Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1452-1492)

ταυτὶ δι᾽ ὑμᾶς, ὦ Νεφέλαι, πέπονθ᾽ ἐγώ,
ὑμῖν ἀναθεὶς ἅπαντα τἀμὰ πράγματα.
ΧΟ. αὐτὸς μὲν οὖν σαυτῷ σὺ τούτων αἴτιος,
1455 στρέψας σεαυτὸν εἰς πονηρὰ πράγματα.
ΣΤ. τί δῆτα ταῦτ᾽ οὔ μοι τότ᾽ ἠγορεύετε,
ἀλλ᾽ ἄνδρ᾽ ἄγροικον καὶ γέροντ᾽ ἐπῄρετε;
ΧΟ. ἡμεῖς ποιοῦμεν ταῦθ᾽ ἑκάστοθ᾽, ὅταν τινὰ
γνῶμεν πονηρῶν ὄντ᾽ ἐραστὴν πραγμάτων,
1460 ἕως ἂν αὐτὸν ἐμβάλωμεν εἰς κακόν,
ὅπως ἂν εἰδῇ τοὺς θεοὺς δεδοικέναι.
ΣΤ. ὤμοι, πονηρά γ᾽, ὦ Νεφέλαι, δίκαια δέ·
οὐ γάρ με χρῆν τὰ χρήμαθ᾽ ἁδανεισάμην
ἀποστερεῖν. νῦν οὖν ὅπως, ὦ φίλτατε,
1465 τὸν Χαιρεφῶντα τὸν μιαρὸν καὶ Σωκράτη
ἀπολεῖς μετ᾽ ἐμοῦ ᾽λθών, οἳ σὲ κἄμ᾽ ἐξηπάτων.
ΦΕ. ἀλλ᾽ οὐκ ἂν ἀδικήσαιμι τοὺς διδασκάλους.
ΣΤ. ναὶ ναί, καταιδέσθητι πατρῷον Δία.
ΦΕ. ἰδού γε Δία πατρῷον· ὡς ἀρχαῖος εἶ.
1470 Ζεὺς γάρ τις ἔστιν; ΣΤ. ἔστιν. ΦΕ. οὐκ ἔστ᾽, οὔκ, ἐπεὶ
Δῖνος βασιλεύει τὸν Δί᾽ ἐξεληλακώς.
ΣΤ. οὐκ ἐξελήλακ᾽, ἀλλ᾽ ἐγὼ τοῦτ᾽ ᾠόμην
διὰ τουτονὶ τὸν Δῖνον. οἴμοι δείλαιος,
ὅτε καὶ σὲ χυτρεοῦν ὄντα θεὸν ἡγησάμην.
1475 ΦΕ. ἐνταῦθα σαυτῷ παραφρόνει καὶ φληνάφα.
ΣΤ. οἴμοι παρανοίας· ὡς ἐμαινόμην ἄρα,
ὅτ᾽ ἐξέβαλλον τοὺς θεοὺς διὰ Σωκράτη.
ἀλλ᾽, ὦ φίλ᾽ Ἑρμῆ, μηδαμῶς θύμαινέ μοι
μηδέ μ᾽ ἐπιτρίψῃς, ἀλλὰ συγγνώμην ἔχε
1480 ἐμοῦ παρανοήσαντος ἀδολεσχίᾳ·
καί μοι γενοῦ ξύμβουλος, εἴτ᾽ αὐτοὺς γραφὴν
διωκάθω γραψάμενος, εἴθ᾽ ὅ τι σοι δοκεῖ.
ὀρθῶς παραινεῖς οὐκ ἐῶν δικορραφεῖν,
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστ᾽ ἐμπιμπράναι τὴν οἰκίαν
1485 τῶν ἀδολεσχῶν. δεῦρο, δεῦρ᾽, ὦ Ξανθία,
κλίμακα λαβὼν ἔξελθε καὶ σμινύην φέρων,
κἄπειτ᾽ ἐπαναβὰς ἐπὶ τὸ φροντιστήριον
τὸ τέγος κατάσκαπτ᾽, εἰ φιλεῖς τὸν δεσπότην,
ἕως ἂν αὐτοῖς ἐμβάλῃς τὴν οἰκίαν·
1490 ἐμοὶ δὲ δᾷδ᾽ ἐνεγκάτω τις ἡμμένην,
κἀγώ τιν᾽ αὐτῶν τήμερον δοῦναι δίκην
ἐμοὶ ποήσω, κεἰ σφόδρ᾽ εἴσ᾽ ἀλαζόνες.

***
Ο Στρεψιάδης, αφού έμεινε για λίγο συλλογισμένος, γυρίζει στις Νεφέλες και τους λέει:Για σας, Νεφέλες, τα ᾽παθα εγώ τούτα,
που κρέμασα από σας την τύχη μου όλη.
ΚΟΡ. Δε φταίμε εμείς, εσύ ᾽σαι ο μόνος αίτιος,
που ρίχτηκες σε πράματα όχι τίμια.
ΣΤΡ. Γιατί δε μου το λέγατε όμως τότε,
κι αφήσατε ένα γέρο, ένα χωριάτη
να πάρει ο νους του αέρα; ΚΟΡ. Πάντοτ᾽ έτσι
κάνουμ᾽ εμείς, σα βλέπουμε κανένα
που οι άτιμες δουλειές τ᾽ αρέσουν, ώσπου
1460 σε συμφορά να πέσει και να μάθει
να ᾽χει των θεών το φόβο. ΣΤΡ. Αλίμονό μου·
κακό είν᾽ αυτό, Νεφέλες, μα είναι δίκιο·
λεφτά που τα ᾽χα πάρει δανεικά
δεν έπρεπε να θέλω να τα φάω.
Στο Φειδιππίδη.
Και τώρα να εξοντώσουμε έλα, γιε μου,
αυτόν το σιχαμένο Χαιρεφώντα
και το Σωκράτη, που έτσι μας γελούσαν.
ΦΕΙ. Κακό δεν κάνω στους δασκάλους μου, όχι.
ΣΤΡ. Τον πατρικό σεβάσου Δία και κάν᾽ το.
ΦΕΙ. Δία πατρικό! Τί παλαιικές ιδέες!
1470 Μα υπάρχει Δίας; ΣΤΡ. Υπάρχει. ΦΕΙ. Δεν υπάρχει·
ο Ρούφουλας του Δία το θρόνο πήρε.
ΣΤΡ. Δεν του τον πήρε, αυτό το ρουφογυάλι
μ᾽ έκαμε και το πίστεψα.
Παίρνει ένα ποτήρι, που ήταν πλάι στην εκεί κοντά στημένη στήλη του Ερμή, το δείχνει στους θεατές κι έπειτα απευθύνεται σ᾽ αυτό.
Αχ ο δόλιος·
κι εσένα, τον πηλό, για θεό σε πήρα.
ΦΕΙ. Φλυαρίες και τρέλες· άκου τες μονάχος.
Φεύγει.
ΣΤΡ. Βλακεία κι αυτή! Τρελάθηκα, ν᾽ αρνιέμαι
τους θεούς για το χατίρι του Σωκράτη.
Γυρίζει προς τη στήλη του Ερμή.
Αγαπητέ μου Ερμή, μη μου θυμώνεις,
συμπάθα με και μη με καταστρέφεις,
1480 αν έχασα το νου μου απ᾽ τις παλάβρες·
δέξου να γίνεις συμβουλάτοράς μου·
να τους μηνύσω ή τί σου αρέσει; Πες μου.
Κολλά το αφτί του στο στόμα του Ερμή και κάνει πως ακούει.
Σωστά μου λες, να μην αρχίσω δίκες
παρά στο σπίτι αυτών των φαφλατάδων
φωτιά να βάλω ευθύς. (Φωνάζει.) Ξανθία, Ξανθία,
πάρε μια σκάλα και μια τσάπα κι έλα
εδώ έξω. Στη σκεπή του ερευνητήριου,
αν αγαπάς το αφεντικό σου, ανέβα
και βάρα με την τσάπα, ώσπου το σπίτι
να σωριαστεί και πάνω τους να πέσει.
Ο δούλος, που βγήκε από το σπίτι, αρχίζει την εκτέλεση της διαταγής.
1490 Σ᾽ εμένα ένα δαδί αναμμένο φέρτε·
μ᾽ όλη την ξιπασιά τους, από μένα
θα βρουν την τιμωρία τους· τώρα κιόλας.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΚΟΥΔΑ

ΑΡΚΟΥΔΑ
σύζυγος του Κέφαλου (γυναίκα)
 
Πρόκειται για τη δεύτερη σύζυγο του Κέφαλου, το ζώο αρκούδα που μεταμορφώθηκε σε γυναίκα, όταν έμεινε έγκυος από εκείνον.
 
Ο Κέφαλος ήταν γιος του βασιλιά της Φωκίδας Δηιώνα και της Διομήδης, κόρης του Ξούθου. Παντρεύτηκε την Πρόκριδα, κόρη του βασιλιά των Αθηνών Ερεχθέα και της Πραξιθέας. Το ζευγάρι δέθηκε με αμοιβαίους όρκους αγάπης και με την υπόσχεση ότι δεν θα δένονταν ερωτικά με άλλους συντρόφους. Την υπόσχεση έσπασαν διαδοχικά και οι δυο, πρώτα η Πρόκριδα, μετά ο Κέφαλος.
Και οι δυο τους αγαπούσαν το κυνήγι, κυρίως ο Κέφαλος, και σύχναζαν στις πλαγιές του Υμηττού. Εκεί τον είδε η Ηώ και τον ερωτεύτηκε. Προσπάθησε να τον αποπλανήσει αλλά εκείνος, πιστός στον όρκο του στην Πρόκριδα, αρνιόταν. Τότε η θεά τον άρπαξε και τον έφερε στη Συρία. Αλλά και πάλι ο Κέφαλος αρνιόταν κάθε επαφή μαζί της. Τότε η Ηώ του πρότεινε να δοκιμάσει την πίστη της γυναίκας του, και αν εκείνη δειχνόταν άπιστη, τότε ο Κέφαλος θα αποδεσμευόταν από τους όρκους του. Το «παιχνίδι» της δοκιμασίας προέβλεπε μακρόχρονη απουσία του Κέφαλου -οκτώ χρόνια. Ύστερα, με τη βοήθεια της Ηώς πήρε τη μορφή ενός ξένου, του Πτελέοντα, και εμφανίστηκε στη γυναίκα του προσφέροντάς της δώρα από χρυσό. Τα πολλαπλασίασε, όταν η Πρόκριδα αρνήθηκε και πρόσθεσε και ένα χρυσό στεφάνι. Δελεασμένη η γυναίκα, τον δέχθηκε στο δωμάτιό της, όπου και της αποκαλύφθηκε ο Κέφαλος, την κατηγόρησε για απιστία και την εγκατέλειψε για την Ηώ. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Φαέθων. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, η Πρόκριδα πραγματικά κοιμήθηκε με τον Πτελέοντα και ο Κέφαλος τους έπιασε επ' αυτοφώρω. Όπως και να έγινε, η Πρόκριδα ξενιτεύτηκε, πήγε στην Κρήτη, στον βασιλιά Μίνωα. Η ιστορία της εδώ εμπλέκεται με την ατεκνία του Μίνωα, με ένα μάλλον αφροδίσιο νόσημα από το οποίο υπέφερε ο βασιλιάς και με την επιθυμία του να ενωθεί με την Αθηναία πριγκίπισσα. Πιο συγκεκριμένα:
 
Στην αρχή της βασιλείας του ο Μίνωας δεν έκαμνε παιδιά· από το σώμα του έβγαιναν ερπετά που έτρωγαν τα σπλάχνα κάθε γυναίκας που ξάπλωνε μαζί του. Μόνο η γυναίκα του Πασιφάη δεν έπαθε τίποτε, γιατί ήταν κόρη του Ήλιου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η Πασιφάη του έκανε μάγια, γιατί ο Μίνωας είχε πολλές ερωμένες. Έτσι, οι γυναίκες που πήγαιναν μαζί του τις καταβρόχθιζαν σκορπιοί και φίδια που έβγαιναν από το σώμα του. Όταν ο Μίνωας θέλησε την Πρόκριδα, εκείνη δέχτηκε να πάει μαζί του με αντάλλαγμα ένα κοντάρι που δεν έχανε ποτέ τον στόχο κι ένα σκύλο που δεν του ξέφευγε αγρίμι. Ήταν ο Λαίλαπας, δημιούργημα του Ήφαιστου, δώρο του Δία στην Ευρώπη που το κληροδότησε στον Μίνωα. Ύστερα η Πρόκρις τον θεράπεψε με ένα βότανο, το λεγόμενο «ρίζα της Κίρκης». Άλλες μαρτυρίες θέλουν την Πρόκριδα να χρησιμοποιεί δέρμα ή κύστη από αίγα, με το οποία έφτιαξε μια κύστη που την έβαλε στον κόλπο μιας γυναίκας και την προφύλαξε, καθώς φίδια και άλλα ερπετά κρατήθηκαν εκεί και δεν διαχύθηκαν στον οργανισμό της. Έτσι κοιμήθηκαν μαζί. Επειδή όμως η Πρόκρις φοβόταν τη νόμιμη γυναίκα του Μίνωα, την Πασιφάη, επέστρεψε στον Θορικό. Ήταν η σειρά της να δοκιμάσει τον Κέφαλο. Μεταμφιέστηκε σε έφηβο και άρχισε να συχνάζει σαν κυνηγός στα μέρη που κυνηγούσε και ο Κέφαλος στον Υμηττό. Το αλάθευτο κοντάρι της και ο σκύλος της, από τον οποίο δεν ξέφευγε κανένα θήραμα της επέτρεπαν να έχει πάντα ένα αποτελεσματικό κυνήγι σε αντίθεση με τον Κέφαλο που τον έδερνε η ατυχία. Θέλησε, λοιπόν, να αποκτήσει τα μέσα με τα οποία ο νεαρός έφηβος εξασφάλιζε την επιτυχία του στο κυνήγι, αλλά εκείνος του ζήτησε να σμίξουν μαζί. Τα κέρδη που θα προέκυπταν από τον σκύλο και το κοντάρι έκαμψαν τους δισταγμούς του Κέφαλου. Όταν όμως βρέθηκαν μαζί, αποκαλύφθηκε η πραγματική ταυτότητα του μεταμφιεσμένου έφηβου. Και η Πρόκριδα κατηγόρησε τον Κέφαλο για τη δική του απιστία που ήταν μεγαλύτερη και αισχρότερη από τη δική της. Ωστόσο, επήλθε συμφιλίωση μεταξύ τους. Πολύ περισσότερο τώρα, έχοντας τα πολύτιμα δώρα της Πρόκριδας, έβγαινε ο Κέφαλος στο κυνήγι, σπάνια με την Πρόκριδα που επίσης ήταν καλή κυνηγός, συχνότερα μόνος. Και επειδή η Πρόκριδα υποψιάστηκε την ύπαρξη άλλης γυναίκας, ζήτησε από έναν υπηρέτη του άνδρα της να της πει πού πήγαινε κα τι έκαμνε. Και ο υπηρέτης φανέρωσε ότι ο Κέφαλος ανέβαινε στην κορυφή του βουνού και φώναζε ὦ νεφέλη, παραγενοῦ, που σημαίνει σύννεφο έλα. Νομίζοντας η Πρόκριδα ότι επρόκειτο για γυναίκα με το όνομα «Νεφέλη», θέλησε να τη δει. Γι' αυτό, την επομένη, ακολούθησε κρυφά τον Κέφαλο, κι όταν εκείνος φώναξε το σύννεφο, η Πρόκριδα σηκώθηκε από εκεί που παραμόνευε για να δει. Ο Κέφαλος θεώρησε ότι επρόκειτο για ζώο που κρυβόταν και πέταξε το αλάθητο ακόντιο που πέτυχε τη γυναίκα του. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, το ζευγάρι κυνηγούσε μαζί· καθώς η Πρόκριδα απομακρύνθηκε μέσα σε μια συστάδα από πυκνούς θάμνους, ο Κέφαλος, χωρίς να προσέξει, έριξε το αλάθητο ακόντιο που πέτυχε την Πρόκριδα και τη σκότωσε. Την είδηση του θανάτου έφερε ο ίδιος στον Ερεχθέα, ο οποίος έθαψε το σώμα της κόρης του με τιμές, έμπηξε μάλιστα το ακόντιό του στον τάφο δείχνοντας έτσι πως η κόρη του πέθανε βίαια και ότι έπρεπε να υπάρξει εκδίκηση. Ο Κέφαλος δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο και καταδικάστηκε σε ισόβια εξορία.
 
Ο Κέφαλος άφησε την Αθήνα και κατευθύνθηκε προς τη Θήβα, όπου τον είχε καλέσει ο Αμφιτρύωνας, για να βοηθήσει με το ακόντιο και τον σκύλο του στο κυνήγι της αλεπούς στο όρος Τευμησσός. Την είχαν στείλει οι θεοί σαν τιμωρία στους Θηβαίους, γιατί είχαν παρεκκλίνει από την ορθή διακυβέρνηση. Αυτή η άγρια αλεπού ρήμαζε την Καδμεία και οι Θηβαίοι ήταν υποχρεωμένοι να της προσφέρουν κάθε μήνα ένα από τα παιδιά τους, γιατί διαφορετικά θα άρπαζε πολλούς. Και καθώς η μοίρα της όριζε να μην μπορεί να τη φτάσει κανείς, η εξόντωσή της έμοιαζε αδύνατη. Γι' αυτό και ο Αμφιτρύωνας κάλεσε τον Κέφαλο με αντάλλαγμα ένα μέρος από τα λάφυρα των Τηλεβόων, εναντίον των οποίων θα εκστράτευε ο Αμφιτρύωνας· γιατί το πεπρωμένο του σκύλου του ήταν να πιάνει ό,τι κυνηγάει. Ο Κέφαλος δέχτηκε, με τον όρο να εξαγνιστεί για τον ακούσιο φόνο της γυναίκας τους. Και καθώς ο σκύλος καταδίωκε την αλεπού και επειδή το πεπρωμένο των δύο ζώων ήταν αυτό που ήταν, έμοιαζε η καταδίωξη να μην είχε τέλος. Και τότε ο Δίας μεταμόρφωσε και τους δυο σε πέτρινα αγάλματα, για να μπει τέλος σε αυτό το ατελείωτο κυνηγητό. Ύστερα ο Κέφαλος πήρε μέρος στην εκστρατεία του Αμφιτρύωνα εναντίον των Τηλεβόων, μαζί με τον Πανοπέα από τη Φωκίδα, τον γιο του Περσέα Έλειο από το Έλος του Άργους και τον Κρέοντα από τη Θήβα. Κι όταν νίκησαν, ο Κέφαλος πήρε για αντάλλαγμα ένα νησί που το ονόμασε Κεφαλληνία από το όνομά του.
 
Στην αρχή ο Κέφαλος δεν είχε παιδιά. Ρώτησε λοιπόν το μαντείο πώς θα μπορούσε να αποκτήσει και το μαντείο απάντησε να γυρίσει στο νησί του και να ενωθεί με το πρώτο θηλυκό που θα συναντούσε μπροστά του. Αυτό ήταν μια αρκούδα με την οποία ενώθηκε και η οποία έμεινε έγκυος. Ύστερα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα και γέννησε ένα αγόρι, τον Αρκείσιο, πατέρα του Λαέρτη και παππού του Οδυσσέα.

Καμιά φορά χρειάζεται να σωπαίνεις για να ακουστείς

Μιλώ για εκείνα… Εκείνα τα μικρά, τα όμορφα, τα καθημερινά, εκείνα που θες να ζήσεις, εκείνα που δεν έζησες και εκείνα που θα έδινες τα πάντα για να τα ξαναζούσες.

Για όλα εκείνα λοιπόν που δεν μίλησες, για εκείνα που σώπασες για να μην τα ακούσουν. Για εκείνα που κράτησες μέσα σου και τα έθαψες κάτω από τα δάκρυα σου, για όλους αυτούς που προσπάθησαν να σε κρύψουν για να μην φανείς, για να μην φανεί η λάμψη σου.

Για εκείνα όμως τα μονοπάτια που έφεγγες το δρόμο τους ενώ εσύ περπατούσες στα σκοτάδια σου, η μοίρα σου είχε ήδη τις λάμπες αναμμένες. Για να δεις εκείνα τα κρυμμένα της ζωής που σιγολάμπουν.

Εκείνα τα ωραία τα απρόσμενα που κάνουν τα χαμόγελα πλατιά, αυτά που σε περιμένουν να τ αγγίξεις, να τα νιώσεις, να τα ζήσεις. Και είναι τόσο ωραία, μα τόσο καλά κρυμμένα πίσω από τις δυστυχίες, που καμία φορά νομίζεις πως δε θα προφτάσεις να τα ανταμώσεις.

Όμως εσύ προσπάθησε να περπατάς τη διαδρομή σου, αργά και σταθερά, σε κάθε βήμα μια ανάσα, μην βιάζεσαι, μην κάνεις θόρυβο και θα φτάσεις. Άσε τους άλλους να βιάζονται, θα δεις πως κάνουν θόρυβο όταν πέφτουν. Ζήσε όλα εκείνα που περνούν και ας σε κουράζουν, θα περάσουν και θα φύγουν και εκεί που απελπίζεσαι. θα φτάσεις.

θα φτάσεις σε όλα εκείνα που γύρισες τη πλάτη, σε όλα εκείνα τα μικρά που σε κοιτούσαν και δεν έβλεπες, θα φτάσεις σε αυτές τις βόλτες τις μοσχομυρισμένες και στα βράδια τα φεγγαρόλουστα. Δεν χρειάζεται, μάτια μου, να ακούγεσαι πάντα, καμιά φορά χρειάζεται να σωπαίνεις για να ακουστείς.

Και τότε μόνο θα σε ακούσουν οι χαρές και θα έρθουν να σε βρουν, γιατί ξέρεις οι χαρές μόνο όταν σωπαίνεις φαίνονται, όταν σωπαίνεις κρύβονται οι λύπες και ακούει η ζωή και ξυπνά και τότε θα δεις πως όλα εκείνα που νοσταλγούσες, σε περίμεναν.

Εκείνα τα όμορφα τα απλά, εκείνες οι καλημέρες που γεμίζουν πεταλούδες το στομάχι σου, εκείνο το χαμόγελο που λάμπει στο βλέμμα σου αλλά και εκείνος ο έρημος ο έρωτας, ο εγωιστικός, που είναι τόσο χαζό συναίσθημα από τη φύση του, ακόμη και εκείνος στέκεται συνάμα στο προορισμό σου. Όλα εκείνα που δεν περίμενες να τα ζήσεις ποτέ, είναι εκεί λοιπόν για να τα ξαναζείς όλα από την αρχή. Είναι εκείνα τα μικρά… που κάνουν τη ζωή μεγάλη!

Σε μια καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, δεν υπάρχει χώρος για φόβο

«Σε μια καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη δεν υπάρχει χώρος για τον φόβο» –Mario Alonso Puig

Η ευγνωμοσύνη είναι μια μορφή έκφρασης αγάπης. Γι’ αυτό, όταν νιώθεις πραγματικά ευγνώμων για ό,τι σου έχει δοθεί, για ό,τι έχεις ζήσει και για ό,τι ζεις αυτή τη στιγμή, δεν αφήνεις καθόλου χώρο στο φόβο.

Σε προκαλώ να το δοκιμάσεις. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να ζεις γεμάτος φόβο και ανησυχίες και στο να ζεις γεμάτος ευγνωμοσύνη, ευχαριστώντας για ό,τι έχεις δεχτεί. Πραγματικά τεράστια! Λένε ότι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ευχαριστούσε για ό,τι είχε πάνω από εκατό φορές τη μέρα.

Το μυαλό δεν καταλαβαίνει την άρνηση γιατί, κατά βάθος, η άρνηση είναι η απουσία επιβεβαίωσης. Ακριβώς όπως και το σκοτάδι είναι η απουσία φωτός. Γι’ αυτό, όταν δίνεις στο μυαλό σου μια αρνητική εντολή, δεν καταλαβαίνει, κρατάει τη φράση χωρίς την άρνηση.

Γι’ αυτό, όταν κάποιος σου λέει «μη σκεφτείς ένα κόκκινο αμάξι», εσύ σκέφτεσαι αμέσως ένα κόκκινο αμάξι. Δεν καταλαβαίνει την άρνηση. Γι’ αυτό, προκειμένου να αποφύγουμε μια σκέψη που μας βλάπτει, ο καλύτερος τρόπος είναι να στρέψουμε την προσοχή μας σε κάτι άλλο.

Ένα από τα μικρά πράγματα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου ήταν η ευγνωμοσύνη. Όταν άρχισα να είμαι καθημερινά ευγνώμων, πρόσεξα αμέσως την αλλαγή.

Σε κανένα σύστημα δεν μπορούν να συμπράξουν ταυτόχρονα δύο αντίθετες εντολές. Δεν μπορείς να αγαπάς και να μισείς το ίδιο άτομο ταυτόχρονα. Κάτι δεν μπορεί να είναι βρεγμένο και στεγνό ταυτόχρονα. Ένα GPS δεν μπορεί να σε κατευθύνει σε δύο διαφορετικά μέρη την ίδια στιγμή. Το νερό δεν μπορεί να είναι ατμός και πάγος στην ίδια θερμοκρασία. Δεν μπορεί να νιώσεις ζήλια και εμπιστοσύνη ταυτόχρονα. Δεν μπορεί να υπάρχει φως και σκοτάδι την ίδια στιγμή.

Και τώρα φαντάσου έναν υπολογιστή, ένα GPS ή οποιοδήποτε πρόγραμμα υπολογιστή. Δεν μπορείς να εκτελέσεις μια εντολή την ίδια στιγμή με μια αντίθετή της.

Όλα στον κόσμο ανταποκρίνονται στη δυαδικότητα. Όλα έχουν δύο άκρα. Κατά βάθος, η αγάπη και το μίσος είναι οι δύο πόλοι του ίδιου συναισθήματος. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνο η αγάπη, το μίσος είναι απλώς η έλλειψη αγάπης. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν μπορεί κανείς να νιώθει ταυτόχρονα πολλή και καθόλου αγάπη.

Όλα τα συναισθήματα, όλες οι αισθήσεις έχουν το αντίθετό τους, που στην πραγματικότητα, είναι τα δύο άκρα του ίδιου πράγματος. Η θλίψη είναι η απουσία χαράς. Ο θυμός είναι η απουσία γαλήνης. Η γενναιότητα είναι η απουσία φόβου. Τα παράπονα είναι η απουσία ευγνωμοσύνης.

Η φτώχεια είναι η απουσία πλούτου. Η δυσανεξία είναι η απουσία ανεκτικότητας. Η οργή είναι η απουσία κατανόησης. Ο πόνος είναι η απουσία αποδοχής. Γι’ αυτό, όταν βρισκόμαστε στο ένα άκρο, κινδυνεύουν να περάσουμε στο άλλο. Γιατί τα άκρα συνδέονται.

Γι’ αυτό, πολλές φορές, όταν η αγάπη μετατρέπεται σε εμμονή και συναισθηματική εξάρτηση, δεν είναι πια αγάπη. Ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε μίσος μέσα σε μια στιγμή. Το ίδιο συμβαίνει όταν μπαίνεις και σε μια κατάσταση ευφορίας. Αν δεν ξέρεις πώς να τη διαχειριστείς, μπορείς να περάσεις στο άλλο άκρο, της θλίψης χωρίς καν να το καταλάβεις.

Εδώ προκύπτει, λοιπόν, η σημασία του να μάθει κανείς να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του. Όταν υπερβάλλει σχετικά με το επίπεδο σημαντικότητας όσων σου συμβαίνουν, πλησιάζεις τα άκρα. Γιατί δίνεις μεγαλύτερη σημασία σε κάτι από όση έχει πραγματικά Αυτό συμβαίνει τόσο στα θετικά όσο και στα αρνητικά.

Η ζωή αποζητά την ισορροπία. Γι’ αυτό, αν πλησιάζεις το ένα άκρο, θα συμβεί κάτι για να σε βοηθήσει να ισορροπήσεις. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν συμβεί στη ζωή σου, μην τρομάζεις. Τίποτα δεν είναι στάσιμο, η ζωή είναι ρευστή. Μη δίνεις ιδιαίτερη σημασία ούτε στο καλό ούτε στο κακό που θα συμβεί. Απλώς απόλαυσε αυτό που ζεις κάθε στιγμή χωρίς να ζητάς τίποτα περισσότερο.

Αν αισθάνεσαι ευτυχισμένος, απόλαυσέ το στο παρόν. Αν αισθάνεσαι θλιμμένος ή αν κάτι σε αγχώνει, μην ανησυχείς, θα περάσει. Τίποτα δεν είναι ακίνητο στο σύμπαν. Η φύση μας αποζητά πάντα την ισορροπία.

Η αλήθεια είναι πως έχω δύναμη, αλλά έχω κουραστεί…

Δύναμη είναι να πιστεύεις στην αγάπη ακόμα και αν έχεις πληγωθεί. Είναι το να σκουπίζεις τα δάκρυα σου ενώ κανείς δεν ξέρει ότι έκλαιγες.

Δύναμη είναι να αντιμετωπίζεις τους δαίμονες σου. Είναι το να κοιτάς κάποιον που μόνο σε πλήγωσε και να τον συγχωρείς.

Δύναμη είναι να βοηθάς τους άλλους ακόμα και όταν δεν έχεις λύσει όλα τα δικά σου θέματα.

Είναι το να δαγκώνεις την γλώσσα σου όταν κάποιος είναι αγενής και να συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για μια αντανάκλαση του εαυτού του και όχι για δική σου.

Είναι να συνεχίζεις να πιστεύεις σε κάτι που ξέρεις πως αξίζεις αλλά δεν το έχεις αποκτήσει ακόμη.

Δύναμη είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου ακόμη και όταν όλοι σε αμφισβητούν.

Αλλά η αλήθεια είναι πως έχω δύναμη αλλά επίσης έχω κουραστεί.

Έχω κουραστεί να πληγώνομαι κάθε φορά που αρχίζω να ελπίζω.
Έχω κουραστεί να περιμένω το χειρότερο και να το βλέπω να πραγματοποιείται.
Έχω κουραστεί να απογοητεύομαι και να κατηγορώ τον εαυτό μου.
Έχω κουραστεί να μου λένε ότι πρέπει να αλλάξω και κάθε φορά να χάνω τον εαυτό μου στην προσπάθεια μου να τους ευχαριστήσω.
Έχω κουραστεί να υπέρ-αναλύω.
Έχω κουραστεί να σκέφτομαι για ένα τέταρτο τι να γράψω σε ένα μήνυμα για να μην παίρνω καν απάντηση.
Έχω κουραστεί τόσο πολύ να τους ευχαριστώ όλους και να μην παίρνω τίποτα πίσω.
Έχω κουραστεί να μην κοιμάμαι τα βράδια επειδή οι σκέψεις με κατακλύζουν.
Έχω κουραστεί να κουβαλώ αυτό το βάρος του παρελθόντος που με στοιχειώνει.
Έχω κουραστεί να έχω δύναμη για όλους.
Έχω κουραστεί να βρίσκω λύσεις για προβλήματα που δεν είναι δικά μου.
Έχω κουραστεί τις εξηγήσεις που έρχονται πολύ αργά.
Έχω κουραστεί τους ανθρώπους που φεύγουν από την ζωή μου ενώ έκανα τόσα πολλά για να τους κρατήσω.

Η αλήθεια είναι ότι νοιάζεσαι τόσο που πονάει. Γνωρίζεις τον πόνο σε επίπεδα που οι άλλοι δεν θα μάθουν ποτέ. Γνωρίζεις την θλίψη και το σκοτάδι με τρόπους που άλλοι δεν θα βιώσουν ποτέ. Πληγώνεσαι τόσο που ο πόνος ξεπερνά κάθε επίπεδο σωματικού πόνου.

Αλλά από την άλλη πλευρά με τέτοια έντονα συναισθήματα μαθαίνεις να αγαπάς τόσο βαθιά που σε γεμίζει ολοκληρωτικά. Παρά την θλίψη που δεν μπορείς να διώξεις θα βιώσεις την ευτυχία με τρόπο διαφορετικό. Παρά τον πόνο που προκαλείται από καταστάσεις που τελείωσαν θα κοιτάς μπροστά για μια νέα αρχή. Επειδή ξέρεις ότι στο τέλος αξίζει.

Και η αλήθεια είναι πως αν ρωτήσεις κάποιο άτομο που είναι έτσι τι θα διάλεγε, θα σου έλεγε πως δεν θα άλλαζε τίποτα στον εαυτό του ακόμα και αν έχει κουραστεί.

Υπάρχει κάτι σπάνιο στα άτομα που είναι με αυτόν τον τρόπο δυνατά. Είναι οι θεραπευτές του κόσμου. Είναι το φως στο σκοτάδι των άλλων. Είναι η ελπίδα όταν όλοι την έχουν χάσει και στο τέλος αγαπιούνται γι' αυτό που πραγματικά είναι και όχι επειδή άλλαξαν για κάποιον άλλον.

Η αλήθεια είναι πως ανεξάρτητα από το πόσο κουρασμένα ή πληγωμένα ή απογοητευμένα είναι αυτά τα άτομα, το γεγονός πως δεν έχουν αλλάξει είναι αυτό που τους κάνει διαφορετικούς. Ο πόνος αλλάζει τους περισσότερους ανθρώπους αλλά κάποιοι άλλοι βλέπουν τον πόνο ως απλώς το άλλο άκρο του φάσματος στο οποίο βρίσκεται η αγάπη και επιλέγουν να συνεχίσουν στο ίδιο μονοπάτι με ψηλά το κεφάλι τους.

Οι συμπονετικοί άνθρωποι φέρνουν το ερεβοκτόνο φως στον κόσμο επειδή έχουν βγει από το σκοτάδι

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Η σύγχρονη κοινωνία έχει ξεχάσει την σημασία της σωματικής επαφήςΗ ζωή είναι μια σειρά δοκιμασιών. Κάποιοι τις περνάνε και άλλοι όχι. Ωστόσο, τα μαθήματα παραμένουν.

Όλοι αντιμετωπίζουμε διαφορετικές δοκιμασίες. Κάποιοι παλεύουν με σύνθετους υπολογισμούς και άλλοι με τα βασικά μαθηματικά, αλλά όλοι πρέπει να κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε.

Η Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος η συγγραφέας του «Αυτός που πεθαίνει» το έθεσε όμορφα με αυτά τα λόγια:

«Οι πιο όμορφοι άνθρωποι που ξέρουμε είναι αυτοί που έχουν γνωρίσει την ήττα, ξέρουν την ταλαιπωρία, την πάλη, την απώλεια και έχουν βρει τον δρόμο τους από το βάθος. Αυτά τα άτομα έχουν μια εκτίμηση, μια ευαισθησία και μια κατανόηση για την ζωή που τους γεμίζει με συμπόνια, ευγένεια και βαθιά ανησυχία. Οι όμορφοι άνθρωποι δεν τυχαίνουν απλώς.»

 

Οι συμπονετικοί και ευγενικοί άνθρωποι φέρνουν το ερεβοκτόνο φως σε αυτόν τον κόσμο επειδή οι ίδιοι έχουν βγει από το σκοτάδι.


Έχοντας αντιμετωπίσει άσχημες καταστάσεις, όπως μια τοξική οικογένεια ή φτώχεια δεν έχουν μάθει μόνο τι χρειάζεται για να πετύχεις στην ζωή, αλλά έχουν επίσης μάθει πώς να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια που θα εμφανιστούν.

Έχουν πετύχει το αδύνατο- έχουν ξεπεράσει τις ατυχίες τους και προχωρούν προς το λαμπρότερο μέλλον.

Παρόλο που σε άλλους δόθηκε μια κασετίνα με πολλά πολύχρωμα μολύβια και σε αυτούς μόνο ένα σπασμένο, με αυτό μπόρεσαν να χρωματίσουν τον κόσμο διαφορετικά και πιο φωτεινά από τους υπόλοιπους.

Οι συμπονετικοί και ευγενικοί άνθρωποι ποτέ δεν πληγώνουν κάποιον εκ προθέσεως επειδή έχουν πληγωθεί πολύ οι ίδιοι στο παρελθόν.


Γι' αυτό ποτέ δεν παίζουν με τα συναισθήματα των άλλων. Ξέρουν πώς να αγαπούν και αγαπούν βαθιά. Έχουν βιώσει τον πόνο, ξέρουν πως είναι να σε προδίδει κάποιος που αγαπάς και επομένως ποτέ δεν θα το έκαναν αυτό σε κάποιον άλλον.

Οι συμπονετικοί και ευγενικοί άνθρωποι έχουν μάθει με τον δύσκολο τρόπο ότι τα εμπόδια είναι ευκαιρίες για να αναπτυχθούν και να βελτιωθούν.

Είναι πιθανό πως η πλειονότητα των ευγενικών και συμπονετικών ανθρώπων ήταν απαισιόδοξοι στο παρελθόν. Αλλά με τον καιρό, έμαθαν πως δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν στην ζωή με την απαισιοδοξία. Έχουν συνειδητοποιήσει πως μόνο με το να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες μπορούν να πετύχουν τα όνειρα τους. Και έτσι βλέπουν τα εμπόδια ως τον δρόμο προς την επιτυχία.

Οι συμπονετικοί και ευγενικοί άνθρωποι δεν θέλουν οι άλλοι να υποφέρουν όπως αυτοί. Έτσι τους βοηθούν να επιβιώσουν και να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.


Είναι πάντα εκεί για να βοηθήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Κινητοποιούν τους άλλους να πετύχουν τους στόχους τους και είναι πάντα εκεί γι' αυτούς. Θα κάνουν τα πάντα για να σώσουν έναν άλλον άνθρωπο επειδή και οι ίδιοι χρειάστηκαν κάποιον στο παρελθόν και ξέρουν πόσο επώδυνο είναι να μην έχεις κανέναν.

Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν αυτόν τον κόσμο ένα καλό μέρος. Χρειαζόμαστε περισσότερους σαν αυτούς.

Η σύγχρονη κοινωνία έχει ξεχάσει την σημασία της σωματικής επαφής

Πόσο συχνά αγκαλιάζετε τους αγαπημένους σας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που αγγίξατε κάποιο οικογενειακό μέλος ή κάποιον κοντινό φίλο σας;

Δυστυχώς, για τους περισσότερους ανθρώπους η απάντηση και στις δύο αυτές ερωτήσεις δείχνει πόσο λίγη σωματική τρυφερότητα δίνουν και παίρνουν. Και αυτό επειδή βρισκόμαστε σε μια κρίση- στην κρίση της επαφής. Η σύγχρονη κοινωνία έχει ξεχάσει την σημασία της σωματικής επαφής, κάτι που είναι σοβαρό πρόβλημα.

Έχουμε αλλάξει τους τρόπους μας.


Ο κόσμος αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Βασικά τα πράγματα αλλάζουν τόσο γρήγορα που πολλοί δυσκολεύονται να συμβαδίσουν. Και έτσι έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούμε.

Κάποτε ήταν φυσιολογικό να χτυπάς ελαφρά κάποιον στον ώμο ή στην πλάτη, να αγκαλιάζεις την οικογένεια σου και να είσαι κοντά με τους φίλους σου. Κάποτε οι άνθρωποι τα έκαναν όλα αυτά χωρίς να το σκέφτονται. Τώρα ωστόσο έχουμε σταματήσει.

Γίνεται περίεργο το να έχεις κάποια σωματική επαφή με τους γύρω σου. Σίγουρα θα αγκαλιάσεις κάποιον φίλο που έχεις να δεις καιρό αλλά μέχρι εκεί.

Φοβόμαστε.


Πρόσφατα, οι άνθρωποι άρχισαν να θεωρούν την επαφή κάτι αρνητικό. Τη βλέπουμε ως κάτι περίεργο, ασεβές ή και αφύσικο. Ακόμα χειρότερα, ίσως αρχίσουμε και να φοβόμαστε τους ανθρώπους που προσπαθούν να έρθουν κοντά μας.

Ως κοινωνία έχουμε δημιουργήσει ένα αρνητικό κλίμα όσον αφορά την σωματική επαφή.

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές στα σχολεία δεν θέλουν να έρχονται κοντά με τους μαθητές. Υπάρχουν ακόμα περιπτώσεις που μαθητές φροντίζουν μόνοι τους κάποιο χτύπημα ή κάποια πληγή επειδή οι δάσκαλοι φοβούνται τόσο να τους αγγίξουν.

Ομοίως, γιατροί αρκετές φορές φοβούνται να αγγίξουν τους ασθενείς ώστε να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Ακόμα και οι θετοί γονείς πολλές φορές δεν θέλουν να αγγίξουν τα παιδιά σε περίπτωση νομικών επιβαρύνσεων.

Τόσοι πολλοί τομείς έχουν επηρεαστεί και τόσοι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από αυτή την κρίση. Υποφέρουν από κάτι που τόσο εύκολα θα μπορούσαμε να αλλάξουμε.

Χρειαζόμαστε την σωματική επαφή


Πολλές μελέτες έχουν δείξει πως η σωματική επαφή είναι βασική για την ευεξία μας. Βελτιώνει την ψυχική μας υγεία, μειώνει το άγχος και μας βοηθά να νιώθουμε ότι μας αγαπούν. Ακόμα κάποιοι ειδικοί πιστεύουν ότι μπορεί να βοηθήσει την σωματική υγεία καθώς μειώνει την πίεση του αίματος.

Επιπλέον, πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό κομμάτι των κοινωνικών μας αλληλεπιδράσεων. Η σωματική επαφή και το άγγιγμα ανάμεσα σε ανθρώπους, ανεξάρτητα από το πόσο μικρό είναι, δημιουργούν ένα δεσμό ανάμεσα τους. Έτσι οι άνθρωποι νιώθουν αποδεκτοί και η μοναξιά καταπραΰνεται.

Δεν είναι περίεργο που έχει ανθίσει ως επάγγελμα το να αγκαλιάζεις ανθρώπους. Πολλοί πληρώνουν επαγγελματίες απλώς για να δεχθούν το άγγιγμα ή την αγκαλιά που έχουν ανάγκη. Πληρώνουν για κάτι που θα έπρεπε να λαμβάνουν δωρεάν από την οικογένεια και τους φίλους.

Αυτή η κατάσταση είναι μια κρίση. Οι άνθρωποι επέλεξαν να πιστεύουν ότι η σωματική επαφή είναι κακή και κάτι που πρέπει να φοβόμαστε και μάλιστα μεταδίδουν αυτή την πεποίθηση στις επόμενες γενιές. Αν δεν κάνουμε γρήγορα κάτι γι αυτό οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να υποφέρουν.

Η ιστορία των λέξεων σωστό και λάθος

Σωστό (από το σώζω) είναι το σωσμένο, αυτό που σώζεται από τη λήθη, από τη λησμονιά. Μια σωστή κίνηση, μια σωστή ενέργεια που μας έσωσε κάποτε, διασώζεται στη μνήμη μας ως καρπός εμπειρίας. Το σωστό σώζεται, διασώζεται, γράφεται στη μνήμη μας σώο και δεν ξεχνιέται γιατί κάποτε μας έσωσε. Είναι σωτήριο σωστικό, επειδή έχει τη δυνατότητα να σώζει. Σωστή είναι η ισότητα λ.χ., επειδή «ίσον σωστικόν ομονοίας».

Σωστή είναι η δικαιοσύνη, επειδή «δικαιοσύνη νόμων σωστική» κ.ο.κ.

Αλλά σωστό είναι και το μη λάθος, αυτό που δεν είναι λάθος, δηλαδή το α-ληθινό. Λάθος ή λήθος είναι το να λησμονείς κάτι. Λήθη (λάθα στη δωρική διάλεκτο) είναι η λησμονιά. Αλήθεια (από το στερητικό α και τις ρίζες ληθ και λαθ, απ’ όπου οι λέξεις: λανθάνω, λάθος, λήθη, λήθαργος κ.ά.) είναι η α-λή-θεια (α- στερητικό + λάθος), δηλαδή ο αλάνθαστος λόγος, ο σωστός και γι’ αυτό ο αλησμόνητος λόγος, επειδή «αληθές το μη λήθον», δηλαδή «αληθινό το αλησμόνητο».

«Την αλήθεια, όμως, τη “φτιάχνει” κάνεις ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Επειδή δεν είναι τίποτε άλλο ίσως, κατά πως λέει ο θείος Πλάτων στον Κρατύλο του, «απ’ τη θεία…άλη» του νου: την αλη-θεία.

Άλη ονόμαζαν την περιπλάνηση χωρίς εστία ή ελπίδα αναπαυμού (βλ. Ομήρου, Οδύσσεια, κ 464). Ακόμα άλη ήταν η συνοδεία των περιπλανώμενων φασμάτων. Ο αόρατος θίασος του μεγάλου Αλεξανδρινού στο Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, που πλησίαζε «με μουσικές εξαίσιες… με φωνές» στο παράθυρο της οδού Λέψιους.

Ίσως αυτή να είναι και η μοναδική αλη-θεία.

σώζω
σωστό:
σωσμένο
διασώζω
σώος
σωτήριος
σωστικός
σωστό, μη λάθος, α-ληθινό

*λαθ *ληθ
λάθος ή λήθος
λήθη
λανθάνω
λήθαργος
αλήθεια
α- στερητ. + λάθος
ή
θεία-άλη (Πλάτωνος, Κρατύλος)
αλη-θεία

Παρθενώνας: Ούτε μια ευθεία γραμμή

Πνευματικό χάσμα
 
Τούτες τις μέρες, σε μια μουντή αίθουσα αναμονής, βρέθηκε τυχαία στα χέρια μου ένα αμερικάνικο εικονογραφημένο πλατιάς κυκλοφορίας. Σκόνταψα σε μια έγχρωμη ολοσέλιδη διαφήμισή του: Παράσταινε τη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα. Στη δεξιά γωνιά της ζωγραφιάς, παράμερα, σαν αφηρημένη οπτασία, δυο νεαροί τουρίστες ακουμπούσαν, μπροστά σε δυο γεμάτα ποτήρια, σ’ ένα σπόνδυλο κολόνας που τους χρησίμευε για τραπεζάκι. Τούτη η ρεκλάμα διατυμπάνιζε: «Όσο περισσότερα ξέρετε για την αρχαία αρχιτεκτονική, τόσο περισσότερο σας αρέσει η Ακρόπολη» («The more you know about ancient architecture the more you like the Acropolis»). Σκοπός αυτής της σκηνοθεσίας ήταν η διάδοση ενός αγγλοσαξονικού ποτού.
 
Δεν είμαι ζηλωτής της σύγχρονης «τουριστοκρατίας» που θαμπώνει τα χρόνια μας, αλλά τη στιγμή που συλλογίζομαι μια εργασία που, δίκαια νομίζω, φιλοδοξεί να αποτελέσει αξιόλογη συνεισφορά στην πλατύτερη γνώση των αρχαίων μνημείων μας, αυτούς τους «συνδετικούς κρίκους των παλαιών με τους σημερινούς», δεν εδυσκολεύτηκα να σημειώσω το παραπάνω περιστατικό. Δείχνει, αλήθεια, σε τι απόσταση βρίσκεται το σημερινό παρόν, αυτό που απορροφούμε με όλους τους πόρους του κορμιού μας, από εκείνα τα βαθιά περασμένα. «Όσο περισσότερα ξέρετε για την αρχαία αρχιτεκτονική»
 
Δεν ξέρω καθόλου τι θα κέρδιζε η απόλαυση στην Ακρόπολη των δύο αυτών νεαρών, αν αδειάζαμε ξαφνικά στο κεφάλι τους λίγες κάπως πιο ειδικές, αλλ’ αρκετά γνωστές, αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες.
 
Ότι λ.χ. δεν υπάρχει στον Παρθενώνα ούτε μια πραγματικά ευθεία γραμμή, ότι ο παραλληλεπίπεδος, όπως μας φαίνεται, τούτος ναός, αν τον προεκτείναμε από το έδαφος ένα ή δύο χιλιόμετρα, θα έπαιρνε την όψη πυραμίδας· ότι όλες αυτές και άλλες λεπτότητες, αδιόρατες για μας (χρειάστηκαν οι σημερινοί να κάμουν προσεκτικές καταμετρήσεις για να τις εξακριβώσουν) ήταν ωστόσο ορατές για τα μάτια των ανθρώπων των καιρών εκείνων.
 
Έτσι, πολύ το φοβούμαι, η διαφήμιση που κέντρισε την προσοχή μου, πρέπει να μη σημαίνει πραγματικά τίποτε άλλο παρά κάποιας λογής δεισιδαιμονία της τεχνοκρατικής εποχής μας, που σπρώχνει τον άνθρωπο να συσσωρεύει πληροφορίες και λεπτομέρειες, λίγο-πολύ ασύνδετες, πάνω στο καθετί. Και αναρωτιέμαι μήπως δε με συγκινούν περισσότερο άνθρωποι άλλων χρόνων, που οι γνώσεις τους μπορεί να έφερναν σήμερα θυμηδία, αλλά που είχαν αισθήσεις πιθανότατα πιο κοντά στην ισορροπία που θα λαχταρούσα να έβλεπα κάπου – κάπου στις ψυχές των τριγυρινών μου.
 
Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω πως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μια μονομερής γνώση της αρχαίας αρχιτεκτονικής μπορεί να μας φέρει – είδα τέτοια περίπτωση – στην ανασύσταση μιας ιδεατής, υποθετικής ίσως, αρχικής μορφής του μνημείου· σ’ ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, μια χρωματιστή μακέτα. Αλλά η σημερινή αλήθεια αυτών των παλαιών επιτευγμάτων είναι άλλη, είναι ζυμωμένη με το πέρασμα του καιρού:
 
Με του καιρού τ’ αλλάματα π’ αναπαημό δεν έχου μα στο καλό κι εις το κακό περιπατούν και τρέχου.
 
Αυτά έφεραν την ακατάπαυτη φθορά και, για να θυμηθώ τα πιο διαβόητα, αυτά θέλησαν να γίνει ο Παρθενώνας μπαρουταποθήκη κι έστησαν στον αντικρινό λόφο τα κανόνια του Μοροζίνη ή οδήγησαν την πουριτανική «φιλανθρωπία» του ‘Ελγκιν – όπως την ονομάζουν οι απολογητές του – να κατακρεουργήσει τον έκθετο ναό, για να «προστατέψει» στον ίσκιο ενός ανήλιαγου μουσείου όσα σπαράγματα μπόρεσε να σηκώσει.
 
Τέλος, αυτά «του καιρού τ’ αλλάματα» μας προσφέρουν συχνά συμπεράσματα που θα ξάφνιαζαν αν έπαιρναν τη μορφή δογμάτων. Περιορίζομαι λ.χ. σε τούτο:
 
«Το πνευματικό χάσμα ανάμεσα στον αρχαίο και τον σύγχρονο κόσμο είναι μεγαλύτερο από όσο είναι πραγματικά συνειδητό. Ύστερα από εντατική μελέτη, η διάσταση μοιάζει ακόμη πιο πλατιά και πιο βαθιά, σε τέτοιο σημείο, που μου έτυχε ν’ ακούσω μια από τις μεγαλύτερες ζώσες αυθεντίες πάνω στη λογοτεχνία (και στην αρχιτεκτονική) να ξαφνίζει ένα ακροατήριο κλασικών φιλολόγων, καθώς εβεβαίωνε ότι το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων είναι ολωσδιόλου αλλότριο για μας».
 
Όμως συλλογίζομαι πως το θέμα θα ‘πρεπε να το ιδεί κανείς από τις δυο του όψεις· πρόκειται για δυο κατηγορίες είδους, όχι ποιού: Η μια είναι του ξενόγλωσσου, και, καθώς τον συλλογίζομαι, θέλω να τονίσω αμέσως ότι δεν έχω διόλου στο νου τόσους επιστήμονες που με θαυμαστή γνώση και με λεπτότατες αισθήσεις αναλώθηκαν στην εξερεύνηση του αρχαίου κόσμου, αλλά εκείνους που βλέπουν ένα κόσμο τελειωτικά παρωχημένο, που ξεψύχησε, ένα περίτεχνο φέρετρο.
 
Το φέρετρο εύκολα το μετακινάει κανείς, αλλά τους ζωντανούς είναι πολύ δύσκολο, γιατί πονούν, να τους αλλάξει ή να τους ξεριζώσει για να τους μεταφυτέψει. Τη γλώσσα μας λ.χ. είναι αδύνατο να την αντικρίσει κανείς αλλιώς παρά σαν ανάσα ζωντανών ανθρώπων· όχι σαν τον ναυαγοσωστικό ζήλο γραμματικών. Για τούτα, ως εδώ· δε μένει καιρός για περισσότερα.
 
Αυτή την αρχιτεκτονική την έχουν χαρακτηρίσει «σωματική» ή «γλυπτική αρχιτεκτονική». Κάποτε το μάτι μας διακρίνει γνωρίσματά της. Την «ένταση» λ.χ. πιο φανερή στην ονομαζόμενη «Βασιλική» της Ποσειδωνίας· έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι εκείνο το φούσκωμα των κιόνων, σαν να έχουν φουσκώσει από το βάρος που βαστάζουν.
 
Τέτοιες λεπτομέρειες άλλοι θα τις πουν αρμοδιότερα. Θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι ο ναός των αρχαίων, ο «σηκός» πιο συγκεκριμένα, δεν είναι κατά βάθος άλλο παρά το κέλυφος μιας εικόνας, του αγάλματος ενός θεού, είναι η «καλύβα» ενός από αυτούς που αφομοίωσε ή χώνεψε, ο Χριστιανισμός. Του Ποσειδώνα στο Σούνιο, της Αθηνάς στην Ακρόπολη, του Απόλλωνα στη Φιγάλεια.
 
Μελετητές αυτών των μνημείων, προσηλωμένοι στην εντέλειά τους, τα πίστεψαν σαν απομονωμένα από το περιβάλλον τους και τα θεωρήσαν αδιάφορα για το τριγυρινό τους τοπίο· το τεχνικό κατόρθωμα αυτών των έργων, σκέφτηκαν, είναι τέτοιο που μπορούν ν’ ανθέξουν σ’ όποιο τόπο κι αν βρεθούν, και είναι ρομαντισμός να λέμε πως χρειάζονται να τα συμπληρώσουν οι γραφικότητες μιας ωραίας θέας.

Το αίσθημά μου είναι ότι τούτοι οι αρχαίοι ναοί της Ελλάδας, της Μεγάλης Ελλάδας, της Ιωνίας, είναι με κάποιον τρόπο σπαρτοί, ριζωμένοι στα τοπία τους. Αφού χαλάστηκαν και ερειπώθηκαν οι “καλύβες” αυτές των αθανάτων, οι άστεγοι θεοί γύρισαν εκεί που άρχισαν, χύθηκαν ξανά έξω στο τοπίο και μας απειλούν με πανικούς φόβους ή και με θέλγητρα, παντού: «Πάντα πλήρη θεών» έλεγε ο Μιλήσιος Θαλής.
 
Όσο και να μας το επιτρέπει η λογική θεώρηση τούτης της αρχιτεκτονικής, να φανταστούμε πώς θα ήταν δυνατό να μετακομίσουμε κομμάτι το κομμάτι τα απομεινάρια αυτών των κτισμάτων σε απόμακρες χώρες, πολύ φοβούμαι, δε θα έχουμε επιτύχει τίποτε άλλο παρά να μεταφέρουμε σωρούς σαρίδια. Θα χάναμε πολύ κόπο, αν προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε το γιατί.
 
Σε τούτο το αστάθμητο ερώτημα, θα ήταν πιο απλό αν αποκρινόμασταν: «οι θεοί δεν το θέλουν» – ό,τι κι αν τούτο σημαίνει. Εκτός αν προτιμούμε να περιμένουμε ώσπου ν’ απογυμνωθούμε ολωσδιόλου, και δε μας μένει πια τίποτε άλλο παρά να ξυλιάσουμε στη διαπλανητική παγωνιά.
 
Με άλλα λόγια, χρειάζεται, νομίζω, μια πίστη σ’ αυτά τα αρχαία σημάδια μέσα στο τοπίο τους η πίστη πως έχουν δική τους ψυχή. Τότε, θα μπορέσει ο προσκυνητής – πρώτη φορά τον ονομάζω έτσι – να πιάσει ένα διάλογο μ’ αυτά. Όχι μέσα σε τουριστικά πλήθη ποικιλότροπα αναστατωμένα, αλλ’ αν μπορώ να πω: Μόνος, καθρεφτίζοντας την ψυχή που διαθέτει, στην ψυχή αυτών των μαρμάρων μαζί με το χώμα τους.
 
Μπορεί να γίνομαι συμβουλάτορας αιρέσεων, όμως δεν μπορώ να χωρίσω το ναό του Δελφικού Απόλλωνα από τις Φαιδριάδες ή την κορυφογραμμή της Κίρφης. Ευτυχώς η γη μας είναι σκληρή, οι πρασινάδες της δε σε πλαντάζουν, τα χαρακτηριστικά της είναι βράχια, βουνά και πελάγη. Κι έχει ένα τέτοιο φως!
 
 

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (211-232)

Νὺξ δ᾽ ἔτεκε στυγερόν τε Μόρον καὶ Κῆρα μέλαιναν
καὶ Θάνατον, τέκε δ᾽ Ὕπνον, ἔτικτε δὲ φῦλον Ὀνείρων.
214 δεύτερον αὖ Μῶμον καὶ Ὀιζὺν ἀλγινόεσσαν
213 οὔ τινι κοιμηθεῖσα θεῶν τέκε Νὺξ ἐρεβεννή,
215 Ἑσπερίδας θ᾽, αἷς μῆλα πέρην κλυτοῦ Ὠκεανοῖο
χρύσεα καλὰ μέλουσι φέροντά τε δένδρεα καρπόν·
καὶ Μοίρας καὶ Κῆρας ἐγείνατο νηλεοποίνους,
[Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵ τε βροτοῖσι
γεινομένοισι διδοῦσιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε,]
220 αἵ τ᾽ ἀνδρῶν τε θεῶν τε παραιβασίας ἐφέπουσιν,
οὐδέ ποτε λήγουσι θεαὶ δεινοῖο χόλοιο,
πρίν γ᾽ ἀπὸ τῷ δώωσι κακὴν ὄπιν, ὅστις ἁμάρτῃ.
τίκτε δὲ καὶ Νέμεσιν πῆμα θνητοῖσι βροτοῖσι
Νὺξ ὀλοή· μετὰ τὴν δ᾽ Ἀπάτην τέκε καὶ Φιλότητα
225 Γῆράς τ᾽ οὐλόμενον, καὶ Ἔριν τέκε καρτερόθυμον.
αὐτὰρ Ἔρις στυγερὴ τέκε μὲν Πόνον ἀλγινόεντα
Λήθην τε Λιμόν τε καὶ Ἄλγεα δακρυόεντα
Ὑσμίνας τε Μάχας τε Φόνους τ᾽ Ἀνδροκτασίας τε
Νείκεά τε Ψεύδεά τε Λόγους τ᾽ Ἀμφιλλογίας τε
230 Δυσνομίην τ᾽ Ἄτην τε, συνήθεας ἀλλήλῃσιν,
Ὅρκόν θ᾽, ὃς δὴ πλεῖστον ἐπιχθονίους ἀνθρώπους
πημαίνει, ὅτε κέν τις ἑκὼν ἐπίορκον ὀμόσσῃ·

***
Κι η Νύχτα γέννησε το στυγερό το Μόρο και τη μαύρη Κήρα
και το Θάνατο, γέννησε και τον Ύπνο, γέννησε και το γένος των Ονείρων.
Ύστερα πάλι γέννησε το Μώμο και την οδυνηρή Αθλιότητα,
δίχως να κοιμηθεί με κάποιον από τους θεούς η ερεβώδης Νύχτα,
και τις Εσπερίδες που φυλάν τα μήλα τα ωραία, τα χρυσά,
στην άκρη του ξακουστού Ωκεανού, και τα δέντρα που δίνουν τον καρπό.
Γέννησε και τις Μοίρες και τις Κήρες που τιμωρούνε ανελέητα,
[την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο,
που δίνουν στους θνητούς όταν γεννιούνται το καλό και το κακό,]
220 που διώκουνε τις παραβάσεις ανθρώπων και θεών
κι ούτε ποτέ τους παύουν τη δεινή οργή οι θεές,
προτού τιμωρία κακή αποδώσουνε σ᾽ εκείνον που έσφαλλε.
Γέννησε και τη Νέμεση, συμφορά για τους θνητούς ανθρώπους,
η ολέθρια Νύχτα. Έπειτα την Απάτη γέννησε και τη Φιλότητα,
τα καταραμένα Γηρατειά, γέννησε και την Έριδα με τη δυνατή καρδιά.
Και η στυγερή η Έριδα γέννησε τον οδυνηρό τον Πόνο,
τη Λήθη, το Λιμό και τα γεμάτα δάκρυα Άλγη,
τις Μάχες, τους Πολέμους, τους Φόνους, τις Αντροφονίες,
τις Φιλονικίες, τα Ψεύδη, τα Λόγια, τις Αντιλογίες,
230 την Ανομία και την Άτη, που φίλες μεταξύ τους είναι,
τον Όρκο, που απ᾽ όλα πιο πολύ τους ανθρώπους που ζουν πάνω στη γη
τους βλάπτει, όταν τυχόν κανείς εκούσια ορκιστεί ψεύτικο όρκο.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1391-1451)

ΧΟ. οἶμαί γε τῶν νεωτέρων τὰς καρδίας [ἀντ.]
πηδᾶν, ὅ τι λέξει.
εἰ γὰρ τοιαῦτά γ᾽ οὗτος ἐξειργασμένος
λαλῶν ἀναπείσει,
1395 τὸ δέρμα τῶν γεραιτέρων λάβοιμεν ἂν
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐρεβίνθου.

σὸν ἔργον, ὦ καινῶν ἐπῶν κινητὰ καὶ μοχλευτά,
πειθώ τινα ζητεῖν, ὅπως δόξεις λέγειν δίκαια.

ΦΕ. ὡς ἡδὺ καινοῖς πράγμασιν καὶ δεξιοῖς ὁμιλεῖν,
1400 καὶ τῶν καθεστώτων νόμων ὑπερφρονεῖν δύνασθαι.
ἐγὼ γὰρ ὅτε μὲν ἱππικῇ τὸν νοῦν μόνῃ προσεῖχον,
οὐδ᾽ ἂν τρί᾽ εἰπεῖν ῥήμαθ᾽ οἷός τ᾽ ἦν πρὶν ἐξαμαρτεῖν·
νυνὶ δ᾽ ἐπειδή μ᾽ οὑτοσὶ τούτων ἔπαυσεν αὐτός,
γνώμαις δὲ λεπταῖς καὶ λόγοις ξύνειμι καὶ μερίμναις,
1405 οἶμαι διδάξειν ὡς δίκαιον τὸν πατέρα κολάζειν.
ΣΤ. ἵππευε τοίνυν, νὴ Δί᾽, ὡς ἔμοιγε κρεῖττόν ἐστιν
ἵππων τρέφειν τέθριππον ἢ τυπτόμενον ἐπιτριβῆναι.
ΦΕ. ἐκεῖσε δ᾽ ὅθεν ἀπέσχισάς με τοῦ λόγου μέτειμι,
καὶ πρῶτ᾽ ἐρήσομαί σε τουτί· παῖδά μ᾽ ὄντ᾽ ἔτυπτες;
1410 ΣΤ. ἔγωγέ σ᾽ εὐνοῶν τε καὶ κηδόμενος. ΦΕ. εἰπὲ δή μοι,
οὐ κἀμὲ σοὶ δίκαιόν ἐστιν εὐνοεῖν ὁμοίως
τύπτειν τ᾽, ἐπειδήπερ γε τοῦτ᾽ ἔστ᾽ εὐνοεῖν, τὸ τύπτειν;
πῶς γὰρ τὸ μὲν σὸν σῶμα χρὴ πληγῶν ἀθῷον εἶναι,
τοὐμὸν δὲ μή; καὶ μὴν ἔφυν ἐλεύθερός γε κἀγώ.
1415 «κλάουσι παῖδες, πατέρα δ᾽ οὐ κλάειν δοκεῖς;»
φήσεις νομίζεσθαι σὺ παιδὸς τοῦτο τοὔργον εἶναι·
ἐγὼ δέ γ᾽ ἀντείποιμ᾽ ἂν ὡς «δὶς παῖδες οἱ γέροντες»,
εἰκός τε μᾶλλον τοὺς γέροντας ἢ νέους τι κλάειν,
ὅσῳπερ ἐξαμαρτάνειν ἧττον δίκαιον αὐτούς.
1420 ΣΤ. ἀλλ᾽ οὐδαμοῦ νομίζεται τὸν πατέρα τοῦτο πάσχειν.
ΦΕ. οὔκουν ἀνὴρ ὁ τὸν νόμον θεὶς τοῦτον ἦν τὸ πρῶτον
ὥσπερ σὺ κἀγώ, καὶ λέγων ἔπειθε τοὺς παλαιούς;
ἧττόν τι δῆτ᾽ ἔξεστι κἀμοὶ καινὸν αὖ τὸ λοιπὸν
θεῖναι νόμον τοῖς υἱέσιν, τοὺς πατέρας ἀντιτύπτειν;
1425 ὅσας δὲ πληγὰς εἴχομεν πρὶν τὸν νόμον τεθῆναι,
ἀφίεμεν, καὶ δίδομεν αὐτοῖς προῖκα συγκεκόφθαι.
σκέψαι δὲ τοὺς ἀλεκτρυόνας καὶ τἄλλα τὰ βοτὰ ταυτί,
ὡς τοὺς πατέρας ἀμύνεται· καίτοι τί διαφέρουσιν
ἡμῶν ἐκεῖνοι, πλήν γ᾽ ὅτι ψηφίσματ᾽ οὐ γράφουσιν;
1430 ΣΤ. τί δῆτ᾽, ἐπειδὴ τοὺς ἀλεκτρυόνας ἅπαντα μιμεῖ,
οὐκ ἐσθίεις καὶ τὴν κόπρον κἀπ᾽ ἰκρίου καθεύδεις;
ΦΕ. οὐ ταὐτόν, ὦ τᾶν, ἐστίν, οὐδ᾽ ἂν Σωκράτει δοκοίη.
ΣΤ. πρὸς ταῦτα μὴ τύπτ᾽· εἰ δὲ μή, σαυτόν ποτ᾽ αἰτιάσει.
ΦΕ. καὶ πῶς; ΣΤ. ἐπεὶ σὲ μὲν δίκαιός εἰμ᾽ ἐγὼ κολάζειν,
1435 σὺ δ᾽, ἢν γένηταί σοι, τὸν υἱόν. ΦΕ. ἢν δὲ μὴ γένηται,
μάτην ἐμοὶ κεκλαύσεται, σὺ δ᾽ ἐγχανὼν τεθνήξεις.
ΣΤ. ἐμοὶ μέν, ὦνδρες ἥλικες, δοκεῖ λέγειν δίκαια·
κἄμοιγε συγχωρεῖν δοκεῖ τούτοισι τἀπιεικῆ.
κλάειν γὰρ ἡμᾶς εἰκός ἐστ᾽, ἢν μὴ δίκαια δρῶμεν.
1440 ΦΕ. σκέψαι δὲ χἀτέραν ἔτι γνώμην. ΣΤ. ἀπὸ τἄρ᾽ ὀλοῦμαι.
ΦΕ. καὶ μὴν ἴσως γ᾽ οὐκ ἀχθέσει παθὼν ἃ νῦν πέπονθας.
ΣΤ. πῶς δή; δίδαξον γὰρ τί μ᾽ ἐκ τούτων ἐπωφελήσεις.
ΦΕ. τὴν μητέρ᾽ ὥσπερ καὶ σὲ τυπτήσω. ΣΤ. τί φῄς, τί φῂς σύ;
τοῦθ᾽ ἕτερον αὖ μεῖζον κακόν. ΦΕ. τί δ᾽, ἢν ἀνέχων τὸν ἥττω
1445 λόγον σε νικήσω λέγων
τὴν μητέρ᾽ ὡς τύπτειν χρεών;
ΣΤ. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἤ, ταῦτ᾽ ἢν ποῇς,
οὐδέν σε κωλύσει σεαυ-
τὸν ἐμβαλεῖν εἰς τὸ βάραθρον
1450 μετὰ Σωκράτους
καὶ τὸν λόγον τὸν ἥττω;

***
ΧΟΡ. Με χτυποκάρδι οι νέοι θα καρτερούν να δουν
τί λόγο θα βγάλει·
αν αποδείξει, τώρα που έτσι φέρθηκε,
πως τάχα έχει δίκιο,
των γέρων τα τομάρια δε θ᾽ αξίζουν πια
ούτ᾽ ένα ρεβύθι.

ΚΟΡ. Ε συ, που νέους συλλογισμούς κινείς κι αναμοχλεύεις,
σκέψου για επιχειρήματα που δίκιο να σου ρίχνουν.

ΦΕΙ. Είναι γλυκό με τα σοφά να ζεις και τα καινούρια
1400 και πιο ψηλά απ᾽ τους τωρινούς νόμους να τρέχει ο νους σου.
Το νου μου εγώ αποκλειστικά στην ιππασία σαν είχα,
τρεις φράσεις δεν ξεστόμιζα χωρίς να κάμω λάθος·
μα απ᾽ τη στιγμή που ο δάσκαλος με γιάτρεψε από κείνα
και ζω με ιδέες, γνώμες λεπτές και λογισμούς, θα δείξω
πως δίκιο ειναι να τιμωρεί κανένας το γονιό του.
ΣΤΡ. Κάνε ιππική· μά το θεό, καλύτερα να θρέφεις
για τέθριππο άλογα παρά να λιώσω εγώ απ᾽ το ξύλο.
ΦΕΙ. Πιάνω το λόγο μου από κει που μ᾽ έκοψες· και πρώτα
θα σε ρωτήσω αυτό: Παιδί σαν ήμουν, με χτυπούσες;
1410 ΣΤΡ. Μα ναι, απ᾽ αγάπη, για καλό δικό σου. ΦΕΙ. Πες μου τότε,
την ίδια αγάπη εγώ για σε δεν είναι δίκιο να έχω
και να σε δέρνω, αφού είν᾽ αυτό η αγάπη, το να δέρνεις;
Άμαθο να ᾽ναι από χτυπιές το σώμα σου, κι εμένα
όχι; Δεν είν᾽ ελεύθερη κι εμέ η καταγωγή μου;
«Θρηνούν οι γιοι, να μη θρηνεί ο πατέρας;»
Αυτό μονάχα στα παιδιά θα πεις το συνηθίζουν·
κι εγώ απαντώ πως «δυο φορές είναι παιδιά οι γερόντοι»
και το σωστό είναι πιο πολύ να κλαιν αυτοί απ᾽ τους νέους,
αφού πολύ πιο αταίριαστα γι᾽ αυτούς τα σφάλματα είναι.
1420 ΣΤΡ. Μα πουθενά για τους γονιούς δεν είναι τέτοιος νόμος.
ΦΕΙ. Θνητός δεν ήταν σαν κι εμάς κι ο που έθεσε το νόμο
και με το λόγο τους παλιούς δεν έπειθε; Δεν έχω
δικαίωμα το λοιπόν κι εγώ καινούριο νόμο τώρα
να ορίσω: στους γονιούς οι γιοι το ξύλο να επιστρέφουν;
Τώρα, όσο ξύλο φάγαμε πριν νά ᾽μπει αυτός ο νόμος
ας ξεγραφτεί πια, χάρισμα το ᾽χουμε φάει ας πούμε.
Κοκόρια κι άλλα ζωντανά τί κάνουν; Οι πατέρες
τσιμπούν, αντιτσιμπούν και αυτά· κι ωστόσο τί διαφέρουν
τάχα από μας; ψηφίσματα μονάχα δε συντάσσουν.
1430 ΣΤΡ. Αφού, μωρέ, τους πετεινούς για πρότυπο τους παίρνεις,
γιατί δεν τρως κοπριά, γιατί σε ξύλο δεν κουρνιάζεις;
ΦΕΙ. Δεν είναι το ίδιο, και σ᾽ αυτό θα διαφωνεί ο Σωκράτης.
ΣΤΡ. Μη με χτυπάς· θα᾽ ρθει καιρός που θα το μετανοιώσεις.
ΦΕΙ. Πώς; ΣΤΡ. Δίκιο ειναι το γιο σου εσύ να τιμωρείς, αν κάμεις,
κι εσένα εγώ. ΦΕΙ. Τί ωραία! Κι αν γιο δεν κάμω, τζάμπα ξύλο
εγώ, κι εσύ απ᾽ το τάφο σου κορόιδο σου να μ᾽ έχεις.
ΣΤΡ., στους θεατές.
Νομίζω, συνομήλικοι, πως έχει λίγο δίκιο·
δεν πρέπει κάτι λογικό κανείς να τους τ᾽ αρνιέται·
σ᾽ άδικο αν πέφτουμε, σωστό να χύνουμε και δάκρυα.
1440 ΦΕΙ. Μα κι άλλη σκέψη μου άκουσε. ΣΤΡ. Τί; Κι άλλη; Πάω χαμένος.
ΦΕΙ. Αν έπαθες ό,τι έπαθες, τόσο δυσάρεστο ίσως
για σε δε θα ᾽ναι. ΣΤΡ. Μπα! Σαν τί κέρδος μπορώ να βγάλω;
ΦΕΙ. Θα δείρω και τη μάνα μου. ΣΤΡ. Τί λες; Τί λες; Αυτό ᾽ναι
ακόμη πιο βαρύ. ΦΕΙ. Όμως αν εγώ, πιάνοντας τώρα
το λόγο τον αδύνατο,
δείξω πως τις μητέρες μας
ανάγκη να τις δέρνουμε;
Τότε; ΣΤΡ. Αν το κάμεις δα κι αυτό,
έν᾽ απομένει μοναχά:
να πέσετε στο βάραθρο
1450 εσύ, μαζί ο Σωκράτης σου,
κι ο Αδύνατός σας Λόγος.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΚΑΔΑΣ

ΑΡΚΑΔΑΣ
(αστερισμός)
 
Ο Αρκάδας είναι γιος του Δία και της Νύμφης συνοδού της Άρτεμης και ορκισμένης παρθένας Καλλιστώς. Κατά άλλους, πατέρας του είναι ο Πάνας.
 
Όταν η μητέρα του πέθανε από βέλος της Άρτεμης ή μεταμορφώθηκε σε αρκούδα από την Ήρα, ο Δίας έστειλε τον Ερμή με διαταγή να σώσει το παιδί που η Καλλιστώ είχε στην κοιλιά της και να το παραδώσει στη Μαία, τη μητέρα του, για να το αναθρέψει.
 
Από την πλευρά της μητέρας του παππούς του ήταν ο Λυκάονας, βασιλιάς της Αρκαδίας, ο οποίος, για να εκδικηθεί τον Δία που είχε αποπλανήσει την κόρη του Καλλιστώ, ή για να δοκιμάσει τη νοημοσύνη του Δία, τον κάλεσε σε τραπέζι, προσφέροντάς του ως εκλεκτό έδεσμα τον σφαγμένο και διαμελισμένο Αρκάδα. Οργισμένος ο Δίας, με αποστροφή ανέτρεψε το τραπέζι, μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο, έκαψε με κεραυνό την Αρκαδία και ύστερα πήρε τα κομμάτια του σφαγμένου παιδιού του, τα κόλλησε και ξανάδωσε ζωή στο παιδί που έγινε γενάρχης των Αρκάδων*.
 
Μετά τον θάνατο και του τελευταίου γιου του Λυκάονα την εξουσία την πήρε ο εγγονός του Αρκάδας. Αυτός έφερε την καλλιέργεια του ήμερου καρπού και δίδαξε τους ανθρώπους να κάνουν ψωμί και να υφαίνουν ρούχα. Από τον βασιλιά αυτόν η χώρα πήρε το όνομα Αρκαδία αντί Πελασγία και οι κάτοικοί της Αρκάδες αντί Πελασγοί (Παυσανίας 8.2.1-2). Από τη Λεάνειρα, την κόρη του Αμύκλου, ή από την κόρη του Κρόκωνα Μεγάνειρα ή, όπως λέει ο Εύμηλος, από τη νύμφη Χρυσοπέλεια, απέκτησε ο Αρκάδας δύο γιους, τον Έλατο και τον Αφείδα (Απολλόδωρος 3.9).
 
Ο Οβίδιος, παίρνοντας αφορμή από την παλιά ιστορία της μεταμόρφωσης της Καλλιστώς σε αρκούδα, συμπλήρωσε την ιστορία προχωρώντας και σε μια δεύτερη μεταμόρφωση, του Αρκάδα αυτή τη φορά, ύστερα από μια συνάντηση με τη μητέρα αρκούδα. Η Καλλιστώ με τη νέα μορφή της αρκούδας διατήρησε την ανθρώπινη συνείδηση. Σε αυτή τη διπλή κατάσταση συντελείται η συνάντησή της με τον θηρευτή γιο της Αρκάδα, που δεκαπεντάχρονος ασκούνταν στο κυνήγι. Η μητέρα αναγνώρισε το παιδί της, αλλά, αδυνατώντας να επικοινωνήσει μαζί του, κατέφυγε στον ναό του Λυκαίου ή Λύκιου Δία. Ο Αρκάδας εισέδυσε στο ιερό παρά τον τοπικό νόμο να τιμωρείται με θάνατο ο εισβολέας. Η μεταμόρφωση των δυο τους από τον Δία σε αστερισμούς** έσωσε τον έναν από τον άλλον, η μητροκτονία δεν συντελείται και οι δυο τους βρέθηκαν στον ουρανό πλάι ο ένας στον άλλον, Μεγάλη Άρκτος*** η Καλλιστώ και Αρκτούρος****, φύλακας της Άρκτου, ο Αρκάδας ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, Μικρή Άρκτος. Αυτό προκάλεσε την οργή και το παράπονο της Ήρας, αλλά και την υποψία για την τύχη της ως συζύγου του Δία, και γι' αυτό ζήτησε από το ζευγάρι Ωκεανός και Τηθύς να κρατηθούν μακριά η Άρκτος από τον Αρκτούρο.
-----------------------------
*Αναλογίες παρουσιάζει ο μύθος του διαμελισμένου και ανασυγκροτημένου παιδιού με τον Διόνυσο ή τον Πέλοπα, ή και με τον Πελία· το γεύμα που πρόσφερε ο Λυκάων με τα θυέστεια δείπνα· το κάψιμο της γης της Αρκαδίας από τον Δία με το κάψιμο της Σεμέλης· η παιδοφαγία με τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του· ο αποτροπιασμός του Δία με τον αποτροπιασμό της Αθηνάς για την ανθρωποφαγία του προστατευόμενού της Τυδέα. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι και το ξεγέλασμα του θεού, όπως το επιχείρησαν για παράδειγμα ο Προμηθέας και ο Ωρίωνας, ή ο Οδυσσέας όταν γύρισε στην Ιθάκη. Γύρω από δομές και μοτίβα αναπτύσσονται τοπικές λεπτομέρειες.
 
**Η Καλλιστώ και ο Αρκάδας στον ουρανό
 
Και τώρα αυτουνού [του Λυκάονα] ο εγγονός, ο Αρκάδας, ήταν κιόλας
δεκαπέντε·
δεν ήξερε τη μάνα του, ποτέ δεν είχε μάθει για το πάθημά της.
Αγρίμια κυνηγούσε το παιδί, καρτέρι πού να στήσει μελετούσε,
και άπλωνε τα δίχτυα του πυκνά στου Ερυμάνθου γύρω τα ρουμάνια
όταν η τύχη το 'φερε να βρει τη μάνα του μπροστά. Κι αυτή στεκόταν
σα να 'ξερε ποιον είχε αντικρύ. Τραβήχτηκε ξοπίσω ο Αρκάδας,
τον κάρφωναν τα μάτια του αγριμιού, το βλέμμα το ακίνητο - ένας φόβος
τον έπιασε (δεν ήξερε γιατί) κι όπως η αρκούδα έδειχνε λαχτάρα
να τον ζυγώσει, έκανε αυτός κατάστηθα να ρίξει το κοντάρι.
Αλλιώτικη του Δία η βουλή: μαζί μ' αυτούς αφάνισε το κρίμα,
με στρόβιλο τους σήκωσε ψηλά στα πλάτη των απέραντων αιθέρων
για να τους στήσει μες στον ουρανό, μάνα και γιο γειτονικά αστέρια.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 2. 496-507)
 
***Η Καλλιστώ άρκτος
 
Ταύτην ῾Ησίοδός φησι Λυκάονος θυγατέρα ἐν Ἀρκαδίᾳ οἰκεῖν, ἑλέσθαι δὲ μετὰ Ἀρτέμιδος τὴν περὶ τὰς θήρας ἀγωγὴν ἐν τοῖς ὄρεσι ποιεῖσθαι· φθαρεῖσαν δὲ ὑπὸ Διὸς ἐμμεῖναι λανθάνουσαν τὴν Θεόν· φωραθῆναι δὲ ὕστερον ἐπίτοκον ἤδη οὖσαν ὀφθεῖσαν ὑπ' αὐτῆς λουομένην· ἐφ' ᾧ ὀργισθεῖσαν τὴν Θεὸν ἀποθηριῶσαι αὐτήν· καὶ οὕτως τεκεῖν ἄρκτον γενομένην τὸν κληθέντα Ἀρκάδα· οὖσαν δ' ἐν τῷ ὄρει θηρευθῆναι ὑπὸ αἰπόλων τινῶν καὶ παραδοθῆναι μετὰ τοῦ βρέφους τῷ Λυκάονι· μετὰ χρόνον δέ τινα δόξαι εἰσελθεῖν εἰς τὸ τοῦ Διὸς ἄβατον [ἱερὸν] ἀγνοήσασαν τὸν νόμον· ὑπὸ δὲ τοῦ ἰδίου υἱοῦ διωκομένcν καὶ τῶν Ἀρκάδων, καὶ ἀναιρεῖσθαι μέλλουσαν διὰ τὸν εἰρημένον νόμον, ὁ Ζεὺς διὰ τὴν συγγένειαν αὐτὴν ἐξείλετο καὶ ἐν τοῖς ἄστροις αὐτὴν ἔθηκεν· Ἂρκτον δὲ αὐτὴν ὠνόμασε διὰ τὸ συμβεβηκὸς αὐτῇ σύμπτωμα.
῎Εχει δὲ ἀστέρας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ζ ἀμαυρούς, ἐφ' ἑκατέρων ὠτίων β, <ἐπ'> ὠμοπλατῶν λαμπρὸν α, ἐπὶ τοῦ στήθους <α, ἐπὶ τοῦ ἔμπροσθεν ποδὸς> β, ἐπὶ τῆς ῥάχεως λαμπρὸν α, <ἐπὶ τῆς κοιλίας λαμπρὸν α>, ἐπὶ σκέλεσιν ὀπισθίοις β, ἐπ' ἄκρῳ τῷ ποδὶ β, ἐπὶ τῆς κέρκου γ· τοὺς πάντας κδ. (Ερατοσθένης, Καταστερισμοί 1)
 
****Αστερισμός του Βοώτη
 
<Π>ερὶ τούτου λέγεται ὅτι Ἀρκάς ἐστιν ὁ Καλλιστοῦς καὶ Διὸς γεγονώς, ᾤκησε δὲ περὶ τὸ Λύκαιον φθείραντος αὐτὴν Διός· οὗ προσποιησάμενος ὁ Λυκάων τὸν Δία ἐξένιζεν, ὥς φησιν Ἡσίοδος, καὶ τὸ βρέφος κατακόψας, παρέθηκεν ἐπὶ τὴν τράπεζαν· ὅθεν ἐκείνην μὲν ἀνατρέπει, ἀφ' οὗ ἡ Τραπεζοῦς καλεῖται πόλις, τὴν δὲ οἰκίαν ἐκεραύνωσε, τὸν δὲ Λυκάονα ἀπεθηρίωσε καὶ αὐτὸν λύκον ἐποίησε· τὸν δὲ Ἀρκάδα πάλιν ἀναπλάσας ἔθηκεν ἄρτιον· καὶ ἐτράφη παρ' αἰπόλῳ· νεανίσκος δ' ὢν ἤδη δοκεῖ καταδραμεῖν εἰς τὸ Λύκαιον καὶ ἀγνοήσας τὴν μητέρα γῆμαι· οἱ δὲ κατοικοῦντες τὸν τόπον ἀμφοτέρους κατὰ νόμον θύειν ἔμελλον· ὁ δὲ Ζεὺς ἐξελόμενος αὐτοὺς διὰ τὴν συγγένειαν εἰς τὰ ἄστρα ἀνήγαγεν.
(Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1, 8)

ΟΙ 7 ΣΟΦΟΙ

 1. ΧΙΛΩΝ Ο ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ

Ο Χίλων ή Χείλων o Λακεδαιμόνιος, γιος του Δαμαγέτου, ήταν πολιτικός, νομοθέτης, φιλόσοφος και ελεγειακός ποιητής, που έζησε κατά τον στ' π.Χ. αιώνα και αναφέρεται ως ένας από τους Επτά Σοφούς της Aρχαίας Ελλάδας.
 
Γεννήθηκε το 600 π.Χ. στη Σπάρτη και πέθανε το 520 π.Χ. στην Πίσσα της Σικελίας. Κατά την παράδοση (και τον Έρμιππο) πέθανε σε ηλικία 80 ετών κατά τα προλεχθέντα, από τη μεγάλη του συγκίνηση και την υπερβολική χαρά του, όταν αγκάλιασε το γιο του, που μόλις είχε επιστρέψει Ολυμπιονίκης στο αγώνισμα της «πυγμής» (πυγμαχίας), οπότε και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές, ενώ στον τάφο του γράφτηκε η φράση: «Υιός Χίλωνος, πυγμή χλωρόν έλεν κότινον / Είδ΄ο πατήρ στεφανούχον ιδών τέκνον ήμυσεν ησθείς ού νεμεσητόν. Εμοί τοίος ίτω θάνατος» [«Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τέτοιο θάνατο»]. Σύμφωνα με τον Διογένη το Λαέρτιο που τον βιογράφησε (Α’ 3,68-73), οι Σπαρτιάτες ανήγειραν και άγαλμα προς τιμή του, με το επίγραμμα «Τόνδε δορυστέφανος Σπάρτα Χίλων, εφύτευσεν, ός των Επτά Σοφών, πρώτος, έφυ Σοφός» [περ. «Η πολεμόχαρη Σπάρτη γέννησε αυτόν εδώ τον Χίλωνα, που ήταν ο πρώτος, δηλαδή ο μεγαλύτερος, Σοφός από τους επτά Σοφούς»].
 
Ιδιαίτερης τιμής και εκτιμήσεως έχαιρε ο Χίλων και κατά τη διάρκεια της ζωής του. Οι συμπατριώτες του, μάλιστα, τον εξέλεξαν και Έφορο, το 556 π.Χ. (κατά την 56η Ολυμπιάδα). Η θητεία του κρίνεται ιδιαίτερα επιτυχημένη και μάλιστα με μεγάλη σημασία στην ιστορική εξέλιξη του πολιτεύματος της πόλης, αφού κατά τη διάρκεια της θητείας του εισηγήθηκε και πέτυχε τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος του Λυκούργου, με την εξύψωση του θεσμού των Εφόρων και τον αποφασιστικό περιορισμό, κατά τον τρόπο αυτό, της βασιλικής δύναμης και εξουσίας, προς όφελος της λαϊκής κυριαρχίας.
 
Αλλά και μεταξύ των Ελλήνων της υπολοίπου Ελλάδας είχε αποκτήσει φήμη και έχαιρε ιδιαίτερης τιμής ο Χίλων, μεταξύ άλλων για τη ρήση του ότι τα Κύθηρα ήταν καλύτερα να μην υπήρχαν, φράση που αποδείχθηκε σοφή κατά τους μηδικούς πολέμους, όταν ο Δημάρατος συμβούλεψε τον Ξέρξη να συγκεντρώσει εκεί τον στόλο του, συμβουλή που ευτυχώς δεν εισακούστηκε από τον βασιλιά των Περσών, διότι τότε πιθανόν να κυριευόταν όλη η Ελλάδα (πρβλ. Ηρόδοτος Α’59), όπως αποδείχθηκε αργότερα, κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οπότε ο Νικίας εγκατέστησε στο συγκεκριμένο νησί αθηναϊκή φρουρά, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στους Λακεδαιμόνιους.
 
Ενδεικτικός και χαρακτηριστικός της σοφίας του είναι ο διάλογος που φέρεται να είχε, σε μεγάλη πλέον ηλικία, με τον ακμάζοντα, τότε, Αίσωπο. Ο τελευταίος φέρεται να τον ρώτησε «τι πράττει ο Δίας» και εκείνος του απάντησε «Ταπεινοί τα υψηλά και τα ταπεινά υψοί». Σε ερώτηση «κατά τι διαφέρουν οι πεπαιδευμένοι από τους απαίδευτους», απάντησε «ελπίσιν αγαθαίς» και, τέλος, στην ερώτηση «τι είναι δύσκολο» φέρεται να απάντησε το «τα απόρρητα σιωπήσαι και σχολήν [ή, κατ’ άλλη εκδοχή, «χολήν»] εύ διαθέσθαι και αδικούμενον δύνασθαι φέρειν».
 
Τα πιο σπουδαία και γνωστά γνωμικά του, δηλαδή το «μηδέν άγαν», το «γνώθι σαυτόν» και το «εγγύα παρά δ’ άττα» [σημειωτέον ότι το πρώτο απ’ αυτά αποδίδεται, κατ’ άλλη εκδοχή, στον Σόλωνα, ενώ το δεύτερο στον Θαλή] είχαν γραφτεί στον τοίχο (ή στην προμετωπίδα) του ναού του Απόλλωνα, στους Δελφούς. Ειδικά για το γνώθι σαυτόν αναφέρεται από τον Κλέαρχο ότι το γνωμικό αυτό λέχθηκε στον Χίλωνα ως μυστικό από τον θεό (Ι.Στοβαίου Ανθολ., τόμ.Α’ βιβλ.21 παρ.12)
 
2. ΠΙΤΤΑΚΟΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ

Ο Πιττακός ο Μυτιληναίος (περ. 650-570) ήταν πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της Μυτιλήνης, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας και μνημονεύεται μαζί με τον Θαλή, τον Βία και το Σόλωνα σε όλους τους σχετικούς καταλόγους.

Πατρίδα του ήταν η Μυτιλήνη, ο δε Σουίδας θέτει τη γέννησή του κατά την τριακοστή τρίτη Ολυμπιάδα, δηλαδή περί το 652 π.Χ.. Φημιζόταν για την πολιτική και κοινωνική σοφία του, τη σύνεση και την χρηστότητά του, αλλά και την πολεμική ανδρεία του. Στον πολιτικό στίβο της πατρίδας του εισήλθε ενεργά το 612 π.Χ., όταν από κοινού με τους αδελφούς του Αλκαίου, οι οποίοι ηγούνταν της αριστοκρατικής μερίδας, φόνευσε τον τύραννο Μέλαγχρο. Έξι χρόνια μετά τον βρίσκουμε να οδηγεί τους συμπολίτες τους στον πόλεμο κατά των Αθηναίων, με αντικείμενο την κατοχή του Σιγείου. Ο Πιττακός διακρίθηκε στη μάχη, σκότωσε μάλιστα, στο πλαίσιο μονομαχίας, τον Φρύνωνα, στρατηγό των Αθηναίων, νικητή των Ολυμπίων και διάσημο για το θάρρος και την ανδρεία του. Οι Μυτιληναίοι τον τίμησαν για τα κατορθώματά του, όμως εκείνος από τα εδάφη που του προσφέρθηκαν δέχτηκε μόνο την έκταση που σηματοδοτήθηκε από μια ρίψη του ακοντίου του.
 
Κατόπιν, διέθεσε τη γη για ιερή χρήση η οποία έκτοτε αποκαλείται Πιττακού γή.

Ο πόλεμος με τους Αθηναίους έληξε με παρέμβαση του Περιάνδρου, ο οποίος παραχώρησε τη διαφιλονικούμενη έκταση στους Αθηναίους. Οι εσωτερικές ταραχές στην Μυτιλήνη συνεχίστηκαν, υποδαυλισμένες από τη μερίδα των αριστοκρατών, με προεξάρχοντες τον Αλκαίο και τον αδελφό του, Αντιμενίδη. Όταν αυτοί εξορίστηκαν, η πόλη γνώρισε περίοδο σχετικής ηρεμίας, ώσπου οι φυγάδες επιχείρησαν να πετύχουν την επάνοδό τους με τη βία των όπλων. Ο δήμος, προκειμένου να αποκρούσει την απειλή, εξέλεξη ως αισυμνήτη τον Πιττακό, στον οποίο παραχώρησε απόλυτη εξουσία. Ο μεγάλος άνδρας παρέμεινε στο θώκο επί μία δεκαετία (589-579) με την παρέλευση της οποίας παραιτήθηκε από την αρχή εκουσίως.
 
Στη διάρκεια της ηγεμονίας του δεν επιχείρησε να ανατρέψει το πολίτευμα, αλλά επιδόθηκε στη βελτίωση και την αναθεώρηση των νόμων. Οι ολιγαρχικοί τον σκιαγραφούσαν ως τύραννο, ο δε Αλκαίος σε σχόλιό του χαρακτήρισε τον Πιττακό κακοπάτριδα και εξέφρασε την περιφρόνησή του για τον τρόπο με τον οποίο ο λαός τον εξέλεξε ως αισυμνήτη. Ο Πιττακός πέθανε περί το 569, σε ηλικία εβδομήντα ετών κατά τον Διογένη Λαέρτιο, ογδόντα ετών κατά τον Σουίδα και εκατό ετών κατά τον Λουκιανό. Του αποδίδονται πολλά, χαμένα όμως, ελεγειακά ποιήματα, καθώς και πολλά γνωμικά, όπως "χαλεπόν εσθλόν έμμεναι" και το "γίγνωσκε καιρόν". Το πρώτο αποτέλεσε θέμα ωδής του Σιμωνίδη.

3. ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ

O Βίας ο Πριηνεύς ήταν Έλληνας φιλόσοφος , ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, και καταγόταν από την Πριήνη της Ιωνίας (625 – 540 π.Χ.), ήταν γιος του Τευτάμου και γνώρισε μεγάλη φήμη και δόξα γύρω στα 570 π.Χ., την περίοδο που βασιλείς της Λυδίας ήταν ο Αλυάττης και ο Κροίσος.
 
Έγινε γνωστός για την δικαιοσύνη του και την ρητορική του δεινότητα. Ο Σάτυρος ο περιπατητικός, που έγραψε τις βιογραφίες των Σοφών, ονόμασε το Βίαντα «προκεκριμένον των Επτά». Σύμφωνα με τον Σάτυρο, όταν κάποτε οι Αθηναίοι, σύμφωνα με κάποιο θρύλο, βρήκαν, ενώ ψάρευαν, ένα χάλκινο τρίποδα με την επιγραφή «τω σοφώ», δηλαδή στον σοφό, έστειλαν το εύρημα τους στο Βίαντα, κρίνοντάς τον σαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του. Ήταν άνθρωπος ανιδιοτελής, δίκαιος, εγκρατής και λιτοδίαιτος. Τα δύο πιο κύρια γνωρίσματα του ήταν η ρητορική του δεινότητα και το ακοίμητο πνεύμα της δικαιοσύνης, απ` το οποίο διακατέχονταν. Στα δικαστήρια συνηγορούσε πάντα δωρεάν, υπερασπίζοντας σ` αυτά τους αδικούμενους πολίτες. Όταν ήταν αναγκασμένος να καταδικάσει κάποιον σε θάνατο, δάκρυζε. Λέγεται ότι κάποτε απελευθέρωσε κάποιες γυναίκες που είχαν γίνει δούλες, καταβάλλοντας τα λύτρα και αφού τις δίδαξε και τις προίκισε, τις έστειλε πίσω στους δικούς τους.
 
Ο Βίας ήταν γνωστός στην αρχαιότητα για τη μεγάλη αγάπη που έτρεφε στην γενέτειρα πατρίδα του και παροιμιώδης έμεινε η μεγάλη δικανική του δεινότητα. Ο Βίας πέθανε σε ηλικία 85 χρονών περίπου, καθώς αγόρευε στο δικαστήριο. Όπως διηγείται ο Διογένης ο Λαέρτιος, πέθανε όπως πεθαίνουν όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι. Έγραψε το ποίημα «Περί Ιωνίας, τίνα μάλιστ’ αν τρόπον ευδαιμονοίη» (με ποίον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε να ευτυχήσει η Ιωνία), με δύο χιλιάδες στίχους.
 
Οι Πριηνείς τίμησαν το σοφό, τόσο ενόσω ακόμη ζούσε, όσο και μετά το θάνατό του, όταν και του έστησαν μεγαλοπρεπές μνημείο, το λεγόμενο «Τευτάμειον τέμενος» (από το όνομα του πατέρα του, που λεγόταν Τεύταμος ή Τεντεμίδης). Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως όταν η πατρίδα του Πριήνη κατακτήθηκε από τους Πέρσες, οι δε συμπολίτες του έφευγαν πρόσφυγες από εκεί, συναποκομίζοντας και τα υπάρχοντά τους, κάποιος τον ρώτησε γιατί κείνος δεν παίρνει κάτι μαζί του στη φυγή οπότε, ο Βϊας του απάντησε: «Τα εμά πάντα μετ` εμού φέρω», δηλαδή «Ότι έχω μαζί μου το φέρνω», εννοώντας πως δεν είχε κάτι για να πάρει και αυτός, όπως οι άλλοι.
 
Αναφέρεται επίσης ότι ο Ηράκλειτος, ο οποίος πολύ τον είχε εκτιμήσει, είπε για τον Βία: «Εν Πριήνη Βίας εγένετο ο Τευταμείω, ου πλείων λόγος ή των άλλων», υποδηλώνοντας έτσι πως ο Βίας ήτανε ανώτερος από τους άλλους έξη της χορείας των εφτά αρχαιοελλήνων σοφών.

4. ΣΟΛΩΝ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
 
Ο Σόλων (περ. 639 - 559 π.Χ.) ήταν σημαντικός Αθηναίος νομοθέτης, φιλόσοφος, ποιητής και ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας.Ανήκε σε πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια, η οποία καταγόταν από τη γενιά του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Εξηκεστίδης· αυτός φρόντισε για την εκπαίδευση και ανατροφή του γιού του. Όταν ο Σόλων έχασε την περιουσία του, στράφηκε προς το εμπόριο και ταξίδεψε στην Αίγυπτο και τη Μ. Ασία. Επωφελούμενος από τα ταξίδια του αυτά μελέτησε ξένους πολιτισμούς και νόμους, καθώς και τον πολιτικοοικονομικό βίο των άλλων χωρών. Τα εφόδια που απέκτησε τα χρησιμοποίησε αποτελεσματικά για την κοινωνική και οικονομική ανόρθωση της πατρίδας του και έτσι κατόρθωσε να αναδειχτεί στο σπουδαιότερο άνδρα της εποχής του.
 
Την εμπιστοσύνη του λαού την κέρδισε πρώτα με το ποιητικό του έργο. Ο Σόλων υπήρξε και ελεγειακός ποιητής. Έγραψε ελεγεία με τίτλο "Σαλαμίς", στην οποία προτρέπει τους Αθηναίους να ανακτήσουν το αγαπημένο τους νησί. Από την ελεγεία αυτή σώζονται μόνο οκτώ στίχοι. Ο Σόλων έγραψε επίσης πολιτικές ελεγείες, από τις οποίες έχουμε μεγαλύτερα αποσπάσματα. Σε αυτές εκφράζει τα πολιτικά του φρονήματα και αντανακλά τη φιλοπατρία του και την αγάπη του προς τη δικαιοσύνη. Οι ελεγείες του ονομάστηκαν "γνωμικές", επειδή περιέχουν πολλές γνώμες. Με τους φλογερούς του στίχους επηρέασε την αθηναϊκή κοινή γνώμη, συμβουλεύοντας, ενθαρρύνοντας και ενθουσιάζοντας τους Αθηναίους. Στα ποιήματά του έκανε τη διαπίστωση ότι η κακοδαιμονία της πόλης και οι φιλονικίες οφείλονται στον αγώνα των τάξεων και υποσχόταν τη θεραπεία του κακού. Γι' αυτό οι Αθηναίοι τον επέλεξαν ως νομοθέτη, για να αποκαταστήσει την ειρήνη με τη μεταβολή των θεσμών.
 
Ως συνέπεια βίαιης και μακροχρόνιας εξέγερσης των πολιτών ενάντια στους ευγενείς, ο Σόλων κλήθηκε κοινή συναινέσει των αντιμαχόμενων μερών[1], το 594/3 π.Χ. με έκτακτη διαδικασία να νομοθετήσει και για το έργο αυτό εξοπλίστηκε με έκτακτες εξουσίες. Εκείνο το έτος εξελέγη άρχων από το δήμο της Αθήνας και όχι από τον Άρειο Πάγο, όπως προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα της εποχής. Του δόθηκαν οι έκτακτες εξουσίες του διαλλακτού, δηλ. του μεσολαβητή, του συμφιλιωτή, και του νομοθέτου, τις οποίες διατήρησε και μετά το τέλος της ετήσιας αρχοντείας του. Οι νόμοι που θέσπισε δημοσιεύτηκαν ίσως το 592/1 π.Χ. Ο Σόλων, για να αποφύγει μεταβολές της νομοθεσίας του και για να μην αναμειχθεί στην εφαρμογή της, αποδήμησε για δέκα χρόνια. Στην ενέργειά του αυτή διακρίνεται μια πρώτη εφαρμογή της διάκρισης της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Κρίνοντας από την τυραννία του Πεισίστρατου και των διαδόχων του, που εγκαθιδρύθηκε το 561 π.Χ. και διάρκεσε ως το 510 π.Χ., οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα φαίνεται πως δεν αντιμετώπισαν πλήρως τα προβλήματα που επιδίωκαν να λύσουν. Η ουσία τους όμως διατηρήθηκε και μετά το τέλος της τυραννίας και αποτέλεσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο εδραιώθηκε η κλασική αθηναϊκή δημοκρατία.
 
Ο Σόλων κατά τη διάρκεια των δέκα χρόνων της αυτοεξορίας του επισκέφτηκε, μεταξύ άλλων, και το βασιλιά των Σάρδεων Κροίσο, ο οποίος τον ρώτησε αν γνώριζε κανέναν άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από αυτόν. Ο Σόλων του ανέφερε τρεις περιπτώσεις ευτυχισμένων ανθρώπων και τον συμβούλεψε με το γνωστό: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" (=μη μακαρίζεις κανέναν, προτού να δεις το τέλος του). Όταν ξαναγύρισε στην Αθήνα, τη βρήκε σε πολύ καλή κατάσταση χάρη στα δικά του νομοθετικά μέτρα και πέθανε ευτυχισμένος σε βαθιά γεράματα.

5. ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ
 
Ο Περίανδρος ο Κυψέλου, Κορίνθιος, ήταν περιώνυμος για την κακουργία αλλά και τη μεγαλοπραγμοσύνη και σοφία του τύραννος της Κορίνθου (668 – 584π.Χ.) που διαδέχθηκε τον πατέρα του Κύψελο που είχε ανατρέψει την δωρική αριστοκρατία. Υπήρξε στην αρχή πολύ ηπιότερος του πατρός του αλλά αργότερα παρασύρθηκε σε αδικοπραγίες και ωμότητες. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι κάποτε ο Περίανδρος ζήτησε συμβουλή από τον τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο πώς να στερεώσει καλλίτερα την Αρχή του και έλαβε με συμβολική πράξη την απάντηση ότι θα πρέπει να εξοντώσει κάθε ισχυρό αντίπαλο ή αντιδρώντα στο έργο του.
 
Έκτοτε ο Περίανδρος δεν δίστασε ακόμη και να διαπράξει φόνους οικείων του. Έτσι φόνευσε με λακτίσματα τη γυναίκα του Λυσίδη την οποία και αποκαλούσε θωπευτικά «Μέλισσα». Μεταμεληθείς, με την ιδέα της εξιλέωσης, πρόσθεσε νέο αποτρόπαιο έγκλημα όταν κάλεσε σε επίσημη εορτή στην αυλή του τις επιφανέστερες γυναίκες της Κορίνθου ξεγύμνωσε αυτές και έκαψε τα ενδύματα και τα κοσμήματά τους επί της πυράς της εστίας. Τον εκ Λυσίδης γιο του Λυκάφρονα επειδή αντέδρασε στις συμπεριφορές του αυτές εξόρισε στην Κέρκυρα που τότε υπαγόταν στην Κόρινθο. Όταν αργότερα τον ανακάλεσε, ο Λυκάφρονας αρνήθηκε την πατρική και δημόσια θέση λέγοντας πως δεν μπορεί να συζεί με τον φονιά της μητέρας του. Τότε ο Περίανδρος δέχθηκε να παραιτηθεί υπέρ του γιου του και να αποσυρθεί στην Κέρκυρα. Όταν όμως πληροφορήθηκαν τούτο οι Κερκυραίοι φοβούμενοι μη τύχουν άλλης καταπίεσης φόνευσαν τον Λυκάφρονα. Ο Περίανδρος τότε για να τους τιμωρήσει συγκέντρωσε 300 παίδες των καλλιτέρων οικογενειών της Κέρκυρας και τους έστειλε στο Βασιλιά της Λυδίας Αλυάττη για να τους ευνουχίσει κατά το ασιατικό έθιμο. Το πλοίο όμως προσάραξε στη Σάμο και οι νέοι ελευθερώθηκαν.
 
Ο Περίανδρος αν και αγαπούσε τις στρατιωτικές επιδείξεις φαίνεται πως δεν ενεπλάκη σε εξωτερικούς πολέμους. Τον μοναδικό που οργάνωσε ήταν κατά του πεθερού του Προκλέα, τυράννου της Επιδαύρου, με λόγο αιτίας το θάνατο της κόρης του. Αυτές είναι περίπου οι μαρτυρίες των παλαιών που διασώθηκαν περί του Περίανδρου που ίσως να είναι ψευδείς ή υπερβολικές αν γίνει σύγκριση με άλλα γεγονότα από τα οποία διαπιστώνεται ότι επί εποχής του η Κόρινθος ανυψώθηκε σε δύναμη και ακμή και έφθασε να γίνει θαλασσοκράτειρα. Εκτός όμως αυτού ο Περίανδρος υπήρξε και κοινωνικός αναμορφωτής, νομοθέτησε κατά της ασωτίας, πολυτέλειας, εύρεση εργασίας σε φτωχούς και φορολογίας των πλουσίων. Προστάτευσε τα γράμματα και τις τέχνες και κατέστησε την αυλή του κέντρο πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Για δε τη σπάνια θυμοσοφία του κατατάχθηκε μεταξύ των επτά σοφών του αρχαίου κόσμου.
 
Προϊόντα της διανοητικής γονιμότητας και ανθηρότητάς του αποτελούν αφενός ένα μακρύ ποίημά του με τίτλο «Υποθήκες στον ανθρώπινο βίο» από το οποίο ελάχιστα αποσπάσματα διασώθηκαν και αφετέρου τα αποφθέγματά του που αποστάζουν ευγένεια αισθήματος, αλάθητο πείρα και πρακτική σοφία.

6. ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ
 
Ο Θαλής ο Μιλήσιος, (περ 630/635 π.Χ. - 543 π.Χ.), προσωκρατικός φιλόσοφος, που δραστηριοποιήθηκε στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. στη Μίλητο. Του αποδίδεται το έργο Ναυτική Αστρολογία, αλλά θεωρείται μάλλον αμφίβολο αν έγραψε ο ίδιος. Για την ανασύσταση της σκέψης του βασιζόμαστε αποκλειστικά σε μαρτυρίες. Η παράδοση κατατάσσει τον Θαλή μεταξύ των επτά σοφών και τον περιγράφει ως άνθρωπο με πλατιές γνώσεις και μεγάλη επινοητικότητα. Το σημαντικότερο είναι, ωστόσο, ότι μέσω της προβληματικής του για την αρχή του κόσμου ανήγαγε τα πολλαπλά φαινόμενα του κόσμου σε μία απρόσωπη, μοναδική ή ενιαία αρχή, γεγονός που τον κατατάσσει δίκαια στη χορεία των φιλοσόφων και σε έναν απο τους επτά μεγάλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Ο Θαλής είναι γνωστός και για την επιτυχημένη πρόβλεψη της ηλιακής έκλειψης του 585. Ο Θαλής ο Μιλήσιος ανακάλυψε επίσης τις τροπές (ηλιοστάσια), το ετερόφωτο της Σελήνης, καθώς και τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό, από τις ελκτικές ιδιότητες του ορυκτού μαγνητίτη και του ήλεκτρου (κεχριμπάρι).
 
Στην κοσμολογία του φιλόσοφου σημαντικό ρόλο παίζει το νερό (ύδωρ). Του αποδίδονται οι κοσμολογικές απόψεις οτι "η Γη έχει τη μορφή ενός κυκλικού δίσκου που στηρίζεται στο νερό" και ότι "το νερό είναι η αρχή των πάντων". Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στο (Περί Ουρανού Β 13) ήταν η αρχαιότερη θεωρία που είχε διατυπωθεί και είχε παραδοθεί από τον Θαλή. Τούτη η άποψη φέρει ίχνη των ομηρικών και των ησιόδειων κοσμολογικών αντιλήψεων, ιδιαίτερα της εικόνας του Ωκεανού ποταμού που περιβάλλει την Γη και είναι πηγή όλων των υδάτων. Η ιδέα, όμως ότι κάτω από τη γη υπάρχουν νερά, στρέφει το ενδιαφέρον της έρευνας προς την πλευρά της Βαβυλωνιακής και της Αιγυπτιακής μυθολογίας και υποδεικνύει ως ένα βαθμό μια άμεση επαφή του Θαλή με τις μυθολογίες της Εγγύς Ανατολής. Είτε θεωρούσε ότι το νερό εκτός από κοσμογονική αρχή συμμετέχει στη σύσταση του κόσμου είτε όχι, το σημαντικό είναι ότι ο φιλόσοφος αφαιρεί από το νερό τη θεϊκή του ιδιότητα και το αναγνωρίζει μόνον ως φυσικό σώμα.
 
            Όπως μας παραδίδει ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής Α5 και Α3 ο Θαλής πίστευε πως ο κόσμος είναι γεμάτος θεους (πάντα πλήρη θεών είναι) και ότι η ψυχή είναι κάτι το κινητικό (κινητικόν τι). Πρόκειται ουσιαστικά για μια αρχαϊκή διατύπωση της θεωρίας του υλοζωισμού, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι ζωντανός και έμψυχος, γεγονός που πιστοποιείται από την κινητικότητά του. Ο υλοζωισμός στην νεότερη έννοιά του θεωρεί ως δομικό στοιχείο του κόσμου το φυσικό στοιχείο εννοώντας το ως έμβιο, ως οντότητα στην οποία η ύλη και η ενέργεια είναι αδιάσπαστα ενωμένες.

7. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ
 
Ο Κλεόβουλος o Ρόδιος (600–530 π.Χ.), ήταν σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τύραννος της Λίνδου στη Ρόδο κι ένας από τους επτά σοφούς. Ονομάζεται και «Κλεόβουλος ο Λίνδιος» διότι ως γνωστόν η Ρόδος στα παλιά χρόνια ήταν χωρισμένη στις τρεις αρχαίες πόλεις: Λίνδος, Κάμειρος και Ιάλυσος των οποίων μέρη διασώζονται μέχρι και σήμερα. Κατά την επικρατέστερη άποψη ο σοφός είχε Δωρική προέλευση, ο ίδιος δε, έλεγε πως έλκει την καταγωγή του απευθείας από τον Ηρακλή. Έζησε την ίδια εποχή με το Σόλωνα, γεγονός που το επιβεβαιώνει μία επιστολή του που διασώθηκε και απευθύνεται στον Αθηναίο νομοθέτη.
 
Ο Κλεόβουλος ξεχώριζε για τη δύναμη και την ομορφιά του. Είχε ταξιδέψει πολύ και είχε γνωρίσει την αιγυπτιακή φιλοσοφία. Η Λίνδος κατά την εποχή του Κλεόβουλου, γνώρισε τεράστια πολιτιστική ακμή κι έγινε κέντρο των τεχνών και του πολιτισμού. Ο Κλεόβουλος ήταν αυτός που αναβίωσε την λατρεία της Λίνδιας Αθηνάς κι έχτισε έναν θαυμάσιο ναό, στον χώρο του παλιού ναού της Αθηνάς, ο οποίος χρονολογείται από την Μυκηναϊκή περίοδο. Από τα έμμετρα αινίγματα για τα οποία φημίζεται ο Κλεόβουλος δε διασώθηκε παρά μόνο το ακόλουθο, η λύση του οποίου είναι το έτος, οι μήνες και οι μέρες: «ένας ο πατέρας και τα παιδιά του δώδεκα. Καθένα από τα παιδιά έχει δυο φορές τριάντα θυγατέρες που έχουν όψη διαφορετική. Άλλες είναι άσπρες κι άλλες μαύρες κι ακόμη όλες είναι αθάνατες κι όλες πεθαίνουν».
 
Πέθανε στη Λίνδο, σε ηλικία 70 ετών, και στο μνήμα του επάνω οι Ρόδιοι, χάραξαν το επίγραμμα: «Άνδρα σοφόν Κλεόβουλον αποφθίμενον καταπένθει ηδε πατρίς Λίνδος, πόντω αγαλλόμενην», που σημαίνει: «Τον σοφό Κλεόβουλο κλαίει αυτή εδώ η πατρίδα του, η Λίνδος, η από τη γύρω θάλασσά της λαμπρυνόμενη». Μεταξύ των άλλων ο Κλεόβουλος έγραψε – κατά τη σχετική παράδοση – και 3.000 γρίφους (αινίγματα), καθώς και πλήθος επιγράμματα. Στον Κλεόβουλο αποδίδεται και το επιτύμβιο επίγραμμα που είναι γραμμένο στον τάφο του βασιλιά των Φρυγών, Μίδα.

Γιατί ο Παρθενώνας είναι αντισεισμικός;

Κοιτάξτε τον Παρθενώνα, λένε κάποιοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στέκεται ανέγγιχτος από τους σεισμούς, αν και δεν έχει θεμέλια! Δεν χρειάζεται να είσαι μηχανικός για να κατανοήσεις πως ένα κτίριο σαν τα φτιαγμένα με τουβλάκια Lego, δηλαδή χωρίς θεμελίωση, είναι αδύνατον να αντιμετωπίσει σεισμό, και στην περίπτωσή μας σεισμούς. Θα σωριαστεί κάτω.

Ο Παρθενώνας βεβαίως και έχει θεμελίωση, η οποία μάλιστα σε κάποιο σημείο πηγαίνει σε βάθος... 11μ και φυσικά έχει και βάση, επάνω στην οποία ορθώθηκε η ανωδομή. Δεν είναι λιγότερο μοναδικό ή κορυφαίο μνημείο επειδή έχει θεμέλια, και ο Ικτίνος με τον Καλλικράτη δεν γίνονται λιγότερο μεγαλοφυείς. Δεν παύουν δηλαδή να υπάρχουν τα κορυφαία επιτεύγματα που τον καθιστούν πρότυπο.

Σε πολλά γραπτά του ο Μανόλης Κορρές, καθηγητής αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ και σήμερα πρόεδρος της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως, ο άνθρωπος που ανάλωσε δεκαετίες στην αναστήλωση του Παρθενώνα, αναφέρεται στη θεμελίωση του ναού. Στον τόμο «Ο Παρθενώνας και η ακτινοβολία του στα νεώτερα χρόνια» των εκδόσεων Μέλισσα, σημειώνει ανάμεσα σε άλλα: «Χάρις σε συστηματικές ανασκαφές των εδαφών γύρω από το μνημείο, και σε ειδικές μελέτες των λίθων του, των κατά χώραν και των διασπάρτων, είναι σήμερα βέβαιον ότι η ανέγερση ενός πρώτου μαρμάρινου Παρθενώνος στη θέση ακόμη παλαιότερων ιερών άρχισε το 490 π.Χ. ή το επόμενο έτος ως έκφραση ευγνωμοσύνης και τιμής για τη μεγάλη νίκη στο πεδίο του Μαραθώνος. Είναι μάλιστα πιθανόν ότι το γιγάντιο βάθρο εκείνου του πρώτου μαρμάρινου Παρθενώνος είχε ως αρχικό προορισμό να φέρει ένα μείζονα πώρινο ναό, απραγματοποίητο σχέδιο των ιδρυτών της δημοκρατίας.

Το βάθρο αυτό, ο περίφημος στερεοβάτης του Παρθενώνος, μέρος του οποίου είναι ακόμη ορατό κάτω από τον κλασικό ναό, έχει μήκος 78 μέτρων και είναι σε όλη την έκτασή του συμπαγές, κτισμένο με πειραϊκούς λίθους βάρους δυο τόννων, εδράζεται δε σε μεγάλες λαξευτές οριζόντιες βαθμίδες του βράχου, σε βάθη που στη νότια πλευρά του φθάνουν τα 11μ.

Περισσότερες λεπτομέρειες δίνει ο Κωνσταντίνος Β. Συριόπουλος στη μελέτη του «Ο στερεοβάτης του Παρθενώνος» έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ο μελετητής σημειώνει πως το σχήμα του θεμελίου θα πρέπει να νοηθεί ως ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο προσαρμοσμένο στη ανώμαλη επιφάνεια του βράχου. Στο μεγαλύτερο βάθος του φθάνει τα 10,7μ και αποτελείται από 22 δόμους πειραϊκού ακτίτη μέχρι τη μαρμάρινη κρηπίδα του ναού. Σε άλλα σημεία, όπου υπήρχε βράχος, μπορεί και να φτάσει σε βάθος λιγότερων δόμων, αν και ο βράχος έχει απολαξευθεί σε πολλά σημεία, ώστε να δεχτεί τις στρώσεις των θεμελίων.

Ο Κων. Συριόπουλος διαβάζει τα αποσπάσματα των οικοδομικών επιγραφών που έχουν σωθεί και διαπιστώνει πως μονάχα ένα έτος έχουμε μεταφορά λίθων (μετά υπάρχει μεταφορά, αλλά από Πεντέλη, επομένως πρόκειται για μάρμαρο). Το δε τέταρτο έτος αναφέρεται προμήθεια κορμών δέντρων. Συμπεραίνει πως τότε είχε ολοκληρωθεί η θεμελίωση και ξεκινούσε η υποδομή. Αρα, όπως και άλλα στοιχεία δείχνουν, ο στερεοβάτης δεν έγινε ολόκληρος στο πλαίσιο του περίκλειου οικοδομικού προγράμματος, αλλά είχε ξεκινήσει πριν και εγκαταλείφθηκε κατόπιν. Μάλιστα, διαπιστώνει ότι υπήρξε μικρή επέκταση της βάσης του ναού όταν το πρόγραμμα ξεκίνησε κανονικά.
Το νότιο τμήμα του στερεοβάτη έχουν δει οι επιστήμονες κατά τη διάρκεια ανασκαφών που έγιναν στον Ιερό Βράχο τον 19ο αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον οθωμανικό ζυγό. Εχει απαθανατισθεί σε φωτογραφίες της εποχής από το Γερμανικό Αρχαιολογικό΄ Ινστιτούτο. Ένα τμήμα είναι ακάλυπτο και σήμερα.

Επομένως ο Παρθενώνας έχει θεμέλιο, και αυτά είναι ένας λόγος που συγκρατείται κατά τους σεισμούς, τους οποίους αντιμετωπίζει από το 426 π.Χ. Στις μέρες μας έχουν παρουσιαστεί μικρά προβλήματα και συγκεκριμένα στροφή ενός κίονα κατά χιλιοστά. Σε γενικές γραμμές όμως είναι ένα οικοδόμημα που συμπεριφέρεται άριστα κατά τη διάρκεια αυτών των καταστροφικών φυσικών φαινομένων. Πού το οφείλει αυτό;

Το βραχώδες υπόστρωμα και η ισχυρή θεμελίωση είναι δύο μόνο από τους λόγους. Η βάση στην οποία είπαμε πως πατάει, από λεπτές οριζόντιες μαρμάρινες πλάκες, είναι ο επόμενος. Επίσης οι κίονες δεν είναι μονοκόμματοι, αλλά αποτελούνται από επιμέρους τμήματα, τους σφονδύλους. Τέλος, οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που συνδέουν το κάθε στρώμα περιβάλλονται από μολύβι, το οποίο βοηθά στην ελαστικότητα μετατρέποντας σε θερμική ενέργεια τμήμα της κινητικής.

Πριν κλείσουμε, θα ήθελα να παραθέσω μια ανάμνηση από ξενάγηση που είχε κάνει ο Μανόλης Κορρές σε ειδικούς επιστήμονες κατά τη δεκαετία του 80 και στην οποία είχα παραστεί ως νεαρή δημοσιογράφος. Είχε αναφέρει το εντυπωσιακό πως ο Παρθενώνας θα μπορούσε σήμερα να κρατήσει επάνω του ένα αεροπλανοφόρο, τονίζοντας πως όταν έχτιζαν οι πρόγονοί μας, έχτιζαν για την αιωνιότητα.

ΔΕΣ: ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ


Η υπερανάλυση, σκοτώνει την ευτυχία

Η σκέψη είναι αναμφίβολα το εργαλείο που όταν ενεργοποιείται ο άνθρωπος εξελίσσεται. Είναι η καλύτερη τροφή, με την οποία μπορείς να τροφοδοτήσεις το μυαλό σου. Τι γίνεται όμως όταν η σκέψη, μεταλλάσσεται σε υπερανάλυση; Σας έχει τύχει να σκέφτεστε κάτι τόσο εμμονικά, σημαντικό ή ασήμαντο, που να νιώθετε ότι έχετε παραλύσει;

Είναι η στιγμή που η ίδια σου η σκέψη γίνεται εχθρός σου. Ζεις φυλακισμένος μέσα στις ατελείωτες αναλύσεις που κάνει το μυαλό σου, ανεξέλεγκτο. Πράττεις λιγότερα από όσα σκέφτεσαι, και μένεις έτσι απλά παθητικός, χαμένος στις χιλιάδες σκέψεις-εμπόδια. Πλημμυρίζεις με αμφιβολίες και ανασφάλειες, που σου ρουφάνε όλη την ενέργεια. Κατακλύζεσαι από σενάρια δίχως και τέλος, και πάντα έχεις την εντύπωση ότι θα πραγματοποιηθεί το χειρότερο σενάριο. Αναλύεις τόσο πολύ την κάθε πιθανότητα, που καταλήγεις να βρίσκεις και το πιο δυσδιάκριτο και αδιάφορο τροχοπέδη. Ακόμα και τις πιο ευτυχισμένες μέρες σου, τις αναλύεις τόσο πολύ που τις ξεφτίζεις και χάνουν την μαγεία τους. Ψάχνεις για παγίδες, και με την υπερανάλυση τις δημιουργείς.

Ατέρμονοι εσωτερικοί μονόλογοι, ατέρμονες αναλύσεις που σε παραλύουν ψυχολογικά και νιώθεις ανίκανος να πάρεις μια οριστική απόφαση. Χτυπάς πάντα πάνω σε αντιφάσεις και όχι αποφάσεις. Και παράλληλα μ’ αυτή τη νοσηρή κατάσταση, στήνεις τον εαυτό σου στον τοίχο κάθε φορά που δεν συμβαίνουν τα πράγματα όπως και τα έχεις σχεδιάσει στην εντέλεια μέσα στο μυαλό σου.

Αναλογίζεσαι τόσο αυτά που σου συμβαίνουν, ή αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν. Γιατί; Πώς; Αν; είναι οι ερωτήσεις που σε στοιχειώνουν. «Γιατί είπε αυτό; «Τι θα γινόταν αν;». Και άντε να βρεις άκρη μέσα στον καταιγισμό ερωτηματικών. Και σκέψη στη σκέψη, χορεύεις μέσα σε ένα φαύλο κύκλο, που δεν έχει τελειωμό. Σκέφτεσαι τόσο πριν πεις ή κάνει κάτι, από φόβο μήπως σε κρίνουν, που χάνεις τον αυθορμητισμό σου. «Δεν έπρεπε να απαντήσω αυτό. Τι έπρεπε όμως να απαντήσω; Ποια θα ήταν η σωστή απάντηση;». Και φτου απ’ την αρχή.

Το να ελέγχεις την σκέψη σου και το νου σου είναι ακανθώδη διαδικασία. Η σκέψη περισσότερο σε ελέγχει, παρά την ελέγχεις. Δοκίμασε να απαντήσεις με αντιπερισπασμούς. Σε αποκρουστικές σκέψεις να απαντάς με δημιουργικότητα. Την ενέργεια που σπαταλάς γι’ αυτές, διοχέτευσέ την σε μια παραγωγική δραστηριότητα. Χόρεψε, ζωγράφισε, γυμνάσου, βγες μια βόλτα στη φύση.

Οτιδήποτε σε κρατάει μακριά και ασφαλή από τα παιχνίδια του μυαλού. Μην αναλώνεσαι και υπερφορτώνεις το μυαλό σου. Μην αναλύεις τη παραμικρή κουβέντα που σου λένε, και αν σε προβληματίζουν, ρώτα ευθέως. Με το να αναλύεις όλες τις κινήσεις τους, ψάχνοντας για λάθη, απλά τα δημιουργείς μόνος σου. Με το να ψειρίζεις λεπτομέρειες κάνεις τα πράγματα σύνθετα, ενώ είναι πολύ απλά.

Και η σκέψη χρειάζεται ισορροπία. Όταν χαθεί αισθάνεσαι όμηρος των σκέψεων-φαντασμάτων που κάνει το ίδιο σου το μυαλό. Η υπερανάλυση, όμως, από την πραγματική δράση απέχει. Νομίζεις ότι θα σε πάει μπροστά, αλλά σε τραβάει μίλια πίσω. Μην προσπαθείς να ελέγξεις τα πάντα. Να φιλτράρεις ποια θέματα αξίζουν την αμέριστη προσοχή σου. Κάποια πράγματα συμβαίνουν, απλά για να συμβούν, και να τα προσπεράσεις. Σαν να είναι αυτή η μοίρα τους. Μην εξαντλείς την σκέψη σου, για να τα κάνεις όλα ιδανικά. Δεν γίνεται.