Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 155e-156a)

[13] Ἐπεὶ δὲ καὶ οὗτος ἔσχεν ὁ λόγος τέλος, ἡ μὲν Εὔμητις ἐξῆλθε μετὰ τῆς Μελίσσης, τοῦ δὲ Περιάνδρου τῷ Χίλωνι προπιόντος εὐμεγέθη κύλικα, τῷ δὲ Βίαντι τοῦ Χίλωνος, Ἄρδαλος ἐπαναστὰς καὶ προσαγορεύσας τὸν Αἴσωπον, «σὺ δ᾽ οὐκ ἄν,» ἔφη, «διαπέμψαιο δεῦρο τὸ ποτήριον πρὸς ἡμᾶς, ὁρῶν τούτους ὥσπερ τὴν Βαθυκλέους κύλικα διαπεμπομένους ἀλλήλοις, ἑτέρῳ δὲ μὴ μεταδιδόντας;»

[155f] Καὶ ὁ Αἴσωπος, «ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῦτ᾽,» ἔφη, «τὸ ποτήριον δημοτικόν ἐστι· Σόλωνι γὰρ ἔκπαλαι παράκειται μόνῳ.»
Τὸν οὖν Μνησίφιλον προσαγορεύσας ὁ Πιττακὸς ἠρώτησε τί οὐ πίνει Σόλων ἀλλὰ καταμαρτυρεῖ τῶν ποιημάτων ἐν οἷς γέγραφεν,
ἔργα δὲ Κυπρογενοῦς νῦν μοι φίλα καὶ Διονύσου
καὶ Μουσέων, ἃ τίθησ᾽ ἀνδράσιν εὐφροσύνας.
Ὑποφθάσας δ᾽ Ἀνάχαρσις «σὲ γάρ, ὦ Πιττακέ, καὶ τὸν σὸν ἐκεῖνον τὸν χαλεπὸν φοβεῖται νόμον, ἐν ᾧ γέγραφας Ἐάν τις ὁτιοῦν μεθύων ἁμάρτῃ, διπλασίαν ἢ τῷ νήφοντι τὴν ζημίαν εἶναι.»
Καὶ ὁ Πιττακός, «σὺ δέ γ᾽,» εἶπεν, «οὕτως ἐξύβρισας εἰς τὸν νόμον, ὥστε πέρυσι παρ᾽ Ἀλκαίου ἀδελφῷ μεθυσθεὶς ἆθλον αἰτεῖν καὶ στέφανον.»

[156a] «Τί δ᾽ οὐκ ἔμελλον,» ἔφη ὁ Ἀνάχαρσις, «τῷ πλεῖστον πιόντι προκειμένων ἄθλων πρῶτος μεθυσθεὶς ἀπαιτεῖν τὸ νικητήριον; ἢ διδάξατέ μ᾽ ὑμεῖς, τί τέλος ἐστὶ τοῦ πολὺν πιεῖν ἄκρατον ἢ τὸ μεθυσθῆναι.»
Τοῦ δὲ Πιττακοῦ γελάσαντος ὁ Αἴσωπος λόγον εἶπε τοιοῦτον· «λύκος ἰδὼν ποιμένας ἐσθίοντας ἐν σκηνῇ πρόβατον ἐγγὺς προσελθών, “ἡλίκος ἂν ἦν,” ἔφη, “θόρυβος ὑμῖν, εἰ ἐγὼ τοῦτ᾽ ἐποίουν.”»
Καὶ ὁ Χίλων «ὀρθῶς,» ἔφη, «Αἴσωπος ἠμύνατο, μικρὸν ἔμπροσθεν ἐπιστομισθεὶς ὑφ᾽ ἡμῶν, εἶτα νῦν ὁρῶν ἑτέρους τὸν Μνησιφίλου λόγον ὑφηρπακότας· Μνησίφιλος γὰρ ᾐτήθη τὴν ὑπὲρ Σόλωνος ἀπόκρισιν.»

***
[13] Όταν τέλειωσε η συζήτηση και αυτού του θέματος, η Εύμητη αποσύρθηκε μαζί με τη Μέλισσα. Ο Περίανδρος τότε, αφού ήπιε από ένα μεγάλο ποτήρι, το πρόσφερε στον Χίλωνα· ήπιε κι αυτός και ύστερα το πρόσφερε στον Βίαντα. Τότε ο Άρδαλος ανασηκώθηκε στο ανάκλιντρό του και, απευθυνόμενος στον Αίσωπο, του είπε: «Δεν θα στείλεις λοιπόν και εσύ προς τα δω το ποτήρι σου σε μας, αφού βλέπεις ότι αυτοί εδώ στέλνουν το ποτήρι τους ο ένας στον άλλον, σαν να ήταν το ποτήρι του Βαθυκλή, και δεν το δίνουν σε κανέναν άλλον;»

[155f] Και ο Αίσωπος είπε: «Μα ούτε κι αυτό το ποτήρι έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία, αφού από την αρχή μένει μόνο δίπλα στον Σόλωνα».
Τότε ο Πιττακός, απευθυνόμενος στον Μνησίφιλο, τον ρώτησε γιατί δεν πίνει ο Σόλωνας, αλλά αναιρεί τους στίχους του, στους οποίους είχε γράψει
Τα έργα της θεάς της Κυπρογέννητης, του Διόνυσου και των Μουσών,
που όλα τούς ανθρώπους ευφραίνουν, τώρα μου είν᾽ αγαπημένα.
Πρόλαβε όμως ο Ανάχαρσης και είπε: «Μα, φυσικά, Πιττακέ μου, επειδή φοβάται εσένα και τον σκληρό σου εκείνον νόμο, στον οποίο είχες γράψει: “Αν κάνει κανείς κανένα κακό μεθυσμένος, να του επιβάλλεται διπλάσια ποινή από ό,τι στον αμέθυστο”».
Και ο Πιττακός είπε: «Εσύ, πάντως, έδειξες τόση θρασύτητα και περιφρόνηση στον νόμο μου, ώστε πέρυσι που μέθυσες στο σπίτι του αδερφού τού Αλκαίου ζητούσες βραβείο και στεφάνι!»

[156a] «Και γιατί να μη ζητούσα το βραβείο της νίκης», είπε ο Ανάχαρσης, «αφού είχαν ορισθεί βραβεία γι᾽ αυτόν που θα έπινε το περισσότερο κρασί κι εγώ μέθυσα πρώτος απ᾽ όλους; Αλλιώς εξηγήστε μου εσείς ποιόν άλλο σκοπό έχει το να πιει κανείς πολύ ανέρωτο κρασί παρά για να μεθύσει».
Γέλασε ο Πιττακός, και ο Αίσωπος είπε τον ακόλουθο μύθο: «Ένας λύκος είδε μια φορά κάτι τσομπάνηδες να τρων σε μια καλύβα ένα πρόβατο. Πλησίασε λοιπόν και είπε: “Τί φασαρία, λέω, θα κάνατε, αν το ᾽χα κάνει εγώ αυτό!”».
Τότε ο Χίλωνας είπε: «Πολύ καλά έκανε ο Αίσωπος που υπερασπίσθηκε τον εαυτό του, αφού εμείς του κλείσαμε πριν από λίγο το στόμα, και τώρα βλέπει ότι άλλοι άρπαξαν τον λόγο από το στόμα του Μνησίφιλου· γιατί από τον Μνησίφιλο ήταν που ζητήθηκε να δώσει μια απάντηση υπέρ του Σόλωνα».

Ο εγωισμός, δεν τρώγεται αλλά μπορεί να σε καταπιεί

Τόσος θόρυβος και καθώς περνάει η ζωή χάνονται πολύτιμες ώρες, μέρες, χρόνια και εσύ τα κοιτάς όλα αυτά από μακριά.

Περνούν οι στιγμές και καταλήγεις στο τέλος να μην θυμάσαι πως έφτασες ως εδώ και να πορεύεσαι μόνος σου.

Πολεμάς, χτυπάς, βασανίζεσαι ενώ ξέρεις πως όσο αντιστέκεσαι τόσο ο κύκλος κλείνει.

Ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα όπως λένε και για μια φορά πρέπει να σταματήσεις εδώ γιατί κινδυνεύεις να χαθείς.

Με το πείσμα και τον εγωισμό κατάφερες μόνο αναμνήσεις να έχεις από τους ανθρώπους που σε αγάπησαν.

Δεν κυνήγησες κανέναν, τους άφησες όλους να φύγουν, δεν διεκδίκησες τίποτα.

Αφέθηκες στην μουντάδα σου και έκανες την ζωή σου μονόχνοτη χωρίς ενδιαφέρον και ο χρόνος έχει γίνει βουνό και σε πλακώνει.

Σταμάτησες να κάνεις όνειρα γιατί δεν βλέπεις τίποτα στον ορίζοντα αφού δεν έδωσες σημασία στο ταξίδι της ζωής σου.

Ξέχασες ότι δεν είσαι μόνος σε αυτήν την ζωή, έχεις συνοδοιπόρους οι οποίοι περιμένουν να τους πιάσεις από το χέρι.

Γι' αυτό σου λέω, ξύπνα και βάλε στην άκρη αυτά που σε καταστρέφουν.

Μην κλειδώνεις την πόρτα και αν δεν μπορείς να την αφήσεις τέντα άφησέ την μισάνοιχτη. Μπορεί να μπορέσει να τρυπώσει κάποιος και που ξέρεις; Μπορεί να σωθείς.

Μαγκιά δεν είναι να δείχνεις σε όλους την μούρη σου.

Μαγκιά είναι να βλέπουν την ψυχή σου, αυτή που χωράει μόνο αγάπη και κάνει τις καρδιές να σκιρτούν.

Μην ζεις με αυταπάτες. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει περιμένοντας.

Δώσε πνοή στην ζωή σου και ζήσε μακριά από αυτά που σε καταστρέφουν.

Ο εγωισμός ξέρεις δεν τρώγεται.
Μπορεί όμως να σε καταπιεί….

Μεταξύ γνώσης και αλήθειας, βρίσκεται μια ευτυχία

Δύο κόσμοι παράλληλοι με πολλούς υποστηριχτές. Από την μία δεσπόζει ο κόσμος της γνώσης, όπου κυριαρχεί η δύναμη και από την άλλη εκείνος της άγνοιας με πρωτοστάτη την ευτυχία. Και τώρα μπορείς να το παίξεις κορώνα γράμματα και να κάνεις την επιλογή σου. Με ποιο στρατόπεδο θες να’ σαι;

Μέσα από την γνώση ο άνθρωπος έχει κατακτήσει πολλά στο πέρασμα των χρόνων. Κατέρριψε μύθους και δοξασίες, ξεπέρασε τον ίδιο του τον εαυτό. Είδε την αλήθεια στα μάτια και την αντιμετώπισε με όποιο κόστος. Πράγματι η αλήθεια πολλές φορές πονάει, μπορεί να γίνει οδυνηρή, μα είναι μονόδρομος. Δεν μπορούσε αλλιώς ο άνθρωπος να μάθει κάτι καινούριο και να αφήσει πίσω του, την όποια σκόπελο του έτρωγε το χρόνο. Πολύ αργότερα έμαθε πως αυτός ο υπερβάλλον ζήλος που τότε δεν ήξερε καν να ονομάσει, είχε κάποιο αντίκτυπο. Θα έβγαινε κάποιος και θα έλεγε πως τελικά ο χρόνος είναι χρήμα.

Και η γνώση στα χέρια εκείνων που την κατέκτησαν είναι δύναμη. Είναι ένα όπλο, φυσικά εδώ η λέξη είναι φορτισμένη θετικά. Είναι λοιπόν ένα όπλο που μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους στην εξέλιξη, στην πρόοδο. Βέβαια, η ιστορία έχει αποδείξει πως καθετί νεωτεριστικό κουβαλάει στα βάθη του πυρήνα του και μια καταστροφή. Και εδώ έρχομαι να απαντήσω, ένα μεγαλόπρεπο όχι σε όσους πιστεύουν πως η καταστροφή της ανακάλυψης είναι αναπόφευκτη. Αν τα περισσότερα γίνονται με μέτρο, αν μάθουμε να σεβόμαστε ότι μας προσφέρεται, τότε ναι, υπάρχει ελπίδα.

Ας σκεφτούμε τώρα το περιβάλλον μας από έναν καλοσχηματισμένο αντίποδα, αυτόν της άγνοιας. Από πόσες σημερινές λύπες, θα ήμασταν απαλλαγμένοι, αν τελικά δεν γνωρίζαμε; Πόσο πιο απλός θα ήταν ο κόσμος μας, τότε; Οι άνθρωποι θα ήταν ολιγαρκής σε αυτήν την περίπτωση και η μάστιγα της νέας εποχής που έχει γίνει must, το άγχος απλά δεν θα ευδοκιμούσε. Δεν θα μπορούσε να βρει πρόσφορο έδαφος σε τόση ησυχία, θα κατορθώναμε με έναν περίεργο τρόπο να το αφανίσουμε. Γιατί, σε αυτόν τον κόσμο θα κυριαρχούσε η ευτυχία. Και οι άνθρωποι δεν θα την αντιμετώπιζαν σαν κάτι βαρετό, αλλά σαν κάτι άξιο θαυμασμού. Όλοι θα ήθελαν να την έχουν.

Κλείνοντας ας θυμόμαστε πως η γνώση είναι σπουδαίο πράγμα, όπως και η αλήθεια. Αρκεί να μην φέρνουν μαζί τους πόνο. Και ειδικά εκείνον τον πόνο που είναι μη διαχειρήσιμος. Κι αν θέλαμε να είμαστε ευτυχισμένοι μπορούμε να γινόμαστε για λίγο παιδιά και να βρούμε την ευτυχία κάπου εκεί στα μισά να μας κλείνει το μάτι.

Μεταξύ μας ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια

Ψέματα που ειπώθηκαν κι αλήθειες που κρύφτηκαν για τα καλά. Μια χούφτα ουσία ό,τι απόμεινε για σένα και για μένα. Αυτό ήμασταν, όμως. Δυο άνθρωποι που απέφυγαν αυτό που ποτέ τους δεν άντεξαν να δουν και που συγκάλυψαν αυτό που δεν είχαν το θάρρος να υποστηρίξουν. Έγκλημα το ψέμα μας, μάτια μου, κι όπλο μας η ασυνειδησία. Κι η ποινή; Μια σκέτη, ωμή θρασεία απενοχοποίηση.  Αυτοκριθήκαμε αθώοι.  Γιατί, άλλωστε, ποιο το νόημα να κατηγορήσεις κάποιον για την ίδια του την αυτοκαταστροφή;

Και δεν ντραπήκαμε ποτέ μας. Τραπήκαμε μονάχα σε αυτή την άτακτη φυγή που βόλεψε όπως-όπως τις αδυναμίες μας. Και τι μας έμεινε τελικά; Χίλια δυο «αν» κι άλλα τόσα ερωτηματικά για την πιθανότητα να είχαμε δοκιμάσει έστω και λίγο να είμαστε αληθινοί. Να είμαστε ειλικρινείς.

Πόσα θα μπορούσα να δεχτώ αν μου τα είχες πει ευθέως; Πόσα θα μπορούσες να μου συγχωρήσεις, αν τα είχες μάθει από μένα; Πόσο βάρος κουβαλήσαμε τελικά μόνοι μας, από φόβο πως ο άλλος δε θα άντεχε να το σηκώσει μαζί μας και πώς αυτό πλάκωσε και τους δυο μας;

Αν αυτό που μου έκρυψες θα το αγαπούσα περισσότερο; Το αναρωτηθήκαμε ποτέ αυτό; Αν θα αγκάλιαζα τις φοβίες σου κι αν θα απάλυνες τον πόνο απ’ τις πληγές μου; Δυο τέλειοι, αλάθητοι άνθρωποι εγώ κι εσύ. Δυο άνθρωποι τόσο ψεύτικα αυτοδύναμοι, που πειστήκαμε τελικά πως δεν έχουμε ανάγκη να υπάρχουμε μαζί.

Το πιο μεγάλο ψέμα μας ήταν ότι εμείς οι δυο ερωτευτήκαμε σαν τέλειοι. Ήθελα να είμαι ό,τι καλύτερο για σένα κι ήθελες να ‘σαι ό,τι καλύτερο για μένα κι αποκρύψαμε αυτά που κινδύνευαν να μας χαλάσουν την άριστα δομημένη εικόνα μας. Μα δε γλυτώνεις τελικά απ’ αυτό που είσαι. Μόνο να το αποδεχτείς και να το αγαπήσεις σου απομένει. Να το κάνεις κομμάτι σου, να το κάνεις ζωή σου κι αντί να το σέρνεις όπως-όπως κακομεταχειρίζοντάς το σαν για τιμωρία, να το εκτιμήσεις πρώτος εσύ.

Σκέφτομαι ώρες-ώρες τις στιγμές που σε θυμάμαι να μου λες αυτά που τότε νόμιζα για αλήθεια. Πώς μου χαμογελούσες. Πώς με φιλούσες. Πώς με έκλεινες στην αγκαλιά σου και σου φώναζα πως θα με πνίξεις με ένα ασταμάτητο γέλιο να αντηχεί στους τοίχους. Στους τοίχους που στεριώναμε αυτό που χτίζαμε. Στους τοίχους που τελικά διατηρούσαμε αυτό που λίγο-λίγο γκρεμίζαμε.

Αλλά, βλέπεις, εμείς τα θέλαμε όλα δικά μας. Μέγιστη πλεονεξία τα ψέματά μας. Θέλαμε κι όλα όσα κερδίζαμε λέγοντας ψέματα, αλλά κι όλα όσα δίναμε ο ένας στον άλλο όντας παντελώς ανίδεοι.

Εκμεταλλευτήκαμε, τελικά, όλα όσα αγαπήσαμε. Εκμεταλλεύτηκα την εμπιστοσύνη μου κι εκμεταλλεύτηκα την κατανόησή σου. Εκμεταλλεύτηκες την ασφάλεια που σου προσέφερα κι εκμεταλλεύτηκα τα όνειρα που έκανες για εμάς.

Έτσι δε γίνεται με τα ψέματα που λέμε σε αυτούς που αγαπάμε; Εκμεταλλευόμαστε αυτά που τους έφεραν κοντά μας. Τους θέλαμε για όλα αυτά που στο τέλος εμείς οι ίδιοι ξεπουλήσαμε για να αγοράσουμε βολή. Μπόλικη βολή.

Δεν ξανακοιταχτήκαμε ποτέ στα μάτια. Τι να πεις πια όταν δεν είπες αυτά που έπρεπε την ώρα που έπρεπε; Δε χωρούν συγγνώμες. Δεν ξεπλένουν πια τα δάκρυα τα σχέδια που λεκιάσαμε με ψέμα. Μουτζούρες όλα. Δε θα σε ξαναδώ και δε θα με ξαναδείς έτσι κι αλλιώς ποτέ ξανά. Ποτέ τουλάχιστον πριν η καρδιά συγχωρέσει και συγχωρεθεί. Ποτέ πριν σταματήσει να μας ενοχλεί η πραγματικότητα.

Δες πώς τελικά η απόλαυση δεν άξιζε το τίμημα. Δες πώς το περίσσευμα δε γεμίζει το κενό. Ορίστε. Δε χάσαμε τίποτα, έτσι δεν είναι; Χάσαμε αυτό που μας ανάγκαζε να λέμε ψέματα. Τέρμα εγώ το βάρος σου, τέρμα κι εσύ το βάρος μου. Μόνοι κι οι δυο μαζί μ’ αυτά που κρύβαμε τόσο καιρό, ε; Δε θα ‘πρεπε τώρα να είμαστε πιο ευτυχισμένοι από ποτέ; Δεν είναι έτσι. Και δεν είναι έτσι γιατί μάλλον αγαπιόμασταν περισσότερο από όσο εμείς –εγώ κι εσύ– μπορούσαμε να φέρουμε βόλτα. Αλλά μη σε νοιάζει. Έλα να πούμε ένα ψέμα ακόμα. Έλα να πούμε «Όλα καλά. Τα λέμε».

Μην Σκοτώνετε την Δημιουργικότητα

Η σύγχρονη κοινωνία μας λέει να τα πάμε καλά στο σχολείο, να εργαζόμαστε όσο πιο σκληρά μπορούμε και τελικά να διδάξουμε στα παιδιά μας να κάνουν το ίδιο.
 
Είναι ένας ατελείωτος κύκλος που δεν αφήνει πολύ χώρο για δημιουργικότητα.
 
Το πολυβραβευμένο ταινιάκι «Alike» από τους Daniel Martínez Lara και Rafa Cano Méndez, είναι μια 7λεπτη υπενθύμιση για το τι συμβαίνει στη ζωή μας όταν η δημιουργικότητα πνίγεται από την καθημερινότητα.
 
Είναι όμως και μια υπενθύμιση για τη σημασία του να αφήσουμε τα παιδιά να σφυρηλατήσουν τα ταξίδια τους σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.
 

 

Ο φόβος της διαφορετικότητας στις προσωπικές μας σχέσεις

Ο φόβος της διαφορετικότητας

Καθένας τροφοδοτεί το φόβο της διαφορετικότητας επειδή κατά βάθος επιθυμεί την επέκταση του εαυτού του μέσα στον άλλον. Αυτό που είναι διαφορετικό φοβίζει. Η αποδοχή της ετερότητας απαιτεί να εγκαταλείψουμε ορισμένες από τις αναπαραστάσεις, τις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας.

Φαίνεται πιο απλό να απορρίψουμε ό,τι δεν είναι συνεπές με τη δική μας αντίληψη, αλλά είναι πολύ πιο καταστροφικό.

Ο φόβος της διαφοράς έχει τις ρίζες του στην αποτυχία να συμβιβαστούν η πραγματικότητα μιας κοινής ανθρώπινης συνείδησης και οι μοναδικές ιδιαιτερότητες κάθε ατόμου. Ο φόβος του άλλου, σε όλες του τις μορφές, εκπέμπει ένα βαθύ αίσθημα απομόνωσης και λανθάνουσας επιθετικότητας.

Ο άλλος είναι ένας καθρέφτης της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας της ανθρώπινης ζωής.

Οι ανάγκες μέσα στις σχέσεις

Ορισμένες ανάγκες έχουν ζωτική σημασία στη σχέση με τον εαυτό μας για να δημιουργηθεί μια γέφυρα ανάμεσα στον ενήλικο και το εσωτερικό μας παιδί.

Διαφοροποιώντας λίγο την ορολογία του Jacques Salome, αναλύουμε παρακάτω τις επτά βασικές ανάγκες.

1. Η ανάγκη για αναγνώριση

Το εσωτερικό σας παιδί έχει ανάγκη να θεωρείται ιδιαίτερο πρόσωπο γι’ αυτό που είναι πραγματικά και όχι για το τι αναμένεται από αυτό.

2. Η ανάγκη έκφρασης

Το εσωτερικό σας παιδί έχει ανάγκη να μιλά για το ίδιο, δηλαδή να εκφράζεται χωρίς τα λόγια του και η εσωτερική του αλήθεια να αγνοούνται, να παραποιούνται ή να λοιδορούνται.

3. Η ανάγκη να εισακουστεί

Το εσωτερικό σας παιδί έχει ανάγκη να εισακουστεί στη δική του ηλικία, στο επίπεδο των δικών του συναισθημάτων, αντιλήψεων και αναγκών, χωρίς ερμηνείες, τροποποιήσεις ή συζητήσεις.

4. Η ανάγκη απόδοσης αξίας

Το εσωτερικό σας παιδί έχει ανάγκη να δίνετε μεγάλη αξία στο ίδιο και όχι σε αυτό που κάνει ή δεν κάνει.

5. Η ανάγκη της οικειότητας

Και αν αρχίζατε να ζείτε στιγμές οικειότητας με το εσωτερικό σας παιδί τουλάχιστον δέκα λεπτά την ημέρα…. Ρωτήστε το πώς είναι, τι χρειάζεται, τι θα του άρεσε. Μοιραστείτε μαζί του τις αποφάσεις σας. Χρειάζεστε τις συμβουλές του εσωτερικού σας παιδιού για να μην γίνετε ένας ενήλικος πομπώδης, υπερδραστήριος και βαριεστημένος.

6. Η ανάγκη δημιουργίας και επιρροής

Το εσωτερικό σας παιδί συμβολίζει το ελεύθερο και δημιουργικό Εγώ. Με το να είναι δημιουργικός, ο καθένας μπορεί να εκφράσει την αληθινή ουσία του εαυτού του. Το παιχνίδι και η δημιουργία είναι οι βάσεις της αυτοπραγμάτωσης που οδηγεί στην ολοκλήρωση του εαυτού. Όταν δημιουργούμε τη ζωή μας, επηρεάζουμε, εντελώς φυσικά, τον εαυτό μας και τον κόσμο.

7. Η ανάγκη του ονείρου και της ελπίδας

Το εσωτερικό σας παιδί σας ψιθυρίζει: «Έχω ανάγκη να δημιουργήσουμε μαζί έναν καλύτερο κόσμο». Το όνειρο και η ελπίδα βασίζονται σε μία από τις κύριες δημιουργικές δυνάμεις, τη φαντασία. Καθώς φαντάζεται πώς να δημιουργήσει το καλύτερο στο επίπεδό του, ο καθένας συμμετέχει στην ευημερία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Ο φόβος του άλλου

Ο φόβος μολύνει την υγιή συναλλαγή με τον άλλον. Όλα τα ανθρώπινα συστήματα (οικογένεια, σχολείο, επιχείρηση, κοινωνία κ.λ.π) εξομοιώνουν τα άτομα και εντείνουν τον φόβο της απόρριψης, τον φόβο να κριθεί κάποιος και τον φόβο της διαφοράς. Μια προβληματική επικοινωνία δεν ευνοεί την εγκαθίδρυση υγιών σχέσεων βασισμένων στον σεβασμό του ανθρώπου.

Όταν φοβάμαι τον άλλον, δεν έχω επαφή με ένα άτομο αλλά με μια συμπεριφορά που ερμηνεύω. Ορισμένες συμπεριφορές είναι πραγματικά ακατάλληλες ή βίαιες. Άλλες ενεργοποιούν πλευρές του εαυτού μας που προτιμούμε να μην βλέπουμε, να μην αναγνωρίζουμε. Η στάση του άλλου μπορεί επίσης να είναι συνεπής με ό,τι πιστεύουμε ή ό,τι περιμένουμε.

Σε όλες τις περιπτώσεις, το να μπερδεύουμε ένα πρόσωπο με τη συμπεριφορά του είναι αρνητικό για τη σχέση. Αν συγχέω έναν άνθρωπο με τη συμπεριφορά του, δεν τον βλέπω πλέον και δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του.

Η ανάληψη της ευθύνης

Ζω μαζί με τον άλλον σημαίνει ότι συνδέομαι με τον ίδιο μου τον εαυτό και έχω οικειότητα με το εσωτερικό μου παιδί. Η σύνδεση με το παιδί μέσα μας επιτρέπει να είμαστε περισσότερο παρόντες και συνειδητοί.

Καθένας είναι υπεύθυνος εκατό τοις εκατό για τη συμπεριφορά του, τα συναισθήματά του, τις ενέργειές του και την αντίδρασή του απέναντι στον άλλον. Όταν συμβαίνει κάποια σύγκρουση, το συνηθισμένο λάθος είναι να επιμερίζεται η ευθύνη στα δύο.

Μερικές φορές πρόκειται για μια στρατηγική προκειμένου να πάρουμε τη θέση του θύματος. Η ανάληψη της ευθύνης επιτρέπει να δίνουμε, να παίρνουμε, να ζητάμε, να δεχόμαστε ή να απορρίπτουμε με σεβασμό προς τον εαυτό μας και προς τον άλλον.

Ο Jacques Salome γράφει χαρακτηριστικά: «Είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβαίνει από τη γέννησή μου μέχρι το θάνατό μου και αποφεύγω να κατηγορώ οποιονδήποτε σχετικά με ό,τι προκύπτει στη ζωή μου, γνωρίζοντας ότι έχω τη δυνατότητα να ανακαλύψω το νόημα, τα διακυβεύματα και τα πιθανά μηνύματα».

Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων

Η μαγεία της απόστασης μας δείχνει παραδείσους οι οποίοι, όπως οι οπτικές αυταπάτες, εξαφανίζονται όταν τους πλησιάζουμε. Η ευτυχία βρίσκεται επομένως πάντα στο μέλλον ή επίσης στο παρελθόν, και το παρόν μπορεί να συγκριθεί με ένα μικρό σκοτεινό σύννεφο που ο αέρας το παρασέρνει πάνω από μια ηλιόλουστη επιφάνεια- πριν και πίσω από αυτό είναι όλα φωτεινά. Μόνο αυτό το ίδιο ρίχνει πάντα έναν ίσκιο. Έτσι το παρόν εμφανίζεται πάντοτε ανεπαρκές, το μέλλον αβέβαιο, το παρελθόν ανεπίστρεπτο. Η ζωή, με τις μικρές, μεγαλύτερες και μεγάλες αντιξοότητές της, που συμβαίνουν κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο, με τις απατηλές ελπίδες της και τις ατυχίες που ανατρέπουν όσα λογαριάζαμε, έχει τόσο καθαρά τη σφραγίδα από κάτι το οποίο είναι προορισμένο να μην μπορούμε να το χαρούμε, ώστε είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς μπορέσαμε να το παραγνωρίσουμε και να πιστέψουμε ότι αυτό βρίσκεται εδώ για να προσφέρει την απόλαυση και για να είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος.

Πιο πολύ εκείνη η συνεχής παραπλάνηση και απογοήτευση, όπως και η γενική ιδιοσυστασία της ζωής, παρουσιάζεται σαν να έχει σκοπό και σχέδιο να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι όλες μας οι προσπάθειες, οι ενέργειες και οι αγώνες δεν έχουν καμία αξία, ο κόσμος είναι σε όλες του τις άκρες χρεοκοπημένος, και η ζωή μια επιχείρηση που δεν καλύπτει τα έξοδα – για να αποτραπεί η βούλησή μας γι’ αυτή. Εκείνος μέσα από τον οποίο αυτή η μηδαμινότητα όλων των αντικειμένων της βούλησής μας γίνεται αντιληπτή από τη νόηση που είναι ριζωμένη στο άτομο είναι κατ’ αρχάς ο χρόνος. Αυτός είναι η μορφή μέσα από την οποία εκείνη η μηδαμινότητα των πραγμάτων εμφανίζεται σαν η φθορά τους, δυνάμει της οποίας όλες οι απολαύσεις και οι χαρές μας περνάνε μέσα από τα χέρια μας και μεταβάλλονται σε τίποτα, και εμείς ρωτάμε μετά παραξενευμένοι πού είναι. Εκείνη η ίδια η μηδαμινότητα είναι επομένως το μόνο αντικειμενικό του χρόνου, δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στη φύση των πραγμάτων αυτών καθαυτών, δηλαδή αυτό, έκφραση του οποίου είναι η μηδαμινότητα. Γι’ αυτό λοιπόν ο χρόνος είναι η a priori αναγκαία μορφή όλων των πραγμάτων που μας γίνονται αντιληπτά με την παρατήρηση: όλα τα πράγματα πρέπει να εμφανίζονται σε αυτόν, όπως και εμείς οι ίδιοι. Επομένως η ζωή μας μοιάζει κατ’ αρχάς με μια πληρωμή την οποία λαμβάνει κάποιος σε πολλά μικρά κέρματα, μετά όμως πρέπει να δώσει την απόδειξη: είναι οι μέρες- η απόδειξη είναι ο θάνατος. Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων που εμφανίζονται σε αυτή με το που τα εξολοθρεύει:

Κι αυτό με το δίκιο του: γιατί όλα όσα γίνονται
Αξίζουν να αφανίζονται.
Γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να μην είχε γίνει τίποτα.
Goethe, Faust 1, στ. 1339 κ.ε.

Έτσι γηρατειά και θάνατος, προς τα οποία οδεύει κάθε ζωή, αποτελούν την προερχόμενη από την ίδια τη φύση καταδικαστική απόφαση για τη βούληση για ζωή, το οποίο σημαίνει ότι αυτή η βούληση είναι μια προσπάθεια που αναγκαστικά θα αυτοακυρωθεί. «Αυτό που θέλησες», λέει, «τελειώνει έτσι· θέλε κάτι καλύτερο!» Η διδαχή που παρέχει στον καθένα η ζωή του συνίσταται γενικά στο ότι τα αντικείμενα των επιθυμιών του συνέχεια απατούν, κλυδωνίζονται και πέφτουν, επομένως φέρνουν πιο πολύ παίδεμα παρά χαρά· μέχρι που τελικά ολόκληρο το έδαφος και τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζονται όλα αυτά καταρρέουν, με το που αφανίζεται η ίδια η ζωή του και λαμβάνει την τελευταία επιβεβαίωση πως όλες του οι προσπάθειες και οι επιθυμίες ήταν ένα πλάνεμα, ένας λανθασμένος δρόμος:

Μέχρι που γηρατειά και πείρα, χέρι χέρι,
Τον οδηγούν στο θάνατο και τώρα ξέρει
Πως μετά τόσο διαρκή προσπάθεια δίχως σχόλη
Άδικο είχε μες στη ζωή του όλη
Rochester, A satyr against mankind

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα

Σχετική εικόναH ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.

Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. Τα δύο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.

Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. H άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα. που δε χρειαζόμαστε. Μοιάζει σα να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.

Αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στο μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.

Νέο σύστημα άμεσα ανιχνεύει τύπο διεμπλοκής με συσχέτιση ενέργειας και χρόνου φωτονίων

Δύο φωτόνια μπορούν να διεμπλακούν με πολλούς τρόπους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται αυτός μέσω των ενεργειών τους και των χρόνων εκπομπής τους. Μια τέτοια διεμπλοκή ενέργειας-χρόνου μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, ότι η μετρούμενη συχνότητα του ενός διεμπλεκόμενου φωτονίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί πότε το άλλο διεμπλεκόμενο φωτόνιο θα φθάσει σε ένα ξεχωριστό ανιχνευτή. Από τη στιγμή που αυτός ο τύπος διεμπλοκής είναι έντονος σε μεγάλες αποστάσεις, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εφαρμογές κβαντικής πληροφορίας. Όμως η άμεση παρατήρηση της διεμπλοκής ενέργειας-χρόνου έχει αποδειχθεί δύσκολη επειδή τα πειράματα δεν έχουν την απαραίτητη ανάλυση τόσο στον τομέα του χρόνου όσο και σε αυτόν της συχνότητας. Ο Jean-Philippe MacLean και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο του Waterloo στον Καναδά ξεπέρασαν αυτό το πρόβλημα με ένα σύστημα ανίχνευσης υπερταχέους μεμονωμένου φωτονίου που μπορεί να μετρήσει τις κβαντικές συσχετίσεις μεταξύ φωτονίων με διεμπλοκή ενέργειας-χρόνου.

Γενικά, δυο σωματίδια ονομάζονται διεπλεκόμενα όταν οι μετρήσεις του ζεύγους αποκαλύπτουν ισχυρές συσχετίσεις που κλασικά δεν είναι επιτρεπτές. Για τη διεμπλοκή ενέργειας-χρόνου, η αποκαλυπτική συσχέτιση είναι μια μειούμενη αβεβαιότητα στα μετρούμενα: τις συχνότητες και τους χρόνους άφιξης των δυο φωτονίων. Για να παρατηρήσουν αυτή την συμπεριφορά, ο MacLean και οι συνεργάτες του μελέτησαν ζεύγη φωτονίων που παράγονται από ένα παλμό λέιζερ που χτυπά ένα μη γραμμικό κρύσταλλο. Για κάθε ζεύγος, τα φωτόνια χωρίστηκαν σε δυο ξεχωριστές διαδρομές, τις οποίες διαμόρφωσαν οι ερευνητές για να μετρήσουν είτε τη συχνότητα ή το χρόνο άφιξης. Η μέτρηση της συχνότητας χρησιμοποίησε ένα βασισμένο σε πλέγμα τυπικό φίλτρο, ενώ η μέτρηση του χρόνου βασίστηκε σε μια τεχνική οπτικού πλέγματος που πρόσφατα αναπτύχθηκε η οποία συνδυάζει το σήμα ενός μεμονωμένου φωτονίου με έναν υποπικοδευτερολέπτου παλμό-πύλη. Η ομάδα μέτρησε τον αριθμό των ζευγών φωτονίων για διάφορες ρυθμίσεις του ανιχνευτή και βρήκε ότι η έκταση στις συχνότητες και τους χρόνους άφιξης συμφωνούσαν με τις αναμενόμενες για τα διεμπλεκόμενα φωτόνια. Η διάταξη μπορεί να ενσωματωθεί, για παράδειγμα, σε πρωτόκολα κβαντικής κρυπτογράφησης για να επαληθεύσει ότι η πληροφορία που μοιράζεται δεν διακυβεύεται.

Η αλλαγή της νεφοκάλυψης θα επιταχύνει την υπερθέρμανση του πλανήτη;

Οι επιστήμονες που ασχολούνται με την κλιματική αλλαγή, χρόνια τώρα κατασκευάζουν μαθηματικά μοντέλα προσομοίωσης του κλίματος, προσπαθώντας να εκτιμήσουν ένα πολύ κρίσιμο μέγεθος: Πόσο θα αυξηθεί η μέση θερμοκρασία της ατμόσφαιρας δύο βαθμούς, τρεις ή μήπως τέσσερις; Η απάντηση εξαρτάται κυρίως από τα σύννεφα. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την κατανομή των νεφών, με τρόπους που θα μπορούσαν είτε να επιβραδύνουν την παγκόσμια υπερθέρμανση είτε να την επιταχύνουν.

Τα σύννεφα καλύπτουν καθημερινά περισσότερο από το 70% του ουρανού της Γης
.

Μεγάλες επιστημονικές ομάδες έχουν αναπτύξει πάνω από 20 πολυσύνθετα κλιματικά μοντέλα και τα έχουν δοκιμάσει σε σύγκριση με τα πλούσια σήμερα κλιματολογικά δεδομένα. Ολα τα μοντέλα προβλέπουν τη θέρμανση του πλανήτη με βάση τις συνεχιζόμενες εκλύσεις αερίων του θερμοκηπίου, αλλά παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με την επίδραση των νεφών. Αυτό σταδιακά αλλάζει, καθώς οι προσομοιώσεις αρχίζουν να συγκλίνουν και στον τομέα αυτόν. Ταυτόχρονα, οι παρατηρήσεις και οι μετρήσεις από δορυφόρους αποκαλύπτουν πώς η αλλαγή στα χαρακτηριστικά της νεφοκάλυψης επιδρά στο παγκόσμιο κλίμα.
 
Επί δύο
Στην αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα (βασικού αερίου του θερμοκηπίου) στην ατμόσφαιρα ήταν 280 μέρη στο εκατομμύριο (ppm). Το 2017 ξεπέρασε τα 400 ppm. Ο αέρας πάνω από τις ηπείρους δείχνει να θερμαίνεται πάνω από τη μέση θερμοκρασία που επικρατούσε επί χιλιάδες χρόνια. Το ίδιο και οι πιο ρηχές θάλασσες. Ως αποτέλεσμα, η κυκλοφορία του αέρα και των υδρατμών αρχίζει να αλλάζει. Αν συνεχίσουν οι εκπομπές με τους σημερινούς ρυθμούς, έως το 2050, η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα θα διπλασιαστεί σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Θα ακολουθήσει μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας και τελικά μετά από εκατοντάδες χρόνια, ο πλανήτης θα φτάσει σε μια νέα ισορροπία, σε υψηλότερη θερμοκρασία. 
 
Αλλαγές στο γεωγραφικό πλάτος εμφάνισης των νεφών και στο ύψος τους (ή στο μείγμα σταγονιδίων και παγοκρυστάλλων που τα συνθέτουν), μπορούν είτε να θερμάνουν είτε να ψύξουν τη Γη. Μερικές από τις αλλαγές αυτές, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Μέχρι στιγμής κλίνουν προς τη θέρμανση και η τάση αυτή μπορεί να επιταχυνθεί.
 
Η αντίδραση σε πλανητικό επίπεδο στην αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα ονομάζεται Κλιματική Ευαισθησία Ισορροπίας (KEI). Κάθε κλιματικό μοντέλο προβλέπει ότι η ΚΕΙ θα είναι μεγαλύτερη από το μηδέν, δηλαδή θα υπάρξει αύξηση θερμοκρασίας. Η δυσκολία στη σύγκλιση των μοντέλων σχετικά με την επίδραση των νεφών έχει να κάνει αφενός με το γεγονός ότι η θέρμανση επηρεάζει διαφορετικά κάθε είδος νέφους και αφετέρου με το γεγονός ότι οι αλλαγές στα νέφη επιδρούν στη θέρμανση με διαφορετικούς τρόπους. Αυτή η διπλή αλληλεπίδραση είναι ένα κύκλωμα ανατροφοδότησης. Ορισμένες επιμέρους κλιματικές ανατροφοδοτήσεις έχουν κατανοηθεί καλά. Για παράδειγμα, ο επιπλέων στη θάλασσα πάγος είναι ολόλευκος και ανακλά το μεγαλύτερο μέρος των ακτίνων του ήλιου πίσω στο Διάστημα. Καθώς λιώνει όμως, αποκαλύπτει σκούρο μπλε νερό, που ανακλά πολύ λιγότερο μέρος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Ετσι, ο αέρας θερμαίνεται ακόμη περισσότερο, λιώνοντας ακόμη περισσότερο πάγο κ.ο.κ., επιταχύνοντας την παγκόσμια θέρμανση. Τα περισσότερα μοντέλα προβλέπουν με αρκετή ακρίβεια τις συνέπειες αυτής της θετικής (ενισχυτικής) ανατροφοδότησης.
 
Ψηλά και χαμηλά
Με τα σύννεφα το πράγμα είναι πιο δύσκολο. Τα είδη νεφών είναι πολλά, αλλά δύο είναι οι βασικές τους ιδιότητες που ενδιαφέρουν περισσότερο: Το ύψος τους πάνω από το έδαφος και η διαφάνειά τους. Τα σύννεφα σε μεγάλο ύψος, στα ανώτερα κρύα στρώματα της ατμόσφαιρας, παγιδεύουν τη θερμότητα που εκπέμπεται από την επιφάνεια και επανεκπέμπουν προς αυτή ένα μέρος της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θερμαίνουν. Αν υπήρχαν λιγότερα, η ατμόσφαιρα θα ήταν πιο κρύα. Αντίθετα, τα «βαριά» χαμηλά νέφη εμποδίζουν το φως του ήλιου να φτάσει έως την επιφάνεια, ψύχοντας τον πλανήτη. Με το κλίμα όπως έχει σήμερα, αυτή η επίδραση είναι ισχυρότερη από τη συμβολή στο φαινόμενο του θερμοκηπίου των μεγαλύτερου ύψους νεφών.
 
Μικρές αλλαγές στα σύννεφα μπορούν να έχουν μεγάλες επιπτώσεις. Περισσότερα ψηλά νέφη και η Γη θα θερμανθεί. Περισσότερα πυκνά χαμηλά νέφη και η Γη θα ψυχθεί. Αλλά σημασία έχει και η κατανομή τους. Αν τα πυκνά χαμηλά νέφη που τώρα καλύπτουν κυρίως τους τροπικούς (εκεί που υπάρχει η ισχυρότερη ηλιακή ακτινοβολία) μετακινηθούν πιο βόρεια, τότε το ψυκτικό τους αποτέλεσμα θα είναι μικρότερο. Αλλά και η αλλαγή του υψομέτρου των νεφών μεταβάλλει την εικόνα. Αν τα νέφη μεγάλου ύψους μετακινηθούν ακόμη ψηλότερα στην ατμόσφαιρα, η θερμαντική τους επίδραση θα αυξηθεί. Αύξηση της θερμοκρασίας θα αλλάξει και τη σύνθεση των νεφών, έτσι που να περιέχουν μικρότερη αναλογία παγοκρυστάλλων σε σχέση με τα υγρά σταγονίδια. Τα πιο «υγρά» νέφη θα είναι πιο πυκνά και έτσι θα εμποδίζουν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα το ηλιακό φως να φτάσει έως το έδαφος, ενισχύοντας το ψυκτικό αποτέλεσμα που προκαλούν.
 
Προσεγγίσεις
Ολες αυτές οι αλληλεπιδράσεις γίνονται ταυτόχρονα. Αλλες έχουν ισχυρή θετική επίπτωση, δηλαδή ενισχύουν σημαντικά το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αλλες έχουν ανατροφοδοτήσεις με ελαφρά αρνητική επίδραση (επιβραδύνουν το φαινόμενο). Απ’ αυτό προέρχεται η διακύμανση στην πρόβλεψη θέρμανσης από 2 έως 4,5 βαθμούς Κελσίου. Τα μοντέλα δυσκολεύονται να εκτιμήσουν την επίδραση των νεφών γιατί δεν υπάρχει η απαραίτητη υπολογιστική ισχύς για να προσομοιωθεί η κίνηση κάθε στοιχειώδους συστατικού τους σε παγκόσμια κλίμακα. Τα σύννεφα δημιουργούνται από μικροσκοπικά σταγονίδια και παγοκρυστάλλους, αλλά καλύπτουν καθημερινά περίπου το 70% της επιφάνειας του πλανήτη. Τα μοντέλα για το παγκόσμιο κλίμα προσπαθούν να υπολογίσουν απλές μακροσκοπικές παραμέτρους του, χρησιμοποιώντας τους νόμους της φυσικής της ατμόσφαιρας και βελτιώνονται με συγκρίσεις με τα αποτελέσματα των υψηλότερης ανάλυσης μοντέλων, που «τρέχουν» σε υπερυπολογιστές για μικρές περιοχές της υδρογείου.
 
Ειδικοί εκτιμούν ότι τα ψηλά νέφη θα ανέβουν ψηλότερα στην ατμόσφαιρα, ενώ τα πυκνά χαμηλά νέφη θα μειωθούν, εξελίξεις που, και οι δύο, οδηγούν σε υπερθέρμανση. Επιπλέον, λόγω του φαινομένου της αρκτικής ενίσχυσης, που αφορά την ταχύτερη θέρμανση των πολικών περιοχών συγκριτικά με τους τροπικούς και δείχνει να αποτυπώνεται στη μείωση των πάγων ιδίως στο Βόρειο Πόλο, η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στους πόλους και στον ισημερινό θα μειωθεί. Αυτό θα έχει συνέπεια αφενός τη διεύρυνση της τροπικής ζώνης και αφετέρου τη μετακίνηση της ζώνης των ερήμων προς τους πόλους. Η Μεσόγειος, το Σαχέλ (μεταξύ Σαχάρας και σαβάνας) και οι νοτιοδυτικές περιοχές των ΗΠΑ θα γίνουν πιο ξηρές. Τα νέφη που θα μετακινηθούν βορειότερα θα ανακλούν λιγότερη ακτινοβολία. Ηδη η μετακίνηση των ζωνών υετού, που προβλέπεται από τα μοντέλα, αποτυπώνεται στα δεδομένα, που καταγράφουν οι δορυφόροι.
 
Δορυφορικά δεδομένα
Ιδιαίτερα χρήσιμα αποδεικνύονται τα στοιχεία από τους δορυφόρους «CloudSat» και «CALIPSO». Ο πρώτος χρησιμοποιεί ραδιοκύματα, που διαπερνούν τα λεπτά νέφη μεγάλου υψόμετρου και επιτρέπουν μετρήσεις των χαμηλών πυκνών νεφών, που βρίσκονται από κάτω τους. Ο δεύτερος χρησιμοποιεί ραντάρ (lidar) για να αποκαλύψει την αναλογία παγοκρυστάλλων και σταγονιδίων στα νέφη. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι τα νέφη μεγάλου υψόμετρου τείνουν να ανέβουν ψηλότερα, τροφοδοτώντας θετικά την υπερθέρμανση, ενώ πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι λίγα απ’ αυτά έγιναν πιο «υγρά» (περισσότερα σταγονίδια), μειώνοντας τις ελπίδες για περιορισμό της υπερθέρμανσης μέσω αυτής της διαδικασίας.
 
Μελετώντας δορυφορικά δεδομένα μεταξύ 1984 και 2009, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι νεφοκαλύψεις στα μεσαία γεωγραφικά πλάτη μετακινούνται προς τους πόλους, όπως προβλέπουν τα μοντέλα. Επιπλέον, «τρέχοντας» τα μοντέλα χωρίς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από την ανθρώπινη δραστηριότητα, προέκυψε ότι οι φυσικές διακυμάνσεις δεν μπορούν να εξηγήσουν από μόνες τους τις μετρήσεις. Και οι τιμές που μετρήθηκαν ήταν ακόμη μεγαλύτερες από εκείνες που πρόβλεπαν τα μοντέλα. Η επιστημονική κοινότητα αξιολογεί τα δεδομένα αυτά και εξετάζει αν και σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να εξηγηθούν από άλλους παράγοντες, όπως η εκτίναξη μεγάλων ποσοτήτων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα από την έκρηξη του ηφαιστείου Πινατούμπο το 1991, ή συνδυασμό τέτοιων παραγόντων με τις φυσικές διακυμάνσεις. Εκείνο που μοιάζει σίγουρο, είναι ότι τα σύννεφα δε φαίνονται ικανά να βοηθήσουν στην επιβράδυνση της υπερθέρμανσης.

Ο Αριστοτέλης, η διαίρεση της ψυχής και το ζήτημα της ηθικής αρετής

Εφόσον κατά τον Αριστοτέλη η εκπλήρωση της αρετής είναι η απαρέγκλιτη προϋπόθεση της ευδαιμονίας, δε μένει τίποτε άλλο παρά να οριστεί αυτό που ονομάζουμε αρετή: «Αφού λοιπόν η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής σύμφωνη με την τέλεια αρετή, πρέπει τώρα να μιλήσουμε για την αρετή. Ίσως με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε, επίσης, να διακρίνουμε ακόμη καλύτερα την ουσία της ευδαιμονίας». (1102a 13, 6-9).
 
Εξάλλου, και η έννοια της πολιτικής – στην ορθή εκδοχή της κι όχι ως συμφεροντολογική στρέβλωση – δεν έχει άλλη επιλογή από το συσχετισμό με την αρετή: «Όλοι, άλλωστε, το παραδέχονται ότι και ο γνήσιος, ο αληθινός πολιτικός για την αρετή κοπιάζει κατά κύριο λόγο. Πραγματικά, αυτό που θέλει ο πολιτικός είναι να κάνει τους πολίτες αγαθούς και υπάκουους στους νόμους». (1102a 13, 9-12).
 
Η πολιτική χωρίς την άσκηση της αρετής δεν είναι πολιτική, καθώς ματαιώνεται εξ’ ορισμού. Η αρετή αποκτά ξεκάθαρα κοινωνικές διαστάσεις, αφού μια πόλη που δε βασίζεται σε ενάρετους νόμους (ή – αν είναι ενάρετοι – τους απαξιώνει καθιστώντας αδύνατη την τήρησή τους) θα οδηγηθεί σε στρεβλώσεις και η μόνη προοπτική είναι η δυσαρέσκεια που θα δράσει συγκρουσιακά. Με άλλα λόγια, θα αποτύχει. Η πόλη οφείλει να εγγυάται τη συνύπαρξη κι όχι να την υπονομεύει. Κι αυτή είναι η σημασία των νόμων, δηλαδή των κανόνων, που θα προασπίσουν την ομαλότητα εξασφαλίζοντας το δίκαιο όλων των πολιτών.
 
Ο πολιτικός πρέπει να είναι ο εκφραστής της αρετής που θα τη μεταδώσει και στους άλλους. Από αυτή την άποψη, η αρετή είναι το κλειδί και της ατομικής και της συλλογικής ευτυχίας. Κάθε άνθρωπος πρέπει να κατέχει την αρετή, ώστε να είναι σε θέση να φτάσει στην ευδαιμονία, και ο πολιτικός είναι εκείνος που θα τη θέσει συλλογικά, ώστε να καθοδηγήσει τους πολίτες προς αυτή την κατεύθυνση εξασφαλίζοντας την ευτυχία όλων.
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης παρουσιάζει το νομοθέτη ως το μεγάλο παιδαγωγό της κοινωνίας. Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον γίνεται σαφές ότι η ατομική ευτυχία είναι συνυφασμένη με τη συλλογικότητα. Και η διατήρηση της συλλογικότητας απαιτεί νόμους που θα υπηρετούν την αρετή.
 
Η αρετή αναδεικνύεται σε αποστολή του ανθρώπου κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς: «Το έργο μας λοιπόν είναι να μιλήσουμε για την αρετή – για την αρετή, βέβαια, του ανθρώπου, αφού το αγαθό που ψάχναμε ήταν το αγαθό για τον άνθρωπο και η ευδαιμονία του ανθρώπου. Λέγοντας “αρετή του ανθρώπου” εννοούμε όχι την αρετή του σώματος, αλλά την αρετή της ψυχής – και την ευδαιμονία ενέργεια της ψυχής δεν τη λέγαμε;» (1102a 13, 16-21).
 
Η προτεραιότητα που δίνεται στην αρετή της ψυχής δεν αφορά την υποτίμηση της σωματικής φροντίδας ή την απαξίωση του σώματος ως πηγή ευτυχίας. Η σωματική ευεξία κρίνεται απαραίτητη για την ψυχική υγεία και ο Αριστοτέλης έχει μιλήσει επισταμένα στα «Πολιτικά» για την αξία της γυμναστικής. Το ίδιο το πρότυπο του αρχαιοελληνικού ιδεώδους για τον ενάρετο άνδρα (καλός κι αγαθός) εμπεριέχει τη σωματική άσκηση, καθώς η καλλιέργεια του σώματος είναι συνυφασμένη με την ανδρεία (νους υγιής εν σώματι υγιεί).
 
Η εστίαση στην ψυχή δεν αφορά κάποιο είδος ασκητισμού που έχει να κάνει με την περιφρόνηση της σάρκας, αλλά την κατάδειξη της πεποίθησης ότι χωρίς την ψυχική καλλιέργεια δεν μπορεί να οδηγηθεί κανείς στην ευτυχία. Εξάλλου, όσο κι αν αναγνωρίζεται η αξία του σώματος είναι αδύνατο να επισκιαστεί η ψυχή. Το ότι, τελικά, η ψυχή θεωρείται ανώτερη από το σώμα καθιστά σαφές και το μέγεθος της δυσκολίας για την καλλιέργειά της. Όσο ξεκάθαρο είναι ότι ο ενάρετος πολίτης οφείλει να ασκεί και το σώμα και την ψυχή, τόσο σαφώς επεξηγείται ότι η καλλιέργεια της ψυχής είναι απείρως δυσκολότερη και πολυπλοκότερη.
 
Ο καλός πολιτικός, αφού η ασχολία του έχει να κάνει με την άσκηση της αρετής σε επίπεδο συλλογικό, πρέπει να κατέχει τα ζητήματα της ψυχικής καλλιέργειας για να μπορέσει να επιτελέσει σωστά το έργο του: «Με τα πράγματα να έχουν έτσι, είναι φανερό ότι ο πολιτικός πρέπει να γνωρίζει, σε κάποιο βαθμό, τα σχετικά με την ψυχή, ακριβώς όπως ο γιατρός που θέλει να θεραπεύσει τα μάτια πρέπει να γνωρίζει το σώμα στο σύνολό του – ένα λόγο παραπάνω, αφού η πολιτική επιστήμη είναι πιο άξια τιμής και ανώτερη από την ιατρική». (1102a 13, 21-25).
 
Από τη στιγμή που η ψυχή κρίθηκε ανώτερη από το σώμα, ήταν αναμενόμενο ότι και ο εκφραστής της θα βρισκόταν σε πιο περίοπτη θέση. Κι αυτό χωρίς και πάλι να υποτιμάται η αξία του γιατρού. Απλώς τονίζεται η σπουδαιότητα του πολιτικού στην κατάκτηση της συλλογικής ευτυχίας: «Συμπέρασμα: Πρέπει και ο πολιτικός να φροντίσει να αποκτήσει μια σαφή εικόνα σχετικά με την ψυχή του ανθρώπου· να το κάνει μάλιστα αυτό για το λόγο που είπαμε – στο βαθμό, πάντως, που είναι αρκετός για τα θέματα που συζητούμε· ένας πιο εξονυχιστικός λόγος, που να φτάνει σε πολλές λεπτομέρειες, συνεπάγεται ασφαλώς μια πιο κοπιαστική εργασία από αυτήν που απαιτεί ο τωρινός μας στόχος». (1102a 13, 27-29).
 
Η διερεύνηση της ψυχής καθίσταται πλέον απολύτως αναγκαία. Το συλλογιστικό σχήμα έχει ήδη ολοκληρωθεί: αν θέλει κάποιος να μάθει για την ευτυχία πρέπει να μάθει για την αρετή· κι αν θέλει να μάθει για την αρετή πρέπει να καταλάβει τα σχετικά με την ψυχή. Και για τον Αριστοτέλη, αρχικά, η ψυχή διαιρείται σε δύο μέρη: «ένα μέρος της ψυχής είναι το δίχως λόγον, ενώ το άλλο είναι αυτό που έχει λόγον». (1102a 13, 32-33).
 
Για να συμπληρωθεί: «Τώρα, αν τα δύο αυτά μέρη είναι χωρισμένα το ένα από το άλλο όπως τα μέρη του σώματος ή καθετί που μπορεί να διαιρεθεί σε μέρη ή μήπως είναι δύο επειδή το καθένα τους έχει άλλον ορισμό, από τη φύση τους όμως είναι αξεχώριστα, όπως το κοίλο και το κυρτό στην περιφέρεια του κύκλου, αυτό δεν έχει για μας αυτή τη στιγμή καμία ιδιαίτερη σημασία». (1102a 13, 34-37).
 
Η διαίρεση της ψυχής από τον Αριστοτέλη αφορά το μέρος που σχετίζεται με τη λογική (λόγον έχον) και εκείνο που δεν έχει καμία σχέση με τη λογική (άλογον μέρος). Το άλογον μέρος της ψυχής, όμως, χωρίζεται επίσης σε δύο μέρη: «Ένα μέρος από το άλογο μέρος της ψυχής είναι κοινό σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς: είναι το φυτικό μέρος της, αυτό που κάνει όλους αυτούς τους ζωντανούς να τρέφονται και να μεγαλώνουν· είναι, πράγματι, εκείνη η δύναμη της ψυχής που πρέπει, σκέφτομαι, να τη δεχτεί κανείς για όλους τους τρεφόμενους οργανισμούς, για τα έμβρυα, αλλά επίσης και για τους ολοκληρωμένους οργανισμούς – δεν είναι αυτό πιο λογικό παρά να δεχτούμε γι’ αυτούς τους τελευταίους μια διαφορετική δύναμη;» (1102a 13, 38-40, 1102b 13, 1-3).
 
Αυτό το κομμάτι από το άλογον μέρος ο Αριστοτέλης το ονομάζει «φυτικό» ή «θρεπτικό μέρος της ψυχής» κι επαναλαμβάνει ότι δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους: «Είναι φανερό ότι η αρετή αυτού του μέρους της ψυχής είναι κοινή σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς». (1102b 13, 3-4).
 
Το άλογον μέρος της ψυχής συμπληρώνεται και από το δεύτερο μέρος που μετέχει της λογικής: «Φαίνεται όμως ότι στην ψυχή υπάρχει και άλλο ένα άλογο μέρος, που όμως μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο λόγο. Έτσι, όταν μιλούμε για εγκρατή και για μη εγκρατή άνθρωπο, ο έπαινός μας είναι για το λόγο και για το μέρος της ψυχής που έχει αυτόν το λόγο, αφού αυτός είναι που παρακινεί σωστά και προτρέπει στο καλύτερο». (1102b 13, 15-19).
 
Αυτό το δεύτερο μέρος (λόγον – άλογον) από το άλογο τμήμα της ψυχής ο Αριστοτέλης το ονομάζει επιθυμητικό: «Έγινε λοιπόν φανερό ότι το άλογο μέρος της ψυχής είναι διπλό· το φυτικό μέρος δε μετέχει καθόλου στο λόγο, ενώ το επιθυμητικό μέρος (με γενικότερη ονομασία το ορεκτικό μέρος της ψυχής) μετέχει κατά κάποιον τρόπο στο λόγο, στο βαθμό που υπακούει και πειθαρχεί σ’ αυτόν». (1102b 13, 33-36).
 
Από την άλλη μεριά το καθαρά λόγον μέρος της ψυχής έχει να κάνει με τις δυνατότητες που έχει κάποιος σε διανοητικό επίπεδο. Η εκμάθηση της φιλοσοφίας ή των μαθηματικών έχει να κάνει ακριβώς με αυτό το κομμάτι. Το καθαρά λόγον μέρος της ψυχής δεν πρέπει να συγχέεται με το επιθυμητικό (λόγον – άλογον), αφού το δεύτερο ανήκει στο άλογον μέρος της ψυχής. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Είναι όπως όταν λέμε ότι κάποιος “λογαριάζει” τον πατέρα του και τους φίλους του και όχι όπως όταν λέμε ότι κάποιος “λογαριάζει” κάτι στα μαθηματικά». (1102b 13, 37-38).
 
Και βέβαια, το μέρος δίχως λογική (άλογον) δεν μπορεί παρά να υπακούει στις υποδείξεις του λογικού (λόγον έχοντος) μέρους: «Το ότι το άλογο μέρος της ψυχής πείθεται κατά κάποιον τρόπο από το λόγο φαίνεται και από το ότι δίνουμε συμβουλές, και γενικά από το ότι επιτιμούμε και προτρέπουμε». (1102b 13, 39-40).
 
Στο βιβλίο του ΟΕΔΒ «Αρχαία Ελληνικά Φιλοσοφικός Λόγος» για την θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ λυκείου αναφέρεται: «Η ψυχή του ανθρώπου, είπε ο Αριστοτέλης, αποτελείται κατ’ αρχήν από δύο μέρη, από το λόγον έχον μέρος και από το άλογον (με δική μας διατύπωση: ο άνθρωπος ως ζωντανός οργανισμός λειτουργεί με δύο τρόπους: α) με βάση τη λογική του, β) με τρόπους που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το λογικό του). Η αρχική όμως αυτή διμερής “διαίρεση” κατέληξε σε μια τριμερή “διαίρεση”, αφού ο Αριστοτέλης διέκρινε τελικά α) ένα καθαρά άλογον μέρος της ψυχής, β) ένα καθαρά λόγον έχον μέρος της, και γ) ένα μέρος που μετέχει και του αλόγου και του λόγον έχοντος μέρους της ψυχής. Το πρώτο, είπε, έχει σχέση με τη διατροφή και την αύξηση του ανθρώπινου οργανισμού και άρα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αρετή· το τρίτο (ο ίδιος το ονόμασε επιθυμητικόν) έχει σχέση με τις αρετές που περιγράφουν το χαρακτήρα του ανθρώπου (ηθικές αρετές), ενώ το δεύτερο, που αφορά απόλυτα και καθαρά το λογικό μας, έχει σχέση με τις διανοητικές μας αρετές (με τη σοφία λ.χ. ή τη φρόνηση). Έτσι ο Αριστοτέλης κατέληξε να διακρίνει τις ανθρώπινες αρετές σε ηθικές και διανοητικές».
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν πρέπει να συγχέεται το καθαρά λόγον μέρος της ψυχής με το επιθυμητικό (λόγον – άλογον), γιατί το πρώτο σχετίζεται με τις διανοητικές και το δεύτερο με τις ηθικές αρετές: «Αν λοιπόν πρέπει να πούμε ότι και αυτό το μέρος της ψυχής έχει λόγον, τότε διπλό θα είναι και το μέρος της ψυχής που έχει λόγον: ένα θα είναι το μέρος της ψυχής που έχει λόγον στην κυριολεξία και μέσα του, και άλλο ένα αυτό που έχει την ιδιότητα να “υπακούει” στο λόγον, όπως ακριβώς υπακούει κανείς στον πατέρα του». (1103a 13, 2-4).
 
Ο διαχωρισμός δηλαδή των αρετών σε ηθικές και διανοητικές γίνεται με βάση το διαχωρισμό της ψυχής που τις καθορίζει: «Κατά τη διάκριση αυτή υποδιαιρείται και η αρετή σε είδη. Άλλες, πράγματι, αρετές τις λέμε διανοητικές και άλλες ηθικές: η σοφία, η αντιληπτικότητα, η φρόνηση είναι διανοητικές αρετές, ενώ η ελευθεριότητα και η σωφροσύνη είναι ηθικές αρετές». (1103a 13, 4-8).
 
Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονται για να προσδιορίσουν το χαρακτήρα ενός ανθρώπου δεν μπορεί να είναι ίδιοι μ’ εκείνους που απευθύνονται στη νοητική του διαύγεια: «Μιλώντας, πράγματι, για το χαρακτήρα ενός άνθρωπου δε λέμε ότι είναι σοφός ή ότι έχει γρήγορη αντίληψη, αλλ’ ότι είναι πράος ή σώφρων. Επαινούμε, πάντως, και τον σοφό για την ψυχική ιδιότητα που έχει. Τις άξιες επαίνου έξεις τις λέμε αρετές». (1103a 13, 8-11).
 
Ο όρος έξεις αποδίδει τις συνήθειες κάθε ανθρώπου που πρέπει να είναι σύμφωνες με τους κανόνες της αρετής. Το ότι μπορούμε να «επαινούμε το σοφό για την ψυχική ιδιότητα που έχει» είναι η αναγνώριση ότι και η σοφία, ως καθαρή απόρροια της λογικής, σχετίζεται με την ψυχή (λόγον έχον μέρος). Ότι όμως δεν αποδίδει το χαρακτήρα κάποιου, καθώς εκεί προτιμούνται οι όροι «πράος ή σώφρων» καταδεικνύει ότι δεν έχει σχέση με τις ηθικές αρετές, αφού αυτές σχετίζονται με το επιθυμητικόν (λόγον – άλογον μέρος της ψυχής).
 
Με άλλα λόγια, ο ηθικός άνθρωπος δε σχετίζεται κατ’ ανάγκη με τις διανοητικές αρετές (αν και ο κάτοχος της διανοητικής αρετής έχει σαφές προβάδισμα λόγω της ανεπτυγμένης λογικής του), ή, αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, αυτός που δε φημίζεται για τις διανοητικές αρετές δεν αποκλείεται και από τις ηθικές, καθώς γι αυτές πέρα από τη λογική υπάρχουν κι άλλοι διαμορφωτικοί παράγοντες.
 
Από αυτή την άποψη, ο φιλόσοφος δεν σχετίζεται αυτομάτως με την ηθική αρετή, όπως δεν αποκλείεται από αυτή ο απαίδευτος στις διανοητικές ασχολίες. Το προβάδισμα του διανοητικά πεπαιδευμένου είναι ένα ενδεχόμενο ηθικής υπεροχής, όχι όμως απόδειξη. Με άλλα λόγια, η δύναμη της γνώσης που δίνει η λογική δε σημαίνει ότι θα στραφεί κατ’ ανάγκη στο δρόμο της αρετής. Και για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από αυτό, αφού η γνώση που δε συνοδεύεται από την αρετή είναι ικανή να διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Η γνώση παρουσιάζεται ως ένα ανεξέλεγκτο όπλο που μπορεί να στραφεί είτε προς το καλό είτε προς το κακό με τρομακτικά αποτελέσματα. Και είναι η ηθική αρετή που θα το καθορίσει αυτό.
 
Υπό αυτούς τους όρους, το ζήτημα της ηθικής αρετής τίθεται αμείλικτα, σαν ζήτημα ζωής και θανάτου. Η γνώση που δεν τίθεται στην υπηρεσία της αρετής είναι κατάρα. Μπορεί να επιφέρει την ύψιστη καταστροφή. Κι εδώ, βέβαια, κρύβεται μια ακόμη διαφορά με τον Πλάτωνα που θεωρεί ότι ο κάτοχος της γνώσης, ο φιλόσοφος είναι αυτός που πρέπει να αναλάβει τη διοίκηση της πόλης, αφού μόνο αυτός μπορεί να πάρει τις σωστές αποφάσεις, ώστε να ευτυχήσουν όλοι οι πολίτες. Και το θέμα για τον Πλάτωνα τίθεται τόσο επιτακτικά, που ο φιλόσοφος οφείλει να κυβερνήσει ακόμη κι αν δεν το επιθυμεί. Ο εξαναγκασμός του κρίνεται επιβεβλημένος. Το ενδεχόμενο του φιλοσόφου που δεν κατέχει την ηθική αρετή δεν υφίσταται για τον Πλάτωνα. Η γνώση, από μόνη της, παρουσιάζεται ως διαπιστευτήριο της αρετής.
 
Ο διαχωρισμός της ψυχής από τον Αριστοτέλη σε λόγον και άλογον μέρος και η τοποθέτηση της ηθικής αρετής στο σημείο που πλαισιώνεται και από το ένα και από το άλλο (λόγον – άλογον μέρος) είναι μια επανάσταση. Καθιστά σαφές ότι η λογική δεν αρκεί από μόνη της για την κατάκτηση της αρετής. Ο άνθρωπος πρέπει να δαμάσει και το άλογον μέρος. Το μέρος που δεν μπορεί να καθορίσει επακριβώς και που όμως λειτουργεί διαμορφώνοντας το χαρακτήρα του. Πόσο κοντά μπορεί να είναι αυτό στο υποσυνείδητο που δίδαξε ο Φρόυντ;
 
Ο Αριστοτέλης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, αυτό το άλογον μέρος της ψυχής να επηρεάζει ακόμη και την ποιότητα των ονείρων: «γιατί αυτό το μέρος, αυτή δηλαδή η δύναμη της ψυχής ενεργεί, κατά την αντίληψη όλων, κυρίως στη διάρκεια του ύπνου, ακριβώς όμως τότε είναι που φαίνεται ελάχιστα καθαρά ποιος είναι καλός και ποιος είναι κακός – εκτός και αν εξαιρέσουμε την περίπτωση που, σε μικρή βέβαια έκταση, κάποιες κινήσεις φτάνουν ως την ψυχή, και τότε τα όνειρα των καλών ανθρώπων είναι καλύτερα από τα όνειρα των συνηθισμένων ανθρώπων. Αρκετά όμως όσα είπαμε για το θέμα αυτό». (1102b 13, 4-6 και 10-13).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 154f-155e)

[12] Τέλος δὲ καὶ τούτου τοῦ λόγου λαβόντος ἠξίουν ἐγὼ καὶ περὶ οἴκου ᾗ χρηστέον εἰπεῖν τοὺς ἄνδρας ἡμῖν· «βασιλείας μὲν γὰρ καὶ πόλεις ὀλίγοι κυβερνῶσιν, ἑστίας δὲ πᾶσιν ἡμῖν καὶ οἴκου μέτεστι.»
Γελάσας οὖν ὁ Αἴσωπος, «οὔκ, εἴγε τῶν πάντων,»

[155a] ἔφη, «καὶ Ἀνάχαρσιν ἀριθμεῖς· τούτῳ γὰρ οἶκος οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ σεμνύνεται τῷ ἄοικος εἶναι, χρῆσθαι δ᾽ ἁμάξῃ, καθάπερ τὸν ἥλιον ἐν ἅρματι λέγουσι περιπολεῖν, ἄλλοτ᾽ ἄλλην ἐπινεμόμενον τοῦ οὐρανοῦ χώραν.»
Καὶ ὁ Ἀνάχαρσις, «διὰ τοῦτό τοι,» εἶπεν, «ἢ μόνος ἢ μάλιστα τῶν θεῶν ἐλεύθερός ἐστι καὶ αὐτόνομος, καὶ κρατεῖ πάντων, κρατεῖται δ᾽ ὑπ᾽ οὐδενός, ἀλλὰ βασιλεύει καὶ ἡνιοχεῖ. πλὴν σέ γε τὸ ἅρμα λέληθεν αὐτοῦ, ὡς ὑπερφυὲς κάλλει καὶ

[155b] μεγέθει θαυμάσιόν ἐστιν· οὐ γὰρ ἂν παίζων ἐπὶ γέλωτι παρέβαλες ἐκεῖνο τοῖς ἡμετέροις. οἶκον δέ μοι δοκεῖς, ὦ Αἴσωπε, ταυτὶ τὰ πήλινα καὶ ξύλινα καὶ κεραμεᾶ στεγάσματα νομίζειν, ὥσπερ εἰ κοχλίαν ἡγοῖο τὸ κέλυφος, ἀλλὰ μὴ τὸ ζῷον. εἰκότως οὖν σοι γέλωτα παρέσχεν ὁ Σόλων, ὅτι τοῦ Κροίσου τὴν οἰκίαν κεκοσμημένην πολυτελῶς θεασάμενος οὐκ εὐθὺς ἀπεφήνατο τὸν κεκτημένον εὐδαιμόνως οἰκεῖν καὶ μακαρίως, ἅτε δὴ τῶν ἐν αὐτῷ μᾶλλον ἀγαθῶν ἢ τῶν παρ᾽ αὐτῷ βουλόμενος γενέσθαι θεατής· σὺ δ᾽ ἔοικας οὐδὲ τῆς σεαυτοῦ μνημονεύειν ἀλώπεκος. ἐκείνη μὲν γὰρ εἰς ἀγῶνα ποικιλίας καταστᾶσα πρὸς τὴν πάρδαλιν ἠξίου τὰ ἐντὸς αὐτῆς καταμαθεῖν τὸν δικαστήν,

[155c] ποικιλωτέρα γὰρ ἐκεῖθεν φανεῖσθαι· σὺ δὲ τὰ τεκτόνων καὶ λιθοξόων ἔργα περινοστεῖς, οἶκον ἡγούμενος, οὐ τὰ ἐντὸς ἑκάστου καὶ οἰκεῖα, παῖδας καὶ γάμον καὶ φίλους καὶ θεράποντας, οἷς κἂν ἐν μυρμηκιᾷ τις ἢ νεοττιᾷ νοῦν ἔχουσι καὶ σωφρονοῦσι κοινωνῇ τῶν ὑπαρχόντων, χρηστὸν οἶκον οἰκεῖ καὶ μακάριον. ἐγὼ μὲν οὖν,» ἔφη, «ταῦτα καὶ πρὸς Αἴσωπον ἀποκρίνομαι καὶ Διοκλεῖ συμβάλλομαι· τῶν δ᾽ ἄλλων ἕκαστος ἀποφαίνεσθαι δίκαιός ἐστι τὴν ἑαυτοῦ γνώμην.»
Τοῦτον οὖν ἄριστον ὁ Σόλων εἶπεν αὑτῷ δοκεῖν οἶκον, ὅπου τὰ χρήματα μήτε κτωμένοις ἀδικία

[155d] μήτε φυλάττουσιν ἀπιστία μήτε δαπανῶσι μετάνοια πρόσεστιν.
Ὁ δὲ Βίας ἐν ᾧ τοιοῦτός ἐστιν ὁ δεσπότης δι᾽ αὑτὸν οἷος ἔξω διὰ τὸν νόμον.
Ὁ δὲ Θαλῆς ἐν ᾧ πλείστην ἄγειν τῷ δεσπότῃ σχολὴν ἔξεστιν.
Ὁ δὲ Κλεόβουλος εἰ πλείονας ἔχοι τῶν φοβουμένων αὐτὸν τοὺς φιλοῦντας ὁ δεσπότης.
Ὁ δὲ Πιττακὸς εἶπεν ὡς ἄριστος οἶκός ἐστιν ὁ τῶν περιττῶν μηδενὸς δεόμενος καὶ τῶν ἀναγκαίων μηδενὸς ἐνδεόμενος.
Ὁ δὲ Χίλων ἔφη δεῖν μάλιστα βασιλευομένῃ πόλει προσεοικέναι τὸν οἶκον. εἶτα προσεπεῖπεν ὅτι καὶ Λυκοῦργος πρὸς τὸν κελεύοντα δημοκρατίαν

[155e] ἐν τῇ πόλει καταστῆσαι, «πρῶτος,» ἔφη, «ποίησον ἐν τῇ οἰκίᾳ σου δημοκρατίαν.»

***
[12] Όταν τελείωσε και αυτή η συζήτηση, εγώ είπα ότι το θεωρώ σωστό οι άνδρες αυτοί να μας μιλήσουν για το πώς πρέπει να κυβερνιέται ένα σπιτικό: «Βασίλεια και πόλεις κυβερνιούνται από λίγους, με εστίες όμως και σπίτια έχουμε σχέση όλοι μας».
Γέλασε λοιπόν ο Αίσωπος και είπε: «Όχι φυσικά, αν, λέγοντας “όλοι”,

[155a] βάζεις μέσα και τον Ανάχαρση· γιατί αυτός όχι μόνο δεν έχει σπίτι, αλλά και υπερηφανεύεται πως είναι άστεγος και πως ζει σε αμάξι, όπως λένε και για τον ήλιο ότι κάνει τους γύρους του μέσα σε ένα άρμα, καταλαμβάνοντας τη μια φορά αυτόν και άλλοτε πάλι έναν άλλο τόπο στον ουρανό».
«Αυτός όμως ακριβώς είναι και ο λόγος», είπε ο Ανάχαρσης, «που μόνος αυτός απ᾽ όλους τους θεούς ή περισσότερο αυτός από όλους τους είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος και εξουσιάζει τα πάντα χωρίς να εξουσιάζεται από τίποτε: είναι βασιλιάς και είναι κυβερνήτης του άρματός του. Εσύ όμως, Αίσωπε, δεν έχεις, φαίνεται, ιδέα τί εξαιρετική ομορφιά έχει το άρμα του και

[155b] πόσο θαυμαστό είναι το μέγεθός του· αλλιώς δεν θα προχωρούσες σε σύγκριση ανάμεσα σ᾽ αυτό και στα δικά μας, κάνοντας αστεία για να προκαλέσεις το γέλιο. Φαίνεται ότι εσύ θεωρείς σπίτι αυτά εδώ τα στεγάσματα από λάσπη, ξύλα και κεραμίδια — ακριβώς σαν να θεωρούσες σαλιγκάρι το κέλυφος και όχι το ίδιο το ζώο. Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό που ο Σόλωνας σε έκανε να γελάσεις, τότε που αυτός, βλέποντας το σπίτι του Κροίσου στολισμένο με μεγάλη πολυτέλεια, δεν έσπευσε να πει ότι ο ιδιοκτήτης του ζει εκεί μέσα ευτυχισμένος και μακάριος, προφανώς γιατί ήθελε πιο πολύ να δει τα αγαθά που υπήρχαν μέσα στον Κροίσο παρά τριγύρω του. Εσύ όμως φαίνεται πως δεν θυμάσαι ούτε την αλεπού σου, αυτήν που, όταν κάποτε συναγωνιζόταν τη λεοπάρδαλη ποιά ήταν πιο ωραία στολισμένη, ζητούσε από το δικαστή να δώσει προσοχή στα καλά που είχε μέσα της·

[155c] γιατί τότε θα φαινόταν στολισμένη ωραιότερα. Εσύ όμως τριγυρνάς και χαζεύεις τα έργα των ξυλουργών και των λιθοξόων, και θεωρείς ότι αυτά είναι το σπίτι και όχι όσα έχει μέσα του ο καθένας και είναι δικά του: τα παιδιά του, τη σύντροφό του, τους φίλους και τους δούλους του, που με όλους αυτούς —φτάνει να έχουν μυαλό και φρόνηση— και σε μυρμηγκοφωλιά ακόμη να ζει ή σε φωλιά πουλιών και να μοιράζεται μαζί τους τα υπάρχοντά του, ζει, στην πραγματικότητα, σε ένα ωραίο και ευτυχισμένο σπίτι. Αυτή λοιπόν», είπε, «είναι η απάντησή μου στον Αίσωπο και η συμβολή μου στον Διοκλή. Το σωστό όμως είναι τώρα να πει και ο καθένας από τους υπόλοιπους τη δική του γνώμη».
Ο Σόλωνας λοιπόν είπε τότε ότι άριστο, κατά τη γνώμη του, είναι το σπιτικό στο οποίο η απόκτηση της περιουσίας δεν συνοδεύεται από αδικία,

[155d] η διαφύλαξή της δεν συνοδεύεται από έλλειψη εμπιστοσύνης και το ξόδεμά της δεν συνοδεύεται από μεταμέλεια.
Ο Βίαντας είπε ότι άριστο είναι το σπίτι στο οποίο ο οικοδεσπότης συμπεριφέρεται, από δική του προσωπική επιλογή, με τον τρόπο που συμπεριφέρεται έξω από αυτό κάτω από την επιταγή του νόμου.
Ο Θαλής είπε ότι άριστο είναι το σπίτι που επιτρέπει στον οικοδεσπότη να έχει τον μεγαλύτερο δυνατό ελεύθερο χρόνο.
Ο Κλεόβουλος είπε ότι είναι εκείνο στο οποίο ο οικοδεσπότης έχει πιο πολλούς που να τον αγαπούν παρά να τον φοβούνται.
Ο Πιττακός είπε ότι άριστο, κατά τη γνώμη του, είναι το σπίτι που δεν χρειάζεται τίποτε το περιττό και δεν του λείπει τίποτε από τα απαραίτητα.
Ο Χίλωνας είπε ότι το σπίτι πρέπει να μοιάζει όσο γίνεται πιο πολύ με μια βασιλευόμενη πόλη, και πρόσθεσε ότι ο Λυκούργος, όταν κάποιος τον πρότρεπε κάποτε να εγκαταστήσει δημοκρατία

[155e] στην πόλη, του είπε: «Κάνε πρώτα εσύ δημοκρατία στο σπίτι σου».

Η ψυχή μέσα απ’ τον πόνο μαθαίνει να στέκεται όρθια

Είναι προτιμότερο να μιλάμε ανοιχτά για κάθε συναίσθημα. Δεν υπάρχει λόγος να κρύβουμε τον πόνο που μας αγγίζει ως το μεδούλι. Ο πόνος είναι ένας παρεξηγημένος τρόπος συνομιλίας με τον εαυτό μας. Είναι ένας κώδικας επικοινωνίας με το «εγώ», που κανένας δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει παρά μόνο εμείς.

Πόσες φορές αφήσαμε τη συζήτηση στη μέση γιατί ψυχολογικά μάς πονάει; Αν συνεχίζαμε να μιλάμε, το πιο πιθανό θα ήταν να έτρεχαν δάκρυα, να έτρεμε η φωνή και το σώμα να έμενε άκαμπτο. Όλοι πιστεύω το έχουμε νιώσει ο καθένας, βέβαια, με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Πόσες φορές το σώμα μάς εγκατέλειψε πάνω στη μάχη; Μετά τη δουλειά ή μετά από βόλτα; Και αυτός είναι πόνος που σφίγγει το σώμα.

Επιβεβαιώνει πως έζησες, έτρεξες δρόμο στην κάθε σου μέρα και έκανες πράγματα που ξεπερνούν τον εαυτό σου.

Μέσα απ’ τον πόνο μαθαίνεις να ζεις. Από τις φούσκες που έχεις στα χέρια, ξέρεις πως έκοψες τόσα τριαντάφυλλα στο δρόμο σου με τόσα αγκάθια. Από το σπυράκι που έχεις στη γλώσσα, ξέρεις πως έφαγες τόσα γλυκά μέχρι να σκάσεις και να μη θες παραπάνω. Από τους κάλους που έχεις στα πόδια, ξέρεις πως περπάτησες τόσο πολύ μέχρι να νιώσεις κομμάτια και να θες μια ζεστή σοκολάτα πλάι στο τζάκι.

Δε μπορείς να αρνηθείς ότι ο πόνος είναι πάντα συντροφιά μας, για να μας υπενθυμίζει ακριβώς το ποιοι είμαστε σε κάθε μας βήμα. Δε γίνεται να κρύψουμε τον εαυτό μας μονάχα πίσω από ευχάριστες αναμνήσεις. Με αυτό τον τρόπο δεν θα είμαστε εμείς. Θα είναι μια σαπουνόπερα, ένα θέατρο που τις περισσότερες φορές έχει αίσιο τέλος στο δράμα. Όμως δεν είναι έτσι…

Η ψυχή μας μέσα απ’ τον πόνο μαθαίνει να στέκεται όρθια, κόντρα στον άνεμο, κόντρα στο κύμα. Στην αρχή θα λυγίσεις, θα τον αφήσεις να σ’ αγκαλιάσει μέχρι τα πόδια. Δε θα μπορείς να σηκωθείς, δε θα θες να σηκωθείς από κάτω. Το σώμα σου σαν να μην είναι δικό σου, σαν να έζησες μια πλάνη του μυαλού σου, δε μπορείς να ανεχτείς την αλήθεια.

Ύστερα, όμως, το έχεις ανάγκη να πατήσεις και πάλι στα πόδια, σε έχουν ανάγκη οι φίλοι σου και η οικογένειά σου. Το χρωστάς πρώτα σε σένα και μετά στους άλλους. Κι εδώ είναι που γίνεσαι πιο δυνατός, πιο μάχιμος. Ο πόνος συγκατοικεί με την καρδιά σου. Ο κόσμος δεν σε αγγίζει, γίνεσαι πιο σκληρός σαν το ατσάλι, για να προστατέψεις ό,τι απέμεινε απ’ τη μάχη μέσα σου.

Δε μας κατηγορώ που μισούμε τον πόνο. Ό,τι πιο άσχημο το φέρνει μπροστά μας. Ο πιο σκληρός φόβος παίρνει σάρκα και οστά απέναντί μας. Όμως για δες παραπέρα. Ο πόνος είναι κομμάτι μας και κάθε μέρα μάς βοηθάει να δούμε τον κόσμο με άλλη ματιά, μέσα από νίκες και ήττες, πάθη και θλίψη.

Ισορροπία γύρω από την ίδια θέση ή μια διαρκής μετακίνηση θέσης με κατεύθυνση τον Εαυτό;

Πολλές φορές αναρωτιέμαι πως επιτυγχάνεται η πολυπόθητη ισορροπία στην ζωή. Και λέγοντας ισορροπία εννοώ την κατάσταση εκείνη που το πνεύμα, ο ψυχισμός και η υλική μας υπόσταση -οι συμπεριφορές μας, τα τρία επίπεδα δηλαδή που αποτελούν την ύπαρξη μας, βρίσκονται σε αρμονία και ευθυγράμμιση.

Μια τέτοια ισορροπία που το κάθε μας κύτταρο νιώθει την ησυχία του μυαλού, την ευτυχία της καρδιάς και την αβίαστη ροή της ζωής διαρκώς, παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Τι είναι όμως ισορροπία για τον καθένα και ποιο το σημείο ισορροπίας του;
 
Γεννηθήκαμε και μάθαμε να σκεφτόμαστε, να νιώθουμε και να δρούμε έξω από εμάς, έξω από τον εαυτό μας. Να πιστεύουμε ότι είμαστε ισορροπημένοι και ευτυχισμένοι όταν «έχουμε». Έχουμε μια σταθερή δουλειά, ένα σταθερό εισόδημα, παιδιά, σύντροφο, φίλους, όταν έχουμε σταθερά πιστεύω, συνήθειες, επαναλήψεις «σωστών» συμπεριφορών και πολλά μα πολλά πρέπει.

Οτιδήποτε μας κρατά και μας εδραιώνει σε μια «ισορροπημένη θέση». Και έτσι δημιουργήσαμε σημεία ισορροπίας τα παιδιά μας, τους συντρόφους μας, την δουλειά μας, τις πεποιθήσεις και τα πρέπει μας και όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα. Και που και που ακούμε και μια εσωτερική φωνή που ψιθυρίζει δεν νιώθω ευτυχία και ικανοποίηση στην ζωή μου, δεν αντέχω άλλο.

Αλλά για να μην χάσουμε το σημείο ισορροπίας μας, κάνουμε μια συνεχής μηχανική ταλάντωση γύρω από την ίδια θέση και αυτό το ονομάζουμε αλλαγή, εξέλιξη και ισορροπία. Η Φυσική αυτό το ονομάζει μηχανική ταλάντωση και σαν τέλειο παράδειγμα μηχανικής ταλάντωσης είναι το εκκρεμές.

Θέλω ειλικρινά να ζω στατικά σαν εκκρεμές και να κινούμαι εξαρτημένος από το σημείο ισορροπίας μου;
 
Σχεδόν όλοι ανησυχούμε και φοβόμαστε λίγο ή πολύ τις αλλαγές. Μας ανησυχεί το άγνωστο, αν όλα θα πάνε καλά, αν θα τα καταφέρουμε, αν είμαστε ικανοί, αν θα χάσουμε κάτι ή αν θα κερδίσουμε. Με όλα αυτά αντί να προσεγγίζουμε την εσωτερική ισορροπία, δημιουργούμε εσωτερική αναταραχή και σύγκρουση.

Πως αποφασίζουμε λοιπόν; με γνώμονα τον φόβο ή την αγάπη; Χωρίς να το συνειδητοποιούμε ακυρώνουμε, απορρίπτουμε και αρνούμαστε κάθε μέρα στον εαυτό μας την ελευθερία επιλογής να εκφράσει, να ζήσει, να νιώσει, να κάνει αυτό που θέλει. Και όλο αυτό γιατί νομίζουμε ότι οι λόγοι που μας προβάλει ο φόβος είναι πιο ισχυροί και γιατί δεν έχουμε μάθει να αγαπάμε και να σεβόμαστε εμάς.

Η πρόταση μου είναι ότι το σημείο ισορροπίας μας δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από εμάς! Και για να το βρω χρειάζεται να πάω προς τα μέσα, στο βάθος του εαυτού μου. Χρειάζεται να με γνωρίσω, να με κατανοήσω, να με αποδεχθώ, να με αγαπήσω. Να συνδεθώ με μένα και να ανακαλύψω τι χρειάζομαι για να νιώθω ισορροπία και ευτυχία.

Και πως γίνεται αυτό; Με διαρκής μετακίνηση θέσης με κατεύθυνση το κέντρο του εαυτού μας. Αυτή η μεταβολή θέσης είναι στην ουσία απόφαση δράσης προς τα εκεί που θέλω να πάω. Είναι μια φαινομενική αποσταθεροποίηση αλλά μια ουσιαστική απόφαση μετακίνησης. Είναι μια αέναη κίνηση εξέλιξης προς τον εαυτό μας και διεύρυνσης μας μέσω του εαυτού μας.

Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μπορώ να επιτύχω την ισορροπία, ούτε το πότε και πώς θα την προσεγγίσω. Το βασικό ερώτημα είναι:

Να τολμήσω να δω τις άπειρες δυνατότητες και ικανότητες μου, που θα με οδηγήσουν σε μια κατάσταση αρμονίας, ευτυχίας και ισορροπίας ή όχι;
 
Αν η απόφαση στο ερώτημα είναι «ναι τολμώ!», σκέψου, νιώσε και δράσε προς εσένα, για εσένα. Η διαδικασία αυτή είναι η ανταμοιβή σου.

Επίγνωση

Έχεις επίγνωση για το ποια είναι τα πράγματα που ξέρεις; Έχεις επίγνωση για το ποια είναι τα πράγματα που δεν ξέρεις; Υπάρχει κάτι σημαντικό. Κάτι το οποίο πραγματικά μπορεί να καθορίσει όλη σου την ζωή. Μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματα σου. Πρόσεξε όμως: Όχι και τα αποτελέσματα τα οποία θέλεις και αξίζεις.

Φαντάσου λοιπόν ότι προχωράς στον δρόμο. Και έτσι όπως προχωράς ξαφνικά βλέπεις μπροστά σου μία λακκούβα. Τι κάνεις; Ή πηδάς από πάνω της αν είναι μικρή ή μετακινείσαι λίγο δεξιά ή λίγο αριστερά ή αν θέλεις να παίξεις μπορείς να πατήσεις με προσοχή μέσα και να συνεχίσεις. Έτσι δεν είναι; Ωραία!

Ας πάρουμε τώρα μία άλλη εκδοχή στην ίδια περίπτωση. Βρέχει πάρα πολύ και προχωράς. Καθώς προχωράς υπάρχει μία λακκούβα κάτω από το νερό η οποία δεν φαίνεται γιατί έχει πλημμυρίσει ο δρόμος με νερό. Τι συμβαίνει; Δεν αυξάνονται οι πιθανότητες να σκοντάψεις, να πέσεις μέσα και να χτυπήσεις;

Για την ακρίβεια εάν αυτή η λακκούβα είναι στον δρόμο σου, σίγουρα θα σκοντάψεις, θα πέσεις μέσα και θα χτυπήσεις με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για την συνέχεια της ημέρας σου.
Αυτό που θέλω λοιπόν να σου πω είναι ότι οι άνθρωποι στην ζωή μας δεν κινδυνεύουμε από αυτά που ξέρουμε, ούτε από αυτά που γνωρίζουμε ότι δεν ξέρουμε. Οι άνθρωποι κινδυνεύουμε από αυτά που δεν γνωρίζουμε ότι δεν ξέρουμε. Τι σημαίνει αυτό; Υπάρχουν τρία γνωστικά επίπεδα. Ας τα δούμε:

Τα τρία γνωστικά επίπεδα
 

Το πρώτο γνωστικό επίπεδο είναι αυτό που γνωρίζω ότι ξέρω

Γνωρίζω ότι ξέρω να μαγειρέψω ένα φαγητό. Γνωρίζω ότι ξέρω να οδηγήσω ένα μηχανάκι. Γνωρίζω ότι ξέρω να οδηγήσω ένα αμάξι. Γνωρίζω ότι ξέρω να μιλάω, να περπατάω, να ανοίγω έναν υπολογιστή και να κλείνω έναν υπολογιστή.

Το δεύτερο γνωστικό επίπεδο είναι αυτό που γνωρίζω ότι δεν ξέρω

Δεν ξέρω να οδηγώ αεροπλάνο. Δεν ξέρω να οδηγώ καράβι. Δεν ξέρω πυρηνική φυσική. Δεν ξέρω το πως να φτιάξω μουσακά. Το σημαντικό εδώ είναι ότι γνωρίζω ότι αυτά δεν τα ξέρω.
Ως εδώ λοιπόν όλα είναι υπέροχα γιατί μπορώ να τα διαχειριστώ. Είναι στο γνωστικό πεδίο των γνώσεων μου και αυτών που γνωρίζω ότι δεν ξέρω. Πάμε λοιπόν παρακάτω.

Το τρίτο γνωστικό επίπεδο είναι αυτό που δεν γνωρίζω ότι δεν ξέρω

Δεν γνωρίζω καν ότι υπάρχει κάτι για να ψάξω περισσότερες πληροφορίες ή να το προσπεράσω. Αυτό το γνωστικό επίπεδο είναι που καθορίζει την ζωή μας. Όχι όμως και την ζωή που θέλουμε και αξίζουμε. Για ποιον λόγο; Γιατί είναι σαν την λακκούβα που είναι κρυμμένη κάτω από το νερό. Προχωράμε, δεν φανταζόμαστε τίποτα και ξαφνικά σκοντάφτουμε, πέφτουμε μέσα, χτυπάμε.

Έτσι λοιπόν, είτε έχεις επιχείρηση, είτε θέλεις να κάνεις επιχείρηση, είτε είσαι εργαζόμενος, είτε έχεις δουλειά ή δεν έχεις δουλειά, είτε έχεις σχέση ή δεν έχεις σχέση, ότι και να συμβαίνει στην ζωή σου, θέλω να αρχίσεις να ψάχνεις αυτά που δεν γνωρίζεις ότι δεν ξέρεις. Και τώρα θα μου πεις “Μάνο έχεις τρελαθεί; Πώς θα ψάξω αυτά που δεν γνωρίζω καν ότι υπάρχουν;”

Όταν κάτι στην ζωή σου δεν πηγαίνει καλά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τότε άρχισε να αναρωτιέσαι τι άλλο μπορεί να υπάρχει το οποίο έως τώρα δεν το ήξερες; Άρχισε να ρωτάς ανθρώπους. Όχι τον καθένα. Ανθρώπους που ξέρουν ή έχουν τα αποτελέσματα που θέλεις χωρίς όμως να έχουν δόλο προς εσένα.

Άρχισε να ψάχνεις στο internet. Με σύνεση όμως γιατί στο internet θα βρεις πολλά πράγματα. Άλλα είναι σωστά, άλλα είναι λάθος. Γιατί ο καθένας μπορεί να γράψει ότι θέλει στο internet.

Έτσι λοιπόν άρχισε να κάνεις την έρευνα σου και πάνω απ’ όλα καθώς παίρνεις πληροφορίες άρχισε να κάνεις τις κατάλληλες ερωτήσεις στον εγκέφαλο σου. Αυτός από μόνος του θα αρχίσει να συνθέτει τις πληροφορίες και επειδή μέσα σου, όταν μάθεις να χρησιμοποιείς εξαιρετικά τον εγκέφαλο σου, θα αρχίσεις να παρατηρείς ότι υπάρχει μια απεριόριστη σοφία, τότε θα μπορείς να βρεις λύσεις σε ότι επιθυμείς.

Άρα λοιπόν να θυμάσαι ότι η ζωή σου δεν καθορίζεται ούτε από αυτά που ξέρεις ούτε από αυτά που γνωρίζεις ότι δεν ξέρεις. Καθορίζεται από αυτά που δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν σε αυτόν τον πλανήτη Γη και αυτά τα πράγματα καλείσαι να ανακαλύψεις. Καλείσαι να φωτίσεις. Όχι μόνο εσύ, κι εγώ και όλοι μας.

Όσο πιο πολλές σκοτεινές πτυχές φωτίσουμε τόσες πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να ζήσουμε μια εξαιρετική ζωή σε προσωπικό, συναισθηματικό και οικονομικό επίπεδο. Και γιατί πάντα βάζουμε και τους τρεις τομείς; Γιατί όποιος από τους τρεις αυτούς τομείς δεν δουλεύει σωστά τότε η ζωή σου μοιάζει με ένα αμάξι που κινείται με τρεις ρόδες αντί για τέσσερις.

Σε μια τέτοια περίπτωση διαπιστώνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Υπάρχει μια δυσλειτουργία. Χρειάζεται όλοι οι τομείς να δουλεύουν σε ένα πολύ δυνατό σημείο. Το σημείο που πραγματικά μπορείς να είσαι.

Θα ήθελα να σου πω ότι είναι ωραία η γνώση αλλά μόνο όταν την εφαρμόσεις είναι αποτελεσματική. Άρα λοιπόν παρατήρησε τώρα και βρες ποιος τομέας της ζωής σου θέλει βελτίωση.

Παρατήρησε πόσο καιρό έχεις προσπαθήσει, τι έχει δουλέψει, τι δεν έχει δουλέψει, και άρχισε να ψάχνεις τι είναι αυτό το οποίο έως τώρα δεν πήγαινε καν το μυαλό σου ότι μπορεί να επηρεάζει αυτόν τον τομέα.

Να Αγαπάς τον Εαυτό σου και να Ζεις με Πάθος!

Παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν

Ίσως ένας ανάλγητος δαίμονας δεν θα’ χε τίποτα περισσότερο να πει για τη λεγόμενη «παγκόσμια Ιστορία», την «αλήθεια», τη «δόξα», κι όλες τις μεγαλειώδεις μας αλληγορίες, πέρ’ από τούτα τα λόγια:

«Σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Σύμπαντος που ξεχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, ήταν μια φορά κ’ έναν καιρό έν’ άστρο. Στο άστρο αυτό ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα που μηχανεύτηκαν το γιγνώσκειν. Η πιο αλαζονική και πλανερή στιγμή της παγκόσμιας Ιστορίας – όμως μονάχα μια στιγμή! Μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης, το άστρο πάγωσε και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. H ώρα είχε σίγουρα φτάσει: παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυψαν πως όλα ήταν λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με την Αλήθεια. Αυτή ήταν η τύχη, λοιπόν, των απεγνωσμένων εκείνων ζώων, που είχαν επινοήσει το γιγνώσκειν.»

Τούτος κι ο κλήρος του ανθρώπου -αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο με κάποιαν έφεση για γνώση. H Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση, στο μηδέν – θα του ‘δείχνε πώς είν’ αιώνια καταδικασμένος στη Μη Αλήθεια, η Αλήθεια… Όμως ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει σε μια προσιτή Αλήθεια, σε μια κοντινή του Ψευδαίσθηση που του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μήπως δε ζει τάχα χάρη σε μια διαρκή αυταπάτη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα η Φύση τα περισσότερα – ίσα-ίσα τα πιο κοντινά του, λόγου χάρη, το ίδιο του το σώμα, που διαθέτει μόνο μια γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συνείδηση κλείστηκε, κ’ η Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια του φιλοσόφου, να θέλει, σώνει και καλά, να βρει μια σχισμή στο κελί της συνείδησής του, να δει έστω μια φορά τι υπάρχει παραέξω! Ίσως να διαισθάνθηκε μετά, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτως ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη…

Έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε ότι ζήσαν, κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Η ροπή για γνώση μοιάζει απ’ τη φύση της ανικανοποίητη αλλ’ ούτε και ικανοποιεί· ποιος, λοιπόν, θα πίστευε -παρεκτός κι αν τον έχει ειδοποιήσει σχετικώς η Ιστορία – πως υπήρξε άνθρωπος σαν τον σοφό Ηράκλειτο, τόσο αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπής και μεγαλόφρων, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο εκλεκτός μνηστήρας της Αλήθειας! Τέτοιοι άνθρωποι ζουν στο δικό τούς ηλιακό σύστημα, και μόνον εκεί πρέπει κανείς να τους γυρέψει. Ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν υπέρ-ανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό· όμως, εξαιτίας της πίστης τους στη μετεμψύχωση και την ενότητα όλων των εμβίων, τους κατέκλυζε συμπόνια – τους τραβούσε, σα χαλκάς, ξανά πίσω, στους άλλους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Όσο για τη μοναξιά του Εφέσιου αναχωρητή του ναού της Αρτέμιδος, μονάχα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς,παραλυμένος άπ’ την παγωνιά, μπορεί κανείς κάπως να τη νοιώσει. Αυτός δεν εκπέμπει τη θέρμη καμμιάς συμπόνιας, καμμιάς λαχτάρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει μ’ άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Το μάτι του γυρνάει, φλεγόμενο, προς τα μέσα, θωρώντας σβησμένο και παγερό, σαν ψεύτικο, τον έξω κόσμο. Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και της παραζάλης· αηδιασμένος αποστρέφει το πρόσωπο… Βέβαια, ένα τέτοιο τραγικό προσωπείο το αποφεύγουν οι «ευαίσθητες» ψυχές· τούτη η μορφή θα ταίριαζε μάλλον ανάμεσα σ’ αγάλματα θεών, σε κάποιο απόμακρο Ιερό ψυχρής, μεγαλόπρεπης αρχιτεκτονικής…

Ανάμεσα σ’ ανθρώπους, τώρα, ως άνθρωπος, ο Ηράκλειτος: απίστευτος! Σαν τον είδαν, λέει, να μελετά το θορυβώδες παιγνίδι των παιδιών, στοχάζονταν ό,τι ποτέ δε στοχάστηκε θνητός εξ αφορμής τέτοιου θεάματος: το παιγνίδι τού Μεγάλου Παιδιού-Κόσμου, του Δία, που γελώντας αιώνια χτίζει και γκρεμίζει κόσμους. Δε χρειαζόταν τους ανθρώπους – ούτε κ’ η γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους· όσα θα μάθαινε τάχα από άλλους η όσα ερευνούσαν παλιότεροι σοφοί, που ‘ξεραν να ρωτούν και να μαθαίνουν, τον άφηναν αδιάφορο. «Tοv εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα», είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη – κλειδί για τη νοηματική διερεύνηση ενός χρησμού: σα να ‘ταν αυτός ο απόλυτος τηρητής κ’ εκτελεστής της περίφημης δελφικής ρήσης «γνώθι σαυτόν» – και κανείς άλλος!..

Οι φιλόσοφοι χρειάζονται πάνω απ’ όλα: ελευθερία από καταναγκασμούς, οχλήσεις, θορύβους, από κάθε λογής πάρε–δώσε, καθήκοντα, έγνιες: χρειάζονται διαύγεια· σκέψεις που να χορεύουν, να πηδάν, να πετάνε· αέρα καθαρό, ελαφρύ, ελεύθερο, ξηρό, όπως είν’ ο αέρας στα ψηλά, εκεί που κάθε ζωντανό πλάσμα γίνεται πνενματικότερο κι αποκτάει φτερά· ηρεμία σ’ όλα τα υπόγεια· όλα τα σκυλιά όμορφα–όμορφα με τις αλυσίδες τους· κανένα εχθρικό γάβγισμα, καμμιά «σκυλίσια» μνησικακία κανένα σκουλήκι πληγωμένης φιλοδοξίας να κατατρώει τα σωθικά· διακριτικά και υπάκουα σπλάχνα, εργατικά σα μυλόπετρες, αλλά σ’ απόσταση· η καρδιά να ‘ναι ξένη, στην αντί πέρα κιόλας όχθη, στο μέλλον, στο μετά θάνατον… το ασκητικό ιδεώδες στην πιο χαρούμενη μορφή του!..

Την έρημο όπου αποτραβιούνται και αυτοσυγκεντρώνονται τα ρωμαλέα, τ’ ανεξάρτητα πνεύματα.. – α, πόσο διαφορετική τη φαντάζονται οι μορφωμένοι κ’ οι τσαρλατάνοι τού πνεύματος! Πάει καιρός που δε μπορούν ούτε δευτερόλεπτο να ζήσουν εκεί! δεν τούς είναι πια αρκετά ρομαντική, συριακή, θεατρινίστικη, μόλο που έχει και παραέχει καμήλες! – μα ως εδώ η ομοιότητα… «Έρημος» εν προκειμένω είν’ ίσως μια θεληματική σκοτεινιά· ένας παραμερισμός μπροστά στον εαυτό· συστολή μπροστά σε θορύβους, εκδηλώσεις λατρείας, εφημερίδες, επιρροές ένα μικροεπάγγελμα, μια καθημερινή ρουτίνα, κάτι που περισσότερα κρύβει παρά φανερώνει· συναναστροφή με άκακα χαρούμενα ζώα και πουλιά, που η όψη τους αναζωογονεί· ένα βουνό για συντροφιά, διόλου νεκρή συντροφιά, με μάτια (παναπεί: λίμνες)· ως κ’ ένα δωμάτιο σε πολυσύχναστο πανδοχείο, όπου μπορεί κανείς να περνά απαρατήρητος και να κουβεντιάζει ατιμώρητα με τον καθένα,.. αυτά είν’ «έρημος»: ώ, κ είν’ αρκετά έρημη, πιστέψτε με! Βέβαια, να κ’ η περίπτωση του Ηρακλείτου, που αποτραβήχτηχε στις ελεύθερες εκτάσεις και στα περιστύλια του τεράστιου ναού της ‘Αρτέμιδας: τούτη η «έρημος» ήταν, οπωσδήποτε, πιο άξια — τ’ ομολογώ! Γιατί να μην υπάρχουν και για μας τέτοιοι ναοί; (…Χμ, ίσως και να υπάρχουν. Να μου έρχεται τώρα δα στο νου το ωραιότερο δωμάτιο εργασίας που είχα ποτέ, στην Piazza di san Marco, άνοιξη, δέκα με δώδεκα το πρωί…) Ωστόσο, κι o Ηράκλειτος απέφευγε αυτό που εμείς αποφεύγουμε σήμερα: το θόρυβο και τη φλυαρία των Εφεσίων, όλη τη βρομερή πραμάτεια τού «σήμερα»,.. γιατί εμείς οι φιλόσοφοι χρειαζόμαστε πάνω απ όλα μια συγκεκριμένη ησυχία: χρειαζόμαστε ανάπαυση απ’ το «σήμερα».

Φρ. Νίτσε, ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΧΑΡΩΝ Ή ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΕΣ

Σχετική εικόναΕΡΜΗΣ
Γιατί γελάς, Χάροντα; Και γιατί εγκατέλειψες το καράβι σου και ανέβηκες εδώ πέρα στον τόπο μας, ενώ δεν συνηθίζεις να απασχολείσαι συχνά με τις υποθέσεις του απάνω κόσμου;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πεθύμησα, Ερμή, να δω τι λογής είναι αυτά που διαδραματίζονται στη ζωή και τι κάνουν οι άνθρωποι όσο ζούνε, και τι επιτέλους στερούνται και θρηνούν, όταν κατεβαίνουν σ’ εμάς· γιατί κανένας τους δεν πέρασε με το πλεούμενο απέναντι χωρίς να κλαίει.
Ζήτησα λοιπόν από τον Άδη να αφήσω για μια μέρα τις υποχρεώσεις μου στο καράβι, και ανέβηκα στο φως, και μου φαίνεται πως σε συνάντησα τη στιγμή που έπρεπε. Γιατί, το ξέρω καλά, θα έρθεις να τριγυρίσουμε μαζί, και θα με ξεναγήσεις και θα μου δείξεις το καθετί, μια και τα ξέρεις όλα.

ΕΡΜΗΣ
Αυτή εδώ η υπόθεση θα γίνει αιτία να με δείρουνε. Ήδη προβλέπω ότι τον μισθό της περιήγησης δεν θα τον πάρω χωρίς καθόλου γρονθοκοπήματα. Παρόλα αυτά πρέπει να σε εξυπηρετήσω. Τι τάχα μπορεί κανείς να κάνει, όταν ένας καλός του φίλος τον πιέζει;
Να τα δεις λοιπόν όλα, περαματάρη, το καθένα χωριστά, είναι εντελώς αδύνατο.
Η διαδικασία θα διαρκούσε πολλά χρόνια. Έπειτα για μένα θα χρειαζόταν να βγάλει προκήρυξη ο Δίας, σαν να έχω δραπετεύσει, κι εσύ ο ίδιος δεν θα μπορούσες να εκτελείς τα έργα του Θανάτου και θα ζημίωνες το βασίλειο του Πλούτωνα, καθώς δεν θα μετέφερες τους νεκρούς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και μετά ο τελώνης ο Αιακός θα αγανακτούσε που δεν θα κέρδιζε ούτε έναν οβολό.
Αυτό λοιπόν που πρέπει να σκεφτούμε είναι πώς θα μπορέσεις να δεις τα σημαντικότερα απ’ όσα γίνονται.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Εσύ ο ίδιος, Ερμή, να σκεφτείς το καλύτερο σχέδιο. Εγώ δεν γνωρίζω τίποτε απ’ όσα γίνονται πάνω στη γη, μια και είμαι ξένος.

ΕΡΜΗΣ
Πρώτα απ’ όλα, Χάροντα, θα μας χρειαστεί ένα υπερυψωμένο σημείο, ώστε από κει να τα δεις όλα. Αν σου ήταν δυνατό να ανέβεις στον ουρανό, δεν θα ταλαιπωρούμασταν καθόλου· θα τα έβλεπες όλα εντελώς ξεκάθαρα από πανοραμική θέση. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται εσύ, που συναναστρέφεσαι συνεχώς με φαντάσματα νεκρών, να έχεις πρόσβαση στα ανάκτορα του Δία, θα πρέπει να αναζητήσουμε ένα ψηλό βουνό.
Άραγε ο Καύκασος είναι κατάλληλος ή ο Παρνασσός, ή είναι ψηλότερος και από τους δυο εκείνος εκεί ο Όλυμπος; Ωστόσο δεν είναι κι άσχημο αυτό που θυμήθηκα κοιτάζοντας τον Όλυμπο.
Κρατήσου λοιπόν από το δεξί μου χέρι και πρόσεχε να μην πατάς εκεί που γλιστράει. Μπράβο, ανέβηκες κι εσύ. Τώρα λοιπόν στρέψε το βλέμμα σου γύρω τριγύρω και επιθεώρησε τα πάντα.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Βλέπω ξηρά πολλή και μια μεγάλη λίμνη, η οποία την περιβάλλει, και βουνά και ποτάμια μεγαλύτερα από τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, και ανθρώπους πάρα πολύ μικρούς, και κάποιες φωλιές τους.

ΕΡΜΗΣ
Πόλεις είναι εκείνες που νόμισες ότι είναι φωλιές.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τίποτε ξεκάθαρο δεν βλέπω εγώ τουλάχιστον από τόσο ψηλά. Και θα ήθελα να δω όχι μόνο αυτό, δηλαδή πόλεις και βουνά, όπως στις ζωγραφιές, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους και τι κάνουν και τι λογής πράγματα λένε. Όπως ακριβώς τη στιγμή που με συνάντησες, που με είδες να γελάω και με ρώτησες για ποιο λόγο γελώ. Είχα ακούσει κάτι και το καταευχαριστήθηκα.

ΕΡΜΗΣ
Και τι ήταν αυτό;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Κάποιος προσκλήθηκε σε δείπνο, υποθέτω, από κάποιον φίλο του για την επόμενη μέρα και είπε “Θα έρθω οπωσδήποτε”. Κι ενώ έλεγε αυτό έπεσε πάνω του ένα κεραμίδι από τη στέγη – δεν ξέρω ποιος το μετακίνησε – και τον σκότωσε.
Γέλασα λοιπόν, επειδή δεν μπόρεσε να εκτελέσει την υπόσχεσή του.
Μου φαίνεται λοιπόν ότι και τώρα θα κατέβω κάτω, για να βλέπω και να ακούω καλύτερα.

ΕΡΜΗΣ
Μείνε εκεί που είσαι. Εγώ κι αυτό θα στο γιατρέψω, και θα σε κάνω ταχύτατα να έχεις τέλεια όραση.
Τι συμβαίνει; Βλέπεις κιόλας;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και μάλιστα εξαιρετικά. Έπειτα λοιπόν απ’ αυτό εσύ άρχισε να με διδάσκεις και να μου απαντάς σε ό,τι σε ρωτάω.
Πες μου όμως· Ποιος είναι αυτός ο παχουλός, ψηλός, γενναίος άνδρας, ξεχωριστός στην κεφαλή και στους πλατιούς ώμους;

ΕΡΜΗΣ
Ο Μίλωνας είναι, ο αθλητής από τον Κρότωνα.
Οι Έλληνες τον χειροκροτούν, επειδή φορτώθηκε τον ταύρο και διασχίζει το στάδιο κουβαλώντας τον.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Κι έπειτα θρηνεί κάτω σ’ εμάς, καθώς φυσικά θα θυμάται αυτά τα στεφάνια και τα χειροκροτήματα.
Τώρα όμως έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, επειδή τον θαυμάζουν για το κουβάλημα του ταύρου. Τι λοιπόν; Να υποθέσουμε ότι τάχα σκέφτεται πως κάποτε θα πεθάνει;

ΕΡΜΗΣ
Από πού κι ως πού να θυμηθεί τον θάνατο σε τόσο μεγάλο αποκορύφωμα δόξας;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Άφησέ τον· σε λίγο θα μας κάνει να γελάμε, όταν θα βρίσκεται στο καράβι, χωρίς να μπορεί πια να σηκώσει όχι ταύρο, αλλά ούτε καν κουνούπι.
Εσύ πες μου κι αυτό:
Ποιος είναι τάχα κείνος κει ο σεβαστός ο άνδρας;
Δεν είναι Έλληνας, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τα ρούχα του.

ΕΡΜΗΣ
Είναι ο Κύρος, Χάροντα, ο γιος του Καμβύση, που κατάφερε να φέρει τώρα στα χέρια των Περσών την εξουσία που είχαν παλαιότερα οι Μήδοι.
Επιπλέον νίκησε πρόσφατα τους Ασσυρίους και υπέταξε τη Βαβυλώνα, και τώρα φαίνεται να επιθυμεί να εκστρατεύσει εναντίον της Λυδίας, ώστε να καθαιρέσει τον Κροίσο και να εξουσιάζει αυτός σε όλους.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και ο Κροίσος πού να είναι άραγε κι εκείνος;

ΕΡΜΗΣ
Κοίτα προς τα εκεί, στη μεγάλη ακρόπολη, αυτήν με το τριπλό τείχος. Είναι οι Σάρδεις εκείνες, και ήδη βλέπεις τον ίδιο τον Κροίσο να κάθεται σε χρυσό κρεβάτι και να συζητάει με τον Σόλωνα τον Αθηναίο. Θέλεις να τους ακούσουμε, τι λένε;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Βεβαιότατα.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Φιλοξενούμενέ μου Αθηναίε, μια και είδες τον πλούτο μου και τους θησαυρούς μου και πόσες ράβδους χρυσάφι έχω και όλη την υπόλοιπη πολυτέλεια, πες μου, ποιον από όλους τους ανθρώπους θεωρείς τον πιο ευτυχισμένο;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Είναι λίγοι βέβαια οι ευτυχισμένοι, Κροίσε.
Από αυτούς πάντως που εγώ ξέρω, θεωρώ πως οι πιο ευτυχισμένοι ήταν ο Κλέοβης και ο Βίτωνας.

ΕΡΜΗΣ
Εννοεί τα παιδιά της ιέρειας από το Άργος, που πρόσφατα πέθαναν μαζί, αφού ζεύτηκαν στην άμαξα και την έσυραν, με τη μητέρα τους επάνω, μέχρι το ιερό.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Έστω· ας έχουν εκείνοι τα πρωτεία της ευτυχίας.
Δεύτερος όμως ποιος θα ήταν;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Ο Τέλλος ο Αθηναίος, που και έζησε καλά και σκοτώθηκε για την πατρίδα του.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Κι εγώ, κάθαρμα, δεν σου φαίνομαι να είμαι ευτυχισμένος;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Δεν το ξέρω ακόμη, Κροίσε, αν δεν φτάσεις στο τέλος της ζωής σου, μια και ο θάνατος είναι ο ακριβής έλεγχος σε τέτοιες υποθέσεις, και το να ζήσει κανείς ευτυχισμένος μέχρι το τέλος.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πολύ ωραία, Σόλωνα· δεν μας ξεχνάς, αλλά ζητάς να γίνει η κρίση για τέτοια ζητήματα κοντά στο ίδιο το καράβι του κάτω κόσμου. Αλλά ποιους ξεπροβοδίζει ο Κροίσος, και τι κουβαλάνε στους ώμους τους;

ΕΡΜΗΣ
Αφιερώνει στον Πύθιο Απόλλωνα χρυσά πλιθιά, ως πληρωμή για τους χρησμούς από τους οποίους και θα καταστραφεί λίγο αργότερα.
Ο άνθρωπος είναι υπερβολικά φιλόμαντης.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Εκείνο εκεί λοιπόν είναι το χρυσάφι, το λαμπερό που αστράφτει, το κιτρινωπό που κοκκινίζει;
Τώρα το είδα για πρώτη φορά, ενώ πάντα άκουγα γι’ αυτό.

ΕΡΜΗΣ
Εκείνο, Χάροντα, το όνομα για το οποίο κάθε τόσο τραγουδούν και πολεμάνε.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ωστόσο δεν μπορώ να δω τι το καλό έχει, εκτός από ένα και μόνο, ότι βαραίνει αυτούς που το μεταφέρουνε.

ΕΡΜΗΣ
Δεν ξέρεις πόσοι πόλεμοι έγιναν γι’ αυτό, και συνωμοσίες και ληστείες και επιορκίες και φθόνοι και φυλακίσεις και εμπορικά ταξίδια και υποδουλώσεις;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Γι’ αυτό εδώ, Ερμή, που δεν διαφέρει και πολύ από τον χαλκό;
Γνωρίζω τον χαλκό, όπως ξέρεις εισπράττω οβολό από τον καθένα που κατεβαίνει κάτω με το καράβι.

ΕΡΜΗΣ
Ναι, αλλά ο χαλκός είναι πολύς, ώστε δεν του δίνουν και μεγάλη σημασία, ενώ αυτόν οι μεταλλωρύχοι τον εξορύττουν σε μικρή ποσότητα και από μεγάλο βάθος. Πάντως από τη γη βγαίνει κι αυτός, όπως ο μόλυβδος και τα άλλα.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Μου λες λοιπόν ότι είναι φοβερή ανοησία των ανθρώπων, που ερωτεύονται με τέτοιον έρωτα ένα χλωμό και βαρύ απόκτημα.

ΕΡΜΗΣ
Αλλά τουλάχιστον ο Σόλωνας εκείνος, Χάροντα, δεν φαίνεται να είναι ερωτευμένος μ’ αυτό, γιατί, όπως βλέπεις, γελάει με τον Κροίσο και την καυχησιολογία του βαρβάρου, και μου φαίνεται ότι θέλει να τον ρωτήσει κάτι.
Ας ακούσουμε λοιπόν προσεκτικά.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Πες μου, Κροίσε, νομίζεις ότι ο Πύθιος χρειάζεται σε κάτι όλα αυτά τα πλιθιά;

ΚΡΟΙΣΟΣ
Ναι, μα τον Δία· γιατί δεν έχει στους Δελφούς κανένα τέτοιο αφιέρωμα.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Δηλαδή νομίζεις ότι θα κάνεις τον θεό ευτυχισμένο, αν αποκτήσει, μαζί με όλα τα άλλα, και χρυσά πλιθιά;

ΚΡΟΙΣΟΣ
Και γιατί όχι;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Μου λες δηλαδή, Κροίσε, ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια στον ουρανό, αν χρειάζεται να παραγγείλουνε να τους στείλουν το χρυσάφι από τη Λυδία, όταν το επιθυμήσουνε.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Και που αλλού μπορεί να υπάρξει τόσο πολύ χρυσάφι όσο σ’ εμάς;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Πες μου, στο υπέδαφος της Λυδίας υπάρχει σίδηρος;

ΚΡΟΙΣΟΣ
Όχι ιδιαίτερα.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Άρα σας λείπει το καλύτερο.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Και πώς είναι καλύτερος ο σίδηρος από το χρυσάφι;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Αν μου απαντάς, χωρίς να αγανακτείς, θα καταλάβεις.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Ρώτα, Σόλωνα.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Ποιοι είναι καλύτεροι, αυτοί που σώζουν κάποιους ή αυτοί που σώζονται από κάποιους;

ΚΡΟΙΣΟΣ
Αυτοί που σώζουν ασφαλώς.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Άρα λοιπόν, αν ο Κύρος, όπως διαδίδουν κάποιοι, επιτεθεί στους Λυδούς, θα κατασκευάσεις εσύ χρυσά ξίφη για τον στρατό σου ή θα σου είναι τότε απαραίτητος ο σίδηρος;

ΚΡΟΙΣΟΣ
Ο σίδηρος βέβαια· είναι ολοφάνερο.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Κι αν δεν τον προμηθευτείς αυτόν, θα σου φύγει το χρυσάφι αιχμάλωτο στους Πέρσες.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Μη λες τέτοια πράγματα, άνθρωπέ μου.

ΣΟΛΩΝΑΣ
Μακάρι να μη γίνουν έτσι τα πράγματα. Είναι όμως φανερό ότι συμφωνείς πως ο σίδηρος είναι καλύτερος από το χρυσάφι.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Δηλαδή με συμβουλεύεις να αφιερώσω και στο θεό σιδερένια πλιθιά, και να παραγγείλω να φέρουν πάλι πίσω το χρυσάφι;

ΣΟΛΩΝΑΣ
Δεν πρόκειται αυτός να χρειαστεί ούτε τον σίδηρο. Αλλά είτε χαλκό είτε χρυσάφι αφιερώσεις, για άλλους θα αποτελέσει το αφιέρωμά σου περιουσία και θεϊκή ευεργεσία, για τους Φωκείς ή τους Βοιωτούς ή τους ίδιους τους κατοίκους των Δελφών ή για κάποιον τύραννο ή ληστή, ενώ τον θεό λίγο τον νοιάζουν τα δικά σου χρυσοκατασκευάσματα.

ΚΡΟΙΣΟΣ
Εσύ πάντοτε μου πολεμάς τον πλούτο μου και τον ζηλεύεις.

ΕΡΜΗΣ
Δεν ανέχεται ο Λυδός, Χάροντα, την ευθύτητα και την αλήθεια των λόγων, αλλά του φαίνεται παράξενο το γεγονός, ένας φτωχός άνθρωπος να μη συστέλλεται, αλλά να λέει ελεύθερα αυτό που σκέφτεται. Ωστόσο θα θυμηθεί λίγο αργότερα τον Σόλωνα, όταν θα πρέπει να συλληφθεί και να τοποθετηθεί από τον Κύρο πάνω στην πυρά.
Άκουσα, ξέρεις, την Κλωθώ να διαβάζει προηγουμένως όσα είναι κλωσμένα με το νήμα του καθενός, μεταξύ των οποίων ήταν γραμμένα και αυτά, ότι ο Κροίσος θα συλληφθεί από τον Κύρο, ενώ ο ίδιος ο Κύρος θα σκοτωθεί από εκείνην εκεί τη Μασσαγέτιδα.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τι πολύ γέλιο! Αλλά τώρα ποιος τολμά να στρέψει το βλέμμα πάνω τους, έτσι που περιφρονούν τους άλλους; Και ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι έπειτα από λίγο ο ένας θα πιαστεί αιχμάλωτος και ο άλλος θα έχει το κεφάλι του ριγμένο μέσα σε ασκί με αίμα;
Κι εκείνος ποιος είναι, Ερμή, που έχει πιασμένη πάνω του με πόρπη την πορφυρή χλαμύδα, αυτός με το διάδημα, στον οποίο ο μάγειρας δίνει ένα δαχτυλίδι, αφού άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, σε ζωσμένο από νερό νησί; Για βασιλιάς περνιέται.

ΕΡΜΗΣ
Ωραία τα παρωδείς, Χάροντα. Αυτός που βλέπεις είναι ο Πολυκράτης, ο τύραννος της Σάμου, που θεωρεί τον εαυτό του τρισευτυχισμένο.
Ωστόσο και αυτός θα προδοθεί από τον υπηρέτη του τον Μαιάνδριο, που στέκεται τώρα δίπλα του, στον Οροίτη τον σατράπη, και θα διαπεραστεί με αιχμηρό πάσσαλο ο δύστυχος, ξεπέφτοντας από την ευτυχία του μέσα σε μια στιγμή.
Κι αυτά τα άκουσα να τα διαβάζει η Κλωθώ.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τη χαίρομαι τη λεβέντισσα την Κλωθώ.
Καίγε τους, υπέροχη, και κόβε τους τα κεφάλια και κάρφωνέ τους σε πασσάλους, για να καταλάβουν ότι είναι άνθρωποι. Και ας υψώνονται τόσο πολύ, όσο χρειάζεται για να γκρεμοτσακιστούν ακόμη πιο οδυνηρά, πέφτοντας από ψηλότερα. Κι εγώ θα γελάω τότε, αναγνωρίζοντας τον καθένα απ’ αυτούς γυμνό μέσα στο καραβάκι μου, χωρίς να κουβαλάνε ούτε το πορφυρό ένδυμα ούτε τιάρα ή χρυσό κρεβάτι.

ΕΡΜΗΣ
Οι υποθέσεις αυτών εδώ ασφαλώς έτσι θα εξελιχθούν. Βλέπεις όμως, Χάροντα, και τον όχλο, αυτούς που ταξιδεύουν με πλοία, που πολεμούν, που προσφεύγουν στα δικαστήρια, που καλλιεργούν τη γη, που δανείζουν, που ζητιανεύουν;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Βλέπω πολυποίκιλες δραστηριότητες και τη ζωή γεμάτη αναταραχή και τις πόλεις να μοιάζουν με σμήνη, στα οποία ο καθένας έχει ένα δικό του κεντρί και τσιμπά το διπλανό του, και κάποιοι λίγοι σαν σφήκες λεηλατούν και ρημάζουν τους κατώτερούς τους.
Κι αυτό το πλήθος που πετάει αθέατο τριγύρω τους, ποιοι είναι;

ΕΡΜΗΣ
Ελπίδες, Χάροντα, και φόβοι και άγνοιες και ηδονές και φιλαργυρίες και θυμοί και μίση και τα παρόμοια. Από αυτά η άγνοια χώνεται ανάμεσά τους κάτω στη γη και τους συντροφεύει σαν συμπολίτης τους, καθώς και το μίσος, μα τον Δία, και ο θυμός και η ζηλοφθονία και η αμάθεια και η αμηχανία και η φιλαργυρία, ενώ ο φόβος και οι ελπίδες πετούν από πάνω τους, και ο πρώτος τους ταράζει πέφτοντας μερικές φορές πάνω τους και τους κάνει να ζαρώνουν, ενώ οι ελπίδες αιωρούνται πάνω από το κεφάλι τους και , τη στιγμή ακριβώς που νομίζει κάποιος ότι θα τις πιάσει, φεύγουν πετώντας και τους αφήνουν με ανοιχτό το στόμα, όπως ακριβώς βλέπεις να παθαίνει ο Τάνταλος από το νερό στον κάτω κόσμο.
Κι αν κοιτάξεις προσεχτικά, θα δεις τις Μοίρες από πάνω να κλώθουν για τον καθένα στο αδράχτι, από το οποίο τυχαίνει να κρέμονται όλοι με λεπτά νήματα.
Τα βλέπεις που κατεβαίνουν σαν νήματα αράχνης από τα αδράχτια στον καθένα;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Βλέπω για τον καθένα ένα εξαιρετικά λεπτό νήμα, μπερδεμένο τις περισσότερες φορές, αυτό με εκείνο, κι εκείνο με το άλλο.

ΕΡΜΗΣ
Είναι φυσικό, περαματάρη. Είναι γραφτό εκείνος να σκοτωθεί από αυτόν, αυτός από κάποιον άλλον, και αυτός βέβαια να κληρονομήσει εκείνον, όποιου το νήμα τυχαίνει να είναι μικρότερο, κι εκείνος πάλι αυτόν· κάτι τέτοιο δηλώνει το μπέρδεμα.
Βλέπεις λοιπόν ότι όλοι είναι κρεμασμένοι από λεπτά νήματα. Και αυτόν εδώ τον τράβηξαν επάνω και είναι υπερυψωμένος, και όταν μετά από λίγο θα πέσει, μια και θα σπάσει η λινή κλωστή, καθώς δεν θα αντέχει πια το βάρος, θα προξενήσει πολύ μεγάλο θόρυβο, ενώ αυτός εκεί, που κρέμεται λίγο πάνω από το έδαφος, κι αν πέσει, θα σωριαστεί χωρίς θόρυβο, και το πέσιμό του μόλις που θα ακουστεί, ακόμη και στους γείτονες.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Αυτά είναι πάρα πολύ διασκεδαστικά, Ερμή.

ΕΡΜΗΣ
Και μάλιστα δεν μπορείς να βρεις λόγια, Χάροντα, για να περιγράψεις όπως πρέπει πόσο γελοία είναι, και ιδιαίτερα οι υπερβολικές φροντίδες τους, και το γεγονός ότι, εκεί που ελπίζουν για κάτι, φεύγουν και χάνονται, καθώς τους αρπάζει ο λεβέντης ο Θάνατος.
Οι αγγελιοφόροι και οι υπηρέτες του είναι πάρα πολλοί, όπως βλέπεις ρίγη και πυρετοί και μαρασμοί και πνευμονίες και σπαθιά και ληστείες και κώνεια και δικαστές και τύραννοι. Κι απ’ όλα αυτά τίποτε δεν περνάει από το μυαλό τους, όσο καλοπερνάνε, όταν όμως αναποδογυρίσουν τα πράγματα, τότε ακούγονται πολλά “τρισαλίμονο” και “συμφορά μου” και “αχ, τι έπαθα”.
Αν όμως από την αρχή σκέφτονταν πρώτα απ’ όλα ότι και οι ίδιοι είναι θνητοί και ότι, αφού παραμείνουν για αυτόν τον λίγο χρόνο στη ζωή, φεύγουν σαν σε όνειρο, αφήνοντας πάνω στη γη τα πάντα, και πιο συνετά θα ζούσαν και λιγότερο θα στεναχωριούνταν πεθαίνοντας.
Τώρα όμως, επειδή φαντάζονται ότι θα μπορούν πάντοτε να ρυθμίζουν τη ζωή τους, όταν εμφανίζεται ο υπηρέτης και τους καλεί και τους παίρνει μαζί του, δένοντάς τους με τον πυρετό ή τον μαρασμό, αγανακτούνε για την μετακόμιση, μια και ποτέ δεν περίμεναν ότι κάποιος θα τους απομάκρυνε από τις υποθέσεις τους. Γιατί αλλιώς τι δεν θα έκανε εκείνος που χτίζει βιαστικά το σπίτι του και πιέζει τους εργάτες να κάνουνε γρήγορα, αν ήξερε ότι το σπίτι βέβαια θα τελειώσει, ο ίδιος όμως αμέσως μόλις φτιάξει τη στέγη, θα φύγει, αφήνοντας τον κληρονόμο του να το χαρεί, ενώ ο ίδιος δεν θα προλάβει ούτε καν να δειπνήσει ο δύστυχος μέσα στο σπίτι;
Βλέπεις και πόσοι είναι αυτοί που μαλώνουνε για τα σύνορα της γης τους, και αυτοί που μαζεύουνε χρήματα, κι έπειτα, πριν τα χαρούνε, τους καλούν οι αγγελιοφόροι και οι υπηρέτες για τους οποίους έκανα λόγο.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τα βλέπω όλα αυτά και αναρωτιέμαι ποιο είναι τελικά το ευχάριστο γι’ αυτούς στη ζωή, ή ποιο είναι εκείνο για το οποίο στεναχωριούνται, όταν το στερούνται.
Αν τουλάχιστον δει κανείς τους βασιλιάδες τους, που θεωρούνται ότι είναι οι πιο ευτυχισμένοι, εκτός από την αβεβαιότητα, όπως λες, και την αστάθεια της τύχης, θα διαπιστώσει ότι είναι περισσότερα από τα ευχάριστα τα δυσάρεστα που αντιμετωπίζουν, οι φόβοι και οι αναστατώσεις και τα μίση και οι συνωμοσίες και οι θυμοί και οι κολακείες· γιατί με αυτά συναναστρέφονται όλοι.
Αφήνω τις καταστάσεις πένθους και τις αρρώστιες και τα πάθη που εξουσιάζουν επάνω τους με τους ίδιους όρους. Αν λοιπόν είναι δυσάρεστη η ζωή αυτών, μπορεί κανείς να αναλογιστεί τι λογής θα είναι η ζωή των απλών ανθρώπων.
Θα ήθελα λοιπόν, Ερμή, να σου πω με τι μου φάνηκε πως μοιάζουν οι άνθρωποι και ολόκληρη η ζωή τους.
Έχεις δει ποτέ τις φούσκες που βγαίνουν όταν αναβλύζει μια πηγή και το νερό πέφτει από ψηλά; Εννοώ τις φυσαλίδες, από τις οποίες σχηματίζεται ο αφρός. Μερικές λοιπόν από κείνες είναι μικρές και αμέσως σκάνε κι εξαφανίζονται,άλλες όμως διαρκούνε περισσότερο· και καθώς συνενώνονται μ’ αυτές οι άλλες, φουσκώνουν παραπάνω και ο όγκος τους μεγαλώνει εξαιρετικά, έπειτα όμως κι εκείνες κάποτε σκάνουν, μια και δεν είναι δυνατό να γίνει αλλιώς.
Αυτή είναι η ζωή του ανθρώπου. Όλοι είναι φουσκωμένοι με αέρα, και γίνονται άλλοι μεγαλύτεροι κι άλλοι μικρότεροι. Κι άλλοι έχουνε το φούσκωμά τους με μικρή διάρκεια και με γρήγορο τέλος, κι άλλοι πάλι εξαφανίζονται πριν καλά καλά σχηματιστούν.
Πάντως είναι αναπόφευκτο για όλους κάποτε να σκάσουν.

ΕΡΜΗΣ
Δεν έκανες, Χάροντα, καθόλου χειρότερη παρομοίωση από τον Όμηρο, που παρομοιάζει τη γενιά τους με φύλλα.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και ενώ είναι τέτοιοι, Ερμή, βλέπεις τι κάνουν και πως ανταγωνίζονται μεταξύ τους διεκδικώντας ο ένας από τον άλλο εξουσίες και τιμές και περιουσίες, πράγματα που θα χρειαστεί να τα εγκαταλείψουν όλα και να έρθουνε σ’ εμάς έχοντας μόνο ένα οβολό. Θέλεις λοιπόν, μια και είμαστε εδώ ψηλά, να φωνάξω με όλη μου τη δύναμη και να τους προτρέψω να παρατήσουν αυτούς τους μάταιους κόπους, και να ζήσουν έχοντας πάντα μπροστά στα μάτια τους το θάνατο, λέγοντας: \
“Ανόητοι, γιατί ασχολείστε μ’ αυτά; Σταματήστε να κουράζεστε· δεν πρόκειται να ζήσετε για πάντα. Τίποτε απ’ αυτά που εδώ θεωρείται αξιόλογο δεν είναι αιώνιο, ούτε μπορεί κανείς να πάρει μαζί του πεθαίνοντας κάτι απ’ όλα αυτά, αλλά είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να φεύγει γυμνός, ενώ το σπίτι και το χωράφι και το χρυσάφι του θα καταλήγουνε πάντοτε σε κάποιους άλλους και θα αλλάζουνε συνεχώς αφεντικά”.
Αν τους τα φωνάξω αυτά κι άλλα παρόμοια, για να τ’ ακούσουν όλοι, δεν νομίζεις ότι η ζωή τους θα ωφεληθεί πολύ και ότι θα γίνουν πολύ πιο συνετοί;

ΕΡΜΗΣ
Αγαπητέ μου, δεν ξέρεις πως τους έχουν κάνει η άγνοια και η απάτη, ώστε ούτε καν με τρυπάνι δεν μπορούν να ανοίξουν τα αυτιά τους· τα βούλωσαν με τόσο πολύ κερί, όπως ακριβώς έκανε ο Οδυσσέας στους συντρόφους του από φόβο μήπως ακούσουν τις Σειρήνες.
Από πού κι ως πού λοιπόν θα μπορέσουν εκείνοι να ακούσουν, ακόμη κι αν εσύ σκάσεις κραυγάζοντας;
Αυτό ακριβώς που καταφέρνει σ’ εμάς η Λησμονιά, αυτό εδώ πέρα το πετυχαίνει η άγνοια. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι λίγοι που δεν αποδέχτηκαν το κερί στα αυτιά τους, αλλά είναι στραμμένοι στην αλήθεια, βλέπουν ξεκάθαρα τα πράγματα και γνωρίζουν πολύ καλά τι λογής είναι.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Λοιπόν, να φωνάξουμε τουλάχιστον σ’ εκείνους.

ΕΡΜΗΣ
Κι αυτό είναι περιττό, να τους πούμε πράγματα που τα ξέρουν.
Βλέπεις πως διαχώρισαν τη θέση τους από τον πολύ κόσμο, και κοροϊδεύουν όσα γίνονται, και δεν τους αρέσουν αυτά καθόλου και με κανέναν τρόπο, αλλά είναι φανερό ότι σχεδιάζουν ήδη να δραπετεύσουν από τη ζωή και να έρθουν σ’ εμάς.
Και επιπλέον είναι μισητοί, επειδή ξεσκεπάζουν τις ανοησίες των υπολοίπων.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Αλλά μια και συζητάμε, ποιοι είναι εκείνοι εκεί που πολεμούν, και για ποιο λόγο αλληλοσκοτώνονται;

ΕΡΜΗΣ
Τους Αργείους βλέπεις, Χάροντα, και τους Σπαρτιάτες, και εκείνον τον ετοιμοθάνατο στρατηγό τους τον Οθρυάδη, που γράφει πάνω στο μνημείο της νίκης με το ίδιο του το αίμα.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και για ποιο λόγο, Ερμή, κάνουνε τον πόλεμο;

ΕΡΜΗΣ
Για την ίδια αυτή πεδιάδα, στην οποία τώρα πολεμάνε.

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τι παραλογισμός! Καλά, δεν ξέρουν ότι, κι αν ακόμη ο καθένας απ’ αυτούς αποκτήσει ολόκληρη την Πελοπόννησο, τελικά θα πάρει από τον Αιακό μόλις και μετά βίας τόπο ενός ποδιού;
Και την πεδιάδα αυτήν άλλοτε άλλοι θα την καλλιεργήσουνε ξανά και ξανά, ξηλώνοντας με το αλέτρι τους από τη βάση του το μνημείο της νίκης.
Καλά τα κατάφερες, Ερμή. Θα είσαι γραμμένος πάντοτε ανάμεσα στους ευεργέτες μου, γιατί εξαιτίας σου ωφελήθηκα σε κάτι από αυτό το ταξίδι μακριά απ’ τον τόπο μου.
Τι λογής είναι οι υποθέσεις των κακόμοιρων των ανθρώπων – βασιλιάδες, χρυσά πλιθιά, εκατόμβες, μάχες.
Και για τον Χάροντα κανένας λόγος.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, Σάτιρα θανάτου και κάτω κόσμου