναισθήματα, αντίθετα από τα πάθη, διαρκούν περισσότερο και είναι συνδεδεμένα με την αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας.

Η αγάπη αρχίζει να χτίζεται μόλις μπορέσω να δω αυτόν που έχω μπροστά μου- μόλις ανακαλύψω τον άλλον. Τότε είναι που η αγάπη αντικαθιστά τον έρωτα.

Μόλις περάσει αυτή η πρώτη στιγμή, αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια οι χειρότερες πλευρές μου, που επίσης προβάλλω στον άλλον.

Το να αγαπήσω κάποιον είναι μια πρόκληση για να ξεφορτωθώ εκείνες τις προβολές, για να έρθω σε πραγματική επαφή μαζί του.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι εύκολη, αλλά είναι από τα ωραιότερα πράγματα που συμβαίνουν, ή που βοηθάμε να συμβούν.

Μιλάμε για την αγάπη με την έννοια του «ενδιαφέροντος για το καλό του άλλου.

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Για την αγάπη, σαν ευφορία που κυριεύει σώμα και ψυχή και ενισχύεται -εφόσον μπορώ να χωρίς να θέλω να τον αλλάζω.

Περισσότερη σημασία από το χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής του άλλου, έχει το πόσο καλά αισθάνομαι δίπλα του και η δική του ευτυχία δίπλα μου.

Η χαρά που προσφέρει να είμαι με κάποιον που φροντίζει να είμαι καλά, που αντιλαμβάνεται τι χρειάζομαι και χαίρεται να μου το δίνει, αυτό κάνει η αγάπη.

Μια σχέση είναι κάτι παραπάνω από μια απόφαση. Είναι κάτι που συμβαίνει όταν νιώθουμε ενωμένοι με τον άλλον μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.

Θα μπορούσα να πω πως, εξαιτίας της ευχαρίστησης που μας δίνει η συνύπαρξη, αποφασίζουμε να μοιραστούμε μεγάλο μέρος της ζωής μας και ανακαλύπτουμε τη χαρά του να είμαστε μαζί.

Αν και είναι απαραίτητο να ξέρουμε πως το να βρούμε σύντροφο για το δρόμο δεν αρκεί: χρειάζεται, επίσης, να είναι ικανός να μας τροφοδοτήσει.

Να αποτελεί, μάλιστα, αποτελεσματική βοήθεια για την προσωπική μας ανάπτυξη.

Ο έρωτας χτίζεται ανάμεσα σε δύο, πάνω στη βάση μιας χημείας που μας κάνει να αισθανόμαστε διαφορετικά, ίσως εξαιτίας της μαγικής αίσθησης ότι είμαστε απολύτως αποδεκτοί από κάποιον. Είμαι ερωτευμένος και αγαπώ. Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς γι’ αυτό.

O Welwood λέει πως η πραγματική αγάπη υπάρχει όταν αγαπάμε γι’ αυτό που ξέρουμε πως ο άλλος μπορεί να φτάσει να γίνει- όχι μόνο γι’ αυτό που είναι.

Νομίζω πως ο έρωτας και η αγάπη είναι καταστάσεις που εναλλάσσονται σε μια σχέση.

Στην αρχή, κατά γενικό κανόνα, υπάρχει μια περίοδος πάθους που μπερδεύεται πολύ με αυτό που εγώ φαντάζομαι και προβάλλω σε αυτόν τον άνθρωπο.

Τότε, τοποθετώ τον ιδανικό για μένα άντρα ή γυναίκα στον άνθρωπο που έχω απέναντί μου.

Ο έρωτας είναι μια σχέση με τον ίδιο μου τον εαυτό, ακόμα κι αν διαλέγω κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο για να προβάλλω αυτό που νιώθω.

Και τότε θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: γιατί διαλέγω αυτόν τον άνθρωπο;

Τι συμβαίνει όταν, μετά από ένα χρονικό διάστημα, ο άλλος αρχίσει να δείχνει πώς είναι πραγματικά και αυτό δεν συμπίπτει με το ιδανικό μου;

Τότε αρχίζουν οι συγκρούσεις.

Αυτός δεν είναι όπως εγώ είχα πιστέψει. Το δίλημμα που τίθεται εδώ είναι αν θα μπορέσω να αγαπήσω αυτόν που βλέπω ή θα μείνω προσκολλημένος στο ιδανικό μου πρότυπο.

Η αγάπη μπορεί να αρχίσει με την επίλυση αυτού του διλήμματος, όταν τον βλέπω και συνειδητοποιώ πως τον αγαπώ όπως ακριβώς είναι.

Μάλιστα, μπορώ να φτάσω να αγαπώ ως και χαρακτηριστικά του που δεν μ’ αρέσουν, γιατί είναι δικά του και τον αποδέχομαι όπως είναι.

Νομίζω πως οι σχέσεις περνούν από στιγμές έρωτα, στιγμές αγάπης, στιγμές μίσους...

Στην πραγματικότητα, αγάπη και μίσος βρίσκονται πολύ κοντά.

Ποτέ δεν μισούμε κάποιον τόσο, όσο αυτόν που αγαπάμε.

Είναι υγιές να αποδεχτούμε πως έτσι έχουν τα πράγματα.

Ταξιδεύουμε στη σχέση, η οποία στην πραγματικότητα αντέχει, αν δείχνουμε ποιοι είμαστε, αν έχουμε συνείδηση του τι μας συμβαίνει, αν δεν το αρνούμαστε ή κάνουμε σαν να μην τρέχει τίποτα

Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή

Σχέσεις οικογενειακές, φιλίες, ερωτικούς δεσμούς, συνεργασίες, συνοδοιπορίες και όλων των ειδών τα πάρε δώσε.

Δεν αρκεί όμως να οδηγείς εσύ προσεχτικά και σωστά το αμάξι σου για να φτάσεις στον προορισμό σου, πρέπει να μη σου έρθει ο άλλος κόντρα καταπάνω σου από την απέναντι λωρίδα του δρόμου.

Κάποιοι στο πίσω μέρος του κεφαλιού σκέφτονται: Καλύτερα χωρίς σχέση παρά με κακή σχέση. Και άλλοι σκέφτονται: Καλύτερα σε κακή σχέση παρά χωρίς σχέση.

Δεν υπάρχει νομίζω άνθρωπος που να μη θέλει να ζει και να χαίρεται μέσα σε καλές σχέσεις.

Υπάρχει όμως μια ακλόνητη, ισχυρή αντίσταση της ψυχοπνευματικής ισορροπίας σε ό,τι αποφασίζουμε για τη ζωή μας: η μοναξιά αρνείται σθεναρά να γιατρευτεί μέσα σε κακές σχέσεις. Αντιθέτως αυξάνεται, αρρωσταίνει χειρότερα.

Επιπλέον σβήνει η ελπίδα τού «ίσως αύριο»… Είσαι εγκλωβισμένος και αισθάνεσαι παράλυτος.

Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή. Οδηγεί και σε κάτι παραπέρα, άσχημο, στενάχωρο και αγχογόνο: Σε υποβιβάζει στα ίδια τα μάτια σου, λιγοστεύει και εξαφανίζει με τον καιρό την αυτοεκτίμηση.

Δίχως αυτοεκτίμηση, δεν έχεις αυτοπεποίθηση, και δίχως αυτοπεποίθηση καταντάς όλο και περισσότερο σκλάβος. Οι άλλοι, χρησιμοποιούν τους σκλάβους τους, βολεύονται ευχαρίστως, αλλά δεν τους σέβονται, δεν τους εκτιμούν, οι βολικοί δούλοι τούς εκνευρίζουν.

Τα παιδιά μας, ζώντας και μεγαλώνοντας μέσα σε τέτοια ασθενική, νοσηρή, δήθεν υπερευαίσθητη ατμόσφαιρα, μας θυμώνουν που δεν τους χαρίζουμε σθένος και τονωτικό παράδειγμα.

Η δεδομένη ανασφάλεια τέτοιων γονεϊκών συμπεριφορών τούς μεταγγίζει ανασφάλεια για τις δικές τους περιπέτειες στο μέλλον.

Τα παιδιά ζητούν από τους γονείς τους να τα στηρίζουν και να τα ξεφοβίζουν, να τα εμπνέουν στο σημαντικό. Να καλλιεργούν όραμα που κάνει τη ζωή και τον αγώνα να αξίζει, να ενθουσιάζει.

Για τούτο και τα μικρά παιδιά εξελίσσονται σε έφηβους τόσο αυστηρούς με τους γονείς τους, σκληρούς, επικριτικούς, απόλυτους και οργισμένους.

Κακά τα ψέματα! Οι αγάπες αξιώνουν θαυμασμό. Και όταν λέμε θαυμασμό, δεν εννοούμε κοινωνικές επιτυχίες ή καθαυτό πλούτη, αλλά το δέος που μας προξενούν οι ελεύθερες ψυχές, οι τονωτικές, οι έντιμες.

Ο έντιμος ούτε εξαγοράζει ούτε εξαγοράζεται, δεν κολακεύεται ούτε κολακεύει. Έχει λεβεντιά. Είναι ευαίσθητος απέναντι στο ερώτημα: «Με θέλουν εδώ ή δε με θέλουν;»

Κανείς να μη μένει εκεί όπου δεν τον θέλουν. Είναι μεγάλο ρεζιλίκι να κάνεις ότι δεν το καταλαβαίνεις, να λες πως ψιχαλίζει όταν σε φτύνουν.

Ούτε σε έρωτες, ούτε σε γάμους, ούτε καν κοντά στα παιδιά του δεν επιτρέπεται να μένει κανείς όταν δεν είναι ευπρόσδεκτος. Μόνο αν φύγει θα έχει ελπίδα να τον ξαναπροσεγγίσουν, να τον καλέσουν να επιστρέψει, αν θέλει βέβαια ως τότε πάλι κι ο ίδιος.

Οι αποστάσεις σώζουν την υγεία και τη σχέση, επανεξετάζεις καταστάσεις και μετανοείς, διορθώνεσαι και ξεσκαρτάρεις. Με τέτοια εσωτερική έμπρακτη εργασία απομένει ατόφιο το αληθινό και πετιέται στα σκουπίδια το ψεύτικο.

Αν μια σχέση είναι ψεύτικη, ας πεταχτεί, είναι λύτρωση! Αν είναι αληθινή, θα μάθει να διαχειρίζεται υγιώς την κατάστασή της.

Ο καθαρός αέρας της απόστασης είναι διαυγής, αναζωογονητικός και διαφωτιστικός. Είναι ανοησία να φοβόμαστε να ξεκολλήσουμε από όποιον λέμε πως αγαπάμε.

Τον πρώτο καιρό που αποχωριζόμαστε μια κίβδηλη σχέση ή μια κίβδηλη συμπεριφορά, ο εθισμός της ανάγκης μάς κάνει να υποφέρουμε, θέλουν χρόνο όλων των ειδών και ποιοτήτων οι αποτοξινώσεις.

Έπειτα όμως από ένα διάστημα, μόνο μια αλήθεια από εκείνη την κατάσταση επιζεί, οι ψευδοανάγκες και τα ψευδοαισθήματα εξανεμίζονται.

Συχνά τότε αναρωτιέσαι: Μα γιατί άργησα τόσο να λυτρωθώ; Γιατί φοβόμουν να απομακρυνθώ από τη σκλαβιά μου; Όταν δε φαίνεσαι σε βλέπουν καλύτερα, και όταν σιωπάς ακούγεσαι.

Η απόσταση που απαιτείται να πάρεις δε σημαίνει απουσία αγάπης, ούτε διακοπή σχέσης, αντιθέτως. Όσοι όντως αγαπούν είναι πολύ ευαίσθητοι στο να μη φορτώνονται, να μην πιέζουν, να μην ενοχλούν τους αγαπημένους.

Η ανθρωπιά σου και η ποιότητά σου εξαρτώνται εν πολλοίς από το τι κάνεις με τη μοναξιά σου. Πώς τη ζεις, πώς τη διαχειρίζεσαι. Όταν δηλαδή χρειαστεί να την ακολουθήσεις, όταν, μένοντας μόνος, διασώζεις τον αυτοσεβασμό σου.

Η σχέση σου με τη μοναξιά καθορίζει την ποιότητα των σχέσεων με τους άλλους. Εννοούμε με άλλους με τους οποίους δε «σκοτώνεις την ώρα σου», αλλά «ζεις την ώρα σου». Δεν περνάς τον καιρό σου, αλλά τον γεμίζεις.

Η ώρα μου! Ο καιρός μου! Τι ωραίες λέξεις, τι νόημα!

Τελικά κακώς ονομάζουμε μοναξιά τη μοναξιά. Έτσι όπως το λέμε, η μοναξιά μοιάζει με εσωτερική ερήμωση, με την ανυδρία τού έσω μη κόσμου, με το κενό. Με το αδειανό μη σύμπαν και την άπνοια της πλήξης και της ανίας.

Δεν είναι όμως! Είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε μοναξιά από ερήμωση.

Η πρώτη είναι η αναγκαία προϋπόθεση κάθε αυτογνωσίας, κάθε γνώσης, κάθε ανεξαρτησίας, κάθε ωρίμανσης, και εξέλιξης, και ενδυνάμωσης, κάθε κοινωνίας.

Μοναξιά είναι το σημείο συνάντησης με τον χαρακτήρα μας και με το θείο. Ο τόπος του ραντεβού μας.

Όλοι αξίζουμε τη μοναξιά, αξίζει να μένουν και μόνοι, διότι εκεί πιέζει και παίρνει φόρα η φτέρνα του δρομέα.

Μόνοι λοιπόν, για ένα διάστημα, κάποιες ώρες της μέρας, αναγκαστικά της νύχτας, κάποιες μεγάλες εποχές της ζωής, κάποιες ζωές. Εκεί εκκολάπτεται η μάθηση, η αφομοίωση, ο απολογισμός και ο σχεδιασμός, η ενίσχυση.

Θέλει παρέα η ζωή. Μοιράσου τη

Μεγαλώνεις και χτίζεις προσωπικότητα. Και μαζί με αυτή, χτίζεις και τις άμυνες σου. Τα τείχη που θα σε προστατεύσουν από τον κάθε ένα που θα θελήσει να σε πληγώσει, να σε προδώσει, να σε κατατροπώσει.

Γιατί ξέρεις πως ο εαυτός σου, ό,τι και να λένε, αξίζει κάτι παραπάνω από όλα τα άλλα.

Κι αφού αξίζει, πρέπει να τον υπερασπιστείς απέναντι στους εισβολείς.

Κι είναι πολλοί.

Ω ναι, είναι τόσοι πολλοί οι εχθροί που ντύθηκαν φίλοι και ζήτησαν να παρακάμψεις γι’αυτούς τις άμυνές σου. Κι εσύ ήταν φορές που το έκανες, στηριζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχες. Και την πάτησες. Χίλιες φορές την πάτησες. Μα είπες δεν πειράζει. Έκλαψες, πόνεσες και συνέχισες.

Γεμάτος ο κόσμος εχθρούς, μάτια μου. Γεμάτος πληγές και τρικλοποδιές. Μα εσύ αντέχεις.

Πάντα;

Όχι.

Θα ήθελες να μπορούσες. Έλεγες πως το ελέγχεις. Πως όσο περνά από το χέρι σου δε θα γονατίσεις. Μα προδώθηκες. Κι ήταν ο ίδιος σου ο εαυτός που κατάφερε να σε γονατίσει.

Κρίση πανικού στην είπαν. Ένα μικρό θάνατο την ένιωσες.

Στρες κι άγχος σου είπαν. Προδοσία του μυαλού και της ψυχής σου τα ένιωσες.

Είχες υποσχεθεί πως θα είσαι δυνατός. Πως θα αντέχεις τα χαστούκια, την πίεση, την ένταση. Πίστευες σε σένα. Πόνταρες σε σένα. «Δε θα με λυγίσετε», έλεγες.

Και το πίστευες.

Κι όμως, σε μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή που σου φάνηκε αιώνας, όλα κατέρρευσαν. Μαζί με αυτά κι εσύ.

Πως είναι να νιώθεις την ίδια στιγμή να σε κρατούν από το λαιμό δέκα χέρια;

Πως είναι να νιώθεις τις ιδρωμένες παλάμες τους στο δέρμα σου, να σε αηδιάζουν και ταυτόχρονα να σε πανικοβάλλουν;

Πως είναι να σε κόβει ιδρώτας, να σου μουδιάζουν χέρια και πόδια, να βουίζει το κεφάλι σου και την ίδια στιγμή να κλαις σπαρακτικά δίχως εμφανή λόγο;

Ο εαυτός σου, η τελευταία και πιο ισχυρή γραμμή άμυνάς σου, έπεσε.

Δίχως προειδοποίηση.

Κι εσύ έμεινες έκθετος.

Μικρές κι ασήμαντες λεπτομέρειες έμπλεξαν με κάθε τι σημαντικό σε ένα λεπτό στρώμα φόβου, σκέψεων, ανησυχίας, άγχους. Ένα στρώμα πάγου που το νομίζεις ασφαλές, κι όμως, το ανεπαίσθητο κρακ του έρχεται να γκρεμίσει όσα ήξερες για τον εαυτό σου.

Γεμίζεις ραγίσματα, άναρχα απλωμένα προς κάθε κατεύθυνση.

Κι αυτό το κάτι μέσα σου που σπάει, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως δεν είσαι τόσο δυνατός όσο νόμιζες.

Δεν είναι κακό. Μην τρομάζεις. Η συνειδητοποίηση της αδυναμίας του ανθρώπου δεν είναι τιμωρία, μήτε καταδίκη. Δεν είναι το τέλος, παρά μόνο η αρχή.

Είναι ευκαιρία.

Η ευκαιρία που έχεις να καταλάβεις τον εαυτό σου. Να νιώσεις πως δεν είναι παντοδύναμος και θέλει βοήθεια. Θέλει να μοιράζεσαι όσα σε βασανίζουν, να μην κλείνεσαι.

Στο έχω ξαναπεί. Ο άνθρωπος δε γεννήθηκε για τη μοναξιά. Βαρύ φορτίο οι σκέψεις, τα άγχη και οι φόβοι για να τα κουβαλάς μόνος.

Γι’αυτό σου λέω: Θέλει παρέα η ζωή.

Μοιράσου τη.

HERMAN HESSE: Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό

Ο Λύκος της Στέπας μού έριξε τότε ένα πολύ σύντομο βλέμμα, ένα κριτικό βλέμμα για τα λόγια εκείνα και για το άτομο του ομιλητή, ένα αξέχαστο και τρομερό βλέμμα, για του οποίου τη σημασία θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο! Το βλέμμα δεν έκρινε απλώς εκείνον τον ομιλητή, δεν εκμηδένιζε μόνο τον διάσημο άντρα με συντριπτική και ωστόσο λεπτή ειρωνεία, αυτό ήταν το λιγότερο. Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό, και μάλιστα αβυσσαλέα και απελπισμένα θλιμμένο.

Το περιεχόμενο αυτού του βλέμματος ήταν μια ήρεμη, κάπως επιβεβαιωμένη απογοήτευση, που είχε γίνει συνήθεια και, κατά κάποιον τρόπο, είχε ήδη πάρει μορφή. Δεν διαπερνούσε με την απελπισμένη του λαμπρότητα απλώς το άτομο του ματαιόδοξου ομιλητή, αλλά ειρωνευόταν και εκμηδένιζε την κατάσταση της στιγμής, την προσμονή και την καλή διάθεση του κοινού, τον κάπως υπερφίαλο τίτλο της ομιλίας που είχε προαναγγελθεί – όχι, το βλέμμα του Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας όλες τις δραστηριότητες, όλη τη φιλοδοξία, όλη τη ματαιοδοξία, όλο το επιφανειακό παιχνίδι μιας φαντασμένης ρηχής πνευματικότητας – και δυστυχώς το βλέμμα πήγαινε ακόμα πιο βαθιά, πήγαινε πιο μακριά από τα ελαττώματα και την απελπισία της εποχής μας, του πνεύματος και του πολιτισμού μας. Έφτανε ως την καρδιά όλης της ανθρωπότητας, διατύπωνε εύγλωττα μέσα σε ένα και μόνο δευτερόλεπτο όλες τις αμφιβολίες ενός διανοουμένου, ενός γνώστη όχι μόνο για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ζωής.

Αυτό το βλέμμα έλεγε: “Κοίταξε τι μαιμούδες είμαστε! Κοίταξε πώς είναι ο άνθρωπος!”, κι όλη η διασημότητα, όλη η φρόνηση, όλες οι επιτεύξεις του πνεύματος, όλη η προσπάθεια για ανωτερότητα, μεγαλείο και σταθερότητα σε καθετί το ανθρώπινο κατέρρευσαν και έγιναν ένας μαιμουδισμός!

HERMAN HESSE, Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ

FRIEDRICH NIETZSCHE: Ριγμένος σε μια θορυβώδη και πληβεία εποχή

Να ζεις με τρομερή και περήφανη αταραξία· πάντοτε εκείθεν.

– Να έχεις και να μην έχεις τα αισθήματά σου, τα υπέρ και τα κατά σου, κατά βούληση, να αφήνεσαι να τα έχεις και να κάθεσαι πάνω τους όπως πάνω σε άλογα, συχνά όπως σε γαϊδάρους – γιατί πρέπει να ξέρεις να χρησιμοποιείς την ηλιθιότητά τους τόσο καλά όσο και τη φωτιά τους. Να κρατάς τα τριακόσια πρώτα πλάνα σου, αλλά και τα μαύρα γυαλιά σου: γιατί υπάρχουν περιπτώσεις όπου κανένας δεν πρέπει να κοιτά μέσα στα μάτια σου, κι ακόμη λιγότερο στους “λόγους” σου. Και να διαλέγεις για παρέα εκείνο το ευδιάθετο και μπερμπάντικο ελάττωμα, τη φιλοφροσύνη. Και να μένεις κύριος των τεσσάρων αρετών σου, του θάρρους, της διανοητικής διόρασης, της συμπάθειας, της μοναξιάς. Γιατί η μοναξιά είναι σε μας αρετή: είναι μια έξοχη ορμή και κλίση για καθαρότητα, που μαντεύει ότι κάθε επαφή μεταξύ ανθρώπων – “στην κοινωνία” – πρέπει αναπόφευκτα να είναι ακάθαρτη.

Κάθε κοινότητα σε κάνει κάπως, κάπου, κάποτε – “κοινό”.

Ριγμένος σε μια θορυβώδη και πληβεία εποχή…

“Τι σου συνέβη όμως;”

– “Δεν ξέρω”, απάντησε εκείνος διστακτικά· “ίσως πέταξαν οι Άρπυιες πάνω από το τραπέζι μου”.
Συμβαίνει συχνά σήμερα ένας άνθρωπος ήπιος, μετρημένος, επιφυλακτικός, να ξεσπάει ξαφνικά με μανία, να σπάζει τα πιάτα, να αναποδογυρίζει το τραπέζι, να φωνάζει, να λυσσά, να προσβάλλει τους πάντες – και στο τέλος να πηγαίνει στην άκρη, ντροπιασμένος, οργισμένος με τον εαυτό του – που; γιατί;

Για να πεθάνει της πείνας μόνος του;

Για να πνιγεί στις αναμνήσεις του;

– Όποιος έχει τις επιθυμίες μιας ανώτερης εκλεκτικής ψυχής και μόνο σπάνια βρίσκει το τραπέζι του στρωμένο και το φαγητό του έτοιμο, θα αντιμετωπίζει πάντα μεγάλο κίνδυνο: σήμερα όμως ο κίνδυνος αυτός έχει γίνει εξαιρετικός. Ριγμένος σε μια θορυβώδη και πληβεία εποχή, με την οποία δεν θέλει να φάει από το ίδιο πιάτο, μπορεί εύκολα να πεθάνει από πείνα και δίψα ή, αν ενδεχομένως “συμμετάσχει”, να χαθεί από ξαφνική αηδία.

– Έχουμε φάει ήδη όλοι σε τραπέζια στα οποία δεν ανήκαμε· και ακριβώς οι πνευματικότεροι από μας, που είναι και δυσκολότερο να τραφούν, γνωρίζουν εκείνη την επικίνδυνη δυσπεψία, που προέρχεται από μια ξαφνική διόραση κι απογοήτευση για το φαγητό και τους συνδαιτυμόνες μας – την αηδία του απόδειπνου.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

Τι είναι η κβαντική φυσική;

Τι είναι η κβαντική φυσική;

Η κβαντική φυσική ορίζει τη συμπεριφορά των ατόμων, των μορίων, των υποατομικών σωματιδίων και του φωτός. Είναι η φυσική του πολύ μικρού. Αντίθετα, η γενική σχετικότητα είναι η φυσική του πολύ μεγάλου, από τις πέτρες μέχρι τους πλανήτες και τους γαλαξίες. Η κβαντική φυσική αναπτύχθηκε από την ανάγκη να εξηγήσουμε κάποιες πολύ σημαντικές παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά της ύλης και της ακτινοβολίας, που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν με τη νευτώνεια φυσική. Ο κύριος λόγος της αποτυχίας της νευτώνειας μηχανικής στο βασίλειο του ατόμου είναι ότι ο κόσμος τελικά ήταν κοκκώδης και όχι συνεχής. Αν εξετάσετε την ακτινοβολία, παραδείγματος χάρη, θα βρείτε ότι αποτελείται από πολύ μικρά πακέτα ή κβάντα ενέργειας τα οποία είναι αδιαίρετα. Το ίδιο και η ύλη: όταν αλληλεπιδρούν τα άτομα ή τα μόρια και απορροφούν ή εκπέμπουν ενέργεια, το κάνουν μέσω κβάντων ενέργειας. Το άτομο δεν μπορεί να απορροφήσει μισό κβάντο ενέργειας, εφόσον αυτό το πράγμα δεν υπάρχει. Η νευτώνεια φυσική περιμένει από τον κόσμο να είναι συνεχής και γι’ αυτό αποτυγχάνει στο ατομικό επίπεδο.

Έτσι, τόσο η κβαντική φυσική όσο και και η σχετικότητα έδειξαν ότι η νευτώνεια φυσική ήταν λανθασμένη.

Όχι. Αποδείχθηκε ότι η νευτώνεια φυσική ήταν ημιτελής, όχι λανθασμένη. Εξακολουθεί να είναι ορθή για αντικείμενα πολύ μεγαλύτερα από τα άτομα που κινούνται με ταχύτητες που δεν πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός. Για την ακρίβεια, και η κβαντική φυσική και η σχετικότητα γίνονται νευτώνεια φυσική σε εκείνα τα μεγέθη και τις ταχύτητες. Όμως, καμία θεωρία δεν έχει αποδειχθεί εντελώς ορθή. Είναι πολύ πιθανό μια μέρα να αποδειχθεί ότι η γενική σχετικότητα είναι ημιτελής – η θεωρία που ίσως την αντικαταστήσει θα πρέπει να τη συμπεριλάβει και να την επεκτείνει, διατηρώντας · την ίδια προσέγγιση. Όμως, νομίζω ότι η κβαντική φυσική, σε πείσμα της επιτυχίας της, δεν είναι η σωστή προσέγγιση.

Αν η κβαντική φυσική δεν είναι η σωστή προσέγγιση, τότε υπάρχει θεωρία που να μπορεί να την αντικαταστήσει;

Δεν υπάρχει άλλη θεωρία τώρα που να μπορεί να την αντικαταστήσει, και πιστεύω πως θα περάσει καιρός για να εμφανιστεί κάποια. Πρέπει να σας πω ότι αποτελώ μειονότητα στην πεποίθησή μου ότι η κβαντική φυσική είναι ημιτελής. Σπουδαίοι φυσικοί όπως ο Μπορ, ο Χάιζενμπεργκ, ο Ντιράκ, ο Μπορν και πολλοί άλλοι διαφώνησαν μαζί μου σε αυτό. Ο Μπορ, όταν τον πίεζα, έλεγε ότι ακόμα κι αν μια μέρα αντικαθιστούσε την κβαντική φυσική μια πιο περιεκτική θεωρία, εκείνη η καινούρια θεωρία και πάλι θα είχε τις πιθανολογικές ιδιότητες της κβαντικής φυσικής. Εγώ διαφωνώ.

Αν παρακολουθώ τα λεγόμενά σας, έχετε ένσταση για τις πιθανολογικές ιδιότητες της κβαντικής φυσικής. Ποιες συγκεκριμένα είναι αυτές οι ιδιότητες;

Η κβαντική φυσική δεν προσφέρει μαθηματική απεικόνιση του ατόμου ή της δομής του, ή οποιασδήποτε άλλης φυσικής οντότητας που υπάρχει στον χώρο και τον χρόνο. Αυτό που κάνει η κβαντική φυσική είναι να προσδιορίζει την πιθανότητα να βρούμε αυτά τα σωματίδια σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία ή μια συγκεκριμένη κατάσταση κίνησης, όταν γίνεται μια μέτρηση. Δεν έχω ενστάσεις για το λογικό οικοδόμημα της θεωρίας και αναγνωρίζω τις σημαντικές επιτυχίες της. Όμως, η θεωρία σού απαγορεύει να ξέρεις ταυτόχρονα όσα θέλεις να ξέρεις για ένα αντικείμενο. Δεν μπορείς να ρωτήσεις και πού βρίσκεται ένα ηλεκτρόνιο και πόσο γρήγορα κινείται μια δεδομένη στιγμή. Δεν μπορείς και να ρωτήσεις τι είναι το ηλεκτρόνιο. Στην κβαντική φυσική, αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν νόημα. Αλλά μπορείς να υπολογίσεις την πιθανότητα να βρεις το ηλεκτρόνιο σε μια δεδομένη τοποθεσία αν επιχειρήσεις να το μετρήσεις. Αν η κβαντική φυσική έχει δίκιο, δεν θα μπορείς να ξέρεις ποτέ με βεβαιότητα το παρελθόν ή το παρόν, πολύ λιγότερο να υπολογίσεις το μέλλον για οτιδήποτε στο σύμπαν. Δεν το δέχομαι αυτό. Η θεωρία μάς δίνει πολλά. Πιστεύω ότι η κβαντική φυσική προσφέρει μόνο μια προσωρινή ερμηνεία του κόσμου. Νομίζω ότι μια μέρα θα επεξεργαστούμε ένα μοντέλο της πραγματικότητας που θα αντιπροσωπεύει τα ίδια τα αντικείμενα και όχι την πιθανότητα της ύπαρξής τους.

Η ΘΕΡΙΝΗ ΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

1. Φυσικές Εορτές

Οι δυο ισημερίες (φθινοπωρινή και εαρινή) και οι δυο τροπές του Ηλίου (χειμερινή και θερινή) αποτελούσαν και αποτελούν ημέρες με ιδιαίτερη σημασία σ' όλα τα μυσταγωγικά τάγματα που λειτούργησαν από αρχαιοτάτων χρόνων, καθώς οι μυσταγωγοί γνώριζαν την ιδιαίτερη σημασία τους στην εξέλιξη των ουσιών της Φύσεως. Οι εορτές αυτές ονομάζονται Φυσικές Εορτές επειδή συνδυάζονται με τα αντίστοιχα τέσσερα φυσικά γεγονότα, τις τροπές και τις ισημερίες, που αποτελούν τους τέσσερις εξελικτικούς σταθμούς τόσο των ουσιών της Φύσεως όσο και των ανθρωπίνων ψυχών

Ο Θείος Ορφέας ήταν ο πρώτος ο οποίος καθιέρωσε τον εορτασμό των φυσικών εορτών. Ο Θείος Ορφέας έζησε σε προϊστορική εποχή και συνεπώς δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα εκτός από την παράδοση περί της υπάρξεώς του και του έργου του. Υπήρξε ο πρώτος μέγας μυσταγωγός, δηλαδή ο πρώτος άνθρωπος του οποίου η διανόηση δια του μήκους των ακτίνων της έφθασε τα όρια υπέρτερων κόσμων και άντλησε από εκεί την θεία γνώση, η οποία δίνει την δυνατότητα στα νοητικά όντα να εξελιχθούν και να εισέλθουν στους χώρους των αθανάτων και στην θεία μακαριότητα.

Οι Πυθαγόρειοι τελούσαν τέσσερις γιορτές τον χρόνο που γινόντουσαν κατά τις δυο ισημερίες και κατά τις δυο τροπές του Ηλίου σε εκδήλωση λατρείας προς την Φύση γιατί πίστευαν ότι «Η προς την Φύση λατρεία περιλαμβάνει και τα κατά μέρος αυτής και το πνεύμα αυτής. Αντίθετα λατρεία προς πρόσωπο χωρίζει αυτό από την Φύση και το μειώνει. Λατρεύομαι, έλεγε, τους Θεούς ως κύριους των δυνάμεων της Φύσεως και όχι ως ατομικά εγώ αυτής. Τα ατομικά εγώ της Φύσεως τιμούμε μόνο για τα έργα τους».

Στην σημερινή εποχή τα επίσημα εορτολόγια περιλαμβάνουν θετές γιορτές (π.χ. τα Χριστούγεννα και το Πάσχα) που αντικατέστησαν τις αντίστοιχες φυσικές γιορτές και οι περισσότεροι τις γιορτάζουν χωρίς να γνωρίζουν την συμβολική τους σημασία. Σήμερα οι Φυσικές Γιορτές έχουν αξία και σημασία και συνεπώς γιορτάζονται μόνο απ' όσους διαπνέονται από φυσιοκρατικές αντιλήψεις και αισθάνονται την ανάγκη να εκδηλώσουν μ' αυτό τον τρόπο την λατρεία τους προς την θεία Φύση και να μετάσχουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, στις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στην Φύση για την επιτέλεση του θείου έργου και την επίτευξη του θείου σκοπού. Αλλά ποιο είναι το μυστήριο του θείου έργου της Φύσεως; Αν γνωρίζαμε κατά βάθος τους συντελεστές της δημιουργίας της μητρός Γης, τους συντελεστές της κινήσεως αυτής και τις σχέσεις που έχει με τα άλλα ουράνια σώματα, θα ήμασταν σε θέση να γνωρίζουμε τα αίτια των φαινομένων αυτών και τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Αυτό όμως αποτελούσε την ιδεολογία των αρχαίων μυστηρίων, τα οποία γνώριζαν τους συντελεστές της δημιουργίας του ανθρωπίνου όντος, τον σκοπό που εκπληρώνει το ανθρώπινο πνεύμα στην ανθρώπινη μορφή και την επίδραση που του ασκεί το περιβάλλον της Γης.

Η ψυχή από της γενέσεώς της μέχρις ότου φθάσει στο ανθρώπινο επίπεδο θα διέλθει δια 4 εξελικτικών επιπέδων: το επίπεδο των ερπετών, το επίπεδο των ιχθύων, το επίπεδο των πτηνών και το επίπεδο των θηλαστικών. Σε κάθε επίπεδο εκδηλώνει νοητική ενέργεια συνεχώς αυξανομένη ενώ παράλληλα αποκτά οργανισμό συνεχώς περισσότερο ικανό να ανταπεξέλθει στις συνεχώς αυξανόμενες νοητικές της δυνάμεις τις οποίες εκδηλώνει στο μέγιστο βαθμό στο επίπεδο των θηλαστικών. Στο επίπεδο των θηλαστικών εκδηλώνει την ζωική νόηση με συνεχώς αυξανόμενο βαθμό. Στο ανθρώπινο επίπεδο, που είναι η κορωνίδα του επιπέδου των θηλαστικών, με την παρέμβαση του πνευματικού κόσμου, η ψυχή θα πραγματοποιήσει ένα άλμα και θα εκδηλώσει την λογική νόηση που αποτελεί την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου επίπεδου.

Λογική νόηση είναι η δυνατότητα της διανοίας να συνδυάζει τις πληροφορίας τις οποίες συγκεντρώνει από το περιβάλλον στο οποίο ζει και εξάγει νέα χρήσιμα συμπεράσματα με τα οποία αφενός μεν κατανοεί το περιβάλλον της, αφετέρου δε αποφασίζει τι πρέπει ή δεν πρέπει να πράξει. Η λογική νόηση επιτρέπει στον άνθρωπο να σκέπτεται ορθά και μεθοδικά, ώστε ο Λόγος να παρουσιάζει ειρμό και ορθότητα και τα πορίσματα του να είναι σύμφωνα με την πραγματικότητα.

Οι Φυσικές εορτές εορτάζονται γιατί συμβολίζουν τα εξελικτικά στάδια της εξελικτικής πορείας της ανθρώπινης ψυχής στο γήινο φυσικό επίπεδο και τα οποία θα αναφέρουμε επιγραμματικά. Συγκεκριμένα: Η Φθινοπωρινή Ισημερία συμβολίζει την πρώτη ενσάρκωση μιας ψυχής στο ανθρώπινο επίπεδο κατά την οποία αποκτά την λογική νόηση και αυτό αποτελεί το τρίτο ιερό δράμα της εξελικτικής πορεία της Φύσεως. Η Χειμερινή Τροπή του Ηλίου συμβολίζει την γένεση στην ανθρώπινη ψυχή της γνωστικής νοήσεως και αυτό αποτελεί το τέταρτο ιερό δράμα της εξελικτικής πορεία της Φύσεως που στην ανθρώπινη ψυχή γεννιέται η επιθυμία να γνωρίσει τις ατέλειές της και τα πάθη της και να τα καταπολεμήσει. Η Εαρινή Ισημερία συμβολίζει την πλήρη αποκάθαρση της ανθρώπινης ψυχής από τα πάθη της και την πνευματική της αναγέννηση και αυτό αποτελεί το πέμπτο ιερό δράμα της εξελικτικής πορεία της Φύσεως. Τέλος,

Η Θερινή Τροπή του Ηλίου η οποία συμβολίζει την οριστική απομάκρυνση της ανθρώπινης ψυχής από το γήινο περιβάλλον και την όδευσή της προς τον πνευματικό Όλυμπο και αυτό αποτελεί το έκτο ιερό δράμα της εξελικτικής πορεία της Φύσεως.

2. Η περίοδος από την εαρινή ισημερία έως την θερινή τροπή του Ηλίου.

Η περίοδος από την εαρινή ισημερία έως την θερινή τροπή του Ηλίου συμβολίζει Στο φυτικό επίπεδο την εκδήλωση της βλαστήσεως και των ανθέων και των αρωμάτων αυτών. Στο ανθρώπινο επίπεδο συμβολίζει την περίοδο κατά την οποία οι ψυχές των ανθρώπων οι οποίες απέβαλαν όλα τους τα πάθη αποκτούν πλέον την σοφία. Κατόπιν, με την συνδρομή των οντοτήτων του ουρανού αποκτούν τον πνευματικό τους οργανισμό που είναι απαραίτητος για να οδεύσουν προς τους χώρους του ανεσπέρου φωτός και αυτό θα το επιτύχουν όταν εκδηλωθεί μέσα τους το απολλώνιο φως.

3. Η Θερινή Τροπή του Ηλίου

Θερινή τροπή του Ηλίου έχουμε την 21η Ιουνίου. Κατά την ημερομηνία αυτήν ο Ήλιος εισέρχεται στον αστερισμό του Καρκίνου και έτσι εισερχόμαστε αστρονομικά στην εποχή του καλοκαιριού. Η θερινή τροπή του Ήλιου συμβολίζει τον θρίαμβο της ψυχής του μύστου επί του νόμου του θανάτου και τον οριστικό αποχωρισμό της από τα δεσμά του περιβάλλοντος της και από το έρεβος. Από το έρεβος απομακρύνεται η ανθρώπινη ψυχή που έχει πλήρως αποκαθαρθεί από τα πάθη της και απόκτησε τον πνευματικό της οργανισμό.

­Οι Ορφικοί κατά την θερινή τροπή του Ηλίου τελούσαν γιορτές που αναφέρονταν στον θρίαμβο κατά του νόμου του θανάτου της τιτανικής φύσεως του Διονύσου. Κατά τις εορτές αυτές εξέφραζαν την λατρεία τους προς την θεία δημιουργία που έφθασε δια των εκδηλώσεων των Νόμων της στην εμφάνιση των νόμων της Θεοποιήσεως των όντων της. Επίσης εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους προς τα θεοποιηθέντα τέκνα της, υπό την προστασία των οποίων ετίθεντο με την θέληση τους. Στις γιορτές που τελούσαν οι Ορφικοί κατά την θερινή τροπή του Ηλίου λάμβαναν μέρος μόνον εκείνοι που είχαν διέλθει όλους τους βαθμούς της ορφικής μυήσεως και τα συμπόσιά τους δεν τα αποτελούσαν πλέον τα ωμοφάγια, αλλά τροφή που την αποκαλούσαν αμβροσία και ποτό που αποκαλούσαν Διονυσιακό οίνο. 

Αποκορύφωση των εκδηλώσεων των Ορφικών αποτελούσε η εκδήλωση της ευγνωμοσύνης τους προς τον Θεό Απόλλωνα, τον Θεό της αιωνίας νεότητας, ο οποίος, κατ' αυτήν την ώρα του έτους, παρέδιδε την λύρα του στον Θείο Ορφέα για να κρούει τις χορδές της και να μεταδίδει στις ψυχές των μυστών τους ήχους της ώστε να εναρμονίζουν τις πνευματικές τους δυνάμεις προς την πνευματική φύση του Θεού της αιωνίας νεότητας. Η τετάρτη και τελευταία μύηση­ των Ορφικών μυστηρίων γινόταν κατά την θερινή τροπή του Ηλίου που οι ακτίνες του φωτός Του είναι ζωηρότερες και οι καρποί ωριμάζουν. Η θερμότητα των Ηλιακών ακτίνων αυτής της εποχής αναπαριστούσε το φωτοβόλο των σκέψεων των τελείων μυστών και το γόνιμο των καρπών της θείας ιδεολογίας που οι ιεροφάντες κληροδοτούσαν στους διαδόχους τους.

Οι Μύστες της Ελευσίνας τελούσαν κατά την θερινή τροπή του Ηλίου γιορτή σε δόξα και ανάσταση της Κόρης Περσεφόνης και σε δόξα Διονύσου του Ελευθερέως, δηλαδή του ελευθερωτή των ανθρωπίνων ψυχών. Η Περσεφόνη είναι η ψυχή της Γης, η οποία διήλθε απ' όλες τις καταστάσεις των τεσσάρων εποχών και κατόπιν ήλθε στον Όλυμπο, δηλαδή στην χώρα της αιώνιας ζωής. Πριν όμως έλθει στην χώρα της αιώνιας ζωής συνεζεύχθη τον Διόνυσο τον Ελευθερία και έτσι θα ζήσει μετ' αυτού την αιώνια νεότητα και ευθυμία. Ιδού ποιος είναι ο κλήρος της ψυχής των θείων Μυστών και σαφώς τον απεκάλυψαν οι Θείοι Μύστες της Ελευσίνας. Επίσης οι Μύστες της Ελευσίνας έλεγαν ότι κατά την θερινή τροπή ωριμάζει ο σίτος του οποίου η σπορά, η βλάστηση και η ωρίμανση εικονίζει την ψυχή του μύστη την εξελισσόμενη προς την αποθέωση. Την καλλιέργεια του σίτου δίδαξε η Δήμητρα που είναι η θεά της Γης. Ο σίτος εικονίζει μεταμορφωτικό μέσο. Μεταβάλλεται σε σώμα, παντός Χριστού. Μετά το σίτο εμφανίζεται η σταφυλή, σύμβολο του Διονύσου. Ο χυμός της σταφυλής εικονίζει άλλο μεταμορφωτικό μέσο. Είναι, παντός Χριστού.

Οι Μύστες των Δελφών κατά την θερινή τροπή του Ηλίου τελούσαν ανάλογη τελετή σε δόξα του Φοίβου Απόλλωνος του θεού της αιωνίας νεότητας και του φωτισμού του ανθρωπίνου πνεύματος.

4. Η περίοδος από την θερινή τροπή του Ήλιου μέχρι την φθινοπωρινή ισημερία

Στο φυτικό επίπεδο έχουμε την μεταμόρφωση των ανθέων σε καρπούς, την ωρίμανση των καρπών και την συλλογή τους, καθώς θα μας χρησιμεύσουν για την συντήρησή μας κατά την περίοδο του χειμώνα. Στο ανθρώπινο επίπεδο συμβολίζεται η περίοδος κατά την οποία οι ψυχές των μυστών οι οποίες απέβαλαν οριστικά το έρεβος έχουν αποχωρίσει από το γήινο περιβάλλον και έχουν εισέλθει στην διαρκή ημέρα. Οι ψυχές όμως εκείνες που δεν κατόρθωσαν να αποβάλουν το έρεβος και παραμένουν στο γήινο περιβάλλον, πρέπει να συλλέξουν τους καρπούς όσων έχουν πετύχει μέχρι τώρα, να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους ώστε να επιτύχουν την πνευματική τους αναγέννηση

Ο Αριστοτέλης και η προβληματική του πλατωνικού αγαθού

Η θεωρία του Πλάτωνα για την αναζήτηση του αγαθού δεν έχει να κάνει μόνο με τον κόσμο των ιδεών που υπερέχει από εκείνο των αισθήσεων, αλλά και με την έννοια της ολότητας που του αποδίδεται. Αν και ο Πλάτωνας δεν ξεκαθάρισε ποτέ επακριβώς τι ορίζει ως αγαθό, γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κάτι υπέρτατο, εξόχως πνευματικό, που καθορίζει τα πάντα και αφορά το σύνολο όχι μόνο της ανθρώπινης δράσης, αλλά της ζωής γενικότερα.

«Ο Πλάτωνας δε δίνει μια σαφή ερμηνεία για αυτόν τον όρο που είναι από τους βασικότερους στο φιλοσοφικό του σύστημα παρά αρκείται σε ορισμένους υπαινιγμούς. Αγαθόν πάντως είναι α) το είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι· β) η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα· γ) ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη (Πολ. 509a). Η έκφραση αυτό το αγαθόν φαίνεται να δηλώνει την ύψιστη αρχή και την πηγή του όντος και της γνώσης».

Αυτή – η σχεδόν θεϊκή – απόδοση του αγαθού δεν αφορά μόνο τη δημιουργία και τη διατήρηση της ζωής (είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι), αλλά και τη συνέχεια του κόσμου ως ρυθμιστής της πολλαπλότητας προς επίτευξη της τάξης. Η τάξη, οι νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι η εγγύηση της ενότητας, αφού αλλιώς η πολλαπλότητα (που καθορίζεται π.χ. από τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες, την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, την εναλλαγή των εποχών, τη διαφορετικότητα των ζωντανών οργανισμών και ούτω καθεξής) θα οδηγούσε στο ασυνάρτητο. Ο άνθρωπος, αν θέλει να προσεγγίσει την τελειότητα αυτής της σύνθετης τάξης που διέπει τον κόσμο (μέσω όλων των εκφάνσεων της πολλαπλότητας), δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφύγει στις ιδέες. Μόνο η γνώση και η επιστήμη μπορούν να αντιπαρατεθούν στο μεγαλείο της φυσικής ισορροπίας που κυβερνά τον κόσμο. Κι αυτός είναι ο λόγος που συγκαταλέγονται επίσης στον ορισμό του αγαθού (ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη), ως μοναδικό εργαλείο του ανθρώπου για να το κατανοήσει.

Από την πλευρά του, ο μεγάλος μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην τοποθέτηση του δασκάλου του: «Ίσως, πράγματι, είναι προτιμότερο να εξετάσουμε σε βάθος το κορυφαίο αγαθό ως μια καθολική οντότητα και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς θέλει αυτό να πει». (1096a 6, 12-13). Το σίγουρο είναι ότι ο μαθητής έρχεται σε δύσκολη θέση, αφού δεν είναι εύκολο να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο δάσκαλο: «Φυσικά, μια τέτοια συζήτηση καταντάει να είναι πολύ επίπονη, αφού αυτοί που παρουσίασαν τη θεωρία για τις Ιδέες ήταν φίλοι μας». (1096a 6, 13-15).

Στη φιλοσοφία, όμως, δε χωράνε συναισθηματισμοί. Αυτό που προέχει είναι η αναζήτηση της αλήθειας, αρχή που υποστηρίζουν ομόφωνα τόσο ο δάσκαλος, όσο και ο μαθητής: «Ίσως όμως κανείς δε θα διαφωνήσει ότι είναι καλύτερο – κάτι παραπάνω: ότι είναι ανάγκη – να είμαστε έτοιμοι ακόμη και τις πιο προσωπικές μας αντιλήψεις να αναιρέσουμε, αν είναι με τον τρόπο αυτό να σωθεί η αλήθεια – έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε και φιλόσοφοι: έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια». (1096a 6,15-18).

Ο Αριστοτέλης διαφωνεί πρωτίστως στην εκδοχή της ολότητας που προτάσσει το πλατωνικό αγαθό, αφού η ολότητα εκμηδενίζει όλα τα όρια παραβλέποντας τη διαφορετικότητα των τομέων της ανθρώπινης (κι όχι μόνο) δράσης. Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια εκδοχή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην ασάφεια, καθώς ταυτίζεται με όλες τις εκδοχές του «είναι», παράμετρος που λειτουργεί περισσότερο χαοτικά παρά διαφωτιστικά: «Επειδή η λέξη “αγαθό” χρησιμοποιείται με όσες σημασίες και η λέξη “είναι” (λέγεται, πράγματι, στην κατηγορία της ουσίας, π.χ. για το θεό και για το νου, στην κατηγορία της ποιότητας, π.χ. για τις αρετές, στην κατηγορία της ποσότητας, π.χ. για το σωστό μέτρο, στην κατηγορία της σχέσης, π.χ. για το χρήσιμο, στην κατηγορία του χρόνου, π.χ. για την κατάλληλη στιγμή, στην κατηγορία του τόπου, π.χ. για την τοποθεσία διαμονής, και ούτω καθεξής), είναι φανερό ότι το “αγαθό” δεν μπορεί να είναι μια λέξη κοινή, κάτι το καθολικό και ένα· γιατί τότε δε θα χρησιμοποιούνταν για όλες τις κατηγορίες, αλλά μόνο για μία». (1096a 6, 26-32).

Κατ’ επέκταση, τίθεται και η προβληματική της ολότητας του συνόλου των επιστημών: «Δεδομένου ότι για όλα όσα εμπίπτουν σε μία Ιδέα υπάρχει και μία επιστήμη, μία επιστήμη θα έπρεπε να υπάρχει και για όλα τα αγαθά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι υπάρχουν πολλές, ακόμη και στην περίπτωση που ο προσδιορισμός “αγαθό” χρησιμοποιείται για πολλά επιμέρους πράγματα κάτω από την ίδια κατηγορία. Παράδειγμα η κατηγορία της κατάλληλης στιγμής: με την κατάλληλη στιγμή στον πόλεμο ασχολείται η επιστήμη της στρατηγικής, ενώ με την κατάλληλη στιγμή στην αρρώστια η ιατρική· με το μέτρο στην τροφή η ιατρική, ενώ με το μέτρο στην άθληση η γυμναστική». (1096a 6, 33-38).

Ο Αριστοτέλης διαφωνεί, επίσης, και με τη χρήση του όρου «καθεαυτό» που χρησιμοποιείται από τους πλατωνιστές όταν αναφέρονται στο αγαθό. Η επίκληση της λέξης «καθεαυτό» (καθεαυτό αγαθό) επιδιώκει να αποδώσει την ύψιστη καθαρότητα στην έννοια δίνοντας τη σημασία της βαθύτερης ουσίας, την τελική της υπόσταση. Ο Αριστοτέλης βρίσκει ότι μια τέτοια απόδοση στερείται νοήματος: «Μπορεί επίσης κανείς να αναρωτηθεί τι θέλουν άραγε να πουν με αυτό το “καθεαυτό” που προσθέτουν στα επιμέρους πράγματα, δεδομένου ότι και για τον “άνθρωπο καθεαυτόν” και για τον “άνθρωπο” ο ορισμός είναι ένας και ο αυτός – αφού είναι άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον έναν και στον άλλον. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε καμιά επίσης διαφορά και ανάμεσα στο “αγαθό καθεαυτό” και στο “αγαθό”». (1096a 6, 38-39 – 1096b 6, 1-3).

Σε τελική ανάλυση, είναι σαν να επιχειρείται η απόδοση της έννοιας του αγαθού με μια πλήρη-ισοπεδωτική γενίκευση, που εκμηδενίζει όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά προτάσσοντας το ενιαίο της ουσίας, της ποιότητας και της δυνατότητας συσχετισμού κάθε πράγματος, παράγοντες που εν πολλοίς διαμορφώνουν το αποκαλούμενο «καθεαυτό»: «Η λέξη όμως αγαθό είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται και στην κατηγορία της ουσίας και στην κατηγορία της ποιότητας και στην κατηγορία της σχέσης, και το “καθεαυτό”, δηλαδή η ουσία, προηγείται φύσει από το “ενσχέσει προς” (γιατί η σχέση μοιάζει με παραφυάδα και με συμπληρωματική, δευτερεύουσα ιδιότητα του όντος) – και άρα δεν μπορεί να υπάρχει μια κοινή Ιδέα για την ουσία και για τη σχέση». (1096a 6, 21-26).

Βεβαίως, ο Αριστοτέλης προς αποσαφήνιση όλων των παραμέτρων δε θα μπορούσε να αποσιωπήσει τον πλατωνικό διαχωρισμό των αγαθών σε «καθεαυτά» και «για χάρη εκείνων», αναγνωρίζοντας ότι ενδεχομένως ο διαχωρισμός αυτός να επιφέρει αντιρρήσεις στα όσα μέχρι τώρα υποστήριξε: «Διαφαίνεται, πάντως, μια αντίρρηση πάνω σε όσα είπαμε ως τώρα, με το σκεπτικό ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών δε μιλούν για όλα τα αγαθά, αλλ’ ότι με το νόημα της μιας Ιδέας μιλούν μόνο για τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπώνται γι’ αυτό που είναι τα ίδια, ενώ τα αγαθά που έχουν τη δύναμη να γεννούν τα αγαθά που είπαμε, να διαφυλάττουν – κατά κάποιο τρόπο ή να εμποδίζουν το αντίθετο, λέγονται “αγαθά για χάρη εκείνων”, και, πάντως, με ένα νόημα δευτερεύον». (1096b 6, 9-15).

Εν τέλει, πλατωνικά πάντα, υπάρχουν δύο ειδών αγαθά: «Είναι, άρα, φανερό ότι για τα αγαθά μπορούμε να μιλούμε με δύο τρόπους: αγαθά καθεαυτά και αγαθά για χάρη εκείνων». (1096b 6, 15-16). Ο Αριστοτέλης, αφού ονομάσει τα αγαθά που υπάρχουν προς εξασφάλιση των καθεαυτό αγαθών ωφέλιμα αγαθά, θα προχωρήσει στο κατά πόσο τα καθεαυτά αγαθά μπορούν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση της πλατωνικής Ιδέας. «Χωρίζοντας λοιπόν τα ωφέλιμα αγαθά από τα καθεαυτά αγαθά, ας εξετάσουμε αν τα κεθεαυτά αγαθά ονομάζονται αγαθά με το νόημα της μιας Ιδέας». (1096b 6, 17-18).

Κι εδώ ξεκινά ένας νέος κύκλος προβληματισμών: «Ποια αγαθά θα βάζαμε στον αριθμό των καθεαυτά αγαθών; Θα ήταν αυτά που οι άνθρωποι τα επιδιώκουν ακόμη κι όταν μένουν μόνα τους, π.χ. τη φρόνηση και την όραση, καθώς και κάποιες ηδονές και τιμές;» (1096b 6, 18-20). Τα πράγματα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρα: «Αυτά, πράγματι, τα αγαθά θα τα έβαζε κανείς στα καθεαυτά αγαθά, ακόμη κι αν οι άνθρωποι τα επιδιώκουν για χάρη κάποιων άλλων». (1096b 6, 21-22).

Το δυσδιάκριτο του διαχωρισμού των πλατωνικών αγαθών δεν μπορεί παρά να γεννήσει νέα ερωτήματα: «Ή μήπως αγαθό καθεαυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η Ιδέα του αγαθού;» (1096b 6, 22-23). Βρισκόμαστε ξανά μπροστά στην ολότητα του πλατωνικού αγαθού, που είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, καθώς η διαφορετικότητα των ορισμών σε όλα τα προαναφερθέντα αγαθά την αποκλείει: «Οι ορισμοί της τιμής, της φρόνησης και της ηδονής ως μορφών του αγαθού είναι χωριστοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Το “αγαθό”, επομένως, δεν είναι κάτι το κοινό με το νόημα μιας Ιδέας». (1096b 6, 26-29). Κι αν πρέπει το θέμα να διατυπωθεί αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα το θέσει ξεκάθαρα: «… στην περίπτωση αυτή η Ιδέα δε θα έχει κανένα απολύτως περιεχόμενο». (1096b 6, 23).

Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει μια Ιδέα, που τελικά συνταιριάζει τα ασυνταίριαστα, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει, πολύ περισσότερο να εφαρμόσει ή να αναζητήσει, και δεν μπορεί ούτε να διατυπωθεί επακριβώς ακόμη και από αυτόν που τη συνέλαβε; «και αν ακόμη υπήρχε ένα αγαθό που να μπορεί να λέγεται από κοινού για τα αγαθά, ή ένα χωριστό αυθύπαρκτο αγαθό, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε ούτε να γίνει πράξη ούτε να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. Εμείς όμως ένα τέτοιο αγαθό αναζητούμε τώρα». (1096b 6, 36-39).

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αριστοτελικής διαφωνίας με το μεγάλο του δάσκαλο. Ο Πλάτωνας αναζητά το πεδίο της αλήθειας έξω από τα μέτρα του ανθρώπου. Γι’ αυτό εκθειάζει τον κόσμο των Ιδεών υποτιμώντας τις αισθήσεις. Για τον Πλάτωνα ο αισθητός κόσμος δεν είναι πραγματικός. Είναι το απείκασμα της πραγματικότητας, μια ψεύτικη αντανάκλαση του αληθινού κόσμου, του κόσμου των Ιδεών. Εκείνοι που εγκλωβίζονται στα δεσμά του αισθητού κόσμου είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, οι δεσμώτες, που δε θα μπορέσουν ποτέ να δουν το αληθινό φως, εκτός αν καταφέρει να τους απεγκλωβίσει ο φιλόσοφος. Η άγνοια και η εμμονή στην περιορισμένη αντιληπτική δυνατότητα των αισθήσεων θα τους στερήσει τη θέαση του αγαθού.

Για τον Αριστοτέλη, ένα τέτοιο αγαθό, ξεκομμένο από τα ανθρώπινα μέτρα στερείται νοήματος. Ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος που πατά με τα δυο πόδια πάνω στη γη. Οι αισθήσεις έχουν γι’ αυτόν τεράστια σημασία. Ο άνθρωπος είναι αδύνατο να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα αν δε βασιστεί στις αισθήσεις του. Γι’ αυτό και τα περισσότερα παραδείγματα που χρησιμοποιεί στηρίζονται στην παρατήρηση. Για τον Αριστοτέλη η φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια θεωρητική κατασκευή, που αφήνει τον άνθρωπο απ’ έξω. Αντίθετα, οφείλει να έχει συνεχώς το βλέμμα της πάνω στον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Φιλοσοφία ξεκομμένη από τον άνθρωπο, δεν είναι φιλοσοφία, όπως και αγαθό που δεν αφορά τις ανθρώπινες δυνατότητες δεν είναι αγαθό.

Αυτός είναι και ο λόγος που το πλατωνικό αγαθό είναι αδύνατο να τον ικανοποιήσει: «… θα μπορούσε ίσως κανείς να το θεωρήσει σωστό να γνωρίσουμε το απόλυτο αυτό αγαθό με το βλέμμα μας στραμμένο στα αγαθά που μπορούν να αποκτηθούν και να πραγματοποιηθούν: έχοντάς το ως πρότυπο και ως υπόδειγμα, θα γνωρίσουμε καλύτερα αυτά που είναι αγαθά για μας, και γνωρίζοντάς τα, θα τα επιτύχουμε και θα τα αποκτήσουμε ευκολότερα». (1097a 6, 1-4).

Εξάλλου, αυτός είναι και ο τρόπος που δουλεύουν οι επιστήμες: «μολονότι όλες τους επιδιώκουν κάποιο αγαθό και ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να καλύψουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψή του, αφήνουν στην άκρη τη γνώση του απόλυτου, του καθεαυτό αγαθού – και, φυσικά, δεν είναι καθόλου εύλογο, μια τόσο μεγάλη βοήθεια όλοι ανεξαίρετα οι εκπρόσωποι των τεχνών να την αγνοούν και να μη ζητούν να ωφεληθούν από αυτήν». (1097b 6, 6-9).

Ακόμη και οι πρακτικές-χειρωνακτικές τέχνες είναι αδύνατο να καθοδηγηθούν από την Ιδέα του πλατωνικού αγαθού: «Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να δει τι όφελος θα έχει για την τέχνη ο υφάντης ή ο μαραγκός από τη γνώση αυτού του απόλυτου αγαθού, ή πώς θα γίνει καλύτερος γιατρός ή καλύτερος στρατηγός αυτός που θα έχει αντικρίσει την ίδια τη σχετική Ιδέα. Προφανώς ούτε την υγεία την εξετάζει ο γιατρός με αυτόν τον τρόπο· αυτό που εξετάζει είναι η υγεία του ανθρώπου, ίσως μάλιστα η υγεία του συγκεκριμένου ανθρώπου· γιατί ο γιατρός θεραπεύει συγκεκριμένα άτομα». (1097a 6, 10-16).

Τα απόλυτα δεν έχουν σχέση με τα ανθρώπινα κι αυτή είναι η βαθύτερη προβληματική του πλατωνικού αγαθού. Από αυτή την άποψη, και η αναζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί παρά να αφορά τα ανθρώπινα μεγέθη. Μιλάμε, δηλαδή, όχι για την απόλυτη, αλλά για την ανθρώπινη αλήθεια. Κι αυτό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις διδασκαλίες των σοφιστών, γιατί εκείνοι προχώρησαν στην άρνηση της αλήθειας υποστηρίζοντας τη δυναμική της υποκειμενικότητας. Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι υπάρχει ο δρόμος της αλήθειας κι αυτόν προσπαθεί να ακολουθήσει με όση αντικειμενικότητα διαθέτει. Όμως, ο δρόμος αυτός οφείλει να μην υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα. Γιατί, αν τα υπερβεί, αχρηστεύεται.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.6.22–4.6.27

Μια επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση των Μυρίων

Περνώντας τον Κεντρίτη ποταμό, οι Μύριοι βρέθηκαν στην Αρμενία, όπου αντιμετώπισαν το δριμύ ψύχος και την πείνα. Λίγο πριν φτάσουν στην περιοχή των Ταόχων, οι Χάλυβες, οι Τάοχοι και οι Φασιανοί εμπόδισαν την πορεία τους, κλείνοντας ένα ορεινό πέρασμα. Μετά από σύσκεψη των στρατηγών, αποφασίστηκε συνδυασμένη ενέργεια δύο τμημάτων του Ελληνικού στρατεύματος.


[4.6.22] Ἐπειδὴ δὲ ἐδείπνησαν καὶ νὺξ ἐγένετο, οἱ μὲν ταχθέντες
ᾤχοντο, καὶ καταλαμβάνουσι τὸ ὄρος, οἱ δὲ ἄλλοι αὐτοῦ
ἀνεπαύοντο. οἱ δὲ πολέμιοι ἐπεὶ ᾔσθοντο τὸ ὄρος ἐχόμενον,
ἐγρηγόρεσαν καὶ ἔκαιον πυρὰ πολλὰ διὰ νυκτός. [4.6.23] ἐπειδὴ δὲ
ἡμέρα ἐγένετο Χειρίσοφος μὲν θυσάμενος ἦγε κατὰ τὴν
ὁδόν, οἱ δὲ τὸ ὄρος καταλαβόντες κατὰ τὰ ἄκρα ἐπῇσαν.
[4.6.24] τῶν δὲ πολεμίων τὸ μὲν πολὺ ἔμενεν ἐπὶ τῇ ὑπερβολῇ τοῦ
ὄρους, μέρος δ’ αὐτῶν ἀπήντα τοῖς κατὰ τὰ ἄκρα. πρὶν δὲ
ὁμοῦ εἶναι τοὺς πολλοὺς ἀλλήλοις, συμμιγνύασιν οἱ κατὰ
τὰ ἄκρα, καὶ νικῶσιν οἱ Ἕλληνες καὶ διώκουσιν. [4.6.25] ἐν τούτῳ
δὲ καὶ οἱ ἐκ τοῦ πεδίου οἱ μὲν πελτασταὶ τῶν Ἑλλήνων
δρόμῳ ἔθεον πρὸς τοὺς παρατεταγμένους, Χειρίσοφος δὲ
βάδην ταχὺ ἐφείπετο σὺν τοῖς ὁπλίταις. [4.6.26] οἱ δὲ πολέμιοι οἱ
ἐπὶ τῇ ὁδῷ ἐπειδὴ τὸ ἄνω ἑώρων ἡττώμενον, φεύγουσι· καὶ
ἀπέθανον μὲν οὐ πολλοὶ αὐτῶν, γέρρα δὲ πάμπολλα ἐλήφθη·
ἃ οἱ Ἕλληνες ταῖς μαχαίραις κόπτοντες ἀχρεῖα ἐποίουν.
[4.6.27] ὡς δ’ ἀνέβησαν, θύσαντες καὶ τρόπαιον στησάμενοι κατέ-
βησαν εἰς τὸ πεδίον, καὶ εἰς κώμας πολλῶν καὶ ἀγαθῶν
γεμούσας ἦλθον.

***
Αφού δε εδείπνησαν και ενύκτωσε, οι μεν ορισθέντες δια την κατάληψιν του όρους απέρχονται και καταλαμβάνουν το όρος, οι δε άλλοι αυτού ανεπαύοντο. Οι δε εχθροί μόλις αντελήφθησαν ότι το όρος είχε καταληφθή, καθ' όλην την νύκτα ηγρύπνουν και έκαιον πολλά πυρά. Όταν δε εξημέρωσε, ο μεν Χειρίσοφος, αφού εθυσίασε, εβάδιζε δια της φανεράς οδού κατά των εχθρών, εκείνοι δε οι οποίοι κατέλαβον το όρος επετίθεντο από τας κορυφάς του. Εκ δε των εχθρών το μεν περισσότερον μέρος έμεινεν επί της διαβάσεως του όρους, μέρος δε αυτών επετέθη κατά των καταλαβόντων τας κορυφάς Ελλήνων. Αλλά πριν ή το κύριον σώμα των δύο στρατών συγκρουσθή, όσοι ήσαν εις τας κορυφάς του όρους έρχονται εις σύγκρουσιν, και νικούν οι Έλληνες και τους τρέπουν εις φυγήν. Την στιγμήν αυτήν εις την πεδιάδα οι πελτασταί των Ελλήνων αρχίζουν να τρέχουν εναντίον εκείνων, οι οποίοι είχον παραταχθή έμπροσθέν των, ενώ ο Χειρίσοφος ηκολούθει ταχέως με τους οπλίτας. Οι δε εχθροί οι ευρισκόμενοι εις την διάβασιν, επειδή έβλεπον ότι οι επί των κορυφών συγκρουσθέντες με τους Έλληνας έφευγον, φεύγουν και αυτοί∙ και εφονεύθησαν μεν εξ αυτών ολίγοι, κατελήφθησαν δε πάρα πολλαί πλεκταί ασπίδες, τας οποίας κόπτοντες οι Έλληνες με τας μαχαίρας των καθίστων αχρήστους. Αφού δε ανέβησαν όλοι, θυσιάσαντες και στήσαντες τρόπαιον κατέβησαν εις την πεδιάδα, όπου υπήρχον κώμαι γεμάται από παντός είδους τρόφιμα.