Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Εβραϊκό Πεσάχ – χριστιανικό Πάσχα

Οι σύγχρονοι ρωμιοί θεωρούν, ότι το Πάσχα είναι Ελληνική γιορτή. Το Πάσχα όμως, ήταν και είναι σημαντικότατη εβραϊκή γιορτή, που δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Επί πλέον, δεν πρόκειται περί γιορτής αγάπης, όπως προπαγανδίζεται, αλλά περί γιορτής μίσους, ρατσισμού και απειλών.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ιερείς ψάλλουν στις εκκλησίες ύμνους, που εκθειάζουν κάθε τι το εβραϊκό, ενώ παράλληλα εξαπολύουν απειλές. Ειδικότερα στο «Τριώδιο», που ψέλνεται στους χριστιανικούς ναούς όλη την περίοδο της Σαρακοστής, περιέχονται πολλές ύβρεις, κατάρες, συκοφαντίες και απαράδεκτοι αναθεματισμοί κατά του Ελληνικού πολιτισμού.

Το άρθρο αυτό εστιάζεται στην τελευταία προ του Πάσχα «Μεγάλη Εβδομάδα», δηλ. από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε μόνο τα αποσπάσματα, που διαβάζονται στις εκκλησίες. Εντύπωση προκαλεί η κατ’ επανάληψη υμνολογία του εβραϊκού στοιχείου. Οι λέξεις που ακούγονται συχνά συνοδευόμενες από κοσμητικά επίθετα και καλολογικά στοιχεία είναι: Σιών, Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. Ο,τιδήποτε άλλο, που δεν έχει σχέση με το Ισραήλ, καθυβρίζεται κι απειλείται. Ένα μικρό δείγμα για του λόγου το αληθές:

Κυριακή των Βαΐων

• «Ιδού ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Λαμπρύνου, η Σιών, η νέα, και βαΐοις ανύμνει μετά παίδων· ιδού ο Βασιλεύς σου, σώζων προς πάθος έρχεται.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος β΄, οίκος του Ευφραθά.)

• «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, Βασιλεύς του Ισραήλ.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄ και εις τον Λιτό, Στιχηρό Ιδιόμελον, ήχος α΄.)

[ Η λέξη Ωσαννά είναι εβραϊκή και σημαίνει «δεόμαστε στο Θεό για τη σωτηρία». Ομοίως καθαρά εβραϊκές είναι και οι συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις Μεσσίας, Αμήν και Αλληλούια. Μεσσίας σημαίνει «κεχρισμένος», «Χριστός». Αμήν σημαίνει «μακάρι», «σίγουρα», «είθε να γίνει». Αλληλούια σημαίνει «δόξα στο Γιαχβέ» («Ωρολόγιον το Μεγα», έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 1983, σελ. 17). Η λέξη Ιησούς επίσης αποτελεί απόδοση του εβραϊκού Γιεσουά, που σημαίνει «ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία».]

• «Ο ηγαπημένος Ισραήλ» (στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄) και «τω ηγαπημένω Ισραήλ» (τροπάριο στον Όρθρο).

• «Διό ευφραίνεται θυγάτηρ Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος β΄.)

• «Χαίρε, ευφραίνου, πόλις Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό και στο Λυχνικό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου· ως χόρτος γαρ πυρί έσεσθαι απεξηραμμένοι.» (Στον Όρθρο, αντίφωνο των αναβαθμών του δ ήχου.)

• «Ευφράνθητι Ιερουσαλήμ· και πανηγυρίσατε οι αγαπώντες Σιών.» (Στον Όρθρο, καταβασία, ο διασώσας εν πυρί, ωδή η΄, ο ειρμός.)

• «Αίνεσιν Εκκλησία οσίων τω ενοικούντι Σιών σοι Χριστέ, προσφέρει· εν σοι, Ισραήλ, τω ποιητή αυτού, χαίρει.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Άσατε λαοί, θεοπρεπώς εν Σιών, και ευχήν απόδοτε Χριστώ εν Ιερουσαλήμ.» (Ομοίως.)

• «Ασύγκριτος υπάρχει ευπρέπεια εν Σιών.» (Ομοίως.)

• «Κύριος παρέστη· Σιών γαρ εξελέξατο.» (Ομοίως.)

• «Σιών Θεού όρος το άγιον, και Ιερουσαλήμ.» (Όμοίως.)

• «Ισραήλ του Θεού το βασίλειον.» (Ομοίως.)

• «Θεοπρεπώς σε, Βασιλεύ Ισραήλ.» (Ομοίως.)

• «Ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Ομοίως.)

• «Ο Θεός σου, χαίρε, Σιών, σφόδρα, εβασίλευσεν εις τους αιώνας Χριστός.» (Ομοίως.)

• «Ποιμήν ημών Χριστός ο Βασιλεύς Ισραήλ. Υπόδεξαι, Ιουδαία, τον Βασιλέα.» (Στο Απόδειπνο, ωδή θ΄, αλλότριον των μητέρων.)

• Την Κυριακή των Βαΐων διαβάζονται επίσης το απόσπασμα του Ζαχαρία «εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων» (Ζαχ. θ΄, 9-15), ένα του Σοφονίου κι ένα του Ιεζεκιήλ, που μιλάνε για λύτρωση του Ισραήλ από τους εχθρούς του κρητικούς, επαναλαμβάνοντας τα «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών» κι άλλα παρόμοια» (Σοφ. γ΄, 14-19).

Η χρήση τον λειτουργικού βιβλίου «Τριώδιον» αρχίζει «αλά Εβραϊκά», δηλαδή το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Ονομάσθηκε Τριώδιον διότι αρχικά οι ομάδες των τροπαρίων είχαν τρεις ωδές. Στις 536 σελίδες τον, που καλύπτουν περίοδο εβδομήντα ημερών, καθυβρίζεται κάθε τι το Ελληνικό, υμνολογείται η Σιών, το Ισραήλ, η Ιερουσαλήμ κι ο,τιδήποτε εβραϊκό, ενώ παράλληλα κηρύσσεται άπλετο μίσος. Για παράδειγμα:

• «Μάλλον δε Πυθαγόραν και Κρόνον και Απόλλωνα η τίνα των άλλων θεών, ων τον βίον εζήλωσας, τερπόμενος ταις ασελγείαις αυτών.» (Κυριακή της Ορθοδοξίας)

• «Τα των ελλήνων δυσσεβή δόγματα… ανάθεμα.» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας)

• «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα… ανάθεμα.» (ομοίως)

• «Σοφούς και ρήτορας ως μωρούς απελέγξαντες τη γνώσει.» (Πέμπτη της β΄ εβδομάδος.)

Μεγάλη Δευτέρα

Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει να ψάλλεται στις εκκλησίες ένα μεγάλο corpus κειμένων, το όποιο βρίζει και απειλεί κάθε άλλον λαό -εκτός του περιουσίου:

• «Ευρεθείη η χειρ σου πάσι τοις εχθροίς σου, η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. Ότι θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός, εις καιρόν του προσώπου σου· Κυριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς, και καταφάγεται αυτούς πυρ.» (Ψαλμός Κ΄.)

• «Ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως, οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας» (Ψαλμός Γ΄.)

• «Επ΄ εμέ διήλθον αι οργαί σου, οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με.» (Ψαλμός ΠΖ’.)

• «Κύριος τους φοβούμενους αυτόν.» (Ψαλμός ΡΒ΄.)

• Το αποκορύφωμα της σκληρότητας και της εκδίκησης (της άδικης εκδίκησης) περιγράφεται στο επεισόδιο με τη συκιά, που βρήκε στο δρόμο του ο Ιησούς, την καταράστηκε κι εκείνη ξεράθηκε, επειδή δεν βρήκε σύκα να φάει∙ και να φαντασθεί κάνεις ότι «δεν ήταν ο καιρός των σύκων» («κατά Ματθαίον» κα΄ 18-20, «κατά Μάρκον», ια΄ 13-14, 20-23). Διαβάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα το πρωί.

Εδώ δεν πρόκειται μόνον για κακία και κακοήθεια (τι του έφταιγε η συκιά, την οποία επί τέλους δεν είχε καν φυτέψει αυτός;). Υπεισέρχεται επί πλέον κι ο παράγων παραφροσύνη. Γιατί μόνον ένας παράφρων απαιτεί να βρει ώριμα σύκα, όταν δεν είναι ο καιρός της καρποφορίας. Το θαύμα θα ήταν να πέρναγαν την άλλη ημέρα, κι η συκιά να ήταν γεμάτη σύκα. Τέτοια κακία, εναντίον μάλιστα άψυχου πράγματος, μόνον σε ένα ιστορικό ανάλογο καταγράφηκε: στο μαστίγωμα της θάλασσας στον Ελλήσποντο για τιμωρία για τη θαλασσοταραχή από τον πέρση βασιλιά κατά τα Μηδικά.

Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. Η συκή, μακρόβιος, που πολλαπλασιάζεται εύκολα με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, ένα προσωνύμιο του οποίου ήταν Συκίτης (Αθήναιος, 3.14.15.) Το μίσος του Ιησού επομένως προφανώς δεν στρεφόταν άμεσα εναντίον του δέντρου, αλλά εναντίον αυτού που το δέντρο συμβόλιζε: του Διονύσου.

ΔΕΣΗ καταραμένη συκιά και η εκδίκησή της

• Τη Μεγάλη Δευτέρα διαβάζονται επίσης αποσπάσματα από την Βίβλο γεμάτα εξωπραγματικές ιστορίες (Ιεζεκιήλ α΄, 1-20, Ιώβ α΄, 1-12) κι ένα απόσπασμα από την Έξοδο (α’, 1-20), στο όποιο παρατίθενται πλείστα ονόματα «υιών του Ισραήλ εισπορευομένων εις Αίγυπτον» (Ιακώβ, Ρουβήμ, Συμεών, Λευί, Ιούδα, Ισσάχαρ, Ζαβουλών, Βενιαμίν, Δαν, Νεφθαλείμ, Γαδ, Ασήρ). Τι σχέση έχουν οι ρωμιοί να ασχολούνται με το ποιοι υιοί του Ισραήλ εισπορεύτηκαν στην Αίγυπτο, να το ψέλνουν στις εκκλησίες κι επί πλέον να το θεωρούν ιερό τους κείμενο; (Κείμενα από την «Έξοδο», τον «Ιεζεκιήλ» και τον «Ιώβ» διαβάζονται και άλλες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.)

• Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα επίσης ψάλλεται ο Ψαλμός Ν΄, στον όποιο μεταξύ των άλλων αναφέρεται: «Αγάθυνον, Κυριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ». (Πρόκειται περί εξαιρετικά δημοφιλούς ψαλμού· είναι ο ψαλμός εκείνος, που πρέπει να απαγγέλλει πολλές φορές ο πιστός σαν τιμωρία για τυχόν «παρεκκλίσεις» του, όπως προβλέπεται στο «Πηδάλιον».)

Μεγάλη Τρίτη

• «Κάθου εκ δεξιών μου έως άν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.» (Στον Όρθρο, από το «κατά Ματθαίον», κβ΄, 44.)

• «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον.» (Στον Όρθρο, προκείμενον, ήχος δ΄, ψαλμός ΡΛ΄).

Μεγάλη Τετάρτη

• «Ευλογήσαι σε Κυριος εκ Σιών» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος πλ. β΄, ψαλμός ΡΛΓ΄.)

• «Οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κυριον. Αινείτε το όνομα Κυρίου, αινείτε, δούλοι, Κύριον.» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος β΄, ψαλμός ΡΛΔ΄.)

• «Εις οδόν εθνών μη απέλθητε, και εις πόλιν Σαμαριτών μη εισέλθητε· πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.», ι΄, 1-2, 5-8.)

• «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Απόσπασμα από το «κατά Ματθαίον», ιε’, 21-28.) Το κυναρίοις (σκυλιά) αναφέρεται στους Έλληνες. Πρόκειται για μία καταπληκτική ιστορία, που περιγράφεται κι από τον Μάρκο (ζ΄, 25-30) κι αφορά στη θεραπεία της κόρης μιας «Ελληνίδος, Συροφοίνισσας το γένος·» (Μαρκ. ζ΄, 26). [Εδώ θέλει αρκετή προσοχή, γιατί μόνο το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για Ελληνίδα. Αν διαβάζετε το κείμενο στη νεοελληνική απόδοση των χριστιανών μεταφραστών, κατά κανόνα μεταφράζεται το «Ελληνίδα» σε «ειδωλολάτρις», οπότε ο ανυποψίαστος αναγνώστης προσπερνάει το κείμενο, χωρίς να αντιληφθεί την πραγματική σημασία του.]

Η γυναίκα αυτή λοιπόν έπεσε στα πόδια του Ιησού παρακαλώντας τον να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη της, καθότι ο Ιησούς εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως θεραπευτής. Ποια ήταν όμως η αντίδραση του Ιησού; «Κι εκείνος δεν της αποκρίθηκε ούτε μία λέξη. Και τότε οι μαθητές τον πλησίασαν και του είπαν διώξε την, γιατί φωνάζει από πίσω μας. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: “Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ. Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί από τα παιδιά και να το δίνεις στα σκυλιά”.» (Ματθ. ιε΄,26 και Μαρκ. ζ΄, 27-28.) «Ναι, Κύριε», του απάντησε τότε η γυναίκα, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν κάτω από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε μόνον ικανοποιήθηκε αυτός, και «θεραπεύτηκε η κόρη της από την ώρα εκείνη». Η συμπεριφορά του «Υιού του θεού» στο περιστατικό αυτό δεν εγείρει καμία αμφιβολία, είναι σαφέστατη: Θεωρεί τους Έλληνες σκυλιά, που δεν αξίζει να τρώνε ούτε τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους, των εβραίων.

Πέραν αυτού όμως μια τέτοια συμπεριφορά γεννά κι ορισμένα επί πλέον ερωτήματα. Η πρώτη αντίδραση του, όπως είδαμε, ήταν να αρνηθεί την θεραπεία. Οι αρχαίοι ιατροί, άλλα και οι σύγχρονοι, ορκίζονται τον περίφημο «Όρκο του Ιπποκράτη», στον όποιο συνομολογούν, πως θα ασκήσουν την τέχνη τους σε κάθε έναν που θα τους το ζητήσει, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε ελεύθερος, είτε δούλος. Σε κανένα σημείο του Όρκου δεν υπάρχει περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος τους, επειδή ο ασθενής είναι αλλόφυλος η αλλόθρησκος. Ο Ιπποκράτης ούτε καν το σκέφτεται να κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις. Ο Ιησούς όχι μόνο το σκέφτεται, αλλά και το εφαρμόζει. Η θεραπευτική δεινότητα του Ιησού ήταν τελικά περιορισμένη σε ποσότητα, και όταν παρείχε μερικά «ψίχουλα» σε κάποιον αλλόφυλο, αυτό σήμαινε, ότι τα στερούσε από τα «χαμένα πρόβατα του Ισραήλ»;

Μεγάλη Πέμπτη

• «Οι μακαριστοί, εν τη Σιών.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Ότι τάδε λέγει Κυριος τω λαώ μου Ίσραήλ.» (Απόσπασμα από τον Ιερεμία, ια΄18-23 και ιβ΄ 1-5, 9-11, 14-15.)

• «Ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ.» (Ιδιόμελον, ήχος γ΄, ψαλλόμενον την εσπέρα.)

• «Πάσα κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Απόστιχο ιδιόμελο, ήχος α΄.)

• «Φοβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει.» (Δοξαστικόν, ήχος πλ. δ’.)

• Αποσπάσματα από την «Έξοδο» και τον «Ιώβ» εξακολουθούν να διαβάζονται και τη Μ. Πέμπτη, όπως κάθε ήμερα, αλλά ο Ιεζεκιήλ έχει αντικατασταθεί από τον «Ιερεμία».

Εβραϊκή οικογένεια γύρω από το πασχαλινό τραπέζι. Πρώτα πλένουν καλά τα χέρια τους, απαγγέλλουν προσευχές, πίνουν από ένα ποτήρι κρασί, που κάνει το γύρο του τραπεζίου κι ύστερα ο πατέρας ευλογεί, τεμαχίζει και μοιράζει τον άρτο. Πάντα στο εβραϊκό πασχαλινό τραπέζι υπάρχουν τα σύμβολα της ιστορίας του εβραϊκού Πάσχα: ένα από αυτά είναι το αυγό. Ένα καλά βρασμένο ολόκληρο αυγό συμβολίζει το ναό της Ιερουσαλήμ, οπού γίνονταν οι θυσίες. Το βασικότερο όμως στοιχείο του εβραϊκού Πάσχα είναι το αρνί. ΔΕΣΟ Ιησούς δεν γνώριζε ότι τα άπλυτα χέρια είναι φορείς μικροβίων!

Μεγάλη Παρασκευή

• «Tότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμώ αυτού ταράξει αυτούς.» «Aίτησαι παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου.» «Ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς.» «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ώρα πρώτη, αποσπάσματα άπο τον ψαλμό ΚΑ’.)

• «Επί τον Ισραήλ του Θεού.» (Απόσπασμα από την «προς Γαλατάς επιστολή», στ΄ 14-18.)

• «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Την εσπέρα, ήχος α΄.)

Μεγάλο Σάββατο

• «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου, θύγατερ Ιερουσαλήμ. Λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου Βασιλεύς Ισραήλ» (Απόσπασμα Σοφονίου, γ΄ 8-15, την εσπέρα- το ίδιο που είχε διαβαστεί και την Κυριακή των Βαΐων.)

• «Ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, τον Κυριον.» (Από τον «Ύμνο των Τριών Παίδων.) Είναι τόσο σημαντικοί για την Ελλάδα ο Ανανίας, ο Αζαρίας κι ο Μισαήλ, τους οποίους επικαλούνται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου οι ιερείς;

Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών», ο παιάνας της χριστιανοσύνης, ο όποιος προοιμιάζεται με απειλές κι εκδικήσεις: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν… Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν

Το εβραϊκό ιστορικό της γιορτής του Πάσχα

Η αρχή του Πάσχα ανάγεται μεν στους Αιγυπτίους, που γιόρταζαν την Εαρινή Ισημερία, τότε που η ήμερα αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερη από τη νύκτα: πισάχ, δηλαδή «διάβαση», έλεγαν τη γιορτή τους οι Αιγύπτιοι, δηλαδή διάβαση του Ήλιου από τον Ισημερινό. Όμως οι εβραίοι εν τέλει ιδιοποιήθηκαν και διέσωσαν αυτό το έθιμο∙ στη γλώσσα τους λέγεται Πεσάχ («πέρασμα») ή Γιορτή των Αζύμων (Λουκ. κβ΄,1) και εξακολουθεί να είναι η σπουδαιότερη γιορτή τους.

Σύμφωνα με την Βίβλο, το Πάσχα ορίσθηκε από το θεό, θεσπίστηκε από τον Μωυσή και καθιερώθηκε σε ανάμνηση της εξόδου των εβραίων από την Αίγυπτο και το πέρασμα τους από την Ερυθρά Θάλασσα («Έξοδος», κεφ. ιβ΄). Λέγεται και Πάσχα των Ιουδαίων (Ιωάν. β΄,13, ια΄, 55) ή Πάσχα του Κυρίου (Γιαχβέ, «Έξοδος» ιβ΄, 11). Γιορτάζεται την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η «εξήγηση» ρωμιορθόδοξων κύκλων, πως η λέξη Πάσχα προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πάσχω, στερείται σοβαρότητας. Η λέξη Πάσχα είναι εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης πεσάχ.

«Θέλω πατάξει παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους», διεμήνυσε στους εβραίους ο Γιαχβέ («Έξοδος, ιβ΄ 12). Προκειμένου να το πετύχει αυτό, τους παράγγειλε πρώτα να σφάξουν ένα αρνί και να το φάνε το βράδυ με άζυμα και πικρά χόρτα και μετά με το αίμα του να βάψουν το ανώφλιο και τους δύο παραστάτες των θυρών των σπιτιών τους, ώστε «ο Κύριος θέλει παρατρέξει την θύραν και δεν θέλει αφήσει τον εξολοθρευτήν να εισέλθη εις τας οικίας σας, δια να πατάξη». Τελικά «ο Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από του πρωτοτόκου του Φαραώ, όστις κάθηται επί του θρόνου αυτού, έως του πρωτοτόκου του αιχμαλώτου, του εν τω δεσμωτηρίω∙ και πάντα τα πρωτότοκα των κτηνών… Δεν ήτο οικία εις την οποίαν δεν υπήρχε νεκρός». Όλες αυτές οι θεόπνευστες ενέργειες, που περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο ιβ΄ κεφάλαιο της «Εξόδου» της Βίβλου, γιορτάζονται την ημέρα του Πάσχα.

Αυτό το εβραϊκό Πάσχα ο Ιησούς ούτε κατήργησε, ούτε υποτίμησε, τουναντίον πήρε τους μαθητές του και ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα -το τρίτο και τελευταίο έτος του δημόσιου βίου του-, για να το γιορτάσουν σαν νομοταγείς εβραίοι (Μαρκ. 14,1, Λουκ. 22,1, Ιωάν. 2,23).

Όλες οι περιγραφές της Καινής Διαθήκης μιλούν ξεκάθαρα, ότι τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος εξελιχθήκαν την εβδομάδα που προηγήθηκε από το Πάσχα των εβραίων. Ο λεγόμενος Μυστικός Δείπνος ήταν το πασχαλινό τραπέζι για τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα από τον Ιησού και τους μαθητές του. «Ο Ιησούς απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε να φάμε για το Πάσχα».» (Λουκ. 22,8.) «Οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς κι ετοίμασαν το Πάσχα.» (Ματθ. 26, 19.)

Το Πάσχα των εβραίων κατά το έτος εκείνο γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο, ενώ η υποτιθέμενη ανάσταση σύμφωνα με τους ευαγγελιστές (Ματθ. 28,1, Μαρκ. 16,1, Λουκ. 24,1, Ιωάν. 20,1) έγινε την επομένη ήμερα («μία των Σαββάτων»), που αργότερα ονομάστηκε Κυριακή. Από εκεί πήραν την ονομασία τους και οι άλλες ήμερες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κ.τ.λ.).

Στην Α΄ Οικουμενική Συνοδό της Νίκαιας (325 μ.Χ.) καθορίστηκαν τα του εορτασμού του χριστιανικού Πεσάχ. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε να γιορτάζεται η ανάσταση του Ιησού. Ως ημερομηνία καθορίστηκε η πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, ώστε το χριστιανικό Πάσχα και να αποτελεί συνέχεια της εβραϊκής παράδοσης του Πεσάχ, αλλά και να μην συμπίπτει την ίδια ακριβώς μέρα με το εβραϊκό.

Σύμφωνα με τους χριστιανούς, ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, οπότε κάθε 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του. Την όγδοη ήμερα έγινε η περιτομή του, οπότε λογικά γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Το ίδιο γίνεται και για όλες τις άλλες γιορτές. Αυτό που δεν έχει σταθερή ημερομηνία είναι το Πάσχα. Κάποια μέρα της Άνοιξης όμως, πιστεύουν, ο Ιησούς αναστήθηκε. Πότε ήταν αυτή η ήμερα; Γιατί δεν μελέτησαν οι Πατέρες τις Γραφές τους, δεν ζήτησαν και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αποφασίσουν ποια ημερομηνία έγινε η ανάσταση; Γιορτάζοντας κάθε χρόνο σε άλλη ημερομηνία, μόνο από σύμπτωση μπορεί να ταυτίσουν την ημέρα της υποτιθέμενης ανάστασης με την ήμερα του εορτασμού της. Η εβραϊκή καταγωγή του Πάσχα είναι καθαρά ο λόγος, που δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, άλλα είναι κινητή εορτή.

Οι σύγχρονοι ρωμιοί χριστιανοί τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τους εβραϊκούς συμβολισμούς του Πάσχα, δηλαδή:

• Το βασικό στοιχείο του, το ψητό αρνί, που έσφαξαν οι εβραίοι κατ’ εντολή του Θεού: Αρνί τρώνε από τότε κατ’ έθιμο κάθε Πάσχα οι εβραίοι.

• Τα αυγά, που συμβολίζουν το ναό της Ιερουσαλήμ, όπου γίνονταν οι θυσίες.

• Το κόκκινο χρώμα, που συμβολίζει το αίμα του αρνιού, που έβαψαν τις θύρες τους οι εβραίοι.

Τι απέγινε η ωραία Ελένη;

Την τραγικότητα του ρόλου της γυναίκας που “έστειλε” χιλιάδες άνδρες να πολεμήσουν στον δεκαετή πόλεμο της Τροίας όλοι τον γνωρίζουμε. Η ωραία Ελένη μισήθηκε, υμνήθηκε κατηγορήθηκε και ενέπνευσε. Όμως τι απέγινε η ωραία Ελένη; Ποιο ήταν το τέλος της; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.

Μετά την φυγή της από την Σπάρτη, μετά τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, μετά την πολυτάραχη επιστροφή της στην Σπάρτη, μετά τον θάνατο του Μενέλαου, η Ελένη βρέθηκε ανάμεσα σε δύο προγόνους που την απεχθάνονταν: τον Νικόστρατο και τον Μεγαπένθη. Τότε πήρε την απόφαση να ξαναφύγει, αυτή την φορά μόνη, -κατά μία άλλη εκδοχή εξορίστηκε από τους γιους του Μενέλαου-, για να βρεθεί με μια παιδική της φίλη. Ταξίδεψε μέχρι την Ρόδο και μετέβη στην αργολική αποικία της Ρόδου, όπου βασίλευε η Πολυξώ, χήρα τότε από τις πολλές του Τρωικού πολέμου. Η Ελένη αναζητούσε επιτέλους καταφύγιο κοντά σε μια γυναίκα στις παιδικές της αναμνήσεις. Η Πολυξώ όμως ήθελε να εκδικηθεί για τον άντρα της τον Τληπόλεμο. (Παυσανίας – 3.19.9-11). Όπως πολλές άλλες γυναίκες επέρριπτε στην Ελένη την ευθύνη για τον χαμό του. Αλλά υποδέχθηκε την Ελένη ευγενικά. Για πρώτη φορά δεν παρενοχλούσαν την Ελένη άντρες.

Μια μέρα ονειροπολούσε ξαπλωμένη στην μπανιέρα, όταν εισέβαλαν μερικές θεραπαινίδες της Πολυξούς μεταμφιεσμένες σε Ερινύες. Την έσυραν έξω γυμνή ενώ έσταζε ακόμη νερά και την κρέμασαν σε ένα δέντρο, σε ένα πλάτανο, δέντρο αγαπημένο της θεάς Αφροδίτης αλλά και της Εκάτης. Αργότερα οι Ρόδιοι αφιέρωσαν ναό δίπλα στον πλάτανο που την είχαν βρει κρεμασμένη και λατρεύτηκε σαν Ελένη Δεντρίτις. Η Ελένη των δέντρων, η δενδρίτις τιμήθηκε με πλήθος γονιμικά αφιερώματα. Η δεντρολατρεία φαίνεται πως είναι θέμα πολλών μυκηναϊκών έργων τέχνης. Έτσι συναντάμε στον μύθο την Αριάδνη, θεά της Κρήτης να απαγχονίζεται μόνη της όπως έκανε και η Ηριγόνη της Αττικής, ενώ η Άρτεμις η απαγχονισμένη, είχε ιερό στην Κονδυλαία της Αρκαδίας.

Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι η Ελένη μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου έζησε με τον Μενέλαο. Ο Ευριπίδης (Ορ. 1629 κ.ε.) την είχε ανεβάσει στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, Ορέστη και Πυλάδη, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας.

Άλλοτε πάλι λέγεται ότι η Ιφιγένεια τη θυσίασε στην Ταυρίδα ή ότι η Θέτιδα τη σκότωσε στο ταξίδι της επιστροφής για να εκδικηθεί τον θάνατο του Αχιλλέα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση η Ελένη παντρεύτηκε τον Αχιλλέα και έζησαν μαζί στο νησάκι Λευκή. Έκαναν μάλιστα και ένα γιο, τον Ευφορίωνα.

Η Ελένη έζησε περιτριγυρισμένη από τον έρωτα μερικών αντρών, από το μίσος πολύ περισσοτέρων και εκείνο όλων των γυναικών. Έτσι η Ελένη επέδειξε την ίδια άσεμνη θρασύτητα των θεαινών, όταν εμφανίστηκε μια νύχτα στον Όμηρο και του έδωσε την εντολή να γράψει ένα έπος για τους πολεμιστές του Τρωικού πολέμου, θέλοντας να παρουσιάσει τον θάνατό τους πιο ζηλευτό από των άλλων, και κατά κάποιο τρόπο χάρη στην τέχνη του Ομήρου, αλλά ιδιαίτερα εξαιτίας της, εκείνο το έπος είναι τόσο θελκτικό και διάσημο ανάμεσα σε όλα.

Αντί να κλάψει τις ενοχές της, παρήγγειλε, σαν βασίλισσα, την Ιλιάδα στον Όμηρο, για να την υμνήσει. Η λογοτεχνία υπάκουσε στο κέλευσμά της απορροφώντας την αφροδίσια μαγεία της. Ο Στησίχορος -που μας διηγείται την ιστορία του ο Πλάτωνας στον Φαίδρο- την κατηγόρησε ως “δίγαμη και τρίγαμη, αυτή που εγκαταλείπει τους άντρες”. Χρειάστηκε να τυφλωθεί και να αναιρέσει τα λόγια και τις κατηγορίες του για την Ελένη και να επανέλθει απολογητικά λέγοντας: “Δεν είναι αληθινός τούτος ο λόγος· δεν μπήκες στα υπερήφανα καράβια κι ούτε έφτασες στης Τροίας το κάστρο”.

Η ένταση ανάμεσα στο είδωλο και το σώμα της Ελένης, σαν είδωλο και μια ομορφιά που εκκολάφτηκε από το αυγό της Ανάγκης, ήταν πολύ δυνατή. Για πολλά χρόνια οι Έλληνες δεν κατάφεραν να την αντέξουν. Στον Όμηρο το σώμα και το είδωλο συνυπάρχουν σιωπηλά. Μετά το Όμηρο, ο κόμπος που τα σφίγγει σε ένα και μόνο πλάσμα χαλαρώνει όλο και περισσότερο, μέχρι που διαχωρίζονται. Από την μια πάντα θα υπάρχει η ένοχη γυναίκα με τους πολλούς άντρες, επανειλημμένα πουλημένη για την ομορφιά της, όπως μια οποιαδήποτε εταίρα. Από την άλλη θα εμφανίζεται η Ελένη, θύμα της ουράνιας μοχθηρίας.

Με έναν εσωτερικό κόσμο αμφισβητήσιμο και με πρόθεση να επιδεικνύεται και να εξαπατά, η ωραία Ελένη για αιώνες υπέμεινε προσβολές και βλαστήμιες. Αλλά ήταν πάντα η μοναδική γυναίκα στην οποία ο Δίας, επέτρεψε να τον αποκαλεί πατέρα.

“Ελένη, είσαι του Δία θυγατέρα, σαν άσπρος κύκνος ο γονιός σου στον κόρφο σ’ έσπειρε της Λήδας.
Ύστερα σ’ όλη την Ελλάδα σε είπαν άδικη, άπιστη, άθεη, προδότρια.
Μες στους ανθρώπους δεν υπάρχει τίποτα σίγουρο, στων θεών μόνο τα λόγια βρήκα την αλήθεια.”
Ευριπίδης-Ελένη στ. 1144-1150

Δεν θα κάνω τίποτα

Θα ήταν απολύτως εύλογο, τώρα, να προβάλει κάποιος την ακόλουθη ένσταση: εάν στην προσπάθειά μου να εντοπίσω έναν πρόσφορο παράγοντα, έστω σε εμβρυώδη μορφή, δεν βρω τίποτα, τότε τι κάνω; Τι κάνω όταν δεν έχω να πιαστώ από πουθενά, όταν δεν υπάρχει ούτε ένας ελάχιστος ευνοϊκός παράγοντας στον οποίο να αφεθώ; Απάντηση: δεν κάνω τίποτα. Διότι, προφανώς, εάν κάνω κάτι, όχι μόνο μπαίνω σε κίνδυνο, αλλά οδεύω κατευθείαν προς τον χαμό μου. Ο χαμός αυτός μπορεί να ’ναι όμορφος, τραγικός, ηρωικός δεν θα είναι, όμως, αποτελεσματικός.

Εάν, καθώς προβαίνετε σε μια αξιολόγηση του δυναμικού της κατάστασης, δεν εντοπίζετε κανένα ευνοϊκό στοιχείο που να μπορούσατε να το αξιοποιήσετε, τότε περιμένετε. Διότι γνωρίζετε πως ο κόσμος δεν σταματά να ανανεώνεται, ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεστε θα μεταμορφωθεί και αναπόφευκτα θ’ αναδείξει νέα ενδεχόμενα στα οποία θα μπορέσετε αργότερα να στηριχτείτε. Περιμένοντας, αποσύρομαι, προστατεύομαι, αφήνω την κακή συγκυρία να περάσει.

Στο αρχαιότερο κείμενο της κινεζικής γραμματείας, το Βιβλίο των Ωδών, σύγχρονο της Ιλιάδας, λέγεται: «Εάν ο κόσμος είναι σε τάξη, μπορούμε να συμμετάσχουμε σε αυτόν· εάν είναι σε αταξία, πρέπει να γίνουμε ανεκτοί».

Όταν γράφεται σε μια κινεζική εφημερίδα πως ο τάδε πολιτικός αποσύρθηκε στην εξοχή ή ότι δήλωσε ασθενής, τότε ναι μεν ενδέχεται να είναι όντως άρρωστος ή να πήγε διακοπές, αλλά το πιο σύνηθες είναι ότι αποσύρθηκε επειδή αισθάνθηκε ότι πλέον τίποτα δεν τον ευνοεί: κάνει στην άκρη και περιμένει τα πράγματα «να περάσουν», γιατί γνωρίζει ότι η κατάσταση θα αλλάξει — γιατί κάθε κατάσταση αλλάζει. Και τότε θα ξαναεμφανιστεί κάποια δυναμική που θα τον ευνοεί.

Πόσο δύσκολο σου είναι τελικά να αντέξεις ότι γερνάς

Για να συμπληρωθεί η κρίση της ηλικίας, όσο περνάει ο καιρός, οι φίλοι έχουν καμιά φορά την κακή συνήθεια να πεθαίνουν (καθόλου σωστό σ’ αυτή την ηλικία), κι αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα του θανάτου, που δεν είναι αναγκαστικά πολύ κοντινή, είναι πάντως πιθανή, ή τουλάχιστον κάτι που θα έπρεπε να το σκεφτόμαστε πιο συχνά.

Τα ώριμα χρόνια μας, χωρίς αμφιβολία, μας βυθίζουν – όχι από μόνα τους, αλλά για όλους αυτούς τους λόγους – στον κόσμο ενός ιδιαίτερου πένθους, στην επεξεργασία μιας απώλειας ανεπαίσθητης αλλά παρούσας, που μας προκαλεί πόνο και ταραχή.

Αν βρίσκεσαι σ’ αυτή τη φάση και συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο σου είναι τελικά να αντέξεις την ιδέα ότι γερνάς (συγνώμη… ήθελα να πω, «ωριμάζεις») έχω να σου προτείνω έξι τρόπους αρνητικούς, για να κάνεις αυτή την εμπειρία θετική:

1 . Mην προσπαθείς να είσαι κάτι που δεν είσαι (κυρίως κάτι που δεν είσαι πια).
2 . Μη βάζεις φραγμούς στη ζωή σου. Άσ’ την να κυλάει ελεύθερα.
3 . Μη διατηρείς προκαταλήψεις που τώρα πια δεν είναι ανάγκη να τις υποστηρίζεις.
4 . Μην κρίνεις τις ανάγκες σου ως σύμπτωμα αδυναμίας.
5 . Μην πνίγεις τα συναισθήματα θλίψης που μπορεί να σου δημιουργηθούν.
6 . Μη διστάζεις να έχεις επαφή με κόσμο, να κάνεις παρέα με φίλους, να εκφράζεις αυτό που αισθάνεσαι και να ζητάς βοήθεια.

Τι σημαίνει «γερνάω»;

Το δράμα των γηρατειών δεν είναι ότι είσαι γέρος,
αλλά ότι ήσουν κάποτε νέος, και το θυμάσαι …
ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ

Ο δρόμος της ψυχής δεν εγγυάται την ασφάλεια αλλά…

Η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να τη ζει κανείς. Να τη ζει ελεύθερα χωρίς μιζέρια και υποκρισία. Οι ανθρώπινες ψυχές φτιάχτηκαν για να ταξιδεύουν ελεύθερες.

Γαλήνεψε την καρδιά σου. Ο πόνος είναι απλά μια ψευδαίσθηση, στην οποία βρισκόμαστε παγιδευμένοι. Η δυστυχία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο της ύπαρξής μας, κάτι που δυστυχώς οι περισσότεροι αγνοούμε! Όπως αγνοούμε βέβαια, πως τόσο η κατάσταση της δυστυχίας όσο και της ευτυχίας είναι αποκλειστικά στο δικό μας χέρι, αφού είναι αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Το να απελευθερωθούμε από τα αρνητικά συναισθήματα εξαρτάται από εμάς και μόνο. Πρέπει να μάθουμε λοιπόν να λειτουργούμε έτσι ώστε να μην γινόμαστε σκλάβοι των συναισθημάτων μας.

Να είσαι τρυφερός με τον εαυτό σου, ευγενής και υπομονετικός. Αποδέξου τον, αγάπησέ τον και πίστεψέ τον. Άσε τη μαγεία της ζωής να καθαρίσει το μονοπάτι σου και να σου δείξει τον προορισμό. Ξέχνα το χρόνο. Η δουλειά του είναι να μετρά λεπτά και δευτερόλεπτα. Εσύ να μετράς στιγμές, στιγμές γεμάτες χαρά και ικανοποίηση, αγάπη και ευγνωμοσύνη. Τότε και ο χρόνος θα γίνει σύμμαχός σου. Η ευτυχία μοιάζει με τις δροσοσταλίδες του ανοιξιάτικου πρωινού, προορισμένες να χαθούν σε μια στιγμή. Αν το θυμόμαστε αυτό, δε θα αφήνουμε τις στιγμές να φεύγουν μέσα από τα χέρια μας χωρίς να τις ζούμε!

Το μυαλό μας είναι η φυλακή μας. Έρχεται όμως κάποια στιγμή που η ποινή τελειώνει. Δε θα υπομένουμε τη ζωή αλλά θα ζούμε τη ζωή μας! Καθημερινά δίνεις πολλά και παίρνεις πολλά, αλλά δεν τολμάς να δώσεις κομμάτια της ψυχής σου. Όταν φτάσεις λοιπόν στο μηδέν, όπου θα νομίζεις ότι τίποτα άλλο δεν έχεις να δώσεις, άνοιξε τα μονοπάτια της ψυχής σου, άνοιξε μονοπάτια χαράς και απόλαυσης. Τότε θα καταλάβεις ότι ποτίζεις τον κόσμο γύρω σου με το άρωμα της ψυχής σου και ο κόσμος γίνεται η ίδια σου η ψυχή.

Βρες τον χαμογελαστό μάγκα πιτσιρικά μέσα στα βάθη της ψυχής σου. Νιώσε το κορμί σου να λάμπει, νιώσε τη ψυχή σου να πετά στην ομορφιά του δειλινού. Δε χρειάζεται να ζηλεύεις κανέναν, δε χρειάζεται να μοιάζεις με κανέναν! Είσαι υπέροχος και μοναδικός από μόνος σου! Δε χρειάζεσαι το χέρι κανενός για το μονοπάτι της ζωής. Έχεις εσένα και μπορείς να γευτείς τη μαγεία της με όλο σου το είναι!

Ο Δρ. Τζων Ντη και η Ενωχιανή Μαγεία

Ο Δρ. Τζων Ντη, η γλώσσα των Αγγέλων και η φόρμουλα της Αποκάλυψης.

Ένας πασίγνωστος μυστικιστής, ο δόκτωρ Τζων Ντη, ένα μέντιουμ και μια κρυστάλλινη σφαίρα, το Νεκρονομικόν, το Βιβλίο του Ενώχ, η μαγεία που δίδαξαν οι άγγελοι στους ανθρώπους, η Γλώσσα των Αγγέλων, επικοινωνίες με άλλους κόσμους, οι πύλες και οι φύλακές τους, τα παρατηρητήρια των κόσμων, η φόρμουλα της Αποκάλυψης, ο Άλιστερ Κρόουλυ, οι κρυπτογραφημένοι Ενωχιανοί Πίνακες, τα Κλειδιά των Κόσμων, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, οι δαιμονικές λεγεώνες του Χόρονζον, η συντέλεια του κόσμου, μυστικιστικές σημειολογίες και οράματα.

Ο John Dee (13 Ιουλίου 1527 – 1608 ή 1609) ήταν Άγγλος μαθηματικός, αστρονόμος, αστρολόγος, δάσκαλος, αποκρυφιστής και αλχημιστής. Ήταν ο αστρονόμος της αυλής και σύμβουλος της Ελισάβετ Α’ και πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην αλχημεία, την μαντεία και την ερμητική φιλοσοφία. Ως αρχαιολόγος, είχε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες στην Αγγλία εκείνη την εποχή. Ως πολιτικός σύμβουλος, υποστήριξε την ίδρυση αγγλικών αποικιών στον Νέο Κόσμο για να σχηματιστεί μια «Βρετανική Αυτοκρατορία», όρος που του αποδίδεται η νομισματοκοπία.

Ο Ντι εγκατέλειψε τελικά την υπηρεσία της Ελίζαμπεθ και ξεκίνησε μια αναζήτηση για πρόσθετη γνώση στις βαθύτερες σφαίρες του αποκρυφισμού και του υπερφυσικού. Συντάχθηκε με πολλά άτομα που μπορεί να ήταν και τσαρλατάνοι, ταξίδεψε στην Ευρώπη και κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ του αγγλικού στέμματος. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, βρήκε το σπίτι και την βιβλιοθήκη του βανδαλισμένα. Τελικά επέστρεψε στην υπηρεσία της Βασίλισσας, αλλά απομακρύνθηκε όταν την διαδέχθηκε ο Τζέιμς Α’ . Πέθανε στην φτώχεια στο Λονδίνο και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Το 1546 είχε ήδη λάβει το βαθμό διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας στο Τρίνιτι Κόλλετζ το οποίο είχε μόλις ιδρυθεί. Κατά την διάρκεια των σπουδών του στο Τρίνιτι κατασκεύασε ένα γιγαντιαίο ιπτάμενο σκαθάρι ως σκηνικό εφέ ενός θεατρικού έργου, το οποίο ήταν τόσο εντυπωσιακό που οδήγησε το κοινό στο να πιστέψει ότι πραγματικά ήταν δημιουργία του ίδιου του διαβόλου. Οι κακές φήμες που συνόδευσαν το όνομά του για το υπόλοιπο της ζωής του, είχαν αρχίσει να μεταδίδονται ψιθυριστά στον κοινωνικό του περίγυρο.

Το 1564 δημοσίευσε μια περίφημη διατριβή με τίτλο Monas Hieroglyphica (Ιερογλυφική Μονάδα), ένα αινιγματικό έργο πάνω στην κοσμική ενότητα, (μια διατριβή που ο Ελιφάς Λεβί την θεωρούσε ως το πιο σημαντικό μυστικιστικό σύγγραμμα όλων των εποχών). Ως αστρονόμος κατέθεσε έργο που έδινε την βάση μιας σειράς σημαντικών αλλαγών προς ένα ακριβέστερο ημερολόγιο, το Γρηγοριανό, το 1582. Επίσης υπήρξε υποστηρικτής της ηλιοκεντρικής θεωρίας.

Εκείνο τον καιρό οι φήμες που περιτριγύριζαν τον Ντη ήταν αρκετά δυσάρεστες, και αφορούσαν τις «επαφές του με τον διάβολο». Αποκρυφιστής ο ίδιος, διέδιδε ότι συνομιλούσε με τους αγγέλους, ενώ στις περιβόητες σεάνς του, επικαλούνταν τα πνεύματα χρησιμοποιώντας έναν μαύρο καθρέφτη από οψιδιανό, αζτέκικης καταγωγής, ή έναν κρύσταλλο, απαγγέλλοντας προσευχές και κρατώντας συγκεκριμένες μαγικές σφραγίδες χαραγμένες πάνω σε κέρινους δίσκους.

Είχε κατηγορηθεί για τον θάνατο ενός παιδιού και την απώλεια της όρασης του αδελφού αυτού του παιδιού, όπως και για το ότι, ασκώντας την μαγεία, είχε απειλήσει έμμεσα την ζωή της βασίλισσας Μαίρης πριν ανέλθει στο θρόνο η ετεροθαλής αδελφή της η Ελισάβετ. Εκείνο το διάστημα η Ελισάβετ είχε τεθεί υπό περιορισμό, με την κατηγορία ότι είχε συνωμοτήσει με επαναστατημένους προτεστάντες εναντίον της βασίλισσας, ώστε να την διαδεχθεί στον θρόνο. Η Ελισάβετ απέκτησε επαφές με τον Ντη, ο οποίος παρασύρθηκε και της αποκάλυψε προβλέψεις από το ωροσκόπιο της βασίλισσας Μαίρης για την διάρκεια της ζωής της, και αυτό καθιστούσε τον Ντη υπεύθυνο προδοσίας, και μια πιθανή απειλή της ζωής της βασίλισσας μέσω μαύρης μαγείας.

Στην δίκη που προέκυψε μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, όλες οι παραπάνω κατηγορίες εναντίον του ακυρώθηκαν και αφέθηκε ελεύθερος. Η Ελισάβετ ανέβηκε στο θρόνο της Αγγλίας. Ο Δρ. Τζων Ντη, έδρασε για πολλά χρόνια ως μυστικοσύμβουλος της Ελισάβετ, αλλά και ως σημαντικός μυστικός πράκτορας στην υπηρεσία της αντικατασκοπίας του βρετανικού θρόνου, με πολλές μυστικές αποστολές στο ενεργητικό του, ενώ ήταν και ένας από τους μεγαλύτερους κρυπτογράφους όλων των εποχών. Ως μυστικός πράκτορας, είχε το κωδικό όνομα 007, (και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι ο συγγραφέας Ίαν Φλέμινγκ βάφτισε με το κωδικό όνομα του Δρ. Τζων Ντη τον ήρωα Τζέημς Μποντ: πράκτωρ 007).

Ο Δρ. Τζων Ντη, ήταν κάτοχος πολλών σπανιότατων χειρογράφων μεταξύ των αναρίθμητων πολύτιμων τόμων της ανεκτίμητης βιβλιοθήκης του, και είναι πιθανό ότι ανάμεσά τους ήταν και το Νεκρονομικόν ή Αλ-Αζίφ του Αμπντούλ Αλχαζρέντ. Ο Χ. Φ. Λάβκραφτ αποδίδει στον Ντη την μόνη μετάφραση αυτού του απαγορευμένου βιβλίου στα αγγλικά. Ένα ακόμη παράδοξο βιβλίο του, είναι το A True and Faithfull Relation of What Passed for Many Years Between Dr. John Dee and Some Spirits, (Meric Casaubon, London, 1659) ή Οι Συνομιλίες του Δρ. Τζων Ντη με τα Πνεύματα, (βασισμένο σε χειρόγραφα που φέρουν τον τίτλο Dr. John Dee’s Conference With Angels from Dec. 22, 1581 to May 30, 1583, being what precedes ye other conferences, τα οποία κατά ένα μέρος είναι στην γραφή του Ντη) για το οποίο μερικοί ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα είναι η Κρυπτογραφία του Τριθέμιου. Ένα άλλο είναι το General and Rare Memorials pertaining to the Perfect Art of Navigation, Γενικά και Σπάνια Απομνημονεύματα σχετικά με την Τέλεια Τέχνη της Πλοήγησης, το οποίο εκδόθηκε το 1577…

Το αινιγματικότερο έργο του, γνωστό ως Liber Logaeth, ή The Book of the Speech of God (Το Βιβλίο της Ομιλίας του Θεού), ή Liber Mysteriorum Sextus et Sanctus στην γραφή του «κρυσταλλοσκόπου» βοηθού του Ντη, Έντουαρντ Κέλλυ, που το κατέγραψε ως μέντιουμ με την υπαγόρευση πνευμάτων το 1583. Το μυστηριώδες αυτό έργο, ευρύτερα γνωστό και ως The Enochian Tablets of Dr. John Dee, (Οι Ενωχιανές Πινακίδες του Δρ. Τζων Ντη) αποτελείται από 101 πίνακες 49×49 τετραγώνων που περιέχουν λατινικούς χαρακτήρες ή αραβικούς αριθμούς. Θεωρείται ως ένα από τα πιο «απαγορευμένα» βιβλία του κόσμου, ενώ αμέτρητοι μελετητές προσπαθούν μέχρι και σήμερα να το αποκρυπτογραφήσουν.

Οι αποκρυφιστικές δραστηριότητες του Τζων Ντη σε συνεργασία με τον Έντουαρντ Κέλλυ (του «μέντιουμ με τα κομμένα αυτιά») άρχισαν το 1583 και διήρκεσαν μέχρι το 1589, οπότε και τελειώνει η συνεργασία τους. Εκείνη την εποχή πιστευόταν ότι οι κρυσταλλοσκόποι, οι οποίοι εύκολα μπορούσαν να εξαπατήσουν τους συνεργάτες τους, είχαν την ικανότητα να οδηγήσουν μια χριστιανική ψυχή σε μονοπάτια πολυσύχναστα από διαβολικά πνεύματα. Στην πρώτη συνάντησή τους ο Ντη αρνήθηκε συνεργασία με τον Κέλλυ, φοβούμενος το πιθανό «παγίδευμα» του από τις δυνάμεις του Κακού.

Ωστόσο ο Ντη δεν είχε ανεπτυγμένη την ικανότητα του να «βλέπει», όπως λένε, και αφού σκέφτηκε αρκετά γύρω από το θέμα αποφάσισε να προσλάβει τον Κέλλυ βάσει μιας χρηματικής αμοιβής. Μετά την διακοπή της συνεργασίας τους, ο Ντη εξακολούθησε τις μυστικιστικές δραστηριότητες και τις σεάνς του, σε συνεργασία με κάποιον που λεγόταν Βαρθολομαίος Χίκμαν. Ο ίδιος ο Ντη κατέγραψε το μαγικό κώδικα του Βιβλίου του Ενώχ που υπάρχει ακόμη στο Βρετανικό Μουσείο, για το οποίο λέγεται ότι οι άγγελοι αποκάλυψαν στον Ντη την μυστική και μαγική Ενωχιανή Γλώσσα ή Γλώσσα των Αγγέλων. Αυτήν την γλώσσα κατέγραψε στους κρυπτογραφημένους Ενωχιανούς Πίνακες, (The Enochian Tablets of Doctor John Dee).

Ο Ντη, χρησιμοποιώντας τον Κέλλυ ως διάμεσο, (ο οποίος κοιτούσε μέσα σε έναν κρύσταλλο και πιθανότατα σε ένα δοχείο νερό), συνομιλούσε με τους αγγέλους καταγράφοντας χιλιάδες σελίδες αυτών των συνομιλιών. Μέχρι εκείνη την περίοδο της Αναγέννησης ο όρος «πνευματισμός» ήταν ακόμη άγνωστος. Οι άγγελοι αποκάλυψαν στον Τζων Ντη μια σειρά ισχυρότατων μαγικών επικλήσεων ή «κλειδιών» στην υποτιθέμενη αρχαία αγγελική γλώσσα: τα Ενωχιανά.

Το Βιβλίο του Ενώχ, ένα από τα αναγνωρισμένα απόκρυφα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, αποκαλύπτει ότι οι «εκπεσόντες» άγγελοι ήρθαν σε επαφή (συνουσιάστηκαν) με τις κόρες των ανθρώπων, μεταφέροντάς τους τα βασικά μυστικά της μαγείας και του αποκρυφισμού. Οι άγγελοι του Ντη αναφέρθηκαν σε αυτή την γλώσσα των κλειδιών ως την «γλώσσα των αγγέλων του Βιβλίου του Ενώχ». Αν και τα Ενωχιανά έχουν μελετηθεί από πολλούς ιστορικούς της μαγείας, ο κώδικάς τους -παρότι είναι γενικά σταθερός σε όλο το περιεχόμενο- παραμένει άσπαστος, κι έτσι συμπεραίνουμε ότι η γλώσσα είναι εντελώς αυθαίρετη χωρίς καμία ομοιότητα με τις γνωστές υπάρχουσες γήινες γλώσσες. Είναι μια θαυμαστά περίτεχνη γλώσσα, με δική της γραμματική και σύνταξη, και αποτελεί για πολλούς αποκρυφιστές την απόδειξη της πραγματικής ύπαρξης ετεροχθόνων όντων ανεξάρτητων του ανθρώπινου νου και του ανθρώπινου γήινου πολιτισμού.

Η γνωριμία του Τζων Ντη με τον Έντουαρντ Κέλλυ, (που απ’ ότι φαίνεται το αληθινό του όνομα ήταν Έντουαρντ Τάλμποτ) έγινε το 1582. Ο Κέλλυ, γιος ενός αποθηκάριου από το Γουόρτσεστερ, ονειρευόταν να ανακαλύψει το μυστικό της Φιλοσοφικής Λίθου, και είχε μυηθεί στη σκοτεινή τέχνη της Νεκρομαντείας. Καταδιωγμένος από το Λάνκαστερ το 1580, με την κατηγορία της πλαστογράφησης τίτλων, έφυγε στην Ουαλία.

Κάπου κοντά στο Γκλάστονμπέρυ, όπως λέει η ιστορία, αγόρασε μια ποσότητα της θρυλικής «κόκκινης σκόνης» η οποία μετατρέπει τα διάφορα μέταλλα χαμηλής αξίας σε χρυσό, από έναν πανδοχέα ο οποίος την είχε λάβει με την σειρά του από κάποιους τυμβωρύχους. Για την υπόλοιπη ζωή του ο Κέλλυ δεν παραιτήθηκε ποτέ από την προσπάθεια να ανακαλύψει το «μυστικό της κόκκινης σκόνης», ευελπιστώντας να μπορέσει να την παράγει και ο ίδιος. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που δέχθηκε να γίνει ο «οραματιστής» του Ντη. Έτσι άρχισαν την περιπέτειά τους με τα πνεύματα με αλχημιστικό καθοδηγητή τον Κέλλυ.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ούτε ο Ντη, αλλά ούτε και ο Κέλλυ είχαν κάποια αμφιβολία για την πραγματική ύπαρξη των αγγέλων, και ότι -όπως όλοι οι μελετητές έχουν καταλήξει- οι συνομιλίες που είχαν μαζί τους δεν ήταν σκηνοθετημένες. Ωστόσο, η γνώμη του καθενός από τους δυο τους για τα κίνητρα αυτών των όντων, κατέληξε να είναι διαφορετική. Ο Ντη πίστευε ότι ήταν υπάκουα όργανα του θεού, υποταγμένα στο κύρος του Ιησού. Ο Κέλλυ είχε τις υποψίες του ότι θα μπορούσαν επιτηδευμένα να τους εξαπατούν, κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι άγγελοι να συμπεριφέρονταν στον Κέλλυ με περιφρόνηση, ενώ ο ίδιος έδειχνε υπομονετικός απέναντί τους λόγω της ελπίδας του ότι κάποτε θα του αποκάλυπταν το «μυστικό της κόκκινης σκόνης».

Τα πνεύματα περιέγραφαν το μαγικό σύστημα το οποίο είχε μάθει ο πατριάρχης Ενώχ από τους αγγέλους, και γι αυτό μίλησαν εμπεριστατωμένα στον Ντη. Σε αυτό έχει τις βάσεις της η θρυλική Ενωχιανή Μαγεία και έτσι ονομάστηκαν «Ενωχιανά Πνεύματα» αυτοί οι άγγελοι οι οποίοι είχαν ξέχωρες προσωπικότητες και σκοπούς, ήταν ανεξάρτητες και ευφυείς οντότητες. Ο Ντη κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν προσπάθησε να χρησιμοποιήσει σοβαρά αυτό το μαγικό σύστημα, όπως επίσης διαφαίνεται ότι είχε άγνοια ως προς τα κίνητρα του Κέλλυ, γεγονός το οποίο ήταν πασιφανές.

Το 1589 χωρίζει με τον Κέλλυ αφήνοντάς τον στην Πράγα της τότε, Βοημίας, στις υπηρεσίες του Αυτοκράτορα Ροδόλφου Β΄ (ενός βασιλιά που ήταν αποκρυφιστής και ο ίδιος, και μεγάλος συλλέκτης μαγικών και παράξενων αντικειμένων) ο οποίος πιστεύοντας ότι ο Κέλλυ κατέχει το «Μυστικό των Φιλοσόφων», τον φυλακίζει στην Πράγα, ελπίζοντας ότι θα συμμετέχει στα κέρδη της Μεταστοιχείωσης. Το 1595, ο Κέλλυ προσπαθώντας να δραπετεύσει, έδεσε σεντόνια μεταξύ τους έξω από το ψηλό παράθυρο της απομόνωσής του, για να κατέβει τον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου, αλλά καθώς κρεμόταν από εκεί, οι κόμποι που ένωναν τα σεντόνια λύθηκαν και ο Κέλλυ έπεσε στο έδαφος από το μεγάλο ύψος του πύργου και σκοτώθηκε.

Ο Τζων Ντη, είχε ήδη επιστρέψει στην Αγγλία με διαταγή της βασίλισσας Ελισάβετ, αλλά υπάρχει ακόμη ένα πιθανό αίτιο για τη διακοπή της συνεργασίας του με τον Κέλλυ. Ο Ντη είχε πλήρη εμπιστοσύνη στους αγγέλους και σε αυτά που του μετέφερε ο Κέλλυ, και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο μειονέκτημά του. Ήταν τυφλά καθοδηγούμενος από τα μηνύματα τους. Σε μια από τις σεάνς τους, στις 17 Απριλίου 1587, ένας άγγελος θηλυκού γένους με το όνομα Μαντιμί, δίνει εντολή στον Ντη και τον Κέλλυ να ανταλλάξουν τις γυναίκες τους.

Ο Ντη, ταραγμένος μ’ αυτήν την ανήθικη εντολή, άρχισε να αναρωτιέται αν αυτοί οι άγγελοι ήταν δαίμονες με την μορφή αγγέλων. Η γυναίκα του Ντη, Τζέην, ήταν μόνο 32 ετών και είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με τον σύζυγό της αλλά και με τον συνεργάτη του. Αυτή η ανταλλαγή δεν ήταν καθόλου δυσάρεστη για τον Κέλλυ, αλλά φυσικά ήταν ανεπιθύμητη για την Τζέην. Ο Ντη και ο Κέλλυ δεν μπόρεσαν να ξεδιαλύνουν το πρόβλημα που προκλήθηκε απ’ αυτό το συμβάν.

Όποιος και αν ήταν ο μυστικός σκοπός του ταξιδιού τους στη Βοημία, τα σχέδιά τους διακόπηκαν, αφήνοντας πίσω ένα άλυτο μυστήριο. Λέγεται ότι ο Ντη περίμενε μια ειδική άδεια από τους αγγέλους για να χρησιμοποιήσει την μαγεία τους, και ότι αυτή η άδεια δεν του δόθηκε ποτέ κατά την διάρκεια της ζωής του. Επίσης, λέγεται ότι το μυστικό σχέδιο των αγγέλων, το οποίο απέκρυπταν από τον Ντη, ήταν να ενθέσουν στην ανθρωπότητα ένα μαγικό τελετουργικό τυπικό που θα ξεκινούσε μια βίαιη αλλαγή του κόσμου από εκείνη την εποχή στην επόμενη, κοινώς γνωστή ως Αποκάλυψη.

Η «Σφραγίδα του Θεού», Βρετανικό Μουσείο. Το μεγάλο, περίτεχνα διακοσμημένο κερί “Σφραγίδα του Θεού”, χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει την “Πέτρα του Θεού”, την κρυστάλλινη σφαίρα που χρησιμοποιείται για τις επικοινωνίες με τους Αγγέλους.

Ο Ντη έγινε προϊστάμενος στο κολέγιο του Μάντσεστερ το 1596. Οι κακές φήμες συνέχιζαν και αυξάνονταν γύρω από το όνομά του, ώσπου ο βασιλιάς Τζέημς Α’, γνωστός για τους διωγμούς των μαγισσών της εποχής, ανέβηκε στο θρόνο το 1603, και το 1605 το Χριστιανικό Κολέγιο ανάγκασε τον Ντη να παραιτηθεί από την θέση του Καθηγητή. Ο Ντη έπεσε σε μεγάλη δυσμένεια. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, πουλώντας τους σπάνιους τόμους της βιβλιοθήκης του για ένα γεύμα, και πέθανε πάμφτωχος το 1608 στο σπίτι του, στο «σπίτι των θαυμάτων» όπως είχε ονομαστεί, στο Μόρτλέικ.

Το 1575 είχε πεθάνει η πρώτη γυναίκα του Ντη. Η δεύτερη γυναίκα του, η πνευματώδης και αφοσιωμένη Τζέην, πέθανε λίγα χρόνια πριν το θάνατο του συζύγου της. Το τελικό πλήγμα ωστόσο, ήρθε όταν η κόρη του Κάθριν πούλησε τα τελευταία βιβλία της βιβλιοθήκης του, γεγονός που τον πλήγωσε υπερβολικά, έπεσε σε μελαγχολία και πέθανε. Στο Βρετανικό Μουσείο υπάρχει ακόμη και σήμερα μια άθραυστη κρυστάλλινη σφαίρα, την οποία ο Ντη την πήρε από ένα μικρό παιδί που πετούσε μια μέρα έξω από το παράθυρό του, ακούγοντας το Αρχάγγελο Μιχαήλ που του έλεγε να μην φοβηθεί και να την πάρει…

Οι τρεις κατηγορίες των αλληλένδετων αγγελικών ιεραρχιών των Ενωχιανών Επικλήσεων ήταν: 1) Η Επταρχική Βασιλεία, η οποία πιστευόταν ότι είχε την εποπτεία όλων των γήινων δραστηριοτήτων και διέδιδε το θέλημα του Δημιουργού, βασισμένη σε επτά πλανήτες και τις επτά μέρες της εβδομάδας, μπορούσε να προσφέρει γνώση για τον Θεό και τους αγγέλους του, για την αρχή και το τέλος της Φύσης. 2) Οι Άγγελοι των Αιθέρων (τα λεγόμενα και Aethyr) οι οποίοι πιστευόταν ότι κυβερνούσαν τις διάφορες χώρες της Γης, μπορούσαν να ανατρέψουν ολόκληρα έθνη αν το επιθυμούσαν, να έχουν την εύνοια όλων των «πριγκίπων» της Γης και να ξέρουν τους μυστικούς θησαυρούς όλων των υδάτινων σωμάτων και των σπηλαίων της. Οι άγγελοι αυτοί ανήκαν στους 12 ζωδιακούς οίκους και τους 30 Αιθέρες οι οποίοι ήταν υποδιαιρέσεις του ουράνιου θόλου των αστέρων. 3) Οι Άγγελοι των Τεσσάρων Σημείων του ορίζοντα και των τεσσάρων στοιχείων, οι οποίοι λέγεται ότι στάλθηκαν στην Γη για να σταματήσουν το θέλημα του σκοτεινού Διαβόλου και να εκπληρώσουν το θέλημα του Θεού.

«Αυτό που αποκάλυψαν οι Ενωχιανοί άγγελοι στον Δρ. Τζων Ντη, δεν ήταν απλά μια δραστική μαγική συνταγή, ήταν η μυστική φόρμουλα που ήταν προσχεδιασμένη για να ανοίξει τις πύλες των τεσσάρων μεγάλων Παρατηρητηρίων (the four great Watchtowers) που στέκουν σε επιφυλακή ενάντια στο χάος…» Donald Tyson, Gnosis Magazine, 1996.

Πραγματικά, ο άγγελος Άβε περιγράφει τα τέσσερα Παρατηρητήρια στον Ντη:

«Οι τέσσερις οικισμοί είναι οι Τέσσερις Άγγελοι της Γης, οι οποίοι είναι οι τέσσερις Επιτηρητές και τα Παρατηρητήριά τους, τα οποία έχει τοποθετήσει ο αιώνιος Θεός με την Θεία Πρόνοια ενάντια της βλασφημίας, της κατάχρησης και του ύπουλου τρόπου του μεγάλου εχθρού, του Διαβόλου. Ο σκοπός είναι να χαλιναγωγηθεί η ζηλόφθονη θέλησή του, να πραγματοποιηθούν οι αποφάσεις του Θεού, και τα πλάσματά του να προστατευθούν και να διατηρηθούν στην Γη, εντός του Σχεδίου και των κανόνων της τάξης…» Αυτά τα τέσσερα Παρατηρητήρια που αναπαρίστανται στην Ενωχιανή Μαγεία με αλφαβητικά τετράγωνα, είναι ανάλογα με τους τέσσερις μυστικιστικούς στύλους της αιγυπτιακής μυθολογίας, οι οποίοι βαστούν τον Ουρανό και τον κρατούν από το να πέσει στην Γη. Αποκλείουν τις λεγεώνες του Χόρονζον (Choronzon) από το να σαρώσουν τον κόσμο. Χόρονζον (ή Κόρονζον), όπως αποκαλύπτουν οι άγγελοι, είναι το αληθινό ουράνιο όνομα του Σατανά. Ο Ενωχιανός τίτλος του είναι «ο Δράκος του Θανάτου» ή ο «Έκπτωτος» ( Death-Dragon, ή Him-That-Is-Fallen, ή Telecvovim).

Οι Ενωχιανές Επικλήσεις ή Κλειδιά του Ενώχ, όπως δήλωναν οι άγγελοι, ήταν 48 (διαφορετικών πνευμάτων;) και αποκαλύπτονταν στον Ντη και στον Κέλλυ, μεταγλωττισμένες στα αγγλικά λέξη προς λέξη. Ο σκοπός των Κλειδιών ήταν να μπορέσει ο Ντη να επικοινωνήσει με τα πνεύματα των Τριάντα Αιθέρων (Aethyr), τα οποία κυβερνούν τα κηδεμονικά πνεύματα των εθνών της Γης. Στην πραγματικότητα (πρέπει να αναρωτηθούμε σε ποια πραγματικότητα) υπήρχαν 49 Κλειδιά, αλλά ένα από αυτά όπως δήλωσαν οι άγγελοι, ήταν υπέρτατα ιερό και μυστικό για να εκφωνηθεί.

Οι χριστιανοί πίστευαν και πιστεύουν ότι η συντέλεια του κόσμου θα είναι ένα υλικό φαινόμενο, ότι θα αρχίσει από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, γεγονός που υποτίθεται ότι γνωρίζουν οι «αγγελιαφόροι» της κάθε παράταξης. Κατά μια άποψη, η αποκάλυψη των Ενωχιανών Αγγέλων θα έπρεπε να γίνει κατανοητή αρχικά σε πνευματικό ή εσωτερικό επίπεδο, και σε δεύτερο επίπεδο υλικά και σε σχέση με μια εξωτερική καταστροφή. Οι πύλες των τεσσάρων Παρατηρητήριων που στέκονται στις άκρες των τεσσάρων διαστάσεων της πραγματικότητας, είναι νοητικά οικοδομήματα. Όταν ανοιχτούν, λέγεται ότι θα εισβάλουν τα δαιμόνια του Χόρονζον.

(Θυμίζει την «επιστροφή των εξόριστων Μεγάλων Παλαιών, για την οποία μιλά ο Χ. Φ. Λάβκραφτ), όχι εντός του υλικού κόσμου αλλά εντός του υποσυνείδητού μας, βέβαια και με υλικά αποτελέσματα. Τα πνεύματα είναι νοητικά και όχι υλικά. Κατοικούν στα βάθη του νου και συνομιλούν μαζί μας, μέσω ονείρων, μέσα από ασυνείδητες τάσεις, και σπανιότερα σε οράματα που έχουμε ξύπνιοι. Επηρεάζουν τα συναισθήματά μας και τις σκέψεις μας υποσυνείδητα και πολλές φορές μπορούν να κατευθύνουν τις πράξεις μας, έστω και μερικά, όπως σε περιπτώσεις παρορμητικών τρόπων συμπεριφοράς και εμμονών, αλλά και σε βαθμό ολικής κατάληψης. Μόνο μέσα από εμάς μπορούν να επηρεάσουν τον υλικό κόσμο.

Υπάρχει επίσης και η άποψη ότι τα Ενωχιανά ήταν μια γλώσσα-παρασκεύασμα ενός συνονθυλεύματος βασισμένου στις προβολές των υποσυνείδητων του Ντη και του Κέλλυ. Εκτός του ότι οι αγνές προθέσεις και η τιμιότητα και του Ντη είναι γενικά αναμφισβήτητα, τα Ενωχιανά είναι απείρως πιο πολύπλοκα σε σχέση με τα μηνύματα των συνηθισμένων «πνευμάτων», τα οποία σε σύγκριση με τα Ενωχιανά φαίνονται σχεδόν «παιδικά». Υπάρχουν άπειρα ερωτήματα γύρω από τις λειτουργίες και τις ικανότητες του πολύπλοκου ασυνείδητου.

Ξέρουμε ότι το φαινόμενο Poltergeist (Πολτεργκάιστ, τα θορυβοποιά ανεξήγητα φαινόμενα) είναι παράγωγο αυτού, και ίσως γιατί όχι, να ευθύνεται για τα μηνύματα των συνηθισμένων «πνευμάτων». Θα μπορούσαμε να δώσουμε μια απλή ερμηνεία στην υπόσταση των πνευμάτων, θεωρώντας τα ως ασώματες οντότητες οι οποίες συνήθως δεν έχουν ξεκάθαρα κίνητρα, πολλές φορές εξαπατούν και παίζουν με συνειδήσεις ανθρώπων που γίνονται τα εύκολα θύματα τους.

Τι πραγματικά ήταν οι Ενωχιανοί Άγγελοι και σε ποια παράταξη ανήκαν;

Οι Ενωχιανές συνομιλίες είναι γεμάτες από προειδοποιήσεις ότι έρχεται η συντέλεια του κόσμου, λόγω της οργής του Θεού και της έλευσης του Αντίχριστου. Αν πραγματικά τα Παρατηρητήρια στέκουν στις τέσσερις διαστάσεις εμποδίζοντας τις λεγεώνες του Χόρονζον, (ένας από τους Μεγάλους Παλαιούς) που σαν δράκοι καραδοκούν να εισβάλλουν, όπως αναφέρει το Όγδοο Φυσικό Κλειδί του Ενώχ, και αν αυτές οι Επικλήσεις-Κλειδιά, είναι σχεδιασμένες να ανοίξουν τις πύλες των Παρατηρητήριων, ίσως τελικά να μην είναι και πολύ καλή ιδέα να αποκωδικοποιηθούν οι Ενωχιανοί Πίνακες και τα Κλειδιά τους.

Ο Ντη όπως είπαμε, είχε μια σειρά πινάκων από 49×49 τετράγωνα τα οποία περιείχαν γράμματα ή σύμβολα. Καθόταν με αυτούς τους πίνακες ανοιχτούς μπροστά του, καθώς ο Κέλλυ κοιτούσε μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα. Ο Κέλλυ δείχνοντας με ένα ραβδί τον πίνακα που του υπαγορευόταν, έλεγε: «Ο άγγελος δείχνει στην στήλη 6, σειρά 31…» Κατόπιν ο Ντη έβρισκε το συγκεκριμένο τετράγωνο και κατέγραφε το γράμμα. Τα μηνύματα «δίνονταν» ανάποδα διότι αν προφέρονταν οι λέξεις θα απελευθέρωναν δυνάμεις. Έτσι το κάθε μήνυμα έπρεπε να αντιστραφεί για να επικοινωνηθεί. (Φυσικά, είναι όλη αυτή η πολύπλοκη διαδικασία της επικοινωνίας, που αποκλείει την απάτη από μέρους του Κέλλυ εις βάρος του Ντη).

Η ενασχόληση του Ντη με τις Καβαλιστικές μεθόδους και την αστρολογία τον κατέστησε ικανό να παράγει αριθμοσοφικούς κώδικες πολύ εκλεπτυσμένων συστημάτων. Για παράδειγμα, ο πίνακας των Αιθέρων ή των μυστικιστικών Παρατηρητηρίων, είναι σχηματισμένος πάνω σε περίπλοκες μαθηματικές στήλες. Και οι τριάντα Αιθέρες έχουν ονόματα που αποτελούνται από τρία γράμματα, ενώ οι τρεις κυβερνήτες του κάθε Αιθέρα έχουν ονόματα αποτελούμενα από επτά γράμματα (ένα σύστημα που ο Ντη το ονόμαζε Heptarchia Mystica).

Τα Ενωχιανά αποτελούνταν από 19 βασικά Κλειδιά, από τα οποία το μεγαλύτερο περιείχε 300 λέξεις αλλά κατά μέσο όρο το κάθε Κλειδί περιείχε 100 λέξεις. Τα υπόλοιπα 30 Κλειδιά είναι όμοια, εκτός από την πρώτη σειρά όπου περιέχουν το όνομα του κάθε Αιθέρα. Το Λεξικό Ενωχιανών του Λεό Βίνσι, περιέχει 900 λέξεις (Regency Press, London 1977). Άραγε όλα αυτά ανταποκρίνονται σε ένα υπαρκτό συμπαντικό πεδίο;

Υπάρχει η εκδοχή ότι ο αγαθός Ντη πίστεψε τους «αγγέλους», ενώ αυτοί τον εξαπάτησαν λέγοντάς του ότι οι Πύλες θα μπορούσαν να ανοίξουν ελάχιστα μόνο για συγκεκριμένους ανθρώπινους σκοπούς, και να κλείσουν πάλι πριν κάτι φρικτό προλάβει να εισχωρήσει σε αυτή την διάσταση. Ο Ντη πρέπει να πίστευε ότι η λεηλασία της Θεάς Γης και των παιδιών της από τα δαιμόνια του Κόρονζον δεν θα μπορούσε να γίνει πριν την προκαθορισμένη ώρα της Αποκάλυψης, συμβάν που ήταν υπό τον έλεγχο του Θεού κι όχι του Ντη.

Αυτό που παρέλειψε να καταλάβει ήταν ότι η ώρα της Αποκάλυψης ήταν η ίδια με αυτήν της επιτυχούς ολοκλήρωσης του τελετουργικού τυπικού των 48 Κλειδιών.

«Οι 49 επικλήσεις είναι τα Φυσικά Κλειδιά που θα ανοίξουν 48 και όχι 49 Πύλες (μια από αυτές δεν πρέπει να ανοιχτεί) της Γνώσης, ώστε να μπορείς να τις μετακινήσεις… και θα σου δοθούν τα μυστικά των Πόλεών τους και έτσι θα μπορέσεις να κατανοήσεις τα μυστήρια που περιέχονται στους Πίνακες…» λέει ο άγγελος Ραφαήλ στον Ντη. Αυτή η μέρα δεν ήταν προκαθορισμένη αλλά θα αποφασιζόταν με την ελεύθερη βούληση και τις πράξεις ενός ανθρώπου, ο οποίος στην Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννη ονομάζεται Αντίχριστος.

Πάντοτε υπήρχε η υπόνοια ότι η Αποκάλυψη ήταν στα χέρια των Αγγέλων της Οργής, που θα έρχονταν στην Γη με την συγκατάβαση του Θεού, σε μια στιγμή προκαθορισμένη από την αρχή της Δημιουργίας. Αυτό δεν φαίνεται να επαληθεύεται μέσα από τις απόκρυφες διδασκαλίες των Ενωχιανών Αγγέλων. Ωστόσο, οι Πύλες των Τεσσάρων Παρατηρητήριων μπορούν να ξεκλειδωθούν μόνον από μέσα. Έτσι ακόμη και αν οι Άγγελοι της Οργής ήθελαν να πυροδοτήσουν την αρχή της Αποκάλυψης, δεν θα είχαν αυτήν τη δυνατότητα.

Τα πνεύματα πρέπει να επικαλεστούν μέσα στην πραγματικότητά μας από εμάς τους ανθρώπους. Εμείς οι ίδιοι πρέπει να ανοίξουμε τις Πύλες και να εισάγουμε τους υπηρέτες του Κόρονζον. Οι επικλήσεις δεν είναι αρμοδιότητα των αγγέλων αλλά των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος γιατί οι «άγγελοι» έπρεπε να παρουσιάσουν στον Τζων Ντη όλο αυτό το περίπλοκο σύστημα της Ενωχιανής Μαγείας, τα Κλειδιά των Αιθέρων και τον Πίνακα των Παρατηρητήριων.

Αν επρόκειτο να έρθει η ώρα της Αποκάλυψης θα έπρεπε να υπάρξει ένας άνθρωπος ο οποίος θα είχε λάβει λεπτομερή καθοδήγηση για τη μέθοδο του ανοίγματος των Πυλών των Παρατηρητήριων. Αυτήν την εντολή περίμενε ο Ντη από τους αγγέλους για να χρησιμοποιήσει τη μαγεία τους, όπως του είχε ζητηθεί από τον άγγελο Γαβριήλ, ο οποίος υποτίθεται πως είχε άμεση επαφή με την εξουσία του Θεού:


«Εσένα έχω διαλέξει να μπεις στους σιτοβολώνες μου: Κι εσένα έχω διατάξει να ανοίξεις το Καλαμπόκι, ώστε αυτό που ήταν σκόρπιο να εμφανιστεί, και αυτό που παρέμενε μέσα στα δεμάτια των σταχυών να μπορέσει να σηκωθεί..» λέει ο άγγελος στον Ντη.

Οι Ενωχιανές συνομιλίες αναφέρονται στην Αποκάλυψη ως «το θέρος», κι έτσι η Ενωχιανή Μαγεία γίνεται το «όργανο του αλωνιστή». Ωστόσο, ο Ντη μάλλον δεν είχε συνειδητοποιήσει το βάρος που έφερε πάνω του, ίσως γιατί οι άγγελοι ποτέ δεν του είπαν ξεκάθαρα ότι θα ήταν ο άνθρωπος-όργανο μέσω του οποίου η μαγική φόρμουλα της έναρξης της Αποκάλυψης θα δινόταν στην ανθρωπότητα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αυτή η φόρμουλα παρέμενε μια βόμβα η οποία θα μπορούσε να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή, όμως ο Ντη δεν πήρε ποτέ την εντολή που περίμενε. Ίσως τελικά να προοριζόταν για κάποιον άλλο αποκρυφιστή ενός άλλου αιώνα.

Περίπου την εποχή που δημοσιεύτηκε η Αληθινή και Πιστή Σχέση, μέλη του κινήματος των Ροδόσταυρων ισχυρίστηκαν ότι ο Ντι ήταν ένας από τους αριθμούς τους. Υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι ένα οργανωμένο κίνημα Ροδόσταυρων υπήρχε κατά την διάρκεια της ζωής του Ντι, και καμία απόδειξη ότι ανήκε ποτέ σε κάποια μυστική αδελφότητα. Η φήμη του ως μάγος και η ζωντανή ιστορία της σχέσης του με τον Edward Kelley τον έχουν κάνει μια ακαταμάχητη φιγούρα για παραμυθάδες, συγγραφείς ιστοριών τρόμου και μάγους των τελευταίων ημερών.

Η συσσώρευση φανταστικών πληροφοριών για τον Ντι συχνά συσκοτίζει τα γεγονότα της ζωής του, όσο αξιοσημείωτα κι αν ήταν. Επίσης, δεν κάνει τίποτα για να προωθήσει τις χριστιανικές του τάσεις: ο Ντι κοίταξε τους αγγέλους για να του πουν πώς θα μπορούσε να θεραπεύσει τις βαθιές και σοβαρές ρήξεις μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας της Αγγλίας και του Προτεσταντικού κινήματος στην Αγγλία. Η Βασίλισσα Ελισάβετ Α’ τον χρησιμοποίησε πολλές φορές ως αστρονόμο της αυλής της, όχι μόνο επειδή ασκούσε τις ερμητικές τέχνες, αλλά κι ως έναν βαθιά θρησκευόμενο και μορφωμένο, έμπιστο άνθρωπο.

Μια επανεκτίμηση του χαρακτήρα και της σημασίας του Dee ήρθε τον 20ο αιώνα, κυρίως μέσα από το έργο των ιστορικών Charlotte Fell Smith και Dame Frances Yates. Και οι δύο έφεραν στο επίκεντρο τους παράλληλους ρόλους της μαγείας, της επιστήμης και της θρησκείας στην Ελισαβετιανή Αναγέννηση. Ο Φελ Σμιθ γράφει:

«Δεν υπάρχει ίσως κανένας λόγιος συγγραφέας στην ιστορία που να έχει τόσο επίμονα λανθασμένα, όχι, ακόμη και συκοφαντηθεί, από τους απογόνους του, και ούτε μια φωνή και στους τρεις αιώνες να υψώνεται ακόμη και για να του ζητήσει δίκαιη ακρόαση. Είναι καιρός να εξεταστεί η αιτία όλης αυτής της καθολικής καταδίκης υπό το πρίσμα της λογικής και της επιστήμης· και ίσως θα βρεθεί ότι υπάρχει κυρίως στο γεγονός ότι ήταν πολύ προχωρημένος στην κερδοσκοπική σκέψη για να τον καταλάβει η εποχή του».

Μέσω αυτής και της επακόλουθης επαναξιολόγησης, ο Ντι θεωρείται πλέον ως ένας σοβαρός μελετητής και συλλέκτης βιβλίων, ένας αφοσιωμένος χριστιανός (αν και σε μια συγχυτική στιγμή γι’ αυτήν την πίστη), ένας ικανός επιστήμονας και ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του. Η βιβλιοθήκη του Mortlake ήταν η μεγαλύτερη στην χώρα πριν βανδαλιστεί και δημιουργηθεί με τεράστια, μερικές φορές καταστροφικά προσωπικά έξοδα, θεωρήθηκε ως ένα από τα καλύτερα στην Ευρώπη, ίσως το δεύτερο μόνο μετά από αυτό του De Thou.

Εκτός από αστρολογικός και επιστημονικός σύμβουλος της Ελισάβετ και της αυλής της, ήταν πρώιμος υποστηρικτής του αποικισμού της Βόρειας Αμερικής, οραματιζόμενος μια Βρετανική Αυτοκρατορία που εκτείνεται πέρα ​​από τον Βόρειο Ατλαντικό.

Ο Ντι προώθησε τις επιστήμες της ναυσιπλοΐας και της χαρτογραφίας. Σπούδασε στενά με τον Gerardus Mercator και είχε μια σημαντική συλλογή από χάρτες, σφαίρες και αστρονομικά όργανα. Ανέπτυξε νέα όργανα και ειδικές τεχνικές πλοήγησης για χρήση σε πολικές περιοχές. Ο Dee υπηρέτησε ως σύμβουλος στα αγγλικά ταξίδια ανακάλυψης και επέλεξε προσωπικά πιλότους και τους εκπαίδευσε στην ναυσιπλοΐα. Πίστευε ότι τα μαθηματικά (τα οποία κατανοούσε μυστικά) ήταν κεντρικής σημασίας για την ανθρώπινη μάθηση. Η κεντρική θέση των μαθηματικών στο όραμα του Dee τον κάνει σε αυτόν τον βαθμό πιο σύγχρονο από τον Francis Bacon, αν και ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι ο Bacon υποβάθμισε σκόπιμα τα μαθηματικά στην αντι-αποκρυφιστική ατμόσφαιρα της βασιλείας του James I.

Αν και η κατανόηση του Dee για το ρόλο των μαθηματικών διαφέρει πολύ από την δική μας, η προώθησή του εκτός πανεπιστημίων ήταν ένα διαρκές επίτευγμα. Για τα περισσότερα από τα γραπτά του, ο Ντι επέλεξε τα αγγλικά και όχι τα λατινικά, για να τα κάνει προσιτά στο κοινό. Ο «Μαθηματικός Πρόλογος» του στον Ευκλείδη είχε σκοπό να προωθήσει την μελέτη και την εφαρμογή των μαθηματικών από όσους δεν είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση και ήταν δημοφιλής και με επιρροή μεταξύ των «μηχανολόγων», μια αυξανόμενη τάξη τεχνικών τεχνιτών και τεχνιτών. Ο πρόλογος του Dee περιλαμβάνει επιδείξεις μαθηματικών αρχών που οι αναγνώστες θα μπορούσαν να εκτελέσουν μόνοι τους χωρίς ειδική εκπαίδευση ή κατάρτιση.

Τον 20ο αιώνα, ο δημοτικός δήμος του Ρίτσμοντ (τώρα ο δήμος του Λονδίνου του Ρίτσμοντ από τον Τάμεση ) τίμησε τον Τζον Ντι ονομάζοντας έναν δρόμο κοντά στο Μόρτλεϊκ “Dee Road”.

Ο αποκρυφιστής Άλιστερ Κρόουλυ (Aleister Crowley, 1875-1947), ήταν πεπεισμένος από παιδί ακόμα, ότι ο ίδιος ήταν το Μέγα Θηρίο το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Έκανε την μαθητεία του στην μαγεία μέσα στο Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής, και μετά συνέχισε στο Ο.Τ.Ο. (Ordo Templi Orientis) φτιάχνοντας ένα δικό του αποκρυφιστικό σύστημα, συγχωνεύοντας την τελετουργική μαγεία του Μάγου Αμπραμελίν (τις λεγόμενες «επικλήσεις του Φύλακα Άγγελου»), με την Goetia, την Ταντρική σεξουαλική μαγεία, κ.ά.

Ο Κρόουλυ μελετούσε και ασκούσε την Ενωχιανή Μαγεία περισσότερο από κάθε άλλο μάγο της Χρυσής Αυγής. Το 1909 ο Κρόουλυ πειραματιζόταν με τους Ενωχιανούς Αιθέρες σε μια από τις βόρειες έρημους της Αιγύπτου. Ένα επεισόδιο που περιγράφει ο ίδιος είναι Ενωχιανές επικλήσεις στον Χόρονζον διαμέσω του βοηθού του, Βίκτωρ Νούμπεργκ, όπου ο δαίμονας έχοντας αρνητικά και εγωιστικά κίνητρα, αποσπά την προσοχή του δεύτερου, ρίχνει άμμο στον μαγικό του κύκλο και του επιτίθεται.

«Ευτυχώς μπόρεσε και τον έστειλε πίσω τελικά…» δηλώνει ο Κρόουλυ. Είναι αξιοσημείωτη η παρατήρησή του Νούμπεργκ σε σχέση με τα τελετουργικά της Αιγύπτου: «Ως κανόνα, λαμβάναμε έναν Αιθέρα την ημέρα…» Από τις οδηγίες που έδωσε ο άγγελος Άβε στον Ντη, ξέρουμε ότι το Τυπικό της Αποκάλυψης πρέπει να εκτελεστεί διαδοχικά συμπεριλαμβάνοντας ένα Κλειδί την κάθε μέρα. Ο Κρόουλυ ήταν πιστός σε αυτές τις οδηγίες.

Για τον Κρόουλυ ο «Αιώνας του Ώρου» είχε αρχίσει το 1904, και είναι η περίοδος στην οποία ο Χόρονζον κυβερνά τον κόσμο, και είναι η καταστροφή της ανθρωπότητας. Έτσι η Αποκάλυψη παίρνει το νόημα της νοητικής αλλαγής που θα λάβει μέρος στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρώπινης φυλής.

Ο Δρ. Λέικοκ, που είναι ένας από τους πιο πεπειραμένους μελετητές των Ενωχιανών, έχει συντάξει το Πλήρες Ενωχιανό Λεξικό (Complete Enochian Dictionary, 1978), συμπεραίνοντας ότι η γραμματική τους είναι αρκετά όμοια με τα αγγλικά. Δηλώνει επίσης ότι ο ίδιος ξέρει ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί με τα Ενωχιανά σε αποκρυφιστικό και πρακτικό επίπεδο και διαφαίνεται ότι είναι πολύ λειτουργικά στην πρακτική της μαγείας.

Ο Κρόουλυ πίστευε ότι ήταν η μετενσάρκωση του Έντουαρντ Κέλλυ, και ίσως να μην ολοκλήρωσε το Τυπικό της Ενωχιανής Αποκάλυψης, αλλά ίσως να είχε καταφέρει να ανοίξει τις Πύλες των Παρατηρητήριων για λίγο. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι το έτος 1909 ήταν το κρίσιμο μεταίχμιο ύστερα από την επινόηση του Βιβλίου του Νόμου (Liber Al Vel Legis) το 1904.

Τα γεγονότα που ακολουθούν προκαλούν ισχυρισμούς ότι κάτι πίσω από τα τέσσερα Παρατηρητήρια εμφύσησε την ανθρωπότητα να αποκτήσει μια νέα ροπή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και το Ολοκαύτωμα (μια μαζική τελετουργική θυσία) του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η κατάρρευση των θρησκειών και η επικάλυψη των μυστηρίων από την επιστήμη, η αποσιώπηση των ηθών και η ανεξέλεγκτη βία …ίσως να είναι σημάδια ενός μικρού ρήγματος που προκλήθηκε από τον άνθρωπο, που αποπειράθηκε να ξεκλειδώσει τις Πύλες του Χάους… και ίσως τα γεγονότα να επαναλαμβάνονται.

Ο Κρόουλυ ισχυριζόταν πως ήταν η μετενσάρκωση του Κέλλυ. Αν αυτό είναι αλήθεια ο Κέλλυ ποιανού μετενσάρκωση ήταν; Τι απέγινε με τον δόκτορ Τζων Ντη; Ποιο είναι το επτασφράγιστο μυστικό των Ενωχιανών Πινάκων; Πέθανε άραγε ο Τζων Ντη; Ποιοί διαχειρίζονται σήμερα το έργο του άραγε; …

Nietzsche: Πώς μίλησε ο Ζαρατούστρα;

Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900

Ο Υπεράνθρωπος:

Πέραν της φθοράς και της παρακμής

§1

Η παρ-Ουσία του ανθρώπου θέτει πάντοτε όλο και νέα αιτήματα σκέψης και περίσκεψης. Γιατί; Επειδή τα συντρίμμια του πνευματικού του πολιτισμού του φράσσουν ανηλεώς τον δρόμο προς συν-εν-νόηση με το Είναι του Εαυτού και του Άλλου, δηλαδή προς την αυτοπραγμάτωση της ύπαρξής εντός του κόσμου τούτου. Παντού κυριαρχεί ακατανοησία, η οποία μάλιστα νομιμοποιείται θεσμικά, αλλά και ιδεολογικά, ως αυστηρή προσήλωση στο δικαστήριο της «Λογικής». Σε ένα τέτοιο δικαστήριο συνήθως αναζητούν εστία όλα τα θλιβερά και εξόχως υπηρετικά όντα κάθε θρασύδειλου εξουσιασμού. Γι’ αυτό και όποιος το αντιστρατεύεται, το πολεμά, είτε αυθαιρετεί, διαπράττει το ανεξιλέωτο προπατορικό αμάρτημα του «παραλογίζεσθαι» είτε είναι μηδενιστής. Ο Νίτσε ανήκει σε εκείνους τους φιλοσόφους που έχουν στρέψει όλο το βαρύ πυροβολικό της σκέψης τους ενάντια στο ως άνω δικαστήριο και έχουν χαρακτηριστεί ως μηδενιστές. Εν τέλει, τι επιδιώκει ο Νίτσε με τη φιλοσοφία του, όπως κυρίως αυτή συγκεφαλαιώνεται μέσα στο μέγιστο έργο του: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.

§2

Επιδιώκει την καθίδρυση του υπερανθρώπου, την εγκατάστασή του πάνω στη γη, μέσα στον κόσμο, ως ενός νέου τύπου ανθρώπου που μόνο του οδηγό θα έχει τη δύναμη της βούλησης. Η δύναμη τούτη συμπυκνώνει όλο το νόημα της ζωής και το διαθέτει στον άνθρωπο ως μια νέα δυνατότητα ελεύθερης βίωσης και υπέρβασης των δουλοπάροικων σχέσεων του δυτικού πολιτισμού. Με τη λέξη-έννοια «υπεράνθρωπος» ο Νίτσε δεν εννοεί κάποια ύπαρξη ή δύναμη που έρχεται έξω από το φυσικό σύμπαν του ανθρώπου για να εξουσιάσει κατά τη δική του βούληση τα ενδοκοσμικά του πράγματα, αλλά τον προ-φήτη, τον δημιουργό που εν-θαρρύνεται από τη βούληση για δύναμη για να κηρύξει την κατάφαση της ζωής. Η κήρυξη αυτή δεν είναι μια απλή γνωστοποίηση, διακήρυξη ή ακατάσχετη πολυλογία, όπως συμβαίνει με τις τρέχουσες πολιτικές και άλλες ιδεολογίες· δεν είναι καν ιδεολογία. Απεναντίας είναι ο πιο αρχέγονος αγώνας, ο «πόλεμος πατήρ πάντων» του Ηράκλειτου, που προβάλλει εμπρός μας και μας οικειώνει με εκείνη τη σκέψη, που δεν δύει ποτέ. Πρόκειται για τη σκέψη που δεν ορρωδεί μπροστά σε τίποτα.

§3

Γι’ αυτό και δύναται να στέλνει στη ζωή μας του δημιουργούς, όχι ως επιδρομείς σε αυτό που υπάρχει, αλλά ως αγωνιστές που διεξάγουν έναν αγώνα «ενάντια στην απόλυτη κυριαρχία του χάους» (Χάιντεγκερ). Όπου αυτός ο αγώνας δεν υπάρχει ή σταματά, ο κόσμος εκτρέπεται, μας λέει ο Χάιντεγκερ:

«όταν από ένα έθνος εξαφανίζονται οι δημιουργοί, όταν απλώς γίνονται ανεκτοί ως μια περιέργεια του περιθωρίου, ως διακοσμητικά στοιχεία, ως εκκεντρικοί ξένοι προς την πραγματική ζωή· όταν ο αυθεντικός αγώνας σταματά, ή μετατρέπεται σε απλή πολεμική, σε μηχανορραφίες και δολοπλοκίες του ανθρώπου με αυτό που υπάρχει, τότε η παρακμή έχει αρχίσει».

Ο Ζαρατούστρα του Νίτσε, στη συνάφεια τούτη, πραγματώνει την ιδέα της αιώνιας επιστροφής, έτσι ώστε ο ως άνω αγώνας να είναι σταθερά εγκατεστημένος στο κέντρο της ανθρώπινης ζωής και να εκτυλίσσεται εκάστοτε ως το αντίπαλο δέος, με συγκεκριμένη μορφή και όχι με ιδεολογικές-αλλοτριωτικές αφαιρέσεις, απέναντι στην ατέρμονη αθλιότητα των παρακμιακών δυνάμεων, που πάντα εμφανίζονται με τη μάσκα του «προοδευτικού!». Ο εν λόγω αγώνας, σύμφωνα με τον Νίτσε, γίνεται νικηφόρος, όταν είναι συμφιλιωμένος με τον πόνο. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναζητεί κανείς οπωσδήποτε τον πόνο ως τέτοιο, αλλά εκεί που τον συναντά –και τον συναντά ως βασική συνθήκη της ζωής του– να μην καταβάλλεται. Στο θεμέλιο του Ζαρατούστρα, εν τέλει, καθιδρύεται ο ανώτερος, ο ισχυρότερος τύπος του Είναι, κατά τον οποίο η αιώνια επιστροφή συντελείται, μεταξύ των άλλων, ως άνοιγμα της ψυχής έξω από τον εαυτό της, για να τον ξανασυναντήσει στον ίδιο κύκλο αλλά με πιο ισχυρή βούληση για δύναμη και βίωση.

§4

Ι. Το σπουδαίο έργο, καθοριστικό για τη συνολική δομή της νιτσεϊκής σκέψης, με τίτλο: Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος ξεκινά με έναν μακρύ πρόλογο που θέτει τη βάση για ολόκληρο το έργο. Τα κύρια θέματα της διδασκαλίας του Νίτσε εισάγονται σε μια σειρά από συνδεδεμένα δραματικά επεισόδια που απεικονίζουν το πεπρωμένο του Ζαρατούστρα ως προφήτη του θανάτου του Θεού και της έλευσης του υπερανθρώπου. Μια προσεκτική ανάλυση αυτού του προλόγου μας δίνει μια συνεκτική άποψη της εσωτερικής ενότητας όσων εμφανίζονται στη συνέχεια ως ασυνεχείς διαλογισμοί, αποκαλύψεις και ονειρικά γεγονότα. Είμαστε έτσι προετοιμασμένοι για τις επόμενες περιπέτειες στην προφητική σταδιοδρομία του Ζαρατούστρα, περιπέτειες που προκύπτουν από τις παρεξηγήσεις που γεννά η ίδια η επιτυχία του.

ΙΙ. Τον προφήτη τον συναντάμε για πρώτη φορά στα τριάντα του χρόνια: η εποχή του Χριστού ως αποστολή του εκπληρώνεται. Όμως ο Ζαρατούστρα δεν προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα στα τριάντα του χρόνια. Αντίθετα, ανεβαίνει στην κορυφή του βουνού για δέκα χρόνια επιπλέον ωρίμανσης. Το έργο ξεκινά ουσιαστικά όταν ο Ζαρατούστρα είναι σαράντα. Ως κλασικός μελετητής, ο Νίτσε θα ήξερε ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τα σαράντα ως την κορυφή της ανθρώπινης ζωής. Ο ελληνικός πολιτισμός, ο οποίος αναπαρίσταται λοξά στο εναρκτήριο απόσπασμα ως ήλιος ή Απόλλωνας, απαιτείται για να ξεπεραστεί η χριστιανική παρακμή.

ΙΙΙ. Ο Ζαρατούστρα ανεβαίνει στο βουνό για να προετοιμαστεί για την κάθοδό του. Ο δρόμος προς τα πάνω δεν είναι ο ίδιος με τον δρόμο προς τα κάτωꞏ κάποιος πρέπει να είναι διαφορετικός και πιο ώριμος για να κατέβει με επιτυχία. Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η κάθοδος του Ζαρατούστρα δεν θα είναι επιτυχής, με την προφανή έννοια ότι είναι πολύ νωρίς για να θριαμβεύσει η επανάσταση. Αλλά μπορεί να είναι επιτυχής στο έργο της εισαγωγής του επαναστατικού θεωρήματος: της έναρξης της διαδικασίας μέσω της οποίας επιταχύνεται η παρακμή. Στη συνέχεια, η ανάβαση από τα πεδινά στην κορυφή του βουνού είναι μια άνοδος «πέρα από το καλό και το κακό», αλλά όχι αδιάφορα αγνοώντας το καλό και το κακό. Είναι μια άνοδος πάνω από την ισοπέδωση, ή την ηθική της αγέλης, της σύγχρονης χριστιανικής Ευρώπης. Το επίπεδο έδαφος αντιπροσωπεύει τους ισοπεδωτές ή τους εξισωτικούς, αυτούς που αρνούνται ό,τι είναι ευγενές.

Αναξίμανδρος: Το γίγνεσθαι και το άπειρο

Αναξίμανδρος: περίπου 610/611-545 π.Χ.

Η γέννηση της φιλοσοφίας:

Το γίγνεσθαι και το άπειρο

§1

Ι. Η επι-στροφή στους Προ-σωκρατικούς στοχαστές αποτελεί, για τους κορυφαίους φιλοσόφους των καιρών μας, όπως ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ, μια στροφή στην αρχέγονη βάση της σύγχρονης σκέψης και επ’ ουδενί μια πληκτική ιστοριογραφική αναδιήγηση παρελθοντικών ιδεών ή απόψεων. Γι’ αυτό και οι προαναφερθέντες Γερμανοί φιλόσοφοι, για να πάνε μπροστά, κάνουν ένα βήμα πίσω, προς τις απαρχές της φιλοσοφικής σκέψης, προς τους προσωκρατικούς, και στην περίπτωσή μας προς τον Αναξίμανδρο. Τούτο το κρίνουν αναγκαίο για να μετα-στοχαστούν πάνω στα αδιέξοδα του σήμερα και να δώσουν νέα πνοή, νέα δύναμη έμπνευσης στην αυθεντικότητα/αποτελεσματικότητα του σημερινού φιλοσοφείν, το οποίο ολοταχώς τείνει να εκφυλίζεται, κυρίως σε ακαδημαϊκό επίπεδο, σε γοερές κραυγές αποστεωμένων νεκροκεφαλών.

ΙΙ. Ποιος είναι ο Αναξίμανδρος; Είναι ένας από τους πρώτους θεμελιωτές του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστήμης. Ανήκει, ως γνωστόν, στον κύκλο των Μιλησίων φιλο-σόφων και λογίζεται μαθητής του Θαλή και διάδοχός του ως προς τη στοχαστική διερεύνηση της βαθύτερης αρχής ή ουσίας της υλικής πραγματικότητας. Ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά της πόλης του και κατόρθωσε να συνδυάσει στοχαστικό βλέμμα και σκεπτόμενη δράση. Είναι αλήθεια πως κατά την εποχή εκείνη η διάθεση για φιλοσοφικό στοχασμό προέκυπτε, ως επί το πλείστον, από υπαρκτές πρακτικές και υλικές ανάγκες. Είναι γνωστό εξάλλου πως οι μεγάλοι στοχαστές της αρχαϊκής περιόδου δεν ασχολούνταν απλώς με μια φιλοσοφική προβληματική, αποκομμένη από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητας, αλλά συνέδεαν αυτή την προβληματική και με την, έμμεσα ή άμεσα, ανάληψη των ευθυνών ή του ρόλου του νομοθέτη.

§2

Σύμφωνα με τον Νίτσε, η μορφή του Αναξίμανδρου ομιλεί προς εμάς τη γλώσσα της ευκρίνειας (Kritische Studienausgabe I, σ.817). Στη συνάφεια τούτη, η σκέψη του, αποφθεγματικά διατυπωμένη με έναν αστραφτερό λόγο, «αποτελεί ορόσημο στο μονοπάτι της ύψιστης σοφίας» (ό.π., σ. 818). Στα κύρια ενδιαφέροντά του συγκαταλεγόταν μια καθολική σύλληψη της φυσικής εξέλιξης του κόσμου. Προς αυτή την κατεύθυνση επιχείρησε να συλλέξει όλη τη διάσπαρτη εμπειρία της εποχής του και με το λεπτό φιλο-σοφικό του αισθητήριο να εξοικειώσει την πόλη με τον κόσμο της τάξης και της συγκεκριμένης εξήγησης ή κατανόησης των πραγμάτων. Στον τομέα των κοσμολογικών και ιστορικο-γεωγραφικών του μελετών και με βάση τα υλικά πρωτ-αρχικά στοιχεία, διατύπωσε την υπόθεση για την προέλευση της ζωής από το υλικό της περιβάλλον και εντός αυτού· στην αναλογία τούτη ασχολήθηκε και με τη δομή του σύμπαντος. Τούτο σημαίνει ότι δεν εκχωρεί στο θεϊκό στοιχείο κανένα υπέρ το φυσικό σύμπαν του ανθρώπου μετα-φυσικό πεδίο αυτόνομης δράσης. Έτσι, πέραν κάθε τελεολογίας και μετα-φυσικής περίσφιξης, καλλιεργεί έναν φιλο-σοφικό στοχασμό, που εισάγει, για πρώτη φορά, στην ιστορικότητα των ανθρώπων, την έννοια του απείρου ως υπο-κειμένου της αεί κινούμενης ζωής και φύσης. Αυτή η έννοια συνιστά την καθολική αρχή, στη βάση της οποίας εκτυλίσσεται οποιαδήποτε κίνηση προς τη σύλληψη «του αιώνιου, του άφθαρτου, του αγέννητου» (Νίτσε ό.π.). Είναι η ίδια αρχή με το Είναι του Χάιντεγκερ ή το Απόλυτο του Χέγκελ, ομόλογα βεβαίως αμφότερα ‒Είναι και Απόλυτο‒ προς την ιστορικότητα της εποχής τους.

§3 Ι. Κείμενο

«Ἀναξίμανδρος μὲν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. Λέγει δ’ αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον, ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν ... Δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλ’ ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως».

ΙΙ. Μετάφραση

«Ο Αναξίμανδρος, γιος του Πραξιάδη, από τη Μίλητο, που υπήρξε μαθητής και διάδοχος του Θαλή, είπε ότι αρχή και στοιχείο των όντων είναι το άπειρο, πρώτος εισάγοντας [στη φιλοσοφία] τον όρο αυτό: αρχή. Λέει λοιπόν ότι ετούτη δεν είναι ούτε το νερό ούτε κανένα άλλο από τα λεγόμενα «στοιχεία», αλλά κάποια άλλη άπειρη φύση [ή ουσία], από την οποία γεννιούνται όλοι οι ουρανοί και όλοι οι κόσμοι που βρίσκονται μέσα τους· ότι από εκείνα [τα στοιχεία] που γεννήθηκαν τα όντα, σ’ αυτά τα ίδια επιστρέφουν φθειρόμενα κατά φυσική αναγκαιότητα· γιατί αυτά τιμωρούνται και πληρώνουν κατ’ αμοιβαιότητα για την αδικία, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Αναξίμανδρος, παρατηρώντας τη μετατροπή των τεσσάρων στοιχείων από το ένα στο άλλο, κανένα απ’ αυτά δεν θεώρησε «υποκείμενο» των άλλων, αλλά κάποιο άλλο κοντά σ’ αυτά· έτσι θεωρεί πως η γένεση των όντων δεν προκύπτει από την αλλοίωση του πρωταρχικού στοιχείου, αλλά από τον αποχωρισμό [ή διαχωρισμό] των αντιθέτων, δυνάμει της αέναης κίνησής τους».

§4 Ερμηνεία-κατανόηση

1. Όλα τα πράγματα ανάγουν την αρχή της ύπαρξής τους στο άπειρο. Πώς νοείται η έννοια τούτη; Θεμελιωδώς συλλαμβάνεται ως μια απροσδιόριστη αρχή, την οποία ο φιλόσοφος περιγράφει, χωρίς να της δίνει κάποιο ορισμό, στο πλαίσιο της λειτουργικής της παρ-ουσίας και του αντίστοιχου ρόλου της μέσα στον υλικό κόσμο. Πέραν κάθε ταύτισής της με το μαθηματικό άπειρο τείνει να εκφράζει το απέραντο μέσα στο χώρο και του χώρου. Είναι δηλαδή εκείνη η υπόρρητη, εν πολλοίς, αρχή, η οποία μέσα στο αχανές του χώρου προορίζεται να διατηρεί την ισορροπία του. Υπόρρητη, όχι με κάποιο μετα-φυσικό νόημα, αλλά ως απέραντη μάζα, που δεν εμφανίζει κάποια εξωτερικά και οφθαλμοφανή όρια. Μόνο ένα τέτοιας σύλληψης άπειρο μας παρέχει τη δυνατότητα να παρακολουθούμε και να κατανοούμε την αέναη κίνηση των πραγμάτων, γενικώς την πορεία του γίγνεσθαι.

2. Η ως άνω απέραντη μάζα ή κάτι όμοιό της δεν είναι στατική/ή ούτε απλώς ένα μίγμα ή μια συσσώρευση στοιχείων παρά μια ενέργεια που εκτυλίσσεται μέσα στο χρόνο. Συνεπώς το άπειρο παραπέμπει σε μια άνευ ορίων ενεργοποίηση, κίνηση, γίγνεσθαι εντός του χρόνου. Ακριβώς επειδή το άπειρο έχει θέση, υπό την έννοια αυτή, μέσα στο χρόνο και δεν είναι άχρονο, καθίστανται δυνατές οι κοσμογονικές μεταβολές και αλλαγές. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, ετούτη η έννοια του απείρου δεν έχει μια ορισμένη ποιότητα μέσα στο χώρο και τον χρόνο, γιατί, αν είχε, δεν θα ήταν άπειρο, αλλά κάτι το περατό. Απ’ αυτή την άποψη παραμένει απροσδιόριστο κατά την ποιότητά του, άρα κάτι το ενιαίο, που υπό-κειται σε κάθε κίνηση, ενέργεια, αντίθεση και συνέχει τις αντίρροπες δυνάμεις, στοιχεία κ.λπ. μέσα στο χώρο και τον χρόνο.

3. Ο Αναξίμανδρος υποστηρίζει πως ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του κόσμου ή γενικότερα του σύμπαντος υπάρχει μια αντιθετική σχέση, μια αμοιβαία αντί-δραση. Αυτή-εδώ έχει τον χαρακτήρα ενός κοσμικού παίγνιου ανάμεσα στην αδικία και την αντίστοιχη αποζημίωση, ανταπόδοση αυτών των στοιχείων, του ενός προς το άλλο, για τη διαπραττόμενη αδικία, για κάποια αδικοπραξία τους. Με τούτο εννοεί, κατά πάσα πιθανότητα, πως εκείνο που γεννιέται αφαιρεί από αυτό, από το οποίο γεννιέται, π.χ. από το άπειρο, κάτι, το οποίο γυρίζει ξανά και πάλι σε αυτό μέσα από τη φθορά του, με το να φθείρεται. Αυτό που γεννιέται και εκείνο, από το οποίο γεννιέται αυτό, είναι οντότητες: πρόκειται για τα όντα, που γεννιούνται από τα στοιχεία και διαλύονται μέσα σε τούτα. Ετούτη η διάλυση συνιστά την ως άνω αποζημίωση, την επανόρθωση που αποδίδουν τα εν λόγω στοιχεία μεταξύ τους για κάποια αδικία που διέπραξαν.

4. Η ιδέα ή η θεωρία της αδικίας εκφράζει την αντιθετικότητα, την ανταγωνιστικότητα, ως σύμφυτο στοιχείο μιας οργανικής ολότητας. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ολότητας, η αδικία είναι παρ-ούσα ως εκείνη η δύναμη που υπαγορεύει τους όρους ή τις συνθήκες, δυνάμει των οποίων λαμβάνουν χώρα οι ποσοτικές αλλαγές και οι μετατοπίσεις των αντίθετων στοιχείων μέσα στο χώρο και στην καθορισμένη διάσταση του χρόνου. Τούτα τα στοιχεία βρίσκονται κυριολεκτικά σε μια άπαυτη και αναπόφευκτη κατάσταση πολέμου, όπου κατά την τάξη του χρόνου, με βάση δηλαδή τη διαταγή του, το ένα υπερισχύει του άλλου. Κατά την εξελισσόμενη όμως διαμάχη του κοσμικού σύμπαντος συμβαίνει, αυτό το στοιχείο που έχει νικηθεί και υποστεί την αδικία, να θριαμβεύει, κατά την τάξη πάντοτε του χρόνου και σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα του τελευταίου, να ανταποδίδει έτσι την αδικία που υπέστη, να παίρνει εκδίκηση και ως εκ τούτου να επανορθώνει. Ανάμεσα στα διάφορα αντιθετικά στοιχεία, κάθε απόπειρα για υπέρμετρη επικράτηση του ενός πάνω στο άλλο τιμωρείται. Εν τέλει, η ισορροπία όλων εξασφαλίζεται μέσα από την αέναη κίνησή τους.

5. Ο Χάιντεγκερ ερμηνεύει το ως άνω κείμενο του Αναξίμανδρου ως την μεγάλη απαρχή της δυτικής σκέψης, προτού ακόμα η τελευταία τούτη παγιδευτεί εντός των ορίων της δυναμικής ανάπτυξης της πλατωνικής και αριστοτελικής μεταφυσικής. Υπ’ αυτή την έννοια, κατά έναν εσχατολογικό τρόπο, η σκέψη του Αναξίμανδρου εκτοπίζει όλες τις μεταγενέστερες μεταφυσικές δεσμεύσεις σχετικά με την αρχή και το τέλος του πεπρωμένου-προορισμού της ιστορικότητας του Είναι. Τούτο σημαίνει πως απελευθερώνει δυνατότητες για μια άλλη πορεία αυτού του πεπρωμένου ή για ένα άλλο πεπρωμένο-προορισμό (Geschick) του Είναι (GA5, σ. 335). Το γίγνεσθαι, συνεχίζει ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος, συνυφαίνεται με το Είναι υπό την εξής έννοια: το πρώτο δεν είναι ένα Μηδέν, αλλά μέρος του Είναι, ανήκει στο Είναι: για να είναι κάτι, πρέπει να είναι σε κίνηση· τουτέστιν, γεννιέται και φθείρεται. Το Είναι, υπ’ αυτό το νόημα, φέρει και αποδίδει, εντυπώνει το γίγνεσθαι, κατά οντολογική-αντιστοιχία, μέσα στην ουσία (ό.π., σ. 343).

6. Σύμφωνα με τον Νίτσε, το γίγνεσθαι συνιστά μια χειραφέτηση από το αέναο Είναι, αλλά αξιόποινη: μια αδικία, που μπορεί να την ξεπληρώσει μόνο η φθορά. Τούτο με τη σειρά του σημαίνει πως το Είναι/ον δεν καταστρέφεται και έτσι, ως αληθές, δεν έχει συγκεκριμένες ιδιότητες, που θα το καθιστούσαν φθαρτό, αλλά παραμένει απροσδιόριστο και με τούτη την έννοια αέναο, αιώνιο. Το γεγονός ακριβώς ότι το Είναι/ον, κατ’ αυτό τον τρόπο, τίθεται πάνω από το γίγνεσθαι των ρευστών ιδιοτήτων διασφαλίζει τόσο την αιωνιότητα του ίδιου όσο και την ύπαρξη του γίγνεσθαι. Υπ’ αυτή την οπτική, αποφαίνεται ο Νίτσε, πως ο Αναξίμανδρος εξετάζει την προέλευση του κόσμου από τη σκοπιά περισσότερο του αρχέγονου ήθους, της ηθικής τάξης του κόσμου, όπως την υπαγορεύει η φύση ως Είναι, παρά από φυσιολογική σκοπιά (ό.π.).

Ο Αριστοτέλης και η ανδρεία ως πολιτική πράξη

Διερευνώντας την έννοια της ανδρείας, ως διαχείρισης του φόβου απέναντι στις καταστάσεις που τον προκαλούν, ο Αριστοτέλης θεωρεί απαραίτητο να ξεκαθαρίσει επακριβώς ποιες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες πράγματι καταδεικνύεται η ανδρεία και να τις διαχωρίσει από άλλες που από στρέβλωση (ή κεκτημένη ταχύτητα) ο περισσότερος κόσμος εκλαμβάνει (εσφαλμένα) ως ανδρεία: «Άραγε, αν κάποιος φοβάται μήπως χάσει την περιουσία του είναι δειλός, ενώ όποιος επ’ αυτού έχει θάρρος είναι ανδρείος; Μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ομοίως, αν κάποιος φοβάται την αρρώστια ή κάποιος άλλος την αντιμετωπίζει με θάρρος, ούτε δειλό πρέπει να πούμε τον πρώτο ούτε ανδρείο το δεύτερο. Συμπέρασμα: δεν είναι αυτού του είδους οι περιπτώσεις φόβου και θάρρους που έχουν να κάνουν με την ανδρεία» (1190b 20.1).

Οι λόγοι που η καταπολέμηση του φόβου είτε για τη στέρηση της περιουσίας είτε για την αρρώστια δεν καταδεικνύουν τον αληθινά ανδρείο δεν ξεκαθαρίζονται από τον Αριστοτέλη. Αυτό που τονίζεται είναι ότι η αναζήτηση της ανδρείας πρέπει να οριοθετηθεί αυστηρά μέσα στα ανθρώπινα μέτρα κι ότι οι περιπτώσεις που τα ξεπερνούν δεν ενδείκνυνται για εξαγωγή συμπερασμάτων περί γενναίας ή δειλής πράξης: «Επίσης –και είναι βέβαιο αυτό– ούτε οι ακόλουθες περιπτώσεις έχουν να κάνουν με την ανδρεία: αν κάποιος δε φοβάται τις βροντές ή τις αστραπές ή οτιδήποτε τρομακτικό ξεπερνάει τον άνθρωπο, αυτός δεν είναι ανδρείος αλλά τρόπον τινά τρελός. Άρα, η ανδρεία έχει να κάνει με τις περιπτώσεις φόβου και θάρρους που ορίζονται στα ανθρώπινα μέτρα» (1190b 20.2).

Το ότι η ανδρεία τοποθετείται μέσα στα ανθρώπινα μέτρα δεν αφορά μόνο την πάγια ανθρωποκεντρική προσέγγιση του Αριστοτέλη σε όλα τα ζητήματα της ηθικής φιλοσοφίας (φιλοσοφία που δεν αφορά τους ανθρώπους δεν υπάρχει – κι αν υπάρχει κρίνεται αδιάφορη), αλλά και την κατάδειξη του φόβου, ως αισθήματος απολύτως φυσιολογικού, αλληλένδετου με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ως ένα βαθμό ο φόβος είναι θεμιτός, αφού μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά διασφαλίζοντας τη ζωή (ή τη σωματική ακεραιότητα) από κινδύνους.

Ο φόβος είναι ταυτισμένος με την αυτοσυντήρηση ως αμυντικός μηχανισμός σε καταστάσεις απειλητικές. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει άνθρωπος που δε νιώθει φόβο. Η έννοια του ατρόμητου αντίκειται στην ανθρώπινη φύση κι ένας τέτοιος άνθρωπος –κατά τον Αριστοτέλη– δεν είναι άνθρωπος.

Η ανδρεία, ως ανθρώπινη αρετή, δεν αφορά την εκμηδένιση του φόβου, αλλά την ψυχική δύναμη του μετριασμού του σε καταστάσεις που τον προκαλούν. Ο ανδρείος είναι ο εκφραστής του μέσου, καθώς μπορεί να ελέγχει το φόβο προβαίνοντας σε ενάρετες πράξεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι επιθυμεί ή –πολύ περισσότερο– προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις από αγάπη για τον κίνδυνο. Ανδρείος είναι αυτός που μπαίνει στη φωτιά για να σώσει έναν συνάνθρωπό του κι όχι αυτός που ορμάει στις φλόγες χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, μόνο και μόνο για τη χαρά του κινδύνου ή της επίδειξης προς τους άλλους.

Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν αποτελεί δείγμα δειλίας ή θάρρους ο φόβος των ανθρώπων απέναντι στην αρρώστια ή τη στέρηση της περιουσίας. Είναι εύλογο να νιώσει κανείς φόβο σε αυτές τις περιστάσεις. Αυτός που θα ισχυριστεί ότι δεν τρομάζει, ουσιαστικά προτάσσει ως πρότυπο την αφοβία, δηλαδή την υπερβολή που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα.

Το ζήτημα είναι πώς θα ενεργήσει κανείς. Ο πραγματικά ανδρείος θα καταφέρει να επιβληθεί στο φόβο αντιμετωπίζοντας με αξιοπρέπεια όλες τις καταστάσεις, ενώ ο δειλός θα παρασυρθεί σε συμπεριφορές που θα τον καταστήσουν αξιολύπητο.

Κι αν πρόκειται για το ζήτημα της περιουσίας, ενδεχομένως ο δειλός να προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Ίσως, αν του δοθεί η ευκαιρία, να ενδώσει ακόμη και σε πράξεις επαίσχυντες. Να γίνει συνεργός σε εγκλήματα ή να συνδράμει τυράννους. Να αγνοήσει όλες τις επιταγές της αρετής επικαλούμενος τις κοινωνικές συνθήκες ή το πνεύμα των καιρών. Να προβεί σε ενέργειες που θα βλάψουν την κοινωνία ή το πολίτευμα υποκύπτοντας στις επιθυμίες των ισχυρών μόνο και μόνο για να μη χάσει αυτά που έχει.

Η ανδρεία, ως στάση αξιοπρέπειας κι όχι ως αφοβία, παίρνει ξεκάθαρα πολιτικές διαστάσεις, αφού μόνο ο ανδρείος είναι σε θέση να σταθεί στο ύψος τέτοιων περιστάσεων για χάρη του συνόλου της πόλης. Η πόλη που αποτελείται από τέτοιους πολίτες δεν έχει να φοβηθεί και πολλά. Κι αυτό γιατί έχει πολίτες που δαμάζουν το φόβο, όποτε αυτό χρειαστεί.

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του ανδρείου ο Αριστοτέλης θα παραθέσει ότι είναι αδύνατο να θεωρηθεί ανδρείος εκείνος που βασίζει το θάρρος στην εμπειρία του: «Κατ’ αρχήν κάποιοι είναι ανδρείοι λόγω εμπειρίας, π.χ. οι στρατιώτες· διότι οι στρατιώτες γνωρίζουν εμπειρικά ότι σε συγκεκριμένο σημείο ή σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε συγκεκριμένες συνθήκες αποκλείεται να πάθουν οτιδήποτε. Ένας όμως που τα γνωρίζει αυτά και ως εκ τούτου περιμένει άφοβα τους εχθρούς, αυτός δε θεωρείται ανδρείος· διότι σε περίπτωση που δεν υφίστανται οι εγγυήσεις ασφαλείας, αυτός δε θα περιμένει άφοβα τον εχθρό. Με το σκεπτικό αυτό, δεν πρέπει να ονομάζονται ανδρείοι οι βασιζόμενοι στην εμπειρία τους» (1190b 20.3-20.4).

Με δεδομένο ότι η εμπειρία εξασφαλίζει την ασφάλεια, ο εξ εμπειρίας ανδρείος δεν είναι παρά ο εκ του ασφαλούς ανδρείος, δηλαδή ο ανδρείος που εν τέλει δε διακινδυνεύει τίποτε. Η ανδρεία αυτού του είδους, όμως, δεν αφορά τη γενναιότητα της ψυχής, αλλά τη βεβαιότητα της γνώσης, γεγονός που αναιρεί την ίδια την έννοιά της. Σε τελική ανάλυση, ανδρεία χωρίς κίνδυνο δεν υφίσταται.

Κατόπιν αυτών είναι σαφές ότι η αντίληψη του Σωκράτη για την ανδρεία είναι λανθασμένη: «Και βέβαια, ούτε ο Σωκράτης είχε δίκιο που έλεγε ότι η ανδρεία είναι επιστήμη. Διότι η επιστήμη γίνεται επιστήμη μέσω της εμπειρικής γνώσης επαναλαμβανόμενων περιπτώσεων· αλλά αυτούς που περιμένουν άφοβα τον εχθρό βασισμένοι στην εμπειρία τους δεν τους θεωρούμε ανδρείους ούτε και πρόκειται ποτέ να τους αποκαλέσει κανείς έτσι. Άρα η ανδρεία δεν μπορεί να είναι επιστήμη» (1190b 20.4).

Όσο για την περίπτωση του έμπειρου στα πολεμικά, ο οποίος εκ του ασφαλούς προκαλεί τους άλλους γνωρίζοντας εκ των προτέρων την υπεροχή του, όχι μόνο δεν είναι ανδρείος, αλλά εκπροσωπεί την απεχθή κατηγορία των ανθρώπων του θράσους, που παρασταίνουν τους ανδρείους μόνο εκεί που ξέρουν ότι μπορούν. Κατά κανόνα αυτού του είδους οι άνθρωποι, όταν αντιλαμβάνονται ότι μειονεκτούν, γίνονται ιδιαίτερα φιλικοί. Η θρασύτητα που επιδεικνύουν πηγάζει από τη δειλία που θέλουν να συγκαλύψουν. Ο όρος θρασύδειλος είναι εξόχως ενδεικτικός.

Ο θρασύδειλος κινείται ανάμεσα στη σκληρότητα και την υποτακτικότητα, ανάλογα με τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Οι ανθρώπινες σχέσεις υφίστανται γι’ αυτόν μόνο μέσα από το πλέγμα της λανθάνουσας εξουσίας. Με προθυμία μπορεί να υπηρετήσει ανθρώπους πιο ισχυρούς δυναστεύοντας αυτούς που θεωρεί αδύναμους.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν εύκολα να γίνουν υποχείρια του τυράννου, όχι όμως τύραννοι οι ίδιοι. Δεν έχουν την αυτοπεποίθηση για κάτι τέτοιο. Χρειάζονται κάποιον που θεωρούν ανώτερο για να νιώθουν ασφάλεια. Η πόλη που εκτρέφει τέτοιους πολίτες βρίσκεται σε κίνδυνο. Οποιαδήποτε πολιτική αστάθεια μπορεί να τους δώσει ρόλο. Να τους ενεργοποιήσει. Τα πολιτεύματα που τους δίνουν πεδίο δράσης είναι από θέση αρχής στρεβλά. Σε περιόδους πολιτικής σταθερότητας, που είναι αχρείαστοι, αρκούνται στο ρόλο του νταή της γειτονιάς.

Όμως, αποδεχόμενοι ότι η ασφάλεια της εμπειρίας δεν αναδεικνύει τον ανδρείο, με τον ίδιο τρόπο γίνεται σαφές ότι ο ανδρείος δε σχετίζεται με την απειρία που σηματοδοτεί την άγνοια του κινδύνου: «Κάποιοι φαίνονται άντρες, και η αιτία τούτου είναι η αντίθετη από αυτήν εμπειρία· διότι όσοι δεν έχουν πείρα για το τι μπορεί να τους συμβεί, φαίνονται άφοβοι ακριβώς λόγω της απειρίας τους. Φυσικά, ούτε αυτούς πρέπει να τους λέμε ανδρείους» (1190b 20.5).

Η ανδρεία δεν μπορεί παρά να πηγάζει από τη συνείδηση. Η άγνοια δε γεννά την ανδρεία αλλά τη μωρία, αφού ένα μωρό επιδίδεται σε ριψοκίνδυνα πράγματα ακριβώς επειδή δεν το γνωρίζει. Η συνείδηση επισφραγίζει την επίγνωση και η επίγνωση θα καταδείξει τον ανδρείο, δηλαδή εκείνον που θα νιώσει το φόβο και θα καταφέρει να τον υποτάξει ακολουθώντας αυτά που ορίζει η αρετή.

Για τον Αριστοτέλη ανδρείοι δεν μπορούν να ονομαστούν ούτε οι ερωτευμένοι ούτε οι δέσμιοι κάποιου πάθους που τους οδηγεί δε γενναίες συμπεριφορές: «Θωρούνται, τώρα, κάποιοι άλλοι ανδρείοι λόγω των παθών· παράδειγμα, οι ερωτευμένοι ή οι θεόληπτοι. Και βέβαια, ούτε για τούτους πρέπει να λέμε ότι είναι ανδρείοι· ο λόγος: αν πάψει να υφίσταται το πάθος τους, παύουν να είναι ανδρείοι· αλλά ο ανδρείος οφείλει πάντοτε να είναι ανδρείος. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί κανείς να πει και τα θηρία, π.χ. τα αγριογούρουνα, ανδρεία, όταν αυτά αμύνονται πληγωμένα και πονεμένα. Έτσι και όποιος λόγω του πάθους του φαίνεται άντρας, δεν είναι και ανδρείος» (1190b 20.6 και 1191a 20.6-7).

Με τον ίδιο τρόπο δεν είναι ανδρείος αυτός που επιδίδεται σε ανδρείες ενέργειες επιδιώκοντας την κοινωνική αποδοχή: «Άλλη περίπτωση: υπάρχει μια μορφή ανδρείας θεωρούμενη κοινωνική ανδρεία· παράδειγμα: αν κάποιος, από ντροπή για τους συμπολίτες του, υπομένει τους κινδύνους και φαίνεται πως είναι ανδρείος. Ιδού μια μαρτυρία: ο Όμηρος έβαλε τον Έκτορα να λέει: “πρώτος –το ξέρω– ο Πολυδάμαντας θα βγει να με ντροπιάσει” και γι’ αυτό νομίζει ότι πρέπει να πολεμήσει. Ούτε και σε τούτη την περίπτωση είναι σωστό να μιλήσουμε για ανδρεία. Και η εξήγηση που το αποκλείει θα είναι ακριβώς η ίδια που ήταν και στις προηγούμενες περιπτώσεις: αν κάτι υπήρχε σε έναν άνθρωπο, και με την απουσία του αναιρείται και η ανδρεία αυτού του ανθρώπου, τότε δεν μπορεί αυτός να θεωρηθεί ανδρείος. Έτσι και αφαιρέσω την ντροπή που τον έκανε ανδρείο, θα πάψει να είναι ανδρείος» (1191a 20.8).

Η ανδρεία είναι αδύνατο να υποκινείται από παράγοντες εξωτερικούς, αλλά υφίσταται μονάχα ως δύναμη που πηγάζει μέσα από την ψυχή και που ενεργοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις με τρόπο σταθερό και αμετάβλητο. Οι εξωτερικοί παράγοντες επιφέρουν ανδρείες συμπεριφορές παροδικού (ίσως και στιγμιαίου) χαρακτήρα, που διαρκούν όσο και τα ερεθίσματα που τις εμπνέουν. Η ανδρεία, ως αρετή που επισφραγίζεται από τη μεσότητα απέναντι στους κινδύνους είναι αδύνατο να οριστεί ως κάτι παροδικό, κάτι που έρχεται και παρέρχεται. Η ανδρεία επέρχεται από τον εθισμό που ολοκληρώνεται μονάχα όταν συνδεθεί με τα συναισθήματα.

Με άλλα λόγια, ο ανδρείος συμπεριφέρεται ανδρεία όχι για να μην κατηγορηθεί από τους άλλους ούτε για να προστατεύσει το πρόσωπο που έχει ερωτευτεί, αλλά γιατί μόνο έτσι αντλεί χαρά ο ίδιος. Γι’ αυτό ο ανδρείος συμπεριφέρεται με γενναιότητα σε όλες τις περιπτώσεις. Γιατί αδυνατεί να πράξει διαφορετικά, καθώς η πράξη δειλίας θα αποτελεί ματαίωση του εαυτού του.

Ο Αριστοτέλης συνοψίζει: «πρέπει να ψάξουμε ποια είναι η ιδιότητα του ανδρείου, ποιος είναι πράγματι ο ανδρείος. Για να το πούμε με ένα λόγο: αυτός που αποδεικνύεται ανδρείος, όχι όμως επειδή ισχύει κάποιος από τους προαναφερθέντες λόγους, αλλά επειδή ο ίδιος πιστεύει ότι το να είναι ανδρείος συνιστά κάτι καλό, και αποδεικνύεται κάθε φορά ανδρείος, είτε υπάρχει κάποιος που τον βλέπει είτε όχι» (1191a 20.10).

Ασφαλώς, το ότι η ανδρεία δεν πρέπει να ταυτίζεται με το πάθος του έρωτα ή οποιουδήποτε άλλου εξωτερικού παράγοντα που εγείρει πάθη κινητοποιώντας την ψυχή δε σημαίνει ότι πρέπει να εκληφθεί ως αρετή αποκομμένη από το πάθος ή την ορμή της ψυχής η οποία ενεργεί. Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Οπωσδήποτε, δεν μπορεί κάποιος να αναπτύξει την αρετή της ανδρείας χωρίς ταυτόχρονα να βιώνει σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό ένα πάθος ή μια ορμή. Αλλά η ορμή αυτή πρέπει να προκύπτει έλλογη αποβλέποντας στο καλό» (1191a 20.10).

Με άλλα λόγια, το πάθος που επιφέρει την ανδρεία οφείλει να εδράζεται στη λογική και τη γενικότερη επιθυμία της επίτευξης του καλού. Τα πάθη που οδηγούν σε παράτολμες πράξεις χωρίς τη συνδρομή της λογικής αποτελούν παρόρμηση κι όχι συνειδητή πράξη. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούν να εκληφθούν ως πραγμάτωση της ανδρείας: «… αυτός που έχει την έλλογη ορμή και με αυτήν, για χάρη του καλού ρίχνεται στον κίνδυνο χωρίς να φοβάται τίποτε, αυτός ακριβώς είναι ανδρείος, και η ανδρεία με τέτοιες περιπτώσεις έχει να κάνει» (1191a 20.10).

Κι αμέσως ο Αριστοτέλης αισθάνεται ότι η φράση «χωρίς να φοβάται τίποτε» πρέπει να διευκρινιστεί: «Κι όταν λέμε “άφοβος” δεν εννοούμε την περίπτωση που συμπέσει να είναι ο ανδρείος γενικώς και απολύτως άφοβος. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι ανδρείος, ούτε και η ανδρεία σημαίνει “δε φοβάμαι τίποτα”· μ’ αυτή τη λογική, και η πέτρα και τα άλλα άψυχα θα ήταν όλα τους ανδρεία· ανδρείος δεν είναι αυτός που δεν έχει φόβο, αλλά αυτός που αντέχει το φόβο· γιατί το αντίθετο, να δέχεται δηλαδή τον κίνδυνο χωρίς να φοβάται, δεν είναι του ανδρείου» (1191a 20.11).

Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική διάσταση της ανδρείας που τίθεται πάντα στην υπηρεσία του καλού με βάση τη μεσότητα που ορίζεται από τη λογική. Ο πολίτης που εκπληρώνει την αρετή της ανδρείας, όπως ο Αριστοτέλης την εννοεί, δεν μπορεί παρά να υπηρετεί το σύνολο της πόλης αγωνιζόμενος για την ευημερία της. Η πόλη που έχει στους κόλπους της τέτοιους πολίτες δεν έχει να φοβάται ούτε τυράννους ούτε εξωτερικούς εχθρούς. Η δυνατότητα του πολίτη να εντοπίζει επακριβώς το σημείο της ανδρείας διαχωρίζοντάς το από τη θρασύτητα δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει τη φρόνηση. Ο άφρων δεν μπορεί να είναι ανδρείος.

Η φρόνηση που θα επιδείξει το σθένος της ψυχής απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να απειλήσει την πόλη είναι η πολιτική πράξη του ενάρετου ανθρώπου που αντιλαμβάνεται ότι η προσωπική του ευτυχία είναι συνυφασμένη με εκείνη των συμπολιτών του. Τελικά, η ανδρεία δεν μπορεί παρά να τεθεί στην υπηρεσία της συνύπαρξης. Η ανδρεία που υπονομεύει τη συνύπαρξη δεν είναι ανδρεία. Είναι θράσος. Η σύγχυση των εννοιών είναι το παιχνίδι του θρασύ που θέλει να παραστήσει το γενναίο. Κι όταν στην πόλη το πρότυπο του θράσους περνιέται για ανδρεία, τότε και οι σχέσεις των ανθρώπων γίνονται ανάλογες.

Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπλήρωμα του Αριστοτέλη: «Και ακόμη, η ανδρεία έχει να κάνει με τη χρονική στιγμή: δε συνδέεται η οποιαδήποτε χρονική στιγμή με την ανδρεία, παρά μόνο οι φόβοι και οι κίνδυνοι οι χρονικά κοντινοί· διότι αν κάποιος φαίνεται άφοβος για έναν κίνδυνο που θα συστήσει απειλή ύστερα από δέκα χρόνια, δεν έχει ακόμα κερδίσει το χαρακτηρισμό του ανδρείου· με άλλα λόγια, πολλοί είναι αυτοί που δείχνουν θαρραλέοι απέναντι σε ένα κίνδυνο μακρινό, όμως όταν έρθουν κοντά σ’ αυτόν πεθαίνουν από φόβο» (1191a 20.12).

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΞΕΝ Απολ 1–9

Η αδιαφορία του Σωκράτη για την προετοιμασία της απολογίας του

Το έργο ανήκει στη μακρά παράδοση των συγγραμμάτων που αφορούν τη δίκη και την καταδικαστική απόφαση εναντίον του Σωκράτη (399 π.Χ.).
ΔΕΣ: Απολογία Σωκράτους (Πλάτων)

[1] Σωκράτους δὲ ἄξιόν μοι δοκεῖ εἶναι μεμνῆσθαι καὶ ὡς
ἐπειδὴ ἐκλήθη εἰς τὴν δίκην ἐβουλεύσατο περί τε τῆς
ἀπολογίας καὶ τῆς τελευτῆς τοῦ βίου. γεγράφασι μὲν οὖν
περὶ τούτου καὶ ἄλλοι καὶ πάντες ἔτυχον τῆς μεγαληγορίας
αὐτοῦ· ᾧ καὶ δῆλον ὅτι τῷ ὄντι οὕτως ἐρρήθη ὑπὸ Σωκρά-
τους. ἀλλ’ ὅτι ἤδη ἑαυτῷ ἡγεῖτο αἱρετώτερον εἶναι τοῦ βίου
θάνατον, τοῦτο οὐ διεσαφήνισαν· ὥστε ἀφρονεστέρα αὐτοῦ
φαίνεται εἶναι ἡ μεγαληγορία. [2] Ἑρμογένης μέντοι ὁ Ἱππο-
νίκου ἑταῖρός τε ἦν αὐτῷ καὶ ἐξήγγειλε περὶ αὐτοῦ τοιαῦτα
ὥστε πρέπουσαν φαίνεσθαι τὴν μεγαληγορίαν αὐτοῦ τῇ
διανοίᾳ. ἐκεῖνος γὰρ ἔφη ὁρῶν αὐτὸν περὶ πάντων μᾶλλον
διαλεγόμενον ἢ περὶ τῆς δίκης εἰπεῖν· [3] Οὐκ ἐχρῆν μέντοι
σκοπεῖν, ὦ Σώκρατες, καὶ ὅ τι ἀπολογήσῃ; τὸν δὲ τὸ μὲν
πρῶτον ἀποκρίνασθαι· Οὐ γὰρ δοκῶ σοι ἀπολογεῖσθαι
μελετῶν διαβεβιωκέναι; ἐπεὶ δ’ αὐτὸν ἐρέσθαι· Πῶς; Ὅτι
οὐδὲν ἄδικον διαγεγένημαι ποιῶν· ἥνπερ νομίζω μελέτην εἶναι
καλλίστην ἀπολογίας. [4] ἐπεὶ δὲ αὐτὸν πάλιν λέγειν· Οὐχ ὁρᾷς
τὰ Ἀθηναίων δικαστήρια ὡς πολλάκις μὲν οὐδὲν ἀδικοῦντας
λόγῳ παραχθέντες ἀπέκτειναν, πολλάκις δὲ ἀδικοῦντας ἢ ἐκ
τοῦ λόγου οἰκτίσαντες ἢ ἐπιχαρίτως εἰπόντας ἀπέλυσαν;
Ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία, φάναι αὐτόν, καὶ δὶς ἤδη ἐπιχειρήσαντός
μου σκοπεῖν περὶ τῆς ἀπολογίας ἐναντιοῦταί μοι τὸ δαιμόνιον.
[5] ὡς δὲ αὐτὸν εἰπεῖν· Θαυμαστὰ λέγεις, τὸν δ’ αὖ ἀποκρί-
νασθαι· Ἦ θαυμαστὸν νομίζεις εἰ καὶ τῷ θεῷ δοκεῖ ἐμὲ
βέλτιον εἶναι ἤδη τελευτᾶν; οὐκ οἶσθα ὅτι μέχρι μὲν τοῦδε
οὐδενὶ ἀνθρώπων ὑφείμην <ἂν> βέλτιον ἐμοῦ βεβιωκέναι;
ὅπερ γὰρ ἥδιστόν ἐστιν, ᾔδειν ὁσίως μοι καὶ δικαίως ἅπαντα
τὸν βίον βεβιωμένον· ὥστε ἰσχυρῶς ἀγάμενος ἐμαυτὸν ταὐτὰ
ηὕρισκον καὶ τοὺς ἐμοὶ συγγιγνομένους γιγνώσκοντας περὶ
ἐμοῦ. [6] νῦν δὲ εἰ ἔτι προβήσεται ἡ ἡλικία, οἶδ’ ὅτι ἀνάγκη
ἔσται τὰ τοῦ γήρως ἐπιτελεῖσθαι καὶ ὁρᾶν τε χεῖρον καὶ
ἀκούειν ἧττον καὶ δυσμαθέστερον εἶναι καὶ ὧν ἔμαθον
ἐπιλησμονέστερον. ἂν δὲ αἰσθάνωμαι χείρων γιγνόμενος
καὶ καταμέμφωμαι ἐμαυτόν, πῶς ἄν, εἰπεῖν, ἐγὼ ἔτι ἂν
ἡδέως βιοτεύοιμι; [7] ἴσως δέ τοι, φάναι αὐτόν, καὶ ὁ θεὸς δι’
εὐμένειαν προξενεῖ μοι οὐ μόνον τὸ ἐν καιρῷ τῆς ἡλικίας
καταλῦσαι τὸν βίον, ἀλλὰ καὶ τὸ ᾗ ῥᾷστα. ἂν γὰρ νῦν
κατακριθῇ μου, δῆλον ὅτι ἐξέσται μοι τῇ τελευτῇ χρῆσθαι
ἣ ῥᾴστη μὲν ὑπὸ τῶν τούτου ἐπιμεληθέντων κέκριται, ἀπρα-
γμονεστάτη δὲ τοῖς φίλοις, πλεῖστον δὲ πόθον ἐμποιοῦσα τῶν
τελευτώντων. ὅταν γὰρ ἄσχημον μὲν μηδὲν μηδὲ δυσχερὲς
ἐν ταῖς γνώμαις τῶν παρόντων καταλείπηταί <τις,> ὑγιὲς δὲ
τὸ σῶμα ἔχων καὶ τὴν ψυχὴν δυναμένην φιλοφρονεῖσθαι
ἀπομαραίνηται, πῶς οὐκ ἀνάγκη τοῦτον ποθεινὸν εἶναι;
[8] ὀρθῶς δὲ οἱ θεοὶ τότε μου ἠναντιοῦντο, φάναι αὐτόν, τῇ
τοῦ λόγου ἐπισκέψει ὅτε ἐδόκει ἡμῖν ζητητέα εἶναι ἐκ παντὸς
τρόπου τὰ ἀποφευκτικά. εἰ γὰρ τοῦτο διεπραξάμην, δῆλον
ὅτι ἡτοιμασάμην ἂν ἀντὶ τοῦ ἤδη λῆξαι τοῦ βίου ἢ νόσοις
ἀλγυνόμενος τελευτῆσαι ἢ γήρᾳ, εἰς ὃ πάντα τὰ χαλεπὰ
συρρεῖ καὶ μάλα ἔρημα τῶν εὐφροσυνῶν. [9] μὰ Δί’, εἰπεῖν
αὐτόν, ὦ Ἑρμόγενες, ἐγὼ ταῦτα οὐδὲ προθυμήσομαι, ἀλλ’
ὅσων νομίζω τετυχηκέναι καλῶν καὶ παρὰ θεῶν καὶ παρ’
ἀνθρώπων, καὶ ἣν ἐγὼ δόξαν ἔχω περὶ ἐμαυτοῦ, ταύτην
ἀναφαίνων εἰ βαρυνῶ τοὺς δικαστάς, αἱρήσομαι τελευτᾶν
μᾶλλον ἢ ἀνελευθέρως τὸ ζῆν ἔτι προσαιτῶν κερδᾶναι τὸν
πολὺ χείρω βίον ἀντὶ θανάτου.

***
Νομίζω ότι αξίζει να μνημονεύσουμε τη στάση πού αποφάσισε να τηρήσει ο Σωκράτης, όταν παραπέμφθηκε σε δίκη, τόσο σχετικά με την απολογία όσο και με το θάνατο του. Και άλλοι βέβαια έχουν γράψει για το ζήτημα αυτό και όλοι έχουν αποδώσει τη μεγαληγορία του· πράγμα που φανερώνει ότι όντως έτσι μίλησε ο Σωκράτης. Aλλά ότι θεωρούσε προτιμότερο το θάνατο από τη ζωή του, αυτό δεν το διευκρίνισαν, με αποτέλεσμα η μεγαληγορία του να φαίνεται κάπως αστόχαστη. Ο Ερμογένης όμως του Ίππονίκου, ένας από τους φίλους του, μας έχει δώσει γι' αυτόν τέτοιες πληροφορίες, ώστε ή μεγαληγορία του να φαίνεται σύμφωνη με τη σκέψη του. Καθώς τον έβλεπε, λέει, να μιλάει για τα πάντα έκτος από τη δίκη του, «Σωκράτη», του είπε, «δεν έπρεπε άραγε να σκεφτείς και τι θα πεις στην απολογία σου;» Κι εκείνος αποκρίθηκε πρώτα «Δεν νομίζεις λοιπόν ότι έχω περάσει όλη τη ζωή μου μελετώντας την απολογία μου;» Κι όταν ο Ερμογένης τον ρώτησε «Πώς αυτό;» «Επειδή», απάντησε, «στη ζωή μου όλη δεν έχω κάμει κανένα άδικο· κι αυτό νομίζω ότι είναι η καλύτερη μελέτη απολογίας». Κι όταν εκείνος ξαναπήρε το λόγο για να του πει «Δεν βλέπεις ότι τα αθηναϊκά δικαστήρια πολλές φορές έχουν θανατώσει αθώους, παραπλανημένα από τα λόγια τους, ενώ πολλές φορές έχουν απαλλάξει ενόχους είτε επειδή τα λόγια τους τους κίνησαν τον οίκτο είτε επειδή τους γοήτευσαν;» «Και βέβαια το βλέπω», είπε εκείνος, «και δυο φορές ήδη επιχείρησα να σκεφτώ την απολογία μου, αλλά το δαιμόνιο μου εναντιώνεται». Κι όταν αυτός είπε «παράξενα είναι τα λόγια σου», ο Σωκράτης αποκρίθηκε «νομίζεις τάχα παράξενο που και ο θεός ακόμα θεωρεί ότι είναι προτιμότερο να πεθάνω τώρα; Δεν ξέρεις ότι ως σήμερα δεν έχω παραχωρήσει σε κανέναν το προνόμιο να έχει ζήσει καλύτερα από μένα; Και το πιο ευχάριστο, ήξερα ότι έχω ζήσει ολόκληρη τη ζωή μου με ευσέβεια και δικαιοσύνη· καμάρωνα λοιπόν τον εαυτό μου και έβρισκα ότι και οι σύντροφοι μου είχαν την ίδια γνώμη για μένα. Άλλα τώρα, αν προχωρήσω ακόμα σε ηλικία, ξέρω ότι κατ' ανάγκην θα υποστώ τα επακόλουθα των γηρατειών και θα βλέπω χειρότερα και θα ακούω λιγότερο και δυσκολότερα θα μαθαίνω και ευκολότερα θα ξεχνώ όσα έμαθα. Και αν αισθάνομαι ότι γίνομαι χειρότερος και ελεεινολογώ συνεχώς τον εαυτό μου, συνέχισε ο Σωκράτης, πως θα μπορώ πια να χαίρομαι τη ζωή μου; Ίσως μάλιστα, πρόσθεσε, ο θεός από ευμένεια φροντίζει να πεθάνω όχι μόνο στην κατάλληλη ηλικία, άλλα και με τον ευκολότερο δυνατό τρόπο. Γιατί αν τώρα καταδικαστώ, είναι φανερό ότι θα μου δοθεί ή δυνατότητα να λάβω το θάνατο που όχι μόνο έχει κριθεί από όσους έχουν ασχοληθεί με το θέμα ευκολότερος άλλα και στοιχίζει στους φίλους λιγότερες φροντίδες και μεγαλύτερο πόνο για το χαμό αυτών πού πεθαίνουν. Διότι, όταν κανείς δεν αφήνει τίποτε άσχημο ούτε δυσάρεστο στις σκέψεις των συντρόφων του και φεύγει από τη ζωή με το σώμα υγιές και την ψυχή γεμάτη φιλικά αισθήματα, πώς γίνεται να μην είναι οδυνηρή η στέρηση του; Σωστά λοιπόν, συνέχισε ο Σωκράτης, εναντιώνονταν οι θεοί στην προετοιμασία της απολογίας μου, τότε που πίστευα ότι έπρεπε να αναζητήσω με κάθε τρόπο τα μέσα για να αποφύγω την καταδίκη. Διότι αν το κατόρθωνα, είναι φανερό ότι θα ετοιμαζόμουν, αντί να τελειώσω τώρα αμέσως τη ζωή μου, να πεθάνω βασανιζόμενος ή από αρρώστιες ή από γηρατειά, πού είναι γεμάτα από όλα τα δυσάρεστα και δεν έχουν καμιά χαρά. Μα τον Δία, Ερμογένη, είπε, ποτέ δεν θα ευχόμουν στον εαυτό μου κάτι τέτοιο, αλλά όσα καλά πιστεύω πως μου χαρίστηκαν και από τους θεούς και από τους ανθρώπους καθώς και τη γνώμη που εγώ έχω για τον εαυτό μου, αυτά θα φανερώσω· κι αν με τον τρόπο αυτόν θα δυσαρεστήσω τους δικαστές, θα προτιμήσω μάλλον να πεθάνω παρά, ζητιανεύοντας δουλικά τη συνέχιση της ζωής, να κερδίσω, αντί για το θάνατο, μια ζωή πολύ χειρότερη του».