Ο Πλούτος του Αριστοφάνη.
Υπόθεση.
Ο γερο – αγρότης Χρεμύλος πνιγμένος στα χρέη, μηχανεύεται τρόπους για να εξαπατήσει τους δανειστές του, όνομα επινόηση του Αριστοφάνη (από τις λέξεις χρέος + αιμύλω = απατώ), απογοητευμένος από την φτώχεια του, αναχωρεί για το Μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί τον θεό Απόλλωνα πώς να αναθρέψει τον γιο του: τίμια για να πεθάνει φτωχός ή ως κλέφτης και απατεώνας για να πνιγεί στα πλούτη. Η Πυθία με τον χρησμό της του απαντά : “Να παραλάβεις στην οικία σου τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσεις αναχωρώντας από το ναό μου”.
Ο Χρεμύλος, συνοδευόμενος από τον… δούλο του Καρίωνα (το όνομα Καρίωνας, είναι λόγω της καταγωγής του, από την Καρία της Μ. Ασίας), συναντούν ένα τυφλό ρακένδυτο και εριστικό γέροντα χωρίς να αναφέρει ποιος είναι και όπως διατείνεται. Αρχίζουν να τον χλευάζουν και να τον υποτιμούν, τον λένε παλιόγερο και ζητιάνο, και αρχίζουν να τον ρωτούν το όνομα του. Είναι ο θεός Πλούτος, τον οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον έχει τυφλώσει ο Δίας, για να μην βλέπει που μοιράζει τα πλούτη του. Ο θεός Πλούτος φοβάται πως αν γιατρευτεί και αρχίσει να βλέπει ο κορυφαίος των θεών Δίας θα θυμώσει και θα προξενήσει καταστροφές στην ανθρωπότητα. Ο Αριστοφάνης που θέλει προστάτη όλων των αδικιών τον Δία, ίσως θέλει να σαρκάσει το επίσημο ιερατείο για τους συμβιβασμούς του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την συνέχεια του έργου, όπου η απουσία του Δία είναι εμφανής.
Μόλις μαθαίνουν ποιος είναι αυτός ο ρακένδυτος τυφλός ζητιάνος τον οποίο προηγουμένως χλεύαζαν αρχίζουν τις κολακείες (Το γλείψιμο λαϊκά) και διατείθεται να τον πάρει σπίτι του ο Χρεμύλος με σκοπό να τον πάει στην συνέχεια για γιατρειά να βρεί το φως του ώστε να τον κάνει πλούσιο. Ο Χρεμύλος δεν διστάζει να του προσφέρει ακόμα και την γυναίκα του. Ο φιλοξενούμενος θεός μεταπείθεται και ο Χρεμύλος αποφασίζει να τον γιατρέψει για να πλουτίζουν οι καλοί άνθρωποι και όχι όπως τώρα οι άτιμοι, οι πονηροί, οι ρήτορες και διάφοροι θρησκειοκάπηλοι. Ο θεός Πλούτος αποκαλύπτει την πραγματική του ιδιότητα. Ο Χρεμύλος και ο Καρίωνας του ανοίγουν με όλη την δύναμή τους τα βλέφαρά του και σύμφωνα με τις θρησκευτικές συνήθειες τον παραδίδουν για μία νύχτα στο ιερό του Ασκληπιού για να επανέλθει το φως των ματιών του. Αυτό το ιαματικό προσκύνημα στο Ασκληπιείο μας το ζωγραφίζει ο Αριστοφάνης με τα λόγια του δούλου Καρίωνα. Είναι μια σπάνια περιγραφή, ασυναγώνιστη σε σαρκασμό για τις λαϊκές προλήψεις.
Ο Πλούτος θεραπεύεται. Εδώ όμως παρεμβαίνει η θεά Πενία (Η πείνα) η οποία προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να πείσει τους φτωχούς πως αν γιατρευτεί ο Πλούτος θα γίνουν οκνηροί, δεν θα έχουν ζήλο για εργασία. Η σύγκρουση στην κωμωδία είναι ανάμεσα στον χωρικό Χρεμύλο και την Πενία, μία αποκρουστική γριά που εισβάλλει έξαλλη στην κωμωδία και αντιδρά για την αποκατάσταση του Πλούτου. Ο γερο – αγρότης της Αττικής την καθησυχάζει με την δική του επιχειρηματολογία. Έπειτα από την γιατρειά του ο Πλούτος επιστρέφει στους ανθρώπους.
Τώρα όμως οι διάφοροι επιτήδειοι καταχραστές, ιερείς και θεοί οδύρονται επειδή χάνουν την απασχόλησή τους. Χαριτωμένα επεισόδια ακολουθούν με τους «αδικημένους» της νέας κατάστασης, τα οποία κορυφώνονται με την κατάπτωση του ψυχοπομπού Ερμή που παραπονείται σφόδρα επειδή τώρα οι πολίτες δεν του προσφέρουν θυσίες γιατί όλοι έγιναν πλούσιοι και δεν παρακαλούν τους θεούς για κέρδη. Ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, τον ξεπεσμένο θεό Ερμή και τον δούλο Καρίωνα γίνεται μια στιχομυθία, όπου εκείνος που ήταν κάποτε φοβερός και απρόσιτος να εκλιπαρεί αυτόν που τώρα έχει την εύνοια του θεού Πλούτου. Ο Ερμής τελικά τακτοποιείται, σαν κοινός θνητός απασχολούμενος στην κατοικία του Χρεμύλου. Στο τέλος ο Πλούτος οδηγείται πανηγυρικά στο ταμείο της πολιτείας, όνειρα θερινής αττικής νύκτας σε μια χρεοκοπημένη Αθήνα.
Το μόνο που ήταν δυνατόν να προσφέρει ο κωμικός στους συμπατριώτες του, σαν ένα προβληματισμό στην άδικη κατανομή του πλούτου και την έκρηξη της διαφθοράς. Πάντως ο Αριστοφάνης είναι πάντα επίκαιρος απολαυστικός και με μηνύματα για τον σύγχρονο θεατή. Εκτός του Ερμή που αποκαθηλώνεται απότομα στην κωμωδία, συντρίβονται από την πένα του Αριστοφάνη η γριά τεκνατζού, που την απορρίπτει ο αγαπημένος της ζιγκολό, αφού εφ’ όσον ο Πλούτος μοιράστηκε πια, δεν την έχει ανάγκη, ο κλασσικός τύπος του λαμόγιου – μιζαδόρου. Ακόμα και ο ιερέας του ναού του Δία θα συντριβεί και θα έρθει εκλιπαρών για λίγο φαγητό!!! Σύμμαχοι και συνοδοιπόροι του φτωχού Χρεμύλου, θα υπάρξουν ο πονηρός πλην τίμιος Βλεψίδημος, ο αγαθιάρης και η ταλαιπωρημένη γυναίκα του Φυσικά δεν είναι δυνατόν, από μιας Αριστοφανική κωμωδία να λείπει ο Χορός επικουρώντας τους ήρωες στη νίκη τους εναντίον της Πενίας αλλά και όλων των “κακών” που καταφθάνουν διαμαρτυρόμενοι για τη νέα αυτή κατάσταση.
Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023
Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου
Ίσως να ‘τανε σπλαχνικότερος ο κόσμος αν πρώτα δεχόμασταν το ερπετό που κατοικεί στα σωθικά μας, και μετά, χωρίς μεγάλες αγιαστούρες, πηγαίναμε να βρούμε μέσα μας λίγο από εκείνο που μοιάζει θεϊκό. Δεν με ενδιαφέρουν οι «καλοί» άνθρωποι, γιατί αυτοί δεν προσπαθούν, αλλά οι «κακοί» που προσπαθούν να είναι καλοί.
Κάνοντας μία τακτοποίηση στην περισυλλογή μέχρι εδώ, ξεδιαλύνω τρία κρίσιμα φιλοσοφικά ερωτήματα:
Το Οντολογικό. Τί είναι ο άνθρωπος; Είναι κάτι παραπάνω από πίθηκος με σιαγμένο το κοκαλάκι του λαιμού; Ώστε να παράγει έναρθρη κραυγή, να συνενογιέται και να εξελίσσεται με φόρα, αυτό που λέει «πρόοδο»; Υπάρχει αιτία; Υπάρχει σκοπός;
Το Γνωσιοθεωρητικό. Υπάρχει αλήθεια; Και αν υπάρχει μπορούμε ποτέ να την βρούμε; Είναι μία Αλήθεια ή πολλές τοπικές πραγματικότητες που όση αξία έχουν, έχει να κάνει με την τοπολογική, γεωμετρική, πρόσκαιρη «ισχύ» τους, δηλαδή την λειτουργικότητά τους;
Το Αξιακό. Υπάρχει ηθικό, σωστό, δίκαιο, αληθινό, άξιο; Ή έτσι βαφτίζουμε τις ψυχικές προδιαθέσεις, τα κοινωνικά άλλοθι και ότι βολεύει την χωροταξία της οργανωμένης ομάδας ώστε να μην αλληλοσκοτώνεται περισσότερο απ’ ότι χρειάζεται;
Εγώ, τώρα, δίνω τούτες τις απαντήσεις:
Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι κάτι ανώτερο. Το «έγκλημα» των άλλων ειδών είναι ότι τον άφησαν, το πιο φονικό είδος από όσα πέρασαν, να κερδίσει τον εξελικτικό πόλεμο – για τώρα, τουλάχιστον (τα τελευταία κανά δύο δισεκατομμύρια χρόνια) – οπότε εύλογα αρμενίζει στον ναρκισσισμό και στην αυτοσπουδαιότητα, για όσο καιρό κουμαντάρει ακόμα ετούτο τον πλανήτη.
Αν υπάρχει Αλήθεια, εγώ δεν θα μπορέσω να την βρω ποτέ. Όλα τα άλλα έχουν να κάνουν με την οίηση των μορφωμένων, την ανάγκη και το «δικαίωμα» που νομίζουν ότι τους δόθηκε, να μάθουν και να ξέρουν.
Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου, είναι η χαρά, η γλύκα του ωραίου χαμόγελου, το φως του καλοσυνάτου ματιού. Και η χειρότερη απαξία είναι η δυστυχία και ο πόνος
Το Οντολογικό. Τί είναι ο άνθρωπος; Είναι κάτι παραπάνω από πίθηκος με σιαγμένο το κοκαλάκι του λαιμού; Ώστε να παράγει έναρθρη κραυγή, να συνενογιέται και να εξελίσσεται με φόρα, αυτό που λέει «πρόοδο»; Υπάρχει αιτία; Υπάρχει σκοπός;
Το Γνωσιοθεωρητικό. Υπάρχει αλήθεια; Και αν υπάρχει μπορούμε ποτέ να την βρούμε; Είναι μία Αλήθεια ή πολλές τοπικές πραγματικότητες που όση αξία έχουν, έχει να κάνει με την τοπολογική, γεωμετρική, πρόσκαιρη «ισχύ» τους, δηλαδή την λειτουργικότητά τους;
Το Αξιακό. Υπάρχει ηθικό, σωστό, δίκαιο, αληθινό, άξιο; Ή έτσι βαφτίζουμε τις ψυχικές προδιαθέσεις, τα κοινωνικά άλλοθι και ότι βολεύει την χωροταξία της οργανωμένης ομάδας ώστε να μην αλληλοσκοτώνεται περισσότερο απ’ ότι χρειάζεται;
Εγώ, τώρα, δίνω τούτες τις απαντήσεις:
Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι κάτι ανώτερο. Το «έγκλημα» των άλλων ειδών είναι ότι τον άφησαν, το πιο φονικό είδος από όσα πέρασαν, να κερδίσει τον εξελικτικό πόλεμο – για τώρα, τουλάχιστον (τα τελευταία κανά δύο δισεκατομμύρια χρόνια) – οπότε εύλογα αρμενίζει στον ναρκισσισμό και στην αυτοσπουδαιότητα, για όσο καιρό κουμαντάρει ακόμα ετούτο τον πλανήτη.
Αν υπάρχει Αλήθεια, εγώ δεν θα μπορέσω να την βρω ποτέ. Όλα τα άλλα έχουν να κάνουν με την οίηση των μορφωμένων, την ανάγκη και το «δικαίωμα» που νομίζουν ότι τους δόθηκε, να μάθουν και να ξέρουν.
Η μόνη αξία που νιώθω, και είναι από την ψυχή και όχι από το νου, είναι η χαρά, η γλύκα του ωραίου χαμόγελου, το φως του καλοσυνάτου ματιού. Και η χειρότερη απαξία είναι η δυστυχία και ο πόνος
Οι διονυσιοκόλακες
Ο Διονύσιος ο γιος του Ερμοκράτη, που για να τον ξεχωρίζουμε από τον ομώνυμο γιο και διάδοχό του, η ιστορία τον αναφέρει ως Πρεσβύτερο, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες κατόρθωσε να γίνει τύραννος των Συρακουσών και εν συνεχεία δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο κράτος, που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν τη Σικελία, εκτός από τη δυτικότατη γωνία της, που την κρατούσαν οι Καρχηδόνιοι, την χερσόνησο της Καλαβρίας και πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Αδριατικής, ενώ η χερσόνησος της Απουλίας και εκτεταμένες περιοχές της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, ήταν τρόπον τινά προτεκτοράτα του.
Μολονότι ξεκίνησε ως εκλεκτός του λαού, όταν πήρε την εξουσία την άσκησε απολυταρχικά και με μεγάλη σκληρότητα. Είχε γεμίσει τις Συρακούσες με χαφιέδες και πληροφοριοδότες, που καθώς του μετέφεραν ό,τι άκουγαν είχαν ονομαστεί «Διονύσου ώτα». Ταυτόχρονα όντας καχύποπτος και νοιώθοντας συνεχώς ανασφάλεια, όποιον υποπτευόταν ως μέλλοντα ή ενδεχόμενο αντίπαλο, είτε τον εξόριζε από την επικράτειά του, είτε τον έστελνε στα διαβόητα λατομεία των Συρακουσών, όπου τρεις δεκαετίες πιο μπροστά είχαν βασανιστεί πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι της άτυχης εκστρατείας του 415.
Από την άλλη πλευρά ο Διονύσιος είχε την πετριά πως ήταν μεγάλος καλλιτέχνης και σπουδαίος δραματικός ποιητής. Έγραψε μάλιστα και τέσσερις τραγωδίες, «λύτρα Έκτορος», για την ποιότητα των οποίων δεν μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη, καθώς τα κείμενά τους έχουν χαθεί και τα όσα ξέρουμε γι΄ αυτές προέρχονται από έναν ορκισμένο εχθρό του, τον Τίμαιο και από έναν γλοιώδη κόλακά του, τον Φίλιστο. Το γεγονός είναι πως η παρουσίαση μιας τραγωδίας του στην Ολυμπία, στα πλαίσια των Ολυμπιακών αγώνων του 384, γνώρισε παταγώδη αποτυχία, σε σημείο που οι αγανακτισμένοι θεατές έδειραν τους τραγωδούς και έκαψαν τις σκηνές της «θεωρίας» του Διονύσιου.
Καθώς ισχυριζόταν πως ήταν πνευματικός άνθρωπος, άκουσε τον συγγενή του τον Δίωνα και κάλεσε στις Συρακούσες τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα, αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και τον ξαπόστειλε πίσω με σπαρτιατική τριήρη. Συνεννοήθηκε όμως με τον πλοίαρχο του πλοίου, τον Πόλλι και εκείνος αντί να μεταφέρει φιλόσοφο στην Αθήνα, τον παράδωσε σε Αιγινήτες δουλεμπόρους, που τον πούλησαν δούλο στην Αίγινα. Ευτυχώς το μάθανε οι μαθητές του και ο Κυρηναίος Αννίκερις, ήρθε στην Αίγινα και εξαγόρασε την ελευθερία του αγαπημένου του δασκάλου.
Ανεξαρτήτως αυτού ο Διονύσιος συνήθιζε να καλεί στο παλάτι του τους γνωστότερους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της Σικελίας και να τους απαγγέλλει ποιήματά του. Φυσικά όλοι χειροκροτούσαν με θαυμασμό τα αριστουργήματα του αφεντικού τους και γι΄ αυτό ονομάστηκαν «διονυσιοκόλακες». Διασημότεροι τέτοιοι κόλακες ήταν ο μιμογράφος Ξέναρχος, ο ηδονιστής φιλόσοφος Αρίστιππος και ο Δαμοκλής, ο οποίος κάποτε είπε στον Διονύσιο πως μόνο κοντά του ένοιωθε ασφαλής και πως θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να χαθεί έστω και μία τρίχα του Διονύσιου. Εκείνος τότε έκοψε από τα μαλλιά του μερικές τρίχες και μ΄ αυτές κρέμασε πάνω από το ανάκλιντρο του Δαμοκλή ένα σπαθί. Από το επεισόδιο αυτό βγήκε η έκφραση «Δαμόκλειος σπάθη».
Μολονότι ξεκίνησε ως εκλεκτός του λαού, όταν πήρε την εξουσία την άσκησε απολυταρχικά και με μεγάλη σκληρότητα. Είχε γεμίσει τις Συρακούσες με χαφιέδες και πληροφοριοδότες, που καθώς του μετέφεραν ό,τι άκουγαν είχαν ονομαστεί «Διονύσου ώτα». Ταυτόχρονα όντας καχύποπτος και νοιώθοντας συνεχώς ανασφάλεια, όποιον υποπτευόταν ως μέλλοντα ή ενδεχόμενο αντίπαλο, είτε τον εξόριζε από την επικράτειά του, είτε τον έστελνε στα διαβόητα λατομεία των Συρακουσών, όπου τρεις δεκαετίες πιο μπροστά είχαν βασανιστεί πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι της άτυχης εκστρατείας του 415.
Από την άλλη πλευρά ο Διονύσιος είχε την πετριά πως ήταν μεγάλος καλλιτέχνης και σπουδαίος δραματικός ποιητής. Έγραψε μάλιστα και τέσσερις τραγωδίες, «λύτρα Έκτορος», για την ποιότητα των οποίων δεν μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη, καθώς τα κείμενά τους έχουν χαθεί και τα όσα ξέρουμε γι΄ αυτές προέρχονται από έναν ορκισμένο εχθρό του, τον Τίμαιο και από έναν γλοιώδη κόλακά του, τον Φίλιστο. Το γεγονός είναι πως η παρουσίαση μιας τραγωδίας του στην Ολυμπία, στα πλαίσια των Ολυμπιακών αγώνων του 384, γνώρισε παταγώδη αποτυχία, σε σημείο που οι αγανακτισμένοι θεατές έδειραν τους τραγωδούς και έκαψαν τις σκηνές της «θεωρίας» του Διονύσιου.
Καθώς ισχυριζόταν πως ήταν πνευματικός άνθρωπος, άκουσε τον συγγενή του τον Δίωνα και κάλεσε στις Συρακούσες τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα, αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και τον ξαπόστειλε πίσω με σπαρτιατική τριήρη. Συνεννοήθηκε όμως με τον πλοίαρχο του πλοίου, τον Πόλλι και εκείνος αντί να μεταφέρει φιλόσοφο στην Αθήνα, τον παράδωσε σε Αιγινήτες δουλεμπόρους, που τον πούλησαν δούλο στην Αίγινα. Ευτυχώς το μάθανε οι μαθητές του και ο Κυρηναίος Αννίκερις, ήρθε στην Αίγινα και εξαγόρασε την ελευθερία του αγαπημένου του δασκάλου.
Ανεξαρτήτως αυτού ο Διονύσιος συνήθιζε να καλεί στο παλάτι του τους γνωστότερους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της Σικελίας και να τους απαγγέλλει ποιήματά του. Φυσικά όλοι χειροκροτούσαν με θαυμασμό τα αριστουργήματα του αφεντικού τους και γι΄ αυτό ονομάστηκαν «διονυσιοκόλακες». Διασημότεροι τέτοιοι κόλακες ήταν ο μιμογράφος Ξέναρχος, ο ηδονιστής φιλόσοφος Αρίστιππος και ο Δαμοκλής, ο οποίος κάποτε είπε στον Διονύσιο πως μόνο κοντά του ένοιωθε ασφαλής και πως θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να χαθεί έστω και μία τρίχα του Διονύσιου. Εκείνος τότε έκοψε από τα μαλλιά του μερικές τρίχες και μ΄ αυτές κρέμασε πάνω από το ανάκλιντρο του Δαμοκλή ένα σπαθί. Από το επεισόδιο αυτό βγήκε η έκφραση «Δαμόκλειος σπάθη».
Μια φορά όμως, σε μια τέτοια σύναξη, ο Διονύσιος παρατήρησε πως ένας από τους προσκεκλημένους του ο ποιητής Φιλόξενος ο Κυθήριος, γνωστός «διθυραμβοποιός» δεν χειροκροτούσε. Του ζήτησε να πει τη γνώμη για την ποιότητα των ποιημάτων που άκουσε και εκείνος με παρρησία είπε απερίφραστα πως δεν άξιζαν τίποτα. Ο Διονύσιος έξω φρενών τον έστειλε αμέσως στα λατομεία. Επενέβησαν όμως κάποιοι φίλοι του Φιλόξενου και ο Διονύσιος ανακάλεσε λίγες μέρες μετά την απόφασή του. Και όχι μόνο συγχώρησε τον ποιητή, αλλά τον κάλεσε στην επόμενη φιλολογική συγκέντρωσή, στο παλάτι του.
Όπως ήταν επόμενο άρχισε πάλι να απαγγέλλει στους καλεσμένους του ποιήματά του και τότε είδε πως ο Φιλόξενος σηκώθηκε και τράβηξε προς την έξοδο.
«Πού πας Φιλόξενε» τον ρώτησε
«Στα λατομεία» απάντησε αυτός και βγήκε από το παλάτι.
Διόδωρος τον Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη 15.6 - Ανθολόγιο του Στοβαίου 13.3
Όπως ήταν επόμενο άρχισε πάλι να απαγγέλλει στους καλεσμένους του ποιήματά του και τότε είδε πως ο Φιλόξενος σηκώθηκε και τράβηξε προς την έξοδο.
«Πού πας Φιλόξενε» τον ρώτησε
«Στα λατομεία» απάντησε αυτός και βγήκε από το παλάτι.
Διόδωρος τον Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη 15.6 - Ανθολόγιο του Στοβαίου 13.3
Ο Αριστοτέλης και η ηδονή ως επισφράγιση της αρετής
Συνεχίζοντας στην διερεύνηση της ηδονής ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί σε έναν ακόμη λόγο που επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι η ηδονή δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αγαθά: «Η ηδονή συναντάται στους πάντες· και στον ενάρετο και στον κακό, και στα άγρια θηρία και στα εξημερωμένα ζώα· αλλά το αγαθό δεν αναμειγνύεται με το κακό και δεν ανήκει στους πάντες και τα πάντα» (1204a 7.3).
Απέναντι σε αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης προτάσσει το ερώτημα: «Μήπως όμως δεν είναι έτσι, αλλά μπορεί ακόμα και το αντίθετο να προκύψει, δηλαδή η ηδονή να αποτελεί αγαθό ακριβώς για το λόγο ότι τα πάντα την ποθούν;» (1205b 7.20). Και εξηγεί αμέσως: «Διότι η φύση επιβάλλει στα πάντα να ποθούν το αγαθό· ώστε, αν τα πάντα ποθούν την ηδονή, αυτή θα ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20).
Η αντίληψη ότι η τάση προς την εκπλήρωση του αγαθού οφείλεται στη φύση είναι απόρροια της τελεολογικής αριστοτελικής οπτικής, αφού κάθε πλάσμα έχει μέσα του την έμφυτη προδιάθεση να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο. Η εκπλήρωση της τελεολογικής αποστολής για κάθε ον αποτελεί το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.
Αν το γεγονός ότι όλοι ποθούν κάτι αναιρεί την ιδιότητά του ως αγαθό, τότε και η ίδια η έννοια του αγαθού θα στερούνταν νοήματος, αφού και αυτή υπόκειται στον ίδιο κανόνα της κοινής επιθυμίας. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ειπωθούν κι άλλα αγαθά που τα ποθούν όλοι (όπως για παράδειγμα η υγεία), και που (ασφαλώς) η καθολική τους απήχηση δεν αναιρεί το γεγονός ότι αναμφισβήτητα αποτελούν αγαθά.
Με τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι την ηδονή την επιθυμούν όλοι, ακόμη και τα άγρια θηρία, δεν αναιρεί τη συμπερίληψή της στα αγαθά, αφού και τα άγρια θηρία θα επιθυμούν επίσης την υγεία και την αρτιμέλειά τους. Αντίθετα, επειδή όλα τα αγαθά έχουν καθολική απήχηση (κανείς δε θα ήθελε να είναι δειλός ή άρρωστος ή ακρατής ή άφρων κλπ), το γεγονός ότι και η ηδονή έχει καθολική απήχηση αποτελεί περισσότερο στοιχείο ότι «ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20) παρά ότι «δεν αποτελεί αγαθό» (1205b 7.19).
Το επόμενο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι η ηδονή δε συγκαταλέγεται στα αγαθά έχει ως εξής: «Η ηδονή λειτουργεί ως εμπόδιο για τις καλές πράξεις, αλλά οτιδήποτε εμποδίζει τις καλές πράξεις δεν μπορεί να είναι αγαθό» (1204b 7.3).
Η άποψη που θέτει την ηδονή ως εμπόδιο του αγαθού δεν πείθει τον Αριστοτέλη: «φαίνεται πως αυτοί τη θεώρησαν εμπόδιο» (εννοείται την ηδονή) «επειδή δεν εξέτασαν σωστά το πράγμα. Αποκλείεται να αποτελεί εμπόδιο η ηδονή που προκύπτει άμεσα από κάτι που γίνεται· εμπόδιο μπορεί να αποτελεί μια άλλη ηδονή· παράδειγμα: η ηδονή της μέθης μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στο να πραχθεί κάτι άλλο. Αλλά έτσι μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο και η μία επιστήμη-τέχνη στην άλλη, αφού δε γίνεται να ενεργεί κανείς τόσο σύμφωνα με τη μία όσο και με την άλλη» (1206a 7.21-22).
Στην ουσία, η άποψη που θέλει την ηδονή να εμποδίζει την εκπλήρωση των καλών πράξεων εξετάζει το θέμα μονομερώς εστιάζοντας μόνο στην αρνητική εκδοχή των ηδονών. Αναμφισβήτητα, το ότι κάποιοι αντλούν ηδονή από τη μέθη αποτελεί αρνητικό, αφού εκτός από την προσβολή της υγείας τους (και την ενδεχόμενη αμαύρωση της δημόσιας εικόνας τους), η μέθη (κυρίως αν αποτελεί συχνό φαινόμενο) τους εμποδίζει να ασχοληθούν με άλλα εποικοδομητικότερα πράγματα που θα συνέβαλαν θετικά τόσο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους (ατομικό επίπεδο), όσο και την προσφορά τους στην κοινωνία (πολιτικό επίπεδο).
Ωστόσο, η ύπαρξη αρνητικών ηδονών δεν μπορεί να αποκλείσει και τη θετική πλευρά τους. Η ηδονή, ως ευχαρίστηση που αντλείται από τις πράξεις, αποτελεί κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι μόνο προς το κακό, αλλά και προς το καλό. Κι η εκπλήρωση της αρετής συνδέεται με την ηδονή, κι αυτή είναι η ηδονή του ενάρετου ανθρώπου. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων που την επιφέρουν.
Το ίδιο ισχύει και στις τέχνες-επιστήμες: «Μα γιατί να μην είναι αγαθό μια επιστήμη-τέχνη, αν γίνεται πρόξενος της ηδονής που προσφέρουν οι επιστήμες-τέχνες; Και πώς άραγε λειτουργεί ως εμπόδιο; Μήπως συμβαίνει το αντίθετο, και η ηδονή ενισχύει την πράξη από την οποία προξενείται; Διότι η ηδονή παρωθεί τον άνθρωπο να πράττει ακόμα περισσότερο αυτό που την προξενεί· για παράδειγμα, βάλε τον ενάρετο να πράττει τα έργα της αρετής, και θα τα πράττει με ηδονή· άραγε δε θα ενισχύσει η ηδονή κατά πολύ αυτή του την πράξη;» (1206a 7.22-23).
Σε τελική ανάλυση, η ηδονή είναι το κριτήριο που θα καθορίσει τον ενάρετο άνθρωπο. Αυτός που ασκεί την αρετή και χαίρεται (αντλεί ηδονή) είναι πράγματι ενάρετος, ενώ αυτός που την ασκεί με το ζόρι κι αισθάνεται δυσφορία ή λύπη γι’ αυτό όχι. Η χωρίς ηδονή πραγμάτωση της αρετής ταυτίζεται με την παροδικότητα.
Εκείνος που πράττει το καλό με λύπη είναι θέμα χρόνου το πότε θα πάψει να το πράττει, γιατί δρα εξαναγκασμένος. Όταν νιώσει ότι δεν υπάρχει πια εξαναγκασμός θα πράξει το αντίθετο της αρετής, αφού έτσι θα νιώσει χαρά. Δεν είναι αρκετό να αρνηθεί κάποιος να τον δωροδοκήσουν, για να χαρακτηριστεί ενάρετος. Πρέπει να νιώσει και χαρά με αυτό. Αν δε νιώσει χαρά, αλλά αντίθετα σκέφτεται διαρκώς τα χρήματα που αρνήθηκε και τις ηδονές που θα απολάμβανε αν τα δεχόταν, είναι βέβαιο ότι την επόμενη φορά θα ενδώσει. Το συναίσθημα της χαράς (ηδονή) είναι η επισφράγιση της αρετής στην πλήρη έννοιά της, δηλαδή της μόνιμης κατάστασης. Από αυτή την άποψη, είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι η ηδονή συμπορεύεται με το αγαθό, αφού η αρετή αναντίρρητα αποτελεί αγαθό.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν αυτός πράττει με ηδονή τα έργα της αρετής, θα είναι πράγματι άνθρωπος ενάρετος· αν, αντίθετα, τα πράττει με λύπη, δε θα είναι ενάρετος. Διότι η λύπη προξενείται όταν ενεργεί κανείς εξαναγκασμένος, οπότε, αν κανείς λυπάται που πράττει κάτι το καλό, αυτό είναι δείγμα ότι ενεργεί εξαναγκασμένος· και αυτός που πράττει το καλό εξαναγκασμένος, δεν είναι άνθρωπος ενάρετος» (1206a 7.23).
Κι όχι μόνο αυτό: «αποκλείεται η περίπτωση να πράττει κανείς τις ενάρετες πράξεις χωρίς να συνοδεύεται η ενέργειά του αυτή είτε από ηδονή είτε από λύπη· μέση λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Διότι η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, και το πάθος συνοδεύεται πάντα είτε από λύπη είτε από ηδονή· το ενδιάμεσο δεν υπάρχει προφανώς, λοιπόν, και η αρετή θα συνοδεύεται από λύπη ή ηδονή» (1206a 7.24).
Το δεδομένο ότι η άσκηση της αρετής έχει να κάνει με το επιθυμητικόν (λόγον-άλογον) μέρος της ψυχής καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τα συναισθήματα, που επίσης εδράζονται εκεί. Γι’ αυτό η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, γιατί ξεπηδά από το ίδιο πεδίο της ψυχής.
Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να ειπωθεί: «Συνεπώς, η ηδονή όχι μόνο δε λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά αποτελεί και κίνητρο να πράττει κανείς το καλό· και γενικώς αποκλείεται να υπάρχει αρετή ξεκομμένη από την ηδονή που προκύπτει από το να πράττει κανείς το καλό» (1206a 7.25).
Και το ίδιο ισχύει και για τις επιστήμες-τέχνες: «Έχει ειπωθεί και το εξής: ότι από καμία επιστήμη-τέχνη δεν προξενείται ηδονή. Αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί ενός δείπνου ή ενός στεφανιού ή ενός αρώματος γίνονται πρόξενοι ηδονής. Αλλά βέβαια στις υπόλοιπες επιστήμες-τέχνες η ηδονή δεν υπάρχει ως ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν, αλλά πραγματώνονται συγχρόνως με την ηδονή χωρίς να μπορούν να ξεκοπούν από αυτήν. Άρα υπάρχει επιστήμη-τέχνη που προξενεί ηδονή» (1206a 7.26).
Θα έλεγε κανείς ότι η ηδονή είναι αλληλένδετη με την ανθρώπινη δράση. Η οικοδομική είναι αλληλένδετη με την ηδονή που προσφέρει η άνεση και η ασφάλεια του σπιτιού τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η ναυπηγική με την ηδονή της πλεύσης και της εξερεύνησης άλλων τόπων, καθώς και την ευχαρίστηση των νέων προϊόντων που θα προκύψουν από το εμπόριο. Το ίδιο κι όλες οι άλλες τέχνες-επιστήμες.
Αυτό που μένει είναι η κατάρριψη του τελευταίου επιχειρήματος που προβάλλεται προκειμένου η ηδονή να θεωρηθεί ως κάτι αποκομμένο από το αγαθό: «Το άριστο δεν είναι ηδονή· το άριστο είναι το αγαθό» (1204b 7.3).
Η απάντηση του Αριστοτέλη έχει ως εξής: «… με το σκεπτικό αυτό και με ανάλογα επιχειρήματα θα ακυρώσεις και τις λεγόμενες επιμέρους αρετές. Για παράδειγμα, η ανδρεία δεν είναι κάτι το άριστο· αυτό άραγε συνεπάγεται ότι δεν είναι και αρετή; Δεν είναι άτοπο αυτό; Και το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες αρετές. Άρα το σκεπτικό ότι η ηδονή δεν είναι κάτι το άριστο δεν μπορεί να στερήσει από αυτήν την ιδιότητα του αγαθού» (1206a 7.27).
Η τελική κατάδειξη ότι οι ηδονές συσχετίζονται με το αγαθό αποτελεί την αποκατάστασή τους. Η αντίληψη που θέλει την ηδονή συνυφασμένη (θα λέγαμε από θέση αρχής) με το κακό αντικρούεται οριστικά θέτοντας σε ορθή βάση τη σημασία της. Δε χρειάζεται να ντρέπεται κανείς απολαμβάνοντας τις ηδονές. Κι ο λόγος γίνεται κυρίως για τις σωματικές ηδονές, αφού αυτές είναι που δέχονται τις επικρίσεις. (Τις πνευματικές ηδονές δε χρειάζεται να τις αποκαταστήσει κανείς).
Φυσικά, το κριτήριο είναι το μέτρο που τίθεται από τις επιταγές της λογικής. Ούτε οι απολαύσεις του φαγητού ούτε οι ερωτικές απολαύσεις αξίζει να επικρίνονται. Οι επικρίσεις ξεκινούν από την κατάλυση του μέτρου που οδηγεί στην ακράτεια και την ακολασία.
Η λογική πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε ισορροπία με τα πάθη εξασφαλίζοντας το πλαίσιο της ορθής συμπεριφοράς: «Διότι τότε λέμε ότι υπάρχει αρετή, όταν το λογικό είναι σε καλή κατάσταση και είναι σύμμετρο με τα πάθη που και αυτά έχουν τη δική τους αρετή, και όταν παράλληλα τα πάθη είναι σύμμετρα με το λογικό· όταν συμβαίνουν αυτά, τότε το λογικό και τα πάθη θα συμφωνούν μεταξύ τους» (1206b 7.29).
Η σύμπλευση της λογικής με τα συναισθήματα είναι η επισφράγιση της ψυχικής ισορροπίας που θα επιφέρει την ευτυχία. Όταν η λογική αντικρούεται από το συναίσθημα, το άτομο δεν μπορεί παρά να μείνει διχασμένο ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Αυτή είναι η απαρχή της δυστυχίας, αφού εν τέλει αυτό που θα επέλθει είναι η ανισορροπία και οι συγκρούσεις. Ένα τέτοιο άτομο ή θα ικανοποιήσει τη λογική καταπνίγοντας το συναίσθημα ή θα ακολουθήσει το δρόμο των παθών ακυρώνοντας τη λογική.
Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Η ζωή που καταπνίγει τα συναισθήματα είναι αβίωτη, αφού η εκμηδένιση της χαράς σηματοδοτεί την πιο επαίσχυντη καταπίεση. Από την άλλη, η άρνηση της λογικής είναι η επίγνωση του λάθους, που τελικά θα ακολουθηθεί, ακυρώνοντας κάθε έννοια αυτοεκτίμησης.
Κατά κανόνα οι άνθρωποι αυτοί ενδίδουν στα πάθη τους και ταυτόχρονα προσπαθούν να τα εκλογικεύσουν θέλοντας να συνταιριάσουν τα ασυνταίριαστα. Είτε διαστρεβλώνουν τις έννοιες προκειμένου να αποδείξουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τη λογική (ο θρασύς θα παραστήσει τον ανδρείο) είτε επινοούν αληθοφανή επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι οι ενέργειές τους είναι λογικές, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν τη μεσότητα. Και οι δύο περιπτώσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Τα άτομα που βιώνουν αυτό το χάσμα είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους. Θα παραμείνουν δυστυχισμένα, ακόμη κι αν πείσουν όλους τους άλλους ότι έχουν δίκιο. Όσο για εκείνον που θα φέρει αντιρρήσεις αρνούμενος να πεισθεί στη δήθεν εκλογίκευσή τους θα γίνει αντικείμενο μίσους, ακριβώς επειδή θα χτυπήσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους. Η ανισορροπία της ψυχής είναι αδύνατο να μην εκφραστεί και στον κοινωνικό περίγυρο.
Γι’ αυτό τα πάθη και η λογική πρέπει να είναι σύμμετρα: «Αν το λογικό είναι σε άσχημη κατάσταση ενώ τα πάθη σε καλή, δεν πρόκειται να υπάρξει αρετή με το λογικό απόν (διότι η αρετή προϋποθέτει τόσο το λογικό όσο και τα πάθη)» (1206b 7.30).
Όμως, όσο κι αν η λογική κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την επίτευξη της αρετής, τα συναισθήματα παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο: «Γενικώς, πάντως, και αντιθέτως από ό,τι φαντάζονται οι πολλοί, αρχή της αρετής και μπροστάρης δεν είναι το λογικό αλλά τα πάθη» (1206b 7.30).
Ο Αριστοτέλης θα εξηγήσει: «Διότι είναι καταρχήν αναγκαίο να ενυπάρχει μια άλογη ορμή προς το καλό (πράγμα που συμβαίνει), και μετά να έρχεται το λογικό και να επικυρώνει αυτή την ορμή προβαίνοντας σε διάκριση του καλού από το κακό. Μπορεί κανείς να το δει αυτό στα παιδιά και σε όσους ζουν χωρίς να χρησιμοποιούν το λογικό τους· σε αυτούς, λοιπόν, ενυπάρχουν καταρχήν άλογες ορμές των παθών προς το καλό, ενώ το λογικό έρχεται μετά και με ομοφωνία προς τα πάθη τούς κάνει να πράττουν το καλό» (1206b 7.30 και 7.31).
Το κατά πόσο ισχύει αυτή η «άλογη ορμή προς το καλό» εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι παρατηρώντας κανείς τα παιδιά μπορεί να βρει άλογες ενέργειες που αρμόζουν και στο καλό και στο κακό. Ο Αριστοτέλης, πάντως, φαίνεται πεπεισμένος για το πρόταγμα των παθών στον εντοπισμό και την επίτευξη της αρετής.
Γι’ αυτό και θα συμπληρώσει αμέσως: «εάν την αρχή προς το καλό την κάνει το λογικό, τότε τα πάθη δεν το ακολουθούν με ομοφωνία προς αυτό, αλλά πολλές φορές τού εναντιώνονται· αυτή είναι και η αιτία που το πάθος μοιάζει να είναι μάλλον η αρχή προς την αρετή και όχι το λογικό» (1206b 7.31).
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα
Απέναντι σε αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης προτάσσει το ερώτημα: «Μήπως όμως δεν είναι έτσι, αλλά μπορεί ακόμα και το αντίθετο να προκύψει, δηλαδή η ηδονή να αποτελεί αγαθό ακριβώς για το λόγο ότι τα πάντα την ποθούν;» (1205b 7.20). Και εξηγεί αμέσως: «Διότι η φύση επιβάλλει στα πάντα να ποθούν το αγαθό· ώστε, αν τα πάντα ποθούν την ηδονή, αυτή θα ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20).
Η αντίληψη ότι η τάση προς την εκπλήρωση του αγαθού οφείλεται στη φύση είναι απόρροια της τελεολογικής αριστοτελικής οπτικής, αφού κάθε πλάσμα έχει μέσα του την έμφυτη προδιάθεση να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο. Η εκπλήρωση της τελεολογικής αποστολής για κάθε ον αποτελεί το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.
Αν το γεγονός ότι όλοι ποθούν κάτι αναιρεί την ιδιότητά του ως αγαθό, τότε και η ίδια η έννοια του αγαθού θα στερούνταν νοήματος, αφού και αυτή υπόκειται στον ίδιο κανόνα της κοινής επιθυμίας. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ειπωθούν κι άλλα αγαθά που τα ποθούν όλοι (όπως για παράδειγμα η υγεία), και που (ασφαλώς) η καθολική τους απήχηση δεν αναιρεί το γεγονός ότι αναμφισβήτητα αποτελούν αγαθά.
Με τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι την ηδονή την επιθυμούν όλοι, ακόμη και τα άγρια θηρία, δεν αναιρεί τη συμπερίληψή της στα αγαθά, αφού και τα άγρια θηρία θα επιθυμούν επίσης την υγεία και την αρτιμέλειά τους. Αντίθετα, επειδή όλα τα αγαθά έχουν καθολική απήχηση (κανείς δε θα ήθελε να είναι δειλός ή άρρωστος ή ακρατής ή άφρων κλπ), το γεγονός ότι και η ηδονή έχει καθολική απήχηση αποτελεί περισσότερο στοιχείο ότι «ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20) παρά ότι «δεν αποτελεί αγαθό» (1205b 7.19).
Το επόμενο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι η ηδονή δε συγκαταλέγεται στα αγαθά έχει ως εξής: «Η ηδονή λειτουργεί ως εμπόδιο για τις καλές πράξεις, αλλά οτιδήποτε εμποδίζει τις καλές πράξεις δεν μπορεί να είναι αγαθό» (1204b 7.3).
Η άποψη που θέτει την ηδονή ως εμπόδιο του αγαθού δεν πείθει τον Αριστοτέλη: «φαίνεται πως αυτοί τη θεώρησαν εμπόδιο» (εννοείται την ηδονή) «επειδή δεν εξέτασαν σωστά το πράγμα. Αποκλείεται να αποτελεί εμπόδιο η ηδονή που προκύπτει άμεσα από κάτι που γίνεται· εμπόδιο μπορεί να αποτελεί μια άλλη ηδονή· παράδειγμα: η ηδονή της μέθης μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στο να πραχθεί κάτι άλλο. Αλλά έτσι μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο και η μία επιστήμη-τέχνη στην άλλη, αφού δε γίνεται να ενεργεί κανείς τόσο σύμφωνα με τη μία όσο και με την άλλη» (1206a 7.21-22).
Στην ουσία, η άποψη που θέλει την ηδονή να εμποδίζει την εκπλήρωση των καλών πράξεων εξετάζει το θέμα μονομερώς εστιάζοντας μόνο στην αρνητική εκδοχή των ηδονών. Αναμφισβήτητα, το ότι κάποιοι αντλούν ηδονή από τη μέθη αποτελεί αρνητικό, αφού εκτός από την προσβολή της υγείας τους (και την ενδεχόμενη αμαύρωση της δημόσιας εικόνας τους), η μέθη (κυρίως αν αποτελεί συχνό φαινόμενο) τους εμποδίζει να ασχοληθούν με άλλα εποικοδομητικότερα πράγματα που θα συνέβαλαν θετικά τόσο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους (ατομικό επίπεδο), όσο και την προσφορά τους στην κοινωνία (πολιτικό επίπεδο).
Ωστόσο, η ύπαρξη αρνητικών ηδονών δεν μπορεί να αποκλείσει και τη θετική πλευρά τους. Η ηδονή, ως ευχαρίστηση που αντλείται από τις πράξεις, αποτελεί κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι μόνο προς το κακό, αλλά και προς το καλό. Κι η εκπλήρωση της αρετής συνδέεται με την ηδονή, κι αυτή είναι η ηδονή του ενάρετου ανθρώπου. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων που την επιφέρουν.
Το ίδιο ισχύει και στις τέχνες-επιστήμες: «Μα γιατί να μην είναι αγαθό μια επιστήμη-τέχνη, αν γίνεται πρόξενος της ηδονής που προσφέρουν οι επιστήμες-τέχνες; Και πώς άραγε λειτουργεί ως εμπόδιο; Μήπως συμβαίνει το αντίθετο, και η ηδονή ενισχύει την πράξη από την οποία προξενείται; Διότι η ηδονή παρωθεί τον άνθρωπο να πράττει ακόμα περισσότερο αυτό που την προξενεί· για παράδειγμα, βάλε τον ενάρετο να πράττει τα έργα της αρετής, και θα τα πράττει με ηδονή· άραγε δε θα ενισχύσει η ηδονή κατά πολύ αυτή του την πράξη;» (1206a 7.22-23).
Σε τελική ανάλυση, η ηδονή είναι το κριτήριο που θα καθορίσει τον ενάρετο άνθρωπο. Αυτός που ασκεί την αρετή και χαίρεται (αντλεί ηδονή) είναι πράγματι ενάρετος, ενώ αυτός που την ασκεί με το ζόρι κι αισθάνεται δυσφορία ή λύπη γι’ αυτό όχι. Η χωρίς ηδονή πραγμάτωση της αρετής ταυτίζεται με την παροδικότητα.
Εκείνος που πράττει το καλό με λύπη είναι θέμα χρόνου το πότε θα πάψει να το πράττει, γιατί δρα εξαναγκασμένος. Όταν νιώσει ότι δεν υπάρχει πια εξαναγκασμός θα πράξει το αντίθετο της αρετής, αφού έτσι θα νιώσει χαρά. Δεν είναι αρκετό να αρνηθεί κάποιος να τον δωροδοκήσουν, για να χαρακτηριστεί ενάρετος. Πρέπει να νιώσει και χαρά με αυτό. Αν δε νιώσει χαρά, αλλά αντίθετα σκέφτεται διαρκώς τα χρήματα που αρνήθηκε και τις ηδονές που θα απολάμβανε αν τα δεχόταν, είναι βέβαιο ότι την επόμενη φορά θα ενδώσει. Το συναίσθημα της χαράς (ηδονή) είναι η επισφράγιση της αρετής στην πλήρη έννοιά της, δηλαδή της μόνιμης κατάστασης. Από αυτή την άποψη, είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι η ηδονή συμπορεύεται με το αγαθό, αφού η αρετή αναντίρρητα αποτελεί αγαθό.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν αυτός πράττει με ηδονή τα έργα της αρετής, θα είναι πράγματι άνθρωπος ενάρετος· αν, αντίθετα, τα πράττει με λύπη, δε θα είναι ενάρετος. Διότι η λύπη προξενείται όταν ενεργεί κανείς εξαναγκασμένος, οπότε, αν κανείς λυπάται που πράττει κάτι το καλό, αυτό είναι δείγμα ότι ενεργεί εξαναγκασμένος· και αυτός που πράττει το καλό εξαναγκασμένος, δεν είναι άνθρωπος ενάρετος» (1206a 7.23).
Κι όχι μόνο αυτό: «αποκλείεται η περίπτωση να πράττει κανείς τις ενάρετες πράξεις χωρίς να συνοδεύεται η ενέργειά του αυτή είτε από ηδονή είτε από λύπη· μέση λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Διότι η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, και το πάθος συνοδεύεται πάντα είτε από λύπη είτε από ηδονή· το ενδιάμεσο δεν υπάρχει προφανώς, λοιπόν, και η αρετή θα συνοδεύεται από λύπη ή ηδονή» (1206a 7.24).
Το δεδομένο ότι η άσκηση της αρετής έχει να κάνει με το επιθυμητικόν (λόγον-άλογον) μέρος της ψυχής καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τα συναισθήματα, που επίσης εδράζονται εκεί. Γι’ αυτό η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, γιατί ξεπηδά από το ίδιο πεδίο της ψυχής.
Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να ειπωθεί: «Συνεπώς, η ηδονή όχι μόνο δε λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά αποτελεί και κίνητρο να πράττει κανείς το καλό· και γενικώς αποκλείεται να υπάρχει αρετή ξεκομμένη από την ηδονή που προκύπτει από το να πράττει κανείς το καλό» (1206a 7.25).
Και το ίδιο ισχύει και για τις επιστήμες-τέχνες: «Έχει ειπωθεί και το εξής: ότι από καμία επιστήμη-τέχνη δεν προξενείται ηδονή. Αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί ενός δείπνου ή ενός στεφανιού ή ενός αρώματος γίνονται πρόξενοι ηδονής. Αλλά βέβαια στις υπόλοιπες επιστήμες-τέχνες η ηδονή δεν υπάρχει ως ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν, αλλά πραγματώνονται συγχρόνως με την ηδονή χωρίς να μπορούν να ξεκοπούν από αυτήν. Άρα υπάρχει επιστήμη-τέχνη που προξενεί ηδονή» (1206a 7.26).
Θα έλεγε κανείς ότι η ηδονή είναι αλληλένδετη με την ανθρώπινη δράση. Η οικοδομική είναι αλληλένδετη με την ηδονή που προσφέρει η άνεση και η ασφάλεια του σπιτιού τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η ναυπηγική με την ηδονή της πλεύσης και της εξερεύνησης άλλων τόπων, καθώς και την ευχαρίστηση των νέων προϊόντων που θα προκύψουν από το εμπόριο. Το ίδιο κι όλες οι άλλες τέχνες-επιστήμες.
Αυτό που μένει είναι η κατάρριψη του τελευταίου επιχειρήματος που προβάλλεται προκειμένου η ηδονή να θεωρηθεί ως κάτι αποκομμένο από το αγαθό: «Το άριστο δεν είναι ηδονή· το άριστο είναι το αγαθό» (1204b 7.3).
Η απάντηση του Αριστοτέλη έχει ως εξής: «… με το σκεπτικό αυτό και με ανάλογα επιχειρήματα θα ακυρώσεις και τις λεγόμενες επιμέρους αρετές. Για παράδειγμα, η ανδρεία δεν είναι κάτι το άριστο· αυτό άραγε συνεπάγεται ότι δεν είναι και αρετή; Δεν είναι άτοπο αυτό; Και το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες αρετές. Άρα το σκεπτικό ότι η ηδονή δεν είναι κάτι το άριστο δεν μπορεί να στερήσει από αυτήν την ιδιότητα του αγαθού» (1206a 7.27).
Η τελική κατάδειξη ότι οι ηδονές συσχετίζονται με το αγαθό αποτελεί την αποκατάστασή τους. Η αντίληψη που θέλει την ηδονή συνυφασμένη (θα λέγαμε από θέση αρχής) με το κακό αντικρούεται οριστικά θέτοντας σε ορθή βάση τη σημασία της. Δε χρειάζεται να ντρέπεται κανείς απολαμβάνοντας τις ηδονές. Κι ο λόγος γίνεται κυρίως για τις σωματικές ηδονές, αφού αυτές είναι που δέχονται τις επικρίσεις. (Τις πνευματικές ηδονές δε χρειάζεται να τις αποκαταστήσει κανείς).
Φυσικά, το κριτήριο είναι το μέτρο που τίθεται από τις επιταγές της λογικής. Ούτε οι απολαύσεις του φαγητού ούτε οι ερωτικές απολαύσεις αξίζει να επικρίνονται. Οι επικρίσεις ξεκινούν από την κατάλυση του μέτρου που οδηγεί στην ακράτεια και την ακολασία.
Η λογική πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε ισορροπία με τα πάθη εξασφαλίζοντας το πλαίσιο της ορθής συμπεριφοράς: «Διότι τότε λέμε ότι υπάρχει αρετή, όταν το λογικό είναι σε καλή κατάσταση και είναι σύμμετρο με τα πάθη που και αυτά έχουν τη δική τους αρετή, και όταν παράλληλα τα πάθη είναι σύμμετρα με το λογικό· όταν συμβαίνουν αυτά, τότε το λογικό και τα πάθη θα συμφωνούν μεταξύ τους» (1206b 7.29).
Η σύμπλευση της λογικής με τα συναισθήματα είναι η επισφράγιση της ψυχικής ισορροπίας που θα επιφέρει την ευτυχία. Όταν η λογική αντικρούεται από το συναίσθημα, το άτομο δεν μπορεί παρά να μείνει διχασμένο ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Αυτή είναι η απαρχή της δυστυχίας, αφού εν τέλει αυτό που θα επέλθει είναι η ανισορροπία και οι συγκρούσεις. Ένα τέτοιο άτομο ή θα ικανοποιήσει τη λογική καταπνίγοντας το συναίσθημα ή θα ακολουθήσει το δρόμο των παθών ακυρώνοντας τη λογική.
Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Η ζωή που καταπνίγει τα συναισθήματα είναι αβίωτη, αφού η εκμηδένιση της χαράς σηματοδοτεί την πιο επαίσχυντη καταπίεση. Από την άλλη, η άρνηση της λογικής είναι η επίγνωση του λάθους, που τελικά θα ακολουθηθεί, ακυρώνοντας κάθε έννοια αυτοεκτίμησης.
Κατά κανόνα οι άνθρωποι αυτοί ενδίδουν στα πάθη τους και ταυτόχρονα προσπαθούν να τα εκλογικεύσουν θέλοντας να συνταιριάσουν τα ασυνταίριαστα. Είτε διαστρεβλώνουν τις έννοιες προκειμένου να αποδείξουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τη λογική (ο θρασύς θα παραστήσει τον ανδρείο) είτε επινοούν αληθοφανή επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι οι ενέργειές τους είναι λογικές, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν τη μεσότητα. Και οι δύο περιπτώσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Τα άτομα που βιώνουν αυτό το χάσμα είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους. Θα παραμείνουν δυστυχισμένα, ακόμη κι αν πείσουν όλους τους άλλους ότι έχουν δίκιο. Όσο για εκείνον που θα φέρει αντιρρήσεις αρνούμενος να πεισθεί στη δήθεν εκλογίκευσή τους θα γίνει αντικείμενο μίσους, ακριβώς επειδή θα χτυπήσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους. Η ανισορροπία της ψυχής είναι αδύνατο να μην εκφραστεί και στον κοινωνικό περίγυρο.
Γι’ αυτό τα πάθη και η λογική πρέπει να είναι σύμμετρα: «Αν το λογικό είναι σε άσχημη κατάσταση ενώ τα πάθη σε καλή, δεν πρόκειται να υπάρξει αρετή με το λογικό απόν (διότι η αρετή προϋποθέτει τόσο το λογικό όσο και τα πάθη)» (1206b 7.30).
Όμως, όσο κι αν η λογική κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την επίτευξη της αρετής, τα συναισθήματα παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο: «Γενικώς, πάντως, και αντιθέτως από ό,τι φαντάζονται οι πολλοί, αρχή της αρετής και μπροστάρης δεν είναι το λογικό αλλά τα πάθη» (1206b 7.30).
Ο Αριστοτέλης θα εξηγήσει: «Διότι είναι καταρχήν αναγκαίο να ενυπάρχει μια άλογη ορμή προς το καλό (πράγμα που συμβαίνει), και μετά να έρχεται το λογικό και να επικυρώνει αυτή την ορμή προβαίνοντας σε διάκριση του καλού από το κακό. Μπορεί κανείς να το δει αυτό στα παιδιά και σε όσους ζουν χωρίς να χρησιμοποιούν το λογικό τους· σε αυτούς, λοιπόν, ενυπάρχουν καταρχήν άλογες ορμές των παθών προς το καλό, ενώ το λογικό έρχεται μετά και με ομοφωνία προς τα πάθη τούς κάνει να πράττουν το καλό» (1206b 7.30 και 7.31).
Το κατά πόσο ισχύει αυτή η «άλογη ορμή προς το καλό» εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι παρατηρώντας κανείς τα παιδιά μπορεί να βρει άλογες ενέργειες που αρμόζουν και στο καλό και στο κακό. Ο Αριστοτέλης, πάντως, φαίνεται πεπεισμένος για το πρόταγμα των παθών στον εντοπισμό και την επίτευξη της αρετής.
Γι’ αυτό και θα συμπληρώσει αμέσως: «εάν την αρχή προς το καλό την κάνει το λογικό, τότε τα πάθη δεν το ακολουθούν με ομοφωνία προς αυτό, αλλά πολλές φορές τού εναντιώνονται· αυτή είναι και η αιτία που το πάθος μοιάζει να είναι μάλλον η αρχή προς την αρετή και όχι το λογικό» (1206b 7.31).
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ
ΛΥΣ 19.24–27
Ο ομιλητής προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πατέρας του, διαχειριστής της περιουσίας του Αριστοφάνη, δεν είχε υπεξαιρέσει κάποιο τμήμα της, όπως ισχυρίζονταν οι αντίδικοί του σε αυτήν τη δίκη, διότι, όταν πέθανε ο Αριστοφάνης, η περιουσία του δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα τάλαντα. Στη διήγησιν αναφέρθηκε στις δραστηριότητες του Αριστοφάνη, ο οποίος συμμετέχοντας πρόθυμα ως πρεσβευτής σε διάφορες αποστολές της πόλης, ξόδευε χωρίς φειδώ την περιουσία του. Όταν οι Κύπριοι ζήτησαν βοήθεια από τους Αθηναίους κυρίως ο Αριστοφάνης μερίμνησε για την οργάνωση και μισθοδοσία του στρατιωτικού σώματος που στάλθηκε εκεί. Ο ομιλητής κάλεσε ως μάρτυρες όσους είχαν δανείσει στον Αριστοφάνη χρήματα, όπως άλλωστε είχε κάνει και ο πατέρας του, γι' αυτόν τον σκοπό.
[24] Τῶν μὲν μαρτύρων ἀκούετε, οὐ μόνον ὅτι ἔχρησαν τὸ
<ἀργύριον> ἐκείνου δεηθέντος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀπειλήφασιν·
ἐκομίσθη γὰρ αὐτοῖς ἐπὶ τῆς τριήρους.
Ῥᾴδιον μὲν οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων γνῶναι ὅτι τοιούτων
καιρῶν συμπεσόντων οὐδενὸς ἂν ἐφείσατο τῶν ἑαυτοῦ·
ὃ δὲ μέγιστον τεκμήριον· [25] Δῆμος γὰρ ὁ Πυριλάμπους, τριη-
ραρχῶν εἰς Κύπρον, ἐδεήθη μου προσελθεῖν αὐτῷ, λέγων
ὅτι ἔλαβε <μὲν> σύμβολον παρὰ βασιλέως τοῦ μεγάλου
φιάλην χρυσῆν, δώσει δ’ Ἀριστοφάνει, λαβὼν ἑκκαίδεκα
μνᾶς ἐπ’ αὐτῇ, ἵν’ ἔχοι ἀναλίσκειν εἰς τὴν τριηραρχίαν·
ἐπειδὴ δὲ εἰς Κύπρον ἀφίκοιτο, λύσεσθαι ἀποδοὺς εἴκοσι
μνᾶς· πολλῶν γὰρ ἀγαθῶν καὶ ἄλλων χρημάτων
εὐπορήσειν διὰ τὸ σύμβολον ἐν πάσῃ τῇ ἠπείρῳ. [26] Ἀρι-
στοφάνης τοίνυν ἀκούων μὲν ταῦτα Δήμου, δεομένου δ’
ἐμοῦ, μέλλων δ’ ἄξειν <τὸ> χρυσίον, τέτταρας δὲ μνᾶς
τόκον λήψεσθαι, οὐκ ἔφη εἶναι, ἀλλ’ ὤμνυε καὶ προσδεδα-
νεῖσθαι τοῖς ξένοις ἄλλοθεν, ἐπειδὴ ἥδιστ’ <ἂν> ἀνθρώ-
πων ἄγειν τε εὐθὺς ἐκεῖνο τὸ σύμβολον καὶ χαρίσασθαι
ἡμῖν ἃ ἐδεόμεθα. [27] ὡς δὲ ταῦτ’ ἐστὶν ἀληθῆ, μάρτυρας ὑμῖν
παρέξομαι.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ὅτι μὲν τοίνυν οὐ κατέλιπεν Ἀριστοφάνης ἀργύριον
οὐδὲ χρυσίον, ῥᾴδιον γνῶναι ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ μεμαρ-
τυρημένων· χαλκώματα δὲ σύμμεικτα οὐ πολλὰ ἐκέκτητο,
ἀλλὰ καὶ ὅθ’ εἱστία τοὺς παρ’ Εὐαγόρου πρεσβεύοντας,
αἰτησάμενος ἐχρήσατο. ἃ δὲ κατέλιπεν, ἀναγνώσεται ὑμῖν.
ΛΥΣ 19.24–27
Αποδείξεις της οικονομικής δυσπραγίας του Αριστοφάνη
Ο ομιλητής προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πατέρας του, διαχειριστής της περιουσίας του Αριστοφάνη, δεν είχε υπεξαιρέσει κάποιο τμήμα της, όπως ισχυρίζονταν οι αντίδικοί του σε αυτήν τη δίκη, διότι, όταν πέθανε ο Αριστοφάνης, η περιουσία του δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα τάλαντα. Στη διήγησιν αναφέρθηκε στις δραστηριότητες του Αριστοφάνη, ο οποίος συμμετέχοντας πρόθυμα ως πρεσβευτής σε διάφορες αποστολές της πόλης, ξόδευε χωρίς φειδώ την περιουσία του. Όταν οι Κύπριοι ζήτησαν βοήθεια από τους Αθηναίους κυρίως ο Αριστοφάνης μερίμνησε για την οργάνωση και μισθοδοσία του στρατιωτικού σώματος που στάλθηκε εκεί. Ο ομιλητής κάλεσε ως μάρτυρες όσους είχαν δανείσει στον Αριστοφάνη χρήματα, όπως άλλωστε είχε κάνει και ο πατέρας του, γι' αυτόν τον σκοπό.
[24] Τῶν μὲν μαρτύρων ἀκούετε, οὐ μόνον ὅτι ἔχρησαν τὸ
<ἀργύριον> ἐκείνου δεηθέντος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀπειλήφασιν·
ἐκομίσθη γὰρ αὐτοῖς ἐπὶ τῆς τριήρους.
Ῥᾴδιον μὲν οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων γνῶναι ὅτι τοιούτων
καιρῶν συμπεσόντων οὐδενὸς ἂν ἐφείσατο τῶν ἑαυτοῦ·
ὃ δὲ μέγιστον τεκμήριον· [25] Δῆμος γὰρ ὁ Πυριλάμπους, τριη-
ραρχῶν εἰς Κύπρον, ἐδεήθη μου προσελθεῖν αὐτῷ, λέγων
ὅτι ἔλαβε <μὲν> σύμβολον παρὰ βασιλέως τοῦ μεγάλου
φιάλην χρυσῆν, δώσει δ’ Ἀριστοφάνει, λαβὼν ἑκκαίδεκα
μνᾶς ἐπ’ αὐτῇ, ἵν’ ἔχοι ἀναλίσκειν εἰς τὴν τριηραρχίαν·
ἐπειδὴ δὲ εἰς Κύπρον ἀφίκοιτο, λύσεσθαι ἀποδοὺς εἴκοσι
μνᾶς· πολλῶν γὰρ ἀγαθῶν καὶ ἄλλων χρημάτων
εὐπορήσειν διὰ τὸ σύμβολον ἐν πάσῃ τῇ ἠπείρῳ. [26] Ἀρι-
στοφάνης τοίνυν ἀκούων μὲν ταῦτα Δήμου, δεομένου δ’
ἐμοῦ, μέλλων δ’ ἄξειν <τὸ> χρυσίον, τέτταρας δὲ μνᾶς
τόκον λήψεσθαι, οὐκ ἔφη εἶναι, ἀλλ’ ὤμνυε καὶ προσδεδα-
νεῖσθαι τοῖς ξένοις ἄλλοθεν, ἐπειδὴ ἥδιστ’ <ἂν> ἀνθρώ-
πων ἄγειν τε εὐθὺς ἐκεῖνο τὸ σύμβολον καὶ χαρίσασθαι
ἡμῖν ἃ ἐδεόμεθα. [27] ὡς δὲ ταῦτ’ ἐστὶν ἀληθῆ, μάρτυρας ὑμῖν
παρέξομαι.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ὅτι μὲν τοίνυν οὐ κατέλιπεν Ἀριστοφάνης ἀργύριον
οὐδὲ χρυσίον, ῥᾴδιον γνῶναι ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ μεμαρ-
τυρημένων· χαλκώματα δὲ σύμμεικτα οὐ πολλὰ ἐκέκτητο,
ἀλλὰ καὶ ὅθ’ εἱστία τοὺς παρ’ Εὐαγόρου πρεσβεύοντας,
αἰτησάμενος ἐχρήσατο. ἃ δὲ κατέλιπεν, ἀναγνώσεται ὑμῖν.
***
Ακούετε μεν τους μάρτυρας λέγοντας ότι όχι μόνον κατά παράκλησιν εκείνου εδάνεισαν χρήματα, αλλά και ότι τους επεστράφησαν τα δανεισθέντα. Διότι τα χρήματα εκομίσθησαν αμέσως εκ της Κύπρου διά της ιεράς τριήρους.
Είναι εύκολον λοιπόν να εννοήσετε εξ όσων ελέχθησαν ότι μετά την σύμπτωσιν τοσούτων περιστατικών ουδόλως θα εφείσθη της περιουσίας του. Εκείνο δε που είναι μεγίστη απόδειξις της αληθείας των λεγομένων μου είναι το εξής:
Ο Δήμος δηλαδή ο υιός του Πυριλάμπους, όστις ήτο τριήραρχος κατά την εις Κύπρον εκστρατείαν, λέγων ότι έλαβε παρά του βασιλέως της Περσίας χρυσούν ποτήριον βάρους μιας μνας ως σημείον αναγνωρίσεως με παρεκάλεσε αφού μεταβώμεν και οι δύο προς τον Αριστοφάνη, να τον πείσωμεν να δώση εις αυτόν δέκα έξ μνας λαμβάνων ως ενέχυρον το ποτήριον, διά να οικονομήση τα έξοδα της τριηραρχίας. Όταν δε φθάσουν εις Κύπρον, έλεγεν ότι θα πάρη οπίσω το ενέχυρον αποδίδων είκοσι μνας. Διότι ισχυρίζετο ότι εξ αιτίας του βασιλικού τούτου συμβόλου θα αποκτήση μεγάλα αγαθά και πολλά χρήματα καθ' όλην την Ασίαν. Ο Αριστοφάνης λοιπόν, αν και ήκουσεν αυτά από τον Δήμον, αν και τον παρεκάλουν εγώ, αν και έμελλε δε να πάρη το χρυσούν ποτἠριον ως ενέχυρον και προσέτι τέσσαρας μνας τόκον, είπε ότι δεν έχει χρήματα, αλλ' ότι έχει δανεισθή από άλλους χάριν των μισθοφόρων, διότι άλλως με πολύ μεγάλην ευχαρίστησιν θα έπαιρνεν αυτός ως ενέχυρον το χρυσούν εκείνο ποτήριον εκτελών την παράκλησίν μου. Θα σας παρουσιάσω μάρτυρας διά να πεισθήτε ότι είναι αληθή, όσα λέγω.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Εύκολον λοιπόν είναι να εννοήσετε εξ όσων ελέχθησαν, και εξ όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες ότι ο Αριστοφάνης αναχωρών εκ Κύπρου δεν άφησε ούτε χρυσά ούτε αργυρά σκεύη ολίγα δε είχε σκεύη από χαλκόν μεμιγμένον με χρυσόν ή άργυρον. Αλλά και ότε εφιλοξένει τους πρεσβευτάς του Ευαγόρα δανεισθείς παρά συγγενών και φίλων σκεύη εχρησιμοποίησε ταύτα. Ο γραμματεύς θα σας αναγνώση τον κατάλογον τον περιέχοντα, όσα σκεύη άφησεν εις την οικίαν του αναχωρών εις Κύπρον.
Ακούετε μεν τους μάρτυρας λέγοντας ότι όχι μόνον κατά παράκλησιν εκείνου εδάνεισαν χρήματα, αλλά και ότι τους επεστράφησαν τα δανεισθέντα. Διότι τα χρήματα εκομίσθησαν αμέσως εκ της Κύπρου διά της ιεράς τριήρους.
Είναι εύκολον λοιπόν να εννοήσετε εξ όσων ελέχθησαν ότι μετά την σύμπτωσιν τοσούτων περιστατικών ουδόλως θα εφείσθη της περιουσίας του. Εκείνο δε που είναι μεγίστη απόδειξις της αληθείας των λεγομένων μου είναι το εξής:
Ο Δήμος δηλαδή ο υιός του Πυριλάμπους, όστις ήτο τριήραρχος κατά την εις Κύπρον εκστρατείαν, λέγων ότι έλαβε παρά του βασιλέως της Περσίας χρυσούν ποτήριον βάρους μιας μνας ως σημείον αναγνωρίσεως με παρεκάλεσε αφού μεταβώμεν και οι δύο προς τον Αριστοφάνη, να τον πείσωμεν να δώση εις αυτόν δέκα έξ μνας λαμβάνων ως ενέχυρον το ποτήριον, διά να οικονομήση τα έξοδα της τριηραρχίας. Όταν δε φθάσουν εις Κύπρον, έλεγεν ότι θα πάρη οπίσω το ενέχυρον αποδίδων είκοσι μνας. Διότι ισχυρίζετο ότι εξ αιτίας του βασιλικού τούτου συμβόλου θα αποκτήση μεγάλα αγαθά και πολλά χρήματα καθ' όλην την Ασίαν. Ο Αριστοφάνης λοιπόν, αν και ήκουσεν αυτά από τον Δήμον, αν και τον παρεκάλουν εγώ, αν και έμελλε δε να πάρη το χρυσούν ποτἠριον ως ενέχυρον και προσέτι τέσσαρας μνας τόκον, είπε ότι δεν έχει χρήματα, αλλ' ότι έχει δανεισθή από άλλους χάριν των μισθοφόρων, διότι άλλως με πολύ μεγάλην ευχαρίστησιν θα έπαιρνεν αυτός ως ενέχυρον το χρυσούν εκείνο ποτήριον εκτελών την παράκλησίν μου. Θα σας παρουσιάσω μάρτυρας διά να πεισθήτε ότι είναι αληθή, όσα λέγω.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Εύκολον λοιπόν είναι να εννοήσετε εξ όσων ελέχθησαν, και εξ όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες ότι ο Αριστοφάνης αναχωρών εκ Κύπρου δεν άφησε ούτε χρυσά ούτε αργυρά σκεύη ολίγα δε είχε σκεύη από χαλκόν μεμιγμένον με χρυσόν ή άργυρον. Αλλά και ότε εφιλοξένει τους πρεσβευτάς του Ευαγόρα δανεισθείς παρά συγγενών και φίλων σκεύη εχρησιμοποίησε ταύτα. Ο γραμματεύς θα σας αναγνώση τον κατάλογον τον περιέχοντα, όσα σκεύη άφησεν εις την οικίαν του αναχωρών εις Κύπρον.
Τρίτη 28 Μαρτίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2α ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
(viii) Αόριστες αντωνυμίες
§2.65. Η αόριστη αντωνυμία τὶς (=κάποιος) χρησιμοποιείται είτε ως επίθετο είτε ως ουσιαστικό στις καταφατικές μόνο προτάσεις. Στις αποφατικές χρησιμοποιούνται οι αόριστες αντωνυμίες οὐδεὶς και μηδείς.
ΞΕΝ Απολ 28 παρὼν δέ τις Ἀπολλόδωρος […] εἶπεν || και κάποιος Απολλόδωρος, που βρισκόταν εκεί, είπε.
ΘΟΥΚ 4.68.2 ἀπέθανόν τινες αὐτῶν || σκοτώθηκαν μερικοί από αυτούς.
ΞΕΝ Ελλ 2.2.3 ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη || εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανείς.
ΥΠΕΡ 6.15 καὶ μηδεὶς ὑπολάβῃ με τῶν ἄλλων πολιτῶν μηδένα λόγον ποιεῖσθαι, ἀλλὰ Λεωσθένη μόνον ἐγκωμιάζειν || και κανείς ας μην θεωρήσει ότι παραβλέπω τελείως τους υπόλοιπους πολίτες και εγκωμιάζω μόνο τον Λεωσθένη.
§2.66. Η αντωνυμία τὶς στον ενικό αριθμό μπορεί να έχει περιληπτική σημασία και τότε ισοδυναμεί με τις αντωνυμίες πᾶς ή ἕκαστος. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούνται και οι φράσεις πᾶς τις και ἕκαστός τις.
ΣΟΦ Αι 417 τοῦτό τις φρονῶν ἴστω || καθένας που διαθέτει φρόνηση ας το ξέρει αυτό.
ΘΟΥΚ 1.40.5 φανερῶς δὲ ἀντείπομεν τοὺς προσήκοντας ξυμμάχους αὐτόν τινα κολάζειν || αλλά φανερά υποστηρίξαμε την αντίθετη γνώμη, να τιμωρεί ο καθένας μόνος του τους συμμάχους του.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.20 καὶ ἐπιδεικνύτω τις τοῖς ἀρχομένοις ἑαυτὸν ἄξιον ἀρχῆς || κι ο καθένας σας ας αποδείξει σε αυτούς που εξουσιάζει ότι είναι άξιος για την εξουσία που κατέχει.
ΗΡΟΔ 8.123ἐνθαῦτα πᾶς τις αὐτῶν ἑωυτῷ ἐτίθετο τὴν ψῆφον, αὐτὸς ἕκαστος δοκέων ἄριστος γενέσθαι || τότε ο κάθε (στρατηγός) έδινε την ψήφο στον εαυτό του, επειδή ο καθένας τους θεωρούσε ότι ο ίδιος υπήρξε ο πιο ικανός.
ΞΕΝ Ελλ 2.4.17 ἀλλ', ὦ ἄνδρες, οὕτω χρὴ ποιεῖν ὅπως ἕκαστός τις ἑαυτῷ συνείσεται τῆς νίκης αἰτιώτατος || τώρα όμως, άνδρες, πρέπει να αγωνιστούμε με τέτοιο τρόπο, που ο καθένας μας να έχει τη συναίσθηση ότι στον ίδιο οφείλεται κυρίως η νίκη.
Η αντωνυμία τὶς μπορεί να αναφέρεται υπαινικτικά σε κάποιο γνωστό πρόσωπο, όταν δεν θέλουμε να μιλήσουμε άμεσα γι' αυτό ή σε περίπτωση αστεϊσμού, όπως και στα νέα ελληνικά.
ΣΟΦ Αντ 751 ΑΙ. ῞Ηδ' οὖν θανεῖται καὶ θανοῦσ' ὀλεῖ τινα || ΑΙ. Αυτή θα πεθάνει, και πεθαίνοντας θα σκοτώσει κάποιον (ο Αίμονας αναφέρεται υπαινικτικά στη δική του αυτοκτονία).
ΑΡΙΣΤΟΦ Βατρ 552-554ΞΑ. κακὸν ἥκει τινί. […] δώσει τις δίκην || ΞΑ. Κάποιον τον βρήκε συμφορά, κάποιος θα τιμωρηθεί. (Ο Ξανθίας υπονοεί κοροϊδευτικά τον Διόνυσο στον καυγά του με δύο ξενοδόχες στον Άδη).
§2.67. Η αντωνυμία τίς, όταν συνοδεύει επίθετα, αντωνυμίες, αριθμητικά ή επιρρήματα, επιτείνει ή μετριάζει τη σημασία τους.
ΘΟΥΚ 8.73.6 καὶ τριάκοντα μέν τινας ἀπέκτειναν τῶν τριακοσίων || και σκότωσαν περίπου τριάντα από τους τριακόσιους συνωμότες.
ΕΥΡ ΙΤ 987-988 δεινή τις ὀργὴ δαιμόνων ἐπέζεσεν πρὸς Ταντάλειον σπέρμα || τρομερή η οργή των θεών έκαψε τη γενιά του Ταντάλου.
§2.68. Η αντωνυμία τίς, όταν λειτουργεί ως κατηγορούμενο, σημαίνει: κάποιος σπουδαίος, κάτι σημαντικό, όπως και στα νέα ελληνικά.
ΠΛ Απολ 41e οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι || νομίζουν ότι είναι σπουδαίοι, ενώ δεν αξίζουν τίποτε.
§2.69. Η αντωνυμία ἄλλος, όταν συνάπτεται με τον τελευταίο όρο μιας απαρίθμησης, συχνά σημαίνει: επιπλέον, εκτός αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το ουσιαστικό που ακολουθεί είναι επεξήγηση της αντωνυμίας.
ΞΕΝ Ελλ 2.4.9 τῇ δ' ὑστεραίᾳ εἰς τὸ Ὠιδεῖον παρεκάλεσαν τοὺς ἐν τῷ καταλόγῳ ὁπλίτας καὶ τοὺς ἄλλους ἱππέας || την άλλη μέρα συγκέντρωσαν στο Ωδείο τους οπλίτες που ήταν γραμμένοι στον κατάλογο, κι επιπλέον, τους ιππείς.
ΘΟΥΚ 1.143.1 κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς || ως κυβερνήτες στα πλοία μας έχουμε δικούς μας πολίτες, κι επιπλέον, κωπηλάτες περισσότερους και καλύτερους απ' ό,τι όλη η υπόλοιπη Ελλάδα.
§2.65. Η αόριστη αντωνυμία τὶς (=κάποιος) χρησιμοποιείται είτε ως επίθετο είτε ως ουσιαστικό στις καταφατικές μόνο προτάσεις. Στις αποφατικές χρησιμοποιούνται οι αόριστες αντωνυμίες οὐδεὶς και μηδείς.
ΞΕΝ Απολ 28 παρὼν δέ τις Ἀπολλόδωρος […] εἶπεν || και κάποιος Απολλόδωρος, που βρισκόταν εκεί, είπε.
ΘΟΥΚ 4.68.2 ἀπέθανόν τινες αὐτῶν || σκοτώθηκαν μερικοί από αυτούς.
ΞΕΝ Ελλ 2.2.3 ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη || εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανείς.
ΥΠΕΡ 6.15 καὶ μηδεὶς ὑπολάβῃ με τῶν ἄλλων πολιτῶν μηδένα λόγον ποιεῖσθαι, ἀλλὰ Λεωσθένη μόνον ἐγκωμιάζειν || και κανείς ας μην θεωρήσει ότι παραβλέπω τελείως τους υπόλοιπους πολίτες και εγκωμιάζω μόνο τον Λεωσθένη.
§2.66. Η αντωνυμία τὶς στον ενικό αριθμό μπορεί να έχει περιληπτική σημασία και τότε ισοδυναμεί με τις αντωνυμίες πᾶς ή ἕκαστος. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούνται και οι φράσεις πᾶς τις και ἕκαστός τις.
ΣΟΦ Αι 417 τοῦτό τις φρονῶν ἴστω || καθένας που διαθέτει φρόνηση ας το ξέρει αυτό.
ΘΟΥΚ 1.40.5 φανερῶς δὲ ἀντείπομεν τοὺς προσήκοντας ξυμμάχους αὐτόν τινα κολάζειν || αλλά φανερά υποστηρίξαμε την αντίθετη γνώμη, να τιμωρεί ο καθένας μόνος του τους συμμάχους του.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.20 καὶ ἐπιδεικνύτω τις τοῖς ἀρχομένοις ἑαυτὸν ἄξιον ἀρχῆς || κι ο καθένας σας ας αποδείξει σε αυτούς που εξουσιάζει ότι είναι άξιος για την εξουσία που κατέχει.
ΗΡΟΔ 8.123ἐνθαῦτα πᾶς τις αὐτῶν ἑωυτῷ ἐτίθετο τὴν ψῆφον, αὐτὸς ἕκαστος δοκέων ἄριστος γενέσθαι || τότε ο κάθε (στρατηγός) έδινε την ψήφο στον εαυτό του, επειδή ο καθένας τους θεωρούσε ότι ο ίδιος υπήρξε ο πιο ικανός.
ΞΕΝ Ελλ 2.4.17 ἀλλ', ὦ ἄνδρες, οὕτω χρὴ ποιεῖν ὅπως ἕκαστός τις ἑαυτῷ συνείσεται τῆς νίκης αἰτιώτατος || τώρα όμως, άνδρες, πρέπει να αγωνιστούμε με τέτοιο τρόπο, που ο καθένας μας να έχει τη συναίσθηση ότι στον ίδιο οφείλεται κυρίως η νίκη.
Η αντωνυμία τὶς μπορεί να αναφέρεται υπαινικτικά σε κάποιο γνωστό πρόσωπο, όταν δεν θέλουμε να μιλήσουμε άμεσα γι' αυτό ή σε περίπτωση αστεϊσμού, όπως και στα νέα ελληνικά.
ΣΟΦ Αντ 751 ΑΙ. ῞Ηδ' οὖν θανεῖται καὶ θανοῦσ' ὀλεῖ τινα || ΑΙ. Αυτή θα πεθάνει, και πεθαίνοντας θα σκοτώσει κάποιον (ο Αίμονας αναφέρεται υπαινικτικά στη δική του αυτοκτονία).
ΑΡΙΣΤΟΦ Βατρ 552-554ΞΑ. κακὸν ἥκει τινί. […] δώσει τις δίκην || ΞΑ. Κάποιον τον βρήκε συμφορά, κάποιος θα τιμωρηθεί. (Ο Ξανθίας υπονοεί κοροϊδευτικά τον Διόνυσο στον καυγά του με δύο ξενοδόχες στον Άδη).
§2.67. Η αντωνυμία τίς, όταν συνοδεύει επίθετα, αντωνυμίες, αριθμητικά ή επιρρήματα, επιτείνει ή μετριάζει τη σημασία τους.
ΘΟΥΚ 8.73.6 καὶ τριάκοντα μέν τινας ἀπέκτειναν τῶν τριακοσίων || και σκότωσαν περίπου τριάντα από τους τριακόσιους συνωμότες.
ΕΥΡ ΙΤ 987-988 δεινή τις ὀργὴ δαιμόνων ἐπέζεσεν πρὸς Ταντάλειον σπέρμα || τρομερή η οργή των θεών έκαψε τη γενιά του Ταντάλου.
§2.68. Η αντωνυμία τίς, όταν λειτουργεί ως κατηγορούμενο, σημαίνει: κάποιος σπουδαίος, κάτι σημαντικό, όπως και στα νέα ελληνικά.
ΠΛ Απολ 41e οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι || νομίζουν ότι είναι σπουδαίοι, ενώ δεν αξίζουν τίποτε.
§2.69. Η αντωνυμία ἄλλος, όταν συνάπτεται με τον τελευταίο όρο μιας απαρίθμησης, συχνά σημαίνει: επιπλέον, εκτός αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το ουσιαστικό που ακολουθεί είναι επεξήγηση της αντωνυμίας.
ΞΕΝ Ελλ 2.4.9 τῇ δ' ὑστεραίᾳ εἰς τὸ Ὠιδεῖον παρεκάλεσαν τοὺς ἐν τῷ καταλόγῳ ὁπλίτας καὶ τοὺς ἄλλους ἱππέας || την άλλη μέρα συγκέντρωσαν στο Ωδείο τους οπλίτες που ήταν γραμμένοι στον κατάλογο, κι επιπλέον, τους ιππείς.
ΘΟΥΚ 1.143.1 κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς || ως κυβερνήτες στα πλοία μας έχουμε δικούς μας πολίτες, κι επιπλέον, κωπηλάτες περισσότερους και καλύτερους απ' ό,τι όλη η υπόλοιπη Ελλάδα.
Βήμα βήμα κερδίζεις την μάχη με το φως
Σκοτάδι και φως, ερεβοκτόνο φως.
Στο γύρισμα του σκοταδιού να φωτιστεί μην μπερδευτείς.
Το φως το ίδιο για σκοτάδι θα μοιάζει.
Και η μεταμόρφωσή σου,
θα μοιάζει θάνατος σωστός.
Σήκωσε τα μάτια, ευθεία το βλέμμα.
Πέρα από την ομίχλη να μπορείς να δεις.
Μπροστά.
Μπροστά μ’ ακούς;
Το πίσω πάει και το προηγούμενό σου βήμα τσακίζεται στο χάος της σαθρής γέφυρας που διασχίζεις.
Μπροστά. Τα μάτια ευθεία στο μπροστά.
Στον στόχο. Τον σκοπό.
Την αγάπη.
Η αγάπη σου για σένα θα σε κρατήσει
και αγκαλιά στο μονοπάτι θα σε φέρει.
Μπροστά μ’ ακούς;
Και όσο προχωράς, ένα τόσο δα μικρό κομματάκι σκοταδιού θα φωτίζει.
Αργά, μα σταθερά.
Την κερδίζεις βήμα βήμα την μάχη με το φως.
Αργή διαδικασία ναι, ένα όμως σίγουρο.
Ό,τι με θάρρος και σοφία κατακτάς, δεν χάνεται.
Στον δρόμο της μεταμόρφωσης ό,τι κατακτάς,
εργαλείο στην φαρέτρα σου γίνεται.
Προχώρα μπροστά μ’ ακούς;
Το φως το ίδιο για σκοτάδι θα μοιάζει.
Και η μεταμόρφωσή σου,
θα μοιάζει θάνατος σωστός.
Σήκωσε τα μάτια, ευθεία το βλέμμα.
Πέρα από την ομίχλη να μπορείς να δεις.
Μπροστά.
Μπροστά μ’ ακούς;
Το πίσω πάει και το προηγούμενό σου βήμα τσακίζεται στο χάος της σαθρής γέφυρας που διασχίζεις.
Μπροστά. Τα μάτια ευθεία στο μπροστά.
Στον στόχο. Τον σκοπό.
Την αγάπη.
Η αγάπη σου για σένα θα σε κρατήσει
και αγκαλιά στο μονοπάτι θα σε φέρει.
Μπροστά μ’ ακούς;
Και όσο προχωράς, ένα τόσο δα μικρό κομματάκι σκοταδιού θα φωτίζει.
Αργά, μα σταθερά.
Την κερδίζεις βήμα βήμα την μάχη με το φως.
Αργή διαδικασία ναι, ένα όμως σίγουρο.
Ό,τι με θάρρος και σοφία κατακτάς, δεν χάνεται.
Στον δρόμο της μεταμόρφωσης ό,τι κατακτάς,
εργαλείο στην φαρέτρα σου γίνεται.
Προχώρα μπροστά μ’ ακούς;
Πώς να φερθούμε στους έφηβους για μία καλύτερη επικοινωνία
Η ζωή με έναν έφηβο τις περισσότερες φορές έχει κάποιες δυσκολίες κυρίως σε θέματα επικοινωνίας και συμπεριφοράς. Σε αυτό το σημείο είναι που οι γονείς δεν ξέρουν πως να τους φερθούν… πώς να τους μιλήσουν… πώς να τους αντιμετωπίσουν.
Παρακάτω θα βρείτε κάποιους κανόνες που σίγουρα θα σας βοηθήσουν:
1. Συζητήστε μαζί τους αλλά κυρίως ακούστε τα. Ακούστε τι έχουν να σας πουν και μη τα κριτικάρετε. Η συζήτηση είναι ο μόνος τρόπος για να αναθρέψετε σωστά τα παιδιά σας.
2. Να σέβεστε την προσωπικότητα τους και να τους συμπεριφέρεστε με φροντίδα και ευγένεια. Προσοχή: μπροστά στους φίλους τους μην το παρακάνετε και τους φέρετε σε άβολη θέση.
3. Ενδιαφερθείτε πραγματικά για τις επιδόσεις τους στο σχολείο. Επιβραβεύστε τους καλούς βαθμούς και την προσπάθεια και συμπαρασταθείτε στις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν, δίνοντας την βοήθεια σας.
4. Γνωρίστε τις παρέες τους. Η παροιμία «Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι» είναι πολύ σωστή. Από τις παρέες που επιλέγουν θα κατανοήσετε καλύτερα τον τρόπο που σκέφτονται και συμπεριφέρονται.
5. Να θέσετε σαφή όρια. Να έχετε μία σταθερή στάση, που να μην είστε ούτε πολύ αυστηροί και απαιτητικοί αλλά ούτε και υπερβολικά ελαστικοί. Διατηρείστε μία ισορροπημένη στάση ξεκαθαρίζοντας ποιοι είναι οι κανόνες.
6. Στην εφηβεία, τα παιδιά περνάνε από το στάδιο της αυτονομίας. Αφήστε τα να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις, ώστε να αισθανθούν ότι μπορούν να σταθούν στις δικές τους δυνάμεις. Με αυτό τον τρόπο θα αναπτυχθεί καλύτερα η αυτοεκτίμησή τους και η αυτοπεποίθησή τους για να διαμορφωθεί η προσωπικότητά τους.
7. Σταθείτε δίπλα τους. Τα παιδιά θα πρέπει να αισθάνονται την ασφάλεια των γονιών τους. Όταν τους χρειαστούν να είναι πάντα εκεί για αυτά. Διαμορφώνουν την ταυτότητά τους και κάποιες φορές δυσκολεύονται να θέσουν τους σωστούς στόχους, να συγκροτήσουν τις σκέψεις τους και να αντιληφθούν ποιες θα είναι οι συνέπειες των πράξεων αυτών.
8. Θέστε ρεαλιστικούς στόχους για τα παιδιά σας που να αρμόζουν και να ταιριάζουν στις δυνατότητές τους. Στόχοι που να είναι εφικτοί να επιτύχουν.
9. Να μάθετε στα παιδιά να αποδέχονται και να σέβονται την διαφορετικότητα. Να έχουν ενσυναίσθηση και να είναι υπεύθυνα άτομα.
10. Τα παιδιά θα κάνουν λάθη. Με την αγάπη, την στοργή και την υπομονή θα μάθουν. Μην ξεχνάτε, περάσαμε και εμείς από αυτήν την περίοδο της εφηβείας και ήταν ωραία… βοηθήστε και εσείς τα παιδιά σας να περάσουν την εφηβεία τους με όμορφες στιγμές και αναμνήσεις.
Παρακάτω θα βρείτε κάποιους κανόνες που σίγουρα θα σας βοηθήσουν:
1. Συζητήστε μαζί τους αλλά κυρίως ακούστε τα. Ακούστε τι έχουν να σας πουν και μη τα κριτικάρετε. Η συζήτηση είναι ο μόνος τρόπος για να αναθρέψετε σωστά τα παιδιά σας.
2. Να σέβεστε την προσωπικότητα τους και να τους συμπεριφέρεστε με φροντίδα και ευγένεια. Προσοχή: μπροστά στους φίλους τους μην το παρακάνετε και τους φέρετε σε άβολη θέση.
3. Ενδιαφερθείτε πραγματικά για τις επιδόσεις τους στο σχολείο. Επιβραβεύστε τους καλούς βαθμούς και την προσπάθεια και συμπαρασταθείτε στις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν, δίνοντας την βοήθεια σας.
4. Γνωρίστε τις παρέες τους. Η παροιμία «Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι» είναι πολύ σωστή. Από τις παρέες που επιλέγουν θα κατανοήσετε καλύτερα τον τρόπο που σκέφτονται και συμπεριφέρονται.
5. Να θέσετε σαφή όρια. Να έχετε μία σταθερή στάση, που να μην είστε ούτε πολύ αυστηροί και απαιτητικοί αλλά ούτε και υπερβολικά ελαστικοί. Διατηρείστε μία ισορροπημένη στάση ξεκαθαρίζοντας ποιοι είναι οι κανόνες.
6. Στην εφηβεία, τα παιδιά περνάνε από το στάδιο της αυτονομίας. Αφήστε τα να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις, ώστε να αισθανθούν ότι μπορούν να σταθούν στις δικές τους δυνάμεις. Με αυτό τον τρόπο θα αναπτυχθεί καλύτερα η αυτοεκτίμησή τους και η αυτοπεποίθησή τους για να διαμορφωθεί η προσωπικότητά τους.
7. Σταθείτε δίπλα τους. Τα παιδιά θα πρέπει να αισθάνονται την ασφάλεια των γονιών τους. Όταν τους χρειαστούν να είναι πάντα εκεί για αυτά. Διαμορφώνουν την ταυτότητά τους και κάποιες φορές δυσκολεύονται να θέσουν τους σωστούς στόχους, να συγκροτήσουν τις σκέψεις τους και να αντιληφθούν ποιες θα είναι οι συνέπειες των πράξεων αυτών.
8. Θέστε ρεαλιστικούς στόχους για τα παιδιά σας που να αρμόζουν και να ταιριάζουν στις δυνατότητές τους. Στόχοι που να είναι εφικτοί να επιτύχουν.
9. Να μάθετε στα παιδιά να αποδέχονται και να σέβονται την διαφορετικότητα. Να έχουν ενσυναίσθηση και να είναι υπεύθυνα άτομα.
10. Τα παιδιά θα κάνουν λάθη. Με την αγάπη, την στοργή και την υπομονή θα μάθουν. Μην ξεχνάτε, περάσαμε και εμείς από αυτήν την περίοδο της εφηβείας και ήταν ωραία… βοηθήστε και εσείς τα παιδιά σας να περάσουν την εφηβεία τους με όμορφες στιγμές και αναμνήσεις.
Ντροπή και Ενοχή: Τι είναι, ποιες είναι οι διαφορές
Ντροπή
Είναι το αίσθημα της λύπης ή η αίσθηση ευθύνης σε σχέση με τον εαυτό μας. Σχετίζεται με αίσθηση ανεπάρκειας και αναξιότητας και μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση, αυτοτιμωρία και άλλες επιβλαβείς και επικίνδυνες συμπεριφορές.
Ενοχή
Ενοχή είναι το συναίσθημα εκείνο που προκαλείται ως αντίδραση είτε σε κάποιο δυσάρεστο συμβάν που σκόπιμα ή άθελά μας προκαλέσαμε ή σε σκέψεις που θεωρούμε ηθικά μη-αποδεκτές. Μέσω της ενοχής οδηγείται το άτομο σε αποκατάσταση της βλάβης με οποιονδήποτε τρόπο.
Είναι το αίσθημα της λύπης ή η αίσθηση ευθύνης σε σχέση με τον εαυτό μας. Σχετίζεται με αίσθηση ανεπάρκειας και αναξιότητας και μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση, αυτοτιμωρία και άλλες επιβλαβείς και επικίνδυνες συμπεριφορές.
Ενοχή
Ενοχή είναι το συναίσθημα εκείνο που προκαλείται ως αντίδραση είτε σε κάποιο δυσάρεστο συμβάν που σκόπιμα ή άθελά μας προκαλέσαμε ή σε σκέψεις που θεωρούμε ηθικά μη-αποδεκτές. Μέσω της ενοχής οδηγείται το άτομο σε αποκατάσταση της βλάβης με οποιονδήποτε τρόπο.
Ομοιότητες και Διαφορές
Πρόκειται για δύο πολύ γνωστά σε όλους μας συναισθήματα καθότι τα βιώνουμε αρκετές φορές στη ζωή μας. Τόσο η Ντροπή όσο και η Ενοχή μας κάνουν να αισθανόμαστε άσχημα ως αντίδραση σε κάτι που έχουμε κάνει ή νομίζουμε ότι έχουμε κάνει, σε κάποια παράβαση ή αρνητικό γεγονός.
Η Ντροπή όμως σχετίζεται με τον εαυτό μας ενώ η Ενοχή με εξωτερικά ερεθίσματα π.χ. πράξεις ή απουσία πράξεων ή γεγονότα για τα οποία ευθυνόμαστε. Κάποιος που αισθάνεται ντροπή μετανιώνει για κάποια πτυχή του εαυτού του ενώ εκείνος που αισθάνεται Ενοχή μετανιώνει για κάποια συμπεριφορά που επέδειξε. Αυτό σύμφωνα με τους Tigner & Colvin (2017) καλείται “Διάκριση Εαυτού – Συμπεριφοράς”. Αυτή η διάκριση μας δείχνει ότι υπάρχουν δομικές διαφορές στα δύο αυτά συναισθήματα, κάτι που κάνει την αντιμετώπιση της Ενοχής ευκολότερη από την αντιμετώπιση της Ντροπής.
Η Ντροπή δηλαδή κάνει τον άνθρωπο να στρέφεται στον εαυτό του για το κακό που προκάλεσε σε κάποιον άλλο ενώ η Ενοχή τον στρέφει στη συμπεριφορά του ή τις πράξεις του (Lewis 1971). Και τα δύο αυτά συναισθήματα είναι πολύ σημαντικά, θεωρούνται κοινωνικοί ρυθμιστές υπό την έννοια ότι ενισχύουν μία ισορροπία ανάμεσα στις ορμές του ατόμου από τη μία και στα δικαιώματα και τις ανάγκες του συνανθρώπου από την άλλη (Bastin et al., 2016). Αποτελούν το 1ο καθοριστικό βήμα ώστε το άτομο που έπραξε με λάθος τρόπο να επανορθώσει. Δρουν καταλυτικά με το να «συγκρατούν» τους ανθρώπους από το να δρουν με μοναδικό γνώμονα το ατομικό τους συμφέρον.
Η Ντροπή θεωρείται δυσ-προσαρμοστικό συναίσθημα ενώ η Ενοχή προσαρμοστικό. Η Ενοχή ωθεί τους ανθρώπους να αντιδράσουν, να επανορθώσουν, να διορθώσουν και ενδεχομένως να αποκαταστήσουν τη ζημιά που προκάλεσαν. Διακατέχονται κατά κάποιο τρόπο από θετικά συναισθήματα αφού παρακινούνται σε δράση. Αντίθετα τα χαρακτηριστικά αποτελέσματα της Ντροπής είναι η αποφυγή και η αντικοινωνική συμπεριφορά. Σε λιγότερο σοβαρές καταστάσεις βέβαια η Ντροπή οδηγεί όπως και η Ενοχή σε παρακίνηση για αποκατάσταση αλλά στις πιο σοβαρές ή σε εκείνες που η ζημιά μοιάζει ή είναι μη-αναστρέψιμη, η Ντροπή οδηγεί σε αποφυγή αντιμετώπισης της κατάστασης και κλείσιμο στον εαυτό.
Ντροπή και Ενοχή βιώνονται και εξωτερικεύονται με διαφορετικό τρόπο
Έρευνες έχουν καταδείξει ότι τα άτομα που είναι περισσότερο επιρρεπή στη Ντροπή οδηγούνται πολλές φορές σε συμπεριφορές αυτό-σαμποτάζ έως και αυτό-τραυματισμού. Σε καταστάσεις αυξημένου στρες σε προ-αγωνιστικές περιόδους αθλητών ή πριν από εξετάσεις τα άτομα αυτά μπορεί να τραυματιστούν εσκεμμένα ή να αποφύγουν το διάβασμα προκειμένου να έρθουν αντιμέτωπα με μία αποτυχία.
Η αυξημένη χρήση αλκοόλ μπορεί επίσης σε κάποιες περιπτώσεις να εξηγηθεί από τη Ντροπή και την ανάγκη απόδρασης που τη συνοδεύει, τα οποία αισθάνεται το άτομο. Κι ενώ στη περίπτωση του βιώματος Ενοχής το άτομο είναι ικανό να ελέγξει τη ποσότητα αλκοόλ που καταναλώνει, στη Ντροπή ωθείται εσωτερικά σε αυξημένη κατανάλωση καθότι έχει την ανάγκη να κρυφτεί και να ξεφύγει.
Τρόποι αντιμετώπισης
Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι αντιμετώπισης των δυσάρεστων αυτών συναισθημάτων της Ντροπής και της Ενοχής είναι οι εξής:
Συγχώρεση και Αυτό-συγχώρεση
Αναγνωρίζουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί ζητώντας συγγνώμη από το άτομα που θίχτηκε. Είναι σημαντικό εδώ η συγγνώμη μας να είναι άνευ όρων χωρίς να συνοδεύεται από εξηγήσεις ή μετάθεση ευθύνης σε άλλους. Εκφράζουμε τη συγγνώμη μας με άμεσο τρόπο αναγνωρίζοντας την αναστάτωση, θυμό ή πόνο που προκαλέσαμε.
Εάν μετά απ’ αυτή τη κίνηση εξακολουθούν να μας κατακλύζουν τα άσχημα συναισθήματα, ιδιαίτερα αν το άτομο δεν αποδέχεται τη συγγνώμη μας, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά την αυτό-συγχώρεση. Μέσω της αυτό-συγχώρεσης δεν αγνοούμε τη ζημιά που προκαλέσαμε αλλά ξεπερνάμε τα συναισθήματα που μας προκλήθηκαν. Η αυτό-συγχώρεση δεν συγχέεται με την αποποίηση των όποιων ευθυνών, μεγάλων ή μικρών, μας αναλογούν αλλά με την ανάληψη ευθύνης, την έκφραση των συναισθημάτων μας, με τη δράση για αποκατάσταση και τέλος με την αποδοχή και τη συνέχιση της ζωής μας.
Μετασχηματισμός συναισθημάτων
Στη περίπτωση βίωσης Ντροπής, το οποίο όπως αντιλαμβανόμαστε από όσα αναφέρθηκαν είναι καθηλωτικό, με την έννοια ότι δεν μας οδηγεί σε δράση όπως η Ενοχή, μπορούμε να επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε τα συναισθήματά μας σε Ενοχή. Έχοντας κατά νου ότι η Ντροπή δεν μας χρησιμεύει ούτε μας προστατεύει ενώ η Ενοχή δρα προληπτικά, προσπαθούμε αντί να αισθανόμαστε δυσαρέσκεια κατηγορώντας τον εαυτό μας και να αυτό-μαστιγωνόμαστε, να στρέψουμε τις κατηγορίες στις πράξεις και την συμπεριφορά μας.
Αντιμετώπιση της κατάστασης
Προσπαθούμε να επανορθώσουμε, να αποκαταστήσουμε τη ζημιά που μας οδήγησε στο να αισθανθούμε Ντροπή ή Ενοχή. Δεν έχει νόημα να καθυστερούμε αυτό το βήμα, εφόσον η πράξη είναι ως ένα βαθμό αναστρέψιμη και μπορούμε να κάνουμε κάτι διότι σε διαφορετική περίπτωση απλώς παρατείνουμε το άγχος μας. Οι κινήσεις εδώ μπορεί να αφορούν πράξεις ή συζητήσεις με άτομα που μπορούν να έχουν ρόλο και συνεισφορά στην αποκατάσταση της ζημιάς που προκαλέσαμε.
Θεραπεία
Μπορεί να βοηθηθούμε μέσω της αντανάκλασης των συναισθημάτων μας, στη σωστή διαχείριση αυτών ώστε να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Όταν παρατηρούμε ότι η Ενοχή έχει αντίκτυπο στη ζωή μας μέσω αισθημάτων ανεπάρκειας και ανικανότητας, καθήλωσης στην επίτευξη των στόχων μας, συμπεριφορών απομόνωσης ή αυτό-τιμωρίας, τότε πρέπει όντως να επανεξετάσουμε τη κατάσταση με τη βοήθεια ενός ειδικού. Το μοίρασμα και η αντανάκλαση των συναισθημάτων είναι και στη περίπτωση αυτή της Ενοχής και της Ντροπής απαραίτητο τόσο για τη σωστή διαχείρισή τους όσο και για τη διατήρηση των σχέσεων που εμείς θεωρούμε σημαντικές στη ζωή μας.
Πότε η Ντροπή και η Ενοχή θεωρούνται πρόβλημα
Υπερβολική Ενοχή, που δεν συνδέεται με το μέγεθος της ζημιάς η οποία προκλήθηκε και υπερεκτίμηση του ρόλου που διαδραματίσαμε στο συμβάν καθώς και του αντίκτυπου που αυτό είχε, μπορεί και πρέπει να μας οδηγήσει να αναλύσουμε λίγο περισσότερο τα συναισθήματα μας.
Ενοχή για κάτι που νομίζουμε ότι κάναμε ενώ στη πραγματικότητα δεν κάναμε είναι φαινόμενο που καλό θα είναι να εξετάσουμε. Όταν δε αισθανόμαστε Ενοχή για τα πάντα στη ζωή μας τότε ενδέχεται αυτό να αποτελεί σημάδι κατάθλιψης ή Διπολικής διαταραχής.
Να σημειώσουμε όμως εδώ ότι και ακριβώς το αντίθετο, η παντελής απουσία δηλαδή Ενοχής ή τύψεων, είναι αρκετά σοβαρό.
Κλείνοντας καταλήγουμε ότι τα συναισθήματα της Ντροπής και της Ενοχής δεν είναι απαραιτήτως κακά, ιδιαίτερα στο βαθμό που δεν είναι επίμονα ή υπερβολικά. Με σωστή διαχείριση μας οδηγούν να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας περαιτέρω και καθίστανται παραγωγικά σε σχέση με τις αποφάσεις μας τόσο του παρόντος όσο και τις μελλοντικές.
Πρόκειται για δύο πολύ γνωστά σε όλους μας συναισθήματα καθότι τα βιώνουμε αρκετές φορές στη ζωή μας. Τόσο η Ντροπή όσο και η Ενοχή μας κάνουν να αισθανόμαστε άσχημα ως αντίδραση σε κάτι που έχουμε κάνει ή νομίζουμε ότι έχουμε κάνει, σε κάποια παράβαση ή αρνητικό γεγονός.
Η Ντροπή όμως σχετίζεται με τον εαυτό μας ενώ η Ενοχή με εξωτερικά ερεθίσματα π.χ. πράξεις ή απουσία πράξεων ή γεγονότα για τα οποία ευθυνόμαστε. Κάποιος που αισθάνεται ντροπή μετανιώνει για κάποια πτυχή του εαυτού του ενώ εκείνος που αισθάνεται Ενοχή μετανιώνει για κάποια συμπεριφορά που επέδειξε. Αυτό σύμφωνα με τους Tigner & Colvin (2017) καλείται “Διάκριση Εαυτού – Συμπεριφοράς”. Αυτή η διάκριση μας δείχνει ότι υπάρχουν δομικές διαφορές στα δύο αυτά συναισθήματα, κάτι που κάνει την αντιμετώπιση της Ενοχής ευκολότερη από την αντιμετώπιση της Ντροπής.
Η Ντροπή δηλαδή κάνει τον άνθρωπο να στρέφεται στον εαυτό του για το κακό που προκάλεσε σε κάποιον άλλο ενώ η Ενοχή τον στρέφει στη συμπεριφορά του ή τις πράξεις του (Lewis 1971). Και τα δύο αυτά συναισθήματα είναι πολύ σημαντικά, θεωρούνται κοινωνικοί ρυθμιστές υπό την έννοια ότι ενισχύουν μία ισορροπία ανάμεσα στις ορμές του ατόμου από τη μία και στα δικαιώματα και τις ανάγκες του συνανθρώπου από την άλλη (Bastin et al., 2016). Αποτελούν το 1ο καθοριστικό βήμα ώστε το άτομο που έπραξε με λάθος τρόπο να επανορθώσει. Δρουν καταλυτικά με το να «συγκρατούν» τους ανθρώπους από το να δρουν με μοναδικό γνώμονα το ατομικό τους συμφέρον.
Η Ντροπή θεωρείται δυσ-προσαρμοστικό συναίσθημα ενώ η Ενοχή προσαρμοστικό. Η Ενοχή ωθεί τους ανθρώπους να αντιδράσουν, να επανορθώσουν, να διορθώσουν και ενδεχομένως να αποκαταστήσουν τη ζημιά που προκάλεσαν. Διακατέχονται κατά κάποιο τρόπο από θετικά συναισθήματα αφού παρακινούνται σε δράση. Αντίθετα τα χαρακτηριστικά αποτελέσματα της Ντροπής είναι η αποφυγή και η αντικοινωνική συμπεριφορά. Σε λιγότερο σοβαρές καταστάσεις βέβαια η Ντροπή οδηγεί όπως και η Ενοχή σε παρακίνηση για αποκατάσταση αλλά στις πιο σοβαρές ή σε εκείνες που η ζημιά μοιάζει ή είναι μη-αναστρέψιμη, η Ντροπή οδηγεί σε αποφυγή αντιμετώπισης της κατάστασης και κλείσιμο στον εαυτό.
Ντροπή και Ενοχή βιώνονται και εξωτερικεύονται με διαφορετικό τρόπο
Έρευνες έχουν καταδείξει ότι τα άτομα που είναι περισσότερο επιρρεπή στη Ντροπή οδηγούνται πολλές φορές σε συμπεριφορές αυτό-σαμποτάζ έως και αυτό-τραυματισμού. Σε καταστάσεις αυξημένου στρες σε προ-αγωνιστικές περιόδους αθλητών ή πριν από εξετάσεις τα άτομα αυτά μπορεί να τραυματιστούν εσκεμμένα ή να αποφύγουν το διάβασμα προκειμένου να έρθουν αντιμέτωπα με μία αποτυχία.
Η αυξημένη χρήση αλκοόλ μπορεί επίσης σε κάποιες περιπτώσεις να εξηγηθεί από τη Ντροπή και την ανάγκη απόδρασης που τη συνοδεύει, τα οποία αισθάνεται το άτομο. Κι ενώ στη περίπτωση του βιώματος Ενοχής το άτομο είναι ικανό να ελέγξει τη ποσότητα αλκοόλ που καταναλώνει, στη Ντροπή ωθείται εσωτερικά σε αυξημένη κατανάλωση καθότι έχει την ανάγκη να κρυφτεί και να ξεφύγει.
Τρόποι αντιμετώπισης
Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι αντιμετώπισης των δυσάρεστων αυτών συναισθημάτων της Ντροπής και της Ενοχής είναι οι εξής:
Συγχώρεση και Αυτό-συγχώρεση
Αναγνωρίζουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί ζητώντας συγγνώμη από το άτομα που θίχτηκε. Είναι σημαντικό εδώ η συγγνώμη μας να είναι άνευ όρων χωρίς να συνοδεύεται από εξηγήσεις ή μετάθεση ευθύνης σε άλλους. Εκφράζουμε τη συγγνώμη μας με άμεσο τρόπο αναγνωρίζοντας την αναστάτωση, θυμό ή πόνο που προκαλέσαμε.
Εάν μετά απ’ αυτή τη κίνηση εξακολουθούν να μας κατακλύζουν τα άσχημα συναισθήματα, ιδιαίτερα αν το άτομο δεν αποδέχεται τη συγγνώμη μας, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά την αυτό-συγχώρεση. Μέσω της αυτό-συγχώρεσης δεν αγνοούμε τη ζημιά που προκαλέσαμε αλλά ξεπερνάμε τα συναισθήματα που μας προκλήθηκαν. Η αυτό-συγχώρεση δεν συγχέεται με την αποποίηση των όποιων ευθυνών, μεγάλων ή μικρών, μας αναλογούν αλλά με την ανάληψη ευθύνης, την έκφραση των συναισθημάτων μας, με τη δράση για αποκατάσταση και τέλος με την αποδοχή και τη συνέχιση της ζωής μας.
Μετασχηματισμός συναισθημάτων
Στη περίπτωση βίωσης Ντροπής, το οποίο όπως αντιλαμβανόμαστε από όσα αναφέρθηκαν είναι καθηλωτικό, με την έννοια ότι δεν μας οδηγεί σε δράση όπως η Ενοχή, μπορούμε να επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε τα συναισθήματά μας σε Ενοχή. Έχοντας κατά νου ότι η Ντροπή δεν μας χρησιμεύει ούτε μας προστατεύει ενώ η Ενοχή δρα προληπτικά, προσπαθούμε αντί να αισθανόμαστε δυσαρέσκεια κατηγορώντας τον εαυτό μας και να αυτό-μαστιγωνόμαστε, να στρέψουμε τις κατηγορίες στις πράξεις και την συμπεριφορά μας.
Αντιμετώπιση της κατάστασης
Προσπαθούμε να επανορθώσουμε, να αποκαταστήσουμε τη ζημιά που μας οδήγησε στο να αισθανθούμε Ντροπή ή Ενοχή. Δεν έχει νόημα να καθυστερούμε αυτό το βήμα, εφόσον η πράξη είναι ως ένα βαθμό αναστρέψιμη και μπορούμε να κάνουμε κάτι διότι σε διαφορετική περίπτωση απλώς παρατείνουμε το άγχος μας. Οι κινήσεις εδώ μπορεί να αφορούν πράξεις ή συζητήσεις με άτομα που μπορούν να έχουν ρόλο και συνεισφορά στην αποκατάσταση της ζημιάς που προκαλέσαμε.
Θεραπεία
Μπορεί να βοηθηθούμε μέσω της αντανάκλασης των συναισθημάτων μας, στη σωστή διαχείριση αυτών ώστε να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Όταν παρατηρούμε ότι η Ενοχή έχει αντίκτυπο στη ζωή μας μέσω αισθημάτων ανεπάρκειας και ανικανότητας, καθήλωσης στην επίτευξη των στόχων μας, συμπεριφορών απομόνωσης ή αυτό-τιμωρίας, τότε πρέπει όντως να επανεξετάσουμε τη κατάσταση με τη βοήθεια ενός ειδικού. Το μοίρασμα και η αντανάκλαση των συναισθημάτων είναι και στη περίπτωση αυτή της Ενοχής και της Ντροπής απαραίτητο τόσο για τη σωστή διαχείρισή τους όσο και για τη διατήρηση των σχέσεων που εμείς θεωρούμε σημαντικές στη ζωή μας.
Πότε η Ντροπή και η Ενοχή θεωρούνται πρόβλημα
Υπερβολική Ενοχή, που δεν συνδέεται με το μέγεθος της ζημιάς η οποία προκλήθηκε και υπερεκτίμηση του ρόλου που διαδραματίσαμε στο συμβάν καθώς και του αντίκτυπου που αυτό είχε, μπορεί και πρέπει να μας οδηγήσει να αναλύσουμε λίγο περισσότερο τα συναισθήματα μας.
Ενοχή για κάτι που νομίζουμε ότι κάναμε ενώ στη πραγματικότητα δεν κάναμε είναι φαινόμενο που καλό θα είναι να εξετάσουμε. Όταν δε αισθανόμαστε Ενοχή για τα πάντα στη ζωή μας τότε ενδέχεται αυτό να αποτελεί σημάδι κατάθλιψης ή Διπολικής διαταραχής.
Να σημειώσουμε όμως εδώ ότι και ακριβώς το αντίθετο, η παντελής απουσία δηλαδή Ενοχής ή τύψεων, είναι αρκετά σοβαρό.
Κλείνοντας καταλήγουμε ότι τα συναισθήματα της Ντροπής και της Ενοχής δεν είναι απαραιτήτως κακά, ιδιαίτερα στο βαθμό που δεν είναι επίμονα ή υπερβολικά. Με σωστή διαχείριση μας οδηγούν να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας περαιτέρω και καθίστανται παραγωγικά σε σχέση με τις αποφάσεις μας τόσο του παρόντος όσο και τις μελλοντικές.
Όταν ονειρεύεσαι χωρίς να φοβάσαι, τότε έχεις πραγματικά ζήσει
Όλοι έχουμε όνειρα. Κάποιοι τα έχουν θάψει βαθιά που σχεδόν δεν τα θυμούνται και άλλοι τα βιώνουν κάθε μέρα νοερά, ή και στην πραγματικότητα. Γιατί λοιπόν βάζουμε τον φόβο πάνω από τα όνειρα μας;
Ίσως γιατί κάποια στιγμή κουραστήκαμε να κάνουμε απλώς όνειρα και να μην πραγματοποιούνται. Όμως είχαμε υπομονή; Κάναμε προσπάθεια γι αυτά; Τα πιστέψαμε με πάθος; Ήταν τα πραγματικά μας όνειρα;
Δεν πιστεύω πως υπάρχει μεγαλύτερη ομορφιά από το να μπορείς να φαντάζεσαι και να ονειρεύεσαι το πιο τρελό σου όνειρο, να το φέρνεις στο μυαλό σου και να το πιστεύεις τόσο πολύ, ώστε να το βιώνεις!
Το μυαλό σε μια άριστη συνεργασία με την καρδιά μας θα μας φέρνει πάντα αυτά που επιθυμούμε!
Στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν το έχεις πάρει πραγματικά απόφαση! Βγες από τον απόλυτο ρεαλισμό, παίξε με το μυαλό σου, με την φαντασία σου, φτιάξε την πιο όμορφη ιστορία όπως όταν ήσουν παιδί, ντύσου πρωταγωνιστής μέσα σε αυτή!
Όλοι έχουμε την ανάγκη της απόδρασης, όμως ποια είναι η πραγματική επίτευξη της απόδρασης; Οι τάσεις φυγής και η φυγή; Η το να μπορώ καθημερινά να δραπετεύω απ τους προβληματισμούς μου από την απόλυτη ρουτίνα και να παίρνω δύναμη απ τα όνειρα μου;
Έχουμε μάθει να γελάμε και να ισοπεδώνουμε όνειρα, είτε τα δικά μας είτε των κοντινών μας ανθρώπων, όμως ξέρεις κάτι; Οι άνθρωποι που μπορούν και ονειρεύονται είναι αξιαγάπητοι, δεν έχουν στεγανά, δεν είναι απόλυτοι, είναι ενεργά μέλη στη ζωή και ζούνε την πραγματικότητα με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Όλοι μπορούν να το κάνουν αυτό! Απλά κάποιοι μένουν δέσμιοι στον φόβο.
Πάντα θα είναι μια καλή στιγμή να απαλλαχτείς από τον φόβο, η ζωή κυλάει, ό,τι και να συμβαίνει, κανείς δεν μπορεί να σου κλέψει τα όνειρα, αυτά θα τα έχεις ριζωμένα μέσα σου!
Κι έτσι τόσο απλά, έχεις ομορφύνει τον εσωτερικό σου κόσμο, είσαι εσύ ο συγγραφέας, ο πρωταγωνιστής, ο σκηνοθέτης και ο θίασος ολόκληρος!
Ίσως γιατί κάποια στιγμή κουραστήκαμε να κάνουμε απλώς όνειρα και να μην πραγματοποιούνται. Όμως είχαμε υπομονή; Κάναμε προσπάθεια γι αυτά; Τα πιστέψαμε με πάθος; Ήταν τα πραγματικά μας όνειρα;
Δεν πιστεύω πως υπάρχει μεγαλύτερη ομορφιά από το να μπορείς να φαντάζεσαι και να ονειρεύεσαι το πιο τρελό σου όνειρο, να το φέρνεις στο μυαλό σου και να το πιστεύεις τόσο πολύ, ώστε να το βιώνεις!
Το μυαλό σε μια άριστη συνεργασία με την καρδιά μας θα μας φέρνει πάντα αυτά που επιθυμούμε!
Στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν το έχεις πάρει πραγματικά απόφαση! Βγες από τον απόλυτο ρεαλισμό, παίξε με το μυαλό σου, με την φαντασία σου, φτιάξε την πιο όμορφη ιστορία όπως όταν ήσουν παιδί, ντύσου πρωταγωνιστής μέσα σε αυτή!
Όλοι έχουμε την ανάγκη της απόδρασης, όμως ποια είναι η πραγματική επίτευξη της απόδρασης; Οι τάσεις φυγής και η φυγή; Η το να μπορώ καθημερινά να δραπετεύω απ τους προβληματισμούς μου από την απόλυτη ρουτίνα και να παίρνω δύναμη απ τα όνειρα μου;
Έχουμε μάθει να γελάμε και να ισοπεδώνουμε όνειρα, είτε τα δικά μας είτε των κοντινών μας ανθρώπων, όμως ξέρεις κάτι; Οι άνθρωποι που μπορούν και ονειρεύονται είναι αξιαγάπητοι, δεν έχουν στεγανά, δεν είναι απόλυτοι, είναι ενεργά μέλη στη ζωή και ζούνε την πραγματικότητα με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Όλοι μπορούν να το κάνουν αυτό! Απλά κάποιοι μένουν δέσμιοι στον φόβο.
Πάντα θα είναι μια καλή στιγμή να απαλλαχτείς από τον φόβο, η ζωή κυλάει, ό,τι και να συμβαίνει, κανείς δεν μπορεί να σου κλέψει τα όνειρα, αυτά θα τα έχεις ριζωμένα μέσα σου!
Κι έτσι τόσο απλά, έχεις ομορφύνει τον εσωτερικό σου κόσμο, είσαι εσύ ο συγγραφέας, ο πρωταγωνιστής, ο σκηνοθέτης και ο θίασος ολόκληρος!
- Πολλές φορές, τα πιο βαρυσήμαντα όνειρα είναι αυτά που φαίνονται τα πιο τρελά.
- Το να ονειρεύομαι να γίνω κάποιος, είναι πιο συναρπαστικό από το να είμαι.
- Να πιστεύεις στα όνειρα, γιατί σε αυτά είναι κρυμμένη η πύλη της αιωνιότητας.
- Αν μπορείς να το ονειρευτείς, μπορείς και να το κάνεις.
- Οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς, είναι πραγματικό.
- Τι να την κάνω εγώ την πραγματικότητα τους λέω – εγώ έχω τ’όνειρο
Η μοναξιά της Πνευματικής Αφύπνισης
Έχετε παρατηρήσει μια αλλαγή στις σχέσεις σας με τους ανθρώπους, τελευταία;
Σας είναι δύσκολο κάποιες φορές να μιλάτε με τους άλλους για θέματα πνευματικότητας;
Μπορείτε να μιλήσετε με τους φίλους σας για το σύμπαν;
Είναι πρόθυμοι να συζητήσουν μαζί σας για την Ανάληψη ή την πνευματική Φώτιση;
Νιώθετε, ενίοτε, μόνοι με τα πιστεύω σας;
Χάσατε την επαφή με παλιούς φίλους πρόσφατα;
Δεν είστε μόνοι!
Πολλοί άνθρωποι παραπονιούνται ότι τους είναι πια δύσκολο να μιλάνε για τα θέματα που τους ενδιαφέρουν με τους φίλους τους ή με τους οικείους τους. Ακόμα, πολλές φορές βλέπω ανθρώπους να συμφωνούν με θέματα που άπτονται της πνευματικότητας, αλλά διστάζουν να ακολουθήσουν το δρόμο της, επειδή φοβούνται μήπως γελοιοποιηθούν για τις σκέψεις και τις απόψεις τους.
Ίσως να χάσετε, όντως, κάποιους παλιούς φίλους, αλλά θα βρείτε πολλούς καινούργιους. Μόλις απελευθερώσετε το εγώ σας δεν θα ανησυχείτε πλέον και δεν θα σας ενδιαφέρει να συμμορφωθείτε, υπό την πίεση που πιθανόν σας ασκούν οι ομότιμοί σας.
Η ομαδικότητα σκέψης (groupthink) είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει ποικίλα συστήματα πεποίθησης εντός μιας ομάδας ατόμων ενώ από την άλλη αποθαρρύνει την δημιουργικότητα του ατόμου και την ανεξάρτητη σκέψη. Αυτή την ομαδικότητα της σκέψης θα την συναντήσετε ακόμα και σε ομάδες ατόμων πνευματικά αφυπνισμένων.
Αν κοιτάξετε την καταγεγραμμένη ιστορία του ανθρώπινου είδους, θα διαπιστώσετε ότι αυτή η ιστορία είναι απλά η ερμηνεία που έδωσε κάποιος σε ένα γεγονός/ορόσημο ή σε μια εξελικτική διαδικασία, στηριζόμενος στις μαρτυρίες αυτόπτη μάρτυρα, σε επιστημονικά δεδομένα, μια ταινία ή κάποια πιστεύω.
Η πραγματική αλήθεια μπορεί να αποκρύβεται ή να παραμορφώνεται για πολλούς λόγους, αλλά αυτοί οι λόγοι έχουν να κάνουν κυρίως με τον έλεγχο και την εξουσία. Μην πάτε μακριά, κοιτάξτε την ιστορία της προέλευσης του ανθρώπινου είδους και θα ανακαλύψετε μια πληθώρα μύθων σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, στους οποίους η χρονολογία και ο τρόπος δημιουργίας της ύπαρξής μας αποδίδεται διαφορετικά. Ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του;
Όταν λέτε στους ανθρώπους για τους μύθους της Δημιουργίας, τείνουν να μένουν περιχαρακωμένοι εντός του συστήματος πεποιθήσεων που αναφέρει η ιστορία της Δημιουργίας των θρησκευτικών βιβλίων, η οποία μετρά την γέννηση του ανθρώπινου είδους από το 4.000 π.Χ.
Αυτά τα ερωτήματα, τα σχετικά με την προέλευση του ανθρώπου, χωρίζουν τους ανθρώπους σε εκείνους που σκέφτονται μέσα στο κουτί και σε εκείνους που σκέφτονται έξω από το κουτί.
Όταν προκύπτουν τέτοια θέματα ανάμεσα στους ανθρώπους του περιβάλλοντός σας, πολλές φορές δημιουργούνται διαφωνίες. Είναι δύσκολο να παραδεχτεί κανείς ότι τους έχουν παραπλανήσει τόσο πολύ και επί τόσο μακρόν και ακόμα πιο δύσκολο είναι να παραδεχτεί ότι έχει κάνει λάθος στα αξιώματά του.
Αυτό είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πόσο καλά μας κρατά κλειδωμένους μέσα στο κουτί το παιδαγωγικό μας σύστημα, χωρίς να θέλει να αμφισβητήσουμε τίποτα από όσα διδαχτήκαμε.
Εκείνοι που παραμένουν μέσα στο κουτί φοβούνται να ανασκαλέψουν αυτά που βρίσκονται έξω από το κουτί, κι έτσι παραμένουν ικανοποιημένοι και υποταγμένοι σε όσα υπαγορεύει η κοινωνία αντί να επικαλεστούν την δική τους κρίση και δυνατότητα διάκρισης.
Οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν ολόκληρη τη ζωή τους προσποιούμενοι ότι είναι αυτό που προσδοκά η κοινωνία από αυτούς χωρίς να έχουν καν αντίληψη περί τούτου!
Από την άποψη του εγώ, οι σκέψεις μας έχουν βασικά καλλιεργηθεί από τα όσα μάθαμε από την οικογένειά μας, τους φίλους μας, την εκπαίδευσή μας και τα θρησκευτικά μας πιστεύω, αλλά τι, αλήθεια, διδαχτήκαμε; Ποια είναι η δική μας άποψη σχετικά με το οτιδήποτε, που να μην είναι αναμασημένες γνώσεις κάποιων άλλων;
Αποδείξεις, προερχόμενες από αναδρομές σε προηγούμενες ζωές, δείχνουν ότι οι περασμένες μας ζωές όπως και η ιστορία της ψυχής μας βρίσκεται σε κατάσταση νάρκης εντός του κυτταρικού DNA και μπορούν να ανακληθούν μέσα από τον υποσυνείδητο νου μας με τη βοήθεια υπνοθεραπείας.
Μέσα στο κυτταρικό DNA βρίσκονται όλες οι πληροφορίες που αφορούν εσάς και την προέλευσή σας από την Πηγή. Επίσης οι πληροφορίες που αφορούν το συμβόλαιό σας σε αυτή την παρούσα ζωή και όλα τα πράγματα που θέλετε να ολοκληρώσετε, καθώς και όλες οι προκλήσεις που θέλετε να υπερνικήσετε και όλοι οι άνθρωποι που σας οδηγούν εδώ που είστε. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι που έχουν έρθει και έχουν φύγει από τη ζωή σας.
Μερικές φορές κάνουμε προβολή αυτού που οι άλλοι περιμένουν να δουν σ’ εμάς. Στην ψυχολογία αυτό αναφέρεται με τον όρο «ο σκιώδης εαυτός», όπου προβάλουμε μια ταυτότητα που συμβιβάζεται με το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι έναντι του αληθινού μας εαυτού, αυτού που πραγματικά είμαστε.
Κάποιοι μπορεί να ανακαλύψουν ότι ποτέ δεν γνώριζαν ποιοι πραγματικά είναι επειδή ζουν τη ζωή τους μέσα από τις προσδοκίες των άλλων γι’ αυτούς.
Όσοι έχουν αρχίσει το πνευματικό τους ταξίδι μπορεί να έρθουν αντιμέτωποι εξίσου με αυτά τα θέματα, τα οποία βασικά δημιουργούν γνωστική παραφωνία. Η γνωστική παραφωνία συμβαίνει όταν αρχίζει κανείς να νιώθει ένα δυσάρεστο αίσθημα που προκαλείται από τις αντιμαχόμενες ιδέες που ταυτόχρονα φέρει μέσα του.
Είναι η μεταβατική περίοδος από την οποία έχουμε όλοι περάσει, όταν τα πιστεύω μας άλλαζαν, αλλά ακόμα φοβόμασταν να μιλήσουμε γι' αυτές τις νέες ιδέες στους φίλους και στην οικογένεια, εξαιτίας του φόβου της απόρριψης.
Καθώς το πνευματικό ταξίδι μας συνεχίζεται, αρχίζουμε να νιώθουμε πιο άνετα με τα πιστεύω μας και να ενδιαφερόμαστε λιγότερο για το πώς βλέπουν οι φίλοι και η οικογένεια αυτή την αφύπνιση. Αυτό γίνεται όταν το εγώ διαχωρίζεται από τον εαυτό και ο φόβος διαλύεται από την αγάπη.
Σε αυτή την περίσταση αρχίζουμε να μιλάμε σε γνωστούς καθώς και σε φίλους και στην οικογένεια για πνευματικά και μεταφυσικά θέματα και δεν μας νοιάζει τι θα σκεφτούν για εμάς ή πώς θα μας πάρουν οι άλλοι.
Με τον καιρό, η πνευματικότητα θα αποβεί το κυρίαρχο πλαίσιο του νου μας και είναι πολύ πιθανό εκείνοι που απομακρύνθηκαν από κοντά μας να είναι οι πρώτοι που θα ζητήσουν βοήθεια για να προσαρμοστούν με την καινούργια νοοτροπία.
«Κι εκείνοι που χόρευαν, θεωρούνταν παλαβοί από αυτούς που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική» – Friedrich Nietzsche
Να θυμάστε αυτό: Δεν είστε μόνοι! Εκείνοι που σας αγαπούν πραγματικά, θα σταθούν δίπλα σας, άσχετα με το τι σκέφτεστε. Εκείνοι που δεν είναι πια κομμάτι της ζωής σας έχουν ήδη παίξει το ρόλο τους βοηθώντας σας να ανακαλύψετε ποιοι πραγματικά είστε.
Μερικές φορές είναι αναγκαία η πολικότητα (η διττότητα) για να μπορέσουμε να διακρίνουμε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε. Εκεί είναι που βοηθούν τα μέγιστα οι μη αφυπνισμένοι, παρέχοντάς μας δηλαδή την αντίθεση η οποία θα μας επιτρέψει να δούμε τις διαφορές.
Οραματιστείτε κάθε αφυπνισμένο άτομο στον πλανήτη να κρατά ένα κερί. Παρόλο που το δικό σας κερί μπορεί να μην μοιάζει με τα περισσότερα κεριά, συμβάλλει ωστόσο στο να γεμίζει ο κόσμος με φως και μας κρατάει σε σύνδεση ασχέτως την απόσταση που μας χωρίζει. Αν και είναι επίπονο το χάσιμο αγαπημένων φίλων, να σκέφτεστε μόνον όσα σας πρόσφεραν στη ζωή, και γιατί.
Οι πιθανότητες λένε ότι θα τελειώσουν κάποιες λίγες παλιές σχέσεις σας από τη μια, αλλά θα δημιουργήσετε νέες σχέσεις με ομοϊδεάτες ανθρώπους. Συγχωρείστε τον εαυτό σας και τους φίλους σας αν νιώθετε άσχημα για την κατάσταση. Ήρθαν στη ζωή σας για ένα λόγο, μια περίοδο ή μια ολόκληρη ζωή.
Οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας για κάποιους λόγους, για κάποια χρονική περίοδο ή για μια ολόκληρη ζωή. Όταν καταλάβετε τι αντιστοιχεί στον καθένα, θα ξέρετε τι να κάνετε με το κάθε άτομο.
Όταν κάποιος υπάρχει στη ζωή σας για έναν λόγο, συνήθως είναι για να εκπληρωθεί μια ανάγκη που εκφράσατε. Έχει έρθει για να σας βοηθήσει σε μια δυσκολία σας. Να σας παράσχει την καθοδήγηση και την υποστήριξη. Να σας προσφέρει σωματική, συναισθηματική ή πνευματική βοήθεια. Μπορεί να θεωρηθεί θεόσταλτος και όντως είναι. Είναι εκεί, για το λόγο που τον χρειάζεστε να είναι.
Μετά, χωρίς να κάνετε κάτι λάθος, αυτό το πρόσωπο θα πει ή θα κάνει κάτι που θα φέρει το τέλος της σχέσης. Άλλες φορές μπορεί να πεθάνει. Άλλες να φύγει. Κάποιες φορές ενεργεί κάπως και σας εξαναγκάζει να πάρετε μια στάση. Αυτό που πρέπει να κατανοήσετε είναι ότι η ανάγκη σας ικανοποιήθηκε, η επιθυμία σας εκπληρώθηκε. Το έργο του τέλειωσε. Η προσευχή σας εισακούστηκε και τώρα είναι καιρός να προχωρήσετε.
Άλλοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σας για μια χρονική περίοδο, επειδή έχει έρθει η σειρά σας να μοιραστείτε κάτι, να μεγαλώσετε ή να μάθετε. Σας φέρνουν μια εμπειρία ειρήνης ή σας κάνουν να γελάτε. Ίσως σας διδάξουν κάτι που δεν είχατε κάνει ποτέ. Συνήθωςσας δίνουν μια απίστευτη ποσότητα χαράς. Πιστέψτε το. Είναι αλήθεια. Αλλά μόνο για λίγο, για μια χρονική περίοδο.
Οι σχέσεις ζωής εν γένει μας διδάσκουν μαθήματα που διαρκούν μια ολόκληρη ζωή.
Πράγματα που πρέπει να χτίσετε ώστε να αποκτήσετε ισχυρά συναισθηματικά θεμέλια. Δουλειά σας είναι να αποδεχτείτε το μάθημα, να αγαπήσετε το πρόσωπο και να βάλετε σε πράξη αυτά που μάθατε σε όλες τις άλλες σχέσεις και πτυχές της ζωής σας. Λέγεται ότι η αγάπη είναι τυφλή αλλά η φιλία διορατική.
Σας είναι δύσκολο κάποιες φορές να μιλάτε με τους άλλους για θέματα πνευματικότητας;
Μπορείτε να μιλήσετε με τους φίλους σας για το σύμπαν;
Είναι πρόθυμοι να συζητήσουν μαζί σας για την Ανάληψη ή την πνευματική Φώτιση;
Νιώθετε, ενίοτε, μόνοι με τα πιστεύω σας;
Χάσατε την επαφή με παλιούς φίλους πρόσφατα;
Δεν είστε μόνοι!
Πολλοί άνθρωποι παραπονιούνται ότι τους είναι πια δύσκολο να μιλάνε για τα θέματα που τους ενδιαφέρουν με τους φίλους τους ή με τους οικείους τους. Ακόμα, πολλές φορές βλέπω ανθρώπους να συμφωνούν με θέματα που άπτονται της πνευματικότητας, αλλά διστάζουν να ακολουθήσουν το δρόμο της, επειδή φοβούνται μήπως γελοιοποιηθούν για τις σκέψεις και τις απόψεις τους.
Ίσως να χάσετε, όντως, κάποιους παλιούς φίλους, αλλά θα βρείτε πολλούς καινούργιους. Μόλις απελευθερώσετε το εγώ σας δεν θα ανησυχείτε πλέον και δεν θα σας ενδιαφέρει να συμμορφωθείτε, υπό την πίεση που πιθανόν σας ασκούν οι ομότιμοί σας.
Η ομαδικότητα σκέψης (groupthink) είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει ποικίλα συστήματα πεποίθησης εντός μιας ομάδας ατόμων ενώ από την άλλη αποθαρρύνει την δημιουργικότητα του ατόμου και την ανεξάρτητη σκέψη. Αυτή την ομαδικότητα της σκέψης θα την συναντήσετε ακόμα και σε ομάδες ατόμων πνευματικά αφυπνισμένων.
Αν κοιτάξετε την καταγεγραμμένη ιστορία του ανθρώπινου είδους, θα διαπιστώσετε ότι αυτή η ιστορία είναι απλά η ερμηνεία που έδωσε κάποιος σε ένα γεγονός/ορόσημο ή σε μια εξελικτική διαδικασία, στηριζόμενος στις μαρτυρίες αυτόπτη μάρτυρα, σε επιστημονικά δεδομένα, μια ταινία ή κάποια πιστεύω.
Η πραγματική αλήθεια μπορεί να αποκρύβεται ή να παραμορφώνεται για πολλούς λόγους, αλλά αυτοί οι λόγοι έχουν να κάνουν κυρίως με τον έλεγχο και την εξουσία. Μην πάτε μακριά, κοιτάξτε την ιστορία της προέλευσης του ανθρώπινου είδους και θα ανακαλύψετε μια πληθώρα μύθων σε όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, στους οποίους η χρονολογία και ο τρόπος δημιουργίας της ύπαρξής μας αποδίδεται διαφορετικά. Ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του;
Όταν λέτε στους ανθρώπους για τους μύθους της Δημιουργίας, τείνουν να μένουν περιχαρακωμένοι εντός του συστήματος πεποιθήσεων που αναφέρει η ιστορία της Δημιουργίας των θρησκευτικών βιβλίων, η οποία μετρά την γέννηση του ανθρώπινου είδους από το 4.000 π.Χ.
Αυτά τα ερωτήματα, τα σχετικά με την προέλευση του ανθρώπου, χωρίζουν τους ανθρώπους σε εκείνους που σκέφτονται μέσα στο κουτί και σε εκείνους που σκέφτονται έξω από το κουτί.
Όταν προκύπτουν τέτοια θέματα ανάμεσα στους ανθρώπους του περιβάλλοντός σας, πολλές φορές δημιουργούνται διαφωνίες. Είναι δύσκολο να παραδεχτεί κανείς ότι τους έχουν παραπλανήσει τόσο πολύ και επί τόσο μακρόν και ακόμα πιο δύσκολο είναι να παραδεχτεί ότι έχει κάνει λάθος στα αξιώματά του.
Αυτό είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πόσο καλά μας κρατά κλειδωμένους μέσα στο κουτί το παιδαγωγικό μας σύστημα, χωρίς να θέλει να αμφισβητήσουμε τίποτα από όσα διδαχτήκαμε.
Εκείνοι που παραμένουν μέσα στο κουτί φοβούνται να ανασκαλέψουν αυτά που βρίσκονται έξω από το κουτί, κι έτσι παραμένουν ικανοποιημένοι και υποταγμένοι σε όσα υπαγορεύει η κοινωνία αντί να επικαλεστούν την δική τους κρίση και δυνατότητα διάκρισης.
Οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν ολόκληρη τη ζωή τους προσποιούμενοι ότι είναι αυτό που προσδοκά η κοινωνία από αυτούς χωρίς να έχουν καν αντίληψη περί τούτου!
Από την άποψη του εγώ, οι σκέψεις μας έχουν βασικά καλλιεργηθεί από τα όσα μάθαμε από την οικογένειά μας, τους φίλους μας, την εκπαίδευσή μας και τα θρησκευτικά μας πιστεύω, αλλά τι, αλήθεια, διδαχτήκαμε; Ποια είναι η δική μας άποψη σχετικά με το οτιδήποτε, που να μην είναι αναμασημένες γνώσεις κάποιων άλλων;
Αποδείξεις, προερχόμενες από αναδρομές σε προηγούμενες ζωές, δείχνουν ότι οι περασμένες μας ζωές όπως και η ιστορία της ψυχής μας βρίσκεται σε κατάσταση νάρκης εντός του κυτταρικού DNA και μπορούν να ανακληθούν μέσα από τον υποσυνείδητο νου μας με τη βοήθεια υπνοθεραπείας.
Μέσα στο κυτταρικό DNA βρίσκονται όλες οι πληροφορίες που αφορούν εσάς και την προέλευσή σας από την Πηγή. Επίσης οι πληροφορίες που αφορούν το συμβόλαιό σας σε αυτή την παρούσα ζωή και όλα τα πράγματα που θέλετε να ολοκληρώσετε, καθώς και όλες οι προκλήσεις που θέλετε να υπερνικήσετε και όλοι οι άνθρωποι που σας οδηγούν εδώ που είστε. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι που έχουν έρθει και έχουν φύγει από τη ζωή σας.
Μερικές φορές κάνουμε προβολή αυτού που οι άλλοι περιμένουν να δουν σ’ εμάς. Στην ψυχολογία αυτό αναφέρεται με τον όρο «ο σκιώδης εαυτός», όπου προβάλουμε μια ταυτότητα που συμβιβάζεται με το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι έναντι του αληθινού μας εαυτού, αυτού που πραγματικά είμαστε.
Κάποιοι μπορεί να ανακαλύψουν ότι ποτέ δεν γνώριζαν ποιοι πραγματικά είναι επειδή ζουν τη ζωή τους μέσα από τις προσδοκίες των άλλων γι’ αυτούς.
Όσοι έχουν αρχίσει το πνευματικό τους ταξίδι μπορεί να έρθουν αντιμέτωποι εξίσου με αυτά τα θέματα, τα οποία βασικά δημιουργούν γνωστική παραφωνία. Η γνωστική παραφωνία συμβαίνει όταν αρχίζει κανείς να νιώθει ένα δυσάρεστο αίσθημα που προκαλείται από τις αντιμαχόμενες ιδέες που ταυτόχρονα φέρει μέσα του.
Είναι η μεταβατική περίοδος από την οποία έχουμε όλοι περάσει, όταν τα πιστεύω μας άλλαζαν, αλλά ακόμα φοβόμασταν να μιλήσουμε γι' αυτές τις νέες ιδέες στους φίλους και στην οικογένεια, εξαιτίας του φόβου της απόρριψης.
Καθώς το πνευματικό ταξίδι μας συνεχίζεται, αρχίζουμε να νιώθουμε πιο άνετα με τα πιστεύω μας και να ενδιαφερόμαστε λιγότερο για το πώς βλέπουν οι φίλοι και η οικογένεια αυτή την αφύπνιση. Αυτό γίνεται όταν το εγώ διαχωρίζεται από τον εαυτό και ο φόβος διαλύεται από την αγάπη.
Σε αυτή την περίσταση αρχίζουμε να μιλάμε σε γνωστούς καθώς και σε φίλους και στην οικογένεια για πνευματικά και μεταφυσικά θέματα και δεν μας νοιάζει τι θα σκεφτούν για εμάς ή πώς θα μας πάρουν οι άλλοι.
Με τον καιρό, η πνευματικότητα θα αποβεί το κυρίαρχο πλαίσιο του νου μας και είναι πολύ πιθανό εκείνοι που απομακρύνθηκαν από κοντά μας να είναι οι πρώτοι που θα ζητήσουν βοήθεια για να προσαρμοστούν με την καινούργια νοοτροπία.
«Κι εκείνοι που χόρευαν, θεωρούνταν παλαβοί από αυτούς που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική» – Friedrich Nietzsche
Να θυμάστε αυτό: Δεν είστε μόνοι! Εκείνοι που σας αγαπούν πραγματικά, θα σταθούν δίπλα σας, άσχετα με το τι σκέφτεστε. Εκείνοι που δεν είναι πια κομμάτι της ζωής σας έχουν ήδη παίξει το ρόλο τους βοηθώντας σας να ανακαλύψετε ποιοι πραγματικά είστε.
Μερικές φορές είναι αναγκαία η πολικότητα (η διττότητα) για να μπορέσουμε να διακρίνουμε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε. Εκεί είναι που βοηθούν τα μέγιστα οι μη αφυπνισμένοι, παρέχοντάς μας δηλαδή την αντίθεση η οποία θα μας επιτρέψει να δούμε τις διαφορές.
Οραματιστείτε κάθε αφυπνισμένο άτομο στον πλανήτη να κρατά ένα κερί. Παρόλο που το δικό σας κερί μπορεί να μην μοιάζει με τα περισσότερα κεριά, συμβάλλει ωστόσο στο να γεμίζει ο κόσμος με φως και μας κρατάει σε σύνδεση ασχέτως την απόσταση που μας χωρίζει. Αν και είναι επίπονο το χάσιμο αγαπημένων φίλων, να σκέφτεστε μόνον όσα σας πρόσφεραν στη ζωή, και γιατί.
Οι πιθανότητες λένε ότι θα τελειώσουν κάποιες λίγες παλιές σχέσεις σας από τη μια, αλλά θα δημιουργήσετε νέες σχέσεις με ομοϊδεάτες ανθρώπους. Συγχωρείστε τον εαυτό σας και τους φίλους σας αν νιώθετε άσχημα για την κατάσταση. Ήρθαν στη ζωή σας για ένα λόγο, μια περίοδο ή μια ολόκληρη ζωή.
Οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας για κάποιους λόγους, για κάποια χρονική περίοδο ή για μια ολόκληρη ζωή. Όταν καταλάβετε τι αντιστοιχεί στον καθένα, θα ξέρετε τι να κάνετε με το κάθε άτομο.
Όταν κάποιος υπάρχει στη ζωή σας για έναν λόγο, συνήθως είναι για να εκπληρωθεί μια ανάγκη που εκφράσατε. Έχει έρθει για να σας βοηθήσει σε μια δυσκολία σας. Να σας παράσχει την καθοδήγηση και την υποστήριξη. Να σας προσφέρει σωματική, συναισθηματική ή πνευματική βοήθεια. Μπορεί να θεωρηθεί θεόσταλτος και όντως είναι. Είναι εκεί, για το λόγο που τον χρειάζεστε να είναι.
Μετά, χωρίς να κάνετε κάτι λάθος, αυτό το πρόσωπο θα πει ή θα κάνει κάτι που θα φέρει το τέλος της σχέσης. Άλλες φορές μπορεί να πεθάνει. Άλλες να φύγει. Κάποιες φορές ενεργεί κάπως και σας εξαναγκάζει να πάρετε μια στάση. Αυτό που πρέπει να κατανοήσετε είναι ότι η ανάγκη σας ικανοποιήθηκε, η επιθυμία σας εκπληρώθηκε. Το έργο του τέλειωσε. Η προσευχή σας εισακούστηκε και τώρα είναι καιρός να προχωρήσετε.
Άλλοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σας για μια χρονική περίοδο, επειδή έχει έρθει η σειρά σας να μοιραστείτε κάτι, να μεγαλώσετε ή να μάθετε. Σας φέρνουν μια εμπειρία ειρήνης ή σας κάνουν να γελάτε. Ίσως σας διδάξουν κάτι που δεν είχατε κάνει ποτέ. Συνήθωςσας δίνουν μια απίστευτη ποσότητα χαράς. Πιστέψτε το. Είναι αλήθεια. Αλλά μόνο για λίγο, για μια χρονική περίοδο.
Οι σχέσεις ζωής εν γένει μας διδάσκουν μαθήματα που διαρκούν μια ολόκληρη ζωή.
Πράγματα που πρέπει να χτίσετε ώστε να αποκτήσετε ισχυρά συναισθηματικά θεμέλια. Δουλειά σας είναι να αποδεχτείτε το μάθημα, να αγαπήσετε το πρόσωπο και να βάλετε σε πράξη αυτά που μάθατε σε όλες τις άλλες σχέσεις και πτυχές της ζωής σας. Λέγεται ότι η αγάπη είναι τυφλή αλλά η φιλία διορατική.
Σήμερα υπάρχουν ήρωες;
Οι ήρωες είναι ορατοί, αόρατο είναι τι τούς προσδιορίζει. Τον ήρωα τον βλέπει κανείς, αλλά τι τον κάνει ήρωα; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Και είναι αυτά αμετάβλητα στο πέρασμα των εποχών και των αιώνων; Μολονότι υπάρχουν κάποιες διαχρονικές οικουμενικές ιδιότητες, προσδιορισμένες με το όνομα ηρωικές, στην πορεία της ιστορίας, η ιδέα του ήρωα μεταλλάσσεται ανάλογα με το πνεύμα και το ήθος κάθε εποχής.
Σήμερα, τον ήρωα τον εννοούμε, όπως πάνω κάτω τον εννοούσε η Αναγέννηση. O Μεσαίωνας δεν πολυπρόσεχε τα προσωπικά κατορθώματα. Κάτω από τη σκιά της αμαρτίας, αυτό που είχε σημασία ήταν η ζωή μετά θάνατον. Τη μεγαλοσύνη την έδινε ο Θεός, όχι ο άνθρωπος, γι’ αυτό και οι ήρωες της χριστιανοσύνης ήταν μάρτυρες, ιεραπόστολοι και ιερωμένοι, που προετοίμαζαν τον δρόμο για τη λύτρωση από το προπατορικό αμάρτημα. H Αναγέννηση ανακάλυψε τον κλασικό κόσμο της Αθήνας και της Ρώμης, τις ιστορίες του Τάκιτου, τις βιογραφίες του Πλούταρχου και κυρίως τις επιστολές και τους λόγους του Κικέρωνα. Αυτό που τόνιζε ο κλασικός κόσμος ήταν η ανθρώπινη ικανότητα για μεγαλοσύνη.
Αναγέννηση
Ιδρυτής του νέου ουμανισμού υπήρξε ο Ιταλός ποιητής Φραντσέσκο Πετράρκα – Πετράρχης. Στις πόλεις – κράτη της Ιταλίας τον 15ο αιώνα, γεννήθηκε η καινούργια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την Virtus, αρετή. Γεννήθηκε ο νέος ήρωας που το ιδανικό του ισχύει και σήμερα. Από αυτό το αναγεννησιακό πνεύμα προήλθε μια σειρά βιβλίων όπου εξυμνείται η ζωή μεγάλων ανθρώπων. Το πιο ξεχωριστό από αυτά, το «Περί εξαιρέτων ανδρών» του Πετράρχη, αγνοεί άγιους και μάρτυρες και επικεντρώνεται στα κατορθώματα στρατηγών και πολιτικών.
Δεν ήταν, όμως, για όλους. O Φλωρεντινός διπλωμάτης Νικολό Μακιαβέλλι στον «Πρίγκιπα» (1513) αντιστρέφει και προσγειώνει τις αξίες εκείνες και στη θέση της δικαιοσύνης, της μεγαλοθυμίας και της τιμιότητας του Πετράρχη, θέτει τις αξίες του ρεαλισμού,της ρεαλπολιτίκ. Οι ήρωές του, όχι ο Σκιπίων, αλλά ο ραδιουργός πρίγκιπας Καίσαρας Βοργίας, εμπνέουν αντί σεβασμού φόβο, πρεσβεύουν την ωμότητα αντί της μεγαλοθυμίας, και τις πράξεις τους καθοδηγούν όχι ανώτερα ιδανικά, αλλά οι μεταβαλλόμενοι άνεμοι της τύχης. O Μακιαβέλι έμεινε στην Ιστορία και οι ιδέες του εμπνέουν πολιτικούς και ηγεμόνες της βιομηχανίας.
Ομως, το όραμα του Πετράρχη επέζησε για αιώνες στην Ευρώπη. Εως τον 18ο αιώνα, όταν οι Διαφωτιστές θεώρησαν ματαιοδοξία, αν όχι χάσιμο χρόνου, την προσωπική επιδίωξη της μεγαλοσύνης. Αυτό που είχε πλέον σημασία, ήταν ο ηρωισμός της συλλογικότητας, της ανθρωπότητας σαν τέτοια. Τιμή αξίζει στον οικουμενικό λόγο και όχι στα μικροκατορθώματα πολιτικών και κατακτητών, ή, κατά τον Βολταίρο, «διασήμων εγκληματιών».
Ρομαντισμός
Η απρόσωπη εκείνη στάση του Διαφωτισμού προκάλεσε την αντίδραση: τον Ρομαντισμό. Στο τέλος του 18ου αιώνα, με τα γραπτά του Σίλερ, του Σλέγκελ και του Νοβάλις, οι πρώτοι Γερμανοί Ρομαντικοί επιτέθηκαν στην κυριαρχία του λόγου. Αντίθετα, αυτοί εξύμνησαν, τα συναισθήματα και τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου πνεύματος. O Σλέγκελ έγραψε ότι «χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας είναι ότι πρέπει να υψωθεί πάνω από την ανθρωπότητα».
Εάν για την αναγεννησιακή κληρονομιά, σημασία είχαν η στρατιωτική δοξα και τα εξωτερικά κατορθώματα, για τους Γερμανούς Ρομαντικούς σπουδαία ήταν η μοναδικότητα της ανθρώπινης εσωτερικής εμπειρίας. Οι ήρωες της εποχής ήταν ποιητές, στοχαστές, ονειροπόλοι, επαναστάτες. Ολα, τα ενσάρκωσε στην περίπτωσή του ο λόρδος Βύρων (1788-1824) – ποιητής, εραστής και πρωτο-επαναστάτης. O πρόωρος θάνατός του επέβαλε τον μύθο του, μετατρέποντάς τον, ειρωνικά, σε πρόδρομο του Τσε Γκεβάρα και του Κερτ Κομπέιν. Στη Γαλλία κορυφαία ήταν η περίπτωση του Ζαν – Ζακ Ρουσό με το ρομαντικό αριστούργημα «Εξομολογήσεις».
Ο βικτωριανός Τόμας Καρλάιλ ήταν εκείνος που έκανε τον ήρωα τον κινητήριο μοχλό, τον Μεγάλο Ανδρα της ιστορίας. Στις διαλέξεις του «Για τους ήρωες, τη λατρεία του και το ηρωικό στην ιστορία» (1840), δοξάζει τους μεγάλους άνδρες, από τον προφήτη Μωάμεθ ώς τον Σαίξπηρ, τον Μαρτίνο Λούθηρο και τον Ναπολέοντα, εκτιμώντας ότι «στο βάθος, η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορία των Μεγάλων Ανδρών». Δημαγωγική και επικίνδυνη ιδέα, που όμως έθιξε κάποια χορδή στη βικτωριανή Αγγλία και οδήγησε σε εθνοσωτήρες του 20ού αιώνα, όπως τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, τον στρατηγό Ντε Γκωλ και, για ορισμένους, τον Χενεραλίσιμο Φράνκο.
Καθημερινός ηρωισμός
Το αντίδοτο που αναδύθηκε ήταν ο ηρωισμός του μέσου πολίτη. Τη θέση των πολεμικών κατορθωμάτων και του ρομαντικού ήρωα, πήρε η χαμηλόφωνη τιμιότητα του ήρωα του 19ου αιώνα.
Ο ηρωισμός εκδημοκρατίστηκε, έγινε η ιστορία της τίμιας, αφανούς προσπάθειας για την οποία ο Τζον Ράσκιν έγραψε το 1864: «Πάντα μού φαινόταν παράδοξο ότι ουδέποτε ο ηρωισμός συνδέθηκε με την παροχή τροφής ή ενδυμάτων σε ανθρώπους, που τα έχουν ανάγκη».
Και υπάρχουν οι άνθρωποι που η Ιστορία ξεχνά. O συμβατικός ηρωισμός τούς προσπερνά. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Ρώσος αναρχικός Αλεξάντερ Χέρτσεν έγραψε ότι είναι «αρκετό να είναι κανείς άνθρωπος, για να έχει κάτι να πει». Και η Βιρτζίνια Γουλφ αναρωτήθηκε: «Δεν είναι άξιος βιογραφίας ο οποιοσδήποτε έζησε, πετυχημένος και αποτυχημένος, ταπεινός και δοξασμένος; Τι είναι μεγαλοσύνη και τι μετριότητα;». O πεζογράφος E. M. Φόρστερ καταδίκασε τη λατρεία του ήρωα ως «επικίνδυνο βίτσιο». Αρετή της δημοκρατίας είναι ότι δεν δημιουργεί, εκτός ελέγχου, τύπους σαν τον Μεγάλο Ανδρα, αλλά λογιών μικρούς ανθρώπους – ένα εξαιρετικότερο κατόρθωμα.
Το 1944, ο Τζορτζ Οργουελ δεν έβλεπε στον ηρωισμό κάποιο ημίθεο χάρισμα, ούτε αναγεννησιακή virtus, αντίθετα έβλεπε σε αυτόν μια ηθική ποιότητα που μπορεί να ονομαστεί, γενικά, αξιοπρέπεια.
Σήμερα, τον ήρωα τον εννοούμε, όπως πάνω κάτω τον εννοούσε η Αναγέννηση. O Μεσαίωνας δεν πολυπρόσεχε τα προσωπικά κατορθώματα. Κάτω από τη σκιά της αμαρτίας, αυτό που είχε σημασία ήταν η ζωή μετά θάνατον. Τη μεγαλοσύνη την έδινε ο Θεός, όχι ο άνθρωπος, γι’ αυτό και οι ήρωες της χριστιανοσύνης ήταν μάρτυρες, ιεραπόστολοι και ιερωμένοι, που προετοίμαζαν τον δρόμο για τη λύτρωση από το προπατορικό αμάρτημα. H Αναγέννηση ανακάλυψε τον κλασικό κόσμο της Αθήνας και της Ρώμης, τις ιστορίες του Τάκιτου, τις βιογραφίες του Πλούταρχου και κυρίως τις επιστολές και τους λόγους του Κικέρωνα. Αυτό που τόνιζε ο κλασικός κόσμος ήταν η ανθρώπινη ικανότητα για μεγαλοσύνη.
Αναγέννηση
Ιδρυτής του νέου ουμανισμού υπήρξε ο Ιταλός ποιητής Φραντσέσκο Πετράρκα – Πετράρχης. Στις πόλεις – κράτη της Ιταλίας τον 15ο αιώνα, γεννήθηκε η καινούργια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την Virtus, αρετή. Γεννήθηκε ο νέος ήρωας που το ιδανικό του ισχύει και σήμερα. Από αυτό το αναγεννησιακό πνεύμα προήλθε μια σειρά βιβλίων όπου εξυμνείται η ζωή μεγάλων ανθρώπων. Το πιο ξεχωριστό από αυτά, το «Περί εξαιρέτων ανδρών» του Πετράρχη, αγνοεί άγιους και μάρτυρες και επικεντρώνεται στα κατορθώματα στρατηγών και πολιτικών.
Δεν ήταν, όμως, για όλους. O Φλωρεντινός διπλωμάτης Νικολό Μακιαβέλλι στον «Πρίγκιπα» (1513) αντιστρέφει και προσγειώνει τις αξίες εκείνες και στη θέση της δικαιοσύνης, της μεγαλοθυμίας και της τιμιότητας του Πετράρχη, θέτει τις αξίες του ρεαλισμού,της ρεαλπολιτίκ. Οι ήρωές του, όχι ο Σκιπίων, αλλά ο ραδιουργός πρίγκιπας Καίσαρας Βοργίας, εμπνέουν αντί σεβασμού φόβο, πρεσβεύουν την ωμότητα αντί της μεγαλοθυμίας, και τις πράξεις τους καθοδηγούν όχι ανώτερα ιδανικά, αλλά οι μεταβαλλόμενοι άνεμοι της τύχης. O Μακιαβέλι έμεινε στην Ιστορία και οι ιδέες του εμπνέουν πολιτικούς και ηγεμόνες της βιομηχανίας.
Ομως, το όραμα του Πετράρχη επέζησε για αιώνες στην Ευρώπη. Εως τον 18ο αιώνα, όταν οι Διαφωτιστές θεώρησαν ματαιοδοξία, αν όχι χάσιμο χρόνου, την προσωπική επιδίωξη της μεγαλοσύνης. Αυτό που είχε πλέον σημασία, ήταν ο ηρωισμός της συλλογικότητας, της ανθρωπότητας σαν τέτοια. Τιμή αξίζει στον οικουμενικό λόγο και όχι στα μικροκατορθώματα πολιτικών και κατακτητών, ή, κατά τον Βολταίρο, «διασήμων εγκληματιών».
Ρομαντισμός
Η απρόσωπη εκείνη στάση του Διαφωτισμού προκάλεσε την αντίδραση: τον Ρομαντισμό. Στο τέλος του 18ου αιώνα, με τα γραπτά του Σίλερ, του Σλέγκελ και του Νοβάλις, οι πρώτοι Γερμανοί Ρομαντικοί επιτέθηκαν στην κυριαρχία του λόγου. Αντίθετα, αυτοί εξύμνησαν, τα συναισθήματα και τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου πνεύματος. O Σλέγκελ έγραψε ότι «χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας είναι ότι πρέπει να υψωθεί πάνω από την ανθρωπότητα».
Εάν για την αναγεννησιακή κληρονομιά, σημασία είχαν η στρατιωτική δοξα και τα εξωτερικά κατορθώματα, για τους Γερμανούς Ρομαντικούς σπουδαία ήταν η μοναδικότητα της ανθρώπινης εσωτερικής εμπειρίας. Οι ήρωες της εποχής ήταν ποιητές, στοχαστές, ονειροπόλοι, επαναστάτες. Ολα, τα ενσάρκωσε στην περίπτωσή του ο λόρδος Βύρων (1788-1824) – ποιητής, εραστής και πρωτο-επαναστάτης. O πρόωρος θάνατός του επέβαλε τον μύθο του, μετατρέποντάς τον, ειρωνικά, σε πρόδρομο του Τσε Γκεβάρα και του Κερτ Κομπέιν. Στη Γαλλία κορυφαία ήταν η περίπτωση του Ζαν – Ζακ Ρουσό με το ρομαντικό αριστούργημα «Εξομολογήσεις».
Ο βικτωριανός Τόμας Καρλάιλ ήταν εκείνος που έκανε τον ήρωα τον κινητήριο μοχλό, τον Μεγάλο Ανδρα της ιστορίας. Στις διαλέξεις του «Για τους ήρωες, τη λατρεία του και το ηρωικό στην ιστορία» (1840), δοξάζει τους μεγάλους άνδρες, από τον προφήτη Μωάμεθ ώς τον Σαίξπηρ, τον Μαρτίνο Λούθηρο και τον Ναπολέοντα, εκτιμώντας ότι «στο βάθος, η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορία των Μεγάλων Ανδρών». Δημαγωγική και επικίνδυνη ιδέα, που όμως έθιξε κάποια χορδή στη βικτωριανή Αγγλία και οδήγησε σε εθνοσωτήρες του 20ού αιώνα, όπως τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, τον στρατηγό Ντε Γκωλ και, για ορισμένους, τον Χενεραλίσιμο Φράνκο.
Καθημερινός ηρωισμός
Το αντίδοτο που αναδύθηκε ήταν ο ηρωισμός του μέσου πολίτη. Τη θέση των πολεμικών κατορθωμάτων και του ρομαντικού ήρωα, πήρε η χαμηλόφωνη τιμιότητα του ήρωα του 19ου αιώνα.
Ο ηρωισμός εκδημοκρατίστηκε, έγινε η ιστορία της τίμιας, αφανούς προσπάθειας για την οποία ο Τζον Ράσκιν έγραψε το 1864: «Πάντα μού φαινόταν παράδοξο ότι ουδέποτε ο ηρωισμός συνδέθηκε με την παροχή τροφής ή ενδυμάτων σε ανθρώπους, που τα έχουν ανάγκη».
Και υπάρχουν οι άνθρωποι που η Ιστορία ξεχνά. O συμβατικός ηρωισμός τούς προσπερνά. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Ρώσος αναρχικός Αλεξάντερ Χέρτσεν έγραψε ότι είναι «αρκετό να είναι κανείς άνθρωπος, για να έχει κάτι να πει». Και η Βιρτζίνια Γουλφ αναρωτήθηκε: «Δεν είναι άξιος βιογραφίας ο οποιοσδήποτε έζησε, πετυχημένος και αποτυχημένος, ταπεινός και δοξασμένος; Τι είναι μεγαλοσύνη και τι μετριότητα;». O πεζογράφος E. M. Φόρστερ καταδίκασε τη λατρεία του ήρωα ως «επικίνδυνο βίτσιο». Αρετή της δημοκρατίας είναι ότι δεν δημιουργεί, εκτός ελέγχου, τύπους σαν τον Μεγάλο Ανδρα, αλλά λογιών μικρούς ανθρώπους – ένα εξαιρετικότερο κατόρθωμα.
Το 1944, ο Τζορτζ Οργουελ δεν έβλεπε στον ηρωισμό κάποιο ημίθεο χάρισμα, ούτε αναγεννησιακή virtus, αντίθετα έβλεπε σε αυτόν μια ηθική ποιότητα που μπορεί να ονομαστεί, γενικά, αξιοπρέπεια.
Σεβάσου τα Ένστικτά σου
Πολλές φορές, δεν αφουγκραζόμαστε αυτό που αποκαλούν «ήρεμη, σιγανή φωνή μέσα μας», αυτό τον εσωτερικό οδηγό που είναι η προσωπική μας πηγή σοφίας.
Είναι συχνά δύσκολο να βαδίζεις με τον δικό σου ρυθμό και να ακούς τα ένστικτά σου, όταν όλος ο κόσμος γύρω σου σε πιέζει να συμμορφωθείς στις δικές του υπαγορεύσεις. Κι όμως, για να βρεις την εκπλήρωση και την πληρότητα που αναζητάς, πρέπει να δίνεις προσοχή σε αυτά τα προαισθήματα και τις διαισθήσεις. Όσο μεγαλώνω, σέβομαι πολύ περισσότερο τα ένστικτά μου και την έμφυτη ικανότητα της διαίσθησης που λαγοκοιμάται μέσα στον καθένα μας.
«Όταν εμπνέεσαι από κάποιον μεγάλο σκοπό, από κάποιο ιδιαίτερο και εξαιρετικό σχέδιο, όλες οι σκέψεις σου σπάνε τα δεσμά τους: ο νους σου υπερβαίνει τους περιορισμούς, η συνειδητότητά σου διευρύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, και ανακαλύπτεις ότι βρίσκεσαι σε έναν καινούριο, υπέροχο και θαυμαστό κόσμο. Λανθάνουσες δυνάμεις, ικανότητες και κλίσεις αφυπνίζονται, και συνειδητοποιείς ότι είσαι ένα άνθρωπος πολύ πιο σπουδαίος από όσο ονειρεύτηκες ποτέ ότι θα μπορούσες να είσαι».
Είναι συχνά δύσκολο να βαδίζεις με τον δικό σου ρυθμό και να ακούς τα ένστικτά σου, όταν όλος ο κόσμος γύρω σου σε πιέζει να συμμορφωθείς στις δικές του υπαγορεύσεις. Κι όμως, για να βρεις την εκπλήρωση και την πληρότητα που αναζητάς, πρέπει να δίνεις προσοχή σε αυτά τα προαισθήματα και τις διαισθήσεις. Όσο μεγαλώνω, σέβομαι πολύ περισσότερο τα ένστικτά μου και την έμφυτη ικανότητα της διαίσθησης που λαγοκοιμάται μέσα στον καθένα μας.
Οι εντυπώσεις που σχηματίζω όταν συναντώ κάποιον για πρώτη φορά ή αυτή η ενδόμυχη αίσθηση σοφίας που με ωθεί ήρεμα προς τη σωστή κατεύθυνση στη διάρκεια των δύσκολων περιόδων έχουν καταλήξει με την πάροδο του χρόνου να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στον τρόπο που εργάζομαι και ζω. Φαίνεται ότι με την ηλικία έρχεται και η αντίστοιχη ικανότητα να εμπιστεύεσαι τα ίδια σου τα ένστικτα.
Ανακάλυψα, επίσης, ότι τα προσωπικά μου ένστικτα γίνονται πιο ισχυρά όταν ζω «με σκοπό», όταν, δηλαδή, περνώ τις μέρες μου με δραστηριότητες που προωθούν το στόχο του κληροδοτήματος που θέλω να αφήσω πίσω μου. Όταν κάνεις τα σωστά πράγματα και ζεις με τον τρόπο που η φύση σε έχει προορίσει να ζεις, ενεργοποιούνται ικανότητες που δεν ήξερες ότι διέθετες και εκφράζεις πλήρως τον αληθινό εαυτό σου. Όπως εύστοχα έγραψε ο φιλόσοφος Πατάντζαλι:
«Όταν εμπνέεσαι από κάποιον μεγάλο σκοπό, από κάποιο ιδιαίτερο και εξαιρετικό σχέδιο, όλες οι σκέψεις σου σπάνε τα δεσμά τους: ο νους σου υπερβαίνει τους περιορισμούς, η συνειδητότητά σου διευρύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, και ανακαλύπτεις ότι βρίσκεσαι σε έναν καινούριο, υπέροχο και θαυμαστό κόσμο. Λανθάνουσες δυνάμεις, ικανότητες και κλίσεις αφυπνίζονται, και συνειδητοποιείς ότι είσαι ένα άνθρωπος πολύ πιο σπουδαίος από όσο ονειρεύτηκες ποτέ ότι θα μπορούσες να είσαι».
Ο μύθος του μονόκερου
Ο Μονόκερος είναι ένα μυθικό ζώο που δεν έχει ρίζες Ελληνικής αλλά σκανδιναβικής μυθολογίας. Κι όμως τον συναντούμε σε ινδικές ιστορίες και σχεδόν σε μύθους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μπορούμε να αναζητήσουμε τον πρόδρομο του Μονόκερου στην Ελληνική μυθολογία, όπου αναφέρει ότι ο Δίας, ανατράφηκε από την Αμάλθεια, μια κατσίκα που αργότερα, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης του Θεού, μεταμορφώθηκε στον αστερισμό Capella (λατινικά: κατσίκα).
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Θεός έσπασε ένα από τα κέρατα και μέσα από αυτό ξεχύθηκε άφθονο φαγητό. Στις μεταγενέστερες εποχές το κέρας έγινε γνωστό ως κέρας της αφθονίας.
Σαν σύμβολο του φεγγαριού, το πλάσμα αυτό ανήκε στη Θεά Άρτεμη (στα λατινικά Diana), που ήταν Θεά της σελήνης και του κυνηγιού.
Το 400 π.κ.χ, ο Έλληνας γιατρός Κτησίας, που ζούσε και εργαζόταν στην αυλή του Πέρση βασιλιά Δαρείου του Β’ αλλά και του Αρταξέρξη, περιγράφει στο βιβλίο του “Ινδικά” ένα είδος άγριου αλόγου με ιδιόμορφα χαρακτηριστικά: Λευκό σώμα και κόκκινο κεφάλι με σκούρα μπλε μάτια, από όπου ξεκινούσε ένα κέρατο με μήκος 1 πόδι και 6 ίντσες, με λευκή βάση, μαύρη μέση και κόκκινη κορυφή.
Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Αριστοτέλης (384 – 322 π.κ.χ) στο βιβλίο του φυσικής ιστορίας, ασκεί κριτική στο έργο του Κτησία. Δεν πίστεψε τις περισσότερες από τις εξωφρενικές παρατηρήσεις που περιείχε, παρά το γεγονός ότι ο Κτησίας διαβεβαιώνει πως σε ότι έγραψε, είτε υπήρξε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας είτε το άκουσε από αξιόπιστες πηγές. Ο Αριστοτέλης ωστόσο δεν αρνείται την ύπαρξη μονόκερων ζώων, όπως ο όρυξ, είδος αντιλόπης με σχιστή οπλή, ή ο ινδικός όνος, με αδιαίρετη οπλή, ενώ σαν επιστήμονας τον Μεσαίωνα απέκτησε το κύρος της αυθεντίας.
Μεγάλο κύρος τον Μεσαίωνα είχε επίσης ο Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνειο (23–79 μ.κ.χ.). Στο σύγγραμά του “Naturalis Historia” (Φυσική Ιστορία) ακολουθεί τον Αριστοτέλη σχεδόν σε όλα, με τη διαφορά ότι πρόσθεσε πολλές φανταστικές ιστορίες, ενώ παράλληλα δανείστηκε πολλά στοιχεία από τον Κτησία. Έτσι, στον Πλίνειο κυριαρχεί το μαγικό στοιχείο. Παρόλα αυτά, το έργο του έγινε πηγή έμπνευσης για πολλές εικόνες ζώων, ενώ πολλά από τα επινοήματα του ασπάστηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια σχεδόν κάθε άνθρωπος που γνώριζε λατινικά. Ο Πλίνειος συγκέντρωσε επτά ζώα με κοινό χαρακτηριστικό το μονό κέρατο, και ένα από αυτά ονόμασε Μονόκερο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πλάσμα με το κεφάλι ελαφιού, το σώμα αλόγου, τα πόδια ελέφαντα και την ουρά κάπρου, απέκτησε το δικό του όνομα. Αυτός ο Μονόκερος δεν μπορούσε να πιαστεί ζωντανός.
Σύμφωνα με τον Αιλιανό (175–235 μ.κ.χ), έναν άλλο Ρωμαίο συγγραφέα, και το σύγγραμά του “De Natura Animalium” (Η φύση των ζώων), τα ζώα υπήρχαν για να μαθαίνουν οι άνθρωποι μέσα από αυτά. Γι αυτό το λόγο, οι ιδέες του είχαν μεγάλη απήχηση την εποχή του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, τότε που ήταν κυρίαρχη η τάση ηθικολογίας. Και εκείνος γνωρίζει ζώα μονόκερα στην Ινδία: Επιφανείς άρχοντες χρησιμοποιούσαν αυτό το κέρατο για να κατασκευάσουν κύπελλα που τους προστάτευαν από ανίατες αρρώστιες. Το κυνήγι ενός τέτοιο ζώου ήταν το κυνήγι του ακατόρθωτου: Αυτό θα μπορούσε να είναι το ηθικό δίδαγμα.
Από τους προαναφερθέντες συγγραφείς, κανείς δεν είχε έρθει σε οπτική επαφή με έναν Μονόκερο. Ένας από τους λίγους που τον είδαν από κοντά, ήταν ο Απολλώνιος του Tyana, ένας αινιγματικός φιλόσοφος και ταξιδευτής του 1ου αι μ.κ.χ., σε ταξίδι του στην Ινδία.
Ο αρχαιότερος γνωστός Μονόκερος, υπήρξε στην Κίνα το 2600 π.κ.χ, και λεγόταν K’i-lin (“k’i” για το αρσενικό και “lin” για το θυληκό στοιχείο). Τον τιμούσαν σαν βασιλιά των ζώων και θεωρούσαν ότι έφερνε ειρήνη και ευημερία. Συχνά απεικονίζεται με λέπια, που τρεμοφέγγουν σε όλες τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Είχε το σώμα ελαφιού, οπλές αλόγου, ουρά βοδιού και στο κεφάλι κέρας που έφτανε τα 2 πόδια και καμπύλωνε προς τα πίσω.
Όταν επρόκειτο να συμβούν σημαντικά γεγονότα, εμφανιζόταν σαν οιωνός. Πρώτη φορά, εμφανίστηκε το 2697 π.κ.χ στην αυλή του αυτοκράτορα Huang-ti και θεωρήθηκε σημάδι κατοπινής ευημερίας. Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Huang-ti εφεύρεσε μουσικά όργανα, έμαθε στο λαό του πως να φτιάχνει σπίτια από τούβλα, και για πρώτη φορά ένωσε τις κινέζικες φυλές. Σύμφωνα με την κινεζική μυθολογία, το K’i-lin εμφανίστηκε για δεύτερη φορά στο τέλος της ζωής του αυτοκράτορα, για να τον μεταφέρει στην πλάτη του στη Χώρα των νεκρών.
Επίσης αναφέρεται, ότι τον 6ο αιώνα π.κ.χ, εμφανίστηκε σε έναν ναό μπροστά σε μια νεαρή γυναίκα, την Yen -Tschen -Tsai, και της παρουσίασε σε ένα σκεύος από νεφρίτη, χαραγμένο έναν διθύραμβο για τον γιό της, που θα γινόταν βασιλιάς χωρίς θρόνο. Παρά το ότι η γυναίκα προσπάθησε να αιχμαλωτίσει το K’i-lin με ένα σκοινί από μετάξι, εκείνο υποκλίθηκε με ένα νεύμα του κεφαλιού και εξαφανίστηκε και πάλι. Το παιδί που γεννήθηκε ήταν ο Κομφούκιος, ένας άνθρωπος που με τη διδασκαλία του έμελλε να αλλάξει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.
Στην Ιαπωνία ο Μονόκερος είναι γνωστός με την ονομασία Ki’rin. Λέγεται ότι είχε αλάνθαστη αίσθηση του Δικαίου, η οποία τον έκανε πολλές φορές εμφανίζεται στα δικαστήρια, για να σκοτώσει τον ένοχο και να ελευθερώσει τον αθώο.
Στην Ινδία ο Μονόκερος είχε σημαντικό ρόλο, αν κρίνουμε από τις προφορικές και γραπτές παραδόσεις του τόπου. Το μυθικό ζώο εμφανίζεται ήδη από την προϊστορική περίοδο Harappa. Στο Ινδικό βιβλίο “Mahabharata” συναντάμε το “Rishi Ekasringa”, τον δικό μας Μονόκερο, να συνυπάρχει με τα υπόλοιπα ζώα του δάσους.
Σύμφωνα με την ινδική παράδοση, γεννήθηκε από μια γαζέλα, που ήπιε το γόνιμο νερό μιας λίμνης. Στις μεταγενέστερες δυτικές παραδόσεις, το γόνιμο νερό θα γινόταν το δηλητηριώδες νερό που μπορούσε να εξαγνιστεί με το κέρας του Μονόκερου. Συστατικά αυτού αλλά και άλλων παλιών ινδικών μύθων, έχουν επηρεάσει τις γραπτές παραδόσεις της Μεσοποταμίας, επίδραση ιδιαίτερα αισθητή στο έπος του Γκιλγκαμές και εδώ εμφανίζεται ο Μονόκερος, όχι όμως σαν το ινδικό υβρίδιο, αλλά σαν ένα κοινό ζώο, όπως μπορεί κανείς να δει στις ζωγραφικές αναπαραστάσεις της Μεσοποταμίας.
Στην νότια Ινδία ζούσε ένα πλάσμα με το όνομα eale ή yale. Λέγεται ότι είχε δύο κέρατα προς αντίθετες κατευθύνσεις, ώστε να μπορεί να επιτεθεί και να αμυνθεί καλύτερα, όταν μαχόταν προς διαφορετικές μεριές. Οι Ινδοί το θεωρούσαν Φύλακα του Καλού, και Μαχητή των Κακών Πνευμάτων.
Στην Περσία το κέρας ήταν το σύμβολο μεγάλης βιαιότητας και κινδύνου, και γι αυτό το shadhahvar θεωρείτο επικίνδυνο ζώο. Περιγράφεται σαν αντιλόπη με ένα κέρας ψηλά στο κεφάλι. Το κέρας είχε κοίλες άκρες, και αυτό δημιουργούσε υπέροχες μελωδίες όταν ο αέρας φυσούσε. Τα ζώα που άκουγαν αυτές τις μελωδίες, σαγηνεύονταν, έβγαιναν από τις κρυψώνες τους και σκοτώνονταν από το shadhahvar, τη στιγμή που θα πλησίαζαν αρκετά κοντά.
Ο Thomas van Cantimpre, με τη σειρά του, βάσισε το σύγγραμά του σε μια τρίτομη λατινική μετάφραση των βιβλίων του Αριστοτέλη, που εκδόθηκε το 1220 από τον Michael Scotus, με τίτλο “De animalibus”.
Στο σύγγραμα του van Cantimpre διαβάζουμε ότι ο unicornus, είναι ο γνωστός μας Μονόκερος, γνωστός επίσης ως espentijn, ενώ το Ελληνικό του όνομα είναι ρινόκερος, επειδή έχει ένα κέρατο ανάμεσα στα ρουθούνια. Εδώ βλέπουμε την επίδραση από τη μια μεριά της Βουλγάτας (λατινική μετάφραση της Βίβλου από τον Ιερώνυμο το 405 μ.κ.χ), όπου η Ελληνική λέξη Μονόκερος αντικαθίσταται από τη λατινική unicornus, όπως επίσης και την ελληνική ρινόκερος, ενώ από την άλλη τη σύγχυση του Μονόκερου με τον ήδη από την αρχαιότητα γνωστό ρινόκερο.
Πιθανές δεξαμενές νερού τα γυάλινα σφαιρίδια στην επιφάνεια της Σελήνης
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Nature Geoscience», τα γυάλινα σφαιρίδια που έχουν εντοπιστεί στην επιφάνεια της Σελήνης πιθανώς να λειτουργούν ως δεξαμενή νερού.
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Χου Σεν από το Ινστιτούτο Γεωλογίας και Γεωφυσικής της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών ανακάλυψε ότι τα γυάλινα σφαιρίδια που προέκυψαν από πρόσκρουση στα σεληνιακά εδάφη περιέχουν νερό.
Μάλιστα, οι μελέτες δείχνουν ότι αυτά τα γυάλινα σφαιρίδια είναι πιθανότατα μια νέα δεξαμενή νερού στη Σελήνη.
Τα γυάλινα σφαιρίδια έχουν ομοιογενείς χημικές συνθέσεις και λείες εκτεθειμένες επιφάνειες. Χαρακτηρίζονται από αφθονία νερού με εξαιρετικά χαρακτηριστικά έλλειψης δευτερίου.
Η αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στην αφθονία νερού και στη σύνθεσή του αντανακλά το γεγονός ότι το νερό στα σφαιρίδια προέρχεται από ηλιακούς ανέμους.
Το νερό στην επιφάνεια της Σελήνης έχει προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές αποστολές στη Σελήνη έχουν επιβεβαιώσει την παρουσία νερού στη Σελήνη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Σελήνης φιλοξενεί νερό, αν και η ποσότητα είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στη Γη.
Το νερό στην επιφάνεια της Σελήνης εμφανίζει ημερήσιους κύκλους και απώλεια στο διάστημα, υποδεικνύοντας ότι πρέπει να υπάρχει ένα στρώμα ύδατος ή δεξαμενή σε βάθος σε σεληνιακά εδάφη για τη συγκράτηση, απελευθέρωση και αναπλήρωση του νερού στην επιφάνεια της Σελήνης.
Ωστόσο προηγούμενες μελέτες στα αποθέματα νερού σε λεπτούς ορυκτούς κόκκους σε σεληνιακά εδάφη, σε ηφαιστειακά πετρώματα και σε γυάλινα σφαιρίδια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσουν τη συγκράτηση, απελευθέρωση και αναπλήρωση νερού, δηλαδή τον κύκλο νερού, στην επιφάνεια της Σελήνης.
Επομένως, πρέπει να υπάρχει μια άγνωστη ακόμη δεξαμενή νερού στα σεληνιακά εδάφη που να έχει την ικανότητα να ρυθμίζει αυτό τον κύκλο νερού.
Η έρευνα έγινε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ναντσίνγκ, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Βρετανίας, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας.
Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Χου Σεν από το Ινστιτούτο Γεωλογίας και Γεωφυσικής της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών ανακάλυψε ότι τα γυάλινα σφαιρίδια που προέκυψαν από πρόσκρουση στα σεληνιακά εδάφη περιέχουν νερό.
Μάλιστα, οι μελέτες δείχνουν ότι αυτά τα γυάλινα σφαιρίδια είναι πιθανότατα μια νέα δεξαμενή νερού στη Σελήνη.
Τα γυάλινα σφαιρίδια έχουν ομοιογενείς χημικές συνθέσεις και λείες εκτεθειμένες επιφάνειες. Χαρακτηρίζονται από αφθονία νερού με εξαιρετικά χαρακτηριστικά έλλειψης δευτερίου.
Η αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στην αφθονία νερού και στη σύνθεσή του αντανακλά το γεγονός ότι το νερό στα σφαιρίδια προέρχεται από ηλιακούς ανέμους.
Το νερό στην επιφάνεια της Σελήνης έχει προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές αποστολές στη Σελήνη έχουν επιβεβαιώσει την παρουσία νερού στη Σελήνη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Σελήνης φιλοξενεί νερό, αν και η ποσότητα είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στη Γη.
Το νερό στην επιφάνεια της Σελήνης εμφανίζει ημερήσιους κύκλους και απώλεια στο διάστημα, υποδεικνύοντας ότι πρέπει να υπάρχει ένα στρώμα ύδατος ή δεξαμενή σε βάθος σε σεληνιακά εδάφη για τη συγκράτηση, απελευθέρωση και αναπλήρωση του νερού στην επιφάνεια της Σελήνης.
Ωστόσο προηγούμενες μελέτες στα αποθέματα νερού σε λεπτούς ορυκτούς κόκκους σε σεληνιακά εδάφη, σε ηφαιστειακά πετρώματα και σε γυάλινα σφαιρίδια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσουν τη συγκράτηση, απελευθέρωση και αναπλήρωση νερού, δηλαδή τον κύκλο νερού, στην επιφάνεια της Σελήνης.
Επομένως, πρέπει να υπάρχει μια άγνωστη ακόμη δεξαμενή νερού στα σεληνιακά εδάφη που να έχει την ικανότητα να ρυθμίζει αυτό τον κύκλο νερού.
Η έρευνα έγινε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ναντσίνγκ, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Βρετανίας, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας.
Ο Αριστοτέλης για την καλοτυχία
Με δεδομένο ότι το κύριο θέμα της αριστοτελικής διερεύνησης στα «Ηθικά Μεγάλα» είναι η ανθρώπινη ευτυχία δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά στον παράγοντα της τύχης, αφού αυτό που ονομάζουμε αστάθμητο είναι σε θέση να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της ζωής είτε προς το καλό είτε προς το κακό: «Αφού το θέμα μας είναι η ευτυχία, το επόμενο που πρέπει να συζητήσουμε είναι η καλοτυχία. Διότι οι πολλοί θεωρούν ότι ευτυχισμένος βίος είναι ο καλότυχος βίος ή τουλάχιστον ένας βίος που συνδυάζεται και με καλοτυχία· και ίσως δεν έχουν άδικο, αφού χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, που είναι κυρίως θέμα τύχης, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κανείς ευτυχισμένος» (1206b 8.1).
Η αναγνώριση ότι χωρίς τα «εξωτερικά αγαθά» δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία καταδεικνύει την πάγια θέση του Αριστοτέλη ότι χωρίς τις απαραίτητες υποδομές για την κάλυψη όλων των αναγκών του ανθρώπου η κατάκτηση της ισορροπίας είναι σχεδόν αδύνατη. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την απόκτηση της αρετής και την ευθύνη του ανθρώπου που πρέπει να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά για το κοινωνικό περιβάλλον που θα συναντήσει κανείς και τις προοπτικές που μπορεί να του προσφερθούν, τα οποία τίθενται εκ των προτέρων ως κάτι που έχει διαμορφωθεί από άλλους.
Ο τόπος της γέννησης, οι οικογενειακές σχέσεις που διαπλάθουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα, οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες της εποχής, η επάρκεια των υλικών αγαθών μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο, οι ενδεχόμενες ευκαιρίες που θα δοθούν, ακόμη και οι τυχαίες γνωριμίες αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη ζωή ενός ανθρώπου και αποκαλούνται «εξωτερικά αγαθά» ακριβώς επειδή δεν εξαρτώνται από τον ίδιο.
Η αδυναμία της διαμόρφωσης τέτοιου είδους υψίστης σημασίας συντελεστών για την ανθρώπινη ζωή τους καθιστά τυχαίους κι αυτός είναι ο λόγος που η καλοτυχία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, όταν μιλάμε για την ευτυχία: «Γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε για την καλοτυχία, και να πούμε τι σημαίνει γενικώς καλότυχος και σε ποιο πλαίσιο συναντάται και με τι έχει να κάνει» (1206b 8.1).
Ξεκινώντας τη διερεύνηση του ζητήματος της τύχης ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «δε γίνεται να θεωρήσει κανείς την τύχη ως φύση. Η εξήγηση: η φύση [σε κάθε περίπτωση] λειτουργεί είτε ως πολύ συχνό είτε ως σταθερό αίτιο, πράγμα που δε συμβαίνει ποτέ με την τύχη, που λειτουργεί χωρίς καμία τάξη και όπως έτυχε· γι’ αυτό τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες μιλάμε για τύχη» (1207a 8.2).
Η τύχη δεν έχει να κάνει ούτε με την επιλογή ούτε με την προτίμηση. Η εύνοια ή η αντιξοότητά της είναι αδύνατο να προβλεφθούν, αφού πρόκειται για κάτι απολύτως τυφλό. Η τύχη σταματά εκεί που αρχίζει η πρόβλεψη, δηλαδή η ανθρώπινη συμμετοχή που μπορεί να υπολογίσει τις δυνατότητες. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς γι’ αυτά που επιχειρεί, τόσο λιγότερο μερίδιο αφήνεται στην τύχη.
Η γνώση ότι η κακή διατροφή επιβαρύνει την υγεία καταδεικνύει ότι αυτός που από προτίμηση διατρέφεται άσχημα και τελικά αποκτά προβλήματα υγείας δεν είναι άτυχος, αλλά ακρατής και πληρώνει τις συνέπειες της ακράτειάς του. Θα ήταν τυχερός, αν, παρά την άσχημη διατροφή, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, αφού εν τέλει θα απέφευγε τις συνέπειες που σύμφωνα με τη λογική θα έπρεπε να είχε υποστεί.
Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Δεν υπάρχει σε αυτές» (τις περιπτώσεις της τύχης εννοείται) «κάποια λογική ή ορθολογικότητα· διότι με τη λογική και την ορθολογικότητα συνδέονται η τάξη και η σταθερότητα, ενώ η τύχη δεν έχει καμία σχέση με αυτές. Αυτή είναι και η αιτία που όπου υπερτερεί ο νους και η λογική, εκεί το τυχαίο ελαχιστοποιείται· εκεί, όμως, που υπερτερεί το τυχαίο, ελαχιστοποιείται ο νους» (1207a 8.2).
Η λογική απομακρύνει την τύχη, αφού με τη λογική μπορεί κανείς να προσδιορίσει τις συνέπειες των πράξεών του. Οτιδήποτε καθορίζεται από τη λογική δεν αφορά την τύχη. Η επιστήμη ως καταστάλαγμα της λογικής έχει σκοπό να εκμηδενίσει τον παράγοντα της τύχης σε όλες της τις υποθέσεις. Γι’ αυτό και η τύχη (σε αντίθεση με τη φύση) δεν μπορεί να έχει ένα σταθερό κι επαναλαμβανόμενο αίτιο, αφού ό,τι επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, καθώς η επανάληψη δίνει τη δυνατότητα της πρόβλεψης δημιουργώντας νόμους που βασίζονται στη λογική. Οι άνθρωποι που δρουν με σύνεση έχοντας τάξη στη ζωή τους είναι σαφώς λιγότερο εκτεθειμένοι στις ιδιοτροπίες της τύχης –χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι την έχουν εκτοπίσει οριστικά.
Για τον Αριστοτέλη η τύχη δεν μπορεί να συσχετιστεί ούτε με τη βούληση των θεών: «Διότι θεωρούμε σωστό να είναι αυτά στον έλεγχο του θεού και να απονέμει ο θεός τα καλά και τα κακά στους ανθρώπους κατά την αξία του καθενός, ενώ αντίθετα η τύχη και όσα οφείλονται σε αυτήν γίνονται όντως κατά τύχη. Αν αυτό το τελευταίο το αποδώσουμε στο θεό, θα τον κάνουμε κριτή κακό ή τουλάχιστον άδικο· αλλά κάτι τέτοιο δεν αρμόζει στο θεό» (1207a 8.3).
Η απόδοση των αδικιών της τύχης στη θέληση του θεού αποτελεί παρερμηνεία (στα όρια της βλασφημίας), αφού είναι τουλάχιστον ανάρμοστο να αποδίδεται στους θεούς το κακό ή το άδικο. Η χριστιανική εκδοχή που θέλει το θεό να δοκιμάζει τους ανθρώπους με τις άγνωστες βουλές του δεν είναι γνωστή στον Αριστοτέλη. Κατά τον Αριστοτέλη, η τύχη τίθεται πάνω από τους θεούς, αφού ούτε εκείνοι μπορούν να την καθορίσουν, σε αντίθεση με τη χριστιανική οπτική που ο θεός την ελέγχει και την κατευθύνει είτε προς το καλό είτε προς το κακό για λόγους που ξέρει μόνο εκείνος και που για τους ανθρώπους είναι ακατανόητοι.
Όπως και να ‘χει, ως τύχη ορίζεται οποιοδήποτε γεγονός ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνατότητες: «Η καλοτυχία και η τύχη ανήκουν σ’ αυτά που δεν εξαρτώνται από το χέρι μας ούτε μπορούμε να τα ελέγξουμε και να τα πραγματοποιήσουμε. Γι’ αυτό και ο δίκαιος δεν αποκαλείται για τη δικαιοσύνη του “καλότυχος” ούτε και ο ανδρείος ούτε και κανένας άλλος φορέας μιας επιμέρους αρετής· διότι οι αρετές εξαρτώνται από εμάς τους ίδιους να τις αποκτήσουμε ή να μην τις αποκτήσουμε» (1207a 8.5).
Το δεδομένο ότι οι αρετές δεν είναι θέμα τύχης φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον των ευθυνών του καταδεικνύοντας ότι η ευτυχία τελικά βρίσκεται στα δικά του χέρια παρά τη σαφέστατη επιρροή της τύχης. Η φρόνηση που αποκτιέται από τη μεσότητα στις πράξεις και τα συναισθήματα σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο ορθός λόγος όχι μόνο περιορίζει τις δυνατότητες του τυχαίου, αλλά δίνει διέξοδο ακόμη και στις χειρότερες αντιξοότητες που μπορεί να προκύψουν.
Για τον Αριστοτέλη, ακόμη και οι μεγαλύτερες συμφορές είναι δυνατό να ξεπεραστούν με την άσκηση της αρετής. Οι πνευματικές ενασχολήσεις, η συναναστροφή με φίλους και η καλλιέργεια δημιουργικών ενδιαφερόντων με το πέρασμα του χρόνου είναι σε θέση να επαναφέρουν την ψυχική ισορροπία που έχει διαταραχθεί από το σκληρό χτύπημα της τύχης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δε θα υπάρχει θλίψη ή ότι η ανάμνηση της συμφοράς δε θα είναι πάντα ένα πλήγμα.
Ο Αριστοτέλης δεν υποστήριξε ποτέ την αταραξία της ψυχής. Είναι ανθρώπινο να θλίβεται κανείς στις συμφορές. Η εκδοχή του ατάραχου αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Το ζήτημα είναι να ξεπεραστεί η συμφορά κι ο κάτοχος της αρετής είναι σε θέση να το πετύχει. Αντίθετα, εκείνος που δεν κατέκτησε την αρετή, που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει ουσιαστικά ενδιαφέροντα και αφέθηκε σε επιφανειακές ηδονές και φιλίες είναι πιο ευάλωτος στην αντίξοη μοίρα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να επανακάμψει μετά από μια μεγάλη συμφορά. Οι επιφανειακές χαρές στις οποίες έχει συνηθίσει είναι αδύνατο να του προσφέρουν παρηγοριά και νόημα για να συνεχίσει.
Η άσκηση της αρετής δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ύπαρξη. Δίνει όραμα και όρεξη για ζωή. Γι’ αυτό ο ενάρετος αντλεί από μέσα του δυνάμεις ακαταπόνητες, πράγμα που ο δίχως αρετή άνθρωπος είναι αδύνατο να καταλάβει. Η κενότητα της ύπαρξής του δεν του επιτρέπει να διεισδύσει σε τέτοια βάθη. Η ρηχότητα τον καθιστά εύθραυστο. Ενδέχεται να σκορπίσει με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη την ευνοϊκή τύχη. Ή τουλάχιστον τη μη αντίξοη.
Κι αν κάποιος αμφισβητεί την αριστοτελική άποψη, που καθιστά την άσκηση της αρετής αντίδοτο ακόμη και για τις τρομερότερες συμφορές θεωρώντας ότι αυτά είναι λόγια εκ του ασφαλούς (με τη λογική ότι από έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέγονται), δεν έχει παρά να δει τη ζωή του ίδιου του Αριστοτέλη. Γιατί κι εκείνος δε δοκιμάστηκε λίγο από την τύχη. Ορφάνεψε πολύ μικρός (τον μεγάλωσε και τον σπούδασε ο Πρόξενος), τη γυναίκα που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε, την Πυθιάδα, την έχασε πολύ νωρίς χωρίς να αποκτήσει απογόνους, ενώ ο γιός του ο Νικόμαχος, που απέκτησε με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλία, πέθανε όταν ήταν έφηβος.
Όλες αυτές τις συμφορές κατάφερε να τις ξεπεράσει ασκώντας την αρετή και υπηρετώντας με πάθος τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία δεν πρέπει να τίθεται με τρόπο ξεκομμένο από τη ζωή. Η φιλοσοφία είναι αλληλένδετη με τη ζωή, αφού πηγάζει από τη ζωή και απευθύνεται στη ζωή. Ο Αριστοτέλης το καθιστά σαφές με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Από κει και πέρα, η τύχη που αφορά «εξωτερικά αγαθά», αν και ασφαλώς είναι ακαθόριστη από αυτόν που μόλις γεννιέται (κανείς δεν προκαθορίζει το οικογενειακό του περιβάλλον ή τον τόπο που γεννιέται ή τις κοινωνικές συνθήκες που υπάρχουν με τη γέννησή του κλπ), δεν παύει να βρίσκεται στα χέρια του ανθρώπου με τη συνολική έννοια. Οι άνθρωποι πλάθουν και τις κοινωνικές και τις οικονομικές και τις ιστορικές συγκυρίες, αφού οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι και για την πόλη και για τις ενέργειές της.
Με άλλα λόγια, είναι απολύτως υπεύθυνοι για τον κόσμο που θα φέρουν τα παιδιά τους. Από αυτή την άποψη, η εκπλήρωση ή όχι των «εξωτερικών αγαθών» δεν είναι και τόσο θέμα τύχης. Αν ο άνθρωπος καταφέρει να κατακτήσει την αρετή και να την πραγματώσει και σε συλλογικό επίπεδο, τότε σίγουρα να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο καθιστώντας όλα τα παιδιά τυχερά. Είναι στο χέρι του να το πετύχει. Κι οτιδήποτε είναι στο χέρι μας δεν είναι τύχη: «λέμε καλότυχο όποιον κατέχει εκείνα από τα αγαθά που δεν εμπίπτουν στον έλεγχό του» (1207a 8.5).
Αυτό που μένει είναι η τελική διερεύνηση του όρου της καλοτυχίας: «Υπάρχουν, βέβαια, πολλές σημασίες του καλότυχου· παράδειγμα: σε κάποιον συνέβη να πράξει κάτι καλό, μολονότι το είχε λογικά σχεδιάσει αντιθέτως· αυτόν τον λέμε καλότυχο· επίσης καλότυχο λέμε, αυτόν που η λογική έλεγε ότι θα ζημιωθεί, αλλά αυτός βγήκε κερδισμένος. Έγκειται, λοιπόν, η καλή τύχη είτε στο να προκύψει ενάντια στη λογική κάτι καλό, είτε στο να μη συμβεί παρά τις λογικές προβλέψεις κάτι κακό» (1207a 8.6-7).
Όμως, σε τελική ανάλυση, πού μπορούμε να εναποθέσουμε το ζήτημα της καλής τύχης; «Ο νους, βέβαια, και η λογική και η επιστήμη φαίνονται τελείως άσχετα με την τύχη. Αλλά σίγουρα και η φροντίδα και η πρόνοια του θεού δεν μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν καλοτυχία, αφού συναντώνται και σε ανθρώπους κακούς, και δεν είναι εύλογο να φροντίζει ο θεός τους κακούς ανθρώπους. Δεν απομένει παρά η φύση· αυτή είναι που έχει πολύ μεγάλη σχέση με την καλοτυχία» (1207a 8.4 και 8.5).
Ο Αριστοτέλης θα τεκμηριώσει το συσχετισμό της καλοτυχίας με τη φύση ως εξής: «Η καλοτυχία, λοιπόν, είναι άλογη φύση· διότι ο καλότυχος είναι αυτός που έχει μια άλογη ορμή προς τα αγαθά και τα επιτυγχάνει, πράγμα που προσιδιάζει στη φύση· διότι στην ψυχή ενυπάρχει από τη φύση ένα στοιχείο από το οποίο προκύπτει μία άλογη ορμή προς κάθε αγαθό που συμβάλλει στην ευτυχία. Και αν κάποιος ρωτούσε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση “γιατί σου αρέσει να ενεργείς έτσι;”, θα έπαιρνε την απάντηση “δεν ξέρω, αλλά μου αρέσει”» (1207a 8.8 και 1207b 8.9).
Η άποψη ότι μέσα στην ψυχή υπάρχει από τη φύση η τάση (ως άλογη ορμή) για κάθε αγαθό προς την εκπλήρωση της ευτυχίας δείχνει την αισιοδοξία του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο, δηλαδή τη φωτεινότητα του στοχασμού του. Το κατά πόσο μπορεί αυτό να επαληθευτεί εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι η κατάρριψη της σωκρατικής άποψης «ουδείς έκων κακός» (αφού ο ακρατής είναι σε θέση να κάνει απολύτως συνειδητά κακό στον εαυτό του από την αδυναμία του να συγκρατηθεί) περιπλέκει τα πράγματα. Η εκ φύσεως «άλογη ορμή» προς το καλό θα έπρεπε να αποτρέπει αυτές τις περιπτώσεις.
Όπως και να έχει το τελικό συμπέρασμα είναι πλέον διαμορφωμένο. Ο Αριστοτέλης δεν απορρίπτει τον παράγοντα της τύχης στο ζήτημα της ανθρώπινης ευτυχίας: «Με δεδομένα, λοιπόν, πρώτον πως δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, δεύτερον πως αυτά είναι θέμα τύχης, όπως είπαμε μόλις τώρα, τότε η καλοτυχία θα είναι συνεργός της ευτυχίας» (1207b 8.12).
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα
Η αναγνώριση ότι χωρίς τα «εξωτερικά αγαθά» δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία καταδεικνύει την πάγια θέση του Αριστοτέλη ότι χωρίς τις απαραίτητες υποδομές για την κάλυψη όλων των αναγκών του ανθρώπου η κατάκτηση της ισορροπίας είναι σχεδόν αδύνατη. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την απόκτηση της αρετής και την ευθύνη του ανθρώπου που πρέπει να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά για το κοινωνικό περιβάλλον που θα συναντήσει κανείς και τις προοπτικές που μπορεί να του προσφερθούν, τα οποία τίθενται εκ των προτέρων ως κάτι που έχει διαμορφωθεί από άλλους.
Ο τόπος της γέννησης, οι οικογενειακές σχέσεις που διαπλάθουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα, οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες της εποχής, η επάρκεια των υλικών αγαθών μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο, οι ενδεχόμενες ευκαιρίες που θα δοθούν, ακόμη και οι τυχαίες γνωριμίες αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη ζωή ενός ανθρώπου και αποκαλούνται «εξωτερικά αγαθά» ακριβώς επειδή δεν εξαρτώνται από τον ίδιο.
Η αδυναμία της διαμόρφωσης τέτοιου είδους υψίστης σημασίας συντελεστών για την ανθρώπινη ζωή τους καθιστά τυχαίους κι αυτός είναι ο λόγος που η καλοτυχία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, όταν μιλάμε για την ευτυχία: «Γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε για την καλοτυχία, και να πούμε τι σημαίνει γενικώς καλότυχος και σε ποιο πλαίσιο συναντάται και με τι έχει να κάνει» (1206b 8.1).
Ξεκινώντας τη διερεύνηση του ζητήματος της τύχης ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «δε γίνεται να θεωρήσει κανείς την τύχη ως φύση. Η εξήγηση: η φύση [σε κάθε περίπτωση] λειτουργεί είτε ως πολύ συχνό είτε ως σταθερό αίτιο, πράγμα που δε συμβαίνει ποτέ με την τύχη, που λειτουργεί χωρίς καμία τάξη και όπως έτυχε· γι’ αυτό τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες μιλάμε για τύχη» (1207a 8.2).
Η τύχη δεν έχει να κάνει ούτε με την επιλογή ούτε με την προτίμηση. Η εύνοια ή η αντιξοότητά της είναι αδύνατο να προβλεφθούν, αφού πρόκειται για κάτι απολύτως τυφλό. Η τύχη σταματά εκεί που αρχίζει η πρόβλεψη, δηλαδή η ανθρώπινη συμμετοχή που μπορεί να υπολογίσει τις δυνατότητες. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς γι’ αυτά που επιχειρεί, τόσο λιγότερο μερίδιο αφήνεται στην τύχη.
Η γνώση ότι η κακή διατροφή επιβαρύνει την υγεία καταδεικνύει ότι αυτός που από προτίμηση διατρέφεται άσχημα και τελικά αποκτά προβλήματα υγείας δεν είναι άτυχος, αλλά ακρατής και πληρώνει τις συνέπειες της ακράτειάς του. Θα ήταν τυχερός, αν, παρά την άσχημη διατροφή, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, αφού εν τέλει θα απέφευγε τις συνέπειες που σύμφωνα με τη λογική θα έπρεπε να είχε υποστεί.
Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Δεν υπάρχει σε αυτές» (τις περιπτώσεις της τύχης εννοείται) «κάποια λογική ή ορθολογικότητα· διότι με τη λογική και την ορθολογικότητα συνδέονται η τάξη και η σταθερότητα, ενώ η τύχη δεν έχει καμία σχέση με αυτές. Αυτή είναι και η αιτία που όπου υπερτερεί ο νους και η λογική, εκεί το τυχαίο ελαχιστοποιείται· εκεί, όμως, που υπερτερεί το τυχαίο, ελαχιστοποιείται ο νους» (1207a 8.2).
Η λογική απομακρύνει την τύχη, αφού με τη λογική μπορεί κανείς να προσδιορίσει τις συνέπειες των πράξεών του. Οτιδήποτε καθορίζεται από τη λογική δεν αφορά την τύχη. Η επιστήμη ως καταστάλαγμα της λογικής έχει σκοπό να εκμηδενίσει τον παράγοντα της τύχης σε όλες της τις υποθέσεις. Γι’ αυτό και η τύχη (σε αντίθεση με τη φύση) δεν μπορεί να έχει ένα σταθερό κι επαναλαμβανόμενο αίτιο, αφού ό,τι επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, καθώς η επανάληψη δίνει τη δυνατότητα της πρόβλεψης δημιουργώντας νόμους που βασίζονται στη λογική. Οι άνθρωποι που δρουν με σύνεση έχοντας τάξη στη ζωή τους είναι σαφώς λιγότερο εκτεθειμένοι στις ιδιοτροπίες της τύχης –χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι την έχουν εκτοπίσει οριστικά.
Για τον Αριστοτέλη η τύχη δεν μπορεί να συσχετιστεί ούτε με τη βούληση των θεών: «Διότι θεωρούμε σωστό να είναι αυτά στον έλεγχο του θεού και να απονέμει ο θεός τα καλά και τα κακά στους ανθρώπους κατά την αξία του καθενός, ενώ αντίθετα η τύχη και όσα οφείλονται σε αυτήν γίνονται όντως κατά τύχη. Αν αυτό το τελευταίο το αποδώσουμε στο θεό, θα τον κάνουμε κριτή κακό ή τουλάχιστον άδικο· αλλά κάτι τέτοιο δεν αρμόζει στο θεό» (1207a 8.3).
Η απόδοση των αδικιών της τύχης στη θέληση του θεού αποτελεί παρερμηνεία (στα όρια της βλασφημίας), αφού είναι τουλάχιστον ανάρμοστο να αποδίδεται στους θεούς το κακό ή το άδικο. Η χριστιανική εκδοχή που θέλει το θεό να δοκιμάζει τους ανθρώπους με τις άγνωστες βουλές του δεν είναι γνωστή στον Αριστοτέλη. Κατά τον Αριστοτέλη, η τύχη τίθεται πάνω από τους θεούς, αφού ούτε εκείνοι μπορούν να την καθορίσουν, σε αντίθεση με τη χριστιανική οπτική που ο θεός την ελέγχει και την κατευθύνει είτε προς το καλό είτε προς το κακό για λόγους που ξέρει μόνο εκείνος και που για τους ανθρώπους είναι ακατανόητοι.
Όπως και να ‘χει, ως τύχη ορίζεται οποιοδήποτε γεγονός ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνατότητες: «Η καλοτυχία και η τύχη ανήκουν σ’ αυτά που δεν εξαρτώνται από το χέρι μας ούτε μπορούμε να τα ελέγξουμε και να τα πραγματοποιήσουμε. Γι’ αυτό και ο δίκαιος δεν αποκαλείται για τη δικαιοσύνη του “καλότυχος” ούτε και ο ανδρείος ούτε και κανένας άλλος φορέας μιας επιμέρους αρετής· διότι οι αρετές εξαρτώνται από εμάς τους ίδιους να τις αποκτήσουμε ή να μην τις αποκτήσουμε» (1207a 8.5).
Το δεδομένο ότι οι αρετές δεν είναι θέμα τύχης φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον των ευθυνών του καταδεικνύοντας ότι η ευτυχία τελικά βρίσκεται στα δικά του χέρια παρά τη σαφέστατη επιρροή της τύχης. Η φρόνηση που αποκτιέται από τη μεσότητα στις πράξεις και τα συναισθήματα σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο ορθός λόγος όχι μόνο περιορίζει τις δυνατότητες του τυχαίου, αλλά δίνει διέξοδο ακόμη και στις χειρότερες αντιξοότητες που μπορεί να προκύψουν.
Για τον Αριστοτέλη, ακόμη και οι μεγαλύτερες συμφορές είναι δυνατό να ξεπεραστούν με την άσκηση της αρετής. Οι πνευματικές ενασχολήσεις, η συναναστροφή με φίλους και η καλλιέργεια δημιουργικών ενδιαφερόντων με το πέρασμα του χρόνου είναι σε θέση να επαναφέρουν την ψυχική ισορροπία που έχει διαταραχθεί από το σκληρό χτύπημα της τύχης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δε θα υπάρχει θλίψη ή ότι η ανάμνηση της συμφοράς δε θα είναι πάντα ένα πλήγμα.
Ο Αριστοτέλης δεν υποστήριξε ποτέ την αταραξία της ψυχής. Είναι ανθρώπινο να θλίβεται κανείς στις συμφορές. Η εκδοχή του ατάραχου αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Το ζήτημα είναι να ξεπεραστεί η συμφορά κι ο κάτοχος της αρετής είναι σε θέση να το πετύχει. Αντίθετα, εκείνος που δεν κατέκτησε την αρετή, που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει ουσιαστικά ενδιαφέροντα και αφέθηκε σε επιφανειακές ηδονές και φιλίες είναι πιο ευάλωτος στην αντίξοη μοίρα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να επανακάμψει μετά από μια μεγάλη συμφορά. Οι επιφανειακές χαρές στις οποίες έχει συνηθίσει είναι αδύνατο να του προσφέρουν παρηγοριά και νόημα για να συνεχίσει.
Η άσκηση της αρετής δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ύπαρξη. Δίνει όραμα και όρεξη για ζωή. Γι’ αυτό ο ενάρετος αντλεί από μέσα του δυνάμεις ακαταπόνητες, πράγμα που ο δίχως αρετή άνθρωπος είναι αδύνατο να καταλάβει. Η κενότητα της ύπαρξής του δεν του επιτρέπει να διεισδύσει σε τέτοια βάθη. Η ρηχότητα τον καθιστά εύθραυστο. Ενδέχεται να σκορπίσει με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη την ευνοϊκή τύχη. Ή τουλάχιστον τη μη αντίξοη.
Κι αν κάποιος αμφισβητεί την αριστοτελική άποψη, που καθιστά την άσκηση της αρετής αντίδοτο ακόμη και για τις τρομερότερες συμφορές θεωρώντας ότι αυτά είναι λόγια εκ του ασφαλούς (με τη λογική ότι από έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέγονται), δεν έχει παρά να δει τη ζωή του ίδιου του Αριστοτέλη. Γιατί κι εκείνος δε δοκιμάστηκε λίγο από την τύχη. Ορφάνεψε πολύ μικρός (τον μεγάλωσε και τον σπούδασε ο Πρόξενος), τη γυναίκα που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε, την Πυθιάδα, την έχασε πολύ νωρίς χωρίς να αποκτήσει απογόνους, ενώ ο γιός του ο Νικόμαχος, που απέκτησε με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλία, πέθανε όταν ήταν έφηβος.
Όλες αυτές τις συμφορές κατάφερε να τις ξεπεράσει ασκώντας την αρετή και υπηρετώντας με πάθος τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία δεν πρέπει να τίθεται με τρόπο ξεκομμένο από τη ζωή. Η φιλοσοφία είναι αλληλένδετη με τη ζωή, αφού πηγάζει από τη ζωή και απευθύνεται στη ζωή. Ο Αριστοτέλης το καθιστά σαφές με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Από κει και πέρα, η τύχη που αφορά «εξωτερικά αγαθά», αν και ασφαλώς είναι ακαθόριστη από αυτόν που μόλις γεννιέται (κανείς δεν προκαθορίζει το οικογενειακό του περιβάλλον ή τον τόπο που γεννιέται ή τις κοινωνικές συνθήκες που υπάρχουν με τη γέννησή του κλπ), δεν παύει να βρίσκεται στα χέρια του ανθρώπου με τη συνολική έννοια. Οι άνθρωποι πλάθουν και τις κοινωνικές και τις οικονομικές και τις ιστορικές συγκυρίες, αφού οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι και για την πόλη και για τις ενέργειές της.
Με άλλα λόγια, είναι απολύτως υπεύθυνοι για τον κόσμο που θα φέρουν τα παιδιά τους. Από αυτή την άποψη, η εκπλήρωση ή όχι των «εξωτερικών αγαθών» δεν είναι και τόσο θέμα τύχης. Αν ο άνθρωπος καταφέρει να κατακτήσει την αρετή και να την πραγματώσει και σε συλλογικό επίπεδο, τότε σίγουρα να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο καθιστώντας όλα τα παιδιά τυχερά. Είναι στο χέρι του να το πετύχει. Κι οτιδήποτε είναι στο χέρι μας δεν είναι τύχη: «λέμε καλότυχο όποιον κατέχει εκείνα από τα αγαθά που δεν εμπίπτουν στον έλεγχό του» (1207a 8.5).
Αυτό που μένει είναι η τελική διερεύνηση του όρου της καλοτυχίας: «Υπάρχουν, βέβαια, πολλές σημασίες του καλότυχου· παράδειγμα: σε κάποιον συνέβη να πράξει κάτι καλό, μολονότι το είχε λογικά σχεδιάσει αντιθέτως· αυτόν τον λέμε καλότυχο· επίσης καλότυχο λέμε, αυτόν που η λογική έλεγε ότι θα ζημιωθεί, αλλά αυτός βγήκε κερδισμένος. Έγκειται, λοιπόν, η καλή τύχη είτε στο να προκύψει ενάντια στη λογική κάτι καλό, είτε στο να μη συμβεί παρά τις λογικές προβλέψεις κάτι κακό» (1207a 8.6-7).
Όμως, σε τελική ανάλυση, πού μπορούμε να εναποθέσουμε το ζήτημα της καλής τύχης; «Ο νους, βέβαια, και η λογική και η επιστήμη φαίνονται τελείως άσχετα με την τύχη. Αλλά σίγουρα και η φροντίδα και η πρόνοια του θεού δεν μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν καλοτυχία, αφού συναντώνται και σε ανθρώπους κακούς, και δεν είναι εύλογο να φροντίζει ο θεός τους κακούς ανθρώπους. Δεν απομένει παρά η φύση· αυτή είναι που έχει πολύ μεγάλη σχέση με την καλοτυχία» (1207a 8.4 και 8.5).
Ο Αριστοτέλης θα τεκμηριώσει το συσχετισμό της καλοτυχίας με τη φύση ως εξής: «Η καλοτυχία, λοιπόν, είναι άλογη φύση· διότι ο καλότυχος είναι αυτός που έχει μια άλογη ορμή προς τα αγαθά και τα επιτυγχάνει, πράγμα που προσιδιάζει στη φύση· διότι στην ψυχή ενυπάρχει από τη φύση ένα στοιχείο από το οποίο προκύπτει μία άλογη ορμή προς κάθε αγαθό που συμβάλλει στην ευτυχία. Και αν κάποιος ρωτούσε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση “γιατί σου αρέσει να ενεργείς έτσι;”, θα έπαιρνε την απάντηση “δεν ξέρω, αλλά μου αρέσει”» (1207a 8.8 και 1207b 8.9).
Η άποψη ότι μέσα στην ψυχή υπάρχει από τη φύση η τάση (ως άλογη ορμή) για κάθε αγαθό προς την εκπλήρωση της ευτυχίας δείχνει την αισιοδοξία του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο, δηλαδή τη φωτεινότητα του στοχασμού του. Το κατά πόσο μπορεί αυτό να επαληθευτεί εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι η κατάρριψη της σωκρατικής άποψης «ουδείς έκων κακός» (αφού ο ακρατής είναι σε θέση να κάνει απολύτως συνειδητά κακό στον εαυτό του από την αδυναμία του να συγκρατηθεί) περιπλέκει τα πράγματα. Η εκ φύσεως «άλογη ορμή» προς το καλό θα έπρεπε να αποτρέπει αυτές τις περιπτώσεις.
Όπως και να έχει το τελικό συμπέρασμα είναι πλέον διαμορφωμένο. Ο Αριστοτέλης δεν απορρίπτει τον παράγοντα της τύχης στο ζήτημα της ανθρώπινης ευτυχίας: «Με δεδομένα, λοιπόν, πρώτον πως δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, δεύτερον πως αυτά είναι θέμα τύχης, όπως είπαμε μόλις τώρα, τότε η καλοτυχία θα είναι συνεργός της ευτυχίας» (1207b 8.12).
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝ
ΛΥΣ 19.1–6
ΛΥΣ 19.1–6
Προοίμιον: επιζητώντας την εύνοια των δικαστών
Ο Αριστοφάνης έπεισε τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν προς βοήθεια του βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα, που πολεμούσε εναντίον των Περσών (390 π.Χ.). Ύστερα από την αποτυχία του εγχειρήματος, θανατώθηκε χωρίς δίκη και προτάθηκε η δήμευση της περιουσίας του. Ωστόσο, μετά την απογραφή της, κάποιοι τη θεώρησαν μικρή, κατηγορώντας τους συγγενείς του και κυρίως αυτόν που είχε πλέον την ευθύνη για τη διαχείρισή της, τον πατέρα του ομιλητή και πεθερό του Αριστοφάνη, για υπεξαίρεση μέρους της. Ο ομιλητής θα προσπαθήσει να υπερασπιστεί την τιμή της οικογένειας και κυρίως να τιμήσει τη μνήμη του πατέρα του, που είχε στο μεταξύ πεθάνει, και να αποδείξει ότι, όταν πέθανε ο Αριστοφάνης, η περιουσία του δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα τάλαντα.
[1] Πολλήν μοι ἀπορίαν παρέχει ὁ ἀγὼν οὑτοσί, ὦ ἄν-
δρες δικασταί, ὅταν ἐνθυμηθῶ ὅτι, ἐὰν ἐγὼ μὲν μὴ νῦν
εὖ εἴπω, οὐ μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ δόξει ἄδικος
εἶναι καὶ τῶν ὄντων ἁπάντων στερήσομαι. ἀνάγκη οὖν,
εἰ καὶ μὴ δεινὸς πρὸς ταῦτα πέφυκα, βοηθεῖν τῷ πατρὶ
καὶ ἐμαυτῷ οὕτως ὅπως ἂν δύνωμαι. [2] τὴν μὲν οὖν παρα-
σκευὴν καὶ <τὴν> προθυμίαν τῶν ἐχθρῶν ὁρᾶτε, καὶ οὐ-
δὲν δεῖ περὶ τούτων λέγειν· τὴν δ’ ἐμὴν ἀπειρίαν πάντες
ἴσασιν, ὅσοι ἐμὲ γιγνώσκουσιν. αἰτήσομαι οὖν ὑμᾶς δί-
καια καὶ ῥᾴδια χαρίσασθαι, ἄνευ ὀργῆς καὶ ἡμῶν ἀκοῦ-
σαι, ὥσπερ <καὶ> τῶν κατηγόρων. [3] ἀνάγκη γὰρ τὸν ἀπο-
λογούμενον, κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ἔλαττον ἔχειν. οἱ μὲν
γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου ἐπιβουλεύοντες, αὐτοὶ ἄνευ κινδύ-
νων ὄντες, τὴν κατηγορίαν ἐποιήσαντο, ἡμεῖς δὲ ἀγωνιζό-
μεθα μετὰ δέους καὶ διαβολῆς καὶ κινδύνου <τοῦ> μεγί-
στου. εἰκὸς οὖν ὑμᾶς εὔνοιαν πλείω ἔχειν τοῖς ἀπολογου-
μένοις. [4] οἶμαι γὰρ πάντας ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι πολλοὶ ἤδη
πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθη-
σαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς, ὥστε ὑπὸ πάντων τῶν
παραγενομένων μισηθέντες ἀπελθεῖν· οἱ δ’ αὖ μαρτυρή-
σαντες τὰ ψευδῆ καὶ ἀδίκως ἀπολέσαντες ἀνθρώπους ἑάλω-
σαν, ἡνίκα οὐδὲν ἦν ἔτι πλέον τοῖς πεπονθόσιν. [5] ὅτ’ οὖν
τοιαῦτα πολλὰ γεγένηται, ὡς ἐγὼ ἀκούω, εἰκὸς ὑμᾶς, ὦ
ἄνδρες δικασταί, μήπω τοὺς τῶν κατηγόρων λόγους ἡγεῖ-
σθαι πιστούς, πρὶν ἂν καὶ ἡμεῖς εἴπωμεν. ἀκούω γὰρ ἔγω-
γε, καὶ ὑμῶν δὲ τοὺς πολλοὺς οἶμαι εἰδέναι, ὅτι πάντων
δεινότατόν ἐστι διαβολή. [6] μάλιστα δὲ τοῦτο ἔχοι ἄν τις
ἰδεῖν, ὅταν πολλοὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ αἰτίᾳ εἰς ἀγῶνα καταστῶ-
σιν. ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ τελευταῖοι κρινόμενοι σῴζον-
ται· πεπαυμένοι γὰρ τῆς ὀργῆς αὐτῶν ἀκροᾶσθε, καὶ τοὺς
ἐλέγχους ἤδη ἐθέλοντες ἀποδέχεσθε.
Ο Αριστοφάνης έπεισε τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν προς βοήθεια του βασιλιά της Κύπρου Ευαγόρα, που πολεμούσε εναντίον των Περσών (390 π.Χ.). Ύστερα από την αποτυχία του εγχειρήματος, θανατώθηκε χωρίς δίκη και προτάθηκε η δήμευση της περιουσίας του. Ωστόσο, μετά την απογραφή της, κάποιοι τη θεώρησαν μικρή, κατηγορώντας τους συγγενείς του και κυρίως αυτόν που είχε πλέον την ευθύνη για τη διαχείρισή της, τον πατέρα του ομιλητή και πεθερό του Αριστοφάνη, για υπεξαίρεση μέρους της. Ο ομιλητής θα προσπαθήσει να υπερασπιστεί την τιμή της οικογένειας και κυρίως να τιμήσει τη μνήμη του πατέρα του, που είχε στο μεταξύ πεθάνει, και να αποδείξει ότι, όταν πέθανε ο Αριστοφάνης, η περιουσία του δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα τάλαντα.
[1] Πολλήν μοι ἀπορίαν παρέχει ὁ ἀγὼν οὑτοσί, ὦ ἄν-
δρες δικασταί, ὅταν ἐνθυμηθῶ ὅτι, ἐὰν ἐγὼ μὲν μὴ νῦν
εὖ εἴπω, οὐ μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ δόξει ἄδικος
εἶναι καὶ τῶν ὄντων ἁπάντων στερήσομαι. ἀνάγκη οὖν,
εἰ καὶ μὴ δεινὸς πρὸς ταῦτα πέφυκα, βοηθεῖν τῷ πατρὶ
καὶ ἐμαυτῷ οὕτως ὅπως ἂν δύνωμαι. [2] τὴν μὲν οὖν παρα-
σκευὴν καὶ <τὴν> προθυμίαν τῶν ἐχθρῶν ὁρᾶτε, καὶ οὐ-
δὲν δεῖ περὶ τούτων λέγειν· τὴν δ’ ἐμὴν ἀπειρίαν πάντες
ἴσασιν, ὅσοι ἐμὲ γιγνώσκουσιν. αἰτήσομαι οὖν ὑμᾶς δί-
καια καὶ ῥᾴδια χαρίσασθαι, ἄνευ ὀργῆς καὶ ἡμῶν ἀκοῦ-
σαι, ὥσπερ <καὶ> τῶν κατηγόρων. [3] ἀνάγκη γὰρ τὸν ἀπο-
λογούμενον, κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ἔλαττον ἔχειν. οἱ μὲν
γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου ἐπιβουλεύοντες, αὐτοὶ ἄνευ κινδύ-
νων ὄντες, τὴν κατηγορίαν ἐποιήσαντο, ἡμεῖς δὲ ἀγωνιζό-
μεθα μετὰ δέους καὶ διαβολῆς καὶ κινδύνου <τοῦ> μεγί-
στου. εἰκὸς οὖν ὑμᾶς εὔνοιαν πλείω ἔχειν τοῖς ἀπολογου-
μένοις. [4] οἶμαι γὰρ πάντας ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι πολλοὶ ἤδη
πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθη-
σαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς, ὥστε ὑπὸ πάντων τῶν
παραγενομένων μισηθέντες ἀπελθεῖν· οἱ δ’ αὖ μαρτυρή-
σαντες τὰ ψευδῆ καὶ ἀδίκως ἀπολέσαντες ἀνθρώπους ἑάλω-
σαν, ἡνίκα οὐδὲν ἦν ἔτι πλέον τοῖς πεπονθόσιν. [5] ὅτ’ οὖν
τοιαῦτα πολλὰ γεγένηται, ὡς ἐγὼ ἀκούω, εἰκὸς ὑμᾶς, ὦ
ἄνδρες δικασταί, μήπω τοὺς τῶν κατηγόρων λόγους ἡγεῖ-
σθαι πιστούς, πρὶν ἂν καὶ ἡμεῖς εἴπωμεν. ἀκούω γὰρ ἔγω-
γε, καὶ ὑμῶν δὲ τοὺς πολλοὺς οἶμαι εἰδέναι, ὅτι πάντων
δεινότατόν ἐστι διαβολή. [6] μάλιστα δὲ τοῦτο ἔχοι ἄν τις
ἰδεῖν, ὅταν πολλοὶ ἐπὶ τῇ αὐτῇ αἰτίᾳ εἰς ἀγῶνα καταστῶ-
σιν. ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ τελευταῖοι κρινόμενοι σῴζον-
ται· πεπαυμένοι γὰρ τῆς ὀργῆς αὐτῶν ἀκροᾶσθε, καὶ τοὺς
ἐλέγχους ἤδη ἐθέλοντες ἀποδέχεσθε.
***
Η θέσις μου κύριοι δικασταί, εις τον δικαστικόν τούτον αγώνα είναι λίαν δυσχερής, όταν λάβω υπ' όψιν μου ότι, εάν τώρα δεν ομιλήσω καλώς, όχι μόνον εγώ, αλλά και ο πατήρ μου θα φανή άδικος, και θα στερηθώ της περιουσίας μου. Είναι ανάγκη λοιπόν, αν και δεν έχω ικανότητα διά την διεξαγωγήν τοιούτων δικαστικών αγώνων, να βοηθώ τον πατέρα μου και τον εαυτόν μου, όπως δυνηθώ. Την μεν προπαρασκευήν λοιπόν και την προθυμίαν των εχθρών μου όλοι τας βλέπετε και δεν υπάρχει ανάγκη να είπω τίποτε περί τούτων· την δε απειρίαν μου ουδείς αγνοεί, από όσους με γνωρίζουν. Θα ζητήσω λοιπόν από σας χάριν δικαίαν και εύκολον, να ακούσετε δηλαδή και ημάς ευμενώς, όπως ηκούσατε και τους κατηγόρους μας. Διότι κατ' ανάγκην μειονεκτεί ο απολογούμενος, και αν εξ ίσου ευμενώς με τον κατήγορον ακούετε αυτόν. Διότι οι κατήγοροι μεν προ πολλού επιβουλεύοντες ημάς, χωρίς αυτοί να κινδυνεύουν εξύφαναν την εναντίον μας κατηγορίαν, ημείς δε διεξάγομεν τον αγώνα τούτον καταφοβισμένοι, κατασυκοφαντημένοι και διατρέχοντες τον έσχατον κίνδυνον. Πρέπει λοιπόν σεις να ευνοήτε περισσότερον τους απολογουμένους από τους κατηγόρους. Διότι νομίζω ότι όλοι σεις γνωρίζετε ότι πολλοί έως τώρα πολλάς και φοβεράς κατηγορίας ποιήσαντες τόσον φανερά απεδείχθησαν ότι εψεύδοντο, ώστε επήλθον του δικαστηρίου μισηθέντες υπό πάντων διά τα ψεύδη των· άλλοι δε καταστρέψαντες ανθρώπους με τας ψευδομαρτυρίας των κατεδικάσθησαν δι' αυτάς, όταν πλέον ουδεμία ωφέλεια ήτο διά τους παθόντας. Αφού λοιπόν πολλά τοιαύτα έχουν γίνει, καθώς εγώ πληροφορούμαι, πρέπει και σεις κύριοι δικασταί, να μη θεωρήτε τους λόγους των κατηγόρων αληθείς, προτού να ομιλήσωμεν και ημείς. Διότι εγώ τουλάχιστον πληροφορούμαι, νομίζω δε ότι και πολλοί από σας γνωρίζουν, ότι η διαβολή είναι το φοβερώτερον εξ όλων. Τούτο προ πάντων δύναται τις να το παρατηρήση, όταν πολλοί δικάζωνται διά την ίδιαν αιτίαν. Διότι ως επί το πλείστον οι δικαζόμενοι τελευταίοι σώζονται, επειδή ακούετε την απολογίαν των άνευ οργής και προθύμως δέχεσθε πλέον τα υπό των κατηγορουμένων προβαλλόμενα μέσα προς απόδειξιν της αληθείας.
Η θέσις μου κύριοι δικασταί, εις τον δικαστικόν τούτον αγώνα είναι λίαν δυσχερής, όταν λάβω υπ' όψιν μου ότι, εάν τώρα δεν ομιλήσω καλώς, όχι μόνον εγώ, αλλά και ο πατήρ μου θα φανή άδικος, και θα στερηθώ της περιουσίας μου. Είναι ανάγκη λοιπόν, αν και δεν έχω ικανότητα διά την διεξαγωγήν τοιούτων δικαστικών αγώνων, να βοηθώ τον πατέρα μου και τον εαυτόν μου, όπως δυνηθώ. Την μεν προπαρασκευήν λοιπόν και την προθυμίαν των εχθρών μου όλοι τας βλέπετε και δεν υπάρχει ανάγκη να είπω τίποτε περί τούτων· την δε απειρίαν μου ουδείς αγνοεί, από όσους με γνωρίζουν. Θα ζητήσω λοιπόν από σας χάριν δικαίαν και εύκολον, να ακούσετε δηλαδή και ημάς ευμενώς, όπως ηκούσατε και τους κατηγόρους μας. Διότι κατ' ανάγκην μειονεκτεί ο απολογούμενος, και αν εξ ίσου ευμενώς με τον κατήγορον ακούετε αυτόν. Διότι οι κατήγοροι μεν προ πολλού επιβουλεύοντες ημάς, χωρίς αυτοί να κινδυνεύουν εξύφαναν την εναντίον μας κατηγορίαν, ημείς δε διεξάγομεν τον αγώνα τούτον καταφοβισμένοι, κατασυκοφαντημένοι και διατρέχοντες τον έσχατον κίνδυνον. Πρέπει λοιπόν σεις να ευνοήτε περισσότερον τους απολογουμένους από τους κατηγόρους. Διότι νομίζω ότι όλοι σεις γνωρίζετε ότι πολλοί έως τώρα πολλάς και φοβεράς κατηγορίας ποιήσαντες τόσον φανερά απεδείχθησαν ότι εψεύδοντο, ώστε επήλθον του δικαστηρίου μισηθέντες υπό πάντων διά τα ψεύδη των· άλλοι δε καταστρέψαντες ανθρώπους με τας ψευδομαρτυρίας των κατεδικάσθησαν δι' αυτάς, όταν πλέον ουδεμία ωφέλεια ήτο διά τους παθόντας. Αφού λοιπόν πολλά τοιαύτα έχουν γίνει, καθώς εγώ πληροφορούμαι, πρέπει και σεις κύριοι δικασταί, να μη θεωρήτε τους λόγους των κατηγόρων αληθείς, προτού να ομιλήσωμεν και ημείς. Διότι εγώ τουλάχιστον πληροφορούμαι, νομίζω δε ότι και πολλοί από σας γνωρίζουν, ότι η διαβολή είναι το φοβερώτερον εξ όλων. Τούτο προ πάντων δύναται τις να το παρατηρήση, όταν πολλοί δικάζωνται διά την ίδιαν αιτίαν. Διότι ως επί το πλείστον οι δικαζόμενοι τελευταίοι σώζονται, επειδή ακούετε την απολογίαν των άνευ οργής και προθύμως δέχεσθε πλέον τα υπό των κατηγορουμένων προβαλλόμενα μέσα προς απόδειξιν της αληθείας.
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2α ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
(vii) Ερωτηματικές αντωνυμίες
§2.61. Με τις ερωτηματικές αντωνυμίες εισάγονται οι ευθείες και πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις. Στην εισαγωγή των πλάγιων ερωτήσεων, ωστόσο, συνηθέστερες είναι οι αναφορικές παρά οι ερωτηματικές αντωνυμίες.
ΠΛ Απολ 20b τίς, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ποδαπός, καὶ πόσου διδάσκει; || ποιος είναι, ρώτησα εγώ, και από ποια πόλη και πόσα χρήματα ζητά για τη διδασκαλία του;
ΔΗΜ 7.36 ἅπαντες γὰρ ἴσμεν τίνι μηνὶ καὶ τίνι ἡμέρᾳ ἡ εἰρήνη ἐγένετο || όλοι γνωρίζουμε ποιο μήνα και ποια μέρα υπογράφτηκε η ειρήνη.
§2.62. Η αντωνυμία τίς, τί χρησιμοποιείται είτε ως επίθετο, είτε ως ουσιαστικό και αντιστοιχεί στη νεοελληνική ερωτηματική αντωνυμία «ποιος;».
ΙΣΟΚΡ 12.30 τίνας οὖν καλῶ πεπαιδευμένους; || ποιους, λοιπόν, αποκαλώ μορφωμένους;
ΙΣΟΚΡ 12.52 τίνα δ' ἄν τις εὐεργεσίαν εἰπεῖν ἔχοι ταύτης μείζω; || και ποια ευεργεσία θα μπορούσε κανείς να αναφέρει μεγαλύτερη από αυτή;
Το ουδέτερο τί μπορεί να λειτουργεί ως κατηγορούμενο ακόμη και σε αρσενικά ή θηλυκά ουσιαστικά, όταν το ερώτημα που τίθεται είναι γενικό και αόριστο ή αφορά την ουσία του πράγματος. Αυτό είναι συνηθισμένο, κυρίως, όταν το υποκείμενο είναι αφηρημένη έννοια.
ΠΛ Χαρμ 154d τί σοι φαίνεται ὁ νεανίσκος, ἔφη, ὦ Σώκρατες; || πώς σου φαίνεται ο νεαρός, Σωκράτη; ρώτησε.
ΞΕΝ Ελλ 2.3.47 τοῦτον ὢ πρὸς τῶν θεῶν τί ποτε καὶ καλέσαι χρή; || αυτόν όμως πώς πρέπει, μα τους θεούς, να τον αποκαλέσω;
ΞΕΝ Απομν 1.1.16 διελέγετο σκοπῶν […] τί σωφροσύνη, τί μανία, τί ἀνδρεία, τί δειλία, τί πόλις, τί πολιτικός || συζητούσε εξετάζοντας τι είναι η σύνεση, τι η τρέλα, τι η ανδρεία, τι η δειλία, τι η πόλη, τι ο πολιτικός.
Για τους ίδιους λόγους ο ενικός τί χρησιμοποιείται ως κατηγορούμενο και ουδετέρων πληθυντικού αριθμού.
ΠΛ ΙππΜ 304a τί οἴει ταῦτα εἶναι συνάπαντα; || τι φαντάζεσαι ότι είναι όλα αυτά; (πρβ. όμως ΔΗΜ 18.246 τίν᾽ οὖν ἐστι ταῦτα;)
§2.63. Η αντωνυμία ποῖος χρησιμοποιείται πάντοτε επιθετικά και σημαίνει «τί είδους;», «τί λογής;». Ρωτάει, επομένως για την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου ή πράγματος και δεν πρέπει να συγχέεται με την νεοελληνική «ποιος».
ΠΛ Λαχ 194d ΣΩ. Ἀλλ' ἐγὼ δοκῶ μανθάνειν, καί μοι δοκεῖ ἁνὴρ σοφίαν τινὰ τὴν ἀνδρείαν λέγειν. ΛΑ. Ποίαν, ὦ Σώκρατες, σοφίαν; || ΣΩ. Εγώ όμως νομίζω πως καταλαβαίνω, και μου φαίνεται πως αυτός ο άνδρας λέει ότι η ανδρεία είναι κάποιας μορφής σοφία. ΛΑ. Τί είδους σοφία, Σωκράτη;
ΠΛ Γοργ 448e οὐδεὶς ἐρωτᾷ ποία τις ἡ Γοργίου τέχνη, ἀλλὰ τίς || κανείς δεν σε ρωτά τί ποιότητας είναι η τέχνη του Γοργία, αλλά ποια είναι. (Αντίρρηση του Σωκράτη στην απάντηση του Πώλου ότι η τέχνη του Γοργία είναι ἡ καλλίστη).
§2.64. Συχνά η ερωτηματική αντωνυμία τίς συνοδεύεται από το αοριστολογικό επίρρημα ποτέ, ενώ οι αντωνυμίες ποῖος και πόσος από την αόριστη αντωνυμία τίς. Με αυτό τον τρόπο η ερώτηση αποκτά ένταση και κάποια συναισθηματικά χροιά· συνήθως, υποδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον, έκπληξη ή ειρωνεία.
ΞΕΝ Απομν 1.1.16 πολλάκις ἐθαύμασα τίσι ποτὲ λόγοις Ἀθηναίους ἔπεισαν οἱ γραψάμενοι Σωκράτην || πολλές φορές απόρησα με ποια, τελος πάντων, επιχειρήματα κατάφεραν να πείσουν τους Αθηναίους αυτοί που κατήγγειλαν τον Σωκράτη;
ΛΥΣ 31.10 καίτοιγε ὅστις εὐτυχοῦντας ὁρῶν ἡμᾶς ἐτόλμα προδιδόναι, τί ποτε ὡς μὴ ἐβουλόμεθά γε πράττοντας ἐποίησεν ἄν; || ωστόσο, αν τόλμησε να μας προδώσει, όταν μας έβλεπε να έχουμε επιτυχίες, φαντάζεστε τί θα μπορούσε να κάνει, αν τα πράγματα δεν έρχονταν, όπως τα θέλαμε;
ΛΥΣ 13.46 οὕς, ὦ ἄνδρες δικασταί, ποίαν τινὰ οἴεσθε γνώμην περὶ τούτου ἔχειν, ἢ ποίαν τινὰ ἂν ψῆφον θέσθαι, εἰ ἐπ' ἐκείνοις γένοιτο; || αυτοί (οι συγγενείς των θυμάτων του Αγόρατου), δικαστές, τί γνώμη άραγε φαντάζεστε ότι έχουν γι' αυτόν, ή ποια απόφαση θα έπαιρναν, αν ήταν στο χέρι τους;
ΙΣΟΚΡ 4.186 φήμην δὲ καὶ μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; || όμως αυτοί που θα διακριθούν σε τόσο μεγάλους αγώνες πόσο μεγάλη φήμη και όνομα και δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα κερδίσουν όσο είναι ζωντανοί ή, αν σκοτωθούν στη μάχη, ότι θα αφήσουν πίσω τους; Γιατί αν αυτοί που πολέμησαν τον Αλέξανδρο (της Τροίας) και κατέλαβαν μία μόνο πόλη αξιώθηκαν τόσο μεγάλους επαίνους, τί είδους λαμπρά εγκώμια πρέπει να περιμένουμε ότι θα κερδίσουν αυτοί που θα κατακτήσουν ολόκληρη την Ασία;
§2.61. Με τις ερωτηματικές αντωνυμίες εισάγονται οι ευθείες και πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις. Στην εισαγωγή των πλάγιων ερωτήσεων, ωστόσο, συνηθέστερες είναι οι αναφορικές παρά οι ερωτηματικές αντωνυμίες.
ΠΛ Απολ 20b τίς, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ποδαπός, καὶ πόσου διδάσκει; || ποιος είναι, ρώτησα εγώ, και από ποια πόλη και πόσα χρήματα ζητά για τη διδασκαλία του;
ΔΗΜ 7.36 ἅπαντες γὰρ ἴσμεν τίνι μηνὶ καὶ τίνι ἡμέρᾳ ἡ εἰρήνη ἐγένετο || όλοι γνωρίζουμε ποιο μήνα και ποια μέρα υπογράφτηκε η ειρήνη.
§2.62. Η αντωνυμία τίς, τί χρησιμοποιείται είτε ως επίθετο, είτε ως ουσιαστικό και αντιστοιχεί στη νεοελληνική ερωτηματική αντωνυμία «ποιος;».
ΙΣΟΚΡ 12.30 τίνας οὖν καλῶ πεπαιδευμένους; || ποιους, λοιπόν, αποκαλώ μορφωμένους;
ΙΣΟΚΡ 12.52 τίνα δ' ἄν τις εὐεργεσίαν εἰπεῖν ἔχοι ταύτης μείζω; || και ποια ευεργεσία θα μπορούσε κανείς να αναφέρει μεγαλύτερη από αυτή;
Το ουδέτερο τί μπορεί να λειτουργεί ως κατηγορούμενο ακόμη και σε αρσενικά ή θηλυκά ουσιαστικά, όταν το ερώτημα που τίθεται είναι γενικό και αόριστο ή αφορά την ουσία του πράγματος. Αυτό είναι συνηθισμένο, κυρίως, όταν το υποκείμενο είναι αφηρημένη έννοια.
ΠΛ Χαρμ 154d τί σοι φαίνεται ὁ νεανίσκος, ἔφη, ὦ Σώκρατες; || πώς σου φαίνεται ο νεαρός, Σωκράτη; ρώτησε.
ΞΕΝ Ελλ 2.3.47 τοῦτον ὢ πρὸς τῶν θεῶν τί ποτε καὶ καλέσαι χρή; || αυτόν όμως πώς πρέπει, μα τους θεούς, να τον αποκαλέσω;
ΞΕΝ Απομν 1.1.16 διελέγετο σκοπῶν […] τί σωφροσύνη, τί μανία, τί ἀνδρεία, τί δειλία, τί πόλις, τί πολιτικός || συζητούσε εξετάζοντας τι είναι η σύνεση, τι η τρέλα, τι η ανδρεία, τι η δειλία, τι η πόλη, τι ο πολιτικός.
Για τους ίδιους λόγους ο ενικός τί χρησιμοποιείται ως κατηγορούμενο και ουδετέρων πληθυντικού αριθμού.
ΠΛ ΙππΜ 304a τί οἴει ταῦτα εἶναι συνάπαντα; || τι φαντάζεσαι ότι είναι όλα αυτά; (πρβ. όμως ΔΗΜ 18.246 τίν᾽ οὖν ἐστι ταῦτα;)
§2.63. Η αντωνυμία ποῖος χρησιμοποιείται πάντοτε επιθετικά και σημαίνει «τί είδους;», «τί λογής;». Ρωτάει, επομένως για την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου ή πράγματος και δεν πρέπει να συγχέεται με την νεοελληνική «ποιος».
ΠΛ Λαχ 194d ΣΩ. Ἀλλ' ἐγὼ δοκῶ μανθάνειν, καί μοι δοκεῖ ἁνὴρ σοφίαν τινὰ τὴν ἀνδρείαν λέγειν. ΛΑ. Ποίαν, ὦ Σώκρατες, σοφίαν; || ΣΩ. Εγώ όμως νομίζω πως καταλαβαίνω, και μου φαίνεται πως αυτός ο άνδρας λέει ότι η ανδρεία είναι κάποιας μορφής σοφία. ΛΑ. Τί είδους σοφία, Σωκράτη;
ΠΛ Γοργ 448e οὐδεὶς ἐρωτᾷ ποία τις ἡ Γοργίου τέχνη, ἀλλὰ τίς || κανείς δεν σε ρωτά τί ποιότητας είναι η τέχνη του Γοργία, αλλά ποια είναι. (Αντίρρηση του Σωκράτη στην απάντηση του Πώλου ότι η τέχνη του Γοργία είναι ἡ καλλίστη).
§2.64. Συχνά η ερωτηματική αντωνυμία τίς συνοδεύεται από το αοριστολογικό επίρρημα ποτέ, ενώ οι αντωνυμίες ποῖος και πόσος από την αόριστη αντωνυμία τίς. Με αυτό τον τρόπο η ερώτηση αποκτά ένταση και κάποια συναισθηματικά χροιά· συνήθως, υποδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον, έκπληξη ή ειρωνεία.
ΞΕΝ Απομν 1.1.16 πολλάκις ἐθαύμασα τίσι ποτὲ λόγοις Ἀθηναίους ἔπεισαν οἱ γραψάμενοι Σωκράτην || πολλές φορές απόρησα με ποια, τελος πάντων, επιχειρήματα κατάφεραν να πείσουν τους Αθηναίους αυτοί που κατήγγειλαν τον Σωκράτη;
ΛΥΣ 31.10 καίτοιγε ὅστις εὐτυχοῦντας ὁρῶν ἡμᾶς ἐτόλμα προδιδόναι, τί ποτε ὡς μὴ ἐβουλόμεθά γε πράττοντας ἐποίησεν ἄν; || ωστόσο, αν τόλμησε να μας προδώσει, όταν μας έβλεπε να έχουμε επιτυχίες, φαντάζεστε τί θα μπορούσε να κάνει, αν τα πράγματα δεν έρχονταν, όπως τα θέλαμε;
ΛΥΣ 13.46 οὕς, ὦ ἄνδρες δικασταί, ποίαν τινὰ οἴεσθε γνώμην περὶ τούτου ἔχειν, ἢ ποίαν τινὰ ἂν ψῆφον θέσθαι, εἰ ἐπ' ἐκείνοις γένοιτο; || αυτοί (οι συγγενείς των θυμάτων του Αγόρατου), δικαστές, τί γνώμη άραγε φαντάζεστε ότι έχουν γι' αυτόν, ή ποια απόφαση θα έπαιρναν, αν ήταν στο χέρι τους;
ΙΣΟΚΡ 4.186 φήμην δὲ καὶ μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; || όμως αυτοί που θα διακριθούν σε τόσο μεγάλους αγώνες πόσο μεγάλη φήμη και όνομα και δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα κερδίσουν όσο είναι ζωντανοί ή, αν σκοτωθούν στη μάχη, ότι θα αφήσουν πίσω τους; Γιατί αν αυτοί που πολέμησαν τον Αλέξανδρο (της Τροίας) και κατέλαβαν μία μόνο πόλη αξιώθηκαν τόσο μεγάλους επαίνους, τί είδους λαμπρά εγκώμια πρέπει να περιμένουμε ότι θα κερδίσουν αυτοί που θα κατακτήσουν ολόκληρη την Ασία;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)












