Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Τεχνολογία και Μεταφυσική

Τεχνολογία και ΜεταφυσικήΗ θετικιστική φιλοσοφία που κινεί το μεγαλύτερο μέρος της μοντέρνας επιστήμης και τεχνολογίας (και το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης φιλοσοφίας) αντιλαμβάνεται τη «μεταφυσική» ως μια άνευ νοήματος αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντηση· αλλά ο Karl Popper, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε ο Emil Meyerson, έδειξε ότι δεν υπάρχει κανενός είδους επιστημονικό (ή επιπλέον, τεχνολογικό) ερευνητικό πρόγραμμα που να μην εδράζεται σε ένα σύνολο γενικών υποθέσεων σχετικά με τη δομή του κόσμου. Σίγουρα, αυτές οι μεταφυσικές αντιλήψεις δεν είναι εμπειρικά ελέγξιμες και δεν υπόκειται σε «διάψευση».

Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν είναι ενδιαφέρουσες, ουσιώδης και ότι δεν παίζουν έναν θεμελιώδη ρόλο στην πρόοδο της επιστήμης. Αυτοί που αρνούνται τη μεταφυσική απλά την καθιστούν αόρατη και είναι πολύ πιθανόν, η δική τους κρυμμένη μεταφυσική να είναι κακή ή δίχως συνοχή. Προς έκπληξη όσων τον εξέλαβαν λανθασμένα ως θετικιστή, ο Karl Popper ισχυρίστηκε ότι το καθήκον του φιλόσοφου ή του ιστορικού της επιστήμης είναι διπλό: πρώτον, να αποκαλύψει και να καταστήσει ορατές τις μεταφυσικές ιδέες που υπόκεινται κάθε ερευνητικού προγράμματος προκειμένου να τις κάνει δεκτικές στην κριτική· δεύτερον, να προχωρήσει σε μια κριτική εξέταση αυτών των μεταφυσικών θεωριών, κατά ένα τρόπο που είναι διαφορετικός από την κριτική που ασκούν οι επιστημονικές θεωρίες, μιας και αν και κανενός είδους εμπειρικός έλεγχος δεν είναι εν προκειμένω δυνατός, παρόλα αυτά δεν παύει να είναι ορθολογικός.

Δύο σημαντικοί φιλόσοφοι του 17ου και του 18ου αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ότι ενσάρκωσαν τη μεταφυσική που κείται στα θεμέλια της νέας επιστήμης, στην άνθιση της οποίας υπήρξαν μάρτυρες: ο René Decartes και ο Giambattista Vico. O Decartes θεώρησε ότι η επιστήμη και η τεχνολογία στοχεύουν στο να κάνουν τον άνθρωπο αφέντη και κτήτορα της φύσης και του εαυτού του.

Πιο έμμεσα, ο Vico διατύπωσε το αξίωμα της «νέας επιστήμης» (1725) με μια διάσημη φράση: Verum et factum convertuntur [Το αληθές και το κατασκευασμένο είναι εναλλάξιμα] Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αποκτήσουμε ορθολογική γνώση μόνο για αυτό του οποίου είμαστε η αιτία, για αυτό που εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει. Η αρχή του verum factum αρχικά θεωρήθηκε ότι συνεπάγεται μια ανεπάρκεια ή μια έλλειψη εκ μέρους των ανθρώπων: δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε τη φύση με τον τρόπο που μπορεί ο Θεός, γιατί ο Θεός δημιούργησε μόνο αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε.

Γρήγορα, ωστόσο, η αρχή απέκτησε μια θετική σημασία σε μεγαλύτερη συμφωνία προς την αυξανόμενη εδραίωση του μοντέρνου υποκειμενισμού: ό,τι κατασκευάζουν οι άνθρωποι μπορεί να το γνωρίσουν ορθολογικά -δηλ. αποδείξιμα και επαγωγικά- παρά το πεπερασμένο της ανθρώπινης κατανόησης. Ανάμεσα στους κλάδους της γνώσης, διαβαθμισμένοι σε κατιούσα σειρά σύμφωνα με τον βαθμό της τελειότητας τους, τα μαθηματικά, σύμφωνα με αυτό το κριτήριο, έρχονται φυσικά πρώτα, ακολουθούμενα, ωστόσο, όχι από τις φυσικές επιστήμες, αλλά από τις ηθικές και πολιτικές επιστήμες, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι περισσότερο επιστημονικές, επειδή σχετίζονται με τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ωστόσο, όσον αφορά την επιστήμη της φύσης, η πρώτη αρχή της, σύμφωνα με την Hannah Arendt, πρέπει να είναι ότι κάποιος μπορεί να γνωρίζει μόνο κατασκευάζοντας κάτι ή, μάλλον, μόνο ανακατασκευάζοντας κάτι. Ο επιστήμονας, παρά τους περιορισμούς που έχει ως άνθρωπος, «την προσέγγισε ωστόσο εξαρχής [τη φύση] από τη σκοπιά Εκείνου, ο οποίος τη δημιούργησε» Αυτό δεν εξηγεί μόνο την έμφαση του επιστήμονα στο «πως» των φυσικών διαδικασιών, απ’ ότι στο είναι των πραγμάτων, αλλά εξηγεί εξίσου τον αξιοσημείωτο ρόλο που αποδίδεται από την επιστήμη στο πείραμα.

Με τις αναπτυγμένες τεχνολογίες που επίκεινται θα κάνουμε ένα μεγάλο βήμα παραπέρα. Σκέφτομαι πιο συγκεκριμένα την λεγόμενη Nano-Bio-Info-Cogno (NBIC) σύγκλιση που αυτοπαρουσιάζεται ως η ύστατη κορύφωση της αρχής verum factum. Δεν είναι πια απλά μόνο με το να κάνουν πειράματα πάνω στη φύση, δεν είναι πια απλά μόνο με το να την μοντελοποιούν, που οι άνθρωποι θα καταφέρουν να τη γνωρίσουν. Είναι με το να την ανακατασκευάσουν.

Όμως, με αυτόν τον τρόπο, δεν είναι πια η φύση αυτό που θα γνωρίσουν, αλλά αυτό που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Ή, μάλλον, είναι η ίδια η ιδέα της φύσης, δηλαδή μιας δοσμένης πραγματικότητας που υφίσταται εξωτερικά προς τον εαυτό, που θα φαντάζει ξεπερασμένη. Με την NBIC σύγκληση, η ίδια η διάκριση ανάμεσα στο να γνωρίζεις και στο να κατασκευάζεις θα χάσει κάθε σημασία, όπως και η διάκριση που εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα ανάμεσα στον επιστήμονα και στον μηχανικό.

Ήδη στις μέρες μας, στην περίπτωση των βιοτεχνολογιών, η διάκριση μεταξύ ανακάλυψης και επινόησης, στην οποία βασίζεται ο νόμος περί ευρεσιτεχνίας, αποδεικνύεται εξαιρετικά επισφαλής για να μπορέσει να διατηρηθεί, όπως δείχνουν οι συζητήσεις για την κατοχύρωση πατέντας πάνω σε μορφές ζωής.

Κάτω από αυτό τον γενικό τίτλο, μπορούμε να συμπεριλάβουμε αυτό που ορισμένοι φιλόσοφοι αποκαλούν «μετατροπή της φύσης σε τεχνούργημα» και πιο συγκεκριμένα, της Ζωής και του Νου. Το μεταφυσικό πρόγραμμα που κατευθύνει την NBIC σύγκλιση, το δίχως άλλο ένα προμηθεϊκό πρόγραμμα, έγκειται στο να μετατρέψει τον άνθρωπο σε δημιουργό ή, ελάχιστα πιο σεμνά διατυπωμένο, σε «μηχανικό των εξελικτικών διαδικασιών».

Η βιολογική εξέλιξη, με το αδέξιο μαστόρεμα της, συχνά τα έχει κάνει θάλασσα, και δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα περήφανη για το τελευταίο της έργο, τον άνθρωπο. Έγκειται, λοιπόν, στον ίδιο τον άνθρωπο να προσπαθήσει να τα πάει καλύτερα. Αυτό τον βάζει στη θέση του θεϊκού κατασκευαστή του κόσμου, του δημιουργού, ενώ την ίδια στιγμή τον καταδικάζει να βλέπει τον εαυτό του ως ξεπερασμένο.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το εξαιρετικό παράδοξο της σύμπτωσης αντιθέτων, που έχει επισημανθεί από φιλοσόφους όπως ο Martin Heidegger, η Hannah Arendt ή ο Günther Anders: η υπερβολική φιλοδοξία και περηφάνια ενός ορισμένου επιστημονικού ανθρωπισμού οδηγεί κατευθείαν στην απαρχαίωση του ανθρώπου. Υπό αυτή την ευρεία προοπτική είναι που πρέπει πάντα να θέτουμε εκείνα τα ερωτήματα που ορίζονται ως «ηθικά» και που έχουν να κάνουν με την μηχανική κατασκευή του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Η ανθρώπινη κατάσταση είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα πραγμάτων δοσμένων και πραγμάτων κατασκευασμένων. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος, σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να διαμορφώσει ό,τι τον διαμορφώνει, μπορεί να συντηρήσει ό,τι τον συντηρεί, ενώ συνεχίζει να σέβεται την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο δοσμένο και το κατασκευασμένο. Βέβαια, ήδη από τη δεκαετία του 1950, η Arendt προφήτευε μια ανθρώπινη εξέγερση ενάντια στο δοσμένο. Έγραφε:

Εδώ και κάμποσο καιρό, πάρα πολλές επιστημονικές προσπάθειες κατευθύνονται προς τη δημιουργία ζωής, εξίσου «τεχνητής», προς την αποκοπή και του έσχατου δεσμού που κάνει τον άνθρωπο ν’ ανήκει κι αυτός στα τέκνα της φύσης.[…] Αυτός ο μελλοντικός άνθρωπος, τον οποίο οι επιστήμονες μας λένε ότι θα παραγάγουν σε λιγότερα από εκατό χρόνια, μοιάζει κυριευμένος από την εξέγερση ενάντια στην ανθρώπινη ύπαρξη όπως μας έχει δοθεί, ένα δώρο χωρίς δωρητή (για να μιλήσουμε μια εκκοσμικευμένη γλώσσα), που θέλει να το ανταλλάξει, για να το πούμε έτσι, με κάτι που έφτιαξε ο ίδιος.

Πράγματι, η μεταφυσική της NBIC σύγκλισης ονειρεύεται να υπερβεί μια και καλή καθετί δοσμένο που αποτελεί μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, ειδικά τον πεπερασμένο χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής- την θνητότητα της και το ξεκίνημα της με τη γέννηση. Αν και η αθανασία είχε πάντοτε μια θέση στις σκέψεις και στα όνειρά του ανθρώπου, είναι μόνο πολύ πρόσφατα που ο θάνατος έφτασε να θεωρείται ως ένα «πρόβλημα» το οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να επιλύσουν, εξαλείφοντας το.

Όσον αφορά τη γέννηση, το γεγονός ότι γεννιόμαστε μέσα στον κόσμο χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουμε συμβάλλει κατά οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό, έχει γίνει πηγή ντροπής για εμάς (Günther Anders). Ανακαλύπτουμε ότι έχουμε ριχτεί μέσα στον κόσμο (η χαϊντεγγεριανή ερριμενότητα) και νιώθουμε εγκαταλελειμμένοι. Νιώθουμε μόνοι όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε το θεμέλιο της ύπαρξης μας. Η τεχνολογία μας υπόσχεται φαντασματικά μια θεραπεία για αυτό το συναίσθημα ναυτίας: το να (ξανα)σχεδιάσουμε τους εαυτούς μας, εν μέρει ή συνολικά, σαν να ήταν ο εαυτός μας μια μηχανή που μας ανήκει.

Στην καρδιά του μεταφυσικού ερευνητικού προγράμματος που κινεί το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης τεχνολογίας βρίσκεται ένα τεράστιο παράδοξο. Η υπό κρίση μεταφυσική θέλει ξεκάθαρα να είναι μονιστική: κανείς δεν θα ισχυρίζονταν πια σήμερα ότι καθετί στο σύμπαν πηγάζει από την ίδια ουσία, αλλά θα ισχυρίζονταν ότι καθετί υπόκειται στις ίδιες αρχές οργάνωσης: η φύση, η ζωή και ο νους. Το σύνθημα της γνωσιακής επιστήμης είναι «φυσικοποίηση του νου». Το ζήτημα έγκειται στην πλήρη αποκατάσταση του νου (και της ζωής) στη θέση που τους αρμόζει εντός του φυσικού κόσμου.

Βέβαια, οι αρχές οργάνωσης που υποτίθεται ότι είναι κοινές για καθετί που υπάρχει στο σύμπαν τυγχάνει να είναι μηχανιστικές αρχές. Μια συσκευή που επεξεργάζεται την πληροφορία σύμφωνα με σταθερούς κανόνες, δηλαδή ένας αλγόριθμός, συγκροτεί το μοναδικό μοντέλο για καθετί που υπάρχει. Χρονολογικά, και παρά το τι μπορεί να ισχυρίζονται ορισμένες πρότερες εννοιολογήσεις, ο νους ήταν αυτός που εξομοιώθηκε πρώτα με αλγόριθμό (ή Μηχανή Turing: το μοντέλο των McCulloch και Pitt, 1943), μετά ήταν η σειρά της ζωής, με τη γέννηση της μοριακής βιολογίας (ο Max Delbrück και η «ομάδα phage», 1949)· και μόνο αργότερα εδραιώθηκε η θέση ότι οι νόμοι της φυσικής είναι αλγοριθμικά προσδιορίσιμοι (ή υπολογίσιμοι με μηχανή Turing). Η φυσικοποίηση του νου συγκλίνει, έτσι, με την μηχανοποίηση του νου.

Βρίσκεται η φιλοδοξία του να (ξανα)φτιάξουμε τον κόσμο, ως μια προσπάθεια ελέγχου του, σε συμφωνία με την καρτεσιανή μεταφυσική; Το να πιστεύουμε πως ναι σημαίνει να παραμένουμε τυφλοί μπροστά σε μια θεμελιακή μετατόπιση στη φιλοσοφία της σύγχρονης τεχνολογίας. Η φιλοσοφία που ενυπάρχει υπόρρητα σε ένα νέο πεδίο συχνά συμβαίνει να προδίδεται, κατ’ ομολογία με ένα χοντροκομμένο τρόπο, από τους οραματιστές και τους ιδεολόγους της.

Από αυτή τη άποψη είναι δύσκολο να είναι κανείς πιο ρητός απ’ ότι ο Kevin Kelly όταν γράφει: «Μας πήρε πολύ καιρό μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι η δύναμη μιας τεχνολογίας είναι ανάλογη προς τον εγγενή χαρακτήρα της να βρίσκεται εκτός ελέγχου, την εγγενή ικανότητα της να εκπλήσσει και να δημιουργεί νέα δεδομένα. Για την ακρίβεια, αν μια τεχνολογία δεν μας προκαλεί αρκετή ανησυχία, δεν είναι αρκετά επαναστατική»

Το 1948 ο μεγάλος αμερικάνος μαθηματικός Jon von Neumann, ο εφευρέτης της θεωρίας παιγνίων και της θεωρίας των αυτόματων, αλλά και με μία εξίσου σημαντική συμβολή στο σχεδιασμό της ατομικής βόμβας και της βόμβας υδρογόνου, προφήτευσε ότι σύντομα ο κατασκευαστής των αυτόματων θα βρεθεί αβοήθητος ενώπιον της δημιουργίας του, όπως νιώθουμε να είμαστε μπροστά σε περίπλοκα φυσικά φαινόμενα. Θεμελίωνε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη λεγόμενη από-τα-κάτω προσέγγιση, που έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της νανοτεχνολογίας. Σύμφωνα με αυτή την φιλοσοφία, οι μηχανικοί του μέλλοντος δεν θα είναι πια αυτοί που θα επινοούν και θα σχεδιάζουν μια δομή ικανή να εκπληρώσει μια λειτουργία που τους έχει ανατεθεί. Οι μηχανικοί του μέλλοντος θα είναι αυτοί που θα γνωρίζουν ότι πετυχαίνουν όταν θα εκπλήσσονται από τις δικές τους δημιουργίες.

Το παράδειγμα των περίπλοκων αυτό-οργανωμένων συστημάτων που οραματίστηκε ο von Neumann επελαύνει με επιταχυνόμενο ρυθμό τόσο στην επιστήμη όσο και στην τεχνολογία. Έγκειται στη διαδικασία του ξεπεράσματος και της αντικατάστασης των παλαιών μεταφορών που κληρονομήθηκαν από το παράδειγμα της κυβερνητικής (αυτό που ως κεντρική έννοια του έχει τον «έλεγχο»), όπως τις αναπαραστάσεις που περιγράφουν το νου ή το γονιδίωμα ως υπολογιστικά προγράμματα.

Η περιπλοκότητα έχει ήδη μετατραπεί σε σλόγκαν στη βιολογία.
Δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή -και μπορεί να μην έρθει ποτέ- που θα μπορέσουμε να κατασκευάσουμε αυτό-αναπαραγώμενες μηχανές που μιμούνται την αυτό-αναπαραγωγή της ζωντανής ύλης. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιούμε τη ζωντανή ύλη και την ικανότητα της για αυτό-οργάνωση για να κατασκευάσουμε, μέσα από τη μίμηση της, έξυπνες μηχανές ή για να επιτελέσουμε μηχανικές λειτουργίες.

Κατασκευάζουμε την αυτό-οργάνωση και σύντομα θα είμαστε ικανοί να αφήσουμε την περιπλοκότητα αχαλίνωτη, που σημαίνει να δημιουργήσουμε μη αντιστρέψιμες διαδικασίες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση. Θα μπορέσουμε να φτάσουμε στο ύψος αυτής της φιλοδοξίας όταν ή εάν γίνουμε ικανοί να κατασκευάσουμε την ίδια την ζωή· όχι αναγκαστικά το είδος της ζωής που αναδύθηκε αυθόρμητα πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη πριν ένα δισεκατομμύριο χρόνια και εξελίχθηκε σε όλο και περισσότερο περίπλοκες μορφές, αλλά οργανισμούς που φέρουν τις βασικές ιδιότητες τις οποίες αποδίδουμε στη ζωή: αυτό-αναπαραγωγή και αυτό-περιπλοκοποίηση.

Από εκείνη τη στιγμή θα αποτελεί αναπόφευκτο πειρασμό, για να μην πούμε υποχρέωση ή καθήκον, για τους τεχνολόγους του μέλλοντος να πυροδοτήσουν διαδικασίες επί των οποίων δεν έχουν κανένα έλεγχο.

Ο μύθος του μαθητευόμενου μάγου πρέπει να ανανεωθεί: ο άνθρωπος δε θα αποστερηθεί όσων δημιούργησε του ούτε λόγω σφάλματος ούτε λόγω φόβου, αλλά λόγω σχεδιασμού.

Η Κρυφή Ιστορία του Κλωνισμού

Ο όρος «Κλώνος» (Clone) όπως τον χρησιμοποιούμε σήμερα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη φυτολογία, από τον βιολόγο Χέρμπερτ Τζων Γουέμπερ. Ο αρχαιότερος σχετικός όρος που χρησιμοποιήθηκε για το ζήτημα ήταν «Homunculus» (Χομούνκουλους), αναφορικά σε ένα μικροσκοπικό ανθρωποειδές που υποτίθεται ότι κατασκεύαζαν βιο-τεχνητά στα μυστικά εργαστήρια τους οι αλχημιστές. Όπως ίσως καταλαβαίνετε, το ζήτημα του Κλωνισμού μέχρι πρόσφατα συνδεόταν με τις παράδοξες εργασίες μιας γραφικής φιγούρας του σύγχρονου Φανταστικού: του «τρελού επιστήμονα». Παλαιότερα, ανήκε στο πεδίο της «μαύρης μαγείας» που όπλιζε με μυστικές γνώσεις το χέρι ενός εωσφορικού μάγου ο οποίος φιλοδοξούσε να αντιγράψει βλάσφημα το έργο της “θεϊκής” Δημιουργίας!

Η παλαιότερη αναφορά που γνωρίζω πάνω στην ιδέα του Homunculus έχει «μαγικό» και όχι «αλχημιστικό» χαρακτήρα και περιλαμβάνεται σε ένα αρχαίο βιβλίο με τον τίτλο Magia Divina (Θεϊκή Μαγεία) αγνώστου συγγραφέα: «Πάρτε ένα μεγάλο καθαρό δοχείο φτιαγμένο από πολύ καλό κρύσταλλο. Χύστε μέσα σ’ αυτό ένα μέρος της πιο καθαρής μαγιάτικης δροσιάς που έχει μαζευτεί όταν επικρατεί ημισέληνος. Προσθέστε δύο μέρη αίματος που πάρθηκε από υγιές νεαρό άτομο. Αφήστε αυτό το μίγμα μόνο του επί ένα μήνα, ώσπου να γίνει ένας κοκκινωπός πηλός μέσα σε καθαρό νερό. Βγάλτε το καθαρό νερό και χύστε το σε μια γαβάθα. Προσθέστε ένα δράμι ζωικού χρώματος. Αφήστε το κοκκινωπό υλικό μέσα στην πρώτη γαβάθα και ταυτόχρονα να το ζεστάνετε ελαφρά και συνεχώς …» Σύμφωνα με αυτή τη μαγική συνταγή, το υλικό θα σχηματίσει «ένα είδος κύστης» καλυμμένης με ένα λεπτό δίκτυο φλεβών και νεύρων. Αυτό πρέπει να ραντίζεται, κατά διαστήματα τεσσάρων εβδομάδων, με υγρό από τη δεύτερη γαβάθα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου προειδοποιείται ότι, ως το τέλος του τέταρτου μήνα, θα παρατηρούσε «ένα τσιριχτό ήχο και κινήσεις που θα υποδήλωναν ζωή». Μέσα στο δοχείο θα εμφανιστεί «ένα πολύ ωραίο ζευγάρι, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα οποία μπορείτε να κοιτάξετε με αληθινό θαυμασμό…». Αυτά τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια θα έχουν ύψος 15 εκατοστών κι αν τα ταΐζει κανείς με δύο κόκκους «ζωικού βάμματος» το μήνα, θα ζήσουν επί έξι χρόνια και «θα κινούνται και θα περπατούν μέσα στο δοχείο». Θα μπορούσαν να μεταδώσουν «πολλά μυστικά» μόλις γίνουν ενός χρόνου, θα είχαν «γλυκό χαρακτήρα» και θα ήταν «πολύ υπάκουα». Μετά τον έκτο χρόνο, θα αυτοκαταστραφούν μέσα σε μια μάζα καπνού.

Εκεί που οι αλχημιστές ερευνούσαν την Prima Materia (Αρχέγονη Ύλη), δηλαδή την βασική ουσία της ζωής, η τεχνολογία του 20ου αιώνα μας πρόσφερε μια πολύ μεγαλύτερη βαθιά αντίληψη για όλα αυτά. Η αρχαία ιατρική σκέψη φανταζόταν ότι το σπέρμα του άντρα περιείχε πραγματικά και ακριβώς ένα μικροσκοπικό άτομο, το οποίο, σαν το μικροσκοπικό κοτόπουλο στο αυγό, τελικά αναπτύσσεται και γίνεται άνθρωπος. Αυτή η αντίληψη προηγήθηκε της πεποίθησής μας ότι η μοριακή ανάπτυξη και ο κώδικας του DNA επιτυγχάνουν μια μεταμόρφωση των κυττάρων σε όλες τις πολύπλοκες λεπτομέρειες, ενός πλήρως διαπλασμένου ανθρώπινου σώματος. Οι αρχαίοι στοχαστές και οι αλχημιστές δεν είχαν ειδικές συσκευές, όπως το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, αλλά –μιλώντας γενικά– μάλλον ακολουθούσαν τον σωστό δρόμο.

Ο Παράκελσος (1490-1541), συγκεκριμένα, έβλεπε τον άνθρωπο ως ένα μικρόκοσμο, του οποίου οι ουσίες και οι ενέργειες βρίσκονται σε «συμφωνία» μ’ εκείνες του μακρόκοσμου και  με κάθε ζωή του σύμπαντος. Στους μελετητές της Αλχημείας, είναι αρκετά γνωστή η φήμη ότι ο Παράκελσος δημιούργησε, πραγματικά, ένα ανθρωποειδές πλάσμα στο εργαστήριο του.

Έγραψε για την ιδέα του Homunculus, κυρίως στο σύγγραμμα του De Homunculis et Monstris. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα αινιγματικά πράγματα, γράφει: «Υπάρχει μια τάξη που φαίνεται να είναι επιβεβλημένη από μια Δύναμη, στην οποία πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι. Μόλις παραβιαστεί αυτή η τάξη, γίνονται πράγματα τα οποία παίρνουν πολλές μορφές, κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούνται ανθρωπάκια και τέρατα. Αυτά τα μικρά τέρατα μπορούν να συγκριθούν με ένα αδειανό καρύδι, ένα απλό κέλυφος, χωρίς περιεχόμενο, ή σαν σιτάρι που είναι τσόφλι χωρίς κόκκους. Μολονότι καταγόμαστε από αυτή την Δύναμη, πολλοί από εμάς δεν έχουμε τη δύναμη του κόκκου, δεν έχουμε τον αληθινό σπόρο και δεν έχουμε ούτε ψυχή ούτε δημιουργικό περιεχόμενο.

»Να ξέρετε το εξής: ο άνθρωπος και τα ζώα αναπτύσσονται από τον ίδιο σπόρο. Ο σπόρος αναπτύσσεται μέσα στο σπέρμα και δεν μπορεί να επιλέξει την κατεύθυνση του χωρίς αυτό. Αλλά όπως το αυγό αποτελείται από κρόκο και ασπράδι, έτσι είναι κατασκευασμένος και ο σπόρος. Αν η ουσία του σπόρου χάσει τη συνοχή της και διαλυθεί, τότε ο σπόρος χάνει το σπέρμα του και μπορεί να δημιουργηθεί ένα τέρας. Ανάλογα με την ανάμιξη της ουσίας στον πυρήνα του σπόρου, το τέρας μπορεί να μοιάζει ή να μη μοιάζει με αληθινό άνθρωπο. Αλλά δεν εμφανίζεται ψυχή εκεί όπου ο πυρήνας δεν είναι πλήρης».

Ο Παράκελσος θεωρούσε τη δημιουργία ενός μικρού τεχνητού ανθρώπου, ως ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά που αποκαλύφθηκαν στον θνητό άνθρωπο: «ένα μυστήριο πάνω από όλα τα μυστήρια, που αξίζει να κρατηθεί μυστικό ως τους τελευταίους καιρούς, όταν πλέον δεν θα υπάρχει τίποτε κρυφό εξαιτίας των φιλόδοξων ανθρώπων, αλλά όλα τα μυστικά θα φανερωθούν. Και μολονότι ως τώρα δεν αποκαλύφθηκε στους πολλούς ανθρώπους η τέχνη της δημιουργίας τεχνητών ανθρωπάριων, της επαναδημιουργίας ενός νεκρού και της αναπαραγωγής πανομοιότυπων ανθρώπων, ήταν πάντως γνωστό στις νεράιδες των δασών, στα ξωτικά και στους γίγαντες που έζησαν στη Γη πριν από πολλά χρόνια, γιατί αυτά τα ίδια πλάσματα ξεπήδησαν απ’ αυτή την πηγή, γιατί από τέτοια τεχνητά ανθρωπάκια, όταν ενηλικιώνονται, παράγονται γίγαντες, πυγμαίοι και άλλοι θαυμαστοί άνθρωποι, κατά την επιθυμία του δημιουργού τους και μπορούν να κατορθώσουν πολλά θαυμαστά πράγματα».

Ο ψυχολόγος Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ ερεύνησε προσεκτικά τα οράματα και τα αινιγματικά συγγράμματα ενός από τους αρχαιότερους αλχημιστές, του Ζώσιμου από την Πάνοπλη, που έζησε τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. Σ’ αυτά ο Γιούνγκ εντόπισε και τα εξής ενδιαφέροντα: Ο Ζώσιμος μιλά για έναν ιερέα σε έναν μυστικό ναό που του λέει για μια «διαδικασία εξαΰλωσης του σώματος». Ο ιερέας λέει στον Ζώσιμο ότι μπορεί να πάρει ένα μικρό κομμάτι από το δάχτυλο του και να φτιάξει απ’ αυτό έναν άνθρωπο πανομοιότυπο με αυτόν.

Έπειτα του περιγράφει ότι μπορεί να εξαϋλώσει τον Ζώσιμο, μεταμορφώνοντας τον σε πνεύμα, ενώ όλοι θα νομίζουν ότι το αντίγραφο του θα είναι ο ίδιος. Ο Ζώσιμος διηγείται ότι ο ιερέας του παρουσίασε και ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, με το οποίο συνομίλησε και μάλιστα παραθέτει ολόκληρη τη συνομιλία τους. Κι αυτό δεν είναι παρά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τις αμέτρητες αναφορές που μπορεί να ανακαλύψει ένας συνετός μελετητής για όλα αυτά, σε αρχαία κείμενα σοφών και αλχημιστών.

Ακόμη κι όταν η αλχημεία έδωσε τη θέση της στη σύγχρονη επιστημονική μέθοδο, οι φιλόσοφοι συνέχισαν να γοητεύονται από τις συνδυασμένες υποσχέσεις και τους πιθανούς κινδύνους που προσφέρουν τα μυστικά πειράματα, η μαγεία και η φαντασία του ανθρώπου.

Ο Γάλλος εγκυκλοπαιδιστής Ντενίς Ντιντερό (1713-1784) φαντάστηκε το 1780 την πιθανότητα ανθρώπων φτιαγμένων κατά παραγγελία κάτω από εργαστηριακές συνθήκες. Διατύπωσε τις τολμηρές εικασίες του στο βιβλίο του Το Όνειρο του Αλμπέρ. Ο Ντιντερό παρουσίασε την ιδέα ότι η ευαισθησία είναι γενική ιδιότητα της ύλης, απορρίπτοντας τη θεωρία περί «προ-δημιουργίας» της αναπαραγωγής (απ’ όπου προέρχεται και η λέξη procreation στις ευρωπαϊκές γλώσσες, που σημαίνει τεκνοποίηση ή αναπαραγωγή), σύμφωνα με την οποία το άτομο προϋπάρχει σε κάποιον πρόγονο του και με μια απλή διαδικασία αναπτύσσεται από εξαρτημένο μικροσκοπικό ον σε ανεξάρτητο ον με φυσιολογικές διαστάσεις.

Πρότεινε την υπόθεση της «επιγένεσης» σύμφωνα με την οποία το έμβρυο σχηματίζεται με μια σειρά διαμορφώσεων και διαφοροποιήσεων, από αδρανή ύλη σε ευαίσθητη ύλη κι έτσι γίνεται έμβιο ον. Στο τελικό μέρος του έργου του, ο Ντιντερό πρότεινε τις θεωρίες του για τη διασταύρωση και την υβριδοποίηση. Πρόβλεψε τη μαζική παραγωγή ανθρώπινων όντων, περιγράφοντας πως διάφορες ικανότητες και επαγγέλματα μπορούν να προβλεφθούν και να επωασθούν «μέσα σ’ ένα ζεστό δωμάτιο με το πάτωμα καλυμμένο με μικρά δοχεία». Έγραψε ότι «σε καθένα απ’ αυτά τα δοχεία θα υπήρχε μια ετικέτα που να δείχνει ότι το βιοχημικό περιεχόμενο του προορίζεται να παράγει στρατιώτες, δικαστές, φιλόσοφους, ποιητές, πόρνες και βασιλιάδες».

Ο μεγάλος Γάλλος γενετιστής Δρ. Ζαν Ροστάν, σχολιάζοντας τις περιγραφές του Ντιντερό παρατήρησε ότι πρόβλεψε με ακρίβεια ένα μεγάλο μέρος των σημερινών μεθόδων που χρησιμοποιούνται στα εργαστήρια και η μόνη διαφορά είναι ότι «αντί για ζεστό δωμάτιο πρέπει να έχουμε κρύο δωμάτιο»

Το 1816, η Μαίρη Σέλλεϋ (σύζυγος του ποιητή Πέρσυ Σέλλεϋ) έγραψε το κλασσικό έργο του Φανταστικού, Φρανκενστάιν ή Ο Σύγχρονος Προμηθέας, ένα κωδικό βιβλίο για την προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει θεός, δίνοντας ζωή σε ένα νεκρό σώμα, κατασκευάζοντας ζωντανά όντα στο εργαστήριο. Η ίδια έγραψε για τη συγγραφή του βιβλίου της:

«Πολλές και μεγάλες ήταν οι συζητήσεις ανάμεσα στον Λόρδο Μπάιρον και στον Σέλλεϋ, τις οποίες παρακολουθούσα χωρίς να μιλώ καθόλου. Σε κάποιες απ’ αυτές, συζητούσαν για τη φύση της Αρχής της Ζωής και για το αν μπορούσε να γίνει γνωστή. Μιλούσαν για τα πειράματα του Δαρβίνου, ότι κράτησε για αρκετό καιρό ένα σκουλήκι, κομμένο στα δύο, μέσα σ ‘ έναν δοκιμαστικό σωλήνα, ώσπου από κάποια άγνωστη δύναμη άρχισε ξαφνικά να κινείται από μόνο του. Έλεγαν ότι ένα νεκρό σώμα μπορεί να ξαναζωντανέψει. Ο Γαλβανισμός και τα πειράματα μ’ αυτόν, είχαν δώσει πολλές ελπίδες να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Ίσως μπορούν να δημιουργηθούν στο εργαστήριο τα μέρη που συνθέτουν έναν οργανισμό, να ενωθούν τεχνητά και να τους δοθεί μια τεχνητή ζωική θερμότητα. Ο Μπάιρον ήταν πεπεισμένος ότι μπορούμε να αναπαράγουμε τεχνητά τους εαυτούς μας, παρακάμπτοντας την φυσιολογική γονιμοποίηση».

Ένας Ιταλός πρωτοπόρος ερευνητής, ο Τζιόρτζιο Γκαλέζιο, διατύπωσε από το 1818 τις βασικές ιδέες που σήμερα μας προκαλούν και μας τρομάζουν. Έγραψε μια μελέτη με τίτλο Teoridella Reprodujione Vegetale, στην οποία διακήρυξε: «Αποκαλώ Άτομο τη συλλογή όλων των φυτών, τα οποία προέρχονται από ένα έμβρυο μόνο και τα οποία συνεπώς αποτελούν ένα φυτό και μόνο, χωρίς μεταβολή. Αυτό το Άτομο, αν και πολλαπλασιάζεται ασταμάτητα, θα φέρνει πάντοτε μαζί του κάθε μια από τις αναρίθμητες υποδιαιρέσεις της ύπαρξης του, των ίδιων χαρακτήρων και της ίδιας γενικής όψης με τα οποία εμφανίστηκε κατά τη γέννηση του. Ένα τέτοιο ξεχωριστό φυτό είναι ικανό να ανανεώσει τη ζωή του για εκατομμυριοστή φορά. Ο άνθρωπος, ως Άτομο που αποτελείται από μικρότερα άτομα, τα κύτταρα, μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό του από τα κύτταρα του, τα οποία είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που τα Άτομα στα οποία μπορεί να διασπαστεί το ον, θα είναι επίσης πανομοιότυπα μεταξύ τους»

Το 1886 έγινε η πρώτη εντυπωσιακή ανακάλυψη από έναν Ρώσο ερευνητή, τον Αλεξάντερ Τιτσομίροφ. Άρχισε με τη γνώση ότι, στα περισσότερα είδη, κάποια μορφή σεξουαλικής ένωσης είναι ουσιώδης, το ωάριο γονιμοποιείται μόνο από το σπέρμα. Αν δεν γονιμοποιηθεί, το μέσο ωάριο πεθαίνει σε λίγη ώρα. Αλλά ο Τιτσομίροφ ανακάλυψε, επίσης, ότι υπάρχουν εξαιρέσεις σ’ αυτή τη θεωρητικά απόλυτη βιολογική αρχή. Μια απ’ αυτές τις εξαιρέσεις είναι η μητέρα μεταξοσκώληκας, η οποία μπορεί να γονιμοποιηθεί με απλό χημικό τρόπο. Ωστόσο κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία σε όλα αυτά. Όμως, οι μεταξοσκώληκες μπορούν να εφαρμόσουν τον Κλωνισμό χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Κατόπιν ήρθαν οι αχινοί και τα σκουλήκια, τα οποία οι Δόκτορες Τ. Χ. Μόργκαν και Α. Μιντ επεξεργάστηκαν με ορισμένα υγρά, όπως το συμπυκνωμένο θαλάσσιο νερό, πετυχαίνοντας αναπαραγωγή. Αυτή η δουλειά αντιγράφηκε και βεβαιώθηκε το 1900, από τον Δρ. Ζακ Λομπ. Σιγά-σιγά, αυτή η ιδέα διευρύνθηκε, και οι βιολόγοι άρχισαν να βλέπουν ότι σχεδόν οποιοδήποτε μη γονιμοποιημένο ωάριο θα μπορούσε να υποβληθεί στην τεχνητή παρθενογένεση. Ωστόσο, ο τρόπος διέφερε πολύ από είδος σε είδος.

Οι μελέτες πάνω σ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε Κλωνισμό, άρχισαν από το 1889, από τον Δρ. Φρήντριχ Μίσερ –ο οποίος είναι και ο πατέρας των ερευνών για το DNA, στο πανεπιστήμιο του Τίμπιγκεν της Γερμανίας, το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ο βασικός χορηγός των ευρωπαϊκών πειραμάτων Κλωνισμού.

Το 1902, ο Δρ. Γκότλιμπ Χάμπερλαντ, ένας Αυστριακός βιολόγος, υπολόγισε ότι τα κύτταρα των φυτών είναι «Totipotent». Αυτή η λέξη σημαίνει ότι κάθε μικροσκοπικό φυτικό κύτταρο έχει την ικανότητα να αναπτύσσεται σε ώριμο φυτό. Δεν μιλούσε για ένα σπόρο, αλλά για οποιοδήποτε κύτταρο που μπορεί να ληφθεί από το φύλλο, το κοτσάνι ή το λουλούδι ενός φυτού. Δημοσίευσε τη θεωρία του και τα αποτελέσματα των πειραμάτων του στα πρακτικά εργασιών της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, απ’ όπου λίγο αργότερα ενέπνευσαν το έργο του Άγγλου Δρ. Φρέντερικ Στιούαρτ, ο οποίος στο σύγγραμμα του Συνολική Ατομική Δύναμη, Παραλλαγή και Κλαδική Ανάπτυξη των Καλλιεργημένων Κυττάρων, γράφει (το 1908):

«Οι προφητείες του Χάμπερλαντ δικαιώνονται τώρα. Το πρόβλημα θα αποκτήσει στο μέλλον ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί αυτή η αρχή προεκτείνεται σε απίστευτα ζητήματα, στην κλαδική ανάπτυξη από επιζώντα κύτταρα του σώματος ανώτερων ζώων, ακόμη και του ανθρώπου» Ο ίδιος ανέπτυξε μια επιτυχημένη μέθοδο για τον κλωνισμό των καρότων, ενώ είναι σχετικά γνωστό στους ακαδημαϊκούς κύκλους ότι πειραματίστηκε και με βατράχους και κότες.

Ο μεγάλος συγγραφέας του Φανταστικού, Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ, έγραψε το 1927 μια νουβέλα με τον τίτλο: Η περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Γουώρντ (The Case of Charles Dexter Ward). Στις σελίδες της, ο Τσάρλς Ντέξτερ Γουώρντ από το Πρόβιντενς (μια λογοτεχνική μεταμφίεση του ίδιου του Λάβκραφτ), ακολουθεί τα ίχνη που άφησε πίσω του ένας πρόγονός του, με το όνομα Τζόζεφ Κάρβεν. Οι ανίερες μελέτες που έκανε ο πρόγονός του, παγιδεύουν με την απαγορευμένη γοητεία τους τον νεαρό Γουώρντ, που ανακαλύπτει τα συγγράμματα και την αλληλογραφία αυτού του αμφιλεγόμενου προσώπου.

Μέσα από τη μελέτη της αινιγματικότατης αλληλογραφίας του Κάρβεν με τους πιο περίεργους ανθρώπους, ο Γουώρντ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα στοιχεία που συνθέτουν το μυστικό της εκμετάλλευσης των αλάτων των οργανισμών, για την αναβίωση νεκρών όντων! Η ανησυχητική αυτή διήγηση του Λάβκραφτ θα ξετυλιχθεί σε έρευνες παράδοξων γενεαλογικών δέντρων, σε αποκρυπτογραφήσεις των κωδίκων επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που προσπαθούν να μελετήσουν ένα τρομερό μυστικό, σε σκοτεινά υπόγεια εργαστήρια γεμάτα από τα δείγματα από νεκροζώντανα όντα του παρελθόντος, στην αποκάλυψη των βασανιστηρίων που έκανε ο Κάρβεν και οι σύντροφοί του σε νεκρά ανθρώπινα πλάσματα (όπως μούμιες, κλπ.) που ξαναζωντάνευαν με τις μεθόδους τους για να τα ανακρίνουν και να μάθουν τα μυστικά της αρχαίας γνώσης.

Ο Λάβκραφτ περιγράφει το 1927 όχι μόνο όλες τις βασικές αρχές Κλωνισμού από τμήματα νεκρών ανθρώπινων σωμάτων, αλλά και όλες τις ανίερες πρακτικές που μπορεί να εφαρμοστούν με αυτή τη μυστική γνώση.

Το 1932, ο Άλντους Χάξλεϋ, δημοσίευσε το φουτουριστικό μυθιστόρημα Brave New World (Γενναίος Νέος Κόσμος), στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς εκκολαπτήρια ανθρώπινων κλώνων, οι οποίοι αργότερα περνούσαν από τη «Διαδικασία Μποκανόφσκυ» μια μέθοδο με την οποία γινόντουσαν υποβολές στους τεχνητά δημιουργημένους πανομοιότυπους ανθρώπους για να αναπτύξουν συγκεκριμένα διανοητικά χαρακτηριστικά.

Το 1940, ο Δρ. Χάιντς Γκάισελ, ένας από τους επικεφαλείς του Γραφείου Φυλετικής Πολιτικής του Ναζιστικού κόμματος, δημοσίευσε μια μελέτη με τίτλο: Οι Φυλετικές Προσμίξεις, Τα Αποτελέσματα τους, η Άμεση Ανάγκη Ανάπτυξης της Ευγονικής και η Γενετική Επανάσταση Επέμβασης στις Διαδικασίες Αναπαραγωγής. Στις σελίδες του περιγράφει εκτός των άλλων, τις μελέτες των επιστημόνων των Ναζί πάνω σ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε Κλωνισμό.

Ήδη από το 1935, ο περιβόητος Ναζί επιστήμονας, Δρ. Γιόζεφ Μένγκελε, ήταν ο πρωτοπόρος στα γενετικά πειράματα, τα οποία συμπεριλάμβαναν πειράματα σε ανθρώπους για την επίτευξη Κλωνισμού. Ο ίδιος έχει κατηγορηθεί για τον θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων-πειραματόζωων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι οποίοι έπεσαν θύματα των ανομολόγητων πειραμάτων στα μυστικά εργαστήρια του, χρηματοδοτημένα και συντονισμένα από το Γραφείο Φυλετικής Πολιτικής. Ο Μένγκελε διέφυγε την σύλληψη και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ο Νο1 καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, φυσικά όχι μόνο για το ναζιστικό παρελθόν του αλλά και για τις ειδικές γνώσεις του πάνω στα ζητήματα αυτά [και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, είναι φανερό ότι αν συλλαμβανόταν δεν θα αποκαλυπτόταν η σύλληψή του].

Φήμες και urban legends τον παρουσιάζουν να συνεχίζει το έργο του κάπου στη Νότιο Αμερική, αγέραστος εξαιτίας των γενετικών μεθόδων αναζωογόνησης που γνωρίζει, ενώ ο Εβραίος συγγραφέας Ίρα Λεβίν που έχει ερευνήσει επισταμένα την περίπτωση Μένγκελε, τον παρουσιάζει στο βιβλίο του Τα Παιδιά από την Βραζιλία, να έχει αναπαράγει κλώνους του Άντολφ Χίτλερ. Πολλά έχουν ειπωθεί και για τα κέντρα «Λέμπενσμπορν» (Πηγή Ζωής) των πειραμάτων Ευγονικής των Ες-Ες, στα οποία μεταξύ άλλων λειτουργούσαν προγράμματα έρευνας για τη δημιουργία «Αρίων» βρεφών…

Το 1951, πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Ινστιτούτο Αντικαρκινικών Ερευνών της Φιλαδέλφειας, οι Δόκτορες Μπριγκς και Κινγκ, πήραν τον πυρήνα ενός γονιμοποιημένου αυγού βατράχου και έβαλαν στη θέση του τον πυρήνα ενός σωματικού κυττάρου από έναν αγέννητο βάτραχο. Με όλα τα 46 χρωματοσώματα από το κύτταρο του αγέννητου βατράχου μέσα στο αυγό, το τοποθέτησαν σε ένα πιάτο με νερό από τη λίμνη, που είναι το φυσικό περιβάλλον των βατράχων. Αποτέλεσμα ήταν να αναπτυχθεί ένα έμβρυο.

Το πείραμα τους απέδειξε επίσημα ότι οι ιδέες του Γκότλιμπ Χάμπερλαντ για τον Κλωνισμό των φυτών, μπορούσαν να εφαρμοστούν στα αμφίβια ζώα: τα κύτταρα ενός οργανισμού περιλαμβάνουν ένα πλήρες γενετικό πρόγραμμα για ολόκληρο τον οργανισμό, είτε είναι φυτό, είτε είναι ζώο, είτε άνθρωπος. Αυτό οι επιστήμονες το ήξεραν πλέον στα σίγουρα, τουλάχιστον από το 1951, όπως ήξεραν και τη σχεδόν ακριβή μέθοδο με την οποία μπορούσαν να επιτύχουν τον Κλωνισμό. Φυσικά, αυτά που μαθαίνουμε σήμερα, είναι απλώς όσα αποφάσισαν να ανακοινώσουν στη δημοσιότητα, παρ’ όλο που οι επιτεύξεις αυτές είναι γνωστές από τότε και το θεωρώ τελείως απίθανο να μην πειραματίστηκαν καθόλου από τότε.

Το 1963 ο μεγάλος Βρετανός ειδικός της γενετικής του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, Δρ. Ι. Γκόρντον, δημιούργησε μαζικά βατράχους με τη μέθοδο του Κλωνισμού και ξεκίνησε να πειραματίζεται με τον Κλωνισμό βοδιών στα εργαστήρια που του παραχωρήθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό στο πανεπιστήμιο του Κολοράντο, ενώ ο ίδιος είχε ανακοινώσει σε κλειστούς επιστημονικούς κύκλους πως «ο κλωνισμός του ανθρώπου θα καταστεί δυνατός μέσα στην επόμενη πενταετία».

Η πρώτη επίσημη επερώτηση που κατατέθηκε για τους κινδύνους της πιθανότητας ανθρώπινου Κλωνισμού, έγινε στις 28 Ιανουαρίου 1971 από τον Δρ. Τζέημς Ντιούι Γουάτσον (βραβείο Νόμπελ Ιατρικής του 1962, καθηγητής της Βιολογίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ) στην Επιτροπή Επιστήμης και Αστροναυτικής της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων. Γιατί άραγε; Ήταν ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο συγκαλύφθηκε από τον ίδιο τον πρόεδρο της επιτροπής, Τζωρτζ Π. Μίλερ, βουλευτή της Καλιφόρνια.

Το 1972, υπήρχε ήδη ειδικό άρθρο στους κανονισμούς του αμερικανικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας σύμφωνα με το οποίο «απαγορεύεται ο Κλωνισμός των θηλαστικών, εκτός αν αυτός ο Κλωνισμός εγκριθεί πρώτα από την Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή περί Ηθικής» που, ούτε λίγο ούτε πολύ, σημαίνει «εγκρίνουμε μόνο ό,τι ελέγχουμε, για να ξέρουμε τι γίνεται».

Όπως καταλαβαίνετε, τα σημερινά δημοσιεύματα του είδους, προφανώς απευθύνονται σε ανθρώπους που δεν είναι καλά ενημερωμένοι πάνω στο ζήτημα, το οποίο δεν είναι καθόλου καινούργιο.

Αυτή είναι η κρυφή ιστορία του Κλωνισμού, τουλάχιστον σύμφωνα με την προσωπική μου μελέτη πάνω στο ζήτημα. Η επίσημη γνωστή ιστορία του Κλωνισμού αρχίζει το 1978, με τη δημοσιοποίηση των εργασιών των Δρ. Λέντερμπεργκ και Μακ Κίνελ, καθώς και άλλων επιστημόνων που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, μέχρι τα προ μερικών ετών δημοσιευμένα εκπληκτικά αποτελέσματα των πειραμάτων. Αν ερευνήσει κάποιος, με δυσκολία θα ανακαλύψει μια-δυο αναφορές σε όλα αυτά πριν από το 1978!

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Προλεγόμενα στη Λυρική Ποίηση, Το λυρικό γένος

Ιστορική εξέλιξη

Η λυρική ποίηση είναι ένα από τα τρία γένη της ποίησης. Τα άλλα δύο είναι το έπος και το δράμα. Στον αντίποδα της τριτοπρόσωπης αφήγησης μιας μυθικής ιστορίας από το έπος, η λυρική ποίηση περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο μια εικόνα ή μια κατάσταση αποφεύγοντας τον αρχαίο μύθο ή κάνοντας περιορισμένη και παραδειγματική χρήση του. Το δράμα παριστάνει επί σκηνής μια μυθική υπόθεση ενώ ο λόγος των δρώντων προσώπων διασταυρώνεται άμεσα χωρίς την παρέμβαση του ποιητή, πλην των χορικών που συγγενεύουν με τη λυρική ποίηση και των αγγελικών ρήσεων που προέρχονται από το έπος.
 
Η εσωτερική νομοτέλεια που καθόριζε τάχα τη διαδοχική εμφάνιση των τριών ποιητικών γενών στο ιστορικό γίγνεσθαι, όπως τουλάχιστον αναδείχθηκε από γραμματολόγους του 19ου αι. σήμερα έχει πια πάψει να ισχύει. Και αυτό γιατί το απλό, ανώνυμο ή δημώδες, προλογοτεχνικό τραγούδι που συνοδεύει όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων συνιστά, σε τελευταία ανάλυση, την ουσία της λυρικής ποίησης. Τα ίχνη λυρικών τραγουδιών που εντοπίζονται στα ομηρικά κείμενα συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης και λογοτεχνημένης λυρικής ποίησης ταυτόχρονα με το έπος.
 
Ένας παιάνας που άδεται προς εξιλέωση του οργισμένου Απόλλωνα (1. 472), ένας θρήνος για την απώλεια του Πατρόκλου (18. 50) και του Έκτορα, ένας υμέναιος (18. 493), ένα τραγούδι (λῖνος) για τον τρύγο (18. 570).
 
Η λυρική ποίηση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, έγινε η κύρια έκφραση της ποίησης από το 650-450 π.Χ. Η ποιοτική εξέλιξη που σημείωσαν τόσο η μονωδία όσο και η χορική ποίηση ήταν τόσο σημαντική, ώστε γραμματολογικά είμαστε σε θέση να διακρίνουμε δύο περιόδους της αρχαϊκής λυρικής ποίησης: τον πρώιμο και τον όψιμο λυρισμό. Στην πρώτη περίοδο, μορφές όπως ο Τέρπανδρος ή αργότερα ο Στησίχορος φαίνεται να ακολουθούν τον δρόμο του Ομήρου μελοποιώντας μυθικές αφηγήσεις επικού τύπου. Αντίθετα, το ποιητικό πρόγραμμα του αρχηγέτη της πρώιμης λυρικής ποίησης, Αρχίλοχου, που με γλώσσα απερίφραστη και φυσική, στοχεύει στη χάραξη μιας νέας λυρικής πορείας, χαρακτηρίζεται από έντονη επαναστατική διάθεση και διεκδικητικό έναντι του έπους πνεύμα σε επίπεδο θεματικό, μετρικό-τεχνικό και ιδεολογικό. Ο ρομαντικός και μονομερής θαυμασμός του έπους για την παλαιά αρετή (ως ανδρεία) υποχωρεί· τώρα ο άνθρωπος καθρεφτίζεται ως εφήμερο ον και μεταβαλλόμενο ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής. Με τη Σαπφώ συντελείται η δεύτερη ανατροπή των παραδοσιακών συντεταγμένων της παλαιάς ποίησης με σημαντικές φιλοσοφικές προεκτάσεις, ενώ με τον Αλκαίο η οξύτητα των πολιτικών αγώνων μεταφράζεται σε γνήσια ποίηση. Με τον Ανακρέοντα, τέλος, η ώριμη πια μονωδία στρέφεται προς τη μεταειδολογική ειρωνική κομψότητα και εξελίσσεται σε μια ραφιναρισμένη τέχνη.
 
Η δεύτερη περίοδος είναι η χρυσή εποχή της λυρικής ποίησης. Ο λυρισμός απομακρύνεται από την προηγούμενη γραμμική (παρατακτική) ανάπτυξη του ποιήματος του Αλκμάνα και αποκτά αίγλη ειδικά με προθήκη τον χορικό λυρισμό του Ίβυκου. Τώρα πια οι μεγαλοπρεπείς περιστάσεις, για τις οποίες προοριζόταν η πολυπρόσωπη και δαπανηρή δημόσια εκτέλεση ενός χορικού άσματος, απαιτούν ένα πολυεπίπεδο μουσικό μπαρόκ με μια προκλασική αίσθηση οργανικής ενότητας και συνοχής. Μόνον, όμως, με τον Πίνδαρο αγγίζουμε την κορυφή του αρχαιοελληνικού λυρισμού. Ο μύθος επανεγκαθίσταται με λειτουργία πρωτίστως παραδειγματική, ενώ η ανάγκη ενσωμάτωσής του δημιουργεί «λυρική αφήγηση» ωθώντας τον χορικό λυρισμό ως τα ακραία ειδολογικά σύνορά του. Με τον Βακχυλίδη υπερτονίζεται η θεατρική δομή του χορικού άσματος και προετοιμάζεται το έδαφος για τη μεγάλη περιοχή του δράματος. Τέλος, η στοχαστική και η θρηνητική ποίηση του Σιμωνίδη προτείνει μιαν εκδοχή του οικουμενικού ανθρωπισμού που συγκλονίζει τον σημερινό αναγνώστη.
 
Σε ό,τι αφορά την πρώιμη ελεγεία, μετά το παραινετικό πολεμιστήριο άσμα του Καλλίνου και την πιο σύνθετη πολεμική παραίνεση του Τυρταίου, ο νομοθέτης-ποιητής Σόλων εκφράζει με τους στίχους του μια βαθιά θεολογική πολιτική πρόταση που συνιστά το θεωρητικό υπόβαθρο της νομοθεσίας του για την πόλη της Αθήνας και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για την ανάπτυξη του κεντρικού προβληματισμού της αρχαίας τραγωδίας. Πλάι στον γνωμολογικό Θέογνη, διαρκώς παραπονούμενο για την έκπτωση των αξιών της παλαιάς αριστοκρατίας, ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος ανεβάζει την αισχρολογία και το προσωπικό σκώμμα σε έκφραση κοινωνικής κριτικής. Στην απαισιοδοξία του Σημωνίδη, οι ελάχιστες γνώσεις μας για τη γλυκιά μελαγχολία του Μίμνερμου ολοκληρώνουν την εικόνα της ελεγειακής και ιαμβικής ποίησης.
 
Λυρική ποίηση εξακολουθεί να γράφεται και μετά το 450 ως το τέλος της κλασικής εποχής, είτε αυτόνομα είτε με τη μορφή του ανανεωμένου «νόμου» και του «νέου διθυράμβου». Άλλοτε μετενσαρκώνεται στα χορικά τμήματα του αττικού δράματος. Ενώ στο πρώτο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. η κλασική ελεγεία και ο ίαμβος στερεύουν ολοσχερώς, στο τελευταίο τέταρτο του ίδιου αιώνα, αναβιώνουν όλα συνειδητά: πλέον γίνεται λόγος για την «αλεξανδρινή ποίηση». Τώρα, εμφανίζονται υβριδικές μορφές λυρικής «ποίησης βιβλίου» και το κεφάλαιο της δημιουργικής σύνθεσης κλείνει οριστικά. Εφεξής καλλιεργούνται επιβιωτικά ή αναβιωτικά, προπάντων η ποίηση του ελεγειακού διστίχου, και λιγότερο των ανακρεοντείων και της σαπφικής στροφής. Στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση διαπιστώνεται το παράλληλο ρεύμα λόγιας λυρικής ποίησης με επιλεκτική μόνον συνέχεια προς τον αρχαϊκό λυρισμό, στα θέματα και στις εκφραστικές προτιμήσεις, στη στιχουργική και στην περιγραφική επιμονή.
 
Στα νεότερα χρόνια, στη μεταβεβλημένη πλέον σχέση ατόμου και κοινότητας αντιστοιχεί η λυρική ποίηση του ατόμου με επιπόλαιη και παραπλανητική σχέση προς τον αρχαίο λυρισμό. Στην Ευρώπη η αναβίωση, με τα κινήματα του κλασικισμού και του παρνασσισμού, επανέφερε σε κυκλοφορία κάποιες από τις παλαιές συμβάσεις του αρχαίου λυρισμού, στα θέματα και στην τεχνική, ευνοώντας μιμητικές αποδράσεις με τη μορφή της ανακρεόντειας ή της πινδαρικής ποίησης. Στη νεοελληνική ποίηση η επανασύνδεση του λυρισμού με τις αρχαίες πηγές του έγινε έμμεσα, μέσω των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών κινημάτων. Ουσιαστικότερη σύνδεση επεδίωξαν οι εκπρόσωποι της γενιάς του '30 στο πλαίσιο της αναζήτησής τους για τις ρίζες της ελληνικότητας.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (520-555)

520 ΤΡ. ὦ πότνια βοτρυόδωρε, τί προσείπω σ᾽ ἔπος;
πόθεν ἂν λάβοιμι ῥῆμα μυριάμφορον
ὅτῳ προσείπω σ᾽; οὐ γὰρ εἶχον οἴκοθεν.
ὦ χαῖρ᾽, Ὀπώρα, καὶ σὺ δ᾽, ὦ Θεωρία·
οἷον δ᾽ ἔχεις τὸ πρόσωπον, ὦ Θεωρία·
525 οἷον δὲ πνεῖς, ὡς ἡδὺ κατὰ τῆς καρδίας,
γλυκύτατον, ὥσπερ ἀστρατείας καὶ μύρου.
ΕΡ. μῶν οὖν ὅμοιον καὶ γυλιοῦ στρατιωτικοῦ;
ΤΡ. ἀπέπτυσ᾽ ἐχθροῦ φωτὸς ἔχθιστον πλέκος.
τοῦ μὲν γὰρ ὄζει κρομμυοξυρεγμίας,
530 ταύτης δ᾽ ὀπώρας, ὑποδοχῆς, Διονυσίων,
αὐλῶν, τραγῳδῶν, Σοφοκλέους μελῶν, κιχλῶν,
ἐπυλλίων Εὐριπίδου— ΕΡ. κλαύσἄρα σὺ
ταύτης καταψευδόμενος· οὐ γὰρ ἥδεται
αὕτη ποητῇ ῥηματίων δικανικῶν.
535 ΤΡ. κιττοῦ, τρυγοίπου, προβατίων βληχωμένων,
κόλπου γυναικῶν διατρεχουσῶν εἰς ἀγρόν,
δούλης μεθυούσης, ἀνατετραμμένου χοῶς,
ἄλλων τε πολλῶν κἀγαθῶν. ΕΡ. ἴθι νυν, ἄθρει
οἷον πρὸς ἀλλήλας λαλοῦσιν αἱ πόλεις
540 διαλλαγεῖσαι καὶ γελῶσιν ἄσμεναι—
ΤΡ. καὶ ταῦτα δαιμονίως ὑπωπιασμέναι
ἁπαξάπασαι καὶ κυάθους προσκείμεναι.
ΕΡ. καὶ τῶνδε τοίνυν τῶν θεωμένων σκόπει
τὰ πρόσωφ᾽, ἵνα γνῷς τὰς τέχνας. ΤΡ. αἰβοῖ τάλας.
545 ΕΡ. ἐκεινονὶ γοῦν τὸν λοφοποιὸν οὐχ ὁρᾷς
τίλλονθ᾽ ἑαυτόν; ΤΡ. ὁ δέ γε τὰς σμινύας ποιῶν
κατέπαρδεν ἄρτι τοῦ ξιφουργοῦ ᾽κεινουί.
ΕΡ. ὁ δὲ δρεπανουργὸς οὐχ ὁρᾷς ὡς ἥδεται;
ΤΡ. καὶ τὸν δορυξὸν οἷον ἐσκιμάλισεν.
550 ΕΡ. ἴθι νυν, ἄνειπε τοὺς γεωργοὺς ἀπιέναι.
ΤΡ. ἀκούετε λεῴ· τοὺς γεωργοὺς ἀπιέναι
τὰ γεωργικὰ σκεύη λαβόντας εἰς ἀγρὸν
ὡς τάχιστ᾽ ἄνευ δορατίου καὶ ξίφους κἀκοντίου·
ὡς ἅπαντ᾽ ἤδη ᾽στὶ μεστὰ τἀνθάδ᾽ εἰρήνης σαπρᾶς.
555 ἀλλὰ πᾶς χώρει πρὸς ἔργον εἰς ἀγρὸν παιωνίσας.

***
Βγαίνει στο φως η Ειρήνη και μαζί της η Οπώρα από τη μία και από την άλλη η Θεωρία.
ΤΡΥ. Πώς να σε χαιρετήσω εσέ, ω χαρίστρα
520 των σταφυλιών; Μυριόμετρο ένα λόγο,
για να σε χαιρετήσω, πού να βρω;
Δικό μου εγώ δεν έχω. Γεια σου, Οπώρα,
κι εσύ, Θεωρία, —τί προσωπάκι!— γεια σου.
Και τί γλυκιά και τί απαλή η πνοή σου,
που την καρδιά χαϊδεύει! Μύρου ανάσα,
ζωής αστρατολόγητης. ΕΡΜ. Δε μοιάζει
με μυρωδιά γυλιού στρατιωτικού;
ΤΡΥ. Μακριά από μένα εχθρού εχθρικό… ζεμπίλι.
Κρεμμυδοξινορέψιμο αυτός ζέχνει,
530 τούτη καλοδεξίματα ευωδιάζει,
καρπούς, αυλούς, Διονύσια, τραγωδίες,
σκοπούς σοφόκλειους, τσίχλες, ευριπίδεια
ρητά… ΕΡΜ. Συκοφαντείς τη θεά· θες ξύλο·
φράσεων δικανικών ποιητή δε θέλει.
ΤΡΥ., συνεχίζοντας χωρίς να λογαριάσει τη διακοπή του Ερμή.
βέλασμα αρνιών, κισσό, κρασοτσαντίλες,
νεαρές που τρέχουν ξέστηθες στον κάμπο,
δούλα πιωμένη, πλόσκα αναγερμένη,
κι άλλα πολλά αγαθά. ΕΡΜ. Για κοίτα τώρα
τις πόλεις που φιλιώθηκαν, με τόση
540 χαρά γελούν και πιάνουν την κουβέντα…
ΤΡΥ. κι ας έχουν μελανιές φριχτές στα μούτρα
και στα κορμιά σημάδια από βεντούζες.
ΕΡΜ. Κοίτα λοιπόν και των θεατών την όψη,
τις τέχνες τους να νιώσεις. ΤΡΥ. Συφορά μου!
ΕΡΜ. Κείνος που φτιάνει φούντες για τα κράνη
σουρομαδιέται. ΤΡΥ. Αυτός που φτάνει τσάπες
τινάζει μια στου ξιφαρά τη μούρη.
ΕΡΜ. Κι ο δρεπανάς πώς χαίρεται! Τον βλέπεις;
ΤΡΥ. Και δες τον κονταρά πώς φασκελώνει!
550 ΕΡΜ. Διαλάλα πια να φύγουνε οι αγρότες.
ΤΡΥ. Άκουσε, κόσμε! Πίσω στα χωράφια,
τα γεωργικά τους σύνεργα αφού πάρουν,
οι γεωργοί να πάνε, δίχως δόρυ, ακόντιο και σπαθί,
κι έχει πια η παλιά η ειρήνη γύρω εδώ παντού απλωθεί.
Πέστε παιάνα κι όλοι σύρτε στα χωράφια για δουλειά!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΑΚΑΚΑΛΛΙΔΑ / ΑΚΑΚΑΛΛΗ / ΑΚΑΛΛΗ

Πλήθος επώνυμοι ήρωες και οικιστές συνδέθηκαν με τον μύθο της Ακάλλης και όλοι τους ήταν καρπός του έρωτα ενός θεού για την κόρη. Έτσι διάφορες τοπικές παραδόσεις πέτυχαν τη σύνδεση με τη μινωική Κρήτη. Για παράδειγμα, στην κορυφή του γενεαλογικού δέντρου των Ναξίων και των Μιλησίων βρίσκεται ο Νάξος και ο Μίλητος, γιοι της Ακάλλης από τον Απόλλωνα. Άλλος γιος από τον Απόλλωνα ήταν ο Αμφιθέμης ή Γαράμαντας. Οργισμένος ο Μίνωας με την εγκυμοσύνη της κόρης του την εξόρισε στη Λιβύη (Νότια Τυνησία), όπου γέννησε το παιδί που έγινε γενάρχης του νομαδικού λαού των Γαραμάντων* στις παρυφές της Σαχάρας. Γυναίκα του έγινε η νύμφη Τριτωνίδα που ζούσε στην ομώνυμη λίμνη της Λιβύης.
 
Η Ακακαλλίδα, φοβισμένη από τη συμπεριφορά του πατέρα της Μίνωα προς την ίδια και τον γιο της Αμφιθέμη, γέννησε τον Μίλητο στο δάσος, στη σκιά ενός δέντρου, όπου και τον άφησε. Ο Απόλλωνας ζήτησε από λύκαινες να θρέψουν το μωρό μέχρι να το βρουν οι βοσκοί. Το παιδί έγινε άξιο και όμορφο και το ερωτεύτηκαν ο Μίνωας, ο παππούς του, και ο αδελφός του ο Σαρπηδόνας, τον οποίο και ακολούθησε στην Ασία, όπου παντρεύτηκε και έκανε παιδιά. (Αντωνίνος Λιβεράλις, 30.1-2)
 
Ο Παυσανίας (10.16.5) αναφέρει και άλλα παιδιά που η μητέρα τους τα εγκατέλειψε, τον Φίλανδρο και τον Φυλακίδη, και αυτά από τον Απόλλωνα, και ότι οι κάτοικοι της κρητικής πόλης Έλυρος έστειλαν ως αφιέρωμα στους θεούς χάλκινη αίγα από το γάλα της οποίας τρέφονται δύο παιδιά.
Από τον Ερμή η Ακάλλη απέκτησε τον Κύδωνα, που έγινε βασιλιάς της Κρήτης και ίδρυσε την πόλη Κυδωνία (Χανιά), και εκείνος την Ευλιμένη.
 
Ο μύθος της Ακακαλλίδας παραδίδεται, ή και διαμορφώνεται, από νεότερους ιστορικούς και μυθογράφους. Ωστόσο, δομείται σε γνωστά μυθολογικά μοτίβα και πάνω σε μια μορφή που προφανώς ήταν πολύ παλιά, όπως εικάζουμε από τη φυτωνυμική προέλευση του ονόματός της που παραπέμπει σε χθόνια θεότητα. Σύμφωνα με τον Ησύχιο το άνθος του Νάρκισσου στα κρητικά ονομάζεται ἀκακαλλίς, ενώ σύμφωνα με τον Εύμαχο τον Κερκυραίο ἀκακαλλίδα φησί καλεῖσθαι τὸν νάρκισσον καὶ κρόταλον… (Αθήναιος 681.5). Ο Διοσκουρίδης (1.89.1) μας πληροφορεί πως η ακακαλλίδα ήταν θάμνου καρπός … γεννωμένου ἐν Αἰγύπτῳ, ἐοικώς κατά τι τῷ μυρίκης καρπῷ. Όσο για τους θεούς που την απάγουν, τον Απόλλωνα και τον Ερμή, διατηρούν στην Κρήτη των ιστορικών χρόνων τη βλαστική τους ιδιότητα. Στην Ελεύθερνα ο Απόλλων λατρεύεται ως Στυρακίτας -από το φυτό στύραξ- και ο Ερμής ως Κυφαρισσίτης και Κεδρίτης στη Λατώ και στο ιερό της Σύμης αντίστοιχα.
 
Επιπλέον, η μυθολογική παράδοση θέλει πολλά παιδιά εκτεθειμένα που διασώζονται από θηρία και διατρέφονται από αυτά. Αρχέτυπο αυτού του παιδιού είναι ο ίδιος ο Δίας που αφήνεται στα κρητικά όρη και μια κατσίκα, η Αμάλθεια, τον τρέφει με το δικό της γάλα.
 
Στον μύθο της Ακακαλλίδας και των απογόνων της όπως και στον μύθο του Σαρπηδόνα αποτυπώνεται ίσως η ισχυρή αποικιστική παράδοση των Κρητών προς τη Λυκία.
 

Ακακαλλίδα και Απόλλων


ἔστι δὲ ἐν τοῖς Κρητικοῖς ὄρεσι καὶ κατ᾽ ἐμὲ ἔτι Ἔλυρος πόλις· οὗτοι ὖν αἶγα χαλκῆν ἀπέστειλαν ἐς Δελφούς, δίδωσι δὲ νηπίοις ἡ αἲξ Φυλακίδῃ καὶ Φιλάνδρῳ γάλα· παῖδας δὲ αὐτοὺς οἱ Ἐλύριοί φασιν Ἀπόλλωνός τε εἶναι καὶ Ἀκακαλλίδος νύμφης, συγγενέσθαι δὲ τῇ Ἀκακαλλίδι Ἀπόλλωνα ἐν πόλει Τάρρᾳ καὶ οἴκῳ Καρμάνορος. (Παυσ. 10.16.5)

Στα βουνά της Κρήτης υπάρχει και στην εποχή μου η πόλη Έλυρος. Οι κάτοικοι έστειλαν στους Δελφούς μιαν αίγα χάλκινη που θήλαζε με το γάλα της τον Φίλανδρο και τον Φυλακίδη. Τα παιδιά αυτά γεννήθηκαν, κατά τους Ελυρίους, από την Ακακαλλίδα και τον Απόλλωνα που είχαν συνευρεθεί στο σπίτι του Καρμάνορα στην πόλη Τάρρα…

(Ο Απόλλωνας βρέθηκε στην Κρήτη αναζητώντας τον ιερέα Καρμάνορα για να τον εξαγνίσει από τον φόνο του Πύθωνα στους Δελφούς.)
-------------------

*Ο Ηρόδοτος για τους Γαράμαντες


[4.183.1] Κι ύστερ᾽ από δρόμο άλλων δέκα ημερών από τα Αύγιλα, άλλος λόφος από αλάτι και νερό και πολλές φοινικιές που δίνουν καρπό, παρόμοια με τους άλλους λόφους· εκεί ζουν άνθρωποι που τ᾽ όνομά τους είναι Γαράμαντες, έθνος εξαιρετικά μεγάλο, που κουβαλούν χώμα και το στρώνουν πάνω στο αλάτι κι έτσι σπέρνουν. [4.183.2] Από τη χώρα τους ώς τους Λωτοφάγους η πιο σύντομη απόσταση είναι δρόμος τριάντα ημερών. Στη χώρα τους είναι που ζουν τα βόδια που βόσκουν προχωρώντας προς τα πίσω, για τον εξής λόγο· έχουν τα κέρατά τους κυρτωμένα προς τα μπρος· [4.183.3] κι έτσι βόσκουν προχωρώντας προς τα πίσω, αφού δεν μπορούν να προχωρήσουν προς τα μπρος, γιατί τα κέρατά τους καρφώνονται στη γη. Διαφορά άλλη από τ᾽ άλλα βόδια δεν έχουν, παρά μονάχα σ᾽ αυτό και στο δέρμα τους, που είναι πιο παχύ και πιο ανθεκτικό. [4.183.4] Κι οι Γαράμαντες αυτοί βγαίνουν και κυνηγούν τους τρωγλοδύτες Αιθίοπες με άρματα που τα σέρνουν τέσσερα άλογα. Γιατί οι τρωγλοδύτες Αιθίοπες είναι πιο γοργοπόδαροι απ᾽ όλους τους λαούς, απ᾽ αυτούς για τους οποίους μας έρχονται πληροφορίες. Και τρέφονται οι τρωγλοδύτες με φίδια και σαύρες κι άλλα παρόμοια ερπετά· η γλώσσα που μιλούν δε μοιάζει με καμιά άλλη, είναι κάτι σαν τα τσιρίσματα που βγάζουν οι νυχτερίδες.
 
Ο Ηρόδοτος αγνοεί τελείως τη σύνδεση των Γαραμάντων με την Κρήτη, θα πρέπει, επομένως, να τη θεωρήσουμε μεταγενέστερη του ιστορικού μυθολογική προσθήκη.

Θα αλλάξουμε για τους λάθος ανθρώπους ή θα είμαστε ο εαυτός μας για να μας αγαπήσουν οι σωστοί;

Είναι φανερό πως όλοι μας κατά καιρούς έχουμε την ανάγκη της επιβεβαίωσης ότι αξίζουμε ως άνθρωποι από τους γύρω μας. Ζητάμε την έγκρισή τους και την αποδοχή τους για να προχωρήσουμε στην πραγμάτωση των σκέψεών μας. Τι γίνεται όμως όταν οι σκέψεις και οι πράξεις μας γίνονται απορριπτέες;

Θα αλλάξουμε για να αρέσουμε στους λάθος ανθρώπους ή θα είμαστε ο εαυτός μας για να μας αγαπήσουν οι σωστοί; Γιατί είναι αλλιώτικο να ζητάς μία γνώμη, μην απορρίπτοντας «εσένα» και αλλιώτικο να αλλάζεις την ιδιοσυγκρασία σου και τα πιστεύω σου για να γίνεις αποδεκτός από ένα κοινωνικό σύνολο.

Όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως έχουν τη δική τους αξία, τη μοναδικότητά τους και τη δική τους αλήθεια. Θα παρομοιάζαμε τον κόσμο με ένα τεράστιο ψηφιδωτό αποτελούμενο από πολύχρωμες πετρούλες σε διαφορετικά μεγέθη και σχέδια όλα μεταξύ τους τόσο διαφορετικά και συνάμα τόσο αρμονικά ταιριαστά ολοκληρώνοντας την τελική εικόνα.

Το πρόβλημα όμως ξεκινάει όταν αρχίζουμε και αισθανόμαστε ασήμαντοι και περιττοί πιστεύοντας πως αν μοιάσουμε σε κάποιον άλλον ή υιοθετήσουμε μία άλλη συμπεριφορά αυτόματα αποκτάμε αξία. Έτσι, λοιπόν, αρχίζει να χαλάει το τέλειο ψηφιδωτό που είναι η αντανάκλαση του κόσμου μας αφού πρωταρχικό μας μέλημα δεν είναι να διατηρήσουμε ο καθένας τη δική του μοναδική ομορφιά αλλά να μοιάσουμε σε πρότυπα της σύγχρονης κοινωνίας που είναι όμως ξένα με τη δική μας προσωπικότητα.

Ας αποδεχτούμε τον εαυτό μας, το καλούπι μας, το χρώμα μας. Ποιος μας το πέρασε έτσι πως αν γίνουμε κάποιοι άλλοι θα είμαστε πιο αποδεκτοί; Ποιος μας είπε πως αν έχουμε ένα καλλίγραμμο σώμα, ένα πολυτελές αυτοκίνητο, ένα επάγγελμα κύρους και πολλά λεφτά, έχουμε μεγαλύτερη αξία από έναν μεγαλόσωμο, έναν κοντό ή έναν φτωχό άνθρωπο;

Η αξία μας δεν κρίνεται ούτε από το κοινωνικό στάτους, ούτε από τα σωματομετρικά μας χαρακτηριστικά ούτε από το γεμάτο πορτοφόλι. Η αξία μας είναι δεδομένη από τη στιγμή της γέννησής μας, από τον πρώτο κιόλας χτύπο της καρδιάς μας και ο ρόλος μας για τον καθένα διαφορετικός.

Ας πιστέψουμε σε εμάς, ας είμαστε ο εαυτός μας και τότε σίγουρα θα μας αγαπήσουν και θα μας αποδεχτούν οι «σωστοί». Γιατί στην τελική πάντα κάποιος θα είναι πιο όμορφος, πάντα κάποιος πιο έξυπνος, πάντα κάποιος καλύτερος από εσένα. Ποτέ όμως κάποιος δεν θα είναι «εσύ». Τυπικά όλοι είμαστε άνθρωποι, αλλά για κάποιους θα είσαι «ο άνθρωπός τους», για κάποιους θα είσαι «το παιδί τους» και για κάποιους «ο γονιός τους».

Και έτσι μαθαίνεις να μην βασίζεις την αξία σου σε γνώμες ξένων ανθρώπων. Μαθαίνεις την αξία σου σε πρόσωπα ανθρώπων που σε γνωρίζουν ουσιαστικά και ξέρουν καλά την αξία σου χωρίς να μπεις καν στον κόπο να τους την επιβεβαιώσεις. Αυτοί οι λίγοι ξέρουν καλά τι είσαι, ποιος είσαι. Και γι’ αυτούς αξίζει να είσαι ο εαυτός σου.

Πώς οι Συμπεριφορές του «Εγώ» μας τοποθετούν μέσα σε μια ψευδή πραγματικότητα

Το «εγώ» είναι η ενέργεια εκείνη που έχει την ευθύνη για ό,τι αφορά την επιβίωση. Είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και του κατώτερου εαυτού.

Όταν βρίσκεται σε μια ισορροπία βοηθά την ψυχή στον δρόμο της. Όταν είναι υψηλό ή ανύπαρκτο δημιουργεί δυσκολίες, εμπόδια, στασιμότητα και αδυνατεί η ψυχή να βρει το σκοπό της.

Ένα μεγάλο μέρος της εργασίας που έχει να κάνει η ψυχή ως άνθρωπος, είναι η συνεχής αυτοπαρατήρηση και η εξισορρόπηση του “εγώ”, στις συμπεριφορές του.

Μέσα από την αυτογνωσία, την παρατήρηση, την μετακίνηση της ενέργειας σε μια άλλη οπτική γωνία, την συναισθηματική αποστασιοποίηση, τη συνεχή αναζήτηση και θεραπεία ο καθένας καταφέρνει να αναγνωρίσει αυτές τις συμπεριφορές.

Το ανεβασμένο εγώ οδηγεί (σε έπαρση, αλαζονεία, εξουσία, κριτική, κτητικότητα, προβολή προσωπικής δύναμης, κατεύθυνση, διαχωρισμό, έλεγχο κ.α. ).

Το ανύπαρκτο (σε φόβους, ανασφάλειες, εξαρτήσεις, πεποιθήσεις, προηγούμενες καταγραφές, ενοχές, αμφιβολίες, έλλειψη εμπιστοσύνης, θυματοποίηση, ανεπάρκεια κ.α.).

Απλά χρειάζεται η πρόθεση εξέλιξης, η επίγνωση, η συνειδητοποίηση, η ετοιμότητα αλλά και η κάθαρση αυτών των συμπεριφορών για να έρθει η ισορροπία.

Καθώς επίσης και μια σειρά από φόβους του εγώ που αναγκάζεται να αντιμετωπίσει στο παρόν, αν και η αιτία τους βρίσκεται κυρίως στο παρελθόν αλλά και εντυπωμένες πεποιθήσεις που χρησιμοποιούνται για μαθητεία ή εξυπηρέτηση.

Επίσης είναι εγωιστικό να θεωρούμε πως σε ανθρώπους αδύναμους ή απελπισμένους είτε μέσα στην οικογένεια είτε εκτός, είμαστε εμείς που δίνουμε βοήθεια. Αυτό δε συμβαδίζει με τους εσωτερικούς του νόμους, φέρνοντας ανισορροπία και πιο δύσκολη μελλοντική εκπαίδευση αυτού του μαθήματος. Κανένας δεν είναι σωτήρας κάποιου άλλου παρά μόνο του εαυτού του. Η υποστήριξη δίνεται χωρίς κατεύθυνση αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος να βρει τη δική του δύναμη και να μάθει να αντιμετωπίζει μόνος του τα προβλήματα που τον αφορούν.

Χρειάζεται διάκριση, ταπεινότητα, ανοιχτή αντίληψη και θέληση, ώστε η προσφορά βοήθειας να είναι μέσα από αγάπη και όχι μέσα από ασυνείδητη εγωιστική συμπεριφορά, εξουσία και ανάδειξη προσωπικής δύναμης.

Πολύ συχνά προσφέρουμε υποστήριξη όχι από συμπόνια που δήθεν πιστεύουμε αλλά κύριος λόγος είναι από εξάρτηση ή φοβούμενοι την απώλεια μην τυχόν και χάσουμε αυτό που έχουμε ή ότι δεν είμαστε αρκετά χρήσιμοι για τους άλλους. Ο λόγος τελικά είναι η κτητικότητα αλλά και η προσωπική έλλειψη.

Οι συμπεριφορές του εγώ είναι τυλιγμένες σαν ένα κουβάρι, πολλές φορές δεν είναι εμφανείς ούτε από εμάς τους ίδιους, ούτε από τους άλλους γύρω. Είναι καλά κρυμμένες εσωτερικά αλλά κυρίως καλυμμένες μέσα σε διάφορες έννοιες όπως είναι αγάπη, συμπόνια, φροντίδα, θλίψη, πόνος, ταπεινότητα. Αυτή ακριβώς είναι η πλάνη που μπαίνει ο νους και δεν μπορεί να αντιληφθεί την αλήθεια.

Όταν κάποιος λέει: «από αγάπη το κάνω» καλά είναι να παρατηρήσει εάν αυτή η αγάπη επιβάλλει εξουσία στον άλλον, του στερεί την ελευθερία κινήσεων και έκφρασης, του δίνει την δική του κατεύθυνση θεωρώντας την πιο σωστή, αφαιρώντας του έτσι τη δύναμη να βρει τον δρόμο του.

Πίσω από την φροντίδα συχνά κρύβεται η εξάρτηση, ο φόβος, η ιδιοτέλεια, ο πόνος και η θλίψη της απώλειας, κρατάμε κάποιον κοντά μας από ανάγκη ή ανασφάλεια χωρίς να σεβόμαστε τις δικές του επιθυμίες. Όταν αυτός θελήσει να βρει τον εαυτό του τότε αυτό που εμείς βιώνουμε είναι θλίψη, θυμός, απαξίωση κάνοντάς του κριτική για τις αποφάσεις του.

Πίσω από τη λέξη ταπεινότητα κρύβεται πολλές φορές η αδυναμία, η μη εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, που οδηγεί σε αναβλητικότητα και στασιμότητα. Όλες είναι συμπεριφορές του εγώ που πρώτα τις βγάζουμε προς τον εαυτό μας και συγχρόνως προς τους άλλους, και εδώ χρειάζεται διάκριση, αυτογνωσία και ανοιχτή αντίληψη για την θεραπεία του εαυτού.

Όμως το σύμπαν μας έχει προνοήσει και μας προσφέρει όλες τις βοήθειες που χρειαζόμαστε για να φτάσουμε σε μια αυτοεπίγνωση. Ένας τρόπος είναι η προβολή συμπεριφορών όλων των άλλων γύρω μας που είναι κυρίως οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι, εκείνοι που έχουμε επιλέξει να μας υπενθυμίζουν συνεχώς σε ποιο σημείο βρισκόμαστε. Είναι οι “καθρέφτες μας”, που σημαίνει πως βρίσκονται απέναντί μας προβάλλοντας μέσα από την συμπεριφορά και τις πράξεις τους τον εαυτό μας.

Είναι οι γονείς, τα παιδιά, οι φίλοι, οι συνεργάτες, οι διάφοροι γνωστοί άγνωστοι που εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μας, αλλά κυρίως όσους αντιπαθούμε, όσοι μας θυμώνουν, μας πληγώνουν, και σε όσους παρατηρούμε πάνω τους “αρνητικές συμπεριφορές” ασκώντας κριτική. Είναι αγαπημένοι μας, που είτε από τα λόγια τους, είτε από τη συμπεριφορά τους, είτε από τις πράξεις τους, μας προκαλούν συνειδητά ή ασυνείδητα πόνο.

Παρατηρώντας και κρίνοντας συμπεριφορές άλλων θεωρούμε πως αυτό που βιώνουν δεν μας αγγίζει και αδυνατούμε να διακρίνουμε το κοινό σημείο αναφοράς. Είναι πολύ εύκολο για όλους να κάνουμε κριτική και να δίνουμε συμβουλές στους άλλους, το αστείο εδώ είναι πως ό,τι λέμε απευθύνεται κυρίως στους εαυτούς μας απλά δε το ξέρουμε. Έτσι έχουμε μια ξεκάθαρη άποψη και λύση για το πρόβλημα του άλλου, μόνο που αν ανοίξουμε την αντίληψή μας, θα δούμε με άλλη οπτική πως αφορά και ένα δικό μας κομμάτι. Όχι απαραίτητα το ίδιο θέμα αλλά σαν ιδιότητα ή χαρακτηριστικό, ή συναίσθημα υπάρχει και μέσα μας.

Εάν καταλάβουμε πώς λειτουργεί όλο αυτό τότε θα είμαστε ευγνώμων για τις βοήθειες που έχουμε ακριβώς μπροστά μας. Συνήθως πιστεύουμε ότι η περίπτωση του άλλου διαφέρει, πάντα όμως υπάρχει κάτι που συγκλίνει πάνω μας. Κάπου μέσα σε όλα αυτά είναι καλά κρυμμένο ένα δικό μας κομμάτι, όπου η παρουσία και το βίωμα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μας έχει την ικανότητα να μας το δείχνει ξεκάθαρα.

Έχοντας τη γνώση, τη θέληση, κυρίως απομακρύνοντας το εγώ, θα καταλάβουμε πως δεν είναι παρά ένας ρόλος που διαδραματίζεται μπροστά μας με πρωταγωνιστή τον ίδιο μας τον εαυτό. Όποιον ρόλο και να παίζει ο άλλος, σίγουρα αφορά αυτόν, αλλά και εμάς που τον βλέπουμε. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και αντίστροφα, εννοείται πως και εμείς παίζουμε αντίστοιχους ρόλους για τους άλλους, συνειδητά ή ασυνείδητα.

Τότε μόνο όλοι παρατηρούμε τις διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας, διακρίνουμε και δουλεύουμε συμπεριφορές μέσα από τη δική μας προσωπικότητα.

Βέβαια είναι σημαντικό να πούμε ό,τι δεν καθρεφτίζονται, μόνο οι αρνητικές όψεις της προσωπικότητας αλλά και οι θετικές. Εδώ είναι οι άνθρωποι που θαυμάζουμε, που θεωρούμε σπουδαίους με ιδιαίτερα ταλέντα, διακρίνοντας χαρακτηριστικά που κατά βάθος θα θέλαμε να είχαμε. Όλοι αυτοί λοιπόν μας δείχνουν με έναν τρόπο πως και εμείς έχουμε τα δικά μας ταλέντα απλά χρειάζεται να τα βγάλουμε στην επιφάνεια, χωρίς φόβο αλλά με αναγνώριση και αποδοχή.

Γενικότερα ένας τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας που βιώνει ο καθένας είναι να παρατηρήσει ποιους ανθρώπους προσελκύει γύρω του, την κάθε δεδομένη χρονική στιγμή της ζωής του και τι καθρεφτίζουν πάνω του. Έτσι διακρίνει ξεκάθαρα σε ποιο σημείο εξέλιξης βρίσκεται και ο ίδιος.

Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα μεγάλο εργαλείο αυτογνωσίας, ένα στίγμα αναγνώρισης και επίγνωσης της προσωπικής αλήθειας, αφού οι πτυχές της προσωπικότητας δεν επιτρέπουν πάντα μια ευρύτερη οπτική του συνόλου του εαυτού, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της εξέλιξής του. Είναι μια βοήθεια που μας δίνεται απλόχερα μπροστά μας και αν γνωρίζουμε τον τρόπο χρήσης της κατανοούμε τον εαυτό μας και τον θεραπεύουμε βλέποντας τις αδυναμίες του χωρίς κριτική και διαχωρισμό. Για όλες τις περιπτώσεις αυτών των ρόλων του εαυτού χρειάζεται η αποδοχή, η ανάληψη ευθύνης, η μετουσίωση στο φως και η ενοποίηση των πτυχών με αγάπη για να έρθει η ολοκλήρωση του «είναι» της ολότητάς μας.

Έτσι το ταξίδι μας γίνεται όμορφο, ελεύθερο, ενωτικό, παιχνιδιάρικο, γεμάτο γνώση και σοφία, πλημμυρισμένο με αγάπη γιατί πορευόμαστε αγκαλιά με την αλήθεια μας!

Εξωτικό ψάρι που μοιάζει με «πουλί της φωτιάς»

Το Pinnatus Batfish (ψάρι-νυχτερίδα) είναι ένα πολύ όμορφο και ιδιαίτερο ψάρι το φυσικό περιβάλλον του οποίου είναι στους κοραλλιογενείς υφάλους του Ινδικού Ωκεανού.

Είναι ιδιαίτερα σπάνιο και η διατήρησή του σε ενυδρείο απαιτεί πολύ συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας και αλατότητας του νερού. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι ότι το ψάρι «αρνείται» να καταναλώσει έτοιμες τροφές σε μια ιδιότυπη «απεργία πείνας» που οδηγεί τελικά στην αποβίωσή του.

Το μαύρο χρώμα του και το κόκκινο περίγραμμα στα πτερύγια του χαρίζουν μια ιδιαίτερη εμφάνιση ειδικά όταν κινείται στο νερό…

Είναι πραγματικά εντυπωσιακές οι φωτογραφίες σε σκοτεινό περιβάλλον όταν μόνο το περίγραμμά του διακρίνεται με αποτέλεσμα να μοιάζει μα μυθικό «πουλί της φωτιάς».

Έρευνα με σάρωση MRI αποκαλύπτει πώς προστατεύει τις μνήμες μας ο εγκέφαλος

Ερευνητές στο Πανεπιστήμο της Οξφόρδης (από το Wellcome Centre for Integrative Neuroimaging) έχουν ρίξει φως στους ακριβείς νευρολογικούς μηχανισμούς που κάνουν δυνατή την με ακρίβεια ανάκληση μνήμης. Η ερευνητική ομάδα έδωσε στους συμμετέχοντες να εκτελέσουν μνημονικές εργασίες σε ένα σαρωτή MRI. Πάνω από δυο ημέρες οι συμμετέχοντες μάθαιναν δυο επικαλυπτόμενες αλλά εξαρτώμενες από το περιβάλλον μνήμες. Οι ερευνητές στη συνέχεια μέτρησαν στον σαρωτή την ανάμειξη μεταξύ των δυο μνημών, την τρίτη ημέρα.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι τουλάχιστον δυο διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου εμπλέκονται διαμεσολαβώντας στην ανάμειξη μνήμης. Πρώτον, ο ιππόκαμπος (μέρος του εγκεφάλου που εμπλέκεται στις ανώτερες τάξεις των εγκεφαλικών λειτουργιών) ξεχωρίζει τις επικαλυπτόμενες μνήμες χρησιμοποιώντας τις συναφείς πληροφορίες. Δεύτερον, στο μέσον της σάρωσης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν διέγερση εγκεφάλου για να μειώσουν τη συγκέντρωση του νεοφλοιώδη GABA [έναν νευροδιαβιβαστή (χημικό) στον εγκέφαλο που μειώνει τη δραστηριότητα σε άλλους νευρώνες, ρυθμίζοντας την επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων]. Οι ερευνητές βρήκαν ότι η ανάμειξη της νεοφλοιώδους μνήμης αυξάνεται ανάλογα με τη μείωση στον GABA. Αυτό δείχνει ότι, επιπρόσθετα με τον ιππόκαμπο, η νεοφλοιώδης αναστολή εμποδίζει την ανεπιθύμητη συν-ενεργοποίηση μεταξύ των επικαλυπτόμενων μνημών.

«Οι εγκέφαλοί μας έχουν την απίστευτη ικανότητα να θυμούνται πολλά διαφορετικά παραδείγματα παρόμοιων γεγονότων στην καθημερινή μας ζωή, όπως η μετακίνησή μας στην εργασία», αναφέρει η Dr Helen Barron, η οποία ηγείται της έρευνας. «Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ ξεχωριστών ημερών και θυμόμαστε κρίσιμες λεπτομέρειες όπως που παρκάραμε το ποδήλατό μας κάθε μέρα. Η κατανόηση του πώς θέτουμε τις επικαλυπτόμενες μνήμες και αργότερα πώς ανακαλούμε μεμονωμένα γεγονότα είναι κρίσιμο για τη βοήθεια στην ανάπτυξη θεραπειών για καταστάσεις όπως η άνοια και η σχιζοφρένεια».

Συνεργάτες στο Πανεπιστήμιο του Birmingham σχεδιάζουν τώρα να επεκτείνουν αυτή την έρευνα σε πάσχοντες με σχιζοφρένεια και αυτισμό. Θα σαρώσουν εθελοντές για να βρουν περισσότερο σχετικά με τους μηχανισμούς που προστατεύει εναντίον της ανάμειξης της μνήμης, που συμβαίνει όταν πάνε λάθος και πώς μπορούμε να παρέμβουμε για να βοηθήσουμε τους πάσχοντες πληθυσμούς.

Συμπτωματική ανακάλυψη νέου γαλαξία στην κοσμική γειτονιά μας με τη χρήση του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble

Διεθνής ομάδα αστρονόμων χρησιμοποίησαν πρόσφατα το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble των NASA/ESA για να μελετήσουν άστρα-λευκούς νάνους μέσα στο σφαιρωτό σμήνος NGC 6752. Ο σκοπός των παρατηρήσεώς τους ήταν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα άστρα για να μετρήσουν την ηλικία του σφαιρικού σμήνους, όμως κατά την πορεία των εργασιών έκαναν μια απρόσμενη ανακάλυψη. Στα εξωτερικά όρια της περιοχής που παρατηρούσαν με την Advanced Camera for Surveys του Hubble έγινε ορατή μια συμπαγής συλλογή άστρων. Μετά από προσεκτική ανάλυση της φωτεινότητας και των θερμοκρασιών τους οι επιστήμονες συμπέραναν ότι τα άστρα αυτά δεν ανήκουν στο σμήνος – το οποίο είναι τμήμα στο Γαλαξία μας – αλλά μάλλον είναι εκατομμύρια έτη φωτός πιο μακριά.

Η σύνθετη εικόνα δείχνει τη θέση του νάνου σφαιροειδή γαλαξία Bedin 1 πίσω από το σφαιρωτό σμήνος NGC 6752

Η νεοανακαλυφθείσα κοσμική γειτονιά μας, που ονομάστηκε με το υποκοριστικό Bedin I από τους αστρονόμους, είναι ένας μετρίου μεγέθους, επιμήκης γαλαξίας. Μετράει περίπου μόνο 3000 έτη φωτός στη μεγαλύτερη διάστασή του – ένα κλάσμα του μεγέθους του δικού μας Γαλαξία. Όχι μόνο είναι πολύ μικρός, αλλά είναι επίσης απίστευτα ασθενής. Αυτές οι ιδιότητες οδήγησαν τους αστρονόμους να τον κατηγοριοποιήσουν ως ένα νάνο σφαιροειδή γαλαξία. Οι σφαιροειδείς γαλαξίες προσδιορίζονται από το μικρό τους μέγεθος, τη χαμηλή φωτεινότητα, την έλλειψη σκόνης και τον γερασμένο αστρικό πληθυσμό. 36 γαλαξίες αυτού του τύπου είναι ήδη γνωστό ότι υπάρχουν στην Τοπική Ομάδα Γαλαξιών, 22 από τους οποίους είναι δορυφόροι γαλαξίες του δικούς μας Γαλαξία.

Ενώ οι νάνοι σφαιροειδείς γαλαξίες δεν είναι σπάνιοι, ο Bedin I έχει ορισμένα αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά. Όχι μόνο είναι ένας από τους λίγους σφαιροειδείς νάνους που έχει απόσταση που εκτιμήθηκε καλά, αλλά είναι επίσης και εξαιρετικά απομονωμένος. Βρίσκεται περίπου 30 εκατομμύρια έτη φωτός από τον Γαλαξία μας και 2 εκατομμύρια έτη φωτός από τον πλησιέστερο μεγάλο γαλαξία, τον NGC 6744. Αυτό τον καθιστά πιθανώς τον περισσότερο απομονωμένο μικρό νάνο γαλαξία που ανακαλύφθηκε μέχρι σήμερα.

Από τις ιδιότητες των άστρων του, οι αστρονόμοι μπόρεσαν να συμπεράνουν ότι ο γαλαξίας είναι ηλικίας περίπου 13 δισεκατομμυρίων ετών – περίπου τόσο μεγάλης ηλικίας όσο και το ίδιο το σύμπαν. Λόγω της απομόνωσής του – η οποία οδηγεί στη μόλις και μετά βίας όποιας αλληλεπίδρασης με άλλους γαλαξίες – και της ηλικίας του, ο Bedin I είναι αστρονομικό ισοδύναμο ενός ζώντος απολιθώματος του πρώιμου σύμπαντος.

Η ανακάλυψη του Bedin I ήταν ένα αληθινά απρόσμενο εύρημα. Πολύ λίγες εικόνες του Hubble επιτρέπουν τέτοια ασθενή αντικείμενα να φανούν και καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος του ουρανού. Μελλοντικά τηλεσκόπια με ευρύτερο πεδίο παρατήρησης, όπως το τηλεσκόπιο WFIRST (Wide Field Infrared Survey), θα έχουν κάμερες που καλύπτουν μια πολύ μεγαλύτερη περιοχή του ουρανού και μπορεί να βρουν περισσότερους από αυτούς τους γαλαξιακούς γείτονες.

Η μεγαλύτερη "εικονική μονάδα μπαταρίας θειικού νατρίου" στον κόσμο λειτουργεί τώρα στην αραβική έρημο

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) θέλουν να σπάσουν τα παγκόσμια ρεκόρ παντού. Με τα χρήματα του πετρελαίου  η χώρα αυτή έχει το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο, τη μεγαλύτερη δεξαμενή νερού και μία από τις μεγαλύτερες ηλιακές εγκαταστάσεις. Μπορείτε πλέον να προσθέσετε ένα ακόμη ρεκόρ στη λίστα: τη μεγαλύτερη εικονική μονάδα μπαταρίας στον κόσμο.
 
Πριν λίγες μέρες το τμήμα ενέργειας στο Αμπού Ντάμπι ενεργοποίησε μια μονάδα μπαταρίας 108 MW / 648 MWh με θειικό νάτριο. Για λόγους σύγκρισης, η χωρητικότητα αποθήκευσης της μπαταρίας του Abu Dhabi είναι περίπου πενταπλάσια από εκείνη του συστήματος μπαταριών ιόντων λιθίου  Tesla που εγκαταστάθηκε στο Hornsdale της Αυστραλίας  το 2017. 
 
Οι μπαταρίες εγκαθίστανται σε 10 διαφορετικές τοποθεσίες στο Αμπού Ντάμπι, αλλά μπορούν να ελέγχονται ως μια ενιαία μονάδα. Ως εκ τούτου, το τμήμα ενέργειας λέει ότι είναι μια «εικονική» μονάδα μπαταρίας.
 
Όπως και άλλες χώρες πλούσιες σε πετρέλαιο στη Μέση Ανατολή, τα ΗΑΕ εξακολουθούν να παίρνουν σχεδόν όλη την ενέργεια τους από τα ορυκτά καύσιμα. Αλλά στοιχηματίζει επίσης και σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
 
«Σε 50 χρόνια, όταν θα μπορούσαμε να έχουμε το τελευταίο βαρέλι πετρελαίου … Μπορώ να σας πω ότι θα γιορτάσουμε εκείνη τη στιγμή», δήλωσε ο Σέιχ Μωχάμεντ Μπιν Ζάιντ, ο πρίγκιπας του Αμπού Ντάμπι, πριν από μερικά χρόνια.
 
Η χώρα σκοπεύει να δαπανήσει 160 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030 για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θέτοντας στόχο για το 2050 για να αποκτήσει πάνω από το 60% της ηλεκτρικής ενέργειας από πηγές χωρίς άνθρακα. Αυτό δεν είναι τόσο τολμηρό όσο ο στόχος των μηδενικών εκπομπών που υιοθετούν άλλοι σε  όλο τον κόσμο, αλλά είναι από τους πιο φιλόδοξους στη Μέση Ανατολή.
 
Η κίνηση αυτή καθοδηγείται από την αναγκαιότητα γιατί τα Εμιράτα θα αντιμετωπίσουν ανυπέρβλητες προκλήσεις καθώς η αλλαγή του κλίματος προκαλεί αύξηση της στάθμης της θάλασσας.
 
Ο άφθονος ήλιος της ερήμου τα βοήθησε να εξασφαλίσουν  επιθετικές προσφορές για τα ηλιακά πάνελ, ωθώντας την τιμή ανά μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Όμως, καθώς η χώρα αυξάνει την ποσότητα ανανεώσιμης ενέργειας που παράγει, πρέπει να προσθέσει συσκευές αποθήκευσης της ενέργειας, για να την παίρνουν όταν ο ήλιος δεν λάμπει.
 
Αντί για μπαταρίες ιόντων λιθίου από την Tesla, ωστόσο, τα ΗΑΕ επέλεξαν μπαταρίες θειικού νατρίου από την NGK της Ιαπωνίας. Οι μπαταρίες ιόντων λιθίου είναι σε θέση να συσκευάζουν πολλή ενέργεια σε μικρό χώρο, γεγονός που τις καθιστά ιδανικές για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά απαιτούν κλιματισμό για τη διατήρηση της σωστής θερμοκρασίας λειτουργίας. Οι μπαταρίες θείου νατρίου, από την άλλη πλευρά, λειτουργούν στους 300 ° C και είναι πολύ μονωμένες.
 
Το μέγεθος του νέου συστήματος μπαταριών του ΗΑΕ είναι τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να παρέχει μέχρι και έξι ώρες εφεδρικής ισχύος σε περίπτωση που το ηλεκτρικό δίκτυο του Αμπού Ντάμπι πέσει. Για τέτοιου είδους αποθήκευση μεγαλύτερης διάρκειας, οι μπαταρίες θειικού νατρίου γίνονται φθηνότερες από τις μπαταρίες ιόντων λιθίου, σύμφωνα με εκπρόσωπο της NGK . Η εγκατάσταση των ΗΑΕ χτύπησε το προηγούμενο ιστορικό της μπαταρίας της NGK , το οποίο κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία με ισχύ 50 MW και ενεργειακή ισχύ 100 MWh.

Λιαντίνης: Αντίφαση

Αυτός λοιπόν είναι ο παράλογος νόμος της φύσης που ορίζει να ‘σαι νεκρός και όταν ζεις, να ζεις και όταν έχεις πεθάνει. Και αυτός οργανώνει την βαθύτερη δομή της πραγματικότητας.

Ο αληθινός ποιητής δεν ημπορεί παρά να βιώνει την αντίφαση αυτής της σύστασης των πραγμάτων με όλη την τραγική της ακολουθία.

Κι άλλη φορά μου πέρασε από το χέρι, η πηγή της ζωής που ζούμε είναι ο θάνατος που φέρνουμε μέσα μας, Αλίμονο σε κείνον που ο θάνατος θα φύγει από μέσα του. Ένα πτώμα όσο και να αγωνίζεσαι να το κάμεις να πεθάνει, δεν θα τα καταφέρεις. Γιατί ο θάνατος έχει φύγει από μέσα του. Έχει πεθάνει.

Ύστερα, να μην λησμονούμε πως η λέξη τέλος στην ελληνική γλώσσα σημαίνει με δύο σημασίες. Με την πρώτη θα πει το τέλος, την τελευτή, το τέρμα, την παύλα, τη λήξη, το finis, το θάνατο. Με τη δεύτερη σημαίνει το σκοπό. Όπως οι τελικές προτάσεις, που λένε οι γραμματικοί, δηλώνουν το σκοπό.

Ο θάνατος λοιπόν είναι η λήξη, αλλά είναι και ο τελικός στόχος, ο έσχατος και ο συγκεντρωτικός σκοπός της ζωής μου. Όλα όσα κάνω εκεί αποβλέπουν και εκεί κατατείνουν. Η φορά της ζωής μου με φέρνει να πραγματώσω, να φτάσω, να κατορθώσω, να συντελέσω, να δικαιώσω, να αποκαταστήσω την εκκρεμή στιγμή του θανάτου μου.

Γιατί εκείνη η στιγμή θα νοηματοδοτήσει όλες τις πράξεις της ζωής μου. Και με τέτοιο νόημα ο Σόλων ελεεινολόγησε κάποτε τον Κροίσο της Λυδίας. Στάσου πρώτα να ιδώ πως θα πεθάνεις, του είπε, και ύστερα θα σου ειπώ αν υπήρξες άνθρωπος αληθινός και ωραίος, ή αν έζησες σαν αστεία κρεατούρα.

Ο θάνατος, όταν τον ατενίσει κανείς μέσα στο βασίλειο της φυσικής του νομιμότητας, δεν τρομάζει. Και μη φοβάσαι να μιλάς στα παιδιά για θάνατο.

Γιατί τολμάς, και πιο πέρα αναγνωρίζεις και παραδέχεσαι να κοιτάζεις στα μάτια ένα φαινόμενο έγκυρο, λειτουργικό, και δικαιωμένο. Και αν θέλεις ακόμη, έναν όρο αναγκαίο, απόλυτα βέβαιο, και γόνιμο για το κοσμικό παιχνίδι και τη φυσική τάξη.

Είναι και ο θάνατος πράγμα φυσικό. Όπως το μήλο στη μηλιά, το κυανού της θάλασσας, η αυγή που προβαίνει, ο ίσκιος του όρους.

Το να κουβεντιάζεις το θάνατο δεν οδηγεί στον πεσσιμισμό και στην άρνηση. Ούτε στην παραίτηση από τη ζωή, και στο μοιρολόι της φώκιας.

Αντίθετα ετούτος ο τρόπος στόχασης είναι ο μόνος τίτλος που πιστοποιεί πως ο άνθρωπος κατάκτησε την πνευματική του αρτίωση. Σε μαθαίνει να βλέπεις τα πράγματα και τη ζωή με την πιο εκλεκτή ένταση, και με ένα βλέμμα διαρκώς παρθενικό. Γιατί κάθε φορά τα βλέπεις και τα ζεις για τελευταία φορά.

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Προλεγόμενα στη Λυρική Ποίηση, Οι Αρχαϊκοί Χρόνοι

Η εποχή των πειραματισμών

Γράφει ο Robin Osborn, σύγχρονός μας ιστορικός: «Το 800 π.Χ. ο ελληνικός κόσμος ήταν φτωχός, μικρός και ανοργάνωτος. Οι κοινότητές του ήταν μικρές, και φοβερά πιεσμένες για την επιβίωσή τους σε ένα φυσικό περιβάλλον εχθρικό. Οι Έλληνες ελάχιστες επαφές είχαν με τον εξωτερικό κόσμο και κανένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, εκτός αν ως τέτοιο λογαριάσουμε έναν θησαυρό από παραδοσιακές ιστορίες και τις ισχυρές συντεχνίες που τις αφηγούνταν και τις διέδιδαν. Το 479 π.Χ., μετά την απόκρουση της εισβολής της Περσικής αυτοκρατορίας στη μητροπολιτική Ελλάδα, ο ελληνικός κόσμος εμφανίζεται εκτεταμένος και δυναμικός, με περίπλοκη οργάνωση, με διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό, και απείρως δημιουργικός.»
 
Αυτό που μεσολάβησε ήταν η λεγόμενη αρχαϊκή εποχή. «Αρχαϊκή» ονομάστηκε (με όρο δάνειον από την ιστορία της αρχαίας τέχνης) η ιστορική εποχή από τη λήξη των «σκοτεινών αιώνων» (8ος αι.) ως την έναρξη της κλασικής εποχής (μέσα 5ου αι.). Χαρακτηριστικό της: οι θεαματικές αλλαγές που διαμόρφωσαν σε όλο τον ελληνικό χώρο ένα μικτό σκηνικό, έντονης κρίσης αλλά και μεγάλης δημιουργικότητας σε όλα τα μέτωπα.
 
Με την έναρξη των αρχαϊκών χρόνων, ο ελληνικός κόσμος εισέρχεται στη σκηνή πολιτικά πλήρως διασπασμένος: οι προηγούμενοι ευρύτεροι σχηματισμοί των «σκοτεινών αιώνων» (1200-800 π.Χ.), ένας περιορισμένος αριθμός «φυλετικών κρατών» (μια σκιά των ακόμη ολιγάριθμων αλλά πολύ ισχυρότερων βασιλείων της μυκηναϊκής εποχής) είτε έχουν καταρρεύσει είτε έχουν χάσει την πρακτική πολιτική σημασία τους. Αρχίζει η μακρά περίοδος αντικατάστασής τους από ένα πλήθος μικροσκοπικών «κρατών-πόλεων» (πόλεων).
 
Η πόλις, η νέα μικρομονάδα κρατικής οργάνωσης αποτελείται από την «πόλη» και τη συνανήκουσα «χώρα» της: η πόλη αποτελεί έναν αστικό οικισμό, χτισμένο πάνω σε οχυρωμένο ύψωμα όπου κατοικούσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού και η αριστοκρατία· ο υπόλοιπος πληθυσμός διέμενε στην ύπαιθρο, τον χώρο της αγροτικής παραγωγής, που τροφοδοτούσε και στήριζε την πόλη, για να μπορέσει η δεύτερη να λειτουργήσει θεσμικά, δηλαδή ως χώρος συνάθροισης των «πολιτών», διοίκησης και πολιτικών αποφάσεων. Κράτη τύπου «πόλεως» δημιουργήθηκαν στη διάρκεια πολλών αιώνων: η αρχαιότερη πόλις ιδρύθηκε τον 10ο αι. στην Αττική και οι τελευταίες στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. στην Αχαΐα. Για πέντε αιώνες, στο μεγαλύτερο μέρος της μητροπολιτικής Ελλάδας και των αποικιών της στη Μεσόγειο, δεν υπάρχει μορφή κρατικής οργάνωσης ανώτερη από την πόλη.
 
Μια τόσο εκτεταμένη και τόσο ριζική μεταβολή του πολιτικού χάρτη δεν θα μπορούσε να γίνει ειρηνικά, ιδιαίτερα όταν την παρακολουθούσε ένας συνδυασμός πολιτικής αστάθειας και οικονομική δυσπραγίας. Πράγματι, όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψαν οι σοβαρές ταραχές να ακολουθούν η μια μετά την άλλη, από την έλλειψη αγροτικών κλήρων, τις ξηρασίες, την αγροτική υποπαραγωγή και την ανθρώπινη υπεργεννητικότητα. Στο κενό ισχυρής κεντρικής εξουσίας, την κατά τόπους πολιτική ομαλότητα την υπονομεύουν οι τύραννοι, ισχυρές προσωπικότητες χωρίς νόμιμα κληρονομικά δικαιώματα επί της εξουσίας, και την κλονίζουν οι διεκδικήσεις των μεγάλων μαζών του πληθυσμού, τις οποίες τώρα θωρακίζει η μυστηριακή διονυσιακή λατρεία, ένα σαρωτικό κίνημα θρησκευτικού ριζοσπαστισμού. Οι πολιτικές στάσεις και οι διασυνοριακοί πόλεμοι γίνονται ο κανόνας.
 
Η ισορροπία επέρχεται σταδιακά και με διαδικασίες, που διαφέρουν από τόπο σε τόπο: η διέξοδος από τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και τις στάσεις ταυτίζεται με τη μεγαλειώδη αποικιακή εξάπλωση του ελληνισμού. Με πρωτοβουλία των καθέκαστα πόλεων, πέντε περίπου αιώνες μετά τον προηγούμενο αχαϊκό αποικισμό, τα όρια του «ελληνικού χώρου» διευρύνονται για άλλη μια φορά. Στον απέραντο χώρο, από την Ισπανία ως τον Καύκασο, και από τη νότια Ρωσία ως την Αίγυπτο, όπου εγκατασπείρονται αντίτυπα των ελληνικών πόλεων, αλλά και στην αναζωογονημένη μητρόπολη όλα πλέον αρχίζουν να είναι μεγάλα: η αρχιτεκτονική μνημειώδης (ποτέ δεν χτίστηκαν στον ελληνικό χώρο τόσο πολλοί και επιβλητικοί ναοί και ιερά σε τόσο μικρό διάστημα)· η τέχνη μεγαλουργεί στην αγγειογραφία, στη γλυπτική, στη μικροτεχνία· καίριες καινοτομίες εισάγονται, όπως το νόμισμα και η γραφή, και θεμελιώνονται η ιστορία, η φιλοσοφία, οι επιστήμες.
 
Αλλά ο αποικισμός συνεπάγεται και μαζική εισβολή ανατολικών επιδράσεων σε όλους τους τομείς· εμφανέστερα από οτιδήποτε άλλο «ανατολίζουν» οι εικαστικές τέχνες και η μουσική. Παραταύτα, οι Έλληνες κατάφεραν και αφομοίωσαν τις ξένες επιδράσεις· και, στη διαδικασία αυτήν, όχι μόνον δεν έχασαν τον εαυτό τους, αλλά αντίθετα τον βρήκαν. Γιατί από την τριβή με τους μη Έλληνες (τους αλλόγλωσσους, «βάρβαρους») διαμορφώνεται τώρα για πρώτη φορά όχι μόνον η ελληνική «ιδιοφυΐα» (και παίρνει τα οριστικά χαρακτηριστικά της), αλλά και η συνείδησή της, από την παρατήρηση ότι όλοι όσοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ασπάζονται τους ίδιους θεούς και διατηρούν τα ίδια ήθη και έθιμα πρέπει δίχως άλλο να ανήκουν στην ίδια εθνότητα.
 
Συμβολικό σημείο αναφοράς της συνείδησης του ελληνισμού και της εθνικής ενότητας αναδεικνύεται ο Όμηρος. Εξ ορισμού το έπος αναπαράγει μια συνολική και πλήρη εικόνα του κόσμου. Και η ιδεολογία του πλήρους κόσμου των επών προβάλλει ως πρώτη αρετή την ακατάβλητη αγωνιστικότητα (το αἰὲν ἀριστεύειν), που την ενσαρκώνουν εμβληματικές μορφές σαν τους ήρωες της Ιλιάδας και τον Οδυσσέα. Αυτή η πολεμική-αθλητική εκδοχή της αγωνιστικότητας που διαποτίζει κάθε μορφή συλλογικής και ατομικής συμπεριφοράς -μηδέ της πολιτικής εξαιρουμένης- είχε έλξη ικανή να οδηγήσει τις νέες γενιές του ελληνισμού στη μεγαλειώδη εξόρμησή τους. Γι' αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο ότι την καταγραφή των ομηρικών επών (που ως τότε κυκλοφορούσαν και διαδίδονταν προφορικά από τις συντεχνίες των ραψωδών) την οφείλουμε στον τυραννικό οίκο των Πεισιστρατιδών, ο οποίος ακόμη δίνει την εντολή η Ιλιάδα και η Οδύσσεια να εκτελούνται εφ' εξής δι' εκφραστικής απαγγελίας στους παναθηναϊκούς αγώνες.
 
Σαν αντιστάθμισμα, επομένως, προς τον πολιτικό κατακερματισμό του ελληνικού κόσμου, επέρχεται τελικά η προσπάθεια συνένωσής του στην πολιτιστική σφαίρα. Κορυφαία σήματά της αποτελούν η καθιέρωση των πανελληνίων αγώνων, η ίδρυση των αμφικτυονιών και το μέγα θρησκευτικό-πολιτικό κύρος του Μαντείου των Δελφών. Μέσα σ' αυτά τα συμφραζόμενα πρέπει να εγγραφεί, για να κατανοηθεί, και το φαινόμενο της λυρικής ποίησης, οι μεγάλοι εκπρόσωποι της οποίας ανέλαβαν να ανταποκριθούν στην συντελούμενη γύρω τους κοσμογονία με τη δική τους εμπνοή -μη διστάζοντας και να διαφοροποιηθούν ή και να συγκρουστούν, όταν χρειαζόταν, με την κυρίαρχη ομηρική ιδεολογία. Χάρη στη στάση τους ο παραδοσιακός ρόλος της ποίησης ως κοινωνικής και ιδεολογικής κριτικής απέκτησε πλέον πολυφωνικά χαρακτηριστικά, πράγμα που ευνόησε τη φιλοσοφική αναζήτηση και άνοιξε τον δρόμο προς τη δημοκρατία, το κορυφαίο επίτευγμα της επόμενης, της κλασικής, εποχής του ελληνισμού.