Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

Αιδώς & Πειθώ

 Αιδώς: Το σέβας των γενναίων ανθρώπων


Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την αιδώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη, είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός.

Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ντροπής την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σεβασμού και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις.

Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «αίθω», «καίω», είναι δηλαδή μια εσωτερική φλόγα που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα.

Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Κατά τον Αριστοτέλη η αιδώς δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη. Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί και ο Πλάτωνας στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους. Στον Πρωταγόρα αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την «ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν κι αφθονίαν δίκης».

Η Αιδώς λατρευόταν σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο.

Στον Όμηρο και τον Ησίοδο παρουσιάζεται ως Θεότητα. Ήταν μια από τις Ώρες και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία.

Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της. Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ’ εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα. Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη.

Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αιδώ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης.

Στην Ιλιάδα του Ομήρου συναντούμε τους ήρωες και των δύο στρατοπέδων, να κυριαρχείται η όλη τους μέριμνα από την αποφυγή της Ντροπής, να μην πράξουν κάτι για το οποίο θα ντρέπονται. «Γιατί τους κρατούσε η ντροπή και ο φόβος και φωνάζοντας ψύχωναν ο ένας τον άλλο, και προ παντός ο Νέστωρ ο Γερήνιος πάλι, ο φύλακας των Αχαιών… είπε: Φίλοι μου, φανείτε γενναίοι και ντραπείτε τους άλλους» (Ιλιάδα Ραψ. Ο. 657).

Σε άλλο σημείο της Ιλιάδας (Θ’ 146) ο Νέστωρ υποδεικνύει στον Διομήδη ν’ αποφύγει εκείνη τη στιγμή τον Έκτορα, γιατί όλα έδειχναν την θεϊκή υποστήριξη προς αυτόν και ο γενναίος Διομήδης μόνο στην ιδέα να χαρακτηρισθεί δειλός, τον λούζει ο κρύος ιδρώτας της Αιδούς! [Καλύτερα να με σκεπάσει η γη παρά να δώσω το δικαίωμα στον Έκτορα να πει πως τον φοβήθηκα κι έφυγα].

Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235): Αιδώς Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.

Ο Αίας ο Τελαμώνιος απευθυνόμενος στους Αχαιούς λέει: «Αγαπητοί μου, φανείτε άνδρες και βάλτε την ντροπή μέσα σας, κι ας ντρέπεστε ο ένας τον άλλον στις σκληρές μάχες. Και μεταξύ των ανδρών που νοιώθουν ντροπή, οι περισσότεροι είναι ζωντανοί παρά σκοτωμένοι, όταν όμως φεύγουν, ούτε δόξα ξεφυτρώνει γι’ αυτούς ούτε καμία προστασία».

Το αντίο του Έκτορα στην Ανδρομάχη

“Στην Ιλιάδα η Ανδρομάχη εμφανίζεται ψηλή, μελαχρινή, αυστηρή, τρυφερή μητέρα. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η συναντησή της με τον άνδρα της, παρουσία του παιδιού τους, καθώς ο αναγνώστης – ακροατής της ραψωδίας Ζ ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που το ζευγάρι και το παιδί συναντιούνται: ο Έκτορας θα πεθάνει σε λίγο, με την άλωση της Τροίας θα πεθάνει και ο τελευταίος γόνος της βασιλικής οικογένειας, ενώ στην Ανδρομάχη επιφυλάσσεται η τύχη που προλέγει ο Έκτορας στη συναντησή τους: θα γίνει σκλάβα και θα κάνει τις δουλειές που αρμόζουν σε μια σκλάβα προκαλώντας τη χλεύη ή τον οίκτο ή τον φθόνο.
 
Η μορφή της Ανδρομάχης ενέπνευσε δραματουργικά τον Ευριπίδη στις Τρωάδες (415 π.κ.ε.) και στην ομώνυμη τραγωδία (426 π.κ.ε.). Στην πρώτη και καθώς στην αθηναϊκή κοινωνία η θέση και η αποστολή της γυναίκας ήταν σημαντικό ζήτημα, εμφανίζεται σαν το πρότυπο της γυναίκας της αθηναϊκής δημοκρατίας, σε αντίθεση με τη Φαίδρα στην τραγωδία Ιππόλυτος (428 π.κ.ε.) πάλι του ίδιου ποιητή.
 
Στην Ανδρομάχη, φαίνεται ότι ο Ευριπίδης αξιοποίησε την προφητική ρήση του Έκτορα για την τύχη της γυναίκας του μετά την άλωση της Τροίας. Και στις δύο τραγωδίες η Ανδρομάχη εμφανίζεται ως η μάνα που κινδυνεύει να χάσει το παιδί της ή το χάνει. Και δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι στην Ανδρομάχη, σε μια τραγωδία που γράφεται κοντά στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, το παιδί της σώζεται, το ίδιο και η ίδια που δικαιώνεται· αντίθετα, στις Τρωάδες, τραγωδία γραμμένη στην καρδιά του πολέμου μεταξύ Ελλήνων, είναι η μάνα που χωρίς επιστροφή και ελπίδα χάνει το παιδί της και η ίδια σέρνεται στη σκλαβιά”

Ο πόλεμος ο Τρωικός ως αιτία είχε και αφορμή την Αιδώ όλων των Αχαιών λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του Τρώα πρίγκηπα Πάρη. Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αιδούς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του.

Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όμως ο Έκτορας κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του υποστηρίζει κατ’ αρχάς ότι το συναίσθημα της αιδούς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν) τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446): “Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο”.

Η απουσία της αιδούς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως Νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της Νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω< οργίζομαι, θυμώνω>. Ενώ η αιδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η Νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αιδώ. Όταν αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη Νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αιδώ. Έτσι, η Νέμεσις των άλλων προκαλεί την αιδώ.

Η σχέση αιδούς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι’ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί.

Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αιδώ και νέμεση (Ν 121-124): [Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αιδώ] και φιλότιμο [νέμεση] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.]

Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεση των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95): [Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κείτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί]

Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο, ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πάτροκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεση)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αιδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αιδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.

Νέμεσις

Επειδή η αιδώς μέσω της νεμέσεως λειτουργεί ανασταλτικά στην ανεξέλεγκτη δράση, συνδυάζεται συχνά με αισθήματα, όπως είναι: η έκπληξη, ο θαυμασμός, ο σεβασμός που εμπνέει τον φόβο προς κάποιον ανώτερο, η συμπάθεια ή ο οίκτος και το έλεος, κυρίως προς τους «ξένους» και τους ικέτες, που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση και χρειάζονται βοήθεια. Η αιδώς αποτρέπει τον ισχυρό (οικοδεσπότη ή ικετευόμενο) από το να βλάψει τον ανυπεράσπιστο (ξένο ή ικέτη του)· διαφορετικά ενδέχεται η αφιλόξενη ή ανελέητη συμπεριφορά του να αποκαλυφθεί δημόσια, υποκινώντας την εκδίκηση των Θεών. Ο ικέτης από την άλλη μεριά, προκαλεί τον δυνατό να θεωρήσει, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του άλλου (ξένου ή ικέτη) ότι τα ξένα βάσανα θα μπορούσαν να αφορούν και δικούς του, ή να γίνουν και δικά του.

Έτσι, αιδώς και έλεος, στα συμφραζόμενα της ξενίας ή/και της ικεσίας, συνιστούν αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο – σχέση που, με τα παρεπόμενα ενδεχόμενα της προσφοράς φαγητού, των δώρων/λύτρων και του ύπνου, αποτελεί μια μορφή φιλότητος.

Στον πόλεμο της Ιλιάδας όλες οι ικετευτικές εκκλήσεις για αιδώ και έλεος των ανυπεράσπιστων ικετών αντιπάλων (που ανήκουν όλοι στην παράταξη των Τρώων) απορρίπτονται, μαζί με τα προσφερόμενα άποινα, από τους ικετευόμενους, οι οποίοι εξοντώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους με ανελέητο τρόπο. Στην αρχή του έπους, ενώ όλοι οι Αχαιοί ζητούν από τον Αγαμέμνονα να σεβαστεί (αἰδεῖσθαι, Α 23) τον γέροντα ιερέα Χρύση και τα αμέτρητα λύτρα που προσφέρει για να πάρει πίσω την κόρη του, ο βασιλιάς των Αχαιών διώχνει τον σεβάσμιο γέροντα ικέτη απειλώντας τον με θάνατο.

Στον επίλογο της Ιλιάδας το προηγούμενο αρνητικό σκηνικό αντιστρέφεται. Εξάλλου, η απώλεια της αιδούς και του ελέους εκ μέρους του Αχιλλέα υποκινεί τη λύτρωση του ατιμασμένου νεκρού Έκτορα. Πρώτα ο Απόλλωνας, διαμαρτυρόμενος στους Ολυμπίους, κατηγορεί τον Αχιλλέα για τον «αναιδή» και ανελέητο τρόπο με τον οποίο προσβάλλει το σώμα του αντιπάλου του, λέγοντας (Ω 44-45): [Έτσι ο Αχιλλέας την έχασε τη συμπόνια [ἔλεον] μέσα του και ούτε νιώθει ντροπή [αἰδώς], που πολύ ζημιώνει ή ωφελεί τους ανθρώπους.] Λίγο μετά, όταν ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει τον μονάκριβο, νεκρό του γιο, τον καλεί να σεβαστεί τους Θεούς αλλά και, φέρνοντας στη θύμησή του τον δικό του πατέρα Πηλέα, να λυπηθεί τον γέροντα βασιλιά (Ω 503-506): [Όμως σεβάσου [αἰδεῖο] τους θεούς, Αχιλλέα· θυμήσου τον πατέρα σου και λυπήσου [ἐλέησον] εμένα· εγώ είμαι πιο αξιολύπητος [ἐλεεινότερος]· βάσταξα πράγματα, που κανένας άλλος θνητός πάνω στη γη δεν τα βάσταξε ως τώρα, να φέρω στο στόμα μου τα χέρια του ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου].

Γενικότερα, η αιδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα κοινωνική κι ερωτική.

Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύβρη αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους. Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός σεβασμού που συγκρατούσε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κακό, προκαλούσε συναισθήματα ντροπής μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων.

Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του. Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου.

Αιδώς είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών. Ένας πανάρχαιος άγραφος Νόμος των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.

Θεά Πειθώ: Η πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου

Η Πειθώ ήταν η Θεά που προσωποποιούσε την πειθώ, τη μεγάλη και πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Η Πειθώ ωστόσο εμφανίζεται αρχικώς ως Θεότητα όχι του λόγου, αλλά της ερωτικής δράσεως, δηλαδή του έρωτα και του γάμου. Αναφέρεται κάπως συγκεχυμένα, ως κόρη της Αφροδίτης και του Ερμή. Η Πειθώ λατρευόταν άλλοτε ως αυτόνομη Θεότητα και άλλοτε ως βοηθός άλλων Θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ίμερου, των Ωρών και των Χαρίτων.

Ο Ησίοδος στο έργο του Θεογονία αναφέρει την Πειθώ, την οποία εντοπίζει μόνο μία από τις τρεις χιλιάδες κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτή η Πειθώ είναι διαφορετική. Εκπροσωπεί την ιδέα της διασκέδασης, της ευγλωττίας και τη δύναμης της ρητορικής, η οποία Ρητορική στηρίζεται στην “τέχνη της Πειθούς”. Ο ελεγειακός ποιητής Ερμησιάναξ διαφωνεί με τους προκατόχους του, αφού καθιστά και την Πειθώ μια από τις Χάριτες.

Δεδομένου ότι οι εκστρατείες είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα της Πειθούς του εκάστοτε πολιτικού, έτσι με τη διαδικασία της αποπλάνησης, ο υποψήφιος προσπαθεί να σαγηνεύσει τους ψηφοφόρους μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες για να του χορηγηθεί η ψήφος τους. Οι πληροφορίες που μας έχουν μείνει είναι ασαφείς και αόριστες για την ακριβή ταυτότητά της. Αναφέρεται επίσης ως Θεά ή πνεύμα με γοητευτική ομιλία, με στόχο την αποπλάνηση, απαγωγή και τον βιασμό, μαζί με την δύναμη -BIA. Σπανιότερα το κύριο όνομα «Πειθώ» απαντάται ως επίθετο και θρησκευτική επίκληση της Θεάς Αφροδίτης και της Θεάς Αρτέμιδος.

Η Πειθώ της Ανδρομάχης και η Αιδώς του Εκτωρα

Η Ανδρομάχη κόρη του γενναίου Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων (Ζ 395-397), «πολύδωρη» σύζυγος του Έκτορα της Τροίας, τρυφερή μητέρα του Αστυάνακτα:

Ο Έκτορας και οι σύντροφοι τη γλυκομάτα φέρνουν
από τη Θήβα την ιερή κι απ’ την Πλακία, τις βρύσες
οπόχει τις αστείρευτες, την τρυφερή Ανδρομάχη,
πάν’ απ’ τα πέλαα τ’ αρμυρά με τα γοργά
καράβια κι ολόχρυσα πολλά μαζί στριφτά βραχιόλια φέρνουν
και πορφυρά φορέματα με κεντητά λουλούδια,
και φέρνουν πλουμοσκάλιστα στολίδια κι απ’ ασήμι
ποτήρι· αντάμ’ αμέτρητα κι ελεφαντόδοντο άσπρο.

Σαπφώ, απ. 44 Ρ

Το ξεκλήρισμα της οικογένειάς της από τον Αχιλλέα τον ένατο χρόνο του πολέμου τον περιγράφει η ίδια στον Έκτορα, σε μια προσπάθεια να πείσει τον άνδρα της να λυπηθεί την ερημιά της. Μέσα από την αφήγησή της αντλούμε τις εξής πληροφορίες που αφενός φανερώνουν το ήθος του Αχιλλέα, αφετέρου προοικονομούν τον θάνατο του Έκτορα αλλά και την τύχη της ίδιας μέσα από την αφήγηση για τη μητέρα της. Λέει λοιπόν: Ο Αχιλλέας 1) σκότωσε τον πατέρα της· 2) σκότωσε όλα της τα αδέλφια· 3) αφάνισε τα κοπάδια τους· 4) κατέλαβε την πόλη της Θήβας· 5) άρπαξε πολλά λάφυρα· 6) σεβάστηκε τον νεκρό πατέρα της και τον έθαψε με τα όπλα του και με τις πρέπουσες τιμές· 7) αιχμαλώτισε τη μητέρα της, την ελευθέρωσε όμως έναντι λύτρων, και εκείνη πέθανε τελικά στο σπίτι του άνδρα της. (Ζ 414-427) Η αναφορά στα δεινά και την ερημιά της αιτιολογούν τα αισθήματα που τρέφει για τον άνδρα της. Με τον «αγώνα λόγων» που δίνει προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τον Έκτορα, ώστε να εφαρμόσει μια πιο αμυντική τακτική και να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα.

 Η αφήγηση της Ανδρομάχης για το πώς ο Αχιλλέας φέρθηκε στον νεκρό πατέρα της συνειρμικά φέρνει στον νου τον τρόπο με τον οποίο ο μοιραίος για τη ζωή τη δική της και των μελών της οικογένειάς της Έλληνας πολεμιστής αντιμετώπισε το νεκρό σώμα του Έκτορα -το γύμνωσε από το όπλα, το τραυμάτισε ακόμη και νεκρό, το κακοποίησε σέρνοντάς το πίσω από το άρμα του και γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου ή από τα τείχη της Τροίας. Γνωρίζουμε ότι η Αιδώς του 'Εκτωρα υπερίσχυσε της Πειθούς της Ανδρομάχης.
 
Στην περίπτωση του αρχαιοελληνικού γάμου, η σχέση της Πειθούς ήταν βαθύτερη, επειδή ο γαμπρός έπρεπε να διαπραγματευθεί με τον πατέρα της υποψήφιας νύφης και να τον πείσει, ως προς τα οικονομικά του προκειμένου να την παντρευτεί. Οι πιο επιθυμητές γυναίκες προσέλκυαν πολλούς υποψήφιους μνηστήρες και ο πειστικός λόγος καθόριζε συχνά τον βαθμό επιτυχίας τους. Η Πειθώ συνήθως εκπροσωπείται ως μια γυναίκα με τα χέρια της υψωμένα να εγκαταλείπει την σκηνή ενός βιασμού, συνοδευόμενη μερικές φορές από ένα λευκό περιστέρι και μια μπάλα νήματος ως ένδειξη δέσμευσης.

Σε λίγες διάσπαρτες λογοτεχνικές αναφορές, καθώς και μια σειρά από διαζώματα και ελληνικά αγγεία, η Πειθώ περιγράφεται ως συνοδός του Έρωτα και της Αφροδίτης.  Ανάμεσα σε αυτά που έχουν διασωθεί είναι και η μαρμάρινη στήλη που απεικονίζει την Πειθώ να συμμετέχει έμμεσα στο γοητευτικό σκηνικό της αποπλάνησης της ωραίας Ελένης μαζί και η Αφροδίτη με τον Έρωτα και τον Πάρη.

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (12)

Η κοσμικότητα του κόσμου

§ 14 Η ιδέα της κοσμικότητας του κόσμου εν γένει

1. Στο τρίτο κεφάλαιο ο Χάιντεγκερ θα αναλύσει το πρώτο δομικό στοιχείο της θεμελιώδους σύστασης του Dasein, δηλαδή το εντός-του-κόσμου-Είναι. Αυτό το πρώτο στοιχείο έχει να κάνει με τον κόσμο και την κοσμικότητα. Η τελευταία είναι ίδιον και συστατικό χαρακτηριστικό του κόσμου. Είναι αυτή που κάνει τον κόσμο να είναι κόσμος. Η παράγραφος 14 έχει ως θέμα την εξήγηση αυτού που είναι ο κόσμος. Και αυτό που είναι ο κόσμος, ο Heidegger το ονομάζει κοσμικότητα. Έτσι αυτό που ερευνάται εδώ είναι ένα από τα στοιχεία του εντός- του-κόσμου-Είναι, δηλ. εκείνο, που ονομάζεται κόσμος. Ο κόσμος λοιπόν δεν είναι ένα γενικής φύσης αντικείμενο, αλλά στοιχείο [ή στιγμή] του ίδιου του Dasein. Το να διερωτόμαστε για την κοσμικότητα του κόσμου είναι το ίδιο με το να διερωτόμαστε για τη λειτουργία που έχει ο κόσμος μέσα στο εντός-του-κόσμου-Είναι. Το πρώτο που μας συμβαίνει τώρα είναι να περιγράψουμε τον κόσμο ως φαινόμενο, κάτι που δεν είναι εύκολο. Διότι πάντοτε συναντάμε μόνο ενδοκοσμικά φαινόμενα, χωρίς να συναντάμε τον κόσμο ως όλο. Εάν επιχειρήσουμε να συναθροίσουμε όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, π.χ. σπίτια δέντρα βουνά, κλπ., δεν θα φτάσουμε ποτέ να έχουμε ενώπιόν μας την ολότητα του φαινομένου: κόσμος.

2. Το ερώτημα τώρα είναι: ο κόσμος είναι γενικώς ένα φαινόμενο; Στη συνάφεια τούτη, προτάσσεται συνήθως μια πρόχειρη διάκριση ανάμεσα στη σφαίρα της φύσης και τη σφαίρα του πνεύματος. Στο πλαίσιο αυτό διατυπώνονται αντίστοιχες απόψεις ότι η σφαίρα του πνεύματος ανάγει τις ιδρυτικές της ρίζες στη σφαίρα της φύσης, ότι κατόπιν τούτου κάθε κατάσταση πραγμάτων μπορεί να έρθει στον Λόγο μόνο με μια φυσιοκρατική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος ανάγεται ή υποβιβάζεται σε φύση, έτσι ώστε μεταξύ κόσμου και φύσης να μην εμφιλοχωρεί καμιά διαφορά. Ο Heidegger θέτει υπό αμφισβήτηση μια τέτοια αντίληψη, καθώς εδώ δεν ενδιαφέρεται να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο του Είναι της φύσης και του κόσμου, αλλά να προχωρήσει στη φαινομενολογική έρευνα αυτού τούτου του Είναι· και για μια τέτοια έρευνα, το φαινόμενο λογίζεται ως η φανέρωση του Είναι και της δομής του. Κατά την φαινομενολογική ανάλυση του κόσμου, ο φιλόσοφος επιχειρεί να περιγράψει τα όντα με τον τρόπο που αυτά είναι [=υπάρχουν] και όχι ως φαινόμενα ενός άλλου όντος. Το ζητούμενο, επομένως, παραμένει: πώς πρέπει να περιγράψουμε φαινομενολογικά τον κόσμο ως ένα όλο;

3. Πρωτίστως: φαινομενολογικά σημαίνει μια οντολογική περιγραφή των εντός του κόσμου παρευρισκομένων όντων, υπό την έννοια ότι το Είναι των όντων του κόσμου και η δομή αυτού του Είναι τους αφήνονται να φανερωθούν αφ’ εαυτών. Επομένως, μια τέτοια οντολογική περιγραφή δεν απαντά στον κόσμο ως τέτοιον, ως ένας ξένος παράγοντας· απεναντίας διαιρεί τον κόσμο σε κατηγορίες αυτού που υπάρχει. Έτσι μπορεί μια οντολογική περιγραφή να είναι ενδεής, να στερείται τις αναγκαίες προϋποθέσεις, να είναι κακή, να είναι μονοσήμαντη, όταν ισχυρίζεται ότι όλα είναι αποκλειστικά πνεύμα ή αποκλειστικά φύση. Μια άλλη μπορεί να διακρίνεται για αφθονία, για πεπληρωμένες προϋποθέσεις, για ευστοχία, για αποτελεσματικότητα, για ευρύτητα, όταν κατορθώνει να διακρίνει διάφορους τρόπους του Είναι, με βάση οντολογικές σφαίρες, και να τους αποτιμά αναλόγως, π.χ. έναν που ιδιάζει στο πνεύμα ή στη φύση και στις διάφορες υποδιαιρέσεις τους. Όσον αφορά τώρα την οντολογική ερμηνεία του κόσμου, που μας προσφέρει ο Heidegger, τη θεμελιώδη οντολογία του, έχει χαρακτήρα γενεαλογικό· δηλαδή διερευνά τη γενεαλογία των διαφόρων τρόπων του Είναι, υπό την έννοια ότι δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει αυτό που υπάρχει εν όλω και τον τρόπο, με τον οποίο υπάρχει, αλλά την καταγωγική του σχέση.

4. Μια τέτοια γενεαλογική προσέγγιση, πιο ειδικά, επιχειρεί να απαντήσει στο πόθεν προέρχεται ότι κάτι είναι αυτό και όχι άλλο και ποια ενδοσυνάφεια διέπει τις διάφορες σφαίρες του Είναι. Έτσι καθίσταται δυνατή εκείνη η ερωτηματοθεσία, που αφήνει πίσω της την επιμέρους ερωτηματοθεσία των χωριστών βαθμίδων και υπό μια, κατά κάποιο τρόπο μεταβαθμιδωτή μορφή, μας επιτρέπει να ρωτάμε οντολογικά: τι αποτελεί τον κόσμο αυτόν καθεαυτόν, με ποιο τρόπο μας δίνεται στην ολότητά του ή ως όλο εν γένει. Η έννοια κόσμος είναι πολυσήμαντη, γι’ αυτό και ο Heidegger συνοψίζει ως ακολούθως αυτό που μπορεί να ονομάζεται κόσμος:

α) «Ο κόσμος χρησιμοποιείται ως οντική έννοια και σημαίνει την ολότητα των όντων, που μπορούν να παρευρίσκονται εντός του κόσμου».

Ο κόσμος δηλαδή είναι κάτι ως περιέκτης, ως το περιέχον, και ως τέτοιος είναι μια καθαρή παράσταση και κανένα φαινόμενο.

β) «Ο κόσμος λειτουργεί ως οντολογικός όρος και σημαίνει το Είναι των όντων που αναφέραμε στο α). Και μάλιστα “κόσμος” μπορεί να αποτελέσει τον τίτλο της περιοχής, που περικλείει μια πολλαπλότητα όντων· π.χ. όταν ο λόγος είναι για τον “κόσμο”, τότε κόσμος σημαίνει την περιοχή των την περιοχή των δυνατών/πιθανών αντικειμένων των μαθηματικών».

Αυτοί οι κόσμοι δεν παριστάνονται αντικειμενικά, όπως στο α), αλλά συγχρόνως δεν αποτελούν κανένα φαινόμενο· δεν ανήκουν στον κόσμο των φαινομένων.

γ) «Ο κόσμος μπορεί, για μια ακόμη φορά, να νοηθεί με ένα οντικό νόημα, αλλά τώρα όχι ως το ον, που ουσιαστικά δεν είναι το Dasein και αυτό που μπορεί να συναντηθεί ενδόκοσμα, παρά ως εκείνο, μέσα στο οποίο “ζει” ένα γεγονικό Dasein ως τέτοιο. Ο κόσμος εδώ έχει μια προοντολογικά υπαρξιακή σημασία. Και εδώ πάλι υπάρχουν διάφορες δυνατότητες: ο κόσμος σημαίνει τον “δημόσιο” κόσμο του εμείς ή τον “ίδιον” και άμεσο (οικιακό) περίκοσμο».

Ο κόσμος, «μέσα στο οποίο “ζει” ένα γεγονικό Dasein ως τέτοιο», νοείται ως τέτοιος που σχετίζεται με μια συγκεκριμένη και καθορισμένη εκάστοτε κατηγορία γεγονικού Dasein. Π.χ. «ο κόσμος της μουσικής», «ο κόσμος της πολιτικής», «αυτός ζει στον κόσμο του» κ.λπ. Και τούτοι οι κόσμοι δεν μπορούν να είναι φαινόμενα, γιατί δεν τους συναντούμε τους ίδιους.

δ) «Ο κόσμος δηλώνει τελικά την οντολογικο-υπαρκτική έννοια της κοσμικότητας. Η ίδια η κοσμικότητα μπορεί να έχει ως μορφές της ποικίλα δομικά σύνολα ιδιαίτερων/επί μέρους “κόσμων” , καθένας όμως από τους οποίους περικλείει το a priori της κοσμικότητας εν γένει».

Η πεμπτουσία: ο κόσμος είναι ως κοσμικότητα· μια σημασία, η οποία παριστάνει την αυθεντική γραμμή, το κύριο σημείο της διαφοροποίησης των ποικίλων κόσμων. Κοινό τους χαρακτηριστικό, που κάνει τον καθένα να είναι κόσμος, έστω διαφοροποιημένος, είναι η κοσμικότητα.

5. Αυτή η τελευταία καθιστά το Dasein μας κοσμικό. Τούτο είναι κοσμικό και όχι τα πράγματα του κόσμου, ήτοι αυτό που είναι ενδόκοσμο, που ανήκει στον κόσμο. Η κοσμικότητα είναι εκεί που υπάρχει το Dasein, η ύπαρξή μας. Χωρίς την ύπαρξη δεν υπάρχει κοσμικότητα, όπως και χωρίς κοσμικότητα δεν υπάρχει καμιά ύπαρξη. Στην παραδοσιακή οντολογία η κοσμικότητα παραβλέπεται και το Dasein εν-τοπίζεται εντός του κόσμου ως ένα ον, ας πούμε ως υποκείμενο, ή ακόμη υποβιβάζεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην θεωρείται ως χαρακτηριστική περιοχή του Είναι. Όσο υποχωρεί ο κοσμικός ρόλος του Dasein, τόσο ο κόσμος ερμηνεύεται σύμφωνα με το Είναι των ενδόκοσμων όντων, σύμφωνα με τη φύση, η οποία συγκαλύπτει την έννοια του κόσμου. Εκκινώντας κανείς από την έννοια της φύσης δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο της κοσμικότητας. Απεναντίας η οντολογική σύλληψη της φύσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με βάση την έννοια του κόσμου, ήτοι με βάση την Αναλυτική του Dasein. Χωρίς τούτη την Αναλυτική, το φαινόμενο της κοσμικότητας δεν μπορεί να κατανοηθεί και εν τέλει παραβλέπεται.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.17.3-4.18.3)

[4.17.3] Καὶ ἐν τούτῳ Ἀλέξανδρος Ἀρτάβαζον μὲν τῆς σατραπείας τῆς Βακτρίων ἀπαλλάττει δεηθέντα διὰ γῆρας, Ἀμύνταν δὲ τὸν Νικολάου σατράπην ἀντ᾽ αὐτοῦ καθίστησι. Κοῖνον δὲ ἀπολείπει αὐτοῦ τήν τε αὑτοῦ τάξιν καὶ τὴν Μελεάγρου ἔχοντα καὶ τῶν ἑταίρων ἱππέων ἐς τετρακοσίους καὶ τοὺς ἱππακοντιστὰς πάντας καὶ τῶν Βακτρίων τε καὶ Σογδιανῶν καὶ ὅσοι ἄλλοι μετὰ Ἀμύντου ἐτάχθησαν, προστάξας ἅπασιν ἀκούειν Κοίνου καὶ διαχειμάζειν αὐτοῦ ἐν τῇ Σογδιανῇ, τῆς τε χώρας ἕνεκα τῆς φυλακῆς καὶ εἴ πῃ ἄρα Σπιταμένην περιφερόμενον κατὰ τὸν χειμῶνα ἐνεδρεύσαντας ξυλλαβεῖν.
[4.17.4] Σπιταμένης δὲ καὶ οἱ ἀμφ᾽ αὐτὸν ὡς φρουραῖς τε πάντα κατειλημμένα ἑώρων ἐκ τῶν Μακεδόνων καί σφιν ἄπορα πάντῃ τὰ τῆς φυγῆς ἐγίγνετο, ὡς ἐπὶ Κοῖνόν τε καὶ τὴν ξὺν τούτῳ στρατιὰν ἐτράποντο, ὡς ταύτῃ μᾶλλόν τι ἀξιόμαχοι ἐσόμενοι. ἀφικόμενοι δὲ ἐς Γαβάς, χωρίον τῆς Σογδιανῆς ὀχυρὸν ἐν μεθορίῳ τῆς τε Σογδιανῶν γῆς καὶ τῆς Μασσαγετῶν Σκυθῶν ᾠκισμένον, ἀναπείθουσιν οὐ χαλεπῶς τῶν Σκυθῶν ἱππέας ἐς τρισχιλίους συνεμβάλλειν σφίσιν ἐς τὴν Σογδιανήν. [4.17.5] οἱ δὲ Σκύθαι οὗτοι ἀπορίᾳ τε πολλῇ ἔχονται καὶ ἅμα ὅτι οὔτε πόλεις εἰσὶν αὐτοῖς οὔτε ἑδραῖοι οἰκοῦσιν, ὡς δειμαίνειν ἂν περὶ τῶν φιλτάτων, οὐ χαλεποὶ ἀναπεισθῆναί εἰσιν ἐς ἄλλον καὶ ἄλλον πόλεμον. ὡς δὲ Κοῖνός τε καὶ οἱ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἔμαθον προσιόντας τοὺς ξὺν Σπιταμένει ἱππέας, ἀπήντων καὶ αὐτοὶ μετὰ τῆς στρατιᾶς. [4.17.6] καὶ γίγνεται αὐτῶν μάχη καρτερά, καὶ νικῶσιν οἱ Μακεδόνες, ὥστε τῶν μὲν βαρβάρων ἱππέων ὑπὲρ τοὺς ὀκτακοσίους πεσεῖν ἐν τῇ μάχῃ, τῶν δὲ ξὺν Κοίνῳ ἱππέας μὲν ἐς εἴκοσι καὶ πέντε, πεζοὺς δὲ δώδεκα. οἵ τε οὖν Σογδιανοὶ οἱ ἔτι ὑπολειπόμενοι ξὺν Σπιταμένει καὶ τῶν Βακτρίων οἱ πολλοὶ ἀπολείπουσιν ἐν τῇ φυγῇ Σπιταμένην καὶ ἀφικόμενοι παρὰ Κοῖνον παρέδοσαν σφᾶς αὐτοὺς Κοίνῳ, [4.17.7] οἵ τε Μασσαγέται οἱ Σκύθαι κακῶς πεπραγότες τὰ μὲν σκευοφόρα τῶν ξυμπαραταξαμένων σφίσι Βακτρίων τε καὶ Σογδιανῶν διήρπασαν, αὐτοὶ δὲ ξὺν Σπιταμένει ἐς τὴν ἔρημον ἔφευγον. ὡς δὲ ἐξηγγέλλετο αὐτοῖς Ἀλέξανδρος ἐν ὁρμῇ ὢν ἐπὶ τὴν ἔρημον ἐλαύνειν ἀποτεμόντες τοῦ Σπιταμένους τὴν κεφαλὴν παρὰ Ἀλέξανδρον πέμπουσιν, ὡς ἀποτρέψοντες ἀπὸ σφῶν αὐτῶν τούτῳ τῷ ἔργῳ.
[4.18.1] Καὶ ἐν τούτῳ Κοῖνός τε ἐς Ναύτακα παρ᾽ Ἀλέξανδρον ἐπανέρχεται καὶ οἱ ἀμφὶ Κρατερόν τε καὶ Φραταφέρνην τὸν τῶν Παρθυαίων σατράπην καὶ Στασάνωρ ὁ Ἀρείων, πεπραγμένων σφίσι πάντων ὅσα ἐξ Ἀλεξάνδρου ἐτέτακτο. [4.18.2] Ἀλέξανδρος δὲ περὶ Ναύτακα ἀναπαύων τὴν στρατιὰν ὅ τι περ ἀκμαῖον τοῦ χειμῶνος, Φραταφέρνην μὲν ἀποστέλλει ἐς Μάρδους καὶ Ταπ‹ο›ύρους ‹Αὐτο›φραδάτην ἐπανάξοντα τὸν σατράπην, ὅτι πολλάκις ἤδη μετάπεμπτος ἐξ Ἀλεξάνδρου γιγνόμενος οὐχ ὑπήκουε καλοῦντι. [4.18.3] Στασάνορα δὲ ἐς Δράγγας σατράπην ἐκπέμπει, ἐς Μήδους δὲ Ἀτροπάτην ἐπὶ σατραπείᾳ καὶ τοῦτον τῇ Μήδων, ὅτι Ὀξυδάτης ἐθελοκακεῖν αὐτῷ ἐφαίνετο. Σταμένην δὲ ἐπὶ Βαβυλῶνος στέλλει, ὅτι Μαζαῖος ὁ Βαβυλώνιος ὕπαρχος τετελευτηκέναι αὐτῷ ἐξηγγέλλετο. Σώπολιν δὲ καὶ Ἐπόκιλλον καὶ Μεν[ν]ίδαν ἐς Μακεδονίαν ἐκπέμπει, τὴν στρατιὰν τὴν ἐκ Μακεδονίας αὐτῷ ἀνάξοντας.

***
[4.17.3] Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος απήλλαξε τον Αρτάβαζο από τη σατραπεία της Βακτριανής, επειδή ο ίδιος που είχε γεράσει τον παρακάλεσε, και στη θέση του διόρισε σατράπη τον Αμύντα, τον γιο του Νικολάου. Άφησε εκεί τον Κοίνο με το δικό του τάγμα, το τάγμα του Μελέαγρου, περίπου τετρακόσιους εταίρους ιππείς, όλους τους ιππακοντιστές και από τους Βακτρίους, τους Σογδιανούς και τους άλλους βαρβάρους όσους είχαν υπαχθεί στη διοίκηση του Αμύντα. Όλους αυτούς τους διέταξε να υπακούουν στον Κοίνο και να διαχειμάσουν εκεί, στη Σογδιανή, για να φρουρούν τη χώρα αλλά και για να συλλάβουν με ενέδρα τον Σπιταμένη, αν τυχόν περιφερόταν κάπου κατά το χειμώνα.
[4.17.4] Επειδή ο Σπιταμένης και οι άνδρες του έβλεπαν ότι όλα τα μέρη είχαν καταληφθεί με φρουρές από τους Μακεδόνες και ότι ήταν τελείως αδύνατο να διαφύγουν, στράφηκαν κατά του Κοίνου και του στρατού που ήταν μαζί του νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να τους αντιμετωπίσουν καλύτερα. Φθάνοντας στις Γαβές, έναν τόπο οχυρό της Σογδιανής στα σύνορα της χώρας των Σογδιανών και των Μασσαγετών Σκυθών, έπεισαν εύκολα τρεις περίπου χιλιάδες Σκύθες ιππείς να εισβάλουν μαζί τους στη Σογδιανή. [4.17.5] Οι Σκύθες αυτοί υποφέρουν από μεγάλη φτώχεια και καθώς δεν έχουν ούτε πόλεις ούτε ζουν σε μόνιμες κατοικίες, ώστε να ανησυχούν για την τύχη των πολυαγαπημένων τους προσώπων, εύκολα πείθονται να συμμετέχουν σε πολέμους, τον ένα ύστερα από τον άλλο. Μόλις ο Κοίνος και οι άνδρες που ήταν μαζί του έμαθαν ότι πλησίαζαν οι ιππείς με τον Σπιταμένη, βάδισαν και αυτοί εναντίον τους με τον στρατό. [4.17.6] Έγινε μεταξύ τους άγρια μάχη και νίκησαν οι Μακεδόνες, ώστε από τους βαρβάρους ιππείς έπεσαν περισσότεροι από οκτακόσιοι, ενώ από τους άνδρες του Κοίνου είκοσι πέντε περίπου ιππείς και δώδεκα πεζοί. Όσοι, λοιπόν, Σογδιανοί παρέμεναν ακόμη πιστοί στον Σπιταμένη και οι περισσότεροι Βάκτριοι τον εγκατέλειψαν κατά τη φυγή και ήρθαν και παραδόθηκαν στον Κοίνο, [4.17.7] ενώ οι Μασσαγέτες Σκύθες, ύστερα από την καταστροφή τους, άρπαξαν τα σκευοφόρα των Βακτρίων και των Σογδιανών, με τους οποίους είχαν συμπολεμήσει, και διέφυγαν οι ίδιοι στην έρημο μαζί με τον Σπιταμένη. Επειδή όμως πληροφορήθηκαν ότι ο Αλέξανδρος ετοιμαζόταν να προχωρήσει προς την έρημο, αποκεφάλισαν τον Σπιταμένη και έστειλαν την κεφαλή του στον Αλέξανδρο ελπίζοντας ότι με την πράξη τους αυτή θα αποτρέψουν την εναντίον τους επίθεση του Αλεξάνδρου.
[4.18.1] Στο μεταξύ επέστρεψαν στον Αλέξανδρο στα Ναύτακα ο Κοίνος και οι άνδρες που ήταν μαζί με τον Κρατερό και τον Φραταφέρνη, τον σατράπη των Πάρθων, καθώς και ο Στασάνωρ, ο σατράπης των Αρείων, αφού εκτέλεσαν όλα όσα τους είχε αναθέσει ο Αλέξανδρος. [4.18.2] Ενώ ο Αλέξανδρος ξεκούραζε τον στρατό του γύρω από τα Ναύτακα, επειδή βρίσκονταν στην καρδιά του χειμώνα, έστειλε τον Φραταφέρνη στους Μάρδους και τους Ταπ‹ο›ύρους για να φέρει πίσω τον σατράπη ‹Αυτο›φραδάτη, γιατί, αν και τον είχε προσκαλέσει πολλές ήδη φορές να έρθει, δεν υπάκουε στην πρόσκλησή του. [4.18.3] Έστειλε σατράπη στους Δράγγες τον Στασάνορα και στους Μήδους τον Ατροπάτη, για να είναι και αυτός σατράπης των Μήδων, επειδή νόμιζε ότι ο Οξυδάτης σκόπιμα παραμελούσε τα καθήκοντά του. Έστειλε και τον Σταμένη στη Βαβυλώνα, επειδή του ανήγγειλαν ότι ο Μαζαίος, ο ύπαρχος της Βαβυλώνας, είχε πεθάνει. Έστειλε επίσης τον Σώπολη, τον Επόκιλλο και τον Μενίδα, για να του φέρουν τον στρατό από τη Μακεδονία.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (549-630)

ΧΟ. καὶ μὴν ἄναξ ὅδ᾽ ἡμὶν Αἰγέως γόνος
550 Θησεὺς κατ᾽ ὀμφὴν σὴν ἀποσταλεὶς πάρα.
ΘΗΣΕΥΣ
πολλῶν ἀκούων ἔν τε τῷ πάρος χρόνῳ
τὰς αἱματηρὰς ὀμμάτων διαφθορὰς
ἔγνωκά σ᾽, ὦ παῖ Λαΐου, τανῦν θ᾽ ὁδοῖς
ἐν ταῖσδ᾽ ἀκούων μᾶλλον ἐξεπίσταμαι·
555 σκευή τε γάρ σε καὶ τὸ δύστηνον κάρα
δηλοῦτον ἡμῖν ὄνθ᾽ ὃς εἶ· καί σ᾽ οἰκτίσας
θέλω ᾽περέσθαι, δύσμορ᾽ Οἰδίπου, τίνα
πόλεως ἐπέστης προστροπὴν ἐμοῦ τ᾽ ἔχων,
αὐτός τε χἠ σὴ δύσμορος παραστάτις.
560 δίδασκε· δεινὴν γάρ τιν᾽ ἂν πρᾶξιν τύχοις
λέξας ὁποίας ἐξαφισταίμην ἐγώ,
ὃς οἶδα καὐτὸς ὡς ἐπαιδεύθην ξένος,
ὥσπερ σύ, χὠς εἷς πλεῖστ᾽ ἀνὴρ ἐπὶ ξένης
ἤθλησα κινδυνεύματ᾽ ἐν τὠμῷ κάρᾳ·
565 ὥστε ξένον γ᾽ ἂν οὐδέν᾽ ὄνθ᾽, ὥσπερ σὺ νῦν,
ὑπεκτραποίμην μὴ οὐ συνεκσῴζειν· ἐπεὶ
ἔξοιδ᾽ ἀνὴρ ὢν χὤτι τῆς εἰς αὔριον
οὐδὲν πλέον μοι σοῦ μέτεστιν ἡμέρας.
ΟΙ. Θησεῦ, τὸ σὸν γενναῖον ἐν σμικρῷ λόγῳ
570 παρῆκεν ὥστε βραχέα μὴ αἰδεῖσθαι φράσαι.
σὺ γάρ μ᾽ ὅς εἰμι κἀφ᾽ ὅτου πατρὸς γεγὼς
καὶ γῆς ὁποίας ἦλθον εἰρηκὼς κυρεῖς·
ὥστ᾽ ἐστί μοι τὸ λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο πλὴν
εἰπεῖν ἃ χρῄζω, χὠ λόγος διοίχεται.
575 ΘΗ. τοῦτ᾽ αὐτὸ νῦν δίδασχ᾽, ὅπως ἂν ἐκμάθω.
ΟΙ. δώσων ἱκάνω τοὐμὸν ἄθλιον δέμας
σοὶ δῶρον, οὐ σπουδαῖον εἰς ὄψιν· τὰ δὲ
κέρδη παρ᾽ αὐτοῦ κρείσσον᾽ ἢ μορφὴ καλή.
ΘΗ. ποῖον δὲ κέρδος ἀξιοῖς ἥκειν φέρων;
580 ΟΙ. χρόνῳ μάθοις ἄν, οὐχὶ τῷ παρόντι που.
ΘΗ. ποίῳ γὰρ ἡ σὴ προσφορὰ δηλώσεται;
ΟΙ. ὅταν θάνω ᾽γὼ καὶ σύ μου ταφεὺς γένῃ.
ΘΗ. τὰ λοίσθι᾽ αἰτῇ τοῦ βίου, τὰ δ᾽ ἐν μέσῳ
ἢ λῆστιν ἴσχεις ἢ δι᾽ οὐδενὸς ποιῇ.
585 ΟΙ. ἐνταῦθα γάρ μοι κεῖνα συγκομίζεται.
ΘΗ. ἀλλ᾽ ἐν βραχεῖ δὴ τήνδε μ᾽ ἐξαιτῇ χάριν.
ΟΙ. ὅρα γε μήν· οὐ σμικρός, οὔχ, ἁγὼν ὅδε.
ΘΗ. πότερα τὰ τῶν σῶν ἐκγόνων ἢ ᾽μοῦ λέγεις;
ΟΙ. κεῖνοι κομίζειν κεῖσ᾽ ἀναγκάζουσί με.
590 ΘΗ. ἀλλ᾽ εἰ θέλοντ᾽ ἄν γ᾽, οὐδὲ σοὶ φεύγειν καλόν.
ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐδ᾽, ὅτ᾽ αὐτὸς ἤθελον, παρίεσαν.
ΘΗ. ὦ μῶρε, θυμὸς δ᾽ ἐν κακοῖς οὐ ξύμφορον.
ΟΙ. ὅταν μάθῃς μου, νουθέτει, τανῦν δ᾽ ἔα.
ΘΗ. δίδασκ᾽· ἄνευ γνώμης γὰρ οὔ με χρὴ λέγειν.
595 ΟΙ. πέπονθα, Θησεῦ, δεινὰ πρὸς κακοῖς κακά.
ΘΗ. ἦ τὴν παλαιὰν ξυμφορὰν γένους ἐρεῖς;
ΟΙ. οὐ δῆτ᾽, ἐπεὶ πᾶς τοῦτό γ᾽ Ἑλλήνων θροεῖ.
ΘΗ. τί γὰρ τὸ μεῖζον ἢ κατ᾽ ἄνθρωπον νοσεῖς;
ΟΙ. οὕτως ἔχει μοι· γῆς ἐμῆς ἀπηλάθην
600 πρὸς τῶν ἐμαυτοῦ σπερμάτων· ἔστιν δέ μοι
πάλιν κατελθεῖν μήποθ᾽, ὡς πατροκτόνῳ.
ΘΗ. πῶς δῆτά σ᾽ ἂν πεμψαίαθ᾽, ὥστ᾽ οἰκεῖν δίχα;
ΟΙ. τὸ θεῖον αὐτοὺς ἐξαναγκάζει στόμα.
ΘΗ. ποῖον πάθος δείσαντας ἐκ χρηστηρίων;
605 ΟΙ. ὅτι σφ᾽ ἀνάγκη τῇδε πληγῆναι χθονί.
ΘΗ. καὶ πῶς γένοιτ᾽ ἂν τἀμὰ κἀκείνων πικρά;
ΟΙ. ὦ φίλτατ᾽ Αἰγέως παῖ, μόνοις οὐ γίγνεται
θεοῖσι γῆρας οὐδὲ κατθανεῖν ποτε,
τὰ δ᾽ ἄλλα συγχεῖ πάνθ᾽ ὁ παγκρατὴς χρόνος·
610 φθίνει μὲν ἰσχὺς γῆς, φθίνει δὲ σώματος,
θνῄσκει δὲ πίστις, βλαστάνει δ᾽ ἀπιστία,
καὶ πνεῦμα ταὐτὸν οὔποτ᾽ οὔτ᾽ ἐν ἀνδράσιν
φίλοις βέβηκεν οὔτε πρὸς πόλιν πόλει·
τοῖς μὲν γὰρ ἤδη, τοῖς δ᾽ ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ
615 τὰ τερπνὰ πικρὰ γίγνεται καὖθις φίλα.
καὶ ταῖσι Θήβαις εἰ τανῦν εὐημερεῖ
καλῶς τὰ πρὸς σέ, μυρίας ὁ μυρίος
χρόνος τεκνοῦται νύκτας ἡμέρας τ᾽ ἰών,
ἐν αἷς τὰ νῦν ξύμφωνα δεξιώματα
620 δόρει διασκεδῶσιν ἐκ σμικροῦ λόγου·
ἵν᾽ οὑμὸς εὕδων καὶ κεκρυμμένος νέκυς
ψυχρός ποτ᾽ αὐτῶν θερμὸν αἷμα πίεται,
εἰ Ζεὺς ἔτι Ζεύς, χὠ Διὸς Φοῖβος σαφής.
ἀλλ᾽, οὐ γὰρ αὐδᾶν ἡδὺ τἀκίνητ᾽ ἔπη,
625 ἔα μ᾽ ἐν οἷσιν ἠρξάμην, τὸ σὸν μόνον
πιστὸν φυλάσσων· κοὔποτ᾽ Οἰδίπουν ἐρεῖς
ἀχρεῖον οἰκητῆρα δέξασθαι τόπων
τῶν ἐνθάδ᾽, εἴπερ μὴ θεοὶ ψεύσουσί με.
ΧΟ. ἄναξ, πάλαι καὶ ταῦτα καὶ τοιαῦτ᾽ ἔπη
630 γῇ τῇδ᾽ ὅδ᾽ ἁνὴρ ὡς τελῶν ἐφαίνετο.

***
ΧΟ. Μα νά, του Αιγέα ο γιος, ο βασιλιάς Θησέας,
550 στο κάλεσμά σου ανταποκρίθηκε και φτάνει εδώ.
ΘΗΣΕΑΣ
Από παλιά και από πολλούς ακούγοντας
τον ματωμένο των ματιών σου χαλασμό,
σ᾽ αναγνωρίζω· αλλά κι απ᾽ όσα στον δρόμο μου άκουσα για σένα,
καθώς ερχόμουν, βέβαιος είμαι πια ποιός είσαι.
555 Τα ρούχα σου, το σκοτεινό κεφάλι σου δείχνουν σ᾽ εμένα
πως είσαι εσύ, δύσμοιρε Οιδίποδα. Γι᾽ αυτό και συμπονώντας,
θέλω να σε ρωτήσω με ποιά ικεσία προς την πόλη
και σ᾽ εμένα στέκεις εδώ, εσύ κι η δύστυχη κοπέλα
που σε παραστέκει.
560 Πες μου να μάθω. Γιατί θα πρέπει αυτό που θα ζητήσεις
να είναι κάτι φοβερό, για να με δεις να κάνω πίσω.
Ξέρω καλά την ξενιτιά, ξένος μεγάλωσα κι εγώ στα ξένα,
όπως κι εσύ, κι απ᾽ τον καθένα περισσότερο σε ξένη χώρα
πάλεψα, παίζοντας το κεφάλι μου.
565 Δεν πρόκειται λοιπόν κανέναν ξένο, σαν κι εσένα,
να τον κάνω πέρα, να μην παρασταθώ για να τον σώσω.
Γιατί το ξέρω, άνθρωπος είμαι, το αύριό μου
δεν είναι περισσότερο απ᾽ ό,τι το δικό σου.
ΟΙ. Θησέα, λιγόλογη η γενναιοφροσύνη σου,
570 μου επιτρέπει να πω κι εγώ δίχως ντροπή δυο λόγια.
Ποιός είμαι, ποιός ο πατέρας που με γέννησε,
ποιά η πατρίδα μου, τα είπες όλα καθαρά.
Ώστε σ᾽ εμένα πια δεν υπολείπεται άλλο τίποτε,
παρά να πω αυτό που εύχομαι να γίνει — κι εδώ ο λόγος μου
τελειώνει.
575 ΘΗ. Πες το λοιπόν, τώρα αμέσως, να το μάθω.
ΟΙ. Είμαι εδώ να σου προσφέρω δώρο
το άθλιο σώμα μου — δεν έχει αξία η όψη του·
κι όμως τα κέρδη του θα δεις πως ξεπερνούν την όποια ομορφιά.
ΘΗ. Και ποιό το κέρδος που ισχυρίζεσαι πως φέρνεις;
580 ΟΙ. Αυτό δεν είναι του παρόντος· θα το μάθεις στον καιρό του.
ΘΗ. Και πότε θα φανερωθεί η προσφορά σου;
ΟΙ. Όταν πεθάνω, κι εσύ φροντίσεις την ταφή μου.
ΘΗ. Μιλάς λοιπόν για τα στερνά· τ᾽ ανάμεσα όμως
ή τα λησμονείς ή και καθόλου δεν τα λογαριάζεις
585 ΟΙ. Για μένα στη στερνή στιγμή όλα μαζεύονται.
ΘΗ. Έτσι όμως φαίνεται μικρή η χάρη που ζητάς.
ΟΙ. Πρόσεξε ωστόσο· μικρός ο αγώνας της δεν είναι.
ΘΗ. Για τους δικούς σου γιους μιλάς ή και για μένα;
ΟΙ. Θέλουν εκείνοι βίαια να με σηκώσουν και να με πάνε εκεί.
590 ΘΗ. Αν όμως το ᾽θελες κι εσύ; καλή η εξορία δεν είναι.
ΟΙ. Κι όμως, όταν το θέλησα, δεν μ᾽ άφησαν να μείνω εκεί.
ΘΗ. Φτωχέ, χωρίς μυαλό· στις συμφορές το πείσμα δεν συμφέρει.
ΟΙ. Πρώτα να μάθεις, κι ύστερα να δίνεις συμβουλές,
προς το παρόν κρατήσου.
ΘΗ. Εξήγησε λοιπόν, γιατί χωρίς να σχηματίσω γνώμη
δεν πρέπει να μιλώ.
595 ΟΙ. Έπαθα πάθη αλγεινά, Θησέα, το ᾽να μετά το άλλο.
ΘΗ. Θέλεις να πεις για της γενιάς σου την παλιά εκείνη συμφορά;
ΟΙ. Όχι, καθόλου· γι᾽ αυτήν μιλούν όλοι οι Έλληνες.
ΘΗ. Τότε ποιό μεγαλύτερο κακό σε βασανίζει,
πάνω απ᾽ την αντοχή του ανθρώπου;
ΟΙ. Άκου λοιπόν τί μου συμβαίνει· από τον τόπο μου εξορίστηκα,
600 μ᾽ εξόρισαν οι γιοι που εγώ τους έσπειρα, κι απαγορεύεται
για πάντα ως πατροκτόνος πίσω να γυρίσω.
ΘΗ. Πώς γίνεται όμως να σε προσκαλούν, αλλά συνάμα
και να θέλουν χώρια απ᾽ αυτούς να μείνεις;
ΟΙ. Σ᾽ αυτό τους αναγκάζει ο δελφικός χρησμός.
ΘΗ. Ποιό πάθος ο χρησμός τούς κάνει να φοβούνται;
605 ΟΙ. Είναι γραφτό τους να δεχτούν πλήγμα από τη χώρα σας.
ΘΗ. Μα πώς μπορεί ν᾽ ανάψει ξαφνικά έχθρα πικρή ανάμεσά μας;
ΟΙ. Ω φίλτατε γιε του Αιγέα, μόνο οι θεοί,
μήτε γερνούν μήτε ποτέ πεθαίνουν. Τα άλλα,
όλα ο πανδαμάτωρ χρόνος τ᾽ αντιστρέφει·
610 φθίνει η γονιμότητα της γης, φθίνει του σώματος η δύναμη,
πεθαίνει η πίστη, η απιστία γεννιέται.
Ποτέ του δεν φυσά ίδιος ο άνεμος, που σμίγει φιλικά
άνθρωπο μ᾽ άνθρωπο, πόλη με πόλη.
Σ᾽ άλλους αμέσως, σ᾽ άλλους αργότερα, γυρίζουν
615 σε πικρά τα ευχάριστα, και καταλήγουν πάλι φιλικά.
Έτσι και με τη Θήβα· αν τώρα η σχέση της μ᾽ εσάς
ευημερεί, καθώς κυλά αμέτρητος ο χρόνος κι αμέτρητες γεννοβολά
νύχτες και μέρες, μπορεί, γι᾽ ασήμαντη αφορμή,
620 την αγαστή ομόνοιά σας με μια μάχη να την τινάξει στον αέρα.
Οπότε το δικό μου σώμα κρύο, θαμμένο κάτω από τη γη,
σ᾽ ύπνο αξύπνητο, θα πιει ζεστό το αίμα τους,
αν παραμένει ο Δίας Δίας, κι αλάθητος ο γιος του ο Φοίβος.
Αλλά δεν είναι ευχάριστο να ανακινείς λόγια ακίνητα·
625 γι᾽ αυτό άσε με εμένα εκεί που άρχισα μιλώντας,
κι εσύ κράτησε μόνο την υπόσχεσή σου. Τότε ποτέ σου
δεν θα πεις για τον Οιδίποδα, πως δέχτηκες στον τόπο σου
συγκάτοικο άχρηστο, αν οι θεοί δεν μ᾽ απατήσουν.
ΧΟ. Από ώρα τώρα βασιλιά, αυτά και τέτοια
630 φαίνεται στη χώρα να προσφέρει ο ξένος.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 6. Το σταυρόλεξο των εσωτερικών διηγήσεων

6. Το σταυρόλεξο των εσωτερικών διηγήσεων


Το δίχτυ των αφηγήσεων στο εσωτερικό της Οδύσσειας είναι εξαιρετικά πυκνό. Φτάνει να σκεφτούμε πως το ένα τρίτο περίπου του έπους καταλαμβάνεται από εσωτερικές διηγήσεις: μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, με διαφορετικό περιεχόμενο, με εναλλασσόμενους διηγητές και ακροατές, εκτελεσμένες σε άλλον χώρο και χρόνο. Τούτο σημαίνει ότι, με βάση τις όποιες ομοιότητες και διαφορές τους, οι εσωτερικές διηγήσεις επιδέχονται πιο συστηματική ταξινόμηση, οριζόντια και κάθετη, που μας επιτρέπει να μιλούμε μεταφορικά για σταυρόλεξο.

Το πρώτο (συγκριτικό και διακριτικό) στοιχείο τους είναι το υποκείμενο της εκφοράς τους: ποιος δηλαδή κάθε φορά διηγείται. Ο κατάλογος λοιπόν διηγητών που προκύπτει με τη σειρά εμφάνισης στην πορεία του έπους είναι: Νέστορας, Μενέλαος (συμπληρωματικά και η Ελένη), Οδυσσέας, Εύμαιος. Πρέπει ωστόσο εξαρχής να υπογραμμιστεί ότι ποσοτικά και ποιοτικά υπερέχει κατά πολύ ο διηγητικός ρόλος του Οδυσσέα. 

Το δεδομένο αυτό επιβεβαιώνει την αρχική υπόθεση ότι ο εξωτερικός αφηγητής (δηλαδή ο ποιητής) συγκεντρώνει στον Οδυσσέα κυρίως την αφηγηματική του προτίμηση, θεωρώντας τον λίγο πολύ αφηγηματικό του εκπρόσωπο. 

Εξάλλου ο διηγητής Οδυσσέας είναι ο μόνος που ασκεί τον αφηγηματικό του ρόλο και στα δύο μέρη του έπους, τα οποία ορίζουν τον εξωτερικό και τον εσωτερικό του νόστο. Κάτι περισσότερο: ο Οδυσσέας διεκπεραιώνει όχι μόνο γνήσιες αλλά και πλαστές διηγήσεις, επαινείται μάλιστα για τη διπλή αυτή αφηγηματική του δεξιοσύνη από τον Αλκίνοο, τον Εύμαιο αλλά και τη θεά Αθηνά. Στο σημείο όμως τούτο χρειάζεται να οριστούν ακριβέστερα οι δύο τύποι διήγησης (γνήσιας και πλαστής) στους οποίους εξίσου διαπρέπει ο Οδυσσέας.

Έξω από τον χορό

Κάθε φορά που βλέπω ανθρώπους να χορεύουν τους ζηλεύω.

Γίνονται ένας κύκλος, γελάνε, τραγουδούν δυνατά και φαίνονται ευτυχισμένοι.

Πάντα υπάρχει ένας που ξεσαλώνει και παρασύρει και τους άλλους, πάντα υπάρχουν δυο τρεις που ξέρουν πραγματικά να χορεύουν και τους ακολουθεί όλο το χωριό.

Και υπάρχουν και οι διστακτικοί στο τέλος, που μετά από λίγες στροφές, καταλήγουν πρώτοι να κουνούν το μαντήλι.

Γιατί έτσι είναι και η ζωή. Άλλοτε παρασυρόμαστε, άλλοτε παρασύρουμε, άλλοτε ξέρουμε πού πατάμε, άλλοτε όχι, μια φορά είμαστε διστακτικοί, την άλλη χορεύουμε πρώτοι - πρώτοι.

Και καμιά φορά δεν ξέρουμε τα βήματα, αλλά μπαίνουμε στο χορό.

Κι αν είσαι απ' έξω και κοιτάς, πήγαινε στο κέντρο, άγγιξε κάποιον και θα δεις πόσο γρήγορα θα σου αρπάξουν το χέρι.

Δεν χρειάζεται να ξέρεις να χορεύεις, απλώς άρχισε να ακολουθείς το βήμα. Αργά ή γρήγορα θα το βρεις.

Δες, κανείς δεν νοιάζεται αν τους χαλάς το ρυθμό, γιατί σίγουρα θα σε παρασύρουν.

Γίνονται όλα τόσο γρήγορα που δεν έχεις άλλη επιλογή από το να ακολουθήσεις.

Και τότε συντονίζεσαι, τρέχεις από βήμα σε βήμα, συγχρονίζεσαι, χορεύεις.

Άλλωστε το θέμα είναι να τολμήσεις.

Και εκεί που είσαι τελευταίος, κάποιος φεύγει, σου δίνουν το μαντήλι και βρίσκεσαι εσύ να σέρνεις το χορό.

Κοίτα να δεις, πετάς!

Η Αντίληψη του Ερωτικού Πόθου

Όποιος κι εάν είναι ο χαρακτήρας της ερωτικής μας συνάντησης (έντονη, ιστορική, πραγματική), πραγματοποιείται πρώτα στη σφαίρα του φαντασιακού μας.

Το μυαλό μας, τείνει να μας ταυτίζει με τις προσδοκίες του άλλου, ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβανόμαστε το άλλο πρόσωπο, ως απάντηση στις δικές μας.

Υπάρχει, δηλαδή, μία αμφίδρομη σχέση, φαντασιακής προβολικής ταύτισης, όπου τα άτομα φέρνουν τις προσδοκίες τους και τη διάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου.

Το πρόσωπο του πάθους μας, τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες μας, τόσο έντονα που εάν αποδειχθεί το αντίθετο, τότε αισθανόμαστε ότι ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο άγνωστο ή ανεπιθύμητο πρόσωπο.

Τελικά, αυτό που επιθυμούμε ή/και ερωτευόμαστε δεν είναι το πρόσωπο, αλλά η εικόνα που προβάλλουμε πάνω σε αυτό, στη βάση των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών.

Ο έρωτας δείχνει να είναι μία έντονη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Όλος μας ο κόσμος γίνεται το πρόσωπο αυτό κι η πραγματικότητα μας, τείνει σταδιακά να αντικατασταθεί στη συνείδηση μας από το πρόσωπο αυτό: το πεδίο της όρασης και της προσοχής έλκονται συνεχώς από το ερωτικό μας υποκείμενο.

Κάθε μας προσπάθεια να μετατοπίσουμε την προσοχή μας σε κάτι άλλο, αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης μας συρρικνώνονται σε μεγάλο βαθμό, που έχουμε «μάτια» μόνον για το υποκείμενο του πόθου μας.

Η επιτυχία/ευτυχία της σχέσης μας, λέει η Melani Klein, εξαρτάται από τον βαθμό σύγκλισης των ασυνειδήτων των δύο συντρόφων. Μας αναφέρει πως, τα αισθήματα που τρέφει ένας άντρας για μία γυναίκα έχουν πάντοτε τις ρίζες τους στην πρωταρχική του σχέση με τη μητέρα του ή με το πρώτο άτομο το οποίο τον φρόντιζε.

Επειδή η πρωταρχική σχέση με τη μητέρα, στην ενήλικη ζωή, δεν είναι συνειδητή, εκδηλώνεται με διάφορους ασυνείδητους τρόπους.

Ως εκ τούτου, τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ του πρωτεύοντος υποκειμένου και της ερωτικής συντρόφου, μπορούν να έχουν κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, έως τη χροιά της φωνής ή κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς της.

Ακόμα κι όταν ένας άνδρας επιλέξει μία γυναίκα, της οποίας τα χαρακτηριστικά είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα της μητέρας του, συμπεραίνουμε ότι η σχέση μεταξύ γιού και μητέρας, τα πρώτα χρόνια της ζωής του, είναι πιεστικά στενή.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, συχνά παρατηρείται μία εξαδέλφη ή φίλη, να λάβει τη θέση του πρωτεύοντος υποκειμένου στην ερωτική φαντασία του αγοριού.

Σε γενικές γραμμές, ο άνδρας ψάχνει στις ενήλικες ερωτικές του σχέσεις να ξαναβρεί τις εντυπώσεις και φαντασίες που είχε για το πρωτεύον υποκείμενο.

Στις γυναίκες ισχύει ο ίδιος κανόνας, με μόνη διαφορά ότι, ενώ το πρωτεύον υποκείμενο είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η μητέρα, στην πορεία το κορίτσι στρέφει την αγάπη της προς τον πατέρα της.

Σύμφωνα με τον Jacques Lacan, η αφετηρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος συμπίπτει με τη σημαντικότερη διαδικασία ωρίμανσης για την ψυχική εξέλιξη του προσώπου, καθώς αποτελεί την διαδικασία μέσα από την οποία συγκροτείται το «εγώ»: «στην αρχή της ζωής του, το παιδί είναι πλήρως εξαρτημένο από την μητέρα του και δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει την εικόνα του στον καθρέφτη. Το «εγώ» του δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα.» Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής του, το παιδί σιγά- σιγά θα αρχίσει να ξεχωρίζει την εικόνα του και να ταυτίζεται με αυτήν.

Αυτή είναι η πρωταρχική ταύτιση. Έως τότε, η μητέρα του είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να το ανακουφίζει και να το ενθαρρύνει στην ψυχική του ανάπτυξη.

Ως ενήλικες, λοιπόν, αισθανόμαστε απερίγραπτη έλξη και τάση συγχώνευσης με κάποιο άλλο πρόσωπο, ως βίωμα ερωτικού πάθους. Η σχέση που θα δημιουργηθεί, τείνει να κατεδαφίζει τους υφιστάμενους φραγμούς μεταξύ των συντρόφων, ξένων έως την ώρα της ερωτικής συγχώνευσης.

Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο ερωτικών συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε μάλλον αναδύεται κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη μίας μοναδικής εγγύτητας με τον ερωτικό μας σύντροφο.

Είναι αυτή που παίζει τον πρωταρχικό ρόλο στον ψυχισμό μας, είναι ο έντονος συναισθηματικός φόρτος που μας ωθεί σε πρωτόγνωρα βιώματα με έντονο πάθος, που συνήθως δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Αυτός ο συναισθηματικός φόρτος, έχει συνήθως αυτή την σεξουαλική ενόρμηση που μας μετουσιώνει και μας φέρνει σε αυτήν την μοναδική κοινωνία με το αντικείμενο του πόθου μας.

Χιούμορ: Γιατί είναι τόσο πολύτιμο για την υγεία του εγκεφάλου

Για να καταλάβουμε γιατί το χιούμορ είναι ένα είδος υπερτροφής για τον εγκέφαλο, βοηθά να γνωρίζουμε τι λαχταρά ο εγκέφαλός μας αρχικά. Μπορεί να νομίζετε ότι θα προτιμούσε να καθόμαστε μόνοι μας σε ένα δωμάτιο και κοιτάμε έναν κενό τοίχο – δεν καίμε πολλή ενέργεια κάνοντας κάτι τέτοιο.

Όμως, ο εγκέφαλος είναι σαν μυς και χρειάζεται άσκηση. Τι κάνει τον εγκέφαλο να «γυμνάζεται»; Οι πληροφορίες. Όταν ερευνητές ζήτησαν από τους ανθρώπους να κοιτάξουν μια σειρά από εικόνες ενώ ο εγκέφαλός τους σαρωνόταν σε ένα μηχάνημα fMRI, ήταν οι πιο σύνθετες εικόνες – ένα έργο τέχνης, μια όμορφη θέα, μια ομάδα ζώων – που «γαργαλούσαν» περισσότερο τους νευρώνες στο κεφάλι τους.

Είναι η ενεργοποίηση αυτών των νευρώνων – νευρικών κυττάρων, τα οποία, μεταξύ άλλων, στέλνουν και λαμβάνουν αισθητηριακές πληροφορίες – που «φωτίζει» τις σαρώσεις fMRI με έντονα, σχεδόν ψυχεδελικά χρώματα. Στην πραγματικότητα, λαμβάνει χώρα ένα αποτέλεσμα που μοιάζει σχεδόν με ναρκωτικό.

Ο εγκέφαλος είναι γεμάτος με υποδοχείς οπιοειδών – όπως στα ναρκωτικό. Φτιαγμένοι από εξειδικευμένες πρωτεΐνες, αυτοί οι υποδοχείς εξέχουν από τους νευρώνες μας σαν μικροσκοπικές ραδιοφωνικές κεραίες που έχουν σχεδιαστεί για να πιάνουν τα διερχόμενα σήματα.

Όταν το σωστό είδος μορίου προσκρούει σε έναν υποδοχέα – ίσως ένα από τα φυσικά οπιούχα του σώματος, όπως μια ενδορφίνη, ή ένα συνθετικό φάρμακο που έχει σχεδιαστεί για να μοιάζει με ένα τέτοιο, όπως η ηρωίνη ή η μορφίνη – μπορεί να πυροδοτήσει έναν καταρράκτη εγκεφαλικής δραστηριότητας που «λούζει» τους νευρώνες με νευροδιαβιβαστές και άλλες χημικές ουσίες που προκαλούν ευεξία.

Όσο περισσότεροι νευρώνες ενεργοποιούνται (και όσο πιο ενεργοποιημένοι μένουν), τόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση νιώθουμε. Στην ουσία, η μάθηση και η επίλυση προβλημάτων είναι που «ικανοποιούν» ιδιαίτερα τον εγκέφαλο.

Το χιούμορ τροφοδοτεί τον εγκέφαλο

Ο Ori Amir, ψυχολόγος και ο μέντοράς του, ο καθηγητής νευροεπιστήμης και ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας Irving Biederman, υποπτεύθηκαν ότι το χιούμορ μπορεί να τροφοδοτεί, θρέφει τον εγκέφαλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι σύνθετες πληροφορίες.

Οι άνθρωποι που μελετούν το χιούμορ γενικά συμφωνούν ότι τα περισσότερα αστεία είναι χτισμένα γύρω από μια αταξία – έναν ακατάλληλο, παράλογο, εκπληκτικό ή ασυνήθιστο συνδυασμό δύο θεμελιωδώς διαφορετικών ιδεών ή στοιχείων. (Ενδεικτικά: ένας δίμετρος νευροεπιστήμονας με χνουδωτή γούνα και ατημέλητες μπότες οικοδομής). Όταν βλέπουμε ή ακούμε για πρώτη φορά αυτό το συνονθύλευμα, είμαστε μπερδεμένοι. Η ατάκα είναι η επίλυση αυτής της σύγχυσης.

Έτσι, υπό αυτή την έννοια, η κατανόηση του χιούμορ δεν διαφέρει από την επίλυση ενός παζλ και προσφέρει ένα παρόμοιο είδος ικανοποίησης.

Στην πραγματικότητα, οι Biederman και Amir διατύπωσαν τη θεωρία ότι επειδή το χιούμορ απαιτεί από τον εγκέφαλο να επεξεργάζεται πολλούς διαφορετικούς τύπους πληροφοριών, οι αστείες αποκαλύψεις θα ενεργοποιούσαν διαφορετικά και πιο ετερόκλητα μέρη του εγκεφάλου σε σχέση με τις μη αστείες. Αυτό θα διέγειρε τους νευρώνες ακόμη περισσότερο, γεγονός που θα οδηγούσε στην απελευθέρωση περισσότερων νευροδιαβιβαστών και στην ενεργοποίηση των κέντρων ανταμοιβής του εγκεφάλου.

Μελέτη της σχέσης του χιούμορ με τον εγκέφαλο

Για να ελέγξουν την υπόθεσή τους, οι Amir και Biederman ζήτησαν από 15 φοιτητές να δουν 200 απλά γραμμικά σχέδια κατά τη διάρκεια μιας σάρωσης fMRI. Κάθε σχέδιο συνοδευόταν από δύο λεζάντες: μια προφανή περιγραφή και μια ερμηνευτική. Κάποιες από τις ερμηνευτικές ήταν αστείες. Ζητήθηκε από τα υποκείμενα να αξιολογήσουν κάθε λεζάντα ως «όχι αστεία», «λίγο αστεία» ή «αστεία».

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ερμηνευτικές λεζάντες φώτισαν περισσότερες περιοχές του εγκεφάλου από τις αντίστοιχες προφανείς. Αλλά οι σαρώσεις εγκεφάλου αποκάλυψαν ότι οι χιουμοριστικές περιγραφές ενεργοποίησαν τις περισσότερες περιοχές από όλες. Όσο πιο αστεία αξιολογούσαν τα υποκείμενα μια λεζάντα, τόσο περισσότεροι νευρώνες πυροδοτούνταν. Είναι αυτή η επιπλέον έκρηξη εγκεφαλικής ενεργοποίησης τη στιγμή που “πιάνουμε” ένα αστείο.

«Είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε αυτά τα αντιληπτικά συστήματα ως σχετικά τετριμμένες δομές που προορίζονται απλώς για να μας δίνουν παθητικά πληροφορίες», λέει ο Biederman. «Αποδεικνύεται όμως ότι η λήψη νέων πληροφοριών είναι στην πραγματικότητα ευχάριστη».

Από εκεί και πέρα, οι ερευνητές προχώρησαν την ανάλυσή τους ένα βήμα παραπέρα. Σε μια μελέτη που ακολούθησε, ο Amir ζήτησε από συμμετέχοντες να συνθέσουν λεζάντες για μια σειρά καρτούν, ενώ σάρωνε τον εγκέφαλό τους.

Όταν σκέφτηκαν ένα αστείο, ενεργοποιήθηκαν οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται όταν ακούνε και καταλαβαίνουν ένα αστείο. Και, όπως και στην πρώτη μελέτη, όσο πιο αστεία ήταν τα ανέκδοτα (όπως αξιολογήθηκαν από ανεξάρτητους παρατηρητές), τόσο περισσότεροι νευρώνες πυροδοτούνταν στον εγκέφαλο των συμμετεχόντων.

Η πυροδότηση των εγκεφαλικών κυττάρων έγινε σε διαφορετικό χρονοδιάγραμμα, ενισχύοντας τη διαδικασία και καθιστώντας την ακόμα πιο ισχυρή και έγκυρη. Όταν «πιάνουμε» ένα αστείο, οι νευρώνες ενεργοποιούνται σε μια γρήγορη έκρηξη. Όταν κατασκευάζουμε ένα ανέκδοτο, η δραστηριότητα στις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου αυξάνεται αργά, καθώς ψάχνουμε στον εγκέφαλό μας για ανόμοια στοιχεία που μπορούμε να συνδέσουμε. Αν η εκτίμηση του χιούμορ είναι καλή άσκηση για τον εγκέφαλό μας, τότε η δημιουργία ενός αστείου είναι άσκηση για στεροειδή.

Η σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί είναι πιο βαθιά από ό,τι νομίζαμε

Η σχέση μεταξύ της μητέρας και του παιδιού είναι βαθιά και οι νέες έρευνες δείχνουν μια φυσική σύνδεση ακόμα βαθύτερη από ό,τι είχαμε σκεφτεί. Ο βαθύς ψυχολογικός και σωματικός δεσμός που μοιράζεται η μητέρα με το παιδί της, ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης, όταν η μητέρα είναι το παν για το αναπτυσσόμενο έμβρυο, παρέχοντας τη ζεστασιά και τη τροφή, ενώ η καρδιά της παρέχει ένα χαλαρωτικό σταθερό ρυθμό.

Η φυσική σύνδεση μεταξύ της μητέρας και του εμβρύου παρέχεται από τον πλακούντα, ένα όργανο κατασκευασμένο από κύτταρα της μητέρας και του εμβρύου, το οποίο χρησιμεύει ως αγωγός για την ανταλλαγή θρεπτικών ουσιών, αερίων και αποβλήτων. Τα κύτταρα ενδέχεται να μεταναστεύσουν μέσω του πλακούντα, μεταξύ της μητέρας και του εμβρύου σε πολλά όργανα του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, του θυρεοειδούς, των μυών, του ήπατος, της καρδιάς, των νεφρών και του δέρματος. Αυτά μπορεί να έχουν ένα ευρύ φάσμα επιδράσεων, από την ανακατασκευή των ιστών και την πρόληψη του καρκίνου μέχρι την πυροδότηση διαταραχών του ανοσοποιητικού συστήματος.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι συνηθίζεται να ενσωματώνονται κύτταρα από ένα άτομο στους ιστούς ενός διαφορετικού προσώπου. Είμαστε συνηθισμένοι να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας ως μοναδικά, αυτόνομα άτομα και αυτά τα ξένα κύτταρα φαίνεται να διαψεύδουν την έννοια αυτή δείχνοντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι μεταφέρουν κομμάτια άλλων ατόμων. Όσο αξιοσημείωτο μπορεί να είναι αυτό, εντυπωσιακά αποτελέσματα από μια νέα μελέτη δείχνουν ότι κύτταρα από άλλα άτομα βρίσκονται επίσης στον εγκέφαλο.

Σε αυτή τη μελέτη, ανδρικά κύτταρα βρέθηκαν στους εγκεφάλους των γυναικών και ζούσαν εκεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, για αρκετές δεκαετίες. Μπορούμε μόνο να εικάσουμε σχετικά με το αντίκτυπο που είχαν, αλλά αυτή η μελέτη έδειξε ότι αυτά τα κύτταρα ήταν λιγότερο συχνά στους εγκεφάλους των γυναικών που είχαν νόσο Αλτσχάιμερ, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να σχετίζονται με την υγεία του εγκεφάλου.

Όλοι θεωρούμε το σώμα μας ότι είναι το δικό μας μοναδικό ον, οπότε μας φαίνεται παράξενη η ιδέα ότι μπορούμε να θρέφουμε κύτταρα από άλλους ανθρώπους στο σώμα μας. Ακόμη πιο παράξενη είναι η σκέψη ότι, αν και σίγουρα θεωρούμε ότι οι δράσεις και οι αποφάσεις μας προέρχονται από τη δραστηριότητα των δικών μας ατομικών εγκεφάλων, κύτταρα από άλλα άτομα ζουν και λειτουργούν στην εν λόγω σύνθετη δομή.

Ωστόσο, η ανάμιξη των κυττάρων από γενετικά διακριτά άτομα, δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται χιμαιρισμός, όρος προερχόμενος από τη Χίμαιρα της Ελληνικής μυθολογίας ένα πλάσμα που ένα μέρος της ήταν φίδι, ένα μέρος λιοντάρι, ένα μέρος κατσίκα και έβγαζε φωτιά από το στόμα της. Οι χίμαιρες που παρατηρούνται στη φύση είναι πολύ λιγότερο απαίσιες φυσικά και περιλαμβάνουν πλάσματα όπως η γλίτσα και τα κοράλλια.

Μικροχιμαιρισμός

Ο μικροχιμαιρισμός είναι η επίμονη παρουσία λίγων γενετικά διακριτών κυττάρων σε έναν οργανισμό. Παρατηρήθηκε πρώτα στον άνθρωπο πολλά χρόνια πριν, όταν τα κύτταρα που περιέχουν το αρσενικό χρωμόσωμα «Υ» βρέθηκαν να κυκλοφορούν στο αίμα των γυναικών μετά την εγκυμοσύνη. Δεδομένου ότι αυτά τα κύτταρα είναι γενετικά αρσενικά δεν μπορεί να ανήκαν στις ίδιες τις γυναίκες, αλλά κατά πάσα πιθανότητα προήλθαν από τα μωρά τους κατά τη διάρκεια της κύησης.

Σε αυτή τη νέα μελέτη, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα δεν βρέθηκαν μόνο να κυκλοφορούν στο αίμα, αλλά επίσης να είναι ενσωματωμένα στον εγκέφαλο. Εξετάζοντας τους εγκεφάλους νεκρών γυναικών για την παρουσία κυττάρων που περιέχουν το αρσενικό χρωμόσωμα «Υ», βρήκαν τέτοια κύτταρα σε πολλαπλές περιοχές του εγκεφάλου σε ποσοστό πάνω από 60% των εγκεφάλων.

Επειδή η νόσος του Alzheimer είναι πιο συχνή στις γυναίκες που είχαν πολλαπλές εγκυμοσύνες, υπάρχουν υποψίες ότι ο αριθμός των εμβρυϊκών κυττάρων θα είναι μεγαλύτερος σε γυναίκες με τη νόσο του Alzheimer σε σύγκριση με εκείνες που δεν είχαν καμία ένδειξη για την νευρολογική νόσο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ακριβώς το αντίθετο: υπήρχαν λιγότερα εμβρυικά κύτταρα σε γυναίκες με νόσο Αλτσχάιμερ. Οι λόγοι είναι ασαφείς.

Ο μικροχιμαιρισμός προκύπτει συνήθως από την ανταλλαγή των κυττάρων από τον πλακούντα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ωστόσο, υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι τα κύτταρα μπορούν να μεταφερθούν από τη μητέρα στο βρέφος μέσω του θηλασμού. Εκτός από την ανταλλαγή μεταξύ της μητέρας και του εμβρύου, μπορεί να υπάρξει ανταλλαγή των κυττάρων μεταξύ των διδύμων στη μήτρα και υπάρχει επίσης η πιθανότητα ότι τα κύτταρα που «κατοικούν» στη μητέρα από ένα παλαιότερο αδελφό, μπορεί να βρουν το δρόμο τους μέσω του πλακούντα σε ένα μικρότερο αδελφάκι κατά τη διάρκεια της κύησης του τελευταίου.

Οι γυναίκες μπορεί να έχουν μικροχιμαιρικά κύτταρα τόσο από τη μητέρα τους, όσο και από από τις δικές τους εγκυμοσύνες και υπάρχει ακόμη ένδειξη για τον ανταγωνισμό μεταξύ των κυττάρων από τη γιαγιά και το βρέφος μέσα στη μητέρα.

Είναι ασαφής η επίδραση που έχουν τα εμβρυϊκά μικροχιμαιρικά κύτταρα στο σώμα της μητέρας, αν και υπάρχουν μερικές ενδιαφέρουσες πιθανότητες. Για παράδειγμα, τα εμβρυϊκά μικροχιμαιρικά κύτταρα είναι παρόμοια με τα βλαστοκύτταρα, με την έννοια ότι είναι σε θέση να εξελιχθούν σε μια ποικιλία διαφορετικών ιστών και μπορεί να βοηθήσουν στην αποκατάσταση τους.

Μια ερευνητική ομάδα που διερευνούσε τη δυνατότητα αυτή, παρακολούθησε τη δραστηριότητα των εμβρυϊκών μικροχιμαιρικών κυττάρων σε μια μητέρα αρουραίο μετά από τραυματισμό στην μητρική καρδιά: ανακάλυψαν ότι τα εμβρυϊκά κύτταρα μετανάστευσαν στη μητρική καρδιά και διαφοροποιήθηκαν σε κύτταρα της καρδιάς βοηθώντας στην αποκατάσταση των ζημιών.

Σε μελέτες σε ζώα, τα μικροχιμαιρικά κύτταρα βρέθηκαν στους μητρικούς εγκεφάλους όπου έγιναν νευρικά κύτταρα, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να ενσωματωθούν λειτουργικά στον εγκέφαλο. Είναι πιθανό ότι το ίδιο μπορεί να ισχύει για τέτοιου είδους κύτταρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Τα μικροχιμαιρικά κύτταρα μπορεί επίσης να επηρεάσουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

Ένα εμβρυϊκό μικροχιμαιρικό κύτταρο από μια εγκυμοσύνη, αναγνωρίζεται από το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας, σαν να ανήκει εν μέρει στη μητέρα, δεδομένου ότι το έμβρυο είναι γενετικά μισό-ταυτόσημο με τη μητέρα, αλλά εν μέρει ξένο, που οφείλεται στη γενετική συμβολή του πατέρα. Αυτό μπορεί να «δώσει σήμα» στο ανοσοποιητικό σύστημα να είναι σε εγρήγορση για τα κύτταρα που είναι παρόμοια με αυτό, αλλά με κάποιες γενετικές διαφορές.

Τα καρκινικά κύτταρα τα οποία προκύπτουν λόγω γενετικών μεταλλάξεων είναι ακριβώς τέτοια κύτταρα και υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα μπορεί να διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα και να ανακόψουν την ανάπτυξη των όγκων. Πολλά περισσότερα μικροχιμαιρικά κύτταρα, επίσης, βρίσκονται στο αίμα υγιών γυναικών σε σύγκριση με εκείνων με καρκίνο του μαστού γεγονός που υποδηλώνει ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα μπορούν με κάποιο τρόπο να αποτρέψουν το σχηματισμό όγκων.

Σε άλλες περιπτώσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του εαυτού, προκαλώντας σημαντικές ζημιές. Ο Μικροχιμαιρισμός είναι πιο συχνός σε ασθενείς που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας σε σχέση με τα υγιή αδέλφια τους, υποδεικνύοντας ότι τα μικροχιμαιρικά κύτταρα μπορεί να έχουν επιβλαβή ρόλο σε αυτή τη νόσο, ίσως με την πυροδότηση μιας αυτοάνοσης επίθεσης.

Αυτό είναι ένα αναπτυσσόμενο νέο πεδίο έρευνας με τεράστιες δυνατότητες για τα νέα ευρήματα, καθώς και για τις πρακτικές εφαρμογές. Όμως, είναι επίσης μια υπενθύμιση του πόσο βαθιά είναι η διασύνδεσή μας.

Μην παραιτείσαι από το δικαίωμά σου να είσαι δημιουργός, με αντάλλαγμα μια δουλειά που δεν αγαπάς, που δεν επέλεξες

Ήρθες σε Μένα για μια στιγμή ειλικρίνειας.

Η σιωπή που ακολούθησε απλώθηκε στο άπειρο. Η φωνή Του μετατράπηκε σε θρόισμα.

‘Εγώ είμαι η ελευθερία! – εξήγγειλε – Από τη στιγμή που με συνάντησες, η ζωή σου δεν θα μπορεί πλέον να είναι τόσο ασήμαντη”. Οι λέξεις που ακολούθησαν θα έμεναν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη μου. “Το να εξαρτάσαι είναι πάντα μια προσωπική επιλογή, αν και ακούσια. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να σε αναγκάσει να εξαρτάσαι, μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις”.

Καθώς με κοιτούσε ηθελημένα επίμονα, είπε πως η πιο ατράνταχτη απόδειξη της ακατανοησίας αυτών των αρχών είναι η νοοτροπία να κατηγορεί κανείς τον κόσμο και να μεμψιμοιρεί. Ένας άνθρωπος δεν εξαρτάται από μια επιχείρηση, δεν περιορίζεται από μια ιεραρχία, ή από ένα αφεντικό, αλλά από το φόβο του. Η εξάρτηση είναι φόβος.

“Το να εξαρτάσαι δεν είναι αποτέλεσμα μιας σύμβασης ή ενός συμβολαίου, δεν συνδέεται με κάποιο ρόλο ούτε γεννιέται επειδή κάποιος ανήκει σε μια κοινωνική τάξη… Το να εξαρτάσαι είναι η συνέπεια της υποβάθμισης της ίδιας της αξιοπρέπειας. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολτοποίησης του Είναι.

Αυτή η εσωτερική κατάσταση, αυτή η υποβάθμιση, στον κόσμο, παίρνει τη μορφή ενός επαγγέλματος, προσλαμβάνει την όψη ενός εξαρτώμενου ρόλου. Η εξάρτηση έρχεται, όταν ένας νους γίνεται σκλάβος από εικονικούς φόβους, από τον ίδιο του το φόβο. Η εξάρτηση είναι το ορατό αποτέλεσμα της υποχώρησης του ‘ονείρου’.”

Αυτό το συμπέρασμα, ο τρόπος που πρόφερε κάθε φορά τη λέξη ‘εξάρτηση’, η αργή απαγγελία των συλλαβών, αποκάλυπταν το πραγματικό τους νόημα που ήταν κρυμμένο πίσω από την πεζότητα της καθημερινής χρήσης.

“Η εξάρτηση είναι μια αρρώστια του Είναι!… Γεννιέται από τη μη ολοκλήρωσή μας. Εξάρτηση σημαίνει να σταματήσεις να πιστεύεις στον εαυτό σου. Εξάρτηση σημαίνει να σταματήσεις να ονειρεύεσαι.”

Όσο αναλογιζόμουν τα λόγια Του εκείνα, τόσο τα ένιωθα να σκαλίζουν μέσα μου. Η αγανάκτησή μου οξύνθηκε τόσο που μετατράπηκε σε οργή. Αυτός ο τρόπος που είχε να διατυπώνει κριτικές για μια τόσο ευρεία κατηγορία ανθρώπων ήταν ανυπόφορος. Τι είχε κάνει η ζωή, η εργασία ενός ανθρώπου, με τα συναισθήματά του ή με τις φοβίες του; Για μένα αυτοί οι δύο κόσμοι, εσωτερικός και εξωτερικός, ήταν ανέκαθεν ξεχωριστοί και έτσι έπρεπε να μείνουν. Πίστευα βαθιά ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι σταθερά εξαρτημένος, ενώ εσωτερικά να είναι ελεύθερος. Αυτή η βεβαιότητα τροφοδοτούσε την αγανάκτησή μου.

“Όπως εκατομμύρια άνθρωποι, πέρασες όλη σου τη ζωή κρυμμένος στις πτυχές οργανισμών χωρίς ζωή- με κατηγόρησε- Αντάλλαξες την ελευθερία σου για μια χούφτα απατηλών βεβαιοτήτων.

Ήρθε η ώρα να βγεις από το λήθαργό σου… από την καταχθόνια αντίληψή σου για την ύπαρξη!”
Ποτέ κανείς δεν μου είχε φερθεί με τέτοιο τρόπο.

“Ποιος σου δίνει το δικαίωμα να μου μιλάς έτσι;”- ξέσπασα με προκλητικό ύφος.

“Εσύ”.

Εκείνη η απρόσμενη απάντηση, με περιόρισε σε μια κατάσταση ανημποριάς. Είχα ένα τρομερό αίσθημα ενοχής. Θα ήθελα να κρυφτώ. Ένα ανεξήγητο συναίσθημα ντροπής με έκανε να νιώθω γυμνός μπροστά σε αυτό το όν που ακόμα δεν είχε ένα πρόσωπο. Κάτι με παρότρυνε να το βάλω στα πόδια. Με τις τελευταίες μου δυνάμεις, προσπάθησα να ξεφύγω από εκείνη την κατάσταση που με έσπρωχνε έξω από τα σύνορα του κόσμου.

“Μα πώς θα μπορούσαν οι οργανισμοί να λειτουργήσουν χωρίς υπαλλήλους;» ρώτησα ήρεμα, στην προσπάθειά μου να ξαναοδηγήσω το διάλογο στα πλαίσια της λογικής και της συνοχής. Σιωπούσε. Ενθαρρυμένος από τη σιωπή Του που την πέρασα για αμηχανία, ή ανικανότητα να απαντήσει, επέμεινα: «Εάν δεν υπήρχαν εκείνοι… ο κόσμος θα σταματούσε…”.

“Αντιθέτως! – ανταπάντησε απότομα – Ο κόσμος έχει σταματήσει γιατί υπάρχουν άνθρωποι που εξαρτώνται, άνθρωποι θανάσιμα φοβισμένοι. Έτσι όπως είναι η ανθρωπότητα δεν μπορεί να συλλάβει μια κοινωνία απελευθερωμένη από την εξάρτηση”. Αφού συνειδητοποίησε ότι είχα φτάσει στα όρια των ικανοτήτων μου να κατανοήσω, και τα είχα ήδη υπερβεί, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του και έγινε σχεδόν ενθαρρυντικός.

“Μη φοβάσαι! – τόνισε σαρκαστικά – Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι σαν εσένα, τόσο θα υπάρχει και ο κόσμος της εξάρτησης, και θα συνεχίσει να πυκνοκατοικείται”.

Η παύση που ακολούθησε πάγωσε την ατμόσφαιρα γύρω μας. Ο τόνος της φωνής Του από χαμηλός και ειρωνικός έγινε σκληρός σαν ατσάλι. “Εσύ!… δεν θα μπορείς πλέον να ανήκεις εκεί… γιατί συνάντησες Εμένα!”. Ένιωσα ένα φωτεινό νυστέρι να τρυπάει, επώδυνα, τα αποσκληραμένα υποστρώματα των σκέψεων και των ανόητων συναισθημάτων.

“Η εξάρτηση είναι η άρνηση του ονείρου – συνέχισε – Η εξάρτηση είναι η μασκαράτα που φοράνε οι άνθρωποι για να κουκουλώσουν την απουσία της ελευθερίας, την άρνηση της ζωής”.

Εκείνη τη λέξη, ‘υπάλληλος’, την είχα ακούσει και προφέρει πολλές φορές, αλλά μόνο μετά από εκείνη την πρώτη συνάντηση συνειδητοποίησα όλη της τη θλιβερότητα. Η υπαλληλική κατάσταση αποκαλυπτόταν ως σύγχρονη προέκταση της αρχαίας δουλείας. Μια κατάσταση εσωτερικής ανωριμότητας, υποταγής. Από μια χαραμάδα της συνείδησης, είδα ανθρώπινα πλήθη καταδικασμένα στη μοίρα του Σίσυφου, αλυσοδεμένα, να επαναλαμβάνουν, χωρίς τέλος, μια εργασία-μόχθο, μια δουλειά που δεν επέλεξαν, μια δουλειά χωρίς δημιουργικότητα.

Οι λέξεις Του είχαν ένα ιερατικό ύφος όταν έλεγε: “Μια μέρα μια ονειροπόλα κοινωνία δεν θα εργάζεται πλέον. Μια ανθρωπότητα που αγαπάει θα είναι αρκετά πλούσια για να ονειρεύεται, και θα είναι πάμπλουτη επειδή ονειρεύεται.

Το σύμπαν είναι απολύτως άφθονο, είναι το υπερχειλισμένο Κέρας της Αμάλθειας με όλα εκείνα που επιθυμεί η καρδιά ενός ανθρώπου… Σε ένα τέτοιο σύμπαν είναι αδύνατο να υπάρχει ο φόβος της ανεπάρκειας. Μόνο άνθρωποι σαν εσένα, εγκλωβισμένοι στο φόβο και στην αμφιβολία, μπορούν να είναι φτωχοί και να διαιωνίζουν την εξάρτηση και τη μιζέρια στον κόσμο”.

“Μα εγώ δεν είμαι φτωχός!” – ούρλιαξα με πνιγμένη από την αγανάκτηση φωνή “Γιατί το λες αυτό;”. Προσπαθούσα μέσα μου να δικαιολογηθώ και συνάθροιζα όλους τους πιθανούς λόγους για να αποδείξω τον παραλογισμό εκείνης της κατηγορίας. Σιωπούσε. “Εγώ δεν είμαι φτωχός!! -ούρλιαξα ξανά – “Έχω ένα ωραίο σπίτι, έχω μια διευθυντική θέση, έχω φίλους που με εκτιμούν… έχω δύο παιδιά για τα οποία είμαι πατέρας και μητέρα…”. Εδώ σταμάτησα, καταβεβλημένος από εκείνη την ανυπόφορη αδικία και την αβάσιμη προσβολή.

“Φτώχεια σημαίνει να μη βλέπεις τα όριά σου… Το να είσαι φτωχός σημαίνει ότι παραιτήθηκες από το δικαίωμά σου να είσαι δημιουργός, με αντάλλαγμα μια δουλειά που δεν αγαπάς, που δεν επέλεξες.

Εσύ! – πρόσθεσε όταν ήδη ήλπιζα ότι είχε τελειώσει – είσαι ο πιο φτωχοί μεταξύ των φτωχών. Γιατί ακόμα δεν ξέρεις ποιος είσαι… ‘Λησμόνησες’! Σε κανέναν άλλον δεν έδωσα τόσες ευκαιρίες για να τα καταφέρει.

Αυτή είναι η τελευταία φορά».

Το αίσθημα προσβολής και αδικίας, που είχε εισβάλλει σε κάθε γωνιά της υπόστασής μου, εξαφανίστηκε μεμιάς και κάθε μου άμυνα υποχώρησε και από τα συνεχή χτυπήματα του κριού. Ένιωσα να κλονίζονται τα γηραιά θεμέλια που στήριζαν την ύπαρξή μου. Οι ριζωμένες πεποιθήσεις κατέρρεαν, σα ναοί που τραντάχτηκαν συθέμελα.

“Άνοιξε τα μάτια σου να δεις την κατάστασή σου και θα μάθεις πόσο πολύ, ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη μεγαλοπρέπειά του.

Βρισκόμαστε φαινομενικά εδώ στο ίδιο δωμάτιο, κι όμως μας χωρίζουν ατέλειωτοι αιώνες”.

Εκείνες οι λέξεις, σαν τη λάμψη μιας αστραπής που διαπερνάει το σκοτάδι της νύχτας, με έκαναν να διαισθανθώ την απόσταση από εκείνο το όν. Συνειδητοποίησα την ψευτιά της πληγωμένης μου αξιοπρέπειας και τη μηδαμινότητα εκείνου του «εγώ» που είχα προφέρει, σαν μια στριγκλιά στο σύμπαν.

Όπως όταν πέφτει η αυλαία ενός θεατρικού έργου, έτσι κατέρρευσε και η αυταπάτη μου ότι ανήκω στην άρχουσα τάξη, σε μια ελίτ ανθρώπων υπεύθυνων, προικισμένων με θέληση, ανεξάρτητων, κυρίαρχων της ζωής τους. Τα μάτια μου έλαμπαν. Χωρίς να το καταλάβω γλίστραγα στην κινητή άμμο της μεμψιμοιρίας.

Προνοητικά, επενέβη με σκληρότητα, κατευθείαν στο Είναι μου: “Τώρα ξύπνα! Κάνε την επανάστασή σου… Εξεγέρσου ενάντια στον εαυτό σου!” με διέταξε ταράζοντάς με και προσφέροντάς μου μια διέξοδο από το μπουντρούμι όπου ήμουν αμπαρωμένος.

“Ονειρέψου την ελευθερία… την ελευθερία από κάθε περιορισμό… Εσύ είσαι το μόνο εμπόδιο για οτιδήποτε επιθυμείς. Ονειρέψου… Ονειρέψου… Ονειρέψου χωρίς ανάπαυση!

Το όνειρο είναι η μεγαλύτερη πραγματικότητα που υπάρχει”.

Ακόμη και στην αγάπη οι άνθρωποι βρίσκονται σε συνεχή επαγρύπνηση για να διασφαλίσουν ότι παίρνουν περισσότερα από όσα δίνουν

Οι άνθρωποι θεωρούν ότι μπορούν να αγαπήσουν μόνο όταν βρουν έναν «άξιο» σύντροφο – ανοησίες! Δεν θα βρείτε ποτέ έναν «άξιο» σύντροφο. Οι άνθρωποι θεωρούν ότι θα αγαπήσουν μόνο όταν βρουν έναν τέλειο άντρα ή μία τέλεια γυναίκα. Ανοησίες! Δεν θα τους βρείτε ποτέ, επειδή οι τέλειες γυναίκες και οι τέλειοι άντρες δεν υπάρχουν. Και εάν υπάρχουν, δεν θα ασχοληθούν για την αγάπη τους. Δεν θα τους ενδιαφέρει.

Άκουσα κάποτε μια ιστορία που μιλούσε για έναν άντρα που παρέμεινε εργένης ολόκληρη τη ζωή του επειδή έψαχνε την τέλεια γυναίκα. Όταν έφτασε στην ηλικία των εβδομήντα ετών, κάποιος τον ρώτησε: «Ταξίδεψες παντού ψάχνοντας. Δεν μπόρεσες να βρεις πουθενά μία τέλεια γυναίκα; Ούτε μία;». Ο ηλικιωμένος βυθίστηκε στη θλίψη. «Ναι», είπε, «κάποτε συνέβη. Μία φορά, πριν από πολύ καιρό, γνώρισα μία τέλεια γυναίκα». Ο συνομιλητής του ρώτησε: «Και τι έγινε; Γιατί δεν παντρευτήκατε;». Λυπημένος ο ηλικιωμένος είπε: «Τι να έκανα; Εκείνη έψαχνε έναν τέλειο άντρα».

Και θυμηθείτε, όταν δύο όντα είναι τέλεια, η ανάγκη τους για αγάπη δεν είναι ίδια με τη δική σας ανάγκη για αγάπη. Έχει μια εντελώς διαφορετική ποιότητα.

Δεν κατανοείτε καν την ανάγκη που είναι εφικτή για εσάς, επομένως δεν θα είστε σε θέση να κατανοήσετε την αγάπη που συμβαίνει προς εσάς – δεν θα είστε σε θέση να την κατανοήσετε. Πρώτα πρέπει να κατανοήσετε την αγάπη που αποτελεί ένα φυσικό φαινόμενο.

Πρώτα πρέπει να κατανοήσετε το φυσικό φαινόμενο και έπειτα το υπερβατικό. Επομένως, το δεύτερο που πρέπει να θυμηθείτε είναι ότι δεν πρέπει να μπείτε σε διαδικασία να αναζητήσετε έναν τέλειο ή μία τέλεια γυναίκα. Αυτή είναι άλλη μία ιδέα που σας έχει βάλει κάποιος άλλος στο μυαλό – ότι εάν δεν βρείτε έναν τέλειο ή μία τέλεια γυναίκα, δεν θα γίνετε ευτυχισμένοι. Συνεχίζετε, λοιπόν, να ψάχνετε το τέλειο και δεν το βρίσκετε και έτσι είστε δυστυχισμένοι. Η ζωή και η εξέλιξη μέσα στην αγάπη δεν απαιτεί τελειότητα. Η αγάπη δεν έχει να κάνει με το άλλο άτομο. Ένα άτομο γεμάτο αγάπη απλώς αγαπά, όπως ένα ζωντανό άτομο αναπνέει και πίνει και τρώει και κοιμάται. Ακριβώς έτσι ένα πραγματικά ζωντανό άτομο, ένα άτομο γεμάτο αγάπη, αγαπά. Δεν λέτε «Εάν ο αέρας δεν είναι τέλειος και εάν δεν εξαφανιστεί η μόλυνση, εγώ δεν πρόκειται να αναπνεύσω». Συνεχίζετε να αναπνέετε ακόμα και στο Λος Άντζελες, συνεχίζετε να αναπνέετε και στη Αθήνα. Συνεχίζετε να αναπνέετε παντού, ακόμα και όταν ο αέρας είναι μολυσμένος, δηλητηριασμένος. Συνεχίζετε να αναπνέετε! Δεν μπορείτε να μην αναπνέετε μόνο και μόνο επειδή ο αέρας δεν είναι έτσι όπως θα έπρεπε.

Ένα άτομο ζωντανό και στοργικό απλώς αγαπάει. Η αγάπη είναι μια φυσική λειτουργία.

Επομένως, το δεύτερο πράγμα που πρέπει να θυμάστε είναι ότι δεν πρέπει να ζητάτε την τελειότητα, διαφορετικά δεν θα δείτε καμία αγάπη να ρέει προς εσάς. Αντιθέτως, θα γίνετε άστοργοι. Οι άνθρωποι που επιδιώκουν την τελειότητα είναι άνθρωποι εξαιρετικά άστοργοι, νευρωτικοί. Ακόμα και εάν μπορέσουν να βρουν έναν εραστή, απαιτούν την τελειότητα, και η αγάπη καταστρέφεται εξαιτίας αυτής της απαίτησης.

Μόλις ένας άντρας αγαπήσει μία γυναίκα ή μία γυναίκα αγαπήσει έναν άντρα, αμέσως μπαίνουν στην εξίσωση οι απαιτήσεις. Η γυναίκα αρχίζει να απαιτεί από τον άντρα να είναι τέλειος, μόνο και μόνο επειδή την αγαπά. Λες και έχει διαπράξει κάποια αμαρτία! Τώρα πρέπει να είναι τέλειος, τώρα πρέπει να εγκαταλείψει όλους τους περιορισμούς του – μονομιάς, μόνο και μόνο για χάρη αυτής της γυναίκας; Δεν μπορεί πλέον να είναι ανθρώπινος; Είτε πρέπει να είναι υπεράνθρωπος είτε πρέπει να είναι υποκριτής, ψεύτικος, απατεώνας.

Φυσικά, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει κανείς υπεράνθρωπος, οπότε οι άνθρωποι γίνονται απατεώνες. Αρχίζουν να υποκρίνονται και να παίζουν θέατρο και παιχνίδια. Στο όνομα της αγάπης οι άνθρωποι απλώς παίζουν παιχνίδια. Επομένως, το δεύτερο που πρέπει να θυμάστε είναι ότι δεν πρέπει ποτέ να απαιτείτε την τελειότητα. Δεν έχετε δικαίωμα να απαιτήσετε οτιδήποτε από οποιονδήποτε. Εάν κάποιος σας αγαπάει, δείξτε την ευγνωμοσύνη σας, αλλά μην απαιτήσετε τίποτα – επειδή ο άλλος δεν έχει υποχρέωση να σας αγαπάει. Όταν κάποιος αγαπάει, αυτό είναι ένα θαύμα. Νιώστε πόσο συναρπαστικό είναι αυτό το θαύμα.

Αλλά οι άνθρωποι δεν νιώθουν ενθουσιασμό. Μπορούν να καταστρέψουν κάθε πιθανότητα αγάπης για τα πιο μικρά πράγματα. Δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την αγάπη και την απόλαυσή της. Ενδιαφέρονται περισσότερο για τις εγωιστικές εμμονές τους.

Ασχοληθείτε με τη χαρά σας. Ασχοληθείτε επισταμένα με τη χαρά σας, ασχοληθείτε μόνο με τη χαρά σας. Οτιδήποτε άλλο είναι ασήμαντο. Αγαπήστε – σαν μια φυσική λειτουργία, όπως αναπνέετε. Και όταν αγαπήσετε έναν άνθρωπο, μην αρχίσετε τις απαιτήσεις, αλλιώς θα κλείσετε την πόρτα στην αγάπη από την πρώτη κιόλας στιγμή. Μην προσδοκάτε τίποτα. Εάν κάτι έρθει στον δρόμο σας, νιώστε ευγνωμοσύνη. Εάν δεν έρθει τίποτα, δεν υπάρχει ανάγκη να έρθει, δεν χρειάζεται να έρθει. Δεν μπορείτε να το περιμένετε.

Παρατηρήστε όμως τους ανθρώπους, δείτε πώς θεωρούν ως δεδομένο ο ένας τον άλλο. Όταν η σύζυγός σας ετοιμάζει το γεύμα σας, δεν την ευχαριστείτε ποτέ. Δεν εννοώ ότι πρέπει να εκφράσετε λεκτικά τις ευχαριστίες σας, αλλά εκείνη θα πρέπει να το βλέπει στα μάτια σας. Αλλά εσείς δεν ασχολείστε, το θεωρείτε δεδομένο – αυτή είναι η δουλειά της. Ποιος σας το είπε αυτό;

Όταν ο σύζυγός σας κερδίζει χρήματα, δεν τον ευχαριστείτε ποτέ. Δεν νιώθετε κάποια ευγνωμοσύνη. «Αυτό θα έπρεπε να κάνει ένας άντρας». Αυτό το λέει το μυαλό σας όμως. Πώς μπορεί να καλλιεργηθεί η αγάπη και να μεγαλώσει; Η αγάπη χρειάζεται κλίμα αγάπης, κλίμα ευγνωμοσύνης. Αυτό είναι το δεύτερο που πρέπει να θυμάστε. Και το τρίτο είναι: Αντί να σκέφτεστε πώς θα πάρετε αγάπη, αρχίστε να την προσφέρετε. Εάν θέλετε να έχετε κάποιες πιθανότητες να ζήσετε την αγάπη, θα πρέπει πρώτα να τη δώσετε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο για το πώς θα αρπάξουν κάτι και πώς θα το αποκτήσουν. Όλοι θέλουν να πάρουν και κανένας δεν φαίνεται να απολαμβάνει να δίνει. Οι περισσότεροι άνθρωποι προσφέρουν με εξαιρετική απροθυμία – και εάν το κάνουν, θέλουν μόνο να πάρουν, και αυτή η πράξη μοιάζει με επιχειρηματική συναλλαγή. Με διαπραγμάτευση. Βρίσκονται σε συνεχή επαγρύπνηση για να διασφαλίσουν ότι παίρνουν περισσότερα από όσα δίνουν – τότε αυτή είναι μια καλή ευκαιρία, μια καλή συμφωνία. Και ο άλλος βέβαια κάνει ακριβώς το ίδιο.

Απόλαυσε τα Απλά Πράγματα

Κανείς από εμάς δεν πρόκειται να πάρει μαζί του τα υλικά αγαθά του όταν πεθάνει. Δεν μου έτυχε ποτέ να δω σε κάποια κηδεία ένα φορτηγό μεταφορέων να ακολουθεί μια νεκροφόρα. Όταν η ζωή μας φτάσει στο τέλος της, το μόνο που θα μπορούμε να πάρουμε μαζί μας είναι οι αναμνήσεις μας από όλες εκείνες τις σπουδαίες εμπειρίες που πρόσθεσαν νόημα στη ζωή μας. Γι’ αυτό, θα προτιμούσα χίλιες φορές να περάσω τις μέρες μου κάνοντας πράγματα που θα μου αφήσουν χαρούμενες αναμνήσεις παρά συλλέγοντας υλικά αγαθά.

Ανακάλυψα ότι οι ομορφότερες αναμνήσεις μου προέρχονται από τα πιο απλά πράγματα: τη μέρα που η κόρη μου έκανε τα πρώτα της βήματα, την πρώτη χριστουγεννιάτικη παράσταση του γιου μου (όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της γιορτής γνέφοντας στον μπαμπά του παρά τραγουδώντας τα τραγούδια που ήταν στο πρόγραμμα), τη μέρα που παίξαμε οικογενειακά ποδόσφαιρο κάτω από τη βροχή και το δειλινό που ψήσαμε λουκάνικα κάτω από την πανσέληνο του Αυγούστου.

Όπως έγραψε ο Ντέιλ Κάρνετζι: «Ένα από τα πιο τραγικά πράγματα που γνωρίζω σχετικά με την ανθρώπινη φύση είναι η τάση της να αναβάλλει την αληθινή ζωή. Όλοι ονειρευόμαστε έναν μαγικό κήπο με τριαντάφυλλα πέρα από τον ορίζοντα αντί να απολαμβάνουμε τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν σήμερα έξω από το παράθυρό μας». Έχε τη σοφία να γεύεσαι τα απλά πράγματα, τις υπέροχες αναμνήσεις που θα προσθέσουν στη ζωή σου περισσότερη αξία από οποιοδήποτε υλικό μπιχλιμπίδι, για την απόκτηση του οποίου σπαταλάμε τόση από την ενέργεια της ζωής μας. Και όπως παρατήρησε η Έμα Γκόλντμαν: «Θα προτιμούσα να έχω λουλούδια στο τραπέζι μου παρά διαμάντια στο λαιμό μου».

Πόσο υπερόπτες μας επιτρέπει η ζωή να είμαστε;

Ταπεινότητα δεν σημαίνει να έχεις μικρή ιδέα για τον εαυτό σου, αλλά να ασχολείσαι με τον εαυτό σου λιγότερο.

Υπό αυτή την έννοια, η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν έχει καμία σχέση με την υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαστε ένα από τα επτάμιση δισεκατομμύρια κύματα στον ωκεανό της ζωής και ότι κανείς μας δεν είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από τους άλλους.

Χωρίς να χρειάζεται να κάνω οτιδήποτε γι΄ αυτό, ο ήλιος ανατέλλει το πρωί και το βράδυ βγαίνουν τα άστρα.

Προτού ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, η Γη έχει εκτελέσει το ένα τρίτο της περιστροφής της γύρω από τον άξονά της και έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούν για να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και να μετριάσουν τον πόνο τους.

Και αφού δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, μπορώ να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Δεν δειλιάζω συνειδητοποιώντας ότι είμαι αδύναμος – ή ακόμα και απόλυτα ανίσχυρος – μπροστά στις δυνάμεις που είναι πολύ ανώτερες από τις δικές μου, αλλά, αντίθετα, νιώθω ελεύθερος.

Ελεύθερος να απολαμβάνω τη ζωή όταν τα πράγματα εξελίσσονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αλλά και να επιδεικνύω στωικότητα και αξιοπρέπεια όταν καλούμαι να διαχειριστώ δυσκολίες.

Ελεύθερος να αγαπώ και να βοηθώ τους ανθρώπους όταν συμπεριφέρονται όπως θα ήθελα, αλλά και να εξακολουθώ να τους αγαπώ και να τους βοηθώ όταν η συμπεριφορά τους δεν είναι η επιθυμητή.

Ελεύθερος να δημιουργήσω τη ζωή των ονείρων μου όταν τα πράγματα φαίνονται εύκολα, αλλά και ελεύθερος να συνεχίσω να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ή να παραιτηθώ και να χαράξω νέα πορεία όταν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα.

Τελικά, αυτό μου φαίνεται ότι είναι στον πυρήνα κάθε επιθυμίας μας: η ελευθερία να απολαμβάνουμε τη ζωή μας και να συνεισφέρουμε στο Όλον, τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα, με όποιο τρόπο μπορούμε και για όσο καιρό βρισκόμαστε εδώ.

Το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα δεν είναι στο χέρι μας. Ποτέ δεν ήταν στο χέρι μας. Αν όμως βάλουμε κι εμείς το λιθαράκι μας και παίξουμε τον ρόλο μας, είναι απίστευτο πόσο μακριά μπορούμε να πάμε.

Οι κοινωνικές αξίες αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική συμβίωση

Χωρίς αμφιβολία, οι κοινωνικές αξίες και οι κανόνες συνιστούν τον βασικό πυλώνα στις διαδικασίες της αγωγής και της κοινωνικοποίησης και, γενικά, στους θεσμούς κάθε κοινωνικού συστήματος.

Είναι γνωστό, τουλάχιστον, στους ειδικούς, ότι η κοινωνική συμβίωση προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό συναίνεσης ανάμεσα στα μέλη που απαρτίζουν το κοινωνικό σύστημα. Προϋποθέτει, δηλαδή, επίγνωση πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς σε κάθε περίσταση. Το συνεκτικό και ρυθμιστικό αυτόν ρόλο τον παίζουν, σε όλα τα κοινωνικά συστήματα, οι κοινωνικές αξίες, οι οποίες, συνεπικουρούμενες από τους κανόνες, προσδιορίζουν και προσανατολίζουν την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων, συμβάλλοντας έτσι στη συνέχιση και τη διάρκεια των σχέσεών τους. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικές αξίες αποτελούν «ύψιστα κοινωνικά αγαθά», τα οποία η κάθε κοινωνική ομάδα, αλλά και το ίδιο το άτομο, ταξινομούν και ιεραρχούν με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το πολιτισμικό και μορφωτικό τους επίπεδο, καθώς και τις χωροχρονικές και λοιπές περιστάσεις.

Στον πυρήνα των αποκαλούμενων οικουμενικών αξιών ανήκουν η ζωή, η δημοκρατία, η ειρήνη, η ψυχική ηρεμία, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η παιδεία κ.ο.κ., οι οποίες χαρακτηρίζουν τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και τους σκοπούς του σχολείου, τουλάχιστον σε θεωρητική βάση. Επομένως, ο ρόλος της αγωγής και της κοινωνικοποίησης στο θέμα αυτό αναδεικνύεται καθοριστικός για τη διαμόρφωση της κοινωνικής συμπεριφοράς του μαθητή και, συνολικά, της συγκρότησης της προσωπικότητάς του.

Αναμφίβολα, η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι κοινωνικές σχέσεις βρίσκονται στην καρδιά της οικογενειακής ζωής, της σχολικής εκπαίδευσης και της κοινωνικής συμβίωσης. Εκεί αποκτούν οι άνθρωποι την κουλτούρα της συμπεριφοράς τους, μέσα από τις πρακτικές και τις εμπειρίες που βιώνουν καθημερινά, περισσότερο ως προϊόν καθημερινού βιώματος και λιγότερο ρητορικής διδασκαλίας και διακήρυξης.

Το σχολείο διακηρύσσει και διδάσκει τις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης στις εκπαιδευτικές του διαδικασίες. Ωστόσο, και σύμφωνα με τις έρευνες, στην πράξη μονοπωλούν το εκπαιδευτικό κέντρο βάρους οι ατομικές διαδικασίες μάθησης, εξέτασης και βαθμολόγησης, ενώ μειονεκτούν οι ομαδικές και συλλογικές διαδικασίες που προάγουν τη συνεργασία και την ομαδικότητα ανάμεσα στους μαθητές. Και αυτό φανερώνεται από το γεγονός ότι ο μαθητής ενεργεί και εξετάζεται ατομικά: ατομικά μαθαίνει, ατομικά γράφει, ατομικά επιλύει τις ασκήσεις, αναπτύσσει τις σκέψεις του και, γενικά, διαχειρίζεται όλες τις μαθησιακές διαδικασίες και, τελικά, ατομικά «λογοδοτεί» σε όλα. Με άλλα λόγια, ο μαθητής διαπαιδαγωγείται και κοινωνικοποιείται να δρα και να λειτουργεί με ατομικιστικό τρόπο. Οι εμπειρίες αυτές εκπαίδευσης και μάθησης συμπληρώνουν αυτές που ο μαθητής βιώνει, επίσης, καθημερινά στο οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχεί, κατά κανόνα, η υπερπροστατευτική αγωγή, με το παιδί να απολαμβάνει, χωρίς οριοθετημένους κανόνες, την ικανοποίηση των περισσότερων επιθυμιών του. Για παράδειγμα, του δίνεται η δυνατότητα να οδηγεί, χωρίς κανένα μέτρο ασφάλειας και εκπαίδευσης, ακόμη και δίτροχη μηχανή σε ηλικία μόλις 12 ετών, μια παραχώρηση με την οποία εξοικειώνεται «εγκαίρως» στην παραβατικότητα, έτσι, με την ενηλικίωσή του, να έχουν εδραιωθεί (sic) πρακτικές και νοοτροπίες παραβατικότητας ως αυτονόητες και φυσιολογικές πράξεις.

Επιπλέον, ζήτημα εμπειριών και νοοτροπιών είναι η συμπεριφορά, σύμφωνα με την οποία ο Έλληνας, συνήθως, έχει άποψη επί παντός του επιστητού, με μία απόλυτη ισχυρογνωμοσύνη. Επίσης, σπάνια κάνει λάθος (sic), γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να ζητήσει συγγνώμη, η οποία, εξάλλου, εκλαμβάνεται από τον ίδιο και ως υποτιμητική ενέργεια. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ατομικισμού αποτελεί η στάση του ότι το δίκιο είναι σχεδόν πάντα με το μέρος του και ότι οι οποιεσδήποτε ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν στους άλλους, και με μία επιρρέπεια να ασκεί αβάσιμη κριτική σε όλους και σε όλα. Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί, δυστυχώς, στέρεο γνώρισμά του, ενεργώντας χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του. Γι’ αυτό και εκδηλώνεται με παρορμητισμό, επιθετικότητα και έλλειψη ορθολογικής διαχείρισης σε οποιαδήποτε προστριβή, οδηγούμενος με ευκολία σε αμετροέπειες και σε πλήγματα κατά της αξιοπρέπειας του άλλου.

Κλείνοντας, θα υποστηρίζαμε ότι η πολιτεία οφείλει να αναβαθμίσει το σχολείο ως προς τον παιδευτικό του ρόλο, αποδίδοντας την δέουσα παιδαγωγική σημασία στις εκπαιδευτικές του διαδικασίες και να περιορίσει αποφασιστικά τον γνωσιοκεντρικό, εξετασιοκεντρικό και βαθμοθηρικό του ρόλο, ο οποίος προάγεται και ενισχύεται από την εφαρμοζόμενη εκπαιδευτική πολιτική. Επομένως, και οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να αξιοποιούν τις δικές τους δυνατότητες στην κατεύθυνση προαγωγής και ενίσχυσης των διαδικασιών συλλογικότητας και συνεργασίας ανάμεσα στους μαθητές τους. Το παιδί και ο νέος είναι απαραίτητο να διαπαιδαγωγηθούν και κοινωνικοποιηθούν, τόσο στο οικογενειακό όσο και στο σχολικό περιβάλλον, με αξίες, στις οποίες κυρίαρχο ρόλο θα παίζουν πραγματικά η συλλογικότητα, η συνεργασία, ο σεβασμός στον άλλο, στο περιβάλλον και στο διαφορετικό. Αυτό συνεπάγεται, πρωτίστως, ότι και το ίδιο το σχολείο, το οποίο ασκεί πιο συστηματική αγωγή, πρέπει να αναβαθμίσει το ρόλο του στις παιδευτικές διαδικασίες που προάγουν και ενισχύουν την πληρότητα επικοινωνίας και πράξης και, τελικά, τη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να συμβάλλουν, βεβαίως, τα ΜΜΕ και το στενότερο και ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα.

Πλεονεκτήματα του να μη θυμώνουμε

Μου αρέσουν οι γενναίοι· αλλά δεν αρκεί να είναι κανείς καλός
ξιφομάχος· χρειάζεται να ξέρει και ποιόν τραυματίζει. Και
πολλές φορές φανερώνει μεγαλύτερη γενναιότητα η
αποχή και η παραίτηση, με σκοπό να διαφυλάξει
κανείς τον εαυτό του για ένα εχθρό πιο άξιο.

Φ. Νίτσε

Ενώ το γέλιο έχει φανερά οφέλη για την υγεία, ο θυμός όχι μόνο επηρεάζει αρνητικά την ψυχική κατάσταση αλλά μπορεί και να προξενήσει αναρίθμητες παθήσεις. Ο ακόλουθος πίνακας απαριθμεί τις συνέπειες που προκαλούν οι δύο αντίθετες αυτές καταστάσεις:

Θυμός

-Ανεβάζει την αρτηριακή πίεση

-Προκαλεί στομαχικές ξινίλες

-Πυροδοτεί την αδρεναλίνη

-Δυσχεραίνει τη νυχτερινή ανάπαυση

-Ευνοεί την εμφάνιση ελκών

-Αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο

Συγνώμη

-Μειώνει την αρτηριακή πίεση

-Διευκολύνει την πέψη

-Ηρεμεί την αναπνοή

-Φέρνει ύπνο πανδαμάτορα

-Προκαλεί χαλάρωση

-Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα

Τελειώνοντας, αξίζει τον κόπο να ανακεφαλαιώσουμε τα όσα έλεγε ο Αριστοτέλης για το θέμα αυτό:

«Ο καθένας μπορεί να θυμώνει, αυτό είναι κάτι πολύ απλό. Αλλά να θυμώσει με το αρμόδιο πρόσωπο, στον ακριβή βαθμό, την κατάλληλη στιγμή, με τη δίκαιη πρόθεση και το σωστό τρόπο, αυτό, βεβαίως, δεν είναι και τόσο απλό».

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.16.1-4.17.2)

[4.16.1] Διαβὰς οὖν ξὺν μέρει τῆς στρατιᾶς ἐς τὴν Σογδιανήν, Πολυπέρχοντα δὲ καὶ Ἄτταλον καὶ Γοργίαν καὶ Μελέαγρον αὐτοῦ ἐν Βάκτροις ὑπολιπόμενος τούτοις μὲν παρήγγειλεν τήν τε χώραν ἐν φυλακῇ ἔχειν, ὡς μή τι νεωτερίσωσιν οἱ ταύτῃ βάρβαροι, καὶ τοὺς ἔτι ἀφεστηκότας αὐτῶν ἐξαιρεῖν· [4.16.2] αὐτὸς δὲ ἐς πέντε μέρη διελὼν τὴν ἅμα οἷ στρατιὰν τῶν μὲν Ἡφαιστίωνα ἄρχειν ἔταξε, τῶν δὲ Πτολεμαῖον τὸν Λάγου τὸν σωματοφύλακα· τοῖς τρίτοις δὲ Περδίκκαν ἐπέταξε· τῆς δὲ τετάρτης τάξεως Κοῖνος καὶ Ἀρτάβαζος ἡγοῦντο αὐτῷ· τὴν δὲ πέμπτην μοῖραν ἀναλαβὼν αὐτὸς ἐπῄει τὴν χώραν ὡς ἐπὶ Μαράκανδα. [4.16.3] καὶ οἱ ἄλλοι ὡς ἑκάστοις προὐχώρει ἐπῄεσαν, τοὺς μέν τινας τῶν ἐς τὰ ἐρύματα ξυμπεφευγότων βίᾳ ἐξαιροῦντες, τοὺς δὲ καὶ ὁμολογίᾳ προσχωροῦντάς σφισιν ἀναλαμβάνοντες. ὡς δὲ ξύμπασα αὐτῷ ἡ δύναμις ἐπελθοῦσα τῶν Σογδιανῶν τῆς χώρας τὴν πολλὴν ἐς Μαράκανδα ἀφίκετο, Ἡφαιστίωνα μὲν ἐκπέμπει τὰς ἐν τῇ Σογδιανῇ πόλεις συνοικίζειν, Κοῖνον δὲ καὶ Ἀρτάβαζον ὡς ἐς Σκύθας, ὅτι ἐς Σκύθας καταπεφευγέναι Σπιταμένης αὐτῷ ἐξηγγέλλετο, αὐτὸς δὲ ξὺν τῇ λοιπῇ στρατιᾷ ἐπιὼν τῆς Σογδιανῆς ὅσα ἔτι πρὸς τῶν ἀφεστηκότων κατείχετο ταῦτα οὐ χαλεπῶς ἐξῄρει.
[4.16.4] Ἐν τούτοις δὲ Ἀλεξάνδρου ὄντος Σπιταμένης τε καὶ σὺν αὐτῷ τῶν Σογδιανῶν τινες φυγάδων ἐς τῶν Σκυθῶν τῶν Μασσαγετῶν καλουμένων τὴν χώραν ξυμπεφευγότες ξυναγαγόντες τῶν Μασσαγετῶν ἱππέας ἑξακοσίους ἀφίκοντο πρός τι φρούριον τῶν κατὰ τὴν Βακτριανήν. [4.16.5] καὶ τῷ τε φρουράρχῳ οὐδὲν πολέμιον προσδεχομένῳ ἐπιπεσόντες καὶ τοῖς ξὺν τούτῳ τὴν φυλακὴν ἔχουσιν τοὺς μὲν στρατιώτας διέφθειραν, τὸν φρούραρχον δὲ ἑλόντες ἐν φυλακῇ εἶχον. θαρσήσαντες δὲ ἐπὶ τοῦ φρουρίου τῇ καταλήψει ὀλίγαις ἡμέραις ὕστερον Ζαριάσποις πελάσαντες τῇ μὲν πόλει προσβαλεῖν ἀπέγνωσαν, λείαν δὲ πολλὴν περιβαλλόμενοι ἤλαυνον.
[4.16.6] Ἦσαν δὲ ἐν τοῖς Ζαριάσποις νόσῳ ὑπολελειμμένοι τῶν ἑταίρων ἱππέων οὐ πολλοὶ καὶ ξὺν τούτοις Πείθων τε ὁ Σωσικλέους, ἐπὶ τῆς βασιλικῆς θεραπείας τῆς ἐν Ζαριάσποις τεταγμένος, καὶ Ἀριστόνικος ὁ κιθαρῳδός. καὶ οὗτοι αἰσθόμενοι τῶν Σκυθῶν τὴν καταδρομήν (ἤδη γὰρ ἐκ τῆς νόσου ἀναρρωσθέντες ὅπλα τε ἔφερον καὶ τῶν ἵππων ἐπέβαινον) ξυναγαγόντες τούς τε μισθοφόρους ἱππέας ἐς ὀγδοήκοντα, οἳ ἐπὶ φυλακῇ τῶν Ζαριάσπων ὑπολελειμμένοι ἦσαν, καὶ τῶν παίδων τινὰς τῶν βασιλικῶν ἐκβοηθοῦσιν ἐπὶ τοὺς Μασσαγέτας. [4.16.7] καὶ τῇ μὲν πρώτῃ προσβολῇ οὐδὲν ὑποτοπήσασι τοῖς Σκύθαις ἐπιπεσόντες τήν τε λείαν ξύμπασαν ἀφείλοντο αὐτοὺς καὶ τῶν ἀγόντων τὴν λείαν οὐκ ὀλίγους ἀπέκτειναν. ἐπανιόντες δὲ αὐτοὶ ἀτάκτως, ἅτε οὐδενὸς ἐξηγουμένου, ἐνεδρευθέντες πρὸς Σπιταμένους καὶ τῶν Σκυθῶν τῶν μὲν ἑταίρων ἀποβάλλουσιν ἑπτά, τῶν δὲ μισθοφόρων ἱππέων ἑξήκοντα. καὶ Ἀριστόνικος ὁ κιθαρῳδὸς αὐτοῦ ἀποθνήσκει, οὐ κατὰ κιθαρῳδὸν ἀνὴρ ἀγαθὸς γενόμενος. Πείθων δὲ τρωθεὶς ζῶν λαμβάνεται πρὸς τῶν Σκυθῶν.
[4.17.1] Καὶ ταῦτα ὡς Κρατερῷ ἐξηγγέλθη, σπουδῇ ἐπὶ τοὺς Μασσαγέτας ἤλαυνεν. οἱ δὲ ὡς ἐπύθοντο πλησίον ἐπελαύνοντά σφισι Κρατερόν, ἔφευγον ἀνὰ κράτος ὡς εἰς τὴν ἐρήμην. καὶ Κρατερὸς ἐχόμενος αὐτῶν αὐτοῖς τε ἐκείνοις περιπίπτει οὐ πόρρω τῆς ἐρήμου καὶ ἄλλοις ἱππεῦσι Μασσαγετῶν ὑπὲρ τοὺς χιλίους. [4.17.2] καὶ μάχη γίγνεται τῶν τε Μακεδόνων καὶ τῶν Σκυθῶν καρτερά· καὶ ἐνίκων οἱ Μακεδόνες. τῶν δὲ Σκυθῶν ἀπέθανον μὲν ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα ἱππεῖς· οἱ δὲ ἄλλοι οὐ χαλεπῶς ἐς τὴν ἐρήμην διεσώθησαν, ὅτι ἄπορον ἦν προσωτέρω τοῖς Μακεδόσι διώκειν.

***
[4.16.1] Αφού, λοιπόν, πέρασε ο Αλέξανδρος στη Σογδιανή με ένα μέρος του στρατού, άφησε πίσω στα Βάκτρα τον Πολυπέρχοντα και τον Άτταλο και τον Γοργία και τον Μελέαγρο και τους διέταξε να φρουρούν την περιοχή για να μην επαναστατήσουν οι βάρβαροι που κατοικούσαν σε αυτήν, και για να υποτάξουν όσους ήταν επαναστατημένοι. [4.16.2] Χώρισε σε πέντε τμήματα τον στρατό που ήταν μαζί του και όρισε στο ένα τμήμα αρχηγό τον Ηφαιστίωνα και στο άλλο τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, τον σωματοφύλακα. Στο τρίτο τοποθέτησε αρχηγό τον Περδίκκα, ενώ του τετάρτου τμήματος την αρχηγία ανέλαβε ο Κοίνος και ο Αρτάβαζος. Ο ίδιος ανέλαβε το πέμπτο τμήμα και προχώρησε προς τη Σογδιανή με κατεύθυνση τα Μαράκανδα. [4.16.3] Προχωρούσαν και οι άλλοι στρατηγοί ανάλογα με τις επιτυχίες τους και υπέτασσαν με τη βία όσους είχαν καταφύγει στα φρούρια, άλλοτε πάλι έπαιρναν με το μέρος τους όσους προσχωρούσαν με συνθηκολόγηση. Αφού όλος ο στρατός του έφθασε στα Μαράκανδα και επιτέθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Σογδιανής, απέστειλε ο Αλέξανδρος τον Ηφαιστίωνα για να εγκαταστήσει ανθρώπους στις πόλεις της Σογδιανής και τον Κοίνο και τον Αρτάβαζο προς τη Σκυθία, επειδή του ανήγγειλαν ότι ο Σπιταμένης είχε καταφύγει στη χώρα των Σκυθών. Ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό επιτέθηκε σε όσες περιοχές της Σογδιανής κατείχαν ακόμα οι επαναστάτες και υπέταξε και αυτές χωρίς δυσκολία.
[4.16.4] Ενώ ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος με αυτά, ο Σπιταμένης και μερικοί άλλοι Σογδιανοί φυγάδες που ήταν μαζί του κατέφυγαν στη χώρα των Σκυθών που ονομάζονταν Μασσαγέτες, όπου, αφού συγκέντρωσαν εξακόσιους Μασσαγέτες ιππείς, έφθασαν σε κάποιο από τα φρούρια της Βακτριανής. [4.16.5] Επιτέθηκαν στον φρούραρχο, που δεν περίμενε καμιά εχθρική ενέργεια, και στους στρατιώτες που φρουρούσαν, σκότωσαν τους στρατιώτες και αφού συνέλαβαν τον φρούραρχο, τον φυλάκισαν. Επειδή πήραν θάρρος από την κατάληψη του φρουρίου, λίγες μέρες αργότερα πλησίασαν τα Ζαρίασπα. Αν και εγκατέλειψαν κάθε σκέψη να επιτεθούν στην πόλη, την πολιόρκησαν όμως και άρπαξαν πολλή λεία.
[4.16.6] Στα Ζαρίασπα βρίσκονταν λίγοι εταίροι, που είχαν μείνει πίσω επειδή ήταν άρρωστοι, και μαζί με αυτούς ο Πείθων, ο γιος του Σωσικλή, που ήταν υπεύθυνος της βασιλικής ακολουθίας στα Ζαρίασπα, όπως και ο Αριστόνικος ο κιθαρωδός. Μόλις αντιλήφθηκαν αυτοί την επιδρομή των Σκυθών (γιατί τώρα πια είχαν αναλάβει από την αρρώστια και μπορούσαν να κρατούν όπλα και να ιππεύουν) συγκέντρωσαν και τους μισθοφόρους ιππείς, ογδόντα περίπου που είχαν μείνει για να φυλάγουν τα Ζαρίασπα, και μερικούς βασιλικούς παίδας και εξόρμησαν κατά των Μασσαγετών. [4.16.7] Στην πρώτη επίθεσή τους οι Μακεδόνες, επειδή έπεσαν ξαφνικά πάνω στους Σκύθες που δεν το περίμεναν, τους αφαίρεσαν ολόκληρη τη λεία και σκότωσαν πολλούς από τους άνδρες που τη μετέφεραν. Ενώ όμως οι Μακεδόνες επέστρεφαν χωρίς καμιά τάξη, επειδή δεν είχαν αρχηγό, έπεσαν σε ενέδρα του Σπιταμένη και των Σκυθών και έχασαν επτά εταίρους και εξήντα μισθοφόρους ιππείς. Σκοτώθηκε εκεί και ο Αριστόνικος ο κιθαρωδός που αναδείχθηκε γενναίος άνδρας περισσότερο από ό,τι μπορούσε να είναι ένας κιθαρωδός. Τραυματίσθηκε και ο Πείθων που πιάστηκε ζωντανός από τους Σκύθες.
[4.17.1] Όταν τα ανήγγειλαν στον Κρατερό, έσπευσε κατά των Μασσαγετών. Μόλις πληροφορήθηκαν οι Μασσαγέτες ότι προχωρούσε εναντίον τους ο Κρατερός, έφυγαν ολοταχώς προς την έρημο. Ο Κρατερός ακολουθώντας τους από κοντά συνάντησε όχι μακριά από την έρημο και αυτούς τους ίδιους και άλλους ιππείς των Μασσαγετών, πάνω από χίλιους. [4.17.2] Έγινε άγρια μάχη μεταξύ των Μακεδόνων και των Σκυθών και νίκησαν οι Μακεδόνες. Από τους Σκύθες σκοτώθηκαν εκατόν πενήντα ιππείς, οι υπόλοιποι όμως Σκύθες διασώθηκαν εύκολα στην έρημο, επειδή ήταν πολύ δύσκολο για τους Μακεδόνες να τους καταδιώξουν πιο πέρα.