Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (382-414)

ΕΚ. καλῶς μὲν εἶπας, θύγατερ, ἀλλὰ τῷ καλῷ
λύπη πρόσεστιν. εἰ δὲ δεῖ τῷ Πηλέως
χάριν γενέσθαι παιδὶ καὶ ψόγον φυγεῖν
385 ὑμᾶς, Ὀδυσσεῦ, τήνδε μὲν μὴ κτείνετε,
ἡμᾶς δ᾽ ἄγοντες πρὸς πυρὰν Ἀχιλλέως
κεντεῖτε, μὴ φείδεσθ᾽· ἐγὼ ᾽τεκον Πάριν,
ὃς παῖδα Θέτιδος ὤλεσεν τόξοις βαλών.
ΟΔ. οὐ σ᾽, ὦ γεραιά, κατθανεῖν Ἀχιλλέως
390 φάντασμ᾽ Ἀχαιοὺς ἀλλὰ τήνδ᾽ ᾐτήσατο.
ΕΚ. ὑμεῖς δέ μ᾽ ἀλλὰ θυγατρὶ συμφονεύσατε,
καὶ δὶς τόσον πῶμ᾽ αἵματος γενήσεται
γαίᾳ νεκρῷ τε τῷ τάδ᾽ ἐξαιτουμένῳ.
ΟΔ. ἅλις κόρης σῆς θάνατος, οὐ προσοιστέος
395 ἄλλος πρὸς ἄλλῳ· μηδὲ τόνδ᾽ ὠφείλομεν.
ΕΚ. πολλή γ᾽ ἀνάγκη θυγατρὶ συνθανεῖν ἐμέ.
ΟΔ. πῶς; οὐ γὰρ οἶδα δεσπότας κεκτημένος.
ΕΚ. ὁποῖα κισσὸς δρυὸς ὅπως τῆσδ᾽ ἕξομαι.
ΟΔ. οὔκ, ἤν γε πείθῃ τοῖσι σοῦ σοφωτέροις.
400 ΕΚ. ὡς τῆσδ᾽ ἑκοῦσα παιδὸς οὐ μεθήσομαι.
ΟΔ. ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐγὼ μὴν τήνδ᾽ ἄπειμ᾽ αὐτοῦ λιπών.
ΠΟ. μῆτερ, πιθοῦ μοι· καὶ σύ, παῖ Λαερτίου,
χάλα τοκεῦσιν εἰκότως θυμουμένοις,
σύ τ᾽, ὦ τάλαινα, τοῖς κρατοῦσι μὴ μάχου.
405 βούλῃ πεσεῖν πρὸς οὖδας ἑλκῶσαί τε σὸν
γέροντα χρῶτα πρὸς βίαν ὠθουμένη,
ἀσχημονῆσαί τ᾽ ἐκ νέου βραχίονος
σπασθεῖσ᾽, ἃ πείσῃ; μὴ σύ γ᾽· οὐ γὰρ ἄξιον.
ἀλλ᾽, ὦ φίλη μοι μῆτερ, ἡδίστην χέρα
410 δὸς καὶ παρειὰν προσβαλεῖν παρηίδι·
ὡς οὔποτ᾽ αὖθις ἀλλὰ νῦν πανύστατον
ἀκτῖνα κύκλον θ᾽ ἡλίου προσόψομαι.
τέλος δέχῃ δὴ τῶν ἐμῶν προσφθεγμάτων.
ὦ μῆτερ, ὦ τεκοῦσ᾽, ἄπειμι δὴ κάτω.

***
ΕΚΑΒΗ
Όμορφα μίλησες, κόρη μου, όμως υπάρχει πόνος
σ᾽ αυτή την ομορφιά. Κι αν είν᾽ ανάγκη,
Οδυσσέα, να πληρώσετε τη χάρη
στον γιο του Πηλέα για να λείψουν κι από σας
οι κατηγόριες, μη μου τη σκοτώσετε.
Εμένα σύρτε στον τάφο του Αχιλλέα
και, δίχως λύπηση, σφάχτε με.
Εγώ είμ᾽ εκείνη που έφερα στον κόσμο
τον Πάρι,
αυτόν που αφάνισε με σαϊτιές τον γιο της Θέτιδας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Δεν γύρεψε απ᾽ τους Αχαιούς ο ίσκιος του Αχιλλέα
τον δικό σου τον θάνατο, κυρά μου,
390 την κοπέλα ζητάει για σφαχτάρι.
ΕΚΑΒΗ
Τότε σκοτώστε με μαζί με την κόρη μου.
Διπλό θα γίνει το αίμα που θα πιει
κι η γη κι ο νεκρός που το γύρεψε.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αρκετός είν᾽ ο θάνατος της κόρης.
Δεν θα προσθέσουμε κι άλλον. Μακάρι
ούτε αυτόν να χρωστούσαμε.
ΕΚΑΒΗ
Κι όμως,
σου λέω πως πρέπει να πεθάνω με την κόρη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Τί λες; Δεν το ᾽ξερα πως έχω κι αφεντάδες.
ΕΚΑΒΗ
Θα την κρατώ σαν ο κισσός που περιπλέκει
το άγριο το δρυ.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Κι εγώ σου λέω ν᾽ ακούσεις
εκείνους που είναι φρονιμότεροι από σένα.
ΕΚΑΒΗ
Μάθε πως με τη θέλησή μου δεν θα την αφήσω
400 την κόρη μου.
ΠΟΛΥΞΕΝΗ
Άκουσε, μάνα μου· κι εσύ, γιε του Λαέρτη,
συμπάθα τους γονιούς που με το δίκιο τους
φουντώνουν.
Και συ, δυστυχισμένη, μην εναντιώνεσαι
στους δυνατούς. Θα σ᾽ άρεσε
κατάχαμα να πέσεις και το γέρικο
κορμί σου να λαβώσεις όταν με τη βία
θα σε σπρώχνουνε, και να ντροπιαστείς
καθώς θα σε τραβολογούν τα παλικάρια;
Αυτά θα πάθεις· μη, λοιπόν, ζητάς τα αταίριαστα.
Μανούλα αγαπημένη, δώσε μου
το γλυκό σου το χέρι κι άσε ν᾽ ακουμπήσω
410 το μάγουλο στο μάγουλό σου,
αφού ποτέ πια δεν θα ξαναδώ
του ήλιου το φως. Ακούς
τα τελευταία μου λόγια.
Ω μητέρα, ω εσύ που με γέννησες,
για τον Άδη πορεύομαι.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί - Πέλλα

«Πέλλα αγγείον σκυφοειδές, πυθμένα έχον πλατύτερον, εις ο ήμελγον το γάλα» (Αθήν. 495C). Η απόδοση της προέλευσης του ονόματος της πόλης από το συγκεκριμένο σκεύος –που σήμερα είναι γνωστό με το όνομα «καρδάρα»–  προδίδει την αρχική οικονομική βάση της περιοχής, δηλαδή την κτηνοτροφία. Πράγματι, στην περιοχή υπήρχε παλαιότερος οικισμός της Υστεροελλαδικής Εποχής, με τον οποίο ίσως σχετίζεται το όνομα Βούνομος ή Βουνόμεια που παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος. Άλλωστε, με αυτό το επίθετο λατρευόταν η Αθηνά που έφερε περικεφαλαία με κέρατα ταύρου.

Ωστόσο, το επίθετο πελλός-ή-όν, που σημαίνει φαιός, φαιόχρους, μολυβδόχρους, (πρβ. και πελιός, πελιδνός, πολιός, Πέλοψ, Πελίας, ίσως Πελασγός, Πελαγόνες, Πελαγονία, Πελάγων από Λυκία και από Πύλο) παραπέμπει σε λέξεις από τη ρίζα πηλ-, κοινή σε «παλαιοελληνικό και μικρασιατικό πεδίο». Και γνωρίζουμε ότι Πηλεγόνης ονομαζόταν ένας γιος της Περίβοιας και του ποταμού Αξιού που ρέει παράπλευρα στην Πέλλα.

Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης

Στην Μ ραψωδία της Ιλιάδας -κι ενώ μαίνεται η μάχη μπροστά στα τείχη της Τροίας- ο Τρώας Πολυδάμας πλησιάζει τον Έκτορα και τον συμβουλεύει να μην επιτεθούν στα πλοία των Αχαιών («μὴ ἴομεν Δαναοῖσι μαχησόμενοι περὶ νηῶν»), γιατί τα σημάδια, οι οιωνοί, δεν είναι καλοί: «Όχι, ας μην πάμε να χτυπήσουμε τ᾿ Αργίτικα καράβια· / τι έτσι θαρρώ θα γένει: αν φάνηκε στ’ αλήθεια το σημάδι / τούτο στους Τρώες, καθώς λογιάζαμε το σκάμα να διαβούμε, / ένας αϊτός ψηλοπετάμενος ζερβιά μεριά απ’ τ᾿ ασκέρι, / κι εκράτα αιματωπό στα νύχια του θεριακωμένο φίδι, / ακόμα ζωντανό, και το άφησε πριν φτάσει στην κούρνια του, / και δεν κατάφερε στ᾿ αϊτόπουλα γυρνώντας να το φέρει· / όμοια και μείς, κι αν τώρα σπάσουμε των Αχαιών τις πόρτες / και το τειχί με πλήθια δύναμη κι οι Αργίτες κάμουν πίσω, / τον ίδιο δρόμο δε θα γύρουμε με τάξη απ᾿ τα καράβια.»

Όπως είναι γνωστό, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοί τους δεν πολεμούν για την «πατρώα γη»· οι Τρώες όμως υπερασπίζονται την πατρίδα τους και η απόφαση τους να πολεμήσουν όχι μόνο είναι αμετάκλητη, αλλά και θεάρεστη· η δειλία και οι σκέψεις για υποχώρηση ταιριάζουν μόνο σε απερίσκεπτους ή σε ανθρώπους που οι θεοί τους πήραν τα μυαλά («θεοὶ φρένας ὤλεσαν»). Η κλασική ομηρική φράση «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.» αποδίδεται στον γενναίο Έκτορα:

«Τα λόγια ετούτα, Πολυδάμαντα, καθόλου δε μ᾿ αρέσουν / κι άλλη βουλή να δώσεις δύνεσαι καλύτερη από τούτη. / Όμως αλήθεια, τούτα που ‘λεγες, με τα σωστά σου αν τα ‘πες, / ατοί τους οι θεοί σου σήκωσαν τα φρένα δίχως άλλο’ / που θες του Δία του βροντοσκούταρου το θέλημα καθόλου / να μην ψηφήσουμε, που εσύγκλινε κι έδωσε λόγο ατός του. / Κι εσύ ζητάς στ᾿ ανοιχτοφτέρουγα πουλιά να δώσω πίστη, / που ούτε καθόλου εγώ τα γνοιάζομαι κι ουδέ τα λογαριάζω, / δεξιά, κατά τον ήλιο αν λάμνουνε και την αυγή, ως πετούνε, / για και ζερβά, κατά το σύθολο στα δυτικά σκοτάδι. / Στου Δία μονάχα εμείς το θέλημα ν᾿ ακούσουμε ταιριάζει, / που ‘ναι τρανός, και τους αθάνατους και τους θνητούς ορίζει. / Να διαφεντεύεις την πατρίδα σου το πιο καλό σημάδι

Ή

«Μα αν τέτοιο λόγο αληθινά τον λες με τα σωστά σου, / τότες θα πει οι αθάνατοι πως σ’ έχουν ξεμωράνει, / που εδώ μου ψέλνεις ορισμούς του Δία ν’ αστοχήσω / και κάλια θες εγώ πουλιά κι αητούς μ’ οργιά φτερούγες / ν’ ακούσω… που δεν τους ψηφάω, στο νου μου δεν τους βάνω, / θένε δεξά ας πηγαίνουνε όθε ανατέλνει ο ήλιος, / θένε ζερβά, κατάισα κατά τη μαύρη δύση. / Εμείς τη γνώμη του Διός ν’ ακούμε πρέπει, π’ όλους / ορίζει αθρώπους και θεούς. Ένα πουλί είναι απ’ όλα / το πιο καλό, να πολεμάς για τη γλυκιά πατρίδα

Αυτοσεβασμός

Μια λέξη – κλειδί, για να «προφέρεις» σωστά το όνομα της ζωής, η οποία αν μη τι άλλο, αν δεν οφείλεται σε δώρο θεού, σίγουρα αποτελεί μια όμορφη, μοναδική συνωμοσία του σύμπαντος.

Άκουσε λοιπόν, για μια ακόμα φορά, πώς οφείλεις σεβασμό στην ύπαρξη σου. Κι αυτό, γιατί αν δεν σεβαστείς πρώτα εσένα, δεν θα μπορέσεις να σεβαστείς τίποτα σε τούτη την φύση. Κρίκοι της αλυσίδας, όλα.

Σίγουρα δεν είναι τα πάντα ρόδινα και όταν βιώνεις στην πράξη τις δυσκολίες του βίου, τα λόγια τούτα μπορεί να ακούγονται σαν ουτοπικές φανφάρες. Ίσως!  Μα αναρωτήσου: η επανάληψη απαξίωσης του Είναι σου πού θαρρείς  θα σ’ οδηγήσει; Με μαθηματική ακρίβεια στην απόλυτη υποβάθμιση, η οποία, επί της ουσίας, θα σημάνει ολότελα την εξαφάνιση σου. Αυτός είναι άραγε ο σκοπός της πορείας σου;

Ο αυτοσεβασμός σημαίνει πώς έχω τον πρώτο και μοναδικό λόγο στον εαυτό μου και δεν επιτρέπω σε κανέναν να με χειρίζεται κατά πως τον βολεύει.

Τον χειρισμό των άλλων μπορούμε με σχετική ευκολία  να τον πετάξουμε στο πηγάδι, φτάνει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει: τι μας κάνει, τι δεν μας κάνει, τι μας πονάει πιο πολύ, τι μας πιέζει, τι μας απελευθερώνει. Κι είναι απολύτως κατανοητό πώς η αποτυχία διαχείρισης μιας οποιασδήποτε χειραγώγησης θα συμβεί αρκετές φορές στη ζωή μας.

Είμαστε άνθρωποι εξάλλου και σε αυτό έγκεινται οι αδυναμίες μας. Δεν έχουμε όμως καμία δικαιολογία όταν πέφτουμε θύματα επαναλαμβανόμενα σε μια κατάσταση που γνωρίζουμε τα δεδομένα. Ειλικρίνεια λοιπόν. Στον εαυτό μας δεν λέμε ψέματα.

Παραδεχόμαστε τις καταστάσεις και τις δυσκολίες. Αντιμετωπίζουμε με γενναιότητά τις αντιξοότητές δίχως να εθελοτυφλούμε και να τις ωραιοποιούμε. Ας κρατήσουμε έστω μια αρετή φυλαχτό στο προσκεφάλι μας.

Για το τέλος, που βέβαια είναι και η αρχή, για να αποδώσεις σεβασμό στον εαυτό σου, θα πρέπει πάνω απ’ όλα να τον αγαπήσεις. Να είσαι καλός μαζί του και να τον συγχωρήσεις.

Κάπως έτσι ίσως να αλλάξουν τα στραβά και τα ανάποδα του κόσμου αυτού, που σεβασμό δεν δίνει μα σεβασμό ζητάει!

Στη μάχη της αγάπης, ακόμα και η ίδια η λογική λυγίζει

Ανεκπλήρωτος έρωτας. Δύο λέξεις, χιλιάδες πρόσωπα. Ένας πόνος βαθύς και αδιαπέραστος που χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας, δίπλα μας τον έχουν βιώσει. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν αισθανθεί ανύπαρκτοι για το πρόσωπο της καρδιάς, έχουν φωνάξει και δεν έλαβαν τίποτα πίσω παρά μόνο σιωπή.

Να υπάρχεις και όμως, να είσαι ανύπαρκτος για το πρόσωπο εκείνο που αγαπάς όσο κανένα. Να σε αγαπάνε και πάλι να αισθάνεσαι μόνος, επειδή την αγάπη που τόσο λαχταράς να μη μπορείς να έχεις. Να αισθάνεσαι πως ζεις και πως δε ζεις ταυτόχρονα. Να αναπνέεις και να σου κόβεται η ανάσα πως όταν αισθάνεσαι πως ξανά από κοντά σου απομακρύνεται.

Να προσπαθείς και πάντοτε να μένεις πίσω, να αισθάνεσαι σα χώμα που το πατεί και να ευγνωμονείς και για αυτό. Να θέλεις να είσαι το τελευταίο άτομο στη σκέψη του και να αισθάνεσαι χαρά επειδή έστω και έτσι σε σκέφτεται. Να θυμώνουν όλοι και να σου λένε πως πρέπει να ξεχάσεις και εσύ να μη δίνεις δεκάρα ια την αξιοπρέπειά σου –γιατί αγαπάς. Και στη μάχη της αγάπης, ακόμα και η ίδια η λογική λυγίζει.

Πόνος βαθύς μέσα στην καρδιά η ώρα αυτή, η ώρα της προσμονής. Να περιμένεις από το σκοτάδι της ανυπαρξίας να περάσεις στο φως της αναγνώρισης, να ακούσεις το ‘’σε αγαπώ’’ εκείνο που θα σε κάνει να σκιρτήσεις από χαρά. Και να σε κάνει να χαίρεσαι μονάχα η ελπίδα της αλλαγής, αυτό που είχε γράψει κάποτε και ο σπουδαίος Οδυσσέας Ελύτης: «Έχει αυτή την κατάρα ο άνθρωπος. Πάντοτε να ελπίζει».

Όταν αγαπάς, τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει από το να προσδοκάς. Και αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας που σιγοκαίει τα στήθη σου και ματώνει την καρδιά σου, ακόμα και αυτός σου δίνει ένα κίνητρο για να ζεις, να υπάρχεις, να ατενίζεις την κάθε ημέρα. Κάθε μέρα πιστεύεις πως κάτι θα αλλάξει και θα αγαπηθείς. Ακόμα και αν αυτό δε γίνει όμως, έγινες ήδη ένας καλύτερος άνθρωπος για κάτι που αγάπησες. Και αυτό είναι δώρο ζωής.

Η σοφία δεν βρίσκεται μόνο μέσα στα βιβλία

Θυμάμαι τώρα εκείνη την πανάρχαια ιστορία της αράχνης που ήθελε να φυλάξει τις γνώσεις και τη σοφία της ανθρωπότητας σε μια φιάλη.

Ό,τι έξυπνο διάβαζε ή ανακάλυπτε, το ψιθύριζε στο γυάλινο δοχείο κι έκλεινε βιαστικά το καπάκι, μην τυχόν δραπετεύσει κάποια γνώση.

Όταν η αράχνη έκρινε ότι η φιάλη είχε πια γεμίσει, αποφάσισε να τη φυλάξει σε μια τρύπα που είχε ανοίξει η ίδια, πολύ ψηλά, σ’ ένα τεράστιο δέντρο. Να διατηρήσει τη γνώση στην αιωνιότητα, ασφαλή από οποιαδήποτε απειλή ή διαστρέβλωση.

Έτσι, δένει τη φιάλη στη μέση της και προσπαθεί να σκαρφαλώσει, όπως το έχει κάνει τόσες φορές, ως την κορυφή.

Όμως, αυτή τη φορά τής φαίνεται αδύνατον: η φιάλη είναι βαριά, πολύ ογκώδης, και την εμποδίζει να κινηθεί. Ένα μυρμήγκι που περνάει από κει (η αράχνη το περιφρονεί λίγο επειδή το θεωρεί ανίδεο) της λέει: «Αν θέλεις ν’ ανέβεις, καλύτερα δέσε τη φιάλη στην πλάτη σου· όχι στην κοιλιά σου». ,

Η αράχνη αντιλαμβάνεται ότι, αν και πέρασε σχεδόν όλη της τη ζωή συλλέγοντας σοφία, της έλειπε το πιο απλό: η γνώση που μόνο η εμπειρία του βιώματος μπορεί να προσφέρει.

Η αράχνη -ξεροκέφαλη μεν, αλλά όχι χαζή- αντιλαμβάνεται ότι για να αποκτήσει τη γνώση των απλών πραγμάτων πρέπει ν’ αρχίσει ν’ ακούει αυτό που οι άλλοι -οι οποίοι μπορεί να έχουν διαβάσει λιγότερο αλλά έχουν ζήσει περισσότερα– ξέρουν, μπορούν, και ίσως θέλουν να της μάθουν.

Στο τέλος της ιστορίας, η αράχνη σπάζει τη φιάλη λέγοντας πως είναι καλύτερο να μείνει ελεύθερη η σοφία στη διάθεση όλων, και ειδικά εκείνων που θέλουν να μάθουν.

Ακατάλληλα δι’ Ανηλίκους (λόγω της ημέρας) του αγίου Πούτσου να μην το ξεχνάμε!


Γνωμικά, αφορισμοί, παροιμίες κ.ά. με «τολμηρό» περιεχόμενο

Παρακαλούμε αν είστε κάτω των 18 ετών, μην συνεχίσετε (σοβαρολογούμε!)


Επιτέλους, τώρα θα σταματήσω τα τσιμπούκια.
Marilyn Monroe, 1926-1962, Αμερικανίδα ηθοποιός
Όταν υπέγραψε το πρώτο κινηματογραφικό της συμβόλαιο…

Όλα αυτά είναι μαλακίες. Παρόλα αυτά, χύνω.
Xaviera Hollander, γ. 1943, Αμερικανίδα Πόρνη

Καλύτερα να έχεις τη φήμη πούστη παρά μαλάκα.
Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας
Μεταφορικά, βεβαίως (νομίζω)

Η φιλοσοφία του σκύλου: αν δεν μπορείς να το γαμήσεις ή να το φας, τότε κατούρα το.
John Jenkins

Ο πρόεδρος Κλίντον λέει ψέματα. Ένας άντρας μπορεί να ξεχάσει πού πάρκαρε ή που είναι το σπίτι του αλλά ποτέ δεν ξεχνάει μια πίπα όσο κακή κι αν ήταν.
Barbara Bush, γ. 1925, Αμερικανίδα, προεδρική σύζυγος

Από την καθημερινή εξάντληση, τρία χρόνια κοιμόμουνα επάνω στο πέος.
Γαβριέλλα, Ιστορική ιερόδουλη της Αθήνας
Aπό τα απομνημονεύματά της

Η αντίδρασή μου στις τσόντες είναι η εξής: μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, θέλω να πάω σπίτι μου να πηδηχτώ. Μετά τα πρώτα 20 λεπτά, δεν θέλω να ξαναπηδηχτώ ποτέ στη ζωή μου.
Erica Jong, γ. 1942, Αμερικανίδα συγραφέας

Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "ηρέμησε, δεν είσαι ο πρώτος γιατρός που κοιμάται με έναν ασθενή του!" και μια άλλη απαντούσε: "μα είσαι κτηνίατρος!"
Dick Wilson, Αμερικανός κωμικός

Το να πέφτεις στο κρεβάτι με ομόφυλό σου δεν είναι κακό. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο σεξ, αλλά θα πρέπει να βάζουμε το όριό μας στις κατσίκες.
Elton John, Βρετανός τραγουδιστής

Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο πράγμα στο στοματικό σεξ; Η θέα.
Maureen Lipman, Βρετανίδα ηθοποιός

Έχω δοκιμάσει διάφορες εκδοχές του σεξ. Στην παραδοσιακή παθαίνω κλειστοφοβία και στις άλλες είτε πιάνεται ο λαιμός μου είτε πιάνεται το σαγόνι μου.
Tallulah Bankhead, 1902-1968, Αμερικανίδα ηθοποιός

Είπε μέσα της: Να πηδηχτώ μαζί του, ναι. Προς Θεού όμως, όχι οικειότητες.
Karl Kraus, 1874-1936, Αυστριακός συγγραφέας

Ένα άπιστο πέος βρίσκει το ταίρι του σε ένα άπιστο αιδοίο.
Παροιμία των αρχαίων Σουμερίων.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον, εκτός αν έχεις την ψωλή του στην τσέπη σου.
Λύντον Τζόνσον, 1908-1973, Αμερικανός Πρόεδρος [1963-1968]

Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ιδίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκλείψει
η πιο μικρή ασέλγεια
του αλφαβήτου μας
Ντίνος Χριστιανόπουλος, γ. 1931, Έλληνας ποιητής

Η επιτυχία είναι σαν να είσαι έγκυος: Όλοι σε συγχαίρουν, αλλά κανένας δεν ξέρει πραγματικά πόσες φορές χρειάστηκε να σε πηδήξουν.
Ανώνυμος

Πρέπει να έχετε προετοιμάσει από πριν τις αντιδράσεις σας στις αντιξοότητες της ζωής. Παράδειγμα, τι θα κάνατε αν κάποιος άγνωστος σας έπιανε στη μέση του δρόμου ξαφνικά τον κώλο;
Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας

Ποτέ δεν πήδηξα δεκάρι, αλλά μια βραδιά πήδηξα πέντε δυάρια.
George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Μου θυμίζει κάτι που συνήθιζε να λέει ο παππούς μου:«πάω επάνω να πηδήξω τη γιαγιά σου». Ήταν ένας τίμιος άντρας και δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα σε ένα τετράχρονο παιδάκι.
George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Όταν τους κρατάς από τ’ αρχίδια, οι καρδιές και τα μυαλά τους θα ακολουθήσουν.
Charles Colson, Επιτελής του Ρίτσαρντ Νίξον

Προτού γαμήσω τη γκόμενα πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου, πάντα βάζω μπροστά τη μηχανή για λίγα λεπτά για να το ζεστάνω. Έτσι είμαι εγώ, νοιάζομαι.
Brad Osberg

Νομίζω πως όλοι οι άντρες, σε κάποιες στιγμές της ζωής τους, έχουν αμφιβολίες για τον ανδρισμό τους. Ειδικά τις στιγμές που αγγίζουν το πέος ενός άλλου άντρα.
Jim Rosenberg, Αμερικανός blogger

Το σεξ έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι το παν. Εννοώ ότι δεν είναι τόσο σημαντικό όσο το χέσιμο. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει 70 χρόνια χωρίς να γαμήσει ούτε ένα κώλο, αλλά μπορεί να πεθάνει σε μια βδομάδα χωρίς μια σύσπαση των εντέρων.
Charles Bukowski, 1920-1994, Αμερικανός συγγραφέας

Μην την ψάχνεις αλλού, μία είναι η λύση: τα λεφτά, το φαΐ και το γαμήσι.
Νίκος Καρβέλας

Έρχεσαι πάντα μαζί με το μουνί σου...
Ηλίας Πετρόπουλος, 1928-2003, Έλληνας λαογράφος και συγγραφέας

Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά κι ο κόσμος όλος
κι απ’ τα πολλά πια τα σκατά μου πιάστηκε κι ο κώλος.
Έρχεται ο ένας ο σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,
σαν φύγει όμως βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε.
Γεώργιος Σουρής, 1853-1919, Έλληνας σατιρικός ποιητής

Προσπάθησα να βάλω συνθηματικό στο hotmail τη λέξη «πέος». Μου απάντησε ότι δεν ήταν αρκετά μεγάλο.
Ανώνυμος

Αν γίνω καλά θα τονε χαλάσω εγώ αυτόν που με βάρεσε. Εάν ψοφήσω, κλάστε μου το μπούντζον.
Γεώργιος Καραϊσκάκης, 1782-1827, Ήρωας του ‘21

Για να σταματήσετε να τον παίρνετε από πίσω, πάρτε του μια πίπα.
Διαφημιστικό σλόγκαν της πίπας Herb, αρχές δεκαετίας του `70

Μαστίγωσέ με, δείρε με, χύσε σ’ όλο μου το κορμί, πες ότι μ’ αγαπάς.
Μετά άντε γαμήσου, σήκω και φύγε από ‘δώ.
Ανώνυμο

-------------------
Γαμοτράγουδα
Και του γέρου τα αρχίδια, σαν νερόβραστα κρεμμύδια,
και του νιου τα αρχιδάκια, σαν τα μοσχοκαρυδάκια.
από Δημοτικό τραγούδι ("Πέρασα από ένα γεφύρι")
Όλα σου ταδωσε ο Θεός
μουνί βυζιά και κώλο
και μένα τον κακόμοιρο
τριακόσια δράμια ψώλο.
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
Το μουνί τό λένε Γιώτα
καί τόν πούτσο Παναγιώτα!
όποιον Θέλεις πάνε ρώτα
τό κεφάλι μπαίνει πρώτα!
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
Πάει ο πούτσος στο παζάρι,
δεν ηξεύρει τι να πάρει.
βρίσκει του μουνιού τον πάτο
και τον κάνει άνω-κάτω.
από Δημώδες Γαμοτράγουδο
 
Άσεμνες Θυμόσοφες Ρήσεις
  • Όταν ένας άντρας πάει με μια πουτάνα, δεν την πληρώνει για το πήδημα, την πληρώνει για να φύγει.
  • Η μεγαλύτερη κατάρα: γέρος, άσχημος, φτωχός και πούστης.
  • Καλή κι η μαλακία, αλλά με το γαμήσι γνωρίζεις και κόσμο.
  • Μόνο έναν καλό άνθρωπο γνώρισα στον κόσμο, τον πατέρα μου, κι εκείνος γάμησε τη μάνα μου.
  • Άλλο Τουμπαμάρος κι άλλο το μουνί της Μάρως.
  • Αν ακουμπήσει ξένο αρχίδι στο κωλομέρι της γυναίκας, δεν την ξαναμαζεύεις.
  • Γυναίκα που κρατά σφιχτά τα μπούτια της κλεισμένα
    πάει να πει πως ψάχνεται για πούτσο απεγνωσμένα
  • Γυναίκα με μικρά βυζιά που μοιάζει με αγόρι
    αν τη γυρίσεις μπρούμυτα σφυρίζει σα βαπόρι.
  • Γυναίκα με κλειστό γιακά και με βυζιά μεγάλα
    Το προτιμά το μπρούμυτα καλύτερα από τα’ άλλα
  • Το μερακλιδικο μουνί βουνά ξεθεμελιώνει,
    στερεύει λίμνες κα γιαλούς και ποταμούς θολώνει.
  • Όσες σταφίδες λιάζονται τον Αύγουστο στ’ αλώνια,
    τόσα βυζιά χαϊδεύονται τα βράδυα στα σαλόνια.
  • Το μουνί δεν είναι αρνί να το κλείσεις στο παχνί.
    Το μουνί θέλει παιχνίδια με τον πούτσο και τ’ αρχίδια.
  • Απ' τη ζωή στο θάνατο είν' ένα μονοπάτι
    και από τον κώλο στο μουνί, δυο δάχτυλα και κάτι.
  • Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι,
    το ψάρι θέλει υπομονή και το μουνί κυνήγι.
Πονηρά Αινίγματα
  • Τη σαλιάζω, την κορδώνω και στην τρύπα της τη χώνω
    ( βελόνα και κλωστή )
  • Γύρω γύρω χορταράκι και στη μέση πηγαδάκι
    (το αιδοίο )
  • Τεντωμένη τη βάζεις, ζαρωμένη τη βγάζεις
    (η κάλτσα )
  • Απ' τον κώλο την κρατάω και στο στόμα τη φιλάω
    (το κύπελλο, η κούπα )
  • Το στρογγυλό μου στο σκιστό σου
    (κουμπί και κουμπότρυπα )
  • Ο γαμπρός το βάζει κι η νύφη φωνάζει
    (κλειδί και κλειδαριά )
  • Τρέμει, τρέμει, στου κοριτσιού την τρύπα μπαίνει
    (το σκουλαρίκι )
  • Σουβλωτό, μπιμπικωτό, σε θηλυκού τρύπα μπαίνει
    (το σκουλαρίκι )
  • Βάζω το χέρι στο βρακί, πιάνω το πράμα το μακρύ και το βάζω σε μια τρύπα που 'χει από πάνω τρίχα
    (τσιγάρο, χείλια και μουστάκι)
  • Εγώ γι' αυτό σ' αγόρασα κι έδωσα τον παρά μου, για να σε βάζω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου
    (η σκάφη )
  • Τα γόνατα μ’ στα γόνατα σ’, τα χέρια μ’ στα βυζιά σ’ και το μνί σ’ στου κούτελου μ’.
    (το άρμεγμα της κατσίκας )
  • Έχω ένα πραματάκι, μία πιθαμή και κάτι. Σου το δείχνω και τρομάζεις, σου το βάζω και φωνάζεις, σου το βγάζω κι έχει χύσει, κι όμως έχει ωφελήσει. Τι είναι;
    (η ένεση )
Βωμολοχικές & Αθυρόστομες παροιμίες
Περί Αιδοίων
  • Του μουνιού σου το γλωσσίδι μου ‘ριξε κλωτσιά στ’ αρχίδι
  • Το μουνί και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει.
  • Το μουνί και το χταπόδι με το χτύπημα απλώνει.
  • Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι.
  • Ψηλό μουνί, καμαρωτό γαμήσι.
  • Ξανθό μουνί, τρελό γαμήσι.
  • Το μουνί σέρνει καράβι.
  • Μουνί καλλιγραφία.
  • Ο στρατός και το μουνί θέλουνε υπομονή.
  • Αν δεις καράβι στο βουνό, μουνί το ‘χει τραβήξει.
  • Εδώ ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται.
  • Πολλά μουνιά τριγύρω μας, στον πούτσο μας κανένα.
  • Δόξα να 'χεις τρυγητή μου που 'δα τρίχα στο μουνί μου.
  • Έλα μουνί στον τόπο σου και ρέστα μη γυρεύεις.
  • Τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως.
  • Το συχνομπουκουνάτο κάνει το μουνί δροσάτο.
  • Ανάθεμά το το μουνί τόσα κακά που σέρνει.
  • Όσα βγάλαμε στα ξένα, στο μουνί και στην ταβέρνα.
  • Καλογριά στο μοναστήρι, το μουνί της εργαστήρι.
  • Θες μουνί, το θες και στο πιάτο.
  • Άλλος το ‘χει και το κατουρεί κι άλλος δεν το ‘χει και το λαχταρεί.
  • Δουλειά δεν είχε το μουνί και μάθαινε τσαγκάρης.

Πέη
  • Αν ήταν το βιολί ψωλή, θα το παίζανε πολλοί.
  • Της στραβιάς της ψωλής οι τρίχες της φταίνε.
  • Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το καυλί σου.
  • Άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στην ψωλή.
  • Τις μεγάλες Αποκριές στέκονται οι ψωλές ορθές.
  • Άσπρα γένια, πούτσα σιδερένια.
  • Μαλλί βαμβάκι, ψωλή φαρμάκι.
  • Ψωμί, τυρί δεν είχαμε, χοντρή ψωλή γυρεύαμε.
  • Είχαμε ψωλές σακκιά, μας ήρθαν κι απ’ τα χωριά.
  • Δεν μας φτάνει η χολή μας, γκαυλώνει και η ψωλή μας.
  • Το μαχαίρι είν’ για τους εχθρούς κι η ψωλή για τους δικούς.
  • Η ψωλή δεν είναι βρύση, άφησέ την να γεμίσει να φχαριστηθεί γαμήσι.

Όρχεις
  • Θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια.
  • Πούτσες μπλε κι αρχίδια καπαμά.
  • Τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως.
  • Έπιασε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια.
  • Τσολιάς [ή κεχαγιάς] στ’ αρχίδια μου.
  • Θύμωσε ο Αγάς κι έκοψε τ’ αρχίδια του.
  • Ο τεμπέλης ο μπακάλης τ’ αρχίδια του ζυγίζει.
  • Βρήκε ο γύφτος λάδι, αλείφει και τα αρχίδια του.
  • Γούμενος καθούμενος, τ’ αρχίδια του έλυε κι έδενε.
  • Όποιος διαβάζει με τ’ αρχίδια γαμάει με τα μάτια.
  • Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούν’ τ’ αρχίδια.

Περί συνουσίας
  • Θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός.
  • Γάτος γαμάει, γάτος σκούζει.
  • Το γαμήσανε και ψόφησε.
  • Γέρου χάιδεμα και νιου γαμήσι.
  • Μαμ και νάνι, πούτσο και σεργιάνι.
  • Όποιος βρέσκει και γαμεί, αστοχιά του αν παντρευτεί.
  • Είδε η αλεπού τρίχα στο μουνί τς, περπατεί και διαλαλεί.
  • Γαμεί η χελώνα το λαγό, όταν ο αετός είναι από πάνω.
  • Γαμιέσαι, κόρη μ’, χαίρεσαι, στη γέννα θα τα πούμε.
  • Γάμα με να σε γαμώ να περνούμε τον καιρό.
  • Το χωριό καιγότανε και η Μαριώ γαμιότανε.
  • Άλλος ψυχομαχά κι άλλος γκαυλομαχά.
  • Άλλοι ψυχομαχάνε και άλλοι ψωλοβαράνε.
  • Βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα.
  • Εγώ με τον παρά μου, γαμώ και την κυρά μου.
  • Στην ξαδέρφη και στην θειά μπαίνει πάντα πιο βαθιά..
  • Ο χορός και το γαμήσι είναι της γυναικός η φύση.
  • Μάθαν πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι.
  • Αλάργα από στραβού ραβδί κι από κουτσού γαμήσι
  • Τύφλα να `χει το γαμήσι, σαν πετύχει η μαλακία.
  • Όποιος νύχτα περπατεί, ή κλέφτης είναι ή γαμεί.
  • Όποιος τον Αύγουστο γαμεί, κακό χειμώνα βγάζει.
  • Στο φαΐ και στο γαμήσι ο Θεός δεν κάμει κρίση.

Παρά φύσιν
  • Το ντέφι κι’ η Αποκριά είναι του πούστη η χαρά.
  • Πάρε κώλο-δώσε κώλο, γνώρισες τον κόσμο όλο.
  • Με σάλιο και υπομονή, ο κώλος γινεται μουνί.
  • Εδώ γαμούν αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη.
  • Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας.
  • Μήτε στο διάβολο κερί, μήτε στον Τούρκο κώλο.
  • Άμα σε γαμήσει κανένας, να ‘ναι και μάστορας.
  • Αν σε γαμήσει ο κατής, πού θα πας για να κριθείς;
  • Είδες παπά στον ύπνο σου; Κώλο γυρεύει.
  • Το μουστάκι είναι η κουρτίνα του πούστη.
  • Πούστηδες και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια.
  • Όσα ξέρει ένας κώλος, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
  • Για να γίνεις ηγούμενος, πρέπει να σε γαμήσει ο προηγούμενος.

Πρωκτολογικά
  • Τον κώλο βάζει o μάγειρας, σκατά θα μαγειρέψει.
  • Του κώλου τα εννιάμερα, του πούτσου τα σαράντα.
  • Κι ο ωραιότερος κώλος, πορδές κλάνει.
  • Κώλος και βρακί.
  • Μαγκιά, κλανιά και κώλος φινιστρίνι.
  • Χήρας κώλο γάμησε, πουτάνας μην ζηλέψεις.
  • Χήρας κώλος που πονάει, άλλα πράματα ζητάει.
  • Κώλος που ‘μαθε να κλάνει, εύκολα δεν ξεμαθαίνει.
  • Αλάτισε τον κώλο σου και ρώτα τι βρωμάει.
  • Tα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους.
  • Βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου.
  • Πήγα να πω τον πόνο μου και μου ‘πιασαν τον κώλο μου.
  • Της θείας σου ο πάτος γαρύφαλλα γεμάτος.
  • Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
  • Ζούπα-ζούπα τον κώλο σου, σκατά θα βγάλει.
  • Μικρόν κώλο δεν έδειρες, μέγαν μη φοβερίζεις.
  • Από της μυλωνούς τον κώλο ορθογραφία γυρεύεις.
  • Βρακί δεν έχει ο κώλος μας, γαρίφαλο στ’ αυτί μας.
  • Ο κώλος μας ξεβράκωτος κι η σκούφια μας με φιόρα.
  • Άσπρο κώλο που ‘χει η νύφη, να ‘χαμε και μεις οι γύφτοι.
  • Κώλο μυρίζεσαι; Σκατά λιγουρεύεσαι.
  • Κώλοι υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν.
  • Άλλος κώλος φαίνεται κι άλλος μαγειρεύεται.
  • Φοβέρισε τον κώλο σου, μην κλάσει στο παζάρι.
  • Η κουρούνα όπου κι αν πάει, τον κώλο της μαζί της τον κουβαλάει.
  • Άγιος και κώλος μαρτυρούν, μα ο άγιος αγιάζει κι ο κώλος ζοχαδιάζει.
  • Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, στο τέλος κάποιο θα χωθεί στον κώλο του.

Κοπρολαγνικά
  • Μπήκαν τα σκατά στο πιάτο κι ήρθανε τα πάνω κάτω.
  • Αμ’ πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουνα χεσμένος;
  • Στον πόρδο μη θαρρεύεσαι και χέσεις το βρακί σου.
  • Όποιος σε κλάσει χέσε τον, μη βγει καλύτερός σου.
  • Το ‘να του χέρι στα σκατά και τ’ άλλο στο καθίκι.
  • Αν δε σε κλάσει ο μάστορης δε γίνεσαι τεχνίτης.
  • Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο.
  • Όταν κλάσει ο νοικοκύρης, θε να χέσει ο μουσαφίρης.
  • Χέσε μες στη θάλασσα να μαζευτούν τα ψάρια.
  • Ο καθένας το σκατό του, μηλοκύδωνο το έχει.
  • Κατά τα σκατά και το φτυάρι.
  • Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε Ευζώνοι.
  • Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.
  • Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει.
  • Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι.
  • Γλυκά τρως, πικρά κλάνεις.
  • Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος.
  • Είπε ο χέστης του κλανιάρη, βάρδα απ’ εδώ ρε ξεκωλιάρη.

Πόρνες
  • Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, μα η χαρά δεν την αφήνει.
  • Όποιος σε πόρνη εμπιστευτεί, στον κώλο του ρεπάνι.
  • Πουτάνας κόρη έπαρε, πουτάνας γιο μην πάρεις.
  • Η πουτάνα το ξεφτίλισμα για πανηγύρι το ‘χει.
  • Η πουτάνα απ’ τη χαρά της, διαλαλεί την πουτανιά της.
  • Η πουτάνα κάνει τόσα κι έχει και μεγάλη γλώσσα.
  • Κράζει η πουτάνα την παρθένα.
  • Ούτε εκκλησιά χωρίς καμπάνα, ούτε χωριό χωρίς πουτάνα.
  • Την πουτάνα και στο μπουκάλι να την κλείσεις, με τον φελλό θα το κάνει.
  • Όμοιος τον όμοιο γύρευε, πουτάνα την πουτάνα, κι ο κερατάς τον κερατά να περπατούν αντάμα.

Διάφορα
  • Της γυναίκας ο καημός, λούσα, πούτσα και χορός.
  • Γαμεί γαϊδούρα στην ανηφόρα.
  • Όλοι γαμούν και λειτουργούν κι εγώ αν σημάνω βλάφτει;
  • Σηκωθήκανε τ’ αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη.
  • Η μάνα του του δίν’ βυζί, και η γυναίκα του μουνί.
  • Μωρή πουτάνα θάλασσα που σε γαμάν τα ψάρια.
  • Το πολύ το τάκα-τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.
  • Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε, η ψωλίατ’ σκούτε.
    (ποντιακή)

Γιατί πετάμε χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα

Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα της Καθαράς Δευτέρας, το οποίο περνά από γενιά σε γενιά είναι αυτό του πετάγματος του χαρταετού. Λίγοι όμως γνωρίζουμε γιατί πραγματικά πετάμε αετό αυτή τη μέρα και πώς ξεκίνησε το έθιμο.

Ο χαρταετός που πετάμε την Καθαρά Δευτέρα, δεν είναι απλώς ένα ακόμα παιχνίδι, που ίπταται στον αέρα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σύμφωνα με αρχαίες θεωρίες το πέταγμα υποδηλώνει την ανάταση, την κάθαρση της ψυχής μετά το διονυσιακό ξεφάντωμα της Αποκριάς.

Ως χριστιανική θεώρηση το πέταγμα του αετού συμβολίζει το ανθρώπινο πνεύμα που είναι πλασμένο για να πετά στα ουράνια και με αυτόν τον τρόπο είναι σα να ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό.

Πατρίδα του είναι η μακρινή Ανατολή. Η ιστορία του χαρταετού έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Κίνα ξεπερνώντας τα 2.400 χρόνια ζωής. Αρχικά, βέβαια, υλικό κατασκευής των χαρταετών δεν υπήρξε το χαρτί, αλλά το ξύλο. Οι λαοί της Ανατολής χρησιμοποιούσαν τους χαρταετούς σε μαγικές τελετές, θρησκευτικές εκδηλώσεις και σε τελετουργίες για τον εξορκισμό του κακού. Πίστευαν ότι όσο ψηλότερα ανεβεί ο αετός τόσο πιο τυχεροί θα είναι.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές με χαρταετούς που ‘‘χορεύουν’’ στους αιθέρες πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία, για την υποδοχή της άνοιξης, με εντυπωσιακές τελετές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία. Για τον ίδιο λόγο, στη Λαχώρη του Πακιστάν κάθε Φεβρουάριο γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις, που επανα- φέρουν στη μνήμη παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος.

Και στην αρχαιότητα

Αλλά και στην ελληνική αρχαιότητα, ο χαρταετός δεν ήταν άγνωστος. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντα -4ος αι. π. Χ.- χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αετό, ενώ υπάρχει και ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής με παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια μικρή λευκή σαΐτα (είδος αετού) με το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Πιθανότατα βέβαια, τα πειράματα ή τα παιχνίδια των Αρχαίων Ελλήνων με τους “αετούς” θα πρέπει να γίνονταν με πανί τουλάχιστον ως το Μεσαίωνα, καθώς η χώρα μας δεν διέθετε σε αφθονία το χαρτί.

Πολύ αργότερα ο Μάρκο Πόλο γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στην Ευρώπη του Μεσαίωνα, όπου τον περιγράφει και για τις επικίνδυνες επανδρωμένες πτήσεις του.

Τα νεότερα χρόνια, πολλές λεπτομέρειες για την παρουσία του χαρταετού στη Γηραιά Ήπειρο έχουμε το 1450 στη Γερμανία και το 1606 στην Ισπανία. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας κληρικός αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι χρησιμοποιούσαν τον χαρταετό σαν παιχνίδι χαράς την ημέρα του Πάσχα.

Ακολουθούν οι χρόνοι της επιστημονικής χρησιμοποίησης των χαρταετών (ή και υφασματαετών) ώσπου το 1752 στην Αμερική ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμά του, διαπιστώνοντας με τεχνητό αετό τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και του κεραυνού, οπότε και κατασκεύασε το αλεξικέραυνο. Το 1880 ο Αυστραλός Hargrave σχεδίασε έναν τεράστιο αετό για μετεωρολογικές παρατηρήσεις.

Υπάρχει προφορική παράδοση που αγγίζει τα όρια του μύθου, ότι τη μεγάλη γέφυρα του Νιαγάρα την άρχισαν, ρίχνοντας απέναντι με χαρταετό το πρώτο σχοινί.

Ο Χαρταετός έφθασε στην Ελλάδα πρώτα από τα λιμάνια Ανατολής (Σμύρνη-Χίο-Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, της Σύρας, των Πατρών και ακολούθησαν τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει σπάγκο και χρωματιστό χαρτί. Η κατασκευή ενός χαρταετού σήμερα είναι σχετικά εύκολη υπόθεση καθώς υπάρχουν όλα τα τεχνικά μέσα.

Eξωπλανήτης διπλάσιος της Γης ίσως να μπορεί να φιλοξενήσει ζωή

Αστρονόμοι διαπίστωσαν ότι ο εξωπλανήτης Κ2-18b με μέγεθος πάνω από δύο φορές αυτό της Γης ίσως να είναι εν δυνάμει κατοικήσιμος, ανοίγοντας τον δρόμο για την αναζήτηση ζωής σε πλανήτες σημαντικά μεγαλύτερους από τη Γη, μα μικρότερους από τον Ποσειδώνα.  Χρησιμοποίησαν τη μάζα, την ακτίνα και ατμοσφαιρικά δεδομένα του εξωπλανήτη Κ2-18b και διαπίστωσαν πως είναι δυνατόν ο πλανήτης να διατηρεί νερό σε υγρή μορφή σε «κατοικήσιμες» συνθήκες κάτω από την πλούσια σε υδρογόνο ατμόσφαιρά του. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζονται στο The Astrophysical Journal Letters.
 
O εξωπλανήτης Κ2-18b, σε απόσταση 124 ετών φωτός, έχει 2,6 φορές την ακτίνα και 8,6 φορές τη μάζα της Γης, και κινείται γύρω από το άστρο του σε τροχιά που βρίσκεται στην αποκαλούμενη κατοικήσιμη ζώνη, όπου οι θερμοκρασίες επιτρέπουν την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή. Ο πλανήτης είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ το φθινόπωρο του 2019, καθώς δύο διαφορετικές ομάδες είχαν αναφέρει τον εντοπισμό υδρατμών στη πλούσια σε οξυγόνο ατμόσφαιρά του. Ωστόσο, η έκταση της ατμόσφαιρας και οι συνθήκες που επικρατούσαν κάτω από αυτήν παρέμεναν άγνωστες.
 
«Υδρατμοί εντοπίστηκαν στις ατμόσφαιρες ενός αριθμού εξωπλανητών, ωστόσο ακόμα και αν ένας πλανήτης είναι στην κατοικήσιμη ζώνη, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως υπάρχουν κατοικήσιμες συνθήκες στην επιφάνεια» είπε ο Nikku Madhusudhan, του Ινστιτούτου Αστρονομίας του πανεπιστημίου Cambridge, που ηγήθηκε της νέας έρευνας. «Για να διαπιστώσουμε τις προοπτικές κατοικησιμότητας, είναι σημαντικό να αποκτήσουμε ενιαία κατανόηση του εσωτερικού και των ατμοσφαιρικών συνθηκών στον πλανήτη- ειδικά το εάν νερό σε υγρή μορφή μπορεί να υπάρχει κάτω από την ατμόσφαιρα».
 
Δεδομένου του μεγάλου μεγέθους του Κ2-18b, έχει αναφερθεί πως θα μπορούσε να είναι περισσότερο κάτι σαν μια μικρή έκδοση του Ποσειδώνα παρά μια μεγάλη έκδοση της Γης. Ένας «μίνι Ποσειδώνας» θα μπορούσε να έχει μια σημαντική ζώνη υδρογόνου γύρω από ένα στρώμα νερού σε υψηλή πίεση, με εσώτερο πυρήνα από βράχο και σίδηρο. Εάν η ζώνη αυτή είναι πολύ πυκνή, η θερμοκρασία και η πίεση στην επιφάνεια του στρώματος νερού θα ήταν πολύ υψηλές για να επιτρέπουν την ύπαρξη ζωής.
 
Ο Madhusudhan και η ομάδα του έδειξαν πως, παρά το μέγεθος του εξωπλανήτη, η ζώνη αυτή δεν είναι απαραίτητα πολύ πυκνή, και το στρώμα νερού θα είχε τις κατάλληλες συνθήκες για να υποστηρίξει ζωή. Για να το κάνουν αυτό χρησιμοποίησαν υπάρχουσες παρατηρήσεις της ατμόσφαιρας, καθώς και της μάζας και της ακτίνας, προκειμένου να διαπιστώσουν τη σύνθεση και τη δομή τόσο της ατμόσφαιρας όσο και του εσωτερικού, μέσω υψηλής ακριβείας αριθμητικών μοντέλων και στατιστικών μεθόδων για την ερμηνεία των δεδομένων. Μια σειρά από σχετικά σενάρια επιτρέπουν την ύπαρξη ενός ωκεανικού κόσμου, με νερό σε υγρή μορφή σε θερμοκρασίες και πιέσεις παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στους ωκεανούς της Γης.
 
Η έρευνα αυτή ανοίγει τον δρόμο για την αναζήτηση συνθηκών κατοικησιμότητας και «βιο-υπογραφών» (bio-signatures) έξω από το ηλιακό μας σύστημα, σε εξωπλανήτες σημαντικά μεγαλύτερους από τη Γη.

Η Μαγική Πρωτομαρτιά

Μάρτης και Προλήψεις

Προσοχή! Το μόνο που επιτρέπεται να κάνετε την 1η του Μάρτη, είναι να φυτέψετε ένα βασιλικό. Κι ως τις 6 του μήνα, μην τολμήσετε να πλύνετε ρούχα, γιατί θα έρθουν οι Δρίμνες και θα τα κατακάψουν. Κι ούτε να λουστείτε ούτε να κολυμπήσετε. Επειδή, αν το κάνετε, οι Δρίμνες θα κάψουν το κορμί σας. Κι αν θέλετε να μάθετε, τι είναι οι Δρίμνες, σας λέμε ότι πρόκειται για πνεύματα αόρατα που ζουν μέσα στα νερά και τους δίνουν δύναμη. Πνεύματα, που όμως σας επιτρέπουν, αν ξέρετε την τέχνη, να προβλέψετε, τι καιρό θα κάνει όλο τον χρόνο: Μια μέρα για δυο μήνες. Είναι τα μερομήνια που κακώς κάποιοι τα συνδέουν με τις πρώτες μέρες του Αυγούστου. Το σωστό είναι 1-6 του Μάρτη, καθώς αυτές οι μέρες ονομάζονται δρίμ(ν)ες.

Ναι, η πρώτη του Μάρτη έχει μαγική δύναμη. Επειδή η νεκρανάσταση της βλάστησης δεν επαφιόταν μόνο στις πομπές του Διονύσου παλιά, του Καρνάβαλου αργότερα υπήρχαν πάντα οι γιορτές της 1ης του Μάρτη, αρχής της χρονιάς, πριν να παγιωθεί η 1η του Γενάρη και «την Πρωτομαρτιά, πέφτει απ’ τον ουρανό το κάρβουνο, να ζεσταθεί η γης κι από τότες αρχινούν οι ζέστες» είναι η «μεγάλη ώρα του έτους». Γι’ αυτό, ο ήλιος του Μάρτη καίει σαν κάρβουνο και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών. Με τον μαγικό κύκλο, τον «Μάρτη» μπορούμε ν’ αποφύγουμε το κακό: Κλωστές άσπρη και κόκκινη και καμιά φορά και χρυσή, στριφογυρίζονται και αφήνονται πάνω στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς όλη νύχτα, κάτω απ’ τ’ άστρα.

Το πρωί, ο «Μάρτης» είναι έτοιμος ως το πιο αποτελεσματικό φυλαχτό. Περιδένεται στον καρπό ή στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και μένει εκεί, όσο η τοπική πρόληψη επιτάσσει. Αν το παιδί δεν έχει ακόμα χρονίσει, ο «Μάρτης» περνιέται στον λαιμό. Για σιγουριά, εφτά «Μάρτηδες» οπότε «Μάρτης δεν πιάνει το μωρό». Αν τον περάσουν στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ούτε όταν περπατάνε σκοντάφτουν ούτε όταν τρέχουν κι αν μπει «Μάρτης» στο χερούλι της στάμνας, το νερό μένει πάντα δροσερό. Στη Μυτιλήνη και στην Κάρπαθο, «όποια κοπελιά έχει αρμαστό (αρραβωνιαστικό), του στέλνει τον άρτη κι αν ο αρμαστός είναι στην ξενιτιά, βάζει τον Μάρτη στον φάκελο, μαζί με το γράμμα».

Συνήθως, ο «Μάρτης» φοριέται ως την χριστιανική Ανάσταση, τότε, τον βγάζουν και τον δένουν σε μια τριανταφυλλιά, για να πάρουν το χρώμα της. Στην Κάρπαθο κι αλλού, τον δένουν στην αναστάσιμη λαμπάδα, να καεί μαζί με το κερί. Στη Θήβα και τα Μέγαρα, τους δένουν στο αρνί του Πάσχα και καίγονται καθώς γυρνά η σούβλα. Στ’ Άγραφα, βγάζουν τον «Μάρτη», μόλις δουν χελιδόνι. Τα παιδιά, τον αφήνουν στα δέντρα «για να τον πάρουν τα χελιδόνια» και τραγουδούν: Άφ’κα σύκο και σταφύλ’ / και σταυρό κι αθημουνίτσα / γύρ’σα πίσω, δεν τα βρήκα / λίτσαρ-λίτσαρ, λίτσαρ-λίτσαρ».

Συμβολικά το λευκό και το κόκκινο χρώμα το συναντάμε συχνά στη δεισιδαιμονία όταν είναι να αποτρέψουμε κάποιο κακό. Αυτό μνημονεύεται και από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο Αρτεμίδωρος στα «Ονειροκριτικά» συσχετίζει τους διάφορους στεφάνους των μαγισσών, ο Βιργίλιος στα «Βουκολικά» αναφέρει πολύχρωμους μίτους περιδεμένους τρεις φορές σε εικόνα ερωμένου για να τον σαγηνέψουμε. Ο Πετρώνιος αναφέρει όμοιες μαγγανείες, όπου δένουμε πολύχρωμο στήμονα στον τράχηλο. Οι Βυζαντινοί αναφέρουν τη χρήση βαμμένης κλωστής κατά της βασκανίας. Στα Ελευσίνια μυστήρια κατά την αρχαιότητα οι νεαροί μύστες φόραγαν κρόκους στο δεξί χέρι και στο πόδι. Πρόκειται λοιπόν για έθιμο πανάρχαιο, ή όμοιο πανάρχαιων εθίμων.

Το ιδιότυπο αυτό ασπροκόκκινο βραχιολάκι όταν έφευγε ο Μάρτιος στην κεντρική Ελλάδα τουλάχιστον το έβγαζαν και το κρεμούσαν στο πιο ψηλό κλαδί των δένδρων που ήταν πλησίον στα σπίτια με τις χελιδονοφωλιές και αυτό γιατί: Ο Μάρτιος είναι, ο μήνας της εαρινής μετανάστευσης πτηνών από την Αφρικανική ήπειρο στην Ελλάδα κυρίως και στα Βαλκάνια κατ΄ επέκταση.

Τα πτηνά αυτά μεταφέρουν συχνότατα ασθένειες των θερμότερων κλιμάτων που με την αυξημένη υγρασία της άνοιξης επωάζονται. Στη λαογραφία αναφέρεται πως τα παιδιά πρέπει να σέβονται, να αγαπούν και να μην πειράζουν τα χελιδόνια επειδή λειτουργούσαν ως «οικόσιτα» πτηνά που έκτιζαν τις φωλιές τους στους τοίχους των σπιτιών με το σκεπτικό ότι ήταν χρήσιμα εξολοθρεύοντας τα έντομα, κυρίως κουνούπια, που ήταν βλαβερά για τον άνθρωπο και τα οποία κουνούπια τα ίδια τα χελιδόνια μετέφεραν στο πτίλωμα τους από το ταξείδι τους από την Αφρική. Ο ένας λόγος ήταν εν μέρει αυτός, ο δεύτερος λόγος ήταν ότι οι παλαιότεροι γνώριζαν για τις ασθένειες αυτές και δεν ήθελαν τα παιδιά τους να μολυνθούν.

Μαζί με τα υγιή χελιδόνια και άλλα πουλιά μεταναστεύουν και ασθενή. Ειδικά το ασθενές χελιδόνι εάν δει κόκκινο χρώμα το αποφεύγει και δεν πλησιάζει, αντιθέτως το υγιές χελιδόνι μαζεύει την ασπροκόκκινη κλωστίτσα που την βρίσκει στο ψηλό κλαδί του δένδρου και την μεταφέρει στην φωλιά του για να αποτρέψει την χρήση της από τον ασθενή εισβολέα και να κλωσήσει τα υγιή αυγά του. Για τον λόγο αυτό της υγείας οι παλαιότεροι είχαν σκαρφιστεί την χρησιμότητα των χελιδονιών, κυρίως, και απέτρεπαν τα παιδιά να παίζουν μαζί τους και να πλησιάζουν τις χελιδονοφωλιές.

Στη Σωζόπολη (περιοχή της Βουλγαρίας σήμερα, στην παραλία του Ευξείνου Πόντου), όταν έβλεπαν χελιδόνι, έβγαζαν τον «Μάρτη» και τον τοποθετούσαν κάτω από μια μεγάλη πέτρα. Μετά από σαράντα ημέρες, σήκωναν την πέτρα. Αν από κάτω υπήρχαν μερμήγκια, σήμαινε πως η παραγωγή θα πήγαινε πολύ καλά. Στην Κύζικο (Προποντίδα), έκοβαν τον «Μάρτη» και τον πετούσαν καταγής, όταν έβλεπαν πελαργό. Ταυτόχρονα, απάγγελναν: «Λέλεκα, χατζή μπαμπά / ρίξε γρόσια και φλουριά».

Η συνήθεια να δένονται με τον «Μάρτη» είναι πολύ παλιά. Αναφέρεται γύρω στα 400 μ.κ.ε. από τους χριστιανούς που φυσικά τον αντέγραψαν από την αρχαία Ελληνική παράδοση, άλλωστε ο μεγάλος λαογράφος Ν.Γ. Πολίτης τη θεωρεί γνήσιο ελληνικό έθιμο, καθιερωμένο από την αρχαία λατρεία. Συνδέεται με την «κρόκη», κλωστή που οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια περνούσαν στο δεξί χέρι και το αριστερό πόδι αποδίδοντάς της συμβολική έννοια που όμως μας είναι άγνωστο, τι σήμαινε.

Ο ήλιος του Μάρτη είναι το πιο γνωστό και πιο μεγάλο κακό που επέρχεται με την «Πρωτομαρτιά».

Οι Δρίμ(ν)ες είναι το δεύτερο.

Ανάλογα με τον τόπο, η καταστροφική τους επίδραση ισχύει τις έξι ή δέκα ή δώδεκα πρώτες μέρες του μήνα, ή «τις τρεις πρώτες, τρεις μεσαίες και τρεις τελευταίες μέρες». Είναι δαιμονικά, νύμφες των νερών και καταστρέφουν ανθρώπινα κορμιά, ξύλα και πανιά. Όσα πανιά πλυθούν, λιώνουν. Όσα ξύλα κοπούν, σαπίζουν. Και καλό είναι οι άνθρωποι να μη λούζονται και να μην κόβουν ξύλα τις κρίσιμες μέρες. Κι ακόμα καλύτερα, να ρίξουν στα νερά ένα πέταλο που δρα σαν γιατρικό κι έχει αποτρεπτική δύναμη, καθώς το σίδερο διώχνει τα δαιμόνια.

Το τρίτο και τελευταίο κακό της «Πρωτομαρτιάς» είναι οι παρενέργειες της αλλαγής του χρόνου, καθώς η ζέστη δεν έρχεται μόνη. Την παραμονή, όπως και την αντίστοιχη της Πρωτοχρονιάς, παιδιά γυρνούν σπίτι με σπίτι τάχα κουτσαίνοντας και κρατώντας τενεκέδες που τους χτυπούν μεταξύ τους, να κάνουν θόρυβο, και τραγουδούν: «Όξω, Κοτσοφλέβαρε / να ΄ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια». Οι νοικοκυρές καθαρίζουν το σπίτι, ρίχνουν τα σκουπίδια έξω, σπάνε στην πόρτα κάποιο πήλινο και τραγουδούν: «Βγαίνει ο κακόχρονος, / μπαίνει ο καλόχρονος. / Όξω ο Κουτσοφλέβαρος. / Όξω, ψύλλοι, ποντικοί, / μέσα Μάρτη και χαρά / και καλή νοικοκυρά!».

Επειδή, μαζί με τον Μάρτη και την πρώιμη ζέστη, πλακώνουν όλα τα ζωύφια, κυρίως ψύλλοι και κοριοί που πρέπει να εξορκιστούν, ώστε να μην ενοχλούν τους ανθρώπους. Το έθιμο είναι απλωμένο σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γερμανία, με κρότους, σπασίματα πήλινων αλλά και μαγικούς κύκλους προσπαθούν να διώξουν φίδια, ποντικούς και ζωύφια. Οι εκδηλώσεις συμπίπτουν με την δυτική χριστανική γιορτή του Πέτρου, που πέφτει 22 Φεβρουαρίου, μέρα κατά την οποία οι εκεί αρχαίοι λαοί θεωρούσαν ως Πρωτοχρονιά.

Εκεί, τα μαγικά ολοκληρώνονται με μιμητικές πράξεις, δήθεν όργωμα με ψεύτικο άροτρο αλλά και περιφορά αρότρου που οδηγούν νεαροί αλλά σέρνουν κορίτσια. Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της διονυσιακής λατρείας.

Το ότι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού έτους ονομάστηκε Μάρτιος (Martius), παίρνοντας το όνομα του θεού Mars (μετονομασία του ελληνικού Άρη), είναι γνωστό. Εκείνο που ίσως οι πολλοί δεν γνωρίζουν είναι το ότι ο Mars, πριν να γίνει θεός του πολέμου, είχε τελείως αντίθετες ιδιότητες ανάμεσα στις οποίες και η διόλου πολεμική της «ευετηρίας» (της δύναμης που έκανε την χρονιά να πάει καλά). Φυσούσε μαζί με τους ανοιξιάτικους ανέμους πάνω από τους αγρούς και βοηθούσε γη, δέντρα και φυτά να βλαστήσουν. Για τους Ρωμαίους άλλωστε, ο κάθε μήνας ή είχε σχέση με θεό ή βλάστηση ή δεν άξιζε καν να έχει όνομα.

Ο Ιανουάριος κατακυρώθηκε ως πρώτος μήνας της χρονιάς το 152 π.κ.ε. και αποτελούσε, μετά τη χειμερινή τροπή του ήλιου το «κομμάτι» του χρόνου, μέσα από το οποίο περνούσαν στο νέο έτος. Πήρε, λοιπόν, το όνομα του «διπρόσωπου» Ιανού, θεού της αρχής και του τέλους. Ο ελληνικός Φλεβάρης (φλέβα, πολύ νερό) είναι ο ρωμαϊκός Φεβρουάριος, από το λατινικό ρήμα februare (καθαίρειν). Ως τελευταίος πριν από τον πρώτο της νέας χρονιάς, ο Φλεβάρης ήταν μήνας των καθαρμών που με κάθε επισημότητα τελούσαν οι Εστιάδες παρθένες.

Ο Απρίλιος έχει να κάνει με το ρήμα aperire (ανοίγειν) επειδή τότε ανοίγουν τα λουλούδια και μπαίνουν στη φάση της καρποφορίας. Ο Μάης συνδυάζεται με τη λέξη magis (περισσότερο), καθώς τον μήνα αυτό τα πάντα, από τα σπαρτά και τα λαχανικά ως τα δέντρα, μεγαλώνουν. Ο Ιούνιος έχει την ίδια ρίζα με η λέξη Juventus (Γιουβέντους) που σημαίνει «νεανική ωριμότητα», ενώ Juno ήταν η θεά του γάμου: Όλα ωριμάζουν, περιμένοντας τον θερισμό.

Οι δυο επόμενοι μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος), πριν να πάρουν τα ονόματα του δολοφονημένου Ιούλιου Καίσαρα και του πρώτου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, αναφέρονταν απλά με τον αριθμό τους (Quintilis – Πέμπτος μετά την ρωμαϊκή πρωτοχρονιά και Sextilis – Έκτος), όπως και ο επόμενος September – Σεπτέμβριος – Έβδομος, Οκτώβριος – Όγδοος, Νοέμβριος – Ένατος και Δεκέμβριος – Δέκατος.

Για έναν πολύ απλό λόγο, όπως εξηγεί ο E. Fehrle: Όταν ο σπόρος ωριμάσει, τότε κανένας δεν έχει ανάγκη την επίκληση θεού για να πάει καλά η σοδειά του. Αγρότες αλλά και ρεαλιστές, οι Ρωμαίοι δεν έβρισκαν για ποιο λόγο θα έπρεπε να αφιερώσουν σε κάποια θεότητα ή δύναμη εκείνους τους μήνες που έτσι κι αλλιώς δεν προσφέρονται για αγροτικές εργασίες σχετικές με την ανάπτυξη της καρποφορίας. Οπότε απλά τους αριθμούσαν σε σχέση με τους προηγούμενους. Η τάση αυτή δεν σήμαινε ασέβεια, καθώς οι Ρωμαίοι ήταν όντως πρακτικοί άνθρωποι και εφάρμοζαν τη μέθοδο σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και στα παιδιά τους.

Αντί να σκοτώνονται, πώς θα ονομάσουν το κάθε παιδί τους, το βάπτιζαν με τον «αύξοντα αριθμό» του: Sextus Pompeius (Έκτος Πομπήιος) ο αντίπαλος του Καίσαρα, Quintus Cicero (Πέμπτος Κικέρων) ο ρήτορας. Μας έμειναν έτσι ως αριθμοί οι μήνες από τον Σεπτέμβρη ως τον Δεκέμβρη, επειδή από τους Ρωμαίους διαδόθηκε το ημερολόγιο σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Για να ξαναγυρίσουμε στον Μάρτη, οι Αθηναίοι είχαν μια πολύ λογική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο «μια κλαίει και μια γελάει». Ο Μάρτης, έλεγαν, έχει δυο γυναίκες. Μια πολύ πλούσια αλλά πανάσχημη και μια πάμφτωχη αλλά πανέμορφη. Αυτός κοιμάται στη μέση. Όταν γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, κατσουφιάζει, μαυρίζει και σκοτεινιάζει ο κόσμος όλος. Όταν γυρνά προς τη μεριά της όμορφης, γελάει, χαίρεται και λάμπει ο κόσμος όλος. Πλην όμως, τις πιο πολλές φορές γυρνά προς τη μεριά της άσχημης, καθόσον αυτή τρέφει κι αυτόν και την όμορφη. Οπότε είναι άσκοπο να περιμένετε ότι τον Μάρτη θα έχει πολλές λιακάδες. Η δύναμη του χρήματος γαρ.

Υπάρχει κι άλλη εξήγηση για το ότι ο Μάρτης «μια κλαίει και μια γελάει». Ήταν τότε που οι δώδεκα μήνες απέκτησαν ένα βαρέλι κρασί με δώδεκα κάνουλες, τη μια πάνω από την άλλη. Πάνω που συζητούσαν, ποιος μήνας να πάρει ποια κάνουλα, ο Μάρτης τους ζήτησε, επειδή ήταν γέρος, να του δώσουν την κάτω κάτω. Οι άλλοι δέχτηκαν, καθώς κανένας τους δεν σκέφτηκε ότι το κρασί αδειάζει από πάνω προς τα κάτω. Κι όλο έβλεπαν τον Μάρτη να πηγαίνει, ν’ ανοίγει την κάτω κάνουλα και να πίνει, να πίνει, τελειωμό να μην έχει. Κάποτε αποφάσισαν να πιουν το δικό τους μερίδιο. Ανοίγει ο πρώτος την πάνω κάνουλα. Φυσικά και δεν βγάζει κρασί. Ανοίγουν ο δεύτερος, ο τρίτος, όλοι τις δικές τους. Ούτε σταγόνα. Μόνο η κάτω κάτω, του Μάρτη, έβγαζε λίγο ακόμα. Κατάλαβαν, τι έγινε. Άρχισαν να τσακώνονται, τι να τον κάνουν τον γέρο Μάρτη. Ακόμα δεν έχουν καταλήξει: Τη μια λένε να τον κρεμάσουν κι ο Μάρτης κλαίει, την άλλη να τον συγχωρήσουν κι ο Μάρτης γελάει.

Όσο για τις 31 του ημέρες, ούτε αυτές ήταν όλες δικές του. Στα Καλάβρυτα εξηγούσαν ότι αρχικά ο Μάρτης είχε 28 μέρες κι ο Φλεβάρης 31. Μια χρονιά, έτυχε ο Μάρτης να είναι συνέχεια στις καλές του, οπότε ούτε κρύο ούτε βροχές ούτε χιόνια ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Ανάμεσα στις τυχερές, μια γριά με κάμποσες κατσίκες και κάμποσα αρνιά τις χαιρόταν αυτές τις μαρτιάτικες καλοσύνες. Ήταν όμως κακιασμένη κι όταν έφτασε η τελευταία μέρα του μήνα, η 28η, δεν άντεξε κι ευχήθηκε στον Μάρτη να πεθάνει, λέγοντας: «Στην πομπή σου, γέρο Μάρτη. Τ’ αρνοκάτσικά μου καλά περάσανε».

Θύμωσε ο Μάρτης, έχασε το κέφι του, πήγε στον Φλεβάρη, του ζήτησε τρεις μέρες κι έγινε χαμός. Από τότε, ο Φλεβάρης έχει 28 μέρες κι ο Μάρτης 31. Τη συγκεκριμένη χρονιά, τις τρεις τελευταίες μέρες του, ο Μάρτης έκανε τρομερό κρύο, φυσούσε διαβολεμένα και χιόνιζε από το πρωί ως το βράδυ. Οι άνθρωποι χώθηκαν στα σπίτια της να ζεσταθούν κι η γριά, ξεπαγιασμένη, στριμώχτηκε στο τζάκι, κάτω από το τσουκάλι. Ούτε εκεί κατάφερε να ζεσταθεί.

Τρελαμένη από το κρύο, μπήκε μέσα στο τσουκάλι κι έγινε βραστή. Από τότε έμεινε η παροιμία «Ο Μάρτης έβαλε την γριά μεσ’ στο τσουκάλι». Στα Καλάβρυτα όμως, αυτές τις τρεις τελευταίες μέρες τις βάφτιζαν καθεμιά με το όνομα μιας από τις τρεις πιο μεγάλες σε ηλικία γριές. Αν η μέρα ήταν καλή, έλεγαν πως και η γριά που η μέρα της ανήκε ήταν καλός άνθρωπος. Αν η μέρα ήταν κακή, συμπέραιναν ότι και η γριά ήταν κακός άνθρωπος κι από αυτήν ξεκινούσε η «κακιά μέρα».

Το ότι ουσιαστικά ο χρόνος αλλάζει την 1η του Μάρτη, το φανερώνουν μια σειρά από έθιμα, πολλά από τα οποία έχουν χαθεί με την πάροδο του χρόνου. Σε πολλά μέρη, την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη έσβηναν τη φωτιά, πριν να πάνε για ύπνο, ώστε το πρωί να ανάψουν καινούρια. Αλλού, πρωί «Πρωτομαρτιάς» έχυναν το νερό της προηγούμενης μέρας και πήγαιναν στη βρύση να πάρουν νέο, ως αρχή μιας νέας περιόδου, πιο ευοίωνης.

Στα Μέγαρα, πρωί πρωί Πρωτομαρτιάς, οι γυναίκες πήγαιναν στα χωράφια και πλένονταν με δροσιά κριθαριού (τις σταγόνες που μάζευαν από τα πρώιμα φύλλα του), έβγαζαν στάχυα και τα πήγαιναν, νωπά ακόμα, στο σπίτι και τα κρεμούσαν στις πόρτες για να είναι δροσεροί όλο τον χρόνο οι χώροι. Στην Αθήνα, με το που ξημέρωνε, κάθε νοικοκυρά πήγαινε στο πηγάδι, έπαιρνε το «αμίλητο νερό» (δεν έπρεπε δηλαδή να μιλήσει σε κανέναν, ώσπου να ολοκληρώσει το έργο της), έβρεχε μ’ αυτό λίγο γρασίδι και ράντιζε όλους όσοι κοιμόντουσαν. Μετά, ράντιζε κι όλους τους χώρους του σπιτιού. Αφού τα τέλειωνε όλα αυτά, απάγγελλε: «Ήρθες Μάρτη; Ήρθ’ η γεια σου, / ήρθ’ η πληθομαμμουδιά σου / Μέσα Μάρτης και χαρά / και καλή νοικοκυρά». Αν η όλη τελετουργία γινόταν σωστά, η δροσιά έμπαινε στο σπίτι κι εξασφάλιζε υγεία και ευτυχία για όλα τα μέλη της οικογένειας.

Τα πράσινα κλαδιά και τα γεμάτα χυμό βλαστάρια έχουν την «Πρωτομαρτιά» τη δύναμη της θαλερότητας και της γονιμότητας. Και μπορούν να τις μεταδώσουν σ’ ανθρώπους και ζώα, αν τα βουτήξουν στη δροσιά (όπως των Θεοφανίων με το αγιασμένο νερό) και χτυπήσουν έπειτα μ’ αυτά εκείνους, στους οποίους πρέπει οι δυνάμεις αυτές να μεταδοθούν. Στην περιοχή του Πωγωνίου (το βόρειο κομμάτι του νομού Ιωαννίνων, γύρω από το Δελβινάκι), «σηκώνεται ένας το πρωί και παίρνει μια κρανιά ανθισμένη και χτυπάει όλους μέσα στο σπίτι λέγοντας: να είστε στέρεοι όλη τη χρονιά σαν την κρανιά (γερός θάμνος του δάσους)».

Στην Κρήτη, «την Πρωτομαρτιά κόβγουν μιαν ασφεντουλιά και χτυπούν μ’ αυτή τα βούγια και λένε: Μάρτης είναι σήμερο, κι άλλαξε την τριχιά σου / και βάλε πήχες το λαρδί και πιθαμές το ξύγκι». Στην Κω, χτυπούν μια γάτα. Στην Γερμανία, τα κορίτσια που έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι πλένονταν με δροσιά ή κυλιόντουσαν στο γρασίδι για να μην τους πονά η μέση το καλοκαίρι, κυρίως την εποχή του θερισμού.

Ένα πανάρχαιο έθιμο με ρίζες στις εποχές της μαγείας και συνδεμένο με θρησκευτικές δοξασίες, είναι η «περιφορά της χελιδόνας». Μεταδόθηκε και στους γερμανικούς λαούς κι απλώθηκε σ’ όλη σχεδόν την Ευρώπη, επιβιώνοντας και μετά την εξαφάνιση της μαγείας. Σήμερα, επιζεί σε περιοχές της Θράκης και δηλώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τον ερχομό της νέας χρονιάς «μαζί με τα χελιδόνια»: Την 1η του Μάρτη, ανά δυο, τα παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν με φύλλα κισσού (σύμβολα του θεού Διονύσου και της βλάστησης, με τα οποία, εκτός των άλλων, μεταδίδεται η θαλερότητα και η γονιμότητα στα ζώα και στις κότες). Μέσα στο καλάθι περνούν ένα ραβδί, στην άκρη του οποίου προσαρμόζουν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού. Είναι η χελιδόνα, στον λαιμό της οποίας κρεμούν κουδουνάκια που ηχούν, όταν κάποιος κινεί το ραβδί.

Μ’ αυτή την κατασκευή που παίζει τον ίδιο ρόλο με το τρίγωνο στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν: «Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, / ήρθε κι άλλη μελιδόνα, / κάθισε και λάλησε, / και γλυκά κελάδησε: / «Μάρτη, Μάρτη μου, καλέ, / και Φλεβάρη φοβερέ, / κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις, / καλοκαίρι θα μυρίσεις. / Κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις, / πάλιν άνοιξιν θ’ ανθίσεις. / Θάλασσα επέρασα / και στεριάν δεν ξέχασα, / κύματα κι αν έσχισα, / έσπειρα, ’κονόμησα. / Έφυγα κι αφήκα σύκα, / και σταυρόν και θημωνίτσα, / κ’ ήρθα τώρα κ’ ηύρα φύτρα, / κ’ ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα, / βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα».

Και συνεχίζει: «Συ, καλή νοικοκυρά, / έμπα στο κελάρι σου, / φέρ’ αβγά περδικωτά, / και πουλιά σαρακοστά, / δώσε και μιαν ορνιθίτσα, / φέρε και μια κουλουρίτσα. / Μέσα δω που ’ρθαμε τώρα, / μέσα γεια, μέσα χαρά, / στον αφέντη, στην κυρά, / στα παιδιά και στους γονείς / σ’ όλους τους τούς συγγενείς. / Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι, / έξ’ οχτροί, σας τρών’ οι σκύλοι. / Μέσα φίλοι, μέσα φτήνια, / και χαρές, χοροί, παιχνίδια». Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας και τα βάζει στο κοτέτσι για να κάνουν οι κότες πολλά αβγά. Μετά, παίρνει ένα ή δυο αβγά και τα δίνει στα παιδιά που την επισκέφτηκαν, τα οποία συνεχίζουν παρακάτω.

Στα 200 (μ.κ.ε.) ο Αθήναιος κατέγραψε ένα ήδη αρχαίο στην εποχή του τραγούδι που τα παιδιά στην Ρόδο έψαλλαν αρχή της άνοιξης περιφέροντας από σπίτι σε σπίτι μια «χελιδόνα» και ζητώντας να τα τρατάρουν γλυκά. Λέει: «Ήλθ’ ήλθε χελιδών / καλάς ώρας άγουσα / καλούς ενιαυτούς» Και περιγράφει πώς είναι το χελιδόνι, τι καλά φέρνει με την άνοιξη, με ευχές για καλή σοδειά κ.λπ. Στο τέλος, ζητά από την νοικοκυρά ν’ ανοίξει την πόρτα στο χελιδόνι να τα φιλέψει κι αυτά καθόσον «ου γαρ γέροντες εσμέν αλλά παιδία».

Αναγεννησιακή φιλοσοφία: το αιχμηρό της δόρυ

Αναγέννηση: όψεις της κοινωνικο-πολιτικής φιλοσοφίας

§1

      Η νέα κοσμο-εικόνα της Αναγέννησης εμφανίζεται και στην κοινωνικο-πολιτική φιλοσοφία. Σημαντικά έργα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού είναι ο «Ηγεμόνας» του Ν. Machiavelli, η «Ουτοπία» του T. More, η «Νέα Ατλαντίς» του F. Bacon, η «Πολιτεία του ήλιου» του T. Campanella και ο «Λεβιάθαν» του Th. Hobbes.

     Ο «Ηγεμόνας» στοχεύει στο κέντρο της ζωής και συνδέεται με την πολύπλοκη και όχι λιγότερο διεφθαρμένη κοινωνικο-πολιτική κατάσταση στην Ιταλία της Αναγέννησης. Προσφέρει μια σύλληψη του κράτους και των πολιτικών σχέσεων, στα όρια των οποίων πρόκειται να παιχθεί εξελικτικά το πολιτικό παιχνίδι. Η εξουσία, μέσα σε αυτό το έργο, συλλαμβάνεται ως ένας σχετικός/μερικός αυτοσκοπός που οφείλει να πραγματώνεται χωρίς να υποτάσσεται σε ηθικές αξιώσεις ή αντίστοιχες αναστολές. Σε συνάφεια προς αυτό, διαγράφεται και η συμπεριφορά του κυβερνήτη.

     Ο κυβερνήτης πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά της αλεπούς, δηλαδή να εξαπατά τους αντιπάλους του με πονηριά, και του λιονταριού, δηλαδή να εκφοβίζει τους εχθρούς του. Επίσης, η εικόνα του στο λαό οφείλει να παρουσιάζεται ως εικόνα ενός ανθρώπου που διακρίνεται για υψηλή θρησκευτικότητα, για πίστη, για έλεος, για ακεραιότητα, για αξιοπρέπεια. Δεν χρειάζεται να κατέχει αυτές τις αρετές, αλλά πρέπει να δείχνει ότι τις κατέχει. Και αυτό γιατί οι μάζες είναι αφελείς και μπορούν εύκολα να ξεγελιούνται με την εικόνα ενός αξιοπρεπούς κυβερνήτη. Οι λίγοι έξυπνοι που θα μπορούν να διακρίνουν την εξαπάτηση του «κάκιστου» κυβερνήτη δεν θα μπορούν να επαναστατήσουν, γιατί θα είναι λίγοι και γιατί ο κυβερνήτης προστατεύεται από αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα έχει με το μέρος του τις εξαπατημένες μάζες. Με την όλη περιγραφή του ο Μακιαβέλι αναδεικνύει τον μέγιστο πραγματισμό της κοινωνικο-πολιτικής ζωής και δεν κηρύσσει κανένα ανηθικισμό ή αμοραλισμό, όπως του καταμαρτυρείται ορισμένως.

§2

     Ο Θωμάς Μουρ στο έργο του «Ουτοπία» αναφέρει τις εμπειρίες ενός ναύτη που βρέθηκε τυχαία σε ένα νησί με το όνομα Ουτοπία. Οι διηγήσεις και περιγραφές γύρω από θεσμούς και ηθικούς κανόνες που κάνει ο ναύτης, όταν γυρίζει στη χώρα του, σχετίζονται με κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωής των νησιωτών ήταν η κοινότητα των αγαθών, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η υπεράσπιση και διατήρηση της ειρήνης, ο περιορισμός της εργάσιμης ημέρας σε έξι ώρες. Το τελευταίο ήταν δυνατό, επειδή εργάζονταν όλοι οι άνθρωποι και δεν υπήρχαν οι νωθροί πλούσιοι, που περίμεναν από τους άλλους να εργαστούν για να απολαύσουν αυτοί. Τέτοιοι πλούσιοι σήμερα είναι, ανάμεσα σε πολλές άλλες αδρανείς-νωθρές μάζες ή κοινωνικές ομάδες, και οι διάφοροι «σοσιαλίζοντες» που δομούν την εξουσία τους στο όνομα των εργαζομένων, για να τους αρπάξουν στο τέλος «το ψωμί από το τραπέζι» (Μπρεχτ). Επίσης, ο πόλεμος θεωρούνταν κάτι κακό και δικαιολογούταν μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1. Για την υπεράσπιση της πατρίδας από τον εισβολέα, κάτι βέβαια που για τους πραιτοριανούς «δημοκρατικο-σοσιαλιστές» της καθεστηκυίας τάξης, στη γαλάζια μας χώρα, θεωρείται «προπατορικό αμάρτημα»· 2. για την απελευθέρωση συμμάχου από επιτιθέμενους εισβολείς, 3. για την απελευθέρωση καταπιεσμένων λαών από την τυραννία.

     Ο Bacon, από τη δική του πλευρά, περιέγραψε την ιδεώδη ζωή των κατοίκων ενός φανταστικού νησιού. Με το έργο του «Η νέα Ατλαντίδα» συνέλαβε ένα ουτοπικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας και της πολιτικής διακυβέρνησης. Στο νησί με την ομώνυμη ονομασία κατοικούσε ένας λαός που χρησιμοποιούσε τις επιστημονικές ανακαλύψεις για να επιτύχει αύξηση της παραγωγικότητας. Οι άνθρωποι της κοινότητας ενδιαφέρονταν να γνωρίσουν τις αληθινές αιτίες των πραγμάτων, να επιμηκύνουν τη ζωή και με τη βοήθεια της επιστήμης να θεραπεύσουν τις ασθένειες. Επίσης επιζητούσαν την κοινοκτημοσύνη της γνώσης περισσότερο παρά του πλούτου. Συνέδεαν τον πολιτισμό με την επιστήμη και προωθούσαν το εξωτερικό εμπόριο με σκοπό την ανταλλαγή της γνώσης.

§3

     Στους φιλοσόφους της ουτοπίας ανήκει και ο Θωμάς Καμπανέλα (1568-1639) Το έργο, με το οποίο έγινε γνωστός, είναι η «Πολιτεία του Ήλιου». Το έγραψε, όταν ήταν φυλακισμένος από την Ισπανική Ιερή Εξέταση. Μέσα στο έργο παρουσιάζει την ιστορία ενός Γενοβέζου καπετάνιου, που έφτασε σε ένα μακρινό νησί, στην Πολιτεία του Ήλιου. Εδώ οι άνθρωποι παρήγαγαν όσα χρειάζονταν και δεν λάμβαναν περισσότερα από όσα άξιζαν. Τα κύρια κακά που κατατυραννούν τους ανθρώπους, η φτώχεια και ο πλούτος, δεν υπήρχαν. Αυτά τα δυο κακά αλλοιώνουν τη φύση του ανθρώπου. Η μεν φτώχεια τον κάνει ψεύτη, πονηρό και κλέφτη, ο δε πλούτος τον κάνει αχαλίνωτο, εγωιστή, συκοφάντη, αναιδή. Ο Αριστοτέλης, ως γνωστό, τον άνθρωπο της πρώτης κατηγορίας τον χαρακτηρίζει ως μικροπόνηρο με όλες τις συναφείς παρενέργειες και εκείνον της δεύτερης κατηγορίας ως μεγαλοπόνηρο με όλα πάλι τα συναφή: ό,τι ακριβώς ισχύει στις μέρες μας, αλλά και διαχρονικά με τις συντεχνίες απάντων των κοινωνικοπολιτικών εσμών. Να γιατί ο Μακιαβέλι κάνει λόγο για πονηριά της εξουσίας. Ακόμη στην Πολιτεία του Ήλιου ο κυβερνήτης ήταν πρόσωπο που συνδύαζε ακαδημαϊκή και πρακτική παιδεία, κάτι δηλαδή που προσιδιάζει κατά πολύ στον φιλόσοφο-κυβερνήτη του Πλάτωνα και διόλου στους άξεστους κυβερνήτες των σημερινών σχημάτων εξουσίας. Δεν ήταν κληρονομικός ούτε τυραννικός. Η ηθική θεμελιωνόταν στο λόγο και στο φυσικό νόμο. Οι άνθρωποι δούλευαν τέσσερις ώρες την ημέρα για να συντηρήσουν την κοινότητα και δεν υπήρχε κανένας αργόσχολος παραμυθολόγος της πολιτικής ραθυμίας.

§4

     O Χομπς ανέπτυξε τις πολιτικές του απόψεις εκτίθενται βασικά στο έργο του «Λεβιάθαν». Το όνομα το πήρε από την Παλαιά Διαθήκη, όπου υπήρχε ένα μυθικό θηρίο με αυτή την ονομασία. Ήταν ένα γιγαντιαίο θαλάσσιο τέρας, που λογιζόταν ως σύμβολο του κακού. Στη σύλληψη του φιλοσόφου ο Λεβιάθαν συμβολίζει το τεράστιο τεχνητό κατασκεύασμα που έχει τεχνητή ψυχή μέσα του. Αυτό το κατασκεύασμα είναι η πολιτεία και η τεχνητή ψυχή είναι η κυρίαρχη εξουσία. Το κεντρικό ερώτημα είναι: πώς κατανοείται η γενετική προέλευση της πολιτείας; Στη «φυσική κατάσταση», δηλαδή πριν από το σχηματισμό της κοινωνίας, επικρατούσε η επιβολή του ενός πάνω στον άλλο. Η κινητήρια δύναμη των ανθρώπων ήταν η φυσική ορμή και το γνώρισμά τους ήταν ο εγωισμός. Η δικαιοσύνη ήταν παντελώς άγνωστη και μια άγρια κατάσταση απλωνόταν παντού. Ο καθένας δικαιούταν ό,τι μπορούσε να θέσει υπό την κατοχή του. Η ζωή έγινε ένας «πόλεμος όλων εναντίον όλων» και δεν μπορούσε να υπάρχει συμβίωση.

     Τότε τα άτομα αισθάνθηκαν την ανάγκη να συνάψουν ένα είδος «συμφώνου» και να συγκροτήσουν κοινότητες με τάξη και δικαιοσύνη. Η προέλευση λοιπόν της πολιτείας κατανοείται ως προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου για να προστατεύονται και να αισθάνονται ασφαλείς όλοι. Η εξήγηση αυτή με το «συμβόλαιο» δεν έχει ιστορικές καταβολές, αλλά στηρίζεται στην υπόθεση ότι κάποιοι άνθρωποι συνέρχονται και συμφωνούν να παραδώσουν την εξουσία σε ένα «ηγεμόνα», ο οποίος νομιμοποιείται να τους κυβερνά με βάση το συμβόλαιο και όχι λόγω κάποιου θεϊκού δικαίου. Έτσι θα σταματούσε ο οικουμενικός πόλεμος και θα ελεγχόταν ο εγωισμός των ατόμων. Ωστόσο η χαλιναγώγηση των ορμών τους δεν απέτρεψε τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των σχέσεων ανάμεσα στις πολιτείες, δηλαδή ανάμεσα στα κράτη. Αντίθετα ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων» αποτελεί για τις σχέσεις των κρατών μια αναγκαία τάση της εξελικτικής τους κίνησης. Ο πόλεμος αυτός δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά κάτι το μόνιμο, διότι οι σχέσεις των κρατών στηρίζονται στην αρχή: άνθρωπος προς άνθρωπο λύκος. Αυτό που ενδιαφέρει την κοινωνία και το κράτος είναι η δύναμη και η ωφέλεια.

     Ο Χομπς υποστηρίζει επίσης ότι τα άτομα μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους μόνο κατόπιν ενός τεχνητού συμβολαίου, που συνάπτεται ανάμεσα στους πολίτες τους ίδιους και όχι ανάμεσα στους πολίτες και σε μια άρχουσα δύναμη. Απ’ αυτή την άποψη για μεν τους πρώτους υπάρχουν δεσμεύσεις που υπαγορεύει το συμβόλαιο, για δε τους άρχοντες δεν υπάρχει καμιά δέσμευση. Γενικώς η πολιτική φιλοσοφία του Χομπς διακρίνεται για ένα ατομικιστικό ορθολογισμό, σύμφωνα με τον οποίο κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι το ατομικό συμφέρον, που εξυπηρετείται πιο καλά μέσα στην κοινωνία. Υπ’ αυτό το πνεύμα, η απόλυτη εξουσία του άρχοντα αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του ατομισμού των πολιτών.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1387a-1387b)

Πρῶτον μὲν οὖν περὶ τοῦ νεμεσᾶν λέγωμεν, τίσιν τε νεμεσῶσι καὶ ἐπὶ τίσι καὶ πῶς ἔχοντες αὐτοί, εἶτα μετὰ ταῦτα περὶ τῶν ἄλλων. φανερὸν δ᾽ ἐκ τῶν εἰρημένων· εἰ γάρ ἐστι τὸ νεμεσᾶν λυπεῖσθαι ἐπὶ τῷ φαινομένῳ ἀναξίως εὐπραγεῖν, πρῶτον μὲν δῆλον ὅτι οὐχ οἷόν τ᾽ ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς νεμεσᾶν· οὐ γὰρ εἰ δίκαιος ἢ ἀνδρεῖος, ἢ εἰ ἀρετὴν λήψεται, νεμεσήσει τούτῳ (οὐδὲ γὰρ ἔλεοι ἐπὶ τοῖς ἐναντίοις τούτων εἰσίν), ἀλλὰ ἐπὶ πλούτῳ καὶ δυνάμει καὶ τοῖς τοιούτοις, ὅσων ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν ἄξιοί εἰσιν οἱ ἀγαθοὶ καὶ οἱ τὰ φύσει ἔχοντες ἀγαθά, οἷον εὐγένειαν καὶ κάλλος καὶ ὅσα τοιαῦτα. ἐπεὶ δὲ τὸ ἀρχαῖον ἐγγύς τι φαίνεται τοῦ φύσει, ἀνάγκη τοῖς ταὐτὸ ἔχουσιν ἀγαθόν, ἐὰν νεωστὶ ἔχοντες τυγχάνωσι καὶ διὰ τοῦτο εὐπραγῶσι, μᾶλλον νεμεσᾶν· μᾶλλον γὰρ λυποῦσιν οἱ νεωστὶ πλουτοῦντες τῶν πάλαι καὶ διὰ γένος· ὁμοίως δὲ καὶ ἄρχοντες καὶ δυνάμενοι καὶ πολύφιλοι καὶ εὔτεκνοι καὶ ὁτιοῦν τῶν τοιούτων. καὶ ἂν διὰ ταῦτα ἄλλο τι ἀγαθὸν γίγνηται αὐτοῖς, ὡσαύτως· καὶ γὰρ ἐνταῦθα μᾶλλον λυποῦσιν οἱ νεόπλουτοι ἄρχοντες διὰ τὸν πλοῦτον ἢ οἱ ἀρχαιόπλουτοι. ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. αἴτιον δ᾽ ὅτι οἱ μὲν δοκοῦσι τὰ αὑτῶν ἔχειν οἱ δ᾽ οὔ· τὸ γὰρ ἀεὶ οὕτω φαινόμενον ἔχειν ἀληθὲς δοκεῖ, ὥστε οἱ ἕτεροι οὐ τὰ αὑτῶν ἔχειν. καὶ ἐπεὶ ἕκαστον τῶν ἀγαθῶν οὐ τοῦ τυχόντος ἄξιον, ἀλλά τις ἔστιν ἀναλογία καί τι ἁρμόττον, οἷον ὅπλων κάλλος οὐ τῷ δικαίῳ ἁρμόττει ἀλλὰ τῷ ἀνδρείῳ, καὶ γάμοι διαφέροντες οὐ τοῖς νεωστὶ πλουσίοις ἀλλὰ τοῖς εὐγενέσιν· ἂν οὖν ἀγαθὸς ὢν μὴ τοῦ ἁρμόττοντος τυγχάνῃ, νεμεσητόν. καὶ ‹τὸ› τὸν ἥττω τῷ κρείττονι ἀμφισβητεῖν, μάλιστα μὲν οὖν τοὺς ἐν τῷ αὐτῷ, ὅθεν καὶ τοῦτ᾽ εἴρηται,

Αἴαντος δ᾽ ἀλέεινε μάχην Τελαμωνιάδαο·
Ζεὺς γὰρ οἱ νεμέσασχ᾽, ὅτ᾽ ἀμείνονι φωτὶ μάχοιτο·


[1387b] εἰ δὲ μή, κἂν ὁπωσοῦν ὁ ἥττων τῷ κρείττονι, οἷον εἰ ὁ μουσικὸς τῷ δικαίῳ· βέλτιον γὰρ ἡ δικαιοσύνη τῆς μουσικῆς.

Οἷς μὲν οὖν νεμεσῶσι καὶ διὰ τί, ἐκ τούτων δῆλον· ταῦτα γὰρ καὶ τὰ τοιαῦτά ἐστιν. αὐτοὶ δὲ νεμεσητικοί εἰσιν, ἐὰν ἄξιοι τυγχάνωσιν ὄντες τῶν μεγίστων ἀγαθῶν καὶ ταῦτα κεκτημένοι· τὸ γὰρ τῶν ὁμοίων ἠξιῶσθαι τοὺς μὴ ὁμοίους οὐ δίκαιον. δεύτερον δέ, ἂν ὄντες ἀγαθοὶ καὶ σπουδαῖοι τυγχάνωσιν· κρίνουσί τε γὰρ εὖ, καὶ τὰ ἄδικα μισοῦσι. καὶ ἐὰν φιλότιμοι καὶ ὀρεγόμενοί τινων πραγμάτων, καὶ μάλιστα περὶ ταῦτα φιλότιμοι ὦσιν ὧν ἕτεροι ἀνάξιοι ὄντες τυγχάνουσιν. καὶ ὅλως οἱ ἀξιοῦντες αὐτοὶ αὑτοὺς ὧν ἑτέρους μὴ ἀξιοῦσι, νεμεσητικοὶ τούτοις καὶ τούτων· διὸ καὶ οἱ ἀνδραποδώδεις καὶ φαῦλοι καὶ ἀφιλότιμοι οὐ νεμεσητικοί· οὐδὲν γὰρ ἔστιν οὗ ἑαυτοὺς οἴονται ἀξίους εἶναι.

Φανερὸν δ᾽ ἐκ τούτων ἐπὶ ποίοις ἀτυχοῦσι καὶ κακοπραγοῦσιν ἢ μὴ τυγχάνουσι χαίρειν ἢ ἀλύπως ἔχειν δεῖ· ἐκ γὰρ τῶν εἰρημένων τὰ ἀντικείμενά ἐστι δῆλα, ὥστ᾽ ἐὰν τούς τε κριτὰς τοιούτους παρασκευάσῃ ὁ λόγος, καὶ τοὺς ἀξιοῦντας ἐλεεῖσθαι, καὶ ἐφ᾽ οἷς ἐλεεῖσθαι, δείξῃ ἀναξίους ὄντας τυγχάνειν ἀξίους δὲ μὴ τυγχάνειν, ἀδύνατον ἐλεεῖν.


***
Ας μιλήσουμε λοιπόν πρώτα για την αγανάκτηση: με ποιούς αγανακτούν οι άνθρωποι, για ποιούς λόγους, και ποιά είναι τότε η γενική τους κατάσταση· ύστερα θα μιλήσουμε και για τα υπόλοιπα πάθη. Τα πράγματα είναι φανερά από όσα έχουμε ήδη πει. Αν, πράγματι, η αγανάκτηση είναι η λύπη και η στενοχώρια που αισθάνεται κανείς όταν βλέπει κάποιον να χαίρεται μια ευτυχία που δεν του αξίζει, γίνεται πρώτα πρώτα φανερό ότι δεν γίνεται να αγανακτεί ο άνθρωπος για όλων των ειδών τα καλά· κανείς, πράγματι, δεν θα αγανακτήσει αν κάποιος είναι δίκαιος ή ανδρείος ή αν κοιτάζει να αποκτήσει μια αρετή (όπως δεν θα νιώσει και οίκτο στην περίπτωση που υπάρχουν οι αντίθετες ιδιότητες)· θα νιώσει όμως αγανάκτηση ενσχέσει με τον πλούτο, τη δύναμη και τα παρόμοια, με μια λέξη: ενσχέσει με όλα τα καλά που αξίζει να τα έχουν οι ενάρετοι άνθρωποι, καθώς και αυτοί που η φύση τούς προίκισε με τα αγαθά της: ευγενική καταγωγή, ομορφιά και τα παρόμοια. Δεδομένου, τώρα, ότι το παλιό μοιάζει πολύ κοντινό στο φυσικό, αναγκαστικά, αν δύο άτομα έχουν το ίδιο αγαθό, οι άνθρωποι αγανακτούν περισσότερο με αυτόν που το απέκτησε πρόσφατα και χρωστάει σ᾽ αυτό την ευτυχία του· πραγματικά, οι νεόπλουτοι άνθρωποι ενοχλούν περισσότερο από αυτούς που έχουν τα πλούτη τους από παλιά ή από οικογενειακή κληρονομιά· το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς που έχουν στα χέρια τους την εξουσία, με τους ανθρώπους που διαθέτουν δύναμη, με αυτούς που έχουν πολλούς φίλους, καλά παιδιά ή οποιοδήποτε άλλο αγαθό αυτού του είδους. Ενοχλητικό γίνεται επίσης, αν τα αγαθά αυτά γίνουν η αιτία ώστε τα άτομα αυτά να αποκτήσουν και κάποιο άλλο αγαθό: στην περίπτωση αυτή οι νεόπλουτοι που με τον πλούτο τους αποκτούν κάποιο αξίωμα γίνονται πιο ενοχλητικοί σε σύγκριση με αυτούς που είχαν πλούτη από παλιά — το ίδιο, βέβαια, και σε όλες τις άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι ότι οι δεύτεροι θεωρούνται ότι έχουν ό,τι τους ανήκει, ενώ οι πρώτοι όχι· γιατί αυτό που φαίνεται πως ήταν πάντοτε όπως είναι τώρα θεωρείται ότι δηλώνει μια πραγματικότητα, οπότε οι άλλοι θεωρούνται ότι έχουν στην κατοχή τους πράγματα που δεν είναι δικά τους. Και καθώς το κάθε επιμέρους αγαθό δεν ταιριάζει στον πρώτο τυχόντα, αλλά πρέπει να υπάρχει μια αναλογική και αρμονική σχέση προσώπων και αγαθών (π.χ. τα όμορφα όπλα δεν ταιριάζουν στον δίκαιο, αλλά στον γενναίο, και ένας διακεκριμένος γάμος δεν ταιριάζει στον νεόπλουτο αλλά στον αρχοντογεννημένο άνθρωπο) — αν λοιπόν ένας καλός άνθρωπος δεν πετυχαίνει αυτό που του ταιριάζει, το πράγμα προκαλεί αγανάκτηση. Αγανάκτηση προκαλεί επίσης το να ανταγωνίζεται ο κατώτερος τον ανώτερό του, κατά κύριο βέβαια λόγο αν ασχολούνται και οι δύο με το ίδιο πράγμα· εξού και ο λόγος του ποιητή,

Από τον Αίαντα μόνο αλάργευε, το γιο του Τελαμώνα.
τι ο Δίας τον αμποδούσε πόλεμο με πιο αντρειανούς να στήνει,


[1387b] αλλιώς, αν υπάρχει οποιοσδήποτε ανταγωνισμός κατώτερου προς ανώτερό του, π.χ. αν ο μουσικός ανταγωνίζεται τον δίκαιο· γιατί η δικαιοσύνη είναι ανώτερη από τη μουσική.


Με ποιούς λοιπόν αγανακτούν οι άνθρωποι και για ποιόν λόγο, είναι πια φανερό από αυτά που είπαμε: είναι αυτά και τα παρόμοιά τους. Αγανάκτηση αισθάνονται οι άνθρωποι που α) συμβαίνει να είναι άξιοι των πιο μεγάλων αγαθών και β) τα έχουν κιόλας στην κατοχή τους — γιατί δεν είναι δίκαιο να θεωρούνται άξιοι για τα ίδια με αυτούς πράγματα άνθρωποι που δεν είναι ίδιοι με αυτούς. Αισθάνονται επίσης αγανάκτηση, κατά δεύτερο λόγο, αυτοί που συμβαίνει να είναι καλοί και ενάρετοι· γιατί οι άνθρωποι αυτοί και κρίνουν σωστά και μισούν τα άδικα πράγματα. Επίσης αυτοί που έχουν τη φιλοδοξία και τη ζωηρή επιθυμία να αποκτήσουν κάποια πράγματα — ιδίως αν η φιλοδοξία τους είναι για πράγματα που κάποιοι, ανάξιοι γι᾽ αυτά, τα έχουν αποκτήσει. Γενικά αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους άξιο για πράγματα για τα οποία δεν θεωρούν άξιους κάποιους άλλους, αισθάνονται αγανάκτηση γι᾽ αυτούς και γι᾽ αυτά. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αισθάνονται αγανάκτηση τα δουλοπρεπή και τα μικρής αξίας άτομα, καθώς και τα άτομα που δεν έχουν καμιά φιλοδοξία· γιατί δεν υπάρχει κάτι για το οποίο τα άτομα αυτά να θεωρούν άξιο τον εαυτό τους.


Έγινε από όλα αυτά φανερό τί λογής είναι οι άνθρωποι, για τις ατυχίες, τις δυστυχίες ή τις αποτυχίες των οποίων πρέπει κανείς να χαίρεται ή τουλάχιστο να μη λυπάται· γιατί από αυτά που είπαμε γίνονται, βέβαια, φανερά τα αντίθετά τους. Αν λοιπόν ο λόγος του ρήτορα α) φέρει σε τέτοιου είδους κατάσταση τους κριτές, β) δείξει ότι αυτοί που το θεωρούν σωστό να εξασφαλίσουν τον οίκτο (και για ποιούς λόγους το θεωρούν σωστό) δεν τους αξίζει να το πετύχουν, αλλ᾽ ότι, ίσα ίσα, το σωστό είναι να μη το πετύχουν, είναι πια τότε αδύνατο να υπάρξει από μέρους τους οίκτος.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑκάβη (334-381)

ΕΚ. ὦ θύγατερ, οὑμοὶ μὲν λόγοι πρὸς αἰθέρα
335 φροῦδοι μάτην ῥιφθέντες ἀμφὶ σοῦ φόνου·
σὺ δ᾽, εἴ τι μείζω δύναμιν ἢ μήτηρ ἔχεις,
σπούδαζε πάσας ὥστ᾽ ἀηδόνος στόμα
φθογγὰς ἱεῖσα, μὴ στερηθῆναι βίου.
πρόσπιπτε δ᾽ οἰκτρῶς τοῦδ᾽ Ὀδυσσέως γόνυ
340 καὶ πεῖθ᾽ —ἔχεις δὲ πρόφασιν· ἔστι γὰρ τέκνα
καὶ τῷδε— τὴν σὴν ὥστ᾽ ἐποικτῖραι τύχην.
ΠΟ. ὁρῶ σ᾽, Ὀδυσσεῦ, δεξιὰν ὑφ᾽ εἵματος
κρύπτοντα χεῖρα καὶ πρόσωπον ἔμπαλιν
στρέφοντα, μή σου προσθίγω γενειάδος.
345 θάρσει· πέφευγας τὸν ἐμὸν Ἱκέσιον Δία·
ὡς ἕψομαί γε τοῦ τ᾽ ἀναγκαίου χάριν
θανεῖν τε χρῄζουσ᾽· εἰ δὲ μὴ βουλήσομαι,
κακὴ φανοῦμαι καὶ φιλόψυχος γυνή.
τί γάρ με δεῖ ζῆν; ᾗ πατὴρ μὲν ἦν ἄναξ
350 Φρυγῶν ἁπάντων· τοῦτό μοι πρῶτον βίου·
ἔπειτ᾽ ἐθρέφθην ἐλπίδων καλῶν ὕπο
βασιλεῦσι νύμφη, ζῆλον οὐ σμικρὸν γάμων
ἔχουσ᾽, ὅτου δῶμ᾽ ἑστίαν τ᾽ ἀφίξομαι·
δέσποινα δ᾽ ἡ δύστηνος Ἰδαίαισιν ἦ
355 γυναιξὶ παρθένοις τ᾽ ἀπόβλεπτος μέτα,
ἴση θεοῖσι πλὴν τὸ κατθανεῖν μόνον·
νῦν δ᾽ εἰμὶ δούλη. πρῶτα μέν με τοὔνομα
θανεῖν ἐρᾶν τίθησιν οὐκ εἰωθὸς ὄν·
ἔπειτ᾽ ἴσως ἂν δεσποτῶν ὠμῶν φρένας
360 τύχοιμ᾽ ἄν, ὅστις ἀργύρου μ᾽ ὠνήσεται,
τὴν Ἕκτορός τε χἀτέρων πολλῶν κάσιν,
προσθεὶς δ᾽ ἀνάγκην σιτοποιὸν ἐν δόμοις,
σαίρειν τε δῶμα κερκίσιν τ᾽ ἐφεστάναι
λυπρὰν ἄγουσαν ἡμέραν μ᾽ ἀναγκάσει·
365 λέχη δὲ τἀμὰ δοῦλος ὠνητός ποθεν
χρανεῖ, τυράννων πρόσθεν ἠξιωμένα.
οὐ δῆτ᾽· ἀφίημ᾽ ὀμμάτων ἐλευθέρων
φέγγος τόδ᾽, Ἅιδῃ προστιθεῖσ᾽ ἐμὸν δέμας.
ἄγ᾽ οὖν μ᾽, Ὀδυσσεῦ, καὶ διέργασαί μ᾽ ἄγων·
370 οὔτ᾽ ἐλπίδος γὰρ οὔτε του δόξης ὁρῶ
θάρσος παρ᾽ ἡμῖν ὥς ποτ᾽ εὖ πρᾶξαί με χρή.
μῆτερ, σὺ δ᾽ ἡμῖν μηδὲν ἐμποδὼν γένῃ
λέγουσα μηδὲ δρῶσα· συμβούλου δέ μοι
θανεῖν πρὶν αἰσχρῶν μὴ κατ᾽ ἀξίαν τυχεῖν.
375 ὅστις γὰρ οὐκ εἴωθε γεύεσθαι κακῶν
φέρει μέν, ἀλγεῖ δ᾽ αὐχέν᾽ ἐντιθεὶς ζυγῷ·
θανὼν δ᾽ ἂν εἴη μᾶλλον εὐτυχέστερος
ἢ ζῶν· τὸ γὰρ ζῆν μὴ καλῶς μέγας πόνος.
ΧΟ. δεινὸς χαρακτὴρ κἀπίσημος ἐν βροτοῖς
380 ἐσθλῶν γενέσθαι, κἀπὶ μεῖζον ἔρχεται
τῆς εὐγενείας ὄνομα τοῖσιν ἀξίοις.

***
ΕΚΑΒΗ
Κόρη μου,
παν κατ᾽ ανέμου τα λόγια μου,
που του κάκου τα σκόρπισα για να εμποδίσω
τη σφαγή σου. Όμως εσύ, αν έχεις δύναμη
πιο πολλή από τη μάνα σου,
προσπάθησε τη ζωή σου να σώσεις
βγάζοντας απ᾽ το στόμα σου λογιών λαλιές
καθώς της αηδόνας το στόμα.
Πρόσπεσε στου Οδυσσέα τα γόνατα,
παρακαλεστικά,
340 μήπως τον καταφέρεις να σε συμπονέσει.
Έχει κι αυτός παιδιά.
ΠΟΛΥΞΕΝΗ
Βλέπω, Οδυσσέα, το δεξί σου χέρι
να κρύβεις κάτω από το ρούχο σου και ν᾽ αποστρέφεις
το πρόσωπο, μήπως σου αγγίξω το γένι.
Ω, μη φοβάσαι, ξέφυγες την ικεσία μου,
που ο Δίας την προστατεύει. Θα σ᾽ ακολουθήσω,
αφού κι η ανάγκη το απαιτεί, κι εγώ η ίδια γυρεύω
να πεθάνω· γιατί, αν δεν το θελήσω,
ανάξια θα φανώ γυναίκα και λιγόψυχη.
Γιατί, τάχα, θα πρέπει να ζω; Βασιλιάς
της Φρυγίας ολάκερης ήταν
ο πατέρας μου.
350 Κι αυτό πρώτο τη ζωή μου σημάδεψε.
Έπειτα, με χρυσές ελπίδες μεγάλωσα
πως θα ᾽μπαινα νυφούλα σε παλάτι,
κι ήμουν η περιζήτητη, σε ποιανού
σπιτικό θα περνούσα.
Κι ήμουν στις Τρωαδίτισσες κυρά,
η δόλια εγώ,
κι η πιο ζηλεμένη απ᾽ τις κοπέλες,
ίση με τους θεούς, και μόνο αθάνατη
που δεν ήμουν· τώρα είμαι μια σκλάβα.
Και πρώτα πρώτα, το ίδιο τ᾽ όνομα, της σκλάβας,
τόσο ασυνήθιστο για μένα, είναι μια αιτία
που θέλω να πεθάνω. Έπειτα, σκέφτομαι
πως ίσως πέσω σε σκληρόψυχον αφέντη,
360 σε κάποιον που θα μ᾽ αγοράσει με χρυσάφι,
εμένα, του Έκτορα την αδερφή και τόσων άλλων,
σε κάποιον που θα του ζυμώνω το ψωμί,
και θα του υφαίνω, και θα του σκουπίζω
την κάμαρα, κατά τις προσταγές του,
περνώντας μια πικρή ζωή· και το κρεβάτι μου
δούλος αγοραστός από κάπου
θα το μολέψει κι ας ήτανε,
ίσαμε τώρα, ζηλευτό για βασιλιάδες.
Όχι, όχι, ας μου λείψει των ματιών μου το φως
κι ας δώσω καλύτερα το κορμί μου στον Άδη.
Έλα, λοιπόν, οδήγα με, Οδυσσέα,
εκεί που με περιμένει το τέλος.
370 Γιατί ελπίδα δεν βλέπω καμιά κι ούτε ιδέα
που να μου δίνει θάρρος, που να υπόσχεται
πως κάποτε μπορεί να ευτυχήσω.
Και συ, μάνα, μη θες να μ᾽ εμποδίσεις
με λόγια ή έργα. Δέξου τον και συ
τον θάνατό μου
προτού με βρούνε ντροπές που δεν μου πρέπουν.
Γιατί ο αμάθητος στις πίκρες τις βαστάει,
όμως του σκλάβου τον ζυγό δεν υποφέρει.
Πιο ευτυχισμένος θα ᾽ταν να πεθάνει
παρά να ζει.
Είναι η κακιά ζωή μεγάλος πόνος.
ΧΟΡΟΣ
Ω πόσο θαυμαστά σφραγίζει τους θνητούς
380 η αρχοντική γενιά· και με τους άξιους,
το όνομα το λαμπρό πιο λαμπρό ακόμα υψώνεται.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι τοπικοί - Ουρανούπολη

Θα μπορούσε κανείς να συσχετίσει το όνομα της Ουρανούπολης με την εκτεταμένη στη  Μακεδονία λατρεία της Αφροδίτης*. Ωστόσο, καμία γραπτή πηγή δεν συνδέει την πόλη με τη θεά ούτε τον ιδρυτή της, τον αδελφό του Κασσάνδρου, Αλέξαρχο, ο οποίος ταύτιζε τον εαυτό του με τον Ήλιο, ονόμασε μάλιστα τους κατοίκους της πόλης Ουρανίδες και Ηλιοκρείς, από το ήλιος και κρέας, σώμα, άνθρωποι δηλαδή φτιαγμένοι από το σώμα του Ήλιου.

Την ονομασία αυτή θα μπορούσαμε να τη συσχετίσουμε με τη λατρεία του Ήλιου, είτε ως Απόλλωνα-Ήλιου, όπως συνηθιζόταν στους Έλληνες που θεωρούσαν τη λατρεία των ουρανίων σωμάτων βαρβαρική υπόθεση, είτε ως Ήλιου την περίοδο αμέσως μετά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου και τη διείσδυση ανατολικών θρησκευτικών δοξασιών, αλλά και σε μια εποχή (4ος αι. π.Χ.) που η επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη τόνισε την κοσμολογική σημασία του Ήλιου.

Πάντως, και στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη αξιοποίηση νέων δεδομένων με παλιές παραδόσεις, δεδομένου ότι ο ήλιος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον μύθο του Περδίκκα, πρώτου βασιλιά της Μακεδονίας, και αποτελεί το έμβλημα του βασιλικού οίκου.
-------------------------------
*Αφροδίτη
Οι ανάγλυφοι πίνακες με απεικόνιση Αφροδίτης πάνω σε τράγο ελληνιστικών χρόνων από τη Βέροια και τις Πέτρες δείχνει ότι και στον μακεδονικό χώρο είναι γνωστή, τουλάχιστον στην ύστερη αρχαιότητα, η διάκριση ανάμεσα στην πάνδημη και την ουράνια Αφροδίτη, με διαφορετικά σύμβολα η καθεμιά και διαφορετικό μυθολογικό πλαίσιο. Συνοπτικά εδώ θυμίζουμε τις δύο παραδόσεις για τη γέννηση της Αφροδίτης, που οδήγησαν και στην απόδοση των δύο επιθέτων. Σύμφωνα με τον Όμηρο η θεά του Έρωτα είναι κόρη του Δία και της Διώνης· σύμφωνα με τον Ησίοδο ο Κρόνος ευνούχισε με ένα δρεπάνι τον πατέρα του Ουρανό και από το σπέρμα που χύθηκε στη θάλασσα γεννήθηκε η θεά. Αυτή η χωρίς μάνα Αφροδίτη του Ησιόδου λατρευόταν με την επωνυμία Ουρανία. Στην Αθήνα τη λατρεία της Ουρανίας Αφροδίτης καθιέρωσε ο Αιγέας, ενώ της Πανδήμου ο Θησέας, όταν συνένωσε τους δήμους της Αττικής σε μια πόλη στο όνομα της λατρείας της Αφροδίτης. Πάνδημος σημαίνει Αφροδίτη όλων των ενωμένων αττικών δήμων· η Αφροδίτη ως δύναμη ερωτική και ενοποιούσα είναι και δύναμη πολιτική. Η Ουρανία Αφροδίτη εμφανίζεται συχνά πάνω σε κύκνο ή με χήνες να κρατά ένα λουλούδι σαν σκήπτρο της κοσμικής της εξουσίας. Ιερό ζώο της Πανδήμου ήταν ο τράγος σε ανάμνηση της θυσίας αίγας που έκανε ο Θησέας προς τιμή της στην παραλία πριν από τον απόπλου για την Κρήτη και της μεταμόρφωσης της θεάς σε τράγο. Πριν από την ύστερη κλασική εποχή, η Αφροδίτη κρατούσε το ζώο στην αγκαλιά της, στη συνέχεια εμφανιζόταν ανεβασμένη επάνω του. Η Αφροδίτη Πάνδημος λατρευόταν στην Πέλλα μαζί με τη Μητέρα των Θεών, την Ουρανία.
Ηθική διάσταση στις δύο Αφροδίτες έδωσε ο Πλάτων στο Συμπόσιο. Σύμφωνα με τον σοφιστή Παυσανία ο έρωτας δεν είναι στην ολότητά του κάτι ευγενικό. Η Αφροδίτη Πάνδημος είναι ο έρωτας για τις γυναίκες και είναι ασταθής, όπως η ομορφιά του σώματος. Αντίθετα, η Ουρανία Αφροδίτη είναι αμήτωρ, έρως αρσενικός και της ψυχής, με χαρακτηριστικά τη ρωμαλεοσύνη και τη νοημοσύνη. Σε αυτού του είδους τον έρωτα ο Πλάτωνας αναγνωρίζει παιδευτικό και κοινωνικό ρόλο. Όμως ό,τι παραδίδει ο Πλάτων είναι από την εποχή της αποσύνθεσης της παλαιάς θρησκείας και της ηθικής διόρθωσής της μέσω της φιλοσοφίας. Με τη λατρεία της θεάς στον μακεδονικό χώρο ασχολήθηκαν οι: Αδάμ-Βελένη (1991) και Λιλιμπάκη-Ακαμάτη (1999).

Ινδιάνοι: Το Αληθινό Ολοκαύτωμα

Κρατήσαμε μια σιγή που μοιάζει πολύ με ηλιθιότητα… Επαναστατική διακήρυξη της Αμυντικής Χούντας Λα Πας, 16 Ιουλίου 1809

Η Χριστιανική Πανούκλα εν Δράσει
 
Οι χριστιανοί αποικιοκράτες στην κυριολεξία: Εξολόθρευσαν τους Πάντες
 
Με Ινδιάνους τάιζαν τα σκυλιά τους!
 
Το μεγαλύτερο ανθρώπινο ολοκαύτωμα δεν έχει βρει ακόμα στην ιστορία και τη συλλογική μνήμη το μέγεθος που αναλογεί στα περισσότερα από 100.000.000 θύματα Ινδιάνους που σφαγιάστηκαν από τους Ευρωπαίους χριστιανούς αποικιοκράτες και τους αποίκους της Αμερικανικής ηπείρου. Οι διπλάσιοι από όλους τους νεκρούς του τελευταίου παγκόσμιου πόλεμου, στρατιώτες κι άμαχους μαζί. Αυτή είναι η μεγαλύτερη γενοκτονία της πολιτισμένης χριστιανικής δύσης, της επέκτασης των αγορών της, της κερδοφορίας της και στο όνομα της χριστιανικής της θρησκείας και κάποιου θεού της αγάπης και της εκκλησίας που ευλόγησε τις σφαγές των «απίστων» και μοιράστηκε την λεία πάνω σε ανθρώπινα λείψανα.
 
Συνολικά από τα πρώτα χρόνια της «ανακάλυψης» της Αμερικής, μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, πάνω από 80.000.000 Ιθαγενείς εξοντώθηκαν. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των Ιθαγενών στην Βόρεια Αμερική το 1919 έφτανε τους 400.000, μόλις … 18 με 19 εκατομμύρια λιγότεροι σε σύγκριση με το 1492, όπως αναφέρει το Ethical Canons and Scientific Inquiry (Genocide of Native Americans). Ο David Stannard στο βιβλίο του, American Holocaust, (1992, σ. 74-75, s.151), κάνει λόγο για 100 εκατομμύρια ανθρώπους που εξοντώθηκαν συνολικά, μεταξύ αυτών γύρω στα 18 εκατομμύρια σε περιοχές του Βόρειου Μεξικού, ενώ οι θάνατοι που συνδέονται με το εμπόριο δουλείας ιθαγενών υπολογίζονται στα 28 εκατομμύρια. Όπως όλα δείχνουν, οι ιθαγενείς πλήρωσαν πολύ ακριβά τα προνόμια που είχαν να κατοικούν σε πλούσια εδάφη.
 
Κατά τους σύγχρονους μελετητές Ντ. Ριμπέιρο, Φ. Ντόμπινς, Π. Τόμσον κ.ά. Αζτέκοι, Ίνκας και Μάγια υπολογίζονται συνολικά ανάμεσα σε 90 έως 100 εκατομμύρια άτομα, όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι κονκισταδόρες. Ενάμισι αιώνα αργότερα, δεν απέμεναν απ’ αυτούς παρά μόνο τριάμισι εκατομμύρια! Σύμφωνα με τον Τζ. Κόντερ, μόνο στα ορυχεία του Ποτοζί, απ’ όπου εξόρυξαν οι Ισπανοί 45 χιλιάδες τόνους καθαρού ασημιού, πέθαναν 10 εκατομμύρια Ινδιάνοι!
 
Σχεδόν τέσσερις αιώνες κράτησε αυτό το μαρτύριο! Επειδή, δε, οι Ινδιάνοι εξολοθρεύτηκαν μέσα σε λίγες δεκαετίες, αντικαταστάθηκαν με εκατομμύρια σκλάβους που μετέφεραν οι χριστιανοί Ευρωπαίοι στην Αμερική από την Αφρική. Πάνω από εκατό εκατομμύρια Ινδιάνοι της Αμερικής και Αφρικανοί εξοντώθηκαν σαν αναλώσιμα ζώα για να πλουτίσουν οι χριστιανοί Ευρωπαίοι και να αναπτύξουν τις βιομηχανίες και τον Καπιταλισμό.
 
Με την εγκατάσταση των λευκών στην αμερικανική ήπειρο, οι Ινδιάνοι κατηγορούνται από την χριστιανική εκκλησία ως ασκητές μαγείας και φανατικοί ειδωλολάτρες. Όμως κι αυτό ήταν ένα άλλοθι για την απαίδευτη τότε κοινωνία της χριστιανικής Ευρώπης, που η μεγάλη και τυφλή πίστη στα λόγια της εκκλησίας και κυρίως ο πουριτανισμός και το δόγμα του «πίστευε και μη ερεύνα» έκανε τον απαίδευτο λαό της Αμερικής να καταδιώξει τους Ινδιάνους σαν δαίμονες.
 
Ο Πλούτος της Γης Γεννά την Φτώχεια του Ανθρώπου

Χριστιανοί εξοντώνουν τους Ινδιάνους για χρυσάφι
 
«Η ανακάλυψη των στρωμάτων χρυσού και αργύρου στην Αμερική, η σταυροφορία εξόντωσης, υποδούλωσης και ενταφιασμού μέσα στα ορυχεία του ντόπιου πληθυσμού, η απαρχή της κατάκτησης και η λεηλασία των ανατολικών Ινδιών, η μεταμόρφωση της αφρικανικής ηπείρου σε πεδίο κυνηγιού σκλάβων, είναι κι αυτά γεγονότα που αναγγέλλουν την καπιταλιστική παραγωγή» Καρλ Μαρξ στο «Κεφάλαιο».
 
Μεγαλώσαμε διαβάζοντας βιβλία, μεγάλου σχήματος με χρωματιστά σκληρά εξώφυλλα, για τους θρυλικούς κονκισταδόρες, που διέδιδαν το δυτικό πολιτισμό στους αγρίους, με χίλιους κινδύνους, αλλά πάντα με τη βοήθεια του Θεού. Από μικρή ηλικία αφομοιώναμε την ιστορία εντελώς στρεβλά. Πολλοί συμπολίτες μας δεν ξέφυγαν απ’ αυτή την πλάνη ποτέ. Η καθολική (από χριστιανούς) εξαφάνιση πολιτισμών χιλιετιών και ολόκληρου του πληθυσμού της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής μέσα σε μερικές δεκαετίες, από τους Ευρωπαίους «ευγενείς», δεν διδάσκεται στο σχολείο, σαν να μην έχει συμβεί.
 
Αργότερα, οι έποικοι και οι απόγονοί τους έκαναν τα ίδια στη Βόρεια Αμερική. Σχεδόν το σύνολο των λαών μιας ολόκληρης ηπείρου ξεκληρίστηκε και ο φυσικός πλούτος λεηλατήθηκε. Κι εμείς διασκεδάζαμε στα θερινά σινεμά με τους καλούς καουμπόηδες που σκότωναν τους κακούς Ινδιάνους. Έτσι, χτίστηκε η ιδεολογία του Δυτικού χριστιανού πολίτη που απολαμβάνει τα αγαθά της ευημερίας, χωρίς να θέλει να ξέρει τη σκληρή αλήθεια που διαστρεβλώνεται ή κρύβεται επιμελώς από πίσω.
 
Η λεηλασία της Λατινικής Αμερικής, η γενοκτονία των Ινδιάνων και η ευημερία της Δύσης
 
Ίσως καμία άλλη επίσημη αναφορά στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν εμπεριέχει τόσο παρατεταμένη, εκτεταμένη και σκληρή απανθρωπιά, όσο η αναφορά που υποβάλλει ο Βαρθολομαίος ντε Λας Κάζας στον «Υψηλότατο και Παντοδύναμο Κύριο» πρίγκιπα δον Φίλιππο της Ισπανίας, για να καταγγείλει τα εγκλήματα των Ισπανών χριστιανών στις (νομιζόμενες) ανατολικές Ινδίες, δηλαδή στην Αμερική. Ο Λας Κάζας είναι δομινικανός ιερέας και ανήκει στην πανίσχυρη καθολική εκκλησία της Ισπανίας η οποία συνδράμει στην κατάληψη και εκμετάλλευση των νέων εδαφών.
 
Είναι η εποχή που η Ιερά Εξέταση βρίσκεται στο απόγειο της ισχύος της, εξοντώνοντας με τα πιο βάναυσα μέσα τους «εχθρούς» της. Οι απεσταλμένοι της Εκκλησίας στην Αμερική συνεργούν στα εγκλήματα που πραγματοποιούν οι «κονκισταδόρες» στο όνομα του χριστιανού Θεού. Οι περιγραφές τού Λας Κάζας δεν θα μπορούσαν να είναι ούτε κατ’ ελάχιστον ψευδείς ή υπερβολικές, γιατί απευθύνονται στην αρχή η οποία έχει απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους υπηκόους της και τους υποτελείς λαούς. Γι’ αυτό το λόγο είναι συγκλονιστικές, σε σημείο που δυσκολεύεσαι, μισή χιλιετία αργότερα, να τις διαβάσεις χωρίς να υποστείς ένα ισχυρό σοκ.
 
Για το χρυσάφι και το ασήμι που τόσο χρειάζονται οι αυλές των «ευγενών» για τον πλούτο και τη χλιδή τους, αλλά και για τη διεξαγωγή συνεχών πολέμων εναντίον άλλων ηγεμόνων, οι χριστιανικοί πολιτισμένοι λαοί της Δύσης επιδίδονται σε μία απόλυτη γενοκτονία η οποία, στην κυριολεξία, εξαφανίζει την ίδια τη ζωή σε πολύ μεγάλες περιοχές οι οποίες μέχρι τότε είχαν πολυπληθείς κι ακμάζουσες κοινωνίες.
 
Ο Λας Κάζας κάνει ξεχωριστές αναφορές, ανά τόπο, με ονομασίες, γεγονότα και αριθμούς κι όχι μόνο αποκαλύπτει τα φρικιαστικά εγκλήματα, αλλά δείχνει και ποιος ήταν ο πραγματικά πολιτισμένος.
 
Ο παρασιτικοί πανουκλιασμένοι, μπορούν να είναι μόνο χριστιανοί: Ο θεωρητικός Χουάν Γκινές ντε Σεπούλβεδα υποστήριζε ότι άξιζε στους Ινδιάνους αυτή η μεταχείριση, γιατί οι αμαρτίες και οι δοξασίες τους πρόσβαλαν τον Θεό. Ο Μπουφόν τους θεωρούσε ψυχρά και ασθενικά ζωά, χωρίς κανένα σημάδι ψυχής κι ο ιερέας (!) Γκρεγκόριο Γκαρθία αποφαινόταν ότι είναι Εβραίοι, αφού δεν πιστεύουν στα θαύματα του Χριστού. Αλλά και πολλοί άλλοι χριστιανοί Ευρωπαίοι διανοούμενοι, φιλόσοφοι κι επιστήμονες, θεωρητικοποίησαν την κατωτερότητα των Ινδιάνων που δικαιολογούσε την ευρωπαϊκή αγριότητα σε βάρος τους και πολλοί, μέχρι σήμερα, συνδράμουν στην παραπληροφόρηση, προβάλλοντας ως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής τα θαυμαστά έργα του Ελ Γκρέκο κι άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών, αποσιωπώντας και υποβαθμίζοντας την κύρια πλευρά, δηλαδή τη βαρβαρότητα του αποικισμού, με την οποία η χριστιανική Δύση εξασφάλισε την ανάπτυξη και την ευημερία της. Πως;Μα πάνω στην σάρκα και το αίμα των γηγενών της Αμερικής και της Αφρικής.
 
Όλοι οι πανουκλιασμένοι χριστιανοί εναντίον των ανυπεράσπιστων Ινδιάνων, πλην του Λας Κάζας, ο οποίος επιδίδεται σε ένα μάταιο αγώνα να πείσει την αυτοκρατορική εξουσία να βάλει ένα τέλος στη γενοκτονία των ιθαγενών, την οποία παρακολουθεί και καταγράφει λεπτομερώς στην αναφορά του από τη μία ώς την άλλη άκρη της Αμερικανικής ηπείρου. Διαβάζοντας τις επιστολές του ο σύγχρονος άνθρωπος νοιώθει ότι οι σφαγείς νεώτερων χρόνων όπως ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Μάο και τα υπόλοιπα άψυχα κελύφη είναι αρσακειάδες μπροστά στην μανιώδη χριστιανική λαίλαπα των πανουκλιασμένων κι άψυχων εποίκων. Αν σήμερα αναφερόμαστε σε ολοκαύτωμα για μερικά μονοψήφια εκατομμύρια στους φούρνους και στα γκουλάγκ, τι να πούμε για τότε !!! Μονο ντροπή κι αηδία που είμαστε άνθρωποι!

Η καταστροφή των Ινδιάνων (Μπαρτολομέ ντε λας Κάζας)
 
Το «θαύμα» του καπιταλισμού τρέφεται, ανέκαθεν, από τη βία και την λεηλασία
 
«Οι Ισπανοί των Ινδιών, έχουν σκυλιά πολύ άγρια και πολύ αιμοχαρή, εκπαιδευμένα και γυμνασμένα για να σκοτώνουν και κατακομματιάζουν τους Ινδιάνους. Όλοι οι αληθινοί χριστιανοί κι ακόμα αυτοί που δεν είναι, γνωρίζουν αυτά που θα εκθέσω κι αν άκουσε ποτέ κανείς παρόμοια πράματα! Για να τραφούν αυτά τα σκυλιά, οι Ισπανοί φέρνουν στους δρόμους πολλούς Ινδιάνους αλυσοδεμένους που βαδίζουν σαν κοπάδια από χοίρους. Οι Ισπανοί σκοτώνουν μερικούς και γίνεται μια δημόσια σφαγή από ανθρώπινη σάρκα. Και λένε ο ένας στον άλλο: «Δώσε μου ένα τέταρτο από ‘κείνον εκεί τον χαμένο για να φάνε τα σκυλιά μου, ωσότου να σκοτώσω έναν άλλο». Σαν να ήταν για τέταρτα από γουρούνι ή πρόβατο»
 
Ο Μπαρτολομέ (Βαρθολομαίος) ντε λας Κάζας, ήταν δομινικανός ιερέας, ο οποίος έγινε ευρέως γνωστός λόγω της αναφοράς που έκανε προς τον διάδοχο του ισπανικού θρόνου, τον «Υψηλότατο και Παντοδύναμο κύριο, τον πρίγκιπα της Ισπανίας, δον Φίλιππο» σχετικά με τις θηριωδίες των Ισπανών κατακτητών της Αμερικής (γνωστοί κι ως κονκισταδόρες) εναντίον των ιθαγενών κατοίκων της ηπείρου αυτής (που οι Ευρωπαίοι κατακτητές, θεωρούσαν λανθασμένα ως Δυτικές Ινδίες -εξ ου και η ονομασία «Ινδιάνοι»).
 
Πρόκειται για μιαν ακριβή αναφορά του αποικισμού των πρώτων περιοχών που κατατάχθηκαν στο «Νέο Κόσμο», την Αμερική: Κούβα, Τζαμάικα, Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Τρινιτάντ, Βενεζουέλα, Φλόριδα, Ρίο ντε λα Πλάτα, Περού, είναι μερικές από τις μυθικές περιοχές του γήινου Ελντοράντο.
 
Θλίψη και αγανάκτηση φανερώνεται στην έκθεση του Κάζας, ο οποίος έζησε περίπου 50 χρόνια στην κατακτημένη ήπειρο. Πίκρα για τη μοίρα των ιθαγενών -τα «αγαθά πρόβατα» όπως τους χαρακτηρίζει. Οργή και θυμός για τον κατατρεγμό και την κακομεταχείριση που υφίσταντο. Ο Κάζας, θέλοντας να δώσει την εικόνα μιας γενοκτονίας που συντελούνταν στον «Νέο Κόσμο» εκτιμά πως μέσα σε σαράντα χρόνια «περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άντρες, γυναίκες και παιδιά πέθαναν άδικα από την τυραννία και τις μοχθηρές πράξεις των χριστιανών» ενώ καθιστά σαφές ότι «ποτέ οι Ινδιάνοι, σε όλες τις Ινδίες, δεν προξένησαν κακό σε χριστιανούς», αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ήταν μόλις πιο βίαιοι από παιδιά, δέκα δώδεκα χρονών». Όμως ο Κάζας δεν θα εισακουστεί και η καταστροφή της Αμερικής θα πραγματωθεί οδηγώντας στο δεύτερο μεγάλο αίσχος, την εισαγωγή μαύρων σκλάβων από την Αφρική.
 
Παρ’ ότι ο Κάζας συγκλονίζει με τις περιγραφές του και η αγωνία του φαίνεται ειλικρινής, εν τούτοις, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι και ο ίδιος δεν πήγε για τουρισμό στην νέα ήπειρο. Το έργο του ήταν προκαθορισμένο: Ο προσηλυτισμός των Ινδιάνων. Ο Κάζας, ήταν μάλιστα ο πρώτος παπάς που χειροτονήθηκε στην Αμερική, το 1510, μετά την «ανακάλυψή» της. Επομένως, και ο ίδιος -με τον δικό του τρόπο- δεν ήταν αμέτοχος στο «ξεβόλεμα» των ντόπιων κατοίκων της από τις παραδόσεις τους και τις συνήθειές τους.
 
Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται επίσης, ότι ο Κάζας, έτσι όπως διαφαίνεται κι απ’ την έκθεσή του, δεν είναι εναντίον της δουλείας, παρ’ ότι καυτηριάζει το δουλεμπόριο. Αποδέχεται την υποδούλωση των Ινδιάνων, ως κάτι φυσικό (άλλωστε κι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης σκλάβου). Περιγράφει τους ιθαγενείς, ως «εξαιρετικά απλούς, χωρίς κακίες και δολιότητες» κι εξαίρει το ότι «είναι πολύ υπάκουοι και πολύ πιστοί στους φυσικούς τους αφέντες και στους χριστιανούς όπου υπηρετούν». Δεν παραλείπει δε να προσθέσει, πως «Είναι πολύ ικανοί για κάθε διδαχή, πολύ κατάλληλοι να δεχτούν την αγία μας πίστη, την καθολική και να αποκτήσουν ήθη ενάρετα. Ο Θεός δεν έπλασε κόσμο που να παρουσιάζει γι’ αυτόν το σκοπό μικρότερα εμπόδια».
 
Η αντίδρασή του προκύπτει μόνο από τις θηριωδίες των Ισπανών, που από ένα σημείο και μετά κάνουν και «χαλάστρα» στο προσηλυτιστικό του έργο. Είναι πολύ χαρακτηριστική η αποστροφή του λόγου του, όταν στα 1531, ο Κάζας αποστέλλει έκκληση προς το Συμβούλιο των Ινδιών, όπου αναφέρει και τα εξής: «Σας αποστέλλω», είχε πει ο Υιός τον Θεού, «σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους, για να τους εξημερώσετε και να τους οδηγήσετε στον Χριστό». Γιατί λοιπόν εσείς, αντί να στείλετε πρόβατα για να προσηλυτίσουν τους λύκους, στείλατε λύκους πεινασμένους, τυραννικούς, σκληρούς που διαμελίζουν, σφαγιάζουν και κατατρομάζουν τα πρόβατα;
 
Εάν λοιπόν οι κονκισταδόρες, δεν είχαν φτάσει στο σημείο να εξομοιώσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής, με αυτή ενός εντόμου, ίσως να μην ήταν και τόσο βέβαιο ότι τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά του Κάζας θα είχαν ενεργοποιηθεί. Αυτή την υποψία, μπορεί να την ενισχύσει και το γεγονός, ότι την εποχή που έκανε την αναφορά του ο Κάζας, στην Ευρώπη -και ειδικά στην Ισπανία- η Ιερά Εξέταση γνώριζε στιγμές μεγαλείου, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ανεξαρτήτως των κινήτρων του Κάζας, οι μαρτυρίες του δεν χάνουν την όποια αξία και ιστορική τους σημασία.

Το νησί Εσπανιόλ
 
Το νησί Εσπανιόλ είναι το πρώτο όπου ήρθαν οι χριστιανοί κι όπου άρχισαν οι μεγάλες καταστροφές και οι μεγάλοι αφανισμοί αυτών των λαών. Είναι το πρώτο που κατέστρεψαν κι ερήμωσαν. Άρχισαν με το να παίρνουν από τους Ινδιάνους τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να τους πάρουν στην υπηρεσία τους, αλλά και για να κάνουν κακή χρήση και με το να τους τρώνε την τροφή που ερχόταν με το ιδρώτα της εργασίας τους. Δεν έμεναν ευχαριστημένοι με τα όσα οι Ινδιάνοι τους έδιναν καλοπροαίρετα, ανάλογα ο καθένας με τις δυνατότητές του. Ό,τι είναι αρκετό σε τρεις οικογένειες, με δέκα πρόσωπα η καθεμιά, για ένα μήνα, ένας χριστιανός το τρώει και το εξαφανίζει σε μια μέρα. Μετά και από άλλες βιαιότητες και καταπιέσεις οι Ινδιάνοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν έρθει από τον ουρανό.
 
Λοιπόν, μερικοί έκρυβαν τα τρόφιμά τους, άλλοι τις γυναίκες και τα παιδιά τους, άλλοι έφευγαν στα δάση, για να απομακρυνθούν από ανθρώπους με τέτοια σκληρά και φοβερά φυσικά. Οι χριστιανοί τούς χαστούκιζαν, τους γρονθοκοπούσαν, τους ξυλοφόρτωναν, έφταναν μέχρι ν’ αρπάζουν από τα χωριά τούς άρχοντες. Η θρασύτητα και η αναισχυντία τους ήταν τόση, ώστε ένας χριστιανός αρχηγός βίασε την ίδια τη σύζυγο του πιο μεγάλου βασιλιά, του άρχοντα όλου του νησιού. Τότε ήταν πια που οι Ινδιάνοι άρχισαν να ζητούν, τρόπους, ώστε να διώξουν τους χριστιανούς από τον τόπο. Οπλίστηκαν. Μα αυτοί είναι μάλλον ανίσχυροι, μη επιθετικοί, δεν έχουν ανθεκτικότητα, ελάχιστα αμυντικοί —κι έτσι είναι, που όλοι τους οι πόλεμοι μοιάζουν κάπως περισσότερο σαν παιδειές με μπαστούνια ή καλύτερα με παιδικό παιχνίδι. Οι χριστιανοί με τ’ άλογά τους, τα σπαθιά τους και τ’ ακόντια, άρχισαν σκοτωμούς κι αγριότητες, άγνωστες στους Ινδιάνους.
 
Έμπαιναν στα χωριά και δεν άφηναν ούτε παιδιά, ούτε γέρους, ούτε γυναίκες σ’ ενδιαφέρουσα κατάσταση ή ετοιμόγεννες που δεν ξεκοίλιαζαν και κατακομμάτιαζαν, σαν να είχαν να κάνουν με πρόβατα που είχαν καταφύγει στις μάντρες τους. Στοιχημάτιζαν ποιος θ’ άνοιγε έναν άντρα μ’ ένα και μόνο χτύπημα του μαχαιριού ή ποιος θα του έκοβε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα της λόγχης ή θα του έβγαζε τα σπλάχνα. Άρπαζαν τα νήπια από τις μανάδες τους που τα θήλαζαν, τα έπιαναν από τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους στα βράχια. Άλλοι τα σφεντόνιζαν στα ποτάμια, με γέλια και χωρατά κι όταν τα παιδιά έπεφταν στο νερό, έλεγαν: «Τρέμεις, κατεργαράκο».
 
Σούβλιζαν σ’ ένα σπαθί παιδιά και μανάδες, αλλά και όποιον άλλον έβρισκαν μπροστά τους. Τους κρεμούσαν, σειρές, κατά ομάδες από δεκατρείς, τα πόδια τους μόλις άγγιζαν τη γη, για να τιμήσουν και να φανερώσουν σέβας προς τον Λυτρωτή μας και τους δώδεκα Αποστόλους. Μετά έβαζαν φωτιά και τους έκαιγαν ζωντανούς. Σε άλλους και σε όλους που θέλησαν να ξεφύγουν, τους έκοβαν τα δυο χέρια, τους τα κρεμούσαν και τους έλεγαν: «Πηγαίνετε να φέρετε τα γράμματα» κι αυτό σημαίνει, πηγαίνετε την είδηση, σε όσους θέλησαν να ξεφύγουν μέσα στα δάση. Να πώς σκότωναν κατά κανόνα τους άρχοντες και τους ευγενείς: Έκαναν σχάρα από βέργες πάνω σε δικέλες, τους έδεναν εκεί, άναβαν σιγανή φωτιά, για να ξεψυχήσουν σιγά-σιγά, μέσα στα ουρλιαχτά που τους προκαλούσαν αυτά τα φρικτά βασανιστήρια.
 
Κάποτε είδα να ψήνονται πάνω σε σχάρες τέσσερις ή πέντε επίσημοι άρχοντες -νομίζω μάλιστα ότι υπήρχαν άλλα δυο ή τρία ζευγάρια σχάρες όπου ψήνονταν άλλοι. Κι επειδή έβγαζαν γοερές κραυγές και τους λυπήθηκε ο αρχηγός, ή το πιο σωστό δεν τον άφηναν ναι κοιμηθεί, διάταξε να τους ρίξουν στον ποταμό. Αλλά ο αλγκουαζίλ (Ισπανός αστυνομικός πράκτορας) που ήταν χειρότερος από το δήμιο που τους έψηνε -και ξέρω πώς λεγόταν, γνώρισα και την οικογένειά του στη Σεβίλλη- δεν θέλησε να τους πνίξουν. Με τα ίδια του τα χέρια τους έχωνε στο στόμα κομμάτια ξύλο για να μη μπορούν να θορυβούν κι έπειτα αναδαύλιζε τη φωτιά για να καούν αργά, όπως αυτός το ήθελε.
 
Όσα διηγήθηκα τα είδα εγώ ο ίδιος κι ακόμα άπειρα άλλα. Όσοι μπορούσαν να δραπετεύσουν, καταφεύγανε στα δάση, ανέβαιναν στα βουνά, για να ξεφύγουν από τους τόσο απάνθρωπους ανθρώπους, απ’ αυτά τα άγρια κτήνη, τα χωρίς οίκτο, από τους αφανιστές αυτούς που είναι οι φοβεροί εχθροί του ανθρώπινου γένους. Και τότε οι χριστιανοί γύμνασαν κυνηγετικά σκυλιά, σκυλιά ιδιαίτερα μοχθηρά, που μόλις έβλεπαν έναν Ινδιάνο τον κατακομμάτιαζαν, εν ριπή οφθαλμού. Έπεφταν απάνω του και τον έτρωγαν, σαν να ήταν ένα γουρούνι. Αυτοί οι σκύλοι έφερναν μεγάλη καταστροφή, έκαναν μεγάλη σφαγή. Και επειδή σπάνια Ινδιάνοι είχαν σκοτώσει μερικούς χριστιανούς, μα είχαν όλο το δίκιο και μαζί τους η θεία δικαιοσύνη, οι χριστιανοί αποφάσισαν μεταξύ τους, για έναν χριστιανό που θα σκότωναν ο Ινδιάνοι, θα σκοτώνονταν εκατό Ινδιάνοι.
 
Το βασίλειο Χιγκουέι
 
Το βασίλειο Χιγκουέι (ένα από τα πέντε βασίλεια του νησιού Εσπανιόλ), το διοικούσε μια ηλικιωμένη βασίλισσα και λεγόταν Χιγκουανάμα. Οι χριστιανοί την κρέμασαν. Είδα εκατοντάδες ανθρώπους να τους καίνε ζωντανούς, να τους κατακομματιάζουν, να τους βασανίζουν με όλων των ειδών τους διάφορους και νέους τρόπους. Όσους έπιαναν ζωντανούς τούς έκαναν σκλάβους. Το πως σκότωναν και καταστρέφανε αυτούς τους ανθρώπους, οι διαφορές είναι τόσο πολυάριθμες, ώστε όσο πολλά και αν ειπωθούν δεν θα είναι αρκετά. Πραγματικά είμαι βέβαιος ότι όσα και αν μπορέσω να πω, δεν θα έχω διηγηθεί ούτε το χιλιοστό.
 
Όταν οι πόλεμοι τελείωσαν και όλοι οι άνθρωποι είχαν πεθάνει, δεν είχαν απομείνει, όπως γενικά συμβαίνει, παρά τα νεαρά αγόρια, οι γυναίκες και τα κοριτσάκια. Οι χριστιανοί τα μοιράστηκαν. Ο ένας έπαιρνε τριάντα, ο άλλος σαράντα, ο άλλος διακόσια ή εκατό πρόσωπα, ανάλογα με την εύνοια που του είχε ο ανώτατος τύραννος, ο ονομαζόμενος κυβερνήτης. Έτσι, έδωσαν Ινδιάνους σε κάθε χριστιανό, με το πρόσχημα ότι θα τους δίδασκε τα της καθολικής πίστης. Αυτοί οι άντρες που ήταν γενικά σκληροί, ηλίθιοι, πολύ φιλάργυροι και κακοήθεις βάραιναν έτσι την ψυχή τους. Η φροντίδα τους για τους Ινδιάνους ήταν να τους στείλουν στα ορυχεία για να βγάζουν χρυσάφι κι αυτή η εργασία είναι αφόρητη.
 
Όσο για τις γυναίκες τις ρίξανε στα χωράφια για να οργώνουν και να καλλιεργούν τη γη, ενώ αυτή είναι εργασία για άντρες δυνατούς και γερούς. Δεν έδιναν να φάνε και σ’ αυτούς και σ’ εκείνες, παρά χόρτα και τροφές μη θρεπτικές. Το γάλα ξεραινόταν στα στήθη των γυναικών που είχαν γεννήσει και όλα τα νήπια χάθηκαν πολύ γρήγορα. Μια και οι σύζυγοι βρίσκονταν μακριά και δεν έβλεπαν ποτέ τις γυναίκες τους, σταμάτησε η τεκνοποιία. Οι άντρες πέθαναν στα ορυχεία από την εξάντληση και την πείνα, και οι γυναίκες στις φάρμες, από την ίδια αιτία.
 
Έτσι είναι που χάθηκαν τόσοι και τόσοι κάτοικοι του νησιού, κι έτσι θα μπορούσαν να χαθούν όλοι οι κάτοικοι του κόσμου. Να σκεφτεί μονάχα κανείς το φορτίο που οι χριστιανοί τους έβαζαν να σηκώνουν! Τρία με τέσσερα αρόμπ (1 αρόμπ=12-15 κιλά) και να τα κουβαλούν σε εκατό ή και διακόσιες λεύγες (1 λεύγα=4.83 χιλιόμετρα), ενώ οι χριστιανοί μετακινούνταν μέσα σε αμάκ, που είναι ένα είδος δίχτυ, που οι Ινδιάνοι το φορτώνονται στους ώμους τους. Γιατί πάντα τους μεταχειρίζονταν σαν υποζύγια. Και σαν εξαντλημένα πια ζώα, είχαν οι Ινδιάνοι πληγές στους ώμους και στη ράχη. Για να αναφέρω τις μαστιγώσεις, τους ραβδισμούς, τα ραπίσματα, τα γρονθοκοπήματα, τις βρισιές και τα άλλα μαρτύρια που τους έκαναν οι χριστιανοί να δέχονται, θα χρειαζόταν πολύς καιρός και πολύ χαρτί. Κι ούτε θα κατόρθωνα να τα πω και οι άνθρωποι θα τρόμαζαν.
 
Τα νησιά Σαν Ζουάν και Ζαμάικα
 
Oι Ισπανοί ήρθαν στο νησί Σαν Ζουάν και στη Ζαμάικα -που ήταν φυτείες με οπωροφόρα δέντρα και κυψέλες- το έτος 1509 με τον ίδιο σκοπό και την ίδια πρόθεση, όπως πήγανε και στο νησί Εσπανιόλ. Έκαναν και ενεργήσανε τις μεγάλες προσβολές και αμαρτήματα που έχω πει και πρόσθεσαν και άλλες αγριότητες πολύ μεγάλες και αξιοσημείωτες. Σκότωσαν, πυρπόλησαν, έψησαν, έριξαν ανθρώπους σε άγρια σκυλιά. Έπειτα καταπίεσαν, βασάνισαν και ταπείνωσαν τους επιζώντες, στα ορυχεία και σε άλλες εργασίες, μέχρι την εξάντληση και τον αφανισμό όλων αυτών των δυστυχισμένων αθώων. Σ’ αυτά τα δυο νησιά υπήρχαν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο ψυχές και σήμερα δεν έχουν απομείνει παρά διακόσια άτομα, στο καθένα. Όλοι χάθηκαν χωρίς πίστη και χωρίς μετάληψη.
 
Το νησί Κούβα
 
Το έτος 1511 οι Ισπανοί πήγαν στο νησί Κούβα. Έγιναν εδώ αξιοσημείωτα πράματα. Ένας κασίκ, άρχοντας πολύ επίσημος που ονομαζόταν Χατουέι, είχε έρθει από το νησί Εσπανιόλ στην Κούβα με αρκετούς δικούς του, για να ξεφύγει από τις αγριότητες και τις απάνθρωπες πράξεις των χριστιανών. Αυτός ο κασίκ εξακολουθούσε ν’ αποφεύγει τους χριστιανούς, όταν έφτασαν στην Κούβα, γιατί τους γνώριζε καλά κι αντιστεκόταν, όταν τους συναντούσε. Τελικά τον πιάσανε και τον κάψανε ζωντανό, μόνο και μόνο γιατί τους απόφευγε, αυτούς τους ανθρώπους τους άδικους και σκληρούς και γιατί αντιστεκόταν που ζητούσαν να τον σκοτώσουν, να τον κατατυραννήσουν μέχρι που να πεθάνει κι αυτός και ο λαός του και οι ρίζες του.
 
Τον δέσανε σ’ έναν πάσσαλο. Ένας άγιος άνθρωπος του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου που βρισκόταν εκεί, του μίλησε λίγο για τον θεό και για την πίστη μας. Ο κασίκ δεν είχε ποτέ ξανακούσει παρόμοια λόγια. Ο φραγκισκανός του είπε να επωφεληθεί από τον λίγο χρόνο πού του άφηναν οι δήμιοι. Ότι εάν θα πίστευε στα όσα του έλεγε, θα πήγαινε στους ουρανούς όπου υπάρχει η δόξα και η αιώνια ανάπαυση, αν όμως όχι, θα πήγαινε το δίχως άλλο στην Κόλαση, όπου θα τον τυραννούσαν πόνοι και αιώνια βάσανα. Ο κασίκ, αφού σκέφτηκε λίγο, ρώτησε τον κληρικό αν οι χριστιανοί πήγαιναν στον Παράδεισο. Ο κληρικός τού απάντησε ότι αυτοί που ήταν καλοί, βέβαια πήγαιναν. Και ο κασίκ, χωρίς να σκεφτεί περισσότερο δήλωσε, ότι δεν θα ήθελε να βρεθεί στον Παράδεισο· προτιμούσε την Κόλαση, για να μην είναι μαζί μ’ αυτούς και να μη βλέπει ανθρώπους τόσο σκληρούς.
 
Κάποτε οι Ινδιάνοι ήρθαν να μας υποδεχτούν με τρόφιμα και δώρα. Μόλις φτάσαμε, μας έδωσαν μεγάλη ποσότητα ψάρια, και ψωμί, τροφές και ό,τι άλλο τους ήταν δυνατό. Ξαφνικά, ο Διάβολος άρπαξε τους χριστιανούς κι -εγώ παρών- σκότωσαν, χωρίς αφορμή, χωρίς λόγο, περισσότερα από τρεις χιλιάδες άτομα, που ήταν καθισμένοι μπροστά μας, άντρες, γυναίκες, παιδιά. Είδα τότε αγριότητες τόσο μεγάλες, που ούτε είδαν ποτέ θνητοί, ούτε καν τις φαντάστηκαν.
 
Υπήρχε στο νησί ένας αξιωματικός του βασιλιά που του έδωσαν τριακόσιους Ινδιάνους. Σε διάστημα τριών μηνών, διακόσιοι εβδομήντα απ’ αυτούς είχαν πεθάνει στα ορυχεία. Δεν του έμεναν πια παρά τριάντα, δηλαδή το δέκατο. Και του έδωσαν άλλους τόσους και περισσότερους. Τους σκότωσε, επίσης. Όσο του έδιναν, τόσο τους σκότωνε. Ωσότου πια πέθανε κι αυτός και πήρε ο Διάβολος την ψυχή του. Σε τρεις ή τέσσερις μήνες, όσο βρισκόμουν στο νησί, περισσότερα από επτά χιλιάδες παιδιά πέθαναν, μια και οι γονείς τους τα έπαιρναν μαζί τους στο ορυχεία.
 
Η επαρχία Νικαράγουα
 
Άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά τα κατακρεούργησαν όλα γι’ αυτήν εδώ την ελάχιστη αφορμή: Να δηλαδή, επειδή δεν βιάζονταν να προσέλθουν στην έκκληση ή γιατί δεν έφερναν τόσα φορτώματα καλαμπόκι -που είναι το στάρι εδώ- ή τόσους Ινδιάνους για την υπηρεσία του κυβερνήτη ή για την υπηρεσία ενός από τους συντρόφους του. Έτσι καθώς ήταν η γη επίπεδη, κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει ούτε από τα άλογα, ούτε από το καταχθόνιο φρένιασμά του.
 
Έστελνε Ισπανούς σε αποστολή που δεν ήταν άλλο από το να λεηλατήσουν τους Ινδιάνους άλλων επαρχιών κι έδινε το δικαίωμα στους άρπαγες να του φέρουν τόσους Ινδιάνους, όσους ήθελαν, απ’ αυτά τα ειρηνικά και υποταγμένα χωριά. Μ’ αυτές τις αποστολές τις αλλεπάλληλες κατάντησε, από τις τέσσερις χιλιάδες Ινδιάνους, να μην μείνουν παρά έξη ζωντανοί. Τους άφηναν οι Ισπανοί να πεθάνουν στο δρόμο. Όταν μερικοί, κουρασμένοι και πληγωμένοι από το βαρύ φορτίο, έπεφταν άρρωστοι από την πείνα, από την προσπάθεια και την αδυναμία, τους έκοβαν τον λαιμό, για να μην αργοπορούν με το να τους βγάζουν τις αλυσίδες. Το κεφάλι έπεφτε από ένα μέρος, το κορμί, από το άλλο. Σκεφθείτε τι θα ένιωθαν οι άλλοι Ινδιάνοι. Έτσι, όταν ερχόταν διαταγή για παρόμοια προσκυνήματα, οι Ινδιάνοι που γνώριζαν από πείρα, ότι κανένας δεν θα ξαναγύριζε, έφευγαν κλαίγοντας κι αναστενάζοντας.
 
Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους όλο το καλαμπόκι που είχαν για να τραφούν αυτοί και τα παιδιά τους. Κι έτσι, πέθαναν περισσότεροι από είκοσι ως τριάντα χιλιάδες Ινδιάνοι. Κάθε χριστιανός είχε τα χωράφια του και ζούσε από τη φτωχή τροφή των Ινδιάνων. Οι χριστιανοί πήραν από τους Ινδιάνους τη γη που τους ανήκε, τα κτήματα που τους ζούσαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι Ισπανοί είχαν στη διάθεσή τους όλους τους Ινδιάνους, άντρες, γέρους, γυναίκες και παιδιά, και τους ανάγκαζαν να τους υπηρετούν νύχτα και μέρα, χωρίς διακοπή. Ακόμα και τα παιδιά. Εξάντλησαν και καταπίεσαν κόσμο και κόσμο σ’ αυτήν την επαρχία και αυτοί ήταν η αιτία για τόσους που πέθαναν πρόωρα. Τους έβαζαν να μεταφέρουν σανίδες και ξύλα ως το λιμάνι, σε μήκος τριάντα λεύγες, για να κατασκευαστούν πλοία. Τους έστελναν να ψάξουν για μέλι και κηρί στα δάση, και τους κατάτρωγαν τ’ αγρίμια. Έγκυες γυναίκες, όπως και λεχώνες, τις φόρτωναν, σαν να ήταν κτήνη. Και το εξακολουθούν ακόμα.
 
Ζητούσαν από τον κασίκ πενήντα σκλάβους, με την απειλή ότι θα τον κάψουν ζωντανό ή θα τον ρίξουν στα άγρια σκυλιά. Και επειδή οι Ινδιάνοι γενικά δεν έχουν σκλάβους -ένας κασίκ έχει το πολύ έναν ή δύο, τρεις ή τέσσερις- οι άρχοντες πήγαιναν στα χωριά και έπαιρναν πρώτα όλα τα ορφανά έπειτα ζητούσαν ένα παιδί, από αυτούς που είχαν δυο, δυο, από αυτούς που είχαν τρία. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο κασίκ έφτανε στον αριθμό που είχε ζητήσει ο τύραννος. Ο λαός ούρλιαζε, φώναζε, γιατί είναι άνθρωποι -αυτό δα φαίνεται- αγαπούν πολύ τα παιδιά τους. Ανάμεσα στα χρόνια 1523 και 1533 επειδή πολλές φορές έγινε αυτό, οι Ισπανοί τελικά αφανίσανε όλο το βασίλειο. Επί έξι ως επτά χρόνια, πέντε ή έξι πλοία είχαν στήσει αυτό το εμπόριο, με το να μεταφέρουν χιλιάδες Ινδιάνους στον Παναμά και στο Περού, για να πουληθούν σκλάβοι.
 
Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ινδιάνοι, τόσο ελεύθεροι όσο κι εγώ, άφησαν την επαρχία, σαν σκλάβοι. Άλλες πεντακόσιες ή εξακόσιες χιλιάδες πέθαναν ως τα τώρα, από τους καταχθόνιους πολέμους που τους έκαναν οι Ισπανοί, κι από τη φρικτή σκλαβιά που τους επιβάλανε. Και τώρα, τους σκοτώνουν. Όλος αυτός ο αφανισμός ήταν ασχολία που κράτησε δεκατέσσερα χρόνια. Σήμερα, σε όλη την επαρχία της Νικαράγουας θα είναι τέσσερις ή πέντε χιλιάδες άτομα. Οι Ισπανοί με τις υπηρεσίες που απαιτούν και την καθημερινή καταπίεση που γίνεται στον καθένα, τους εξαφανίζουν ολοένα, ενώ ήταν, μια από τις επαρχίες τις πιο κατοικημένες στον κόσμο.

Η Νέα Ισπανία
 
Το έτος 1517 ανακάλυψαν τη Νέα Ισπανία, κι αυτοί που την ανακάλυψαν, έγιναν αιτία για μεγάλες διαταραχές και θανάτους ανάμεσα στους Ινδιάνους. Το έτος 1518, αυτοί που λέγονταν χριστιανοί άρχισαν να την λεηλατούν, πάντα λέγοντας ότι σκοπεύουν να την συνοικίσουν. Από τα 1518 ως τα σήμερα, 1542, η κάθε παρανομία, η κάθε αδικία η κάθε βιαιότητα και τυραννία έγιναν στους Ινδιάνους από τους χριστιανούς, ξεχείλισαν, έφτασαν στο αποκορύφωμα. Σε δώδεκα χρόνια, οι Ισπανοί σκότωσαν με το μαχαίρι και το ακόντιο πάνω από τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους, γυναίκες, παιδιά, νέους ανθρώπους και ηλικιωμένους ή τους έκαψαν ζωντανούς.
 
Πρέπει εδώ να αναφερθεί με ποια ιδιότητα οι Ισπανοί έμπαιναν σ’ αυτές τις χώρες και άρχιζαν να καταστρέφουν τόσους αθώους, να ερημώνουν τη γη, που με το να έχει τόσον πληθυσμό, θα μπορούσε να φέρει χαρά και ευχαρίστηση σε αληθινούς χριστιανούς. Παράγγελναν στους Ινδιάνους να έρθουν να υποταχθούν και να υπακούσουν στο βασιλιά της Ισπανίας, ειδάλλως θα τους σκότωναν και θα τους έσερναν στη σκλαβιά. Αυτούς που δεν έσπευδαν να υπακούσουν στις διαταγές τις τόσο παράλογες και ηλίθιες για να πέσουν στα χέρια ανθρώπων που ήταν τόσο παράνομοι, σκληροί, και άγριοι, τους χαρακτήριζαν ανυπάκοους και ξεσηκωμένους ενάντια στη διάθεση της Μεγαλειότητάς του. Έτσι έγραφαν στο βασιλιά της Ισπανίας, τον κύριό μας. Και ο παραλογισμός αυτών που διαχειρίζονταν τις Ινδίες τους εμπόδιζαν να νοιώσουν μία από τις κυριότερες αρχές που εκφράζονται στους νόμους τους πιο καθαρά από άλλες, δηλαδή ότι δεν μπορεί κανείς να χαρακτηριστεί επαναστάτης, αν πρώτα δεν γίνει υπήκοος.
 
Το βασίλειο της Γουατεμάλας
 
Ανάμεσα στις άπειρες φρικτές πράξεις που έγιναν σ’ αυτό το βασίλειο από τον ολέθριο και κακότυχο αρχηγό και τους αδερφούς του -οι αρχηγοί και οι στρατιώτες τους δεν ήταν λιγότερο άθλιοι και αναίσθητοι- υπήρξε και μία που πρέπει ιδιαίτερα να μνημονευτεί. Ήταν στην επαρχία Κουζκατάν σχεδόν εκεί που βρίσκεται σήμερα η πόλη Σαν Σαλβαντόρ. Στην πόλη του Κουζκατάν, που ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας, οι Ισπανοί έγιναν δεκτοί με πομπή. Τους περίμεναν περισσότεροι από είκοσι ως τριάντα χιλιάδες Ινδιάνοι, και κρατούσαν τροφές και όρνιθες.
 
Αφού ήρθαν και έλαβαν τα δώρα, ο αρχηγός διάταξε να πάρει ο κάθε Ισπανός όσους Ινδιάνους ήθελε από αυτό το μέγα πλήθος, για να τους μεταχειρίζεται όταν τους έχει ανάγκη, και να του φέρνουν ότι χρειαζόταν. Κάθε Ισπανός πήρε εκατό ή εκατόν πενήντα ή έναν αριθμό που θα τον έκρινε αρκετό για να τον εξυπηρετούν. Τα αθώα αρνιά αναγκάστηκαν να υποστούν αυτή τη μοιρασιά και υπηρετούσαν τους Ισπανούς με όλες τους τις δυνάμεις. Λίγο ακόμα και θα τους λάτρευαν.
 
Στο μεταξύ ο αρχηγός ζήτησε από τους άρχοντες να του φέρουν χρυσάφι, γιατί αυτό ήταν προ πάντων που ζητούσαν οι Ισπανοί. Οι Ινδιάνοι απάντησαν ότι θα τους δώσουν όσο χρυσάφι κατείχαν, και μάζεψαν μια μεγάλη ποσότητα από αξίνες χάλκινες επιχρυσωμένες -που τις είχαν και τις μεταχειρίζονταν- και φαίνονταν σαν χρυσές, ενώ δεν είχαν παρά λίγο χρυσάφι. Ο αρχηγός πέρασε τις αξίνες από τη λυδία λίθο και όταν πιστοποίησε ότι ήταν χάλκινες, είπε στους Ισπανούς: «Να πάει στο Διάβολο αυτός ο τόπος. Ας φύγουμε, αφού δεν υπάρχει χρυσάφι. Ο καθένας από σας ας αλυσοδέσει τους Ινδιάνους που τον υπηρετούν, κι εγώ θα τους χαράξω με το σίδερο, σαν σκλάβους». Έτσι κι έγινε, χάραξαν με το σίδερο, σαν σκλάβους, με το μονόγραμμα του βασιλιά, όσους είχαν μπορέσει να αλυσοδέσουν. Είδα να χαράζουν τον γιο του πιο μεγάλου άρχοντα της πόλης.
 
Αυτός, οι αδερφοί του και οι άλλοι, σκότωσαν περισσότερους από τέσσερα με πέντε εκατομμύρια κατοίκους, σε δεκαπέντε ως δεκάξι χρόνια, από τα 1524 ως τα 1540. Σήμερα σκοτώνουν αυτούς που απόμειναν και θα εξακολουθούν να σκοτώνουν. Αυτός ο αρχηγός, όταν ξεκινούσε να πολεμήσει μερικά χωριά ή ορισμένες επαρχίες, είχε τη συνήθεια να παίρνει μαζί του όσους Ινδιάνους μπορούσε, ήδη υποταγμένους, για να πολεμήσουν τους άλλους. Και όπως δεν έδινε τροφή στους δέκα ή είκοσι χιλιάδες ανθρώπους που έφερνε μαζί του, τους επέτρεπε να τρώνε τους Ινδιάνους που έπιαναν. Έτσι, γινόταν στο στρατόπεδό του μια εντυπωσιακή σφαγή, από ανθρώπινη σάρκα. Μπροστά του σκότωναν παιδιά και τα έψηναν. Σκότωσαν έναν άντρα, για να μην του πάρουν παρά τα χέρια και τα πόδια, που τα θεωρούσαν σαν τα καλύτερα κομμάτια. Όλοι οι άλλοι κάτοικοι από τους άλλους τόπους που άκουγαν να γίνεται λόγος γι’ αυτές τις απάνθρωπες πράξεις, είχαν τόσο τρομοκρατηθεί που δεν ήξεραν που να κρυφτούν.
 
Ο τύραννος σκότωσε πλήθος από Ινδιάνους, με το να τους βάζει να κατασκευάζουν πλοία. Τους έβαζε να πηγαίνουν από τη θάλασσα του Βορρά στη θάλασσα του Νότου, δηλαδή εκατόν τριάντα λεύγες, φορτωμένοι άγκυρες που ζύγιζαν τρεις με τέσσερις στατήρες και τους έμπαιναν στην πλάτη ή στα νεφρά. Πάνω στους ώμους αυτών των δυστυχισμένων και γυμνών ανθρώπων έχουν μεταφερθεί μ’ αυτόν τον τρόπο πολλά κομμάτια πυροβολικού. Είδα πολλούς έτσι φορτωμένους, σε στενά περάσματα. Χώριζε τους παντρεμένους, έκλεβε από τους άντρες τις γυναίκες τους και τα νέα κορίτσια, για να τα δίνει στους ναύτες, να τους ικανοποιεί και να τους στρατολογεί για τον στόλο του. Φόρτωνε τα πλοία με Ινδιάνους και χάνονταν όλοι από τη δίψα και την πείνα.
 
Το βασίλειο Γιουκατάν
 
Το έτος 1526 ένας άλλος άθλιος ονομάστηκε κυβερνήτης στο βασίλειο Γιουκατάν, χάρη στα ψέματα και τις ανακρίβειες που είπανε στο βασιλιά, και στις προσφορές που του έκανε, όπως έκαναν δα ως τα τώρα, και οι άλλοι τύραννοι, για να πάρουν θέσεις και αξιώματα που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα να κλέβουν. Οι άθλιοι Ισπανοί αναζητούσαν τους Ινδιάνους, άντρες και γυναίκες, και τους απειλούσαν με τα άγρια σκυλιά τους. Μια άρρωστη Ινδιάνα, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα σκυλιά κι ότι θα κατακομματιαζόταν, όπως οι άλλοι, πήρε ένα σκοινί, έδεσε στο ένα της πόδι το μωρό της που ήταν ενός χρόνου και κρεμάστηκε σ’ έναν δοκό. Δεν τα κατάφερε πολύ γρήγορα, ήρθαν τα σκυλιά και κατασπάραξαν το μωρό της.
 
Ένας καλόγερος πρόφτασε να το βαφτίσει, πριν το μωρό ξεψυχήσει. Όταν οι Ισπανοί άφησαν αυτό το βασίλειο, ένας απ’ αυτούς ζήτησε από το γιο του άρχοντα του χωριού, να φύγει μαζί του. Το αγόρι απάντησε ότι δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον τόπο του. Ο Ισπανός απάντησε: «Έλα μαζί μου, ειδάλλως θα σου κόψω τ’ αυτιά σου». Το αγόρι απάντησε αρνητικά. Ο Ισπανός ξιφούλκησε, του έκοψε το ένα αυτί, μετά το άλλο. Και μια και το αγόρι εξακολουθούσε να λέει ότι δεν ήθελε ν’ αφήσει τον τόπο του, του έκοψε γελώντας τη μύτη, σαν να ήταν απλά και μόνο, να του τραβούσε τα μαλλιά.
 
Αυτός ο χαμένος άνθρωπος καυχήθηκε, υπερηφανευόταν μάλιστα χωρίς ντροπή, σε έναν σεβάσμιο κληρικό, ότι κάνει τα πάντα για να μένουν έγκυες απ’ αυτόν Ινδιάνες γυναίκες κι έτσι το κέρδος του είναι μεγαλύτερο, όταν τις πουλά σκλάβες. Στο βασίλειο αυτό, ή σε μια επαρχία της Νέας Ισπανίας, κάποιος Ισπανός που πήγαινε και κυνηγούσε ελάφια ή κουνέλια με τα σκυλιά του, κάποια μέρα δεν πέτυχε τίποτα, και νόμισε ότι τα σκυλιά του πείνασαν. Άρπαξε λοιπόν ένα αγοράκι από τη μητέρα του και με εγχειρίδιο μεγάλο του κατακομμάτιασε χέρια και πόδια και τα μοίρασε στα σκυλιά του. Όταν τα σκυλιά τα έφαγαν, έριξε το κορμάκι κατά γης, σε όλη την αγέλη.
 
Η επαρχία Σάντα Μάρτα
 
Η επαρχία Σάντα Μάρτα ήταν μια γη, όπου οι Ινδιάνοι κατείχαν πολύ χρυσάφι, πλούσιο το έδαφος και ήταν ικανοί να το βγάζουν. Κι αυτός είναι ο λόγος που από το έτος 1498 ως τώρα αυτόν το χρόνο, 1542, αναρίθμητοι Ισπανοί τύραννοι δεν έχουν παύσει να πηγαίνουν με πλοία, για να λεηλατήσουν, να σκοτώσουν, να κλέψουν τους κατοίκους, για να τους πάρουν το χρυσάφι που είχαν. Ύστερα ξαναπήγαιναν στα πλοία τους. Σ’ αυτά τα πολυάριθμα ταξίδια έκαναν μεγάλες καταστροφές, μεγάλες σφαγές, φοβερές σκληρότητες στα παράλια γενικά και μερικές λεύγες στο εσωτερικό, ως τα 1523. Στα 1523 τύραννοι Ισπανοί εγκαταστάθηκαν στη χώρα, και μια και η χώρα ήταν πλούσια, όπως το είπα, διάφοροι αρχηγοί διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλο, και ο καθένας πιο άγριος από τον προηγούμενο. Σαν να το είχαν επάγγελμα να κάνουν αγριότητες και κακουργήματα, ο καθένας υπερβολικότερα από τον άλλο, για να επιβεβαιωθεί ο κανόνας που μνημονεύεται πιο πάνω.
 
Οι Ισπανοί εξαντλούν τους Ινδιάνους αυτής της χώρας με το να τους αναγκάζουν να μεταφέρουν φορτία μέσα στα βουνά. Αν οι Ινδιάνοι πέφτουν και χάνουν τις αισθήσεις τους από την αδυναμία και την εξασθένηση, οι Ισπανοί τους χτυπούν με κλωτσιές και με ξύλα, τους σπάζουν τα δόντια με τη λαβή του ξίφους για να σηκωθούν και να βαδίζουν χωρίς μουρμούρα. Και οι Ινδιάνοι συνηθίζουν να λένε: «Ελάτε, είσαστε κακοί δεν βαστώ άλλο, σκοτώστε με τώρα δα, θέλω εδώ να πεθάνω». Το λένε αυτό, αναστενάζοντας βαθιά, με τα χέρια σταυρωμένα, και εξωτερικεύεται πολλή αγωνία και πολύς πόνος. Ω! αν μπορούσε να γίνει νοητό, ένα και μόνο εκατοστό από τα βάσανα και τις συμφορές που τραβούν αυτά τα αθώα πλάσματα, από σφάλμα αυτών των άθλιων Ισπανών! Ας βοηθήσει ο Θεός να το νιώσουν αυτοί που μπορούν και οφείλουν να το διορθώσουν.
 
Το νησί Τρινιτάντ
 
Ένας κακεντρεχής τύραννος αποφάσισε να χτυπήσει αυτή τη χώρα, όπου οι κάτοικοί της ένιωθαν ασφαλισμένοι. Πήγε με πλοίο, και προσκάλεσε πολλούς Ινδιάνους να επιβιβαστούν, όπως το έκαναν σε άλλα πλοία, με το να έχουν εμπιστοσύνη. Όταν αρκετοί άντρες, γυναίκες και παιδιά ήταν πια στο πλοίο, άνοιξε αυτός τα πανιά και έφτασε στο νησί Σαν Ζουάν, όπου τους πούλησε όλους σκλάβους.
 
Είναι γεγονός πιστοποιημένο, κανένα πλοίο δεν μεταφέρει Ινδιάνους κλεμμένους και χωρίς τίποτα μαζί τους, χωρίς να ρίξει στη θάλασσα το τρίτο απ’ αυτούς, γιατί πεθαίνουν ή πέθαναν κατά την αιχμαλωσία. Αιτία είναι ότι για να φτάσουν οι Ισπανοί στον σκοπό τους, τους είναι αναγκαίοι πολλοί Ινδιάνοι, για να τους απομείνει όσο περισσότερο χρήμα γίνεται όταν τους πουλήσουν σκλάβους. Δεν έχουν μαζί τους ούτε τρόφιμα, ούτε νερό, ή ελάχιστο, γιατί αυτοί οι τύραννοι που αυτοονομάζονται εφοπλιστές δεν θέλουν να δαπανούν χρήματα. Έχουν ακριβώς ότι χρειάζονται οι Ισπανοί που βρίσκονται στο πλοίο για τη λεηλασία κι έτσι είναι που οι δυστυχισμένοι Ινδιάνοι δεν έχουν τίποτα, και πεθαίνουν από την πείνα και τη δίψα. Η λύση, να τους ρίξουν στη θάλασσα.
 
Η αλήθεια, ένας απ’ αυτούς μου είπε, ότι ένα πλοίο πήγε από τα νησιά Λουκέγ όπου έγιναν μεγάλες λεηλασίες αυτού του είδους, ως το νησί Εσπανιόλ, που βρίσκεται σε εξήντα ή εβδομήντα λεύγες, χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη ναυτιλιακό, τους οδηγούσε μονάχα η μακριά σειρά των πεθαμένων Ινδιάνων που είχαν ριχτεί από τα πλοία και που επιπλέανε. Έπειτα, όταν οι Ινδιάνοι αποβιβάζονται στο νησί όπου θα πουληθούν, τότε είναι που μπορεί να ραγίσει η καρδιά οποιουδήποτε που θα νιώθει λίγον οίκτο. Παιδιά και γέροι, άντρες και γυναίκες, είναι γυμνοί και πεινασμένοι και λιποθυμούν από την πείνα.
 
Μετά, σαν να είναι πρόβατα, χωρίζουν τους γονείς από τα παιδιά, τις γυναίκες από τους άντρες, και σχηματίζονται κοπάδια από δέκα ως είκοσι πρόσωπα, και περιμένουν την τύχη τους, ως που να τα μοιραστούν οι άθλιοι εφοπλιστές -που έδωσαν χρήμα για να αρματωθούν δυο ή τρία πλοία- και οι λεηλάτες τύραννοι που πήρανε τους Ινδιάνους από τα σπίτια τους. Και όταν κατά τη μοιρασιά η τύχη έφερνε σ’ έναν τύραννο, κοπάδι όπου βρισκόταν ένας γέρος ή ένας άρρωστος, ο τύραννος έλεγε: «Αυτός ο γέροντας να πάει στον Διάβολο! Γιατί μου τον δώσατε; Για να τον θάψω; Αυτόν τον άρρωστο γιατί να τον πάρω; Για να τον γιατροπορέψω;».
 
Η τυραννία που εξασκούν οι Ισπανοί πάνω στους Ινδιάνους κατά την αλιεία των μαργαριταριών είναι κάτι από τα πιο σκληρά και πιο κατακριτέα πράματα που υπάρχουν στον κόσμο. Καμιά ζωή καταχθόνια και απελπισμένη σ’ αυτόν τον αιώνα δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτήν, αν και η εξαγωγή του χρυσαφιού από τα ορυχεία είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή στο είδος της. Οι Ισπανοί βυθίζουν τους Ινδιάνους στη θάλασσα, βάθος τρεις, τέσσερις και πέντε οργιές (1 οργιά=1.83 μέτρα). Από το πρωί ως το βασίλεμα του ήλιου βρίσκονται πάντα κάτω από το νερό, κολυμπώντας χωρίς να αναπνέουν, και αποσπούν τα στρείδια, όπου ζουν τα μαργαριτάρια.
 
Βγαίνουν από τα νερά, με μικρά δίχτυα γεμάτα στρείδια, για να αναπνεύσουν. Ένας δήμιος Ισπανός, σε ακάτιο ή σε βάρκα, αν oι ψαράδες αναπαύονται περισσότερο, τους γρονθοκοπά, τους ξαναρίχνει στη θάλασσα τραβώντας τους από τα μαλλιά, για να ξαναγυρίσουν στο ψάρεμα. Πολύ συχνά, βουτούν στη θάλασσα για να ψαρέψουν ή να ζητήσουν μαργαριτάρια, και δεν ξαναφαίνονται, γιατί οι καρχαρίες ή οι μαράγιος, είναι δυο θαλάσσια είδη ζώων που καταβροχθίζουν ολόκληρον άνθρωπο, τους έχουν καταφάγει ή σκοτώσει. Πολλοί άλλοι Ινδιάνοι που ήρθαν από άλλες επαρχίες και άλλες χώρες, πέθαναν κι αυτοί κατά το ψάρεμα.
 
Το βασίλειο της Βενεζουέλας
 
Στα 1526 με δολιότητα και με κακόβουλη πειθώ προς τον βασιλιά, τον κύριό μας, έμποροι από τη Γερμανία έλαβαν απ’ αυτόν ένα μεγάλο βασίλειο, μεγαλύτερο από όλη την Ισπανία, της Βενεζουέλας, όπου τους παραχωρούνταν η διοίκηση και ολόκληρη η δικαιοδοσία, σύμφωνα με συμβόλαιο ή συμφωνία ή σύμβαση, όλα περνούν σ’ αυτούς. Αυτοί οι έμποροι ήρθαν στο βασίλειο με τριακόσιους ή περισσότερους άντρες, και βρήκαν τους κατοίκους, αγαθά πρόβατα, ακόμα πιο ειρηνικούς από όλα τ’ άλλα μέρη των Ινδιών, πριν από τις ζημιές των Ισπανών. Χτύπησαν αυτούς τους πληθυσμούς πιο άγρια, νομίζω, από όλους τους άλλους τύραννους που αναφέραμε, με περισσότερο παραλογισμό και μανία από τις πιο σκληρές τίγρεις, τα λυσσασμένα σκυλιά και τα λιοντάρια.
 
Την εποχή αυτή, οi Ινδιάνοι, εκτός από τις αναρίθμητες εξυπηρετήσεις που έκαναν στους κατακτητές, τους έδωσαν από δική τους θέληση, μεγάλη ποσότητα από χρυσάφι. Όταν τελικά οι τύραννοι θέλησαν να φύγουν, αποφάσισαν να πληρώσουν τα της διαμονής τους, με τον εξής τρόπο: O Γερμανός τύραννος, ο κυβερνήτης -κι όσο ξέρουμε, αιρετικός, γιατί δεν πήγαινε στη λειτουργία, ούτε άφηνε τους άλλους να πάνε και από άλλες ενδείξεις φαινόταν ότι ήταν λουθηριανός- διάταξε να αιχμαλωτιστούν όσο περισσότεροι Ινδιάνοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
 
Τους έκλεισε μέσα σε μεγάλη περιοχή με ένα περίβολο από όρθιους πάσσαλους που είχαν φτιάξει επίτηδες γι’ αυτούς, και τους έκανε γνωστό ότι εκείνος που θα ήθελε να βγει και να ελευθερωθεί, όφειλε θεληματικά να εξαγοραστεί από τον κυβερνήτη, δίνοντάς του τόσο χρυσάφι για τον ίδιο, τόσο, για τη γυναίκα του και τόσο για το κάθε παιδί του. Και για να τους πιέσει περισσότερο, διάταξε να μην τους δίνουν τίποτα να φάνε, ωσότου να φροντίσουν να έρθει το χρυσάφι που τους ζητούσε, σαν λύτρα. Πολλοί έστειλαν στα σπίτια τους να ζητήσουν χρυσάφι και πλήρωσαν τα λύτρα τους, όπως μπόρεσαν. Ελευθερώθηκαν και γύρισαν στις δουλειές τους και στα σπίτια τους, για να ετοιμάσουν το γεύμα τους.
 
Ο τύραννος έστελνε Ισπανούς κλέφτες και λεηλάτες να ξαναπιάνουν τους δυστυχισμένους Ινδιάνους που είχαν ήδη πληρώσει. Τους έφερναν στην περιοχή, τους βασάνιζαν με την πείνα και τη δίψα, ωσότου να πληρώσουν νέα λύτρα. Πολλοί Ινδιάνοι πιάστηκαν και δυο και τρεις φορές, και όφειλαν κάθε φορά να πληρώνουν λύτρα. Οι άλλοι που δεν μπορούσαν να το κάνουν ή που δεν είχαν τόσο χρυσάφι, γιατί έδωσαν, πια όλο το χρυσάφι που κατείχαν, τους άφησε στην περιοχή, ωσότου πέθαναν από την πείνα. Με την ενέργεια αυτή λεηλάτησε, εκμηδένισε, στέρησε μια πολύ πλούσια επαρχία σε κατοίκους και χρυσάφι -κατέχει μια κοιλάδα από σαράντα λεύγες- και έκαψε μια κωμόπολη από χίλια σπίτια.
 
Από τον καιρό που αυτοί οι τύραννοι μπήκαν στο βασίλειο μέχρι σήμερα, δηλαδή δεκαέξι χρόνια, έστειλαν πολλά πλοία γεμάτα Ινδιάνους στη Σάντα Μάρτα, στο νησί Εσπανιόλ, στη Ζαμάικα και στο νησί Σαν Ζουάν, για να πουληθούν σκλάβοι: Περισσότερους από ένα εκατομμύριο Ινδιάνους. Δεν υπάρχει άλλη αιτία για να υποπέσουν αυτοί οι Ινδιάνοι στη σκλαβιά, παρά η διεστραμμένη θέληση, η τυφλή και πεισματική, αυτών των άπληστων τύραννων και να ικανοποιηθεί η αχόρταγη απληστία τους. Όπως και όλοι οι άλλοι, και όπως πάντα σε ολόκληρες τις Ινδίες, άρπαξαν αυτά τα αρνιά και αυτά τα πρόβατα από τα σπίτια τους, πήραν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους με τρόπο σκληρό και απαίσιο, όπως ήδη αναφέραμε, και τους σημάδεψαν με σίδερο του βασιλιά, για να τους πουλήσουν σκλάβους.
 
Η Φλόριδα
 
Οι Ισπανοί είχαν μπει σ’ ένα χωριό, όπου οι Ινδιάνοι τους δέχτηκαν με χαρά. Τους έδωσαν να φάνε, ως που να χορτάσουν, και περισσότερους από εξακόσιους άντρες όρισαν στην υπηρεσία τους, για να κουβαλούν τα φορτία τους και να περιποιούνται τ’ άλογά τους. Ένας αρχηγός, που καταγόταν από τους τύραννους, συγγενής του μεγάλου τύραννου, ήρθε να λεηλατήσει όλο το χωριό, όπου οι κάτοικοι ένιωθαν ασφαλισμένοι. Με κονταριές σκότωσε τον άρχοντα και βασιλιά και έκανε και άλλες ωμότητες. Σε ένα άλλο μεγάλο χωριό επειδή τους φάνηκε ότι οι κάτοικοι ήταν κάπως επιφυλακτικοί -είχαν δα ακούσει να γίνεται λόγος σχετικά με τους Ισπανούς, για πράξεις αισχρές και φρικτές-, σκότωσαν με το σπαθί και με το κοντάρι μικρούς και μεγάλους, παιδιά και γέρους, υπηκόους και άρχοντες. Δεν άφησαν κανέναν.
 
Ο μέγας τύραννος κάλεσε ένα μεγάλο αριθμό Ινδούς, πάντως περισσότερους από διακόσιους, όπως λέγεται, από ένα κάποιο χωριό, και ήρθαν με τη θέλησή τους. Τους έκοψε τη μύτη, τα χείλη και το σαγόνι, δεν τους άφησε πια πρόσωπο. Σ’ αυτή την κατάσταση την αξιοθρήνητη, μέσα στον πόνο και την πίκρα, οι Ινδιάνοι όφειλαν, ενώ έχαναν το αίμα τους να πάνε, να φέρουν την είδηση για τις ωραίες πράξεις και τα θαύματα, ανθρώπων που είχαν βαφτιστεί, και που όφειλαν να είναι ιεροκήρυκες της αγίας καθολικής πίστης. Ας κρίνει τώρα κανείς σε τι κατάσταση θα βρέθηκαν οι Ινδιάνοι, τι αγάπη θα ήταν δυνατό να νιώσουν για τους χριστιανούς, και τι θα μπορούσαν να σκεφτούν για τον Θεό που οι χριστιανοί τον θεωρούν καλό και δίκαιο, για το νόμο και τη θρησκεία που ομολογούν και που υμνούν την αγνότητά της.

Το Ρίο ντε λα Πλάτα
 
Από τα 1522 ως τα 1523 οι αρχηγοί πήγανε τρεις ή τέσσερις φορές στο Ρίο ντε λα Πλάτα, όπου βρίσκονται μεγάλα βασίλεια και επαρχίες και λαοί με καλές διαθέσεις και πολύ λογικοί. Γενικά ξέρουμε ότι οι αρχηγοί έκαναν καταστροφές και σφαγές.
 
Ένας τύραννος κυβερνήτης είχε διατάξει σε ορισμένους από τους συντρόφους του να πάνε στα χωριά και να σκοτώσουν όλους τους Ινδιάνους, αν δεν τους έδιναν να φάνε. Οι αποσταλμένοι έφυγαν, ισχυροί μ’ αυτό το δικαίωμα. Και επειδή οι Ινδιάνοι, δεν ήθελαν τίποτα να τους δώσουν, μάλλον επειδή φοβούνταν να τους δουν, και για να τους αποφύγουν, παρά από έλλειψη γενναιοδωρίας, οι Ισπανοί πέρασαν από το σπαθί περισσότερα από πέντε χιλιάδες άτομα.
 
Σε άλλη περίπτωση, ορισμένοι ειρηνικοί Ινδιάνοι που οι Ισπανοί, χωρίς αμφιβολία, θα τους είχαν καλέσει να έρθουν σ’ αυτούς και να μπουν στην υπηρεσία τους, είτε γιατί δεν ήρθαν τόσο γρήγορα, είτε γιατί οι Ισπανοί, σύμφωνα με την αισχρή συνήθειά τους, θέλησαν να τους τρομοκρατήσουν, να τους φέρουν σε φρικτή αγωνία, ο διοικητής διάταξε να παραδώσουν όλους αυτούς τους Ινδιάνους σε άλλους Ινδιάνους που οι πρώτοι τους θεωρούσαν εχθρούς τους. Οι ειρηνικοί Ινδιάνοι έκλαιγαν και φώναζαν, ικετεύοντας τους Ισπανούς να τους σκοτώσουν οι ίδιοι, αλλά να μην τους παραδώσουν στους εχθρούς τους. Και επειδή, δεν ήθελαν να βγουν από το σπίτι όπου βρίσκονταν, τους κατακομμάτιασαν.
 
Επαρχίες του Περού
 
Στα 1531, ένας άλλος μεγάλος τύραννος πήγε, με μια συμμορία, στα βασίλεια του Περού. Μπήκε με τον ίδιο τίτλο, τον ίδιο σκοπό και τις ίδιες αρχές, όπως και οι προηγούμενοι. Ήταν ένας από τους περισσότερο εξασκημένους και επί μεγαλύτερον χρόνο, σ’ αυτές τις ωμότητες και τις καταστροφές που είχαν γίνει στη Μεγάλη Στεριά από τα 1510.
 
Οι Ισπανοί πήγανε στην επαρχία Τούμπαλα που βρίσκεται στη Μεγάλη Στεριά και σκότωσαν όσους μπόρεσαν. Και επειδή όλοι οι κάτοικοι έτρεχαν να σωθούν από τις φρικτές αισχρότητες, οι Ισπανοί έλεγαν ότι ξεσηκώθηκαν ενάντια στο βασιλιά και ότι ήταν στασιαστές. Ο τύραννος αυτός ήταν επιτήδειος. Σ’ αυτούς από τους οποίους ζητούσε, και στους άλλους που έρχονταν να του προσφέρουν χρυσάφι, ασήμι ή ό,τι άλλο είχαν, έλεγε να του φέρουν περισσότερα. Όταν, τέλος, έβλεπε ότι τίποτα πια δεν είχαν ή τίποτα δεν έφερναν, έλεγε ότι θα τους δεχτεί σαν υποτελείς των βασιλιάδων της Ισπανίας.
 
Γίνονταν οι εναγκαλισμοί, δυο σάλπιγγες ηχούσαν και τους έκαναν γνωστό ότι στο εξής δεν θα τους έπαιρναν πια τίποτα, δεν θα τους έκαναν τίποτα κακό. Θεωρούσε θεμιτό ότι τους έκλεβε ή ότι οι Ινδιάνοι του έδιναν, από φόβο για τις αισχρότητες που άκουσαν απ’ αυτόν, πριν μπουν κάτω από τη βασιλική προστασία. Σαν τάχα, αφού μπήκαν κάτω από τη βασιλική προστασία, να μην ήταν και πάλι τυραννούμενοι, λεηλατημένοι, αποδεκατισμένοι, κατεστραμμένοι, και σαν ο τύραννος να μην τους είχε έτσι μεταχειριστεί.
 
Μερικές μέρες αργότερα, έφτασε ο γενικός βασιλιάς και αυτοκράτορας σ’ αυτά τα βασίλεια που ονομαζόταν Αταχουάλπα. Την ακολουθία του την αποτελούσαν άνθρωποι γυμνοί, με κάτι όπλα για γέλια. Δεν γνώριζε ότι τα σπαθιά κόβουν, τα δόρατα πληγώνουν, τα άλογα τρέχουν, ούτε ποιοι ήταν οι Ισπανοί -μα αυτοί οι Ισπανοί, θα τα έβαζαν και με τους δαίμονες αν ήξεραν ότι κατέχουν χρυσάφι, για να τους το κλέψουν. Ο Αταχουάλπα έφτασε στη μεριά όπου βρίσκονταν οι Ισπανοί και είπε: «Πού είναι οι Ισπανοί; Να παρουσιαστούν! Δεν θα το κουνήσω από δω, αν δεν με αποζημιώσουν για τους υπηκόους που μου σκότωσαν, για τα χωριά που μου κατάστρεψαν, και για τα πλούτη που μου έκλεψαν».
 
Χύθηκαν σι Ισπανοί, σκότωσαν πολλούς από τους συντρόφους του, έπιασαν και τον ίδιο ενώ βρισκόταν στο φορείο του, και όταν τον φυλάκισαν, του ζήτησαν λύτρα. Υποσχέθηκε να δώσει τέσσερα εκατομμύρια καστιλλάν, έδωσε δεκαπέντε και οι Ισπανοί υποσχέθηκαν να τον ελευθερώσουν. Αλλά τελικά, χωρίς να σεβαστούν τα λόγια τους, ούτε την αλήθεια -στις Ινδίες δεν τα σεβάστηκαν ποτέ, σχετικά με τους Ινδιάνους- οι Ισπανοί τον καταδίκασαν να καεί ζωντανός. Αλλά μετά μερικοί ζήτησαν από τον αρχηγό, να τον στραγγαλίσουν. Κι έτσι πρώτα στραγγαλίστηκε και μετά κάηκε.
 
Σε δέκα χρόνια, οι Ισπανοί σκότωσαν σ’ αυτά τα βασίλεια περισσότερες από τέσσερα εκατομμύρια ψυχές, και εξακολουθούν να σκοτώνουν. Είναι μερικές μέρες, μια μεγάλη βασίλισσα την έκαναν να υποφέρει με καλάμια πελεκημένα, και την σκότωσαν. Ήταν η σύζυγος του Ελίνγκ που είχε γίνει βασιλιάς, σ’ αυτά τα βασίλεια. Οι χριστιανοί θέλησαν να τον πάρουν. Με τις τυραννίες τους, τον ανάγκασαν να ξεσηκωθεί και έμεινε επαναστατημένος. Πήραν τη βασίλισσα, τη γυναίκα του, και ενάντια σε κάθε δικαιοσύνη και κάθε λογική, την σκότωσαν -λέγεται μάλιστα ότι ήταν έγκυος- μόνο και μόνο για να κάνουν το σύζυγό της να υποφέρει.
 
Το νέο βασίλειο της Γρενάδας
 
Ένας διοικητής που δεν θέλησε να δεχτεί έναν άντρα που έκλεβε και σκότωνε στο νέο βασίλειο της Γρενάδας, για να μπορεί ο ίδιος να κλέβει και να σκοτώνει, έκανε κατάθεση εναντίον του, έφερε μάρτυρες πολλούς, για τις καταστροφές, τις καταχρήσεις και τους φόνους που έκανε και εξακολουθεί να κάνει. Η κατάθεση αυτή διαβάστηκε στο Συμβούλιο των Ινδιών, όπου βρίσκεται.
 
Στην κατάθεση αυτή, οι μάρτυρες δηλώνουν τα εξής: Όλο το βασίλειο ζούσε ειρηνικά και εξυπηρετούσε τους Ισπανούς. Ολοένα εργάζονταν οι Ινδιάνοι για να τους δίνουν να τρώνε, καλλιεργούσαν τη γη τους, ασχολούνταν και στις ιδιοκτησίες τους. Τους έφερναν πολύ χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, σμαράγδια, και ότι είχανε και ό,τι μπορούσαν να δώσουν. Οι Ισπανοί είχαν μοιραστεί τους άρχοντες και τους κατοίκους των χωριών -είναι ο τρόπος που μεταχειρίζονται για να φτάσουν στον τελικό σκοπό που είναι το χρυσάφι- και τους είχαν όλους υποτάξει στην τυραννία και στη συνηθισμένη σκλαβιά.
 
Τότε ήταν που ο τύραννος, κύριος αρχηγός που διοικούσε όλη τη χώρα, πήρε τον άρχοντα και βασιλιά από όλο αυτό το βασίλειο και τον κράτησε έξι ή επτά μήνες αιχμάλωτο, για να του ζητήσει χρυσάφι και σμαράγδια, χωρίς άλλη αιτία και χωρίς κανένα δικαίωμα. Αυτός ο βασιλιάς που ονομαζόταν Μπογκοτά τρομοκρατήθηκε και είπε ότι θα έδινε ένα σπίτι από χρυσάφι που του ζητούσαν, ελπίζοντας ότι θα ξεφύγει από τα χέρια αυτού που τον τυραννούσε. Έστειλε Ινδούς να ζητήσουν χρυσάφι, κι αυτοί του έφεραν πάλι και πάλι, μια μεγάλη ποσότητα χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες.
 
Μα επειδή δεν έδινε το χρυσό σπίτι, οι Ισπανοί έλεγαν ότι πρέπει να τον σκοτώσουν αφού δεν κρατούσε την υπόσχεσή του. Ο τύραννος είπε ότι θα έπρεπε να τον δικάσουν μπροστά του. Κι έτσι οι Ισπανοί έκαναν την αγωγή ενάντια στο βασιλιά. Ο τύραννος καταδίκασε το βασιλιά να βασανιστεί, αν δεν θα έδινε το χρυσό σπίτι. Κι αφού τον βασάνιζαν με το σκοινί, του έριχναν στην κοιλιά του ζεματιστό πάχος. Έπειτα στο κάθε πόδι του έβαλαν ένα πέταλο αλόγου που το στερέωσαν σ’ ένα ραβδί, και ένα άλλο ραβδί το έδεσαν στον λαιμό του. Δυο άντρες του κρατούσαν τα χέρια και έβαλαν φωτιά στα πόδια του. Από καιρού σε καιρό ερχόταν ο τύραννος και του έλεγε ότι θα τον σκότωνε λίγο-λίγο, βασανίζοντάς τον, εάν δεν θα του έδινε το χρυσάφι. Ο τύραννος κράτησε τον λόγο του, βασάνισε τον βασιλιά μέχρι τον θάνατο.
 
Από φόβο για τις νέες ωμότητες στους Ινδιάνους από έναν απ’ αυτούς τους τύραννους, ένας μεγάλος άρχοντας που ονομαζόταν Ντεταμά, και μεγάλο μέρος από τον λαό του καταφύγανε στα δάση, για να ξεφύγουν μια τέτοια απανθρωπιά. Τα δάση -όταν υπάρχουν- είναι πραγματικά η προσφυγή και το καταφύγιο των Ινδιάνων, και είναι αυτό που οι Ισπανοί ονομάζουν ξεσηκωμό και στάση. Όταν ο αρχηγός, ο προϊστάμενος τύραννος, το έμαθε, έστειλε ένα στράτευμα στον σκληρό άνθρωπο -σ’ αυτόν που η αγριότητα είχε σπρώξει τους ειρηνικούς Ινδιάνους που υποφέρανε από την τυραννία και την ωμότητα, να καταφύγουν στα δάση. Κι αυτός πήγε να βρει τους Ινδιάνους.
 
Κι αφού δεν ήταν δυνατό να κρυφτούν στα σπλάχνα της γης, οι Ισπανοί βρήκαν αρκετούς, ανθρώπους. Τους σκότωσαν, και κατακομμάτιασαν περισσότερους από πεντακόσιους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί δεν έκαναν χάρη σε κανέναν. Οι μάρτυρες λένε επίσης, ότι ο ίδιος ο άρχοντας Ντεταμά, πριν τον σκοτώσουν, πήγε να δει αυτόν τον σκληρό άνθρωπο και του έφερε τέσσερις ή πέντε χιλιάδες καστιλλάν. Και όμως τον έσφαξαν, όπως το είπα. Μιαν άλλη φορά, πολλοί Ινδιάνοι ήρθαν να εξυπηρετήσουν τους Ισπανούς, με τη συνηθισμένη τους ταπεινότητα και απλότητα. Νόμιζαν ότι, ήταν ασφαλείς όταν, μια νύχτα, έφτασε ο αρχηγός στην πόλη όπου υπηρετούσαν οι Ινδιάνοι και διάταξε να τους περάσουν όλους από το σπαθί, την ώρα που θα κοιμούνται, που θα τρώνε ή που θα αναπαύονται από τις δουλειές της ημέρας. Το έκανε αυτό, νόμισε σωστά να γίνει αυτή η σφαγή, για να τρομοκρατήσει όλους τους κατοίκους της χώρας.
 
Μιαν άλλη φορά, οι Ινδιάνοι μιας επαρχίας σ’ αυτό το βασίλειο, όταν είδαν ότι οι Ισπανοί είχαν κάψει τρεις ή τέσσερις μεγάλους άρχοντες, φοβήθηκαν και καταφύγανε σ’ έναν βράχο για να αμυνθούν από αυτούς τους εχθρούς που τους έλειπαν τα ανθρώπινα σπλάχνα. Κατά τους μάρτυρες, πάνω σ’ αυτόν το βράχο υπήρχαν τέσσερις ως πέντε χιλιάδες Ινδιάνοι. Ο αρχηγός, έστειλε έναν μεγάλο και ονομαστό τύραννο με Ισπανούς, για να τιμωρήσει τους Ινδιάνους, που τάχα είχαν ξεσηκωθεί, ενώ ήθελαν να ξεφύγουν έναν τόσο μεγάλο όλεθρο και τη σφαγή, σαν να είχαν κάνει κάποιο αδίκημα.
 
Σαν να ανήκει στους Ισπανούς το να τιμωρούν και το να εκδικούνται. Ενώ στους ίδιους θα ταίριαζαν τα πιο σκληρά βασανιστήρια, σαν αυτά που επιβάλλουν χωρίς έλεος σ’ αυτούς τους αθώους, γιατί τόσο μακριά βρίσκονται από τον οίκτο. Και όταν οι Ισπανοί έφτασαν στο βράχο σκαρφάλωσαν μια χαρά, αφού οι Ινδιάνοι ήταν γυμνοί και χωρίς όπλα. Καλούν τους Ινδιάνους για ειρήνη, τους βεβαιώνουν ότι δεν θα τους γίνει τίποτα κακό, τους ζητούν να μην πολεμήσουν. Και οι Ινδιάνοι παύουν τον αγώνα.
 
Ο άνθρωπος ο τόσο σκληρός διατάζει τους Ισπανούς να καταλάβουν όλες τις αμυντικές μεριές τους βράχου, και όταν τις πάρουν, να χτυπήσουν τους Ινδιάνους. Οι τίγρεις και τα λιοντάρια πέφτουν πάνω στα αθώα πρόβατα. Τους ξεκοιλιάζουν, τους περνούν από το σπαθί, μα είναι πολλοί, και πρέπει οι Ισπανοί να σταματήσουν για να ξεκουραστούν, τόσους που σκότωσαν. Μετά από μικρή ανάπαυση ο αρχηγός διάταξε να σκοτώνουν και να ρίχνουν ψηλά από το βράχο, που είχε μέγα ύψος, όλους που είχαν επιζήσει. Και έτσι έκαναν. Οι μάρτυρες λένε ότι έβλεπαν να εκμηδενίζονται ομάδες από επτακόσιους Ινδιάνους που τους έριχναν όλους μαζί από το ύψος του βράχου.
 
Και για να αποτελειώσουν τη μεγάλη τους αγριότητα οι Ισπανοί αναζήτησαν όλους τους Ινδιάνους που ήταν κρυμμένοι μέσα στα χόρτα. Ο αρχηγός διάταξε να τους σκοτώνουν με ρομφαία. Και αφού πέθαιναν, τους έριχναν από τον βράχο. Αλλά αυτός ο τύραννος δεν θέλησε να μείνει ευχαριστημένος από τις αγριότητες που αναφέραμε, θέλησε να διαπρέψει ακόμα περισσότερο και να αυξήσει τη φρίκη των αμαρτημάτων του. Διάταξε, όλοι οι Ινδιάνοι και οι Ινδιάνες που οι Ισπανοί τους είχαν πιάσει ζωντανούς για λογαριασμό δικό τους -πραγματικά, ο καθένας, κατά τις σφαγές, διαλέγει κατά συνήθεια, μερικούς Ινδιάνους, άντρες, γυναίκες και νεαρούς για την υπηρεσία του- να τους βάλουν σε σπίτι από άχυρο, αφού ο ίδιος διάλεξε και έβαλε κατά μέρος αυτούς που του φαίνονταν να του ταιριάζουν καλύτερα για να τον εξυπηρετούν.
 
Οι Ισπανοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι και έκαψαν ζωντανούς σαράντα ως πενήντα Ινδιάνους. Άλλοι ρίχτηκαν στα άγρια σκυλιά που τους κατακομμάτιασαν και τους έφαγαν. Μιαν άλλη φορά, αυτός ο ίδιος τύραννος πήγε σ’ ένα κάποιο χωριό που ονομαζόταν Κότα και αιχμαλώτισε πολλούς Ινδιάνους. Δεκαπέντε ως είκοσι άρχοντες και αρχηγούς τους κατασπάραξαν τα σκυλιά. Έκοψε πολλά χέρια από γυναίκες και άντρες, τα έδεσε με σκοινί και το κρέμασε κατά μήκος ενός ραβδιού, για να βλέπουν οι άλλοι Ινδιάνοι τι είχε κάνει. Ήταν εβδομήντα ζευγάρια χεριών. Και ακόμα από πολλές γυναίκες και παιδιά έκοψε τη μύτη.
 
Αποικιοκρατία σημαίνει αιώνια καθυστέρηση
 
Όπως επισημαίνει ο Εδουάρδος Γκαλεάνο, με το χρυσάφι και το ασήμι, αργότερα και τη ζάχαρη, τα οποία διοχετεύονταν στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, δημιουργήθηκε μεγάλη συσσώρευση αγαθών και κεφαλαίων, αναπτύχθηκε το εμπόριο και εδραιώθηκε η κυριαρχία των Δυτικών σε όλη τη γη. Ταυτόχρονα, οι μητροπόλεις αποκόμιζαν μεγάλα κέρδη από το εμπόριο των σκλάβων και από την καταναγκαστική χωρίς πληρωμή εργασία των δούλων στα ορυχεία και τις φυτείες. Η λεηλασία του φυσικού πλούτου και η απεριόριστη εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας δημιούργησαν τις υλικές προϋποθέσεις για το καπιταλιστικό «θαύμα».
 
Ο Ερνέστος Μαντέλ υπολόγισε ότι η αξία του πλούτου που συσσωρεύτηκε από τη λεηλασία, ξεπερνούσε το σύνολο του κεφαλαίου που επενδύθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης.
 
Σήμερα, είναι κοινός τόπος ότι οι Ευρωπαίοι (γιατί μετά τους Ισπανούς, ακολούθησαν Πορτογάλοι, Γάλλοι, Βρετανοί, Ολλανδοί και λοιποί χριστιανοί εκπολιτιστές), λεηλατώντας το φυσικό πλούτο, καταστρέφοντας τους εντόπιους πολιτισμούς, εξολοθρεύοντας καθ’ ολοκληρίαν τους ιθαγενείς πληθυσμούς και εξαφανίζοντας όλη την αφρόκρεμα των αρχόντων ηγετών και των προικισμένων διανοητών μιας ολόκληρης ηπείρου που περιλάμβανε αρχιτέκτονες, μηχανικούς, αστρονόμους, ζωγράφους, θεραπευτές κ.λπ., επί τετρακόσια χρόνια, υπονόμευσαν το μέλλον των πληθυσμών που επέζησαν και των απογόνων τους, καταδικάζοντάς τους σε μια απροσδιορίστου χρόνου στέρηση και καθυστέρηση, που είναι αισθητή μέχρι τις μέρες μας.
 
Σήμερα οι λευκοί Αμερικανοί συνεχίζουν την ίδια πολιτική οικειοποίησης του φυσικού πλούτου της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής κι αφανισμού του εκλεκτότερου ανθρώπινου δυναμικού της με δολοφονίες και εξαφανίσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε Αργεντινή, Χιλή, Γουατεμάλα, Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Βολιβία κ.λπ.
 
Το «θαύμα» του καπιταλισμού τρέφεται, ανέκαθεν, από την βία και την λεηλασία.
 
Δυστυχώς η βία, ο σαδισμός και η πανούκλα είναι έμφυτα χαρακτηριστικά των χριστιανών κι όποιος φαντασιώνεται ότι η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική ή την οικονομία είναι μακριά νυχτωμένος. Τον όποιο πρωτόγονο «πολιτισμό» κοκορεύεται με απύθμενη εγωπάθεια το σύγχρονο ανθρώπινο χριστιανικό ζώο των τσιμεντουπόλεων, ότι διαθέτει, αυτός ο «πολιτισμός» έχει σαν βάση ανθρώπινα κόκκαλα κι αίμα. Αίμα που ρέει σαν ποτάμι και θα πνίξει μέσα του, ανθρωποειδείς ή μη.

Η ΝΕΜΕΣΙΣ ακολουθεί την ΥΒΡΙΝ πάντοτε
 
Η Υβρις ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Όταν κάποιος, υπερεκτιμώντας τις ικανότητες και την δύναμή του (θρησκευτική, σωματική, αλλά κυρίως πολιτική, στρατιωτική, οικονομική), συμπεριφερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο -που επέβαλλαν όρια στην ανθρώπινη δράση- θεωρούνταν ότι διέπραττε «ὕβριν» δηλ. παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους. Με απλά λόγια σαδιστικούς φόνους κι εκτρωματικές συμπεριφορές επιτρέπονται μονάχα στους Θεούς κι όχι στα πρόβατα που έχουν στο μαντρί τους.
 
Η βίαια, αυθάδης κι αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των Θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «ὑβριστοῦ» (ὕβρις > ὑβρίζω > ὑβριστής).
 
Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβριν και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὕβρις» συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των Θεών και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἄτην» δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν» δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του. Από την κλασική εποχή και μετά, σε πολλές περιπτώσεις οι έννοιες Άτη, Δίκη και Νέμεσις φαίνεται να αποκτούν στη συνείδηση των ανθρώπων ισοδύναμη σημασία, αυτήν της Θείας τιμωρίας.
 
Ελάχιστα γνωρίζουμε για την Νέμεσι, αυτή την αρχαιότατη θεότητα, που προσδιορίζεται άλλοτε ως Ιχναίη, άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Με τον καιρό απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία κι όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί. Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεσι» εννοούμε την Θεία Δίκη. Ήταν η Νύχτα σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου και τον Παυσανία, που δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεσι, για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες υποθέσεις. Στα Διονυσιακά του Νόννου έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεσι κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος την περιγράφει ως δημιούργημα του Ερέβους και της Νύχτας.
 
Η ανθρωπόμαζα προσκυνάει τους Θεούς και ειδικά τους εβραϊκούς θεούς της ερήμου (από Αβραάμ μέχρι Χριστό και την πόρνη της Βαβυλώνας Παναγία και τα υπόλοιπα κατακάθια) κι εμείς τους έχουμε σκλάβους και τους στέλνουμε για θελήματα, όσο τους διατηρούμε εν ζωή. Άλλωστε είναι γνωστό ότι 72 κατασκευαστές θρησκειών προτιμούν την χριστιανική πανούκλα. Να ‘στε καλά που υπάρχετε κι ακονίζουμε τα νύχια μας!
 
Ήδη η πανούκλα των χριστιανών νοιώθει στον σβέρκο της την αύρα της ΝΕΜΕΣΙΣ
… κι όλοι μαζί τουρλουμπούκι στο μαντρί του Δημιουργού – Θεού και των υποτελών του.
 
Να επαναλάβω για πολλοστή φορά ότι ο Αρειος Άνθρωπος, ο Κατεργάρης είναι ΘΕΟΚΤΟΝΟΣ