Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Ανατόλ Φρανς: Πάντα θα βρεις κάποιον ν’ αγαπήσεις, όσο υπάρχουν άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο

ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ που είμαι γέρος. Πέρυσι, ένας συνάδελφός μου του Ινστιτούτου παραπονιόταν μια μέρα μπροστά μου για τις κακουχίες που φέρνουν τα γεράματα. «Είναι ο μόνος τρόπος που βρήκαμε ως τώρα για να ζει κανείς πολλά χρόνια», του απάντησε ο Σεντ-Μπεβ. Αυτό τον τρόπο διάλεξα κι εγώ και ξέρω τι αξίζει.

Το κακό δεν είναι να ζεις πολλά χρόνια, μα να βλέπεις όλους γύρω σου να χάνονται. Μητέρα, γυναίκα, φίλους, παιδιά. Η φύση φέρνει τους θείους αυτούς θησαυρούς και τους παίρνει πίσω με αιώνια αδιαφορία· μόνο στο τέλος καταλαβαίνουμε πως δεν αγαπήσαμε, δεν αγκαλιάσαμε παρά σκιές. Μα είναι σκιές τόσο γοητευτικές!

Μια τέτοια σκιά πέρασε κι από κοντά μου: ήταν η κοπέλα που αγάπησα, όταν (απίστευτο μου φαίνεται σήμερα) ήμουν κι εγώ ένα νέο παιδί. Κι η θύμηση εκείνης της σκιάς είναι ακόμα για μένα η μόνη αλήθεια στη ζωή.

Η σαρκοφάγος κάποιου χριστιανού στις κατακόμβες της Ρώμης έχει γραμμένη πάνω της τούτη την κατάρα, που με τον καιρό κατάλαβα το τρομακτικό της νόημα: «Αν ποτέ βρεθεί ένας ασεβής να παραβιάσει αυτό τον τάφο, ας πεθάνει τελευταίος από τους δικούς του!» Σαν αρχαιολόγος που είμαι, άνοιξα τάφους, ανακάτεψα χώματα, για να βρω μετάλλινα στολίδια, λειωμένα υφάσματα και πολύτιμα πετράδια.

Το έκανα από επιστημονικό ενδιαφέρον, μα δεν μου έλειπε ούτε ο σεβασμός, ούτε και η ευλάβεια. Μακριά από μένα λοιπόν η κατάρα αυτή, που χάραξε, πάνω στον τάφο του χριστιανού μάρτυρα, ένας από τους πρώτους μαθητές των Αποστόλων! Μα γιατί να πέσει πάνω μου τέτοια κατάρα; Δεν φοβάμαι να ζήσω πιο πολύ από τους δικούς μου: πάντα θα βρεις κάποιον ν’ αγαπήσεις, όσο υπάρχουν άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο.

Αλίμονο! Η δύναμη ν’ αγαπάς εξασθενεί και χάνεται σιγά-σιγά. Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες μας δυνάμεις. Το βλέπω γύρω μου κάθε μέρα κι αυτό είναι που με τρομάζει. Μπορώ να είμαι βέβαιος πως δεν έχω πάθει κι εγώ την ίδια συμφορά; Μα είχα την καλή τύχη να βρω στον δρόμο μου αυτό που με ξανάνιωσε. Όλοι οι ποιητές μιλούν για την πηγή της νιότης· και στ’ αλήθεια υπάρχει. Είναι κάτω από τη γη και ξεπηδάει στο κάθε βήμα μας. Και, μ’ όλα αυτά, περνάς χωρίς να πιείς!

Τώρα που συνάντησα την εγγονή της Κλημεντίνης, η ζωή μου που ήταν άδεια, ξαναβρήκε το νόημά της.

Σήμερα «γεύομαι τον ήλιο» όπως λένε στην Προβηγκία: τον γεύομαι μέσα στον Κήπο του Λουξεμβούργου, δίπλα στο άγαλμα της Μαργαρίτας της Ναβάρας. Είναι ήλιος ανοιξιάτικος, ζαλιστικός, σαν δυνατό κρασί. Κάθομαι και στοχάζομαι. Οι σκέψεις μου είναι ελαφριές σαν τον αφρό, ξεπηδούν και πετούν εδώ κι εκεί σαν σπίθες, κι αυτό με διασκεδάζει. Ονειροπολώ· αυτό επιτρέπεται, φαντάζομαι, σε κάποιον που έχει δημοσιεύσει τριάντα τόμους από κείμενα παλιά και συνεργάστηκε είκοσι έξι χρόνια στην Εφημερίδα των λογίων.

Είναι για μένα μεγάλη ικανοποίηση που τελείωσε το έργο μου, όσο καλύτερα μπορούσα, με τα περιορισμένα χαρίσματα που μου έδωσε η φύση. Η προσπάθειά μου δεν ήταν μάταιη και βοήθησα –έστω και λίγο– στην αναγέννηση των ιστορικών ερευνών, που θα μείνει για πάντα η δόξα του ανήσυχου αιώνα μας. Σίγουρα θα με θεωρήσουν κι εμένα έναν από τους δέκα ή δώδεκα επιστήμονες που αποκάλυψαν στη Γαλλία την αρχαία φιλολογία της. Εργάστηκα με μια καινούργια μέθοδο, που άφησε εποχή, για να εκδώσω το ποιητικό έργο του Γκοτιέ ντε Κουανσί. Τώρα που έφτασα στα αυστηρά και γαλήνια γεράματα, νιώθω άξιος να δώσω στον εαυτό μου τον έπαινο τούτο, κι ο Θεός που με ακούει, ξέρει πολύ καλά πως το κάνω χωρίς περηφάνια και ματαιοδοξία.

Μα έχω κουραστεί, τα μάτια μου θολώνουν, τα χέρια μου τρέμουν, κι είμαι σαν τους γέρους του Ομήρου, που η αδυναμία τούς κρατούσε μακριά από τις μάχες, μα κάθονταν στα τείχη τραγουδώντας σαν τους τζίτζικες μέσα στα φυλλώματα των δέντρων.

Αυτό τον δρόμο είχαν πάρει οι σκέψεις μου, όταν τρεις νεαροί κάθισαν με φασαρία πλάι μου. Δεν ξέρω αν ο καθένας ήρθε με «τρία καράβια» όπως ο πίθηκος το Λαφοντέν, μα εκείνο που ξέρω είναι πως οι τρεις τους έπιασαν δώδεκα καρέκλες. Τους κοίταζα μ’ ευχαρίστηση, όχι γιατί είχαν τίποτα το εξαιρετικό, μα επειδή ήταν ζωηροί και χαρούμενοι, όπως είναι φυσικό στους νέους. Ήταν φοιτητές. Το κατάλαβα όχι τόσο από τα βιβλία που κρατούσαν, μα από το ύφος τους.

Γιατί όσοι καταγίνονται με τα γράμματα, αναγνωρίζονται εύκολα, έχουν κάτι το κοινό. Αγαπώ τα νιάτα, και τα παιδιά αυτά μου άρεσαν, παρ’ όλο τον προκλητικό κι αγριωπό τους τρόπο, γιατί μου θύμισαν την εποχή που σπούδαζα κι εγώ. Δεν είχαν όμως, σαν κι εμάς, μακριά μαλλιά και βελούδινα γιλέκα – δεν περπατούσαν, σαν κι εμάς, με κατεβασμένο το κεφάλι· δεν φώναζαν, σαν κι εμάς «Κόλαση και κατάρα»! Ήταν ντυμένοι με ευπρέπεια και τίποτα στο ντύσιμο και στην ομιλία τους δεν θύμιζε Μεσαίωνα. Πρέπει ακόμα να πω πως παρακολουθούσαν τις γυναίκες που περνούσαν, και κάπου-κάπου μιλούσαν αρκετά ανοιχτά γι’ αυτές· όχι όμως και σε βαθμό που θα με ανάγκαζε να φύγω. Άλλωστε, όταν τα νιάτα είναι μελετηρά, επιτρέπεται, θαρρώ, να ’ναι και χαρούμενα.

Όταν ο ένας τους είπε δεν ξέρω ποιο αστείο σχετικά με τον έρωτα:

«Πώς τολμάς;» τον ρώτησε με τη χαρακτηριστική προφορά του της Γασκώνης ο πιο κοντός, ο πιο μελαχρινός από τους τρεις. «Εμείς οι φυσιολόγοι πρέπει ν’ ασχολούμαστε με τη ζωντανή ύλη. Εσύ κι οι συνάδελφοί σου, Ζελίς, που είστε παλαιογράφοι και χωμένοι μέσα στα αρχεία, δεν ζείτε παρά στα περασμένα, και δεν σας επιτρέπεται παρά ν’ ασχολείστε μόνο με τούτες τις πέτρινες γυναίκες που είναι σύγχρονές σας».

Και του έδειχνε τα άσπρα αγάλματα που παριστάνουν τις κυρίες της αρχαίας Γαλλίας, και είναι στημένα ένα γύρω κάτω από τα δέντρα. Όταν άκουσα αυτή την παρατήρηση, κατάλαβα πως αυτός που τον λέγανε Ζελίς ήταν φοιτητής στην Παλαιογραφική Σχολή. Από τη συνομιλία τους κατάλαβα πως ο τρίτος, ξανθός και χλομός, σιωπηλός και σαρκαστικός, λεγόταν Μπουλμιέ και φοιτούσε στην ίδια σχολή.

Ο Ζελίς κι ο μέλλων γιατρός (εύχομαι να το πετύχει κάποια μέρα) φλυαρούσαν έξυπνα και ζωηρά. Αφού έφτασαν στις πιο ψηλές φιλοσοφικές θεωρίες, άρχισαν να παίζουν με τις λέξεις και να λένε τις ανοησίες που συνηθίζουν οι έξυπνοι άνθρωποι, δηλαδή τις πιο μεγάλες βλακείες. Δε χρειάζεται να προσθέσω πως δεν καταδέχονταν να υποστηρίξουν παρά μόνο τις πιο τερατώδικες παραδοξολογίες. Ωραία! Δεν μου αρέσει να παραείναι λογικά τα νιάτα.

Ο φοιτητής της Ιατρικής κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε ο Μπουλμιέ κι είπε: «Μπα! Διαβάζεις Μισελέ;».

«Ναι», απάντησε ο Μπουλμιέ, «μου αρέσουν τα μυθιστορήματα».

Ο Ζελίς, που τος επιβαλλόταν με το ψηλό ανάστημά του, τις επιτακτικές του χειρονομίες και το γοργό του πνεύμα, πήρε το βιβλίο, το ξεφύλλισε κι είπε:

«Είναι ο καλύτερος Μισελέ, ο Μισελέ της τελευταίας του τεχνοτροπίας. Όχι πια αφήγηση! Θυμοί, λιποθυμίες, κρίσεις επιληψίας για γεγονότα που δεν καταδέχεται ούτε καν να εξηγήσει. Τσιρίδες μωρών, επιθυμίες μιας γυναίκας σε ενδιαφέρουσα! Αναστεναγμοί! Όλα ξεκάρφωτα! Είναι καταπληκτικό!».

Κι έδωσε πίσω το βιβλίο στον φίλο του. «Αυτή η τρέλα τους», είπα μέσα μου, «είναι διασκεδαστική και δεν είναι και χωρίς νόημα. Γιατί τα τελευταία έργα του μεγάλου μας Μισελέ είναι ανήσυχα και σπασμωδικά ακόμα, θα έλεγα».

Μα ο φοιτητής από την Προβηγκία βεβαίωσε πως η ιστορία είναι μια άσκηση ρητορικής, εντελώς αξιοκαταφρόνητη. Για εκείνον, η μόνη κι αληθινή ιστορία, είναι η φυσική ιστορία του ανθρώπου. Ο Μισελέ βρισκόταν σε καλό δρόμο, όταν ενδιαφέρθηκε για το συρίγγιο του Λουδοβίκου 14ου, μα ύστερα ξαναμπήκε στην παλιά τροχιά του…

Ανατόλ Φρανς, Το έγκλημα του Σιλβέστρου Μπονάρ*
--------------------
*Ο Σιλβέστρος Μπονάρ, παλαιογράφος και μέλος του Γαλλικού Ινστιτούτου, ζει μόνος με τη γριά υπηρέτριά του Τερέζα. Σε ώριμη πια ηλικία, τα φιλολογικά του ενδιαφέροντα και η συλλογή σπάνιων εκδόσεων γεμίζουν τη ζωή του. Ωστόσο, τη γαλήνη των ήσυχων γηρατειών του θα διαταράξουν δυο επεισόδια. Η αναζήτηση ενός χειρογράφου θα τον οδηγήσει σ’ ένα ταξίδι στη Σικελία, και στη συνάντηση με την πριγκίπισσα Τρεπόφ, που θα του ανταποδώσει μια καλή του πράξη. Αργότερα θα γνωρίσει την εγγονή της Κλημεντίνης, της πρώτης και μοναδικής του αγάπης που, ορφανή, υποφέρει στα χέρια των κηδεμόνων της. Προκειμένου να την σώσει, θα παραβεί τον νόμο. Ο πραγματικός κόσμος, η φύση, οι άνθρωποι και τα αισθήματα παρασύρουν τον Σιλβέστρο Μπονάρ από τον κόσμο των βιβλίων στην περιπέτεια της ζωής.

Κ. Καστοριάδης: η σκέψη της αυτονομίας

Αυτονομία και ετερονομία

Ι. Η έννοια της αυτονομίας είναι, πρωτίστως, κεντρική έννοια στη φιλοσοφία του Καντ. Ο Ολύμπιος αυτός Δίας της νεότερης φιλοσοφικής σκέψης, όταν μιλάει για αυτονομία, έχει στο νου του την εγγενή αυτονομοθετική πράξη του Λόγου και στη συνάφεια τούτη την κατανοεί ως αυτο-αναφορά, ως εκείνη τη διαρκή ενέργεια του Λόγου, που όχι μόνο διακρίνεται από την πράξη της φύσης, αλλά και στέκεται απέναντί της. Στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης της νεότερης φιλοσοφίας και πιο ειδικά του γερμανικού Ιδεαλισμού, η έννοια της αυτονομίας αποκτά στον Χέγκελ το νόημα της αυτο-πραγμάτωσης του απόλυτου πνεύματος· και τούτη πάντα υπό το πνεύμα της κριτικής αποτίμησης του Διαφωτισμού και των μονοσήμαντων απολυτοποιήσεών του. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η αυτονομία, ως τέτοια αυτοπραγμάτωση, συνδέεται ουσιωδώς με την κοινωνική-πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ και όχι με τους αιθέρες, όπως αποφαίνονται στομφωδώς ορισμένοι επαγγελματίες αγράμματοι, γύρω από τον Χέγκελ, εκεί πέρα στα αποστεωμένα πανεπιστημιακά κατεστημένα.

ΙΙ. Κατά ένα τέτοιο περίπου προσανατολισμό, τίθεται και το ερώτημα, στην περίπτωση του Καστοριάδη: τι είναι αυτονομία και ποια η σχέση της με την ετερονομία; Η έννοια της αυτονομίας, αυτή καθεαυτήν, δεν αντανακλά απλώς μια ιδεατή πραγματικότητα, που εισάγεται στη ζωή μας ελέω της μιας ή της άλλης φιλοσοφικής θεμελίωσης, ούτε σχετίζεται με κάποια επιστημολογική ιδέα, αλλά συνυφαίνεται ουσιωδώς με την πρακτική φιλοσοφία και ιδιαίτερα με την πολιτική. Μα τι είδους πολιτική; Με το νόημα της αυθεντικής πολιτικής· ήτοι εκείνης της δραστηριότητας, που διαυγάζει την κοινωνική θέσμιση εν γένει:

«Φιλοσοφία και πολιτική γεννιούνται μαζί, την ίδια στιγμή, στην ίδια χώρα, φερόμενες από την ίδια κίνηση, την κίνηση προς την ατομική και συλλογική αυτονομία. Φιλοσοφία: δεν πρόκειται για συστήματα, βιβλία, σχολαστικούς συλλογισμούς. Πρόκειται, πρώτα πρώτα και πριν απ’ όλα, για αμφισβήτηση της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου, των ειδώλων της φυλής, μέσα στον ορίζοντα μιας απεριόριστης ερώτησης. Πολιτική: δεν πρόκειται για δημοτικές εκλογές, ούτε καν για προεδρικές. Η πολιτική, με την αληθινή έννοια του όρου, είναι η αμφισβήτηση της πραγματικής θέσμισης της κοινωνίας, η δραστηριότητα που προσπαθεί ν στοχεύσει με διαύγεια στην κοινωνική θέσμιση ως τέτοια»[1].

Ως μια τέτοια δραστηριότητα δύναται να συνδεθεί περαιτέρω με τον φιλοσοφικό μεταστοχασμό και να καταστεί πράξη ανα-τρεπτική των καθιδρυμένων ή παγιωμένων φαντασιακών θεσμίσεων και των αντίστοιχων ιδεοληψιών τους. Μια τέτοια πράξη, με τη σειρά της, ευδοκιμεί πρωτίστως όχι ως μεμονωμένη πράξη του ενός ή του άλλου καθέκαστου ατόμου, αλλά ως πράξη του ελεύθερου και ελεύθερα σκεπτόμενου ατόμου, τουτέστιν του τελευταίου ως μέλους μιας αυθεντικής πολιτικής κοινότητας.

ΙΙΙ. Ο Καστοριάδης προσδιορίζει ως εξής μια τέτοια κοινότητα:

«πολιτική κοινότητα όχι με την τρέχουσα έννοια, συνώνυμη της ψηφοθηρίας, των παρασκηνιακών ελιγμών και των μεγαλόστομων προεκλογικών υποσχέσεων, αλλά με τη μεγάλη και σημαντική έννοια που αφορά την αυτο-θέσμιση και την πράξη μιας ανθρώπινης κοινότητας, που τα μέλη της θέλουν να επωμισθούν πράγματι τη ρύθμιση των κοινωνικών τους σχέσεων, θέλουν κατά κάποιο τρόπο να είναι αυτόνομοι»[2].

Τι μας επιτρέπει το πιο πάνω απόσπασμα να κατανοούμε ως αυτονομία;
Ο Καστοριάδης εδώ, όπως και σε άλλες δέσμες εννοιών και κατανοητικών συλλήψεων, μιλάει θεμελιωδώς με τη γλώσσα της φιλοσοφικής παράδοσης: από τον Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.α. έως και τη νεότερη και σύγχρονη φιλοσοφία: Καντ, ιδιαίτερα Χέγκελ, αλλά και Χάιντεγκερ κ.λπ., ανεξάρτητα από το ότι γενικώς δεν κατονομάζει τις πηγές του, κατά την προσφιλή του συνήθεια, δηλ. τους μεγάλους φιλοσόφους σαν τους προαναφερθέντες, αλλά απεναντίας στέκεται ορισμένως αφοριστικός απέναντί τους.

IV. Εισάγει ως θεμελιώδη προϋπόθεση, για την αυτονομία, την έννοια της βούλησης της ανθρώπινης εαυτότητας, της βούλησης ως ενός είδους απόφασης, ετοιμότητας ‒συνειδησιακής, πνευματικής‒ευθύνης για ενεργό διεκδίκηση και εγκαθίδρυση μιας αληθινής δημοκρατίας[3]. Πρόκειται στ’ αλήθεια για ένα κίνημα, θεμελιωμένο στην ιστορικότητά του. Η αυτονομία, συνεπώς, του ανθρώπινου ατόμου δεν νοείται ως αποκοπή, αυτονόμηση του ενός ή του άλλου μεμονωμένου ατόμου από τον κοινωνικό του δεσμό, από την κοινωνική του σχέση, αλλά ως η ικανότητα της ανθρώπινης εαυτότητας να θέτει υπό αμφισβήτηση την υφιστάμενη παλαιολιθική κοινωνικο-πολιτική τάξη.

V. Στο μέτρο που η εν λόγω εαυτότητα είναι ο κοινός τόπος συνάντησης ατόμου και κοινωνίας, η μια και η αυτή εστία της ενεργητικής σχέσης ανάμεσα στη συνειδητότητα και στη μη-συνειδητότητα [=συνειδητό ‒ασυνείδητο] ατόμων και κοινωνίας, η ως άνω αμφισβήτηση δεν σημαίνει μια ετερόνομη καταστροφή της κοινωνίας, δηλαδή ολική καταστροφή από δυνάμεις, που δεν τις έχει δημιουργήσει, δεν τις έχει αναδείξει η ίδια η κοινωνία, αλλά η εγκαθίδρυση άλλων νοημάτων και άλλων σημασιών, αυθεντικών, πέραν πάσης φύσεως φαντασιακών σημασιών.

VI. Μια τέτοια εγκαθίδρυση μας επιτρέπει να:

«φτιάχνουμε τους δικούς μας νόμους, [να] είμαστε μια αυτόνομη συλλογικότητα που απαρτίζεται από αυτόνομα άτομα… να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας, να τους αμφισβητούμε μέσα στα έργα και μέσω των έργων μας»[4].

Το ως άνω αίτημα της αυτονομίας, ως ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, είναι πάντοτε εκ-τεθειμένο στην απειλή της ετερονομίας. Η ετερονομία είναι μια απόπειρα να θεσμίζονται νόρμες, απαγορεύσεις, σχέσεις, ιδεώδη, νόμοι κ.λπ. ως κάτι που έρχεται έξω από τον άνθρωπο, έξω από την ίδια την κοινωνία, ενώ στην πραγματικότητα είναι δημιουργήματα του ανθρώπου και της ίδιας της κοινωνίας:

«ετερονομία είναι το ότι η θέσμιση της κοινωνίας, που είναι δημιούργημα της ίδιας της κοινωνίας, τίθεται από την κοινωνία ως δεδομένη από κάποιον άλλο, από μια “υπερβαίνουσα πηγή”: από τους προγόνους, τους θεούς, το θεό, τη φύση ή ‒όπως στον Μαρξ‒ από τους “νόμους της ιστορίας”»[5].

Μια κριτική θεώρηση αυτής της καστοριαδικής θέσης δείχνει πως η κοινωνία δεν είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια ή μια υποκειμενική ή ακόμη και ταξική έννοια, αλλά κατ’ εξοχήν ένα συγκεκριμένο Όλο, που συνδυάζει αντίθετες πτυχές, ρήξεις, φωτεινές στιγμές κ.λπ.· με μια έννοια είναι ένας διαρκής πόλεμος, με το νόημα του Ηράκλειτου, όπου όλα οδηγούνται σε σχάση και σε ενότητα, στη βάση του φιλοσοφικού Λόγου, ο οποίος εμπνέει το φιλοσοφικό πράττειν. Με τούτη την έννοια δικαιώνεται περισσότερο από κάθε άλλον ο Χέγκελ που ανάγει τον συμπαντικό κόσμο της αυτονομίας, μέσα από τη διαλεκτική άρση της ετερονομίας, στην αυτό-πραγμάτωση του απόλυτου πνεύματος[6]. 
--------------------------
[1] Κ. Καστοριάδης: Χώροι του ανθρώπου, σ. 211.
[2] Κ. Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της …, σ. 11.
[3] Κ. Καστοριάδης, «Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για την ιστορία μας», σ. 71.
[4] Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, σ. 102.
[5] Κ. Καστοριάδης, Καιρός, σ. 31.
[6] Hegel: Η Φιλοσοφία του πνεύματος: το αντικειμενικό και το απόλυτο πνεύμα σσ. 177 κ.εξ.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Πεζογραφία, Μυθογραφία

Η αφήγηση μύθων υπήρξε ανέκαθεν η αφετηρία της αρχαίας ελληνικής σκέψης, η ουσία της επικής και τραγικής ποίησης, η άλλη όψη της ιστορίας. Ωστόσο, η συστηματική προσπάθεια να συγκεντρωθούν και να κατηγοριοποιηθούν οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι εκδηλώνεται μόλις κατά την ελληνιστική περίοδο. Στις μεγάλες βιβλιοθήκες του ελληνιστικού κόσμου, την Αλεξάνδρεια και την Πέργαμο, και αργότερα στη Ρώμη, οι λόγιοι ανέλαβαν μια διπλή αποστολή: αφενός να σχολιάσουν και να εξηγήσουν (να «υπομνηματίσουν») τη μεγάλη λογοτεχνία του παρελθόντος, τον Όμηρο, την τραγωδία και τους λυρικούς ποιητές, και αφετέρου να αντλήσουν από κείμενα-ντοκουμέντα, κοντά στους ποιητές και από τους ιστοριογράφους, πλούσιο μυθολογικό υλικό για να καταλήξει σε εγκυκλοπαιδικού τύπου ανθολογίες.
 
Τώρα για πρώτη φορά, μέσα από τη νεοσύστατη επιστήμη της φιλολογίας, γίνεται αντιληπτό ότι ο «μύθος» μπορεί να κωδικοποιηθεί σε «μυθολογία». Υπήρξαν βέβαια και σε αυτή την περίπτωση παλαιότερα λογοτεχνικά είδη που λειτούργησαν ως πρότυπα. Για παράδειγμα η γενεαλογική ποίηση, όπως αποτυπώνεται στο έργο του Ησιόδου Γυναικῶν Κατάλογος, αποτελεί μια παρόμοια προσπάθεια καταλογικής παράθεσης μύθων. Ή η τοπική ιστοριογραφία που αρεσκόταν στην εξιστόρηση ιδρυτικών μύθων αντλημένων από χρονικά πόλεων.
 
Έτσι τα αρχαία Σχόλια, που αρχίζουν να συγκροτούνται από τους αλεξανδρινούς γραμματικούς, περιλαμβάνουν πληθώρα μύθων με σκοπό την εξήγηση των λογοτεχνικών κειμένων. Η τάση αυτή αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο έργο που έμεινε γνωστό με τον τίτλο Mythographus Homericus, μια συλλογή ιστοριών με αφορμή μύθους και ήρωες που μνημονεύονται στα ομηρικά έπη. Η συλλογή αυτή επιβιώνει σε παπύρους αλλά και ενσωματωμένη στα ομηρικά Σχόλια.
 
Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αφορά την αυτονόμηση της μυθογραφίας ως παραλογοτεχνικού είδους. Οι μυθογραφικές συλλογές συνήθως περιλαμβάνουν πεζολογικές περιλήψεις γραμμένες σε απλό ύφος χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις. Οι συγγραφείς-ανθολόγοι δίνουν έμφαση στη γενεαλογική προοπτική, στις ετυμολογίες, στη θεματική κατάταξη των ιστοριών, αλλά και στην αξιοποίηση επαναλαμβανόμενων μοτίβων που συγγενεύουν με το λαϊκό παραμύθι. Τέτοιες συλλογές, συχνά ψευδεπίγραφες, σώζονται με το όνομα του Ερατοσθένη του Κυρηναίου (Καταστερισμοί, δηλαδή μύθοι που καταλήγουν με τη μεταμόρφωση του ήρωα ή της ηρωίδας σε αστερισμό), του Παρθένιου από τη Νίκαια που στα Ἐρωτικὰ Παθήματα συγκεντρώνει μελοδραματικές ιστορίες αγάπης, και του Απολλοδώρου, στον οποίο οφείλουμε τη Βιβλιοθήκη, την πρώτη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια. Η μυθογραφία μνημειώνεται καλλιτεχνικά στη Ρώμη πλέον με το περίφημο μυθολογικό έπος του Οβιδίου Μεταμορφώσεις.

Κείμενα:

· Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (195-241)

195 ΑΛ. πῶς δῆτά φησ᾽ ὁ χρησμός; ΟΙ. Α’ εὖ νὴ τοὺς θεοὺς
καὶ ποικίλως πως καὶ σοφῶς ᾐνιγμένος·
ἀλλ᾽ ὁπόταν μάρψῃ βυρσαίετος ἀγκυλοχήλης
γαμφηλῇσι δράκοντα κοάλεμον αἱματοπώτην,
δὴ τότε Παφλαγόνων μὲν ἀπόλλυται ἡ σκοροδάλμη,
200 κοιλιοπώλῃσιν δὲ θεὸς μέγα κῦδος ὀπάζει,
αἴ κα μὴ πωλεῖν ἀλλᾶντας μᾶλλον ἕλωνται.
ΑΛ. πῶς οὖν πρὸς ἐμὲ ταῦτ᾽ ἐστίν; ἀναδίδασκέ με.
ΟΙ. Α’ βυρσαίετος μὲν ὁ Παφλαγών ἐσθ᾽ οὑτοσί.
ΑΛ. τί δ᾽ ἀγκυλοχήλης ἐστίν; ΟΙ. Α’ αὐτό που λέγει,
205 ὅτι ἀγκύλαις ταῖς χερσὶν ἁρπάζων φέρει.
ΑΛ. ὁ δράκων δὲ πρὸς τί; ΟΙ. Α’ τοῦτο περιφανέστατον.
ὁ δράκων γάρ ἐστι μακρὸν ὅ τ᾽ ἀλλᾶς αὖ μακρόν·
εἶθ᾽ αἱματοπώτης ἔσθ᾽ ὅ τ᾽ ἀλλᾶς χὠ δράκων.
τὸν οὖν δράκοντά φησι τὸν βυρσαίετον
210 ἤδη κρατήσειν, αἴ κα μὴ θαλφθῇ λόγοις.
ΑΛ. τὰ μὲν λόγι᾽ αἰκάλλει με· θαυμάζω δ᾽ ὅπως
τὸν δῆμον οἷός τ᾽ ἐπιτροπεύειν εἴμ᾽ ἐγώ.
ΟΙ. Α’ φαυλότατον ἔργον· ταῦθ᾽ ἅπερ ποεῖς πόει·
τάραττε καὶ χόρδευ᾽ ὁμοῦ τὰ πράγματα
215 ἅπαντα, καὶ τὸν δῆμον ἀεὶ προσποιοῦ
ὑπογλυκαίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς.
τὰ δ᾽ ἄλλα σοι πρόσεστι δημαγωγικά,
φωνὴ μιαρά, γέγονας κακῶς, ἀγοραῖος εἶ·
ἔχεις ἅπαντα πρὸς πολιτείαν ἃ δεῖ·
220 χρησμοί τε συμβαίνουσι καὶ τὸ Πυθικόν.
ἀλλὰ στεφανοῦ καὶ σπένδε τῷ Κοαλέμῳ·
χὤπως ἀμυνεῖ τὸν ἄνδρα. ΑΛ. καὶ τίς ξύμμαχος
γενήσεταί μοι; καὶ γὰρ οἵ τε πλούσιοι
δεδίασιν αὐτὸν ὅ τε πένης βδύλλει λεώς.
225 ΟΙ. Α’ ἀλλ᾽ εἰσὶν ἱππῆς ἄνδρες ἀγαθοὶ χίλιοι
μισοῦντες αὐτόν, οἳ βοηθήσουσί σοι,
καὶ τῶν πολιτῶν οἱ καλοί τε κἀγαθοί.
καὶ τῶν θεατῶν ὅστις ἐστὶ δεξιός,
κἀγὼ μετ᾽ αὐτῶν χὠ θεὸς ξυλλήψεται.
230 καὶ μὴ δέδιθ᾽· οὐ γάρ ἐστιν ἐξῃκασμένος·
ὑπὸ τοῦ δέους γὰρ αὐτὸν οὐδεὶς ἤθελεν
τῶν σκευοποιῶν εἰκάσαι. πάντως γε μὴν
γνωσθήσεται· τὸ γὰρ θέατρον δεξιόν.
ΟΙ. Β’ οἴμοι κακοδαίμων, ὁ Παφλαγὼν ἐξέρχεται.

ΠΑΦΛΑΓΩΝ
235 οὔτοι μὰ τοὺς δώδεκα θεοὺς χαιρήσετον,
ὁτιὴ ᾽πὶ τῷ δήμῳ ξυνόμνυτον πάλαι.
τουτὶ τί δρᾷ τὸ Χαλκιδικὸν ποτήριον;
οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ Χαλκιδέας ἀφίστατον.
ἀπολεῖσθον, ἀποθανεῖσθον, ὦ μιαρωτάτω.
240 ΟΙ. Α’ οὗτος, τί φεύγεις; οὐ μενεῖς; ὦ γεννάδα
ἀλλαντοπῶλα μὴ προδῷς τὰ πράγματα.

***
ΑΛΛ. Λοιπόν, πώς τα λένε οι χρησμοί;
ΠΡ. Δ. Όμορφα, μά τους θεούς και περίτεχνα και με σοφούς υπαινιγμούς:
«Μα τη στιγμή που ο βυρσαϊτός, ο τσεγκελονυχάτος,
μαγκώσει με το ράμφος του το φίδαρο το τέρας
τον ματοπότη κουτεντέ, χάθηκε, τότε, πάει
των Παφλαγόνων ολονών η σκορδοσαλαμούρα·
[200] δόξα λαμπρή τότ᾽ ο θεός βδοκά στους πατσατζήδες,
αν θα δεχτούν να κλείσουνε τα πατσατζίδικά τους».
ΑΛΛ. Κι από πού κι ως πού τούτα δα έχουν να κάνουν με μένα; Γιά καν᾽ τα μου λιανά.
ΠΡ. Δ. Βυρσαϊτός βέβαια είναι ο Παφλαγόνας (χειρονομία προς το σπίτι) από δω.
ΑΛΛ. Και γιατί τον λεν τσεγκελονυχάτο;
ΠΡ. Δ. Το λέει από μόνο του — επειδή αρπάζει με το γαντζόχερό του και κάνει τη μπάζα του.
ΑΛΛ. Κι ο φίδαρος τί δουλειά έχει;
ΠΡ. Δ. Αυτό είναι φως φανάρι. Ο φίδαρος δεν είναι μακρουλός; Ε και τα λουκάνικα είναι μακρουλά. Τέλος και τα λουκάνικα κι ο φίδαρος ρουφάν αίμα. Λοιπόν, ο χρησμός λέει ότι ο φίδαρος
[210] θα βάλει κάτω τον βυρσαετό, φτάνει να μη τον τυλίξουν με λόγια πλανερά.
ΑΛΛ. Πάει καλά, μου καλαρέσουν οι χρησμοί. Μόνο δεν χωρά στο μυαλό μου πώς θα τα βγάζω πέρα με τη διακυβέρνηση του λαού.
ΠΡ. Δ. Χαρά στο πράμα· τί κάνεις κάθε μέρα; συνέχισε την ίδια δουλειά: πάρε στα χέρια σου όλες τις υποθέσεις, δώσ᾽ τους κοπάνισμα κι ανακάτεμα· πάρε τον λαό με το μέρος σου γλυκαίνοντάς τον με λόγια που βγαίνουν από καλή κουζίνα. Κι έχεις όλα τ᾽ άλλα χαρίσματα του δημαγωγού: φωνή που φέρνει αναγούλα, σόι ξεφτιλισμένο, παιδί της πιάτσας. Δεν σου λείπει τίποτα απ᾽ ό,τι χρειάζεται για να κυβερνάς την πόλη.
[220] Κι ακόμα οι χρησμοί και της Πυθίας τα μαντέματα σου έρχονται γάντι. Μπρος λοιπόν, στολίσου με στεφάνια και κάνε σπονδή στον θεό της Χοντροκεφαλιάς. Μόνο προσοχή, πώς θα τα βγάλεις πέρα με τον άνθρωπό μας.
ΑΛΛ. Και θα ᾽χω κανέναν σύμμαχο; Γιατί οι πλούσιοι τον τρέμουν κι η φτωχολογιά κλάνει πατάτες απ᾽ τον φόβο της.
ΠΡ. Δ. Ναι, αλλά έχουμε χίλιους λεβέντες ιππείς που τον μισούν και θα σε βοηθήσουν, όπως και οι τίμιοι και άξιοι πολίτες, κι από τους θεατές όσοι είναι ανοιχτομάτες, κι εγώ από κοντά — θα βάλει το χεράκι του κι ο Απόλλωνας.
[230] Και μη φοβάσαι· γιατί δεν θα εμφανιστεί με μάσκα που του μοιάζει, καθώς κανείς σκηνογράφος δεν δέχτηκε να την κατασκευάσει. Βέβαια και μ᾽ όλ᾽ αυτά οι θεατές θα τον αναγνωρίσουν· γιατί είναι ανοιχτομάτες.
ΔΕ. Δ. (Η φωνή του ακούεται από μέσα). Κακό που μας βρήκε! βγαίνει ο Παφλαγόνας!

ΠΑΦΛΑΓΟΝΑΣ
Μά τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, δεν θα σας βγει σε καλό η συνωμοσία που από καιρό οργανώνετε ενάντια στη δημοκρατία. Τί δουλειά έχει εδώ τούτο το χαλκιδιώτικο ποτήρι; Το δίχως άλλο ξεσηκώνετε σε αποστασία τους Χαλκιδιώτες. Ρε παλιοκαθάρματα, ρε θα πάτε στα κομμάτια, θα πεθάνετε. (Ο Αλλαντοπώλης, πανικόβλητος, πάει να εγκαταλείψει βιαστικά τη σκηνή).
ΠΡ. Δ. (Στον Αλλαντοπώλη:)
[240] Φίλε, γιατί το ᾽βαλες στα πόδια; Μείνε στη θέση σου. Αρχοντογεννημένε πατσατζή, μη προδίνεις τις εθνικές υποθέσεις.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Λάδων

Αποτέλεσμα εικόνας για λαδωναςΛάδων (Πελοπόννησος)

Ο θεός του ομώνυμου ποταμού στην Αρκαδία. Γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, πατέρας, από τη Στυμφαλίδα, της Δάφνης και της Μετώπης, συζύγου του θεού-ποταμού Ασωπού.
 
α) Στις όχθες του Λάδωνα ο Ηρακλής πραγματοποίησε τον τρίτο του άθλο. Αφού κυνήγησε την ιερή ελαφίνα της Άρτεμης από την Οινόη για ένα χρόνο, την ανάγκασε να κατεβεί από το όρος Αρτεμίσιο και να την αιχμαλωτίσει ζωντανή στις όχθες του Λάδωνα. Άλλες παραλλαγές τοποθετούν το επεισόδιο αυτό στον ποταμό Άναυρο της Θεσσαλίας.
 
β) Τόπος όπου δολοφονήθηκε ο Λεύκιππος, γιος του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου, από τη Δάφνη και τη συνοδεία της, επειδή ανακάλυψαν, την ώρα του λουτρού τους, ότι ήταν άνδρας και όχι γυναίκα. Ο Λεύκιππος, ερωτευμένος με τη Δάφνη που απέφευγε συστηματικά τη συναναστροφή των ανδρών, παραιτήθηκε από την προσπάθεια να την κάνει γυναίκα του. Επινόησε όμως ένα τέχνασμα για να βρίσκεται κοντά της: Έπλεξε κοτσίδα τα μαλλιά του, που τα άφησε να μακρύνουν για να τα προσφέρει στον ποταμό Αλφειό, ντύθηκε σαν κόρη, παρουσιάστηκε στη Δάφνη ως κόρη του Οινόμαου και την παρακάλεσε να τον αφήνει να κυνηγά μαζί της. Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ξύπνησε τη ζήλια του Απόλλωνα που, θέλοντας να εκδικηθεί, εμφύσησε στις κοπέλες την επιθυμία να κάνουν μπάνιο στα νερά του ποταμού. Εκείνες υποχρέωσαν τον διστακτικό Λεύκιππο να ξεντυθεί, ανακάλυψαν το πραγματικό του φύλο και τον σκότωσαν με τα ακόντια και τα μαχαίρια τους.
 
γ) Στα νερά του ποταμού πλύθηκε η Δήμητρα μετά από την ένωσή της με τον Ποσειδώνα στο Όγκειο της Αρκαδίας. Από το καθαρτικό αυτό λουτρό επονομάστηκε Λουσία από 'Ερινύς, δηλαδή θυμωμένη, λόγω του θυμού που της είχε προκαλέσει η ακούσια ένωσή της με τον Ποσειδώνα.
 
δ) Τόπος όπου ο Πάνας φθάνει τη Ναϊάδα Σύριγγα, αφού την καταδίωξε από τις πλαγιές του όρους Λύκαιου. Εκείνη, βλέποντας ότι είχε στριμωχτεί στον καλαμιώνα που ήταν γνωστός ως Σύριγξ, μεταμορφώθηκε σε καλάμι. Ο θεός, ανίκανος να την ξεχωρίσει, ξερίζωσε μερικά από αυτά τα καλάμια. Φυσώντας στο εσωτερικό τους πραγματοποίησε την ανακάλυψη της φλογέρας (οι Ομηρικοί Ύμνοι την αποδίδουν στον Ερμή).
 
ε) Ο Αινείας εγκαταστάθηκε σε μια μικροπολιτεία με το όνομα «Νήσος», κτισμένη πάνω σ' ένα νησάκι στη συμβολή των ποταμών Λάδωνα και Τράγου.
 
στ) Ο δράκος που φυλούσε τα μήλα των Εσπερίδων είχε το όνομα του αρκαδικού ποταμού Λάδωνα.
 
ζ) Λίγο μετά τον Ασωπό, στην αριστερή πλευρά, «υπάρχει ένα άλσος με αειθαλείς βελανιδιές κι ένας ναός αφιερωμένος στις θεές που οι Αθηναίοι τις ονομάζουν Σεμνές, οι δε Σικυώνιοι Ευμενίδες» (Παυσ. 2.11.4).
 
Τόπος όπου ο Ορέστης θα βρει καταφύγιο στην καλύβα βοσκού, με πρωτοβουλία της Ηλέκτρας, που ήθελε να αποτρέψει τη δολοφονία του από τον Αίγισθο και να τον προετοιμάσει κρυφά για τη μελλοντική εκδίκηση. Από εδώ ο Ορέστης και ο ηλικιωμένος παιδαγωγός του θα κατευθυνθούν αργότερα στην Κρίσα, κοντά στους Δελφούς (Ευρ., Ηλ. 408 κ.ε. Απολλόδ., Επιτομή 6.24).

Η ζωή είναι σαν τη θάλασσα, δε δίνει δεκάρα αν δεν ξέρεις κολύμπι

Η ζωή είναι σαν τη θάλασσα, δε δίνει δεκάρα αν δεν ξέρεις κολύμπι. Ανατρεπτική, άδικη και σκληρή πολλές φορές, αλλά και τόσο προκλητικά εθιστική, που θες να ρουφήξεις κάθε σταγόνα της.

Σαν τη θάλασσα κι αυτή, πότε φουρτουνιάζει και πότε γαληνεύει. Πότε πλατσουρίζεις ανέμελα στις στιγμές της, πότε απολαμβάνεις την ανατολή και το λιόγερμα που καθρεφτίζονται μέσα τους και πότε πέφτεις στα βαθιά και τις κολυμπάς.

Κι αυτό το βάθος είναι που τρομάζει τον άνθρωπο. Δεν έχει καμιά σημασία αν ξέρεις ή όχι κολύμπι. Το μόνο που έχεις στο μυαλό σου είναι πως πρέπει να την επιβιώσεις την κακιά την ώρα, να δαμάσεις το κακό που έχει πέσει μανιασμένο πάνω σου. Και γίνεται ολάκερη η ύπαρξή σου το «σωσίβιο» που θα σε κρατήσει ασφαλή στην επιφάνεια. Μυαλό, καρδιά και κορμί συντονίζονται αυτόματα για να σου δώσουν τις απαραίτητες αντοχές που απαιτεί η κάθε περίσταση.

Το σίγουρο είναι ότι μετά από κάθε φουρτούνα της ζωής, γίνεσαι πιο δυνατός. Και πιο αποφασισμένος να αλλάξεις όλα όσα περνούν από το χέρι σου και σου τη δυσκολεύουν χωρίς λόγο. Αυτά που νομίζεις περιττά κι ασήμαντα. Είτε πρόκειται για συνθήκες είτε για ανθρώπους.

Κι από την ανθρώπινη λαχτάρα μας να αδράξουμε μόνο τις καλές στιγμές της, είναι εκεί ακριβώς που χάνουμε κάποιες φορές την ουσία της ύπαρξης και της συνύπαρξής μας. Αντί να παλέψουμε για το ουσιαστικό, αφηνόμαστε στη ασφαλή ρηχότητα του εφήμερου. Υιοθετούμε το ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι προλάβει να αρπάξει το κορμί ως στάση ζωής, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα δαμάσουμε το αδυσώπητο ροδάνι της.

Και καταλήγουμε να ξεπουλάμε τις στιγμές μας όσο-όσο. Κι «ονειρο-πωλώντας, ονειρο-πωλώντας» ξεχνάμε να ονειρευτούμε. Και να εμπιστευτούμε. Και να αφεθούμε. Κάνουμε λάβαρο το «εγώ» μας, λες κι αυτό θα εξασφαλίσει την ασφάλειά μας. Αρπάζουμε το «σωσίβιο» του διπλανού μας χωρίς ενοχές γιατί μια ζωή την έχουμε και είναι μόνο δική μας. Κάνουμε την πράξη χτύπημα στο πληκτρολόγιο και τα συναισθήματα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Επιτρέπουμε στην κακεντρέχεια και στη μικροπρέπεια να δηλητηριάζουν με τη χολή τους το ξένο χαμόγελο, γιατί σημασία έχει μόνο το δικό μας.

Στην προσπάθειά μας να κρατήσουμε το κεφάλι μας έξω από το νερό, πέφτουμε στην παγίδα του εγωκεντρισμού και κολυμπάμε πλέον στα βαθιά ουσιαστικά μόνοι μας. Μεγάλο το τίμημα, δε νομίζεις; Δεν παλεύεται έτσι η ζωή, όσες ευκαιρίες κι αν σου δώσει. Γιατί ο άνθρωπος αγαπιέται μόνο στα βαθιά.

Γι’ αυτό, ας αναθεωρήσουμε. Ας προσπαθήσουμε. Ας τολμήσουμε!

Το τραυματικό, η συμφιλίωση και η ελευθερία

Ακόμη και στις καλύτερες συνθήκες να μεγαλώσει κάποιος, συνθήκες που έχουν να κάνουν με το οικογενειακό περιβάλλον, με την ιστορικο-κοινωνική στιγμή που γεννιέται, ή την περιοχή που μεγαλώνει, δεν υπάρχει κανείς αλώβητος από ψυχικούς τραυματισμούς. Κι αυτό γιατί ακόμη κι ο καλύτερος γονιός κάνει λάθη, ή γιατί κάποια στιγμή στη ζωή του ο άνθρωπος θα έρθει αντιμέτωπος με μία αποτυχία, με συναισθήματα δυσάρεστα που σχετίζονται με γεγονότα ή σχέσεις, με τη ματαίωση, την ερωτική απογοήτευση, το πένθος που ακολουθεί μία απώλεια…

Και μολονότι είμαι μέσα στο γεγονός, τώρα που το γεγονός έχει τελειώσει στέκομαι απέναντι στο γεγονός, απέναντι, κι επειδή στέκομαι απέναντι, απέναντι στο γεγονός και όχι πια μέσα, μολονότι εγώ είμαι το γεγονός, εντούτοις μπορώ αν θέλω, να το κάνω ό,τι θέλω, να αισθανθώ ό,τι θέλω, να το κρίνω όπως θέλω, να το καταλάβω όπως θέλω, και όπως θέλω να το ερμηνεύσω…

Ο κατάλογος με τα δυσάρεστα γεγονότα είναι μεγάλος, ακόμη και για αυτούς που μεγαλώνουν σε καλές συνθήκες. Αυτή όμως είναι η ζωή που ποτέ δεν τα φέρνει ρόδινα κι ευτυχώς τελικά, γιατί ο άνθρωπος δυναμώνει και ωριμάζει μέσα από τις δυσκολίες που του επιφυλλάσσει το πεπρωμένο του.

Όλοι λοιπόν είμαστε τραυματισμένοι από γεγονότα ή σχέσεις με κάποιο τρόπο. Αυτό το οποίο διαφέρει είναι η ένταση του τραυματισμού, η φύση του και η επαναληπτικότητά του.

Το χαρακτηριστικό του τραυματικού είναι ότι ποτέ δεν εξαφανίζεται εντελώς.

Η φύση μας έχει εφοδιάσει με ψυχικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης, από τους οποίους ο πιο κοινός είναι ο μηχανισμός της απώθησης. Απώθηση σημαίνει ότι το τραυματικό γεγονός καταχωνιάζεται στο ασυνείδητο. Ο άνθρωπος αποφεύγει να επανέλθει σε αυτό συνειδητά και επιθυμεί να το ξεχάσει.

Αλλά όπως είπαμε η ιστορία μας εγγράφεται κι έτσι το τραυματικό ποτέ δεν χάνεται. Θεωρούμε ότι όταν επιστρέψουμε σε αυτό με τη μνήμη ή με το λόγο, ξαναξύνουμε την πληγή που προσπαθούμε να επουλώσουμε. Και είναι φυσικό να μην θέλει κάποιος να πονά και να αποφεύγει την πηγή του ψυχικού πόνου. Γιατί πάντα το τραυματικό εμπεριέχει δυσάρεστα συναισθήματα και άρα ψυχική οδύνη.

Οι σύγχρονες νευροεπιστημονικές ανακαλύψεις, εντούτοις, αποδεικνύουν ότι επιστρέφοντας στο γεγονός μέσα από τον αναστοχασμό, ή μέσα από την ψυχοθεραπεία, μέσα από τη νοητική επεξεργασία γίνονται νέες νευρωνικές συνδέσεις και σταδιακά το τραυματικό επουλώνεται και ο άνθρωπος ελευθερώνεται.

Αλήθεια από τι ελευθερώνεται αυτός που έχει επιλέξει να το ξεχάσει, αυτός που έχει βρει ψευτοκαταφύγιο στην απώθηση;

Μπορεί να το απωθεί, να μην θέλει να το αγγίξει, αλλά το τραυματικό λειτουργεί διαταράσσοντας τη ζωή του ατόμου. Ως καταχωνιασμένη φουσκάλα σαμπάνιας σε κλειστό μπουκάλι που έρχεται σε επαφή με ελάχιστα μόρια αέρα και φεύγει ορμητικά προς την έξοδο του μπουκαλιού, αρκεί ο άνθρωπος να έρθει σε επαφή με κάτι, μία λεπτομέρεια, που να μοιάζει με μία λεπτομέρεια της τραυματικής εμπειρίας και τότε επανέρχονται σφοδρά το δυσάρεστα συναισθήματα του τραυματικού.

Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Αυτό που πραγματικά καταστρέφει τη ζωή είναι ότι- όπως στην αρχαία τραγωδία που απαιτείται κάθαρση-ασυνείδητα το άτομο επιστρέφει με τη συμπεριφορά και τις επιλογές του το ίδιο σε καταστάσεις που μοιάζουν με την τραυματική εμπειρία.

Το τραυματικό θα επανέλθει και θα επαναληφθεί αυτή τη φορά μισο-ακούσια, μισο-εκκούσια από το ίδιο το άτομο. Με μία μεγάλη διαφορά. Το ίδιο το άτομο φτιάχνει έτσι τις καταστάσεις για να το ξαναζήσει, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό.

Στην πραγματικότητα, η λειτουργικότητα αυτού του παραδόξου έγκειται στο γεγονός της αλλαγής θέσης του υποκειμένου. Για να γίνω πιο σαφής, όταν συμβαίνει ένα τραυματικό γεγονός ή βιώνεται μία τραυματική σχέση στην παιδική ή εφηβική ηλικία, το άτομο μην έχοντας πλήρως ωριμάσει το υφίσταται με έναν τρόπο παθητικό, από την αδύναμη θέση του παιδιού.

Επιστρέφοντας στο τραυματικό αργότερα, αλλάζει θέση και από παθητικό που ήταν κάποτε γίνεται ενεργητικός. Π.χ. το θύμα μπορεί να γίνει θύτης, ή κάποιος που έχει βιώσει τη συναισθηματική στέρηση να γίνεται ο ίδιος αποστερητικός.

Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο όμως. Παραμένει τόσο συναισθηματικά, καθώς το υποκείμενο αναβιώνει τα ίδια συναισθήματα όπως και τότε, όσο και ουσιαστικά, καθώς δεν αποφεύγει τη βία (στο πρώτο αναφερθέν παράδειγμα) ούτε τη συναισθηματική πενία (στο δεύτερο).

Η άλλη λειτουργία του τραυματικού έχει να κάνει με το ότι επιστρέφει μήπως το υποκείμενο βρίσκεται σε ωριμότερη φάση ζωής (διαθέτει περισσότερα νοητικά και ψυχικά εφόδια από ό,τι παλαιότερα) και είναι σε θέση να το επεξεργαστεί και να ελευθερωθεί.

Για να ελευθερωθεί το υποκείμενο καλείται να συμφιλιωθεί με την ιστορία του. Καθώς το παρελθόν δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορία μας, και αφού οι όποιοι μηχανισμοί απώθησης δεν οδηγούν πραγματικά στην ευτυχία, την απελευθέρωση, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την αποδοχή του.

Η αποδοχή επιφέρει και την αντιμετώπιση. Από αυτή τη στιγμή ανοίγεται ένας δρόμος εκεί που μπορεί να φαινόταν ότι ο άνθρωπος βρισκόταν σε αδιέξοδο. Ο δρόμος της συμφιλίωσης με το παρελθόν έρχεται μέσα από την επεξεργασία του, την αναβίωση των συναισθημάτων-τα οποία κάθε φορά που εμφανίζονται μέσα από συνειδητό αναστοχασμό μαλακώνουν και ξεθωριάζουν ως προς την αρχική τους ένταση.

Ο ρόλος του θεραπευτή είναι σημαντικός αφού βοηθάει σε αυτόν τον αναστοχασμό και παράλληλα δίνει την ευκαιρία του βιώματος μιας επανορθωτικής σχέσης που δεν διέπεται από τα νοσηρά χαρακτηριστικά της πρωταρχικής (της γονεϊκής).

Ωστόσο, η συμφιλίωση δεν πρέπει να συγχέεται με την συμμόρφωση. Η θεραπεία δεν έχει κανονιστικό σκοπό, δεν στοχεύει σε δημιουργία νωχελικών προβάτων. Αντίθετα, πάντα έχει ως στόχο την ελευθερία-όπως έλεγε και ο Καστοριάδης για την ψυχανάλυση.

Η συμφιλίωση σχετίζεται με την αποδοχή της ιστορίας και άρα της ταυτότητας που μας κάνει μοναδικούς, και μόνο τότε δίνεται η ευκαιρία για αλλαγή ρότας στη ζωή. Η συμφιλίωση έτσι είναι προϋπόθεση για να μετατραπεί το τραυματικό σε πηγή ψυχικής δύναμης και ωρίμανσης αλλά και δημιουργίας και τότε από το αγκάθι γίνεται εφικτή η γέννηση του ρόδου…

Η επιτυχία σκοντάφτει από αποτυχία σε αποτυχία, χωρίς να χάνει τον ενθουσιασμό της


Αρχικά, για να εκτιμήσουμε την «αποτυχία», πρέπει πρώτα να την κατανοήσουμε. Αποτυχία είναι όταν έχουμε θέσει έναν στόχο και δεν τον επιτυγχάνουμε, σωστά; Ή όχι; Εάν θέσουμε έναν στόχο με βάση «τα πρέπει», δεν είναι άδικο να συμπεραίνουμε ότι αποτύχαμε;

Ίσως δεν είχαμε εστιάσει στο να το πετύχουμε με όλο μας το είναι; Ή μήπως εάν ο στόχος που μας είχε αρχικά ενθουσιάσει, κάπου στη διαδρομή απλά δεν ήταν αυτό που πραγματικά θέλαμε και σταμάτησε να είναι σημαντικός; Τότε εξακολουθεί να θεωρείται αυτό αποτυχία;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έθετα υψηλούς στόχους και ήθελα να αλλάξω τον κόσμο και συνεχίζω να το κάνω. Αυτό που διαφέρει τώρα είναι ότι γνωρίζω ότι με κάθε βήμα που κάνω, εξελίσσομαι. Πλησιάζω ένα βήμα πιο κοντά στους τελικούς μου στόχους.

Το σημαντικό δεν αφορά στο να υλοποιήσω τους στόχους, αλλά στο να θέτω τους κατάλληλους στόχους για μένα και να παραμένω με σταθερότητα σε αυτούς όταν αρχίζουν τα δύσκολα. Βλέπετε οι περισσότεροι έχουμε επιφορτίσει τους στόχους με προσδοκίες.

Οι προσδοκίες συνήθως μεταφράζονται σε «αποτυχία» εξαιτίας τους πιστεύουμε ότι έχουμε αποτύχει. Αντί να βρούμε άλλους τρόπους να επιτύχουμε τους στόχους μας, κολλάμε σε έναν συγκεκριμένο τρόπο, με αποτέλεσμα να νιώθουμε ηττημένοι όταν δεν γίνουν τα πράγματα όπως τα έχουμε φανταστεί.

Οι στόχοι και τα όνειρα ποτέ δεν πεθαίνουν, ποτέ δεν μας απογοητεύουν, εμείς απογοητευόμαστε πιστεύοντας ότι δεν τα καταφέρνουμε. Αντί να δοκιμάσουμε νέο τρόπο επιφορτίζουμε «συναισθηματικά» αυτόν που δεν λειτουργεί και τον αποκαλούμε «αποτυχημένο στόχο» μας.

Τελικά καταλήγουμε ότι δεν υπάρχει αποτυχία, μόνο οι προσπάθειές μας να υλοποιήσουμε τους στόχους μας. Έτσι, θυμηθείτε να επιλέξετε τους στόχους με πυξίδα την καρδιά σας και εάν κάπου στο δρόμο αποφασίσετε ότι δεν είναι αυτό που θέλετε πια, τότε αρχειοθετήστε τους και καταγράψτε τους στις εμπειρίες σας και βρείτε νέους στόχους.

«Η επιτυχία σκοντάφτει από αποτυχία σε αποτυχία, χωρίς να χάνει τον ενθουσιασμό της» –Winston Churchill

Η απόφαση χρειάζεται τόλμη

Απόφαση και επιλογή: οι δύο αυτοί όροι φαίνονται συνώνυμοι. Δεν είναι. Πρέπει να κατανοήσουμε τη διαφορά τους για να προσεγγίσουμε το μυστικό της τόλμης.

Ας πάρουμε μια κατάσταση στην οποία θα διστάσουμε μεταξύ των επιλογών Α και Β. Εάν φανεί, μετά από ορθολογική εκτίμηση, ότι η επιλογή Β είναι καλύτερη από την άλλη, τότε επιλέγουμε τη Β. Η επιλογή έχει βάση, εξηγείται: δεν υπάρχει τίποτα να αποφασίσουμε. Εάν, παρά την εκτίμηση, συνεχίζουμε να αμφιβάλλουμε, έχουμε έλλειψη επιχειρήματος, αλλά παρ’ όλα αυτά αισθανόμαστε ότι πρέπει να επιλέξουμε τη Β, τότε το αποφασίζουμε.

Η απόφαση απαιτεί ένα άλμα πέρα από λογικά επιχειρήματα, μια εμπιστοσύνη στη διαίσθηση. Αποφασίζουμε όταν ακριβώς η γνώση δεν αρκεί. Μια απόφαση είναι πάντα τολμηρή: προϋποθέτει εξ ορισμού την πιθανότητα της αποτυχίας. Το να μπεις στην Αντίσταση για να σώσεις τη χώρα σου είναι μια απόφαση, δεν είναι μια επιλογή.

Το να επιχειρείς ένα κάρφωμα στο τέλος του παιχνιδιού, είναι μια απόφαση, δεν είναι μια επιλογή.

Η απόφαση, επιβεβαίωνε ο Αριστοτέλης, μοιάζει περισσότερο με τέχνη παρά με επιστήμη. Με διαίσθηση παρά με εργασία αναλυτικής λογικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι παράλογη. Μπορεί να βασίζεται στη γνώση, αλλά χωρίς να την περιορίζει.

Ο Αριστοτέλης το παρουσιάζει παραστατικά με την αναφορά σε γιατρούς και καπετάνιους πλοίων. Και οι δύο είναι αρμόδιοι, αλλά, αν υπάρξει επείγουσα ανάγκη, λόγω κινδύνου θανάτου του ασθενούς ή σε μια καταιγίδα, θα πρέπει να αποφασίσουν χωρίς να έχουν χρόνο για μια πλήρη εκτίμηση της κατάστασης, να βρουν το θάρρος να μπουν στην αβεβαιότητα.

Φέρνοντας στο νου την τέχνη της απόφασης, ο Αριστοτέλης βρίσκεται σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο οποίος ήταν δάσκαλός του και αντιλαμβανόταν την απόφαση ως επιστήμη, βασιζόμενος στο μοντέλο ορθολογικής επιλογής.

Η ιδανική δημοκρατία έπρεπε, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, να καθοδηγείται από έναν «φιλόσοφο βασιλιά», που να κυβερνά υπό το πρίσμα της ανώτερης γνώσης του. Καθώς η απόφαση δεν έχει νόημα παρά να αντισταθμίσει τους περιορισμούς της γνώσης, ένας τέτοιος φιλόσοφος βασιλιάς, ως εκ τούτου, ποτέ δεν θα αποφάσιζε. Οι πολιτικές του επιλογές δεν θα ήταν παρά η λογική συνέπεια της επιστήμης του.

Για τον Αριστοτέλη, αντίθετα, ο μεγάλος άντρας θα πρέπει να είναι σε θέση να υπερβεί τα όρια της γνώσης του, τολμώντας διαισθητικές πράξεις, αποφάσεις. Αυτή η έννοια της κρίσης τον καθιστά περισσότερο καλλιτέχνη της πολιτικής παρά σοφό βασιλιά.

ΞΕΝΟΦΩΝ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Όσοι προσφέρονται στο να προσπαθούν διαρκώς για κάτι και να διδάσκονται, προσφέρουν στους εαυτούς τους δύσκολες μελέτες και μαθήσεις, αλλά στις πόλεις τους τη σωτηρία. Όσοι δεν θέλουν να διδάσκονται, επειδή είναι κουραστικό, και θέλουν να ζουν μέσα στις αταίριαστες απολαύσεις, τούτοι είναι από τη φύση τους πολύ κακοί, γιατί δεν υπακούνε ούτε σε νόμους ούτε σε ορθούς λόγους.

Επειδή δεν κοπιάζουν, δεν βρίσκουν τι λογής πρέπει να είναι ο καλός άνθρωπος. Έτσι, δεν μπορούν να είναι ούτε θεοσεβείς ούτε σοφοί. Και επειδή είναι απαίδευτοι, μέμφονται ιδιαίτερα τους μορφωμένους. Με αυτούς δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τίποτα καλό, χάρη όμως σ’ εκείνους που κοπιάζουν έχουν βρεθεί όλα όσα ωφελούν τους ανθρώπους, αφού όσοι επιδιώκουν τους κόπους υπερέχουν. Αυτό φαίνεται κι από ένα σπουδαίο παράδειγμα.

Από τους παλιότερους, όσοι μαθήτευσαν κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα όταν ήταν νέοι, κάνοντας αρχή από τα κυνήγια, διδάχτηκαν πολλά και καλά πράγματα. Εκεί οφείλεται η μεγάλη αρετή τους, για την οποία ακόμα και τώρα θαυμάζονται. Είναι φανερό πως όλοι τη θέλουν, οι περισσότεροι όμως απομακρύνονται επειδή πρέπει να την αποκτήσουν με κόπους.

Νομίζουν πως η αρετή δεν τους βλέπει, και γι’ αυτό κάνουν πολλά άσχημα και αισχρά πράγματα, αντίθετά της, επειδή οι ίδιοι είναι που δεν τη βλέπουν. Εκείνη όμως, ως αθάνατη, είναι πανταχού παρούσα, τιμά τους καλούς που την ακολουθούν και περιφρονεί τους κακούς. Αν είχαν επίγνωση του ότι τους βλέπει, θα επιζητούσαν τους κόπους και τη μάθηση, δια της οποίας με δυσκολία κατακτάται, και θα την κέρδιζαν.

Για πρώτη φορά κατασκευάστηκαν μεμονωμένες δισδιάστατες νανοταινίες φωσφορένιου

Πάρα πολύ μικρές, ευέλικτες ταινίες κρυσταλλικού φωσφόρου κατασκευάστηκαν από ερευνητές του UCL (University College London) για πρώτη φορά στον κόσμο και θα μπορούσαν να φέρουν επανάσταση στα ηλεκτρονικά και στην τεχνολογία ταχείας φόρτισης μπαταριών.

Από την απομόνωση του δισδιάστατου φωσφορενίου, που είναι το φωσφορικό ισοδύναμο του γραφενίου, το 2014, περισσότερες από 100 θεωρητικές μελέτες έχουν προβλέψει ότι νέες συναρπαστικές ιδιότητες θα μπορούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους από στενές «κορδέλες» (ταινίες) αυτού του υλικού. Οι ιδιότητες αυτές θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά πολύτιμες σε ένα εύρος τομέων. Σε μελέτη που δημοσιεύεται στο Nature, ερευνητές από το UCL, το Πανεπιστήμιο του Bristol, το VCU (Virginia Commonwealth University) και την Ομοσπονδιακή Πολυτεχνική Σχολή της Λωζάννης, περιγράφουν πώς διαμόρφωσαν ποσότητες υψηλής ποιότητας ταινίες από κρυστάλλους μαύρου φωσφόρου και ιόντα λιθίου.

«Είναι η πρώτη φορά που έχουν κατασκευαστεί μεμονωμένες νανοταινίες φωσφορενίου», αναφέρει ο συγγραφέας της μελέτης Dr Chris Howard (UCL Physics & Astronomy). «Οι συναρπαστικές ιδιότητες που προβλέπονται και οι εφαρμογές όπου οι νανοταινίες φωσφορενίου θα μπορούσαν να παίξουν μετασχηματιστικό ρόλο είναι πολύ μεγάλης εμβέλειας».

Οι ταινίες σχηματίζονται με τυπικό ύψος ενός ατομικού στρώματος, πλάτος 4-50 nm και είναι πάνω από 75 μm μήκος. Αυτές οι διαστάσεις είναι συγκρίσιμες με αυτές των καλωδίων που συνδέουν τους δυο πύργους της Golden Gate Bridge. «Χρησιμοποιώντας προχωρημένες μεθόδους απεικόνισης, έχουμε χαρακτηρίσει τις ταινίες με μεγάλη λεπτομέρεια βρίσκοντας ότι είναι εξαιρετικά επίπεδες, κρυσταλλικές και ασυνήθιστα ευέλικτες. Οι περισσότερες έχουν μόνο ένα απλό στρώμα ατόμων πάχος, όμως όπου η ταινία σχηματίζεται από περισσότερα από ένα στρώματα φωσφορενίου, βρήκαμε μη συνεχή βήματα μεταξύ των στρωμάτων 1-2-3-4 όπου η ταινία χωρίζεται. Αυτό δεν είχε φανεί πριν και κάθε στρώμα θα πρέπει να έχει διακριτές ηλεκτρονικές ιδιότητες», εξήγησε ο επίσης συγγραφέας Mitch Watts (UCL Physics & Astronomy).

Ενώ οι νανοταινίες κατασκευάζονται από διάφορα υλικά όπως το γραφένιο, οι νανοταινίες φωσφορενίου που παράγονται εδώ έχουν μια ευρύτερη περιοχή πλάτους, ύψους, μήκους και λόγου διαστάσεων. Επιπλέον, μπορούν να παράγονται σε κλίμακα, σε υγρό που θα μπορούσε στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για να τις εφαρμόσει σε ποσότητα με χαμηλό κόστος για εφαρμογές. Η ομάδα λέει ότι οι προβλεπόμενες περιοχές εφαρμογών περιλαμβάνουν μπαταρίες, ηλιακά κύτταρα, θερμοηλεκτρικές συσκευές για μετατροπή περίσσευμα θερμότητας σε ηλεκτρισμό, φωτοκαταλύτες, νανοηλεκτρονικά και στους κβαντικούς υπολογιστές. Επιπροσθέτως, έχουν επίσης προβλεφθεί η ανάδυση εξωτικών φαινομένων συμπεριλαμβανομένων του νέου μαγνητισμού, των κυμάτων πυκνότητας σπιν και των τοπολογικών καταστάσεων.

Οι νανοταινίες σχηματίζονται με ανάμειξη μαύρου φωσφόρου με ιόντα λιθίου που διαλύονται σε υγρή αμμωνία στους -50 βαθμούς Κελσίου. Μετά από εικοσιτέσσερις ώρες, η αμμωνία απομακρύνεται και αντικαθίσταται με ένα οργανικό διαλύτη ο οποίος συνθέτει ένα διάλυμα νανοταινιών ανάμικτων μεγεθών. «Προσπαθούσαμε να κατασκευάσουμε φύλλα φωσφορενίου, έτσι εκπλαγήκαμε που ανακαλύψαμε ότι είχαμε κατασκευάσει ταινίες. Για να έχουν καλά προσδιορισμένες ιδιότητες, οι νανοταινίες, τα πλάτη τους πρέπει να είναι ομοιόμορφα σε όλο το μήκος τους και βρήκαμε ότι αυτή ήταν ακριβώς η περίπτωση των δικών μας ταινιών», ανέφερε ο Dr Howard. Ενώ ο Dr Loren Picco (VCU Physics) εξήγησε: «Την ίδια στιγμή που ανακαλύπταμε τις ταινίες, τα εργαλεία μας για το χαρακτηρισμό των μορφολογιών τους εξελίσσονταν ταχύτατα. Το μεγάλης ταχύτητας μικροσκόπιο ατομικής δύναμης που κατασκευάσαμε στο Πανεπιστήμιου του Bristol έχει μοναδικές ικανότητες να χαρτογραφήσει τα χαρακτηριστικά νανοκλίμακας των ταινιών πάνω στα μακροσκοπικά μήκη τους».

Ενώ συνεχίζει να μελετά τις βασικές ιδιότητες των νανοταινιών, η ομάδα σκοπεύει επίσης να διερευνήσει τη χρήση τους στην αποθήκευση ενέργειας, στην ηλεκτρονική μεταφορά και τις θερμοηλεκτρικές συσκευές με νέες παγκόσμιες συνεργασίες και με συνέργιες με ομάδες ειδικών στο UCL.

Το ταξίδι στις σκουληκότρυπες είναι δυνατό, αλλά δεν είναι γρήγορο

Η ιδέα των σκουληκότρυπων – γεφυρών που μοιάζουν με σήραγγες οι οποίες συνδέουν δύο σημεία στο χώρο – έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες , με πολλές εικασίες ότι οι σκουληκότρυπες θα μπορούσαν να επιτρέψουν διαστρικά ή και διαγαλαξιακά ταξίδια. Τώρα, ο φυσικός του Χάρβαρντ Daniel Jafferis έχει κάποιες καλές και κάποιες κακές ειδήσεις για τους οπαδούς του επιστημονικού κλάδου: υπάρχουν σκουληκότρυπες, αλλά είναι απίθανο να χρησιμεύσουν για γρήγορα γαλαξιακά ταξίδια.
 
«Χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να περάσετε από αυτές τις σκουληκότρυπες παρά για να πάτε κατευθείαν, έτσι δεν είναι πολύ χρήσιμο για ταξίδια στο διάστημα», ανέφερε ο Jafferis σε μια μελέτη του. 

Ο Jafferis πρόσφατα παρουσίασε μια  νέα θεωρία σχετικά με τις σκουληκότρυπες. Ο ίδιος και οι συν-συγγραφείς της δημοσίευσης χρησιμοποίησαν κβαντικά εργαλεία θεωρίας πεδίου για να δείξουν ότι μπορούν να υπάρξουν σκουληκότρυπες και ότι είναι δυνατή η διαδρομή μέσα στις σκουληκότρυπες – αλλά αντί να είναι ένας σύντομος δρόμος, θα ήταν μια μεγαλύτερη διαδρομή μεταξύ δύο σημείων.
 
Ακόμα, ενώ οι σκουληκότρυπες του Jafferis δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να μεταφερθούμε γύρω από το σύμπαν, νομίζει ότι η θεωρία του θα μπορούσε να είναι χρήσιμη με άλλο τρόπο.
 
«Η πραγματική εισαγωγή αυτού του έργου σχετίζεται με το πρόβλημα της πληροφορίας της μαύρης οπής και τις συνδέσεις μεταξύ της βαρύτητας και της κβαντικής μηχανικής», δήλωσε ο Jafferis.
 
Ο Jafferis άρχισε να εμπνέεται τη νέα θεωρία όταν άρχισε να σκέφτεται δύο μαύρες τρύπες που είχαν εμπλακεί σε ένα κβαντικό επίπεδο, όπως διατυπώθηκε στην αλληλογραφία ER = EPR από τον Juan Maldacena από το Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών και τον Lenny Susskind από το Stanford. Αν και αυτό σημαίνει ότι η άμεση σύνδεση ανάμεσα στις μαύρες τρύπες είναι συντομότερη από τη σύνδεση ανάμεσα δύο σκουληκότρυπων – και επομένως το ταξίδι μέσω της σκουληκότρυπας δεν είναι πιο σύντομη – η θεωρία μας δίνει νέες γνώσεις για την κβαντική μηχανική.
 
«Από την εξωτερική προοπτική, το ταξίδι μέσα από την σκουληκότρυπα ισοδυναμεί με κβαντική τηλεμεταφορά χρησιμοποιώντας πεπλεγμένες μαύρες τρύπες», δήλωσε ο Jafferis. 
 
Ο Jafferis θεμελίωσε τη θεωρία του σε ένα νοητικό πείραμα που είχε επινοηθεί πρώτα από τον Αϊνστάιν και τον Ρόζεν το 1935, που συνίστατο σε μια σύνδεση δύο μαύρων οπών (ο όρος σκουληκότρυπα δημιουργήθηκε το 1957). Επειδή η σκουληκότρυπα μπορεί να διασχίζεται, είπε ο Jafferis, ήταν μια ειδική περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες θα μπορούσαν να εξαχθούν από μια μαύρη τρύπα. 
 
«Παρέχει μια αιτιώδη εξέταση των περιοχών που διαφορετικά θα ήταν πίσω από έναν ορίζοντα, ένα παράθυρο στην εμπειρία ενός παρατηρητή μέσα σε ένα χωροχρόνο, που είναι προσβάσιμο από το εξωτερικό», δήλωσε ο Jafferis.
 
Μέχρι σήμερα, ένα σημαντικό εμπόδιο στη διαμόρφωση των σκουληκότρυπων που διασχίζονται ήταν η ανάγκη για αρνητική ενέργεια, η οποία φάνηκε να είναι ασυμβίβαστη με την κβαντική βαρύτητα. Ωστόσο, ο Jafferis έχει ξεπεράσει αυτό χρησιμοποιώντας κβαντικά εργαλεία θεωρίας πεδίου, υπολογίζοντας κβαντικά αποτελέσματα παρόμοια με το φαινόμενο Casimir. 
 
«Νομίζω ότι θα μας διδάξει βαθιά πράγματα σχετικά με την αντιστοιχία βαθμίδας / βαρύτητας, την κβαντική βαρύτητα και μάλιστα ίσως έναν νέο τρόπο για να διατυπώσουμε την κβαντική μηχανική», δήλωσε ο Jafferis. 

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Πεζογραφία, Χρονογραφία και εθνογραφία

Ένα ιστοριογραφικό είδος που γνώρισε μεγάλη άνθηση κατά τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. είναι το τοπικό χρονικό. Από έμμεσες κυρίως μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι γράφτηκαν περισσότερα από 300 έργα με επίκεντρο την ιστορία ελληνικών πόλεων από την ίδρυσή τους (η οποία συχνά καλυπτόταν από την αχλή του μύθου) μέχρι την εποχή του εκάστοτε συγγραφέα. Χαρακτηριστική του είδους ήταν η χρονογραφική δομή, σύμφωνα με την οποία τα ιστορικά γεγονότα χρονολογούνται με βάση τη διαδοχή των βασιλέων ή άλλων τοπικών αρχόντων. Ειδικά η Αθήνα αποτέλεσε το αντικείμενο μιας ξεχωριστής κατηγορίας συγγραμμάτων, της Ατθιδογραφίας, με εκπροσώπους τον Ελλάνικο (τέλη 5ου αι.), τον Κλείδημο (ακμή 350 π.Χ.) και τον Φιλόχορο (3ος αι.).
 
Μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι ο Τίμαιος από το Ταυρομένιο (350-260 π.Χ.), συγγραφέας μιας τοπικής ιστορίας για τη Σικελία σε 38 βιβλία (Σικελικαὶ Ἱστορίαι). Ο Τίμαιος ήταν ένας λόγιος ιστορικός που ασχολήθηκε συστηματικά με ζητήματα χρονολόγησης (με το πιο σημαντικό έργο του, Ὀλυμπιονίκαι, κατάρτισε πίνακες χρονολόγησης με βάση τους Ολυμπιονίκες, τους άρχοντες και τους επώνυμους ιερείς). Παρά τη μεγάλη επίδραση που άσκησε στους συγχρόνους του, ο Τίμαιος επικρίθηκε αργότερα από τον Πολύβιο για τη μεροληψία του και τον προπαγανδιστικό τόνο του έργου του, και είναι πράγματι πιθανό ότι τον ενδιέφερε λιγότερο η ιστορική αλήθεια και περισσότερο η ρητορική και συγκινησιακή πλευρά των αφηγήσεών του. Κατά τους επόμενους δύο αιώνες αυτού του τύπου η χρονογραφία ευδοκίμησε ιδιαίτερα, αφού γράφτηκαν μια σειρά από λόγια έργα με τη μορφή χρονικών που ξεκινούσαν από το απώτερο παρελθόν (συνήθως την άλωση της Τροίας) και κατέληγαν στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή αργότερα στην άνοδο της Ρώμης∙ μεταξύ των χρονικογράφων ξεχωρίζουν ο Ερατοσθένης, ο Αγαθοκλής και ο Απολλόδωρος.
 
Εθνογραφικό προσανατολισμό είχε ένα άλλο είδος ιστοριογραφίας, που ασχολούνταν με την ιστορία, τη θρησκεία, τη γεωγραφία, τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, τα ήθη και τα έθιμα μη ελληνικών περιοχών. Εμπνευσμένοι από τους εθνογραφικούς λόγους του Ηροδότου και παρακινημένοι από τους ελληνιστικούς μονάρχες, λόγιοι συγγραφείς ανέλαβαν να γράψουν την επίσημη ιστορία λαών με τους οποίους ήρθαν σε στενή επαφή οι Έλληνες μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Ο Μεγασθένης, διορισμένος σατράπης από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, έγραψε μια ιστορία της Ινδίας στα τέλη του 4ου αι. Με την Αίγυπτο ασχολήθηκε ο Εκαταίος από τα Άβδηρα στα χρόνια του Πτολεμαίου του Α΄ και στη συνέχεια ο Αιγύπτιος Μανέθωνας επί βασιλείας του Πτολεμαίου του Β΄, ενώ ο Σελευκίδης Αντίοχος ο Α΄ ανέθεσε στον ιερέα Βηρωσσό τη συγγραφή των Βαβυλωνιακῶν μια ιστορία του κόσμου με βάση ασσυριακές και βαβυλωνιακές πηγές.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (150-194)

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ
150 τί ἐστι; τί με καλεῖτε; ΟΙ. Α’ δεῦρ᾽ ἔλθ᾽, ἵνα πύθῃ
ὡς εὐτυχὴς εἶ καὶ μεγάλως εὐδαιμονεῖς.
ΟΙ. Β’ ἴθι δή, κάθελ᾽ αὐτοῦ τοὐλεὸν καὶ τοῦ θεοῦ
τὸν χρησμὸν ἀναδίδαξον αὐτὸν ὡς ἔχει·
ἐγὼ δ᾽ ἰὼν προσκέψομαι τὸν Παφλαγόνα.
155 ΟΙ. Α’ ἄγε δὴ σὺ κατάθου πρῶτα τὰ σκεύη χαμαί·
ἔπειτα τὴν γῆν πρόσκυσον καὶ τοὺς θεούς.
ΑΛ. ἰδού· τί ἐστιν; ΟΙ. Α’ ὦ μακάρι᾽, ὦ πλούσιε,
ὦ νῦν μὲν οὐδείς, αὔριον δ᾽ ὑπέρμεγας,
ὦ τῶν Ἀθηνῶν ταγὲ τῶν εὐδαιμόνων.
160 ΑΛ. τί μ᾽, ὦγάθ᾽, οὐ πλύνειν ἐᾷς τὰς κοιλίας
πωλεῖν τε τοὺς ἀλλᾶντας, ἀλλὰ καταγελᾷς;
ΟΙ. Α’ ὦ μῶρε, ποίας κοιλίας; δευρὶ βλέπε.
τὰς στίχας ὁρᾷς τὰς τῶνδε τῶν λαῶν; ΑΛ. ὁρῶ.
ΟΙ. Α’ τούτων ἁπάντων αὐτὸς ἀρχέλας ἔσει,
165 καὶ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν λιμένων καὶ τῆς πυκνός·
βουλὴν πατήσεις καὶ στρατηγοὺς κλαστάσεις,
δήσεις, φυλάξεις, ἐν πρυτανείῳ λαικάσεις.
ΑΛ. ἐγώ; ΟΙ. Α’ σὺ μέντοι· κοὐδέπω γε πάνθ᾽ ὁρᾷς.
ἀλλ᾽ ἐπανάβηθι κἀπὶ τοὐλεὸν τοδὶ
170 καὶ κάτιδε τὰς νήσους ἁπάσας ἐν κύκλῳ.
ΑΛ. καθορῶ. ΟΙ. Α’ τί δαί; τἀμπόρια καὶ τὰς ὁλκάδας;
ΑΛ. ἔγωγε. ΟΙ. Α’ πῶς οὖν οὐ μεγάλως εὐδαιμονεῖς;
ἔτι νυν τὸν ὀφθαλμὸν παράβαλλ᾽ εἰς Καρίαν
τὸν δεξιόν, τὸν δ᾽ ἕτερον εἰς Καρχηδόνα.
175 ΑΛ. εὐδαιμονήσω δ᾽, εἰ διαστραφήσομαι;
ΟΙ. Α’ οὔκ, ἀλλὰ διὰ σοῦ ταῦτα πάντα πέρναται·
γίγνει γάρ, ὡς ὁ χρησμὸς οὑτοσὶ λέγει,
ἀνὴρ μέγιστος. ΑΛ. εἰπέ μοι, καὶ πῶς ἐγὼ
ἀλλαντοπώλης ὢν ἀνὴρ γενήσομαι;
180 ΟΙ. Α’ δι᾽ αὐτὸ γάρ τοι τοῦτο καὶ γίγνει μέγας,
ὁτιὴ πονηρὸς κἀξ ἀγορᾶς εἶ καὶ θρασύς.
ΑΛ. οὐκ ἀξιῶ ᾽γὼ ᾽μαυτὸν ἰσχύειν μέγα.
ΟΙ. Α’ οἴμοι, τί ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὅτι σαυτὸν οὐ φῂς ἄξιον;
ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν.
185 μῶν ἐκ καλῶν εἶ κἀγαθῶν; ΑΛ. μὰ τοὺς θεούς,
εἰ μὴ ᾽κ πονηρῶν γ᾽. ΟΙ. Α’ ὦ μακάριε τῆς τύχης,
ὅσον πέπονθας ἀγαθὸν εἰς τὰ πράγματα.
ΑΛ. ἀλλ᾽, ὦγάθ᾽, οὐδὲ μουσικὴν ἐπίσταμαι
πλὴν γραμμάτων, καὶ ταῦτα μέντοι κακὰ κακῶς.
190 ΟΙ. Α’ τουτὶ μόνον σ᾽ ἔβλαψεν, ὅτι καὶ κακὰ κακῶς.
ἡ δημαγωγία γὰρ οὐ πρὸς μουσικοῦ
ἔτ᾽ ἐστὶν ἀνδρὸς οὐδὲ χρηστοῦ τοὺς τρόπους,
ἀλλ᾽ εἰς ἀμαθῆ καὶ βδελυρόν. ἀλλὰ μὴ παρῇς
ἅ σοι διδόασ᾽ ἐν τοῖς λογίοισιν οἱ θεοί.

***
ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ
[150] Τί έχουμε; Γιατί με φωνάζετε;
ΠΡ. Δ. Κόπιασε, για να μάθεις πως έχεις τύχη βουνό και η ευτυχία σου τρέχει απ᾽ τα μπατζάκια σου.
ΔΕ. Δ. Άιντε τώρα, κατέβασε από την πλάτη του τον πάγκο και ξήγησέ του τί γράφει ο χρησμός του θεού. Εγώ πάω μέσα για να παραφυλάω τον Παφλαγόνα. (Μπαίνει στο σπίτι).
ΠΡ. Δ. Έλα τώρα, ακούμπησε πρώτα τα σύνεργα και την πραμάτεια σου χάμω· ύστερα πέσε και προσκύνα τη γη και τους θεούς.
ΑΛΛ. Έγινε. Κι ύστερα;
ΠΡ. Δ. Βρε συ τυχερέ, βρε συ πλούσιε, βρε συ που
«μηδενικό ᾽σαι σήμερα
κι αύριο μεγάλος στους μεγάλους
ηγέτης στην Αθήνα μας την τρισευτυχισμένη!».
ΑΛΛ. [160] Δεν με παρατάς, ρε παλικάρι μου, να πλύνω τις κοιλιές και να πουλώ τα λουκάνικά μου — γιατί σπάζεις πλάκα με το χάλι μου;
ΠΡ. Δ. Τί κοιλιές κάθεσαι και μου λες, ρε βλάκα! (Δείχνει τους θεατές). Γιά κοίτα προς τα δω!
«Των λαών που στο θέατρο ήρθαν
τις πυκνές τις γραμμές δεν τις βλέπεις;»
ΑΛΛ. Τις βλέπω.
ΠΡ. Δ. Όλων αυτών θα γίνεις αυτοκράτορας, και της αγοράς και των λιμανιών και της Πνύκας· θα τσαλαπατήσεις τη βουλή, θα κουτσουρέψεις τους στρατηγούς, θ᾽ αλυσοδέσεις, θα μπουντρουμιάσεις, θα κάνεις το πρυτανείο μπουρδέλο.
ΑΛΛ. Εγώ;
ΠΡ. Δ. Αμ ποιός άλλος; κι ακόμα ούτε τα μισά δεν είδες. Γιά ξανανέβα πάνω στον πάγκο σου
[170] κι αγνάντεψε όλ᾽ αυτά τα νησιά που σχηματίζουν κύκλο.
ΑΛΛ. Τα βλέπω.
ΠΡ. Δ. Και τ᾽ άλλα; Τα εμπορικά λιμάνια και τις μαούνες;
ΑΛΛ. Εντάξει.
ΠΡ. Δ. Δεν σου ᾽λεγα λοιπόν ότι η ευτυχία τρέχει απ᾽ τα μπατζάκια σου; Κι ακόμα, που λες, ρίξε το μάτι σου το δεξί κατά τη Μικρασία (δείχνει ανατολικά) και τ᾽ άλλο κατά την Καρχηδόνα (δείχνει προς τη δύση).
ΑΛΛ. Πώς, πώς, η ευτυχία θα τρέχει απ᾽ τα μπατζάκια μου, αν γίνω αλλήθωρος!
ΠΡ. Δ. Κάθε άλλο· ίσα-ίσα όλ᾽ αυτά θα τα βγάλεις στο σφυρί. Γιατί το γράφει τούτος εδώ ο χρησμός, γίνεσαι ο πιο μεγάλος πολιτικός μας άντρας.
ΑΛΛ. Και δεν μου λες, πώς εγώ, ένας σαλαμοπουλητής, θα γίνω μέγας ανήρ;
ΠΡ. Δ. [180] Μα για τούτο ακριβώς γίνεσαι μέγας ανήρ, επειδή είσαι χαμένο κορμί, παιδί της πιάτσας, μούτρο.
ΑΛΛ. Να μου λείπουν τα μεγαλεία! Δεν είμαι άξιος γι᾽ αυτά.
ΠΡ. Δ. Αλίμονό μου, τί σε κάνει να λες ότι δεν τ᾽ αξίζεις; Ψυλλιάζομαι ότι κάτι τίμιο κρύβεις μες στην ψυχή σου. Μήπως οι γονιοί σου ήταν καθώς πρέπει και τίμιοι άνθρωποι;
ΑΛΛ. Μά τους θεούς, ήταν του σκοινιού και του παλουκιού.
ΠΡ. Δ. Μη βασκαθείς για την τύχη σου — τα ᾽χεις με το παραπάνω τα προσόντα του κυβερνήτη.
ΑΛΛ. Γιά σιγά, λεβεντιά μου· εγώ καλά-καλά ούτε μόρφωση πήρα· μόνο γραφή κι ανάγνωση έμαθα, κι αυτά κουτσά στραβά.
ΠΡ. Δ. [190] Μόνο αυτό γράφεται στο παθητικό σου, ότι τα ᾽μαθες, έστω και κουτσά στραβά. Γιατί το κομματαρχιλίκι δεν χρειάζεται μόρφωση και χαρακτήρα, αλλά αγραμματοσύνη και παλιανθρωπιά. Όμως μην αφήσεις να φύγουν απ᾽ τα χέρια σου όσα σου δίνουν οι θεοί — καταπώς τα λένε οι χρησμοί.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Κηφισός, Κλάδεος, Κωκυτός

Κηφισός (κοντά στην Ελευσίνα)

α) Όταν Αθηνά και Ποσειδώνας ανταγωνίζονταν για την προστασία του βασιλείου του Άργους προσέτρεξαν στους ποταμούς Ίναχο, Αστερίωνα και Κηφισό, για να διαιτητεύσουν στη διαμάχη. Η ετυμηγορία ευνόησε τη θεά και ο Ποσειδώνας, οργισμένος, αποτράβηξε τα νερά από ολόκληρη την περιοχή, με αποτέλεσμα να ρέει νερό στους τρεις ποταμούς, μόνον όταν εκείνος αποφάσιζε να ρίξει βροχή.
 
β) Τόπος όπου η Δήμητρα βρήκε καταφύγιο κοντά στον βασιλιά Φίταλο, τον οποίο, ανταμείβοντάς τον για τη φιλοξενία του, μύησε στην καλλιέργεια της συκιάς.
 
γ) Μερικές εκδοχές αναφέρουν τον Κηφισό ως το μέρος όπου ο Δευκαλίων και η Πύρρα πήραν χρησμό από τη Θέτιδα για το πώς ο ελλαδικός χώρος θα αποκτούσε ξανά κατοίκους μετά τον κατακλυσμό.
 
γ) Καρπός της ένωσης του Κηφισού με τη Νύμφη Λειριόπη, που την αγκάλιασε μέσα στα κύματά του, ήταν ο Νάρκισσος.
 
δ) Μαζί με τον Ιλισσό καταλαμβάνουν τα δύο άκρα στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα, συνιστώντας γεωγραφικά στίγματα της διαμάχης Ποσειδώνα και Αθηνάς για την κυριαρχία του ενός ή του άλλου στην Αθήνα.
 
ε) Δεν είναι σαφές αν το άγαλμα που περιγράφει ο Παυσανίας κοντά στον Κηφισό στην Αττική, « του γιου της Μνησιμάχης που κόβει τα μαλλιά του για τον Κηφισό» (1.37.3) αφορά μυθική ή ιστορική μορφή. Σε κάθε περίπτωση, ο Παυσανίας καταγράφει την τελετουργική συνήθεια να προσφέρονται μαλλιά στους τοπικούς ποταμούς κυρίως ως έκφραση ευχαριστίας για τη φροντίδα τους.
 
Κλάδεος (Πελοπόννησος)
 
Προσωποποιημένοι σε άνδρες οι ποταμοί Αλφειός και Κλάδεος καταλαμβάνουν ξαπλωμένοι τα δύο άκρα στο ανατολικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία (470-456 π.Χ.). Ο Κλάδεος ήταν μικρός ποταμός με λίγο νερό που περνούσε από την Ολυμπία ρέοντας από βορρά προς νότο κατά μήκος του ιερού άλσους. Χυνόταν στη δεξιά όχθη του Αλφειού αποτελώντας τα φυσικά δυτικά όρια της μικρής κοιλάδας της Ολυμπίας. Έτσι, Κλάδεος και Αλφειός οριοθετούσαν τον ιερό χώρο της Ολυμπίας, και του αετώματος, και τον υποδεικνύουν με την παρουσία τους. Όμως, η παρουσία του πορσωποποιημένου ποταμού δικαιολογείται και από το γεγονός ότι στο ανατολικό αέτωμα παριστάνεται η προετοιμασία του αγώνα αρματοδρομίας ανάμεσα στον Οινόμαο και τον Πέλοπα με έπαθλο την κόρη του πρώτου Ιπποδάμεια. Η αρματοδρομία άρχιζε από τον ποταμό Κλάδεο.
 
Κωκυτός
 
Μία από τις κόρες του Κωκυτού ήταν η Νύμφη Μίνθη, την οποία σκότωσε η Περσεφόνη, γιατί την έπιασε στο κρεβάτι του Πλούτωνα. Η βασίλισσα του κάτω κόσμου ποδοπάτησε τη νύμφη μέχρι που το σώμα της διαλύθηκε, και το οποίο όμως ανέδιδε μια δυνατή ευωδιά, την ευωδιά της κηπαίας μίνθης (=μέντας), που από μερικούς ταυτίζεται με τον δυόσμο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Περσεφόνη παραπονέθηκε στη μητέρα της Δήμητρα, και αυτή μεταμόρφωσε τη Μίνθη στο ομώνυμο φυτό που φύεται στο ομώνυμο βουνό στην περιοχή της Ολυμπίας. Ο Στράβων αναφέρει ότι στο βουνό αυτό υπήρχε ναός του Αδη και άλσος αφιερωμένο στη Δήμητρα:
 
πρὸς ἕω δ᾽ ἐστὶν ὄρος τοῦ Πύλου πλησίον ἐπώνυμον Μίνθης, ἣν μυθεύουσι παλλακὴν τοῦ Ἅιδου γενομένην πατηθεῖσαν ὑπὸ τῆς κόρης εἰς τὴν κηπαίαν μίνθην μεταβαλεῖν, ἥν τινες ἡδύοσμον καλοῦσι. καὶ δὴ καὶ τέμενός ἐστιν Ἅιδου πρὸς τῷ ὄρει τιμώμενον καὶ ὑπὸ Μακιστίων, καὶ Δήμητρος ἄλσος ὑπερκείμενον τοῦ Πυλιακοῦ πεδίου. (Στρ. 8.3.14)
 

Η Πραγματική Εμπειρία

Η Πραγματική Εμπειρία είναι σιωπή του νου, ούτε χωράει σε λόγια, ούτε χρειάζεται τα λόγια… υποδεικνύει την σιωπή και δράσεις που οδηγούν στην σιωπή… Όταν γίνεται διδασκαλία, όταν οδηγεί σε δραστηριότητες του νου, σε άλλους σκοπούς τότε είναι μόνο εμπειρία του νου.
 
Όταν η Εμπειρία δεν είναι ολοκληρωμένη, Τελειωτική, Μόνιμη, Ζωντανή Κάθε Στιγμή, γίνεται μνήμη, διδασκαλία, λόγια, κι ικανοποιεί μόνο το νου κι όσους ικανοποιούνται μόνο από τον νου.
Εξαιρετική πνευματική ικανότητα χωρίς «καθοδήγηση» μπορεί να οδηγήσει σε πνευματικό εγωισμό, σε λάθους δρόμους και λάθος δράσεις… μόνο η ταπεινότητα, η ανιδιοτέλεια, κι η παραίτηση από όλες τις επιθυμίες μπορεί να μας προστατέψει…
Η σκέψη, όταν δεν έχει στόχο το Πέρασμα Πέραν της σκέψης, στην Απεραντοσύνη της Ύπαρξης που δεν έχει όρια, ή διαχωρισμούς, μπορεί να οδηγήσει σε λάθος κατευθύνσεις που εκλαμβάνονται σαν αληθινές.
Η Πραγματική Εμπειρία είναι Πολύτιμη ακόμα κι όταν μοιάζει απλή και φτωχή… είναι ακριβώς ο νους που ντύνει την Εμπειρία με Μυστήριο ή την παριστάνει με θαυμαστές περιγραφές… αλλά αυτό δεν είναι η Πραγματική Εμπειρία, αλλά οι φαντασίες του νου.
Η Απελευθέρωση δεν είναι κάτι που μπορεί να επιδιώξει κάποιος για τον εαυτό του, μήτε κάτι που μπορεί να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του… Είναι η Εμπειρία της Ενότητας της Ύπαρξης που Αυθόρμητα μοιράζεται με όλους μέσα από τους δρόμους της Αγάπης, της Προσφοράς, και της Θυσίας.
Η Εμπειρία της Πραγματικότητας είναι πέρα από όλα… δεν έχει σχέση με κοσμικούς σκοπούς… δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε σαν Γνώση, ούτε σαν Εξουσία, ούτε σαν Κέρδος, είναι Αγάπη που μοιράζεται στα ίσα προς όλους, κι ενώ μοιράζεται παραμένει Ανεξάντλητη στην Ουσία της.
Αν όλες οι κοσμικές επιθυμίες, επιδιώξεις, και δραστηριότητες, δεν παραμεριστούν, δεν μπορείς να βρεις το Μονοπάτι που Οδηγεί στο Αληθινό… Αν όλες οι δραστηριότητες της σκέψης δεν εγκαταλειφθούν δεν μπορείς να Μπεις στον Ιερό Χώρο της Πραγματικότητας… Αν κάθε διάκριση από αυτό που «Είναι» δεν σταματήσει δεν μπορείς να Γευτείς την Αιωνιότητα.
Να φροντίζεις πάντα να έχεις Φίλους, με τους οποίους να μπορείς να μοιράζεσαι τα πάντα, μην επιδιώκεις πνευματική εξουσία, μήτε να έχεις μαθητές, ή θαυμαστές, ακόμα κι αν μόνο εσύ κατέχεις τη Γνώση στη γη… Είναι καλύτερα να είσαι ίσος ανάμεσα σε ίσους, γιατί αυτοί θα σε τιμήσουν πραγματικά… οι «οπαδοί» είναι βέβαιο πως θα σε ζηλέψουν, θα σε αρνηθούν και θα καταστρέψουν ό,τι καλό προσπαθείς να κάνεις.
Αν έστω και για μια στιγμή, όσο διαρκεί μια ανάσα, πιστέψεις ότι κατέχεις κάτι, ότι είσαι κάτι, ότι είσαι ανώτερος από τους άλλους, είσαι ακόμα σε μεγάλο σκοτάδι… στο Φως της Αλήθειας, διαλύονται όλες οι σκιές, όλες οι αυταπάτες… υπάρχει μονάχα Ελευθερία, Γαλήνη, Ειρήνη, Αγάπη και Καλοσύνη.

Μέχρι κι η αγάπη κουράζεται, όταν την κακομεταχειρίζεσαι

Απόψε η καλύτερη απάντηση είναι η σιωπή.
Και κάθε απόψε…
Τα λόγια της φτώχυναν, μαζί με αυτά και οι πράξεις της πια.
Δεν έχει κουράγιο να προσπαθήσει να σώσει τίποτε.
Γιατί δεν σώζεται τίποτα πια.
Κουράστηκε ακόμα και η αγάπη.
Κι αν κάποτε σου έλεγε ότι μόνο η αγάπη αρκεί διαψεύστηκε πανηγυρικά. Δεν φτάνει μόνο η αγάπη. Ακόμα κι αυτή θέλει πράξεις.

Κι αν κάποτε σου έλεγε ότι δεν θα κουραστεί ποτέ, ήταν γιατί δεν πίστευε ότι θα φτάσει σε αυτό το σημείο.
Να κουραστεί να αγαπάει. Να σταματήσει να αισθάνεται.
Ακόμα σκέφτεται πως είναι δυνατόν να νιώθει έτσι; Ένα απόλυτο κενό. Έργο δικό σου το αποτέλεσμα.
Κατάφερες να παγώσεις την καρδιά ενός ανθρώπου που καιγόταν μόνο για σένα.
Λες και υπήρχε διακόπτης που το πάτησε και ξαφνικά όλα χάθηκαν.
Χάθηκε ο έρωτας χάθηκε η αγάπη,. Όλα έγιναν καπνός. Δεν θα άντεχε. Ήταν θέμα χρόνου τελικά. Χαζές  δικαιολογίες, ακόμα πιο χαζές συμπεριφορές. Τελείωσαν και οι δικαιολογίες μα και η ανοχή πια.

Την παρατηρώ...
Ούτε γελάει αλλά ούτε κλαίει .
Το δεύτερο με νοιάζει πιο πολύ. Δεν θέλω να βλέπω τα μάτια της άλλο δακρυσμένα.
Για το γέλιο δεν ανησυχώ. Θα ξαναγυρίσει στα χείλη της σύντομα. Την ξέρω.
Είναι η δεύτερη φύση της. Δεν μπορεί χωρίς να γελάει. Είναι αδύνατον. Θα χαμογελάσει πάλι λοιπόν αλλά θα είναι γέλιο διαρκείας όχι με ημερομηνία λήξης.
Θα είναι γέλιο καρδιάς όχι βεβιασμένο.
Θα έχει το γέλιο σαν αυτό που την πρωτογνώρισες. Σαν αυτό που ερωτεύτηκες και ζήλεψες και το έβαλες σκοπό να της το κλέψεις. Και τα κατάφερες. Αλλά άνθρωπος που από τη φύση του είναι χαμογελαστός, πάντα το γέλιο θα γυρνάει στα χείλη του όσες φορές κι αν το χάσει. Κι εσύ και οποιοσδήποτε άλλος ζει με δανεικά και κλεμμένα χαμόγελα, είστε χαμένοι από χέρι.

Τελικά ακόμα και η αγάπη κουράζεται…

Αντέχουμε υπερβολικά πολύ∙ αυτό είναι το πρόβλημα

«Μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, αρκεί να το θελήσεις», «Αν σ’ αγαπήσεις πολύ, θα το κάνουν κι όλοι οι άλλοι», «Δεν υπάρχει “δεν μπορώ”, υπάρχει μόνο “δε θέλω”»∙ και κάπως έτσι, με νουθεσίες και προτροπές (μα φυσικά για το καλό μας) χτίσαμε γενιές ανθρώπων που υποτίθεται πως θα ‘πρεπε να νοιάζονται μόνο για το τομαράκι τους, που πίστεψαν πως όντως εκείνοι είναι παντοδύναμοι κι έτσι έκαναν την αγάπη καταναγκαστικό έργο, πρόσχημα κι υποχρέωση, μόνο απέναντι στον εαυτό τους.

Κι αφού όλοι μας μίλησαν για προσωπική αγάπη, αλλά σχεδόν κανείς για αυτοσεβασμό κι αυτοεκτίμηση, έτσι κι εμείς μάθαμε να μας αγαπάμε -ή αυτό νομίζουμε τουλάχιστον πως κάνουμε. Και τα καταφέραμε καλά στεκούμενοι στην επιφάνεια αυτού του στόχου μας. Την αγαπάμε –θαρρούμε– την αφεντιά μας κι ακόμα κι όταν την πληγώνουμε είναι για να μην της χαλάσουμε χατίρι –μας πείθουμε–, για να μην της πούμε «όχι», για να περάσει το δικό της, κι ας είναι στην τελική για κακό δικό μας.

Ο εγωισμός μας οδηγεί και μας καθορίζει κι εμείς τον φωνάζουμε χαϊδευτικά «αξιοπρέπεια» για να ξεμπερδεύουμε από ενοχλητικές ετικέτες. Κι ύστερα, όταν πέσουμε στους λάκκους που μόνοι μας ανοίξαμε από ένα γινάτι μας ή μια λάθος εκτίμηση, σπεύδουμε να κατηγορήσουμε τους άλλους, να πούμε πως εκείνοι μας έβαλαν τρικλοποδιά και να προβάλλουμε για πειστήριο τη δήθεν άγνοια κι αθωότητά μας.

Ένα βλέμμα κουταβίσιο και μια προσποιητή αντιληπτική ανικανότητα, μια ύπουλη πονηράδα των άλλων που μας εξαπάτησαν αντί να μας εκτιμήσουν, οτιδήποτε –ακόμα κι αν μας προσβάλλει– αρκεί να αποποιηθούμε κάθε ευθύνη που μας αναλογεί. Για επιπλέον ντοκουμέντα τρέχουμε να ξεκρεμάσουμε απ’ τον τοίχο μας το πιστοποιητικό του «θύματος», επικυρωμένο και με σφραγίδα από παλιές πληγές –ή απλώς κι άλλες ξεροκεφαλιές μας– που όλως παραδόξως σαν να μας ανακουφίζει πού και πού απ’ την υπαιτιότητά μας.

Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε τόσο αθώοι, ξέραμε τα πάντα για το έγκλημα, αφού εμείς το σχεδιάσαμε ή έστω εμείς προσεγγίσαμε το δολοφόνο. Κι όχι, δεν έχουμε απαραίτητα τάσεις αυτοκαταστροφής, ούτε θέλαμε να το φάμε το καλοχτενισμένο μας κεφαλάκι, απλώς περιμέναμε κι ελπίζαμε τα πράγματα να ‘ρθουν αλλιώς. Κλείναμε μάτια κι αφτιά και μας απαγορεύαμε να σκεφτούμε τι θα γινόταν αν πέφταμε έξω, αν οι πιθανότητες δεν ήταν υπέρ μας, αν ο σκηνοθέτης δε φύλαγε τις πιο φωτογενείς σκηνές για μας.

«Εμείς είμαστε καλύτεροι, εξυπνότεροι, θα τα καταφέρουμε. Την αξίζουμε εκείνη την ευτυχία που κάποτε ίσως και φευγαλέα να αγγίξαμε, αλλά να την προσπεράσαμε συνειδητά για κάποια πιο γκλαμουράτη. Κι αφού την αξίζουμε, θα τη συναντήσουμε. Όχι εκεί που η ίδια συχνάζει. Σιγά μη λοξοδρομήσουμε και μπλέξουμε στην κίνηση για χάρη της. Θα ‘ρθει εκείνη να μας βρει -κι ας την περιμένουμε στο πιο λάθος μέρος». Κάπως έτσι, αφελώς κι επικινδύνως εγωιστικά, μας καθησυχάζαμε.

Με την ίδια κακομαθημένη κι υπεροπτική λογική, κι όλη την ειρωνεία που χωρά εκείνο το αυτομαστίγωμα που λογαριάζουμε για χάδι, μας στριμώχνουμε και μας πιέζουμε. Απαιτούμε πολλά από μας –υπερβολικά πολλά, υπερβολικά δύσκολα– και δε μας επιτρέπουμε να εγκαταλείψουμε τον αγώνα, ούτε καν μια στάση για νερό, ακόμα κι αν τα γόνατά μας δε μας κρατάνε πια, ακόμα κι αν δε μας περιμένει κανείς στη γραμμή του τερματισμού, ούτε καν μια τιμητική πλακέτα.

Μας εξαντλούμε από εγωκεντρισμό κι ισχυρογνωμοσύνη. Μας βάζουμε σε λάθος ρόλους κι ακατάλληλες σχέσεις κι ύστερα δε μας επιτρέπουμε να κάνουμε βήμα πίσω -θα χαρακτηριστεί δειλία, τι ντροπή σε μια εποχή θαρραλέων! Μόνο μπροστά λοιπόν κι ας πηγαίνουμε κατευθείαν προς τον γκρεμό, με μάτια ορθάνοιχτα που όμως βλέπουν μονάχα αυτό που θα ‘θελαν να δουν.

Θα μείνουμε μέχρι να μας διώξουν, μέχρι να πέσουμε, γιατί τάχα δεν είχαμε άλλη επιλογή, ή ιδανικότερα μέχρι να μας ρίξουν οι άλλοι. Έτσι θα ‘μαστε και πάλι τα θύματα, τα καλά παιδιά, οι αθώοι, εκείνοι που όλοι θα θελήσουν να παρηγορήσουν, εκείνοι που κανείς δε θα δείξει με το δάχτυλο, κανείς δε θα τολμήσει να κατηγορήσει.

Ας φάμε τα μούτρα μας, λοιπόν, ας γδαρθούμε κι ας τσαλαπατηθούμε, αρκεί να ‘χουμε μετά δυο γρατσουνιές σε εμφανή σημεία για ελαφρυντικά. Θα τις φωτίσουμε με νέον προβολείς, θα τις κάνουμε παράσημα κι αποδεικτικά αθωότητας, θα τις διαφημίσουμε για τον ηρωισμό μας κι εκείνες ίσως γίνουν αργότερα το καλύτερο άλλοθι για την πιο κωλοπαιδίστικη συμπεριφορά μας. Κάποτε ήμασταν, βλέπεις, υπερβολικά ανεχτικοί.

Ίσως, τελικά, να καταφέρναμε να μας προστατεύσουμε μονάχα αν μας αγαπούσαμε -αγάπη αληθινή, όχι καταπιεστική ψευδαίσθηση. Ίσως ο εγωισμός αυτός –που συμφωνήσαμε να τον φωνάζουμε «αγάπη για τον εαυτό μας» για να μη μας πέφτει τόσο βαρύς στο στομάχι– που δε δέχεται την άρνηση και την παραίτηση, που δεν αναγνωρίζει τα λάθη και τις αδυναμίες και δεν πιστεύει κανένα «δεν μπορώ» (ακόμα κι αν αυτό ντύνεται με δάκρυα, απελπισία κι ουρλιαχτά) να μοιάζει περισσότερο με μίσος απέναντί μας.

Ίσως να μη μας χρωστάμε, τελικά, περισσότερη αντοχή, μοναχά ειλικρινή αγάπη και κυρίως μπόλικη κατανόηση -των αδυναμιών και των ορίων μας. Ίσως πρέπει κάποτε να χωνέψουμε πως ενίοτε τα «φεύγω» είναι πιο ηρωικά, όταν στα «μένω» ασφυκτιούμε και στο τέρμα της εξόδου μας περιμένει καθαρός αέρας. Τα «δεν μπορώ» δεν είναι απαραίτητα δειλά, μα ίσως και περισσότερα θαρραλέα απ’ τα «θα μπορέσω, ακόμα κι αν χάσω εμένα για να τα καταφέρω». Εξάλλου, ό,τι πιέζεται, είτε στριμώχνεται είτε χαλάει, σίγουρα πάντως δεν έχει το χώρο να αναπνεύσει.

Μας οφείλουμε μια αγάπη ελεύθερη, που καταλαβαίνει και δικαιολογεί, που υποχωρεί κι αποχωρεί αν χρειαστεί, που δεν καταπιέζει, ούτε εκδικείται, μια αγάπη αυθεντική.

Κι όλες αυτές οι φλυαρίες χωράνε σε δύο γραμμές του Μπρεχτ: «Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ».

Στη ζωή, μετράνε οι παρόντες στην πράξη, όχι στα λόγια

Παρών. Βαριά λέξη, ασήκωτη!
Όχι τόσο στο να την πεις, στο να την εφαρμόσεις κυρίως.
Είτε το γράψεις με όμικρον είτε με ωμέγα, ο κοινός παρονομαστής και των δύο είναι ένας, το τώρα!
Αυτό αντιπροσωπεύουν.
Παρόν ίσον τώρα! Δεν υπάρχει σε αυτό ούτε αόριστος, ούτε μέλλοντας..
Πού είσαι στο παρόν μου; Ναι, είναι μέρα και ώρα για παρουσίες.
Είσαι εδώ; με ακούς; μου μιλάς; γελάς με τα αστεία μου;
Με τις πιο σοβαρές καταστάσεις τι κάνεις; πως διαχειρίζεσαι τα στραβά της καθημερινότητας;
Θέλει κόπο και τρόπο η παρουσία.. Και κυρίως θέλησή …
Δεν μπορείς να την εκβιάσεις, ούτε να την απαιτήσεις.
Μπορεί να μας θλίβουν απουσίες ωστόσο οι παρουσίες είναι αυτές που μας καθορίζουν  και οι δικές μας στις ζωές των άλλων και των άλλων στη δική μας ζωή.
Τι να κάνεις την παρουσία κάποιου, αν δεν είναι εκεί όταν την χρειάζεσαι περισσότερο;
Τίποτα δεν έχει να σου προσφέρει ένα επιλεκτικό ή μερικό ενδιαφέρον.
Αν ο άλλος δεν μπορεί να σου προσφέρει το παρών του σε όλα τα χρώματα της ζωής σου, φωτεινά και μουντά, πολύχρωμα η σκοτεινά τότε σε τι ωφελεί η δήθεν παρουσία του άραγε.
Μπορεί να μην σου αρέσει αυτός ο όρος, άλλα ουσιαστικά αυτό ακριβώς είναι.
Μια ψεύτικη σκιά που ταιριάζει με το σκοτάδι αλλά χάνεται στο φως.
Ένα αδιάκοπο παρόν και ενδιαφέρον χρειαζόμαστε.
Όχι ανθρώπους να μας καλύπτουν μερικώς τα κενά και τα δικά μας και τα δικά τους.
Ένα χέρι, μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα που μπορούν να μας τραβήξουν μπροστά.
Ταξίδι η ζωή και σε αυτό μετρούν οι συνοδοιπόροι και όχι οι guest star”.
Μη στέκεσαι λοιπόν σε απουσίες.
Τις παρουσίες να μετράς και να τιμάς.
Αυτές είναι η ουσία και η δύναμη σου
Σε όλα και για όλα…

Ριγμένος σε μια θορυβώδη και πληβεία εποχή

Να ζεις με τρομερή και περήφανη αταραξία· πάντοτε εκείθεν.

– Να έχεις και να μην έχεις τα αισθήματά σου, τα υπέρ και τα κατά σου, κατά βούληση, να αφήνεσαι να τα έχεις και να κάθεσαι πάνω τους όπως πάνω σε άλογα, συχνά όπως σε γαϊδάρους – γιατί πρέπει να ξέρεις να χρησιμοποιείς την ηλιθιότητά τους τόσο καλά όσο και τη φωτιά τους. Να κρατάς τα τριακόσια πρώτα πλάνα σου, αλλά και τα μαύρα γυαλιά σου: γιατί υπάρχουν περιπτώσεις όπου κανένας δεν πρέπει να κοιτά μέσα στα μάτια σου, κι ακόμη λιγότερο στους “λόγους” σου. Και να διαλέγεις για παρέα εκείνο το ευδιάθετο και μπερμπάντικο ελάττωμα, τη φιλοφροσύνη. Και να μένεις κύριος των τεσσάρων αρετών σου, του θάρρους, της διανοητικής διόρασης, της συμπάθειας, της μοναξιάς. Γιατί η μοναξιά είναι σε μας αρετή: είναι μια έξοχη ορμή και κλίση για καθαρότητα, που μαντεύει ότι κάθε επαφή μεταξύ ανθρώπων – “στην κοινωνία” – πρέπει αναπόφευκτα να είναι ακάθαρτη.

 Κάθε κοινότητα σε κάνει κάπως, κάπου, κάποτε – “κοινό”.

“Τι σου συνέβη όμως;”

 – “Δεν ξέρω”, απάντησε εκείνος διστακτικά· “ίσως πέταξαν οι Άρπυιες πάνω από το τραπέζι μου”.

Συμβαίνει συχνά σήμερα ένας άνθρωπος ήπιος, μετρημένος, επιφυλακτικός, να ξεσπάει ξαφνικά με μανία, να σπάζει τα πιάτα, να αναποδογυρίζει το τραπέζι, να φωνάζει, να λυσσά, να προσβάλλει τους πάντες – και στο τέλος να πηγαίνει στην άκρη, ντροπιασμένος, οργισμένος με τον εαυτό του – που; γιατί;

 Για να πεθάνει της πείνας μόνος του;

 Για να πνιγεί στις αναμνήσεις του;

 – Όποιος έχει τις επιθυμίες μιας ανώτερης εκλεκτικής ψυχής και μόνο σπάνια βρίσκει το τραπέζι του στρωμένο και το φαγητό του έτοιμο, θα αντιμετωπίζει πάντα μεγάλο κίνδυνο: σήμερα όμως ο κίνδυνος αυτός έχει γίνει εξαιρετικός. Ριγμένος σε μια θορυβώδη και πληβεία εποχή, με την οποία δεν θέλει να φάει από το ίδιο πιάτο, μπορεί εύκολα να πεθάνει από πείνα και δίψα ή, αν ενδεχομένως “συμμετάσχει”, να χαθεί από ξαφνική αηδία.

 – Έχουμε φάει ήδη όλοι σε τραπέζια στα οποία δεν ανήκαμε· και ακριβώς οι πνευματικότεροι από μας, που είναι και δυσκολότερο να τραφούν, γνωρίζουν εκείνη την επικίνδυνη δυσπεψία, που προέρχεται από μια ξαφνική διόραση κι απογοήτευση για το φαγητό και τους συνδαιτυμόνες μας – την αηδία του απόδειπνου.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

Ο πνευματικός άνθρωπος

Πνευματικός άνθρωπος είναι ο φιλοσοφικά συγκροτημένος και καλλιεργημένος σε βάθος.
Ο άνθρωπος του πνεύματος θεωρείται ο αντίποδας του ανθρώπου της πράξης. Αυτό όμως δεν είναι αναγκαστικά απόλυτο. Ωστόσο είναι πραγματικότητα ότι ο θεωρητικός άνθρωπος των ιδεών και των φιλοσοφικών προβληματισμών διαφέρει ριζικά από τον πρακτικό άνθρωπο των συνεχών υποθέσεων και της βιομέριμνας.

 Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι εξωστρεφής και κοινωνικός (με πολλές διαπροσωπικές σχέσεις), αλλά αποξενωμένος κι απόμακρος, έχει μεγαλύτερη φήμη κα εκτίμηση, παρά όταν τον γνωρίσει κανείς από κοντά. Τότε ’’χάνει κάπως τα νερά’’ του και τα θέλγητρά του – εκτός βέβαια από κάποιες χτυπητές εξαιρέσεις που αφορούν συνήθως πολιτικά πρόσωπα.

 Ο πνευματικός άνθρωπος έχει λεπτά κι ευγενικά αισθήματα, οξυδέρκεια και ψυχολογική ικανότητα, προσέχει τη λεπτομέρεια, ερευνά το βάθος και τις αιτίες των γεγονότων και διορθώνει με τη μελέτη και την κριτική του σκέψη την κοσμοθεωρία του.

 Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον πνευματικό άνθρωπο και στον πνευματώδη. Αλλά ας παρακολουθήσουμε μερικές ιδέες σχετικές με το πνεύμα, την πνευματική καλλιέργεια, το πνευματικό έργο, τους διανοούμενους και τους πνευματώδεις.

Τα διαπιστευτήρια του πνευματικού ανθρώπου είναι η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα, δηλαδή η ανοχή της διαφορετικότητας του άλλου (έστω κι αν αντιπαθεί τις ιδέες και τις πράξεις του). Πειθαρχεί στο στωϊκό: “ΑΝΕΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΧΟΥ”. Γιατί ξέρει πως ζει σε κοινωνία όπου ‘’Το λάθος των πολλών θεσμοθετεί Δίκαιον’’ (Error communis facit jus) κατά τον Ρωμαϊκό Κώδικα!…

 Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι ερευνούν τους χώρους του πνεύματος, ενώ στην πραγματικότητα περιπλανιούνται μονάχα μέσα σ’ αυτούς. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι ευγενικός, αλλά όχι εθιμοτυπικός. Συγχρωτίζεται με όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά διατηρεί τον ατομικό ζωτικό του χώρο. Η γνώση και η εμπειρία αυξάνουν την ευφυΐα (I.Q) του ατόμου και αυτό έχει θετικές επιπτώσεις στον χαρακτήρα. Αλλά η συντήρηση και η ενίσχυση αυτού του φωτός γίνεται από την παιδεία με πρωτεργάτη το δάσκαλο.

 Ο απαίδευτος είναι ο άνθρωπος που δεν ολοκλήρωσε τις προδιαγραφές του είδους του. Στο φως της ψυχαναλυτικής κριτικής, ο απαίδευτος παρουσιάζει παιδικές αντιδράσεις ακόμα και στην ηλικία της ωριμότητας. Και ιδιαίτερα οι αντιδράσεις του προσδιορίζονται από το εξωτερικό περιβάλλον. Δεν μπορεί να σκεφτεί και να μιλήσει σωστά` αλλά δεν μπορεί και να σιωπήσει με σύνεση. Μόνο μικρά νομίσματα έχει στην τσέπη του ο φτωχός` μόνο μικρές ιδέες έχει στο κεφάλι του ο απαίδευτος. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλοί που είναι χειρότεροι απ’ τους απαίδευτους: αυτοί που χρειάστηκαν πολλές σπουδές για να μείνουν αμόρφωτοι…

 Ο πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος με την ώριμη λογική, αφού το λογικό αναπτύσσεται στο άτομο σύμφωνα με το ποσοστό των γνώσεών του. Παράλληλα όμως με την ωρίμανση της λογικής, η παιδεία πρέπει ν’ αποβλέπει και στην ωρίμανση του συναισθήματος. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο φαινόμενο από τον πολυμαθή που έχει συναισθήματα μικρού παιδιού. Η συναισθηματική ενηλικίωση δεν συμβαδίζει – δυστυχώς – με τη διανοητική ενηλικίωση. Κι αυτό είναι μια πηγή δυστυχίας στη ζωή. Η πολυμάθεια εξάλλου δεν προσφέρει τίποτε αν δεν έχει για εσωτερικό στόχο την ανάπτυξη της κρίσης και για εξωτερικό στόχο την ανθρωπιστική συμπαράσταση. Τελικά, όπως σωστά έχει ειπωθεί, μόρφωση είναι εκείνο που μένει, όταν ξεχάσει κανείς εκείνα που ξέρει.

 Ο πνευματικός άνθρωπος (ο στοχαστής, ο επιστήμονας, ο φιλόσοφος, ο συγγραφέας, ο άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης) βλέπει ως πράξη και αποστολή του τον ’’θεωρητικό βίο’’. Αναλίσκει τη ζωή του στην υπηρεσία της διάνοιας και του συναισθήματος. Όταν οι άλλοι άνθρωποι συναλλάσσονται πρακτικά μέσα στην αγορά ή διασκεδάζουν σε κέντρα και συγκεντρώσεις, όταν ακόμα αναπαύονται ή κοιμούνται, αυτός μέσα στη μοναξιά του γραφείου ή του εργαστηρίου του, δοσμένος στις σκέψεις του, στις εμπνεύσεις του, στα οράματά του και στη δημιουργική του φαντασία, πλάθει και διαμορφώνει το έργο του για να το προσφέρει στους συνανθρώπους του. Προσφορά τεράστια – σε ορισμένες περιπτώσεις – που οφείλεται στην εργατικότητα και τη θυσία μιας ολόκληρης ζωής. Δεν είναι εύκολος ο στοχασμός και ο λόγος` δεν είναι εύκολη η τέχνη και η δημιουργία` δεν είναι εύκολη η επιστήμη και η εφευρετικότητα. Ίσως είναι κάτι πιο δύσκολο απ’ την πολιτική πράξη. Και ίσως αυτού να οφείλεται η μεγάλη αριθμητική υπεροχή των ανθρώπων της πράξης και της πολιτικής (μαζί με τους πολιτικολογούντες) σε σύγκριση με τους γνήσιους πνευματικούς ανθρώπους (μαζί με τους φιλό-σοφους και φιλό-τεχνους).

Ο πνευματικός άνθρωπος έχει καλή παιδεία, αλλά γνωρίζει κιόλας ότι ‘’ η πολυμάθεια δεν σε κάνει και μυαλωμένο’’ (“ΠΟΛΥΜΑΘΙΗ ΝΟΟΝ ΕΧΕΙΝ ΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙ” Ηράκλειτος, απ.40 ) και ότι ’’πουθενά δεν θεωρήθηκε ως μέγιστο κακό το να μη γνωρίζεις τα πάντα όσο η παντογνωσία και η πολυμάθεια που συνοδεύεται με κακή ανατροφή και κακό ήθος’’ (Πλάτων, Νόμοι Ζ΄ 819 a). Γιατί γνωρίζει ακόμα πως ‘’το ήθος είναι για τον άνθρωπο η μοίρα που τον προστατεύει’’ (“ΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩ ΔΑΙΜΩΝ” Ηράκλειτος, απ. 119).

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά… εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή… εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε… εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα…
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας:
«Μην μπλέκεις σε μπελάδες…»
Ή, ακόμη χειρότερα:
«Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς…»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι;
Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα.
Όχι.
Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι:
«Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης…» όπως λένε στην Αργεντινή.
Αν όμως δεν είναι… τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός… αν δεν μου κόβει και πολύ… αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα… πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.

Εξηγώντας την παραγωγή ελαφρών ιόντων σε συγκρούσεις υψηλής ενέργειας

Οι φυσικοί οδηγούν τα ιόντα να συγκρούονται μεταξύ τους για να δημιουργήσουν και να μελετήσουν τη σούπα των κουάρκ και των γλοιονίων που θεωρείται ότι πληρούσαν το σύμπαν χιλιοστά του δευτερολέπτου μετά τη μεγάλη έκρηξη. Πειραματικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι οι συγκρούσεις αυτές παράγουν ελαφρείς πυρήνες όπως δευτερόνια [πυρήνες δευτέριου], τριτόνια [πυρήνες τριτίου] και ηλίου. Ωστόσο, οι επιστήμονες διαφωνούν στη θεωρητική εξήγηση για αυτή την παραγωγή. Ορισμένοι αρέσκονται να βλέπουν τους πυρήνες αυτούς σαν να βρίσκουν «χιονόμπαλες στην κόλαση», καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες των πύρινων σφαιρών που αναδύονται από τις συγκρούσεις θα έπρεπε να «λιώσουν» τους πυρήνες στα υποατομικά τους συστατικά, όμως δεν φαίνεται να είναι έτσι. Τώρα, ο Dmytro Oliinychenko του Εθνικού Εργαστηρίου Lawrence Berkeley, στην Καλιφόρνια και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν έναν μικροσκοπικό μηχανισμό που μπορεί να εξηγήσει γιατί επιβιώνουν οι πυρήνες.

Μια πρόσφατη πρόταση παρείχε μια ποιοτική εξήγηση για την παρατήρηση αυτών των πυρήνων. Η πρόταση υποστήριξε ότι οι ελαφρείς πυρήνες που σχηματίζονται στην πύρινη μπάλα καταστρέφονται συνεχώς από τις υψηλές θερμοκρασίες και επανειλημμένως επαναδημιουργούνται από ταχύτατα κινούμενα πρωτόνια και νετρόνια καθώς η πύρινη μπάλα ψύχεται. Όμως ο μικροσκοπικός μηχανισμός πίσω από το σενάριο αυτό παρέμενε ασαφής.

Ο Oliinychenko και οι συνεργάτες του σχεδίασαν να βρουν το μηχανισμό αυτό αναλύοντας ένα σύνολο αντιδράσεων που θα μπορούσαν να σχηματιστούν δευτερόνια [πυρήνες δευτέριου]. Επισήμαναν μια δυνατή αντίδραση στην οποία πρωτόνια και νετρόνια σχηματίζουν δευτερόνια με την παρουσία πιονίων [ζεύγη κουάρκ- αντικουάρκ] που δρουν ως καταλύτες για την αντίδραση. Η ομάδα προσομοίασε συνθήκες παρόμοιες με αυτές πρόσφατου πειράματος του CERN, που έγινε από τη Συνεργασία ALICE, το οποίο ακριβώς χαρακτηρίζονταν από ελαφρείς πυρήνες που παράγονταν από τις συγκρούσεις. Τα φάσματα απόδοσης και ενέργειας των δευτερονίων που υπολογίστηκαν ήταν σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του πειράματος στο ALICE. Αν η ιδέα του Oliinychenko και των συνεργατών του είναι σωστή, θα πρέπει να εξηγεί επίσης το σχηματισμό άλλων πυρήνων που παρατηρήθηκαν, όπως των τριτονίων, μια πιθανότητα που οι συγγραφείς της μελέτης σχεδιάζουν να ελέγξουν με προσεχείς υπολογισμούς.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Πεζογραφία, Οι τάσεις της ιστοριογραφίας

Το εύρος που έπρεπε να καλύψουν οι ιστοριογράφοι της ελληνιστικής περιόδου είναι τεράστιο, καθώς κατά τους τρεις τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες ο ελληνικός κόσμος γνώρισε κοσμογονικές αλλαγές: εκστρατεία και κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, ελληνιστικά βασίλεια των διαδόχων και άνοδος της Ρώμης μέχρι την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας σε όλη τη Μεσόγειο. Αν σε αυτά τα γεγονότα προσθέσουμε τις τεράστιες πολιτισμικές αλλαγές που συντελέστηκαν αφενός από την επαφή διαφορετικών παραδόσεων (ελληνική, ιουδαϊκή, αιγυπτιακή, ασιατική, ρωμαϊκή) και αφετέρου από την ίδρυση μητροπόλεων του πνεύματος με κορυφαία την Πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια, είναι ευεξήγητο γιατί η ελληνιστική ιστοριογραφία επεκτάθηκε σε τόσο διαφορετικά είδη και στιλ.
 
Ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. η ρητορική άρχισε να ασκεί ισχυρή επίδραση στον ιστοριογραφικό λόγο, μια τάση που γενικεύτηκε κατά τους επόμενους αιώνες. Η ρητορική αυτή έμφαση είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των αυστηρών μεθοδολογικών κανόνων που είχε θεσπίσει για παράδειγμα ο Θουκυδίδης και τη στροφή σε μια περισσότερο αφηγηματική, παθητική και ψυχαγωγική συνάμα, ιστορική συγγραφή. Έτσι κάπως γεννήθηκε, με εμπνευστή τον Δούρη από τη Σάμο (τέλη 4ου-αρχές 3ου αι.), η λεγόμενη τραγική ή δραματική ιστοριογραφία, η οποία προκειμένου να συναρπάσει το κοινό της συμπεριέλαβε ζωντανές περιγραφές, παθητικές αναπαραστάσεις μαχών, ψυχολογικά πορτρέτα των κεντρικών ηρώων, εκπληκτικά περιστατικά και ανεκδοτολογικές ιστορίες. Στην πραγματικότητα η τραγική ιστοριογραφία δεν είχε διδακτικό στόχο μέσω της εύρεσης της αλήθειας αλλά αποσκοπούσε στην ψυχαγωγία του κοινού όπως ακριβώς και η τραγωδία. Ο Πολύβιος άσκησε κριτική στον σημαντικότερο εκπρόσωπο του είδους, τον Φύλαρχο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά [Πολύβιος, Ἱστορίαι 2.56]:
 
«Ο ιστορικός λοιπόν δεν πρέπει να ταράζει τους αναγνώστες με τραγικές εικόνες ούτε να αναζητεί τους λόγους, που είπαν ίσως οι πρωταγωνιστές, ούτε να απαριθμεί τις πιθανές συνέπειες των γεγονότων που αναφέρει, όπως οι τραγικοί ποιητές, αλλά να μνημονεύει δίχως παραλείψεις όσα έγιναν και ειπώθηκαν αληθινά, έστω κι αν είναι εντελώς ασήμαντα».
 
Δύο ακόμη σημαντικά είδη ιστοριογραφίας ευδοκίμησαν κατά την ελληνιστική περίοδο, άμεσα επηρεασμένα από τις σύγχρονες πολιτικές συνθήκες. Η ισχυρή προσωπικότητα του Αλεξάνδρου και οι περιπετειώδεις εκστρατείες του δημιούργησαν μια ξεχωριστή γενιά συγγραφέων, τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου. Ήταν επίσημοι ιστορικοί, με πιο γνωστό τον Καλλισθένη από την Όλυνθο (4ος αι. π.Χ.), που σκοπό είχαν να ανασυνθέσουν σε μυθιστορηματικού τύπου αφηγήσεις με πλήθος φανταστικών στοιχείων τη βιογραφία του μεγάλου στρατηλάτη. Τέλος, η ρωμαϊκή κυριαρχία έκανε τον σημαντικότερο ιστορικό της περιόδου, τον Πολύβιο από τη Μεγαλόπολη (203-120 π.Χ.), να εισηγηθεί την παγκόσμια ιστοριογραφία και να επιχειρήσει να αναπαραστήσει πιστά, σαν νέος Θουκυδίδης, σε 40 βιβλία ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο μέσα από το πρίσμα της ανόδου της Ρώμης.

Κείμενα:

· Πολύβιος, Ἱστορίαι